1884.12.03
1.430 στίχοι · 10.546 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
Τῆς 3 Δεκεμβρίου 1884.
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν, ἐπιληφθεὶς τῆς μελέτης τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χαρτοσήμου, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων τῶν γενομένων ἐν αὐτῷ. Εἶναι ἔντυπον καὶ θέλει διανεμηθῆ. Ὁ κ. Νικόλαος Παπαδόπουλος, λοχαγὸς τῆς φάλαγγος, ὑποβάλλει ἐκ νέου τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπικαλούμενος τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀμειφθῶσιν αἱ ἐκδουλεύσεις αὐτοῦ ἐν καιρῷ τοῦ ἀγῶνος. Ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ὁ Γεώρ. Δάνδολας ζητεῖ ἐπιχορήγησιν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας θεατρικὸν θίασον.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀνέγνωσε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τηλεγράφημα ἐκ Φιλιατρῶν, παριστῶν τὰ ἐκεῖ γενόμενα ὑπὸ μελανὰ χρώματα καὶ δικαίως, ἀλλ’ ἀποδίδον ταῦτα εἰς τοὺς ἀντιθέτους τῶν προκαλεσάντων αὐτά. Ὅλα τὰ τηλεγραφήματα τὰ ληφθέντα ἔκτοτε μαρτυροῦσιν, ὅτι ἡ ἐπίθεσις ἐγένετο ἐκ τῆς οἰκίας, ἣν παρέστησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὡς προσβληθεῖσαν ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἐνῷ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις προσεβλήθη ἐκ τῆς οἰκίας ἐκείνης. Ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις θέλει ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθειαν· ἐν τούτοις ἀναγινώσκω τὰ ληφθέντα τηλεγραφήματα. Ὁ Ἔπαρχος Τριφυλίας Λαμπίκης τηλεγραφεῖ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ἔχω ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ ἀνωτέρου Ἐπόπτου ταγματάρχου Μπαϊρακτάρη, τηλεγραφοῦντος ἐκ Καλαμῶν. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐλάβομεν συνεπείᾳ διαταγῆς τηλεγραφικῆς, δι’ ἧς ἐζητοῦμεν πληροφορίας. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει). Προσέτι διετάχθη ὁ ἀνώτερος Ἐπόπτης Μπαϊρακτάρης ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸν Δῆμον Ἐράνης κατάλληλον ἀξιωματικόν, μὴ ὑπηρετήσαντα ἄλλοτε ἐν Τριφυλίᾳ, καὶ θέσῃ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ στρατιωτικὴν δύναμιν, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς Ἐπόπτης κατὰ τὴν ἐπικειμένην Δημοτικὴν ἐκλογήν, καὶ ἐλάβομεν ἀπάντησιν ὅτι ἀπέστειλε τὸν ἀντιμοίραρχον Γερδένην εἰς Φιλιατρά.
§3Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φρονιμώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἐστέλλετο ὁ ἴδιος κ. Μπαϊρακτάρης, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μένῃ καὶ εἰς τὰς Καλάμας. Φρόνιμον δὲ θὰ ἦτο, ἐὰν ἀλλάξῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ φρουρὰ, διότι οἱ στρατιῶται οἱ ἐκεῖ ἦλθον εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν πολιτῶν καὶ ἔκαμαν σχέσεις.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω καὶ ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ ἀνθυπομοιράρχου Μαγγανοπούλου, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀλληλογραφίαν, ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Τραπέζης, ἀφορῶσαν εἰς τὸ δάνειον τῶν 9,000,000, ἐφρόντισα δὲ ὅπως αὕτη τυπωθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τετυπωμένη, θὰ ὑποβάλω δὲ αὔριον καὶ ἕτερα ἔγγραφα ἐπίσης ἔντυπα.
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προχθὲς οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον λάβει ἐκ Τριφυλίας. Σήμερον ἠκούσατε τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀφοῦ ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, ἐγὼ οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω, καὶ μένει νὰ ἴδωμεν ἐὰν τῳόντι οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Καλλυβίτου ἀπώλεσαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὸ λογικόν των, ὥστε χωρὶς αἰτίαν ἐπυροβόλησαν κατ’ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους οὔτε κἂν ἐγνώριζον· διότι, ὡς ἠκούσατε, οἱ πυροβοληθέντες ἦσαν στρατιῶται καὶ χωροφύλακες. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ σοβαρὸν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπέστειλεν ἐκεῖ ἀνώτερον Ἀξιωματικὸν καὶ Ἐπόπτην, ἀλλ’ ἔστειλεν ἕνα ἀνθυπομοίραρχον· εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἔπρεπε ν’ ἀποσταλῇ αὐτὸς ὁ κ. Μπαϊρακτάρης ἢ ἄλλος τις ὁμοιόβαθμος, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν καὶ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῶν ἐκεῖ γενομένων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ συγχρόνως νὰ σπεύσῃ νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἐξετέθησαν, διότι δυνατὸν νὰ συμβῶσι μεγαλείτερα δυστυχήματα.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἀποσταλὲν πρόσωπον ἐξελέχθη ὑπὸ τοῦ ταγματάρχου Μπαϊρακτάρη, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀνώτερος Ἐπόπτης τοῦ Νομοῦ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθότερον νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νίπτω τὰς χεῖράς μου.
§8ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλάρετος ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑπομένην ἐπερώτησιν: «Ἐν τίνι δικαιώματι ἀνέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὡς πρὸς τὴν σύστασιν Κακουργιοδικείων». Ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν συνεστήθησαν Κακουργιοδικεῖα ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, εἶναι, ὡς γνωρίζετε καὶ ὡς εἶπε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Φιλάρετος, ἡ ἔλλειψις Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων πρὸς ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι κατὰ τὴν περυσινὴν Σύνοδον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἤτοι τῆς ἐκλογῆς Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, τὸ ὁποῖον καὶ ἐσυζητήθη καὶ ἐψηφίσθη τρίς. Κατὰ λάθος ὅμως δὲν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ τρίτη ψήφισις, καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ἠδυνήθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν κύρωσιν αὐτοῦ. Τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἑπομένως ἔμεινεν ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην θέλει λάβει τὴν ἀπαιτουμένην καὶ περὶ τούτου πρόνοιαν. Ὁ κ. Φιλάρετος ἀπηύθυνε καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν: «Ἐὰν κατὰ τὸν προβιβασμὸν Δικαστῶν λειτουργῇ τακτικῶς ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Νόμου περὶ προσόντων τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Βεβαίως εἰς ἐρωτήσεις τοσοῦτον ἀορίστους καὶ ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι εὔκολος· ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω καὶ τὸν ἐπερωτήσαντα καὶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμία ἐγένετο οὔτε νῦν οὔτε πρότερον παραβίασις τοῦ Νόμου περὶ προσόντων τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἰδίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν ὁ κ. Φιλάρετος. Γνωρίζετε δὲ περιπλέον, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον Νόμον περὶ προσόντων τῶν Δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἤτοι κατὰ τὸ ἄρθρον 23 αὐτοῦ, ὁ διορισμὸς, ὁ γενόμενος ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τούτου, δὲν δίδει δικαίωμα οὔτε εἰς τὰς ἀποδοχὰς οὔτε εἰς τὸν βαθμὸν τῆς θέσεως.
§9Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Κακουργιοδικείων, διότι ἡ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἔλλειψις αὐτῶν παραβλάπτει οὐσιωδῶς τὴν δικαιοσύνην οὐ μόνον τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν νέων, καθόσον συσσωρεύονται οἱ ὑπόδικοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐπιβαρύνονται ἀπελπιστικῶς τὰ δελτία τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν Κακουργιοδικείων. Λυποῦμαι, διότι ἐκ πεποιθήσεως φρονῶ, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν Κακουργιοδικείων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις πηγάζει ἐξ ὀλιγωρίας ἀσυγγνώστου τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· ἴσως ἴσως δὲν πρέπει νὰ γείνῃ καὶ πλήρης ἀπεικόνισις περὶ τούτου ἕνεκεν ἐθνικῶν λόγων. Ἀλλ’ ὀφείλω μετὰ πολλῆς λύπης νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔδωκε τὴν ἀπαιτουμένην προσοχὴν εἰς πολλὰ ζητήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο δι’ εἰδικοῦ νόμου, εἴτε ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἀφομοιώσεως, εἴτε μεταγενεστέρως νὰ προΐδῃ περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Κατ’ ἐμὲ, διὰ τὴν πρώτην περίοδον, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων· ἀλλὰ, καὶ ἐὰν ταῦτα ἐθεώρει ἀπαραίτητα, τίς ἠμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ 3 ἔτη, πανίσχυρον οὖσαν, νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, καὶ μετὰ 3 ἡμέρας νὰ τὸ ἔχῃ ὡς νόμον; Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθησαν πολλὰ νομοσχέδια ἀπνευστὶ, τὸ νομοσχέδιον δὲ περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων εἶχε 4 ἕως 5 γραμμὰς μόνον, ἐὰν δ’ ἐλαμβάνετο πρόνοια, δὲν ἤθελεν ἐπέλθει οὔτε τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε πράγματι διάθεσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἤθελε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς παρούσης Συνόδου ζητήσει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου της. Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι οὔτε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν τὸ ἔφερε.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅμως κατηγορεῖτο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, διότι δὲν ἔφερε τοιούτους νόμους εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας.
§11ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δυστυχῶς δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ἡ ὑγεία μου νὰ εἴπω πολλὰ, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποσχέσεών της καὶ τὴν παράλειψιν τῶν καθηκόντων της, πολλὰ ἔδει νὰ εἴπω· ὅθεν περιορίζομαι νὰ εἴπω μόνον, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ δυοῖν θάτερον, ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ προνοήσῃ περὶ συστάσεως Κακουργιοδικείων, ἢ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν ἐπερώτησίν μου, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἀνέφερον ὀνόματα, διότι οὔτε εἶχον· ἔμαθον μόνον, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐγένοντο προβιβασμοὶ διὰ τυπικῶν προτάσεων, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ ἔχω τὰς πληροφορίας, κατέφυγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ βεβαιώσῃ ἐπισήμως· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησε διπλωματικῶς, διότι δὲν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀφ’ ὅτου λειτουργεῖ ὁ νόμος περὶ προσόντων, ὅλοι οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο διὰ προτάσεων ὑπὲρ τῆς ἱκανότητος τῶν προβιβαζομένων. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ νῦν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ δὲν ἐνηργήθη καμμία παραβίασις· εὔχομαι ὅμως νὰ μὴν ἔχῃ λάβει χώραν τοιαύτη καὶ ὑπὸ τῶν προκατόχων. Ὅπως δήποτε ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα μὴ τοὐλάχιστον ἐπαναληφθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι τοιαῦτα ἀτοπήματα.
§12ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Βεβαίως εἰς ἐρώτησιν οὕτως ἀόριστον καὶ ἐν διαστήματι 24 ὡρῶν, δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω ἄλλην ἀπάντησιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωσα. Ἠρώτησα τὴν ὑπηρεσίαν, ἐὰν ἐγένετό ποτε τοιαύτη τις παραβίασις νόμου, καὶ μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι ἀπολύτως οὐδεμία τοιαύτη ἐγένετο· αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν ἑπομένως χορηγῶ σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἀπήντησα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπρονόησεν ἐγκαίρως περὶ αὐτοῦ, καὶ ἐξήγησα ταὐτοχρόνως τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ πρόνοια αὕτη τυχαίως ἐματαιώθη· ἀλλὰ σήμερον, νομίζω, ὅτι οὔτε ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικοῦ τινος μέτρου πρὸς θεραπείαν τῆς ἐλλείψεως ταύτης, διότι τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἐνόρκων καθιστᾷ περιττὴν τὴν ὕπαρξιν Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου σχετικῶς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Κακουργιοδικείων, διότι τὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια δὲν θέλουσι πλέον λαμβάνει μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, κατὰ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, μετὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ ὁποίου θὰ θεραπευθῇ καὶ ἡ ἔλλειψις αὕτη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ κύριος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἀναφοραὶ τοῦ Ἐπάρχου καὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς Βουλκάνου περὶ διαθέσεως ἀναθημάτων κατὰ τὴν τελευταίαν πανήγυριν, καὶ αἱ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τούτων ἐκδοθεῖσαι σχετικαὶ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ δ’ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς εἶχε ζητήσει νὰ μάθῃ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξέδοτο εἰδικὴν ἐγκύκλιον, κανονίζουσαν τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως Ἡγουμενοσυμβουλίων κατὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετοῦς αὐτῶν ὑπηρεσίας, ὁσάκις εἶχε συμπέσει νὰ μὴ γείνῃ ἐγκαίρως ἐκλογὴ τῶν διαδόχων μελῶν.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζητήθησαν ἐγκύκλιοι ἢ εἰδικαὶ διαταγαὶ, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεξετάθη ἡ ὑπηρεσία τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων.
§17ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἐγκύκλιον τοιαύτην τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐξέδωκεν, ἀλλ’ οὐδὲ διαταγὰς τοιαύτας ἐπὶ συγκεκριμένων περιπτώσεων ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία νὰ εὕρῃ ἐκδοθείσας κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη. Εἰμὶ βέβαιος ὅτι τοῦτο προῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῶσι τοιαῦται, διότι ὁ κανονισμὸς τῶν Μοναστηρίων καὶ αἱ ἐπ’ αὐτοῦ προγενέστεραι ἑρμηνεῖαι δὲν ἀφίνουσιν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Εἶναι λοιπὸν περιτταὶ αἱ εἰδικαὶ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου, φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι περιτταὶ καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, διότι ἡ ἔλλειψις εἰδικῶν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐγκυκλίων σημαίνει, ὅτι αἱ Ἐκκλησιαστικαὶ Ἀρχαὶ δὲν ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ προκαλέσωσι λύσεις καὶ ὁδηγίας.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ποίας χρήσεως;
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν χρήσεων 1883 καὶ 1884.
§21ΤΡΑΚΑΣ. Εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμα ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν).....
§23ΤΡΑΚΑΣ. Δὲν τὴν ἐλάβατε;
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἐπερώτησίς σας.
§25ΤΡΑΚΑΣ. Ἔδωκα γραπτὴν τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς προόδου καὶ διευθύνσεως τῶν δημοσίων ἔργων.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ζητήσω πληροφορίας ἀκριβεῖς, καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸν παρεκάλεσα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Καλαμῶν καὶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀποφάσεις, αἵτινες ἐξεδόθησαν κατὰ ταχυδρόμων, ἐνωμοταρχῶν καὶ στρατιωτῶν, καὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἐπερώτησίν μου, προσθέτω σήμερον, ὅτι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὑπάρχει κατηγορία κατὰ δύω ἀδελφῶν, Βουλευτοῦ καὶ Δημάρχου, ἐπὶ ἐπιθέσει μεταχειρισμένου γραμματοσήμου, καὶ τὴν καταγγελίαν ταύτην πιστοποιῶ, διότι τὴν εἶδον, τὴν ἀνέγνωσα, καὶ εἶδον συγχρόνως καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος. Λοιπὸν ὑπάρχει κατηγορία, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἀκριβῆ ἐξήγησιν τοῦ χαρακτηρισμοῦ της. Διὰ νὰ συμπληρώσω ὅμως τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ διὰ νὰ δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν, καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ προσαχθῶσι τὰ βουλεύματα τὰ ἐκδοθέντα ὡς πρὸς τὸν ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην Μελιγαλᾶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς Ὑπουργίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ταχυδρομείου, εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος· διότι, ἂν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶναι δράστης τοιούτου ἐγκλήματος, βεβαίως θὰ ἦτο εἰς τὰς φυλακάς.
§28ΜΠΟΥΤΟΣ. Οὔτε ἐνόησα, οὔτε ἐννοῶ ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἦτο ἱκανὸς νὰ διαπράξῃ τοιοῦτον κακούργημα. Εἶχον ἄλλον σκοπὸν ν’ ἀναπτύξω....
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Δηλιγιάννη.—Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Καλαμῶν τὰς ἀποφάσεις ταύτας. Προσέτι δὲ ζητῶ νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ πληροφορίαι: πόσοι ταχυδρομικοὶ ἐπιστάται κατεδικάσθησαν διὰ τοιαύτας ἐγκληματικὰς πράξεις.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων δὲν ἀπήντησεν ἀκόμη ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζητήσαμεν. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπέστειλεν (ἀναγινώσκει). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς Διευθύνσεως.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ θέλω νὰ κάμω ἐπερώτησιν ἀκριβῆ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ—ἐκτὸς ἂν νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀδύνατον— τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν ταύτην καὶ ὑπέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔκνομον κατάστασιν τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἠδύνατο νὰ ἐπανέλθῃ ἡ τάξις.
§32ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον προχθὲς ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶχε σταλῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς δὲ ἐζητήσαμεν τηλεγραφικῶς μάλιστα παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν νὰ μᾶς ἀποστείλῃ ἀντίγραφον αὐτοῦ· ἅμα δὲ τὸ λάβωμεν, θέλω τὸ καταθέσει.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο κατετέθη πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἐπεστράφη.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν κατετέθη ἀκόμη.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατέθεσα πᾶν ὅ,τι εἶχον νὰ καταθέσω.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ Πυλίας κ. Π. Τριγγέτα, ζητοῦντος νὰ κατατεθῇ τὸ στέλεχος τοῦ ἐντάλματος, ὅπερ ἐξεδόθη δυνάμει τοῦ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου ε. ε. Β. Διατάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ταξειδίου εἰς τὸν Γραμματέα τῆς Νομαρχίας Κεφαλληνίας Π. Μπακάκον.
§37ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν, κύριε Πρόεδρε;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§39ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης κυρίου Κουμουνδούρου περὶ τῶν διαταχθέντων περὶ τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς ἱερᾶς Μονῆς Βουλκάνου, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἔπραξεν ἄλλο τι εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πολλῶν χρόνων διετάσσετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐφαρμόζοντος τοὺς κειμένους νόμους. Ἐπειδὴ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι ἐφήρμοσε τὸν νόμον καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόζετο πρὸ χρόνων, παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἢ τὴν εἰδικὴν διαταγὴν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἄλλοι προκάτοχοι αὐτοῦ ἐφήρμοσαν, ὡς λέγει, τὸν νόμον ὅπως τὸν ἐφήρμοσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπληροφόρησε σήμερον τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου ἐγκύκλιος οὕτω πως ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, ἢ ἄλλη τις εἰδικὴ διαταγὴ οὕτω κανονίζουσα τὰ τῶν Συμβουλίων τῶν Μονῶν. Ἡ ἐγκύκλιος, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσε κατά τινα παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, προβλέπει μόνον περὶ μιᾶς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτα τοῦ ἀξιώματος αὑτῶν· τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τότε διὰ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης νὰ ἐκλέγωσιν οἱ Ἐπίσκοποι τοὺς ἀναπληρωτὰς τῶν ἐκπτώτων συμβούλων. Ἀλλὰ νῦν δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ ἄλλης περιπτώσεως, ἤτοι ἂν οἱ Ἐπίσκοποι τῶν Ἐπαρχιῶν ἔλαβόν ποτε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντικαθιστῶσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τὰ μέλη τῶν Συμβουλίων ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ νόμιμος διάρκεια ἔληξεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος καὶ τοῦτο ἐκανόνισε. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δὲν προέβλεψε παντάπασι περὶ τούτου· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ προβλέψῃ περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης, διότι ἡ παράτασις τῆς διαρκείας τῶν μελῶν τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων εἶναι ἀποτέλεσμα ὀλιγωρίας τῶν κατ’ Ἐπαρχίας Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ὤφειλον νὰ προνοήσωσιν, ἵνα ἀντικατασταθῶσιν ἐμπροθέσμως διὰ νέων ἐκλογῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, ἐπενεγκούσης τὴν ἄνευ νέας ἐκλογῆς ἔκπτωσιν τῆς νομίμου διαρκείας τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων, νὰ ἀναιρέσῃ τὸ δικαίωμα τῶν Μοναχῶν ἵνα ἐκλέγωσι τὰ μέλη τῶν Συμβουλίων τῶν Μονῶν, καὶ νὰ ἀναθέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν εἰς αὐτὰς τὰς ὀλιγωρησάσας Ἐκκλησιαστικὰς Ἀρχάς.
§40ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἡ ἐπερώτησις βεβαίως σκοπὸν ἔχει τὴν προσαγωγὴν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἀσκηθῆ ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῆς τοῦ Ὑπουργείου ἐνεργείας. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐνώπιόν της ὅλην τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου, ἔχει δηλονότι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκεν εἰς τὴν ἀπορίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μεσσηνίας. Τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ἔδωσε τὴν λύσιν αὐτὴν, εἶχε, καὶ ἐπιμένει ἔχον, τὴν συναίσθησιν, ὅτι ἔδωκε λύσιν ἐντελῶς σύμφωνον πρὸς τὰ κείμενα καὶ πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα ἐπὶ προσωρινῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἐκπιπτόντων ἀπὸ τῆς ἀρχῆς Ἡγουμενοσυμβουλίων ἢ μελῶν αὐτῶν. Χωρὶς δὲ νὰ σχετίσῃ τὴν ἐνέργειαν αὑτοῦ μὲ τὰ μέχρι τοῦδε ἐπὶ ὁμοίων ζητημάτων κρατήσαντα, τὸ Ὑπουργεῖον, δίδον αὐτὴν τὴν λύσιν, ἐννοεῖ ὅτι ὑπέχει ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης αὐτοῦ. Ὡς ἐκ περισσοῦ ὅμως, πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γορτυνίας βουλευτὴν, ὅτι διὰ τῶν δύω ἐγκυκλίων, ὧν ἐγὼ κατὰ τὴν προχθεσινὴν ὁμιλίαν μου ἐμνήσθην, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι λύεται καὶ τὸ προκείμενον ζήτημα. Αἱ περὶ ὧν πρόκειται ἐγκύκλιοι τῶν ἐτῶν 1861 καὶ 1869 ἀναφέρονται ἀμφότερα εἰς ζητήματα προσωρινῆς ἀναπληρώσεως τῶν ὅπως δήποτε ἐκπιπτόντων τῆς Ἀρχῆς Ἡγουμενοσυμβουλίων. Ἐν ταύταις, συνδυαζομέναις πρὸς ἀλλήλας, δὲν λύεται μόνον, ὅπως φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως παυομένων Ἡγουμενοσυμβουλίων, ἀλλὰ λύεται καὶ τὸ ζήτημα τῆς διαρκείας τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων, ὅπερ ἄλλως κανονίζει σαφῶς καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν Μοναστηρίων διότι ὁ μὲν κανονισμὸς ῥητῶς ὁρίζει ὅτι ἡ διάρκεια αὐτῶν εἶναι πενταετὴς, ἡ δὲ τοῦ 1869 ἐγκύκλιος ἀπαγορεύει τὴν παράτασιν τῆς διαρκείας αὐτῶν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πενταετίας. Οὕτω λοιπὸν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς πενταετίας Ἡγουμενοσυμβούλιον δὲν ὑφίσταται· νέου δὲ πρὸς διαδοχὴν μὴ ἐκλεχθέντος, γεννᾶται προδήλως ἀναπόδραστος ἡ ἀνάγκη προσωρινῆς ἀναπληρώσεως, καὶ ἡ προσωρινὴ αὕτη ἀναπλήρωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ἢ ὅπως ὁρίζει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ 1861, εἰς ταύτην δὲ ἀκριβῶς παρέπεμψε τὸ Ὑπουργεῖον τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μεσσηνίας.
§41ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ διασάφησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἦτο τῷ ὄντι ἀναγκαία, διὰ νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν συζήτησιν, καὶ προσέτι εὐκολώτερον εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἐννοήσωσι περὶ τίνος πρόκειται. Ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ τῆς παύσεως τῶν μελῶν τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου Βουλκάνου, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπαυσε τὰ μέλη τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου· ὅτι ἁπλῶς ἐγένετο ἐρώτησις ὑπὸ τοῦ σεβασμιωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Μεσσήνης, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ὑπεχρεώθη νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν, καὶ ἔδωκεν ἐκείνην τὴν ἀπάντησιν, ἥτις πάντοτε ἐδόθη εἰς παραπλησίας ἐρωτήσεις· ὅτι οὐδ’ ἐπεμβῆκεν εἰς τὸ δικαίωμα τῶν Ἀρχιεπισκόπων καὶ Ἐπισκόπων, οὐδ’ ἀντικατέστησε διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ βουλήσεως τὰ μέλη τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων, τῶν ὁποίων ἡ νόμιμος διάρκεια ἔληξεν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι καὶ ὑπὸ τῶν προκατόχων Ὑπουργῶν ἐδίδετο ἡ αὐτὴ λύσις εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο, ὅτι ἡ λύσις αὕτη ἦτο καθεστηκυῖα νομολογία, δὲν εἶναι δὲ νομολογία ἀρτίως εἰσαχθεῖσα, τῆς ὁποίας βεβαίως οἱ εἰσαγαγόντες ὑπέχουσι τὴν εὐθύνην. Διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τότε τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν εἴτε τὴν ἐγκύκλιον διαταγὴν, εἴτε τὴν εἰδικὴν διαταγὴν, διὰ τῆς ὁποίας καὶ ἄλλοτε τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν οὕτω πως ἀποφανθῆ, ὁδηγῆσαν τὰς κατὰ τόπους Ἐκκλησιαστικὰς Ἀρχὰς νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων, τῶν ὁποίων ἡ νόμιμος διάρκεια ἔχει λήξει. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἢ ἐγὼ δὲν εἶχον ἀντιληφθῆ καλῶς τῶν λόγων τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ἢ ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν εἶχεν εὐκρινῶς ἐξηγηθῆ τότε· διότι σήμερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς λέγει ὅτι εἶναι ἐντελῶς μάταιον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τοιαύτη ἑρμηνεία εἶχε δοθῆ ἀνέκαθεν, εἶναι περιττὸν νὰ μάθωμεν ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὕτω πως εἶχε κατὰ τὸ παρελθὸν λύσει τὸ ζήτημα, διότι ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅστις διέταξε τοῦτο, ἐν πληρεστάτῃ γνώσει τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέταξεν. Ἡμεῖς, ὅσον μὲν ἀφορᾷ περὶ τῶν δύω διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσε, καὶ εἰς τὰς ὁποίας στηρίζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς, φρονοῦμεν ὅτι ἡ μία τούτων εἶναι ἀξία μελέτης, καὶ περὶ ταύτης νομίζω χρήσιμον τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καλὸν νὰ κατατεθῶσιν αὔριον οὐ μόνον αἱ διαταγαὶ, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀλλὰ προσέτι καὶ αἱ ἀποδείξεις, ὅτι καὶ ὑπὸ τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας τοιαύτη εἶχε δοθῆ πάντοτε λύσις εἰς τὴν ἀπορίαν ταύτην.
§42Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς τελευταίας Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Συντάγματος, τὸ πρὶν καθεστὼς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν, κατηργήθη. Κατὰ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία μετεῖχεν εἰς τὴν συγκρότησιν τῶν ἀρχῶν τῶν δημοτικῶν. Μετεῖχεν ἔτι καὶ εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς ἐκλογικῆς συνελεύσεως, διότι ὁ Νομάρχης ἀπεφάσιζε περὶ τῆς ἰσχύος τῶν καταλόγων, μετεχούσης καὶ οὕτω τῆς διοικήσεως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Δημάρχων, διότι οἱ σύμβουλοι, οἱ οὕτως ἐκλεγόμενοι, ὑπέβαλον τρεῖς ὑποψηφίους, ἐξ ὧν ἕνα διώριζεν ὁ βασιλεύς. Μετὰ τὴν ψήφισιν ὅμως τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Συντάγματος, πάντα ταῦτα ἐξέλιπον, καὶ ἀνεγράφη ἡ ἀρχὴ ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἐκλέγονται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ λαοῦ, οὕτω δὲ καὶ οἱ σύμβουλοι ἐκλέγονται ἔκτοτε. Ἀλλ’ ὅπως καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς διοικητικῆς μας μηχανῆς, τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ ἡμῶν, ἔμειναν πολλαὶ ἀντιφάσεις μεταξὺ τῶν Συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν καὶ τῶν διατάξεων τῶν διοικητικῶν νόμων, τῶν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συντάγματος ἐκδοθέντων, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔμεινε σπουδαία ἀντίφασις, περὶ ἧς ἀπησχολήθη προχθὲς σπουδαίως ἡ Βουλή. Περὶ τῶν ἀντιφάσεων τούτων διακεκριμένον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ κύριος Φλογαΐτης, ἐξέδωκε σπουδαῖον σύγγραμμα, ὅπερ βεβαίως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε. Μετ’ αὐτοῦ δὲ ἐρχόμεθα νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ αἴρεται ἡ ἀντίφασις. Τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ Δημάρχου εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς δημοτικῆς Ἀστυνομίας· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Δήμαρχον, ἐὰν αὐτὸς κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ προσωπικῶς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας, νὰ προτείνῃ τὴν σύστασιν εἰδικῆς δημοτικῆς Ἀστυνομίας καὶ τὸν διορισμὸν ἀστυνόμου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα τοῦ παλαιοῦ νόμου, τοῦ νὰ διορίζωνται οἱ ἀστυνόμοι οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τουτέστιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, θὰ προκύπτωσιν, ὡς προέκυψαν πολλάκις μέχρι τοῦδε, παραβιάσεις τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, περὶ ὧν ἐπανειλημμένως ἐνησχολήθη ἡ Βουλή. Πρὸς ἄρσιν δὲ αὐτοῦ τοῦ σκανδάλου, ἐνομίσαμεν μετὰ τοῦ κ. Φλογαΐτου, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθ’ ὃ οἱ ἀστυνόμοι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, καὶ νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ ὡς κατεπείγοντος. Τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπὲρ τῆς τοιαύτης τοῦ νόμου ἐξηγήσεως· ἡ Βουλὴ φρονεῖ, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀποτελοῦσιν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν λύσιν τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Δύναμαι μάλιστα νὰ βεβαιώσω, ὅτι πλεῖστοι τῶν κυρίων βουλευτῶν πρὸς ἐμὲ αὐτὸν εἶπον, ὅτι συμμερίζονται τὴν γνώμην μου. Δύναμαι συγχρόνως νὰ βεβαιώσω, ὅτι καὶ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιαύτην γνώμην εἶχε καὶ συμφώνως πρὸς ταύτην ἐπολιτεύθη. Ὑπ’ ὄψιν ἔχων ταῦτα, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία τὴν ἀκολουθεῖ, θέλει συμφωνήσει μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἶναι δυσάρεστον εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐγείρωνται παράπονα κατ’ αὐτῆς, συνδεόμενα μετὰ τόσων τιμαλφῶν συμφερόντων τῶν διαφόρων δήμων, καὶ τῶν διαφόρων πόλεων τοῦ Κράτους. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο περὶ τῆς παύσεως τοῦ δημαστυνόμου Πατρῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐδεμίαν ἐκφράζω γνώμην, καὶ ὅ,τι συμβαίνει ἐν Πάτραις, περὶ τούτου εὐγλώττως μαρτυροῦσι τοὺς λόγους μου. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ κοινοβουλευτικαὶ ὀφείλουσι ν’ ἀποφεύγωσι τὰ τοιαῦτα σκάνδαλα καὶ τὰς τοιαύτας δυσαρεσκείας. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ διορίζωνται οἱ ἀστυνόμοι ὑπὸ τῶν Δημάρχων. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ διατάξεις τινὲς ἀφορῶσαι εἰς τὴν περιστολὴν καταχρήσεώς τινος γενομένης μέχρι τοῦδε· ἐγένετο π. χ. ἡ ἑξῆς κατάχρησις. Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον ἀστυνόμοι εἰδικοὶ διωρίζοντο μόνον εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις· ἐννοεῖται ὅτι ὁ νόμος ὑπ’ ὄψιν εἶχε τοὺς δήμους πρώτης τάξεως, πόλεις μεγάλας, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο ἀνάγκη ἀστυνόμων ἰδιαιτέρων, ἀλλ’ ἡ κατάχρησις ἔκαμεν ὥστε εἰς πάντας σχεδὸν τοὺς δήμους νὰ διορίζωνται ἀστυνόμοι, οἵτινες ἀπεῤῥόφων τὰ εἰσοδήματα αὐτῶν, τὰ προωρισμένα εἰς ἄλλους ἐπωφελεστέρους σκοπούς. Ἔχομεν λοιπὸν διάταξιν περιστέλλουσαν τὴν κατάχρησιν αὐτὴν καὶ ὁρίζουσαν ὅτι Ἀστυνόμοι διορίζονται εἰς τοὺς Δήμους πρώτης τάξεως, εἰς δὲ τοὺς τῆς δευτέρας τάξεως, ἐὰν οὗτοι ἔχωσι τοὐλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμῶν εἰσόδημα κατ’ ἔτος. Ὑπάρχει συγχρόνως ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐγέννα δυσαρεσκείας μεταξὺ Δημάρχου καὶ Ἀστυνόμου, τὰ περὶ διορισμοῦ τοῦ ὑποδεεστέρου προσωπικοῦ, τῶν γραφέων καὶ κλητήρων· ὁ Δήμαρχος πολλάκις δὲν ἐγκρίνει τὴν πρότασιν τοῦ Ἀστυνόμου, ἐπιμένων δὲ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ προκαλεῖ συγκρούσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνεται, ὥστε οἱ ὑποδεέστεροι ὑπάλληλοι νὰ διορίζωνται ὑπὸ τῶν Ἀστυνόμων καὶ εἶναι πολὺ λογικὸν τοῦτο· ὁ Ἀστυνόμος διορίζεται ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, καὶ αὐτὸς δύναται νὰ τοὺς ἀποπέμψῃ κατὰ πᾶσαν στιγμήν· ἑπομένως οὐδεὶς κίνδυνος διὰ τὸν Δήμαρχον. Ὑπάρχει καὶ τελευταῖον ἄρθρον, καθ’ ὃ ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, παύονται διὰ Β. Διατάγματος οἱ κατὰ τόπους Δημαστυνόμοι, οὓς βεβαίως δύναται νὰ διορίσῃ κατόπιν ὁ Δήμαρχος, καὶ τοῦτο ὅπως μὴ ἐπέλθῃ τὸ ἄτοπον νὰ παύσῃ ὁ Δήμαρχος ὑπαλλήλους διὰ Β. Διατάγματος διορισθέντας.
§43ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Ὁ διορισμὸς ἑνὸς ἢ πλειόνων δημοτικῶν Ἀστυνόμων ἐπιτρέπεται τοῖς Δήμοις αʹ. τάξεως, ἐκ δὲ τῶν τῆς βʹ, ἐν οἷς τὰ ἐνιαύσια δημοτικὰ εἰσοδήματα δὲν εἶναι ἐλάσσονα τῶν δεκακισχιλίων δραχμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπραχθέντων ἐσόδων τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐπὶ Δήμων ἀρτισυστάτων καὶ μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρώτου αὐτῶν Προϋπολογισμοῦ, ὅτε λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει τὰ εἰσπραχθέντα ἔσοδα τοῦ σχετικοῦ ἔτους, ἀρκεῖ ὁ πληθυσμὸς τῶν δημοτῶν νά ὑπερβαίνῃ, κατὰ τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν, τὰς πεντακισχιλίας ψυχάς. Ἄρθρον 2. Ὁ διορισμὸς τοῦ δημοτικοῦ Ἀστυνόμου ἀπόκειται εἰς τὸν Δήμαρχον, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ προϋπάρχῃ νομίμως ἐγκεκριμένη ἡ πρὸς σύστασιν εἰδικῆς Ἀστυνομίας δαπάνη. Ἄρθρον 3. Οἱ γραφεῖς τῆς Ἀστυνομίας καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες διορίζονται ὑπὸ τοῦ Ἀστυνόμου. Ἄρθρον 4. Ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου πάντες οἱ ὑπάρχοντες Ἀστυνόμοι ἀπαλλαγήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἄρθρον 5. Πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται». Αὐταὶ εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου. Ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων δὲν ἐπιμένομεν· ἐὰν ὑπάρχῃ πρόσθετός τις διάταξις, εὐχαρίστως θέλομεν παραδεχθῆ καὶ ἡμεῖς αὐτὴν ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην διόρθωσιν. Ἐκεῖνο, ὅπερ θεωροῦμεν οὐσιῶδες, εἶναι νὰ ἐκλείψῃ τὸ σκάνδαλον καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀφομοίωσιν μὲ τοὺς Συνταγματικούς μας θεσμοὺς ἐπὶ τῶν δημοτικῶν μας πραγμάτων, ὅπερ εἶναι βάσις τῶν Συνταγματικῶν ἡμῶν ἐλευθεριῶν. Περὶ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως, περὶ ἧς ὁ κ. Πετρίτσης ὡμίλησε, βεβαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια· ὅταν δὲ ἐσκεπτόμεθα περὶ τούτου τοῦ Νομοσχεδίου, ἐσκέφθημεν καὶ περὶ τῶν εἰσπρακτόρων, διότι καὶ οὗτοι διορίζονται παρὰ τοῦ Βασιλέως. Καὶ αὐτὸ δὲ ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ τῶν εἰσπρακτόρων συνδέονται μετὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως, ἅπερ ἐν πολλοῖς καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς διαχειρίσεως καὶ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν Δήμων δέονται διορθώσεως, διὰ τοῦτο ἀπεφύγομεν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συστηθῇ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ὑποβάλῃ Νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διαχειρίσεως. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἐργῶδες, οὐδὲ θὰ ἔχῃ μακρὰς συζητήσεις, ἀλλὰ θὰ ἐκλείψῃ ἓν μέγιστον κακὸν, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν διακόψαντά με Βουλευτὴν νὰ ὀνομάσῃ τοὺς Δήμους τοῦ Κράτους βλάκας. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅταν ἐγκρίνῃ· ἐπὶ τοῦ πρώτου παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο κατεπεῖγον καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§45ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Καταθέτω τὸ τεῦχος τὸ περιέχον τὰς ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν μοὶ ἐζήτησεν· ἐπὶ δὲ τοῦ πρώτου μέρους σημειῶ τὸν ἀριθμὸν τῶν σελίδων, ἐν αἷς εὕρηνται αἱ ἐγκύκλιοι.
§46Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς κ. Α. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε πρότασιν, δι’ ἧς ἐζήτει ἡ Βουλὴ νὰ καλέσῃ τὸν διακεκριμένον στρατηγὸν Vosseur, τὸν τελευταίως ἐλθόντα ἐκ Γαλλίας, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν ταύτην, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω πρότασιν, δι’ ἧς νὰ ῥυθμισθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ δοθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίαι ἀναγκαιοῦσαι τὰ μέγιστα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως καθορισθῇ καλλίτερον ἡ ἄποψις τοῦ ζητήματος τούτου. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην, ἥτις περιέχει τοὺς ἀκολούθους ὅρους. Πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις συνήφθη μεταξὺ Γαλλικῆς καὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατηγοῦ Vosseur· δεύτερον νὰ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἄν ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε ὡς καὶ τὸν Β. Διάταγμα, καὶ δι’ ὧν ἀπέδωκε δικαιοδοσίαν σπουδαίαν εἰς τὸν στρατηγὸν Vosseur, ἄν ἡ δικαιοδοσία αὕτη εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ 31 ἄρθρον τοῦ ΑΛΓʹ Νόμου τοῦ 1882· τρίτον ἡ Κυβέρνησις συναλλαχθεῖσα πρὸς τὸν στρατηγὸν Vosseur ὑπὸ ποίους ὅρους ἐτέθη, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Νόμον τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1878 καὶ τὸν τροποποιηθέντα διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1882· συγχρόνως δὲ, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ Νόμον, ἄν δύναται ὁ στρατηγὸς νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν Νόμων αὐτῶν, ἢ ὀφείλει νὰ τοὺς παραδεχθῇ ἀπαρασαλεύτους, καὶ νὰ τηρήσῃ μόνον καὶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ ἢ ὅ,τι ἄλλο. Ἕτερον ἐπίσης ἀντικείμενον: ὁ στρατηγὸς Vosseur, ἀναλαβὼν τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγκύκλιος τῷ ἀποδίδει, ὁποίαν θέσιν θὰ κατέχῃ ἐφ’ ὅσον διαμένῃ ἐν Ἑλλάδι μεταξὺ τῶν ὁμοιοβάθμων ὑποστρατήγων ἐν ἐνεργείᾳ, ἢ ὅτε ἤθελε παρουσιάζεται μετ’ ἄλλων στρατηγῶν εἰς τὴν Α. Μ. ἢ εἰς ἐπιτροπὰς καὶ τὰ τοιαῦτα, ὁποίαν θέσιν θὰ κατέχῃ; Περιπλέον θὰ ἔχῃ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀπέναντι τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν; Τὰ ζητήματα ταῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ προσεχῶς, ἴσως θὰ φέρωσιν ἐκτενεστέραν συζήτησιν καὶ ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς καταστάσεως ἐν γένει τοῦ Τόπου μας, διότι ἡ ἀποστολὴ αὐτὴ αὕτη φέρει εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα, ὁ στρατός μας εἶναι εἰς καλὴν θέσιν; εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἔχει τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐκπαιδεύσεως παρὰ ξένου ἀξιωματικοῦ; Ἐπειδὴ, ἐπαναλέγω, τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ φέρωσιν ἐκτενεστέραν συζήτησιν ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς μας καταστάσεως, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἰδίως δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ὁρίσῃ ποίαν ἡμέραν κρίνει τὴν καταλληλοτέραν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις καὶ τοιουτοτρόπως γίνῃ ἡ ἀπαιτουμένη συζήτησις ἐπὶ τῆς στρατιωτικῆς μας καταστάσεως. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. (Ὅρα Παράρτημα) Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, τὸ ταχύτερον νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἀκολούθων. Κατὰ τὸ 1880 καὶ 81 ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ Λευκὰς ὑπῆρξε τὸ ὁρμητήριον ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἐπὶ τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατηγοῦ Σούτσου, καὶ τοῦ στρατηγοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἶχε προορισθῆ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς Ἠπείρου. Τῇ αἰτήσει τοῦ ἰδίου στρατηγοῦ ἡ Κυβέρνησις τότε τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου διέταξε νὰ γίνῃ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον ἡ ὁδὸς ἀπὸ τῆς Λευκάδος μέχρι τοῦ Ἀννίνου, διότι τότε ὁδὸς τοιαύτη δὲν ὑπῆρχεν, ὁ δὲ στρατὸς οὐδὲν μέσον εἶχε τῆς μεταβάσεώς του μέχρι τοῦ Μενιδίου. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος διέταξε τότε δι’ ἡμερομισθίων ἐργασίαν, ἥτις ἤρχισε σπουδαίως, καθ’ ἑκάστην ἐργαζομένων πεντακοσίων ἕως ἑξακοσίων ἀνδρῶν. Ἔφθασε λοιπὸν οὕτω ἀπὸ τῆς Λευκάδος μέχρι τοῦ Χελοϊβάρου. Ἐπίσης ταὐτοχρόνως ἀπ’ Ἀννίνου μέχρι Μενιδίου ἄλλη ἐργατῶν μερὶς εἰργάζετο, καὶ ἀπεπεράτωνε κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1881 καὶ τὸ ἓν μέρος πρὸς τὸ ἄλλο, μέχρις οὗ ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, ἐφ’ ἧς ἡ τελευταία μὲν ὁδὸς ἐξηκολούθησεν, ἡ δὲ τῆς Λευκάδος ἔπαυσεν, ὡς ἐπίσης ἡ ἀπὸ Καρβασαρᾶ μέχρι Μακρυνόρου ἐπροχώρησε μέχρι τινός. Περὶ τὰ τέλη ὅμως τοῦ 1882 ἔπαυσεν οὐ μόνον ἡ ὁδός, ἡ τοῦ Χελοϊβάρου, καὶ δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐργασία μέχρι τοῦ Καρβασαρᾶ, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν ἐνηργήθη οὐδεμία ἐργασία καὶ ἐπὶ τοῦ Μακρυνόρους. Μεταξὺ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς πρώην Ἑλλάδος ἡ μόνη ὁδὸς καὶ ὑπὸ στρατηγικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ πολιτειακὴν ἔποψιν καὶ ὑφ’ ὅλα τὰ συμφέροντα ἐν γένει εἶναι ἡ ὁδὸς ἀπὸ Ἄρτης μέχρι Καρβασαρᾶ, ἡ δὲ ὁδὸς αὕτη μεταβαίνει μετὰ ταῦτα εἰς Ἀγρίνιον, Μεσολόγγιον κτλ. Εἶναι ἡ μόνη ἀναγκαία ὁδός, ἡ ὁποία ἔπρεπεν ἐξυπαρχῆς νὰ κατασκευασθῇ, ἐν τούτοις εἰς τὴν ἀρχὴν μόνον ἔδωσε προσοχὴν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἐγένετο ἓν τμῆμα ταύτης· ἀκολούθως μολονότι ἐγένοντο τρεῖς χαράξεις ἐπὶ τοῦ Μακρυνόρους, μολονότι ἐτελείωσαν αὗται ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον, ἔκτοτε δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἀπόπειρα δημοπρασίας ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον χαραχθῆ. Ἐννοεῖται δέ, ὅτι αἱ ὁδοὶ αὗται ἦσαν πολὺ ἀναγκαιότεραι τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατασκευάζει διὰ τὴν Ζάκυνθον, ἢ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Καρπενήσιον, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ δαπανηθῶσι 3,000,000 δραχμῶν ἀνωφελῶς, καὶ ἡ ὁποία ἂν γίνεται, γίνεται ὄχι διὰ πολιτικὸν οὔτε στρατιωτικὸν σκοπόν, ἀλλὰ διότι ἔτυχε νὰ ἦναι ὁ κ. Βουλπιώτης συνυπουργὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ ἀπαντήσῃ, διατί πρὸ δύω ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ χάραξις τῆς ὁδοῦ Μακρυνόρους, δὲν ἐνήργησε μέχρι τοῦδε οὐδέν. Τὸν παρακαλῶ ἐπίσης νὰ ἀπαντήσῃ, διατί ἡ ὁδὸς ἀπὸ Χελοϊβάρου μέχρι Βονίτσης καὶ ἀπὸ Βονίτσης μέχρι Καρβασαρᾶ δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ἐνέργειαν χαράξεως. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ζήτημα καὶ τῆς μιᾶς ὁδοῦ καὶ τῆς ἄλλης, ἐπειδὴ συνδέονται διὰ πολλῶν λόγων πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ ἐπειδὴ συνδέονται ἐπίσης κατὰ πολὺ καὶ πρὸς τὴν ἐν γένει ὁδοποιΐαν, δύναται τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ φέρῃ ἐπίσης συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν δημοσίων ἐν γένει ἔργων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ εἰς τὴν προπαρελθοῦσαν ἔλαβε χώραν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀνελίχθη, διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ἐπίσης ἡμέραν κυρίως διὰ τὸ ζήτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐν τῷ Κράτει.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός.). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ὑπέβαλε τὰς ἑπομένας ἐπερωτήσεις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ, πρῶτον τὴν πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν σύμβασιν, δι’ ἧς ἀπεστάλη ὁ στρατηγὸς κ. Vosseur ἐν Ἑλλάδι.» Τῆς συμβάσεως ταύτης ἀντίγραφον θέλω ὑποβάλει αὔριον. «Δεύτερον ἡ εἰς τὸν αὐτὸν στρατηγὸν χορηγηθεῖσα δικαιοδοσία διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 89 τῆς 13 Νοεμβρίου ε. ε. ἐγκυκλίου διαταγῆς του, καὶ τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου Β. Διατάγματος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Νόμου ΑΛΓʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1882 περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ»; Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐπερώτησιν· τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον συζητήσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βάλτου δεικνύει διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς του ὅτι θεωρεῖ τοῦτο μὴ σύμφωνον πρὸς τὸν νόμον. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰσηγήσατο πρὸς τὸν Βασιλέα τὴν ἔκδοσιν τοιούτου Διατάγματος, καὶ ἥτις ἐξέδοτο ἐγκύκλιον ὁποία ἡ ἀναφερομένη ἐν τῇ ἐπερωτήσει, φρονεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι νόμιμον. Ὁ φρονῶν τὸ ἐναντίον δύναται νὰ προκαλέσῃ περὶ τούτου συζήτησιν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτε καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει ὑπερασπίσει τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην. «Τρίτον ὁποῖαι βάσεις ἐτέθησαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑποστρατήγου Vosseur ὅσον ἀφορᾷ τοὺς νόμους περὶ στρατολογίας, καὶ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν». Βάσεις πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατηγοῦ Vosseur ἐτέθησαν ὅτι ἔρχεται οὗτος εἰς Ἑλλάδα, ἵνα διευθύνῃ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ ἵνα μελετήσῃ τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Οὐδὲν ἄλλο καθωρίσθη ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀποστολῆς ταύτης. «Τέταρτον ὁποία ἡ θέσις τοῦ ἰδίου πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους ἐν ἐνεργείᾳ Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς, καὶ ὁποία ἡ πειθαρχική του ἐξουσία πρὸς ὑποδεεστέρους». Ἡ θέσις τοῦ Γάλλου στρατηγοῦ πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν οἱ κανονισμοὶ τῶν ξένων ἐθνῶν, τοὺς ὁποίους συνήθως ἀντιγράφομεν, καθορίζουσι διὰ ξένους ἀξιωματικούς, εὑρισκομένους ἐντὸς τῆς χώρας, καὶ αὐτὸ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδώκαμεν περὶ τῶν ἀποδιδομένων τιμῶν εἰς τὸν στρατηγὸν, ἀντεγράφη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κανονισμοῦ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν δύναται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ὑποθέτῃ ὅτι δύναται ξένος στρατηγὸς νὰ ἐνασκῇ πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ. Αὗται εἶναι αἱ ἔγγραφοι ἐπερωτήσεις· ἀλλὰ πρὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν ἤρξατο ὁ κ. βουλευτὴς Βάλτου ἐρωτῶν, ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐκτελέσει τὰ ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, συνεπέρανε δὲ τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην διὰ προτάσεως πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως αὕτη ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ στρατηγοῦ ἵνα ὑποβάλῃ γνώμην. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἐπερωτήσεων ἔχουσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος τὰ ὅρια αὐτῶν. Ἡ ἐπερώτησις συνίσταται εἰς τὴν ἀπαίτησιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ πληροφορίας περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, δὲν δύναται ἡ ἐπερώτησις νὰ μετατραπῇ εἰς ὑποκατάστασιν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ θέσει τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ καθορίσῃ τί θέλει πράξει ἡ Κυβέρνησις, δὲν δύναται νὰ τὸ καθορίσῃ πολλῷ μᾶλλον ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής. Ὅ,τι δύναται ἡ ἐπερώτησις νὰ περιλάβῃ, εἶναι ἡ ἀπαίτησις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ἔπραξε καὶ πᾶν ὅ,τι δὲν ἔπραξεν, ὅπως, ἂν εἴτε ἔπραξεν εἴτε παρέλειψέ τι τῶν δεόντων, ὑποστῇ τὴν εὐθύνην. Περὶ δὲ τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποταθῇ πρὸς τὸν στρατηγὸν καὶ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ....
§48Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδικόν μου. Εἶπον ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐθεώρησα καλὸν σήμερον νὰ ὑποβάλω ταύτην τὴν πρότασιν, ὥστε νὰ καθαρισθῇ πολὺ καλλίτερον ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ διὰ τῆς συζητήσεως, ἂν δύναται νὰ πράξῃ αὐτὸ ἡ Βουλὴ ἢ ὄχι.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὸν στρατηγὸν ἡ Βουλή, καθὰ εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, νομίζω ὅτι οὐδεὶς φρονεῖ ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ἀπ’ εὐθείας εἰς συνάφειαν πρὸς τὸν στρατηγὸν ἢ πρὸς ἄλλον οἱονδήποτε. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ὄργανον, δι’ οὗ συγκοινωνεῖ τὸ Κράτος πρὸς τὰς ξένας Κυβερνήσεις καὶ πρὸς τοὺς ξένους πάντας, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Κυβέρνησις πράττει ἐν ταῖς σχέσεσι ταύταις ὅ,τι θεωρεῖ ἐκ τῶν καθηκόντων αὑτῆς. Ἂν καλῶς ἢ κακῶς πράττῃ, τοῦτο κεῖται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ κρίνῃ.
§50Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θεωρεῖτε ὅτι δύναται ἤδη ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἢ μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως, διότι ἐῤῥέθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λόγοι τοὺς ὁποίους θ’ ἀντικρούσω;
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι, ἀφοῦ ἐζητήσατε τὴν σύμβασιν, ἔχετε ἀνάγκην αὐτῆς διὰ τὴν συζήτησιν.
§52Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ἐφέρατε μερικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ἐὰν φέρω ἤδη τὰς ἀντιπαρατηρήσεις μου τελευτᾷ καὶ ἡ συζήτησις, ὥστε μετὰ τὴν προσαγωγὴν τῆς συμβάσεως θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Προσθέτω ἤδη μόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέδειξε περίπτωσίν τινα, δι’ ἣν δὲν μὲ ἤκουσε τόσον καλῶς. Ὅτε εἰσῆγον τὴν ἐπερώτησίν μου, ἔφερον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὸ ἀκόλουθον: Ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε πρότασιν ὅπως κληθῇ, βεβαίως διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ στρατηγὸς Vosseur, νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τί φρονεῖ περὶ τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑπομένην πρότασιν καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἕπεται ὅτι καὶ ἐγὼ ἐγνώριζον καὶ τὸ γνωρίζει καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀποταθῇ εἰς τὸν Vosseur ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ διὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν σχετικῶς μὲ τὰς δύω ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, ἀφορώσας τὴν ἔλευσιν τοῦ στρατηγοῦ Vosseur, ἂν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς τὴν ἐπερώτησιν, ἂν ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν στρατηγὸν περὶ τούτου, καὶ ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ τι σχετικὸν μὲ τὴν παράκλησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαβρύτων, διὰ τῆς ὁποίας ἐξαιτεῖται τὴν γνώμην τοῦ στρατηγοῦ Vosseur περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἰδίως περὶ τοῦ νόμου τῆς ἀπογραφῆς.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνόμιζον μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη ἄλλων διασαφήσεων. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα, ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπερωτᾶται περὶ τῶν ὑπ’ αὐτῆς πεπραγμένων, δὲν δύναται ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐπερωτήσεως νὰ λαμβάνῃ διαταγὰς παρὰ τῶν Βουλευτῶν περὶ τῶν πρακτέων. Δύναται ἑπομένως ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔπραξέ τι ἐκ τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων, οὐχὶ διότι τοῦτο ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ἀλλ’ ἐὰν ἔπραξέ τι ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ καθήκοντα αὑτῆς. Ἀπαντῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε τοῦτο ὡς ἀναγόμενον εἰς τὰ καθήκοντα αὑτῆς.
§55ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἕν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι καὶ τὸ περὶ ἐξελέγξεως καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστικῶν Γραφείων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι βεβαίως ἀξιόλογον, καθ’ ὃ σκοποῦν νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς τὰς περὶ ἐξελέξεως τῶν δικαστικῶν γραφείων διατάξεις τοῦ νόμου, αἵτινες ἔμεινον μέχρι τοῦδε σχεδὸν νεκραί. Φρονῶ ὅμως ὅτι θὰ ἦτον ἐντελέστερον, ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἐδίδετο μεγαλειτέρα δημοσίευσις εἰς τὴν περιέχουσαν τὰς ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δημοσιευομένης ταύτης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως· διότι οὕτω θὰ ἐπετυγχάνετο καλλίτερον ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, γενομένων γνωστῶν τῶν τυχὸν παραπτωμάτων τῶν Δικαστικῶν Ἀρχῶν καὶ ὑπαλλήλων. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὑποχρεοῦνται οἱ Εἰσαγγελεῖς εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐπιτέλεσιν τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων. Ὑποβάλλω λοιπὸν δύω τροπολογίας, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν τούτων.
§56Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὡς γινώσκετε, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐψήφισε νόμον περὶ διαιρέσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον αἱ μὲν ἐξεταστικαὶ φυλακαὶ ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, αἱ δὲ λοιπαὶ φυλακαὶ τοῦ Κράτους ὑποβάλλονται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐπερώτησιν πρὸς ἀμφοτέρους τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, τόν τε Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τῶν ἑξῆς πληροφοριῶν. «Ἀφ’ ἧς ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὁ νέος περὶ φυλακῶν τοῦ Κράτους νόμος: ά.) Πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐξ ἑκάστης τῶν ἐξεταστικῶν φυλακῶν, τὰ ὀνόματα τῶν δραπετευσάντων, καὶ τὰς πράξεις, ἐφ’ αἷς κατηγοροῦνται· βʹ.) Πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐξ ἑκάστης τῶν λοιπῶν ποινικῶν φυλακῶν, τὰ ὀνόματα τῶν δραπετευσάντων, καὶ τὸν χρόνον τῆς ποινῆς, ὃν ὤφειλον εἰσέτι νὰ διανύσωσι· γʹ.) Πόσοι ἐδραπέτευσαν ἐξ ἑκάστης τῶν διὰ χρέη φυλακῶν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν δραπετευσάντων· δʹ.) Πόσοι ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐπανῆλθον, καὶ πόσοι συνελήφθησαν, ὡς καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν· εʹ.) Μετὰ πόσον χρόνον ἐπανῆλθεν ἢ συνελήφθη ἕκαστος αὐτῶν».
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προσθέσατε, παρακαλῶ, νὰ δοθῇ καὶ πληροφορία κατὰ τίνα τρόπον ἐδραπέτευσαν οὗτοι, πόσοι ἐδραπέτευσαν διὰ ῥήξεως, πόσοι ἀφέθησαν καὶ ἐξῆλθον καὶ δὲν ἐπέστρεψαν, καὶ πόσοι ἄλλως.
§58Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὅταν θὰ κατατεθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται εἰς τὴν Βουλὴν, τότε θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν λίαν εὐλόγως ὑποβάλλει ὁ κ. συνάδελφος.
§59ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὑπὲρ τῆς Ἐπαρχίας μου ἀπεφάσισε τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ 60,000 δραχμὰς διὰ μίαν ὁδὸν, καὶ ἤδη κατασκευάζεται τὸ Βον τμῆμα αὐτῆς, ἀγούσης ἐκ Καλαμῶν εἰς Ἀλμυρόν. Ἀλλὰ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀντελήφθην, ἡ ἐργασία γίνεται τόσῳ πλημμελῶς, ὥστε καὶ ὁ ἀδαέστερος τῶν ἀνθρώπων δύναται νὰ κατίδῃ τὴν πλημμέλειαν τῆς τελουμένης ἐργασίας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ οἷαν ἂν αὐτὸς κρίνῃ προσφορωτέραν πρόνοιαν, ἵνα μὴ δαπανῶνται τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ματαίως.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν παρελήφθη εἰσέτι, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπέχωμεν οὐδεμίαν εὐθύνην· ὅταν τὴν παραλάβωμεν, θέλομεν ἐξετάσει.
§61ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Γνωρίζομεν πῶς παραλαμβάνονται αἱ ὁδοί.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς παρελαμβάνοντο, ἀλλὰ κατὰ τὸ νέον Διάταγμα θὰ γίνεται ἡ παραλαβὴ πολὺ αὐστηροτέρα ὑπὸ τῶν Γάλλων μηχανικῶν.
§63ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω προσέτι περὶ ἑνὸς ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῆς, καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω ὅτι μετὰ λύπης μου παρετήρησα κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εἶμαι βουλευτὴς, ὅτι ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ γνωρίζωσι βεβαίως ὅτι ἡ Δικαιοσύνη χρησιμεύει ὡς θεμέλιον καὶ κρηπὶς διὰ τὴν εὐδαιμονίαν τῆς Πολιτείας, οὐχ ἧττον, ὁσάκις τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνεκινήθησαν, καὶ πρὸ πάντων φιλοτίμως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου βουλευτοῦ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ ἔδωκε προσοχὴν οἵαν ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ δώσῃ. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν, ἵνα ἐκ τῶν πρώτων Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἦναι τὸ περὶ προσόντων τῶν Ἐνόρκων. Ἂν καὶ ἔχει γείνει μεγάλη ἐργασία ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἐν τούτοις δὲν εἶναι ὑποβεβλημένον.
§64ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπὸ πέρυσι.
§65ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν ὑπάρχει.
§66ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Προηγοῦνται τ’ ἄλλα.
§67ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι θὰ πράξητε τὴν ὡραιοτέραν πρᾶξιν τῆς ὑπουργίας σας, ἐὰν φροντίσητε νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο. Δὲν γνωρίζετε, κ. Ὑπουργὲ—διότι δὲν διαμένετε ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ἀλλὰ βιοῦτε ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐντεῦθεν ἀτελῶς διέπετε τὰ τῆς Δικαιοσύνης—τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν Ὁρκωτικῶν Δικαστηρίων. Ἡ κατάστασις αὕτη ἀναγκάζει τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ φέρωνται πρὸς τοὺς Ἐνόρκους, ὅπως φέρονται πρὸς τοὺς ἐγκληματίας, καὶ νὰ ἀναγκάζωσιν αὐτοὺς δι’ ἀπειλῶν καὶ πολλάκις δι’ ὕβρεων νὰ ἐκδίδωσιν ἐτυμηγορίας συμφώνους πρὸς τὴν γνώμην των· ἐὰν δὲ τοὺς ἀφήσωσιν ἀνεπιτηρήτους καὶ ἐλευθέρους, ἡ διὰ χρημάτων συναλλαγὴ τῶν κατηγορουμένων καὶ ἐνόρκων γίνεται ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ τοῦ δικαστηρίου. Τὸ δεύτερον ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀνέγνωσα ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς 3 Δεκεμβρίου, συζητουμένου τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἶπε ῥητῶς ὅτι θέλει αὐξήσει τὴν μισθοδοσίαν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ μετεχειρίσθη μάλιστα τὴν φράσιν, ὅτι ἡ αὔξησις θὰ ἦναι πολὺ γενναιοτέρα τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν εἰς νέας δραχμάς. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀφορώντων τὴν δικαιοσύνην, παμψηφεὶ ἐξεφράσθη ἡ γνώμη ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ τῷ ὑπομνήσω μίαν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐπισήμως καὶ πανδήμως ἔδωκε. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ προσέλθωσιν οἱ δικηγόροι εἰς ἐξετάσεις διὰ τὴν θέσιν Πρωτοδίκου, διὰ τῆς πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς ἐγκυκλίου σας, κ. Ὑπουργὲ, διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλλετε αὐτοὺς νὰ προτρέψωσι τοὺς δικηγόρους νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις, ὑπέσχεσθε ὅτι θέλει αὐξήσει ἡ μισθοδοσία αὐτῶν. Θὰ ᾖναι βεβαίως ἀνευλαβὲς πρὸς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἐὰν θελήσω ἐγὼ νὰ πείσω αὐτοὺς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας ταύτης εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν αἱ ἀνάγκαι ἐπολλαπλασιάσθησαν, καὶ βλέπομεν ὅτι κατήντησαν οἱ δικασταὶ νὰ πάσχωσιν ἀπὸ πεῖναν, καὶ ἐν τούτοις θέλετε αὐτοὺς τιμίους καὶ φιλοπόνους! Πῶς θέλετε νὰ ἐργασθῇ εἷς δικαστὴς, ὅταν σκέπτηται πῶς νὰ ἐξοικονομήσῃ τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ; Πῶς θέλετε νὰ ᾖναι τίμιος περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὑτοῦ, ὅταν ὀφείλῃ εἰς τὸν οἰκοδεσπότην του, ὅταν ὀφείλῃ εἰς τὸν ἀλευροπώλην, εἰς τὸν κρεωπώλην, καὶ μάλιστα ὅταν βλέπῃ ὅτι οἱ ἐπιστάται τῶν φυλακῶν καὶ οἱ διευθυνταὶ, ὑποδιευθυνταὶ καὶ ἐλεγκταὶ τῶν καπνοκοπτηρίων λαμβάνουσι τριακοσίων φράγκων μισθόν; Θὰ ἔχωσιν αὐτοὶ τοιαύτην εὐστάθειαν χαρακτῆρος, ὥστε νὰ παραβλέψωσιν ὅλα ταῦτα καὶ νὰ ἐργασθῶσιν ἐπιμελῶς; Δὲν θὰ ᾖναι δὲ, κύριοι, πολλὴ μεγάλη ἡ δαπάνη ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἔκαμα ἕνα ὑπολογισμόν. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι αὐξάνετε τοὺς μισθοὺς τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 25 τοῖς ἑκατὸν, ἡ δαπάνη θὰ ᾖναι 295 χιλιάδες. Βεβαίως δὲν ἀγνοῶ τὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχει τὸ ἔθνος, καὶ ἐπίσης ἐννοῶ κάλλιστα τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δύναται νὰ οἰκονομηθῇ ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δαπάνη, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ κάμῃ οἰκονομίας ἄλλοθεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν θελήσῃ νὰ κάμῃ οἰκονομίας, διαθέσατε ὑπὲρ τῆς δικαίας ταύτης δαπάνης τὸ περίσσευμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ, ὡς λέγετε, ἔχετε τοιοῦτον. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ δαπάνη δὲν θὰ ᾖναι τοσοῦτον μεγάλη, διότι τότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῆς δικαιοσύνης, οἱ δικασταὶ θὰ ἐργάζωνται μετὰ περισσοτέρου ζήλου, θὰ ἐκδικάζωνται περισσότεραι δίκαι, ὥστε θὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον περισσότερα. Δὲν θὰ ᾖμαι τόσον ὑπερβολικὸς ὥστε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τελῶν θὰ ᾖναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καλύψῃ ὅλην τὴν δαπάνην τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, ἀλλ’ ὁπωσοῦν ἡ διαφορὰ θὰ ᾖναι μικρά. Ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἄλλως πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι καθ’ ἡμέραν ἀποχωροῦσιν οἱ ἐγκριτώτεροι ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου.
§68ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταὶ, ἀπέδωκεν ἐξ ἀρχῆς τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἓν ἐκ τῶν πρωτίστων καὶ τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο καὶ ἔλυσε κατ’ ἀρχὴν, ἀποφασίσασα τὴν αὔξησιν ταύτην τῆς μισθοδοσίας, περὶ ἧς μάλιστα καὶ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἀναγκαίου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζετε, πολλαπλαῖ ἀτυχεῖς συγκυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως ἐπηρέασαν τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰς ὁποίας συγκυρίας κατ’ ἐπανάληψιν ἐξήγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατέστησαν ἀδύνατον κατὰ δυστυχίαν καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς, ὡς εἶπον, ἀποφάσεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκφράζω δὲ ἐνταῦθα τὴν βαθεῖαν λύπην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ ἀδυναμίᾳ αὐτῆς ταύτῃ, ἵνα προβῇ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν θεραπείαν τῆς μεγίστης ταύτης ἀνάγκης· λαμβάνων δ’ ἐντεῦθεν ἀφορμήν, σπεύδω νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου ὑπὲρ σύμπαντος τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὁ ὁποῖος, καίτοι διατελῶν εἰς πλείστας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας ταύτης τῆς μισθοδοσίας, ἐξηκολούθησεν οὐδὲν ἧττον καὶ ἀκολουθεῖ, μεθ’ ἡρωϊκῆς ἀληθῶς αὐταπαρνήσεως, νὰ ἦναι προσηλωμένος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἱερᾶς αὑτοῦ ἐντολῆς.
§69Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἤμην ὑποχρεωμένος μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὁμιλήσω σήμερον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μὲ εἰδοποίησεν ὅτι ἕνεκα ὑποθέσεώς του ἀναγκάζεται νὰ ἀναχωρήσῃ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως καὶ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἦναι παρὼν ὅταν ὁμιλήσω, ἀναβάλλω τὴν ὁμιλίαν μου δι’ αὔριον.
§70Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην παρὼν ὅτε ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἀρξαμένη συζήτησις περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἐὰν ἤμην παρὼν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον, ἵνα, λαμβάνων τὰ ἐν τῇ Βουλῇ συμβάντα ὑπ’ ὄψιν, εἴπῃ ὅτι διακόπτεται ἁπλῶς ἡ συζήτησις, διότι τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτησα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔγγραφά τινα, ἐπίσης δὲ καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐζήτησε συγχρόνως ἕτερα σχετικὰ πρὸς τὸ δάνειον ἔγγραφα· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν θὰ ὑπέβαλε ταῦτα. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ συζήτησις δὲν ἐδύνατο νὰ θεωρηθῇ περατωμένη. Σήμερον μάλιστα ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ συνεπληροῦντο τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποβαλών τινα μόνον, ὑπεσχέθη νὰ συμπληρώσῃ ταῦτα αὔριον, παρακαλῶ δ’ αὐτὸν, ὅπως τὰ ὑποβάλῃ ἀφεύκτως αὔριον, ἵν’ ἄρξηται ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις τὴν Τετάρτην. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον, κατὰ τὴν ἐμὴν δὲ πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις φέρει εὐθύνην πολιτικὴν ἅμα καὶ κοινωνικήν. Ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐν ἀκριβείᾳ τὰ πράγματα, ἔχει δὲ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν. Ἔχω συγχρόνως τὴν λυπηρὰν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τούτου εἶναι τὸ τελευταῖον οἰκονομικόν μας ζήτημα, ἀφοῦ, ὡς διεξήχθησαν τὰ κατ’ αὐτὸ, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1885 εἶναι ἁλυσόδετος εἰς τὰ ἀτυχῆ αὐτοῦ ἀποτελέσματα· διότι ἢ πρέπει νὰ μὴ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς νέον δάνειον 20,000,000 καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ὅσον οἷόν τε ταχέως τῆς συζητήσεως τούτου, παρακαλῶ δὲ νὰ ὁρισθῇ πρὸς τοῦτο ἡ προσεχὴς Τετάρτη.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Τετάρτην.
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι λίαν θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑποβληθῇ μετὰ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν, καὶ ἡ κατάστασις τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Αὕτη ἄλλοτε, νομίζω, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη. Ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§74ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐννοεῖτε τὸ ὑπόλοιπον μόνον, τὸ ὁποῖον τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον παρέλαβε.
§75ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἀκόμη.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ψηφίζονται εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἁ. τὸ Νομοσχέδιον περὶ προσθέτου διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 182 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ βʹ. τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 234 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων). (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστικῶν Γραφείων).
§77ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔχω τὸν λόγον.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§79ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μᾶλλον συμβουλευτικὸν ἔγγραφον ἢ νόμος ἐπιτακτικὸς, διότι καθορίζει μὲν λεπτομερείας τινὰς περὶ τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων, ἀλλ’ οὐδεμίαν περιέχει κύρωσιν ἐν περιπτώσει μὴ ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων τούτων. Τοῦτο ἠδύνατο ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ πράξῃ καὶ δι’ ἐγκυκλίου. Ἐὰν ἤθελε νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ τὸν χαρακτῆρα τοῦ νόμου, ἔπρεπε τὰς διατάξεις αὐτοῦ νὰ τὰς ἐπιβάλῃ ἐπιτακτικῶς, διότι τὸ καθῆκον τοῦ Εἰσαγγελέως ὑπάρχει διαγεγραμμένον ὑπὸ προγενεστέρων νόμων, εἶναι δὲ ὅλως διόλου ὁ προτεινόμενος νόμος περιττὸς, ἐφ’ ὅσον λείπει ἐν αὐτῷ ἡ κύρωσις.
§80ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς προβλέπεται ὑπὸ τῆς τροπολογίας.
§81ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἡ κύρωσις ὑπάρχει ἤδη ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ὅστις διαγράφει τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας· ἐδῶ μόνον ἠθελήσαμεν νὰ κανονίσωμεν λεπτομερείας τινὰς, καθόσον ἡ κύρωσις ὑπάρχει ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν.
§82Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως, καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν τοῦ κόπου νὰ ψηφίσῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, οὐχὶ διότι βλάπτει, ἀλλὰ διότι περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῶσι διὰ νόμου, ἀλλ’ ἠδύναντο δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἢ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος νὰ διδαχθῶσι, τουτέστι νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος καθ’ ὃν οἱ Εἰσαγγελεῖς ἤθελον ἀρύεσθαι τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§83ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέγνωσε, φαίνεται, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος μετὰ προσοχῆς τὸ Νομοσχέδιον· διότι, ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελεν ἴδει ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ Νομοσχεδίου καὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, σπουδαῖαι διαφοραί· καὶ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι εἶναι διατάξεις νόμου καὶ οὐχὶ Διατάγματος Βασιλικοῦ ἢ ἐγκυκλίου, εἶναι ἀνάγκη διὰ νόμου νὰ ἐπέλθῃ ἡ τροποποίησις αὐτοῦ.
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐάν ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ νομοθετηθῇ μεταβολή τις εἴς τινα διάταξιν τοῦ νόμου περὶ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἓν ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅμως τούτῳ ὑπάρχουσι πέντε ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, ὑποθέτω, ὅτι ὅστις ἀνέγνω αὐτὰ διεῖδε βεβαίως ὅτι οὐδεμία διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προτείνεται τροπολογία εἰς τὰς ἰσχυούσας νομοθετικὰς διατάξεις.
§85ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὅταν ἀναγνώσῃ τὸ Νομοσχέδιον μετὰ προσοχῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, θέλει ἴδει ὅτι πράγματι ὑπάρχουσι διατάξεις, αἵτινες εἶναι ἄξιοι λόγου καὶ διαφέρουσι σπουδαίως τῶν διατάξεων τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἄλλως τε παρατηρῶ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον, ὅτι ἐγὼ ἀτυχῶς δὲν ἐξήσκησα τὴν νομικὴν ἐπιστήμην ὡς δικαστικὸς λειτουργὸς, παρὰ ἐν παρόδῳ καὶ ἐπὶ ὀλίγον χρονικὸν διάστημα· ἑπομένως δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι κέκτημαι τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, ὥστε νὰ φέρω τροποποιήσεις, αἵτινες δέον νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τῆς πείρας. Ἑπομένως συνεσκέφθην μετ’ ἀνδρῶν ἐπιστημόνων, ἐχόντων δ’ ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν· οὗτοι δὲ δὲν συμφωνοῦν μὲ τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀλλὰ νομίζουσιν ὅτι αἱ διατάξεις, ὅπως ἐκτίθενται ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, εἰσὶν ἀναγκαῖαι πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς δικαιοσύνης.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις δὲν ζητεῖ τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ σύνολον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν.
§88ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε τροποποίησιν καὶ διὰ τοῦτο νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§89ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, ὅπως διανεμηθῶσι καὶ αἱ τροποποιήσεις τοῦ κ. Φιλαρέτου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις περὶ ἀναβολῆς· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς προτάσεως καὶ ἑπομένως ἀναβάλλεται. Κατόπιν ἔρχεται τὸ Νομοσχέδιον περὶ τελῶν χαρτοσήμου.
§91Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, καθόσον εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων Συλλόγων τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Δικηγορικὸς, ὑπέβαλε μακρὸν ὑπόμνημα περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· εἶναι δὲ καὶ λίαν ἁρμόδιος ὁ εἰρημένος Σύλλογος νὰ ἀποφανθῇ. Ὅθεν πρὶν ἢ διανεμηθῇ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο ἔχομεν τρεῖς ἀναγνώσεις, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ δύνανται νὰ ὑποβάλλωνται διάφοροι παρατηρήσεις ἢ καὶ ὑπομνήματα· δὲν εἶναι δὲ πρέπον ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν νὰ παρακωλύῃ τὰς συζητήσεις· τοῦτο δὲν ἐπιθυμοῦσιν οὐδ’ οἱ ὑποβαλόντες τὰς παρατηρήσεις.
§93Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ τριπλῆ ἀνάγνωσις τῶν Νομοσχεδίων καὶ ψήφισις αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς γίνεται πρὸς τελειοτέραν διαῤῥύθμισιν καὶ πρὸς ἀκριβεστέραν μελέτην τῶν Νομοσχεδίων. Νομίζω, ὅτι συνεπὲς ἤθελεν εἶσθαι, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης συζητήσεως, ὅταν ὑποβάλλωνται σπουδαῖαι ἀντιῤῥήσεις, ἡ συζήτησις νὰ ἀναβάλληται ἕως ἂν δοθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι· διότι, ἐὰν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν δύνανται νὰ λάβωσι τὸν λόγον οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις, τί ἕπεται ἐκ τούτου; ὅτι ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις εἶναι ἐπίσης σπουδαία ὡς καὶ ἡ τρίτη. Ἀληθῶς συμβαίνει ἐνίοτε καὶ δύναται, ἐὰν ἡ πρώτη συζήτησις γίνῃ εὐρεῖα, αἱ δύω ἄλλαι συζητήσεις νὰ καταντήσωσι τυπικαί. Ποτὲ ὅμως δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι αἱ δύω πρῶται συζητήσεις εἶναι τυπικαί, διότι ὁ Νομοθέτης δὲν ἐνόησε νὰ παίξῃ, ἀλλ’ ἠθέλησε τρὶς νὰ συζητῶνται τὰ Νομοσχέδια σπουδαίως καὶ οὐσιαστικῶς, ὥστε τελειότερον νὰ καταρτίζωνται. Αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Νόμος.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ὑποβεβλημένον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου· ἀναθεώρησις δὲ μόνον ἐγένετο αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι κατὰ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν διάταξιν τὸ αὐτό. Ἐνδέχεται νὰ ἐγένοντο ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ σπουδαῖαι παρατηρήσεις περὶ τοῦ συνόλου ἢ περὶ τῶν καθέκαστα, πρέπει δὲ ν’ ἀπεκδεχώμεθα, ὅτι θὰ προταθῶσι καὶ σπουδαῖαι τροπολογίαι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον τοῦ Νομοσχεδίου· διότι, ἐὰν πᾶσα ἀναγγελία, ὅτι θὰ προτείνῃ τις τροπολογίας ἢ θὰ ὑποβάλῃ σπουδαίας παρατηρήσεις ἐπήγετο ἀναβολὴν, οὐδὲν Νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ, πολλῷ δὲ μᾶλλον Νομοσχέδιον ἔχον τοσαῦτα ἄρθρα. Εἶναι πρέπον νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, πρὸ τῆς δευτέρας δὲ ἀναγνώσεως θέλομεν δυνηθῆ νὰ μελετήσωμεν τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἀναγγέλλονται ὡς ὑποβληθησόμεναι ἢ ἐκ τῆς συζητήσεως ἤθελον προκύψει.
§95Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀναστείλωμεν τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου, ζητοῦμεν ὅμως νὰ ἔχωμεν ἐντελῆ πεποίθησιν, ὅταν πρόκειται νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἁπλᾶ Νομοσχέδια, ἀλλ’ εἶναι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων ἐπέρχεται αὔξησις τῶν φόρων. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τοιούτων Νομοσχεδίων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ, ὥστε, ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων διατελοῦσα, νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὑτῆς. Δὲν λησμονεῖτε δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου κύριος Φιλάρετος ἐζήτησε πρὸ πολλοῦ χρόνου πίνακα τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, τὰ ὁποῖα ἐπληρώνοντο μέχρι τοῦδε, καὶ πίνακα συγκριτικὸν τῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσι πληρώνεσθαι. Τὸ ἔργον δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον· ἐὰν πρόκειται ἕκαστον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ἑβδομάδας τινὰς νὰ ἀσχοληθῇ νὰ συντάξῃ τοιοῦτον πίνακα, καὶ πάλιν τότε ἡ Κυβέρνησις ἦτον εἰς κρείττονα θέσιν νὰ παρασκευάσῃ ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος τὸν τοιοῦτον πίνακα, καὶ νὰ τὸν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τὸν πίνακα τοῦτον δὲν τὸν κατέθηκεν ἔτι. Ἤθελον δὲ ἐρωτήσει, πῶς εἶναι δυνατὸν, ἀφοῦ ἐπέρχεται αὔξησις φόρων, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν, μὴ γνωρίζων ἀκριβῶς πόση καὶ ποῦ θέλει ἐπέλθει αὔξησις, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του; Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλης τινὸς γνώμης, ὅτι δὲν σημαίνει, ἐὰν ἡ πρώτη ἀνάγνωσις γείνῃ, διότι δύναταί τις νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν, νομίζω, ὅτι οἱ ὑποβάλλοντες τὴν γνώμην ταύτην δὲν σπουδάζουσι· διότι οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο, ἢ ὅτι μεταβάλλομεν τὸ σύστημα τῶν συζητήσεων, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, καὶ μεταβάλλομεν τὰς συζητήσεις ἀπὸ τρεῖς εἰς δύω ἀναγνώσεις. Ὅταν προβῶμεν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν, τότε εἶναι ὡς νὰ μὴ ψηφίζωμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ νὰ προβῶμεν ἀμέσως σήμερον εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ Νομοσχεδίου, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν αὔριον.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἰξεύρω ἂν εἶπέ τις, ὅτι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις δὲν ἔχει σημασίαν....
§97ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις ἢ ἡ τρίτη εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα, ἐξήρτηται ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἐπιληφθῆ τοῦ ζητήματος. Πολλάκις θεωρεῖται προτιμότερον τὴν συζήτησιν τὴν ἐκτεταμένην ν’ ἀναβάλῃ ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως· ἄλλοτε ἐπιλαμβάνεται αὐτῆς κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, δύναται ὅμως νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως· οὐδεὶς περιορισμὸς δύναται νὰ τεθῇ ἐν τούτῳ. Ἐπί τινων Νομοσχεδίων κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐγένετο ἡ κυρία συζήτησις, κατὰ δὲ τὰς ἄλλας ἀναγνώσεις ἐγένοντο μόνον συμπληρωτικαὶ παρατηρήσεις. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος παρέστησεν, ὅτι ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς, ὅτι ἐζητήθη παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Βώλου πίναξ τις, ὅστις δὲν ὑπεβλήθη. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου εἶχε ζητήσει τὴν ὑποβολὴν πληροφοριῶν τινων, αὗται δὲ ὑπεβλήθησαν ἅπασαι, ἔλαβε δὲ γνῶσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς· ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς περιέχει πᾶν ὅ,τι εἶχε ζητήσει τότε ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Βώλου. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Βώλου κατόπιν τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐθεώρησεν, ὅτι τὰ ἐν αὐτῇ δὲν ἱκανοποίουν ἐντελῶς τὰς ἀπαιτήσεις του, καὶ ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τοῦ πυσοῦ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου τῶν μέχρι τοῦδε ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου καθιερούμενα, ἵνα ἔχωμεν προχείρως τὴν ἀντιπαράθεσιν κατὰ τὴν συζήτησιν. Τοῦτο καταγίνεται ἡ ὑπηρεσία νὰ παρασκευάσῃ, δὲν εἰξεύρω δὲ πότε θέλει τελειώσει τὴν ἐργασίαν, διότι ἀπαιτεῖ αὕτη χρόνον τινά. Ἡ ἐργασία ἠδύνατο νὰ γείνῃ παρ’ οὗτινος δήποτε, οὐχ ἧττον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀρνεῖται νὰ φέρῃ καὶ ταύτην, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος ἀναβολῆς ὅτι ὁ κύριος Βουλευτὴς δὲν ἐθεώρησε πρέπον νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς αὐτήν. Τὸ Ὑπουργεῖον προσήγαγε πᾶσαν ζητηθεῖσαν πληροφορίαν, θέλει δὲ προσαγάγει καὶ πᾶσαν ἄλλην ζητηθησομένην κατὰ τὴν πρώτην ἢ δευτέραν ἀνάγνωσιν· θέλει δὲ προσαγάγει καὶ τὰς συγκρίσεις, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι πληροφορίαν, ἀλλὰ ἐργασίαν, ἀνήκουσαν εἰς τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ ἐνῷ καὶ ταύτην θέλει τὸ Ὑπουργεῖον προσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τοιαῦται ἐργασίαι, αἵτινες πολλάκις ἀπαιτοῦσι πολὺν χρόνον, ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δικαιολογοῦσαι ἀναβολὴν τῶν ἀναγνώσεων ἕως οὗ προσαχθῶσιν.
§99Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἐφρόντισε νὰ παρασκευασθῇ, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, γνωρίζει κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ τὸ ἐκπληρώσῃ πληρέστερον, καὶ γνωρίζει πῶς πρέπει νὰ παρασκευάζεται. Λυποῦμαι ὅμως, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προβάλλουν αὔξησιν φόρων δὲν ἐκπληροῦν τὸ καθῆκόν των καὶ τὸ πρῶτον καθῆκόν των εἶναι, ὅταν μᾶς ζητοῦν νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἐπιβάλλοντα αὔξησιν φόρων, νὰ μᾶς εἴπωσι πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐλαμβάνομεν, καὶ πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλομεν λαμβάνει. Ἐνῷ προβάλλουσι νομοσχέδιον, δι’ οὗ αὐξάνουσι τὴν φορολογίαν κατὰ 10 ἢ 20%, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν πόσον ἦτο μέχρι τοῦδε; Μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι καθῆκον ἰδικόν των, ἀλλὰ καθῆκον ἡμῶν. Τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ πᾶς ἄνθρωπος, διότι ἕκαστος δὲν ἔχει τὰ στοιχεῖα ὅλα· τοιοῦτοι δ’ εἰσὶν οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσιν οὔτε τοὺς νόμους, οὔτε τὰς ἐφημερίδας, οὔτε πάντα τἆλλα, ὅσα ἀπαιτοῦνται, ἵνα μελετήσωσι ποῖα ποσὰ τοῦ τέλους τοῦ χαρτοσήμου ἐπιβάλλονται εἰς ἑκάστην πρᾶξιν. Τοιαῦται προφασιολογίαι δὲν ἔπρεπε νὰ προβάλλωνται· ἡ δὲ Κυβέρνησις εὐλόγως δύναται νὰ ἐλεγχθῇ ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της.
§100ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, καὶ ἀρχηγὸς τοῦ μεγάλου μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συγχέει δύω πάντῃ διάφορα πράγματα, τὴν πρακτικὴν τοῦ Βουλευτηρίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τρία στάδια ἑκάστου νομοσχεδίου, καὶ τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος ἐπιτρέπουσιν ἐφ’ ἑκάστου νομοσχεδίου. Οὐδεὶς εἶπεν ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ πᾶσαν ἀντίῤῥησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις τοῦτο. Κάλλιον νὰ κλεισθῇ τὸ Βουλευτήριον παρὰ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ μολονότι ὁ νόμος οὐδεμίαν ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης συζητήσεως, ἡ πρακτικὴ ὅμως ποιεῖται αὐτὴν τὴν διάκρισιν· διότι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ πρώτη συζήτησις θεωρεῖται ἡ κυρία· τοῦτο δὲ συμβαίνει, ὅταν προτείνεται τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τότε βλέπομεν, ὅτι τῳόντι γίνεται πλήρης συζήτησις αὐτοῦ· ὅταν ὅμως δὲν προτείνηται τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, ἀλλὰ προτείνονται τροπολογίαι, τότε ἡ πρώτη συζήτησις εἶναι καθαρῶς τυπική. Ἵνα κατανοήσωμεν τὴν ὀρθότητα τῆς πρακτικῆς ταύτης, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐν οἷς ἀνθεῖ τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ πρώτη ἀνάγνωσις δὲν περιέχει τι ἄλλο, ἢ τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Λάβετε τὸν Ἔρσκιν May—εἶναι εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς—καὶ θέλετε ἴδει ὅτι μόνον ὁ τίτλος ἀναγινώσκεται εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, εἰς τὴν δευτέραν γίνεται πᾶσα συζήτησις καὶ γίνονται δεκταὶ αἱ ἔγγραφοι τροπολογίαι, εἰς τὴν τρίτην δὲν γίνονται δεκταὶ ἔγγραφοι τροπολογίαι, παρὰ μόνον προφορικαί. Ἡμεῖς λέγομεν σήμερον, ὅτι καὶ εἰς τὰς τρεῖς συζητήσεις πρέπει νὰ γίνωνται ὅλαι αἱ ἀντιῤῥήσεις, ἀλλὰ τότε δὲν τελειώνομεν ποτὲ, καὶ τοῦτο συνέβη πολλάκις. Ἀνάγκη πᾶσα λοιπὸν νὰ κανονίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως τῶν τριῶν σταδίων ἑκάστου νομοσχεδίου, ὡς ἐκανονίσθη εἰς τὸ πρωτεῦον ἐν τῷ κόσμῳ ἔθνει, ὅπερ χρησιμεύει ὡς διδάσκαλος τῆς Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως.
§101ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἐνεκαίνισε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἢ πᾶς ἐξ ἡμῶν, προτείνων νόμον εἰς ψήφισιν, νὰ προσαρτῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀντίγραφα τῶν κειμένων νόμων. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου; πρέπει νὰ περιέχῃ εἰς τὸ περιθώριον καὶ τὰς ἰσχυούσας ἀντιστοίχους διατάξεις. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ πρό τινων ἐτῶν ἐγένετο τοιαύτη πρότασις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἡμῶν ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἀλλὰ ταύτην δὲν ἐθεώρησεν ὀρθὴν ἡ Βουλὴ καὶ ἀντιπαρῆλθε. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὑποβεβλημένον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἐμελετήθη καὶ πέρυσι, καὶ πάλιν καὶ ἐφέτος ἐμελετήθη καὶ συνεζητήθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, βλέπομεν δὲ ὅτι ἐκ τῆς μελέτης ταύτης προέκυψεν ἔκθεσις λεπτομερὴς, ἐν ᾗ ἡ Ἐπιτροπὴ διέκρινεν ἰδίᾳ τὰς φορολογικὰς μεταβολὰς, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰς παλαιὰς διατάξεις. Ὅταν λοιπὸν γνωρίζωμεν, ὅτι τὸ δεῖνα καὶ τὸ δεῖνα ἄρθρον περιέχουσι μεταβολὴν τέλους, τί ἄλλο ἀπαιτεῖται ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντεπροσωπεύθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐν ᾗ μετὰ λεπτολογίας ἐγένετο ἡ συζήτησις, ἰδίως ἐπὶ τῶν φορολογικῶν καινοταμιῶν, πόρισμα δὲ τῆς ἐρεύνης καὶ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ὑπῆρξεν ἡ μακρὰ ἔκθεσις, ἐν ᾗ ὑπέβαλεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμόφωνον γνώμην, διότι μειονοψηφία δὲν ὑπῆρξε. Τὸ νομοσχέδιον, μετ’ εὐχαριστήσεως σπεύδω νὰ ὁμολογήσω, δὲν ἐξητάσθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπὸ πνεῦμα συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀπὸ κοινοῦ πάντες εἰργάσθημεν, ἀποβλέψαντες πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Δὲν βλέπω ἄρα τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀναβολῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§103ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον 1....
§104ΖΩΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, πῶς θὰ ψηφίσωμεν;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες μόνον 117· δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7½ Μ. Μ.)