1884.11.19
1.714 στίχοι · 13.595 λέξεις · 38 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 19 Νοεμβρίου 1884.
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 4ῃ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, κηρύσσεται ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως καὶ ἀναγνωσθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ϛʹ Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Τριφυλίας, τὸ δὲ Ζʹ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κυνουρίας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Κατετέθη ἀναφορὰ τῶν δημοτῶν Σολυγείας τῆς Κορινθίας, ἐξαιτουμένων ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ῥητίνης. Ἐπίσης ἑτέρα ἀναφορὰ διαφόρων ἐκ Θηβῶν, παραπονουμένων ὅτι δὲν προβαίνει ἡ ἀνάκρισις ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατὰ τὴν καταμήνυσιν αὐτῶν κατὰ τῶν Διοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπίσης αἴτησις τῆς Ἑλένης Βουλγαρᾶ ἐξαιτουμένης σύνταξιν. Ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἕνεκεν ἀσθενείας δὲν ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν, τὴν ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπὶ τῆς εἰσηγήσεως αὐτοῦ ἔκαμε. Μὲ ἠμπόδισεν ἡ ἀσθένεια ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, καθήκοντος ἱεροῦ· διότι εἰς οἵαν οἰκονομικὴν θέσιν εὑρίσκονται σήμερον τὰ τῆς Πολιτείας, βεβαίως πάντες ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν τὸν ὀβολὸν ἡμῶν, ὅπως συντελέσωμεν, εἰ δυνατόν, ἀλλ’ ἀδύνατον κατ’ ἐμέ, νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν χρεωκοπίαν, ἥτις κρούει, ἥτις ἔκρουσεν ἤδη τὰς θύρας τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ. Καθυστέρησα ἀκόμη καὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος νὰ συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Δηλιγιάννην, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς μακρᾶς καὶ εὐφραδοῦς αὐτοῦ ὁμιλίας ἀπέδειξεν, ὄχι μόνον γνῶσιν τῶν νόμων καὶ τῶν πραγμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ διὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας ἔδειξε τὰ τέλματα, εἰς ἃ κυλίεται τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἔλαβον λοιπὸν τὸν λόγον, ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω τὸ σκανδαλῶδες ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Κατὰ τὸν ψηφισθέντα Νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπεκύρωσε τὴν σύμβασιν, τὴν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς γνωστῆς ὁμάδος, ἥτις ἀνέλαβε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὴν 11 παρελθόντος Ὀκτωβρίου· δὲν ἠδύνατο δὲ κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Αὕτη ἦτο ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ κατὰ τὰς δύω συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἡ πρώτη κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς συμβάσεως καὶ ἡ δευτέρα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς διὰ τοῦ Νόμου κυρώσεως αὐτῆς. Καὶ κατὰ τὰς δύω ταύτας περιστάσεις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ῥητῶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἢ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο ὅπως προστατεύσῃ καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἐπωφελήθημεν, εἶπεν, ἐκ τῶν σφαλμάτων ἄλλων Κρατῶν, καὶ ῥητῶς ἀνέφερε τὴν Ἰταλίαν, διότι ἐκεῖ ἐξέδωκαν τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἄρωσι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τὸ Κράτος ἐζημιώθη καὶ ἐζημιώθη σπουδαίως. Ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν ἡ Βουλή, ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, εἶπεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν: λάβε ὡς θέλεις καὶ ὡς ὑποστηρίζεις τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἰσάγεις εἰς τὴν Βουλήν. Αἴφνης ὅμως προχθὲς βλέπω εἰς τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευμα, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐκδίδεται τὴν προσεχῆ Πέμπτην, κατὰ παράβασιν ῥητὴν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἐψηφίσατε. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς περιόδους τοῦ λόγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὃν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, κατά τε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς συμβάσεως καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐξεφώνησεν: «Ἵνα μὴ ἐπέλθῃ», λέγει κατὰ τὴν εἰσήγησιν, «ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου κατ’ ἐ«ποχὴν τοσούτῳ ἀπρόσφορον, ὥστε ἄλλα Κράτη, προσπα«θήσαντα κατ’ αὐτὰς νὰ συνομολογήσωσι δάνειον, ἀπέτυ«χον, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπεν οὕτω πως νὰ διαῤῥυθμίσω«μεν τὰ τῆς συμφωνίας πρὸς τὰς Τραπέζας, αἵτινες θέ«λουσι διεξαγάγει τὸ ἔργον, ὥστε νὰ δύνηται ἡ ἔκδοσις «νὰ γείνῃ βραδύτερον, καὶ δὴ ἐντὸς διετίας. Τοῦτο δὲ «τοσούτῳ μᾶλλον ἐπράξαμεν, διότι πλὴν τῆς καταστά«σεως τῆς ἀγορᾶς τῆς Εὐρώπης ἐθεωρήσαμεν ὅτι, ἂν ἦτο «δυνατὸν ν’ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἔκδοσιν τοῦ «δανείου, νὰ ἐπιτύχωμεν ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀπόκτησιν «τοῦ χρηματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν «ἀπότισιν τῶν δανείων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀναγ«καστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς «τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐν καταστάσει πλέον προω«δευμένῃ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἐνταῦθα, τουτέ«στιν, ἀφοῦ, ἀρθείσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀ«ποκτήσωμεν τὴν πίστιν, ἣν ἔχουσι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα «δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλο«φορίας». Κατὰ δὲ τὴν 20 Δεκεμβρίου, τὴν ἡμέραν τουτέστι, καθ’ ἣν συνεζητεῖτο καὶ παννυχίως ἐπεψηφίζετο τὸ δάνειον αὐτό, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφήσῃ ἐποχὴν ἐπονείδιστον εἰς τὰ χρονικὰ τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: «Θὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δα«νείου, ἔχοντες ἤδη τὴν ἄρσιν πραγματοποιημένην· οὐδὲν «δὲ εἶναι καταληπτότερον εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς τοῦ φαι«νομένου τούτου. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ τὴν «ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔδωκεν ἀπόδειξιν εἰς τὰς ἀγο«ρὰς τῶν ἰδίων αὑτοῦ δυνάμεων. Ἠκούσθη ἔξω ὅτι ἐπετεύ«χθη τὸ ἰσοζύγιον, ἠκούσθη ἔξω ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης «πλειονοψηφίας ἀπεδέχθη τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ χάριν «τοῦ ἰσοζυγίου, ἐννοήσασα, ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῷ θέματι τούτῳ «σπουδάζει. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδὲ κατὰ πολλοστημό«ριον ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, σχετικῶς πρὸς «τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες θέλουσι παραχθῆ ἐκεῖ ἐκ τῆς ἄρ«σεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Καὶ παρακατιών: «Διὰ τοῦ τρόπου δέ, κατὰ τὸν ὁποῖον συνωμολογήθη τὸ «δάνειον τοῦτο τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπετεύχθη, ὅπως «γένηται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀ«ναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ ὡς βάσιν «τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως παραχθεῖσαν κατάστασιν». Κατωτέ«ρω δέ: «Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο (ἡ αὔξησις τῆς δημοσίας «ἡμῶν πίστεως) θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἴδῃ ὁ κόσμος τὰ ἀπο«τελέσματα τῆς νέας ἡμῶν οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐν «μορφῇ καταληπτῇ εἰς αὐτὸν, καὶ τοιοῦτον ἀποτέλε«σμα εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τού«του χάριν θέλομεν, ὅπως τὸ δάνειον πραγματοποιηθῇ «μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιτυγ«χανομένην διὰ τῶν ληφθησομένων προκαταβολῶν. Ἂν «περιεμένομεν τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἵνα πραγματοποιή«σωμεν τὴν ἄρσιν, δὲν θὰ εἴχομεν περὶ τοῦ δανείου τὴν «ὠφέλειαν τῶν ἐκ ταύτης ἐντυπώσεων». Ἐρωτῶ ἤδη, κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Καὶ ὅταν μὲ τόσον μικρὸν κῦρος περιβάλλετε τὰς ἀποφάσεις σας, πιστεύετε ὅτι αἱ ἀποφάσεις σας δύνανται πλέον νὰ ἔχωσι πραγματικὴν ἢ ἠθικὴν ἀξίαν; Ποίαν ἀξίαν ἔχει τότε τὸ Κοινοβούλιον, ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ καὶ οἱ νόμοι, ὅταν ἔρχωνται πρῶτοι αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι εἰσάγουσι καὶ ὑποστηρίζουσι τοὺς νόμους αὐτοὺς, καὶ τοὺς παραβιάζουσι χάριν συμφερόντων τρίτων; Καὶ ποῖον λόγον ὑπάρξεως ἔχει ἡ Βουλή; Διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου αὐτοῦ τὸ Ἔθνος ὄχι μόνον ζημιοῦται, ἀλλ’, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, καὶ ἀτιμάζεται. Ἑκάστη ὁμολογία τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 κυκλοφορεῖ εἰς τὴν ἀγορὰν ἀντὶ 370 φράγκων, τοῦ δὲ δανείου τῶν 170,000,000 αἱ ὁμολογίαι ἐκδίδονται εἰς τὴν ἀξίαν τῶν 346 δραχμῶν καὶ 50|00, τουτέστι κατὰ 23 φράγκα καὶ ½ ὀλιγώτερον. Καὶ πόθεν προέρχεται ἡ διαφορὰ αὕτη: Κατ’ αὐτὴν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ διαφορὰ αὕτη προέρχεται, διότι δὲν προηγήθη τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι ἰδέαι, δὲν εἶναι ἐπιχειρήματα ἰδικά μου, ὅπως πολεμήσω τὰς πράξεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι αὐτοὶ οἱ λόγοι αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφώνησε καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσήγαγε τὴν σύμβασιν καὶ ἐζήτησε διὰ τοῦ νόμου τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Εἰς 6,000,000 δὲ σχεδὸν ἀνέρχεται ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν 220,000 ὁμολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν, 6,000,000 δὲ ζημιοῦται τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ δὲν γίνεται μόνον τοῦτο χάριν τῆς γνωστῆς αὐτῆς ὁμάδος, ἀλλ’ ἐξομοιοῦται τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, διὰ νὰ ἐξαπατηθῇ καὶ ὁ ἔξω καὶ ὁ ἔσω κόσμος. Αὐτὴν τὴν ῥῆσιν τῆς ἐξομοιώσεως τὴν εὑρίσκω ἐντὸς τῆς κυβερνητικῆς προκηρύξεως περὶ τοῦ δανείου τῶν 170,000,000. Ἔμαθον δὲ προσέτι καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθὲς, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 δὲν ἄρχονται ἀπὸ τοῦ 1, 2, ἀλλ’ ἀπὸ 240,000, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἑνώσωσι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 μὲ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, καὶ διὰ νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν ἔξω κόσμον. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν φοβεῖται μόνον ὅτι θὰ ὑποκύψῃ εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, ἀλλὰ καὶ θ’ ἀπολέσῃ τὴν τιμήν της διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς. Τοῦτο χάριν τριῶν κερδοσκόπων. Φαντασθῆτε, κύριοι, σατανικὸν πνεῦμα καὶ σατανικὸν ἐπινόημα! Δάνειον γενόμενον δι’ ἄλλου νόμου, δι’ ἄλλων ἐγγυήσεων, θέλουσι νὰ τὸ συγχωνεύσωσιν εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν κόσμον καὶ νὰ ὠφελήσωσι τὴν ὁμάδα αὐτήν. Καὶ ἀκούσατε τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἐγένετο εἰς χρυσὸν, καὶ εἰς χρυσὸν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια πρὸς τοὺς πιστωτὰς ἡμῶν. Τὸ παρὸν δάνειον ἐγένετο εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἡ λέξις μεταλλικὸν ἐῤῥίφθη ἐν τῇ συμβάσει μόνον, ὅπως ἐξαπατήσῃ· διότι οὗτοι καταβάλλουσιν εἰς ἄργυρον καὶ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου εἶναι σημαντική. Καὶ ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προχθὲς, ὅτι αὐτὴν τὴν διαφορὰν κατώρθωσε νὰ τὴν πληρώσῃ δι’ ἑνὸς μικροῦ ποσοῦ 1½‰, νομίζω. Ἐξομοιουμένου ὅμως τοῦ δανείου τῶν 170,000,000 πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ὑποχρεοῦσι τὸν Τόπον νὰ πληρώνῃ εἰς αὐτοὺς, ἀφοῦ καταβάλλουσιν ἄργυρον, διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια χρυσόν. Ἐπὶ τοσοῦτον ἔρημα ὑπῆρξαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ κατὰ τὴν κύρωσιν αὐτῆς. Ἤκουσα δὲ προσέτι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καταργεῖ καὶ τὸ σύστημα τοῦ double étalon, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, καὶ χωρίζει αὐτὴν ἀπὸ τῆς λατινικῆς νομισματικῆς ἑνώσεως· τοῦτο δέ τινες ἀπέδωκαν, ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ πιστεύω, εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον ἐξευτελισμὸν, ὥστε ἔπραξε καὶ τοῦτο χάριν τῶν κυρίων πάλιν τῆς Μπάγκας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίσατε σεῖς τὸν νόμον καὶ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἐψηφίσατε τὴν ἑτέραν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἀνελάμβανε καθ’ ὑποχρέωσιν τοῦ νόμου τοῦ 1880 νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸ ὑποχρεωτικὸν δάνειον τῶν 170,000,000 κατὰ 9,000,000, νομίζω, δραχμῶν, καὶ ἐπεφυλάσσετο μόνον ἐν τῇ συμβάσει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως, ἐὰν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καλυφθῇ εἴτε κατὰ τὸ ὅλον, εἴτε κατὰ μέρος τὸ ποσὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἐλάμβανεν εἰς τὸ δάνειον, νὰ τὸ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ἡ Τράπεζα νὰ μείνῃ πάλιν μὲ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐν τούτοις προχθὲς ἠκούσατε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰπόντος, ὅτι ἐναντίον ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου, ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τῆς ἰδικῆς σας, ἀπήλλαξε τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τῆς συμβάσεως πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, καὶ οὕτως ἐζημιώθη τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Τραπέζης διὰ τὰ 9,000,000· διότι ἡ Τράπεζα ἀνεδέχθη νὰ λάβῃ τὸ δάνειον πρὸς δραχ. 357:15, ἐνῷ ἡ ὁμὰς ἡ ἄλλη τὸ ἔλαβε πρὸς δραχμὰς 342:50, ἡ δὲ διαφορὰ ἑκάστης ὁμολογίας ἐκ τῶν 25,000 ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανεν ἡ Τράπεζα, εἶναι 14:65, αἵτινες πολλαπλασιαζόμεναι μὲ τὰς 25,000 φέρουσι ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ὑπὲρ τῆς ὁμάδος τῶν τραπεζιτῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως 365,000 δραχμὰς, ἐκτὸς τοῦ κέρδους τῆς προμηθείας καὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον δὲν ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ πληρώσῃ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, θὰ πληρώσῃ ὅμως εἰς τὴν ὁμάδα. Εἶπον, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν κατὰ τὴν 18 παρελθόντος Ὀκτωβρίου, καὶ ἤκουσα μέρος προχθὲς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κατακρίνοντος τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι διέσυρε τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ δανείου καὶ τὰς χρηματικὰς ἐν γένει ὑποθέσεις. Ἔχω δικαίωμα, ἴσως πλειότερον παντὸς ἄλλου ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς, νὰ κατακρίνω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς οὐδεμίαν τῶν ἀρχῶν, οὐδεμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν, οὐδεμίαν τῶν ὑποσχέσεων αὑτοῦ τηρήσαντα. Ὅτε ἄλλοτε συνεπράττομεν—εἰς τὰ πράγματα δὲ ἦτο ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος— καὶ δὲν ἐδημοσιεύοντο χρηματικαί τινες καταστάσεις τοῦ Λογιστηρίου, αἵτινες ὤφειλον νὰ διαφωτίζωσι τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου, ἰδοὺ τί ἐγράφομεν τότε ἀπὸ κοινοῦ εἰς τὸ φύλλον τῆς «Ὥρας», τῆς πιστῆς αὐτῆς θεραπαινίδος τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, κατὰ τὴν 21 Σεπτεμβρίου 1881: «Ἐπὶ «τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως, οὐ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς «κοινωνίας, ὅπως γινώσκῃ καὶ ἐξελέγχῃ τὰς ὑπουργικὰς «δαπάνας, ἀλλ’ ἡ φιλοτιμία τῶν Ὑπουργῶν ἀπαιτεῖ, ὅ«πως μηδὲν διατελῇ ἐν τῷ σκότει, καὶ ὅμως ἐξαιρέτως «ὡς πρὸς τὰ χρηματικὰ οἱ Ὑπουργοὶ τὰ πάντα μηχα«νῶνται, ἵνα μηδὲ ἀκτὶς ἐπισήμου φωτὸς ῥιφθῇ ἐπ’ αὐτά». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἄλλος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καὶ ἄλλος ἐν τῇ Συμπολιτεύσει· λησμονεῖ ἑαυτὸν ἐν τῇ Συμπολιτεύσει, λησμονεῖ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ζητεῖ ἀκροατήρια πολλὰ, ἐν τῇ Κυβερνήσει καταστρέφει αὐτὰ, καὶ τὰ καταστρέφει, ὅπως βραδύνωσιν αἱ συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μὴ γίνωσιν οἰκονομικαὶ συζητήσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δανείου καὶ ἀκουσθῇ ἡ ἀλήθεια εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ὅταν ἠθέλατε νὰ μεταῤῥυθμίσητε καὶ αὐτὸ τὸ Βουλευτήριον, δὲν εἴχετε καιρὸν νὰ πράξητε τοῦτο ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας, ἀπουσιαζούσης τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤδη ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χειμῶνος προέβητε εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν ταύτην; Αὐτὰ εἶναι στρατηγήματα ἀνάξια σπουδαίας Κυβερνήσεως, εἶναι στρατηγήματα κατάλληλα εἰς κυβευτάς. Ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ μάθῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας καὶ τὰ τοῦ δανείου, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μάθῃ τίποτε· μόλις κατώρθου νὰ ἐξαγάγῃ πορίσματα ἐκ τῶν μηνιαίων καταστάσεων, αἵτινες ἐδημοσιεύοντο ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· καὶ ὅμως ἔγραφεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἔλεγε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸν κατεσυκοφάντει, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι 19,000,000 δραχμῶν, προσβληθέντα θανατηφόρως ἀπὸ κροῦσμα τῆς χολέρας, ἀπέθανον ἐν Παρισίοις! Καὶ πόθεν ἐξάγεται, κύριοι, τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἐξομοιοῦται μὲ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000; Τοῦτο τὸ ἐξάγω, διότι καὶ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 κατώρθωσαν νὰ συμπέσῃ νὰ λήξῃ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν λήγει καὶ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000. Καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς φαινόμεθα σήμερον κακῆς πίστεως ἀπέναντι τῶν πιστωτῶν μας, ἀπέναντι τῶν κατόχων τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, διότι ὑποτιμῶμεν τὰς ἀξίας, τὰς ὁποίας κατέχουσιν ἐκεῖνοι εἰς τὰς χεῖράς των, διὰ τῆς ἐξομοιώσεως τοῦ ἑνὸς δανείου πρὸς τὸ ἕτερον, καὶ προσθέτομεν εἰς τὸ δάνειον τῶν 170,000,000, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσα πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῆς ὁμάδος, καὶ τὸ πλεονέκτημα ὅτι λήγει μετὰ 37 ἔτη, καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅσον μικροτέρα εἶναι ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει ἡ συναλλαγματική, κατὰ τοσοῦτον ὑπερτέρα εἶναι ἡ ἀξία αὐτῆς· διὰ τοῦτο εἰς τὰ συναλλάγματα βλέπετε, ὅτι τὰ ἐν τῇ ὄψει πληρωτέα ἔχουσιν ἄλλην ἀξίαν, τὰ τρίμηνα ἄλλην καὶ τὰ μετὰ ἓξ μῆνας πληρωνόμενα ἄλλην. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ δημόσια χρεώγραφα. Ἀλλ’ ἐὰν ζητῆτε νὰ εὕρητε τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἐξηνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 εἰς τὴν ὑποτετιμημένην ἀξίαν τῶν 346:50, θέλετε τὸν εὕρει μόνον εἰς τοὺς Προϋπολογισμούς, τοὺς ὁποίους παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ τριετὲς διάστημα, καθ’ ὃ διευθύνει τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας. Κατὰ τὸ 1880 ἡμεῖς—διότι καὶ ἐγὼ εἶχον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην—προϋπελογίσαμεν ἔξοδα 47,000,000 δραχμῶν. Ἀπὸ 47,013,794 κατὰ τὸ 1882, τουτέστιν ἓν ἔτος μετὰ ταῦτα, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνεβίβασεν αὐτὰ εἰς 72,392,460 δραχμάς, καὶ προσέθετο ἔτι πιστώσεις 14,480,000, τουτέστιν εἰς 86,800,000 σχεδόν. Κατὰ δὲ τὸ 1883 εἰς 80,600,000 δραχμὰς, καὶ κατὰ τὸ 1884 ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνῆλθεν εἰς 100,000,000. Γράφουσιν οἱ ἐπιστημονικώτεροι ἄνδρες καὶ οἱ εἰδικώτεροι ἐπὶ τῆς κρίσεως τοιούτων ζητημάτων, καὶ γράφοντες λέγουσιν, ὅτι ὁ Τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ οἰκονομικὰ ταῦτα ἅλματα γίνονται, βαδίζει πρὸς τὴν χρεωκοπίαν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔγραφεν ὁ διασημότερος τῶν οἰκονομολόγων, ὁ Leroy-Beaulieu, καὶ ἔλεγε: «Μὴ ἐξιππάζεσθε διὰ τὴν οἰκονο«μικὴν κατάστασιν τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1876 «ἕως τοῦ 1884 ηὐξήσατε τοὺς φόρους κατὰ τὸ ⅙». Καὶ ἐὰν ἡ Γαλλία, ἡ πλουσία κατὰ τὴν γεωργίαν, τὴν βιομηχανίαν, τὴν κτηνοτροφίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ πάντα τὰ ἄλλα, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων κατὰ τὸ ⅙ ἐπὶ ἐνεαετίαν, νομίζετε ὅτι θ’ ἀνθέξῃ ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς εἰς τὸν διπλασιασμὸν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει ἐντὸς ἔτους; Γράφει ἐπίσης ὁ αὐτός: «Ἂν πλούσιός τις, φέρων ὅλας τὰς ἐγγυή«σεις τῆς ἀξιότητος, δανείζεται συνεχῶς, κουράζει καὶ θέ«τει εἰς ὑποψίαν τοὺς δανειστάς του»· αὐτὸ τοῦτο, λέγει, συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Γαλλίαν. Τί συμβαίνει δὲ διὰ τὴν Ἑλλάδα; Τὰ πράγματα καὶ τὸ μέλλον θὰ σᾶς ἀποδείξωσι. Πλανᾶται δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ θέλει νὰ πλανήσῃ ἄλλους, ὅτι δύναται πλέον ὁ Τόπος αὐτὸς κατὰ τὸ 1885 νὰ καταβάλῃ 85 ἑκατομμύρια. Καὶ δὲν εἶναι μόνον 85 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα διὰ ψευδοῦς Προϋπολογισμοῦ ζητεῖ. Ἔῤῥιψα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἓν βλέμμα ἐπὶ ἑνὸς κονδυλίου, τοῦ κονδυλίου τοῦ ὀφειλομένου πρὸς τοὺς δανειστὰς τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὡς ἐν σελίδι δεκάτῃ βλέπω: «Ἐξωτερικὰ δάνεια». Ἀφοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων ἀπαιτοῦνται 10,079,250 δραχμῶν, πόσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σημειοῖ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων; 6,521,850. Καὶ διατί, λέγει, τοῦτο; διότι αἱ 120 χιλιάδες ὁμολογίαι, αἵτινες δὲν ἐξεδόθησαν, δὲν μᾶς ὑποχρεοῦν νὰ καταβάλωμεν τίποτε διὰ τὸ 1885. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅ,τι προχθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκτὸς τῶν 9 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἔχει προσέτι ἀνάγκην καὶ δεκαπέντε ἄλλων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τοὺς δὲ τόκους τοῦ κεφαλαίου τούτου καταλείπει ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν· διότι ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχομεν πλεόνασμα. Ποῦ στέκει τὸ πλεόνασμά του ἐκ μόνου αὐτοῦ τοῦ κονδυλίου, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς ἀνέφερα; Αἱ Κυβερνήσεις αἱ φρόνιμοι προσπαθοῦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀποφεύγωσι τὰ δάνεια, καθῆκον δὲ αὐστηρὸν καὶ ὑποχρέωσιν ἔχουν νὰ ἐλαττώνωσι τὰς δαπάνας, νὰ περικόπτωσι τὰς περιττὰς δαπάνας, τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἵτινες, ὡς λέγει ὁ Leroy-Beaulieu, γίνονται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συγκρατῆται ἡ βουλευτικὴ πλειονοψηφία. Καὶ κατὰ τὰς εὐτυχεῖς καὶ εἰρηνικὰς ἐποχὰς ἡ αὐστηρὰ οἰκονομία δίδει δύναμιν καὶ νεῦρα εἰς τὰ ἔθνη, ὅπως ἐν κρισίμοις καὶ ἐκτάκτοις καιροῖς δύνωνται ν’ ἀντέχωσιν ἀπέναντι τῶν ἀπροόπτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν... Ὁ κ. Βαλαωρίτης φαίνεται ὅτι δὲν ἀρέσκεται εἰς αὐτὰ, διότι καὶ αὐτὸς ἐνῳκίασε τὴν οἰκίαν του ἀντὶ 400 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§3Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Μὲ ἐπέθανες τώρα.
§4ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ κάμνῃ τὰ τοιαῦτα, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν αἰσθάνεται κανὲν ἐρύθημα... Φροντίζουσι δὲ νὰ ἐμπνέωσι πίστιν καὶ πάλιν πίστιν.—Ὅτε ὁ ἀοίδιμος Καποδίστριας ἔζη καὶ διεπραγματεύθη τὸ δάνειον, ὄχι μὲ τὸν Ἀθηνογένην, ἀλλὰ μὲ τὸν Ἐϋνάρδον τὸν ἀοίδιμον, τῷ ἔγραφεν ὁ Ἐϋνάρδος: «Ποῖαι εἶναι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας θὰ παραχωρήσητε διὰ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων;» Ὁ Καποδίστριας ἀπήντησεν: «Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δικαιώματι πολέμου ἔχει ἐκτάσεις γαιῶν ἀπεράντους καὶ ἀνεκτιμήτους, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ πολύτιμα κτήματα εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῆς ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως προσφερομένης πίστεως.» Οὕτως ἐργάζονται οἱ ἀληθεῖς κυβερνῆται πάσης χώρας. Ὑποθέτετε ἴσως ὅτι ἐγὼ λέγω ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὸν κ. Τρικούπην.
§5ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὁ Θεὸς φυλάξοι.
§6Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω διὰ τῶν λόγων αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὅτι ὅ,τι ἐγὼ λέγω, εἶναι ὅσα ἄλλοτε ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης· καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω ποία εἶναι ἡ ἀσυνέπεια αὐτοῦ ὡς πρὸς ὅλας τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὸν Τόπον πάντοτε, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου, καὶ ποία ἡ κατάστασις τοῦ Γενικοῦ πρὸ πάντων Λογιστηρίου, διὰ τὸ ὁποῖον πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐνεκαυχήθησαν ὅτι ἐτελειοποίησαν· πλησιάζομεν τὸ 1 85, καὶ ἀκόμη δὲν δυνάμεθα νὰ μάθωμεν καθαρῶς ποῖον τὸ ἔλειμμα τοῦ 1882! Ὑποθέτομεν ποῖα εἶναι τὰ ἐλλείμματα, διότι τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου ἀφῆκεν ἐλεύθερα 25,000,000, ἀφοῦ ἐπλήρωσεν ὅλας του τὰς δαπάνας, 25,000,000, τὰ ὁποῖα παρέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· μᾶς λείπουν καὶ ἀπὸ τὸ νέον δάνειον 22,000,000, ἢ ἔστω, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, 19,000,000, γίνονται 44,000,000. Ἠγοράσαμεν τὴν «Κίσσαν», μὲ τὴν ὁποίαν ἐταξείδευσεν ὁ κ. Λομβάρδος, ἠγοράσαμεν τὴν «Κίχλαν», μὲ τὴν ὁποίαν ἐταξείδευσαν οἱ κ. Παγίδας καὶ Κοτρώνης (ἱλαρότης), ἠγοράσαμεν καὶ τὸ «Ἀηδόνι», μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ταξειδεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι εἰς αὐτὸν ἁρμόζει καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀηδονιοῦ. Τί ἐδαπανήσαμεν δι’ αὐτὰ καὶ τί ἐδώκαμεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους; Τρία, τρία ἥμισυ ἑκατομμύρια· τὰ ἄλλα εἶναι, κύριοι, ἐλλείμματα τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ δύναται ἄλλως νὰ ἐξηγηθῇ, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγῃ, ὅτι εἶχον νὰ κάμω πληρωμὰς εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἀφοῦ εἶχον χρήματα ἐκεῖ. Θὰ ἤμην μωρός, ἐὰν ἀπέστελλον ἐντεῦθεν χρήματα· διέταξα ἐκεῖ καὶ ἐπληρώθησαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἕτοιμα νὰ σταλῶσιν ἐκεῖ, διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, διατί δὲν ἐδόθησαν εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἰδοὺ λοιπὸν ἀπὸ ποῖα σημεῖα καὶ ἀπὸ ποῖα τεκμήρια ἐξήγαγον, ὁποῖα εἶναι τὰ φοβερὰ ἐλλείμματα τῶν τριῶν αὐτῶν ἐτῶν, καὶ εἰς τίποτε ἄλλο δὲν καταγινόμεθα, παρὰ εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ φόρων. Ἐθεωρήσαμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν παρίαν καὶ δορυάλωτον μιᾶς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἱδρύθη ἐν Ἀθήναις, καὶ ἐπιβάλλομεν καθ’ ἑκάστην εἰς αὐτὸν φόρους· καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐψηφίσατε, ἐθεωρήθη ὡς κακοῦργος, καὶ προσδιωρίσατε διὰ τὴν σύλληψιν ἑκάστης κεφαλῆς φορολογουμένου λεπτὰ πεντήκοντα. Τὸ ποσὸν δὲν ἀλλάζει τὴν ποιότητα· εἰξεύρω καὶ γνωρίζω μέχρι τοῦδε, ὅτι προεκηρύσσοντο αἱ κεφαλαὶ τῶν κακούργων καὶ τῶν λῃστῶν, δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἤθελε θέσει εἰς ἴσην μοῖραν μὲ ἐκείνους τὸν φορολογούμενον Λαὸν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Αὐτὰ εἰξεύρετε, κ. Πρόεδρε, δὲν μοῦ κάμουν οὐδεμίαν ἐντύπωσιν· μὲ γνωρίζετε ἀπὸ τὰ 1862.—Καὶ ἡ ἰδία ὁμὰς καὶ ἡ ἰδία Κυβέρνησις διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν, ἔθεσε τὸν Λαὸν ὑπὸ αἰχμαλωσίαν, καὶ εἴδετε προχθὲς τί ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἔλεγεν: ὅτι ὅποια πόλις θέλει νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαγοράν της διὰ τὸν φόρον τοῦ οἴνου, δύναται ν’ ἀπολυθῇ τῆς αἰχμαλωσίας, ἀρκεῖ νὰ προσφέρῃ τὰ λύτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν. Ἴσως πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν νομίζετε ἥκιστα ἔν τισι κοινοβουλευτικὴν τὴν γλῶσσάν μου, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἄλλοτε ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγεν, ὅτι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, καίτοι μὴ περιλαμβάνουσα οὔτε τὸ πολλοστημόριον τῶν ἀσχημιῶν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ἦτο συντεταγμένη ἀπὸ τὸν κ. Συγγρόν, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο συντεταγμένον ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἄρθρου, τοῦ 9, δι’ οὗ τὸ Δημόσιον ὑπεχρεοῦτο νὰ δώσῃ ὡς ἐγγύησιν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, θέλετε δὲ ἀκούσει ἐξ αὐτῆς τῆς τότε ὁμιλίας τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς οὐδέποτε ἔχει μίαν βεβαίαν, στερεὰν καὶ ὡρισμένην ἰδέαν, ἀλλ’ ὅ,τι λέγει σήμερον, τὸ ἀναιρεῖ αὔριον, ἐὰν ἔχῃ συμφέρον· (ἀναγινώσκει.) «Διὰ τοῦτο—διότι οὕτως ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις—ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ ἐξευτελισμοῦ, τοῦ νὰ ζητῇ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, 13 μόνον ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ταῦτα τὰ 13 ἑκατομμύρια νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ εἰμὴ δι’ ὅρων, ὁποίους περιέχει ἡ σύμβασις αὕτη. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ καταψηφίζω τῆς συμβάσεως καὶ διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ σύμβασις καταψηφισθῇ, θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεων ἐκ τοῦ ἄρθρου 9, ἤθελον ἐντραπῆ ἐμαυτὸν, ἐὰν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, οὐχὶ παρ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἠρνούμην νὰ ἐκτελέσω ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοὶ ἐπέβαλεν ὡς ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσω. (Εὖγε ἀριστερόθεν)». Εὖγε, εὖγε ἐφώναζα καὶ ἐγὼ μεταξὺ τῶν ἄλλων.— Ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι τὸ ἐξάγει τοῦτο ἐξ ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε δημοσιεύσει ὁ κ. Συγγρὸς, διότι ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος εἶχεν εἴπει, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ μονοπωλίου ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ δὲ κ. Τρικούπης ἀπέδιδεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν καὶ ἔλεγεν, ἂν τὴν ἀρνῆσθε σεῖς, ἐγὼ ἐντρέπομαι, ἀφοῦ ψηφισθῇ, νὰ μὴ παραδεχθῶ ὅτι ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Καὶ σήμερον ὁ κύριος Τρικούπης δὲν ἐντρέπεται ὅπου εἶπεν ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον καὶ ἐξέθηκε καὶ τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν τιμὴν τὴν ἰδικήν σας, οἵτινες τὴν ἐψηφίσατε. Καὶ προχωρῶν ὁ κ. Τρικούπης ἔλεγεν: «Ὁ κ. Συγγρὸς εἶναι αὐτὸς ὁ συναλλαχθεὶς, καὶ ἡμεῖς ψηφίζοντες ταύτην τὴν σύμβασιν, ὀφείλομεν νὰ γινώσκομεν, πῶς ἑρμηνεύει αὐτὴν ὁ συναλλαχθεὶς, διότι βεβαίως δὲν ἐρχόμεθα ἐδῶ μὲ σκοπὸν νὰ ἀπατήσωμέν τινα. Ὅσον καὶ ἂν ἐπέσαμεν χαμηλὰ, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξαπατήσωμεν τὸν κ. Συγγρὸν, διὰ νὰ λάβωμεν 13 ἑκατομμύρια δραχμῶν. (Εὖγε! εὖγε ἀριστερόθεν)». Στρέφων δὲ καὶ ἐγὼ τὸν λόγον πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τῷ λέγω, ὅσον καὶ ἂν ὑψώθημεν κατὰ τὴν φαντασίαν του ὑψηλὰ ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας του, πρέπει νὰ παραβιασθῶσι καὶ οἱ νόμοι καὶ οἱ λόγοι καὶ αἱ συμβάσεις, καὶ νὰ ἐξαπατηθῇ ὅ τε ἔσω καὶ ἔξω κόσμος χάριν τοῦ Συγγροῦ! Αὐτὸ γίνεται σήμερον. Θέλετε δὲ νὰ μάθητε καὶ ποίαν ἰδέαν εἶχε τότε καὶ περὶ καπνοῦ ὁ κ. Τρικούπης; Ἀκούσατε. Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἔλεγεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι καταναλίσκεται ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων καπνοῦ· ὁ κ. Τρικούπης τί τοῦ ἀπήντησε τότε; ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν καταναλίσκεται ἢ δὲν δύναται νὰ φορολογηθῇ περισσότερον ἀπὸ 333,000 ὀκάδας καπνοῦ· (ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησις,» λέγει ὁ κ. Τρικούπης, «ὑποθέτει, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ θὰ ἦναι 1,000,000 ὀκάδων κατ’ ἔτος· καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ φορολογηθῇ οὔτε τὸ ἥμισυ, οὔτε τὸ τρίτον τοῦ ποσοῦ τούτου, τὸ ἄλλο θὰ διαφεύγῃ τὴν φορολογίαν· ἀλλὰ καὶ τὸ 1,000,000 ὀκάδων ἂν λάβωμεν ὡς βάσιν, εἰς ποῖα ἀποτελέσματα φθάνομεν;» Καὶ ὁ κ. Τρικούπης μετὰ ἓν ἔτος ἔρχεται καὶ συνιστᾷ Στατιστικὰ γραφεῖα, καὶ σᾶς ὁμιλεῖ περὶ τοῦ καπνοῦ καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παράγει 4,500,000 ὀκάδας καπνοῦ, ἐξ ὧν 3,000,000 καταναλίσκονται, 500,000 διαφεύγουσι τὴν ἐπιτήρησιν τὴν Κυβερνητικὴν, ἑπομένως 2,500,000 καταναλίσκονται καὶ θὰ φορολογηθῶσι. Ταῦτα δὲ λέγει ὁ κ. Τρικούπης, διότι ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ λέγῃ πᾶν ὅ,τι τῷ συμφέρει εἰς ἑκάστην ἡμέραν. Πλὴν ὁ κ. Τρικούπης ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν τί σᾶς εἶπεν; ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δὲν παραβλάπτεται ἡ παραγωγή· αὐτὰ λέγει σήμερον διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ σοφὰ αὐτοῦ νομοθετήματα. Λέγει τὸ αὐτὸ εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχήν; τὸ ἐναντίον, λέγει, ὅτι τοιοῦτος φόρος βλάπτει τὴν παραγωγὴν, καὶ ἀκούσατε· (ἀναγινώσκει): «Πρέπει νὰ σκεφθῆτε ὅτι ὁ φόρος οὗτος θέλει ἀφαιρέσει πολλῶν οἰκογενειῶν τὸν ἄρτον· δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ πλούτου τοῦ Κράτους· πρόκειται περὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου τῶν πολλῶν οἰκογενειῶν, αἵτινες ταύτην μόνην ἔχουσι τὴν πρόσοδον, διότι ὁ καπνὸς εἶναι εἶδος παραγωγῆς πλουσιωτάτης εἴς τινα μέρη, καὶ παρέχει ἐν μικρᾷ ἐκτάσει γῆς καταλλήλου πρὸς τοιαύτην καλλιεργίαν πρόσοδον πολλαπλασίαν, ἣν ἡ αὐτὴ ἔκτασις θὰ ἀπέφερεν, ἐὰν ἐκαλλιεργεῖτο διὰ σῖτον ἢ ἄλλα εἴδη. Οἰκογένειαι ζῶσιν ἐκ τῆς καπνοφυτείας, ἔχουσαι ἓν μόνον στρέμμα γῆς, διότι τὸ στρέμμα ἐκεῖνο ὡς ἐκ τῆς ἰδιαζούσης αὐτοῦ καταλληλότητος πρὸς τὴν καλλιέργειαν ταύτην, καὶ ἐκ τοῦ πλούτου τοῦ προϊόντος τούτου, ὅταν ἦναι καλῆς ποιότητος, παρέχει πολλαπλασίαν πρόσοδον, ἣν ἤθελε παράσχει τὸ αὐτὸ στρέμμα καλλιεργούμενον δι’ ἄλλο εἶδος· διὰ τοῦ νέου δὲ φόρου, εἰς οὗ τὴν διατήρησιν ὑποσχόμεθα ἐπὶ 40 ἔτη, ἀφαιρεῖται ἀνεπιστρεπτεὶ ἀπὸ τῶν οἰκογενειῶν, τῶν τοιαύτην ἐχουσῶν περιουσίαν καὶ τοιαύτην μετερχομένων καλλιέργειαν, ὁ κυριώτερος πόρος». Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης τότε εἶχε συμφέρον νὰ εἴπῃ αὐτά, τώρα ἔχει συμφέρον νὰ εἴπῃ τὰ ἐναντία, τώρα σᾶς λέγει ὅτι δὲν παραβλάπτεται ἡ παραγωγή. Ἐφέτος ἐταξείδευσα εἰς Ἐπαρχίαν, πρὸ πάντων καρποφόρον, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἐγνώριζον, καὶ ἡ ὁποία ἄλλοτε ἦτο κατάφυτος ἀπὸ καπνόν. Ἐφέτος πιστεύσατε, ὅτι μακρὰν, πολὺ μακρὰν ἔβλεπον τεμάχιά τινα μικρὰ καπνοφυτευμένα, καὶ ὅ,τι ἐπίστευε πρὸ ἐτῶν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν αὐτὸ ὡς ἀληθὲς, ἔρχεται σήμερον ὁ ἴδιος καὶ τὸ ἀναιρεῖ, καὶ τὸ ἀρνεῖται μεθ’ ἡρωϊκῆς τῷ ὄντι τόλμης, καὶ λέγει, ὅτι ὁ τοιοῦτος φόρος δὲν βλάπτει τὴν παραγωγήν. Ἔχομεν οἰκονομικὸν σύστημα, σᾶς λέγει· τὸ οἰκονομικόν σας σύστημα ἔπειτα ἀπὸ τόσους φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλετε, ἔπειτα ἀπὸ τόσους λόγους κομποῤῥημοσύνης, τοὺς ὁποίους ἐξετοξεύσατε, ποῖον εἶναι; τὸ μὲν δάνειον τοῦ Κουμουνδούρου, τὸ ὁποῖον κατεκρίνατε, ἐξεδόθη εἰς τὰ 71 καὶ ¼, τὸ δὲ δάνειον τὸ ἰδικόν σας εἶναι εἰς τὰ 69 καὶ ½ μετὰ τοῦ μερίσματος. Αὕτη εἶναι ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν ἡ παρουσία σας ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔφερε καὶ ἐν τῷ ἔσω καὶ ἐν τῷ ἔξω κόσμῳ. Μίαν ἱκανότητα ἀναγνωρίζω εἰς τὸν κύριον Τρικούπην, τὴν ἱκανότητα τοῦ νὰ μεταβάλλῃ τοὺς μεσίτας εἰς πρίγκιπας, καὶ τοὺς πρίγκιπας εἰς μεσίτας, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε πολλὰς εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας νὰ γράφωσιν, ὅπως ἐξαπατήσωσι τὸν κόσμον, ὅτι ἀνθοῦσι τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐφημερὶς δέ τις κατὰ τὸν Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον—δὲν ἐνθυμοῦμαι—ἔγραφε πρὸς τοὺς Ἄγγλους: «Καὶ λοιπὸν ἡμεῖς οἱ «Ἄγγλοι θ’ ἀφήσωμεν τοὺς Γερμανοὺς νὰ πάρωσι τὸ Ἑλ«ληνικὸν δάνειον, καὶ ἡμεῖς νὰ μείνωμεν ἀμέτοχοι τῶν «ὠφελειῶν;» Τοιαῦτα εἶναι τὰ μηχανεύματα καὶ τὰ μηχανοῤῥαφήματα τῆς ὁμάδος, τὴν ὁποίαν ὑπεβοήθει ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Πρέσβεις αὐτῆς. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πλειότερον ἐπὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, διότι δὲν ἐπιθυμῶ οὔτε νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, οὔτε νὰ σᾶς κουράσω· διότι φρονῶ, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον καὶ ἀρκετὰ εἶναι καὶ δεικνύουν ποία εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν σήμερον. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν καταστάσει εὑρισκόμενοι οἰκονομικῶς, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν κατὰ τίνα τρόπον οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν Τόπον, θὰ ἐπιβαρύνωσιν ὅλους ἐξ ἴσου, καὶ διὰ τοῦτο εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ ἀφομοιώσεως τῶν φόρων. Ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν γρασιδίων καὶ τῶν λιβαδίων, καὶ ἐν γένει τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν· ζητῶ οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ πληρώνωσι διὰ τὴν σταφίδα των ὅπως καὶ οἱ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς νὰ πληρώνῃ καὶ ἀναδεχθῇ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τοὺς Ἑπτανησίους· ζητῶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ζητῶ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι, ὅπως καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ, φόρος ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς αὐτοῦ. Ζητῶ νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τόπος, κύριοι, μικρὸς, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλὰς, χώρα τῆς ὁποίας τὸ κλίμα κατ’ οὐδὲν διαφέρει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώνῃ διὰ διαφόρου φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἀνίσως; Καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ φυτεύεται ἡ σταφὶς, καλλιεργεῖται ἡ ἄμπελος καὶ ἡ ἐλαία, καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ ὑπάρχει ἐπίσης ἀνάπτυξις εἰς τὴν βιομηχανίαν ὅπως καὶ ἐνταῦθα. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἄνισον σύστημα φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβαρύνῃ καὶ τὴν συνείδησιν τῶν μὲν καὶ τὴν συνείδησιν τῶν δέ; Τὴν συνείδητεν τῶν μὲν, διότι ἔχουν—καλῶς ἢ κακῶς ἀδιάφορον—τὴν συναίσθησιν ὅτι πληρώνουν φόρους πλειοτέρους ἀπὸ τοὺς γείτονάς των, τὴν συνείδησιν τῶν δὲ, διότι καὶ οὗτοι τὸ αὐτὸ πιστεύουσι. Καὶ οὐ μόνον ἔχομεν τὴν ἀνισότητα τῶν φόρων μεταξὺ τῶν τμημάτων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν ἔχομεν καὶ ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῷ τμήματι. Παραδείγματος χάριν, ἐν Ἑπτανήσῳ φόρους καταβάλλει ὁ καλλιεργητὴς τῆς ἐλαίας, ὁ καλλιεργητὴς τῆς σταφίδος καὶ τῆς ἀμπέλου καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Ἐν τίνι δικαιώματι ἐπιβάλλετε φόρους οἰκοδομῶν εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, τὴν Γορτυνίαν, τὰ Καλάβρυτα, καὶ θ’ ἀρνηθῆτε νὰ ἐπιβάλητε αὐτοὺς εἰς τὴν Κέρκυραν, εἰς τὸ Ἀργοστόλι, εἰς τὸ Ληξοῦρι, εἰς τὴν Λευκάδα, εἰς τὴν Ζάκυνθον, καὶ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑπτανήσου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ συναγωνισμὸς ἐν χώρᾳ τόσῳ μικρᾷ, καὶ συγκοινωνούσῃ καθ’ ἑκάστην, μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν; Ὁ ἐπιτηδευματίας τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ μέγα ἐνοίκιον, διότι αἱ οἰκοδομαὶ ὑπόκεινται εἰς φόρον, νὰ πληρώνῃ δὲ καὶ φόρον ἐπιτηδεύματος. Ὁ ἐπιτηδευματίας τῆς Κερκύρας εἶναι ἀπηλλαγμένος τῶν τοιούτων βαρῶν· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταγωνισθῇ ὁ ἐπιτηδευματίας τοῦ Πύργου πρὸς τὸν τῆς Ζακύνθου, ὅπου καὶ οἱ κώδωνες τῶν ἐκκλησιῶν τῆς Ζακύνθου ἀκούονται εἰς τὸν Πύργον; Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ὅλα τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς βιομηχανίας τῆς Ἑπτανήσου εἶναι εὐθηνότερα ἀπὸ τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς βιομηχανίας τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ λόγου, ὑπάρχει ἄλλος πολὺ σπουδαῖος· ὀφείλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδρομὴν τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ἕνεκα τῶν μέτρων αὐτοῦ εὐθήνηνεν ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ κρέατος· ἀλλὰ δὲν ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπείας ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πόσον ἔχει εἰς τὸν Πύργον τὸ κρέας τὸ βόειον καὶ πόσον τὸ τῆς αἰγός· δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐρωτήσῃ πόσον ἔχει τὸ κρέας εἰς τὰ Καλάβρυτα, πόσον ἔχει τὸ κρέας εἰς τὴν Σπάρτην, εἰς τὸ Αἴγιον. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν καὶ εἰς συνδρομὴν τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας· διότι, ὅταν ἡ Ῥωσσία, ὅταν αὐτὴ ἡ Ἀμερική, δὲν δύνανται ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τὸν συναγωνισμὸν τῶν σιτηρῶν τῆς Κίνας, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ ἡ Ἑλλάς, ἥτις οὔτε ἐπιστήμην, οὔτε πλοῦτον ἔχει, ὥστε ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν συναγωνισμόν; Καὶ ὅταν εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν σκέπτωνται περὶ νόμων προστατευτικῶν, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν γεωργίαν καὶ τὴν κτηνοτροφίαν, εἰς τὴν Γαλλίαν ὅπου ὑπάρχουσιν ὅλα τὰ μέσα τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἐπιστήμης, θ’ ἀνταγωνισθῶμεν ἡμεῖς, οἵτινες μὲ τὴν ἀγελάδα καὶ τὸ ὑνίον, ὅπερ ἀναφέρει ὁ Ἡσίοδος, καλλιεργοῦμεν τοὺς ἀγρούς μας; Ἴσως ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ γεωργία εἶναι ἀπηλλαγμένη σχεδὸν διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι τὸν εὑρίσκω εἰς τὰ πλεῖστα μέρη πλέον ἐπαχθῆ ἢ τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἄλλοτε, ὡς καὶ πέρυσι τὸ εἶπον, διότι ἔφθασε διὰ τῆς πρώτης, δευτέρας καὶ τρίτης μεταβολῆς σήμερον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος βαρύτερος. Καὶ ἀνέγνωσα προχθές, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σκέπτεται νὰ προσθέσῃ καὶ νέους φόρους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Φοβοῦμαι μήπως οἱ γεωργοὶ γράψωσι καμμίαν ἡμέραν πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, τὸν τοσοῦτον ἐλευθέρως ἐπιβαρύναντα τὴν γεωργικὴν τάξιν διὰ νέων φόρων, ὅ,τι ἔγραψεν ἄλλοτε ὁ γνωστὸς ποιητὴς τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν πρὸς ἕνα δαφνοστεφῆ στρατηγὸν, ὅτε τῷ ἔστειλεν ἵππον σφριγῶντα· ὁ μακαρίτης Τσοπανάκος ἔγραψε τότε πρὸς τὸν στρατηγόν: «Τὸ δῶρόν σου, Νικηταρᾶ, «ἄλογο δίχως οὐρά· «ἢ μοῦ στέλνεις καὶ κριθάρι, «ἢ σοῦ στέλνω τὸ τομάρι». Καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία εἶναι, ὅτι τάχιστα αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν θὰ λάβῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοὺς γεωργούς. Ἀλλ’ ἡ γεωργία εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὴν κτηνοτροφίαν· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ γεωργία ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τῆς κτηνοτροφίας. Καὶ βλέπετε, ὅτι τὰ ζῶα, τὰ προερχόμενα ἀπὸ τὸ κέντρον τῆς Ῥωσσίας, εἶναι εὐθηνότερα ἀπὸ τὰ ἐγχώρια ζῶα, εἰ καὶ τὰ πρῶτα ὑποβάλλονται εἰς τόσας δαπάνας ἄχρις οὗ φθάσωσιν ἐνταῦθα. Ἡ ἀφομοίωσις τῶν φόρων δὲν ἔχει μόνον αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν, ὅπερ σᾶς εἶπον, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸ ἄλλο ἀγαθὸν, τοῦ νὰ ἐξισώσῃ τὰ βάρη μεταξὺ τῶν φορολογουμένων, διὰ νὰ αἰσθάνηται ἐπίσης ὁλόκληρος ἡ τάξις, ὅταν ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὴν βάρη, καὶ ὅταν ἔλθῃ εὐτυχὴς ἐποχὴ, καθ’ ἣν οἱ φόροι νὰ ἐλαφρυνθῶσι, τὴν ἀνακούφισιν νὰ τὴν αἰσθάνωνται ἐπίσης ὅλοι ἐξ ἴσου. Ἐὰν ἀφομοίωσιν οἰκονομικὴν δὲν ἔχετε, οὔτε πολιτικὴν, οὔτε κοινωνικὴν θὰ ἔχητε ἀφομοίωσιν. Παρατηρήσατε, κύριοι, τί συμβαίνει—δὲν θέλω νὰ μὲ παρεξηγήσῃ κανεὶς, ἀλλὰ καὶ ἂν μὲ παρεξηγήσῃ, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον· ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν–Ηὐξήθησαν 12% δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον περιεῖχε τρεῖς γραμμὰς, ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νῦν δὲ Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κ. Καλλιγᾶν, διάφοροι φόροι· διότι ἔλεγεν, ὅτι οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ πληρώνωνται εἰς νέας δραχμὰς, καὶ ηὔξησαν οἱ φόροι αὐτοὶ κατὰ 12% εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα πλὴν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐνῷ ἐπεβάλλετε 12% αὔξησιν φόρων εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ἐπεβαρύνοντο οὐδὲ μὲ λεπτὸν, καὶ οἱ 35 Βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου ἐψήφιζον, ὅτι πρέπει μάλιστα νὰ πληρώσητε σεῖς. Καὶ δὲν ἐπεβαρύνθησαν μὲ τὸ 12%, διότι οἱ φόροι οἱ ἔγγειοι εἰς τὴν Ἑπτάνησον πληρώνονται ἀναλόγως τῆς ἀξίας, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωληθῶσι τὰ προϊόντα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγωγῆς των. 18% θὰ πληρώσωσιν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς σταφίδος οἱ κάτοικοι τῆς Ἑπτανήσου, καὶ οὕτω πληρώνοντες ἐπὶ τῆς ἀξίας, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὸν φόρον τῶν 12% εἰς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι; Οἱ ἰδικοί μας φορολογούμενοι σταφιδοκτήμονες παραπονοῦνται καὶ παραπονοῦνται δικαίως, ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ σταφίδες αἱ ἰδικαί μας, ὅπως ἐφέτος ἐπλήρωσαν ἀκριβώτερα ἀπὸ τὰς σταφίδας τῆς Ἑπτανήσου διότι ἡ Ἑπτανησιακὴ σταφὶς ἡ βρεγμένη, ἡ πωληθεῖσα 50 ἢ 60 δραχμὰς, πληρώνει 9 ἢ 10: 80, ἐνῷ ἡ ἰδική μας ἐν Αἰγίῳ καὶ ἐν Πάτραις πληρώνει 15 δραχμὰς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀξία αὐτῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου ἡ πεποίθησις, ὅτι πάντοτε ὁ φόρος τῆς σταφίδος εἶναι ἀκριβώτερος ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀπεναντίας ὑπάρχουσι περιστάσεις, καὶ περιστάσεις μάλιστα, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων καθίσταται φορτίον δυσβάστακτον ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ προϊόντος, ὁποία εἶναι ἡ ἐφετεινὴ, καθ’ ἃς αἱ παλαιαὶ Ἐπαρχίαι καταβάλλουσιν ἀνώτερον φόρον.
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπωλήσατε 18 φράγκα;
§8ΕΤΕΡΟΣ. Καὶ εἴκοσι;
§9ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καλὰ, ἀφήσατε.—Ἤδη ἂν ἐξετάσωμεν καὶ τὰ τῆς διοικήσεως ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ διοίκησις καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὄχι μόνον εἶναι ἐλλιπὴς, ἀλλὰ σήμερον εἶναι καὶ σκανδαλώδης. Ἔρχονται ζωντανὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις δὲν εἶναι πλέον διοίκησις, καὶ ὅτι οἱ φόροι δὲν πληρώνονται ἐπακριβῶς· δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν λαθρεμπορίων, διότι σήμερον ταῦτα εἶναι ἐπιστήμη, εἶναι ἐπιστήμη ὑποστηριζομένη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰσχύοντας. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀκούσατε, κύριοι. Κατὰ τὰ 1864, κατὰ τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνηνώθη ἡ Ἑπτάνησος μεθ’ ἡμῶν, εἰσήχθη τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῶν φόρων ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως καὶ συνεζητήθη διὰ μακρῶν. Οὐδεὶς τῶν κκ. Ἑπτανησίων—καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι τότε, ἄς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ σημερινοὶ νὰ εἴπω, ἦσαν πολὺ σπουδαιότεροι τῶν σημερινῶν—καθὼς καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι εὕρισκε τὴν ἀφομοίωσιν ἐπιβλαβῆ. Ἠγόρευσαν καὶ ἐκ τῶν δύω μερῶν καὶ ἐπὶ τέλους ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἀρνοῦνται τὴν ἀφομοίωσιν, ἀπαιτεῖται ὅμως χρόνος· «καὶ μὴ θελήσητε», ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, «νὰ μᾶς πικράνητε ἅμα ὡς ἡνώθημεν, καὶ «πρὶν λάβωμεν καιρὸν νὰ συνεννοηθῶμεν κατὰ τίνα τρό«πον θὰ εἰσάξωμεν τοὺς φόρους τοὺς ἰδικούς σας ἐν Ἑπτα«νήσῳ, ἢ σεῖς θὰ εἰσάξητε τοὺς τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν «παλαιὰν Ἑλλάδα». Καὶ ἐν τούτοις, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ 1864, ὅτε πληροῦνται ἢ ἐπληρώθησαν μάλιστα πρὸ δύω μηνῶν 20 ὁλόκληρα ἔτη, δὲν ἠμπόρεσε νὰ γίνῃ τίποτε· διότι οὐδέποτε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ὑπῆρξε τῶν ἰσχυόντων φροντίς. Τὸ μόνον μέλημα ὑπῆρξε πάντοτε τὸ ἀντικείμενον τῆς πολιτικῆς αὐτῶν, πῶς νὰ κρατήσωσιν ἐπὶ μακρότερον εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν τὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν εἰς τὰ αὐτὰ ἔκτοτε. Ἀπὸ τῆς εὐτυχοῦς ἐποχῆς τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μέχρι σήμερον ἡ καλλιεργία ἐν Ἑπτανήσῳ ἀνεπτύχθη τεραστίως εἰς τὴν σταφίδα τῶν ἀμπέλων καὶ τὴν ἐλαιοφυτείαν. Καὶ μολονότι ἀνεπτύχθη, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Λευκὰς καθ’ ὅλου δὲν εἶχε σταφίδα, σήμερον δὲ, κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἔχω, καὶ αὐταὶ εἶναι ὀρθαὶ, — ἐζήτησα ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τὰς δεούσας πληροφορίας, ἀλλὰ μοὶ ἠρνήθησαν αὐτὰς, διότι σήμερον δὲν δύναται ὁ Ἀντιπολιτευόμενος οὔτε πληροφορίας νὰ ἔχῃ — ἡ Λευκὰς ἐξάγει ἕως 4,000,000 σταφίδος, ἐνῷ τότε δὲν εἶχον οὔτε λίτραν. Μὲ τοῦτο θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἀνάπτυξις τῆς καλλιεργίας τῆς σταφίδος, τῆς ἀμπέλου, τῆς ἐλαίας καὶ τῶν σιτηρῶν ἀκόμη. Καὶ ἐν τούτοις ἡ φορολογία παρουσιάζει ἀντίθετα ἀποτελέσματα· τὰ ἄρτια ἔτη εἶναι καὶ δυστυχέστερα, τὰ δὲ περιττὰ εἶναι τὰ εὐτυχέστερα κατὰ τὴν φορολογίαν τῆς Ἑπτανήσου. Λαμβάνω λοιπὸν ἓν ἔτος ἄρτιον, τὸ 1862, καὶ ἕτερον ἔτος ἄρτιον, τὸ 1882, μετὰ 20 ἔτη, τουτέστι καὶ ὅτε ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα τῆς καλλιεργίας. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν εἰσπράξεων ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καίτοι τῆς τελευταίας ἐπαυξησάσης τοὺς φόρους αὐτούς; ἀκούσατε. Εἰς τὰ 1862 τὸ ἔλαιον ἐπλήρωσε φόρον ἐξαγωγῆς 51,688 λίρας στερλίνας, τόσα σελλήνια καὶ τόσα δηνάρια· τὰ ἀφίνομεν αὐτά. Ἡ σταφὶς ἐπλήρωσε φόρον ἐξαγωγῆς κατὰ τὸ 1862 λίρας 28,277 καὶ ὁ οἶνος 753 λίρας στερλίνας. Αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν, ἂν μετατραπῇ εἰς φράγκα, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε κατὰ τὸ 1862, φέρει 2,115,728 χρυσᾶ φράγκα ἀγγλικῆς λίρας. Κατὰ δὲ τὸ 1882 ἠξεύρετε ποῖον ποσὸν φέρει; 1,600,000, τουτέστι 550,000 ὀλιγώτερον, ἐπληρώθησαν δὲ εἰς γραμμάτια, ἃ ἠξεύρευτε ποίαν ἀξίαν εἶχον κατὰ τὸ 1882. Αὐτὸ εἶναι τεκμήριον τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς διοικήσεως τοῦ Τόπου. Δίδω τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ἵνα ὁμιλήσω καὶ πάλιν. (Ὅρα Παράρτημα). Τελειώνω, κύριοι, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπιστήσητε σπουδαίως τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ἡ χρεωκοπία μετ’ οὐ πολὺ θέλει κρούσει τὰς θύρας τοῦ Δημοσίου ταμείου. Καὶ πέρυσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ἰσχυρίζοντο οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι ἔκαμον τὸ δάνειον, ὅπως ἐνεργήσωσι παρασκευὰς, τοῖς ἔλεγον: προβάλλετε τὰς παρασκευὰς διὰ νὰ κάμητε τὸ δάνειον. Καὶ πέρυσιν ἔλεγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ὅτι ἐὰν συνομολογήσωμεν αὐτὸ τὸ δάνειον, ἡ οἰκονομικὴ κρίσις καὶ ἡ οἰκονομικὴ χρεωκοπία τοῦ Τόπου εἶναι ἄφευκτος. Καὶ ἐφέτος λέγω καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν πιστεύῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις περιῆλθεν ἤδη εἰς ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἶναι εἰς θέσιν νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὸν Δημόσιον θησαυρὸν 85,000,000 φράγκα, πλανᾶται καὶ πλανᾶται πλάνην οἰκτράν. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις). Λέγω λοιπὸν καὶ ἐφέτος, ὅτι, ἐὰν δὲν λάβητε πρόνοιαν, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ᾖναι ὀδυνηρὰ καὶ ἡ κρίσις δὲν θὰ ᾖναι πλέον πολιτικὴ, ἀλλὰ θὰ ᾖναι κοινωνική. Ἐὰν πιστεύητε, ὅτι οὕτω βαδίζοντες οἰκονομικῶς, δύνασθε νὰ ἔχητε στρατὸν καὶ ναυτικὸν μετὰ δύω ἔτη, πλανᾶσθε καὶ πλανᾶτε καὶ τὸν Τόπον. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον οἰκτρὰ, ὥστε θὰ ἐξαναγκάσῃ μετ’ ὀλίγον τὸ Ἔθνος νὰ διαλύσῃ καὶ στρατὸν καὶ ναυτικὸν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει. Πολλὰ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦ τύπου, περὶ τῆς προόδου τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ περὶ τῆς ἐσκωριασμένης ἐποχῆς τοῦ παρελθόντος· ἀλλ’ ἡ ἐσκωριασμένη ἐποχὴ τοῦ παρελθόντος, μολονότι εἶχεν ἐνώπιόν της καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ 1881, ὅτε ἡ περίστασις ἦτο ἀνώμαλος καὶ ἠδύνατο ν’ ἀναφθῇ ἡ φλὸξ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἐξέδωκε τὸ δάνειον εἰς μεγαλειτέραν τιμὴν ἀπὸ τὴν τιμήν, εἰς ἣν τὸ ἐξέδωκαν οἱ νεωτερισταὶ, οἱ ἐπιστήμονες. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου εἶναι ἀθλία· οἱ φορολογούμενοι καταδιώκονται ὡς ἔλαφοι ἐπὶ τῶν ὀρέων, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τῶν φορολογουμένων, κατὰ τῶν κεφαλῶν τῶν φορολογουμένων, ἐψηφίσατε σεῖς σύλληπτρα καὶ τοὺς ἐξισώσατε μὲ τοὺς κακούργους. Σᾶς λέγω τώρα, ὅτι ὀφείλετε νὰ σκεφθῆτε νὰ ἐλαφρώσητε τὰ βάρη τοῦ Τόπου καὶ τοῦ λαοῦ, διότι ἄλλως τὸ ἀνάθεμα καὶ τ’ ἀποτελέσματα θὰ πέσωσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ὑμῶν. (Ἐπευφημίαι, χειροκροτήματα, συριγμοὶ καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ τῶν ἀκροατηρίων, κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ λάβητε μίαν πρόνοιαν;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μία ἀπὸ τὰς προνοίας θὰ ᾖναι νὰ προσπαθήσωσιν οἱ κκ. Βουλευταὶ νὰ ὁμιλῶσιν εὐσχημότερον. Τὸ ΣΤʹ Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἰθάκης· ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς συνέταξε καὶ κατέθηκε τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων αὐτῆς. (Ὅρα Παράρτημα).
§12Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, περὶ τῶν ἀκροατηρίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνεται πλέον λόγος. Προχθὲς παρέστησα πῶς εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλὴν ὡρισμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀπό τινων ἡμερῶν συνεργάζονται μετὰ τῆς Κυβερνήσεως· σήμερον ἐρχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν εἶδον εἰς τὴν εἴσοδον ἄτομόν τι μελαγχροινόν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διωρισμένος ὤν διευθυντὴς καπνοκοπτηρίου εἰς Κέαν· ὁ ἀξιωματικὸς ἤθελε νὰ τὸν ἐξαγάγῃ τοῦ Βουλευτηρίου, ἀλλ’ ἔλαβε μετὰ ταῦτα διαταγὴν νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ περιπολῇ τὰ δωμάτια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐπὶ κεφαλῆς καπνοκοπτῶν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων.
§13ΦΩΝΗ ΕΚ ΤΩΝ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΩΝ. Ψεῦδος.
§14Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἰδού τον· αὐτὸς εἶναι. Ὁμολογῶ, ὅτι βαθεῖαν μοὶ ἐνεποίησαν ἐντύπωσιν αἱ ἀποκαλύψεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων κ. Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ, ἀτυχῶς δὲ αἱ πλεῖσται τούτων βασίζονται εἰς ἔγγραφον δημοσιευθὲν, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἀνήκει εἰς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Τραπέζης τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ Νόμου ὤφειλε νὰ περιβληθῇ τὴν κύρωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως πάντα τὰ ἐν τούτῳ γραφόμενα εἶναι ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν ἔκρινε δέον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀφωμοίωσε τὸ δάνειον τῶν 170,000,000 πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120, 000,000; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δάνειον ἄρτιον καὶ αὐτοτελὲς ἐξέδωκεν οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 1, ὃν ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἡ πρώτη μετοχή, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 241,000; Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τούτων, ἐν καιρῷ δὲ θέλομεν ἐξετάσει ὁποίας ὠφελείας δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν ὁμάδα ἡ ἀφομοίωσις αὕτη. Ἑτέρα ἀμφιβολία ἐγερθεῖσα ἐν ἐμοὶ εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ δάνειον ἐκδίδεται τὴν 22 Νοεμβρίου, ὅτε οἱ μέλλοντες νὰ δηλωθῶσιν ὡς ἀγορασταὶ θὰ πληρώσωσι 346.50 φράγκα, τὴν δὲ 1 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ μετὰ 8 ἡμέρας, θὰ ἐκδοθῇ τοκομερίδιον πρὸς πληρωμὴν φράγκων 12.50. Τίς θὰ λάβῃ τὰ 12.50 ταῦτα φράγκα; Τίς θὰ λάβῃ τὰ 12.50 ταῦτα φράγκα τοῦ ἑνὸς τοκομεριδίου, τὰ ὁποῖα ἀθροιζόμενα ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν τῶν 2,750,000 δραχμῶν; Οἱ ἐγγραφησόμενοι, ἢ ἡ ὁμὰς, ἡ ἀναλαβοῦσα τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου; Ἀλλὰ τὸ ἀτυχὲς καὶ ἐπιβλαβὲς τῶν ἀποφάσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τοῦ νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας φέρει καὶ ἕτερον κακόν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν Ἑλλάδι, θὰ πληρώσωσι βεβαίως εἰς γραμμάτια τραπεζικά· ἀλλὰ θὰ πληρώσωσι 346 καὶ 50)00 φράγκα; ὄχι. Τὸ ὁρίζει μάλιστα μία ὑποσημείωσις, ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ὁρίσῃ τὴν τιμὴν, εἰς ἣν θὰ δεχθῇ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια. Θὰ προσέλθωσι λοιπὸν οἱ ἀγορασταὶ προσάγοντες γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς ἢ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ θὰ τοῖς εἴπωσι, θέλομεν χρυσὸν ἢ γραμμάτια τραπεζικὰ εἰς οἵαν τιμὴν ὡρίσαμεν ἡμεῖς ταῦτα.
§15ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἂς μὴ ἀγοράσωσι.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅλοι ἡμεῖς ἔχομεν ἐνδιαφέρον νὰ μεριμνῶμεν καὶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγοράσωσιν, ὄχι μόνον ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θ’ ἀγοράσωσιν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Νόμου νὰ προστατεύῃ τὴν ἄγνοιαν τοῦ κοινοῦ κατὰ τῶν θελόντων νὰ ἐξαπατήσωσιν αὐτό. Οἱ μέλλοντες λοιπὸν ν’ ἀγοράσωσι, θὰ προσέλθωσι νὰ καταβάλωσι πλὴν τῶν 346.50 καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ 2 ἢ 3%, ἤτοι 8–10 περίπου δραχμὰς κατὰ μετοχήν· τὴν 22 Νοεμβρίου θὰ γείνῃ ἡ δημοσία ἐγγραφὴ, ἡ ὁποία ἐλπίζω καὶ εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς νὰ ἐπιτύχῃ· τὴν 25, 20 ἢ τὰ μέσα Δεκεμβρίου θὰ γείνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸν εἰσηγητήριον τοῦ Προϋπολογισμοῦ λόγον του, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ γείνῃ, ἂν ἐπιτύχῃ, ἡ ἐγγραφὴ τοῦ δανείου. Τότε τὰ 10 φράγκα ἐπὶ ἑκάστην μετοχὴν τί θὰ γείνωσιν; Ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς λέγει ποίαν ἀναλογίαν ἐκ τοῦ δανείου θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ δοθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐν Ἑλλάδι, τὸ δὲ πρόγραμμα λέγει ἁπλῶς, τὸ ὁρισθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ποσόν.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καθωρισμένον τὸ ἐν Ἑλλάδι διατεθησόμενον ποσόν· δὲν ὑπάρχει διάκρισις ποσοῦ κατὰ ἀγοράς.
§18ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνώσατε, κύριε Ζυγομαλᾶ, διότι χρήζει διασαφήσεως· λέγει «Ἑλληνικὴ ἀγορά»· πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένον τότε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ.
§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα, ῥητῶς λέγει τὸ πρόγραμμα, τὸ ἐνθυμοῦμαι ἄριστα· ἰδού: (ἀναγινώσκει). Ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἐπιφυλαχθὲν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀγοράν;
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ φανῇ ἡ ἀναλογία τῆς ἐν Ἑλλάδι ἐγγραφῆς· ἡ δ’ ἀναλογία τῆς ἐγγραφῆς θὰ κανονίσῃ τὴν ἀναλογίαν τῆς διανομῆς.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ μοὶ ἐμποιεῖ τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν.
§22ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ κέρδος ἐκ τῆς καταβολῆς τῶν δόσεων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, θὰ εὑρίσκουν συμφέρον οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον νὰ ἐγγραφοῦν ἐν Ἑλλάδι ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότεροι διὰ νὰ ὑπάρχῃ μεγαλείτερον κέρδος, θὰ ζημιωθῇ ὁ Τόπος· ὑποστηρίζω τὴν ἰδέαν σας.
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως, εὐχαριστῶ. Κύριοι, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ προξενεῖ λυπηροτάτην ἐντύπωσιν. Ὅταν εἶδον ἐνταῦθα τὴν διάταξιν ταύτην, ἀμέσως ἀνεπαύθην ὀλίγον καὶ εἶπον, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ Κυέρνησις ἐμερίμνησεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς μεταλλικὸν, ἄργυρον, τοὐλάχιστον ἐφρόντισε νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπέθεσα, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος αὐτοῦ θὰ ἦναι δάνειον πράγματι ἐξωτερικόν· σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διαψεύδει τὰς ἐλπίδας μας καὶ μᾶς λέγει, ὅτι ἂν ἐν Ἑλλάδι ἐγγραφῶσι διὰ 220 χιλιάδας μετοχὰς, τὸ δάνειον αὐτὸ ἔχει καλῶς, καὶ ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προσδιορίσῃ ὡρισμένον ποσὸν διὰ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἐγγραφησομένους, ὅπως τὸ δάνειον ᾖ πράγματι ἐξωτερικόν. Τί κέρδος λοιπὸν ἔχομεν, κύριε Πρωθυπουργέ; Ποῦ εἶναι τὰ ἑκατομμύρια καὶ τὰ χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρετε ἐκ τῆς Εὐρώπης, ὅταν τὸ δάνειον ἐγγραφῇ καὶ καλυφθῇ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Ποῦ τὰ 80 ἑκατομμύρια τοῦ μεταλλικοῦ δι’ οὗ ἐκαυχᾶσθε προχθὲς ἔτι, ὅτι θὰ ἀντικαταστήσητε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια;
§24ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἐγγραφὴ θὰ γίνῃ εἰς τὴν Εὐρώπην· δὲν θὰ γίνῃ μόνον ἐδῶ.
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ τὴν ἄλλην φορὰν, κύριε Πετσάλη, ὅταν συνεζητοῦμεν τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων, τὴν νύκτα ἐκείνην τὴν πολυθρύλητον περὶ τὴν 2αν ὥραν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, σοὶ ἔλεγον, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Νόμου περὶ τῆς λήψεως τῶν χρημάτων εἰς μεταλλικὸν εἶναι ἐπιβλαβὴς, ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ἡ φράσις καὶ εἶναι τεθειμένη ἐπίτηδες καὶ ἐζήτησα νὰ τεθῇ ὡρισμένως ἡ λέξις «χρυσός»· τότε σεῖς μὲ διεκόψατε καὶ εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρωθῇ τὸ Δημόσιον εἰς ἄργυρον, καὶ εἴπατε, ὅτι εἰς τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν δὲν συμβαίνουν ταῦτα· ὁ δὲ κ. Δραγούμης, θέλων νὰ εἰρωνευθῇ, μοὶ εἶπε, βέβαια εἰς χαλκὸν θὰ πληρωθῇ, καὶ τότε ἠναγκάσθην νὰ κάμω ἐγὼ ἐξήγησιν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, καὶ ἐξήγησα τί σημαίνει χαλκός, ἄργυρος, χρυσὸς καὶ ποία διαφορὰ δύναται νὰ προέλθῃ πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσε χθὲς, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ δανείου κατεβλήθη εἰς ἄργυρον καὶ ἠναγκάσθη νὰ πληρώσῃ διαφορὰν διὰ νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς χρυσόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ πάλιν πλανᾶσθε ἀτυχῶς, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγκάζεται, πιεζόμενος, νὰ παραβλάπτῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου χάριν ὀλίγων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην προστασίας, φαίνεται, διὰ νὰ ἀπολαύσουν ἐξ Ἑλλάδος πολλά. Ἐννοεῖτε λοιπὸν, κύριοι, ἐκ τῶν ὑπαινιγμῶν καὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ ἐκ τῶν ἀμφιβολιῶν, αἵτινες γεννῶνται ἐν ἐμοὶ, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Νόμον ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐπίσημον, καὶ τὸ ὁποῖον διαψεύδει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ φῶς, νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν διατί πρὸ τῆς ἄρσεως προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου, τί χρήματα ἔλαβε, τί χρήματα θὰ δώσῃ, τί συμβάσεις ἔχει μυστικὰς ἢ φανεράς· πρέπει νὰ δοθῇ φῶς, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ προσέλθῃ τὸ Ἑλληνικὸν, θὰ προσέλθῃ τὸ Εὐρωπαϊκὸν κοινὸν νὰ ἀγοράσῃ τὰς μετοχὰς αὐτάς. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀπατῶμεν οὐ μόνον τοὺς Ἕλληνας, ἀλλὰ καὶ τοὺς Εὐρωπαίους, διότι ἂν τοὺς ἀπατήσωμεν ἅπαξ, θὰ κηρυχθῶμεν κακῆς πίστεως καὶ τοῦτο οὐδόλως συμφέρει εἰς τὸν Τόπον, οὗ τὴν πίστιν ἀντὶ τόσων θυσιῶν κατωρθώσαμεν μὴ ἀμφισβητήσιμον.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Δὲν προτίθεμαι ἤδη νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν, διότι περὶ ταύτης βεβαίως ἡ Βουλὴ θέλει λάβει πρόνοιαν, ἵνα προσδιορίσῃ κατάλληλον ἡμέραν, καὶ δὲν εἶναι πρέπον καθ’ ἑκάστην συνεδρίασιν ἡμῶν νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ὅτε προχθὲς ἠγόρευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ κατόπιν αὐτοῦ οὐδεὶς ἐζήτησε τὸν λόγον, ἐδικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἐπεφυλάχθη ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ ἐν γένει τὰ τοῦ θέματος ἐν ἄλλῃ καταλληλοτέρᾳ εὐκαιρίᾳ. Ἡμεῖς ὑποθέτομεν ὅτι κατάλληλος εὐκαιρία εἶναι ἡ ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ οἱανδήποτε ἡμέραν καὶ πρότερον εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ποιήσωμεν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως ἐκείνης. Ἤδη ἔρχομαι μόνον νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς εἰς τὰς ἐκφρασθείσας ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἐκδοθέντος. Ἐῤῥέθη ὅτι θέλουσιν εἶναι δεκτὰ κατὰ τὴν ἐνταῦθα ἐγγραφὴν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ. Τοῦτο βεβαίως οὕτως ἔπρεπε νὰ γείνῃ· οἱ συμβαλλόμενοι ἐζήτουν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ᾖναι δεκτὰ τὰ γραμμάτια ἐπὶ τῷ ἀρτίῳ ἄνευ προσθήκης, καὶ τοῦτο πρὸς ὄφελος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν, τὸ δάνειον πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς μεταλλικὸν, οἱ καταβάλλοντες πρέπει νὰ καταβάλωσι μέταλλον. Τοῦτο εἶναι ὑποχρέωσις ἐκ τοῦ νόμου· ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γείνῃ ἡ καταβολὴ ἄλλως παρὰ εἰς μεταλλικὸν ἢ εἰς τὸ ἀντάλλαγμα τὸ ἀγοραῖον τοῦ μετάλλου. Τώρα ποία εἶναι ἡ ὁριστέα ἀναλογία τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου πρὸς τὸ μεταλλικὸν, ταύτην κανονίζει ἡ τρέχουσα τιμὴ κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν γίνεται ἡ πρᾶξις. Ἐὰν ἄλλην ἠθέλομεν δεχθῆ διατίμησιν, ἠθέλομεν παραβιάσει τὸν νόμον. Οὐδὲ καλῶς ἐνοήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἡ ἐν τῷ προγράμματι φράσις, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ ἐζημιοῦτο, ἐὰν κατὰ τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ ἐγίνετο εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἡ εἰς τὸ ἄρτιον ἀποδοχὴ τραπεζικῶν γραμματίων· διότι ἐσφαλμένως ἐνόμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐγίνετο ὑπὲρ τῆς ὁμάδος ἡ ὑπὸ τὸ ἄρτιον διατίμησις τῶν γραμματίων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἄλλως ἐγίνετο, ὁ νόμος τοῦτο θέλει, θέλει πληρωμὴν εἰς μέταλλον· ἑπομένως διατίμησιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἐξισουμένην πρὸς τὸ δι’ αὐτῶν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀποκτώμενον μέταλλον. Ἐγένοντο καὶ ἄλλαι παρατηρήσεις ὑποθέτουσαι, ὅτι ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου ὑπάρχει ἀντίθετον συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὁμάδος. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἐκδόσει τοῦ δανείου ὑπάρχει τὸ αὐτὸ συμφέρον ἀμφοτέρων, διότι ἡ μὲν ὁμὰς ἔχει ἠγορασμένας 55,000,000 δραχμῶν ὁμολογίας, τουτέστιν 110 χιλ. ὁμολογίας, τὸ δὲ Δημόσιον ἐπεφυλάχθη ὑπὲρ ἑαυτοῦ 120 χιλ. ὁμολογίας· ὑπάρχουσι δὲ καὶ 110 ἕτεραι χιλ. ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρουν ἐπίσης καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὁμάδα, διότι πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς συμβάσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως διανέμεται μεταξὺ τῆς ὁμάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως κοινὸν ὑπάρχει τὸ συμφέρον καὶ τῆς ὁμάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ δάνειον ἐκδοθῇ ὅσον ἔνεστιν εἰς ἀνωτέραν τιμήν· δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετον συμφέρον, τουτέστιν ἡ ἐλάττωσις τῆς τιμῆς νὰ ὠφελῇ ἐκείνην, ἐνῷ βλάπτει τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς, ἐνῷ ὠφελεῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ βλάπτῃ τὴν ὁμάδα. Ὁ κανονισμὸς ἄρα παρὰ τῆς ὁμάδος ἐγγυᾶται ὅτι θὰ ληφθῇ πᾶσα φροντίς, ὥστε τὸ δάνειον νὰ ἐκδοθῇ κατὰ τρόπον παρέχοντα σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τὰς πλείονας πιθανότητας ὅτι θὰ ᾖναι ὅσον ἔνεστιν ἐπιτυχής. Τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν χάριν τῆς ἐπιτυχίας ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας. Ἐῤῥέθη δὲ ὅτι πρόκειται νὰ ἐξαπατηθῇ ἡ κοινωνία, καὶ νὰ παρασυρθῇ ὅπως πιστεύσῃ, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι τὸ δάνειον τῶν 120,000,000. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ πιστεύσῃ, ἀφοῦ τὸ νέον δάνειον ὀνομάζεται δάνειον τῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ ἄλλη τιμὴ ὁρίζεται ἐπὶ τῇ ἐκδόσει αὐτοῦ, ἀφοῦ ἄλλαι εἶναι αἱ παρομαρτοῦσαι ἐγγυήσεις; Ἂν ἕνεκα λογιστικῆς εὐκολίας ἐγένοντο τὰ δέοντα, ἵνα ὑπάρχῃ ἀφομοίωσις εἰς τὰς πληρωμὰς, τοῦτο κατὰ τί δύναται νὰ ἀπατήσῃ τὴν κοινωνίαν; Ἄλλως δὲ ἐν τῇ ἀρχικῇ συμβάσει ἐτέθη διορία πρὸς ἐξόφλησιν ἡ αὐτὴ τοῦ προηγουμένου δανείου, δηλ. ἐτέθησαν ἐν τῷ νεωτέρῳ δανείῳ ὀλιγώτεραι ἐξοφλήσεις, ἵνα συμπίπτῃ ἡ τελικὴ ἐξόφλησις κατὰ τὴν αὐτὴν καθ’ ἣν καὶ ἡ τοῦ παλαιοτέρου ἡμέραν. Τοῦτο βέβαια εἶναι εὐκολία λογιστικὴ καὶ πλεονέκτημα ἀμφοτέρων τῶν δανείων· διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ δάνεια ἔχουν ὁμοιότητα περὶ τὸν τύπον, περὶ τὰς ἐποχὰς τῆς ἀποτίσεως τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων καὶ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ κεφαλαίου, ἀποκτῶσιν εὐρυτέραν πελατείαν· ἄλλαις λέξεσιν ἡ διατύπωσις τῶν δανείων πρὸς τὸ ὁμοιόμορφον συντελεῖ εἰς ἀνατίμησιν αὐτῶν. Ἐγένετο ἄρα πᾶσα προσπάθεια, ὥστε ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὁ τύπος τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων νὰ ᾖναι ἀφωμοιωμένος πρὸς τὸν τύπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς ἐξοφλήσεως καὶ ὡς πρὸς τὰ λοιπά. Ὡς πρὸς τὴν ἐν Ἑλλάδι ἔκδοσιν, δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν αὐτῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς κατ’ ἀρχὰς ἐφαίνετο ὁμιλῶν ὡσανεὶ ἤθελε νὰ ᾖναι τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἐν Ἑλλάδι ἐκδοθησόμενον, μεγαλείτερον καὶ ἐφοβεῖτο — τοὐλάχιστον τοῦτο εἶχον ὑποθέσει ἐξ ὅσων εἶπεν — ἐφοβεῖτο μήπως δὲν προσδιορισθῇ ποσὸν ἱκανῶς μέγα διὰ τὴν Ἀθηναϊκὴν ἀγοράν· ἤδη βλέπω ὅτι ἄλλο θέλει, δηλαδὴ νὰ προσδιορίσωμεν ποσὸν μικρότερον, διὰ νὰ μὴ δύναται ἡ ἀγορὰ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ λάβῃ μέγα μέρος. Τοῦτο τὸ δικαίωμα δὲν εἰξεύρω πόθεν ἠθέλομεν ἀρυσθῇ, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν ἀγορὰν τοῦ ἀναλογοῦντος αὐτῇ ἐκ τοῦ δανείου. Ἡ φράσις, ἡ τεθεῖσα ἐν τῷ προγράμματι, ἀφορᾷ εἰς ἄλλο, ἀφορᾷ εἰς τὴν διανομὴν, ἥτις θέλει γείνει κατόπιν τῶν ἀποτελεσμάτων· τότε θέλει φανῆ ἑκάστη ἀγορὰ ποίαν ἀναλογίαν ἐζήτησε, καὶ ἀναλόγως τῆς ζητήσεως αὐτῆς, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ζήτησις εἶναι ὑπερτέρα τῆς προσφορᾶς, πῶς θέλει γίνει ἡ διανομή. Τὴν ἰδέαν τὴν ἄλλην τοῦ κ. Βουλευτοῦ τοῦ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἀγορὰν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει, δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωμεν. Ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ τῆς ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν σήμερον, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ λάβωμεν τοιαύτην πρόνοιαν, διότι ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ λάβῃ μέγα μέρος, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἐπιτύχῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ὅπερ πάντες εὐχόμεθα, θὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τελικῶς βεβαίως καὶ τὸ δάνειον τοῦτο θὰ καταλήξῃ ἐνταῦθα, θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν τόπον ἐξ οὗ ἀποῤῥέει, διότι παντοῦ τὰ δάνεια ἔχουσιν ἀνωτέραν ἀξίαν ἐν τῷ τόπῳ τῆς συστάσεως ἢ ὅσην ἔχουσιν ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀρχικὴ τοποθέτησις δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ γίνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θὰ ἐπανέλθῃ δὲ κατόπιν, καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν τιμήν· βεβαίως τοῦτο θέλει φέρει ζημίαν, ἡ δ’ εὐχὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως ἐλάχιστον μέρος τοῦ δανείου τοποθετηθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν τῇ χώρᾳ, δὲν εἶναι ὀρθῶς ἐσκεμμένη, ἀφοῦ τὸ μὴ τοποθετησόμενον ἤδη θὰ ἐπανέλθῃ κατόπιν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς ξένης ἀγορᾶς, ἥτις τὸ ἀπέκτησεν ἐπὶ τῇ ἐκδόσει. Εὐκτέον θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς νὰ ἐπέτρεπεν αὐτῇ, ὅπως μετάσχῃ τοῦ δανείου γενναιότερον ἢ ὅ,τι θὰ μετάσχῃ· ἀλλ’ ὅπως καὶ ἂν ἔχωσι τὰ περὶ τούτου, οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, βλέπω παρεχομένην ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ δημοσιευθέντος. Ἐγένετο προσέτι καὶ παρατήρησις, ὡς πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης κατὰ τύπον ἀφομοιώσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων πρὸς τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων θέλουσιν ἐπέλθει καὶ ἄλλαι ζημίαι, τουτέστι καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου νὰ πληρώνῃ εἰς χρυσὸν, ὡς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ καὶ ἐν τῷ δανείῳ τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ ἐν τῷ δανείῳ τούτῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ Κράτη τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως νὰ πληρόνῃ εἰμὴ ἐν τῷ νομίσματι τῶν Κρατῶν τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως. Πῶς δύναται ἐκ τοῦ τύπου, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἐκδίδεται τὸ δάνειον, καὶ ἐκ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους φέρουσιν αἱ ὁμολογίαι, νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τοῦ δανείου; Οἱ ὅροι τοῦ δανείου κανονίζονται ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ Νόμου τοῦ δανείου. Κατὰ τὸν καταστατικὸν αὐτοῦ Νόμον ἐφ’ ὅσον πληρόνεται τὸ δάνειον ἐν Ἐπικρατείᾳ τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως, θὰ πληρόνεται εἰς νόμισμα τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως. Ἄλλως τε ἀμφιβάλλεται ἂν συμφωνία δύναται νὰ γίνῃ ἐν Γαλλίᾳ περὶ πληρωμῆς ἐν ἄλλῳ νομίσματι ἢ τὸ νόμιμον τῆς Γαλλίας. Εὐτυχῶς μέχρι τοῦδε, καίτοι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς ἀργύρου καὶ χρυσοῦ εἶναι μεγίστη, εἶναι σχεδὸν 19%, ὡς πρὸς τὸ νόμισμα ὅμως τὸ ἀργυροῦν τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως ἡ τοιαύτη διαφορὰ δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἐλαχίστη πρὸς τὸ παρόν. Ἐν τῷ μέλλοντι πιθανὸν νὰ καταστῇ ἡ διαφορὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν ἄργυρον τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως μεγαλειτέρα, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν τὴν ὠφέλειαν ἐν τῷ δανείῳ τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ὅτι ἐν ταῖς Ἐπικρατείαις τῆς Λατινικῆς ἑνώσεως θὰ δυνάμεθα νὰ πληρώνωμεν ἐν τῷ νομίμῳ νομίσματι τῶν Ἐπικρατειῶν ἐκείνων, τὰ δὲ σήμερον κανονιζόμενα περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐκδοθῇ τὸ δάνειον, καὶ τοῦ τύπου τῶν ὁμολογιῶν, κατ’ οὐδὲν δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσιν τὰς ῥητὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλομένας,
§27Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔδωκε διασαφήσεις τινὰς ἐπί ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Αἱ ἐρωτήσεις ὅμως αὗται ἐπήγαζον ἀκριβῶς ἐκ τοῦ προγράμματος τοῦ ἐκδοθέντος περὶ τῆς προσεχοῦς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ἀπέφυγεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δώσῃ διασάφησίν τινα ἐπὶ ἄλλης τινὸς ἐρωτήσεως κυρίας καὶ θεμελιώδους, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν αὐτῷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, καὶ ἀπέφυγεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων διὰ τῆς ὁμιλίας αὑτοῦ ἐζήτησε καὶ ἐπανήγαγεν ἐνώπιον ἡμῶν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ἤδη περατωμένη. Εἶναι πρόσφατος ἀκόμη καὶ νωπὴ εἰς τὰς ἀκοὰς ὑμῶν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων· ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ δὲν ἐσκόπει νὰ ἐπαναγάγῃ τὴν μικρὰν ἐκείνην συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ ἥτις δὲν ἦτο συζήτησις, ἀλλὰ συνίστατο εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν διὰ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐσφαλμένως ἐκτεθέντων πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ δύναται νὰ διαιρεθῇ καὶ διαιρεῖται εἰς δύο κεχωρισμένα μέρη· τὸ μὲν πρῶτον μέρος αὐτῆς εἶναι εἰσήγησις νομοθετημάτων φορολογικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐνόμισε, δυνάμει τοῦ δικαιώματός του, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἠρκέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων νὰ καταθέσῃ ἁπλῶς τὰ νομοθετήματα αὑτοῦ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀλλὰ πεπεισμένος ὅτι εἶχον μεγάλην σημασίαν, ὡς ἐφαπτόμενα ἐντελῶς τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὀρθῶς ποιῶν συνώδευσε τὴν κατάθεσιν τῶν Νομοσχεδίων αὑτοῦ δι’ εἰσηγήσεως, ἥτις περιεστράφη περὶ τὴν ἔρευναν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ τὰ ἐκ ταύτης πορίσματα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πετιμεζᾶ· τὸ πρῶτον ὅμως μέρος εἶναι ἀρτία καὶ πλήρης ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ἀπηύθυνεν ἐν δέοντι, καὶ ἥτις ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπευθυνθῇ καθ’ ὃν χρόνον ἀντηλλάγησαν ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἡ ἀναίρεσις τῶν διὰ τῆς εἰσηγήσεως αὐτοῦ ἐσφαλμένως ἐκτεθέντων πρὸς τὴν Βουλήν. Καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἐδόθη ἀπάντησις εἰς τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν ὑπ’ ἐμοῦ, δὲν ὑπῆρχε δεδημοσιευμένον τὸ πρόγραμμα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Τοῦτο ἐξεδόθη προχθὲς, καὶ μόλις ἐξεδόθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐζήτησε προχθὲς νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπερώτησίν του· μὴ κατορθωθείσης ὅμως τότε ἀπαρτίας, προσῆλθε σήμερον καὶ ἀπευθύνει αὐτήν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐπηρώτησε τὸ Ὑπουργεῖον, πῶς προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς, μελετήσας τὸν νόμον, ἐπείσθη ὅτι ἡ διασκευὴ τοῦ νόμου ἐνδείκνυσιν ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐπεκαλέσθη μάλιστα διὰ τοῦτο κείμενα τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, καὶ ὅταν εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ, καὶ ὅταν συνεζητήθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου, ἡρμήνευσεν οὕτως τὸν νόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία καὶ θεμελιώδης ἐπερώτησις, εἰς ἣν ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ δὲν ἐννοοῦμεν μὲν νὰ πιέσωμεν αὐτὸν νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ἀμέσως, ἐπιθυμοῦμεν ὅμως νὰ προσδιορισθῇ οἱαδήποτε ἡμέρα θέλει διὰ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν· διότι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πετιμεζᾶ εὑρίσκομεν ὀρθὴν πάντες καὶ συμμεριζόμεθα, καὶ θέλομεν λάβει μέρος εἰς τὴν συζήτησιν μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει δώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀπάντησιν.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰς διασαφήσεις ἐπὶ ἀποριῶν ἀπὸ τῶν συζητήσεων. Ὡς πρὸς μὲν τὰς συζητήσεις εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν οἱανδήποτε ἡμέραν θελήσωσιν οἱ βουλευταί, οἱ προβαλόντες τὰ θέματα, νὰ προσδιορίσωσιν· οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα μὴ θελήσωμεν ὅπως ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει γενικευθῆ, διότι τὰ ζητήματα συνδέονται πρὸς ἄλληλα, οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα μὴ παραδεχθῶμεν ὅπως ἄρξηται καὶ αὔριον. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν ἡ Βουλὴ φαίνεται μᾶλλον διατεθειμένη νὰ ἀναλάβῃ τοιαύτην συζήτησιν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἡ ἀναβολὴ ἀποχρῶν λόγος ἵνα μὴ δίδωμεν ἐξηγήσεις ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα φαίνονται μὴ ἔχοντα καθαρὰν τὴν ἔννοιαν· διὰ τοῦτο, τεθέντων ζητημάτων τινῶν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ δώσω τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἠκούσατε. Τὸ θέμα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, δὲν προκαλεῖ ἐξηγήσεις, ἀλλὰ συζήτησιν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, καίτοι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων οὐδόλως ἐνταῦθα παρέθεσε τὸν νόμον διὰ νὰ δείξῃ ποῦ στηρίζεται ἀξιῶν ὅτι κατὰ τὸν νόμον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν ὁμάδα νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐννοεῖται ὅτι τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ὁμάδος κανονίζει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ὅτε ὁ νόμος οὗτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἠγόρευσα καὶ ἐγὼ καὶ εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα παρετέθησαν, ἀλλ’ ὅ,τι ἐψήφισεν ἡ Βουλή, εἶναι ὁ νόμος, καὶ ὁ νόμος δεικνύει τίνα ἔννοιαν εἶχον τὰ παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντα. Τὰ τῆς ἐννοίας τῶν παρ’ ἐμοῦ ῥηθέντων θέλουσιν ἀναπτυχθῆ ἐν τῇ συζητήσει· ἀλλ’ ἐὰν καὶ σήμερον ἐγίνετο ἐρώτησις ὡρισμένη περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ἂν παρετίθετο ἐνταῦθα ἄρθρον τι τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον παραβιάζεται διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ δείξω διατί ἡμεῖς ἡρμηνεύσαμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην ὅπως ἡρμηνεύθη παρὰ τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειον. Καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω τὰ τοῦ νόμου, οὐδὲν περιέχει οὗτος ἐπιβάλλον εἰς τὴν ὁμάδα νὰ μὴ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον νῦν. Ἠξεύρω δὲ ὅτι, ὅταν ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίζετο παρὰ τῆς Βουλῆς, γενικὴ ἰδέα ἐπεκράτει ὅτι θὰ ἐξεδίδετο τὸ δάνειον μετὰ ἕνα ἢ δύω μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Ὅταν μάλιστα ἐγένετο λόγος ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ὁμάδα διορία δύω ἐτῶν πρὸς τὴν ἔκδοσιν, ἀπηντήσαμεν ὅτι τίθεται τοιαύτη διορία ἐν τῷ νόμῳ, ἵνα μὴ ἦναι δεσμευμένη ἡ ὁμάς, ἀλλ’ ὅτι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ταχεῖα θὰ ἦτο ἡ ἔκδοσις. Οὐδόλως ἐν τῷ νόμῳ ὑπάρχει ἡ ἔννοια ὅτι ἐδεσμεύετο ἡ ὁμὰς ἐκ τῆς ἐποχῆς τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἐθεώρει ἡ ὁμὰς ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὅτι εἰς ἐκείνην, ἔχουσαν κοινὸν συμφέρον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέκειτο νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐποχὴν πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ ἂν μὲν τὴν ἐξέλεγε μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θὰ εἶχεν ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκδόσεως αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς ἄρσεως· ἂν δὲ τὴν ἐξέλεγε πρὸ τῆς ἄρσεως, βεβαίως θὰ τὸ ἔπραττε, διότι θὰ εἶχε πεισθῆ ὅτι ἡ ἄρσις εἶχε καταστῆ τοσούτῳ βεβαία, ὥστε ἡ βεβαιότης περὶ αὐτῆς ἐπήνεγκε τὰς συνεπείας, ἃς θὰ προσεδοκῶμεν ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ γεγονότος τῆς ἄρσεως.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν καὶ ἡμεῖς ἐνομίζομεν, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον προεκηρύχθη ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, πρέπει νὰ περιλάβῃ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν καθόλου συζήτησιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελεν ἔχει ἄδικον. Τῷ ὄντι ἠδυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν καὶ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἠδυνάμεθα ν’ ἀναμίξωμεν τὰ πάντα καὶ νὰ ποιήσωμεν λόγον καὶ περὶ τοῦ καταλλήλου ἢ μὴ προσδιορισμοῦ τοῦ χρόνου πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ τοῦ χρόνου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων γίγνεται κατάδηλον ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ ἀναμίξωμεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου μὲ τὴν γενικὴν συζήτησιν τὴν πρὸ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν τοσούτῳ μᾶλλον, διὰ νὰ κατασταθῇ καταληπτὴ ἡ ἔννοια τῶν διαφόρων γνωμῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ συντελέσῃ ἡ ἀναβολὴ εἰς τὴν ἀποπλάνησιν καὶ τῶν ἀκουόντων ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ γνωμοδοτήσωσι, καὶ τοῦ κοινοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δυνάμεθα δὲ ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου καὶ ν’ ἀναμίξωμεν αὐτὴν μὲ τὴν γενικὴν συζήτησιν καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι ἡμεῖς δὲν ἀποδίδομεν πολιτικὴν σημασίαν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου· οὔτε εἶναι δυνατὸν ὅλαι αἱ συζητήσεις νὰ περιβάλλωνται διὰ πολιτικῆς χροιᾶς καὶ νὰ ἐπιδιώκωσι πολιτικὸν σκοπόν. Ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον, διότι πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς ἡμέρας, ἥτις προσδιωρίσθη πρὸς ἐγγραφὴν τοῦ δανείου. Ἀφοῦ προσδιωρίσθη ἡ εἰκοστὴ δευτέρα Νοεμβρίου ὡς ἡμέρα τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ περὶ ἐκδόσεως τοῦ δανείου δημοσιευθέντος προγράμματος. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων καὶ ἡ ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προσέρχομαι νὰ προσφέρω πρὸς αὐτήν, ἔχει τὸν ἀγαθὸν σκοπὸν νὰ συντελέσῃ πρὸς φωτισμὸν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ λάβωσιν ἐγκαίρως ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅσα εἶναι δυνατὰ, ὅπως προλάβωσι καταφανῆ ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου· διότι, ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι φρονοῦμεν, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἄρσιν αὐτῆς, ἔχομεν δικαίωμα νὰ προσδοκῶμεν, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἤθελε γίνει ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον τοῦτο ἠδύναντο μετὰ θάῤῥους νὰ προσδιορίσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ ἀνωτέραν τῶν δραχμῶν τριακοσίων τεσσαράκοντα ἓξ καὶ ἡμισείας. Φρονοῦμεν δὲ, ὅτι, διότι ἐγένετο πρὸ τῆς ἄρσεως, οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ προσδιορίσωσι τιμὴν ἀνωτέραν, εἰμὴ μόνον κατὰ τέσσαρας δραχμάς. Ἐὰν δὲ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ἐγγραφῆς διὰ τὰς ἑκατὸν δέκα χιλιάδας ὁμολογίας κατήντησεν ἕνεκα τούτου εἰς δραχμὰς τέσσαρας μόνον, ἐπειδὴ τὸ ἥμισυ ἀνήκει εἰς τοὺς ἐκδίδοντας τὸ δάνειον τραπεζίτας, δὲν πρόκειται νὰ λάβωμεν διὰ τῆς δημοσίου ἐγγραφῆς εἰμὴ δύω φράγκα ἐξ ἑκάστης ὁμολογίας, διότι τοῦ κέρδους τῶν 110 χιλιάδων μετοχῶν θὰ συμμετάσχωσι καὶ οἱ τραπεζῖται. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριζεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου, ὅτι ἐφιλοτιμήθη νὰ ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καταστήσῃ καταληπτὸν εἰς αὐτήν, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ μᾶλλον ἀδαεῖς εἰς τὰ οἰκονομικὰ νὰ ἐννοήσωσι ποῖον μέγα καλὸν ἔχει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐὰν οἱ τραπεζῖται λάβωσι μέρος ἐκ τῶν κερδῶν τοῦ δανείου, καὶ ἐὰν γίνῃ προπώλησις μέρους τοῦ δανείου εἰς αὐτούς. Σᾶς ἔλεγεν, ὅτι, προπωλοῦντες εἰς τὰς Τραπέζας μέρος τοῦ δανείου, δὲν ἔχομεν μόνον σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ 37 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ὡς ἀντίτιμον τοῦ πωληθέντος εἰς αὐτοὺς μέρους τοῦ δανείου, ἀλλὰ νὰ συνεταιρισθῶμεν μετ’ αὐτῶν, οἵτινες νὰ συντελέσωσι διὰ τῆς τραπεζιτικῆς των πίστεως καὶ διὰ τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἔχουσι, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου εἰς τιμὴν πολὺ ἀνωτέραν. Ἑπομένως μὴν ἀνησυχεῖτε, ἐὰν ἐπροπωλήσαμεν μέρος τοῦ δανείου εἰς μικρὰν τιμήν, διότι πρόκειται νὰ ἀποζημιωθῶμεν πωλοῦντες τὸ ὑπόλοιπον μέρος αὐτοῦ εἰς πολλῷ ἀνωτέραν τιμὴν κατόπιν. Καὶ βλέπετε, ὅτι, ἀφοῦ αἱ ἐγγραφαὶ τοῦ δανείου προεκηρύχθησαν νὰ γίνωσι πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν κατορθοῦται δι’ αὐτῆς τῆς τραπεζιτικῆς συνδρομῆς καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσήλθομεν μετὰ τῶν τραπεζιτῶν, νὰ ὠφεληθῶμεν, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἐγγραφὴ τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, εἰμὴ κατὰ δύω φράγκα ἑκάστην περιπλέον, ἑπομένως νὰ ὠφεληθῶμεν διακοσίας εἴκοσι χιλιάδας φράγκων. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ τούτου; Ἡ συζήτησις δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει σώσει καὶ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος, πειθόμενος τότε περὶ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἐσπευσμένη προκήρυξις εἰς ἐγγραφὴν τοῦ δανείου θέλει ἐπιφέρει, καὶ σκεπτόμενος καθ’ ὃ ἕκαστος ἔχει καθῆκον, ἴσως ἤθελε φροντίσει διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου εἰς ἄλλην ἐποχὴν καταλληλοτέραν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ προσδιορίσῃ εἴτε αὔριον, εἴτε μεθαύριον, εἴτε οἱανδήποτ’ ἄλλην ἡμέραν θέλει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, καὶ τότε ἐπιφυλασσόμεθα ν’ ἀποφανθῶμεν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ οἵαν δήποτε ἡμέραν ἤθελον προσδιορίσει οἱ προβαλόντες τὰ ζητήματα, ὅπως ταῦτα γένωνται ἀντικείμενα εὐρυτέρας ἐν τῇ Βουλῇ ἐξετάσεως. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἐξήγησα, ὅτι ἐὰν τοιαῦτα ζητήματα, ὁποῖον τὸ προκείμενον, ὑποβληθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ, θέλει γενικευθῇ ἡ περὶ τούτων ἔρευνα· ἡμεῖς οὕτω νομίζομεν συζητητέας τὰς προτάσεις ταύτας. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω μόνον ἐπ’ αὐτῶν ἀπαντήσει· θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅλας τὰς καταγγελίας τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ τὰς ἐπερωτήσεις, θέλω ἀνασκευάσει ἓν πρὸς ἓν κατὰ τὴν γενησομένην ἐπὶ τούτῳ συζήτησιν πάντα τὰ ἀνακριβῶς ῥηθέντα. Οὕτω προτιθέμενος νὰ συζητήσω, οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω, ὅπως σήμερον ἢ αὔριον ἢ κατ’ ἄλλην οἵαν δήποτε ἡμέραν θεωρήσετε κατάλληλον ἀπαντήσω. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος θεωρεῖ ἀναποφεύκτως ἀναγκαίαν τὴν συζήτησιν, ἐγὼ δὲ εἶπον ὅτι ἀποδέχομαι οἱανδήποτε ἡμέραν ἤθελε προσδιορίσει· ἰσχυρίσθη ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι τὸ δάνειον οὕτως ἐκδιδόμενον, ὅπως ἐκδίδεται, φέρει ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐὰν φέρῃ ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δάνειον ὅπως ἐκδίδεται, φέρει ζημίαν καὶ εἰς τοὺς ἐκδίδοντας αὐτό· ὑποθέτω, ὅτι οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν, γινώσκουσι τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην πρόνοιαν, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῶσι ζημίας μὴ ἀναποφεύκτους. Διὰ τοῦτο ἀδιαφορῶ περὶ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως. Ἐπετεύχθη ὅ,τι ἐθεώρησα ἀνέκαθεν ὡς λίαν ἀναγκαῖον, ὁ συνεταιρισμὸς τοῦ Δημοσίου περὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου πρὸς τοὺς ἔχοντας καὶ τὰ μέσα καὶ τὸ συμφέρον νὰ φροντίσωσιν, ὅπως ἐκδοθῇ τὸ δάνειον ἐν τῇ καταλληλοτέρᾳ ἐποχῇ. Δὲν εἶναι δὲ πραγματικόν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ τῆς ἐκδόσεως εἶναι τόσον μέγα, ὅσον παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. βουλευτής. Τὸ συμφέρον τῶν συνομολογησάντων τὸ δάνειον εἶναι τοιοῦτον: ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἐκ τῶν ἐκδιδομένων 220,000 ὁμολογιῶν 110,000 ἐντελῶς ἰδίας ἑαυτῶν· πᾶσα ἑπομένως ἐλάττωσις τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ζημιοῖ ὡς πρὸς ταύτας αὐτοὺς καὶ μόνους· διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ῥηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅτι μετέχει τὸ Δημόσιον τοῦ κέρδους ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦτο· τὸ Δημόσιον ἐνδιαφέρεται μόνον ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τὸ μὴ ὁριστικῶς πρὸς τὴν ἑταιρίαν παραχωρηθέν· ἑπομένως τὸ συμφέρον τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου εἶναι πολὺ μεγαλείτερον τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου· ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ἥμισυ, τὸ κέρδος εἶναι κοινὸν, ὡς πρὸς δὲ τὸ πρῶτον τὸ κέρδος εἶναι ὁλόκληρον ὑπὲρ αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν οὗτοι τοιοῦτον ἔχωσι συμφέρον ἐν τῇ καταλλήλῳ ἐκλογῇ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, θεωρῶσι δὲ ταύτην ὡς κατάλληλον, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προσδιορίσωμεν καταλληλοτέραν. Ποία δύναται νὰ ᾖναι καταλληλοτέρα κατὰ τεκμήριον τῆς ὁρισθησομένης παρὰ τῶν ἐχόντων τριπλασίαν ὠφέλειαν τῆς τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ δανείου, ὄντων δὲ συνάμα εἰδικῶν περὶ τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις; (Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν, ὅτι ἰσχυρίσθημεν ἡμεῖς ὅτι ἔχομεν τὸ ἥμισυ τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπωλήσαμεν εἰς τοὺς τραπεζίτας, τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ὑπελάβομεν, ὅτι ἐνδέχεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον νὰ ζημιωθῇ, διότι ἤθελε λάβει μικρὸν κέρδος ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπωλήσαμεν εἰς τοὺς τραπεζίτας. Ἀλλὰ συνείθισε πάντοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ οἰκοδομῇ ἐπὶ ψευδῶν ὑποθέσεων, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε σπεύδει νὰ παραστήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του εἴτε ὡς ἀντιφάσκοντας, εἴτε ὡς μὴ ἐννοοῦντας, εἴτε ὡς παραλογιζομένους. Τοιαύτη εἶναι ἡ τακτικὴ πάντοτε τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ἐπιτρέπῃ τοῦτο ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ καλὴ πίστις, καὶ ὤφειλε νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ὁμολογιῶν, τὰς ὁποίας ἠγόρασαν οἱ τραπεζῖται, ἀλλὰ περὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Δημοσίου ταμείου, αἵτινες θέλουσιν ἐκτεθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν 110 χιλιάδων ὁμολογιῶν εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς, τῆς ὁρισθείσης διὰ τοῦ προγράμματος τῆς ἐκδόσεως, πρὸς ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αὗται εἰς τοὺς τραπεζίτας, ἐὰν ἡ ἐγγραφὴ ἐπιτύχῃ, θέλει συνίσταται εἰς δύω μόνον δραχμὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· διότι μεταξὺ τῶν 342½ δραχμῶν, τῆς τιμῆς εἰς ἣν ἐπωλήσαμεν εἰς τοὺς τραπεζίτας, καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τῶν 346½ δὲν ὑπάρχει διαφορὰ εἰμὴ τεσσάρων δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι δικαίωμα οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν νὰ λάβωσι τὰς ἡμισείας, δὲν ὑπολείπονται ἢ δύω δραχμαὶ δι’ ἑκάστην ὁμολογίαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως ὅλη ἡ ὠφέλεια θέλει εἶσθαι ἐκ 220 χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τοῦτο παρέστησα, ὅτι ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν τραπεζιτῶν προερχομένη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐξεθείασεν ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ τὴν ὁποίαν μᾶς παρέστησεν ὡς μέλλουσαν νὰ παράσχῃ μέγα κέρδος, καὶ ὡς ἀντισταθμίζουσαν τὰς ἐκ τῆς μικρᾶς τιμῆς τῆς πωλήσεως ζημίας, ἡ διαφορὰ συνίσταται μόνον εἰς διακοσίας εἴκοσι χιλιάδας φράγκα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὅ,τι δήποτε ἔχει νὰ εἴπῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων, διότι θέλει νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἀνακριβείας, ὅσαι ἐξετέθησαν ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνειθίζει μὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγγέλλῃ, ὅτι θέλει ἀναιρέσει πάντα, ἀλλὰ προσπαθεῖ νὰ ἀναμίξῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν, ἐλπίζων νὰ συγχύσῃ πάλιν κατὰ τὸ εἰωθὸς τὰ πράγματα. Μολονότι δὲ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύῃ τὰς συζητήσεις καὶ συγχύζῃ τὰ ἀντικείμενα, ἂς ἦναι ὅμως βέβαιος, ὅτι καὶ τὴν φορὰν ταύτην θέλω διαψεύσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν ἤθελον ἀμφισβητήσει τὴν ἀλήθειαν. Ἂς ἐνθυμηθῇ δὲ, ὅτι ὁσάκις ἐπειράθη νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν εἴτε ἀριθμῶν, εἴτε λόγων ἐμοῦ, πάντοτε διέψευσα αὐτὸν διὰ κειμένων ἐπισήμων, καὶ δι’ ἀριθμῶν, ἐκ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐξηγμένων.
§31Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω πλάνας θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἀνασκευάσω, μολονότι κατὰ τὴν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησιν θ’ ἀνασκευασθῶσιν αὗται καὶ παρ’ ἄλλων. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε καλὸν νὰ καθησυχάσῃ τὴν Βουλὴν δῆθεν, ὅτι ἀφοῦ οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον μετέχουσιν εἰς τὸ ποσὸν κέρδους, ὅπερ θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, κατὰ πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν ἐκείνου, οὗ μετέχει ἡ Κυβέρνησις, οὗτοί εἰσι καὶ οἱ καταλληλότεροι παντὸς ἄλλου εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς καταλληλοτέρας ἐποχῆς, πρὸς δὲ, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τοῦ δανείου, βεβαίως δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκδώσωσι τὸ δάνειον εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν νὰ ζημιωθῶσιν· ὥστε ἡ ἔκδοσις ἀδύνατον νὰ μὴ ἦναι ἐπικερδεστέρα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Νομίζω ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δικαιολόγημα ἀσφαλὲς καὶ πλῆρες εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐνδοιασμῶν, οὓς πολλοὶ ἐξέθηκαν. Δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν ὅτι, ἐὰν σήμερον ἐκδοθῇ τὸ δάνειον εἰς μικρὰν τιμὴν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι νὰ ἐλπίζωσι· διότι, ἐὰν σήμερον ἐκδοθῇ εὐθηνὸν, δύναται βραδύτερον νὰ ἐκποιηθῇ ἀντὶ 460 καὶ 470 δραχμῶν διὰ πολλοὺς λόγους. Πρῶτον σήμερον ἡ ἀγορὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν· τὸ δάνειον λοιπὸν θὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοιαύτην οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ τὸ δημόσιον οὐδόλως θὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ. Τοὐναντίον δὲ οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου δύνανται νὰ κρατήσωσι τὰς μετοχάς των καὶ μετὰ πέντε ἢ δέκα μῆνας εἶναι βέβαιοι, ὅτι θέλουσιν ἐκποιήσει αὐτὰς εἰς τιμὴν πολὺ μεγαλειτέραν τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου. Δύνανται νὰ ἔχωσι λόγους νὰ πιστεύωσιν, ὅτι βραδύτερον θὰ πωλήσωσιν εἰς πολὺ μεγαλειτέραν τιμὴν τὸ δάνειον. Λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν, ὅτι συμφέρον κοινὸν ἔχομεν νὰ ἐκποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας σήμερον. Εἶπε πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, ἂν ἐκδίδεται σήμερον τὸ δάνειον πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ ἀρθῇ, ἑπομένως ἐπὶ τῇ βεβαιότητι ταύτῃ ἐπῆλθον τ’ ἀποτελέσθαμα, ἅπερ φέρει ἡ ἄρσις, ὅταν πράγματι ἐκτελῆται. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀληθὲς, ὅταν ὁ κόσμος σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι Κυβέρνησίς τις ἐξ ὅσων πράττει καὶ ἐξ ὅσων παρεσκεύασε θὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἐπέρχονται τ’ ἀποτελέσματα αὐτῆς, πρὶν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις, καὶ αὐτὸ πολλάκις τὸ εἴδομεν. Εἴδομεν νὰ ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ὅμως καμμία διαφορὰ νὰ μὴ ἐπέρχηται μεταξὺ τῆς ἀξίας τῶν νομισμάτων καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Γνωστὸν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρξεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία μέχρι τριῶν περίπου χιλιάδων ἑκατομμυρίων φράγκων τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἐμπνεύσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι πράγματι ἀπεφάσισε νὰ ἄρῃ καὶ θὰ ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ἀπόφασιν δὲ ταύτην δὲν τὴν ὑπεσχέθη μόνον, ἀλλὰ καὶ ἐνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ὅπερ ἔπρεπε νὰ πληρώνηται εἰς τὴν Τράπεζαν, οὐδεμία διαφορὰ ὑπῆρχε μεταξὺ ἀργύρου καὶ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἐδῶ ὅμως δὲν ἐγένετο τὸ αὐτό. Ἐξ ἐναντίας, ἐνῷ ὁ νόμος περὶ δανείου ἐψηφίσθη, ὅπως ἐκ τῶν πρώτων χρημάτων ἐξοφληθῶσι τὰ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέη τοῦ Δημοσίου, βλέπομεν σήμερον, ὅτι δὲν κατεβλήθη τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τουναντίον ἐχρησίμευσε δι’ ἄλλας ἀνάγκας τῆς συνήθους ὑπηρεσίας. Ἐπικρατεῖ λοιπὸν παρὰ τῷ κοινῷ ἡ ἰδέα, ὅτι ἴσως δὲν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις· ἀπόδειξις δὲ τούτου ἡ τιμὴ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἥτις δὲν εἶναι ὁποία ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἐὰν εἶχε τὸ κοινὸν τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τί βλέπομεν σήμερον; ἐπειδὴ διστάζει τὸ κοινὸν, δὲν ἔχει ἀρτίαν τιμὴν σήμερον τὸ ἀργυροῦν φράγκον, ἀλλὰ 103 ἢ 102½. Διὰ τοῦτο ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, εἰπόντος ὅτι εἶναι πιθανὸν, ἐπειδὴ τὸ φράγκον τιμᾶται πρὸς 102½ ἢ 103, νὰ προκύψῃ κέρδος τι εἰς τοὺς ἐκδίδοντας τὸ δάνειον ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τοῦ νομίσματος ἐπὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐγγραφῶν. Τίς θ’ ἀπολαύσῃ λοιπὸν τὸ κέρδος αὐτὸ, τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος; Μόνος ὁ ἐκδοὺς τὸ δάνειον ἢ καὶ ἡ Κυβέρνησις; Τὸ κατ’ ἐμὲ θεωρῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μηδαμινὸν ποσὸν θέλει ἐγγραφῆ· ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν ἡ παρατήρησις τοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι ὀρθή. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι συμμετέχει καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐκ τῆς τιμῆς τοῦ δανείου κέρδος, ἀλλὰ συμμετέχει καὶ εἰς τὸ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λυποῦμαι ἀναγκαζόμενος νὰ διαφωνήσω καθ’ ὅλα πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ὑπέθεσεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον νὰ ὑποστῶσι τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερε· διότι, εἶπεν, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι τὰς μετοχὰς αὐτῶν βραδύτερον, ὅτε θὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν τούτων ἐν τῇ ἀγορᾷ πρὸς τὴν τιμὴν, καθ’ ἣν ἐκδίδεται τὸ δάνειον· ἀλλ’ ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ὅλως πεπλανημένη.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὁ ἐγγραφόμενος μέτοχος τὸν Δεκέμβριον εἰς χιλίας λ. χ. μετοχὰς, δύναται νὰ τὰς πωλήσῃ εἰς τιμὴν μεγαλειτέραν, οὐχὶ ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ νομίσματος.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω· ὁ σήμερον ἐγγραφόμενος εἰς τὸ δάνειον δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς μικρᾶς τιμῆς, εἰς ἣν ἐκδίδεται, διότι τὸ δάνειον τοῦτο θέλει δυνηθῆ νὰ τὸ ἐκποιήσῃ κατόπιν τῆς ἄρσεως ἐπὶ τιμῇ μεγαλειτέρᾳ· λέγω δὲ ὅτι τοῦτο οὐδὲν ἀποδεικνύει ὡς πρὸς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ· διότι ὁ ἀγοράζων τὸ δάνειον, δὲν εἶναι ὁ ἀποτελῶν τὴν ὁμάδα· ἡ κοινωνία ἀγοράζει τὸ δάνειον καὶ αὐτὴ θέλει πραγματοποιήσει τὸ κέρδος· ἐὰν ὑπάρχῃ κέρδος τῆς κοινωνίας, θέλουν ζημιωθῆ τὸ ἀντίστοιχον οἱ ἐκδίδοντες. Οἱ ἐκδίδοντες τὸ δάνειον θὰ ζημιωθῶσιν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι μετὰ τὴν ἄρσιν θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῆς τιμῆς, τῆς γενομένης ἐγγραφῆς παρὰ τῆς κοινωνίας. Ἡ ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ θὰ ἦτον ὀρθή, ἐὰν δὲν ἐγίνετο παρὰ τῆς ὁμάδος ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου· ἀλλ’ οἱ τῆς ὁμάδος ἐκδίδουσι τὸ δάνειον, ἵνα μὴ τὸ κρατήσωσι, διότι ἄλλως ἦτο περιττὸν νὰ τὸ ἐκδώσωσιν. Ὥστε ἡ πρώτη ἰδέα δὲν στηρίζεται ἐπὶ ὀρθῶν βάσεων.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν τὰς κρατήσωσι;
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια· ἀλλ’ αὐτοὶ ἐκδίδουσι τὸ δάνειον διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσιν αὐτοῦ· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ τὸ κρατήσωσι, θὰ τοῖς ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ τὸ ἐκδώσωσιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπαλλαγῶσι τῶν ἀνηκουσῶν εἰς αὐτοὺς ὁμολογιῶν, πῶς δύνανται νὰ πραγματοποιήσωσι τὴν ἐξ αὐτῶν ὠφέλειαν; Θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ὠφέλειαν ταύτην ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τὰς ἀγοράσῃ. Προδήλως ἄρα θέλουσι ζημιωθῆ οἱ τῆς ὁμάδος, ἂν κακῶς ἐκτιμήσωσι τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως· τοῦτο δὲ, συνδυαζόμενον πρὸς ὅπερ αὐτοὶ ἔχουσι τριπλάσιον ἢ τὸ Δημόσιον συμφέρον ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ τῆς ἐκδόσεως καὶ πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτῶν εἰς διάγνωσιν τῆς καταλληλοτέρας ἐποχῆς, διότι γινώσκουν τὰ ἐλατήρια τῶν ἀγορῶν, μᾶς πείθει ὅτι αὐτῶν ἡ γνώμη εἶναι ἡ προτιμητέα. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα παρετήρησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς, ὅτι δὲν δύναται ἐδῶ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἀλλαχοῦ γενόμενον, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπῆλθεν ἡ ἐξίσωσις τοῦ ἀργύρου καὶ τοῦ γραμματίου, καὶ ἑπομένως ὅ,τι θὰ ἐγίνετο μετὰ τὴν ἄρσιν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπραγματοποίητον πρὸ τῆς ἄρσεως. Ἀλλὰ ἀκριβῶς τοῦτο βλέπω συμβαῖνον· διότι, ἐνῷ τὸ φράγκον ὑπερετιμᾶτο κατὰ 19 καὶ 20% ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, σήμερον αὐτὸς οὗτος λέγει ὅτι, καί τοι ὑπάρχει εἰσέτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυλοφορία, αὐτὸ ὑπερτιμᾶται μόνον 2½%, δηλαδὴ ἔφθασε σχεδὸν εἰς τὸ ἄρτιον. Διατί; διότι ἔχει πεποίθησιν ἡ κοινωνία, ὅτι ἡ ἄρσις θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἐὰν εἶχε φόβον περὶ τοῦ ἐναντίου, βεβαίως ἤθελεν ἐπανέλθει τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον εἰς τὴν ὑποτίμησιν, τὴν ὁποίαν ὑφίστατο κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν εἶχεν ἔτι ληφθῆ ἀπόφασις περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀφοῦ ἡ ἀξία τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἐπανῆλθε σήμερον σχεδὸν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκεται μετὰ τὴν ἄρσιν, δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναμείνωμεν τὰς ἐκ τῆς ἄρσεως ἐντυπώσεις, διότι ταύτας δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα καὶ ἤδη. Ἀλλὰ παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ τοῦ 2½% δὲν ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται, καὶ βεβαίως δὲν θὰ ὑφίστατο, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν σήμερον θρηνοῦμεν, τῆς ἡμετέρας ἀγορᾶς. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας τοῦ σταφιδοκάρπου, ἤθελεν εἰσέλθει εἰς τὴν ἀγορὰν ἀρκετὸν μέταλλον, καὶ οὐδεμία θὰ ὑπῆρχεν ἤδη ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ. Ὅταν ὅμως βλέπωμεν εἰς ἄλλα Κράτη, ἔνθα δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὡς ἐν Ῥουμανίᾳ, ὑφισταμένην ὑπερτίμησιν τοῦ χρυσοῦ, δὲν πρέπει νὰ θαυμάζωμεν, ὅτι μετὰ τὴν καταστροφὴν, ἥτις ἐπῆλθεν ἐνταῦθα, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἔχουσι τοιαύτην ὑποτίμησιν. Καὶ μετὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, δὲν πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔφερε πλήρη τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἀπὸ τοῦδε, ὅταν, ἐνῶ οἱ κάτοχοι τραπεζικῶν γραμματίων δὲν δύνανται ἔτι ν’ ἀπαιτήσωσιν ἀπέναντι τούτων μεταλλικὸν, ὑπάρχει τόσον μικρὰ διαφορὰ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας πρὸς τὴν ὀνομαστικήν; Ἐννοεῖτε ὅτι οὐδὲ ἡ μικρὰ αὕτη ὑποτίμησις θὰ ὑπῆρχεν, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο καταστροφὴ τῆς ἐσοδείας καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν εἰσῆλθε τὸ σύνηθες ποσὸν μεταλλικοῦ εἰς τὴν χώραν. Ἀνέφερε προσέτι, ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι λελυμένον τὸ ζήτημα ποῖος θὰ λάβῃ τὴν διαφοράν, τὴν μεταξὺ τοῦ χρυσοῦ καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τῶν 2% ὑποθέτω, ἥτις θὰ προσδιορισθῇ ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τῶν ὁμολογιῶν ἐν Ἑλλάδι διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀντὶ μεταλλικοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ· διότι ἡ πληρωμὴ πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς τὸ Δημόσιον, ὄχι εἰς γραμμάτια ἀλλ’ εἰς μεταλλικὸν, ὥστε ὅστις δεχθῇ ἀντὶ μεταλλικοῦ γραμμάτια, ἐνεργεῖ πρᾶξιν ἀφορῶσαν εἰς ἑαυτὸ, ἐνόσῳ τὸ Δημόσιον δὲν ποιήσηται δήλωσιν, ὅτι δέχεται γραμμάτια ἀντὶ μεταλλικοῦ. Ἐνόσῳ λοιπὸν τοιαύτη δήλωσις δὲν γείνῃ, ζήτημα τοιοῦτον δὲν γεννᾶται· διότι οἱ ἐκ τῆς ὁμάδος ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσι πρὸς τὸ Δημόσιον εἰς μεταλλικόν· ἂν δὲ πάλιν τὸ Δημόσιον δηλώσῃ ὅτι δέχεται γραμμάτια ἀντὶ μεταλλικοῦ, θέλει συνάμα καθορίσει καὶ τὴν τιμὴν εἰς ἣν θέλει καταλογίσει τὰ γραμμάτια.
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον ἐξακολουθοῦμεν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίας. (Ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ.)