1884.11.21
1,212 rows · 9,496 words · 13 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 12
Τῆς 21 Νοεμβρίου 1884.
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη τηλεγράφημα ἐκ Λεβαδείας Δασοπούλου τινὸς, λέγοντος ὅτι παρὰ τοῦ Δημάρχου Λεβαδείας πρὸ ἔτους ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσις τοῦ Ἀστυνόμου καὶ ὅτι ἔχει πρότασιν περὶ διορισμοῦ ἄλλου Ἀστυνόμου ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο.
§2Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἀκούων τις χθὲς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἤθελεν ἐκλάβει ὅτι περὶ ἀστείων πρόκειται ἡ συζήτησις. Καὶ ἐνῷ καθαρῶς ἐτέθη παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ Ὑπουργείου περὶ τὴν διαχείρισιν μεγάλου δανείου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, περιφρονῶν πάντας ἡμᾶς, περιφρονῶν τὰ δικαιώματα ἡμῶν τὰ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένα καὶ ἀποφεύγων ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὡρισμένην ἐπερώτησιν, προέβη εἰς ἐξηγήσεις, διὰ τῶν ὁποίων προσεπάθησε νὰ ἐπισκοτίσῃ ἐπὶ μᾶλλον τὰ πράγματα. Καὶ διὰ τοῦτο περαίνων τὸν λόγον του, σᾶς εἶπεν ὅτι μετὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα, δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι οὐδεμία ὑπολείπεται πλέον σκιὰ κἂν θέματος πρὸς συζήτησιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεδείχθη τῷ ὄντι ἐπιτηδειότατος κυβερνήτης· ἀλλὰ τί θὰ ἔλεγε καὶ ὁπόσους κεραυνοὺς θὰ ἐπεσώρευε κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν ἀντιπάλων του, ἐὰν, ἀντιπολιτευόμενος αὐτὸς ὢν, ἐλάμβανε τοιαύτας ἀστείας ἀπαντήσεις παρὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν ἐν ζητήματι, ἐν τῷ ὁποίῳ διετρανώθη ἐντεῦθεν, ὅτι μεγάλαι ζημίαι ἐπίκεινται εἰς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν; Τὸ ζήτημα, ὡς ἤχθη ἐν μέσῳ ἡμῶν διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὴν ἔκδοσιν εἰς ἐγγραφὴν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἡ Κυβέρνησις εὐθύνεται ἐπὶ τούτῳ, καὶ ὡς εὐθυνομένη ἐπηρωτήθη διατί τὸ ἔπραξεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου πρὸς ἐγγραφὴν εἶναι ἄσχετα πρὸς ἄλληλα. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει συντελεσθῆ, σᾶς εἶπεν, εὐθὺς ὡς τὰ κεφάλαια, τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὰς Τραπέζας, κατατεθῶσιν ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῶν· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου μόνοι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσι περὶ τῆς καταλλήλου στιγμῆς τῆς ἐκδόσεως εἰσὶν αἱ ἐνδιαφερόμεναι ὁμάδες, διότι καὶ πλειότερον ἐνδιαφέρονται ἡμῶν ἐν τῷ δανείῳ καὶ κάλλιον ἡμῶν γινώσκουσι τὰ τῶν Χρηματιστηρίων. Ἀλλ’ ἀμφότεροι οὗτοι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσιν ἀνακριβεῖς. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει συντελεσθῆ εὐθὺς ὡς κατατεθῶσιν, εἶπε, τὰ κεφάλαια μέχρι λεπτοῦ εἰς τὰ ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη μεταξὺ τοῦ εὐθὺς ὡς κατατεθῶσιν καὶ ἂν κατετέθησαν· διατί δὲν κατετέθησαν, καὶ πότε θὰ κατατεθῶσι; Τούτου δ’ ἕνεκα ὑφίσταται δυσπιστία τις ἐν τῇ κοινωνίᾳ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προχθὲς εἷς τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν διατί κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου δὲν ἐξεδόθη τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ὠργίσθη, ὅταν ἤκουσεν ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐκδοθῇ Βασιλικὸν Διάταγμα, διότι, εἶπε, τοῦτο εἶναι περιττὸν, καθόσον, εὐθὺς ὡς κατατεθῶσι τὰ χρήματα, αὐτοδικαίως αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει δύω γνώμας· πέρυσιν, ὅτε ὑπέβαλε τὸν Νόμον περὶ δανείου, μᾶς εἶπε ὅτι ἀπῃτεῖτο Νόμος, τουτέστι πλειότερον τοῦ Διατάγματος, ὅπως κανονισθῇ ἡ ὡρισμένη ἐποχὴ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ὥστε, ἔλεγεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, μετὰ ἐννέα μῆνας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· περὶ τούτου θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ Νόμος ὁ κυρῶν τὴν σύμβασιν· ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ θέλει προσδιορισθῆ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν, πληρωθείσης καὶ τῆς τελευταίας ὀφειλῆς πρὸς τὰς Τραπέζας, τῆς σχετιζομένης πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θέλει αὕτη ἀρθῆ (Πρακτ· 1883 σελ. 119). Δὲν εἶχε λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐκλάβῃ ὡς ἄτοπον τὴν παρατήρησιν ἐκείνην τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις ἠπόρησε διὰ τὴν μὴ ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ ἄρσεως, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι ἀπῃτεῖτο Νόμος. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀφεύκτως ὅμως ἀπαιτεῖται Βασιλικὸν Διάταγμα· διότι, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπάρχει ἀνώμαλος κατάστασις ἐν τῷ Κράτει, ἐπηρεάζουσα τὰς σχέσεις αὐτοῦ ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ πρὸς τὸ ἐξωτερικόν· αἰρομένης δὲ τῆς τοιαύτης ἀνωμάλου οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προειδοποιήσῃ τὴν κοινωνίαν ἐπισήμως, ὅτι θὰ ἀρθῇ, καὶ πότε ὡρισμένως θ’ ἀρθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Βεβαίως ὁ Νόμος περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως πρὸς τὰς Τραπέζας δὲν ἠδύνατο νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου· ἀλλ’ ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀριδήλως προκύπτει ἐξ αὐτῆς ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἔπρεπε νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐντὸς ἐννέα μηνῶν ἦτον ἀποφασισμένον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις. Ἐντὸς δὲ 18 ἢ 24 μηνῶν, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως, ἠδύνατο νὰ προκηρυχθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε, κύριοι, τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα σᾶς πείσῃ νὰ ψηφίσητε τὸ δάνειον. Σᾶς ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν τὸ σχέδιόν του, τὰς ἰδέας του, τὰς ἐλπίδας του. Σᾶς ἀνέπτυξε μετὰ τέχνης μεγάλης πῶς διεσκεύασε τὰ τῆς συμβάσεως. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο μέγα κακὸν διὰ τὸν Τόπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀποτόμως, διότι ἡ ἀπότομος ἄρσις εἶναι βλαβερὰ, καὶ ὅτι πρέπον εἶναι διὰ μικρᾶς τινος ἀναβολῆς, ἐννέα μηνῶν, νὰ προειδοποιηθῇ ἡ κοινωνία, ὥστε νὰ ἑτοιμασθῇ εἰς τὸ μέγα τοῦτο καλόν. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἄρσεως ἤθελεν εἶσθαι, προσέθηκεν, ἡ παγίωσις τῆς πίστεως ἡμῶν, ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ ἡ πεποίθησις τοῦ κόσμου ἐπὶ τὴν εὐεξίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν δὲ ταῦτα συντελεσθῶσι καὶ ἔχωμεν βεβαιωμένην καὶ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν μέτρων, ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον οὕτω ἀπὸ χρεωκοπικοῦ, ὡς τὸ ἀπεκάλεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἤθελε θεωρηθῆ παρὰ πάντων δάνειον εὐεργετικόν. Αὐτὰ σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ νὰ σᾶς πείσῃ. Καὶ σᾶς ἔπεισεν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ ὀλίγα τινὰ ἐξ ὅσων ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐνταῦθα πλέον ἀναγκαζόμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν, καὶ ὅπου τὸ γράμμα τοῦ Νόμου σιωπᾷ, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Πνεῦμα δὲ τοῦ εἰρημένου Νόμου περὶ ἐγκρίσεως τοῦ δανείου εἰσὶν αὐταὶ αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. (Ἀναγινώσκει). «Ἀκολουθήσαντες τὸ σύστημα τὸ εὐρύτερον, θὰ κατέλ«θωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἔχοντες ἤδη τὴν ἄρ«σιν πραγματοποιημένην· οὐδὲν δὲ εἶναι καταληπτότερον «εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς τοῦ φαινομένου τούτου. Κράτος, τὸ «ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, «ἔδωκεν ἀπόδειξιν εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν ἰδίων αὐτοῦ δυ«νάμεων. Ἠκούσθη ἔξω, ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, ἠ«κούσθη ἔξω, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας «ἀπεδέχθη τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ χάριν τοῦ ἰσοζυ«γίου, ἐννοήσασα, ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῷ θέματι τούτῳ σπου«δάζει. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον «ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, σχετικῶς πρὸς τὰς ἐν«τυπώσεις, αἵτινες θέλουσι παραχθῆ ἐκεῖ ἐκ τῆς ἄρσεως «τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἴδατε ἡ Ἰταλία ὁποίας «κολοσσιαίας ὑπέστη θυσίας διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύ«γιον, καὶ τὸ ἐπέτυχε δυνηθεῖσα νὰ καταργήσῃ ἔλλειμμα, «τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο ἀκατανίκητον. Ἔφθασεν εἰς τὸ ἰσο«ζύγιον καὶ ἐπί τινα ἔτη διετέλει ἐν ἰσοζυγίῳ, καὶ ἐν «τούτοις τὸ κοινὸν τῆς Εὐρώπης δὲν συνεκινήθη· εὐθὺς «ὅμως ὡς ἠδυνήθη ἐκ τοῦ ἐπιτευχθέντος τούτου ἰσοζυ«γίου νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ πίστις «αὐτῆς ὑψώθη σπουδαιότατα. Αὐτὸ τοῦτο τὸ δάνειον, τὸ «ὁποῖον ἐπραγματοποίησεν ἡ Ἰταλία πρὸς ἄρσιν τῆς ἀ«ναγκαστικῆς κυκλοφορίας, αὐτὸ τοῦτο δὲν ἐπέτυχεν ὁλο«σχερῶς κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν· εἶχεν ἤδη ἐπιτευ«χθῆ τὸ ἰσοζύγιον, εἶχον ἐπιβληθῆ πάντες ἐκεῖνοι οἱ φό«ροι, οἵτινες διατρανοῦσι τὴν ἀληθῆ φιλοπατρίαν τοῦ Ἰτα«λικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ὅπως διεξαγάγῃ «αἰσίως τοιοῦτον ἔργον· καὶ ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἡ πρώτη «σειρὰ τοῦ δανείου ἐπραγματοποιήθη, καλυφθεῖσα ἐν τῇ «δημοσίᾳ ἐγγραφῇ κατὰ ἓν καὶ ἥμισυ, ἡ δευτέρα σειρὰ «τοῦ δανείου ἐκαλύφθη μόνον κατὰ τὸ πεμπτημόριον. Ἡ «Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ δάνειον ὁλόκληρον, διότι «εἶχε συμβληθῆ καὶ αὕτη πρὸς τραπεζίτας στερεῶς, ferme, «ἀλλὰ τὸ δάνειον ἀπέτυχε· μετὰ τὴν πραγματοποίησιν «ὅμως τῆς ἄρσεως τὰ χρεώγραφα αὐτῆς εὕρηνται εἰς θέ«σιν, ἥτις ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πίστις αὐτῆς δὲν εἶναι τοι«αύτη, ὁποία ἦτο, ὅτε ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον. Ἄν «ἐν Ἰταλίᾳ τὸ δάνειον ἐξετίθετο εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν «μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπι«τυχία θὰ ἦτο μεγίστη. Τοῦτο δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ «τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται τὰ δάνεια αὐτῆς «σήμερον. Διὰ τοῦ τρόπου δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον συνωμο«λογήθη τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπε«τεύχθη, ὅπως γένηται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου μετὰ τὴν «ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ «ἔχῃ ὡς βάσιν τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως παραχθεῖσαν κατά«στασιν» (Πρακτ. 1883 σελ. 457). Τελευτῶν δὲ τὴν δευτέραν μακρὰν ἀγόρευσίν του, ἔλεγε ταῦτα: «Προσδοκῶμεν καὶ ἡμεῖς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, ἣν ἀπεκδέχονται οἱ προτείνοντες τὴν ἀναβολήν. Εἰς ταύτην ἰδίως τὴν βελτίωσιν ἀφορῶντες, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἵνα ἐπωφεληθῶμεν ἐξ αὐτῆς, ἔδει ἐγκαίρως νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἂν ἐπερχομένη ἡ βελτίωσις τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἀγορῶν εὕρισκεν ἡμᾶς μὴ προετοιμασθέντας πρὸς τὴν ἔκδοσιν δανείου διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἐκινδύνευε νὰ παρέλθῃ ἀνωφελῶς πρὸς ἡμᾶς. Ἀναγκαία ἄρα ἡ ἄμεσος συνομολόγησις τοῦ δανείου χάριν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ὡς συνομολογήθη τὸ δάνειον, ἐπεφυλάχθη ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πᾶσα ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς βελτίονος τιμῆς ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ ὡς πρὸς τμῆμα δανείου ἐξ 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ἥμισυ δὲ τῆς ὠφελείας ὡς πρὸς τὸ ἕτερον τμῆμα ἐκ 55 ἑκατομμυρίων. Οὕτως ἐνῷ συνωμολογήσαμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ δάνειον, ἐξησφαλίσαμεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἀναμενομένων ὠφελημάτων καὶ ἐξ ἀναβολῆς, συνδυαζομένης πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν» (Πρακτ. 1883 σελ. 470). Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν τοιούτων σαφῶν ἐξηγήσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐψηφίσατε τὸ δάνειον. Καὶ ἂν σήμερον λέγῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ νόμος δὲν περιέχει τι περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ ὅτι ἁρμόδιοι εἶναι καὶ μόνοι κατάλληλοι ἵνα ὁρίσωσι τὴν ἐποχὴν οἱ κ. Τραπεζῖται, νομίζω ὅτι ἡ γλῶσσα αὕτη δὲν ἁρμόζει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἡ γλῶσσα αὕτη δὲν ἁρμόζει εἰς ἄνδρας ἐγκαυχωμένους, ὅτι σκοπὸς τῆς πολιτείας αὐτῶν ἦτον ἡ ἀναμόρφωσις τῆς κοινωνίας, ἡ μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τήρησις τῶν νόμων, καὶ ὁ ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ γλῶσσα αὕτη διδάσκει τὴν παραγνώρισιν καὶ τὴν ἀναίρεσιν ἀμοιβαίων ὑποχρεώσεων καὶ καθηκόντων, καὶ τὴν κατάλυσιν πασῶν τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος πρὸ ἐτῶν ἔθηκε πρὸς πρόληψιν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι, ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα προσελήφθη ἐν τῇ ὁμάδι διὰ τὸ ἠθικὸν αὐτῆς κῦρος. Καὶ ἂν ἤθελε, δὲν ἠδύνατο δυνάμει τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῆς νὰ λάβῃ μέρος εἰς χρηματικὰς καὶ Κυβερνητικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἐδέχθη μόνον νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον διὰ ποσὸν 9 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον αὐτὴ δυνάμει προηγουμένου νόμου ὤφειλε νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὡς δάνειον. Ἀλλ’ εἰσῆλθεν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ δανείου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁριστικῶς ἐπωλήθη ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ πρὸς τὰς ὁμάδας. Κατὰ τὴν σύμβασιν, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου συνεφωνήθη τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτῆς ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τῶν 9 ἑκατομμυρίων καὶ νὰ ἀπομακρύνηται τῆς ὁμάδος. Προεῖδεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ λάβῃ ἀνάγκην καὶ ἄλλων χρημάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεφυλάχθη τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἤδη πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀπεμακρύνθη ἡ Τράπεζα, καὶ ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔλαβε μάλιστα παρ’ αὐτῆς τὸ δάνειον τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συμψηφισθῇ ἐν τῇ συμμετοχῇ τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000. Ἀλλ’ ἐκ τούτου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Τραπέζης, προέκυψαν ζημίαι εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ταμείου· διότι ἐκ τῶν ὁμολογιῶν, ἐκ τῶν 110,000, τὰς ὁποίας ἡ ὁμὰς ἔλαβεν ὁριστικῶς (ferme) εἰς τὴν τιμὴν τῶν 342,50, ἀπέναντι αὐτῶν 25,000 ὁμολογίας εἶχε λάβει ἡ Τράπεζα ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 357. Καὶ δὲν ἐνόησα πῶς ἐξήγησε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐνταῦθα περιλαμβάνεται ὁ τόκος· τοῦτο βλέπω μόνον, ὅτι διὰ τὰς 357 δραχμὰς πραγματικὰς, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα ἤθελε καταβάλει δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν, ἤθελε λαμβάνει κατ’ ἔτος τοκομερίδιον 25 δραχμῶν, ὅ ἐστὶ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον συνήθως λαμβάνει πρὸς 7%. Αὐτὰς δὲ τὰς 25,000 ὁμολογίας, τὰς ὁποίας ἤθελε κρατήσει ἡ Τράπεζα ἀντὶ 357 δραχμῶν, ἐκράτησαν αἱ ὁμάδες πρὸς 342,50. Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεγάλη, καὶ ζημία μεγάλη. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ Τράπεζα ῥητῶς ὑπεχρεώθη, ἂν ἤθελε λάβει μέρος εἰς τὸ δάνειον, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον τοῖς μετρητοῖς πᾶσαν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς αὐτὴν ὠφέλειαν, ἣν ἤθελον λάβει αἱ ὁμάδες. Αἱ ὁμάδες διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἔλαβον δι’ ἔξοδα μὲν 2,300,000, ἔλαβον δὲ καὶ διὰ τόκους κεφαλαίων μὴ καταβληθέντων, τουτέστι διὰ τὴν jouissance, 1,375,000, δηλαδὴ ἔλαβον ὠφέλειαν, δῶρον, 3,675,000. Ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὠφέλειαν ταύτην ἐδικαιοῦτο καὶ ἡ Τράπεζα νὰ λάβῃ τὴν ἀναλογίαν της. Ἡ Τράπεζα ὅμως, ἡ ὁποία μόνον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁμάδα καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλην αἰτίαν—διότι τὰ συμφέροντά της, ὡς καὶ τὰ τοῦ Κράτους, ἠσφαλίζοντο διὰ μόνης τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δανείου—ἐδέχθη νὰ μὴν ὠφεληθῇ τὴν ἀναλογίαν της ἐκ τῶν εἰρημένων ποσῶν, ἀλλὰ νὰ τὴν ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον. Ἡ ἀναλογία δὲ αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς σπουδαῖον ποσόν. Τίς θὰ ὠφεληθῇ σήμερον τὴν ἀναλογίαν ταύτην, ἀπομακρυνομένης τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ζημία θὰ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον. Τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀγοράσῃ, ἂν ἔχῃ νὰ ἀγοράσῃ, ὁμολογίας, θέλει ζημιωθῆ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ χρυσοῦ πρὸς τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον, ἥτις εἶναι 2%· διότι ὁ ἀγοράζων σήμερον ὀφείλει νὰ καταβάλῃ χρυσὸν, ἐνῷ ἐὰν ἐγίνετο ἡ ἔκδοσις μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον θὰ ἦτο εἰς τὸ ἄρτιον, πλὴν ἐλαχίστης διαφορᾶς. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος προέρχεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν ν’ ἀναφαίνωνται ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καίτοι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἤρθη εἰσέτι. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐν μέρει τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀλλ’ ἡ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος ὀφείλεται κυρίως σήμερον εἰς τὸν λόγον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Σήμερον περιωρίσθησαν αἱ συναλλαγαὶ, περιωρίσθη τὸ ἐμπόριον, ἠλαττώθη ἡ εἰσαγωγὴ· ἔλειψαν τὰ κεφάλαια· τίνες θέλετε νὰ κάμωσιν ἐμβάσματα; Οἱ ἔχοντες νὰ ἐμβάσωσιν εἰσὶν ὀλίγοι, οἱ ἔχοντες νὰ σύρωσιν εἰσὶ πλειότεροι, προσφέρουσι τὸ συνάλλαγμα αὐτῶν εἰς τιμὰς ὑψηλοτέρας, καὶ δὲν εὑρίσκουσιν ἀγοραστάς· ὅθεν ἀναγκάζονται νὰ ὑποτιμήσωσιν αὐτό. Ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ σήμερον παρατηρουμένη χαλάρωσις. Ἐκτὸς τούτων, ὡς ἐκ τῶν ἐπελθουσῶν συμφορῶν καὶ τῶν δυσαρέστων συμβεβηκότων ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐπῆλθε δυσπιστία, καὶ τῆς δυσπιστίας τ’ ἀποτελέσματα εἰσὶν ὀλέθρια ἐπὶ τὴν χώραν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ νὰ σᾶς πείσω, ἂν δύναμαι νὰ σᾶς πείσω, ὅτι τὸ συζητούμενον ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, καὶ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος ἰσχυριζόμενος ὅτι οὔτε σκιὰ κἂν θέματος πρὸς συζήτησιν ὑπάρχει. Παρατηρῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως, διότι μεγάλην ἀναλαμβάνει εὐθύνην, προκειμένου περὶ ὑψίστων τοῦ Κράτους συμφερόντων.
§3Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας παρατηρήσεις, κύριοι, ἔχω νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Καὶ ἐν πρώτοις κάμνω τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν εἶναι βεβαίως τὸ ζήτημα, τὸ κύριον τοὐλάχιστον ζήτημα, διατί σήμερον ἐγένετο ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, οὐδὲ διατί οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ἔκδοσιν ταύτην ἐσκέφθησαν ὅτι αὕτη ἦτο ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐκδώσωσιν αὐτό· δὲν πρόκειται σήμερον νὰ σκεφθῶμεν ἐνταῦθα περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι πιστεύω ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι αὐτῶν ὑπῆρχεν, ὁπόταν οὗτοι ἤθελον ἐγκρίνει, νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον, οὔτε περὶ τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελον αὐτοὶ κάμει περὶ τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων, ἀλλ’ οὔτε περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας τυχὸν διατελοῦσιν. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ σκεφθῶμεν εἶναι ἐὰν τὰ συμφέροντα καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους εὑρίσκωνται συναντώμενα σήμερον μὲ τὰς ἐκτιμήσεις αὐτῶν τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐξέδωκαν τὸ δάνειον, καὶ εἰς τί συνίσταται ἡ συνάντησις αὕτη. Ὅταν, κύριοι, ἐψηφίζετο τὸ δάνειον τοῦτο, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον, καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, περιεβάλλετο ὅρους ἐπαχθεῖς, εἰς ἓν κυρίως ἠτενίζετε πάντες, εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ εἰς τὴν τιμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς ἄρσεως ἤθελε λάβει τὸ δάνειον, διότι ἤθελε προηγηθῆ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἰς τοῦτο στηριζόμενοι, παρεβλέπετε τὰ πάντα ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ, παρεβλέπετε τὸ ἐπαχθὲς τῶν ὅρων, καὶ ἐλέγετε ὅτι ἀρκεῖ ὅτι θὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐφωδιασμένοι διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Λοιπὸν σήμερον δὲν ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν διατί οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον ἐξέδωκαν αὐτὸ σήμερον, διότι εἶχον, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὔτε διατί ἐξετίμησαν οὕτω τὰ ἑαυτῶν συμφέροντα ἢ τὰς ἑαυτῶν ἀνάγκας, καὶ ἑπομένως οὔτε ὡς εἰς συμπέρασμα δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ συστήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρακαλέσῃ αὐτοὺς τοὺς κυρίους νὰ λάβωσιν ἔλεος ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀναβάλωσι τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἴσως τῳόντι περιήλθομεν εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἐκκλήσεως τοῦ ἐλέους αὐτῶν, ἀλλὰ σήμερον ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις δὲν ἔχει τοῦτον τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τίνι τρόπῳ εὑρίσκονται συναντώμενα τὰ συμφέροντα καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν κυρίων καὶ μὲ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον τῶν ἑαυτῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας σήμερον διατελοῦσιν. Ἤρπαξε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις—ἥρπαξεν ὡς ναυαγὸς μίαν σανίδα, μίαν ἁπλῆν νομίζω, μίαν ὑπόθεσιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ζηνόπουλος ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ μίαν ὑπερτίμησιν τὸ δάνειον τοῦτο, ἠδύναντο κρατοῦντες ἐν πράγματι οἱ ἴδιοι δι’ ἀντιπροσώπων των τὰς μετοχὰς νὰ κερδοσκοπήσωσιν, ἥρπαξε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην χαίρων καὶ ἀνήρχετο ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου οἱονεὶ θριαμβεύων, ἀλλὰ θρίαμβον φρονῶ λίαν προσωρινὸν, διότι ὑπόθεσις ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξέφραζεν ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφός μου. Εὐηρέστει βεβαίως ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὅτι μετ’ οὐ πολὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑπερτιμηθῇ τὸ δάνειον, διότι πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἀπεδείχθη, ἡ βεβαίωσις τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο βέβαιον ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ τοῦτο, βεβαίως καὶ οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον θὰ περιέμενον νὰ ἐκδώσωσιν αὐτὸ εἰς τὴν προσεχῆ ταύτην συμφερωτέραν ἐποχὴν, ἀλλὰ σπεύδουσι, βλέπετε, καὶ σπεύδουσι διότι γνωρίζουσι κάλλιον ἴσως ἡμῶν τί ἐπίκειται. Γνωρίζουσιν οὗτοι, εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν ἐὰν προοιωνίζεται καλλιτέρα τις ἐποχὴ ἢ τοὐναντίον ἀπειλοῦνται χειρότεραι περιστάσεις καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμῶσιν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἄλλως τε καὶ τὰς ἰδίας αὑτῶν ἀνάγκας, ἐὰν δὲν ἔπρεπε νὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου εἰς οἱανδήποτε τιμὴν διὰ νὰ σωθῶσι διότι ἀπειλεῖται ἀκριβῶς ὁ ἐξευτελισμὸς αὐτοῦ. Τοῦτο λοιπὸν εἶναι, κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς καὶ οὐχὶ διὰ περιστροφῶν, διατί σήμερον δὲν εἶναι τετελεσμένη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλ’ ἐξηγοῦσα τὸ γεγονὸς τοῦτο ὀφείλει συγχρόνως νὰ δώσῃ λόγον πῶς θεωρεῖ ὅτι τὸ τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ἡ Βουλὴ ἀπέβλεπεν, ὅταν ἐψήφιζε τὸ δάνειον τοῦτο, πῶς θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἐπουσιῶδες καὶ ἀνάξιον λόγου· διότι, ἐὰν καὶ τὰ τοιαῦτα χαρακτηρίσητε ἐπουσιώδη, νομίζω ὅτι ματαίως ἐνταῦθα συνερχόμεθα καὶ φαινόμεθα δῆθεν συζητοῦντες σπουδαίως, ἐνῷ παίζομεν ἀληθῶς κωμῳδίαν, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ ἀφήσαμεν τὰ πάντα εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας νὰ εἴπῃ, ὅτι χθὲς ἐφαίνετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐνόμιζεν ὅτι περὶ ἀστείων εἶναι ὁ ἀγών. Καὶ δὲν φαίνεται τοῦτο μόνον ἐν τῇ χθεσινῇ συντόμῳ ὁμιλίᾳ του, ἀλλὰ φαίνεται ἐξ ἀρχῆς τῆς παρούσης Συνόδου καὶ εἰς ὅλους αὐτοῦ τοὺς λόγους. Καὶ τί ἄλλο θὰ ὑποθέσωμεν, ἢ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονεῖ πάντα ταῦτα ἀστεῖα, ὅταν σᾶς λέγῃ ὅτι δὲν σημαίνει διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου ἐὰν δὲν ἔγινεν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀκόμη; Δὲν ἠδύνατο βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ δάνειον τοῦτο, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν ἐπὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ καταλήξῃ εἰς σκέψεις ἀναξίας σοβαροῦ ἀνθρώπου, ἀναξίας Βουλῆς. Ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις αὗται; ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ, ὅτι δὲν σημαίνει ἂν ἔγινεν ἢ δὲν ἔγινεν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι πρόκειται νὰ γίνῃ. Διότι πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἔγινεν! Ἀλλὰ τότε, ἐπειδὴ καὶ πρὸ ἐτῶν ἤδη ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτον ἀνέκαθεν τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἶχε γίνει! Ἀλλά, κ. Πρωθυπουργὲ, δὲν διαψεύδετε τοιουτοτρόπως ὑμᾶς αὐτοὺς, ὅταν λέγετε τὰ τοιαῦτα; Ὅταν ἐψηφίζετε τὸ δάνειον, δὲν ἐλέγετε ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἦναι γεγονὸς τετελεσμένον, ὅταν θὰ γίνεται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου. Καὶ οὕτω εἴχετε βεβαίως τὴν ἀξίωσιν ὅπως αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔδιδον κατὰ τὴν ἰδίαν σας ὁμολογίαν οὐδεμίαν σημασίαν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις σας ὅτι τὸ ἰσοζύγιον ἐπέρχεται ὅσον οὔπω εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐργάζεται ὅπως φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦτο καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετ’ οὐ πολὺ, δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι τὰ προσδοκώμενα ἔχουσιν ἤδη ἀξίαν. Ταῦτα ἐβεβαιοῦντο καὶ τότε, ἀλλ’ ἐλέγετε ὅτι ταῦτα πάντα δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν, ἀλλὰ σημασίαν ἔχει μόνον τὸ γεγονὸς τὸ τετελεσμένον τῆς ἄρσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα δὲν εἶχον οὐδεμίαν σημασίαν, ὅταν ὑμεῖς ἐκάμνατε τὰς ἐπαγγελίας, τὰς ὁποίας τοὐλάχιστον οἱ εὔπιστοι ἠδύναντο νὰ πιστεύωσιν ὡς πραγματοποιησίμους, ἔχουσιν ἆρά γε σημασίαν, ὅταν ταῦτα εἶναι ἐπαγγελίαι, αἱ ὁποῖαι διεψεύσθησαν ὑπὸ τῶν πραγμάτων; Ἠδύνασθε τοὐλάχιστον νὰ λέγητε τοῦτο, ὅταν ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ ἐπαγγελιῶν, καὶ νὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν, ὅτι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἀγοραὶ θὰ ἠρκοῦντο ἀντὶ τῆς ἄρσεως, ἀντὶ τοῦ ἰσοζυγίου εἰς τοὺς λόγους ὑμῶν· ἀλλ’ ἐὰν τότε ἠδύνασθε νὰ τὸ λέγητε καὶ νὰ ἔχητε τὴν ὑπέρογκον ταύτην ἀξίωσιν νὰ μεταβάλητε τοὺς νόμους τοὺς χρηματιστικοὺς τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης διὰ τῶν λόγων σας, εἶσθε τοὐλάχιστον ὠχυρωμένος τότε ὄπισθεν τοῦ ἀβεβαίου, οὐχὶ βεβαίως διὰ τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ξένοι τῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου καὶ τῆς γνώσεως τῆς πολιτικῆς σας. Ἀλλ’ ἤδη κύριοι, ὅτε καὶ διὰ τοὺς ξένους τῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα διέψευσαν τὰς ἐπαγγελίας σας, ἔρχεσθε σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ λέγετε, ὅτι αἱ διαψευσθεῖσαι ἐπαγγελίαι σας ἰσοδυναμοῦσι μὲ γεγονότα τετελεσμένα ἀντίθετα πρὸς τὰς διαψευσθείσας ταύτας ἐπαγγελίας! Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐνταῦθα ποῖος εἶναι ὁ λαβύρινθος καὶ ὁ κυκεὼν τῶν τραπεζικῶν συμφερόντων καὶ παιγνίων, τὰ ὁποῖα κρύπτονται ὄπισθεν τῶν τοιούτων μέτρων, καὶ τίνα ἄλλα καλύπτει ἡ τοιαύτη πολιτεία. Ἐνταῦθα ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιοριζώμεθα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βλέπομεν ἐπὶ τῆς σκηνῆς, ὁποῖα δ’ ἄλλα τελοῦνται ὄπισθεν τῆς σκηνῆς, περὶ τούτων δὲν καλούμεθα νὰ κρίνωμεν. Ἐν δὲ τῇ σκηνῇ βλέπομεν τὴν διάψευσιν τῶν ἐπαγγελιῶν σας, τὴν παραβίασιν τῶν ἀποφασισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ συγχρόνως βλέπομεν διακυβευόμενα οὐχὶ μόνον τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ ταῦτα τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεώς της. Ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς νὰ εἴπῃ, ἴσως ἐν ἐπιτετηδευμένῃ ἀγανακτήσει, ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐκτείνῃ τὸ ζήτημα καὶ τὸ καταστήσῃ πολιτικὸν καὶ ἐνόμιζεν ὅτι, τοῦτο λέγων, ἔλεγέ τι ἄξιον λόγου, ὅτι ἔλεγέ τι ἔχον ἐπιῤῥοὴν καὶ σημασίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Νομίζει ὅτι, ἐὰν καταστήσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν τετελεσμένων γεγονότων, ἡ ἀλήθεια αὐτῶν δύναται νὰ μεταβληθῇ. Ἀλλὰ βεβαίως δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δύναται πᾶσα Κυβέρνησις εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν ν’ ἀπαιτῇ οἱονδήποτε γεγονὸς, οἱαδήποτε ἀξίωσίς της νὰ τεθῇ καὶ ὑπουργικὸν ζήτημα, δύναται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ὑπουργικὸν, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν εἶναι μεσημβρία καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι, ἐὰν δὲν τὸ παραδεχθῆτε, θὰ παραιτηθῇ, καὶ πιθανὸν οἱ πολλοὶ, ἀποβλέποντες εἰς τὸ ὅτι θεωροῦσι κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτῶν κρίσιν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ᾖναι Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ἀποφασίσωσι καὶ νὰ εἴπωσι: ναὶ, εἶναι μεσημβρία. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδίως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν πρέπει νὰ ποιῇ κατάχρησιν· διότι ἡ τοιαύτη ἀξίωσίς του, νὰ καθιστᾷ οἱονδήποτε ζήτημα πολιτικὸν, προσκρούει βεβαίως καὶ εἰς τὴν φιλοτιμίαν αὐτὴν τῶν φίλων του. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διατελεῖ ἐν τῷ δικαιώματί του τῷ τυπικῷ, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ. Ἀλλὰ τοιαύτη ἀξίωσίς του θὰ ἦτο οὐσιαστικῶς ἄτοπος σήμερον. Ἀλλ’ εἶπε χθὲς καὶ ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀναιρέσῃ ὅλας τὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοῦτο εἶναι τῳόντι ὄχι μόνον δικαίωμά σας, κ. Πρωθυπουργὲ, ἀλλὰ καὶ καθῆκόν σας, καὶ ἀπορῶ πῶς ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος εἶσθε τόσον πρόθυμος περὶ τὰ τοιαῦτα, παραλείπετε τὸ τοιοῦτον καθῆκον καὶ τοσοῦτον μᾶλλον εἶναι ἄπορον τοῦτο, καθ’ ὅσον φρονῶ ὅτι ὑμεῖς αὐτοὶ δὲν ἐμείνατε εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ δὲν ἐμείνατε εὐχαριστημένοι οὐχὶ βεβαίως διότι σᾶς λείπει ἡ δύναμις τοῦ νὰ οἰκονομῆτε κατὰ τὸ φαινόμενον τὰ πράγματα διὰ τῶν λόγων, τὴν ἔχετε ταύτην τὴν δύναμιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πράγματα ἀνοικονόμητα, τὰ ὁποῖα δι’ οἱασδήποτε ῥητορικῆς δυνάμεως δὲν οἰκονομοῦνται, δὲν καλύπτονται! Δὲν εἶσθε ὑμεῖς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀφίνουσιν εἰς βάρος ἑαυτῶν ἀνακριβείας ἀνεξελέγκτους, δὲν εἶσθε ὑμεῖς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχοντες οἱανδήποτε πρόφασιν νὰ ἐπιδειχθῆτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔστω ἁπλῶς δύναμιν λόγων, ἔχοντες νὰ ὑπερασπίσητε ἑαυτοὺς, τὸ παραλείπετε. Ἀλλ’ εὑρίσκεσθε ἐνώπιον πραγμάτων ἀνεπιδέκτων ἀναιρέσεως, τὰ ὁποῖα σᾶς πιέζουσι καὶ σᾶς συντρίβουσιν! Ἠσθάνθητε ὅτι εὑρίσκεσθε ἐνώπιον τῆς τετελεσμένης διαψεύσεως τῶν ἐπαγγελιῶν σας, ἐκτυλιχθείσης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἠσθάνθητε ὅτι δὲν ἔχετε τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι δὲν ἔχετε τόσα ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν καπνὸν, τόσα ἀπὸ τὸν οἶνον, τόσα ἀπὸ τὰ οἰνοπνεύματα καὶ σήμερον ἀναγκάζεσθε νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἐπῆλθον ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς ἔλεγε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠθέλατε νὰ δεχθῆτε ὡς ὀρθὰ, καὶ εὑρίσκεσθε οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῶν διαψευσθεισῶν ἐπαγγελιῶν σας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῆς ἐπαληθεύσεως πασῶν τῶν προῤῥήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοῦτο κατ’ ἐμὲ οὐδέποτε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν μέχρι τοῦδε συνέβη. Οὐδέποτε εὑρέθη Κυβέρνησις οὕτω διαψευσθεῖσα εἰς ὅλας αὐτῆς τὰς ἐπαγγελίας, οὕτω ἀποτυχοῦσα εἰς ὅλα αὐτῆς τὰ νομοθετήματα, εἰς ὅλας αὐτῆς τὰς πράξεις, καὶ δὲν εὑρέθη μέχρι τοῦδε ἐν Ἑλλάδι Ἀντιπολίτευσις τοσοῦτον δικαιωθεῖσα ὑπὸ τῶν πραγμάτων εἰς ὅλας αὐτῆς τὰ προῤῥήσεις. Εἶναι τῳόντι καταπληκτικὸν αὐτὸ τὸ φαινόμενον, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ἀναγκάζονται πάντες νὰ ἐξίστανται καὶ νὰ νομίζωσιν ἴσως, ὅτι εὑρίσκονται εἰς πλάνην ὀπτικήν. Συνήθως αἱ Κυβερνήσεις εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· ἡμεῖς ἀναγκαζόμεθα πρὸς στιγμὴν νὰ σᾶς χαρίσωμεν ταῦτα, διότι οὐδέποτε Κυβέρνησις παρέσχε τοιαύτην ἀπασχόλησιν εἰς Ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ τῶν ὀλεθρίων νομοθετικῶν αὐτῆς μέτρων. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐπέλθῃ, ἀφοῦ ἠθελήσατε νὰ λάβητε ὑμεῖς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ οὐδέποτε ἐν πράγματι ἡ Βουλὴ ἐνομοθέτει. Μόνον μέλημα ὑμῶν, μόνος σκοπὸς εἶναι τὸ νὰ διαφεύγητε ὁπωσδήποτε τὰς δυσχερείας τῆς σήμερον, νὰ κρατῆτε ὁπωσδήποτε τὴν Ἐξουσίαν καὶ οὐδέποτε ὑπολογίζετε ποῖαι θὰ ἦναι αἱ περαιτέρω συνέπειαι. Καὶ ἐξακολουθεῖτε σήμερον ἀκόμη νὰ ἐπαγγέλλεσθε τὸ ἰσοζύγιον! Καὶ ποῦ στηριζόμενοι πράττετε τοῦτο; ἀναφέρετε σεῖς ὁ ἴδιος τὸ ναυάγιον τῶν φορολογικῶν σας νόμων, ἕνα πρὸς ἕνα ἀναγκάζεσθε νὰ ὁμολογήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πάντας τοὺς νόμους τοὺς οἰκτρῶς ἀποτυχόντας, ἀναγκάζεσθε νὰ ὁμολογήσητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς προέλεγε, νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν φίλων πολλοὶ σᾶς εἶχον παραστήσει ἐκ τῶν προτέρων. Καὶ σήμερον ἔρχεσθε, μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ δικαιολογήσητε ταῦτα, καὶ μᾶς λέγετε πρὸς δικαιολογίαν τῶν ἀποπλανήσεών σας ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐν Ἑλλάδι δὲν λειτουργεῖ κανονικῶς καὶ ὁ λαὸς δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ παρέχῃ εὐκολίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων! Τῇ ἀληθείᾳ ἤθελέ τις νομίσει, ὅτι ὁμιλεῖ τις, ὁ ὁποῖος κατὰ πρῶτον ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁμιλεῖ εἰς ξένος φιλέλλην. Καὶ λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, διὰ ποῖον Κράτος ἐνομοθετεῖτε; Δὲν ἐνομοθετεῖτε διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔχουσαν τὴν γνωστὴν ὑπηρεσίαν, τὸν γνωστὸν λαόν; Ἐνομοθετεῖτε, φαίνεται, διὰ φανταστικὸν Κράτος! Ἀλλ’ ἂν οὕτω ἐνομοθετεῖτε, ἀγνοοῦντες δηλαδὴ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀγνοοῦντες τὸν λαὸν καὶ τὸν τόπον, τότε βεβαίως δὲν εἶναι ἄπορον, διατί τὰ πάντα ἐναυάγησαν εἰς τὰς χεῖράς σας. Καὶ εἶναι, κύριοι, νόστιμον νὰ λέγωνται σήμερον τὰ τοιαῦτα, ὡς νὰ ἔχῃ τελικὸν σκοπὸν ἡ Ἑλλὰς τὸ κατὰ τίνα τρόπον διὰ σειρᾶς παθημάτων θὰ καλύψῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τῳόντι, κύριοι, ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς Ἑλλάδος σήμερον μετεβλήθη· ἄλλοτε δὲν ἦτο τελικὸς σκοπὸς ἡ διατήρησις τῶν Πρωθυπουργῶν, οὐδὲ ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἰδέας, ὅτι οἱ Πρωθυπουργοὶ εἶναι ἀλάνθαστοι οὔτε οἱ Πρωθυπουργοὶ εἶχον τοιαύτην τάσιν, τοιαύτην ἀξίωσιν· μόλις ἔβλεπον ὅτι τὸ ἐλάχιστον αὐτῶν μέτρον ἐκινδύνευε νὰ ναυαγήσῃ, μόλις ἔβλεπον ὅτι κατ’ ἐλάχιστον προσέκρουεν ἡ πολιτεία αὐτῶν εἰς τὰς περιστάσεις, δὲν ὤθουν τὰ πράγματα ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα, δὲν ἐσκέπτοντο κατὰ τίνα τρόπον, διὰ ποίας θυσίας τῶν κοινῶν νὰ διατηρήσωσιν ἑαυτοὺς ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ἀλλ’ ἐπροτίμων, ὅταν ἔβλεπον τὰ πράγματα στενοχωρούμενα, νὰ συντρίβωσιν ἑαυτούς. Ἠδύναντο ἄλλοι κάλλιον ὑμῶν, ἄλλοι ἔχοντες πλείονα ἱκανότητα καὶ πλειοτέρας ῥίζας εἰς τὸν Τόπον, νὰ παρατείνωσι τὴν ἐξουσίαν των καὶ διὰ μικροτέρων θυσιῶν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραττον. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐθέσατε ἄλλον σκοπὸν, καὶ παραδόξως φαίνεται ὅτι ὁ σκοπὸς οὗτος ἐγένετο δεκτὸς καὶ ὑπό τινων τῶν ὑποστηριζόντων ὑμᾶς. Ἐθέσατε ὡς σκοπὸν νὰ περικαλύψητε ὁπωσδήποτε μὲ οἱανδήποτε ζημίαν τοῦ Τόπου τὰ σφάλματα ὑμῶν τὰ προφανῆ, καὶ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ περικαλύψῃ ἢ ἐπανορθώσῃ διὰ τροποποιήσεων τὰ ἀνεπανόρθωτα, καὶ ἀπαιτεῖτε συγχρόνως ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ πάλιν τὰς ἐπαγγελίας ὑμῶν περὶ τοῦ μέλλοντος· διότι λέγετε ὅτι θὰ φέρετε μετὰ ἓν ἔτος, μετὰ δύω, μετὰ τρία, τὰ ὅσα ἤδη ἐπαγγέλλεσθε πάλιν! Καὶ ἂν ἠρχίσατε ἀπὸ τοῦδε πρὸς δικαιολογίαν σας νὰ λέγητε ὅτι πταίει ἡ ὑπηρεσία ἐν Ἑλλάδι, ὅτι πταίει ὁ λαὸς, βεβαίως προπαρασκευάζεσθε μετ’ οὐ πολὺ νὰ εἴπητε: «πταίουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Τόπου, διότι δὲν μὲ ἀφίνουν νὰ διοικήσω». Ἀλλὰ σεῖς ἰδίως δὲν θὰ δύνασθε νὰ εἴπητε τοῦτο, διότι τὰ σφάλματα ὑμῶν τὰ ἀνεπανόρθωτα δὲν εὕρηνται μόνον ἐν τῇ διοικήσει, ἀλλ’ ἀπετυπώθησαν ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐργασίᾳ, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλιπεν ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πλήρη ὑμῶν διάκρισιν. Καὶ ἵνα εἰς τὸ προκείμενον ἔλθω, μὴ ἀξιοῖτε νὰ παραστήσητε ὅτι, ἐὰν σήμερον γίνεται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου χωρὶς ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἤρθη, μὴ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ παραστήσετε ὅτι, ἂν ἄλλοτε τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα προηγγέλλοντο, εἶχον τὴν ἐπιῤῥοὴν νὰ ἐλαττώσωσι τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ὅταν κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων βεβαιοῦνται, ἐντελῶς δὲν ἔχουσι τὴν ἐπιῤῥοὴν ταύτην. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, κ. Πρωθυπουργὲ, περὶ τῶν ὁποίων ἐρωτῶμεν ὑμᾶς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀξιοῦμεν νὰ μὴ φεισθῆτε τῶν λόγων, νὰ μὴ ἐπιδείξητε ἐκείνην τὴν φειδωλίαν, τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ ἐπιδείξητε, νὰ ἐξετάζητε τὰ πάντα καὶ ἵνα κατορθώσητε ν’ ἀποδείξητε διὰ τῶν λόγων ὑμῶν ὅτι ἐπῆλθε τὸ ἰσοζύγιον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι βεβαίως σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Μὴ ἔχετε μόνον τὴν ἀξίωσιν, διότι εἰς οὐδὲν ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀξιώσεως ταύτης σᾶς ὠφελεῖ, νὰ περιβάλητε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον, μὲ ζήτημα ὑπουργικόν· οὐδόλως θέλει σᾶς ὠφελήσει ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀπ’ ἐναντίας μᾶλλον θὰ σᾶς ἐκθέσῃ. Καὶ χάριν ὑμῶν καὶ χάριν τῆς πλειοψηφίας, δηλαδὴ χάριν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα, δὲν σᾶς συμφέρει νὰ περιβάλητε ἄνευ ἀνάγκης μὲ πολιτικὸν χαρακτῆρα τὴν συζήτησιν ταύτην. Ἐὰν ἀξιοῖτε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματός σας, τοῦτο οὐ μόνον εἶναι δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ὑμῶν. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ νά προκαλέσητε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἂς ἀποφανθῶσι λοιπὸν οἱ φίλοι ὑμῶν ἐν τῷ συνδυασμῷ, τὸν ὁποῖον κάμνετε τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος τούτου πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ὅτι ἔχουσι πρὸς ὑμᾶς ἐμπιστοσύνην, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλλεσθε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς αὐτοὺς δὲν ἐξεπληρώσατε! Ἂς εἴπωσιν: ἔχομεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἐπηγγείλατο ὅτι θὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δὲν τὴν ἦρε, διότι ἐπηγγείλατο ἐπὶ τρία ἔτη ὅτι θὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ δὲν τὸ ἔφερεν! Ἀλλὰ σκεφθῆτε ὁποία τις δύναται νὰ ἦναι καὶ ἡ κρίσις τῆς κοινωνίας ἐπὶ τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, τῆς ἐπὶ τοιούτων μάλιστα θεμάτων στηριζομένης. Ἡ κοινωνία καὶ αὐτοὶ οἱ ἁπλούστεροι θὰ σᾶς ζητήσωσι νὰ τοῖς ἐξηγήσητε τίνες εἶναι οἱ τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων κατωρθώσατε νὰ ἐμπνεύσητε εἰς αὐτοὺς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν τὰ τετελεσμένα γεγονότα τοσοῦτον ἐκλόνισαν καὶ ἄρδην ἀνέτρεψαν· διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑποθέσωσιν ὅτι διατηρεῖται ἐμπιστοσύνη ἀληθὴς ἐκ τῆς προφανοῦς διαψεύσεως πάσης μέχρι τοῦδε ἐπαγγελίας! Ἡ κοινωνία θὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐν ἄλλῳ σταδίῳ ἐφελκύσατε τὴν ἐμπιστοσύνην ταύτην, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύετε, ὅτι δι’ ἄλλων μέτρων κατωρθώσατε νὰ ἐμπνεύσητε εἰς τοὺς φίλους ὑμῶν ὅτι εἶσθε ἄξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, καὶ ὅτι ἐν τῷ σταδίῳ ἐκείνῳ τοσοῦτον εὐδοκιμήσατε μέχρι τοῦδε, ὥστε τὰ πασίγνωστα γεγονότα δὲν κλονίζουσι τὴν τοιαύτην ἐμπιστοσύνην· θὰ ζητήσῃ λόγον τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης ἀναζητῶν καὶ ὁ ἁπλούστατος πολίτης θὰ κρίνῃ ὅτι τὰ μέτρα καὶ τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεκτήσατε αὐτὴν, εἶναι ἡ ἐντελὴς καταστροφὴ τῆς διοικήσεως.
§4Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου, αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000, αἱ μακραὶ ἐν γένει συζητήσεις, αἱ γενόμεναι ἐφ’ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, καὶ ἡ ἐντεταμένη προσοχή, μεθ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἀκροᾶται ἁπάσης ταύτης τῆς συζητήσεως, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα θεωρεῖται ὑπὸ τῶν κ. κ. βουλευτῶν ὡς τὸ οὐσιωδέστερον καὶ ζωτικώτερον ζήτημα πρὸς τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους στενῶς εἰσι συνδεδεμένα πρὸς τὰ τῶν πολιτῶν ἐν γένει, ὡς τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους μεταδιδομένης καὶ τοῖς πολίταις. Ὅ,τι λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις προτείνει καὶ λέγει σχετικῶς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, δὲν ὠθεῖται ἐκ τοῦ τυφλοῦ πάθους ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς λόγους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως χθὲς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κ. βουλευτοῦ· διότι, ἂν τοιοῦτόν τινα χαρακτῆρα ἐπιθυμῇ νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νομίζω, ὅτι δικαιότερον δύναται ν’ ἀντιστραφῇ ὁ λόγος, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Συμπολίτευσις ἀρνοῦνται πάντα τὰ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προερχόμενα ἐκ τυφλοῦ πάθους Συμπολιτεύσεως. Ἀπόδειξις τούτων εἰσὶν ὅτι τὰ ῥηθέντα πρὸ τριετίας ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰδίως ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπηλήθευσαν ἐντελῶς, ἡ ἀποτυχία δὲ τούτου ἐβεβαιώθη καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ζήτημα τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς σήμερον κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶνε, ἂν ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἤδη ἢ οὔ, ἂν ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς ἐκδόσεως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἢ οὔ. Περὶ τούτου ἐῤῥέθησαν πολλά· οἱ προλαλήσαντες ἀνέφερον ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς, ἰδέα, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς εἶχε μεταδώσει εἰς αὐτὴν διὰ τῶν ἀγορεύσεών του, εἰπὼν ὅτι τότε ἡ οἰκονομικὴ θέσις τοῦ Κράτους θέλει ἀκμάσει, ὅταν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἑπομένως τότε καὶ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου πρέπει νὰ πραγματωθῇ. Καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ πάντες βεβαίως οἱ βουλευταὶ φρονοῦσιν, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τότε ῥηθέντα ἦσαν ἡ ἀλήθεια· πιστεύω δ’ ὅτι τὸ λεχθὲν τότε ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συνέπεια ἦτο συνεννοήσεως αὐτοῦ μετὰ τῶν ὁμάδων, τῶν ἀναλαβουσῶν τὴν τοῦ δανείου ἔκδοσιν. Ἂν δὲ δὲν ἦσαν ἀποτελέσματα συνεννοήσεως, ἀλλ’ ἁπλῆ μόνον πεποίθησις καὶ γνώμη αὐτοῦ, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεπλάνησε τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἂν ἦσαν ἐκ συνεννοήσεως, ἀπορῶ, πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέμεινε νὰ ἐκπληρώσῃ ἡ ὁμὰς τὴν ὑποχρέωσίν της· ἀπορῶ, πῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα ἐγένοντο· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἐπὶ πλέον ἂν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον μετὰ τὴν ἄρσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἶνε, τίς ὁ αἴτιος τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτὸ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐμβριθῶς, ὡς ἔχον σχέσιν πρὸς τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Πρὸ τοῦ ζητήματος τούτου ὅμως ὀφείλω νὰ ἐξετάσω ἕτερον σχετικὸν καὶ οὐσιῶδες ἐπίσης ζήτημα, ἂν δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ νὰ μετάσχῃ τοῦ δανείου, λαμβάνουσα τὸ δάνειον τῶν 9 ἑκατομμυρίων πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, καὶ ἂν ἐκ τῆς ἀναβιώσεως αὐτῆς ἐβλάβη τὸ Δημόσιον ἢ δὲν ἐβλάβη καὶ κατὰ πόσον. Κατὰ τὴν σχετικὴν σύμβασιν, τὸ δάνειον ἐλάμβανον αἱ ὁμάδες πρὸς 342 καὶ 50, ἰδιαιτέρα δὲ σύμβασις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐγένετο, καθ’ ἣν αὐτὴ ἀντὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν ἢ 9 ἑκατομμυρίων νέων, ἅτινα ὤφειλε νὰ δώσῃ δανειακῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατά τινα σύμβασιν τοῦ 1880, ὑπεχρεώθη νὰ μετάσχῃ τοῦ δανείου ἐπὶ τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ἀπὸ τὰς ὁμάδας, ὑπολογίζουσα ἑκάστην ὁμολογίαν πρὸς 357 καὶ 50. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως δὲν γινώσκετε διατί ἡ Τράπεζα ἀνέλαβε νὰ καταβάλῃ 357 καὶ 50 δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν, ἐνῷ αἱ λοιπαὶ ὁμάδες ἔπρεπε νὰ καταβάλωσι μόνον 342 καὶ 50, τὴν διαφορὰν δὲ τῶν 14 δραχμῶν καὶ 50 ὑπεχρεώθη νὰ καταβάλῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἰδοὺ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου: Ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ δανείσῃ τὴν Κυβέρνησιν 9 ἑκατομμύρια δραχμὰς πρὸς 7%· τὸ δάνειον συνωμολογήθη πρὸς τὰς ὁμάδας πρὸς 5%, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς ὁ τόκος ἀνεβιβάζετο πρὸς 7,36% περίπου. Ἂν λοιπὸν ἡ Τράπεζα ἐλάμβανε πρὸς 342 καὶ 50 ἑκάστην ὁμολογίαν, ἤθελεν ὠφεληθῆ 36 λεπτὰ τόκον ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· διὰ νὰ μὴ ὠφεληθῇ αὐτὰ πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ νὰ λαμβάνῃ τὸ 7%, ὡς εἶχε συμφωνηθῆ, προσδιωρίσθη νὰ πληρώσῃ πρὸς 357 καὶ 50 καὶ οὕτως ἔλαβε 25,200 ὁμολογίας, αἵτινες πρὸς 357 καὶ 50 φέρουσι 9,180,000 ὡς ἐν τῇ συμβάσει ἀναφέρονται· ἐὰν ἐλάμβανε πρὸς 342, ἔπρεπε νὰ καταβάλῃ 8,630,000, ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι 370,000. αἵτινες ἀντιστοιχοῦσι περίπου πρὸς 1000 ὁμολογίας· ἀντὶ λοιπὸν νὰ λάβῃ 26,000 ὁμολογιῶν ἔλαβε μόνον 25,200. Ἐπειδὴ ὅμως κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως μετέσχε τοῦ δανείου, ἐπεφυλάξατο εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξωνήσῃ τὰς ὁμολογίας τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ πότε νὰ ἐξωνήσῃ ταύτας; μόνον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν καλυφθῇ τὸ δάνειον ἢ δὲν καλυφθῇ, κατὰ τὸ ῥητὸν γράμμα τῆς συμβάσεως. Ἀπαντῶν χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν κ. Ζηνόπουλον εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν σύμβασιν «εἶχον δικαίωμα νὰ ἄρω ὁπότε ἤθελον τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν τῆς Τραπέζης». Ἀλλ’ οὐχὶ, δικαίωμα τοιοῦτο δὲν εἶχεν εἰμὴ μετὰ τὴν ἄρσιν, ὡς ἀποδειχθήσεται. Ὅτε κατὰ πρῶτον συνεζητεῖτο τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐγεννήθη ἀπορία περὶ τῆς ἐννοίας τῆς συμβάσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς σχέσεις τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Τραπέζης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· διὰ νὰ λύσῃ δὲ τὴν ἀπορίαν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, προεκάλεσεν ἔγγραφον τῆς Τραπέζης καταχωρισθὲν ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἀποτελέσαν τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου, ἔχον οὕτω: «Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελε καλυφθῇ διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς μέρος, ἢ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, καθ’ ὃ μετέσχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοῦ δανείου, καὶ ἑπομένως αὕτη ἀναλάβει ὁριστικῶς μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν εἰς αὐτὴν ἀναλογουσῶν 25,200 ὁμολογιῶν πρὸς δραχμὰς 357 καὶ 50 ἑκάστην, ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ ἐξωνήσῃ τὰς ἐν λόγῳ ὁμολογίας καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 συμβάσεως ἐντὸς προθεσμίας ἀνατρεπτικῆς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς τρίτης καταβολῆς, καθ’ ὅσον ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἤθελε συντελεσθῆ πρότερον· ἄλλως, ἡ προθεσμία ἄρχεται ἀπὸ τῆς συντελέσεως τῆς ἐκθέσεως τοῦ δανείου». Ἐκ τοῦ γράμματος δὲ τοῦ Νόμου σαφέστατα ἐξάγεται, ὅτι μόνον ἐπεφυλάξατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξωνήσεως, ὅταν ἤθελε συντελεσθῆ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου. Ἐὰν ἐξεπληροῦτο ὁ ὅρος αὐτὸς καὶ ἐγίνετο ἡ ἐγγραφὴ, ἤθελεν ὠφεληθῆ τὸ Κράτος; βεβαίως· διότι κατὰ τὴν σύμβασιν ὑπεχρεοῦτο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀποδώσῃ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν 342½ καὶ 357:15 ἤτοι φράγκα 14:65, καὶ ταύτην ν’ ἀποδώσῃ εἰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, ὑπολογιζομένας πρὸς 357:15· ἤθελε λοιπὸν τὸ Κράτος λάβει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 1000 περίπου ὁμολογίας, διότι τόσαι ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰς δραχμὰς 370,000, αἵτινες ὑπολείπονται πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων· ἤθελε μεταπωλήσει ταύτας καὶ ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἀξίας αὐτῶν καὶ οὐ μόνον τὴν ἀξίαν τούτων ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ τὰ ἑξῆς: Κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως, ἡ Τράπεζα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ποσοστὰ ἐκ τῆς προμηθείας, ἐκ τῶν πρὸς ἔκδοσιν δαπανῶν καὶ ἐκ τοῦ τόκου, ἅτινα ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅθεν, ἀφοῦ αὕτη ἀπήλλαξε τὴν Τράπεζαν τῆς συμμετοχῆς τοῦ δανείου, καὶ εἰς ἄλλους μετεβίβασε ταύτην πρὸ τῆς ἐγγραφῆς τούτου, ἀναντιῤῥήτως ἐστερήθη ἁπασῶν τῶν ὠφελειῶν τούτων. Ἐὰν δ’ ὑποθέσωμεν ὅτι τὰς 370.000 δραχμὰς, τὰς ἀντιστοιχούσας πρὸς τὰς 1000 ὁμολογίας, δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἀμέσως, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λαμβάνῃ τὸν τόκον αὐτῶν, τότε ἐστερήθη προσέτι τὸν τόκον τῶν 370 χιλιάδων, ὁ τόκος δ’ οὗτος κατ’ ἔτος εἶναι δραχμαὶ 12,801 περίπου καὶ ἐπὶ 37 ἔτη τῆς διαρκείας τοῦ δανείου ὑπὲρ τὰς 160,000. Ἤδη ἂς ἐξετάσωμεν, τίς εἶναι ὁ αἴτιος τῆς μὴ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἅπασα ἡ εὐθύνη τῶν ἐντεῦθεν ἐπιβλαβῶν συνεπειῶν. Αἴτιος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Κατὰ τὸν Νόμον τὸν κυρώσαντα τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου, τὸ προϊόν τοῦτο, καθ’ ὅσον εἰσπράττεται, ἀποκλειστικῶς θέλει χρησιμεύσει πρῶτον εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δεύτερον εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τρίτον εἰς δαπάνας τῶν σιδηροδρόμων. Αἱ τρεῖς αὗται περιπτώσεις εἰσὶν ἀποκλειστικῶς τεταγμέναι, ὅπως κατὰ τὴν τάξιν τούτων διατεθῶσι τὰ χρήματα, ἢ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ εἰς ἑκάστην αὐτῶν ἀδιακρίτως; Ἐὰν εἶχε τὸ δεύτερον δικαίωμα, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπικρίνῃ ταύτην, ἂν ἐκ τῶν χρημάτων ἐδαπάνησεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς. Ἐὰν ὅμως τὰ χρήματα αὐτὰ ἦσαν προσδιωρισμένα κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ ποιήσῃ χρῆσιν αὐτῶν εἰς ἄλλον σκοπὸν, παραλιποῦσα τὴν ὁλοσχερῆ καταβολὴν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας ὀφειλομένων πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι προδηλοτάτη, πρῶτον ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ σπουδὴ, μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ἀφώρα ἰδίως εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτε εἰσήχθη ὁ Νόμος οὗτος, μετὰ πόσης ὀργῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλάλησε κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ παρέστησεν, ὅτι ὅσον τάχιον ἔπρεπε ν’ ἀρθῇ αὕτη. Ἐκτὸς ὅμως τῆς γενικῆς ταύτης ἰδέας, ἐξηγοῦσι τὸν Νόμον καὶ αἱ ῥηταὶ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (Ἀναγινώσκει). «Συνωμολόγησε τὸ δάνειον, ἔλεγεν, ἀλλὰ μὲ ὅρους τοιούτους, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ ᾖναι εἰς θέσιν ν’ ἄρῃ ἀμέσως τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἅμα τῇ λήξει τῆς τριμηνίας, ὅτε ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ἡ τελευταία δόσις τοῦ δανείου· διότι ἀφ’ ἑνὸς ὑπεχρεώθη ἡ συμβαλλομένη ὁμὰς νὰ λάβῃ 110,000 ὁμολογίας ὁριστικῶς (ferme), πρὸς φράγκα 342.50 φερούσας φράγκα 37,000,000. Ἀφ’ ἑτέρου, εἰ καὶ εἶμαι ἐναντίος τῶν προκαταβολῶν, — διότι αὗται ἀποδεικνύουσιν ἠλαττωμένην τὴν δημοσίαν πίστιν — ἀναγκάζομαι ὅμως ἤδη νὰ δεχθῶ προκαταβολὴν 35 ἑκατομμυρίων, ἅτινα μετὰ τῶν 37 ἀποτελοῦσι τὰ 72 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Ῥητῶς λοιπὸν εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι ἅπαντες ἐννοοῦμεν, ὅτι τὰ πρῶτα χρήματα ἔπρεπε νὰ δοθῶσι πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τοὺς ἀπίστους ἀναγινώσκω τὸ κείμενον τῶν λόγων του: «Ὅταν οἱ προκαταβαλόντες 35 ἑκατομμύρια ἐνοχοποιηθῶσιν ἐν τῷ δανείῳ ἀντὶ 55 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν, ἀνθ’ ὧν καταβάλλουσι 37 ἑκατομμύρια, ἔχομεν τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἀντιτίμου τῶν ὑποχρεωτικῶς λαμβανομένων 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐπὶ τῇ ὁρισθείσῃ τιμῇ τῶν 342 καὶ 50, ἐλλείπει πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἕτερον ποσὸν 35 ἑκατομμυρίων· τοῦτο συμφερώτερον ἐθεωρήσαμεν νὰ λάβωμεν ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς καὶ οὐχὶ ὑπὸ τύπον ὑποχρεώσεως». Εἴπομεν λοιπόν, καὶ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου, καὶ κατὰ τὴν ῥητὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ εἶχον τότε, τὰ 72 ἑκατομμύρια ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ τί ταῦτα ἐγένοντο; Ἐνθυμεῖσθε ὅ,τι ἐν μιᾷ τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων εὐηρεστήθη νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκ τούτων 19 ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν εἰς ναυτικὰς παρασκευάς, εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ εἰς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλύτρων καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας. Ἡ τοιαύτη τῶν χρημάτων διάθεσις ἐπήνεγκε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ δοθῶσι τὰ 72 ἑκατομμύρια εἰς τὰς Τραπέζας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τίς λοιπὸν ὁ αἴτιος τούτων ὅλων; βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ πολλῶν ἄλλων κακῶν, καὶ κακῶν δυσθεραπεύτων, ἀπειλούντων καθ’ ἑκάστην τὸ μέλλον τῆς χώρας καὶ ὁδηγούντων αὐτὴν κατὰ κρημνῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δύναται ἀφελῶς νὰ εἴπῃ ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ ἐδαπάνησεν αὐτά. Πᾶς ἄλλος ἐν τούτοις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τοιοῦτό τι καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης, ἀλλ’ οὐχὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι σφοδρῶς ἄλλοτε κατεπολέμησεν αὐτό. Ὅτε ἡ νῦν Κυβέρνησις, διαδεχθεῖσα τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐμέμφετο αὐτὴν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει Διαταγμάτων πρὸς διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος Βουλευτὴς ἀμυνόμενος καὶ ὑπερασπιζόμενος προέτεινε τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τότε δ’ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σφοδρῶς διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς ὑπάρξεως τοιούτου δικαίου, τῇ ἐπινεύσει βεβαίως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ σφοδρῶς ἐπέκρινε τὴν δυνάμει τῆς ἀνάγκης ταύτης ἐκδοῦσαν τὰ Διατάγματα Κυβέρνησιν· καὶ τὸ δίκαιον τοῦτο ἦτο τότε ἐμφανέστατον, ἐπιβλητικώτατον, διότι Κυβέρνησις σωφρονοῦσα ἦτον ἀδύνατον νὰ καταλάβῃ τὰς νέας Ἐπαρχίας καὶ ν’ ἀφήσῃ ταύτας ἀδιοικήτους χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ καὶ τὰ πρὸς διοίκησιν προσωρινὰ ἀναγκαῖα Διατάγματα. Καὶ ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐνεργήσασαν οὕτω διὰ τοιαύτην ἀνάγκην, ὄντως Ἐθνικὴν καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν ἀκαταμαχήτων περιστάσεων. Ἀλλ’ ἂν κατὰ διάνοιαν μόνον μομφὴ εἰσχωρεῖ διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, τί μομφῆς εἶδος ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, ἐπικαλουμένην τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης διὰ τοιαύτας ψευδοανάγκας; Ἔπρεπεν, ἔλεγε, νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν ἵνα δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως Διαταγμάτων. Ἀλλὰ τότε ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ξένων Δυνάμεων ἐλθόντας πρὸς ὁροθέτησιν καὶ παράδοσιν: Σταθῆτε νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν, νὰ λάβωμεν τὸ δικαίωμα πρὸς ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων, ὅπως καταλάβωμεν τὰς νέας χώρας. Ἡμεῖς σήμερον ὅμως ἐν πλήρει δικαίῳ, ἡμεῖς—διότι οὔτε σκιὰ ἀναλογίας ὑπάρχει πρὸς τὰς δύω ταύτας περιστάσεις—δυνάμεθα νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν: Διατί ἐδαπανήσατε χρήματα πρὸς ἄλλας ἀνάγκας ὁρισθέντα; Διατί ἀφοῦ ἐνομίσατε αἰσθητὰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, διατί δὲν ἐκαλέσατε τὴν Βουλὴν, ἵνα σᾶς δώσῃ τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης ταύτης; Πᾶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ ποιήσῃ ὑπερβάσεις τινὰς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δαπάνην τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ὅμως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούσασα διὰ τοῦ προγράμματός της τὰς ὑπερβάσεις. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὡς γνωστὸν, οὐδέποτε ἐφάνη συνεπὴς πρὸς ἑαυτήν, πάντοτε ἀθετήσασα διὰ τῶν πραγμάτων τὰς διὰ τῶν λόγων καὶ τῶν προγραμμάτων ὑποσχέσεις της. Διὰ νὰ δείξῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεώς της, ὅτι αὐστηρότατα θέλει τηρεῖ τοὺς νόμους, ὅτι φειδωλότατα καὶ συνῳδὰ ταῖς παραγγελίαις καὶ ταῖς τῶν νόμων ἀναγραφαῖς θέλει δαπανᾷ τὸ χρῆμα τοῦ Κράτους, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέθηκεν εἰς τὸν Νόμον περὶ κυρώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ 1882, τῇ ἐπινεύσει βεβαίως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν εἰς οὐδένα τῶν προηγουμένων Προϋπολογισμῶν. Κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ χρῆσις δαπάνης ἐγγεγραμμένης ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ πρὸς δαπάνην ἀναγομένην εἰς ἕτερον ἄρθρον· γινώσκετε ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς περιέχει κεφάλαια, ἄρθρα καὶ ἐν τοῖς ἄρθροις ἐδάφια. Διὰ νὰ δείξῃ, ἀλλὰ μόνον νὰ δείξῃ, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πόσον αὐστηρὸς εἶναι, ἔθηκε τέταρτον ἄρθρον. «Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἐξόδων ἐφαρμόζονται καὶ ὡς πρὸς τὰ ἐδάφια τοῦ Προϋπολογισμοῦ αἱ περὶ ἄρθρων διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ λογιστικοῦ νόμου». Βλέπετε πόσος ἦτο τότε ὁ θρησκευτικὸς ζῆλος τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, οὐχὶ νὰ περιορισθῇ ἀπὸ κεφαλαίου εἰς κεφάλαιον, ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον· τὸ ἄρθρον αὐτὸ περιελήφθη καὶ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ 1884 δὲν ὑπάρχει, ὡς πρὸ πολλοῦ δὲν ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ ἐπαγγελίαι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· δὲν ὑπάρχει, διότι ὁ ὑποβαλὼν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884 κ. Πρωθυπουργὸς προῃσθάνετο ἴσως τὴν ὑπερβασίαν, ἣν ἤθελε πράξει ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ δανείου. Διατί τοῦτο;
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει δεσμὸς δι’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
§6ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, ἀφοῦ τὰ χρήματα αὐτὰ ἐδαπανήθησαν εἰς ἄλλας ἀνάγκας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἐκδίδεται τὸ δάνειον καὶ εὔχομαι νὰ ἐπιτύχῃ πλήρης ἡ ἐγγραφὴ αὐτοῦ, ἵνα σωθῇ ἡ πίστις τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ ἀποτυχία κακὰ θέλει φέρει ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπιτύχῃ, νομίζετε, ὅτι θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι τὰ ἀναγκαῖα πρὸς ἄρσιν αὐτῆς χρήματα; Πάλιν ἡ Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ ἐλλιπὴς χρημάτων, καὶ πάλιν θὰ ἀναγκασθῇ, ἢ νὰ φέρῃ νόμον περὶ νέου δανείου, ἢ νὰ μὴ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐὰν πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον πρὸς δραχμὰς 346:50, αἱ ὁμολογίαι ἅπασαι θέλουσι φέρει φράγκα 76,230,000. Ἐκ τούτων 72 ἑκατομμύρια θὰ δοθῶσι πρὸς ἄρσιν εἰς τὰς Τραπέζας. Ὅθεν ὑπολείπονται 4 ἑκατομμύρια, ἅτινα μετὰ τῶν ἐννέα ἑκατομμυρίων τῶν ληφθέντων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀποτελοῦσι 13 ἑκατομμύρια. Ἐδαπάνησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ δανείου 19 ἑκατομμύρια, καὶ ἑπομένως ἐλλείπουσιν ἕξ. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδαπανήθησαν 22 ἑκατομμύρια, τότε ἐλλείπουσιν ἐννέα. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἄνευ νέου δανείου; Τοιαύτη λοιπὸν ἐστὶν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου τμήματος τοῦ Κράτους, διότι δὲν συζητοῦμεν ἤδη τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἡ κατάστασις αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι ἐγγίζομεν εἰς τὴν θύραν τῆς χρεωκοπίας· διότι, ἀφοῦ ἕνεκα ἐλλείψεως πόρων ἐδαπανήθη τὸ χρῆμα εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ἀφοῦ νέου δανείου παρίσταται ἀνάγκη, ἀφοῦ τέλος τὸ παθητικὸν τοῦ Κράτους εἶναι μεῖζον τοῦ ἐνεργητικοῦ, τί σημαίνουσι ταῦτα, ἢ ὅτι, ἐὰν δὲν εἴμεθα χρεωκοπημένοι, προβαίνομεν εἰς τὴν χρεωκοπίαν; Ταῦτα λέγοντες, δὲν ὁρμώμεθα ἐκ τυφλοῦ πάθους ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἠθέλησε νὰ μᾶς χαρακτηρίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος πατριωτισμοῦ καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν, ἀνακοπτομένων, ὅσον τάχιον, τῶν προοιωνιζόντων τὴν καταστροφὴν αἰτίων. Ἐὰν, κύριοι, πρὸ τριῶν ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο ἐμβριθέστερον περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἐὰν ἔδιδε προσοχὴν εἰς τὰς καθ’ ἑκάστην δικαίας καὶ ἐθνικὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρατηρήσεις, ἐὰν εἶχε μέτρον πρὸς τὰς ὑπερβαλλούσας αὐτῆς δαπάνας, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο σήμερον τοιαύτη ἡ τῶν πραγμάτων ὄψις, βεβαίως δὲν ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις ἀνακόπτει τὴν φυσικὴν τοῦ ἔθνους πρόοδον. Ἠδύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φόρους τινὰς, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ αὐξήσητε τὰ ἔξοδα ἀμέτρως· πρὸ τῆς ἐπιβολῆς ὅμως τῶν φόρων εἴχετε καθῆκον ὑπέρτατον νὰ ποιήσητε αὐστηρὰς οἰκονομίας. Περιορίσατε τὰς δαπάνας, δαπάνας πολυτελεῖς, καθ’ ἑκάστην ἔλεγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, μέχρις οὗ λειτουργήσωσιν οἱ φορολογικοὶ νόμοι ἀποτελεσματικῶς καὶ καταδειχθῶσι τὰ πραγματικὰ ἀποτελέσματα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀκατασχέτως ἐχώρει πρὸς ὁδὸν μέλλουσαν νὰ φέρῃ τὸν οἰκονομικὸν τῆς χώρας ὄλεθρον καὶ χωρεῖ δυστυχῶς καθ’ ἑκάστην πρὸς συμπλήρωσιν τῶν δεινοπαθημάτων τοῦ Κράτους, πρὸς ματαίωσιν τῶν ἐλπίδων αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠκροᾶτο τῶν δικαίων καὶ ὑπὸ τῶν πραγμάτων καθ’ ἑκάστην κυρουμένων παρατηρήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν θὰ ἦτο τοιαύτη σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας· δὲν θὰ ἐπολλαπλασίαζε τὰς δαπάνας, δὲν θὰ ἐδαπάνα τὰ χρήματα τοῦ δανείου ἐκεῖ ἔνθα δὲν εἶχον ὁρίσει οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ θὰ ἠδύνατο ἑπομένως νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔχουσα τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς τὰ πρόθυρα δεινῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, χρεωκοπίας καθαρᾶς, καὶ φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἅπαντες ἐδῶ, συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, νὰ μὴ μένωμεν ἀνάλγητοι πρὸ τοιούτου λαβυρίνθου, ἔχομεν καθῆκον ὑπέρτατον νὰ ἀνορθώσωμεν, ὅσον δυνηθῶμεν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἔτι καιρὸς, τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς εὐπραγίας τῆς Πολιτείας· καὶ ταῦτα πάντα δύνανται ἔτι νὰ κατορθωθῶσι, τιθεμένου ἀνυπερβλήτου φραγμοῦ εἰς τὰ δαπάνας τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἔθνος ἀπέκαμε πλέον, δὲν δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ πολυτελέστατον Προϋπολογισμὸν 85 ἑκατομμυρίων καὶ βαρύτατα ἐλλείμματα. Αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὑμῖν, ὅτι 15 ἑκατομμύρια καθυστέρησαν ἀπὸ τοὺς νέους φόρους· ἀλλὰ πόση καθυστέρησις συμβήσεται καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους φόρους, ἄγνωστον. Καὶ πῶς, τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων, ἐλλειμμάτων τοιούτων παρουσιαζομένων, καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν τοσούτων ἑκατομμυρίων Προϋπολογισμὸν; Τίς ἐξ ὑμῶν εὐσυνειδήτως δύναται νὰ δώσῃ λευκὴν ψῆφον εἰς Προϋπολογισμὸν τοιοῦτον; Ὑποχρεούμεθα νὰ λάβωμεν ταχεῖαν μέριμναν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἐξ ἧς τὰ πάντα πηγάζουσιν, ἐξ ἧς οἱ ἐθνικοὶ πόθοι ἀρύονται τὰς ἐλπίδας τῆς πραγματώσεως αὐτῶν, ταχεῖαν μέριμναν, διότι ἡ κατάστασις βαίνει καθ’ ἑκάστην χειροτερεύουσα, ταχεῖαν μέριμναν, διότι σήμερον ἢ αὔριον ἡ χρεωκοπία δεινῶς καθέζεται ἐπὶ τῆς χώρας, ματαίως δὲ θέλομεν τότε ἅπαντες θρηνεῖ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς πατρίδος.
§7Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἤλπιζον ὅτι τὰς σπουδαίας ἀμφιβολίας τὰς ἐγερθείσας περὶ τῶν ἐν κρυπτῷ διαπραγματεύσεων τοῦ δανείου καὶ περὶ τῆς ἐνοχῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ γίνῃ αὕτη πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ προσεπάθει νὰ διαλύσῃ ἀνερχόμενος αὐθωρεὶ μετὰ τοὺς τρεῖς προλαλήσαντας ἀξιοτίμους συναδέλφους εἰς τὸ βῆμα. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιτρέπει νὰ κρύπτηται ὑπὸ πέπλον ὑπόθεσις ἐθνικὴ, ἀφορῶσα ἀτυχῶς εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἤθελε κρύπτεται καὶ σιγᾷ, ἀπεναντίας εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἤθελεν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους καὶ διαλύσῃ τὰς ἀμφιβολίας. Εἶναι πολλὰ τὰ διαδιδόμενα καὶ τὰ λαμβάνοντα χώραν, καὶ θέλομεν νὰ μάθωμεν τίνα εἰσὶν ἀληθῆ καὶ τίνα μὴ ἀληθῆ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπετράπη διαπραγμάτευσις μυστικὴ Τραπέζης πρὸς Τράπεζαν περὶ τοῦ δανείου τούτου; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι περὶ τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐγένετο σύμβασις, ὅπως μὴ τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἐδόθησαν μετοχαὶ ἔχουσαι ἀξίαν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ καὶ ἀντηλλάγησαν πρὸς μετοχὰς δανείου μὴ ἐχούσας νόμιμον κυκλοφορίαν; Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι σοβαρώτατα, αὐτὰ σπουδαίως ἀφορῶσι τὴν πίστιν σπουδαίων πιστωτικῶν καταστημάτων τῆς Ἑλλάδος. Πράγματι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐζήτησε χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν εὗρε, διότι τῇ παρενετέθησαν προσκόμματα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν δάνειον ἐν Βερολίνῳ; Ποῦ εἶναι αἱ καλαὶ καὶ φίλιαι σχέσεις αἱ μετὰ τῆς Γερμανίας, ἀφοῦ ἡ Γερμανία ἀπηγόρευσε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου; Ποῦ ἡ ἀμοιβαία ὑποστήριξις τῶν συμφερόντων καὶ αἱ μεγάλαι παροχαὶ τῆς Γερμανίας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἃς ὑπέσχετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἀφεύκτους συνεπείας τῆς ἐμπορικῆς συνθήκης, ἕνεκα τῆς ὁποίας προεξοφλητικῶς τόσα παρεχωρήθησαν παρ’ ἡμῶν ὑπὲρ τῶν προϊόντων τῆς Γερμανίας; Εἶναι ἀληθῆ ταῦτα; Διατί σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις; Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον· ἐὰν δὲν τὸ πράξῃ, φέρει βαρυτάτην εὐθύνην.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὅσῳ ἐπανελαμβάνοντο ὅσα εἶχον ῥηθῆ χθὲς καὶ προχθὲς, ἦτο περιττὸν νὰ εἴπωμέν τι, διότι εἰς αὐτὰ ἀπηντήσαμεν· εἰς τὰ πρὸ μικροῦ ὅμως λεχθέντα, ἐπειδὴ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξέθηκε νέα πράγματα καὶ ταῦτα χρήζουσιν ἀνασκευῆς, θέλω ἀπαντήσει. Ἠρώτησεν ἐὰν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν κυκλοφορίαν τοῦ νέου δανείου ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Βερολίνου. Οὐδεμίαν τοιαύτην εἴδησιν εἴχομεν οὐδ’ ἔχομεν, εἰμὴ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. βουλευτής. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι καὶ ἀποχρῶν λόγος ἵνα ἐκληφθῇ τὸ πρᾶγμα ὡς δυνάμενον νὰ ᾖ ἀληθές. Ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἐγένοντο καὶ συμφωνίαι μεταξὺ Τραπεζῶν καὶ Τραπεζῶν ἢ Τραπεζῶν καὶ ὁμάδος, παραστήσας ἀκροθιγῶς καὶ τοὺς σκοποὺς, εἰς οὓς αὗται ἀφώρων, θεμιτοὺς καὶ ἀθεμίτους. Ἐὰν τὰ θεμιτὰ συνεφωνήθησαν, δὲν γινώσκω· ἐπίσης δὲ ἀγνοῶ ἂν δὲν συνεφωνήθησαν ἀθέμιτα, διότι πρῶτον ἤδη ἀκούω περὶ τούτων. Ἂν θέλῃ ὁ κ. βουλευτὴς πληροφορίας περὶ τοῦ θέματος, ἂς διατυπώσῃ τὴν αἴτησίν του, καὶ θέλομεν ζητήσει αὐτὰς παρὰ τῶν ἐχόντων τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα τὰς δώσωσι, διότι θίγει ἡ ὑπόθεσις τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνηθίζει νὰ διαστρέφῃ τοὺς λόγους τῶν ἀντιπάλων του. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ἡ Γερμανία ἀπηγόρευσε τὴν κυκλοφορίαν τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Βερολίνου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν κυκλοφορίαν τῶν μετοχῶν εἰς τὸ Κράτος της· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, διότι αἱ μετοχαὶ δὲν ἐξεδόθησαν εἰς κυκλοφορίαν· πῶς λοιπὸν θὰ ἀπαγορευθῇ ἡ διαπραγμάτευσις αὐτῶν ἔν τινι Χρηματιστηρίῳ; Πρόκειται περὶ ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἐν τῷ Γερμανικῷ Κράτει· ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἶναι ἡ ἀρχὴ δανείου τινὸς, κατόπιν ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ ὁμάδες ἔρχονται εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὰ συνδικάτα ἢ τὰς ἐπιτροπείας τῶν Χρηματιστηρίων, καὶ εἰσάγονται εἰς τὰ Χρηματιστήρια αἱ μετοχαὶ δανείου τινός. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἀναγνώσητε τὸν Νόμον περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ διατάξεις ἐν τῷ Νόμῳ ἢ τῇ συμβάσει, ἐν αἷς ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεσολαβήσῃ νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ δάνειον ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Παρισίων καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἐν Γερμανίᾳ, κύριοι, δὲν ἐπετράπη ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, καὶ μανθάνω — καὶ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα μοὶ τὸ εἶπον, εἶναι ἀξιόπιστα καὶ ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως — ὅτι ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἐπετράπη ἡ ἔκδοσις μετοχῶν, διότι, λέγουσιν, ἡ Κυβέρνησις ἡ Γερμανικὴ, ὡς πατρικὴ Κυβέρνησις, ὤφειλε νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ὑπηκόων της, διότι δὲν πιστεύει εἰς τὰς προῤῥήσεις καὶ ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς αὐτῆς.
§10ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν;
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λίαν ἀξιόπιστα πρόσωπα, εἰς τὴν τάξιν τῶν ὁποίων ἀνήκετε, κύριε Καραπάνε.—Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπετεύχθη ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου καὶ ἐν Βιέννῃ διὰ τοὺς αὐτοὺς περίπου λόγους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν πεποίθησιν καὶ καυχᾶται διὰ τὰ οἰκονομικά του μέτρα ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν καὶ δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐπισήμως ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀγγλίας διέψευσε τὰς οἰκονομικάς του ἐλπίδας, ἐπισήμως ἐν τῇ πρεσβευτικῇ ἐκθέσει πιστοποιεῖται ὅτι δὲν ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν φόρων ἔσται κατά πολὺ μικροτέρα τῶν ὑπουργικῶν ὑποσχέσεων, καὶ ὅτι ἐν γένει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους στηρίζεται ἐπὶ ψευδῶν βάσεων (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλομεν, τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ εἰς τοιαύτας συζητήσεις καὶ εἰς ἀποκαλύψεις τῶν ἀληθειῶν, αἵτινες πιθανὸν αὔριον νὰ ἀποδοθῶσιν ὡς λόγοι τῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου. Ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὴν αὔριον νὰ ἀποκαλύψω πᾶν ὅ,τι γνωρίζω ἐλευθέρως καὶ ἀφόβως· διότι ἔχω καθαρὸν τὸ μέτωπον, τὰς χεῖρας καὶ τὴν συνείδησιν, κ. Πρόεδρε, καὶ διότι οὐδὲν ἄλλο συμφέρον φανερὸν ἢ κρύφιον ἔχω νὰ προστατεύσω παρὰ τὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐτάχθην ἐνταῦθα φρουρὸς παρὰ τῶν συμπολιτῶν μας.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς λέγει ὅτι δὲν εἶχεν ὁμιλήσει περὶ κυκλοφορίας ὁμολογιῶν ἐν Γερμανίᾳ καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν εἶχε πληροφορίας, ὅτι ὑπάρχει ἀπαγόρευσις, οὐχὶ δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν κυκλοφορίαν. Ἡ διάκρισις αὕτη μεταξὺ ἀπαγορεύσεως κυκλοφορίας καὶ ἀπαγορεύσεως ἐκδόσεως ἔχει τι τὸ μεταφυσικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον νὰ κατανοήσωμεν· εἶμαι ὅμως ἕτοιμος νὰ ἐπαναλάβω καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν ὅ,τι εἶπον καὶ περὶ κυκλοφορίας, τοὐτέστιν ὅτι πρέπει νὰ ἦναί τις λίαν εὔπιστος ἢ νὰ ἔχῃ ἄκραν ἐπιθυμίαν νὰ πιστεύῃ τὰ προσβάλλοντα τὴν χώραν, ὅπως παραδέχηται, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τοιοῦτον μέτρον. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι οὐ μόνον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἡ Αὐστροουγγρικὴ ὡς πρὸς τὸ Χρηματιστήριον τῆς Βιέννης. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν εἶχεν ἢ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν διακήρυξιν, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος ἐσχάτως ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα ἴδῃ ὅτι ἡ Αὐστροουγγρικὴ Κυβέρνησις ἐπέτρεψε βεβαίως τὴν ἔκδοσιν, ἥτις γενήσεται ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τῆς Τεργέστης· δὲν εἶναι δὲ εὔλογον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅσον καὶ ἂν ὦμεν εὔπιστοι, καὶ ἂν ἔχωμεν ἔτι τὴν εὐπιστίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκδοσις εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῆς Τεργέστης καὶ οὐχὶ εἰς τὸ τῆς Βιέννης. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ὁ λόγος, δι’ ὃν Κυβέρνησίς τις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἔκδοσιν δανείου εἰς τὸ Κράτος της, εἶναι ὅτι θεωρεῖ, ὅτι ἐκ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸ δάνειον θέλουσι καταστραφῆ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῆς χώρας· ὑποθέτει ἄρα ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Αὐστροουγγρικὴ θεωρεῖ, ὅτι ἐν μὲν Τεργέστῃ θέλουσιν ὠφεληθῆ οἱ πολῖται τῆς Αὐστροουγγαρίας ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ δανείου, ἐν δὲ Βιέννῃ ὅτι θέλουσι καταστραφῆ οὗτοι. Τὰ τοιαῦτα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς φαίνονται λίαν λογικά, καὶ νομίζει οὗτος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων εἶναι ἀνάγκη νὰ προβαίνῃ εἰς συζητήσεις· ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἄλλην γνώμην, καὶ περὶ τοιούτων δὲν συζητοῦμεν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη· δὲν ἐτέθη ζήτημα καὶ ἑπομένως θεωρεῖται τὸ θέμα περατωθέν. Ἄλλο θέμα δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6½ μ. μ.)