1884.12.01
1,709 rows · 12,783 words · 113 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τῆς 1 Δεκεμβρίου 1884.
(Σάββατον)
Ὥρα 4½ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: Ὁ ἐν Σμύρνῃ διαπρεπὴς ἰατρὸς κ. Γεώργιος Λάτρης, ὁ τόσα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ λυσιτελῶς ἐργαζόμενος, μοὶ παρέδωκεν, ὅπως προσφέρω τῇ Βουλῇ, εἰκόνα τοῦ περιωνύμου ζωγράφου Ἀϊβαζόβσκη, παριστῶσαν σκηνὴν ἱστορικὴν τῶν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγώνων τῆς Κρήτης, τὸ Ἀρκάδιον, ἐν καιρῷ νυκτὸς ἀποβιβάζον ἐθελοντὰς εἰς τὴν μεγαλώνυμον Νῆσον. Ἡ εἰκὼν αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων τοῦ ἐπιφανοῦς καλλιτέχνου καὶ πολύτιμος. Γνωρίζων τῇ Βουλῇ τὴν δωρεὰν ταύτην, παρακαλῶ αὐτὴν εὐλαβῶς, ἵνα δεχθῇ τὸ δωρούμενον, μοὶ ἀναθέσῃ δὲ τὴν ἐντολὴν, ὅπως ἀναγγείλω τῷ δωρητῇ τὴν παραδοχὴν τῆς δωρεᾶς μετὰ τῶν εὐχαριστήσεων, ἃς ἤθελε κρίνει δέον ν’ ἀπευθύνῃ πρὸς αὐτόν. Τὴν εἰκόνα παρέδωκα τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς, ἀπεκδέχομαι δὲ τὰς ἀποφάσεις τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
Ὁ Ἔφορος τοῦ Βουλευτηρίου
ΤΙΜΟΛΕΩΝ ΦΙΛΗΜΩΝ
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας της ἐπὶ τῇ δωρεᾷ ταύτῃ;
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Δημ. Σπηλιοτοπούλου ζητοῦντος σύνταξιν συμφώνως μὲ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου. Ὁ Κωνσταντῖνος Δαλμάτσης, ἀγωνιστής, ἐξαιτεῖται περίθαλψιν. Ἀναφορὰ Ἐλευθερίας Σοφιανοῦ, ἐξαιτουμένης συνδρομὴν ὑπὲρ τοῦ συζύγου της, προσβληθέντος ἐξ ἡμιπληγίας καὶ ἀρχαίου ὑπαλλήλου τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Κ. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, δι’ ἧς ἐλαττοῦνται τὰ ἐν Γερμανίᾳ εἰσαγωγικὰ τέλη Ἑλληνικῶν τινων προϊόντων, μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ συστήσω καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ληφθῇ πρόνοια καὶ καταβληθῇ φροντὶς πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ρουμανίαν καὶ τὴν Ρωσσίαν λεμονίων, διότι ὁ φόρος οὗτος ἀπὸ διετίας ὑπερεδιπλασιάσθη ἐν τοῖς Κράτεσιν ἐκείνοις, αὐξηθεὶς ἀπὸ ἑνὸς εἰς δύω καὶ ἥμισυ καρπόβολα κατὰ κιβώτιον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ αὐτὸς φόρος ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὰ ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰσαγόμενα εἰς τὰ ἐν λόγῳ Κράτη λεμόνια, ἅτινα ἐν μὲν τὸ τόπῳ τῆς παραγωγῆς κοστίζουσιν εὐθηνότερα τῶν Ἑλληνικῶν διὰ τὴν εὐθηνίαν τῶν ἡμερομισθίων, τῶν κιβωτίων καὶ τοῦ ἐκ σιγαροχάρτου περιτυλίγματος, ἐν δὲ τοῖς τόποις τῆς καταναλώσεως προτιμῶνται τῶν Ἑλληνικῶν ἕνεκα τῆς καλλιτέρας αὐτῶν ποιότητος, τῆς καλλιτέρας διασκευῆς καὶ τῆς ἐκ τούτου διατηρήσεώς των, τὰ Ἑλληνικὰ λεμόνια δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς ἐκεῖνα ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ Ῥωσσίᾳ· διότι ἐνῷ τὰ Ἰταλικὰ κοστίζουσιν ἐν ὅλῳ μέχρι τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως φράγκα 12 καὶ πωλοῦνται ἀντὶ φράγκων 17, τὰ Ἑλληνικὰ κοστίζουσι φράγκα 14 καὶ πωλοῦνται ἀντὶ φράγκων 13. Ἐκ τούτου δὲ μεγίστη ζημία ἐπέρχεται εἰς τὰς λεμονοφόρους Ἑλληνικὰς Ἐπαρχίας, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, τὴν κατ’ ἐξοχὴν λεμονοφόρον Ἄνδρον, ἧς τὸ προϊόν ὅλον μεταφέρεται εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν εἰρημένων Κρατῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἄνδρου μετὰ τὴν ἐκ τῆς ἀσθενείας καταστροφὴν τῆς παραγωγῆς τῶν κουκουλίων, ἅτινα ἦσαν ἄλλοτε τὸ κύριον τοῦ τόπου προϊόν, μετὰ τὴν ἕνεκα τῆς ἀτμοπλοΐας κατάπτωσιν τῆς ἱστιοφόρου ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἐξ ἧς πολὺς εἰσέῤῥεεν εἰς τὴν Ἄνδρον πλοῦτος, ἐπεδόθησαν ἀποκλειστικῶς σχεδὸν εἰς τὴν φυτείαν καὶ καλλιέργειαν τῶν λεμονεῶν, παράγοντες κατ’ ἔτος ἀπὸ 30 ἕως 35 ἑκατομμύρια λεμονίων, ἡ δὲ ἐκ τοῦ εἰρημένου λόγου ζημία, ἡ καταστροφὴ σχεδὸν τοῦ προϊόντος τούτου, θέλει φέρει τὴν δυστυχίαν εἰς τὸν τόπον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν σπεύσῃ νὰ κατορθώσῃ τὴν κατὰ τὰ εἰρημένα ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐν Ῥουμανίᾳ καὶ Ῥωσσίᾳ φόρου τῶν Ἑλληνικῶν λεμονίων. Καὶ ἤδη ἀπό τινος παρατηρεῖται οὐσιώδης ἐλάττωσις τοῦ πληθυσμοῦ ἐν Ἄνδρῳ τῶν κατοίκων αὐτῆς διὰ τοὺς εἰρημένους λόγους, ζητούντων μακρὰν αὐτῆς ἐργασίαν καὶ πόρον ζωῆς. Τὸ πρᾶγμα θεωρῶ ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀναμένω τὰς ἐπὶ τούτου ἐνεργείας αὐτῆς. Πιστεύω δὲ ὅτι δὲν θέλει ἀπαντήσει δυσκολίας ἡ Κυβέρνησις, διότι καθ’ ἃ μ’ ἐπληροφόρησαν Συνεπαρχιῶταί μου λεμονέμποροι, συνεπείᾳ παραπόνων αὐτῶν ἀνεγνωρίσθη ἐν Ῥωσσίᾳ καὶ Ῥουμανίᾳ τὸ δίκαιόν των καὶ σκέψις γίνεται ἐκεῖ περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται φόρου.
§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ 1885, ἥτις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἐλαιοδεκάτης εἰς ἑπτὰ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἡ ἱστορία τῆς προτάσεως ταύτης, ἣν ὑπέβαλον καὶ κατὰ τὰς δύω προηγουμένας Συνόδους, εἶναι ἀρκετὰ γνωστὴ εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ τὴν ἀναπτύξω. Ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, οἱονεὶ ἀπαντῶν εἰς τὰς παρ’ ἐμοῦ ζητηθείσας πληροφορίας, δίδει τινὰς ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι πλήρεις.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ κατὰ τί δὲν εἶναι ἐντελεῖς, ὥστε νὰ τὰς συμπληρώσωμεν.
§8ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ἀτελεῖς κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν γίνεται ἀντιπαράθεσις τῶν αὐξήσεων διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου Νομοσχεδίου πρὸς τὸ νῦν ἰσχῦον σύστημα, καὶ ἄνευ ταύτης δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν. Πρὸς μείζονα δ’ εὐκολίαν πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ νόμοι, οἵτινες καταργοῦνται, ἄλλαις λέξεσι νὰ δοθῶσι πλήρεις αἱ πληροφορίαι, ὡς τὰς διετύπωσα ἐγγράφως. Καὶ πέρυσιν εἶχον ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐπετεύχθη ἔτι ἡ ἀφομοίωσις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν Κακουργοδικείων πρὸς μεγάλην ζημίαν ὅλων ἀνεξαιρέτως καὶ τῶν νέων καὶ τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, διότι συσσωρεύονται αἱ ὑποθέσεις ὅλαι εἰς τὰ πέντε Κακουργοδικεῖα τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν καὶ ἐντεῦθεν πάσχει ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ προφυλάκισις παρατείνεται. Ὑπέβαλεν ἀληθῶς πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου Νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων συγκείμενον ἐκ 4–5 γραμμῶν, τὸ ὁποῖον ἦτο εὔκολον νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις διάθεσιν νὰ ἐπιμείνῃ, διὸ καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἐπαναλαμβάνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην, διότι ἀφοῦ αἱ νέαι Ἐπαρχίαι ἀφωμοιώθησαν ὡς πρὸς τὰ βάρη, εἶναι ἄδικον νὰ μὴ λαμβάνηται πρόνοια, ὅπως ἐλαφρύνωνται καὶ κατά τι. Βεβαίως δὲ εἶναι βάρος διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας νὰ ἔρχωνται οἱ κατηγορούμενοι καὶ οἱ μάρτυρες ἀπὸ τὴν Καλαμπάκαν καὶ ἀπὸ τὰ Τρίκκαλα εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς τὴν Ἄμφισσαν καὶ καθ’ ἑξῆς. Καὶ νομίζω μὲν, ὅτι ἡ ἔλλειψις Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων δὲν εἶναι τὸ κώλυμα, διότι καὶ ἄνευ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ πρόνοια εἰδικῶς διὰ τὴν πρώτην Περίοδον. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶναι ὁ λόγος ἡ ἔλλειψις τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, ἐρωτῶ, διατί ἐπὶ τριετίαν ὁλόκληρον ἀναβάλλεται ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων; Ἐκτὸς τούτου, μανθάνω, ὅτι γίνεται τι παράνομον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ ἄρθρον 16 δὲν δύναται νὰ προβιβασθῇ Εἰσαγγελεὺς ἢ Πρωτοδίκης εἰς ἀνωτέραν θέσιν, ἂν δὲν προηγηθῇ γνωμοδότησις παρὰ τῶν προϊσταμένων αὐτοῦ Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρων περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ. Ἐν τούτοις μ’ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἐνίοτε γίνεται τερατωδεστάτη στρέβλωσις τοῦ νόμου πρὸς οἰκονομίαν τῶν προσώπων καὶ διὰ τῆς ἑρμηνείας, ὅτι ἀρκεῖ μία τυπικὴ πρότασις, καὶ ἀδιάφορον ἂν εἶναι ἐναντίοι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς ἢ οἱ Πρόεδροι γνωμοδοτῶσι κατὰ τοῦ ὑποψηφίου· οὕτω δὲ οἱ Ὑπουργοὶ συνέπεσε νὰ προβιβάσωσι δικαστὰς, οἵτινες ἐχαρακτηρίζοντο ὑπὸ τῶν γνωμοδοτήσεων ὡς ἀνίκανοι καὶ ἀνάξιοι διὰ τὴν θέσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ἐπίσημον ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἂν δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ ἐντεῦθεν ἔλαβε χώραν τοιοῦτό τι.
§9ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω εὐθὺς ὡς λάβω πληροφορίας.
§10ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διατί ἀναβάλλει τὴν ἐκλογὴν τῶν Κοινοτικῶν συμβουλίων; Ἐψηφίσθη εἰς νόμος, ἐν πολλοῖς ἴσως ἀτελὴς, ἀλλὰ δυνάμενος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τοὐλάχιστον· ἐν τούτοις δὲν ἐξελέγησαν ἔτι τὰ Κοινοτικὰ συμβούλια καὶ ἐντεῦθεν τὸ κακὸν παρατείνεται, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ σώσωμεν τὰ ἐρείπια τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν. Τελευταῖον ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατί οἱ ἰδιοκτῆται οἰκοπέδων πλησίον τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σιδηροδρόμου Βώλου παρεμποδίζονται νὰ οἰκοδομήσωσιν, ἐνῷ ὑπάρχει σχέδιον ἐγκεκριμένον καὶ ἔλαβον ἀδείας οἰκοδομικὰς; Νομίζω δὲ ὅτι οὗτοι δύνανται νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὰς ἐπὶ ἀποζημιώσει κατὰ τοῦ Δημοσίου. Παρακαλῶ πρὸς τούτοις νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίσημα πρακτικὰ, ὅτι κατὰ τὴν τύπωσιν τοῦ πρακτικοῦ τῆς ὁρκοδοσίας τῆς παρούσης Περιόδου, ὅπερ μόλις πρὸ μικροῦ εἶδε τὸ φῶς, παρεισέφρησε λάθος, διότι δὲν ἐσημειώθησαν αἱ ἄνωθι τῆς ὑπογραφῆς μου παρ’ ἐμοῦ γραφεῖσαι λέξεις ἐπιφυλάξεως....
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας τοῦτο.....
§12ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως εἶναι δικαίωμά μου· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, θὰ σημειωθῶσιν αἱ ἐπιφυλάξεις μου εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἔγραψα τότε εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς ὁρκοδοσίας, ἤτοι «ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐθνικὴ κυριαρχία δὲν ἐκδηλοῦται ὑπὲρ τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος». Νὰ σημειωθῶσι λοιπὸν αὗται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ χάριν ἱστορικῆς ἀκριβείας, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐξηγήσω τίνων λόγων ἕνεκεν ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ μὴ παραλείψω τὴν ἐπιφύλαξιν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως γίνεται ἀντίῤῥησις.
§14ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ὁρκοδοσίαν τοῦ κ. Χοϊδᾶ οὕτω ἐγένετο......
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τότε θ’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν ἐν τοῖς στενογραφικοῖς πρακτικοῖς σημείωσιν τῶν λεχθέντων. Παρακαλῶ ἐπὶ τέλει τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτάσσονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἰ δυνατὸν, νὰ μὴ συζητηθῶσι πρὶν ἢ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι τὰ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα νομοσχέδια, διότι διὰ τῶν νομοσχεδίων μου ὑποβάλλονται τροπολογίαι εἰς τὰ ὑπουργικὰ νομοσχέδια.
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἔλαβον ἐκ Κυπαρισσίας τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον μὲ κατετάραξε, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως, ἂν ἐξ ἀδιαφορίας οἱασδήποτε συμβῶσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον δυστυχήματα. (Ἀναγινώσκει). Εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν ἔλαβον ἄλλο τηλεγράφημα γεγραμμένον ἐκ τοῦ τόπου, εἰς ὃν συνέβη ἡ συμπλοκὴ, δηλαδὴ εἰς τὰ Φιλιατρά. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου πληροφοροῦμαι εὐχαρίστως ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης οὐδεὶς εἶχε φονευθῆ ἢ τραυματισθῆ· ἐν τούτοις ὁ τόπος εἶναι εἰς ἀναστάτωσιν καὶ ἐνδέχεται νὰ συμβοῦν μεγάλα δυστυχήματα. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς ὑπογραφὰς πολλῶν ἐγκρίτων πολιτῶν. (Ἀναγινώσκει). Ἤθελον, κύριοι, περιορισθῆ εἰς μόνην τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν τηλεγραφημάτων τούτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλουν ληφθῆ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἂν δὲν ἐσυλλογιζόμην ὁποῖά τινα συνέβησαν κατὰ τὴν προηγουμένην δημοτικὴν ἐκλογὴν, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ ἐφονεύθησαν τότε ἄνθρωποι καὶ ἐπληγώθησαν, καὶ διάφορα ἄλλα ἐγκλήματα διεπράχθησαν, διὰ τὰ ὁποῖα πολλοὶ στενάζουν εἰς τὰς φυλακάς. Ἰδοὺ τότε τί συνέβη: Ἡ Δημοτικὴ καὶ Ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ, ἐπὶ τῇ προφάσει δῆθεν τῆς διατηρήσεως τῆς τάξεως, διώρισε περὶ τοὺς 50 ἕως 60 κλητῆρας, καίτοι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Δήμου δὲν εἶχε πίστωσιν εἰμὴ διὰ 5 ἕως 10. Ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγένοντο τότε παράπονα, ἠδιαφόρησεν. Οἱ κλητῆρες δὲ αὐτοὶ συνοδευόμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς χωροφύλακας καὶ τὸν ἐνωμοτάρχην, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε ὅτι ἐκλέγονται συνήθως διὰ νὰ ὑπηρετῶσι τὴν ὑπερισχύουσαν μερίδα, περιεπόλουν τὴν νύκτα καὶ δὲν ἄφινον τοὺς ἄλλους πολίτας νὰ ἐξέλθουν διόλου ἀπὸ τὰς οἰκίας αὐτῶν· περιπλέον ἡ Ἀστυνομία ἐξέδωκε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο νὰ ἐξέλθῃ τις τῆς οἰκίας του ἅμα ἤθελε κρούσει ὁ κώδων τοῦ ἀνακλητηρίου, ἔκρουον δὲ τὸν κώδωνα μόλις ἐνύκτονεν, ὥστε δὲν ἠδύνατό τις νὰ ἐξέλθῃ, ἔστω καὶ ἂν ἤθελε νὰ ζητήσῃ ἰατρὸν ἢ καὶ μαῖαν· διότι ἐὰν παρουσιάζετο τοιαύτη ἀνάγκη καὶ ἐξήρχετό τις, τὸν συνελάμβανον καὶ τὸν ὡδήγουν εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ τότε μὲν ὁ ὑποψήφιος Δήμαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ σήμερον τοιοῦτος, μὴ θέλων νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα περισσότερον, ἔδειξε μεγάλην ὑπομονὴν, δὲν ἀντεπεξῆλθε κατὰ τῶν μέτρων αὐτῶν, καὶ ἕνεκα τούτου ἀπώλεσε τὴν ἐκλογὴν· σήμερον ὅμως τὰ πράγματα εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον μετεβλήθησαν· ἡ μερὶς τοῦ Καραβίτου εἶναι πολὺ ἰσχυροτέρα παρ’ ὅ,τι τότε, καὶ δὲν εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτας ἀταξίας καὶ τοιαύτας πιέσεις. Οἱ ὑπουργικοὶ συλλογιζόμενοι ὅτι διὰ τοιούτων μέσων ἐκέρδησαν ἄλλοτε τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἐσκέφθησαν νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ ἐφέτος τὴν αὐτὴν τακτικήν· ἀλλὰ βλέπετε ποῖα κακὰ ἀπειλοῦνται νὰ συμβῶσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὰ γενόμενα ἐκεῖ. Καὶ πρῶτον πρέπει ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν ὅλους τοὺς ἄνδρας τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν μέχρι τοῦδε, δεύτερον δὲ νὰ ἀποστείλῃ ἐπιτοπίως ἀνώτερόν τινα στρατιωτικόν, διὰ νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας διὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ τὴν τάξιν, καὶ τρίτον νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως μεταβῇ καὶ αὐτὸς ἐκεῖ.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετέβη ἤδη.
§20ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ συνέπειαν τοῦ γεγονότος τούτου; Δὲν ἐννοῶ τοῦτο, ἀλλὰ νὰ μεταβῇ καὶ διαμένῃ ἐκεῖ, καὶ ἂν τῷ ὄντι ἐξακολουθῇ ἡ Ἀστυνομία καὶ ἡ Χωροφυλακὴ νὰ περιπολοῦν τὴν νύκτα ὡπλισμένοι καὶ παρακολουθούμενοι ἀπὸ τοὺς ἄνδρας τῆς φατρίας νὰ πιέζουν τοὺς πολίτας, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ εὐθὺς εἰς δίκην τοὺς ἀτακτοῦντας· διότι εἰς τὴν ἄλλην ἐκλογὴν ἐπῆγεν ὁ Εἰσαγγελεύς, δὶς καὶ τρὶς ἀντελήφθη τῶν γεγονότων τούτων, ἀλλὰ δὲν εἰξεύρω πῶς ἐδειλίασεν ὑπὸ ἀπειλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἰξεύρω πόθεν ἤρχοντο, ὅτι θὰ χάσῃ τὴν θέσιν του.
§21ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Οὐδεὶς Εἰσαγγελεὺς ἔχασε τὴν θέσιν του.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βέβαιον ὅμως εἶναι ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ὑπέσχετο νὰ εἰσαγάγῃ εἰς δίκην καὶ τιμωρήσῃ, ἀλλὰ μετετέθη ἀμέσως.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ φεύγοντες ἐκ Τριφυλίας, ζητοῦσιν αὐτοὶ τὴν μετάθεσιν.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτων τὰ τηλεγραφήματα, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σημείωσιν περὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα.
§25ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ μόνη εἴδησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, προῆλθεν ἐκ τῆς Εἰσαγγελίας τῆς Κυπαρισσίας· κατ’ αὐτὴν δὲ ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ Καραβίτου ἐπυροβολήθη ἡ ἐκεῖθεν διερχομένη περίπολος· ἄλλην λεπτομέρειαν τὸ τηλεγράφημα δὲν περιέχει. Ἐγὼ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ διατάξω τὸν Εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως μετὰ τοῦ Ἀνακριτοῦ καὶ νὰ διατάξῃ τὸν Ἀνακριτὴν νὰ παραμείνῃ ἐκεῖ μέχρι τοῦ πέρατος τῆς ἐκλογῆς, ὥστε νὰ προλαμβάνωνται ἀμέσως αἱ ἀταξίαι, καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς πᾶσαν ἀναγκαίαν ἀνακριτικὴν ἐνέργειαν.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, θὰ ὑπενθυμίσω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρέπει νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν τῆς Τριφυλίας νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν τὸν εἰσπράκτορα, καὶ νὰ μὴ ζητῇ νὰ μάθῃ ἀπὸ τὸν ἐκεῖ ταμίαν ἂν εἶναι ἐντόπιος, διότι ἐγὼ τὸν βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἐντόπιος.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐννοεῖται ὅτι τὸ τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἠρωτᾶτο ὁ ταμίας ἂν ὁ εἰσπράκτωρ ἐκεῖνος εἶναι ἐντόπιος, ἀπέληγεν εἰς τὴν παρατήρησιν ὅτι, «ἂν εἶναι ἐντόπιος, πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῇ».
§28ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσπράκτωρ εἰς τὸν Δῆμον Ἐράνης δὲν ὑπάρχει, καὶ ἑπομένως οὐδεμία γίνεται καταδίωξις.
§29ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἀναγινώσκω καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἔλαβον (ἀναγινώσκει). Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις τῇ παρακλήσει μου μετέθεσεν ὅλα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο εἰς τὸν Δῆμον Ἐράνης, ὥστε οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖ εἶναι ὅλοι νέοι, ὥστε δὲν εἶναι φίλοι οὔτε μὲ τοὺς μὲν οὔτε μὲ τοὺς δέ. Ἡ στρατιωτικὴ Ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἀπομακρυνθῇ, ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπομακρυνθῇ καὶ ἀπεμακρύνθη· ὁ εἰσπράκτωρ πρὸ δύο μηνῶν εἶναι παυμένος καὶ δὲν ἐνεργεῖται εἴσπραξις εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον. Κατὰ τὸ τηλεγράφημα δὲ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, αὐτοὶ ἤρξαντο χειρῶν ἀδίκων καὶ παραπονοῦνται διὰ νὰ καλύψουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμαν, θέλοντες νὰ προλάβουν.
§30Π. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Βουλευτὴς Μεσσήνης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων εἶχε καταγγείλει ἕνα Βουλευτὴν τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης καὶ ἕνα Δήμαρχον τῆς ἰδίας Ἐπαρχίας ἐπὶ ὑπεξαιρέσει ἰδιωτικῶν ἐπιστολῶν καὶ ἀποσφραγίσει ἐγγράφων. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἔσπευσα καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, ἐὰν τοιοῦτον ὑπάρχῃ· αὐτὴν δὲ τὴν στιγμὴν βεβαίως δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ πράττω τοῦτο διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου εἰς τὴν ἐπερώτησίν του αὐτὴν, ἐπὶ τούτῳ δὲ παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν καὶ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ ὁ λόγος, συγχρόνως δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίς εἶναι ὁ μεταφέρων τοὺς ταχυδρομικοὺς σάκκους εἰς τὸν Νομὸν Μεσσήνης, ἐκτὸς τῆς Ἐπαρχίας Ὀλυμπίας, ἥτις ἔχει ἰδιαίτερον ταχυδρόμον.
§31Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Δεληγιάννης.
§32ΜΠΟΥΤΟΣ. Ζητῶ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδει αὐτὴν στιγμὴν ὁ ποιήσας τὴν ἐπερώτησιν, διότι θέλω κατ’ αὐτὴν τὴν ἁρμοδίαν στιγμὴν, ὅταν παρουσιασθῇ τὸ ἔγγραφον, νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βουλευτὴν Μεσσήνης. Ἐπειδὴ δὲ παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐνεθυμήθην ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑπαγωγῆς χωρίων τινῶν τοῦ Δήμου Ἰθώμης εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Οἰχαλίας ὁ ἔντιμος συνάδελφος μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς μου προεκάλεσε Διάταγμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, καὶ χωρία τινὰ, ὑπαγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀνδρούσης, ὑπήχθησαν εἰς τὴν τοῦ Εἰρηνοδικείου Οἰχαλίας. Ἡ Οἰχαλία εἶνε ἡ ἰδιαιτέρα ἐμοῦ πατρίς. Ἡ Ἀνδρούσσα εἶναι ἰδιαιτέρα πατρὶς τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἔσπευσα ἀμέσως τότε καὶ εἶπον, ὅτι ἀκριβὲς εἶναι τοῦτο, καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν προέβη αὐθαιρέτως εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι τὸ Διάταγμα προεκλήθη ἐκ τῶν γνωμοδοτήσεων τῆς ὑπηρεσίας, προεκλήθη τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου ἐκείνου, οἵτινες διὰ πολλῶν ἀναφορῶν των ἀνηνέχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὰ χωρία αὐτὰ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἔχει οὐχὶ ὀλίγους φίλους. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εὐηρεστήθη νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἤδη εἶναι ἐπὶ τῆς τραπέζης τοῦ συντάκτου τῶν Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου νὰ ἴδῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ σπουδαιότεροι φίλοι του ἔχουσιν ἰδιοχείρως ὑπογράψει ταύτην καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπῄτησαν ἐπιμόνως νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν περιφέρειαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης, ἂν ἦτο Ὑπουργός. Ἂν δὲ εὐτυχήσῃ νὰ γίνῃ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὰς τυπικὰς γνωμοδοτήσεις, ἃς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα ἄλλο, ἀναιροῦν τὸ ἐκδοθέν. Εἶναι, κύριοι, ταὐτὸ τοῦ νὰ εἴπητε εἰς τοὺς κατοίκους Κηφισσίας μὴ ζητεῖτε νὰ ὑπαχθῆτε εἰς ἓν τῶν Εἰρηνοδικείων Ἀθηνῶν, μείνατε ὑπαγόμενοι εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον τοῦ Πειραιῶς. Περὶ δὲ τῶν λοιπῶν, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὁ αὐτὸς Βουλευτής, τουτέστι περὶ συκοφαντιῶν, περὶ τοῦ ἀγνώμονος ἱεράρχου, περὶ ῥουσφετίων, περὶ συκοφαντίας καὶ τῶν λοιπῶν αἰτιάσεων, ὅταν ἔλθῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαιῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι δὲν ὑπάρχει, τότε θὰ δώσω τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν.
§33Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλθω νὰ ἀνασκευάσω τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ὅταν ἔλθουν αἱ ἰδιαίτεραι πληροφορίαι ἐκ μέρους τῶν φίλων μου, καὶ τῶν Ἀρχῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἤδη δὲν κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ. Ἐγεννήθη ἀμφιβολία μεταξὺ ἀτόμων ἐνδιαφερομένων, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐτήρησε τὸν Νόμον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ διαγωνισμοῦ τῶν ἀστυϊάτρων, καὶ στηρίζουν τὴν ἀμφιβολίαν των εἰς τοῦτο, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐξεταστικὴν καὶ ὁ ἰατρὸς κ. Γούζαρης, ὅστις δὲν εἶναι ἀστυΐατρος, ἀλλὰ ἀστυνομικὸς ἰατρός. Ὁ Νόμος λέγει, ἡ Ἐπιτροπὴ συγκροτεῖται ἐκ τοῦ Ἰατροσυνεδρίου καὶ τοῦ ἀστυϊάτρου. Ἀστυΐατρος δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπάρχει, διότι ἐὰν ὑπῆρχεν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ διορισμὸς, καθὼς λέγει ὁ Νόμος. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Νόμος (ἀναγινώσκει). Διορισμὸς κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει, διότι τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ συγκροτηθεῖσα εἶναι παράνομος. Κατὰ συνέπειαν τούτου νομίζουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅτι ὀφείλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς, καὶ αἱ ἐξετάσεις αἱ γενόμεναι νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυροι.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διατυπώσατε τὴν ἐπερώτησίν σας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετυπώσατε, ὅτι εἶναι ἄκυρος ὁ συναγωνισμὸς, διότι ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ ἰατρὸς κ. Γούζαρης, ὡς ἔχων βαθμὸν κατώτερον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§37Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, λαμβάνω καὶ ἐγὼ ἀφορμὴν νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ πληροφορήσω ἐντεῦθεν τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ὄργανα ἰδικά της· τὰ δημόσια ὄργανα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς φίλους της· οἱ φίλοι της δὲ, μὴ πονοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, τὴν βλάπτουσι καὶ καταχρῶνται τῆς ὑπολήψεώς της. Δὲν γνωρίζω ἂν τὰ ἀνακοινωθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἶναι ἀληθῆ ἢ ὄχι, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἀναγκάζομαι νὰ πιστεύσω, καὶ πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι πάνθ’ ὅσα ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος οὗτος συνάδελφος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀληθῆ· καὶ ἵνα μὴ ἀδικήσω ἀπολύτως τὴν Κυβέρνησιν, λέγω ὅτι αἰτία ἁπάντων τούτων εἶναι ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀπροσεξία καὶ ἡ ἀμέλεια αὐτῆς τοῦ νὰ ἐξαναγκάζῃ τοὺς ὑπαλλήλους της νὰ ἦναι πρὸς αὐτὴν προσηλωμένοι καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὰς διαταγὰς αὐτῆς καὶ οὐχὶ τὰς διαταγὰς τῶν φίλων της. Ὅθεν σχετικῶς πρὸς ταῦτα ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ ποία ἀληθῶς εἶναι ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας. Πρό τινων ἐτῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τῆς Ὀλυμπίας, ἀντιπρόσωπος τῆς ὁποίας εἶμαι καὶ ἐγὼ, ὁ ἐλάχιστος ἴσως, διετέλει ὡς γραμματεὺς Ἐπαρχείου κἄποιος Ἰωάννης Κολώκας. Οὗτος ἔσχε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἀναπληροῖ ἐπὶ μῆνας πολλοὺς τὸν Ἔπαρχον, εἴτε τῇ σκοπίμῳ ἀνοχῇ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καὶ τυχαίως. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο διέπραξε πολλὰς καταχρήσεις καὶ λίαν σκανδαλωδεστάτας, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπέπεσε καὶ εἰς ἐγκλήματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ μᾶλλον ἀδικηθέντες νὰ τὸν καταγγείλωσι δι’ ὡρισμένας ἀξιοποίνους πράξεις. Συνεπείᾳ τούτου ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ αὐτοῦ, κατεδιώχθη ἐπὶ χρόνον μακρὸν, ἀλλὰ καὶ κατώρθωσε τέλος πρὸ ἑνὸς ἔτους νὰ παύσῃ ἡ κατ’ αὐτοῦ καταδίωξις πρὸς καιρόν. Δὲν παρῆλθεν ὅμως μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς ἀπαλλαγῆς του—οὐχὶ βεβαίως τῆς ἠθικῆς—δὲν παρῆλθε, λέγω, πολὺς χρόνος καὶ ὁ ἴδιος ὑπάλληλος διορίζεται ἐν τῇ ἰδίᾳ Ἐπαρχίᾳ καὶ ἀναλαμβάνει ἐκ νέου τὴν διοίκησιν αὐτῆς. Ὁ κόσμος ἀπορεῖ καὶ φρίττει διὰ τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο, οἱ ἄνθρωποι ἰδίως, οἵτινες τὸν εἶχον καταγγείλει, πίπτουσιν εἰς τὴν ὀργήν του, ζητοῦσι πανταχοῦ σωτηρίαν ἐκ τῆς ἀγριοθείας του, οὕτως εἰπεῖν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ τυγχάνουσιν ἀκροάσεως αἱ παραστάσεις καὶ τὰ παράπονά των. Πάντες ἀνεζητήσαμεν τὸν σπουδαῖον λόγον καὶ τὴν μεγάλην ἀνάγκην, ἡ ὁποία ἔπεισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ μάλιστα ἐν τῇ ἰδίᾳ Ἐπαρχίᾳ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ἔπραξε τοσαύτας καταχρήσεις καὶ ἦτο τόσον ἕνεκα τούτων ἐκτεθειμένος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας, ἔνθα τέλος καὶ διὰ πράξεις, χαρακτηρισθείσας ὡς κακουργήματα, κατεδιώχθη ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ διετέλεσε φυγόδικος ἐπὶ δύω ἔτη καὶ μόλις κατωρθώθη, τίς οἶδε πως, νὰ παύσῃ πρὸς καιρὸν ἡ κατ’ αὐτοῦ καταδίωξις, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀνεύρωμεν τὸν λόγον τοῦτον. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπείσθη ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἐπανῆλθεν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ. Δὲν παρῆλθε δὲ εἰμὴ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, μετὰ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ἀκόμη παρέλθει ἡ πρώτη κακὴ περὶ τοῦ διορισμοῦ του ἐντύπωσις, καὶ ὁ ὑπάλληλος οὗτος προβιβάζεται Ἔπαρχος ἐν τῇ ἰδίᾳ Ἐπαρχίᾳ. Γεννῶνται παράπονα, ἐξαγριοῦται ὁ κόσμος, ἀλλ’ οὐδεμία δίδεται ἀκρόασις, πάντες δὲ ἐξεπλάγησαν πλέον πῶς τοιοῦτος ὑπάλληλος κατώρθωσεν ὄχι μόνον νὰ ἐπανέλθῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ τῇ ἰδίᾳ Ἐπαρχίᾳ, ἀλλὰ καὶ νὰ προβιβασθῇ ὡς Ἔπαρχος ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ Ἐπαρχίᾳ. Αἴφνης τότε ἀναγινώσκομεν εἰς τὴν ἐφημερίδα τοὺς «Καιροὺς» τὸ ἑξῆς, καὶ παρακαλῶ — ὀλίγαι λέξεις εἶναι — νὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ τὰς ἀκούσητε, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον τῆς περιεργείας σας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς διακόπτει κανείς.
§39ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκει καὶ διαφωνεῖ, λέγει, εἰς ἓν μέρος, διότι ὑπάρχουσί τινες ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ του, οἵτινες τιμῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐκπληροῦντες καλῶς τὸ καθῆκόν των, μεθ’ ὃ ἐξακολουθεῖ). Ἰδοὺ τί ἔγραφέ τις πρός τινα φίλον τοῦ κ. Χριστοπούλου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως παραβιάζωμεν τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, κ. Κανελλόπουλε;
§41ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰς τὰς εὐφυΐας νὰ τὰς φυλάξητε δι’ ἄλλους αὔριον, κ. Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκει). — Διότι ὁ φίλος, ὃν ἐννοεῖ εἶνε ὁ κ. Ζαρειφόπουλος· διότι αὐτὸς ἦτο τότε.... (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν). Ὅταν ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, τότε ἐξηγήθησαν οἱ λόγοι, χάριν τῶν ὁποίων διωρίσθη ὁ Κολώκας· τότε ἐλύθη τὸ πρόβλημα καὶ τότε πάντες ἐπληροφορήθημεν ὅτι ἐγένετο σύμβασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνεγράφησαν ὅλοι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς διωρίσθη καὶ σχεδὸν συγχρόνως προεβιβάσθη Ἔπαρχος, ἵνα διοικήσῃ τὴν Ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ δὲ ταύτῃ διατελῶν ὁ δραστήριος οὗτος Ἔπαρχος, ὁ λίαν ἀφωσιωμένος οὐχὶ εἰς τὰ καθήκοντά του καὶ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος, μεθ’ οὗ ἐσυνθηκολόγησεν, ἐκλέγεται ὡς κατάλληλος διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Τριφυλίας ὅπου μετέβη, καὶ ἀφοῦ ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολήν του ὡς Ἔπαρχος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας. Κύριε Στεφανίδη, σὺ ὅστις ἀπορεῖς, σᾶς ἐρωτῶ πῶς συμβιβάζεται ὑπάλληλος τοιοῦτος μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς θέλετε νὰ πιστεύσῃ τις ὅτι τοιοῦτος ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ τηρήσῃ ἀξιοπρέπειαν, νὰ σεβασθῇ ἑαυτὸν καὶ νὰ ἀπονείμῃ δικαιοσύνην; Πρέπει ἀδιστάκτως νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἀπεστάλη ἐκεῖ ἐπίτηδες νὰ ἐξοφλήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκε· καὶ ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν του ταύτην, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ πράξῃ πᾶσαν ἀδικίαν, νὰ ἐκτραπῇ εἰς καταχρήσεις, νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του καὶ τὸν νόμον, νὰ γίνῃ ὄργανον τῆς φατρίας, καθόσον ἄλλως ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν. Ἴσως εὑρεθῇ τις, ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ γνήσιον τῆς ἐπιστολῆς, ἀλλὰ πάντες ὑμεῖς, κ. Βουλευταί, καὶ ἰδίως οἱ νομικοὶ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι τὸ διὰ τοῦ τύπου δημοσιευόμενον, μὴ ἀναιρούμενον οὐδόλως, θεωρεῖται ἀναμφισβήτητον καὶ ἀναντίῤῥητον. Εἶναι τρεῖς μῆνες ἔκτοτε ἀφ’ ὅτου ἐδημοσιεύθη ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, καὶ ὄχι μόνον ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ λεχθῶσι περὶ αὐτῆς πολλά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῃρέθησαν. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν μεθ’ ὅλα ταῦτα νὰ μοὶ εἴπῃ δικαιολογεῖται ἡ διατήρησις ὑπαλλήλου τοιούτου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ μάλιστα ὡς Ἐπάρχου ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας; Καὶ εἰ μὲν ἰσχυρισθῇ ὅτι συμβιβάζεται, ἂς κρίνῃ περὶ τούτου ἡ Βουλὴ καὶ τὸ κοινόν. Δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὕρῃ λόγους νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διατήρησίν του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ἴσως καὶ εὐεργετικήν, ἀλλὰ δὲν ἔχω καὶ ἐγὼ ἐξ ἄλλου οὐδένα δισταγμόν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους τοῦ προσήκοντος, καὶ τοῦτο εἶναι πλήρης δι’ ἐμὲ ἱκανοποίησις. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία, ἐπωφελοῦμαι ταύτης καὶ συνεχίζω τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπηύθυνον ἑτέραν ὁμοίας φύσεως ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας διετέλεσεν καὶ ὡς Ἔπαρχος κἄποιος Κοτσάκης, συγγενὴς ἢ φίλος τοῦ κ. Μπούτου.
§42ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὅσῳ συγγενῆ τὸν ἔχετε σεῖς, ἄλλο τόσῳ τὸν ἔχω καὶ ἐγώ.
§43ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι προέλαβον καὶ εἶπον ἢ καὶ ἂν ἔσφαλον ζητῶ συγγνώμην. Κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχον παράπονα μεγάλα ἐκ μέρους καὶ αὐτοῦ τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνῆκε, καὶ ἐφρόντισα διὰ παντὸς τρόπου νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος δὲν ἔπρεπε νὰ διατηρῆται ὡς Ἔπαρχος οὐχὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου, ἀλλὰ μήτε καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ φίλου τῆς Κυβερνήσεως κ. Κοσσονάκου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλῶς, ὅτι οὗτος ἐμπορεύετο τὰς θέσεις του· ἀλλ’ ὡς βλέπω, ὁ κ. Κοσσονάκος, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἐκθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀποσύρεται, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν πρόκλησίν μου. Τέλος πάντων ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος—διότι κατηγορήθη παρ’ ἐμοῦ ἐκ τοῦ βήματος τούτου—ἐδημοσίευσε διὰ τοῦ τύπου λίβελλον κατ’ ἐμοῦ, δι’ ὅπερ τὸν κατήγγειλε ἐπὶ συκοφαντίᾳ καὶ ἐπὶ ἐξυβρίσει ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐνηργήθησαν συνεπῶς ἀνακρίσεις καὶ παρεπέμφθη νὰ δικασθῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον ἐπὶ ἐξυβρίσει Βουλευτοῦ, ἐνασκήσαντος τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δημοσιεύεται διὰ τοῦ τύπου τὸ βούλευμα καὶ ἄλλα παράπονα κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ παυθῇ διορίζεται διευθυντὴς καπνεργοστασίου ἐν Σπάρτῃ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ φίλον μου κ. Λομβάρδον, συμβιβάζεται ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἐν γένει συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας μὲ τὴν διατήρησιν καὶ μάλιστα τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ; Παρακαλῶ τέλος νὰ λάβῃ ὅλα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ φροντίσῃ νὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα θεραπεία.
§44Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καθῆκον, κ. Βουλευταί, ὃ μοὶ ἐπιβάλλει ἡ θέσις μου ὡς μέλους τῆς πλειονοψηφίας, μὲ ὑποχρεώνει νὰ εἴπω ὀλίγα τινά εἰς ἀναίρεσιν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν πρώτοις ἀπαντῶν εἰς τὰς γενικὰς καὶ ἀορίστους αἰτιάσεις, ἃς καθ’ ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐν Ὀλυμπίᾳ διοικήσεως ἐξήνεγκε, δηλῶ ὅτι οὐδεμίαν ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν, διότι εἰς τὸ στάδιον τῶν προσωπικοτήτων κατὰ τοῦ Ἐπάρχου Ὀλυμπίας κ. Κολώκα δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν προλαλήσαντα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν ὅσων κατὰ τοῦ Ἐπάρχου Ὀλυμπίας ὁ προαγορεύσας ἐξέθηκεν, ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν, τὴν ἑξῆς: ἐὰν εἶναι αὐτὸς ὁ καταγγείλας τὸν Ἔπαρχον ἢ ἄλλος τις.
§45Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐγώ· διότι τότε θὰ τὸ ὡμολόγουν.
§46Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φίλος σας ὁ καταγγείλας;
§47Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§48Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἴδιον· ὥστε ἐλύθη τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ θὰ στηρίξω ὁλόκληρον τὴν σκέψιν μου. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὁσάκις ἀποτυγχάνει εἰς ἐκλογικὴν πάλην πάντοτε πρέπει νὰ ἐξεύρῃ καὶ ἓν θέμα πρὸς παρηγορίαν του καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἀνευρίσκει ἐν τοῖς ὀργάνοις τῆς διοικήσεως. Ἀπέτυχε π. χ. τὸ 1869, κατήγγειλεν ὄργανον τῆς διοικήσεως, τὸν Ἔπαρχον· ἀποδοκιμασθεὶς τὸ 1879 ὑπὸ τῆς Ἐπαρχίας, κατήγγειλε τὸν Ταμίαν, καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ὁσάκις ἀποτυγχάνει τὸ τοιοῦτον πράττει. Καὶ ἤδη καταγγέλλων τὸν Ἔπαρχον δικαιολογεῖ τὴν ἀποτυχίαν του. Σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Ἔπαρχος κατηγγέλθη ἐπὶ καταχρήσει· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, διότι ἐπῆλθε τὸ δικαστικὸν βούλευμα, τὸ ὁποῖον τὸν ἀναιρεῖ, διότι ἦλθε τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον ἀπεφήνατο ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν.
§49Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι παύει πρὸς καιρὸν ἡ καταδίωξις.
§50Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμφιβάλλω· ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, εἶναι τὸ ἴδιον, διότι κατηγορία δὲν ὑπάρχει· ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν τοὺς ἠδίκησε, θὰ ἐξεύρισκον νεωτέρας ἀποδείξεις, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο ὅπερ ἐπεδίωξαν, ὥστε δι’ ἐμὲ ὁ χαρακτὴρ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ ἐξηγεῖται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν. Μεταξὺ τῶν ἄλλων φαντασιοπληξιῶν του ὁ προαγορεύσας εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κολώκας ἐπεδίωξε τὸν διορισμόν του, συνθηκολογήσας.
§51Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ· τὸ λέγει ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα καὶ τὴν ὁποίαν, ἂν θέλετε, καταθέτω (τὴν καταθέτει).
§52Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντῶν λέγω ὅτι δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος ὁ συνομολογῶν συνθήκας μετὰ τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἐκ τῶν ἰδίων κρίνει τὰ ξένα· συνειθισμένος εἰς τοῦ εἴδους τούτου τὰς συνθήκας, καθ’ ὃ Κεδίδης τῆς Πελοποννήσου, ὡς κατ’ εὐφημισμὸν ἀποκαλεῖται, βεβαίως γνωρίζει αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν συνθηκῶν· εἰς ἐμὲ ὅμως εἶναι εὐτυχῶς ἄγνωστον. Συνθήκας συνωμολόγουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκτελοῦντες ἐντολὴν τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ των, προέτασσον τὸ ἀτομικὸν συμφέρον, τὴν ἰδιοτέλειαν, πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ ἐντολέως. Ἀλλ’ ὅ,τι δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι ὁ Κολώκας εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων καὶ ἱκανωτέρων ὑπαλλήλων, ἱκανοποιήσας καὶ τὴν ἐμὴν σύστασιν καὶ τὸν διορισμόν του. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ὁ κ. Ζαφειρόπουλος εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἂν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κανελλόπουλος, ὅτι ἐπεφυλάχθη κατὰ τοῦ κ. Ζαφειροπούλου, ἐξετελέσθη.
§53Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλῶ τὸν κ. Ζαφειρόπουλον νὰ δηλώσῃ ἂν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ἀναγνωσθέντα, ἐκτεθέντα καὶ δηλωθέντα ἔχουσιν ἀληθείας ἢ ὄχι.
§54Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν «Καιρῶν» δὲν ἔκαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ κατοπτρισθῇ εἰς ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ ἴδιος ἔγραψε. Ποίαν σημασίαν ἔχουσιν αὐτὰ τὰ ἀποστελλόμενα ἐξ Ἀνδριτσαίνης; Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς ἐφημερίσιν. Ἡ ἐπιστολὴ εἶναι ἐντελῶς ψευδὴς, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν χαρακτηρίζω πρὶν ἢ ἴδω αὐτήν· διότι ὁ συνάδελφος πᾶν ἄλλο δύναται νὰ μοὶ ἐμπνεύσῃ ἢ πεποίθησιν ἐν τοῖς παρ’ αὐτοῦ λεγομένοις, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ περὶ αὐτοῦ φήμη. Ἂν ὁ κ. Κανελλόπουλος θεωρῇ ταύτην γνησίαν, ὀφείλει νὰ τὴν προσαγάγῃ, ἵνα ἐξελέγξω ταύτην. Ἀλλ’ ἐπιστολὴ, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει· ἡ ἐπιστολὴ ἐχαλκεύθη ἐν Ἀνδριτσαίνῃ καὶ γνωρίζω τὸ χαλκεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐχαλκεύθη.
§55Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόσχομαι μετὰ μίαν ἑβδομάδα νὰ φέρω τὸ πρωτότυπον τῆς ἐπιστολῆς.
§56Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἀπό τινος χρόνου πάσχει ἀπὸ νευροπάθειαν, ἥτις εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἀτυχιῶν του. Ἐσχάτως π. χ. ἀπώλεσε φίλους, τοὺς ὁποίους γινώσκουσι βεβαίως οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν πέριξ Ἐπαρχιῶν, ἀπώλεσε Δημάρχους καὶ πρώην Δημάρχους καὶ ἄλλους ἰσχυροὺς κομματάρχας. Πάντες οὗτοι τὸν ἐγκατέλειψαν, ἕνεκα τῶν πολιτικῶν του ἀτασθαλιῶν. Τί πταίω ἐγὼ εἰς τοῦτο; Τί πταίει ὁ Ἔπαρχος Κολώκας;
§57ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐγνώρισα πολλὰς Κυβερνήσεις παρὰ μίαν· ἑπομένως πᾶν ἄλλο δύνασθε νὰ μοὶ ἀποδώσητε ἢ τὸ ὄνομα «ἀτάσθαλος».
§58Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, εἶναι ὅτι τὸν συμβουλεύω ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πολιτεύηται σωφρονέστερον ἐν Ὀλυμπίᾳ ἵνα μὴ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην ν’ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα εἰσὶν ἀνάξια ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταθέτω τὰ δύω τελευταῖα ἔγγραφα περὶ τοῦ λιμένος τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Κοντογούρης, τὴν ἔκθεσιν τῆς τριμελοῦς Ἐπιτροπῆς τῆς διορισθείσης νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος, τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν τῶν Νομικῶν συμβούλων καὶ τὴν προηγουμένην γνωστὴν τῶν Νομικῶν συμβούλων· διότι ἡ τελευταία ἀναφέρεται εἰς τὴν πρώτην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐζήτησεν ὁ κ. Κοντογούρης τὸν ὅλον φάκελλον, τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὸ ζήτημα τοῦ λιμένος· δὲν πιστεύω νὰ τοῦ χρειάζεται, διότι καὶ πέρυσι κατετέθη· ἂν τοῦ χρειάζεται, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸν φέρω. Θὰ τῷ παρατηρήσω μόνον μίαν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὅτε παρεπονέθη, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον δὲν ἀπήντησα εἰς ἐπερώτησίν του περὶ λιμένος, ἀλλὰ δὲν εἶμαι αἴτιος ἐγώ.
§60ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πολὺ καλά. Καταθέτω ἤδη καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν παῦσιν τοῦ Ἀστυνόμου Πατρῶν. Καταθέτω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα ὅτι ἀρκοῦσιν· εἶναι καὶ ἄλλα, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνώσετε αὐτὰ, δὲν θὰ ζητήσητε ἄλλα.
§62ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ Ἀστυνόμου Λεβαδείας δὲν μᾶς ἀπηντήσατε.
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἀπήντησα, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν ὀφείλῃ ἢ μὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδέχηται τυφλῶς τὰς προτάσεις τῶν Δημάρχων περὶ Ἀστυνόμων. Ἐγὼ ἔχω γνώμην, ὡς εἶπα καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἐπειδὴ εἷς Δήμαρχος ἔχει δικαίωμα νὰ προτείνῃ ἕνα Ἀστυνόμον, δὲν ἔπεται ὅτι καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ Βασιλεὺς ὀφείλουσι νὰ παραδέχωνται ἀμέσως τὴν πρότασιν ὡς νὰ ἦναι πρωτοκολληταὶ τοῦ Δημάρχου. Τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ὑποβληθῇ ἡ αἴτητις, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ προτεινόμενος εἶναι κατάλληλος ἢ ὄχι. Προτάσεις ἄλλως περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμων, ἐξ ὅσων μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐπροτάθησαν ἕως τώρα, δὲν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς παρὰ δύω ἢ τρεῖς, αἱ λοιπαὶ ὅλαι ἐγένοντο δεκταί· ὑπάρχουσι δὲ ἐκκρεμεῖς δύω ἢ τρεῖς, διότι οἱ Δήμαρχοι ἐπιμένουν νὰ προτείνωσι καὶ ὑποστηρίζωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω, δὲν εἶναι κατάλληλα. Ἔχω, κύριοι, ἀποδείξεις, ὅτι οὐχὶ ὅλαι αἱ προτάσεις τῶν Δημάρχων εἶναι ἀσφαλεῖς. Ἐγὼ ὑπέβαλα πρότασιν περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμου ἐπὶ τῇ ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει Δημάρχου, ἀφοῦ δὲ ἐνεκρίθη, μετ’ ὀλίγον αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Δήμαρχος ἐπιμόνως μοὶ ἔγραφε νὰ τὸν παύσω, ὡς μὴ δυνάμενον νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ παραδεχθῶ τὴν δευτέραν πρότασιν περὶ παύσεως τοῦ πρὸ μικροῦ διορισθέντος Ἀστυνόμου. Ἔχω ἐκκρεμῆ πρότασιν Δημάρχου περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμου, ἀνθρώπου καταδικασθέντος ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ στερουμένου τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Μοὶ ὑπεβλήθη πρότασις καὶ ἐνεκρίθη ὡς Ἀστυνόμος πρὸ ὀλίγου ἄνθρωπος, ἄλλοτε καταδικασθεὶς ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον διὰ φόνον. Ἠγνόουν τοῦτο· ἀπεκατεστάθη εἰς τὰ πολιτικὰ δικαιώματά του, ἀλλ’ ἂν τὸ ἐγνώριζα πρὸ τῆς προτάσεως, δὲν θὰ ὑπέβαλα πρότασιν περὶ διορισμοῦ του. Ἂν δὲ ἔπραττον τοῦτο, θὰ ἐπεκρινόμην παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς μὴ ἐκτελέσας τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιπτώσει ἤθελεν εὑρεθῇ τις ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὸν ὁποῖον βλέπω, ὁ ὁποῖος θὰ μοὶ ἔλεγεν ὅτι καλῶς ἔπραξα.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐγνωρίζετε ὅταν τὸν διωρίσατε, ἀλλὰ κατόπιν, ἀφοῦ ἐμάθατε τὰ κατ’ αὐτὸν, διατί δὲν τὸν παύετε;
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι ἔχω ἐνώπιόν μου ἐμπόδιον ἠθικὸν οὐχὶ νομικόν. Ἐνώπιον τοῦ νόμου ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐν τῇ πλήρει ἐνασκήσει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του. Ἂν τὸ ἐγνώριζον, δὲν ἤθελον ὑποβάλει τὴν πρότασιν τοῦ διορισμοῦ. Ἤδη ὅμως δὲν ἔχω καμμίαν νόμιμον ἀφορμὴν διὰ νὰ προτείνω τὴν παῦσίν του· θέλω ὅμως τὸν ἐπιτηρεῖ.
§66Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα προσεκτικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκθέσαντα ἰδέας περὶ διορισμοῦ Δημοτικῶν Ἀστυνόμων καὶ εἰσπρακτόρων ἄρδην ἀντικειμένας εἴς τε τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς κάλυψιν πράξεώς του συμφώνου πρὸς τοιαύτας ἰδέας του προσέφυγεν εἰς σαθρὰς δικαιολογήσεις, μὴ περιποιούσας τιμὴν εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις πρώτιστον καθῆκον ἔχει νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἐξαρτωμένης ἐκ μόνης τῆς ἀκριβοῦς, εἰλικρινοῦς καὶ ἐν γένει ἀμερολήπτου ἐκτελέσεως τῶν Νόμων· διότι ὁμολογουμένως ἡ θρασεῖα παράβασις τῶν Νόμων ὑπὸ τῶν ἐντεταλμένων νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀφατριάστου ἐφαρμογῆς των παριστᾷ κατάστασιν ἔκρυθμον, διασαλεύουσαν τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐφ’ ἧς στηρίζονται καὶ συντηροῦνται αἱ κοινωνίαι. Ἡ τολμηρὰ τῶν Νόμων παράβασις παραδειγματίζει ἕκαστον εἰς ἀπομίμησιν, εἰς τὴν ὁποίαν πάντοτε ῥέπουσιν οἱ διοικούμενοι, οὕτω δὲ διασαλεύονται αἱ βάσεις τῆς συντηρήσεως τῶν κοινωνιῶν. Ἀγνοῶ ὁποῖον χαρακτηρισμὸν νὰ δώσω εἰς τὰς περὶ διορισμοῦ Δημοτικῶν Ἀστυνόμων ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι αὗται καταδεικνύουσιν ἀπροκάλυπτον φατριασμόν, ἢ παχυλὴν ἄγνοιαν τοῦ σκοποῦ, τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομίας τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου. Τὸ Δημοτικὸν σύστημα εἶναι τὸ πρώτιστον καὶ κυριώτερον σχολεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ ἀναπτύξεως τοῦ κοινοῦ φρονήματος εἰς κατανόησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου ἔν τε τῷ δήμῳ καὶ ἐν τῇ Πολιτείᾳ, καὶ εἰς προαγωγὴν τοῦ ἀτόμου εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ τάττει ἡ φύσις καὶ ὁ προορισμός του. Ἐπὶ τοιούτων ἀρχῶν ἐρειδόμενος καὶ ὁ Δημοτικός μας Νόμος διαγράφει τά δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῶν Δημάρχων ὡς καὶ αὐτῆς τῆς προϊσταμένης ἀνωτέρας Ἀρχῆς, τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἀντικειμένων. Ποιεῖ σοφὴν καὶ καθαρὰν διάκρισιν τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων τῶν τε Δημάρχων καὶ Κυβερνήσεως. Οἱ ἐνθερμότεροι ὀπαδοὶ τῆς συγκεντρώσεως οὐδέποτε ἠρνήθησαν εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς διοικήσεως τῶν τοπικῶν της ὑποθέσεων, ὡσαύτως δὲ οἱ ἔνθερμοι ὀπαδοὶ τῆς ἀποκεντρώσεως οὐδέποτε ἠρνήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως· ἀλλ’ οὐδέποτε ἀνεγνωρίσθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως εἰς αὐτὴν τὴν καθαρὰν δημοτικὴν διοίκησιν. Ἀναγνώρισις τοιαύτης ἀρχῆς μετατρέπει τὴν ἔννομον ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κηδεμονίαν τῶν Δήμων, καταστρέφει δὲ τὴν ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων αὐτοβουλίαν τῶν Δήμων περὶ τὴν διοίκησιν τῶν δημοτικῶν ὑποθέσεων καὶ ἐν γένει καταπιέζει τὸ δημοτικὸν φρόνημα καὶ πνεῦμα ὡς πρὸς τὰς σκέψεις περὶ τῶν δημοτικῶν καὶ δημοσίων ὑποθέσεων. Ὁποῖον δικαίωμα ἔχει ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ δημοτικῶν ὑπαλλήλων; Τοὺς ὑποδεστέρους διορίζει ὁ Δήμαρχος κατὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου. Τὸν Ἀστυνόμον καὶ Δημοτικὸν εἰσπράκτορα διορίζει ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Δημάρχου, προκειμένου περὶ Ἀστυνόμου, καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει τριῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὑποψηφίων, προκειμένου περὶ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος. Ὁ διὰ Β. Διατάγματος διορισμὸς τούτων εἶναι δημοσία ἀναγνώρισις καὶ ἐνίσχυσις ὡς ἐπιφορτιζομένων καὶ μὲ καθήκοντα δημόσια. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται καὶ ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποῤῥίπτῃ κατὰ τὴν κρίσιν του τὸν διορισμὸν τοῦ προτεινομένου, διότι ἐκ φατριασμοῦ δὲν τῷ ἀρέσκει ὅπως δήποτε. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀναγνωρίσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα ἐπὶ τῶν διορισμῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐὰν καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχὴν, ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξ ἁπλότητος ἐξέθηκε, ποῦ θέλομεν φθάσει; κατὰ τὴν ἰδιάζουσαν ταύτην λογικὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐπέλθει ὥστε οἱ Δήμαρχοι, οἵτινες κατὰ ῥητὴν διάταξιν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλέγονται, καὶ τῶν ὁποίων ὁ διορισμὸς περιβάλλεται διὰ Β. Διατάγματος, ὡς ἀναγνώρισις, νὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ τὸν μὲν νὰ ἐπικυροῖ καὶ ἀναγνωρίζῃ, τοῦ δὲ ἑτέρου τὴν ἐκλογὴν νὰ ἀκυροῖ καὶ προκαλῇ νέαν ἐκλογήν. Στοχασθῆτε, κύριοι, εἰς ποῖον τερατῶδες σύστημα φθάνουσιν αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐκ φατριασμοῦ ἢ ὡς ἐκ παχυλῆς ἀγνοίας τῆς διασκευῆς τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου, προλαμβάνοντος δι’ εἰδικῶν διατάξεων πάσας τὰς ἀξίας λόγου περιστάσεις τῆς δημοσίας τάξεως! Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι σᾶς ἀπασχολῶ μὲ λεπτομερείας θεωρητικάς, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος πρὸς τοῦτο ὡς ἐκ τῶν παραλόγων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐτόλμησε νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας καὶ καθιερώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἀληθῶς νὰ ἐπιτηρῇ τὴν πορείαν τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν καὶ νὰ τὰς καθοδηγῇ εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τῶν νόμων τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς, οὐδαμῶς δ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεμβαίνῃ ἐκ φατριασμοῦ καὶ παρεμβάλλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἔννομον πορείαν τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, ἵνα τὴν καταδείξῃ ἀνίκανον, ἐκθέτουσα τὸν δημοτικὸν ἄρχοντα εἰς τὴν ἐπίκρισιν. Τοιαύτη διαγωγὴ ἀντίκειται εἰς τὸ καθῆκον Ὑπουργοῦ εὐσυνειδήτου καὶ ἔχοντος ὑπ’ ὄψιν τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχηται τῶν ἐννόμων ὁρίων καὶ ἀντιστρατεύηται εἰς τοὺς γενικοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὡς ἄλλοτε ἐγένετο πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἀλλαχοῦ, διότι τοῦτο ἔχει κακὰς συνεπείας. Ἕνεκα τούτου ὁ δημοτικός μας νόμος ἔδωκεν εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν πολλὰ δικαιώματα καὶ αὐτοβουλίαν εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν τοῦ Δήμου, ἀλλ’ ἔδωκε καὶ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν Ἀρχὴν δικαιώματα κατ’ αὐτῆς. Ἐὰν Δήμαρχος ἢ Δημοτικὸς Ἀστυνόμος ἢ Δημοτικὸν Συμβούλιον κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του ἐξέρχηται τῶν νομίμων ὁρίων, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ καθοδηγῇ καὶ περιορίζῃ τὸν Δημοτικὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν ἔννομον ἐκπλήρωσιν τῆς ὑπηρεσίας του, καὶ νὰ προβαίνῃ μετὰ περισκέψεως εἰς τὴν δικαστικὴν καταδίωξίν του, ἢ καὶ εἰς τὴν παῦσίν του κατὰ τοὺς διαγεγραμμένους νομίμους τύπους, ἐὰν ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα ἀπαιτῶσι τοῦτο κατεπειγόντως εἰς πρόληψιν σπουδαίων κοινωνικῶν κλονισμῶν. Δὲν δύναται ὅμως νὰ ἰσχυρισθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἐκτελεστικὴ Ἀρχὴ, ὅτι δὲν τῇ ἀρέσει ὁ δεῖνα ἐκλεγόμενος ἢ προτεινόμενος δημοτικὸς ὑπάλληλος, ἐπερειδομένη ἐκ φατριασμοῦ εἰς λόγους μηδαμινούς, ἀναξίους συζητήσεως καὶ οὐχὶ εἰς ἀποῤῥέοντας ἐκ τοῦ νόμου. Ἑπομένως ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προκαλέσῃ τὸ ἀπαιτούμενον Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ διορισμοῦ τοῦ ἀπὸ δεκατεσσάρων ἤδη μηνῶν προταθέντος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Παμίσου Δημοτικοῦ Ἀστυνόμου καὶ οὐχὶ νὰ ἀντιστρατεύηται κατὰ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς καὶ τῶν Δημοτικῶν συμφερόντων, ἀρνούμενος ἐκ φατριασμοῦ τὸν διορισμὸν τούτου. Εἶναι ἀπελπισία, εἶναι κἄτι τι, ὅπερ δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, τοιαύτη διαγωγὴ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχοντος καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ εὐδαιμονίας τῶν Δήμων, οὐχὶ δὲ νὰ προκαλῇ διὰ τῆς πορείας του διαιρέσεις καὶ ἔριδας, ἐπάγων τὴν παραλυσίαν καὶ καταστροφήν των, διότι δὲν προτείνουσι τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ κ. Λομβάρδου. Ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, ἀλλὰ προέβη ἔτι περαιτέρω. Γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὸν Δημοτικὸν νόμον ὁ Δήμαρχος διορίζει τοὺς κατωτέρους Δημοτικοὺς ὑπαλλήλους, ἐν οἷς καὶ τοὺς Ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, τῇ προτάσει τοῦ Δημοτικοῦ Ἀστυνόμου. Συνεπείᾳ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ὁ Δημοτικὸς νόμος τῷ δίδει, ἀπέλυσε τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δήμου Παμίσου δύω Ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ἐκοινοποίησε δὲ τοῦτο πρὸς τὸν Δημοτικὸν Ἀστυνόμον τὸν ὑπὲρ τὸ ἔτος διατηρούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου, καὶ προεκάλεσεν αὐτὸν εἰς πρότασιν δύω ἄλλων πρὸς ἀντικατάστασίν των. Ὁ κ. Λομβάρδος ὅμως, πολεμῶν τὸν Δήμαρχον Παμίσου συστηματικῶς, διέταξεν ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ παῦσις τῶν κλητήρων τούτων ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἄνευ προτάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Ἀστυνόμου, ἐνῷ κατὰ τὸν Δημοτικὸν νόμον πρότασις ἀπαιτεῖται εἰς διορισμὸν καὶ οὐχὶ εἰς δεδικαιολογημένην ἀπόλυσιν, οἵα ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Δημάρχου. Τοιαύτη εἶναι ἡ εὐσυνειδησία τοῦ κυρίου Λομβάρδου περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν.
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μήπως δὲν εἶναι ἀκριβές;
§68Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον τοῦτο, καὶ θέλω σᾶς φέρει τὰ ὀνόματα τῶν ἀπολυθέντων κλητήρων. Ὁ νόμος ὁ δημοτικὸς στηρίζεται, ὡς εἶπον, ἐπὶ ἀρχῶν ἐλευθερίων καὶ σκοπουσῶν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ δημοσίου φρονήματος, ὥστε νὰ σκέπτηται καὶ ἐνεργῇ ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων αὐτοβούλως καὶ νὰ μὴν ἀναμένῃ τὰ πάντα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, λαμβάνων οἱονεὶ διαταγὰς καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα. Ὁ κ. Λομβάρδος ὅμως, τ’ ἀναντία πρεσβεύων, φρονεῖ, ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ συγκεντρωθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ δὲ Δήμαρχος οὐδὲν καλὸν τῷ Δήμῳ δύναται νὰ πράττῃ, ἂν δὲν εἶναι ὀπαδὸς τοῦ συστήματος, καὶ τυφλὸν πειθήνιον ὄργανον τῶν διαθέσεών της. Τοιαῦτα νὰ φρονῶσι καὶ λέγωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔχουσι σήμερον τὴν τόλμην οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπηγγέλθησαν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ οἵτινες διὰ τῶν ἐπαγωγῶν τούτων ὑποσχέσεων παρέσυρον πολλοὺς εἰς ὑποστήριξίν των! Ὁ κ. Λομβάρδος ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν προεκάλεσε τὸν διορισμὸν τῶν προταθέντων ὑπὸ τῶν οἰκείων Δημάρχων εἰς τὰς θέσεις Δημοτικῶν Ἀστυνόμων Παμίσου καὶ Λεβαδείας· διότι εἶχεν ἐναντίας περὶ αὐτῶν πληροφορίας. Ἀλλ’ ἀπὸ τίνας ἐλάβετε ταύτας, κύριε Λομβάρδε; ἀπὸ τοὺς φίλους σας, ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ συστήματός σας. Ἀλλὰ τί διϊσχυρίσθη πάντοτε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις; οὐδὲν ἕτερον ἢ ὅ,τι καὶ ὑμεῖς βεβαιοῦτε, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν λαμβάνετε τὰς ἐμπνεύσεις ἀπὸ τοὺς ὀπαδούς σας, καὶ ἐνεργεῖτε κατὰ τὰς ἐπιθυμίας τούτων καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ καθήκοντος. Περιορίζομαι εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας παρατηρήσεις πρὸς κατάδειξιν τῆς ἐκκεντρικωτάτης πορείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις καὶ πρὸς τὸν Δημοτικὸν νόμον καὶ πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον ἀντίκειται.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅστις ἤκουσε τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, εἰπόντα ὅτι ἐθέσαμεν ἀρχὰς, οἵας ἀνέφερε, θὰ ἐνόμισεν ὅτι οὐδεμία πρότασις Δημάρχου περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμου ἐγένετο δεκτή. Ἐγὼ εἶπον ὅτι μόνον δύω ἢ τρεῖς προτάσεις Δημάρχων, ἐκ τῶν περίπου 440, εἶναι ἐκκρεμεῖς, πᾶσαι αἱ λοιπαὶ ἐξετελέσθησαν. Διατί αὐτὸς ὁ θυμὸς ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ὅλου τοῦ Κράτους; διότι εἷς ἐκ τῶν δύω τούτων ἢ τριῶν Δημάρχων, τῶν ὁποίων αἱ προτάσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς, εἶναι ὁ Δήμαρχος Παμίσου. Ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία παρένθεσις. Κατὰ τὴν σταθερὰν νομολογίαν τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν γνώμην ὅλων σχεδὸν τῶν δημοσιολόγων καὶ κατὰ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων μας, ὁ Δήμαρχος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι Δήμαρχος. Ἐξελέχθη μὲ πλειοψηφίαν δύω μόνον ψήφων. Ἡ ἐκλογή του προσεβλήθη, καὶ διότι δέκα ἓξ ἐκλογεῖς ἐφαίνοντο ψηφίσαντες, ἐνῷ, ὡς διετείνοντο οἱ προσβάλλοντες, δὲν ἠδύναντο νὰ ψηφοφορήσωσιν, ὡς ἀπόντες ἢ τεθνεῶτες (θόρυβος). Τὸ Δικαστήριον ἐξήτασε τὰς προσβολὰς ταύτας κατὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ παρεδέχθη, ὅτι μόνον τέσσαρες οὐχὶ δέκα ἓξ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφίσωσιν, ἀλλ’ ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ δικαστήριον ἐσκέφθη ὅτι, ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ περὶ τοῦ ποίου οὗτοι ἐψήφισαν κάλπην, ὤφειλε νὰ ἐγκρίνῃ καὶ ἐνέκρινε τὴν ἐκλογήν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἶναι σωστὴ ἡ ἀπόφασις. Λέγω ὅμως ὅτι κατὰ τὰ προηγούμενα τῆς Βουλῆς, κατὰ τοὺς δημοσιολόγους καὶ κατὰ τὰς ἀποφάσεις ἄλλων Δικαστηρίων, ἡ ἐκλογὴ ἦτο ἄκυρος, διότι ἡ πλειοψηφία δὲν τεκμαίρεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ προκύπτῃ ἀναμφίβολος· οὐχ ἧττον ὁ Δήμαρχος ἐνεκαθιδρύθη καὶ ἔπρεπε νὰ ἐγκαθιδρυθῇ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα δι’ ἐμὲ ἦτο μία αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου τούτου περὶ διορισμοῦ Ἀστυνόμου ἐθεώρησα ὕποπτον, αὐτὸς δὲ ὁ Δήμαρχος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν, ὡς δεύτερον Ἀστυνόμον, ἄνθρωπον καταδικασθέντα ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον καὶ μὴ ἔχοντα πολιτικὰ δικαιώματα, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν παρεδέχθην. Εἶναι τοῦτο παράβασις τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν; Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τῶν Δημάρχων θὰ ἀναφέρω γεγονὸς καὶ γειτονικῆς Ἐπαρχίας τοῦ κ. προλαλήσαντος. Ὁ Δήμαρχος Καλαμῶν ἐπιμόνως ἐπρότεινεν Ἀστυνόμον ἓν πρόσωπον. Ἐγὼ εἶχον ἀμφιβολίας, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος ἐπέμενε νὰ γείνῃ ὁ διορισμός· διωρίσθη, ἀλλὰ κατόπιν πάλιν ὁ αὐτὸς Δήμαρχος ἐζήτησε τὴν παῦσίν του. Αὐτὸς εἶναι ὁ Δήμαρχος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔλεγα πρὸ ὀλίγου ὅτι ἀπῄτησε τὴν παῦσιν τοῦ Ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἐπιμόνως εἶχε προτείνει. Ὡς πρὸς τὰ περὶ κλητήρων, γινώσκει ὁ προλαλήσας ὅτι ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ Ἀστυνόμου καὶ Δημάρχου περὶ διορισμοῦ τῶν κλητήρων, τὴν διαφωνίαν αἴρει ὁ Νομάρχης. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν τοιοῦτον ζήτημα ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἂν ὅμως ἦλθε, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον τὴν διαφορὰν τὴν λύει ὁ Νομάρχης. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα γεγονὸς, μὲ τὸ ὁποῖον κατεστρέψαμεν τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας!
§70Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ἔθιξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς Παμίσου, ἰσχυρισθεὶς ὅτι ὁ νῦν Δήμαρχος ἐπέτυχε δι’ ἐλαχίστης πλειονοψηφίας, καὶ κατακρίνας τὴν ἐπικυρωτικὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ λόγων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς διεσκεύασε καὶ ἐξέθηκεν ἐνώπιόν σας. Τί δὲν κάμνει ὁ φατριασμός; Εἰς ποῖον σημεῖον δὲν ὠθεῖ; Τὸ δικάσαν τὴν ἐκλογὴν Δικαστικὸν Συμβούλιον συνέκειτο ἐξ ἀνδρῶν δεδοκιμασμένων καὶ εὐτυχῶς μὴ ἐχόντων ἀνάγκην τῶν συστάσεων τινὸς κατὰ τῶν συκοφαντιῶν, ἔστω καὶ παρὰ Ὑπουργῶν προβαινόντων ἐκ φατριασμοῦ εἰς τοιαύτας ἀτασθαλίας κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ὅταν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους, παρασυρόμενος ἀπὸ τὸν φατριασμὸν καὶ τὸ πάθος, τοιαύτην φέρῃ κρίσιν περὶ τῆς ἐν τῇ πατρίδι του δικαιοσύνης, ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀλλοδαποὶ πεποίθησιν περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης; Εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, ἐναπόκειται νὰ κρίνετε ἂν τὸ δεδικασμένον ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὡς εἰς ἄγκυραν ὁ νόμος ἀνέθηκε τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, ὑπάγηται ὀρθῶς εἰς τὴν ἐπίκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἰς πάντα καὶ αὐτὸν μόνον τὸν κοινὸν νοῦν ἔχοντα ἐναπόκειται νὰ κρίνῃ ἂν ἦναι λογικὸν, ἂν ἦναι ὀρθὸν, ἂν συνάδῃ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ θέτῃ εἰς ἀμφιβολίαν τὸ ὁριστικῶς δεδικασμένον. Τοιαύτη Ὑπουργικὴ ἀτασθαλία εἶναι ἀπελπιστικὴ, ἐμφαίνει ἀκαταλόγιστον βαθμὸν θράσους, καὶ ἐναπόκειται εἰς τοὺς συναδέλφους του νὰ σκεφθῶσι σπουδαίως ἐπὶ τούτου. Ὅταν Ὑπουργὸς τοῦ Κράτους τοιαύτας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐκφέρῃ βλασφημίας κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, εἶναι ὁ ἀσπονδότερος τῆς δικαιοσύνης ἐχθρὸς, καὶ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ὑπερισχύσεως τοῦ φατριασμοῦ. Τὰ δικαστήρια, λειτουργοῦντα εὐσυνειδήτως κατὰ τὰς σκέψεις καὶ κρίσεις των, ἀπεδείχθησαν ἡ σώτειρα ἄγκυρα κατὰ τοῦ φατριασμοῦ καὶ τῶν παρανομιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς. Εἰς ταύτην προσφεύγει ὁ ἀδικούμενος ὑπὸ τῆς φατριαζούσης Ἀρχῆς καὶ προστατεύεται ἐντὸς τοῦ νόμου μεθ’ ὅλας τὰς εἰς ταύτην ἐμμέσως πολλάκις γενομένας πιέσεις εἰς μέλη δικαστικά. Διὰ τῆς ἐπικρίσεώς σας, κύριε Ὑπουργὲ, θέλετε καὶ αὐτὴν τὴν ἄγκυραν νὰ ἐξαλείψητε! Ἀφοῦ μετὰ τὴν ὑπερίσχυσιν τοῦ ἀπροκαλύπτου φατριασμοῦ μόνη ὑγιὴς μένῃ, ἐπιχειρεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ, καὶ ταύτην νὰ καταστρέψητε, ἵνα μὴ μένῃ οὐδὲ εἷς τοῖχος τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος! Προβῆτε εἰς τὸ ἔργον σας, καὶ θέλετε ταχύτερον δρέψει τοὺς καρποὺς, οὓς ἐσπείρατε. Μετὰ ταῦτα μεταβαίνω εἰς τὰ περὶ τοῦ προταθέντος εἰς τὴν θέσιν Ἀστυνόμου τοῦ Δήμου Παμίσου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἀναστολῆς τοῦ διορισμοῦ τούτου ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ προταθεὶς ὡς τοιοῦτος διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, εἶναι ψεῦδος. Ὅταν ὁμιλῆτε, κύριε Ὑπουργὲ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὀφείλετε νὰ λέγητε ἀληθείας καὶ νὰ μὴ προσφεύγητε εἰς ψεύδη· εἰς ἀπόδειξιν δὲ ὅτι ἐψεύσθητε, θέλω φέρει αὔριον καὶ καταθέσει εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι δὲν προεκλήθη ὁ διορισμός του ὑφ’ ὑμῶν ὡς ἐκ τοῦ φατριασμοῦ σας καὶ οὐχὶ διότι διατελεῖ ὑπὸ κατηγορίαν.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν Δῆμον Παμίσου ὁμιλεῖτε;
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Περὶ τοῦ ἐκεῖ προταθέντος δευτέρου Ἀστυνόμου.
§73Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ προταθέντος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρώτου Ἀστυνόμου καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τοῦ δευτέρου.
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοὶ ἐπρότεινεν ὁ Δήμαρχος διὰ δεύτερον Ἀστυνόμον ἄνθρωπον καταδικασθέντα.
§75ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ δίδεται ἀφορμὴ, μεταβαίνω εἰς τὰ τοῦ προταθέντος εἰς τὴν θέσιν δευτέρου Ἀστυνόμου. Ἐπροτάθη ὡς δεύτερος Ἀστυνόμος ἀνὴρ ἱκανὸς καὶ δραστήριος, ὅστις καὶ εἰς τὰ προκάτοχα Ὑπουργεῖα εἶχε διορισθῆ εἰς τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἐξεπλήρου κάλλιστα καθήκοντα δευτέρου Ἀστυνόμου. Ὁ ἀνὴρ οὗτος εἶχε καταδικασθῆ τὸ 1862, ἀλλ’ ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν κατὰ τὴν Μεταπολίτευσιν, καὶ ἀνέκτησε τὰ πολιτικά του δικαιώματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς καὶ πολλοὶ ἕτεροι εἶχον ἀποκτήσει ταῦτα καὶ εἶχον κατὰ καιροὺς διορισθῆ εἰς δημοσίους ὑπηρεσίας, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ὁ λαὸς, ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του τότε, ἐχάρισεν εἰς τούτους τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν καὶ τοὺς ἀποκατέστησεν εἰς τὰ πολιτικά των δικαιώματα διὰ τῆς ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολύσεώς των. Τοιαῦτα ἔχων περὶ αὑτοῦ προηγούμενα ὁ νῦν Δήμαρχος, καὶ μάλιστα ὅτι καὶ τὸ ἔτος 1880, καθ’ ὃ διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου διετέλει τοιοῦτος ἐν τῷ Δήμῳ Παμίσου, προῆλθε νὰ τὸν προτείνῃ καὶ νῦν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, δότι καὶ ὁ Δήμαρχος, ἅμα τῷ ἐγένοντο αἱ δέουσαι παρατηρήσεις, ἀπέσχε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν περὶ αὐτοῦ ὡς δευτέρου Ἀστυνόμου πρότασίν του, καὶ ἡ θέσις αὕτη εἶχε καταργηθῆ διὰ τοῦ δημοτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Ἐκ τούτων βεβαιοῦσθε, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δευτέρου Ἀστυνόμου, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πρώτου, τὸν ὁποῖον ὁ Δήμαρχος ἐπρότεινεν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1883, καὶ τοῦ ὁποίου τὸν διορισμὸν ἀρνεῖται ὁ κ. Λομβάρδος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προκαλέσῃ, διατηρήσας, κατὰ παράβασιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου, μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1884, ἤτοι ἐπὶ ἓν ἔτος ἐκ φατριασμοῦ τὸν πρώην δημοτικὸν Ἀστυνόμον. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τοῦ προκατόχου δημοτικοῦ Ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Λομβάρδος ἀντιστρατευόμενος εἰς τὰ δημοτικὰ συμφέροντα καὶ πρὸς χάριν τοῦ κόμματος ὑποθάλπων τὰ ἐγχώρια πάθη καὶ ἔριδας, διετήρησεν ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀνέφερεν ὁ φρούραρχος Μεσσήνης εἴς τε τὸν Δήμαρχον, Ἔπαρχον, μοιραρχίαν καὶ τὸν ταγματάρχην διοικητὴν τοῦ τάγματος τῶν εὐζώνων. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν χαμπαρίζει ἀπὸ τοιαῦτα, ἔχων βάσιν τῶν ἐνεργειῶν του τὸν φατριασμὸν καὶ ἀδιαφορῶν πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον, ὅταν τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κόμματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα διαπράττει. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑφίσταται ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐν τῇ ἄκρᾳ εὐσυνειδησίᾳ του πρεσβεύει, ὅτι ὑπὲρ τοῦ κόμματος γαία μιχθήτω πυρί. Ταῦτα πρεσβεύει καὶ τοιαύτην πορείαν ἀκολουθεῖ.
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Ἀστυνόμος, περὶ οὗ ὁμιλεῖτε, ἐπαύθη.
§77ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐπαύθη; Τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1884, ἤτοι μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς περὶ παύσεώς του προτάσεως τοῦ Δημάρχου, καὶ μετὰ τέσσαρας πέντε μῆνας ἀπὸ τῆς κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου τούτου ἐκθέσεως τοῦ φρουράρχου Μεσσήνης. Οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες σέβονται τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἔχουσι συνείδησιν καὶ συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, δὲν πολιτεύονται οὕτως, δὲν εἶναι θρασεῖς φατριασταί, δὲν ἐξωθοῦσιν εἰς ἀτοπήματα τοὺς πολίτας, ἐνθαῤῥυνομένους ἀπὸ κυβερνητικὴν προστασίαν, ἢ ἀναγκαζομένους εἰς αὐτοδικίας. Τὸν φατριασμὸν καὶ τὰς πιέσεις δύνανται οἱ Ὑπουργοὶ νὰ κάμωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, εἰς τὴν διεύθυνσιν ὅμως τῶν κοινῶν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας, νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, δίδοντες πρῶτοι αὐτοὶ οὗτοι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, καὶ νὰ μὴ φρονῶσιν, ὅτι διὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῶν παχυλῶν ὑποσχέσεων δύνανται νὰ ἐξαπατῶσιν ἐπ’ ἄπειρον τοὺς ἁπλουστέρου;. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι κατ’ ἀρέσκειαν δύνασθε νὰ διευθύνητε τὰ τῆς Πολιτείας καὶ νὰ ἐνισχύσητε πρὸς τούτοις τὸν φατριασμὸν διὰ τῆς διαφθορᾶς, ἀπατᾶσθε οἰκτρῶς. Μὴ στηρίζεσθε οὔτε εἰς τὴν διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων, οὔτε εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ τοιαύτη διὰ τῆς διαφθορᾶς πολιτεία σας θέλει ἔχει ταχέως ἢ ὀψὲ τὰς κακὰς συνεπείας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν σας. Τοῦτο διδάσκει ἡ ἱστορία τῶν Ἐθνῶν καὶ πρὸ πάντων τῆς πατρίδος μας.
§78ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79Θ. ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ὀρθῶς ὑπεστήριξεν, ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Δημοτικοῦ ἡμῶν Νόμου ὁ Δήμαρχος εἶναι ἀπόλυτος κύριος τῆς διευθύνσεως τῆς Δημοτικῆς Ἀστυνομίας καὶ ἑπομένως ὅπου ἀποξενοῦται τῆς αὐτοπροσώπου ἐνεργείας τῆς ἀστυνομικῆς διοικήσεως διὰ τοῦ διορισμοῦ ἄλλου Ἀστυνόμου, ὁ Ἀστυνόμος πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἄμεσον ὄργανον τῆς ἀπολύτου αὐτοῦ ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἰδέα αὕτη πράγματι θεμελιοῦται εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Δημοτικοῦ ἡμῶν Νόμου· ἀλλὰ μετὰ τὸν δημοτικὸν Νόμον ἐξεδόθη ἄλλος Νόμος, ὅστις ἔτι ἀκριβέστερον καὶ σαφέστερον κανονίζει τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἀστυνόμων. Ὁ Ἀστυνομικὸς Νόμος τῆς 31 Δεκεμβρίου τοῦ 1836 ἐν ἄρθρῳ 6 περιέχει διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ ἐκτελεστικὴ δύναμις εἰς ἀστυνομικὰς ὑποθέσεις ἀπόκειται εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ ἐνεργεῖται παρ’ αὐτοῦ ἀμέσως ἢ δι’ ἐπιφορτίσεως ἄλλου». Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐμφαίνεται προφανῶς, ὅτι ὁ κανὼν εἶναι ὅτι ὁ Δήμαρχος ἐνασκεῖ τὴν Ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν αὐτοπροσώπως, ἀλλ’ ὅτι, ὅπου τοῦτο δὲν εἶναι κατορθωτὸν ἕνεκα ἄλλων λόγων, ἕνεκα τοπικῶν περιστάσεων, ἕνεκα τῆς ἐκτάσεως τοῦ Δήμου καὶ πρὸ πάντων τῆς πρωτευούσης τοῦ Δήμου, ἐκεῖ ἐπιφορτίζεται ἄλλος ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Δημάρχου· ἑπομένως εἶναι τυπικὸς μόνον ὁ διορισμὸς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἔτι σαφέστερον γίνεται τοῦτο ἐκ τοῦ κατόπιν ἄρθρου τοῦ Ἀστυνομικοῦ Νόμου, τοῦ ἄρθρου 9. «Εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις, ἀνάγκης τυχούσης, προσκολλῶνται εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ εἷς ἢ δύω Ἀστυνομικοὶ διευθυνταὶ πρὸς διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομίας. Οὗτοι διορίζονται παρὰ τοῦ Βασιλέως κατὰ πρότασιν τοῦ Δημάρχου». Τί ἄλλο ἐμφαίνει τὸ ἄρθρον τοῦτο ἢ ὅτι ἡ Ἀστυνομικὴ ἐξουσία εὑρίσκεται ὁλόκληρος εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Δημάρχου; ὅτι ὁ κανὼν ἑπομένως εἶναι, ὅτι πανταχοῦ καὶ πάντοτε ὁ Δήμαρχος ἔχει εἰς χεῖρας αὐτοῦ ὅλην τὴν Ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, διευθύνει πᾶσαν τὴν Ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν, ἣν δύναται νὰ μεταβιβάσῃ ἐν τοῖς μεγάλοις Δήμοις διὰ τὸ δυσχερὲς τῆς αὐτοπροσώπου ἐκπληρώσεως τῶν ἀστυνομικῶν καθηκόντων εἰς πρόσωπα ἐμπνεόμενα ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ δημοτικοῦ φρονήματος καὶ παρέχοντα πλήρη πίστιν αὐτῷ, ἀντιπροσωπεύοντα αὐτὸν προσωπικῶς ἐν τῇ τελέσει τῶν Ἀστυνομικῶν καθηκόντων; Ἀλλὰ μετὰ τὸν Δημοτικὸν Νόμον, ὅστις συνετάχθη τῷ 1833 μετὰ τὸν Ἀστυνομικὸν, ὅστις συνετάχθη τῷ 1836, ἐπῆλθε μεγάλη πολιτικὴ μεταβολὴ, τῆς ὁποίας ἀπόῤῥοια εἶναι τὸ τελευταῖον ἡμῶν Σύνταγμα. Τοῦτο ὥρισεν, ὅτι οἱ Δήμαρχοι ἐκλέγονται διὰ καθολικῆς καὶ ἀμέσου ψηφοφορίας ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ὁ Νομοθέτης ὁ τότε, ὁ τῆς ἀπολύτου Μοναρχίας, εἰ καὶ δὲν εἶχεν ἀπονεμηθῆ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκλέγῃ ἀπ’ εὐθείας διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας τὸν Δήμαρχον, διότι, ὡς γνωστὸν, ἡ ἐκλογὴ τῶν Δημάρχων καὶ τῶν Παρέδρων ἐτελεῖτο ὑπὸ Δημαιρεσιακοῦ Συμβουλίου, εἰ καὶ μετεῖχεν ὁ Βασιλεὺς τοῦ διορισμοῦ τῶν Δημάρχων, διότι διώριζεν ἕνα ἐκ τῶν τριῶν ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἐκλεχθέντων, οὐχ ἧττον εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν Δήμαρχον, διότι ἦτο κατὰ μέγα μέρος ἀντιπρόσωπος τοῦ Λαοῦ, ἔδωκε τὴν δύναμιν τῆς ἐνασκήσεως ὅλης τῆς Ἀστυνομικῆς ἐξουσίας, θεωρῶν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀστυνομεῖν ὡς δικαίωμα ὅλως Δημοτικόν. Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἐπὶ τοῦ Νόμου αὐτοῦ εἶχεν ὁ Δήμαρχος τὴν δύναμιν τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἀστυνόμων κατ’ ἰδίαν θέλησιν, τί δύναται νὰ εἴπῃ τις σήμερον, ὅτε ἀφῃρέθη πᾶσα τῆς Κυβερνήσεως ἀνάμιξις εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Δημάρχων καὶ ἀνεγνωρίσθησαν κατὰ πάντα οἱ Δῆμοι ὡς τοπικαὶ περιφέρειαι αὐτόβουλοι, ἀφ’ ἑαυτῶν ἀρυόμεναι ὅ,τι συντελοῦν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων καὶ τὴν ῥύθμισιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, τί δύναται, λέγω, νὰ εἴπῃ σήμερον; καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὑπῆρχεν οἱαδήποτε ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τοῦ Δημάρχου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἡ ἀμφιβολία αὕτη ἤρθη ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δημάρχου διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας ὑπὸ τοῦ λαοῦ· διότι εἶναι προφανῶς γελοῖον, ἐνῷ οἱ Δήμαρχοι, οἱ κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν ἐξασκοῦντες τὴν Ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν, ἀποῤῥέουσιν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ Δήμου, νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, ὅπου παρίσταται ἀνάγκη εἰδικοῦ Ἀστυνόμου, παρεισδύεται καὶ ἡ Κυβερνητικὴ ἀνάμιξις εἰς τὸν Ἀστυνομικὸν διορισμὸν, δυναμένη ν’ ἀποκλείσῃ τὸν ἐκλεκτὸν τοῦ Δημάρχου καὶ ἑπομένως ἐκλεκτὸν ἐμμέσως αὐτοῦ τοῦ ὅλου Δήμου.
§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπητε, ὅτι δέον νὰ ὑποβληθῇ Νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀνατεθῇ ἐντελῶς ὁ διορισμὸς τοῦ Ἀστυνόμου εἰς τὸν Δήμαρχον.
§81ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἰς τοῦτο ἐσκόπουν καὶ ἐγὼ νὰ καταλήξω, διότι τῷ ὄντι πρέπει νὰ ἀρθῶσιν ἅπαξ διὰ παντὸς τὰ ἑκάστοτε περὶ τοὺς διορισμοὺς τῶν Ἀστυνόμων σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσι σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῶν πολιτευομένων, καὶ τοῦτο διότι ἐξασκοῦσι σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διεξαγωγὴν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ τῶν πρὸς αὐτὴν συνδεομένων πολλαπλῶν δημοτικῶν καὶ πολιτικῶν συμφερόντων. Διὰ τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ Νομοσχέδιον περὶ τῆς καταργήσεως τοῦ 42 ἄρθρου τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου ἢ μᾶλλον τῆς διασαφηνίσεως αὐτοῦ, ὁριζομένου ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι οἱ Ἀστυνόμοι διορίζονται κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τῶν Δημάρχων, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Κυβερνήσεως.
§82ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑμεῖς εἶσθε ἁρμόδιος νὰ μᾶς δώσητε μίαν διασάφησιν. Σᾶς παρακαλῶ, ἀναγνώσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Ἀστυνομικοῦ Νόμου καὶ εἴπατέ μας τὰς ἰδέας σας.
§83ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ἄρθρον 1. «Ἡ Ἀστυνομία θέλει ἐνεργεῖσθαι παρὰ τῶν Νόμων ἐν ὀνόματι καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοὺς ἐπὶ τούτου ἐνεστῶτας Νόμους». Τοῦτο ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν· ὅτι δι’ οἱανδήποτε παρεκτροπὴν τῶν Ἀστυνόμων ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, τῶν Νομαρχῶν, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν νόμιμον πειθαρχικὴν καταδίωξιν, τὴν νόμιμον ποινικὴν καταδίωξιν κατ’ αὐτῶν, ὅπερ ἐμφαίνεται σαφέστερον ἐκ τοῦ 4 ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ Ἀστυνομικοῦ Νόμου. Στηρίζεται δὲ τοῦτο εἰς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ Δημοτικοῦ ἡμῶν συστήματος, ὅπερ ἑδραιοῦται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς Κυβερνητικῆς ἐπιτηρήσεως, ἧς δυνάμει ἐπιβάλλονται πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἰς τὸν Δήμαρχον καὶ καθυποβάλλονται εἰς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς αἱ ἀποφάσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ἡ ἀρχὴ τῆς Κυβερνητικῆς ἐπιτηρήσεως ἐκδηλοῦται ἐν ὅλῃ ἡμῶν τῇ Ἀστυνομικῇ καὶ Δημοτικῇ νομοθεσίᾳ, ἐν ὅλῳ τῷ διοικητικῷ ἡμῶν ὀργανισμῷ, ἀλλ’ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν διορισμὸν τῶν Ἀστυνόμων, ἀποδιδόμενον ἐξ ὁλοκλήρου τοῖς Δημάρχοις.
§84Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπερ ἤγειρεν ἡ ἀτυχὴς ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν Ἀστυνόμων, εἶναι τόσον σπουδαῖον καὶ τόσον σοβαρὸν, ὥστε δικαίως δύναται νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπασχολήσῃ αὐτὴν ἐπωφελῶς. Ἐνθυμοῦμαι τί περὶ τούτου ἤκουσα ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μετὰ Πρωθυπουργοῦ τοῦ κάλλιον παντὸς ἄλλου ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Ἠπείρῳ συνταγματικῶς διοικουμένου Κράτους. Ἐγένετο μεταξὺ ἄλλων λόγος καὶ περὶ τῆς πιστῆς τοῦ Συντάγματος ἐκτελέσεως ἐκεῖ, καὶ ὁ Πρωθυπουργός μοὶ εἶπεν, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται πρὸ πάντων εἰς τὰς δημοτικὰς τοῦ Ἔθνους ἐλευθερίας. Πρόκειται περὶ τοῦ Βελγίου, Πρωθυπουργὸς δὲ ἦτο τότε ὁ Frère-Orban. Καὶ ἡμεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, εἰς τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας ὀφείλομεν πάσας τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας ἡμῶν, εἰς τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ταύτας ἐλευθερίας ὀφείλομεν καὶ αὐτὴν τὴν γωνίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ δουλεύσαντος Ἔθνους γινώσκετε, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι ἔσωσαν αὐτό. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, προκειμένου περὶ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ νόμος πρὸς πλήρωσιν κενοῦ, ἔπρεπε τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ προταθῇ. Φρονῶ ὅμως ὅτι διὰ Κυβέρνησιν, εὐόρκως ἐκπληροῦσαν τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη. Εὔχομαι καὶ προτείνω καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων νὰ εἰσαχθῇ τοιοῦτος νόμος, ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα οὐχὶ ἀμφιβολία ἀλλὰ εὐκολία διαστροφῆς, διότι ἐν εἰλικρινεῖ τοῦ καθήκοντος ἐκπληρώσει ἀνάγκη τοιούτου νόμου δὲν ὑπάρχει· ῥητῶς ὁ δημοτικὸς νόμος ἀναγράφει ὅτι ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία ἀνήκει αὐτοδικαίως εἰς τὸν Δήμαρχον· ὁ δὲ νόμος ὁ Ἀστυνομικὸς σαφέστερον ἐκφράζει τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ὁ Δήμαρχος εἶναι πρώτιστα πάντων ἡ Ἀστυνομικὴ ἀρχὴ τοῦ Δήμου, καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε κάλλιον ὅτι πᾶσα τῆς ἀρχῆς ταύτης παράβασις ἀνατρέπει πρόῤῥιζα τὸ δημοτικὸν οἰκοδόμημα, σᾶς ὑπομιμνήσκω τὰ λυπηρὰ παραδείγματα, ἅπερ παρουσιάσθησαν δυστυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ συνεπείᾳ ἐπερωτήσεων. Ἐγένοντο δημοτικαὶ ἐκλογαὶ γενικαὶ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ἀντικατεστάθησαν πᾶσαι αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί, ἐξελέχθησαν νέοι Δήμαρχοι. Οἱ Δήμαρχοι οὗτοι εὗρον διωρισμένους, προτάσει τῶν προκατόχων αὐτῶν, Ἀστυνόμους καὶ προέτειναν τὴν παῦσιν αὐτῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπὶ μῆνας, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον δὲν ἔπαυσεν αὐτούς. Τί ἐνόει ὁ λαὸς ὅστις ἐξέλεγε τὸν Δήμαρχον τῆς ἐμπιστοσύνης του; ἐνόει κατὰ πρῶτον, ὅτι παρέδιδεν αὐτῷ τὴν ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας του· ἀλλὰ διὰ τῆς παρερμηνεύσεως τοῦ νόμου ἡ πρᾶξις αὕτη τοῦ λαοῦ ἐματαιοῦτο. Ἰδοὺ ποῦ καταταλήγομεν διὰ τῆς διαστροφῆς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Στηρίζονται εἰς μίαν φράσιν, εἰς μίαν λέξιν, εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἢ πρότασιν, καὶ κάμνουσιν ἕνα κοινότατον, ἀλλ’ ἀνάξιον σπουδαίας συζητήσεως, συλλογισμόν. Ὁ ἔχων δικαίωμα νὰ διορίσῃ, ἔχει, λέγουσι, δικαίωμα καὶ νὰ μὴ διορίσῃ. Ἁπλούστατον, ἀλλὰ καὶ ἀστοχώτατον. Ἐρωτῶ: δύνασθε νὰ διορίσητε δημοτικὸν Ἀστυνόμον ἄνευ προτάσεως τοῦ Δημάρχου; οὐχί. Καὶ δὲν τὸ ἐπράξατε. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ διατηρήσητε δημοτικὸν Ἀστυνόμον, προτείνοντος τοῦ Δημάρχου τὴν παῦσιν αὐτοῦ; Τοῦτο τὸ ἐπράξατε ἐπανειλημμένως καὶ σκανδαλωδῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καμμία διαφορά; Ἐὰν ὑπῆρχε διαφορά, θὰ ἠδύνασθε νὰ διορίσητε καὶ δημοτικὸν Ἀστυνόμον, μὴ προταθέντα ὑπὸ τοῦ Δημάρχου. Ἡ λογικὴ αὕτη εἶναι ἀδυσώπητος, ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ λογική, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιαῦται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ τὸ καθῆκον Συνταγματικῶν Κυβερνήσεων, δὲν δύναται ἀληθῶς νὰ εὕρῃ λέξεις, ὅπως χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην ἀθέτησιν, τὴν τοιαύτην ἀσέβειαν πρὸς τὰς δημοτικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας, εἰς ἃς ὀφείλομεν τὸ πᾶν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ πάντη περιττὸν νὰ ἐξονυχίζῃ τις τοὺς νόμους τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐκλεγόμενον Δήμαρχον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὰ πάντα πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὑπάρχῃ ἑνότης ἐν τῇ διοικήσει, πρὸς ἣν συνδέονται ἡ δημοσία τάξις καὶ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Τόπου. Ὅταν τοῦτο γνωρίζωμεν, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ κἂν βλέμμα νὰ ῥίψωμεν ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Ἔχω, εἶπον, τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου ὑπάρχει· ἀλλ’ ἐπειδὴ συνήθως ἐν τῇ διαπάλῃ τῇ πολιτικῇ δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, καθ’ ἃς αἱ Κυβερνήσεις, καίτοι ἄκουσαι, νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποκύψωσιν εἰς πειρασμόν, ἐπειδή, μετὰ τὰς ἐπελθούσας μεταβολὰς διὰ τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ψηφισθέντος νόμου περὶ δημαιρεσιῶν, ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς καθεστῶσιν ἀνωμαλίαι, αἵτινες πρέπει νὰ ἐκλείψωσι, προτείνω, συντασσόμενος καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν γνώμην τῶν προλαλησάντων, ὅπως ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον περὶ τούτου· ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ὑποβάλῃ, παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους συνεδέλφους νὰ ὑπογράψωσι μετ’ ἐμοῦ πρότασιν περὶ τούτου.
§85ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη περὶ τούτου· ὁ νόμος εἶναι σαφέστατος.
§86Α. ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἐδόθη ἡ εὐχάριστος ἀφορμή, ὅπως συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἰσχύοντος δημοτικοῦ νόμου· ἐπειδὴ δὲ καὶ ὅλοι εἰς Δήμους ἀνήκομεν, ἠσθάνθημεν καὶ συνεπῶς τὰς ἐκ τοῦ παραλόγου νόμου πιέσεις. Τί ἄλλο δύναται ν’ ἀντιληφθῇ πᾶς δημότης, παρ’ ὅτι ὁ νόμος ἐπρόβλεψε τὸν μὲν Δῆμον νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀκαταλόγιστον καὶ θέση εἰς ἀπαγόρευσιν, τὸν δὲ Νομάρχην νὰ τοῦ τὸν ἐπιβάλῃ ὡς δικαστικόν του ἀντιλήπτορα! Ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅπως ἐμβριθῶς σκεφθῶμεν καὶ νέον καταρτίσωμεν νόμον, σύμφωνον πρὸς τὰ ἤθη μας, σύμφωνον πρὸς τὴν ἱστορίαν μας καὶ πρὸς τὰς διεπούσας σήμερον ἐλευθέρους ἀρχάς. Ὅπως ἐκλεχθῇ εἷς Δήμαρχος, οἱ πάντες γινώσκετε τί προπαρασκευὴ καὶ τί πάλη διεξάγεται, ἐπὶ τέλους ἅπας ὁ Δῆμος μετὰ πολλοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος προσέρχεται, ἵνα τὸν ἐκλεκτόν του ψηφίσῃ, ὁπόση δὲ χαρὰ καὶ ὁποῖαι διαδηλώσεις δὲν προηγοῦνται καὶ δὲν ἕπονται μιᾶς τοιαύτης ἐκλογῆς! Ταῦτα πάντα ἀπολήγουσιν, ἵνα τὸν ἐκλεκτὸν αὐτὸν, τὸν Δήμαρχον δηλαδὴ, ἀπολύῃ τῆς ὑπηρεσίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἓν τεμάχιον χάρτου. Συνέρχεται τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ μετὰ ὥριμον σκέψιν ἀποφασίζει δαπάνην τινὰ χρήσιμον, ἔστω τὴν ἀμμοκονίασιν ἑνὸς σχολείου· ὁ εἰς τὸν Δῆμον ἐπικαθήμενος, ὁ Νομάρχης, ἤτοι ὁ δικαστικὸς αὐτὸς ἀντιλήπτωρ, ἀπαντᾷ εἰς αὐτούς, εἶσθε σπάταλοι, δὲν ἐπιτρέπω τὴν δαπάνην. Ὑποθέσατε, κύριοι, πρὸς στιγμὴν τὸν δῆμον τῆς Σύρου, ὅστις ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ ἔχει ἀνθρώπους, οἵτινες διὰ τῆς ἀτομικῆς ἱκανότητός των ἀπέκτησαν περιουσίας ἀνωτέρας παρὰ τὴν περιουσίαν τοῦ Δήμου μας, δηλαδὴ ἔχουσι, ἀνώτερον εἰσόδημα παρ’ ὅ,τι ὁ Δῆμος ἔχει, αὐτοὶ ὅλοι νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ ἀποφασίζωσι δαπάνην χιλίων δραχμῶν, νὰ συμπίπτῃ δὲ Νομάρχης Κυκλάδων αὐτὸς ὁ κ. Ζηνόπουλος, καὶ νὰ τοῖς ἐπιστρέφῃ τὴν ὁποίαν ἐψήφισαν δαπάνην, θεωρῶν ταύτην ἀδικαιολόγητον, καὶ ἐν γένει τοσαύτην πίεσιν καὶ συγκέντρωσιν ἐζήτησε νὰ ἐξασκήσῃ, ὥστε ὁ τόπος ἐξανέστη, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις ἐκτιμήσασα τὰς κατὰ τοῦ κυρίου Ζηνοπούλου παραστάσεις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, τὸν ἠνάγκασε νὰ παραιτηθῇ τῆς θέσεως τοῦ Νομάρχου.
§87ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμα ἔκτοτε προόδους.
§88ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω, καὶ σὲ συγχαίρω ἀπὸ καρδίας διὰ τὴν προσέγγισιν ταύτην πρὸς τὰς ἀρχάς μου. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ἐπεξεργασίας του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐγὼ ἀπετάθην πρὸς αὐτὸν καὶ τῷ εἶπον σύ, κύριε Ζηνόπουλε, τόσον συγκεντρωτικός! καὶ μοὶ ἀπήντησεν: οἱ νόμοι, οἱ διέποντες τὰ τῶν Δήμων, αὐτὰ μᾶς παρέχουσι. Εἶναι, κύριοι, ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, νὰ σκεφθῶμεν περὶ δημοτικοῦ νόμου, διότι οἱ δῆμοι, ὡς οἱ πάντες ἀνομολογοῦμεν, εἶναι ἕρμαιον τῶν παθῶν καὶ συμφερόντων τῶν φίλων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ὅθεν ἂς ἐξασφαλίσωμεν χειραφετοῦντες τοὺς δήμους, καθόσον αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐλευθέρας κοινωνίας.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠγωνίσθησαν ἀρκετά, ἵνα καταναλωθῇ καὶ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, ἐγκωμιάζοντες τὸν Ἡρακλέα. Καὶ ποῖος ἀρνεῖται ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐλευθέρας Πολιτείας; καὶ ἀφοῦ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας τὸν Πρωθυπουργὸν τοῦ Βελγίου, θὰ τῷ ἀναφέρω ἐγὼ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔλεγεν, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον: «Ἔχομεν οἱ Ἄγγλοι ἐλευθερίαν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν Σύνταγμα, διότι ἔχομεν στερεὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας· εἴδατε τὴν Γαλλίαν, μὲ τόσας ἐπαναστάσεις, μὲ τόσα αἵματα δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκτήσῃ ἐλευθερίαν, διότι δημοτικὰς ἐλευθερίας δὲν ἔχει». Ποῖος ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Ἀστυνομία δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Δήμαρχον; Καὶ ποῖος ἠρνήθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διορίσῃ Ἀστυνόμον, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρότασιν τοῦ Δημάρχου; Ἐνεκωμίασαν λοιπὸν τὸν Ἡρακλέα, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἔψεξε. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀλλοῦ. Δὲν μεταχειρίζομαι ἐγὼ τὸ λεξικόν των. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι διέστρεψαν τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ ἢ δὲν ἐπρόσεξαν εἰς ὅ,τι εἶπον, ἢ δὲν εἶχον ἐγὼ τὴν δύναμιν νὰ ἐκφρασθῶ, ὥστε νὰ μὲ ἐννοήσωσι. Δὲν ἠρνήθην τὸ κῦρος τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου Καλαμῶν· ἀνέφερα ἁπλῶς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην μόνον, διότι ἐναντίον τῆς σταθερᾶς νομολογίας τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῆς γνώμης τῶν δημοσιολόγων, ἐναντίον ἀποφάσεων ἄλλων δικαστηρίων μας, ὁ Δήμαρχος Καλαμῶν ἀνεγνωρίσθη ὡς Δήμαρχος, καί τοι ἀμφίβολον ἦτο ἂν ἔλαβε τὴν πλειονοψηφίαν τῶν ἐκλογέων του. Εἶπον μόνον, ὅτι μετὰ τὴν πρότασίν του, νὰ διορίσω Ἀστυνόμον ἄνθρωπον, μὴ ἔχοντα πολιτικὰ δικαιώματα ὡς καταδικασθέντα ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἐνεθυμήθην καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ Δημάρχου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκλογὴ νὰ ᾖναι ἀναμφισβήτητος. Πρὸς τί ἔρχεσθε νὰ ὑπερασπίζεσθε τὰ δικαιώματα τῶν Δημάρχων; Καὶ ποῖος τὰ προσέβαλε; Ποῖος εἶπεν ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ Ἀστυνόμον, μὴ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ Δημάρχου; Εἰς τοὺς Δήμους, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, δὲν διωρίσαμεν Ἀστυνόμον· ἐπαύθησαν οἱ Ἀστυνόμοι τῇ προτάσει τῶν Δημάρχων, καὶ οἱ Δήμαρχοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἦναι καὶ Ἀστυνόμοι.
§90ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς Λεβαδείαν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ Ἀστυνόμος.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω ἀναφορὰς πολιτῶν ἐγκρίτων ἐκ Λεβαδείας, ὅτι ὁ προτεινόμενος Ἀστυνόμος δὲν πρέπει νὰ διορισθῇ. Εἶπον δὲ εἰς τὸν Δήμαρχον ἄλλον νὰ προτείνῃ. Ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου; ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ Δημάρχου πρέπει νὰ συμπέσῃ μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν εἶναι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ μὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου; Ἀλλ’ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ προταθῇ νέος Νόμος, καὶ οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τοῦτο μὲ τοιαύτην ζέσιν, διατί δὲν σκέπτονται, ὅτι καταστρέφουσι μὲ τοῦτο ὁλόκληρον τὸ ἐπιχείρημά των; Ἐὰν, ὡς λέγουσιν, ὑπάρχῃ Νόμος ῥητὸς, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προταθῇ νέος Νόμος;
§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀλλὰ πρὸς περισσοτέραν ἐξασφάλισιν.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπατε καὶ ἐπεμείνατε, ὅτι ταχέως δέον νὰ προταθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὁ Νόμος οὗτος· καὶ ἂν δὲν τὸν προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ τὸν προτείνουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Ἄρα, κατὰ σᾶς, ὁ Νόμος δὲν εἶναι καθαρός· καθ’ ἡμᾶς εἶναι καθαρώτατος. Ἡ Ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸν Δήμαρχον, ἀλλ’ ἐὰν ὁ Δήμαρχος θελήσῃ νὰ ἀφήσῃ ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ τὴν δώσῃ εἰς ἕτερον, ὅστις δὲν ἔχει ὡς ὁ Δήμαρχος τὴν ἐγγύησιν τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ ποῖος εἶναι αὐτὸς, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένη νὰ μὴ δεχθῇ ὡς Ἀστυνόμον οἱονδήποτε παρὰ τοῦ Δημάρχου προτεινόμενον; ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ὑποβάλω πρότασιν, ὅπως ἐγκριθῇ ὡς βʹ Ἀστυνόμος Παμίσου ἄνθρωπος καταδικασθεὶς ἐπὶ κακουργήματι καὶ μὴ ἔχων ὡς ἐκ τούτου πολιτικὰ δικαιώματα.
§94Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι κατηντήσαμεν εἰς τὸ γελοῖον. Ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀγνοεῖ τὸν Νόμον, καὶ ἑπομένως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται πάντοτε, ὅτι γνωρίζει ὅλους τοὺς Νόμους, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ νὰ τὸν σώσῃ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἥτις ἀναιρεῖ τὴν πρώτην, δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσω οὐδέν. Ἡμεῖς δὲν ἐρωτῶμεν, τί σκέπτεσθε περὶ τοῦ δευτέρου Ἀστυνόμου Παμίσου, ἀλλ’ ἐρωτῶμεν τί ἐσκέφθητε καὶ τί ἀπεφασίσατε περὶ τοῦ πρώτου, ὁ ὁποῖος ἐπροτάθη πρὸ ἓξ μηνῶν. Ἐκεῖνος ἦτο τίμιος, ἦτο οἰκοκύρης, καὶ διεκρίνετο μεταξὺ τῶν πολιτῶν Παμίσου. Διατί δὲν τὸν διωρίσατε σεῖς ὁ ἐλεύθερος ῥιζοσπάστης, ὁ ὁποῖος ἐπολεμήσατε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν Δήμων; Καὶ ἀντὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ σφάλῃ ὡς πρὸς τὴν γνῶσιν τῶν Νόμων καὶ ὑπερασπίζηται αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις, σήμερον συμβαίνει τὸ ἐναντίον· καὶ βλέπετε, κύριοι, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος διοικεῖ ἰδίως αὐτὸν τὸν κλάδον, ὅτι εἶναι εἰς πλήρη ἄγνοιαν τῶν Νόμων, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὸ Κράτος. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσητε νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη ἀσχημία. Ἐνόμισα, ὅτι ἠθέλατε ἀναβῆ, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ἵνα διορθώσητε τὸ πρᾶγμα, καὶ ὄχι νὰ ἀφήσητε τὸν Τόπον νὰ νομίζῃ, ὅτι οἱ Κυβερνῶντες αὐτὸν ἀγνοοῦσι τοὺς Νόμους. Ἐὰν λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, δὲν τοὺς ἐγνωρίζατε, δὲν ἐλέγομεν τίποτε· ἤδη ὅμως, ὅτε σᾶς ἐδόθη τὸ μάθημα, πρέπει νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν.
§95ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁμιλῶν περὶ Ἀστυνόμων, ἀπέφυγε νὰ μᾶς εἴπῃ τίνας λόγους ἔχει νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀστυνόμου Λεβαδείας, τοῦ προταθέντος πρὸ 14 μηνῶν. Καὶ ἀπέφυγε, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐδένα λόγον, καθόσον ὁ προτεινόμενος Ἀστυνόμος εἶναι δικηγόρος, οἰκοκύρης καὶ εὐυπόληπτος.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπεσεν ὁ τοῖχος (ἱλαρότης).
§97ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς τὸ εἶπεν αὐτό· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀναφορὰν πολιτῶν ἐναντίον του, καὶ ὅτι ἔγραψε πρὸς τὸν Δήμαρχον νὰ προτείνῃ ἄλλον. Τίποτε ἐκ τούτων δὲν συνέβη, ἂν καὶ ὁ Δήμαρχος ἐπανειλημμένως ἔγραψε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὸν κ. Νομάρχην. Καὶ ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀφορμὴν, ἀποδεικνύεται, διότι εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν πάντοτε περὶ τοῦ Ἀστυνόμου Παμίσου ὁμιλεῖ, διότι κατ’ αὐτοῦ εἶχε λόγους τινάς. Ὁ λόγος τοῦ μὴ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου Ἀστυνόμου Λεβαδείας εἶναι, ὅτι ὁ προτείνων Δήμαρχος κ. Κουτσοπέταλος δὲν εἶναι φίλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ θέλει νὰ τὸν ἐξευτελίσῃ καὶ κινήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐξέλεξαν διὰ τῆς ἐλλείψεως δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐν τῷ τόπῳ· διότι οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ τάξις καὶ ἀσφάλεια εἰς τόπον ὅπου ὁ Ἀστυνόμος δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, καὶ δὲν ὑπακούει εἰς αὐτὸν, οὔτε οἱ κλητῆρες ὑπακούουν εἰς τὸν Ἀστυνόμον, διότι αὐτοὶ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, καὶ δὲν ὑπακούουν εἰς τὸν Ἀστυνόμον, διότι διαβλέπουν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ τὴν προσπάθειαν τοῦ ἐξευτελισμοῦ τοῦ Δημάρχου. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, διότι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς ἀφαιρεῖ τὸ ἥμισυ τῆς ἐξουσίας τοῦ Δημάρχου.
§98ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὅλον.
§99ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Δήμαρχος ἔχει δύω ἐξουσίας ἐκ τοῦ νόμου, τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐπιτοπίου Ἀστυνομίας καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ Δήμου. Ὅταν δὲν διορίζεται Ἀστυνόμος, ὁ ὁποῖος προτείνεται ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, παρόμοια δὲ προσκόμματα φέρει ὁ Ὑπουργὸς καὶ εἰς τὰς ἄλλας πράξεις τῶν Δημάρχων, εἴπατέ μοι ποῖος διοικεῖ τὸν Δῆμον, ὁ Δήμαρχος ἢ ὁ Ὑπουργός; Ἐν ἄρθρῳ 40 ὁ Δημοτικὸς Νόμος λέγει: «Εἰς τὸν Δήμαρχον ὑπόκειται ὅλον τὸ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Δήμου προσωπικόν». Εἴπατέ μοι λοιπὸν ὁ Ἀστυνόμος αὐτὸς ὑπόκειται εἰς τὸν Δήμαρχον Λεβαδείας; Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν αἰσθάνεσθε κἄποιαν πίεσιν νὰ διατηρῆτε τὸν ὑπάρχοντα Ἀστυνόμον, ἀλλὰ σκεφθῆτε, πόσα καὶ σήμερον καὶ ἄλλοτε εἴπατε ἐντεῦθεν ὑπερασπιζόμενοι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τῆς δημοτικῆς ἐλευθερίας. Ὁ προτείνων Δήμαρχος εἶναι ὁ κ. Κουτσοπέταλος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπανειλημμένως ἦτο Δήμαρχος καὶ Βουλευτὴς κατὰ δύω ἢ τρεῖς Περιόδους, καὶ νομίζω ὅτι εἴχατε διὰ τοῦτο ἕνα περισσότερον λόγον νὰ ἀποδεχθῆτε ἀμέσως τὴν πρότασίν του.
§100Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον καὶ ἀδιαθετῶ σήμερον· ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι τὸ ζήτημα ἐξετράπη τῆς ὁδοῦ, ἣν ἀρχῆθεν ἔλαβε, προεκλήθην δὲ καὶ προσωπικῶς. Τὸ ζήτημα συνεζητεῖτο ἀρχικῶς ὑπὸ ἔποψιν ὅλως νομικὴν, καὶ βεβαίως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ συζήτησις εἶχε καὶ πλείονα τὴν ἀξίαν. Κατὰ πόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως εἰς τὰς προτάσεις τῶν Δημάρχων, δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ λεχθῇ ὅτι καὶ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ὅλης ἐννοίας τῶν δημοτικῶν ἡμῶν θεσμῶν, οἵτινες, ὡς κάλλιστα γνωρίζετε, εἶναι κρᾶμα συγκεντρωτικῶν καὶ ἀποκεντρωτικῶν διατάξεων, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὑπερισχυουσῶν τῶν συγκεντρωτικῶν. Καὶ, ὡς κάλλιστα εἶπεν ὁ ἐκ Σύρου ἔντιμος βουλευτὴς, ἔχομεν μὲν πράγματι διατάξεις ἀποκεντρωτικὰς ἐν τοῖς θεσμοῖς τοῖς δημοτικοῖς, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχομεν τὴν τοῦ Νομάρχου κηδεμονίαν, ἥτις ματαιοῖ πᾶσαν ἐκ μέρους τῶν Δήμων αὐτοδιοίκησιν. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει. Βεβαίως δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἀνήκει εἰς τὸν Δήμαρχον· ἀλλὰ τίς δύναται ἐπίσης ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν ὀνόματι καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς ὁποίας ἐνεργεῖται αὕτη, ἔχει οὐ μόνον τὸ δικαίωμα ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τίς ὁ προτεινόμενος ὑπὸ τοῦ Δημάρχου; διότι, ἂν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἤθελεν εἶσθαι ὑποχρεωμένη νὰ ἐκτελῇ ἀνεξετάστως καὶ τυφλοῖς ὄμμασι τὰς προτάσεις τῶν Δημάρχων, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ βλέπωμεν διορισμοὺς Ἀστυνόμων οὐ μόνον ὑπὲρ προσώπων ἐστερημένων τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἴσως καὶ φυλακισμένων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα θὰ εἶχεν εἰμὴ μόνον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Δημάρχου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν ὅπως ἠθέλησαν νὰ τὸ παραστήσωσί τινες τῶν προαγορευσάντων, καὶ διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι πρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἰσαχθῇ Νομοσχέδιον, κανονίζον τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἑκατέρας τῶν δύω Ἐξουσιῶν.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ γνώμη μὲ τὴν ὁποίαν συντάσσεσθε δὲν εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν παριστᾶτε. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα, εἶναι νὰ ἀνατεθῇ διὰ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς Ἀστυνόμους εἰς τοὺς Δημάρχους, διότι νῦν εἶναι εἰς τὸν Βασιλέα· ἀφοῦ δὲ ἀφηρέθη τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν Βασιλέα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1864, εἶναι νομικῶς ἄτοπον νὰ μένῃ εἰσέτι εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τοὺς Ἀστυνόμους, δηλαδὴ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐνασκοῦν μέρος τῆς Δημοτικῆς Ἐξουσίας.
§102ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Βεβαίως ὑμεῖς πράττετε τοῦτο μόνον πρὸς ἄρσιν μιᾶς νομικῆς ἀνωμαλίας, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν φθάνομεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, διότι πλέον αἴρεται πᾶσα ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως ἐπὶ τῶν προτάσεων τῶν Δημάρχων, ἀφοῦ οὗτοι ἀπ’ εὐθείας θὰ διορίζωσιν αὐτούς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἕτερον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἐξέφρασε, τοῦ νὰ εἰσαχθῇ Νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς Κυβερνητικῆς δικαιοδοσίας· διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει ποσῶς τυφλοῖς ὄμμασι νὰ ἐκτελῇ πᾶσαν πρότασιν τῶν Δημάρχων, ἀλλ’ ἔχει τὸ καθῆκον, ὡς μετέχουσα καὶ τῆς εὐθύνης, νὰ ἐξετάζῃ ποῖα τὰ προσόντα τοῦ προτεινομένου. Ἐγὼ μάλιστα προβαίνω καὶ περαιτέρω· νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἀπολύτως καὶ ἀδικαιολογήτως νὰ ἀποδέχηται προτάσεις περὶ ἀπολύσεως Ἀστυνόμων, καθ’ ὧν οὐδὲν πραγματικὸν παράπονον ὑπάρχει, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν Ἀστυνόμον Λεβαδείας. Ἐλέχθη ὅτι, ἐπειδὴ δὲν διορίζεται ὁ ὑπὸ τοῦ Δημάρχου προτεινόμενος, ἡ τάξις διεταράχθη καὶ κίνδυνος μεγαλείτερος ἐπίκειται. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὀφείλει νὰ λέγῃ πάντοτε τὴν ἀλήθειαν. Ἐπῆλθε διατάραξις; Ποῦ ἐπῆλθε διατάραξις, κύριοι, καὶ πότε; Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οὐ μόνον ἄκρα ἡσυχία καὶ τάξις ἐπικρατεῖ ἐν Λεβαδείᾳ, ἀλλὰ πρᾶγμα σπάνιον ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσι. Πάντες γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τῶν Ἀστυνόμων εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως γίνονται καταγγελίαι καὶ ὅτι συχνότατα οὗτοι ἔρχονται ὡς κατηγορούμενοι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· καὶ ὅμως οὐδεμία καταγγελία ἐγένετο ἐπὶ δύω ἔτη κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου Λεβαδείας, καὶ προκαλῶ τὸν συνάδελφόν μου νὰ ἀπαντήσῃ, ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ.
§103ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθεύει· ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσητε περὶ τοῦ κ. Χέβα ποίαν ἰδέαν ἔχετε.
§104Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ αὐτοῦ. Ὥστε, κύριοι, ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι διεταράχθη ἡ τάξις, δὲν εἶναι ἀληθής. Οὐδέποτε ἄλλοτε ὑπῆρξε τοιαύτη ἡσυχία καὶ τάξις ἐν Λεβαδείᾳ ὁποία ὑπάρχει τὴν σήμερον, ἐν Λεβαδείᾳ ἔνθα οὐδέποτε συνέβη, ὥστε ὁ Ἀστυνόμος καθ’ ἑκάστην νὰ μὴ παρίσταται ὡς κατηγορούμενος. Καὶ πρέπει νὰ πιστεύσητε ὅτι διὰ τὴν Λεβαδείαν ἔχει τοῦτο μεγάλην σημασίαν, διότι ἄλλοτε ἕνεκα τῆς ἀθλιότητος τῶν Ἀστυνόμων διεπράττοντο τὰ μεγαλείτερα ἐγκλήματα, καὶ λῃστοπραξίαι δ’ ἀκόμη ἐντὸς τῆς πόλεως.
§105ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Πειραιῶς ἔπιασαν λῃσταὶ ἀνθρώπους.
§106Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶπε προσέτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὅτι γίνονται ταῦτα χάριν ἐμοῦ, διότι ὁ Δήμαρχος εἶναι ἐχθρός μου. Λυποῦμαι, ὅτι ὁ συνάδελφός μου πλανᾶται, σοβαρῶς νομίζων, ὅτι οὗτος εἶναι φίλος του· ἐγὼ δὲν γνωρίζω νὰ ἀνήκῃ ὁ Δήμαρχος εἰς αὐτὸν ἢ εἰς ἄλλον τινά.
§107ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι φίλος σας.
§108Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ Δήμαρχος κ. Κουτσοπέταλος δὲν εἶναι πρόσωπον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἕνα πολιτευτὴν, διότι ἔχει ἴδιον κόμμα, πολλάκις ἐκλεγεὶς καὶ Δήμαρχος καὶ Βουλευτής. Διαβεβαιῶ, ὅμως ὅτι οὗτος κέκτηται ἀρκοῦσαν πολιτικὴν πεῖραν καὶ νοημοσύνην, ὥστε νὰ προτιμήσῃ τὴν μετ’ ἐμοῦ κατὰ τὰς προσεχεῖς ἐκλογὰς σύμπραξιν.
§109ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω σημερινὴν ἐπιστολήν του.
§110Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τόσον δὲ ἀνησυχεῖ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ἀστυνόμου, ὥστε ἐνδομύχως πέποιθα ὅτι εὐχαριστεῖται νὰ μένῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκκρεμές.
§111ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἐπιστολήν του.
§112Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι πλανᾶσθε· εἰς τὰς ἐπιστολὰς μὴ δίδετε σημασίαν. Σεῖς εἶσθε μακρὰν τῆς Λεβαδείας εἰς τὸν Δῆμόν σας καὶ δὲν γνωρίζετε τὰ ἐκεῖ συμβαίνοντα καὶ τὰ διάφορα στρατηγήματα. Δὲν θὰ μακρηγορήσω, κύριοι, ἐπὶ πλέον, ὤφειλον ὅμως νὰ ὁμιλήσω, διότι διεστράφησαν τὰ πράγματα καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ἐπὶ τέλους, κύριοι, ἐννοῶ τὴν ἐπερώτησιν διατί μέχρι τοῦδε ἐβράδυνεν ὁ διορισμὸς τοῦ Ἀστυνόμου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους· ἀλλὰ νὰ γίνεται λόγος διατί ἤδη πλέον δὲν διορίζεται ἄνθρωπος, ὅστις ἐν γνώσει τοῦ ἐπικειμένου κινδύνου ἐγένετο ὑπαίτιος τῆς καταστροφῆς ὁλοκλήρου οἰκογενείας, ἄνθρωπος, καθ’ οὗ δικαίως ἡ κοινωνία ὁλόκληρος ἐξηγέρθη, καὶ ὅστις δὲν ἐτόλμα πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν, εἶναι τῇ ἀληθείᾳ λίαν περίεργον. Παρακαλῶ δὲ νὰ συνεννοώμεθα· δὲν λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι νομικὸν κώλυμα εἰς τὸν διορισμόν του, ἀλλ’ εἶναι ἓν γεγονὸς, ὅπερ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ σπουδαίως ὑπ’ ὄψει· διότι, ὅταν ὁλόκληρος κοινωνία ἐξεγείρεται καὶ ἐξαγριοῦται καθ’ ἑνὸς προσώπου, δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον, οὐδὲ πρέπον νὰ ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν ὡς ἐχέγγυον τῆς ἀσφαλείας της ὁ αἴτιος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ ἐξαγρίωσις. Ἂς προτείνῃ ἕτερον ὁ Δήμαρχος· ὁ προτεινόμενος, λέγουσιν, εἶναι δικηγόρος. Καὶ διὰ τοῦτο τάχα εἶναι ἄξιος διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀστυνόμου; Καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ ἄριστος τῶν νομικῶν μας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπίσης· ἀλλὰ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι οὗτοι εἰσὶ κατάλληλοι ἵνα διορισθῶσιν Ἀστυνόμοι; Διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἀστυνόμου ἀπαιτοῦνται πολλὰ καὶ εἰδικὰ προσόντα, ἡ μάθησις δὲ εἶναι προσὸν συμπληρωτικὸν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ μόνον ἀπαιτούμενον. Διὰ ταῦτα, κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀφείλω ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Λεβαδείας καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τοῦ διορισμοῦ τοῦ προτεινομένου προσώπου, φρονῶ δὲ ὅτι καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε μὴ διορίσασα αὐτὸν, καὶ κάλλιστα θὰ πράξῃ, ἐὰν δὲν τὸν διορίσῃ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 Μ. Μ.)