1884.11.20
2,303 rows · 17,837 words · 76 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 20 Νοεμβρίου 1884.
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐξ Ἀγρινίου, Στεφάνου Χριστοδούλου, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ὑπολοχαγοῦ Μάμαλη Χρήστου, ὡς συμπράκτορος τοῦ Μοσχονησίου καὶ ξυφουλκίσαντος κατ’ αὐτοῦ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φιλάρετος.
§2Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπ’ ἐσχάτων ἐτελειοποιήθη ἀληθῶς πρὸς τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων· ἐφεῦρε τὸν τρόπον, δι’ οὗ χρυσώνει τὰ πικρὰ καταπότια, τὰ ὁποῖα οὕτω καταπίνονται ὑπὸ τοῦ ἀνεκτικοῦ ἀληθῶς φορολογουμένου λαοῦ. Διὰ τοιούτου τινὸς τρόπου, εἰσάγων πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ χαρτοσήμου, κατηυχαρίστησε τὸ κοινὸν διὰ τῆς ἀγγελίας, ὅτι δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ τακτοποιήσῃ τοὺς περὶ χαρτοσήμου Νόμους. Ἀλλ’ ὄπισθεν τῆς χαρμοσύνου ταύτης ἀγγελίας κρύπτεται ὑπούλως αὔξησις φορολογικὴ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου 2,000,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι οὔτε εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ἀναφέρονται οὔτε καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ἐδηλώθησαν. Εἰς ἄλλην ὅμως συνεδρίασιν, καθ’ ἣν διὰ ταχυδακτυλουργικῆς, οὕτως εἰπεῖν, οἰκονομίας ἔπρεπε νὰ ἐξαχθῇ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἢ καὶ περίσσευμα, μᾶς εἶπεν, ὅτι προσδοκᾷ διὰ τοῦ περὶ τελῶν χαρτοσήμου νομοσχεδίου 2,000,000 δραχμῶν. Λοιπὸν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν νομοσχέδιον, δι’ οὗ κωδικοποιοῦνται μὲν ἀληθῶς οἱ Νόμοι περὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὁποίου καὶ αὐξάνουσιν οἱ φόροι περὶ χαρτοσήμου κατὰ 2,000,000 δραχμάς. Ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλομεν ἐξετάσει ἐὰν ἡ ἐν Ἑλλάδι δικαιοσύνη εἶναι εὐθηνὴ ἢ ἀκριβὴ καὶ ἂν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι ἢ οὔ. Ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν τόσῳ βαρὺν φόρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἀπό τινος δὲν ἀκούει ἄλλο τι ἐκτὸς τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, νομίζω ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις τὴν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον κατ’ ἐπανάληψιν γενομένην παρατήρησίν μου, τουτέστι νὰ μὴ συζητηθῶσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρὶν ἢ μάθωμεν τί αὐξάνομεν καὶ τί κατὰ πρῶτον ἤδη φορολογοῦμεν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ὑποβληθῇ πίναξ, ὅστις νὰ δηλοῖ τὰς αὐξήσεις καὶ διὰ ποίων ἄρθρων γίνεται πρῶτον ἤδη ἐπιβολὴ τέλους χαρτοσήμου. Ἠδύνατό τις νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται εὑρίσκονται εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς κώδικας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν ὅτι πολυπλοκωτάτη εἶναι ἡ νομοθεσία περὶ χαρτοσήμου· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἐνώπιόν των πίνακα, ποῖα εἶναι τὰ αὐξανόμενα τέλη. Ἐπιμένω ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δὲν συνεννοηθῶμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ὑποβάλλων δὲ τὴν παράκλησιν ταύτην, ἐπειδὴ ἔχω πολλοὺς λογαριασμοὺς ἀληθῶς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ὁποίους βαθμηδὸν καὶ κατὰ δόσεις πρέπει νὰ ἐξοφλήσω, ἄρχομαι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ συμβολαιογράφοι ὑποχρεοῦνται νὰ δίδωσιν ἐγγύησιν κανονισθεῖσαν καὶ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἥτις τὰ πάντα ἠθέλησε νὰ ἀναμορφώσῃ πρὸς πληρεστέραν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου, προὐκάλεσε τὸν Νόμον τῆς 30 Μαΐου 1882, δι’ οὗ οἱ συμβολαιογράφοι ὑποχρεοῦνται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ καταθέτωσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων των εὑρίσκονται εἰς τὰς χεῖράς των. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ ἴδῃ τί γίνεται αὐτὸς ὁ Νόμος, ἔχω δὲ ἀπόδειξιν τούτου ὅτι ὁ συμβολαιογράφος Βώλου Γιαβόπουλος ἔλαβεν ἀρκετὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν κατέθεσεν εἰς τὸ ταμεῖον ποτέ. Ὁ Γιαβόπουλος ἐγένετο ἄφαντος, καὶ οἱ πολῖται οὔτε τὰ χρήματα εὗρον οὔτε τὴν ἐγγύησίν του, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐγγύησιν. Ἐκ τῆς περιστάσεως ταύτης ὁρμώμενος καὶ ἐκ τοῦ ὅτι συχνὰ ἀκούομεν ὁ δεῖνα λοχαγὸς ἀφήρεσε τὰ ἐν τῷ ταμείῳ χρήματα καὶ ἔφυγεν, ὁ δεῖνα συμβολαιογράφος ἐγένετο ἄφαντος μετὰ τῶν παρακαταθηκῶν, ὑποβάλλω γενικὴν ἐπερώτησιν ἐὰν δηλαδὴ ἐφαρμόζηται αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ ὁ νόμος ὁ τελευταῖος, εἰς ὅλα τὰ συμβολαιογραφεῖα τοῦ Κράτους.
§3ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εὐθὺς ὡς λάβω τὰς πληροφορίας θὰ τὰς ἀνακοινώσω.
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Βουλευταὶ, ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ἐξετραγῴδησα τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν εἰς τὴν δύστηνον Μεσσηνίαν, καὶ σήμερον ἔρχομαι νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον θὰ τὴν συνταράξῃ. Παρεκάλεσα τότε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Μεσσηνίαν ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι ἐκ πολιτικοῦ ἴσως λόγου τῷ κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, καὶ οὐ μόνον δὲν ἀπήλλαξε τὴν Μεσσηνίαν ἀπὸ τὴν χωροφυλακὴν ἀλλὰ καὶ ἐνίσχυσε τοὺς ἐκεῖ ἀτακτοῦντας χωροφύλακας διὰ Παπασπυρίδου τινὸς ἐνωμοτάρχου. Ἐπιστολὴ ἐκ Μεσσηνίας μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι Μεσσηνία παρθένος ὑπέστη τὸ βαρύτατον τραῦμα κατὰ τῆς τιμῆς της, θυσιασθεῖσα εἰς τὴν ἀσέλγειαν ἀποσπάσματος τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι, κύριοι, φοβερὸν καὶ πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα, ἵνα μάθητε τί ἐκεῖ γίνεται: ἡ κόρη τοῦ Δημητρίου Δημοπούλου ἐκ τοῦ χωρίου Μαγιαννάκη τοῦ Δήμου Ἰθώμης, ἐπανερχομένη ἐκ τοῦ ἀγροῦ αὐτῆς, ἀπήχθη ὑπὸ τοῦ ἀποσπάσματος τῆς χωροφυλακῆς καὶ διεπράχθη ἐπ’ αὐτῆς ἔγκλημα ἀνόσιον· τὸ θῦμα διέφυγεν ἐπὶ τέλους τῶν χειρῶν των. Ἡ ἀτιμασθεῖσα κόρη, φέρουσα τὰ σημεῖα τῆς ἐπ’ αὐτῆς βιαιοπραγίας, ἔδραμεν εἰς τὸ χωρίον αὐτῆς, τότε οἱ πολῖται πασῶν τῶν ἀποχρώσεων πλήρεις ὀργῆς κατὰ τῶν ἐργατῶν τοῦ ἐγκλήματος, κατῆλθον ἔνοπλοι, συνέλαβον τοὺς ἐγκληματίας καὶ τοὺς ἀφώπλισαν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν θὰ ἐπιμείνῃ διατηρῶν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν χωροφυλακὴν ἄνδρας, μάλιστα δὲ τὸν χείριστον ἐξ αὐτῶν Μπατάγιαν μετὰ τὸ στυγερὸν αὐτὸ ἔγκλημα. Καὶ ἄλλοτε λαβὼν ἀφορμὴν κατέδειξα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιμονῆς αὐτοῦ δὲν ἐκπληροῦται καὶ ὅτι τὰ κατ’ ἐπανάληψιν συντελούμενα ὄργια τῶν λυμαινομένων τὴν Μεσσηνίαν ἀποσπασμάτων κατ’ οὐδὲν μειοῦσι τὴν θέσιν μου ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ καὶ μόνον τὸ ἠθικὸν κῦρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξασθενίζουσιν. Ἀλλ’ εἶναι φοβερόν, κύριοι, νὰ μὴ ἔχῃ ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς αὑτοῦ ὁ πολίτης, καὶ νὰ κατασυλῆται αὕτη ἀπὸ τοὺς τεταγμένους ὑπὸ τοῦ νόμου πρὸς φύλαξιν αὐτῆς. Ὑπὸ τὰς στιβαράς σου λοιπὸν χεῖρας, κ. Πρωθυπουργέ, ἡ διοίκησις περιῆλθεν εἰς τοιοῦτον ἀπελπιστικὸν σημεῖον, ὥστε νὰ ἐξαναγκάζωνται οἱ πολῖται εἰς αὐτοδικίαν κατ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, ἀσεβούντων πρὸς τὰ ἱερώτερα. Καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀναμιμνήσκομαι, κ. Πρωθυπουργέ, τὰς μομφὰς, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπηύθυνες πρὸς τὸν γέροντα πατέρα μου, οὗτινος τὴν διοίκησιν οὐδέποτε τοιοῦτον στυγερὸν κατεμόλυνεν ἔγκλημα. Καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃς λοιπὸν διατηρῶν τὴν κατάστασιν ταύτην ἐν Μεσσηνίᾳ; ἢ ζητεῖς νὰ ἐξωθήσῃς ἡμᾶς, τοὺς δυναμένους νὰ κινήσωμεν ἀνθρώπους, νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα διὰ νὰ βλάψωμεν καὶ τὴν πατρίδα καὶ ἡμᾶς αὐτούς; Ἂν δὲν κήδεσαι τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν Μεσσηνίων, φείσθητι τοὐλάχιστον τῆς τιμῆς τῆς Κυβερνήσεως (εὖγε, εὖγε!).
§5Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποίας διαστάσεις θὰ λάβῃ ἡ ἀγγελθεῖσα ἀπὸ χθὲς τὸ ἑσπέρας συζήτησις, καὶ ἂν αὕτη θὰ ἐκταθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς Πολιτείας. Ὅπως δήποτε ὅμως μοὶ εἶναι ἀναγκαῖον, καθ’ ὅσον ἔλαβον ἤδη ἀφορμὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰσηγουμένου τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ εἰπόντος ὅτι ἐπεβαρύνθησαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς θητείας—νὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τὰς ἐκθέσεις τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐγνωμάτευσαν, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἴτε κατ’ αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ δὲ μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις ν’ ἀναφέρωσι ποῖον τὸ ἐν γένει ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιθεωρήσεώς των, ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἠμέλησαν τοῦ καθήκοντος αὑτῶν καὶ συνεπῶς ὑπέβαλον τοιαύτας ἐκθέσεις. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἰδίως καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ νὰ ῥυθμισθῶσι καὶ καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θέλει ὑποταχθῆ καὶ σημάνει τὴν ἀποχώρησίν του, νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις τῶν τε ἐπιθεωρητῶν καὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ λέγω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Προέδρου καὶ ὄχι τῆς Βουλῆς, διότι αἱ ἐκθέσεις αὗται ἀπαιτοῦν περισσοτέραν προφύλαξιν.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Βουλὴν ὀφείλει καὶ πρόθυμος εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ πᾶσαν πληροφορίαν δυναμένην νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ὑπάρχουσιν ὅμως πληροφορίαι ἔχουσαι ἐμπιστευτικὸν χαρακτῆρα, ὡς ἀναγόμεναι εἰς πρόσωπα, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει νὰ μὴ παραδίδῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, διότι μόνη ἡ γνῶσις ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται πρόκειται νὰ μὴ ὦσι δημόσιαι δύναται νὰ καθιστᾷ αὐτὰς ὠφελίμους. Ἂν οἱ ἐπιθεωρηταί, ὑποβάλλοντες ἐκθέσεις περὶ τῶν ἀπαρτιζόντων τὸν στρατὸν προσώπων, γινώσκωσιν ὅτι αἱ ἐκθέσεις των αὗται θέλουσι δημοσιευθῆ, δὲν δύνανται νὰ περιλάβωσιν ἐν αὐταῖς τὰς πληροφορίας, ὧν ἄνευ ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ διεξαχθῇ ἀπροσκόπτως. Καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύῃ τὰ πρόσωπα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει. Ὡς γινώσκουσι καὶ ὁ κ. βουλευτὴς καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἀντιπρόσωποι, οἱ ἐπιθεωρηταὶ ὑποβάλλουσι προτάσεις, καὶ κατόπιν τῶν προτάσεων αὐτῶν ἐνίοτε παραπέμπονται ἀξιωματικοὶ ἐνώπιον συμβουλίων. Τὰ συμβούλια δὲν ἀποδέχονται ἐνίοτε τὰς προτάσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ ὁ παραπεμφθεὶς ἀξιωματικὸς ἐπανέρχεται εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν ἔχων ἀκεραίαν τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐκθέσεις, αἵτινες ἤθελον δείξει ὅτι ἀξιωματικὸς ἀνώτερος, ἔχων βαθμὸν καὶ καθήκοντα ἐπιθεωρητοῦ, ὑπέβαλε προτάσεις μαρτυρούσας ὅτι δὲν θεωρεῖ αὐτοὺς ἱκανοὺς ἵνα ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ τίνα τῶν ἐγγράφων τούτων δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας καὶ τίνα οὐχὶ ἄνευ τοιαύτης βλάβης· καὶ τοιαύτην ἐξέτασιν θέλει ἐνασκήσει ἡ Κυβέρνησις καὶ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι θεωρήσει ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ χωρὶς νὰ ἀδικηθῶσι τὰ πρόσωπα καὶ ἡ ὑπηρεσία.
§7Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντελήφθη ἀληθῶς τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημά του ἠθέλησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν ἀληθῆ αὐτῆς ἔννοιαν, χαρακτηρίσας αὐτὴν ζήτημα προσωπικόν. Ὅταν ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων πραγματευομένων περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐνόησα νὰ ὑποβάλῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰς προτάσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στρατοῦ· ἐνόουν τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας, αἵτινες πραγματεύονται περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἐζήτησα, οὔτε εἶμαι ἐπὶ τοσοῦτον ἁπλοῦς, ὥστε νὰ ζητήσω νὰ κατατεθῶσιν αἱ προτάσεις περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ στρατοῦ. Προκειμένου ἐὰν ὁ δεῖνα ἀξιωματικὸς δικαιοῦται εἰς προβιβασμόν, ἢ ἐὰν ὁ δεῖνα θέλει παραπεμφθῆ εἰς στρατιωτικὸν συμβούλιον, ἀνεγνώρισα ἀνέκαθεν, ὅτι τὰ τοιαῦτα δὲν δύνανται νὰ ὑποστῶσι κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἢ ἐπὶ ζημίᾳ τῆς πειθαρχίας. Ἀλλ’ ὅταν ἔκαμον τὴν ἐπερώτησιν, ἐνόουν νὰ καταθέσῃ τὰς ἐκθέσεις ἢ τὰς περικοπὰς τῶν ἐκθέσεων, ἐὰν τυχὸν συνδέωνται μὲ προσωπικὰ ζητήματα, τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ στρατιωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τριετίας, κακῇ μοίρᾳ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους, καθιέρωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅθεν δικαιοῦμαι ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, καθ’ ἣν ἐποχὴν διάταξις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου ἐκτελεῖται καὶ καθ’ ἣν ἐπίσημον στρατιωτικὸν μέλος μεγάλου ἔθνους πρόκειται νὰ μελετήσῃ τὰ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, νὰ μάθω ὁποῖαι ἦσαν αἱ γνῶμαι τῶν Ἑλλήνων Στρατιωτικῶν Ἐπιθεωρητῶν περὶ τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος ἀπὸ τριετίας στρατιωτικοῦ συστήματος. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, τῶν μὴ συνδεομένων μὲ προσωπικὰ ζητήματα, καὶ συνεπῶς θέλει καταθέσει αὐτὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καταθέτω νομοσχέδιον περὶ τηλεγραφικῶν τελῶν συνοδευόμενον μετ’ ἐκθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διατρέξει τὴν ὁδὸν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐμβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς Τριφυλίας.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ διατακτικόν).
§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς Συνόδου καὶ τῆς παρούσης, ἐγένοντο πέντε ἢ ἓξ συμπληρωματικαὶ ἐκλογαὶ βουλευτῶν, καὶ εἰς ὅλας αὐτὰς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπέτυχον οἱ ὑποψήφιοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ δι’ οὐδεμίαν ἄλλην ἐκλογὴν ἔδειξαν τοσαύτην χαρὰν τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα, οὐδὲ ἔψαλαν τοσούτους παιᾶνας, ὅσους διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας. Καὶ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ χαρῶσι τοσοῦτον, διότι τὴν ἐκλογὴν ταύτην ἔθεσαν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπίστευσαν ὅτι διὰ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ κ. Πονηροπούλου ὁ λαὸς τῆς Τριφυλίας τὸ ἔλυσεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔλυσε μάλιστα, ὡς εἶπον, πανηγυρικῶς. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν Ἐπαρχίαν Τριφυλίας ἀπὸ τῆς Μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τίνι τρόπῳ διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ αὕτη, κατὰ πόσον εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ ἐπιτυχία τοῦ κ. Πονηροπούλου καὶ ἐὰν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκφρασις τοῦ λαοῦ τῆς Τριφυλίας. Ἀφοῦ ἐπροβιβάσθη ὁ πρώην συνάδελφος ἡμῶν κ. Ἀντωναρόπουλος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Συνταγματάρχου καὶ διετάχθη ἡ ἐκλογὴ πρὸς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει πολὺ νὰ ἐπιτύχῃ καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην ὑπουργικὸς ὑποψήριος, διότι ἐσκόπει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν ταύτην ὡς ἐπιδοκιμασίαν τῆς Ἐπαρχίας ὑπὲρ τῶν μέτρων της. Εἰς τὴν ἐπιδοκιμασίαν δὲ ταύτην φαίνεται, ὅτι ἔδιδε πολλὴν σημασίαν, καθόσον ἡ Τριφυλία εἶναι ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνονται περισσότερον ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐφαίνετο πολὺ δύσκολον, ἵνα μὴ εἴπω ἐντελῶς ἀδύνατον, διότι ἡ Τριφυλία δὲν ὁμοιάζει τὴν Κορινθίαν, ὅπως ἠθέλησε νὰ τὴν παραστήσῃ πρὸς ἡμᾶς πρὸ πέντε ἡμερῶν εἷς τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος, βεβαιώσας, ὅτι ἐν Κορινθίᾳ οὐδεὶς ὑπάρχει ἀντιπολιτευόμενος. Ἀπ’ ἐναντίας εἰς τὴν Τριφυλίαν καὶ ὁ μᾶλλον ἀδιάφορος παρατηρητὴς εὐκόλως ἠδύνατο νὰ διαγνώσῃ, ὅτι ἐπεκράτει καὶ ἐπικρατεῖ μεγάλη δυσαρέσκεια κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, φθάνουσα μέχρις ἀγανακτήσεως. Ἡ Τριφυλία κατέχει τὴν δευτέραν θέσιν μεταξὺ τῶν σταφιδοφόρων Ἐπαρχιῶν τῆς Ἐπικρατείας· οἱ δὲ κάτοικοι τῶν Ἐπαρχιῶν τούτων φρονοῦσιν, ὅτι μεγάλως ἐζημιώθησαν ἐκ τῶν μέτρων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι διὰ τῆς κατὰ δύω δραχμὰς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος καὶ τῆς μεταβολῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, ἡ φορολογία ηὔξησε κατὰ τριάκοντα τοῖς ἑκατόν, οἱ σταφιδοκτήμονες ἔχουσι τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διεξήγαγε τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος ἠλάττωσε τὴν τιμὴν τῆς σταφίδος κατὰ πέντε ἢ δέκα τάλληρα τὴν χιλιάδα, κατὰ δὲ τὸ ἐνεστὼς συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπραξίαν τοῦ ἐμπορίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας μέρος τοῦ σταφιδοκάρπου μένει ἀπώλητον, ἄλλο δὲ ἐπωλήθη εἰς εὐτελεστάτας τιμάς. Δὲν ἐλησμονήσατε, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καίτοι καυχώμενος, ὅτι ἐννοεῖ τὰ ζητήματα τῆς δημοσίου πίστεως κάλλιον παντὸς ἄλλου, οὐδόλως ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, τὰς ὁποίας ἤθελεν ἔχει ἐπὶ τοῦ Τόπου ἡ παράτασις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδὲ ὑπωπτεύθη τὰς ἐπιφόβους καὶ μεγάλας διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἐντὸς βραχέος διαστήματος ἤθελε λάβει τὸ κακὸν τοῦτο. Καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ὁλόκληρον ἔτος καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν Πρόεδρος ἡμῶν ἠδυνήθη νὰ χαροποιήσῃ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν, ἐξαγγέλλων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, τὴν γῆν ταύτην τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ τότε ἀκόμη ὁ αὐτὸς Ὑπουργός, ὁμιλῶν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σᾶς ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ ζητῆτε τὴν ἄρσιν αὐτῆς· πρέπει πρῶτον νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἰσοζύγιον, νὰ ὑπάρχῃ διαρκῶς μέγα περίσσευμα, νὰ κραταιωθῇ ἡ δημοσία πίστις, ὥστε τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν ὅρον τῶν 92%, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον φθάσει τὰ τῆς Ἰταλίας, καὶ τότε νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ διαβεβαιώσεις αὗται τῆς Κυβερνήσεως ἐπέφερον τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν, ἥτις ἔφθασε μέχρις εἴκοσι τοῖς ἑκατόν. Ἐπὶ τῇ τιμῇ δὲ ταύτῃ τὰ ἐλάμβανον οἱ σταφιδοκτήμονες, οἵτινες, καθὼς γνωρίζετε, δανείζονται ἀπὸ τὰς Τραπέζας διὰ τὴν καλλιέργειαν, καὶ τὰ μεταχειρίζονται εἰς τὰς πληρωμάς των, ζημιούμενοι αὐτοὶ τὸ εἴκοσι τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν ἡ συγκομιδὴ τοῦ προϊόντος καὶ οἱ κάτοικοι ἔμελλον νὰ πωλήσωσι τὴν σταφίδα των, τότε ἡ Κυβέρνησις ἐκήρυξε διὰ μιᾶς ὅτι μέλλει νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἡ διακήρυξις αὕτη ἔφερεν ἀμέσως τὴν ὑποτίμησιν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων· κατὰ συνέπειαν οἱ σταφιδοκτήμονες ἔλαβον ὀλιγώτερα Τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ τὰ ἔδωκαν εἰς τὰς Τραπέζας, ζημιούμενοι τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς. Ἐφέτος πάλιν ὄχι μόνον εἰς τὰς σταφιδοφόρους Ἐπαρχίας δὲν παρουσιάζονται οἱ μικροὶ ἐκεῖνοι ἔμποροι, οἵτινες ἠγόραζον τὸν σταφιδοκαρπὸν καὶ τὸν μετέφερον εἰς τὰς Πάτρας, τὴν Ζάκυνθον, τὴν Κεφαλληνίαν διὰ νὰ τὸν μεταπωλήσωσιν εἰς τοὺς ἐκεῖ μεγαλεμπόρους, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ κέντρα δὲν ὑπάρχουσιν οἱ μεγαλέμποροι, οἵτινες ὑπῆρχον ἄλλοτε. Μία δὲ ἐκ τῶν πολλῶν αἰτιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἀποδίδεται ἡ κατάστασις αὕτη, εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κυβερνητικὰ μέτρα· διότι εἶναι μὲν ἀληθές, καθὼς ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ πιστωτικοῦ κεφαλαίου δὲν φέρει καμμίαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ἀγορὰν, ὅταν, ἀντὶ τῶν ἀποσυρομένων Τραπεζικῶν γραμματίων, τίθεται εἰς κυκλοφορίαν ἀνωτέρου ποσοῦ μεταλλικὸν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ μεταλλικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ ἀντικατασταθῶσι τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔμενε καὶ μένει ἴσως ἀκόμη εἰς τὰ λοιμοκαθαρτήρια, μέρος δὲ αὐτοῦ προσβληθὲν ὑπὸ τῆς χολέρας, κατὰ τὴν εὐφυᾶ ῥῆσιν τοῦ φίλου μου κ. Πετμεζᾶ, ἀπέθανε καὶ ἐτάφη ἐν Παρισίοις. Ἠλαττώθη ἑπομένως τὸ πιστωτικὸν κεφάλαιον, καὶ ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἔφερε τὴν ἀπραξίαν, ἥτις παρατηρεῖται σήμερον εἰς τὸ ἐμπόριον τῶν σταφίδων. Ἐκτὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν οἰνοπνευμάτων, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς σωτήριον καὶ εὐεργετικὸν διὰ τοὺς σταφιδοκτήμονας, ἐζημίωσε τοὺς σταφιδοκτήμονας· διότι, καθὼς γνωρίζετε, ὁ φόρος τῶν οἰνοπνευμάτων προσδιορίζεται διὰ τῆς βεβαιώσεως τῆς πρώτης ὕλης, ἡ δὲ ἀναλογία μεταξὺ τῆς πρώτης ὕλης καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καθορίζεται ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδημόνων. Ἀλλὰ καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀνέπτυξε δὲ ἐκτενέστερον ὁ εἰδικὸς ἀνὴρ κ. Χρηστομάνος εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, ἡ ἀναλογία εἶχε προσδιορισθῆ εἰς τρόπον ὥστε ἀπέβαινεν ὅλως ἀσύμφορον νὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ σταφίδα οἰνόπνευμα, διότι ἐχρειάζετο δαπάνη διπλασία τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν κατασκευὴν οἰνοπνευμάτων ἀπὸ δημητριακοὺς καρπούς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἐσχάτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ καταπαύσῃ τὰ παράπονα τῶν σταφιδοκτημόνων, μετέβαλε τὴν ἀναλογίαν ταύτην καὶ ὥρισεν ἄλλην διπλασιάζουσαν διὰ τὰς σταφίδας τὸ ποσὸν τῆς πρώτης ὕλης, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ νὰ ἀποσταλαχθῇ μία ὀκὰ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖ ὁ κ. Χρηστομάνος, τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη πολὺ βραδέως καὶ ὅταν οἱ ἐργοστασιάρχαι εἶχον ἀγοράσει εἰς εὐτελῆ τιμὴν ἀρκετὸν ποσόν.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πέρυσιν ἐγένετο αὐτό· ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο κατόπιν τῆς μετατροπῆς....
§13ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρει δὲ ὁ κ. Χρηστομάνος, ὅτι ἐργοστασιάρχης τις ἐν Πειραιεῖ, ὅστις εἶχεν ἀγοράσει τριακοσίας χιλιάδας σταφιδοκαρπὸν εἰς εὐτελεῖς τιμὰς καὶ ὤφειλε νὰ πληρώσῃ διὰ φόρον δραχμὰς 80,000, ἐπλήρωσε μόνον 38,000, ὠφεληθεὶς τὰς λοιπάς. Ἀλλ’ ὅσον ὠφέλιμον καὶ ἂν εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλω ἀποδείξει εἰς αὐτὸν ἐν ἄλλῃ εὐκαιρίᾳ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ· διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ τὸ διατηρήσῃ, θέλει μηδενισθῆ ἐντελῶς ἡ πρόσοδος τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ θέλει μείνει μίαν ἡμέραν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ μόνην τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι συνέταξε φόρον περὶ οἰνοπνευμάτων. Ἀλλ’ εἴτε διατηρήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἴτε τὸ ἀνακαλέσῃ, οἱ κάτοικοι τῆς Τριφυλίας οὐδόλως ἐνδιαφέρονται περὶ τούτου, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι μεγάλα Ἐργοστάσια οἰνοπνευμάτων, σπανίως δὲ ἀγοράζεται βεβρεγμένη σταφὶς ἀπὸ τὰ Ἐργοστάσια ταῦτα. Εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔχομεν τὰ μικρὰ σταλακτήρια, δι’ ὧν ἐξάγεται ἡ λεγομένη Σούμα, κατασκευάζεται δὲ καὶ καλλίτερον οἰνόπνευμα ἀπὸ τὴν σταφίδα καὶ ἀπὸ ἄλλας ὕλας. Ἡ μικρὰ αὐτὴ βιομηχανία ἕνεκα τοῦ νόμου κατεστράφη, ὅλα δὲ τὰ ἀπομεινάρια τῶν σταφίδων, ὅλα τὰ στέμφυλα καὶ ὅλοι οἱ ξυνισμένοι οἶνοι ῥίπτονται εἰς τὰς ὁδοὺς, ἐνῷ ἄλλοτε ἐγίνετο οἰνόπνευμα λίαν χρήσιμον εἰς τοὺς κατοίκους. Πλὴν τῆς σταφίδος οἱ κάτοικοι τῆς Τριφυλίας ἔχουσι παράπονον μέγα καὶ διὰ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουσι συστηματικοὶ οἰνοπῶλαι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀγοράζωσι καὶ νὰ ἐναποταμιεύωσι τοὺς οἴνους ἐν καιρῷ τῆς συγκομιδῆς. Ἐκεῖ ἕκαστος ἀμπελοκτήμων ἀποταμιεύει τὸν οἶνόν του καὶ εἴτε τὸν πωλεῖ λιανικῶς, εἴτε τὸν δίδει κατόπιν χονδρικῶς εἰς τοὺς οἰνοπώλας. Ἀλλ’ ἐξ ὅτου ἐπεβλήθη ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, οἱ ἰδιοκτῆται δὲν δύνανται νὰ πωλῶσι λιανικῶς, διότι ἀπαιτοῦνται τοσαῦται διατυπώσεις καὶ τοσαῦται δαπάναι, ὥστε πάντες ἀποφεύγουσι τὴν τοιαύτην δήλωσιν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὸν δίδουν εἰς τοὺς οἰνοπώλας, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουν ἐκ διαλειμμάτων μὲ ἠλαττωμένας τιμάς. Ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν οἰνοπωλῶν ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς, διότι οἱ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρου μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν οἰνοπωλῶν διὰ νὰ ἐξελέγξωσι τὰς δηλώσεις των, δὲν περιορίζονται εἰς τὴν καταμέτρησιν τῶν ὑπαρχόντων οἴνων, ἀλλ’ ὑπολογίζουσι τί ποσὸν δύναται ἕκαστος οἰνοπώλης νὰ δαπανήσῃ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ὥστε τὰ συντασσόμενα πρωτόκολλα δὲν περιέχουσι τὸ εὑρεθὲν ποσὸν, ἀλλ’ ὑπολογίζουσι τὸ δυνάμενον καθ’ ὑπολογισμὸν νὰ καταναλωθῇ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἔτους. Πλὴν τῶν δύω τούτων φόρων, κύριοι, ἐπῆλθε καὶ ἡ ἀδυσώπητος καὶ ἀσυλλόγιστος καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Καὶ δὲν ἐννοῶ ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν πρέπει νὰ εἰσπράττῃ τὰ δικαιώματά του, ἢ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μετέρχηται πρὸς τοῦτο ὅλα τὰ νόμιμα μέσα, ἀλλ’ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν οἱ ἰδιοκτῆται ἐπιβεβαρημένοι μὲ πολλὰ δάνεια διὰ τὴν καλλιέργειαν ἐξῆλθον εἰς τὰ κτήματά των διὰ νὰ τρυγήσωσι, φρονῶ, ὅτι ἦτο τῆς ἐσχάτης ἀφροσύνης νὰ ἐκδοθῶσι χιλιάδες ἐνταλμάτων καὶ νὰ περιφέρωνται οἱ εὔζωνοι ἀναγκάζοντες ἄλλους μὲν νὰ φυγοδικῶσιν, ἄλλους δὲ νὰ δανείζωνται μὲ τόκον εἴκοσι καὶ τριάκοντα τοῖς ἑκατὸν, οὐχὶ πλέον διὰ τὸ ἔτος ἀλλὰ διὰ τὸν μῆνα. Τοιαύτη καταδίωξις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν εἴσπραξιν, ἀλλὰ τὴν καταπίεσιν καὶ τὴν προσβολὴν τῶν κατοίκων τῆς Ἐπαρχίας. Σημειώσατε δὲ ὅτι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην εἶναι πολλοὶ οἱ ὀφείλοντες πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι πολλοὶ ἐζήτησαν νὰ ἀποκτήσωσι γαίας καὶ φυτείας δυνάμει τοῦ νόμου περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, προσδιωρίσθη δὲ τὸ τίμημα αὐτῶν εἰς ὑπέρογκον τιμὴν, ἀναβιβασθὲν διά τινας τοποθεσίας ἄνω τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ κακίζει συνήθως λέγων, ὅτι διένειμα τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν χωρὶς νὰ ἐξασφαλίσω ἐξ αὐτῆς μεγάλην πρόσοδον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἐπεθύμει, φαίνεται, νὰ ἔμενεν ἀδιάθετος ἡ ἐθνικὴ γῆ, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὴν διαθέσῃ αὐτὸς, τίς οἶδε, κατὰ τίνα τρόπον, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ περισσότερα, καὶ ἡ γῆ νὰ περιέλθῃ εἰς ὀλίγα πρόσωπα, οἱ δὲ κάτοικοι νὰ γίνωσι δουλοπάροικοι, ὅπως εἶναι οἱ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ γῆ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τοιοῦτον προορισμὸν, διότι ἦτον ἰδιοκτησία τῶν προπατόρων ἡμῶν· ἀφῃρέθη δὲ βίᾳ καὶ δυναστίᾳ ἀπὸ τοὺς ὑποδουλώσαντας τὴν Ἑλλάδα Ὀθωμανοὺς, οἵτινες ἀφῆκαν τὴν καλλιέργειαν εἰς τοὺς ἰδίους κατοίκους. Ὅτε ὅμως ἐξεδιώχθησαν οἱ ἅρπαγες, δίκαιον ἐθεωρήθη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γῆ εἰς τοὺς ἀπογόνους ἐκείνων, ἐξ ὧν ἀφῃρέθη. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν κατοίκων ἀνεγνώρισαν ὅλαι αἱ Συνελεύσεις τοῦ ἀγῶνος, τὸ ἀνεγνώρισε δὲ καὶ ὁ ἀείμνηστος Καποδίστριας, καὶ δὲν ὑπῆρξε Συνέλευσις ἢ Βουλὴ, ἥτις δὲν ηὐχήθη ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲ ἐβράδυνεν ἡ ἐκτέλεσις, τοῦτο προῆλθε, διότι κατὰ μὲν τὰ πρῶτα ἔτη ἐπεκράτησε πνεῦμα ταμιευτικὸν ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν, ὁποῖον δυστυχῶς ἐπικρατεῖ καὶ σήμερον, ἀκολούθως δὲ, διότι ἐγεννήθησαν πολλαὶ περιπλοκαὶ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐθεωρεῖτο δύσκολος ἡ διανομή. Ἐγὼ καὶ ὁ ἀείμνηστος τότε Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος, καὶ οἱ ἄλλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐξ ὧν ἀπετελεῖτο ἡ Κυβέρνησις, ὁ Βότσαρης, ὁ Χριστόπουλος καὶ ὁ Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς, ὁ Κοντόσταυλος καὶ ὁ Περικλῆς ὁ Πετράκης, οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ νὰ παρουσιάσωμεν πρακτικήν τινα μέθοδον διευκολύνουσαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐθνικῆς ταύτης ἀποφάσεως. Δὲν ἔχομεν δὲ οὐδεμίαν ἀνάγκην τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὔτε δίδομεν σημασίαν τινὰ εἰς τὰς κρίσεις αὐτοῦ· διότι, ὅτε εἰσηγάγομεν τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, ὑπῆρχον ἐν τῇ Βουλῇ ὁ Βούλγαρης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζαΐμης, ὁ Χρηστίδης, ὁ Παξιμάδης, ὁ Χατζῖσκος καὶ πολλοὶ ἄλλοι, οἵτινες ἐνδιεφέροντο πολὺ περισσότερον ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, καὶ οὐδεὶς κατεδίκασε τὸ ἔργον μας. Διὰ νὰ σᾶς συγκινήσῃ δὲ ἔτι μᾶλλον ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, προσέθηκεν, ὅτι ἡ γῆ αὕτη ἀπεκτήθη διὰ τῶν ἀγώνων τοῦ Εἰκοσιένα, ὡς ἐὰν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους τὴν διενείμαμεν ἡμεῖς, ἦσαν ἄλλοι τινὲς καὶ δὲν ἦσαν τὰ τέκνα τῶν διεξαγαγόντων τὸν ἀγῶνα τοῦ Εἰκοσιένα, οἵτινες ἐπότισαν τὴν γῆν ταύτην μὲ τὸ αἷμά των καὶ τὴν ἐκάλυψαν μὲ τὰ ὀστᾶ των! Ἄλλο παράπονον λίαν οὐσιῶδες ἐκ μέρους τῆς Ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ συνεισφέρει καὶ αὕτη πολλὰ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας, ἡ Κυβέρνησις δὲν κατεσκεύασεν εἰς αὐτὴν οὔτε μίαν σπιθαμὴν ὁδοῦ, μολονότι πλησιάζει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων, δὲν ἐστάθη μάλιστα δυνατὸν νὰ ἀποπερατωθῇ καὶ ἡ γέφυρα, ἥτις ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ γίνῃ εἰς τὸν ποταμὸν Κυπαρισσίας, ἔνθα κατ’ ἔτος πνίγονται ἄνθρωποι. Ἐσχάτως μόνον ἤρξατο νὰ κατασκευάζηται μικρά τις ὁδὸς, ἥτις πρόκειται νὰ ἑνώσῃ τὸ χωρίον ἑνὸς τῶν συναδέλφων μου μὲ τὸν λιμένα τῆς Πύλου. Ἀλλὰ διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ ἡ μικρὰ αὕτη ὁδὸς ὡς τμῆμα ἐθνικῆς ὁδοῦ, μετεβλήθη ἡ κανονικὴ καὶ εὐθεῖα διεύθυνσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ μεταξὺ Πύλου καὶ Κυπαρισσίας ἐθνικὴ ὁδὸς, καὶ ἐδόθη ἄλλη, ἡ ὁποία τὴν καθιστᾷ κατὰ 20 χιλιόμετρα μακροτέραν καὶ τὴν κάμνει νὰ διέρχηται διὰ τόπων ἀχρήστων, ὥστε, καὶ ἐάν ποτε συντελεσθῇ θὰ ἦναι ἐντελῶς ἄχρηστος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους, τοὺς ὁποίους παραλείπω, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας ἐπεκράτει τοιαύτη ἀγανάκτησις κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὥστε ἐν τῷ Δήμῳ Ἐράνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μεγαλείτερος καὶ πλουσιώτερος τῆς Ἐπαρχίας, ἡ ἀντίθετος ἡμῶν μερὶς, ἡ ὁποία κατέχει καὶ τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν, ἀπεφάσισε νὰ μὴ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· διότι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐφρόνει ὅτι ἀντέβαινεν εἰς τὴν δημοτικότητα καὶ τὰ φρονήματά της νὰ συμπράξῃ μετὰ τῶν ὑπουργικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν ἐπεθύμει διὰ τοπικοὺς λόγους νὰ συμπράξῃ καὶ μεθ’ ἡμῶν. Ταῦτα γινώσκουσα ἡ Κυβέρνησις καὶ θέλουσα διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀναδείξῃ ὑπουργικὸν Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, ἐκάλεσε καὶ ἀπέστειλλεν ἐκτάκτως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην τὸν Νομάρχην Μεσσηνίας, ὅστις διέτριβεν ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου καὶ ὅστις μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐκτάκτου ταύτης ἀποστολῆς, ἐπανῆλθε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διαμένῃ ἐν Ἀθήναις, διότι, φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος εὑρίσκει συμφερώτερον νὰ διοικῶνται οἱ σπουδαιότεροι Νομοὶ ἀπὸ γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι εὐκολώτερον διεξάγουσι τὰς ὑποθέσεις τῶν φίλων. Ἀλλὰ καὶ ἡ μετάβασις τοῦ Νομάρχου εἰς Τριφυλίαν εἰς οὐδὲν ἄλλο συνετέλεσεν ἢ εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ ἔτι μᾶλλον τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δύσκολον ἦτο νὰ ἐπιτύχῃ κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ὑπουργικὸς ὑποψήφιος. Ἐνῷ δὲ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀμηχανίαν ταύτην καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν κεκηρυγμένων πολιτικῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου ἐτόλμα νὰ ἐκτεθῇ, παρέστη εἰς αὐτοὺς ὡς Θεὸς ἀπὸ μηχανῆς ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Πονηρόπουλος, ὁ νῦν παρακαθήμενος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐλάλει δημοσίᾳ καὶ κατέκρινε τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἀνήκει εἰς ἐπίσημον οἰκογένειαν τῆς Τριφυλίας, ἐχρημάτισε δὶς βουλευτὴς ἐπὶ τῆς προκατόχου Δυναστείας, καὶ ἔχει φίλους πολιτικοὺς καὶ προσωπικούς. Ἀλλὰ, καίτοι ἔχων τὰ προσόντα ταῦτα καὶ ἀπολαύων τῶν συμπαθειῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐγνώριζε κάλλιστα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτεθῇ ὡς ὑποψήφιος αὐτῆς κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην· διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἦτο ὑπόχρεως νὰ προτιμήσῃ ἕτερον ἀντιπολιτευόμενον, τὸν γνωστὸν εἰς ὑμᾶς κ. Ἀναστασόπουλον, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῶν πατρικῶν καὶ προσωπικῶν αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν κατέχει διακεκριμένην θέσιν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, καὶ ὁ ὁποῖος, χρηματίσας ἐπὶ ἓξ Περιόδους Βουλευτὴς, ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Οὐχ ἧττον ὁ κ. Πονηρόπουλος εἶχεν ἀποφασίσει νὰ ἐκθέσῃ κάλπην, διότι ἐπεθύμει νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν καὶ νὰ παρασκευάσῃ τὴν θέσιν του κατὰ τὰς μελλούσας ἐκλογάς. Ἐκ τῶν διαθέσεων τούτων ὠφελούμενοι οἱ συμπολιτευόμενοι προσῆλθον εἰς αὐτὸν καὶ τῷ προσέφερον τὰς ψήφους των, ὁ δὲ κ. Πονηρόπουλος, ὅστις ἐπεθύμει νὰ εἰσέλθῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἐδέχθη τὴν προσφορὰν ταύτην, ἀφίνων τοὺς ὑπουργικοὺς νὰ τὸν χαρακτηρίζωσιν ὡς ὑπουργικὸν ὑποψήφιον, μὴ παρεμποδίζων δὲ τοὺς οἰκείους νὰ λέγωσιν ὅτι τὰ φρονήματά του εἶναι γνωστὰ καὶ ὅτι δὲν πρόκειται ἢ περὶ τῆς ἐκλογῆς του. Ἀφοῦ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον οἱ συμπολιτευόμενοι εὗρον ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῶσιν, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀναλάβωσι τὴν περαιτέρω ἐργασίαν αἱ Δημόσιαι Ἀρχαὶ, καὶ νὰ ὑποστηρίξωσι διὰ πάντων τῶν λεγομένων θεμιτῶν μέσων τὸν ὑποψήφιον κ. Πονηρόπουλον, ὅστις ἔμελλε νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ παραλείπων ὅλα τὰ ἄλλα, περιορίζομαι εἰς ὀλίγα τινά. Ἐπέτειναν ὑπερμέτρως τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου· διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ μέχρι ποίου βανδαλισμοῦ ἔφθασεν ἡ καταδίωξις τῶν Ἀρχῶν, σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἐξεδόθη ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ γέροντος Συμβολαιογράφου Κυπαρισσίας διὰ φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ ὅτι συλληφθεὶς ὁ γέρων οὗτος ὑπὸ τῶν Εὐζώνων ὡδηγήθη εἰς τὸ Ταμεῖον, χωρὶς νὰ τῷ δοθῇ καιρὸς νὰ διέλθῃ τῆς οἰκίας του καὶ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Ἕτερος δὲ πολίτης, ὁ πρώην Δήμαρχος Κυπαρισσίας, ἀνὴρ εὔπορος καὶ εὐυπόληπτος, ὅστις πρὸ δύω ἡμερῶν εἶχε προσέλθει αὐτοπροαιρέτως εἰς τὸ Ταμεῖον καὶ ἐπλήρωσεν ὅλα αὐτοῦ τὰ χρέη, συνελήφθη μετὰ δύω ἡμέρας ὑπὸ τῶν Εὐζώνων δι’ ἐντάλματος τοῦ Ταμίου, διότι εὑρέθη ὅτι ἐκ παραδρομῆς παρέλειψεν ὁ Ταμίας νὰ τῷ ζητήσῃ καὶ ἓν μικρὸν χρέος 70 δραχμῶν. Καὶ ἐφαίνετο μὲν κατὰ τύπους, ὅτι ἡ καταδίωξις ἦτο γενικὴ κατὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ τῶν συμπολιτευομένων, διότι ὁ Ταμίας ἔδωσε τῷ ὄντι ἐντάλματα καθ’ ὅλων τῶν ὀφειλετῶν, ἀλλὰ ταῦτα ἐδίδοντο εἰς τὰς χεῖρας τῶν Εὐζώνων, οἱ ὁποῖοι, μὴ γνωρίζοντες τὰ πρόσωπα, ἀκολουθούμενοι δὲ καὶ ὁδηγούμενοι ἀπὸ τοὺς Εἰσπράκτορας καὶ ἄλλα ἐπιτόπια ὄργανα τῆς ὑπουργικῆς μερίδος, συνελάμβανον μόνον τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Ἡ αὐστηρὰ αὕτη καταδίωξις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ πτοήσῃ τοὺς ἐκλογεῖς, καὶ ἐπέφερε τῳόντι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἐμποδίσωσι πολλοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διὰ ν’ ἀποφύγωσι τὴν καταδίωξιν, τὴν ὁποίαν ἠπείλουν ὅτι θὰ ἐφαρμόσωσι κατόπιν ἐναντίον των. Εἰς Δῆμόν τινα τῆς Ἐπαρχίας ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ εἶχε προτείνει τρία πρόσωπα διὰ τὴν θέσιν τοῦ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὰ τρία ἦσαν φίλοι τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου, ἡ πρότασις τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς παρεπέμφθη ὑπὸ τοῦ κ. Λομβάρδου εἰς τὰ Ἀρχεῖα· ὅτε ὅμως ἐπλησίασεν ἡ ἐκλογή, κατώρθωσαν ν’ ἀποσπάσωσιν ἕνα τῶν τριῶν, καὶ ἀφοῦ τὸν κατέστησαν φίλον τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου, διωρίσθη ἀμέσως εἰς τὴν θέσιν τοῦ Εἰσπράκτορος. Τὸ μεγαλύτερον δὲ κατώρθωμα, τὸ ὁποῖον διέπραξαν αἱ Ἀρχαὶ, εἶναι ἡ διχοτόμησις τῆς ἀντιθέτου ἡμῶν μερίδος ἐν τῷ Δήμῳ Ἐράνης, ἡ ὁποία εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ προσέλθῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν· ἐπετεύχθη δὲ ἡ διχοτόμησις διὰ τῆς προσελεύσεως τοῦ Δημαρχοῦντος Παρέδρου, πρὸς ὃν ὑπεσχέθησαν· πρῶτον μὲν νὰ μὴ ἐνεργήσωσι ταχέως τὴν ἐκλογὴν, διὰ νὰ μένῃ οὕτω εἰς τὰς χεῖράς του ἡ Δημαρχικὴ Ἐξουσία, καὶ δεύτερον νὰ διορίσωσιν Ἀστυνόμον τὸν ἀνεψιόν του. Ἐξετέλεσαν δὲ καὶ τὰς δύω ταύτας ὑποσχέσεις, διότι, ἂν καὶ ὁ Δήμαρχος ἀπέθανεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου, τὸ διὰ τὴν ἐκλογὴν πρόγραμμα ἐξεδόθη κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, ὁ δὲ διορισμὸς τοῦ προταθέντος Ἀστυνόμου ἐγένετο μετὰ σιδηροδρομικῆς ταχύτητος καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν Δῆμον κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς. Ὁ κ. Λομβάρδος, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ νὰ διορίσῃ τὸν Ἀστυνόμον τοῦ Δήμου Πλαταμώδους ἐχρειάσθη νὰ ἐρευνᾷ ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, δὲν ἠθέλησε περὶ τοῦ Ἀστυνόμου τούτου νὰ κάμῃ οὐδεμίαν ἐξέτασιν· διότι, ἐὰν ἔκαμνεν, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ὑπῆρχον διὰ τὸν διορισμόν του κωλύματα ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερα ἐκείνων. Διὰ τὰ ὁποῖα ἠρνήθη νὰ διορίσῃ Ἀστυνόμον εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος. Ἡ λιποταξία τοῦ Δημαρχοῦντος ἐξησφάλισεν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου τὴν πλήρη συνδρομὴν τοῦ Εἰσπράκτορος Πατρινοῦ, περὶ οὗ πολὺς λόγος ἐγένετο εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὁ Πατρινὸς εἶχε διορισθῆ Δημόσιος Εἰσπράκτωρ ἀπὸ τοῦ 1882· περὶ τὰς ἀρχὰς δὲ τοῦ 1883 ἀνετέθη εἰς αὐτὸν καὶ ἡ διεύθυνσις τοῦ Δημοτικοῦ Ταμείου, καθὸ χηρευούσης τῆς θέσεως τοῦ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος· ἀλλ’ οὗτος, ἅμα ἔλαβεν εἰς χεῖράς του τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον, ἤρχισε νὰ σφετερίζηται τὰ Δημοτικὰ χρήματα, καὶ ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῆς γενομένης ἐσχάτως ἐξελέγξεως ἐσφετερίσθη 76,000 δραχμὰς, τουτέστιν ὁλόκληρον τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τοῦ Δήμου Ἐράνης. Ἐνῷ δὲ διεσκόρπιζε τὰ χρήματα ταῦτα δανείζων δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ δι’ ἰδιωτικῶν ἀποδείξεων καὶ συμβολαίων, ἐνῷ δύω μῆνας πρὸ τῆς ἐξελέγξεως παρεχώρησε διὰ συμβολαίου ὁλόκληρον τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον αὑτοῦ περιουσίαν εἰς τὴν γυναῖκά του καὶ τὸν ἀδελφόν του, οὔτε ὁ Δημοτικὸς Πάρεδρος, οὔτε οὐδεμία ἐκ τῶν Ἀρχῶν τοῦ κ. Λομβάρδου ἠθέλησε νὰ τὸν καταδιώξῃ, ἐδέησε δὲ νὰ εὑρεθῇ ἰδιώτης τις, ὁ ὁποῖος ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὕτω διετάχθη ἡ ἐξέλεγξις.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ πρὸ τούτου εἴχομεν στείλει Οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν τὸν κ. Γκίκαν, ὁ ὁποῖος δὲν κατώρθωσε νὰ εὕρῃ τὸ ἔλλειμμα.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐτιμωρήσατε αὐτὸν τὸν Οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητήν;
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ τὸν τιμωρήσωμεν.
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι ἐστάλησαν ἐπιθεωρηταὶ διὰ νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐστέλλετο ἐπιθεωρητὴς διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, δὲν θὰ τὸ ἀνεκαλύπτομεν κατόπιν; Ἐστείλαμεν αὐτὸν καὶ μᾶς ἀπέστειλεν ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα εἶχον καλῶς· καὶ πάλιν ἐγένετο ἀνώνυμος καταγγελία καὶ ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ, ὅπως γείνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ ἐξέλεγξις, διότι ἐνόησεν ὅτι κατὰ τὴν πρώτην φορὰν εἶχεν εἰδοποιηθῇ ὁ Εἰσπράκτωρ καὶ ἐκάλυψε τὰ πράγματα. Καὶ οὕτω ἡ δευτέρα ἐξέλεγξις ἐγένετο διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ καλύψῃ πλέον τὸ ἔλλειμμα.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις καὶ μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος, ἀφοῦ ἐφάνη ὅτι δὲν ἔλιπον χρήματα τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μόνον τοῦ Δήμου, τὸ μὲν Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέσχε πάσης ἐνεργείας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔλαβε μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν πρόνοιαν νὰ ἐξετάσῃ οὔτε ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη ἀταξία καὶ ἔλλειψις περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιβαρύνωνται καὶ οἱ προϊστάμενοι, οὔτε ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἀποδείξεις τῶν διαφόρων προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχε δανείσει αὐτὸς τὰ χρήματα, καὶ νὰ κατασχεθῶσιν αὗται διὰ νὰ μὴ ζημιωθῇ ὁ Δῆμος ὁλόκληρον τὸ ποσόν. Μὲ τοιαῦτα ἐφόδια, κύριοι, παρασκευασθεῖσα ἡ Συμπολίτευσις κατῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα, περὶ οὗ πρόκειται. Ἡ ἐκλογή, τὸ ὁμολογῶ, διεξήχθη ἐν τάξει, χάρις εἰς τὴν παρουσίαν τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῇ ἀμεροληψίᾳ τοῦ ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ ἐπόπτου, ἀντισυνταγματάρχου κ. Σαράτσογλου. Γενομένης τῆς ἐκλογῆς καὶ συγκεντρωθέντων τῶν ἀποτελεσμάτων, ἀνεδείχθη ὁ κ. Πονηρόπουλος ὑπερτερῶν τὸν ἕτερον ἀνταγωνιζόμενον κατὰ ψήφους 23. Ἀλλ’ ἐὰν διεξέλθητε τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς, θέλετε ἴδει ὅτι καὶ ἡ μικρὰ αὕτη ὑπεροχὴ τοῦ κ. Πονηροπούλου ὀφείλεται εἰς τὴν καλπονόθευσιν· διότι εἰς τὸ δεύτερον Τμῆμα τοῦ Δήμου Φλεσιάδος εὑρέθησαν εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου 7 σφαιρίδια πλεονάζοντα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ «ναί». Ἀλλὰ ταῦτα ἐῤῥίφθησαν ὑπὸ χειρὸς ἐχθρικῆς τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον εἰς τὸ Τμῆμα ἐκεῖνο ἐδέσποζεν ἡ ὑπουργικὴ μερίς, ἀφοῦ ἕνεκα διαφωνίας τῶν ἡμετέρων δὲν εἶχον προσέλθει ἀρκετοί, ὥστε νὰ προστατευθῇ δεόντως ἡ κάλπη τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου. Εἰς τὸ πρῶτον Τμῆμα τοῦ Δήμου Ἐράνης εὑρέθησαν ἐν τῇ κάλπῃ τοῦ ἰδίου ὀλιγώτερα 14 σφαιρίδια. Τὸ νὰ εὑρίσκωνται εἴς τινα κάλπην ὀλιγώτερα σφαιρίδια ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων, ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ ὅτι συμβαίνει νὰ διέρχωνται ἔμπροσθεν τῆς κάλπης ταύτης ψηφοφόροι χωρὶς νὰ ῥίπτωσι σφαιρίδια· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχουσι τρεῖς μόνον κάλπαι, καὶ πρώτη ἦτον ἡ τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου, ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ διέλθωσιν ἔμπροσθεν αὐτῆς 14 ψηφοφόροι χωρὶς νὰ θέσωσι τὴν χεῖρά των εἰς αὐτήν; Προδήλως λοιπὸν τὰ ἐλλείποντα σφαιρίδια ἀφῃρέθησαν δολίως ἐν καιρῷ τῆς διαλογῆς ἀπὸ ἐχθρικὴν χεῖρα, διότι φιλικὴ χεὶρ οὐδὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἀφαιρέσῃ ταῦτα ἐκ τοῦ «ὄχι». Ἄλλα 8 σφαιρίδια ἔλειψαν ἀπὸ τὴν κάλπην τοῦ αὐτοῦ ὑποψηφίου ἐν τῷ πρώτῳ Τμήματι τοῦ Δήμου Κυπαρισσίας, ὁ δὲ παρασταθεὶς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος βεβαιοῖ ὅτι ἡ κάλπη δὲν ἦτο καλῶς κατεσκευασμένη, καὶ τὰ σφαιρίδια ἔπιπτον ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ὥστε ἐὰν προσθέσητε ἁπάσας τὰς ψήφους ταύτας, φθάνετε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ὑπερτερεῖ τοῦ κ. Πονηροπούλου κατά τινας ψήφους καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμιμος τῆς Ἐπαρχίας βουλευτής. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ περιλάλητοι ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι ἐλάλησαν κατὰ τὰ ὑπουργικὰ ὄργανα ἐν Τριφυλίᾳ, καὶ διελάλησαν εἰς ὅλον τὸ Ἔθνος, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Τριφυλίας ἐπιδοκιμάζει τὴν πορείαν καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. 23 μόνον ψῆφοι καὶ αὗται ὀφειλόμεναι εἰς τὴν καλπονόθευσιν, καθ’ ἃς ὑπερτέρησε τὸν ἀντιπολιτευόμενον ὑποψήφιον κ. Ἀναστασόπουλον ἄλλος ἐπίσης ἀντιπολιτευόμενος ὁ κ. Πονηρόπουλος, ὅστις ἐδέχθη νὰ τὸν βαπτίσωσιν ὑπουργικόν, χωρὶς, εἶμαι βέβαιος, μὲ τοῦτο νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις του καὶ τὰ φρονήματά του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔγινε τόσον μέγας κρότος· ἀλλὰ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ διερμηνεύσῃ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ μιᾶς ὁλοκλήρου Ἐπαρχίας. Καὶ ἀνώτερον ἐὰν ἦτο καὶ ἂν ἦτον ἴσον μὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν Ἐπαρχιῶν Κορινθίας καὶ Κραναίας, καὶ τότε ἀκόμη δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔκφρασις τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ἐὰν, κύριοι, τὰ κυβερνητικὰ μέσα, αἱ τοπικαὶ διαιρέσεις, τὰ ἐπιτόπια πάθη καὶ τὰ κομματικὰ συμφέροντα ἀναγκάζουν πολλοὺς κομματάρχας τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ πολλοὺς ἐκλογεῖς νὰ ἀκολουθῶσι τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ψηφοφορῶσι κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις αὐτῶν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι καὶ ὁ λαὸς ἐπιδοκιμάζει τὴν πορείαν καὶ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀδύνατον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐπιδοκιμάζῃ φόρους, οἱ ὁποῖοι γυμνώνουσι τοὺς πολίτας, τοὺς ἐκθέτουσιν εἰς μυρίας καταπιέσεις καὶ ἀναγκάζουσι πολλοὺς νὰ ἐγκαταλίπωσιν ἐπαγγέλματα καὶ βιομηχανίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπορίζοντο τὰ πρὸς τὸ ζῇν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνῃ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον μετὰ τριῶν ἐτῶν εἰρήνην, μετὰ τὴν προσάρτησιν πλουσίων Ἐπαρχιῶν καὶ μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοσούτων φόρων ἀφίνει κατ’ ἔτος ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα, ὅσῳ καὶ ἂν προσπαθῇ νὰ περικαλύψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὑπερβαίνουσι τὰ 10 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἐξ ὅσων σᾶς εἶπον, θέλετε πεισθῆ καὶ ὑμεῖς ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἀναγνωρίσητε ἕνεκα τῶν γενομένων καλπονοθεύσεων ὡς ἀντιπρόσωπον τὸν κ. Ἀναστασόπουλον. Ἀλλ’ ἐὰν, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν ξηρῶν τύπων, δὲν δεχθῆτε τὴν πρότασιν ταύτην, ὀφείλετε τοὐλάχιστον νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δήμου Ἠλεκτρίδος, καὶ ἰδοὺ διατί. Ὁ Δῆμος Ἠλεκτρίδος ἔχει 579 ἐκλογεῖς, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐψήφισαν, ἢ μόνον 277· ὥστε ἔλειψαν 302, δηλαδὴ πλέον τοῦ ἡμίσεος. Ἐὰν δὲ παρατηρήσητε τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας τοῦ Δήμου τούτου, θέλετε βεβαιωθῆ ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ὁλοκλήρων χωρίων, τῶν χωρίων τῆς Βλάκα καὶ Κλείσωρας, δὲν προσῆλθον καθόλου νὰ ψηφοφορήσωσι. Τὸ φαινόμενον τοῦτο, ὅπως σπανίως ἀπαντᾶται, ἐμβάλλει ἕκαστον εἰς ἀπορίαν· ἀλλ’ ἡ ἀπορία αὕτη θὰ ἐκλείψῃ, ἐὰν ἀκούσητε ὅτι εἰς τὰ δύω ταῦτα χωρία ὑπῆρχον κρούσματα εὐλογίας· καὶ δὲν ἦτο μὲν ἀπηγορευμένη ἡ συγκοινωνία τῶν κατοίκων μὲ τὰ ἄλλα μέρη τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὁ Δήμαρχος, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν ὑπουργικὴν μερίδα, γνωρίζων ὅτι ἐκεῖ ὑπερίσχυεν ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ θέλων νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τὴν ψηφοφορίαν, τοὺς παρήγγειλεν ὅτι, ἐὰν πλησιάσωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, οἱ κάτοικοι θὰ τοὺς ἀποπέμψωσι διὰ τῶν ὅπλων. Ἕνεκα τούτου δὲν προσῆλθον νὰ ψηφοφορήσωσιν.
§20ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ βίας;
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ βίας· ἀλλ’ ὅταν τοῖς εἶπον ὅτι θὰ ἀποκρουσθῶσι διὰ τῶν ὅπλων, τοῦτο νομίζω ἦτο ἀρκετόν. Ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν κατοίκων τῶν δύω τούτων χωρίων ὑπερβαίνει τοὺς 200· ἑπομένως μεταβάλλει οὐσιωδῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Δὲν θὰ ἦναι λοιπὸν δίκαιον νὰ θελήσητε νὰ ἐπικυρώσητε μίαν ἐκλογὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔλαβον μέρος οἱ κάτοικοι δύω χωρίων, καὶ φρονῶ ὅτι πρέπον εἶναι νὰ ἀκυρώσητε τουλάχιστον τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ τοῦ Δήμου καὶ νὰ διατάξητε νέαν ἐκλογήν.
§22Ε. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου, κύριοι, ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁμιλῶν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Τριφυλίας καὶ μὴ ἔχων πράγματα, ἐξήνεγκε κατ’ αὐτῆς παράπονα καὶ παρένειρεν ἐν τῷ μεταξὺ ζήτημα πολιτικὸν ἀντὶ ὑποστηρίξεως ἐνστάσεων, αἵτινες δὲν ὑπάρχουν. Περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος δὲν θὰ ὁμιλήσω· θὰ ἀποκρούσω μόνον τὰ παράπονά του, τὰ ὁποῖα συνόψισεν εἰς τὰς κατὰ τοῦ Ταμία ἐπεμβάσεις, δυνάμει τοῦ περὶ καταδιώξεως νόμου, εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ Νομάρχου, διότι συνεβίβασε τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐδιχοτόμησε τὸ ἐν τῷ δήμῳ Ἐράνης ἀντίθετόν του κόμμα, καὶ ὅτι ἐν γένει οἱ νόμοι περὶ οἰνοπνευμάτων καὶ οἴνου κατεῖχον τὸν λαὸν τῆς Τριφυλίας εἰς ἀγανάκτησιν, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος Ἐράνης καὶ ὁ διορισμὸς ἑτέρου τοιούτου ἐξήσκησαν μεγίστην ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἡ ἀποχὴ 302 ἐκλογέων τοῦ Δήμου Ἠλέκτρας προῆλθεν ἐκ Δημοτικῆς πιέσεως, καὶ ἐπὶ τέλους ὅτι, διότι εὑρέθησαν 14 σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ ὑποψηφίου κ. Ἀναστασοπούλου εἰς τὸ Βʹ ἐκλογικὸν Τμῆμα τῆς Φλεσιάδος καὶ ἑπτὰ εἰς τὸ τῆς Κυπαρισσίας καὶ τὸ τῆς Ἐράνης, φρονεῖ, ὅτι ἐγένετο καλπονόθευσις, καὶ συνεπῶς ἐξάγει, ὅτι νόμιμος Βουλευτὴς εἶναι ὁ ἐπιλαχὼν κ. Ἀναστασόπουλος. Τὰ πράγματα ὡμίλησαν, κύριοι, καὶ ἀπέδειξαν τὸ ἐναντίον τῶν παραπόνων τοῦ κ. Σωτηροπούλου. Δὲν συνηγόρησαν ὑπὲρ αὐτοῦ, οὔτε ἔνστασις, οὔτε ἀναφορὰ, οὔτε ἔκθεσις δικαστικὴ, οὔτε ἄλλο οἱονδήποτε ἔγγραφον· διότι αἱ δικαστικαὶ ἐκθέσεις καὶ τὰ πρακτικὰ μαρτυροῦν τὸ ἐναντίον τῶν λόγων του. Ἐλέχθησαν μόνον παρ’ αὐτοῦ, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογὴν, ὅτι τὴν ἐκλογὴν τῆς Τριφυλίας τὴν θεωρεῖ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ διότι ἐθεώρησεν αὐτὴν πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἀπέτυχεν, ἔπρεπε νὰ εὕρῃ καὶ λόγους, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἀποτυχίαν του. Ἡττήθητε, κύριε Σωτηρόπουλε· ὁμολογήσατε τὴν ἧττάν σας. Σᾶς ἔῤῥιψεν ὁ Τόπος, σᾶς ἔῤῥιψε τὸ παρελθόν. Ἡ μετάβασις τοῦ Νομάρχου εἰς Κυπαρισσίαν συνετέλεσεν ὑπὲρ τῶν φίλων σας καὶ συνέτρεξε τοὺς σκοπούς σας, διότι ἦτο γνωστὸν ἐν Τριφυλίᾳ, ὅτι εἴχετε κομματικὴν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου ὑποστήριξιν. Τὴν ὑποστήριξίν του καὶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς ἀπέδειξε δημοσίᾳ, ζητῶν ἀπὸ τὸν Δήμαρχον Κυπαρισσίας νὰ τοῦ ὑποδείξῃ ποίας πράξεις θέλει νὰ τοῦ ἐγκρίνῃ. Δὲν ἐδίχασε τὸ ἀντίθετον κόμμα ἐν Ἐράνῃ, διότι τότε διετέλει ὁλόκληρον ἐν συμπνοίᾳ· τὸ ἐδίχασεν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ φίλου καὶ συντρόφου μας, ὅστις χάριν αὐτοῦ τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν ἐκλογὴν, καὶ ἡ ἀποχὴ αὕτη ἐκ τῆς πάλης σᾶς ὠφέλησε καὶ σᾶς ὑποστήριξε· τὸ ἐδίχασε τὸ ἰδικόν μας κόμμα, τὸ ὁποῖον σεῖς ἀρνεῖσθε, ἂν καὶ τὸ γνωρίζετε, καὶ ὁ Δημαρχῶν ἦτο φίλος μας καὶ εἶναι, καὶ δὲν ἐδιχάσθη ἀπὸ τὸν διορισμὸν τοῦ ἀστυνόμου, διότι οὗτος ἐγένετο κανονικῶς καὶ νομίμως· οὔτε τὸ ἔλλειμμα τοῦ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος Ἐράνης, τὸ ὁποῖον τότε ἠγνοεῖτο, συνετέλεσεν εἰς τὸν διχασμὸν, ἢ τὴν ὑποστήριξιν· διότι τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο εἶναι πολὺ ἔλαττον ἀπὸ τὸ νομιζόμενον καὶ στηρίζεται εἰς συμβόλαια δανειστικὰ ἐκχωρηθέντα ὑπὲρ τοῦ Δήμου. Οὔτε ὁ διορισμὸς τοῦ Δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος Ἀετοῦ σᾶς ἔβλαψεν· εἴχετε ἐκτὸς τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Νομάρχου καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον φατριαστικώτατα· εἴχετε τὴν ὑποστήριξιν τῶν Εἰρηνοδικῶν· εἴχετε τὴν ὑποστήριξιν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἵτινες καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους της καταπροδίδουν· εἴχετε τὴν ὑποστήριξιν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· εἴχετε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἰς ἡμᾶς εἶχε κλείσει τὰς θύρας τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἰς σᾶς τὰς εἶχεν ἀφήσει ἀνοικτάς. Ἐπετύχατε καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου καὶ διορισμοὺς δικαστικῶν κλητήρων καὶ ὑπαλλήλων. Ἡ θέσις μας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἦτο θέσις ἀντιπολιτευομένων· ἡ ἐνέργεια τοῦ Ταμίου, ὅστις εἶχεν ἐκεῖ διορισθῆ πρὸ ὀλίγου, καὶ μὴ γνωρίζων οὐδένα, δὲν ἐπίεσε τοὺς φίλους τοῦ κ. Σωτηροπούλου, οὔτε ἡ καταδίωξις τοῦ φίλου του Συμβολαιογράφου διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐπιτηδεύματός του, ἢ τοῦ πρώην Δημάρχου διὰ τὴν πληρωμὴν καὶ φόρων καὶ λιμενικῶν ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν, ἀλλ’ ἐπίεσε τοὺς φίλους μας, κατὰ τῶν ὁποίων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, περὶ τὰς 3 χιλιάδας καὶ πλέον ἐντάλματα ἐξέδωκε καὶ κατεδιώχθησαν ἀπηνῶς ὑπὸ τῶν εὐζώνων, καὶ ἐκ τῆς καταδιώξεως ταύτης ἐκερδοσκόπησε πολιτικῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τοῦ Ταμίου ὀφείλει τὴν προσέγγισιν τοῦ ὑποψηφίου του εἰς τὸ ποσὸν τῶν ψήφων καὶ εἰς τὸν παρ’ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπατσώρη ὑποστηριχθέντα κ. Πονηρόπουλον· καὶ ἐγὼ, καὶ οἱ συγγενεῖς μας καὶ φίλοι μας ἐπληρώσαμεν τοὺς φόρους μας, καὶ τοῦτο τὸ ὁμολογοῦν αὐτὰ τὰ βιβλία τοῦ Ταμείου· αὐτὴ ἦτο ἡ καταδίωξις· καὶ ἐπληρώσαμεν, πληρώσαντες τὰς πρὸς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις μας, ὁ δὲ Λαὸς τῆς Τριφυλίας πληρώνει τοὺς φόρους του.
§23ΡΟΚΟΣ ΧΟΪΔΑΣ. Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ὅσα λέγετε, εἶναι πικρὰ εἰρωνεία κατὰ τοῦ φορολογουμένου Λαοῦ;
§24ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πληρώνομεν τοὺς φόρους διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, κ. Χοϊδᾶς. Σᾶς λέγω δὲ — διότι μὲ διακόπτετε — ὅτι οἱ συνεπαρχιῶταί μου πληρόνουν τοὺς φόρους των, διότι βλέπουν ὅτι χρησιμεύουν καὶ ἐξοδεύονται διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον τοῦ ἔθνους καὶ αὐτῶν. Ὁ τρόπος λοιπὸν αὐτὸς τῆς καταδιώξεως ἐθεωρήθη καταπιεστικὸς καὶ ὄχι οἱ νόμοι περὶ οἰνοπνευμάτων καὶ οἴνου, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος· διότι ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Τριφυλίας Σταλακτήρια δὲν ὑπάρχουν, ἀλλὰ μικρὰ καζανάκια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμποδίζονται, ὁ δὲ φόρος τοῦ οἴνου ἀφέθη νὰ βεβαιωθῇ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς οἰνοπώλας καὶ μόνοι των αὐτοὶ ἐβεβαίωσαν τὸ καταναλισκόμενον παρ’ αὐτῶν ποσόν· ὥστε καὶ οἱ νόμοι οὗτοι οὐδεμίαν ἐξήσκησαν πίεσιν. Ἤκουσα ἀπὸ τοὺς συμπολίτας μου, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος μετεκαλέσατο ὅλους τοὺς φίλους του πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ τοὺς καθωδήγησε πῶς νὰ δημοκοπήσουν κατὰ τῶν φόρων καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑποψηφίου κ. Πονηροπούλου. Ἠρώτησα τίνες εἶναι οἱ βαρεῖς φόροι, καὶ μοὶ εἶπον μόνον περὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ· ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι καταναγκαστικὸς, ἀλλὰ προαιρετικὸς, φόρος πολυτελείας, καὶ ἑπομένως οἱ θέλοντες τὴν πολυτέλειαν ὀφείλουν νὰ πληρώσουν καὶ φόρους. Φόροι λοιπὸν, ὑπάλληλοι, στρατιωτικὴ δύναμις ἦσαν ὑπὲρ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, καὶ τὰ παράπονά του, καίτοι ἀβάσιμα, ἀποδεικνύουν ὅμως ὅτι ὑπεστηρίζετο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνεθυμήθη καὶ κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν κατασκευάζει ὁδοὺς ἐν Τριφυλίᾳ· ἀλλὰ δὲν ἐλησμόνησε νὰ κατακρίνῃ αὐτὴν, διότι κατασκευάζει μικράν τινα ὁδὸν ἐθνικὴν ἀπὸ τὸ χωρίον μου πρὸς τὴν Πύλον, καὶ τὴν ὁδὸν ταύτην, εἶπεν, ὅτι κατασκευάζει πρὸς χάριν καὶ περιποίησίν μου καὶ ὅτι οὐδόλως δύναται νὰ συντελέσῃ αὕτη εἰς τὸν τόπον, ἐὰν ὁλόκληρος κατασκευασθῇ μέχρι Κυπαρισσίας· δηλαδὴ ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶν ἀνωφελὴς καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι θὰ συγκοινωνήσῃ τὰ διάφορα χωρία τῶν Δήμων Φλεσιάδος, Πλαταμώδους, Ἐράνης καὶ Κυπαρισσίας μὲ αὐτὰς τὰς πόλεις τῶν Δήμων· ἀλλὰ καὶ τοῦτο συνέτρεχεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς κακόν. Τὸ δὲ σπουδαιότερον τῶν παραπόνων του ἦτο ὅτι χεὶρ ἐχθρικὴ μετῆλθε καλπονόθευσιν εἰς τὸν Δῆμον Φλεσιάδος, διότι εὑρέθησαν πλεονάζοντα σφαιρίδια 14 εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Ἀναστασοπούλου. Εἰς τὸν Δῆμον Φλεσιάδος ὡμίλησαν πάντοτε οἱ ἀριθμοὶ, καὶ κατὰ τὴν γενικὴν ἐκλογὴν τοῦ 1881 καὶ κατὰ τὴν δημοτικὴν τοῦ 1883 καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, ὅτι πλειοψηφῶ κατὰ 400 καὶ πλέον ψήφους· τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην τῶν συμπολιτῶν μου ἐκείνων δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Σωτηρόπουλος· διότι, ἂν τὴν ἀρνηθῇ, τὸν διαψεύδουν αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ καὶ θὰ τὸν διαψεύσουν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Συνεπῶς Δῆμος, ὅστις μὲ τιμᾷ διὰ τοιαύτης καταπληκτικῆς πλειοψηφίας, δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ μετέλθῃ καλπονόθευσιν 14 ψήφων. Καὶ πῶς δύναται νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Δήμους τῷ ἐγένοντο ὑπὸ τοιαύτης ἐχθρικῆς χειρὸς καλπονοθεύσεις 7, ἢ 4 ἢ 5 ψήφων, ἀφοῦ εἶχεν ἀντιπροσώπους 8 σφαιριοδότας; Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν εὑρέθησαν πλείονα σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τοῦ Ἀναστασοπούλου, εὑρέθησαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας, καὶ τοῦτο συμβαίνει πάντοτε εἰς τὰς ἐκλογὰς, διότι ἐκ τῆς ταχύτητος δὲν σημειοῦνται ὅλα τὰ ὀνόματα ἐν τοῖς πρακτικοῖς, κύριοι Διαμάντη καὶ Σαλταφέρο, οἵτινες μὲ διακόπτετε, καὶ φαίνεται ἐκ τῆς διακοπῆς σας, ὅτι δὲν γνωρίζετε πῶς ἐνεργοῦνται αἱ ἐκλογαί. Καὶ ποίαν βεβαίωσιν ἔχετε, κ. Σωτηρόπουλε, ὅτι οἱ μὴ ψηφοφορήσαντες 302 ἐκλογεῖς, δὲν ἐψηφοφόρησαν εἰς τὸν Δῆμον Ἠλέκτρας, διότι, ὡς εἴπετε, κατ’ αὐτῶν ἐξήσκησε πίεσιν καὶ ἀποκλεισμὸν ὁ Δήμαρχος τοῦ Δήμου ἐκείνου; Τὰ Πρακτικὰ διαλαλοῦν τὸ ἐναντίον, διότι οὔτε ἔνστασις, οὔτε ἔκθεσις δικαστικὴ δὲν ἀναφέρει τοῦτο· δὲν ἠθέλησαν νὰ ψηφοφορήσουν, διότι καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τοῦ Δήμου αὐτοῦ εἶχον εὐλογίαν, καὶ διότι δὲν ἔδωσαν μεγάλην σημασίαν· μὴ θεωρήσαντες τὴν ἐκλογὴν πολιτικὸν ζήτημα, δὲν ἐψηφοφόρησαν· ἀλλ’ ἂν ἐψηφοφόρουν ὅλοι, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο μεγαλείτερον ὑπὲρ τοῦ κυρίου Πονηροπούλου ἀπὸ τὸ ὑπάρχον, καθόσον τὰ Πρακτικὰ τῶν προηγουμένων ἐκλογῶν μαρτυροῦν τοῦτο. Τὸ ἔτος 1879 συνεπράξατε μετὰ τοῦ κυρίου Παπατσώρη καὶ σᾶς ὑπερέβη εἰς τὸν Δῆμον αὐτόν· τὸ 1881 συνέπραξα ἐγὼ μετὰ τοῦ κυρίου Παπατσώρη καὶ σᾶς ὑπερέβημεν· τὸ 1883 συνέπραξαν οἱ φίλοι σας μὲ τοὺς τοῦ κ. Πονηροπούλου, καὶ οἱ ἐμοὶ μετὰ τοῦ κ. Παπατσώρη ὑπερτέρησαν τῶν φίλων σας. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἡ ἀπόδειξις τῆς ὑπεροχῆς μας ἐν τῷ Δήμῳ ἐκείνῳ; Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιθυμῶ ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Δήμου αὐτοῦ, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι καὶ πάλιν θὰ ὑπερτερήσωμεν. Ἀλλὰ μήπως εἰς τὸν Δῆμον αὐτὸν μόνον δὲν ἐψηφοφόρησαν ὅλοι; Εἰς ὅλους τοὺς Δήμους καθυστέρησαν οἱ φίλοι μας, καὶ εἰς τὸν τῆς Φλεσιάδος καὶ Πλαταμώδους καὶ Ἐράνης, καὶ ἰδίως εἰς τὸν τῆς Τριπύλης καὶ Δωρίου, διότι δὲν ἔδωσαν σημασίαν πολιτικὴν, ὁποίαν σεῖς ἐδώσατε εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Ἐπὶ τέλους, κύριοι, τὰ παράπονα τοῦ κ. Σωτηροπούλου δὲν ἀποβλέπουν τὸ ἔγκυρον ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, διότι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη ἐν πλήρει νομιμότητι καὶ τάξει, ἀλλ’ ἀποβλέπουν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον περιεστράφη ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐκλογῆς, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτήν.
§25Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὡς εἰσηγητὴς τοῦ Δʹ Τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπισταμένως ἀνέγνων καὶ διῆλθον νωλεμέως ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, καὶ δικαστικὰς ἐκθέσεις τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων τῶν 13 ἐκλογικῶν τμημάτων τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς ἀντὶ τοῦ παραιτηθέντος Βουλευτοῦ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐν γένει εἰς ὅλα τὰ 13 ἐκλογικὰ τμήματα τῆς Ἐπαρχίας Τριφυλίας ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη πανηγυρικῶς ἐν ἄκρᾳ τάξει καὶ νομιμότητι, ὡς ταῦτα πάντα προκύπτουν ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ πρακτικῶν, καὶ οὐδεμιᾶς παρατυπίας καὶ ἀκυρότητος καὶ παραβιάσεως τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου γίνεται μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς τε ψηφοφορίας καὶ τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων, καὶ τούτου ἕνεκα ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, καθὼς καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος. Τὰ παράπονα δὲ, ἅπερ ὁ ἔντιμος κύριος Σωτηρόπουλος σᾶς ἐξέθηκεν, εἶναι κατὰ τὸ Ὁμηρικὸν ἐκεῖνο «κακὸν ἀνεμώλια βάζειν», τουτέστι λόγια τοῦ ἀέρος. Ἄν, κύριοι Βουλευταὶ, παραδεχθῆτε τὰ λεχθέντα, παρὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου ὡς σπουδαῖα, καίτοι μηδόλως ἀποδεικνυόμενα ἐκ δημοσίων ἐγγράφων, οἷον τῶν πρακτικῶν τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν, καὶ τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τοῦ λοιποῦ οὐδεμία ἐκλογὴ ἐν τῇ Ἑλλάδι δύναται νὰ ἐπικυρωθῇ, καθόσον οἱ ἀποτυγχάνοντες θέλουσι προχείρως ἐπινοεῖ ἀπείρους δῆθεν παραβιάσεις ἐνεργηθείσας δῆθεν κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς, εἴτε παρὰ τῶν Δημάρχων, εἴτε παρὰ τῶν ἀντιθέτων ἀνταγωνιστῶν ὑποψηφίων, εἴτε καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως, ὡς ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀξιοῖ νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν τῆς Τριφυλίας, καὶ νὰ μὴ δώσητε τὴν παραμικρὰν προσοχὴν εἰς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ πρακτικὰ, ἀλλὰ νὰ στηριχθῆτε εἰς τὰς προφορικὰς διαβεβαιώσεις του, καὶ εἰς τὰς δῆθεν ἠθικὰς καταπιέσεις, ἐνεργηθείσας ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, ἂν καὶ οὐδόλως ἀπέδειξε τὰς αἰτιάσεις ταύτας δι’ ὁποιουδήποτε νομίμου ἀποδεικτικοῦ μέσου. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ Τμήματος κατὰ τὴν 16 Νοεμβρίου 1884 ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δήμου Ἠλέκτρας, διότι τῇ διαταγῇ τοῦ Δημάρχου ἀπεκλείσθησαν 302 ψηφοφόροι, ὡς εὐλογιῶντες, ἐκ τῶν χωρίων Κλείσωρα καὶ Βλάκα. Ἀλλ’ οὐδόλως ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς ψηφοφορίας καὶ διαλογῆς γίνεται μνεία ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων περὶ τῆς δῆθεν ἀπαγορεύσεως τοῦ νὰ προσέλθωσιν ἐλευθέρως εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς οἱ ψηφοφόροι τῶν εἰρημένων χωρίων, καὶ οὐδὲ τὸ παραμικρὸν παράπονον ἐγένετο εἴς τινα δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον, ἢ εἰς ὁποίαν δήποτε δικαστικὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἀπὸ 579 ἐκλογεῖς ἐψηφοφόρησαν μόνον 277· ὥστε ἔμειναν ἐκτὸς τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος τῆς ψηφοφορίας ἐκλογεῖς 302· ἀλλὰ ἡ μὴ προσέλευσις τῶν 302 ψηφοφόρων εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς προῆλθε βεβαίως, ὡς συνήθως γίνεται εἰς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἐξ ὀκνηρίας, ἀμαθείας, καὶ ἀβελτηρίας, ὡς μὴ γνωριζόντων τῶν ἐκλογέων τὴν ἀξίαν τῆς ψήφου των οὐδὲ νὰ ἐκτιμήσωσι δεόντως δυναμένων τὸ πολύτιμον δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς τῶν βουληφόρων τῆς πατρίδος ἡμῶν, δικαίωμα, λέγω, ὅπερ ἀπένειμεν εἰς ἕκαστον πολίτην Ἕλληνα ὁ θεμελιώδης Νόμος τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου κρέμαται ἡ εὐδαιμονία καὶ ἡ ὀλβιότης ἐν γένει ἑκάστου πολίτου. Λυποῦμαι τὰ μέγιστα τοῦ νὰ βλέπω ἐν τῇ κοινωνίᾳ μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὴν μεγίστην ἀδιαφορίαν τῶν ἐκλογέων, καὶ τοῦτο βεβαίως προέρχεται, διότι οὐδεὶς ἁγνὸς πατριώτης ἐδίδαξε τὰ δέοντα, οὐδὲ καὶ ἐνουθέτησε τοὺς λαοὺς τὴν ἀξίαν τῶν δικαιωμάτων των κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ νὰ ἐκλέγωσι μὲ αὐταπάρνησιν καὶ πατριωτισμὸν τὸν ἄριστον βουληφόρον ὑποψήφιον μεταξὺ αὐτῶν, καὶ νὰ ἀποσοβῶσιν ἐκ τοῦ μέσου τῆς κοινωνίας τοὺς πονηροὺς ὑποψηφίους κατὰ τὸ δόγμα τῶν ἑπτὰ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος σοφῶν «καλῶς πράττει ἡ πόλις τοῖς πονηροῖς οὐκ ἔξεστιν ἄρχειν». Αἰσχύνομαι ἀκούων τὸν ἔντιμον Σωτηρόπουλον καὶ τὸν ἀντίθετον αὐτοῦ καυχωμένους, ὅτι διαθέτουν χιλιάδας ἐκλογεῖς εἰς τὰ νεύματά των κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ μένουν αἱ τοιαῦται ἐνέργειαι ἐν κρυπτῷ κεκαλυμμέναι· διότι αὗται αἱ ἐνέργειαι ἐκ μέρους τῶν ὑποψηφίων εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, βεβαίως δὲν ἀναδεικνύουσι τὸν πλειονοψηφοῦντα ὑποψήφιον ὅτι ἐπλειονοψήφησε τῇ ἐλευθέρᾳ συνειδήσει τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ διὰ τῶν θωπεύσεων, καὶ πλαγίων ἐνεργειῶν, καὶ ἀπείρων ὑποσχέσεων πρὸς τοὺς πτωχοὺς τῷ πνεύματι ψηφοφόρους, ὥστε οἱ τοιοῦτοι ἐκλογεῖς εἰσὶν ἀνάξιοι πάσης ἐλευθερίας, καὶ οἱ ἀναδεικνυόμενοι βουληφόροι ἐκ τοιούτων ἐκλογέων ἔπρεπε νὰ καλύπτωσι τὸ πρόσωπόν των, καθὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποκτῶσι τὴν μεγίστην ἐκείνην τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἤθελέ τις ἀπολαύσει ἀπὸ ἐκλογεῖς εἰδήμονας κατὰ βάθος τῆς πολυτίμου ψήφου των κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων των κατὰ πᾶσαν τετραετίαν ἐκλέγοντας ἐν εὐθυκρισίᾳ καὶ αὐταπαρνήσει τοὺς ἀντιπροσώπους των, ἀποβλέποντας μόνον πρὸς τὴν εὔκλειαν, εὐδαιμονίαν καὶ ὀλβιότητα τῆς πατρίδος των. Τοιοῦτος ὢν ὁ βουληφόρος δύναται νὰ καυχηθῇ ἐν παντὶ τόπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ἀκόμη, ἐκλεχθεὶς τῇ ἐλευθέρᾳ θελήσει τῶν ἐκλογέων μεταξὺ τῶν ἀρίστων συμπολιτῶν του, καὶ εὔχομαι τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ ἀκούσω σπουδάρχας βουληφόρους, καὶ δημοκόπους, πρὸς αἶσχος τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν μας. Ὅθεν γνωμοδοτῶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, καὶ ἀνακηρυχθήτω βουληφόρος αὐτῆς ὁ κ. Κυριάκος Ν. Πονηρόπουλος, ἔχων τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω πάντα ἄλλον δυνάμενον νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τριφυλίας, οὐδέποτε ὅμως τὸν ἀξιότιμον κ. Σωτηρόπουλον· πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἤθελε λάβει τὸν λόγον πρῶτος κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἔνστασις παρουσιάζεται ἢ παρουσιάσθη. Ἐλύθη ὅμως ἡ ἀπορία μου, ὅταν εἶδον ὅτι ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα φέρῃ συζήτησιν πολιτικὴν καὶ οὐχὶ ἐκλογικήν. Ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἔρχομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, οὐχὶ δὲ ὅπως ἀναμιχθῶ εἰς τὴν ἐκλογικήν. «Πέντε ἢ ἓξ ἐκλογαὶ ἔλαβον χώραν μετὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Συνόδου, καί, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκέρδισεν ὅλας ἡ Κυβέρνησις.» Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι μὲ τοὺς ὁποίους ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Τὴν ἐκλογὴν ταύτην τῆς Τριφυλίας, ἥτις ἦτον ἡ τελευταία τῶν ἄλλων τῶν προηγηθεισῶν, συνέδεσε μὲ πολιτικὸν θέμα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ μείζων μερὶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καθὼς ἀποκαλεῖται μερίς τις ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἀπεχώρησε. Δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω τὸ φαινόμενον τοῦτο.—Περιέμενεν ἡ μερὶς αὕτη, καθὼς τοὐλάχιστον εἰς πολλὰς τῶν ἐφημερίδων της εἶχε διασαλπίσει, ὅτι μετὰ τὴν ἀποχώρησίν της ἤθελον ἐκραγῆ ἐπαναστάσεις πανταχόθεν. Αἱ ἐλπίδες ἐψεύσθησαν· ἐπῆλθον αἱ ἐκλογαί, ὄχι πέντε ἢ ἕξ, κ. Σωτηρόπουλε, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕξ· ὁ λαὸς τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων προσεκαλεῖτο νὰ ἐκφρασθῇ, ὁ λαὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶδε καὶ ἤκουσεν ὅλα ὅσα εἶδε καὶ ἤκουσεν ἕως τότε. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ ἀποχωρήσασα, ἡ ὁποία δὲν ἐνόμισεν—δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ ἄλλην λέξιν—ὅτι αὐτὴ ὤφειλε νὰ καταθέσῃ τὰς παραιτήσεις της εὐθὺς ἅμα ἐξῆλθε τοῦ περιβόλου, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν λαόν: Κρίνε, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ μείνω ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ ὁποία, λέγω, δὲν ἐνόμισε νὰ καταθέσῃ τὰς παραιτήσεις της, ἔπρεπε νὰ αἰσθανθῇ καὶ ᾐσθάνθη, ὅτι μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου τούτου ἀποχώρησίν της, ἔπρεπε κἄτι τι νὰ πράξῃ, προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκλογῶν, δι’ ὧν θὰ ἐφαίνετο τί ὁ λαὸς φρονεῖ περὶ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ εἰς τὰς συμπληρωτικὰς αὐτὰς ἐκλογὰς, εἰς τέσσαρας ἐξ αὐτῶν, δὲν εἶχεν οὔτε κἂν ὑποψήφιον νὰ προτείνῃ. Καὶ δὲν εἶναι Ἐπαρχίαι ἀσήμαντοι αἱ τοιαῦταί τινὲς εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς Πελοποννήσου, τὴν ὁποίαν μάτην προσπαθῆτε νὰ πείσητε φωνάζοντες ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τῇ εἶναι πολέμιος. Καὶ ἐντὸς τῆς Πελοποννήσου ἐνηργήθησαν βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ μετὰ τὴν ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου ἀναχώρησιν, καὶ δὲν εἴχετε οὔτε κἂν ὑποψήφιον νὰ προτείνητε. Μόνον εἰς δύω ἐκ τῶν ἕξ ἐκλογῶν ἠδυνήθητε νὰ ἀντιμετωπισθῆτε πρὸς τὸν ὑποψήφιον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ εἰς τὴν Τριφυλίαν.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι τεχνάσματα, τὰ ὁποῖα κρίνετε ἐκ τῶν ἰδίων.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀπαντήσω εἰς οὐδένα διακόπτοντά με (θόρυβος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κ. Ζυγομαλᾶ.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἀπαντῶ εἰς οἱανδήποτε διακοπὴν, διότι δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ διακόψῃ. Εἰς τὴν Κεφαλληνίαν παρουσιάσθησαν δύο ἀντίθετοι, εἷς φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἷς φίλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§33Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ἦτο δημοκρατικός· τώρα δὲ ἔγεινε φίλος τῆς Κυβερνήσεως.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἦσαν τόσον βέβαιοι ὅτι θὰ ὑπερισχύσωσι, καὶ μέχρι τοσούτου βαθμοῦ ἦσαν βέβαιοι, ὥστε τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, ἤτοι τὸ Σάββατον, πρὸ τῆς Κυριακῆς, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ἥτις φαίνεται ἀντιπροσωπεύουσα καὶ διερμηνεύουσα εἰς τὸ κοινὸν τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος μερίδος, εἶχε δημοσιεύσει ἐκτεταμένον ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκήρυττεν, ὅτι ὁ Λαὸς τῆς Κεφαλληνίας ἤθελεν ἐκθύμως ἐκφρασθῆ καὶ ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἡ ἐφημερὶς αὕτη, γράφουσα ταῦτα τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς, προσέθετεν, ὅτι μεγάλαι παρανομίαι ἐνεργοῦντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλὰ ἔχομεν, ἔγραφε, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Λαὸς ἐκεῖνος θὰ ἀποδείξῃ τί φρονεῖ, καταψηφίζων καὶ ἀποδοκιμάζων τὸν ὑποψήφιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο Σάββατον, ἐπαναλέγω, ὅτε ἐδημοσιεύοντο ταῦτα, καὶ ἔμελλε νὰ γίνῃ ψηφοφορία τὴν ἐπιούσαν Κυριακήν. Ἔγεινεν ἡ ψηφοφορία καὶ ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως ἐπλειοψήφησε διὰ χιλίων ψήφων. Ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη, ἥτις ἐκήρυσσεν ὅσα προεῖπον, μετὰ τὴν ἐκλογὴν οὔτε κἂν ἀνέφερε τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας. Καὶ πῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ χιλίας ψήφους ἐπλειονοψήφησεν ὁ ὑποψήφιος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος κ. Μουσούρης; Ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυπαρισσίας. Εἰς τὴν Κυπαρισσίαν εἶχον πολλοὺς λόγους νὰ πιστεύωσιν, ὅτι θὰ ἐκέρδιζον. Ἐκεῖ παρουσιάζετο κέντρον Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξασκοῦν μίαν ἐκ τῶν πέντε ἢ ἓξ ἐπαρχιακῶν ἐπιῤῥοῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἀναμφισβήτητοι ἐν τῷ Τόπῳ, ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Παρουσιάζοντο κατέναντι αὐτοῦ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἓν κοινὸν κέντρον, ἐνῷ ἀντιθέτως κέντρον διευθύνον παρουσιάζετο στρατηγὸς δεδοκιμασμένης νοημοσύνης καὶ πείρας. Εἰς τὴν Τριφυλίαν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον δὲν ἦσαν ἐντελῶς συνεννοημένοι, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῶν πολλῶν, κ. Σωτηρόπουλε—καὶ τὸ γνωρίζετε πολὺ καλὰ, καὶ δὲν ἐπρόσμενα νὰ τὸ διαψεύσητε—ὡς ἐκ τῶν πολλῶν ἐπιδιωκόντων τὴν ὑποψηφιότητα φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρχε μεταξύ των κἄποια διαίρεσις. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπε, τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις ἐν Τριφυλίᾳ, ὥστε οὔτε ὑποψήφιον δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὅμως τὸ ἠξεύρει καλῶς, ὅτι παρουσιάζοντο τρεῖς, τέσσαρες, πέντε, ἕξ, καὶ ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε κἄποια διαίρεσις. Ὁ ὑποψήφιος, τὸν ὁποῖον παρουσίαζεν ἡ μεγάλη ἐπιῤῥοὴ τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἦτο ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, γνωστὸς ἐν τῇ Βουλῇ, πολλάκις ἐκλεχθεὶς, μὲ νωπὰς ἐντυπώσεις ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ. Ἀντίθετος παρουσιάζετο ὁ κ. Πονηρόπουλος, ὁ ὁποῖος πρὸ εἰκοσαετίας δὲν παρουσιάσθη ὡς ὑποψήφιος ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, τὸ ἰσχυρότερον κέντρον τῆς κατὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ Δήμαρχος Ἐράνης, εἶχεν ἀποβιώσει ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς, καὶ τοῦτο ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον φέρει πάντοτε ὁ θάνατος ἑνὸς κομματάρχου, ἐπὶ τοῦ κόμματός του. Εἶχον δίκαιον ἑπομένως νὰ πιστεύωσιν, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος ὑποψήφιος θὰ ἐκέρδιζεν. Ἡ Κυβέρνησις παρουσίασε τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς ὡς ζήτημα πολιτικὸν ἐν Τριφυλίᾳ; Δὲν ἐπερίμενα ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἤθελεν ὑποστηρίξει τοῦτο. Ὅσοι ἀναγινώσκετε τὰ δημόσια φύλλα, θὰ ἴδητε ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐδημοσιεύθη ἐνταῦθα, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐν Τριφυλίᾳ ἔθεσε τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς ὡς ζήτημα πολιτικόν, ὅτι περιήρχετο τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην καὶ καθωδήγει τοὺς διαφόρους κατοίκους τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης ὄχι μὲ διαμπερῆ φάσγανα, ἀλλὰ μὲ τὴν τέχνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει νὰ πείθῃ καὶ νὰ εἰσάγῃ εἰς τὸν νοῦν τῶν ἄλλων τὰς ἰδέας του, καὶ μάλιστα ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ ὑλικὸν συμφέρον τῶν ἀκουόντων περιστρέφονται καὶ ὅπως εἶπεν ὁ ἴδιος, ἀπεικονίζων τὰ τῶν φόρων καὶ τὴν καταπίεσιν ὡς τὴν ἐχαρακτήριζε τῆς Κυβερνήσεως. Προέλεγε δὲ ὅτι ἡ Ἐπαρχία θέλει δείξει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὴν ἀποδοκιμάζει. Ἐπαναλέγω, ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ φρονῇ αὐτὸ, ἀλλὰ τὸ ἐξαγόμενον ἀπέδειξε τὸ ἐναντίον. Διατί δὲν τὸ ὁμολογεῖ εἰλικρινῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Εἶπον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι πάντα ἄλλον ἐπερίμενα νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τριφυλίας, οὐχὶ δὲ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ν’ ἀκούσω αὐτὸν πρῶτον· διότι ἐπερίμενα ὅτι πολιτευτὴς ὡς ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἂν ἤθελε λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς, θὰ ἔλεγε μὲ παῤῥησίαν: «Ἐπολέμησα, ἀλλὰ ἔχασα τὴν ἐκλογήν.» Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐκλέγονται παρ’ ὅταν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· εἶναι ἀνὴρ ἔχων παγιωμένην ἐπιῤῥοὴν καὶ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐκλέγονται, εἰμὴ ὅταν εἶναι ὑπουργοί, ἂν δέ ποτε παρουσιασθῶσιν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι μόλις φθάσωσι τὰ σύνορα τῆς Ἐπαρχίας των, τρέπονται τὴν εἰς Ἀθήνας ἄγουσαν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἄλλοτε ἐπολέμησε καὶ ἐνίκησεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Ἤλπιζα λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ νὰ μὴ ἐξισωθῇ καὶ ἀναμιχθῇ μὲ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ προηγούμενά του. Ποῖος σᾶς πταίει, ἐὰν ἠθελήσατε νὰ θέσητε τὸ ζήτημα πολιτικὸν μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῶν ἐκλογέων; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τί φρονῶ; φρονῶ ὅτι ἐὰν δὲν ἠθέλατε ἀναμίξει εἰς τὴν ἐκλογὴν τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ἐὰν ἀφίνατε τὴν ἐκλογὴν ἐλευθέραν, ἴσως αἱ εἴκοσι τέσσαρες ψῆφοι, δι’ ὧν ὑπερίσχυσεν ὁ κ. Πονηρόπουλος, ἴσως ἤθελον εὑρεθῇ εἰς τὴν κάλπην τοῦ Ἀναστασοπούλου. Ἀλλ’ ὅταν ὑψώσατε τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς δὲν ὑποστηρίζει, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἠξεύρετε, διότι σᾶς τὸ ἀπέδειξεν ὁ λαὸς καὶ εἰς τὰς εἴκοσι καὶ μίαν ἐκλογάς, αἵτινες ἐγένοντο ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐδῶ, ἡ σημαία αὕτη ἔπρεπε νὰ πέσῃ (Θόρυβος). Εἶναι ἄξιον τοῦ κ. Σωτηροπούλου νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ: ἔχασα τὴν ἐκλογὴν, διότι ἦλθεν ὁ Νομάρχης καὶ περιώδευσε, καθὼς εἶχε τὸ δικαίωμα, καὶ ἦλθεν ἐκεῖ καὶ ἐκάθησε τρεῖς τέσσαρας ἡμέρας, καὶ κατόπιν ἐπανῆλθεν οὐχὶ εἰς τὴν ἕδραν του εἰς Καλάμας, ἀλλὰ εἰς Ἀθήνας ἐδῶ, ἕως οὗ ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογή, ὡς εἶπε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Σωτηρόπουλος; Μὲ ἤλεγξε διὰ τὸν Ἀστυνόμον ὅτι ἐνήργησα τὴν πρότασιν, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἤθελε μὲ ἐπαινέσει διὰ τοῦτο. Ἐνθυμεῖσθε τὰ διατρέξαντα περὶ τοῦ Ἀστυνόμου Πλαταμώδους, ὅτε ἐγὼ εἶπον εἰς αὐτὸν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσω πρῶτον ἂν ὁ προτεινόμενος παρὰ τοῦ Δημάρχου εἶναι ἢ ὄχι κατάλληλος. Ὄχι, μοὶ ἔλεγεν, ἔγεινε πρότασις ὑπὸ τοῦ Δημάρχου; ὀφείλεις νὰ τὴν ἐκτελέσῃς. Σᾶς τὸ ἐπρότεινεν ὁ Δήμαρχος; δὲν ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε ἄλλο τί. Ὅταν τώρα μοῦ ἦλθεν ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ Δημάρχου, ἐνεθυμήθην τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ ἀμέσως παρεδέχθην τὴν πρότασιν, καὶ ἤλπιζα ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος θὰ μὲ ἐπαινοῦσε τοὐλάχιστον δι’ αὐτό. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω. Πιστεύω ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς λύπης, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθην ὅταν ἤκουσα καὶ εἶδον πολιτευτὴν γηραιὸν ὡς τὸν κ. Σωτηρόπουλον νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ καταφύγῃ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ ὑποψηφίου του, εἰς ὅλα τὰ μικρὰ ἐκεῖνα ἐπιχειρήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταφεύγωσι παρὰ μόνοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ προηγούμενα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, πιστεύω, λέγω, ὅτι τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο ᾐσθάνθητε καὶ ὑμεῖς ὅλοι. Περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, καθὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀναμιγνύομαι. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου μένει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μόνον ἠθέλησα νὰ δείξω ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὑπεκίνησε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν Τριφυλίας, ἐλύθη καὶ εἰς αὐτὴν ὡς καὶ εἰς τὰς λοιπὰς πέντε, τὰς γενομένας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη, κορωνὶς τῶν ἄλλων, ἔδειξε σὺν ἐκείναις ὅτι μὲ ὅσα καὶ ἂν λέγωσιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς προώδευσε καὶ γνωρίζει νὰ δεικνύῃ τὴν γνώμην του κατὰ τὰς ἐκλογὰς (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§36ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἀφήσατε, κύριε Δημητρακάκη.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἦλθον νὰ καυτηριάσω τὴν αὐθάδειαν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου (ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος). Δὲν ἐπίστευον, λέγω, κύριοι, ὅτι ἤθελε τολμήσει αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ τόσην αὐθάδειαν. Διατί ἀπεχώρησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς Βουλῆς, ἀρκετὰ ἐξηγήθη ἐν τῇ ὁμιλίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ποῖος τὸ λέγει αὐτό; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δημοσίως εἶπεν ὅτι, ἐὰν πατήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐκλεχθῇ ἀντίθετός του, εἶναι ἄτιμος. Εἶσαι ἄτιμος λοιπὸν (θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ποδοκροτήματα παρατεταμένα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§38ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω δύω προτάσεις νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν· πρώτη πρότασις εἶναι νὰ ἐκκενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια... (θόρυβος καὶ ἐξακολουθοῦν τὰ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μετριάσητε τὰς ἐκφράσεις σας καὶ νὰ μὴ προσβάλλητε.
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν προσβάλλω· ἀναφέρω ἱστορικὸν γεγονὸς (ἐπαναλαμβάνονται τὰ ποδοκροτήματα παρατεταμένα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, κ. Δημητρακάκη.
§42ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξαιτοῦμαι ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ... (θόρυβος).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς... (ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§44ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ.
§45Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως αὐτὰ τὰ ὁποῖα γίνονται, δὲν γίνονται ἐντὸς τοῦ πρέποντος ἀλλ’ εἶναι φυσικὴ ἀπόῤῥοια τῶν ἀνοικείων ἐκφράσεων τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις παρεξετράπη καὶ δι’ ἀπρεπῶν φράσεων ἀπετάθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ στέμματος καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς πλειονοψηφίας, καὶ μάλιστα διὰ βαρείας ὕβρεως ἀπεκάλεσε τὸν Ὑπουργὸν ἄτιμον.
§46ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ.
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἀνακαλῶ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀνεκάλεσεν.
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲ ἤθελον προχωρήσει καὶ ἀποδείξει τὸ ἄτοπον τῶν λεγομένων του· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει ζήτημα σπουδαιότερον πρὸς συζήτησιν, τὸ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω εἰς τὰς προτάσεις μου· τὴν μίαν πρότασιν τὴν ἐματαίωσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἀνεκάλεσε τὴν φράσιν του· εἰς τὴν ἄλλην ἐπιμένω.
§51ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς τάξεως τῶν ἀκροατηρίων δὲν ἀνήκει εἰς οὐδεμίαν μερίδα· ἀμφότεραι αἱ μερίδες ἔχουσι κοινὸν τὸ συμφέρον αὐτό. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἅπασα ἡ Βουλή, νὰ παράσχῃ δὲ τὴν δέουσαν συνδρομήν της εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ τότε ὄντως δύναται τὸ Προεδρεῖον καὶ ὀφείλει νὰ τηρήσῃ τὴν ἐμπρέπουσαν τάξιν. Δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς οὐδένα ἄλλον ἐκτὸς τῶν διακοσίων τεσσαράκοντα πέντε Βουλευτῶν, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του εἴτε διὰ χειροκροτημάτων εἴτε διὰ ποδοκροτημάτων· πολλοὶ πιθανὸν ἐν τῇ δειλίᾳ των, φοβούμενοι μὴ τυχὸν ποδοκροτηθῶσι, νὰ ἀποσιωπῶσι τὴν γνώμην των, ὅπερ χείριστον. Ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι εἰς τὰ ἀκροατήρια καὶ ὁσοιδήποτε, ἔστω καὶ ὁλόκληρος ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, δὲν ἔχει δικαίωμα οὔτε μίαν λέξιν νὰ εἴπῃ, καθόσον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔγκειται εἰς τὰς Ἀθήνας. Ὅταν μὲ ἔστελλεν ἡ Ἐπαρχία μου, μοὶ εἶπε: πήγαινε εἰς Ἀθήνας, ὅπου θὰ εὕρῃς ἄλλους 243, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέξουν αἱ λοιπαὶ Ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, μετ’ αὐτῶν συζήτησον τὰ τῇ πατρίδι συμφέροντα, μετ’ αὐτῶν συνεργάζου καὶ ὑποστήριξον ὡς κυβερνήτην τὸν σοφώτερον, καὶ τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν θὰ ἔχῃς πεποίθησιν, συνεργάσθητι. Δὲν ἐννοοῦμεν λοιπὸν ἐδῶ νὰ ἀκούωμεν τὰς φωνὰς τῶν μὴ ἐχόντων τὸ δικαίωμα αὐτό· μὲ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφους ἐννοῶ νὰ συζητήσω, ἐννοῶ καὶ νὰ συγκρουσθῶ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὅθεν φρονῶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον πρώτιστον νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν τάξιν· κατ’ ἐμὴν δὲ ἰδέαν νομίζω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ πταίει καὶ τὸ Προεδρεῖον, ὡς ἐκ τῆς μὴ πρεπούσης προσοχῆς του.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλάλησαν αἱ Ἐπαρχίαι, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ λέγει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν μονομερεῖς ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ ἔν τισιν Ἐπαρχίαις, γνωρίζετε δὲ πάντες πόσον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ μάλιστα μετὰ τὸν καταθλιπτικώτατον νόμον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερουμένων. Δὲν συνεταράχθη ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ ἀποχωρήσει τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος χειροκροτεῖ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν διαπρεπεστάτων πολιτευτῶν, τοῦ Δεληγιώργη, τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Κουμουνδούρου ἀπεχώρησεν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ οἱ πολιτευταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ κρείττονες τοῦ τόπου τούτου· ἀλλ’ ὁ λαὸς μετὰ ἐννέα ὅλους μῆνας ἠδυνήθη νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες διὰ τῆς πολιτείας αὐτῶν ἐξηνάγκασαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸ ἔκτακτον καὶ ὕστατον μέτρον, τῆς ἀποχωρήσεως. Σήμερον παρῆλθε πλειότερος χρόνος, ἀλλ’ ἡ ὥρα τῆς εὐθύνης ὅπως δήποτε θὰ σημάνῃ. Καὶ διὰ τοῦτο ἂς μὴ καυχᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς διαστρέφων τὴν σημασίαν τῆς τελευταίας ἀποχωρήσεως, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἠδύναντο νὰ προκύψωσιν ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνώμαλον πολιτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν προὐκάλεσεν ἡ ἐπελθοῦσα συμφορά. Ἐὰν θέλῃ νὰ δοκιμάσῃ τὰς δυνάμεις της ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ πεισθῇ ποία εἶνε ἡ θέσις της εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ἂς ἀναμένῃ ἐπ’ ὀλίγον τὰς γενικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδῃ ἐὰν ὁ Τόπος ἀποδέχηται τὸ κρατοῦν ὀλέθριον σύστημα ἢ τὸ ἀποδοκιμάζει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὤφειλε νὰ ἀποχωρήσῃ πέρυσι, διότι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασεν ἀσυστόλως τοὺς ὅρους τῆς εὐπρεπείας, ἥτις ῥυθμίζει τὰς σχέσεις τῶν ἀνταγωνιζομένων μερίδων. Δὲν εἴχομεν πλέον κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ διακωμῴδησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος· δὲν συνεζητοῦμεν, ἀλλ’ ἐψηφίζομεν ἁπλῶς ὑπὸ τὰ νεύματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οὐδὲν λοιπὸν καθῆκον εἶχεν ἡ πτέρυξ αὐτὴ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της εὐόρκως, οὐδ’ ἠξιοῦντο συζητήσεως αἱ σωτήριοι γνῶμαι αὐτῆς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσάγων τὰ Νομοσχέδιά του δὲν κατεδέχετο οὐχὶ νὰ συζητήσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὰ δι’ εἰσαγωγικῆς ἐκθέσεως ἐγγράφου ἢ προφορικῆς· ἠξίου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τυφλὴν, ἀσυνείδητον, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὤφειλε νὰ καταλίπῃ τὴν τιμὴν τοιαύτης ψήφου εἰς μόνην τὴν κυβερνητικὴν πλειονοψηφίαν. Καὶ διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠθέλησε μετὰ τὴν ἀποχώρησιν αὐτῆς νὰ προβῇ εἰς ἔκνομα μέσα, ὅπως κλονίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, διὰ τοῦτο ὑβρίζεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν! Καὶ τολμᾶτε σεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νά ψέγητε πολιτικοὺς, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν ὁλόκληρον αὑτῶν τὸν βίον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, σεῖς οἵτινες οὔτε τὸ Κοινοβούλιον ἐσεβάσθητε, οὔτε τὴν θέσιν σας, οὔτε τὴν τιμήν σας; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν κατέστησε τὴν ἐκλογὴν Τριφυλίας πολιτικήν· τὴν κατεστήσατε σεῖς, προσπαθήσαντες δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ νικήσητε καὶ ἐλπίσαντες ψευδῶς, ὅτι ἐν τῇ μονομερεῖ ταύτῃ νίκῃ κεῖται ὁ θρίαμβος τῆς ἀτασθάλου πολιτείας σας. Αὐτὸς ὁ κ. Κοκκέβης δὲν ἠρνήθη τὰ ἔκνομα μέσα, δι’ ὧν ἐπεδιώξατε τὴν νίκην, ἀνομολογήσας, ὅτι ἀληθῶς δὲν προσῆλθον νὰ ψηφοφορήσωσιν οἱ 250 ἐκλογεῖς καὶ δὲν προσῆλθον ἕνεκα ψυχολογικῆς βίας διὰ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε ἐκόπτεσθε διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Βάλτου. Δὲν ἠρνήθη ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι ἔλειψαν σφαιρίδια, διὰ τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη. Ἐλλείπουσιν 27 σφαιρίδια, παρεμποδίσθησαν νὰ ψηφοφορήσωσι 250 ψηφοφόροι, καὶ ὅμως ἡ ἐκλογὴ, λέγουν, εἶναι νόμιμος! Καὶ αἱ 3,000 ἐνταλμάτων, τῶν ἐκδοθέντων κατὰ τῶν ἀντιπάλων, δὲν εἶναι βία καὶ βία ἐκ τῶν φοβερωτέρων; Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κοκκέβης, ὅτι ἐὰν ζητήσητε τὰ στελέχη τοῦ ταμείου Τριφυλίας, θὰ ἴδητε ἐκεῖ σημειωμένον ὅτι καὶ αὐτὸς ἐπλήρωσε τὸν φόρον του. Ἀλλὰ θὰ ἦτο, κύριοι, φοβερὸν, ἐὰν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ψῆφος ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐπαχθεστέρας φορολογίας, αὐτοὶ δὲν ἐπλήρωνον τοὺς φόρους των. Ἄλλως, ἠδύνατο νὰ μὴ πληρώσῃ; θὰ ἐπεβαρύνετο καὶ μὲ τοὺς τόκους. Ἀλλ’ εἶναι, λέγει ὁ κ. Κοκκέβης, πολλοὶ οἱ φίλοι τοῦ κ. Σωτηροπούλου, οἵτινες δὲν ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους των. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ μυστήριον τῆς κυβερνητικῆς νίκης ἐν τῇ ἐκλογῇ ταύτῃ· ἐξεδίδοντο τὰ ἐντάλματα, ὁ εἰσπράκτωρ καὶ οἱ χωροφύλακες παρουσιάζοντο εἰς τοὺς φίλους τοῦ κ. Σωτηροπούλου ζητοῦντες τὸν φόρον, ἠπείλουν κατ’ αὐτῶν προσωπικὴν κράτησιν, κατασχέσεις καὶ ὅ,τι ἄλλο οἱ δρακόντειοι νόμοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθιέρωσαν ἐναντίον τῶν φορολογουμένων, ἀλλ’ ἄφησαν καὶ μίαν θύραν ἀνοικτήν. Ἐγκαταλείψατε τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ψηφίσατε τὸν ὑπουργικὸν ὑποψήφιον, οὐδὲ φόρον θὰ πληρώσετε, οὐδὲ ἄλλην τινὰ ἐνόχλησιν θὰ λάβετε· καὶ οἱ φίλοι τοῦ κ. Σωτηροπούλου μετετίθεντο καθ’ ἑκατοντάδας εἰς τοὺς ἀντιπάλους· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσητε τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας τοῦ λαοῦ τῆς Ἐπαρχίας ταύτης μετὰ τὴν καταστροφὴν τῆς σταφίδος. Καὶ λέγετε ὅτι δὲν ἐπηρεάσατε τὴν ἐκλογὴν, ὅταν κατὰ τὴν παραμονὴν αὐτῆς κοινοποιῆτε τὸν διορισμὸν τοῦ Ἀστυνόμου, τὸν ὁποῖον ὠφείλετε νὰ κοινοποιήσητε πρὸ ἓξ μηνῶν, ἐνῷ διὰ τὸν Ἀστυνόμον Παμίσου, διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ ἔτους περίπου σᾶς ἐγένετο ἡ πρότασις, δὲν ἠδυνήθητε νὰ συλλέξητε τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ προβῆτε εἰς τὸν διορισμὸν αὐτοῦ! Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀφατρίαστος διοίκησίς σας καὶ ἡ εὐλάβειά σας πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν; Ἐὰν, κύριοι, θέλετε νὰ σεβασθῆτε τὰς μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις σας, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ πράξητε τὰ ἐναντία τῶν ὅσων ἄλλοτε ἐψηφίσατε, πρέπει νά ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν Τριφυλίας, νὰ ἀκυρώσητε τουλάχιστον αὐτὴν ὡς πρὸς τὸ τμῆμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τὸ κυβερνητικόν του σύστημα, ἐὰν ἀληθῶς πιστεύῃ ὅτι ἀπολαμβάνει τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμπαθειῶν τοῦ λαοῦ, ἂς δεχθῇ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸ τμῆμα τοῦτο, διὰ νὰ δώσῃ νέαν ἀληθῶς περὶ τούτου ἀπόδειξιν. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἐφρόνει μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ἐκλογῆς, καὶ πιστεύω ὅτι φρονεῖ ἀκόμη— διότι εἶναι τίμιος ἄνθρωπος—ὅτι ἡ διευθύνουσα τὴν χώραν Κυβέρνησις ἐφήρμοσε σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἀναντιῤῥήτως ὠθεῖ τὸν Τόπον εἰς τὸ βάραθρον. Διατί λοιπὸν κατεφύγετε εἰς αὐτὸν, ἀφοῦ, ὡς ἰσχυρίζεσθε, εἴχετε 15 ὑποψηφίους ἐκ τῆς μερίδος τῆς κυβερνητικῆς; διὰ νὰ ἀφαιρέσητε μίαν δύναμιν ἐξ ἡμῶν· καὶ δὲν σᾶς ἤρκεσε τοῦτο· μετεχειρίσθητε ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὸν Νόμον, τὰ ἠθικὰ λεγόμενα κατ’ εὐφημισμὸν μέσα, καὶ κατωρθώσατε οὕτω νὰ ἔχητε ἓν εἰκονικὸν ἀποτέλεσμα προερχόμενον ἐκ καλπονοθεύσεως, καὶ ἔπειτα λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή; Ἄλλη ἀπόδειξις ἀκόμη ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ εἶναι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐτόλμησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ καθέκαστα, μὴ δυνάμενος νά ἀναιρέσῃ, τοὺς ἰσχυρισμοὺς ἡμῶν. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα μόνον διὰ νὰ δηλώσῃ ὅτι θεωρεῖ ὑπουργικὸν τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν καλεῖται εὐσυνείδητος συζήτησις, σκοποῦσα τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς, εἰς ὑμᾶς δὲ ἀπόκειται νὰ κρίνητε ἐὰν πρέπει νὰ ἐμμείνητε εἰς τὰς μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις σας σεβόμενοι ἑαυτοὺς, ἢ ἂν πρέπει νὰ παραδώσητε ἀνεξέλεγκτον τὴν ψῆφόν σας εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§54ΚΩΝΣΤ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν θὰ ὁμιλήσω διὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς· ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἐπειδὴ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν τῇ ῥύμῃ τῆς ὁμιλίας του ἀνέφερεν, ὅτι ἄλλοτε ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ Βάλτου λόγῳ ψυχολογικῆς βίας· καὶ θέλω ἀποδείξει ὅτι ἂν ἄλλοτε ἡ ἐκλογὴ Βάλτου ἠκυρώθη, δὲν ἠκυρώθη λόγῳ βίας ψυχολογικῆς, ἀλλὰ διότι ἡ Κυβέρνησις συνήγαγεν ἐξ ὅλου τοῦ Κράτους 140 Βαλτινοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς ἀπέστειλεν ἐκεῖ. Καὶ οὕτω, ἐνῷ εἰς τὰς καταστάσεις ἐφαίνετο ὅτι ἦσαν σταθμοὶ εἰς Κουβαρᾶ, ἐψήφιζον εἰς τὸν Δῆμον Ἰδομένης, καὶ ἐφαίνοντο εἰς τὰ πρακτικὰ· καὶ ἐνῷ ἐφαίνετο ὅτι ἦσαν σταθμοὶ εἰς Κουβαρᾶ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐψήφιζον εἰς τὸν Δῆμον Θυάμου. Ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, κ. Κουμουνδοῦρε, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης εἶχε συναγάγει ἐκεῖ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους της, συγχρόνως δὲ, ἐπειδὴ τότε ἐνηργοῦντο δημόσια ἔργα δι’ ἡμερομισθίων, διώρισε πλαστῶς ὁ τότε ἐργοδηγὸς 50 ὁδοστάτας καὶ 50 ἐπιστάτας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους λοιπὸν ἠκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βάλτου, καὶ οὐδεμία παραβολὴ πρέπει νὰ γίνεται τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης πρὸς τὴν σημερινήν.
§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου· διότι ἤθελον ζητήσει τὰ πρακτικὰ καὶ ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ὁ κ. Στράτος δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Τριφυλίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Τριφυλίας καὶ νόμιμον Βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Κ. Πονηρόπουλον.
§57ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἰθάκης).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἰθάκης; Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Ἰθάκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Ἰθάκης καὶ νόμιμον Βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Π. Μαυροκέφαλον.
§59ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις θέλων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας; Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Κυνουρίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν Κυνουρίας καὶ νόμιμον Βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Κ. Κατσικόπουλον. (Ἐνταῦθα προσελθὼν ὁ κ. Πονηρόπουλος δίδει τὸν ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἤρξατο ἀπὸ χθὲς ἡ συζήτησις, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§62Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὴν ἔρευναν προκαλεῖ ἡ ἐπερώτησις ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶ, εἶνε τοσοῦτον σπουδαῖον καὶ τοσοῦτον σοβαρόν, ὥστε τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ ἐγείρῃ εὐρεῖαν, σπουδαίαν, εἰς μέγιστα ἐθνικὰ συμφέροντα ἀφορῶσαν συζήτησιν. Καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον, ὅστις θὰ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπεκτείνῃ, ὡς μᾶς ἠπείλησε χθές, τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ, ὅπως ἀναιρέσῃ δῆθεν τὰς ἀνακριβείας, δι’ ὧν ὅμως ὑπεραπεδείχθη ὑπὸ τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἡ προφανὴς καὶ καταπληκτικὴ ἀποτυχία τῶν οἰκονομικῶν του μέτρων. Ἴσως εὑρίσκει ἐν τούτῳ ὠφέλειαν, ἴσως ἐπιζητεῖ—καὶ ποῦ δὲν καταφεύγει ὁ κ. Τρικούπης;—διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ἀντικειμένων νὰ παρεκτρέψῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἀπὸ τῶν οὐσιωδεστέρων. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, κύριοι, ὡς πιστεύω δὲ φρονεῖτε πάντες οὕτως, ὅτι ἂν εἰλικρινῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῇ νὰ συζητήσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο θέμα, πρέπει ἀποκλειστικῶς εἰς τοῦτο νὰ περιορισθῇ. Ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐγείρῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ καταχρᾶται τοῦ δικαιώματος τούτου· τὸν παρακαλῶ νὰ συλλογισθῇ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὦσιν ἐνίοτε, ἰδίᾳ δὲ ὅτε πρόκειται περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Χώρας, ἐλεύθεροι πολιτικῶν ὑπολογισμῶν καὶ κομματικῶν ὑποχρεώσεων. Πρόκειται περὶ χρημάτων, καὶ περὶ χρημάτων πολλῶν ἑκατομμυρίων, πρόκειται ἑπομένως περὶ μεγίστων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ περὶ μεγίστων συμφερόντων τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου. Ἄνευ τῆς ἐλαχίστης προκαταλήψεως, εἴτε κατὰ προσώπων, εἴτε ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφασίσθη τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἀποτελοῦσι πρῶτον μὲν παράβασιν τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου, δεύτερον δὲ παραβίασιν τοῦ γράμματος αὐτοῦ, ῥητῶν αὐτοῦ διατάξεων. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοὺς ἐντεῦθεν ἐξενεχθέντας διὰ τῆς σαφηνείας μεθ’ ἧς πάντοτε ὁμιλεῖ ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως σᾶς ἀποδείξω τί ἐφρόνει αὐτὸς περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐπρόκειτο καὶ ὤφειλε νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον καὶ οἵαν περὶ τούτου σᾶς ἔδιδε διαβεβαίωσιν. Εἶνε ἔναυλοι οὗτοι εἰς τὰς ἀκοὰς πάντων. Σᾶς εἶπεν ἐπανειλημμένως ὅτι τὸ δάνειον θὰ ἐκδοθῇ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σᾶς εἶπε, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅτι μόνον ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ὄχι τὰ ἰσοζύγια, φαντασιώδη μάλιστα καὶ ψευδῆ ὡς ἀπεδείχθησαν δυστυχῶς, ἀποτελεῖ τὸ γνώρισμα τῆς οἰκονομικῆς εὐεξίας τοῦ Τόπου. Σᾶς εἶπε συγχρόνως—καὶ τί δὲν σᾶς εἶπε;—σᾶς εἶπεν—ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τί θέλει αἰσθανθῆ, ὅταν καὶ τοῦτο ἀκούσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—σᾶς εἶπεν ὅτι ἐθεώρει προσέτι ἀναγκαῖον νὰ παρέλθῃ χρόνος ἱκανὸς πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, ὅπως ἀποδειχθῇ, τί νομίζετε; ὅπως καταφανῶς μάλιστα ἀποδειχθῇ ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τῶν οἰκονομικῶν αὑτοῦ μέτρων! Αὐτὰ ἔλεγεν ἡμῖν ὁ κ. Τρικούπης τὴν 21, νομίζω, Δεκεμβρίου, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ δάνειον. Δὲν ἀνατρέχω δὲ, εἶπον, εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι εὑρίσκω τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ νόμου καὶ εἰς ῥητὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξήγησιν τῆς οἰκονομίας ταύτης· ὁ νόμος δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸ δάνειον, ἀφορᾷ καὶ εἰς προκαταβολήν. Γνωρίζετε δὲ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῶν προκαταβολῶν, ἰδέας, ἃς συμμερίζομαι πληρέστατα. Ὅταν Κράτος τι ἀναγκάζηται νὰ συνομολογήσῃ δάνειον προκαταβολῆς, τὸ Κράτος τοῦτο μαρτυρεῖ ὅτι δὲν εἶνε εἰς καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Προκαταβολὴ ἐπὶ συνομολογουμένου δανείου, ἔχει προδήλως τι τὸ ἐξευτελιστικόν. Ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη τῆς προκαταβολῆς, διὰ νὰ μὴ ἐκθέσωμεν τὸν Τόπον εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἀποτυγχάνον τὸ δάνειον, ἐὰν τοῦτο ἐξεδίδετο, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, οὕτω καὶ ἐγὼ, οὕτω πάντες, νομίζω, ἐφρονοῦμεν τότε, νὰ μὴ γίνῃ τὸ δάνειον, ἐὰν ἀπεφασίζετο, —ἡμεῖς τὸ ἐπολεμήσαμεν— εἰμὴ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐξησφάλιζε διὰ τῆς προκαταβολῆς, μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ποσὸν ὅπερ ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· εἶχε τὰ 37 περίπου ἑκατομμύρια τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐλάμβανον ὑποχρεωτικῶς (ferme) οἱ δανεισταὶ, εἶχε καὶ τὴν προκαταβολήν. Αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος λόγος, ὁ μόνος, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλῃ νὰ ἀναδεχθῇ σήμερον τὸν τίτλον τοῦ ἀπρονοήτως ἐνεργοῦντος. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τοῦτο, ἡ φιλοτιμία του δὲν τὸ ἐπιτρέπει νὰ εἴπῃ, ὅτι κύριος λόγος τῆς προκαταβολῆς ἦσαν αἱ ἀμφιβολίαι αὐτοῦ περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δανείου· διότι, ἐὰν τῳόντι ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος οὗτος, πῶς ἠθέλατε ὀνομάσει τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐνώπιον αὐτοῦ ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον; Βεβαίως αἱ Κυβερνήσεις ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσι πάντα τ’ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως ἀντιμετωπίσωσι περιστάσεις ἀπροόπτους· ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον ταύτην ἡ προκαταβολὴ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ κατὰ δευτερεύοντα λόγον ὡς πρόνοια κατὰ ἀπροσδοκήτων προσκομμάτων· ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος αὐτῆς, ὁ σπουδαῖος καὶ οὐσιώδης, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἤθελε συντελέσει εἰς τὸ νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐπιτρέψας δὲ ἤδη νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον ἡ ὁμὰς, μεθ’ ἧς συνηλλάχθημεν, πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἠθέτησε μόνον τοὺς λόγους αὑτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—καὶ δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα ν’ ἀθετῶνται τοσοῦτον καταφανῶς οἱ λόγοι αὐτοῦ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους οἱ ἐκφερόμενοι ἐντεῦθεν—δὲν ἠθέτησε μόνον τοὺς λόγους ἐκείνους, ἀλλ’ ἠθέτησε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, παρεβίασεν αὐτὸν τὸν νόμον. Διατί τὸ ἔπραξε; Σᾶς τὸ εἶπε διὰ τοῦ εἰσιτηρίου αὐτοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἔφαγε τὰ χρήματα, ἅπερ ἦσαν πρὸς τοῦτο προωρισμένα. Βεβαίως δὲν τὰ ἔφαγεν αὐτὸς, τὰ ἐδαπάνησεν εἰς ἀνάγκας, ὡς αὐτὸς εἶπεν, καὶ συνομολογῶ, ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ πράξῃ; Δὲν κατεχράσθη βεβαίως τὰ χρήματα ἐν οὐσίᾳ, κατεχράσθη ὅμως τὴν διάθεσιν αὐτῶν· δὲν διέθεσε ταῦτα ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος ἔταξεν· ἀφοῦ ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι τὰ ἐκ τοῦ δανείου καὶ τῆς προκαταβολῆς χρήματα πρέπει νὰ διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ διαθέσῃ ἀλλαχοῦ. Ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ δάνειον διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας, ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ὅπως τῷ χορηγήσῃ αὕτη τὴν ἄδειαν, εἴτε νὰ τροποποιήσῃ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου, εἴτε νὰ συνάψῃ νέα δάνεια, ἀλλὰ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην ἐκείνην, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα. Βλέπει ἐκ τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἄνευ ἀναμίξεως τῶν λοιπῶν ζητημάτων, ἅπερ θὰ ἔλθωσιν ἐν καιρῷ καὶ εὐρέως θὰ ἐξετασθῶσι, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ πολιτικὸν, ὅπως ἐκφρασθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως τοῦ θησαυροῦ τοῦ Τόπου· τὸ ἔκαμε λοιπὸν, διότι δὲν εἶχε τὰ χρήματα ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ α. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν εἰσιτήριον ἐκεῖνον λόγον, ὅτι ἔχει ὑποσχέσεις παροχῆς τοιούτων χρημάτων· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι αἱ ὑποσχέσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν τόσον ἰσχυραὶ καὶ τόσον πειστικαὶ, ὥστε νὰ τὸν πείσωσιν, ὅτι ἄνευ τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ νόμου ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἄρσιν. Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ κύριος λόγος τῆς ἐσπευσμένης ἐκδόσεως τοῦ δανείου, στενότατα μάλιστα συνδεόμενος μὲ τὴν καταφανῆ καὶ μεγάλην ἐπιτυχίαν τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ μέτρων, ἐπιτυχίαν, ἧς ἕνεκα τὸ δάνειον ἐκδίδεται εἰς τιμὴν μηδαμινὴν σχετικῶς μὲ τὰ καθεστῶτα, ναὶ μὲ τὰ καθεστῶτα, ἅπερ, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὡς βάσις τῆς τιμῆς τῶν ἐκδιδομένων δανείων. Γινώσκετε ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο παρεχωρήθη ἀντὶ δραχμῶν 342 καὶ 50, ἐκδίδεται δὲ μόνον εἰς 346 καὶ 50. Ὅταν ἡμεῖς ἀντετασσόμεθα κατὰ τῆς τιμῆς τῶν 342 καὶ 50 ἐν τῇ συζητήσει τοῦ οἰκείου νόμου, τί μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; ἔχω, ἔλεγεν ἐντεῦθεν, ἔχω σήμερον τηλεγράφημα ἐκ Παρισίων, καθ’ ὃ ἡ τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὅπερ, προσέθετεν, εἶναι συνέχεια, ὅμοιον, ἐξακολούθησις τοῦ δανείου τούτου, εἶναι δραχμαὶ 345· ὑπάρχει εἷς μὴν δεδουλευμένος τοκομεριδίου, κατὰ δὲ τὸν τελικὸν λογαριασμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ δάνειον τοῦτο ἐξεδίδετο 50 λεπτὰ πλειότερον ἀφ’ ὅ,τι πράγματι ἐτιμᾶτο τὸ πρῶτον ὅμοιον δάνειον· τὰ ἐνθυμεῖσθε βεβαίως ταῦτα. Τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν φέρων ἐγὼ σήμερον, ἐρωτῶ, τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ποίαν ἔχει τιμήν; τιμὴν ἔχει ἐν Ἑλλάδι μὲν 370, ἐν Παρισίοις δὲ 361. Ἀφαιρῶ καὶ ἐγὼ τὸ τοκομερίδιον — ἦτο Νοέμβριος, ὅταν ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι Νοέμβριος καὶ σήμερον, 21 Νοεμβρίου τότε, 20 Νοεμβρίου σήμερον. — Ἀφήρει τρεῖς καὶ ἡμίσειαν δραχμὰς, ἀφαιρῶ 8, γίνονται 53· διατί ἐκδίδεται εἰς 46; Εἶπον ὅτι δὲν ἔχω προκατάληψιν, οὔτε κατὰ προσώπων, οὔτε κατὰ πραγμάτων. Ἡ ὁμὰς, μεθ’ ἧς συνηλλάχθημεν, εἶναι ἐμπορικὴ ὁμὰς, γινώσκομεν δὲ ὅτι τὸ χρῆμα, ὅπερ εἶναι ἡ ὑπόστασις τῶν ἐμπορικῶν ὁμάδων, τοῦ ἐμπορίου ἐν γένει, δὲν ἔχει αἰσθήματα, ἑπομένως δὲν κατακρίνω τινὰ, ἂν ἐπιδιώκῃ τὰ ἴδια αὐτοῦ συμφέροντα· ἀλλ’ οὔτε παραδέχομαι τὴν πολλάκις ἐξενεχθεῖσαν ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ γνώμην, ὅτι ἡμεῖς μετ’ ἐκείνων εἴμεθα σύντροφοι· οὐχὶ, πρέπει νὰ ἤμεθα πολέμιοι, πολέμιοι ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν νομίμων ἀμοιβαίως συμφερόντων, πολέμιοι ἐντίμως, πολέμιοι εὐσυνειδήτως. Ἡ συμφωνία ἡμῶν συναντᾶται εἰς ἓν μόνον σημεῖον, καὶ εἰς μίαν μόνον στιγμήν, τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως· εἴδετε ποία λύσις ἐδόθη εἰς τὴν συμφωνίαν ταύτην· δύω δραχμῶν κέρδος κατὰ μετοχήν· σᾶς ἔκαμεν ὁ κ. Δηλιγιάννης τὸν ὑπολογισμὸν, εἶναι τὸ ὅλον 220,000 δραχμαί. Ἡ ὁμὰς λοιπὸν ἐκείνη, ἥτις ἐμπορεύεται τὸ χρῆμα, ἐπιδιώκει τὸ ἴδιον αὑτῆς συμφέρον, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἑαυτῆς ἢ μᾶλλον τὸ τοῦ Τόπου ἐν τῇ μετὰ τῆς ὁμάδος ἐκείνης συναλλαγῇ· τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ὁμάδα, εἶναι γνώριμοι, φίλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ἤκουσαν τί ἐπηγγέλθη ἐντεῦθεν καὶ γνωρίζουσιν, ὡς πᾶς τίμιος ἄνθρωπος γινώσκει, ὅτι ὁ λόγος ἑκάστου πρέπει νὰ ᾖναι συμβόλαιον, ὁ δὲ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ ᾖναι νόμος, ἐκφερόμενος μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τοὺς κυρίους ἐκείνους: τί σπεύδετε; δὲν γνωρίζετε ὑπὸ τίνα ὅρον ἔγινε τὸ δάνειον; ἠξεύρετε τὰς δυσχερείας τῆς χολέρας, αἵτινες ἐκώλυσαν τὴν μεταφορὰν τῶν χρημάτων· ἠξεύρετε τὰς ἄλλας μου οἰκονομικὰς δυσχερείας, αἵτινες κατέστησαν ἀδύνατον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διατί σπεύδετε; διατί μὲ ἐκθέτετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τῶν φίλων μου, οἵτινες, πεποιθότες εἰς τὰς διαβεβαιώσεις μου, ὅτι ἡ ἄρσις θὰ προηγηθῇ τῆς ἐκδόσεως, ἐψήφιζον τὸ δάνειον τὴν δευτέραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον ὥραν; Καὶ ἂν οὕτως ἀπηυθύνετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τοὺς ἐντίμους βεβαίως ἐκείνους ἀνθρώπους, νομίζετε ὅτι δὲν ἤθελον δώσει οὗτοι προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἴσως ὅμως, οὐχὶ ἴσως, βεβαίως πρέπει νὰ εἴπω, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέσπευσε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, τὴν ἐπέσπευσε διὰ νὰ λάβῃ χρήματα, ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ μᾶλλον καταδικαστέον, διότι τὸ ἄλλο εἶναι ἀνάξιον κυβερνητῶν χώρας· ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τοιαύτης ἀπρονοησίας εἶναι πολιτικὸν στίγμα. Ἀλλ’ ἔχουσιν ἆρά γε ἀντίθετον συμφέρον οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον; Οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον ἔχουσιν ἐπιθυμίαν, καὶ πολὺ εὔλογον καὶ νόμιμον, νὰ κερδήσωσιν ἐκ τῆς ἐκδόσεως πλειότερον· πῶς θὰ κερδήσωσι πλειότερον; ὁρίζοντες ὁσονένεστιν ἐλάσσονα τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως, καὶ τοῦτο ἔπραξαν, ὡς βλέπετε ἀπὸ τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῶν δύω δανείων, συνισταμένην εἰς 7 ἢ 8 δραχμὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ὀλίγαι εἰς 110 χιλιάδας μετοχάς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διαφορά, ὑπάρχουν τὰ ἀποτελέσματα, περὶ ὧν μᾶς εἶπε τόσα καὶ τόσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγγελθείσης ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἅπερ ἐκανόνισαν, ὁμολογῶ, ἀρκετὰ καλῶς τὰ τοῦ συναλλάγματος· ὑπάρχει μία βελτίωσις, ἀλλ’ ἐγὼ περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν σύγκρισιν. Ἐκδίδομεν λοιπὸν τὸ δάνειον εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σήμερον νομίζω εἶναι 3½ 4 τοῖς ἑκατὸν, ἤρχισε μάλιστα ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἀπὸ τοῦ Μαΐου. Αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἐμφαῖνον τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὸ χρῆμα, δὲν εἶναι βέβαια ἡ ἀξία τῆς τραπεζιτικῆς πράξεως τῆς μεταβιβάσεως τοῦ χρήματος, διότι αὕτη ὑπολογίζεται εἰς 50 λεπτὰ ἢ 1 δραχμὴν τὸ πολὺ τοῖς ἑκατὸν· ἄρα θὰ ὑπάρξῃ μείζων διαφορὰ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐξ ἧς ἐλπίζεται, ὅτι θὰ λάβῃ τὸ δάνειον ὑπερτίμησιν. Ἀλλὰ τῆς ὑπερτιμήσεως αὐτῆς δὲν θὰ μετάσχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἔσεται αὕτη ἐντελῶς ὑπὲρ τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειον· ἔγινεν αὐτὴ ἡ παρατήρησις τῷ κ. Πρωθυπουργῷ ἀλλ’ οὗτος διὰ τῆς εὐκολίας, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ συγχύσῃ τὰ ζητήματα, τί ἀπήντησεν; «Αὐτοὶ εἶναι οὐχὶ οἱ ἀγοράζοντες οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον· ἂν εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὑπερτιμηθῇ, θὰ τὸ ἐκράτουν αὐτὸ, ὅπερ σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι λέγετε, εἶναι παραλογισμός». Δυστυχῶς ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ ἀντίθετον εἶναι παραλογισμός· οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου εἶναι δανεισταὶ, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι καὶ ἔμποροι· οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου δύνανται νὰ λάβωσιν ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ ὅλας ἂν θέλωσι τὰς μετοχὰς, καὶ ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ θὰ πράξωσι, καὶ τότε θὰ τὰς κυκλοφορήσωσιν, ὅταν αἱ μετοχαὶ λάβωσι τὴν προσδοκωμένην ὑπερτίμησιν, ἡ δὲ προσδοκωμένη ὑπερτίμησις, ἂν ἡ ἄρσις πραγματοποιηθῇ, εἶναι βεβαία, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἰδοὺ διατί ἐξηγέρθη ἡ προσοχὴ ἡμῶν, ὅταν εἴδομεν δημοσιευθὲν οὕτω ἐσπευσμένως καὶ ἀκαίρως καὶ ἐν στιγμῇ, ἣν κατεδίκασεν ἐκ τῶν προτέρων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς τὴν ἀκαιροτάτην τῶν στιγμῶν, δηλαδὴ τὴν στιγμὴν τῆς διαρκείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκδόσεως. Διὰ τοῦτο ἐξενίσθημεν καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν αἱ παρατηρήσεις, αἵτινες τῷ ἐγένοντο, καὶ δι’ αὐτὸν ἐπίσης τὸν λόγον τὰς ἐπαναλαμβάνω ἐντεῦθεν, ἐπεξηγῶν αὐτάς. Τὰ ζητήματα τῶν δανείων εἶναι ἁπλὰ, ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὰς ἰδικάς μας συναλλαγὰς, συμβαίνει καὶ εἰς τὰ δάνεια, ὅσον μεγάλα καὶ ἂν εἶναι, καὶ πρέπει πάντες νὰ τὸ ἐννοήσωσιν. Εἶναι τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον· ἐπιζητοῦσι νὰ ὑψώσωσι τὰς μετοχὰς, ἐκδίδοντες τὸ δάνειον ἐν ταῖς παραμοναῖς ἐλπιζομένης βελτιώσεως οἰκονομικῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὡς συναλλαττόμενος ὤφειλε νὰ ἀναστείλῃ, ἐκεῖνοι δὲ ὤφειλον νὰ ὑποταχθῶσι. Ναὶ μὲν κατὰ τὸν νόμον εἰς αὐτοὺς ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτιμήσεως, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι μόνοι, συναλλάσσονται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἥτις συνηλλάχθη μετ’ αὐτῶν, ἔδωκε τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις, τὰς ἔδωσεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Κοινοβουλίου. Τοῦτο δὲν ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διατί δὲν τὸ ἔπραξεν. Ὅτι δὲ οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον εἶναι εὔκολον νὰ κρατήσωσιν ἐπὶ τὸν χρόνον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐλπίζουσι νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν μετοχῶν, ἀρκεῖ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς δημοσιευθείσης διακηρύξεως, ὅπως τὸ ἀποδείξῃ· 25 φράγκα θὰ πληρώσῃ τις δι’ ἑκάστην ζητηθησομένην μετοχήν· καταβάλλοντες ποσὸν 2,750,000, ἐκ τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον κερδίζουσι 15 ἡμέρας. Καταβάλλοντες δὲ ἑτέρας 75 δι’ ἑκάστην μετοχὴν, φθάνουσι μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου, ὅτε θὰ γίνῃ κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντα ἡ ἄρσις. Τὸ ὅλον εἶναι ἕνδεκα ἑκατομμύρια· ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε, ἂν ὁμάδες τοιαῦται δὲν εἶναι εὔκολον νὰ οἰκονομήσωσι τὰ ἕνδεκα ταῦτα ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἡ εὐκολία αὕτη δὲν τολμῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἐδόθη χάριν τῆς ὠφελείας τῆς ὁμάδος, ἐδόθη κατηναγκασμένως ἕνεκα τῆς ἀπρονοησίας περὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τῆς παραβιάσεως ταύτης τοῦ πνεύματος τοῦ νόμου ἔχομεν καὶ ῥητὴν παράβασιν τοῦ γράμματος αὐτοῦ. Δὲν εἴδομεν τὸ πρόγραμμα, ὅπερ κατὰ τὸν νόμον ὤφειλον νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἱ ὁμάδες, αἱ Τράπεζαι, τὰ Καταστήματα, μεθ’ ὧν αὕτη συνηλλάξατο· εἴδομεν μόνον προκήρυξιν ἀνυπόγραφον· ἀλλ’ ὁ νόμος ῥητῶς διατάσσει ὅτι πρόγραμμα ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλπίζω ὅτι τὸ πρόγραμμα ὑπεβλήθη καὶ ὅτι φέρει τὰς ὑπογραφὰς πάντων τῶν Καταστημάτων ἐκείνων. Ἀλλ’ εὗρεν ὁ κ. Τρικούπης μεταξὺ τῶν ὑπογραφῶν ἐκείνων καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; δὲν τὴν εὗρε, μᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος· πῶς δὲ συνέβη ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα—ἧς ἡ μετοχὴ δι’ ἠθικοὺς λόγους ἐζητήθη, διότι δὲν ἔχει οὐδὲν συμφέρον—πῶς συνέβη ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ μὴ ἦναι μεταξὺ τῶν διδόντων τὸ δάνειον; Ἄν ἡ Τράπεζα, ἥτις, καθ’ ὅσον ἐνεργεῖ ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, λαμβάνῃ τὸ δάνειον ἀντὶ 357 καὶ 50, ἂν ἡ Τράπεζα ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ εἰς τοιαύτην προκήρυξιν, βεβαίως οὔτε περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ἐξεδίδετο τὸ δάνειον, οὔτε περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς τιμῆς, ἥτις ὡρίζετο εἰς αὐτὸ, θὰ ἦτο σύμφωνος. Ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶναι ἀληθῶς ἐθνικὸν κατάστημα, ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εἶναι συνδεδεμένη μὲ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν ὕπαρξιν καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς κοινωνίας· ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ὑπὲρ ἀμφοτέρων, ἤθελε τὸ πράξει καὶ μὲ θυσίαν αὐτῆς. Διατί δὲν εἶναι ἡ ὑπογραφὴ τῆς Τραπέζης; Ἀλλ’ εἴχετε τὸ δικαίωμα, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ στερηθῆτε τῆς ὑπογραφῆς ταύτης καὶ νὰ γυμνώσητε τὸ δάνειον τοῦ καλλιτέρου κοσμήματος αὐτοῦ; δὲν τὸ εἴχετε· ὁ νόμος ῥητῶς λέγει ὅτι μόνον, ἂν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου δὲν καλυφθῶσιν αἱ μετοχαὶ καὶ λάβῃ μέρος εἰς τὸ δάνειον ἡ Τράπεζα κατὰ τὴν εἰδικὴν σύμβασιν, μόνον ἔκτοτε ἄρχεται τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποδώσῃ τὰ ποσά, νὰ κρατήσῃ τουτέστιν αὐτὴ τὸ δάνειον, καὶ νὰ ἴδῃ ἀναβιοῦσαν τὴν προηγουμένην συμφωνίαν τοῦ 1880 περὶ δανείου 10 ἑκατομμυρίων παλαιῶν δραχμῶν. Ἀλλὰ βλέπομεν τὴν Τράπεζαν φεύγουσαν ἢ διωκομένην πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον· ἐν τίνι δικαιώματι τὸ ἐκάματε, κ. Πρωθυπουργέ; Καὶ ἐπειδὴ εἶπον περὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὸ τὸ γράμμα διὰ νὰ κρίνητε, ἢ μᾶλλον διὰ ν’ ἀπορήσητε ἐπὶ τῇ διαπραχθείσῃ παραβιάσεσι αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας πρὸ πάντων, εἶπον ὅτι τὸ ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, δὲν εἶναι πολιτικόν. Ἀκούσατε λοιπὸν ἄνευ προκαταλήψεως (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 7. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε καλυφθῆ διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ ποσοῦ, καθ’ ὃ μετέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοῦ δανείου, καὶ ἑπομένως αὕτη ἀναλάβει ὁριστικῶς μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν εἰς αὐτὴν ἀναλογουσῶν 25,200 ὁμολογιῶν πρὸς φρ. 357 15)00 ἑκάστην, ἐπιφυλάσσεται τῇ Κυβερνήσει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξωνήσῃ τὰς ἐν λόγῳ ὁμολογίας, καταβάλλουσα εἰς τὴν Τράπεζαν ἐνταῦθα πᾶσαν ταύτης ἀπέναντι τῶν ἐν λόγῳ ὁμολογιῶν καταβολὴν μετὰ τόσου πρὸς 7% κατ’ ἔτος κλπ.» Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσούτῳ καθαρὸν, ὥστε ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀκούσῃ τις διὰ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι προφανὴς παραβίασις τοῦ γράμματος τοῦ νόμου διεπράχθη διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Τραπέζης πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῇ τις αὐτοβούλως καὶ μάλιστα ἐπιπολαίως. Ἡ μετοχὴ τῆς Τραπέζης ἦτο μεγάλη ἐγγύησις· δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποξενωθῇ αὐτήν· ἀποξενωθεῖσα τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, ἀφῄρεσεν ἕνα ἐκ τῶν λίθων τοῦ οἰκοδομήματος καὶ τὸ ἀφῆκε σαλευόμενον· καὶ τῆς διασαλεύσεως αὐτῆς τὸ πρῶτον γνώρισμα εἶναι ἡ τιμή, εἰς ἣν ἐκδίδοται τὸ δάνειον, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καὶ δεύτερον ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ διατί ἔπραξε τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός; Τὸ ἔπραξεν ἆρά γε διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Τράπεζαν βάρους τινός; ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι βάρος οὐδὲν εἶχεν ἡ Τράπεζα· ἔδωκε μόνον τὴν προσωπικότητα αὑτῆς. Μὴ ἄρα τὸ ἔπραξε πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ὠφελήσῃ τὴν ὁμάδα; δὲν τὸ πιστεύω. Τὸ ἔπραξε πάλιν ἐξ ἀνάγκης· εἶναι καὶ τοῦτο ἀποτέλεσμα τῆς οἰκονομικῆς αὐτοῦ ἀπρονοησίας. Δὲν εἶχε τὸ χρῆμα, ἐζήτει νὰ τὸ εὕρῃ ὅπου ἠδύνατο· ἐδῶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο, ἔθεσεν ὅμως εἰς τοῦτο τὴν χεῖρα, ὡς αὐτὸς οὗτος μᾶς εἶπε, καὶ ὑπεχρέωσε—εἶναι δὲ μία ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀποζημιώσῃ ἐπιτρέπων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου—ὑπεχρέωσε, λέγω, τὴν ὁμάδα νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα. Τί δὲ μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι προτίθεται νὰ κάμῃ περιπλέον; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν μᾶς ἀνήγγειλεν ὅτι ἐκ τῶν χρημάτων, τῶν προωρισμένων ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶχε τὰ 19, δηλ. περισσότερα τοῦ ¼! Εἶπεν ὅτι ἠθέλησε νὰ μετατρέψῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τῆς Τραπέζης τοῦ νὰ μετάσχῃ εἰς τὸ δάνειον εἰς ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ δώσῃ πρόσθετον δάνειον ἐννέα ἑκατομμυρίων. Καὶ νομίζετε, σπουδαίως ἐξετάζοντες τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ Σύνταγμα ἔθηκε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, νομίζετε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἢ δικαιοῦται νὰ συνάψῃ αὐτὸ τὸ δάνειον ἄνευ τῆς ῥητῆς ὑμῶν ἀδείας; βεβαίως ὄχι. Ὁ νόμος τοῦ 1883 διέταξε ῥητῶς ὅτι ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν τὰ δέκα ἐκεῖνα ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν ἐπρόκειτο νὰ δανείσῃ ἡ Τράπεζα, δὲν ὑφίσταται πλέον, ἀφοῦ συνεχώνευσε καὶ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τί ὅμως συνεπῶς προνοῶν ὁ νομοθέτης διέταξε περιπλέον; ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐπιτρέψῃ ἐπ’ ὠφελείᾳ ν’ ἀποδώσῃ τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς τῆς Τραπέζης, νὰ μὴ ἀναβιοῖ ἡ ὑποχρέωσις αὐτῆς, ὅπως ὑπάρχῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀνοικτὴ θύρα οἰκονομικῆς ἀρωγῆς ἐν περιπτώσει ἀνάγκης. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, διότι Κυβέρνησις συνταγματικὴ δὲν εἶναι εἰμὴ τὸ σύνολον τῶν Νομοθετικῶν Ἐξουσιῶν· ἑπομένως ἡ ἀναβιοῦσα ὑποχρέωσις τῆς Τραπέζης εἶναι ὑποχρέωσις πρὸς τὸ Ἔθνος, πρὸς τὸν Δημόσιον Θησαυρὸν, τὸν δὲ Δημόσιον Θησαυρὸν σεῖς τὸν ἀντιπροσωπεύετε. Καὶ ἂν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις ὁμοία οὐχὶ 9 ἀλλ’ 170, ἀλλὰ 500 ἑκατομμυρίων καὶ ἐγένετο ὅ,τι ἔγινεν ἐπὶ τοιούτου ποσοῦ, ἠθέλετε εἴπει, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἠδύνατο νὰ λάβῃ αὐθαιρέτως, ἄνευ τῆς γνώσεως αὐτῆς τηλικαῦτα ποσά; Ἀλλὰ τὸ ποσόν δὲν μετεβάλλει τὸ ζήτημα. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, περιοριζόμενος ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν τοῦτο θέμα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν παρατηρήσεων παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὸν συγχρόνως—ἐπειδὴ προφανὴς ζημία τῷ ὄντι ἐπέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς ἐσπευσμένης καὶ ἀκαίρου ἐκδόσεως τοῦ δανείου— νὰ ἀνακόψῃ τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχει πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις, καίτοι τεταραγμένη διὰ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, ἀλλὰ πεισθεῖσα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις προσώπου, πρὸς ὃ διὰ μακρῶν ἔδειξε μέχρι τοῦδε ὅτι ἔχει ἀνεπιφύλακτον ἐμπιστοσύνην, πεισθεῖσα εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἐκείνου, ἐψήφισε τὸ μέγα τοῦτο καὶ βαρὺ, ὑπὸ δὲ τὴν ἔποψιν ὑφ’ ἣν κρίνουσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν Κρατῶν, οὐχὶ περιποιητικὸν διὰ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος δάνειον.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐζήτησεν ἐξηγήσεις· ἑπομένως δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω, ἔρχομαι νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν. Ἠρώτησεν ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν πειθομένη περὶ τοῦ ἀσυμφόρου τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, δὲν θέλῃ λάβει τὸ μέτρον τῆς ἀνακόψεως τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπείσθη περὶ τοῦ ἀσυμφόρου, ἑπομένως καὶ ἂν ἠδύνατο νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἔκδοσιν, δὲν θὰ τὴν ἀνέκοπτε, διότι ὡς καὶ χθὲς παρετήρησα εἰς τὴν Βουλήν, φρονεῖ ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου τούτου καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι μέγα συμφέρον ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ αὐτοῦ, ἔχουσι καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ σταθμίσωσι τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ταῦτα ἐξέθεσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι αὕτη ἡ ἐποχὴ εἶναι ἡ καταλληλοτέρα διὰ διαφόρους λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν, ἡ δὲ Κυβέρνησις οὐδένα λόγον εἶχεν ἵνα ὑποθέσῃ ὅτι πλανῶνται τὰ πρόσωπα ταῦτα περὶ τοῦ ἰδίου αὐτῶν συμφέροντος. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν εἶχεν ἄλλην γνώμην, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ, διότι τὰ τοῦ δανείου κανονίζονται ὑπὸ τῆς συμβάσεως τῆς κυρωθείσης ὑπὸ Νόμου, ἡ δὲ σύμβασις οὐδὲν τοιοῦτον δικαίωμα τῇ παρέχει. Ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας περὶ οἰκονομίας τοῦ Νόμου καὶ τῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἐν αὐτοῖς οὐδὲν τοιοῦτον ὑφίσταται.
§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προκαταβολὴ ἐγένετο ἰδίως δι’ αὐτό.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προκαταβολὴ ἐγένετο, διότι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὰ χρήματα εἰς χεῖράς της, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ἤθελεν ἐκδοθῆ τὸ δάνειον ἐντὸς τῶν ἐννέα μηνῶν. Παραχωρεῖται διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν ὁμάδα διετὴς διορία διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἀλλ’ οὐδεὶς ἤθελε τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μετὰ δύω ἔτη· ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄρσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέραν καὶ δὴ ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἀφοῦ λοιπὸν ἠθέλομεν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας νὰ γείνῃ ὀλίγῳ μετὰ τοὺς ἐννέα μῆνας, ἐδίδομεν δὲ διορίαν διετῆ, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως, ἂν ἐξεδίδετο πρὸς τὰ τέλη τῆς διετοῦς διορίας τὸ δάνειον, ἐκπληρωθῇ πρὸ τῆς ἐκδόσεως ὁ ἕτερος ὅρος, τουτέστιν ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσῳ φανερὸν, ὥστε πρέπει τις νὰ πάσχῃ τὸ πάθος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἵνα μὴ κατίδῃ τὴν ἐναργῆ ταύτην ἀλήθειαν. Ἐπανέλαβε καὶ πάλιν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος, τὸ κοινὸν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, ὅτι ἀντίθετον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος πρὸς τὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις σφάλλει, ἔχουσα πεποίθησιν εἰς τὸν προσδιορισμὸν παρὰ τῆς ὁμάδος τῆς καταλλήλου ἐποχῆς. Ἀνέπτυξε δὲ τὴν γνώμην αὑτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς εἰπὼν, ὅτι πρόδηλον εἶναι ὅτι ἡ ἑταιρία ἔχει τὸ συμφέρον εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐπὶ μικρᾷ τιμῇ, διότι ναὶ μὲν ἐκδίδουσα τὸ δάνειον τὸ ἀπαλλοτριοῖ, ἀλλὰ τίς τὴν ἐμποδίζει πάλιν νὰ ἀποκτήσῃ ἐγγραφομένη εἰς τὸ δάνειον ὅ,τι διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐκποιεῖ; Τὴν ἐμποδίζει αὐτὴ ἡ κοινωνία, αὐτὸ τὸ συμφέρον τῶν καλουμένων εἰς ἐγγραφήν. Ἐὰν εἶναι τόσον βέβαιον, ὡς λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου θὰ ὑπάρχῃ ὑπερτίμησις, τίς ἐμποδίζει τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ πάντα ἔχοντα χρήματα νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸ κέρδος, ἀφαιρῶν οὕτως αὐτὸ ἀπὸ τῶν ἐκδιδόντων τὸ δάνειον;
§66ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ....
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἰμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον, ἀλλ’ ἡ κοινωνία πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπευθύνεται ἡ ὁμὰς καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀντιπροσωπευομένην ὑπ’ αὐτοῦ, αὐτὴ δύναται. Οἱ Τραπεζῖται ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν κοινωνίαν τῶν Παρισίων, τοῦ Λονδίνου, τῆς Τεργέστης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως προσφέρουσι τὰς ὁμολογίας· ἂν δ’ αὐτόθι ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, δυνάμενοι νὰ ὑπολογίσωσι, καὶ ὑπολογίζοντες, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, οὗτοι θέλουσιν ἐγγραφῆ εἰς τὸ δάνειον· ἀφοῦ δὲ ἐγγραφῶσι, ποῦ θέλουσιν εὑρεῖ τὰς ὁμολογίας οἱ τῆς ὁμάδος, ἵνα πραγματοποιήσωσι τὸ ἐπ’ αὐτῶν βέβαιον κέρδος; Ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ κέρδους καὶ δὲν θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ δάνειον ἐν τῇ ἐγγραφῇ, ἢ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ κέρδους, τὸ κέρδος θὰ ἦναι βέβαιον, καὶ τότε οἱ τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι τοσοῦτον τυφλοί, ὥστε νὰ ἀφήσωσι τὸ βέβαιον κέρδος. Πρόκειται περὶ κερδοσκοπικῆς πράξεως· οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον καλοῦσιν εἰς ἐγγραφὴν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ἡ ἔκδοσις καὶ θέλουσιν ὠφεληθῆ ἐν δικαίῳ μέτρῳ καὶ οἱ ἐγγραφησόμενοι καὶ οἱ ἐκδίδοντες, καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπιτύχῃ, μόνοι αὐτοὶ θέλουσι ζημιωθῆ. Εἰς τοὺς καλουμένους εἰς ἐγγραφὴν προσφέρεται ἐλπὶς κέρδους, ὅση εἶναι ἀναγκαία ἵνα προσελκυσθῶσιν· ἀλλὰ τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος ὑπαγορεύει αὐτῇ, ὅπως προσδιορίσῃ ὅσον ἔνεστιν ἀνωτέραν τὴν τιμὴν τοῦ δανείου, ἵνα ἐν τῇ διανομῇ τῶν ὠφελειῶν πρὸς τοὺς ἐγγραφομένους μὴ λάβωσιν οὗτοι πλέον τοῦ δέοντος. Οἱ περὶ τούτου ἐκφραζόμενοι δισταγμοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκληφθῶσιν ὡς σπουδαῖοι. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἡ ὁμὰς ἔχει συμφέρον νὰ ἐκδώσῃ εἰς ὅσον εἶναι δυνατὸν ὑψηλοτέραν τιμὴν τὸ δάνειον. Ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ ἔχει ἡ ὁμὰς 110 χιλιάδας ὁμολογίας, ἐντελῶς εἰς αὐτὴν ἀνηκούσας καὶ ἀποκτηθείσας ἀντὶ 342½, καταβληθεισῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον εἰς τὰ 346½, ὠφελεῖται ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τέσσαρας δραχμὰς μόνον ἐξ ἑκάστης ὁμολογίας· ἐὰν τὰς πραγματοποιήσῃ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν, εἰς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, θέλει πραγματοποιήσει κέρδος πολλαπλάσιον. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐὰν ἤθελεν ἔχει τοιοῦτο κέρδος, ἤθελε τὸ ἐπιδιώξει καὶ ἤθελεν ἐκλέξει ἐποχὴν ἐκδόσεως, ἥτις ἤθελε τῇ ἐξασφαλίσει τοιαύτην ὠφέλειαν; Ἐν τῷ πρώτῳ τμήματι τοῦ δανείου ἐξ 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν ἡ ὁμὰς μόνη ἔχει συμφέρον, ἐν τῷ δευτέρῳ ὅμως τμήματι ἐπίσης ἐξ 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν ἐνδιαφέρονται καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ ὁμὰς, τουτέστιν ἐν τούτῳ αἱ τέσσαρες δραχμαὶ διαιροῦνται ἐξ ἴσου μεταξὺ Δημοσίου καὶ ὁμάδος. Ἐὰν ἀντὶ τεσσάρων δραχμῶν τὸ κέρδος ἦτο ὀκτὼ, δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο ἡ ὁμὰς νὰ λάβῃ ἐκ τῶν ὀκτὼ τὰς τέσσαρας; Ἀλλὰ πλὴν τῶν δύω τούτων τμημάτων ὑπάρχει καὶ τρίτον ἐξ ἑκατὸν εἴκοσι χιλιάδων ὁμολογιῶν, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως ἐὰν εἶναι ἀληθὲς τὸ ῥηθὲν παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην Ἰανουαρίου εἰς τὰς ὁμολογίας θὰ ὑπάρξῃ ὑπερτίμησις, ἅπασαν τὴν ὠφέλειαν ὡς πρὸς τὰς ὁμολογίας ταύτας θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον, μόνην δὲ ζημίαν τὸ ἥμισυ τῆς ὑπερτιμήσεως ἐπὶ τοῦ δευτέρου τμήματος τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν αἵρεσιν· ὥστε τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁμάδος ἀποδεικνύεται ταὐτιζόμενον καὶ σχεδὸν διὰ τὰ αὐτὰ ποσά. Οὐδεμίαν δύναμαι νὰ διανοηθῶ περίστασιν ἀντιθέσεως συμφερόντων ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου, ὑπαγορευούσης τῇ Κυβερνήσει, ὅπως ἀποτρέψῃ τοὺς γινώσκοντας τὰ τῶν ἀγορῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκλέξωσι ταύτην τὴν στιγμὴν πρὸς τὴν ἔκδοσιν, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, συμπληρῶν τὰς ἐπικρίσεις τῶν κατὰ τὸ δάνειον πεπραγμένων, παρετήρησεν ὅτι, ὅτε συνήφθη ἡ σύμβασις πρὸς τὴν ὁμάδα, ἡ τρέχουσα τιμὴ τῶν Ἑλληνικῶν δανείων ἦτο κατὰ πεντήκοντα λεπτὰ κατωτέρα τῆς τιμῆς πρὸς ἣν ἡ ὁμὰς ἀπεδέχθη τὴν ἀπόκτησιν ὁριστικῶς τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν τοῦ νέου δανείου, ἐκ τούτου δ’ ὁρμώμενος ἠρώτησε πῶς τώρα, ὅτε πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον, δὲν ἐκδίδει αὐτὸ ἐπὶ τοιούτοις ὅροις: Πῶς, ἐνῷ ἡ τρέχουσα τιμὴ τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἶναι 351, δὲν ἐκδίδει τὸ νέον δάνειον εἰς τιμὴν 352, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκδίδει αὐτὸ εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς τρεχούσης; Τῷ ὄντι τὸ νέον δάνειον ἐξεδόθη εἰς τιμὴν κατωτέραν τῆς τρεχούσης, ἐνῷ κατὰ τὸν κ. Βουλευτὴν αἱ τιμαὶ ἐκδιδομένων δανείων κανονίζονται ἀνώτεραι τῆς τρεχούσης τιμῆς. Μέχρι τοῦδε τὰ πράγματα ἁπανταχοῦ μαρτυροῦσι περὶ τοῦ ἐναντίου, ὑπάρχουσι δὲ λόγοι πρὸς τοῦτο, οἵτινες θὰ ὑπάρχωσι πάντοτε, ἀλλὰ, φαίνεται, ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἀνεκάλυψεν ἄλλους λόγους....
§68ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδική σας....
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ναί· ἐὰν ἡ συμφωνία, τὴν ὁποίαν συνῆψεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ὁμάδα, ἀπῄτει ἄμεσον ἔκδοσιν, δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ τιμὴ τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ὁμολογιῶν νὰ ᾖναι ἀνωτέρα τῆς τρεχούσης· ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ τὴν συμφωνίαν ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως ἀφίετο εἰς τὴν ὁμάδα, ἀφοῦ πρὸς τὴν ὁμάδα συνεβλήθημεν, ἵνα ἐκείνη ἐκδώσῃ ὁρίζουσα τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως καὶ τὴν τιμήν, ἠδύνατο ἡ ὁμὰς οὕτω συμβληθεῖσα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀποβλέψῃ ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς τιμῆς τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ὁμολογιῶν εἰς τὴν τιμὴν, ἣν τότε εἶχε τὸ δάνειον, ἀλλ’ εἰς ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἔχῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκδόσεως. Εἴπομεν τότε ὅτι ἡ ὁμὰς καὶ ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύθησαν τὰ τοῦ δανείου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι θέλει ἐκδοθῇ τὸ δάνειον μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι μετὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιστεύομεν ὅτι ἤθελον ἀποῤῥεύσει ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅτι ἐὰν τότε τρέχουσα τιμὴ τῶν Ἑλληνικῶν δανείων ἦτο 342, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ τιμὴ θὰ ἦτο μεγαλειτέρα κατὰ ἐποχὴν ὅτε ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴτε ἐπελθοῦσα, ἢ προσεχῶς ἐπελευσομένη, θὰ εἶχεν ὁπωσδήποτε ἐπαγάγει τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Ἔπρεπε προσέτι νὰ μὴ παρορᾷ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας πρὸς ἀκριβῆ στάθμισιν τῆς τιμῆς τῶν ὁριστικῶς ληφθεισῶν ὁμολογιῶν τὰς ἄλλας ὠφελείας τῆς ὁμάδος ἐν τῷ δανείῳ. Αὕτη δὲν ὠφελεῖται μόνον τὸ ποσοστὸν τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ὑπεράνω τῆς τιμῆς, εἰς ἣν ἠγόρασε τὰς μετοχάς· ἡ ἀγορὰ παρὰ τῆς ὁμάδος ὁμολογιῶν ἐπὶ ὁριστικῇ συμφωνίᾳ ἀποτελεῖ ὡς πρὸς αὐτὴν ὅρον ἐπιβαρυντικόν. Αὕτη θὰ προετίμα μηδεμίαν ἢ ὅσον ἐνῆν ὀλιγωτέρας ὁμολογίας νὰ ἐλάμβανεν ὁριστικῶς, τὸ δὲ κέρδος τὸ ἐπιδιωκόμενον παρ’ αὐτῆς διὰ τῆς συμβάσεως εἶναι τὸ ἐκ τῆς προμηθείας καὶ τὸ ἐκ τῆς αἱρέσεως καὶ ἐκ τῆς προαφαιρέσεως τῶν τοκομεριδίων· ἓν δὲ τῷ προσδιορισμῷ τῆς τιμῆς τῶν ὁριστικῶς ληφθεισῶν παρ’ αὐτῆς ὁμολογιῶν ὑπελογίσθησαν πᾶσαι αἱ ὠφέλειαι αὗται ὡς καὶ ἡ προσδοκία ὑψώσεως τῶν ἀγοραίων τιμῶν πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἐν πάσῃ χρηματικῇ ἀγορᾷ ἐκδιδομένου νέου δανείου, ἡ τιμὴ προσδιορίζεται κατωτέρα τῆς τρεχούσης, διότι ἡ νέα προσφορὰ φέρει ὑποτίμησιν, φυσικὸν εἶναι, ἐὰν ἡ τιμὴ ἡ τρέχουσα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων εἶναι 351 δραχμὰς, σήμερον νὰ ἐκδοθῇ τὸ νέον δάνειον ἐπὶ τιμῇ 346½. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ τιμαὶ αἱ σήμερον ὑπάρχουσαι εἶναι τιμαὶ ὀφειλόμεναι κατὰ πολὺ εἰς αὐτὴν τὴν ὁμάδα· διότι ὅταν ὁμὰς ἰσχυρὰ προτίθεται νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν ἀγορὰν νέον δάνειον, φροντίζει διὰ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κέκτηται, καὶ τῶν ἠθικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τὰς τιμὰς, πρὸς τὴν τοιαύτην δ’ ἐνέργειαν θέλει συνδυάσει τὴν τιμὴν τοῦ νέου δανείου ἡ ὁμὰς ὅπως μὴ καταλήξῃ καθ’ ἑαυτῆς. Ἕτερον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος ἔτι τῆς συμβάσεως, εἶναι ἡ ἄρσις τῆς εἰς αὐτὴν ὑπογραφῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ποῦ εἶναι ἡ ὑπογραφὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ὑπογραφὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἔθηκε, διότι ἐν τῇ συμβάσει, τῇ πρὸς τὴν ὁμάδα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν παρίσταται ὡς συναλλαττομένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· μνημονεύεται μόνον ὡς συναλλαχθεῖσα πρὸς τὴν ὁμάδα. Ἡ σύμβασις ἀναφέρει ὅτι ἡ ὁμὰς ἔχει συμφωνίας πρός τινα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μνημονεύει, Τραπέζας ἢ Τραπεζίτας, οὐδαμῶς ὅμως παριστῶνται ὡς μέλη τῆς ὁμάδος ὡς ἀναδεχόμενα διὰ τῆς συμβάσεως ῥητὰς ὑποχρεώσεις, οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, οὔτε τὰ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀριθμοῦνται ἐν τῇ ἀρχικῇ παραγράφῳ τῆς συμβάσεως ὡς παρέχοντα τὴν συνδρομὴν τῶν κεφαλαίων αὑτῶν εἰς τὴν ὁμάδα. Τὸ πρόγραμμα, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ποῦ εἶναι; διότι εἶδε διακήρυξιν, οὐχὶ δὲ καὶ πρόγραμμα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς γινώσκει ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο συνομολογήθη κατὰ τοὺς τύπους τῶν προηγουμένων δανείων· ἡ διακήρυξις, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ παρόντος δανείου, εἶναι καθ’ ὅλους τοὺς τύπους αὐτὴ ἡ διακήρυξις τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, πρόγραμμα δὲ καὶ διακήρυξις ἐν τῷ δανείῳ ἐκείνῳ ἦσαν ἓν καὶ τὸ αὐτό. Πάντα τὰ ἐπικριθέντα ἐν τῇ διακηρύξει τοῦ νέου δανείου παρελήφθησαν ἀπαραλλάκτως ἐκ τῆς διακηρύξεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ὅπερ τὰ παρέλαβεν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῆς διακηρύξεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐπεκρίθησαν τὰ ἐν τῇ διακηρύξει περὶ ἐπιφυλάξεως ὑπὲρ τῶν ἐγγραφῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀγορᾷ, ἀλλ’ ἰδοὺ ἡ αὐτὴ διάταξις ἐν διακηρύξει προηγουμένου δανείου (ἀναγινώσκει). «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ἐγγραφαὶ ἤθελον ὑπερβῆ τὸ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν ἐπιφυλαχθὲν ποσὸν, θέλει γίνει ἀνάλογος μείωσις αὐτῶν». Ἡ αὐτὴ διάταξις εὕρηται ἐν ταῖς διακηρύξεσιν ἀμφοτέρων τῶν προηγουμένων δανείων. Ἐπίσης καὶ τὸ περὶ Τραπεζικῶν γραμματίων ἀντεγράφη αὐτολεξεὶ ἐκ τῶν αὐτῶν διακηρύξεων. Ἐν σημειώματι τῆς διακηρύξεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἀναγινώσκω: «Ἀντὶ φράγκων εἰς χρυσὸν γίνονται δεκτὰ εἰς τιμὴν ὁρισθησομένην τῇ παραμονῇ τῆς δημοσίου ἐγγραφῆς γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καθ’ ὅλην τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα καὶ γραμμάτια τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης διὰ τὰς ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγγραφάς». Ἐνῷ δὲ εἶναι καθ’ ὅλα ἀντιγραφὴ ἡ νῦν διακήρυξις τῆς διακηρύξεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, οὐδὲν δὲ τότε ἀντετάχθη εἰς τὰς ἀναγνωσθείσας διατάξεις, ἐνῷ τότε παρατήρησις οὐδεμία ἐγένετο περὶ αὐτῶν καὶ οὐδεμία προφανῶς ὑπῆρχεν αἰτία παρατηρήσεως, συζητήσεις ἤδη γίνονται περὶ τοιούτων· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν ὅτι δὲν θεωρεῖ ταῦτα ἄξια παρατηρήσεως.
§70ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἄξιον δὲ παρατηρήσεως ἐθεώρησε τὴν ἀφαίρεσιν ἀπὸ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπογραφῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀντιπαρατηρῶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἵνα ὑπογράψῃ τὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ ἡ μὴ ὑπογραφή της δὲν ἀποτελεῖ ἔλλειψιν.
§72ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὴν ὑπογραφὴν, ἀλλ’ ὅτι τότε μὲν μετεῖχεν εἰς τὸ δάνειον, σήμερον δὲ δὲν μετέχει.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συνάψωμεν συμφωνίας πρὸς τὴν ὁμάδα, ἡ ὁμὰς ἤθελε τὴν βεβαίωσιν τῆς ἠθικῆς συνδρομῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ αἰτούμενον παρέσχομεν τῇ ὁμάδι τρέψαντες εἰς συμμετοχὴν ἐν τῷ νέῳ δανείῳ προηγουμένην ὑποχρέωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς παροχὴν δανείου. Ἡ τοιαύτη τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμπραξις συνετέλεσεν εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν τοῦ δανείου, μεθ’ ὃ ἡ περαιτέρω συμμετοχὴ αὐτῆς δὲν ἦτο ἀναγκαία. Ἂν ἄρα ἡ ἀποχώρησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς εἰς τὸ δάνειον συμμετοχῆς αὐτῆς, ἐνῷ οὐδόλως ἔβλαπτε, παρεῖχεν εὐκολίαν πρὸς ἄλλους συνδυασμοὺς ὠφελίμους τῷ Δημοσίῳ, ἑπόμενον ἦτο νὰ ἐπιδιωχθῇ. Ἀλλ’ ἐγείρεται ζήτημα: ἠδύνατο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ν’ ἀποχωρήσῃ; Ἐπετρέπετο τῇ Κυβερνήσει νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀποχώρησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἢ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀποχώρησιν; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἐν τοῖς γενομένοις ὑπάρχει καὶ παραβίασις τοῦ γράμματος τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος ῥητῶς ἐπιτρέπει τὰ γενόμενα. Ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης περὶ συμμετοχῆς αὐτῆς εἰς τὸ νέον δάνειον ὁρίζει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπανέρχονται τὰ πράγματα εἰς τὸ πρώην καθεστὼς, ἡ δὲ σύμβασις ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐγένετο Νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ καθὸ Νόμος ἐπιτρέπουσιν αἱ διατάξεις τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποκαθιστᾷ τὸ πρώην καθεστὼς εἰς τὸ διὰ τῆς συμβάσεως δημιουργούμενον, καθὸ δὲ ἀμφοτεροβαρὲς συνάλλαγμα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τοῦ νέου δανείου εὐθὺς ὡς ἤθελε προσκληθῆ πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τῆς εἰς τὸ δάνειον συμμετοχῆς ἐπὶ τὴν ἐκ τοῦ δανείου πρόσοδον τοῦ Δημοσίου, περὶ ἧς ἐγένετο καὶ προχθὲς λόγος, παρατηρῶ ὅτι οὐδόλως ἐπιδρᾷ χρηματικῶς εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ὑποκατάστασις τῆς παλαιᾶς ὑποχρεώσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὴν νέαν· καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ὑποθέσει καὶ ἐν ταύτῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ταὐτὰ πληρώνει. Ὑπέθεσάν τινες ὅτι ἡ Τράπεζα, ἀποκτῶσα τὰς ὁμολογίας οὐχὶ ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν 342½, ἀλλὰ ἐπὶ τιμῇ 357, παρεῖχεν ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον, ἧς στερεῖται τοῦτο μετὰ τὴν ὑποκατάστασιν τῆς παλαιᾶς ὑποχρεώσεως εἰς τὴν τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς εἰς τὸ νέον δάνειον. Ἀλλ’ ὁ τόκος, ἀνθ’ οὗ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὀφείλει νὰ δανείσῃ καὶ ἐν ταύτῃ καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ περιπτώσει εἶναι 7%, αἱ δὲ ὁμολογίαι τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἐπὶ τιμῇ κατωτέρᾳ τῶν 357 παρέχει τόκον ἀνώτερον. Ἔπρεπεν, ὅπως ὁ τόκος μείνῃ ὁ αὐτός, νὰ προστεθῇ εἰς τὴν τιμὴν τῶν ὁριστικῶς λαμβανομένων ὁμολογιῶν ποσὸν καταβιβάζον τὸν τόκον μέχρις 7%. Αὐτὸν τοῦτον τὸν τόκον τῶν 7% θέλει λαμβάνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐν τῷ δανείῳ τῷ ὑποκαταστήσαντι τὰς ὁμολογίας, ἐφ’ αἷς συμμετεῖχε τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· ἑπομένως τὸ καταβληθησόμενον παρ’ αὐτῆς κεφάλαιον ἔσται αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ θὰ κατέβαλεν ἀντὶ τῶν ὁμολογιῶν ἐπὶ τιμῇ 357. Ταῦτα, νομίζω, εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας· δὲν πιστεύω νὰ ἔθιξεν ἄλλο ζήτημα. Ἐν τοῖς παρ’ αὐτοῦ δὲ ῥηθεῖσιν οὐδὲν διαβλέπω τὸ παρέχον οὐδὲ σκιὰν θέματος πρὸς συζήτησιν.
§74Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§75ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 καὶ 10/60 Μ. Μ.)