| 434 | ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου | δρ. | 2,700,000 | ||
| 435 | ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου | » | 3,806,860:30 | ||
| 436 | ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου | » | 4,000,000 | ||
| 437 | Τὸ ὅλον | 10,506,860:30 | |||
| 438 | ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς μεταλλικὸν | ||||
| 439 | κατὰ Ἀπρίλιον | 2,403,237:28 | |||
| 440 | κατὰ Ἰούλιον | 13,511,071:65 | |||
| 441 | 15,914,308:93 | ||||
| 442 | Ἀλλ’ ἔλαβεν ἐκ τῶν κατὰ | ||||
| 443 | Ἰούλιον πληρωθέντων ὀπί- | ||||
| 444 | σω παρὰ τῆς Τραπέζης | 1,463,350:50 — | 14,450,958:43 | ||
| 445 | τὸ ὅλον τῶν πληρωθέντων | 24,957,818:73 | |||
| 446 | Ἀλλ’ ἠλάττωσε τὰ πληρωθέντα ταῦτα | ||||
| 447 | ποσὰ, λαβὼν ὀπίσω παρὰ τῆς Τραπέ- | ||||
| 448 | ζης κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον, Μάϊον, | ||||
| 449 | Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον | ||||
| 450 | εἰς γραμμάτια | δραχ. | 1,891,450:78 | ||
| 451 | εἰς μεταλλικὸν | » | 1,614,569:30 — | 3,506,020:08 | |
| 452 | Καὶ τὰ πράγματι ἀπέναντι τῶν πρὸς | ||||
| 453 | τὴν Τράπεζαν χρεῶν τοῦ Δημοσίου | ||||
| 454 | πληρωθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ- | ||||
| 455 | γοῦ περιωρίσθησαν | ||||
| 456 | εἰς δραχμὰς | 21,451,798:65 |
1884.11.15
1,345 rows · 10,180 words · 1 table · 10 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1884.
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πόρισμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ὑπεβλήθη σημείωσις περὶ καταθέσεως διαφόρων ἐγγράφων καὶ πληροφοριῶν· θέλει διαβιβασθῆ εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Χθὲς ἐμνημόνευσα τῶν διαδόσεων, αἵτινες εἶχον προηγηθῆ τῆς ψηφίσεως τοῦ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατέκρινα τὰς διαδόσεις ἐκείνας, ὡς εἶχον καθῆκον, ὡς διαδόσεις περιλαμβανούσας τὸν σκοπὸν τῆς κυβείας, ἀφοῦ κρίνω τὴν κυβείαν ἀσυμβίβαστον μὲ τὸν χαρακτῆρα τῶν κυβερνώντων καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι· δὲν ἔθιξα ὅμως παντάπασι καὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ, τοῦτο δ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πράξω σήμερον. Ὁ Νόμος περὶ δανείου ἐξεδόθη καὶ ἐψηφίσθη, ἵνα πορισθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἴσως δὲν πρέπει πλέον νὰ εἴπωμεν τὰς γνώμας μας περὶ τοῦ ἂν ἔπρεπεν ἢ ὄχι νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ἐπιχείρησιν. Τὰς περὶ τούτου γνώμας μας εἴπομεν, ὅταν ὁ Νόμος συνεζητεῖτο· καὶ μολονότι αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἦσαν ῥηταὶ καὶ καθαραί, δὲν ἐστερήθησαν τοῦ θάῤῥους πολλὰ ὄργανα τῆς Ὑπουργικῆς δημοσιογραφίας νὰ συκοφαντῶσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἰσχυριζόμενα ποτὲ μὲν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐθεώρει ὡς καλὴν καὶ χρήσιμον τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ποτὲ δὲ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπεθύμει, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Νόμου, καὶ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις αὐτῆς. Ζῶμεν τῇ ἀληθείᾳ ἐν χώρᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσιν ἕξεις καὶ συνήθειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν ἐν οὐδεμιᾷ χώρᾳ. Ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐλέγχωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπιτίθενται κατ’ αὐτῆς. Ἐν τῇ Ἑλλάδι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐπιτίθηται κατ’ αὐτῆς. Ἀνατρέπουσι τὰς θέσεις ἡμῶν, καὶ ἐκεῖνοι μὲν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι λόγον, παρουσιάζονται ζητοῦντες λόγον, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν λόγον, παρουσιαζόμεθα ὡς δοσίλογοι. Μετέρχονται τοιαύτην ἀνατροπὴν τῶν ὅρων ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ καλύψωσι τὴν ἀλήθειαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐδήλωσε τὰς γνώμας αὐτῆς, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Νόμος πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας (Θόρυβος ἐν τῷ γενικῷ ἀκροατηρίῳ).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠξεύρετε, κύριε Πρόεδρε, τί λαμβάνει χώραν; Ὁ κλητὴρ οἱονδήποτε νομίζει ὅτι πρέπει νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον, εἰς αὐτὸν μόνον ἐπιτρέπει νὰ εἰσέλθῃ, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους ὄχι, καὶ διὰ τοῦτο γεννᾶται ὁ θόρυβος αὐτός.
§5Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, βεβαιώνω καὶ ἐγώ, διότι τὸ εἶδον.
§6Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο κακὸν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ προσφεύγῃ τις πάντοτε εἰς ἄλλο κακὸν, ἵν’ ἀφαιρέσῃ ὑπάρχον κακόν. Διὰ νὰ ἀφαιρέσητε ἓν κακὸν, πρέπει νὰ ἔχητε τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἀφαιρέσητε. Εἴχετε δὲ τὴν δύναμιν νὰ ἀφαιρέσητε τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἐπορίσθητε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὠφείλετε, καὶ ἕνεκα τῆς ὀφειλῆς τῶν ὁποίων ἐπεβάλετε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ἠδύνατο τὸ Κράτος λοιπὸν νὰ πορισθῇ χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη του, καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Νόμος περὶ δανείου, ἦτο πεπεισμένη ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸ ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου, τοῦ ζητουμένου ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ἀπότισιν τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς Τραπέζας. Εἶχε τάχα τὴν γνώμην ταύτην ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἐκ δυστροπίας; Εἶχεν αὐτὴν, διότι ἤθελε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ διότι ἐπόθει νὰ βλάψῃ τὸν Τόπον; Εἶχε τὴν γνώμην ἐκ πλήρους καὶ ἐλευθέρας συνειδήσεως, τὴν εἶχε μετὰ πεποιθήσεως, καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα ἔκτοτε ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ πεποίθησις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτον εὔλογος καὶ ὀρθή. Δάνειον 170,000,000 ἐπέφερε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τόκοι, οἵτινες, πρὸς 5% ἐτησίως, παράγουσιν ἔξοδον 8 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων. Εἴχετε τόπον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ἵνα προσθέσητε εἰς τὰ ἄλλα αὐτοῦ ἔξοδα καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 8 καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ χρεωλύτρου, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει τὸ ἔξοδον εἰς 9 καὶ πλέον ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως τοῦ δανείου; Ἢ ἠλπίζετε, ὅτι, διὰ τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς χώρας καὶ τῆς ἐτησίας αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἠθέλετε δυνηθῆ ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύω ἐτῶν νὰ ἐξοφλήσητε καὶ νὰ καλύψητε καὶ τὸ μέγα κύριον ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ σας καὶ τὰ προστιθέμενα ταῦτα ἑκατομμύρια; Τότε βεβαίως ἔπρεπε νὰ γείνῃ τὸ δάνειον, διὰ νὰ ἀρθῇ τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὑμεῖς οὐδὲν εἴχετε περίσσευμα. Μᾶς ὑπεσχέθητε μὲν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ὅτι ἐγγὺς εἶσθε νὰ ἰσοσταθμίσητε τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882· ἀλλ’ ἀπεδείχθη ὅτι εἴχετε ἔλλειμμα. Μᾶς ὑπεσχέθητε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ὅτι ἔχετε οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα κατὰ τὸ 1883· ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ἀπέδειξεν, ὅτι εἴχετε καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος ἀναμφισβήτητον ἔλλειμμα. Μᾶς ὑπεσχέθητε ὅτι εἴχετε περίσσευμα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους 1884· ἀλλὰ μολονότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 δὲν περιλαμβάνει ὅλον ἀλλ’ ἐλάχιστον ποσὸν ἀπὸ τὰ βάρη τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884 ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως αὐτοῦ θέλομεν ἔχει καὶ ἐξ αὐτοῦ σημαντικὸν ἔλλειμμα. Ἠλπίζετε ὅτι ἠδύνασθε νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα διὰ νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ δανείου διὰ τῶν φορολογικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους κατεσκευάσατε; Μᾶς ὑπεσχέθητε ὅτι θέλετε εἰσπράξει ἔσοδα δέκα ἑκατομμυρίων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ πολλῶν ἄλλων ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν ἄλλων φόρων, ἀλλ’ ἀπετύχετε, καὶ τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξατε ἐξ αὐτῶν, ἦσαν ἐλάχιστα. Δὲν εἴδετε ὅτι εἰσεπράξατε πολλῷ ὀλιγώτερα ἢ ὅσα προϋπελογίσατε κατὰ τὸ 1882, ὅτι εἰσεπράξατε πολλῷ ὀλιγώτερα ἔσοδα ἢ ὅσα προϋπελογίσατε κατὰ τὸ 1883, ὅτι εἰσπράττετε καὶ ἐφέτος πολλῷ ὀλιγώτερα ἐπίσης ἢ ὅσα ὑπελογίζετε διὰ τὸ 1884; Πῶς ἐπείσθητε ὅτι θέλετε κατορθώσει νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀπεφασίσατε νὰ προσθέσητε καὶ τὸ ἄλλο ὀγκῶδες τοῦτο ἔξοδον τῶν 9 ἢ 10 ἑκατομμυρίων διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τοῦ δανείου τούτου; Καὶ διὰ τί εἰσπράττετε ὀλιγώτερα ὅσων προϋπολογίζετε; Πταίουσι τάχα οἱ νόμοι οἱ φορολογικοί, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦ 1882 ἐνομοθετήθησαν, δυνάμει τῶν ὁποίων εἰσπράττετε τὰ ἔσοδα; Αὐτοὶ ἐλειτούργουν καθ’ ὅλον τὸ μέχρι τοῦ 1882 παρεληλυθὸς χρονικὸν διάστημα. Εἰσπράττετε ὀλιγώτερα ἔσοδα, καὶ θέλετε ἐξακολουθεῖ εἰσπράττοντες ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ὀλιγώτερα, διότι δὲν ἔχουσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ σᾶς πληρώσωσι περισσότερα. Καὶ ἂν στηρίζησθε εἰς τὸν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ἀπηνῆ ἐκεῖνον καὶ ἄγριον νόμον, τὸν ὁποῖον κατεσκευάσατε, μὴ ἐλπίζετε ὅτι καὶ δι’ αὐτοῦ θέλετε εἰσπράξει περισσότερα. Δύνασθε νὰ φυλακίσητε τοὺς πολίτας, δύνασθε νὰ μετέρχησθε πᾶσαν κατ’ αὐτῶν ἐκβίασιν, ἀλλὰ δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ εἰσπράξητε περισσότερα· διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ σᾶς πληρώσωσι, δὲν ἔχουσι νὰ σᾶς πληρώσωσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατορθώσητε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτοὺς περισσότερα ἀφ’ ὅσα δύνανται νὰ σᾶς δώσωσι, θέλετε ἀφαιρέσει τὰ κεφάλαια αὐτῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἤθελον χρησιμοποιήσει εἰς τὴν παραγωγήν των· ἑπομένως θέλετε μειώσει τὴν παραγωγήν, οὕτω δὲ θέλετε καταντήσει νὰ ἔχητε φορολογήσιμον ὕλην ὀλιγωτέραν ἢ ὅσην εἴχετε κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη, καὶ νὰ εἰσπράξητε ἐν τῷ μέλλοντι πολλῷ ὀλιγωτέρους φόρους. Δὲν προβαίνω περαιτέρω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν περὶ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐτησίων προσόδων γνωμῶν μας, διὰ νὰ ἐξηγήσω ἐκτενέστερον ποίαν εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις γνώμην, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὐδὲ θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶπε καὶ τότε περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐλαττωμάτων τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος περὶ δανείου νόμου, καὶ περὶ τοῦ ἐπαχθοῦς τοῦ δανείου ἐκείνου, καὶ περὶ τῶν βαρέων ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ συνομολογηθῇ. Αὐτὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ συκοφαντῶσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς ἔπραξαν κατὰ τὸ μεταξὺ τῆς παρελθούσης καὶ τῆς παρούσης Συνόδου χρονικὸν διάστημα, ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβω τὰς ἐκτεθείσας γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀποστομώσω τὴν πονηρὰν προαίρεσιν, ἥτις ἀσυστόλως εἰσηγήσατο τοιαύτας ψευδεῖς αἰτιάσεις. Τέλος πάντων ὁ νόμος ἐψηφίσθη καὶ ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀλλ’ ὁ νόμος κύριον καὶ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν εἶχε τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπῆρχε καὶ ἄλλος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ συνομολογήσῃ ἓν ἄλλο δάνειον 40 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν συμπεφωνημένων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἐνέκρινεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ προσθέσῃ μετὰ τοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀναγκαιοῦντος δανείου καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Τοιουτοτρόπως τὸ δάνειον, τὸ κυρίως πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας προταθὲν καὶ ψηφισθὲν, περιέλαβε καὶ ποσὸν ἄλλο, καὶ ἀνεβιβάσθη εἰς 170 ἑκατομμύρια, ἀκυρωθέντος τοῦ ἄλλου νόμου περὶ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ὅπως διὰ τοῦ προσθέτου τούτου ποσοῦ χορηγηθῶσι τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὰς ἄλλας ἕνεκα ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ ἕνεκα κατασκευῆς σιδηροδρόμων ὑποχρεώσεις της. Ἀλλὰ πᾶσαι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἄλλαι τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔκυπτον τὴν κεφαλὴν αὑτῶν πρὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξοφλήσεως τῶν χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· διότι αὐτὸς ἦτον ὁ κύριος καὶ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τοῦ δανείου. Ἔπρεπε λοιπὸν πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος, καὶ αἱ ἀνάγκαι τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, καὶ αἱ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων, ἕως ἂν ἐξοφληθῶσι τὰ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζης, καὶ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ χρέη πρὸς τὰς Τραπέζας ἐντὸς βραχέος διαστήματος ἐννέα μηνῶν, καὶ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ κύριος οὗτος σκοπὸς τοῦ νόμου περὶ δανείου; Ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν. Ἡ Κυβέρνησις, πειθομένη ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει βραδύτης, ἐὰν προέβαινε πρῶτον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου καὶ προεκήρυσσε δημοσίαν ἐγγραφὴν πρὸς ἀγορὰν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, ὑποπτεύουσα δὲ ὅτι ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον εἰς μικρὰν τιμὴν, διεσκεύασε διὰ τοῦ νόμου τὰ τοῦ δανείου οὕτω, ὥστε πρῶτον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἔπειτα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, δὲν εἶναι ἑρμηνεία ἰδική μου, δὲν εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν σᾶς προβάλλω ἐγὼ, οὔτε συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνήγαγον. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, εἶναι αὐτοὶ οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ὑπεστήριξε τὸν νόμον, ὅταν συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ συντάκτης τοῦ νόμου ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ πείσῃ αὐτὴν νὰ τὸν ψηφίσῃ. Τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τούτου διατάσσει: «Τὸ προϊὸν τοῦ δανείου, καθ’ ὅσον εἰσπράττεται, θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς, αʹ) εἰς ἐξόφλησιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους τοῦ Δημοσίου... εἰς δραχμὰς παλαιὰς 80,542,658:36, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία». Κατὰ δεύτερον λόγον ἀνέφερε τὸ εἰρημένον ἄρθρον 5, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ δανείου θέλει διατεθῆ εἰς τὰς ναυτικὰς παρασκευάς· κατὰ ἑπόμενον ὡσαύτως λόγον διέταξε τὸ αὐτὸ ἄρθρον νὰ διατεθῶσι τὰ τοῦ δανείου εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πρὸς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου. Ἄρα πρώτιστος καὶ κύριος σκοπὸς ἦτον ἡ πληρωμὴ τῶν χρεῶν πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ ἀποκλειστικῶς πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ δαπανηθῶσι τὰ πρῶτα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἤθελον εἰσπραχθῆ. Ἐπειδὴ μάλιστα δὲν ἐπήρκουν εἰς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῆς ἀποφασισθείσης πωλήσεως ἑνὸς μέρους τοῦ δανείου, ἡ Κυβέρνησις ἐπενόησε, καὶ μᾶς ἐπρότεινε καὶ ἐψηφίσαμεν ἓν ἄλλο προσωρινὸν δάνειον ἢ προκαταβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἔχῃ ταχύτερον ὅλα τὰ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν ἀναγκαιοῦντα χρήματα. Τὰ χρήματα λοιπὸν ταῦτα δὲν ἐδύναντο νὰ διατεθῶσι πρὸς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν, διότι δι’ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἐπιτευχθῇ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ νὰ κατασταθῇ οὕτω δυνατὸν μετ’ αὐτὴν νὰ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, καὶ ἡ ἔκδοσις αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ εἰς τιμὴν συμφέρουσαν εἰς τὸ Κράτος, μὴ ζημιωθῇ δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τούτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἑρμηνεύων τὸν νόμον καὶ εἰσηγούμενος αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ συζητῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἵνα πείσῃ αὐτὴν, ἐξέθηκεν εὐκρινῶς ταῦτα πρὸς αὐτὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 24 Νοεμβρίου: «Ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, κατ’ ἐποχὴν τοσούτῳ ἀπρόσφορον, ὥστε ἄλλα Κράτη, προσπαθήσαντα κατ’ αὐτὰς νὰ συνομολογήσωσι δάνειον, ἀπέτυχον, ἐνόμισαμεν ὅτι ἔπρεπεν οὕτω πως νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τῆς συμφωνίας πρὸς τὰς Τραπέζας, αἵτινες θέλουσι διεξαγάγει τὸ ἔργον, ὥστε νὰ δύνηται ἡ ἔκδοσις νὰ γείνῃ βραδύτερον, καὶ δὴ ἐντὸς διετίας. Τοῦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπράξαμεν, διότι πλὴν τῆς καταστάσεως τῆς ἀγορᾶς τῆς Εὐρώπης, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα χρόνον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, νὰ ἐπιτύχωμεν ὅμως ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀπόκτησιν τοῦ χρηματικοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν ἀπότισιν τῶν δανείων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου ἐν καταστάσει πλέον προωδευμένῃ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων ἐνταῦθα, τουτέστιν ἀφοῦ, ἀρθείσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀποκτήσωμεν τὴν πίστιν, ἣν ἔχουσι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Καὶ κατόπιν τῇ 22 Δεκεμβρίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: «Θὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου, ἔχοντες ἤδη τὴν ἄρσιν πραγματοποιημένην, οὐδὲν δὲ εἶναι καταληπτότερον εἰς τὰς ξένας ἀγορὰς τοῦ φαινομένου τούτου. Κράτος, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔδωκεν ἀπόδειξιν εἰς τὰς ἀγορὰς τῶν ἰδίων αὑτοῦ δυνάμεων. Ἠκούσθη ἔξω, ὅτι ἐπετεύχθη ἰσοζύγιον· ἠκούσθη ἔξω, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης πλειοψηφίας ἀπεδέχθη τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ χάριν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐννοήσασα ὅτι ὁ λαὸς ἐν τῷ θέματι τούτῳ σπουδάζει. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον ἔχουσι σημασίαν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ σχετικῶς πρὸς τὰς ἐντυπώσεις, αἵτινες θέλουσι παραχθῆ ἐκεῖ ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Καὶ κατωτέρω: «Διὰ τοῦ τρόπου δὲ, κατὰ τὸν ὁποῖον «συνωμολογήθη τὸ δάνειον τοῦτο τῶν 170 ἑκατομμυρίων, ἐπετεύχθη, ὅπως γένηται ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἑπομένως θὰ ἔχῃ βάσιν τὴν ἐκ τῆς ἄρσεως παραχθεῖσαν κατάστασιν». Καὶ κατωτέρω: «Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο (ἡ αὔξησις τῆς δημοσίας ἡμῶν πίστεως) θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἴδῃ ὁ κόσμος τὰ ἀποτελέσματα τῆς νέας ἡμῶν οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἐν μορφῇ καταληπτῇ εἰς αὐτὸν, καὶ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τούτου χάριν θέλομεν, ὅπως τὸ δάνειον πραγματοποιηθῇ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιτυγχανομένην διὰ τῶν ληφθησομένων προκαταβολῶν. Ἄν περιμένωμεν τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἵνα πραγματοποιήσωμεν τὴν ἄρσιν, δὲν θὰ εἴχομεν εἰς τὰ τοῦ δανείου τὴν ὠφέλειαν τῶν ἐκ ταύτης ἐντυπώσεων». Ἡ τοιαύτη τοῦ δανείου διασκευὴ εἶχε καὶ ἄλλην ἀναγκαίαν συνέπειαν. Πρῶτον εἴχομεν ἀνάγκην χρημάτων πρὶν ἢ εὕρωμεν τὸ δάνειον. Ὁπόθεν νὰ πορισθῶμεν αὐτά; Ἄν πωλήσωμεν εἰς τιμὴν μικρὰν ἓν μέρος τῶν ὁμολογιῶν μας, ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἓν κεφάλαιον οἱονδήποτε, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ προσέτι καὶ διότι, πωλοῦντες εἰς Τραπεζίτας ἓν μέρος τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου, καθιστῶμεν αὐτοὺς κοινωνοὺς τῶν ἰδίων ἡμῶν συμφερόντων. Ὅπως ἡμεῖς ἔχομεν συμφέρον νὰ πωλήσωμεν τὰς ὑπολοίπους ὁμολογίας εἰς τιμὴν συμφέρουσαν, τὸ ἴδιον συμφέρον ἔχουσι καὶ οἱ ἀγορασταὶ τῶν ὁμολογιῶν Τραπεζῖται, εἰς τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν πωλήσει αὐτὰς, διότι καὶ αὐτοὶ ἤθελον λάβει τὴν αὐτὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει τὸ Κράτος ἐκ τῆς συμφερούσης τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκδώσει τὸ δάνειόν του. Ἐπωλήσαμεν λοιπὸν 110 χιλιάδας ὁμολογίας, καὶ ἐπρόκειτο νὰ λάβωμεν 37,675,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον μᾶς χρησιμεύσει διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰς Τραπέζας ἀπέναντι τῶν χρεῶν μας. Ἀλλὰ τὰ χρέη μας πρὸς τὰς Τραπέζας ἦσαν περισσότερα, καὶ διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἔπρεπε νὰ ἐξοφλήσωμεν ὁλόκληρα τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη μας, καὶ πρὸς τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον· ὅθεν ἐλάβομεν μίαν προκαταβολὴν, ὡς ὀνομάζουσιν αὐτὴν, 35 ἑκατομμυρίων, καὶ συνεπληρώσαμεν διὰ τῶν 35 αὐτῶν ἑκατομμυρίων τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ οὕτω ἀπετελέσθη τὸ ποσὸν τῶν 72,675,000 δραχμῶν. Τὰ χρέη μας πρὸς τὰς Τραπέζας ἦσαν ὀλιγώτερα. Τὰ 80,542,658:36 παλαιῶν δραχμῶν ἀνεγράφησαν ὡς ὀφειλόμενα εἰς τὰς Τραπέζας διὰ τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου, ἡμεῖς δὲ δὲν ὠφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας εἰμὴ 69,687, 376:71, κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας αἱ Τράπεζαι ἐδημοσίευσαν τὴν 31 Δεκεμβρίου 1883. Καὶ ἑπομένως ἡμεῖς, πωλοῦντες τὰς 110 χιλιάδας μετοχὰς εἰς τὴν τιμὴν ταύτην, καὶ λαμβάνοντες τὴν προκαταβολὴν τῶν 35 ἑκατομμυρίων, ἐποριζόμεθα κεφάλαιον 72,675,000 δραχμῶν, δι’ οὗ ἐδυνάμεθα ὄχι μόνον νὰ ἐξοφλήσωμεν τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη μας, συνιστάμενα εἰς 69,687,376:71, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν καὶ ἓν περίσσευμα 2,987,623:29. Ἀλλὰ καὶ οἱ τραπεζῖται, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν τὰς ἑκατὸν δέκα χιλιάδας ὁμολογίας, προέβαλον ὡς ὅρον ὅτι ἀγοράζουσιν αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν ὑπόσχονται νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως, αὐθωρεὶ, ἅμα τῇ ἀγορᾷ, ὅλον τὸ ἀντίτιμον. Ὑπεσχέθησαν ὅμως νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ εἰς τρεῖς ἴσας δόσεις, τῶν ὁποίων τὴν μὲν πρώτην κατὰ τὴν δεκάτην Ἀπριλίου, τὴν δευτέραν κατὰ τὴν δεκάτην Ἰουλίου καὶ τὴν τρίτην κατὰ τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου, ὅτε συνεπῶς ἔμελλε νὰ τελεσθῇ ἡ ἐξόφλησις τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ἑπομένως ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις συνεφώνησε πρὸς τούτοις μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔδωκαν τὴν προκαταβολὴν, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, διότι καὶ αὐτοὶ τὴν προκαταβολὴν ὑπεσχέθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσωσιν εἰς τρεῖς δόσεις τριμηνιαίας. Ἑπομένως καὶ αὐτοὶ ἤθελον πληρώσει τὴν μὲν πρώτην δόσιν τὴν δεκάτην Ἀπριλίου, τὴν δευτέραν τὴν δεκάτην Ἰουλίου καὶ τὴν τρίτην τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου. Οὕτως ἡ Κυβέρνησις ἤθελε λάβει τὴν δεκάτην Ἀπριλίου εἴκοσι τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὴν δεκάτην Ἰουλίου ἕτερα εἴκοσι τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου ἐπίσης ἄλλα εἴκοσι καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ ὅλον ἑβδομήκοντα δύω ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἐχρεώστει ἑξήκοντα ἐννέα ἑκατομμύρια, ἤθελεν ἐξοφλήσει δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη, καὶ πραγματοποιήσει τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου. Ἀλλ’ ἡ μὲν Κυβέρνησις ἐλησμόνησε δυστυχῶς νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην πληροφορίαν εἰς τὸ κοινὸν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε κατὰ τὸ τέλος ἑκάστης δόσεως. Ἦλθεν ἡ δεκάτη Ἀπριλίου, πάντες δ’ οἱ γνωρίζοντες τὸν περὶ δανείου νόμον ἐπεθύμουν νὰ μάθωσιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν, ὡς εἶχε δικαίωμα, τὰ 24 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ ἂν ἐπλήρωσεν αὐτὰ εἰς τὰς Τραπέζας. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ τις τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα δὲν ἐπληρώθησαν ὑπὸ τῶν τραπεζιτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἢ ὅτι πληρωθέντα παρὰ τῶν τραπεζιτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπληρώθησαν ὑπὸ ταύτης εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ πρὸς προπαρασκευὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον τὰ χρήματα ἔπρεπε νὰ πληρόνωνται εἰς τὰς Τραπέζας, καθ’ ὅσον εἰσπράττονται, ἀναντίῤῥητον ὅτι θὰ ἐπληρώθησαν ἀμέσως τὴν 10 Ἀπριλίου εἰς τὰς Τραπέζας. Δὲν ὑπῆρχε δέ τις ὁ περὶ τούτου διστάζων, ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐτήρει σιγήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ διστάζω περὶ τούτου, οὐδὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἄλλως. Αἱ μηνιαῖαι ὅμως καταστάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, αἱ δημοσιευόμεναι κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἑπομένου μηνὸς, ὡς καὶ αἱ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἔδωκαν ἄλλας πληροφορίας εἰς τὸ κοινόν. Πρῶτον ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐδημοσιεύθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι ἐπληρώθησαν εἰς αὐτὴν 4,200,000 δραχμῶν. Ἐκ δὲ τῆς καταστάσεως ἐπίσης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις ἐδημοσιεύθη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Ἀπριλίου, ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἐλήφθησαν ἐξ αὐτῶν αὖθις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως 500,000 δραχμῶν. Προσέτι ἐκ τῆς κατὰ τὸν ἑπόμενον μῆνα δημοσιευθείσης καταστάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἐδηλώθη ὡσαύτως, ὅτι ἐπλήρωσε μὲν κατὰ τὸν μῆνα ἐκεῖνον ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Τράπεζαν δραχμὰς 5,113,000, ἀλλ’ ὅτι ἔλαβε πάλιν ἐξ αὐτῶν παρὰ τῆς Τραπέζης 500 χιλιάδας, καὶ κατὰ τὸν Μάϊον ἑτέρας 650 χιλιάδας δραχμῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, τῆς Βουλῆς μὴ παρούσης, ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς δημοσιογραφίας, διὰ τῶν ἐφημερίδων της, τί συμβαίνει; Δὲν ἐπληρώθησαν τὰ 24 ἑκατομμύρια εἰς τὰς Τραπέζας ἀπέναντι τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, ὅπως προβῶμεν βαθμιαίως εἰς τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς αὐτὰς χρεῶν τοῦ Δημοσίου; Ἐὰν ἐπληρώθησαν, πῶς ἐξ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει πάλιν; Ἔχει δυνάμει νόμου τινὸς ἀνοικτὸν λογαριασμὸν μετὰ τῆς Τραπέζης; Καὶ ἂν δὲν ἔχῃ δυνάμει νόμου, πῶς ἡ Κυβέρνησις μόνον διὰ τῆς ἰδίας αὑτῆς ψήφου συνιστᾷ ἀνοικτὸν λογαριασμόν, ὅστις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ δάνειον; Ἡ Κυβέρνησις οὔτε κατεδέχθη καὶ μετὰ τὰς ἐρωτήσεις ταύτας νὰ δώσῃ ἐλαχίστην εἰς τὸ κοινὸν πληροφορίαν. Προβαίνει ἐν τούτοις ἡ κατὰ μῆνα δημοσίευσις τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῆς Τραπέζης, ἐξ ὧν γίγνεται γνωστόν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε καὶ κατ’ Αὔγουστον 1,220,000 δραχμῶν εἰς μεταλλικὸν καὶ 500 χιλιάδας εἰς γραμμάτια, καὶ κατὰ Σεπτέμβριον εἰς μεταλλικὸν 24,569:36 καὶ εἰς γραμμάτια 501,953:29. Καὶ οὕτω ἐπληροφορήθημεν ἐκ τῶν καταστάσεων ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶχε πληρώσει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια
| ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου | δρ. | 2,700,000 | |
| ἐντὸς τοῦ Ἰουνίου | » | 3,806,860:30 | |
| ἐντὸς τοῦ Ἰουλίου | » | 4,000,000 | |
| Τὸ ὅλον | 10,506,860:30 | ||
| ὅτι ἐπλήρωσεν εἰς μεταλλικὸν | |||
| κατὰ Ἀπρίλιον | 2,403,237:28 | ||
| κατὰ Ἰούλιον | 13,511,071:65 | ||
| 15,914,308:93 | |||
| Ἀλλ’ ἔλαβεν ἐκ τῶν κατὰ | |||
| Ἰούλιον πληρωθέντων ὀπί- | |||
| σω παρὰ τῆς Τραπέζης | 1,463,350:50 — | 14,450,958:43 | |
| τὸ ὅλον τῶν πληρωθέντων | 24,957,818:73 | ||
| Ἀλλ’ ἠλάττωσε τὰ πληρωθέντα ταῦτα | |||
| ποσὰ, λαβὼν ὀπίσω παρὰ τῆς Τραπέ- | |||
| ζης κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον, Μάϊον, | |||
| Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον | |||
| εἰς γραμμάτια | δραχ. | 1,891,450:78 | |
| εἰς μεταλλικὸν | » | 1,614,569:30 — | 3,506,020:08 |
| Καὶ τὰ πράγματι ἀπέναντι τῶν πρὸς | |||
| τὴν Τράπεζαν χρεῶν τοῦ Δημοσίου | |||
| πληρωθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουρ- | |||
| γοῦ περιωρίσθησαν | |||
| εἰς δραχμὰς | 21,451,798:65 |
ἐξ ὧν τὰ μὲν 12,836,389:13 εἰς μεταλλικόν, τὰ δὲ 8, 615,409:52 εἰς γραμμάτια. Ἡ ἀποκάλυψις αὕτη, ἡ γενομένη ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν μηνιαίων καταστάσεων τῆς Τραπέζης, ὀλίγον ἔλειψε νὰ περιπλακῇ· διότι, ὅταν ἦλθεν ἡ 10 Ὀκτωβρίου, καὶ αἱ ἐφημερίδες ὑπέμνησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἦτον ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ πληρωθῇ ἡ τρίτη δόσις, δι’ ἧς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοφληθῶσι τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη μας, καὶ ἑπομένως νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ἐφημερὶς «Ὥρα», ἥτις γνωστὸν εἶναι, ὅτι γράφεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ τῆς ὁποίας αἱ ἀνακοινώσεις δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἡμιεπίσημοι, ἀπήντησεν, ὅτι σκέψις γίνεται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ χρήματα τῆς τελευταίας δόσεως ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε χθὲς, καὶ ἔλαβεν αὐτὰ ἐν Παρισίοις, καὶ ἐπειδὴ, διὰ νὰ μετακομισθῶσιν ἐκ Παρισίων, ἀπαιτεῖται καιρὸς, διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§7ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Ἕνεκα τῆς χολέρας.
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ, ἐκτὸς τοῦ χρόνου, ὅστις ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἕνεκα τῆς μεταφορᾶς, ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ καὶ ἄλλος χρόνος ἕνεκα τῆς καθάρσεως, ἥτις προεκλήθη ἐκ τῆς χολέρας, διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην σκέψις γίνεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ γείνῃ μετὰ τὸν Δεκέμβριον. Ἀνέφερε μάλιστα τὸ ἡμιεπίσημον τοῦτο ὄργανον, ὅτι ἐν Παρισίοις δὲν ἦσαν μόνον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τὰ 24 ἑκατομμύρια τῆς τρίτης δόσεως, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἕνδεκα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κόπτονται ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ τῶν Παρισίων εἰς Ἑλληνικὰ νομίσματα· διότι, κατ’ εἰδήσεις, δι’ ἄλλων ὑπουργικῶν ἐφημερίδων διαδοθείσας, ἡ Κυβέρνησις ἥκιστα ἀρέσκεται εἰς τὸν διμεταλλισμὸν, καὶ σκοπεῖ νὰ ἀποδεχθῇ τὸν μονομεταλλισμόν τούτου δ’ ἕνεκα ἀπεφάσισε νὰ ἐκτυπώσῃ ταῦτα εἰς Ἑλληνικὸν νόμισμα. Αὗται αἱ αἰτίαι ἐδηλώθησαν εἰς τὸ κοινὸν διὰ τῆς ἐφημερίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ἐπενεγκοῦσαι ἀναγκαίως τὴν ἀναβολὴν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀνακοίνωσις ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ παρ’ ἡμῶν ὡς ἡμιεπίσημος, ἑπομένως ὠφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν αὐτήν· ἐγὼ δὲ ὁμολογουμένως ἐπίστευσα, καὶ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ μὴ πιστεύσω αὐτήν. Ὅταν πρόκηται περὶ ἐκτελέσεως Νόμου τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλοντος εἰδικὰ καθήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐρωτᾶται τί πράττει πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν εἰδικῶν τούτων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐπέβαλεν εἰς αὐτήν· ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα, διὰ νὰ προσέλθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦ Βήματος τὰς ζητουμένας πληροφορίας· ὅταν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δίδωσι ταύτας δι’ ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν δημοσιεύει διὰ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου, γνωστοῦ πρὸ πολλῶν χρόνων ὡς δημοσιεύοντος τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔπρεπε τῷ ὄντι νὰ ἦμαι ἄνθρωπος κακῆς πίστεως, ἵνα μὴ πιστεύσω τὴν ἀνακοίνωσιν. Πεποιθότως λοιπὸν ἐβεβαίουν τοὺς φίλους μου, ἐπληροφόρουν τοὺς ἀνθρώπους μεθ’ ὧν συνδιαλέγομαι, ὅτι ἕνδεκα μόνον ἑκατομμύρια ἐκ τῶν 48 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν δύω δόσεων, εἶναι ἄγνωστον τί ἐγένοντο. Καὶ ἀληθῶς τὰ πληρωθέντα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 21,451,798, προστιθέμενα εἰς τὰ πληρωθέντα εἰς τὴν Ἰονικὴν, ἀναβιβάζονται εἰς 26 ἑκατομμύρια τὰ εἰς τὰς Τραπέζας πληρωθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀφοῦ δ’ εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του καὶ τὰ ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ τῶν Παρισίων κοπτόμενα 11 ἑκατομμύρια εἰς Ἑλληνικὰ νομίσματα, συνεκεφαλαιοῦτο ποσὸν 37 ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν ἔλιπον εἰμὴ μόνον 11 ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠρώτα διὰ τῆς δημοσιογραφίας τί ἐγένοντο τὰ 11 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας δημοσιεύεται ἄλλη μηνιαία κατάστασις τῆς Τραπέζης, ἐξ ἧς γίνεται δῆλον, ὅτι τὰ 11 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχον κατατεθῆ ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ τῶν Παρισίων διὰ νὰ κοπῶσιν ἑλληνικὰ νομίσματα, δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ψευδῶς εἶχε παρασταθῆ τοῦτο ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ταῦτα εἶχεν ἤδη πληρώσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ εἶναι μεταξὺ τῶν εἴκοσι καὶ ἓξ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε πληρώσει ἐκ τῶν δύω δόσεων τοῦ δανείου· ἀλλ’ ὅτι ἡ Τράπεζα, τῇ παρακλήσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶχε συναινέσει νὰ μείνωσιν ἐν τῷ Νομισματοκοπείῳ τῶν Παρισίων, ὅπως κοπῶσι τὰ ἑλληνικὰ νομίσματα, ἀναλαμβάνοντος τοῦ Δημοσίου νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως. Εἶναι, κύριοι, ἀληθῶς λυπηρὰ ἡ ἀποκάλυψις αὕτη. Ἐὰν μοὶ ἦτο δυνατὸν, ἤθελον τὴν παραλίπει. Τὴν στιγμὴν ταύτην διατελῶ ὑπό τινα συγκίνησιν. Ἐὰν ἦμαι ἀντιπολιτευόμενος, εἶμαι πολίτης Ἕλλην. Πρόκειται περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος μου. Ἐχρεώστουν ὡς ὁ Σὴμ νὰ γυμνωθῶ τὴν χλαῖνάν μου, καὶ νὰ καλύψω τὸ γυμνὸν σῶμά της. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ μὴ παρέλθω τὴν ἀποκάλυψιν, καὶ τὸ καθῆκόν μου τοῦτο μοὶ ἐγένετο μᾶλλον ἐπιτακτικὸν ἐξ αὐτῶν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τοὺς ὁποίους προχθὲς εἶπε, διὰ νὰ δώσῃ δῆθεν διασαφήσεις εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς λεχθέντων ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θέλων νὰ δείξῃ ὅτι προθύμως σπεύδει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ δώσῃ διασαφήσεις, καὶ ἑπομένως νὰ καθησυχάσῃ πᾶσαν ἀνησυχίαν, ἐγερθεῖσαν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κοινοῦ, σᾶς ἔλεγε προχθὲς, ὅτι τὰ χρήματα, εὐθὺς ὡς εἰσεπράττοντο, ἐπληρόνοντο. Ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος τις, ἵνα μετατραπῇ ὁ ἄργυρος εἰς χρυσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον μάλιστα θέλει πληρωθῆ ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἢ τοῖς χιλίοις, δὲν ἐγνώριζε καλῶς, διὰ προμήθειαν· ὅτι συνεφώνησε προσέτι νὰ πληρώσῃ μόνον ⅞ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα, εἶπε πάλιν, ὅτι εἶχε τὸ Κράτος ὑποχρέωσιν νὰ ποιήσηται πληρωμὰς εἰς ναυτικὰς παρασκευὰς, καὶ εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τοὺς σιδηροδρόμους, καὶ εἰς ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος. Καὶ μετὰ τοῦτο, ἀπορῶν δῆθεν, ἠρώτα, ἀφοῦ εἶχε χρήματα εἰς Παρισίους, εἶχε καὶ χρέη νὰ πληρώσῃ, πῶς ἀξιοῦσιν οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ εἰς Παρισίους διὰ τόκους καὶ χρεωλύσια ἄλλων δανείων, νὰ μὴ πληρώσῃ αὐτὰ ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκεῖ, ἀλλὰ νὰ μεταφέρῃ τὰ χρήματα εἰς Ἀθήνας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀλίγον ἔλλειψε νὰ ἐπιθυμήσῃ νὰ ἀνομολογηθῇ, ὅτι ἐπαραλογιζόμεθα τοιαῦτα ἀξιοῦντες· ἤθελεν ὅμως νὰ παραστήσῃ ὅτι τοιοῦτον παραλογισμὸν δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Πῶς, ἠρώτα, ἠθέλατε νὰ μεταφέρωμεν χρήματα ἐξ Ἀθηνῶν, ἵνα πληρώσωμεν τόκους εἰς Παρισίους; Ὁπόσον καταδηλοῦσιν αἱ τοιαῦται διασαφήσεις τὸ θάῤῥος τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ! Ἀλλ’ αὗται μοὶ καθίστων ἀπαραίτητον νὰ μὴ παραλίπω τὴν ἀποκάλυψιν ταύτην. Ἐὰν εἴχετε ἐν Ἀθήναις χρήματα διὰ νὰ πληρώσητε ἐν Παρισίοις τόκους καὶ χρεωλύσια δανείων παλαιῶν, καὶ ἔχητε καὶ χρήματα ἐν Παρισίοις, προωρισμένα νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν πρὸς αὐτὰς χρεῶν μας, οὐδεὶς σᾶς εἶπε νὰ στείλητε τὰ ἐν Ἀθήναις εἰς Παρισίους, καὶ νὰ μεταφέρητε ἐκ τῶν Παρισίων τὰ ἐκεῖ ὑπάρχοντα χρήματα εἰς τὰς Ἀθήνας. Αὐτὸ εἶναι διαστροφὴ τῶν ἰσχυρισμῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Διαστροφὴν τοιαύτην δὲν ἀνέχεται πλέον ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχει μάλιστα τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ τοιαῦτα. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς εἶπεν, ἐὰν ἔχητε χρήματα ἐν Ἀθήναις, ἵνα πληρώσητε τόκους καὶ χρεωλύσια ἄλλων δανείων, καὶ ἔχητε χρήματα ἐν Παρισίοις, ἵνα πληρώσητε εἰς τὰς ἐνταῦθα Τραπέζας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου, πληρώσατε εἰς τοὺς Παρισίους τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον, ἀλλὰ τὰ δι’ αὐτοὺς προωρισμένα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐν Ἀθήναις, πληρώσατε ἐπίσης εἰς τὰς Τραπέζας πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν τοῦ Δημοσίου. Τίς σᾶς εἶπε νὰ ἀποστείλητε εἰς Παρισίους χρήματα ἐξ Ἀθηνῶν διὰ νὰ πληρώσητε τόκους ἄλλων δανείων εἰς Παρισίους, καὶ νὰ φέρητε ἐκ Παρισίων χρήματα ἐνταῦθα διὰ νὰ πληρώσητε τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Σᾶς ἤλεγξέ τις, διότι διὰ τῶν χρημάτων τῶν ἐν Παρισίοις ἠθέλετε πληρώσει τὰς ὑποχρεώσεις σας ἐν Παρισίοις, καὶ διὰ τῶν χρημάτων τῶν ἐν Ἀθήναις ἠθέλετε ἀποτίσει τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου; Μᾶς εἴπετε, ὅτι ἤλθετε εἰς συμφωνίας διὰ νὰ μετατρέψητε τὸν ἄργυρον εἰς χρυσόν. Δὲν σᾶς ἠρώτησέ τις περὶ τούτου. Καὶ εἶχε δικαίωμα νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ, διότι ἠδύνατο νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, πῶς ἐπετρέψατε νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ ὁ ἀμφίβολος ὅρος «εἰς μεταλλικόν»; Πῶς δὲν ἐθήκατε ἐν αὐτῷ ῥητῶς, ὅτι θέλετε πληρωθῆ εἰς χρυσόν; Καὶ ἀφοῦ δὲν προεβλέψατε τοῦτο, πῶς ἐπιστεύσατε ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ τραπεζῖται νὰ συλλέξωσιν 24 ἑκατομμύρια εἰς ἄργυρον, καὶ νὰ ἔχωσι ταῦτα πρόχειρα, ἵνα τὰ πληρώσωσιν εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν δεκάτην Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωσι τὴν δόσιν; Ἄς ἐδοκιμάζετε νὰ δεχθῆτε τὴν πληρωμὴν εἰς ἄργυρον, ἵνα ἴδητε διὰ πόσων φορείων ἤθελεν ἀπαιτηθῆ νὰ μεταφέρωσιν εἰς τοὺς ἀνταποκριτάς σας ἐν Παρισίοις καὶ πληρώσωσιν 24 ἑκατομμύρια εἰς ἄργυρον. Ἐὰν περιήρχοντο ὅλας τὰς Τραπέζας τῶν Παρισίων, ἀμφιβάλλω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συναθροίσωσι τόσον ἄργυρον· καὶ, ἐὰν ἐζήτουν νὰ συναθροίσωσιν αὐτὸν, ἀγνοῶ εἰς ποῖον ὅρον ἡ τοιαύτη ζήτησις αὐτοῦ ἤθελεν ἀναβιβάσει τὴν ὑπερτίμησιν αὐτοῦ, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελε κατασταθῆ εἰς αὐτοὺς συμφορώτερον νὰ πληρώσωσιν εἰς χρυσόν. Ἀλλ’ οὐδεὶς τέλος πάντων σᾶς ἠρώτησε περὶ τούτου, οὐδ’ ἐδυσφόρησε διὰ τὴν ἕνεκα τούτου ἐπελθοῦσαν ζημίαν. Σᾶς ἠρωτήσαμεν μόνον διατί ἐπληρώσατε ἀπέναντι τόκων καὶ χρεωλυσίων ἄλλων δανείων χρήματα προωρισμένα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Μὴ μᾶς περιπλέκετε ἀφηγούμενοι πῶς μετετρέψατε τὸν ἄργυρον εἰς χρυσὸν καὶ ἐβραδύνατε ἕνεκα τούτου. Τίς σᾶς εἶπε τί ἐσυμφωνήσατε, ἵνα πληρώσητε διὰ νὰ μεταφέρητε τὸν χρυσὸν ἐνταῦθα; Σᾶς ἠρώτησέ τις πόσα ἐσυμφωνήσατε νὰ πληρώσητε διὰ τὴν μεταφοράν; Καὶ ἠδυνάμεθα νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν, διότι γνωστὸν εἶναι εἰς πάντα τὸν ἐμπορικὸν κόσμον, ὅτι ἡ τοιαύτη μεταφορὰ ἐπάγει δαπάνην μικροτέραν τῶν ⅞ τοῦ 1%, τὴν ὁποίαν ἐσυμφωνήσατε, ὅτι ἀρκοῦσι 2 καὶ ¾ τοῦ 1% καὶ διὰ τὸν ναῦλον καὶ διὰ τὰ ἀσφάλιστρα καὶ διὰ τὴν προπαρασκευὴν τοῦ χρυσοῦ εἰς ἀποστολήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν σᾶς ἠρωτήσαμεν. Διατί ἀναμιγνύετε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην; Τί μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ χρόνος διὰ νὰ μετατρέψητε τὸν ἄργυρον εἰς χρυσὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθωσιν ἡμέραι διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ καιρὸς διὰ νὰ τελεσθῇ ἡ κάθαρσις; Ὑποθέσατε ὅτι κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου εἶσθε εἰς θέσιν νὰ εἰσπράξητε εἰς χρυσὸν ἐν Ἀθήναις, καὶ οὐχὶ ἐν Παρισίοις, τὰ 24 ἑκατομμύρια τῆς τρίτης δόσεως· ὅτι φέρ’ εἰπεῖν παρίστατο τραπεζίτης, ὁ ὁποῖος ἐδέχετο διὰ συναλλάγματος νὰ λάβῃ ἐν Παρισίοις εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ τὰ 24 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐν Παρισίοις, καὶ νὰ πληρώσῃ αὐτὰ εἰς ὑμᾶς ἐνταῦθα εἰς χρυσόν· ἠδύνασθε τότε νὰ ἐξοφλήσητε τὰ χρέη σας πρὸς τὰς Τραπέζας δι’ αὐτῶν, καὶ νὰ ἐπιφέρητε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Πῶς, ἀφοῦ σᾶς ἐλλείπουσιν 22 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν δόσιν; Ἐὰν ἐπληρώνετε εἰς τὰς Τραπέζας ἀκέραιον τὸ ποσὸν τῶν 48 ἑκατομμυρίων, τότε ἡ βραδύτης ἕνεκα τῆς μεταφορᾶς τῶν χρημάτων τῆς τρίτης δόσεως ἤθελεν ἐπιφέρει βραδύτητα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἄρσεως· ἀλλὰ σεῖς δὲν ἐπληρώσατε ἀκέραια τὰ χρήματα τῶν δύω πρώτων δόσεων, καὶ τὰ 48 ἑκατομμύρια, εἰμὴ μόνον 26, ἑπομένως, καὶ ἂν ἐπληρώνετε ὅλα τὰ χρήματα τῆς τρίτης δόσεως, δὲν ἐξωφλεῖτε δι’ αὐτῶν τὰ πρὸς τὰς Τραπέζας χρέη τοῦ Δημοσίου, διότι ἐκρατήσατε 22 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε καὶ ταῦτα νὰ πληρώσητε εἰς τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ δὲν ἐπληρώσατε, παραβάντες ῥητὰς ῥητοῦ νόμου διατάξεις. Ὀφείλω μάλιστα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ἀπαγγέλλῃ μετὰ τοιαύτης εὐκολίας κανόνας διαχειρίσεως ὁμοίους πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλε προχθές. Σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν ἔχῃ χρήματα καὶ ἔχῃ πίστωσιν, δύναται νὰ δαπανᾷ τὰ χρήματα, διὰ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων ἐδόθη ἡ πίστωσις. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἐν μέρει. Εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶχε πίστωσιν διὰ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν προηγηθέντων δανείων· δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅμως, ὅτι εἶχε χρήματα διὰ νὰ πληρώσῃ αὐτούς, διότι τὰ χρήματα τοῦ δανείου δὲν ἦσαν χρήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Δὲν θὰ ἀρκῇ νὰ ἔχητε πίστωσιν, πρέπει νὰ ἔχητε καὶ χρήματα, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ διαθέσητε, χρήματα δὲ, ἔχοντα εἰδικὸν καὶ ἀποκλειστικὸν σκοπὸν, δὲν εἶναι χρήματα εἰς τὴν διάθεσίν σας, εἰμὴ μόνον ἵνα δαπανηθῶσι πρὸς θεραπείαν τοῦ σκοποῦ, τοῦ εἰδικοῦ καὶ ἀποκλειστικοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι προωρισμένα. Δὲν ἠξεύρω ποία ἐξουσία ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ παραβαίνῃ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ αὕτη ἐπρότεινε, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς ἀνέθηκεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν ἔχητε ἐξουσίαν νὰ μὴ ἐκτελῆτε τοὺς νόμους, ἀλλὰ νὰ παραβαίνητε αὐτοὺς ὁπόταν θέλητε, διατί νὰ συνερχώμεθα ἐνταῦθα καὶ νὰ συνεδριάζωμεν; Διατί τὸ Κράτος νὰ ὑφίσταται τὰς δαπάνας τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος; Διατί τὸ Κράτος νὰ ὑπέχῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόσπαστοι ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος; Ἂς δώσωμεν μίαν ἐξουσίαν ἀπεριόριστον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ κάμνῃ ὅ,τι νομίζει συμφέρον, διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ κωμῳδία. Θέλομεν τοὐλάχιστον οὕτω σώσει τὴν τιμὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν τιμῆς· αὐτὴ ἂς ῥυπανθῇ τέλος πάντων, εἶναι ἀπώλεια τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ πρέπει νὰ φειδώμεθα τῆς ὑπολήψεως, τῆς τιμῆς τοῦ θεσμοῦ, διὰ νὰ κρατύνωμεν τὴν ἐπὶ τὸν θεσμὸν πεποίθησιν τοῦ λαοῦ. Παρέβη ἢ δὲν παρέβη ἡ Κυβέρνησις τὸν νόμον; Ἐὰν εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ παραβῇ τὸν νόμον, διατί νὰ μὴ φέρῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν; Εἶχεν ἀνάγκην νὰ παραβῇ τὸν νόμον ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1879, κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἔφερε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ τὴν ἔφερεν ἐν γνώσει, ὅτι ἤθελε πέσει ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ· διότι ἡ ὑπὲρ αὐτῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πλειοψηφία ἦτο κλονιζομένη. Καὶ ὁ ἡγούμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὸν ὁποῖον χίλια στόματα ἐδυσφήμουν, ὡς ἄνθρωπον προσκεκολλημένον εἰς τὴν Ἀρχὴν, καὶ ποθοῦντα νὰ κατέχῃ αὐτὴν, συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἐν γνώσει ὅτι ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ καταλίπῃ τὴν Ἀρχήν. Μήπως οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐπροβάλετε εἰς τὴν Βουλὴν, κατωρθώθη ποτὲ νὰ λάβωσι τὴν ἐλαχίστην μεταβολὴν, διὰ νὰ δύνασθε νὰ προτείνητε τὴν ἀσθενεστάτην, τὴν φαινομενικὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ Βουλὴ σᾶς παρενέβαλεν ἐν τῷ περὶ δανείου νόμῳ διάταξίν τινα, ἡ ὁποία ἐδέσμευε τὰς χεῖράς σας, ἡ ὁποία σᾶς ἐκώλυε νὰ ἐκτελέσητε αὐτὸν, διὰ νὰ ἐπιτύχητε τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε τὸν νόμον; Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς σᾶς κατεδήλωσεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, τοιαύτην ἔδειξε πάντοτε προθυμίαν διὰ νὰ ὑπερψηφίζῃ τῶν μέτρων σας, ὥστε ἴσως κατεχράσθητε ὑμεῖς τῆς προθυμίας της ταύτης, καὶ ἴσως ἐπὶ τῶν μέτρων καὶ τῶν νομοθετημάτων, παρεσύρετε αὐτήν. Καὶ ἀφοῦ συντάσσετε νόμους, οἵους ἂν θέλητε, ἀφοῦ κατορθόνετε νὰ ψηφίζωνται οὗτοι ὅπως θέλετε αὐτοὺς, ὑστερώτερον λαμβάνετε διὰ νὰ ἐκτελέσητε τοὺς νόμους τούτους καὶ τοὺς κατακερματίζετε, ἐκτελοῦντες ὅσα μέρη αὐτῶν θέλετε, ἢ παραλείποντες ὅσα μέρη αὐτῶν δὲν θέλετε! Ἐχρεώστουν ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσω τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἠθέλησε προχθὲς νὰ δώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἄνευ ἀνασκευῆς. Ἤμην βέβαιος ὅτι ἕκαστος ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤκουε τὰς διασαφήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶχεν αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπαγγέλλω· ἀλλ’ ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, οὐχὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὴν ὀξύνοιαν καὶ τὴν εὐθυκρισίαν τῶν ὁποίων ἐνεπιστεύθη ὁ Τόπος, ἀλλ’ ὤφειλον ν’ ἀπευθύνω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα ἀναιρέσω ἀμέσως δικαιολογίας ἀναρμόστους εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα μάθῃ ὁ Τόπος, ἵνα μάθωσιν οἱ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν κατοικοῦντες, κατὰ τίνα τρόπον ἐκτελοῦνται οἱ νόμοι, καὶ κατὰ τίνα τρόπον γίνεται ἡ διαχείρισις καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς εἰδικὸν σκοπὸν προωρισμένων χρημάτων. Κύριοι, δὲν ἐξήντλησα δυστυχῶς ἀκόμη πᾶσαν τὴν ὕλην, περὶ τῆς ὁποίας ὤφειλον νὰ πραγματευθῶ πρὸς ὑμᾶς. Κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετέτρεψε καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Αἱ συζητήσεις συνήθως δὲν γίνονται, καθὼς λέγουσιν οἱ Λατῖνοι, de omnibus rebus· αἱ συζητήσεις δὲν γίνονται περὶ ποικίλων πραγμάτων καὶ περὶ παντοδαπῶν ὑποθέσεων, γίνονται εἰδικῶς περὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅταν ἦτον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν ἀνῆλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν, συνειθίζει ἀγορεύων νὰ ὁμιλῇ περὶ παντοδαπῶν καὶ ποικίλων ὑποθέσεων, καὶ ἀναγκάζει καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας ν’ ἀκολουθῶσι τὴν αὐτὴν τακτικήν. Ἴσως θὰ ἦτο λυσιτελὲς νὰ ἐρευνήσῃ ἡ Βουλὴ, ἰδίᾳ, διὰ ποῖον λόγον δὲν ἐπηλήθευσαν αἱ προβλέψεις τοῦ Ὑπουργείου, τὰς ὁποίας διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν τριῶν ἀλλεπαλλήλων ἐτῶν, τοῦ 1882, τοῦ 1883 καὶ τοῦ 1884, ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλήν. Ἴσως ἦτο λυσιτελὲς νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ, ἰδίᾳ, ποῖα εἶναι τέλος πάντων τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, ἢ ἐξ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄλλων φόρων, τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμενοι εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐψηφίσαμεν. Τοιαύτη ἔδει νὰ ἦναι καὶ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας ἑκάστου τῶν μέτρων, καὶ ἑκάστου τῶν νομοθετημάτων, ἔστω καὶ ἀπηλλαγμένη πάσης πολιτικῆς προαιρέσεως, σκοποῦσα νὰ διαφωτίσῃ ὑμᾶς, ὅπως σκεφθῆτε τί τέλος πάντων πρέπει νὰ πράξητε, διὰ ν’ ἀνακόψητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ἐπεφάνη ἐρχόμενον, τοῦ ὁποίου ἐπῆλθον εἰς τὴν κοινωνίαν οἱ πρόδρομοι καὶ οἱ πρόσκοποι, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ πλήρης ἐπιδρομὴ θέλει εἶσθαι ὀλεθρία. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε ἐποιήσατο προχθὲς εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1885, σᾶς ὡμίλησε περὶ παντὸς τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος τῆς Ἑλλάδος· ἐπειδὴ δὲ ὤφειλον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως ἐκεῖνα τὰ μέρη τῆς εἰσηγήσεως αὐτοῦ ταύτης, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν πεπλανημένα ἢ ἀπομεμακρυσμένα τῆς ἀληθείας, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἡ συζήτησις αὕτη εἶναι γυμνὴ πάσης πολιτικῆς ἐννοίας. Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἰσηγήσατο τὸν Προϋπολογισμὸν, τὴν δήλωσιν ταύτην αὐτοῦ ἀκολουθοῦμεν. Ἀλλὰ πῶς θέλετε ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ ἀπαντήσεως, πῶς ν’ ἀνεχθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις τοσαύτην διαστροφὴν τῶν γεγονότων, τοιαύτην παρερμηνείαν τῶν νόμων· πῶς νὰ ἀνεχθῇ καὶ παραλλαγὰς ἔτι τοῦ χρόνου, χωρὶς νὰ σπεύσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐντυπώσεις πεπλανημένας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο δυσάρεστως νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἔρευναν τῶν βάσεων καὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ; Ἠναγκάσθην λοιπὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, πραγματευόμενος περὶ ποικίλων ὑποθέσεων. Ἕνεκα τούτου ἀποβαίνει ἀναγκαῖον, πρὶν ἢ καταβῶ τοῦ βήματος, νὰ ποιήσω ἀνακεφαλαίωσίν τινα, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ παράσχω πᾶσαν εὐκολίαν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ συγκρατήσωσιν ἐν τῇ μνήμῃ των τὰς ἐντεῦθεν ἐκτεθείσας γνώμας καὶ ἰδέας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου ὑπῆρξεν ὀλεθρία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ αὕτη πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου παρεσκεύασε τὴν ἀρξαμένην οἰκονομικὴν κρίσιν, καὶ ὅτι ἐν καιρῷ τῆς ἐρεύνης τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λησμονήσῃ πᾶσαν πολιτικὴν σκέψιν, καὶ ὑπὸ μόνου τοῦ πατριωτισμοῦ ἐμφορουμένη, νὰ ἐρευνήσῃ τὰ πράγματα μετ’ ἀπροκαταλήπτου συνειδήσεως, νὰ βασανίσῃ αὐτὰ, καὶ, ἂν σχηματίσῃ τοιαύτην γνώμην, οἵαν ἡμεῖς ἔχομεν, νὰ σπεύσῃ ν’ ἀνακόψῃ τὸ κακὸν, διὰ νὰ σώσῃ τὸν Τόπον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ὑπῆρξε δυστυχῶς ἀποτυχία εἰς ὅλα τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα τῇ ἐπιμόνῳ αὐτοῦ ἀξιώσει ἐπεψηφίσθησαν. Εἰσήγαγεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τεραστίαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἀδικαιολόγητον ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως, ἀδικαιολόγητον ὑπὸ τῆς καταστάσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀδικαιολόγητον ὑπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ συνεισφέρῃ προσέτι εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις μάλιστα μετὰ θλίψεως εἶδεν, ὅτι ὁσάκις ἠμφισβητήθη ἡ εὐστοχία τῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁσάκις παρεστάθησαν τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν, τὰ ὁποῖα καθίστων κατάδηλον τὴν ἀποτυχίαν των, ἐγένετο χρῆσις καὶ αὐτῆς τῆς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων, ἐγένετο προσφυγὴ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν σοφιστείαν, διὰ νὰ περικαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια. Καὶ λέγω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶδε τοῦτο μετὰ θλίψεως, διότι τακτικὴν τοιαύτην κρίνει ἀπολύτως ἀνάρμοστον εἰς Κυβέρνησιν, ὡς κρίνει ὡσαύτως αὐτὴν ἀνάρμοστον καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῶν σεβομένων ἑαυτούς. Ἀπὸ 43 ἑκατομμυρίων, ὅσα ἦσαν τὰ ἔξοδα τοῦ 1880, ἀνεβιβάσατε αὐτὰ τῷ 1884 εἰς 100,109,000. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 προϋπελογίσατε ἔσοδα 68 ἑκατομμύρια καὶ 600 χιλιάδας, ἐβεβαιώσατε τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ὅτι ἤθελον εἰσπραχθῆ 70 ἑκατομμύρια· εἰσεπράχθησαν ὅμως 55,605,000, ἤτοι ὀλιγώτερα 15 ἑκατομμύρια ἀπὸ ὅσα ἐβεβαιώσατε. Ὑπεσχέθητε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἰσοζύγιον, καὶ ἀνηγγείλατε περίσσευμα, ἀλλ’ εἴχετε ἔλλειμμα ὑπέρτερον πάσης τυχαίας περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς πλάνης· διότι κατὰ τὸ ἔτος 1883 προϋπελογίσθησαν ἔσοδα 72,133,600, καὶ εἰσεπράχθησαν 52 ἢ 53 ἑκατομμύρια, ἤτοι ὀλιγώτερα 19 ἑκατομμύρια. Ποίαν ἄλλην ἀποτυχίαν θέλετε εἰς τὰς προβλέψεις τὰς οἰκονομικὰς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἰσπράττετε 15 ἑκατομμύρια ἔσοδα κατὰ τὸ 1882 ὀλιγώτερα, ἀφ’ ὅσα ἐβεβαιώσατε τὴν Βουλὴν εἰσπράττετε 19 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1883 ὀλιγώτερα, ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσατε. Ἡ Ἀντιπολίτευσις προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου ν’ ἀνακόψῃ τὴν ὁρμὴν τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, εἰς τὴν δημιουργίαν πολυτελοῦς οἰκοδομήματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποστηριχθῶσιν αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τοῦ Τόπου δύνανται νὰ παράσχωσιν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὕβρισε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, τὴν ἐνεκάλεσεν ὡς παραλύουσαν διὰ τῶν ἀπουσιῶν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἐζήτησε νὰ τὴν δυσφημήσῃ ὡς διὰ παρατεταμένων συζητήσεων παρατείνουσαν τὰς ἐργασίας της, τὴν ἐσυκοφάντησεν ὡς ζητοῦσαν διὰ τοιούτων μέσων νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ κατέδειξε πάντοτε προαίρεσιν ν’ ἀφαιρέσῃ ἓν μέρος τῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία ἐπίκειται ἐπὶ τῶν ὤμων του, καὶ τὴν μεταφέρῃ ἐπὶ τῶν ὤμων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὤφειλεν ἑπομένως ν’ ἀφήσῃ ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν· τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε κατὰ τὴν 10 Μαρτίου, ἦτο μέτρον ὑγιοῦς πολιτικῆς, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς δυσαρέστου ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν Ἀντιπολίτευσις χώρας περιῆλθέ ποτε. Ἀφῆκε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀφῆκε τὴν πλειοψηφίαν. Ἂς ψηφίσωσιν ὅσους νόμους ἤθελον. Ἂς ψηφίσωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὅπως τὸν ἤθελον. Καὶ ἐψήφισαν μονοπώλια, καὶ ἐψήφισαν τὸ νέον Δασμολόγιον, καὶ ἐψηφίσθη ἅπαν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐφημερίδος του ἔλεγε προχθὲς, ὅτι θλίβεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις ἀπέναντί του, διὰ νὰ τὸ ἐκτυλίξῃ. Ποίων μέσων ἐστερήθητε, κύριοι, διὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὴν οἰκονομικήν σας πολιτικήν; Τί σᾶς ἠρνήθη ἡ Βουλή; Τί δὲν ἐδέχθη νὰ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου: Ποῖον ἡμεῖς πρόσκομμα σᾶς παρενεβάλομεν; ἓν μόνον, ὁσάκις ἠγωνιζόμεθα νὰ σᾶς ἀναχαιτίσωμεν ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὠλισθήσατε. Ἀπεκτήσατε ὅσους νόμους ἠθέλετε, παρελάβετε εἰς τὰς χεῖράς σας ὅσα ἠθέλετε, ἐπεβάλετε μονοπώλια, εἰσηγάγετε εἰς τοὺς νόμους περὶ μονοπωλίων διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς οὐδένα νόμον οὐδεμιᾶς ἐλευθέρας χώρας. Ἐπροχωρήσατε. Πῶς νὰ προχωρήσητε; Πάντα τὰ μέτρα σας ἀπέτυχον. Πτῶσις εἰς τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους, προβαίνουσα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἐξακολουθοῦσα κατὰ τὸ ἐνεστώς. Τί δηλοῖ ἡ μείωσις τῶν τελωνειακῶν ἐσόδων, εἰμὴ τὴν κατάστασιν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου; Πτῶσις τῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ἐκ τοῦ χαρτοσήμου. Καὶ χθὲς ἐλέγετε ὑμεῖς αὐτοὶ, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ χαρτοσήμου εἰσὶ τὸ κάτοπτρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Μείωσις ἀνάλογος πάντων τῶν ἐσόδων, φυγάδευσις τῶν κεφαλαίων. Ἀμηχανία τοῦ ἐμπορίου, πτωχεύσεις. Ἀμηχανία τῶν παραγωγῶν δι’ ἔλλειψιν κεφαλαίων. Ἠκούσατε τί γίνεται εἰς τὰς σταφιδοφόρους Ἐπαρχίας; Μὴ ἀγανακτεῖτε, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Πλαταμώδους σᾶς ζητεῖ νὰ σκεφθῆτε νὰ βοηθήσητε τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἀγανακτοῦντες ὑβρίζετε ἀδίκως λαὸν, ζητοῦντα εὐλόγως ἐπικουρίαν, διότι ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς. Μὴ ὀργίζεσθε διὰ τὴν δυσφορίαν, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται ἐν Πάτραις. Μὴ ὀργίζεσθε διὰ τὴν ἀμηχανίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἠλείᾳ. Οἱ παραγωγοὶ δὲν ἔχουσι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ ἐκαλλιέργουν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, καὶ δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσιν ἐφέτος, ἵνα παραγάγωσι καὶ ἐφέτος. Ἡ φυγάδευσις δὲ τῶν κεφαλαίων, καὶ ἡ ἔλλειψις τῶν ἀναγκαίων εἰς τοὺς παραγωγοὺς χρημάτων πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν παραγωγικῶν ἐργασιῶν των, ἐπέφερε καὶ τὴν μείωσιν τῆς ἐργασίας. Περιέλθετε τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ἴδητε πόσαι οἰκοδομαὶ ἐσταμάτησαν. Ἐρευνήσατε διὰ νὰ μάθητε, ὅτι ἄνθρωποι, οἵτινες ἔχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ τὰς οἰκοδομάς των καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ περατώσωσιν αὐτὰς, ζητοῦσι μικρὰ δάνεια, καὶ δὲν εὑρίσκουσιν, ἂν καὶ ὑποθήκας πρώτας προσφέρωσι καὶ τόκους ἀσυνήθεις συναινῶσι νὰ πληρώσωσι. Ποῖον μέτρον σας οἰκονομικὸν ἐπέτυχεν; Ἐπέτυχεν ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Ὑμεῖς προϋπελογίσατε 10 ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου τούτου· ἡ Ἀντιπολίτευσις σᾶς ἤλεγξεν, ὅταν διὰ τῶν ὑπαλλήλων σας, τοὺς ὁποίους ἔχετε καὶ ἀνταποκριτὰς ξένων ἐφημερίδων, ἀνηγγέλλετε εἰς τὸ ἀγγλικὸν Standart καὶ ἐδημοσιεύετε καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐξησφαλίσατε τοσαῦτα ἐκ τοῦ φόρου ἔσοδα. Διετείνεσθε τότε ὅτι εἴχετε στατιστικὰς πληροφορίας ἐπισήμους παρὰ τῶν Ἀρχῶν σας. Πόσα εἰσεπράξατε λοιπόν; Κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε προχθὲς, 2,413,454, καὶ τὰ 2 ταῦτα ἑκατομμύρια εἰσεπράχθησαν ἀντὶ 10 ἑκατομμυρίων· καὶ τὰ 2 ταῦτα ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰσεπράξατε, ἐνδεχόμενον νὰ ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι περιλαμβάνουσι καὶ τὰ ἐπιβληθέντα πρόστιμα καὶ τὰς καταψηφισθείσας ποινὰς.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰς περιλαμβάνουσι.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ὁποῖαι ἐπεβλήθησαν εἰς πλῆθος ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ, εἰς καπνοπώλας, εἰς ἰδιώτας, ὡς παραβάτας τοῦ νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Προϋπελογίσατε ἔσοδα δραχ. 2,140,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, καὶ εἰσεπράξατε 218,802 κατὰ τὰς δύω τριμηνίας τοῦ 1883, 150,435 κατὰ τὰς δύω τριμηνίας τοῦ 1884, 71,444 ἐκ τοῦ ζύθου, 224,096 ἐκ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ποτῶν, τὸ ὅλον 664,777, ἀντὶ 2,140,000, ἅτινα προϋπελογίσατε καθ’ ὅλον τὸ ἔτος μεῖον 12 ἡμερῶν. Προϋπελογίσατε 3 ἑκατομμύρια ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ εἰσεπράξατε 676,600. Προϋπελογίσατε 3,200,000 ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ ἐβεβαιώσατε 1,187, 009· καὶ δὲν εἰσπράξατε ἀλλ’ ἐβεβαιώσατε. Ποῖον οἰκονομικὸν μέτρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπέτυχεν; Ἠδυνάμην νὰ προκηρύξω βραβεῖον εἰς ὅν τινα ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν μέτρον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχε, καὶ ὑπόσχομαι νὰ πληρώσω τὸ βραβεῖον. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἐλπίζουσι μὲ τὸν καιρὸν νὰ ἐπιτύχωσιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν αὐτοῖς μικραὶ ἀτέλειαι, αἵτινες πρέπει νὰ διορθωθῶσι μὲ τὸν χρόνον, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἐπιτυγχάνουσιν ἀμέσως, καὶ ὅτι μετὰ δύω ἢ τρία ἔτη θέλουσιν ἀρχίσει αἱ εἰσπράξεις. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τοιαύτας δοκιμάς. Ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νομίζωσιν, ὅτι ἐκπληροῦσιν εὐσυνειδήτως τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται, ἀποδεχόμενοι τοιαύτην τῆς ἀποτυχίας δικαιολογίαν, εἰσὶ κύριοι νὰ τὸ πράξωσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησίν της, ἀφοῦ τρία ἤδη ἔτη οὐδὲν ἕτερον πράττει, εἰμὴ νὰ ἀγωνίζηται νὰ διαφωτίζῃ τὸ Κοινοβούλιον περὶ τῆς ἀληθείας. Καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμὴν, κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος πρόκειται κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ψηφισθῇ, ἐξακολουθεῖ τὸν δυσχερῆ τοῦτον ἀγῶνα, καὶ ἐξακολουθεῖ αὐτὸν μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον τῇ ἐμπνέει ἡ καλὴ πίστις καὶ ἡ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας πεποίθησις. Τί σημαίνει, ἂν ἐλέγετε εἴς τινας βιομηχάνους ἢ ἐμπόρους τοῦ Πειραιῶς, προσελθόντας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅπως παραστήσωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς πόλεώς των, ἐὰν εἴπατε αὐτοῖς, ἵνα τοὺς παραμυθήσητε, ὅτι ἀγωνίζεσθε νὰ πείσητε τὴν Τράπεζαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον δεκάδων τινῶν ἑκατομμυρίων καὶ χύσητε οὕτω τοσοῦτον χρυσὸν ἑκατομμυρίων, εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ ἐμπορίου! Τοῦτο ἦτο προσωρινὸν ἔμπλαστρον, τὸ ὁποῖον ἐδίδετε, ἵνα ἡσυχάσητε τοὺς παραπονουμένους, ἵνα τοὺς δώσητε ἀναψυχὴν μιᾶς ὥρας. Ἀλλὰ μετὰ 20 ἡμέρας εἶδον, ὅτι οὐδὲ δάνειον ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσῃ ἡ Τράπεζα, οὔτε χρυσὸς ἔμελλε νὰ διοχετευθῇ εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, ἐκ τοῦ δανείου τούτου προερχόμενος. Τί σημαίνει, ἂν ἐπεδεικνύετε πρὸς αὐτοὺς μέγα ἄλλο εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε, ὅτι ἐπράξατε, ἤτοι ὅτι, ἀντὶ 25 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν, ὑμεῖς ἐχύσατε εἰς τὴν κοινωνίαν 100 ἑκατομμύρια χρυσοῦ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων! Ἡ κοινωνία καὶ τὸ ἐμπόριον εἶδον ἂν ἐχύσατε ἐκ τοῦ δανείου ἑκατὸν ἑκατομμύρια χρυσοῦ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἔμαθε πόσα ἐξ αὐτοῦ ἑκατομμύρια ἐχύθησαν εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ σήμερον, καὶ αὐτοὶ οἱ ἁπλούστεροι ἐξ ἡμῶν, οἵτινες κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἤκουσαν τὰ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου, θέλουσιν εἴπει, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔλεγε τότε ἀλήθειαν. Τί σημαίνει, ἄν, διὰ νὰ παραμυθήσητε τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ καὶ τοὺς καπνοεμπόρους καὶ καπνοπώλας, δὲν παύετε ἀπὸ τοῦ νὰ δημοσιεύητε διὰ εἴκοσιν ἐφημερίδων τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως τῆς Αἰγύπτου ἀνεδείχθητε σωτῆρες τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, καὶ εὐεργετήσατε τοὺς ἐμπόρους τοῦ προϊόντος τούτου! Οἱ κάτοικοι τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς Τριχωνίας γνωρίζουσιν, ὅτι ἐλάχιστον μέρος τοῦ προϊόντος των ἐπώλησαν, καὶ τοῦτο ἐπώλησαν εἰς εὐτελεῖς τιμὰς, καὶ ὅτι ἕνεκα τοῦ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ φόρου σας ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγκαταλίπωσι τοὺς ἀγρούς, τοὺς καλλιεργουμένους πρότερον πρὸς παραγωγὴν καπνοῦ, αἱ δὲ μικραὶ ἐκεῖναι περιφέρειαι ἐστερήθησαν τοῦ εἰσαγομένου ἐν αὐταῖς χρήματος. Τί σημαίνει, ἂν λέγετε, ἐπιθυμοῦντες νὰ πιστευθῆτε, ὅτι διὰ τοῦ Δασμολογίου κατεπτοήσατε τὴν Γαλλίαν, ὡς ἐλέγετε ἄλλοτε, ὅτι διὰ τοῦ περὶ διαφορικῶν τελῶν νόμου σας ἠθέλετε καταπλήξει τὰ ἄλλα Κράτη, καὶ ὑποτάξει αὐτὰ εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἡμῶν συμφέροντα! Καὶ ὁ περὶ διαφορικῶν τελῶν νόμος σας ἔμεινε χάρτης ἄγραφος. Σεῖς ἐπεμένετε τότε νὰ ψηφίσωμεν αὐτόν· ἡμεῖς ἠγωνίσθημεν νὰ σᾶς ἀποτρέψωμεν, χάριν τῆς τιμῆς τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σεῖς ἐπεμείνατε. Ἠναγκάσθητε ὅμως ν’ ἀναβάλητε νὰ θέσητε αὐτὸν ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὑφηρπάσατε ἀπὸ ἡμᾶς διὰ τοῦ νόμου, ἀπὸ καλένδας εἰς καλένδας Ἑλληνικὰς, ὅταν σᾶς εἶπον, ὅσοι ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῶσι μεθ’ ὑμῶν ἐμπορικὴν σύμβασιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς οὐδένα νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαπραγματεύωνται ὑπὸ τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους. Αἱ διαπραγματεύσεις καὶ συμφωνίαι ὑπογράφονται ἐλευθέρως ὑπὸ τῶν συναλλασσομένων· δὲν συμβαίνει δὲ ὁ ἕτερος τούτων νὰ ἐξαναγκάζηται ὑπὸ ψυχολογικῆς βίας, εἰμὴ ὅταν ὑπογράφῃ ἐπὶ τοῦ τυμπάνου. Τί σημαίνει, ἂν μᾶς εἴπετε προχθὲς, ὅτι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρὸς τὴν Γαλλίαν ἀπειλὴ τοῦ Δασμολογίου σας, ὥστε ἐδηλώσατε εἰς αὐτὴν, ὅτι, ἂν δὲν ἀνακαλέσῃ τὸν ἐσωτερικὸν ἐκεῖνον δασμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν εἰς τὴν ἐξ Ἑλλάδος εἰσαγομένην σταφίδα, δὲν θέλετε κάμει ἔναρξιν τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι οὕτως ἠναγκάσατε αὐτὴν νὰ μὴν ἐπιμένῃ εἰς τὸν ἐσωτερικὸν ἐκεῖνον δασμόν! Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀτιμία διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν εἴπω, ὅτι τὰ Κράτη τὰ μικρὰ δὲν δύνανται οὔτε ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς παραγωγῆς, οὔτε ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν προϊόντων, οὐδ’ ἐν τῇ τῆς καταναλώσεως νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὰ μεγάλα καὶ νὰ ἐκβιάσωσιν αὐτά, καθ’ ὃν λόγον δὲν δύνανται νὰ πολεμήσωσι πρὸς ταῦτα διὰ στρατιῶν ἢ στόλων, καὶ νὰ νικήσωσιν αὐτά. Σᾶς τὸ εἶπον, ὅταν συνεζητεῖτο ὁ νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν, ὅταν μᾶς ἐπροβάλετε τὸ ἀκαταμάχητον τοῦ μέτρου σας τούτου, ὅπως μᾶς ἀποστομώσητε. Ἀλλὰ τὰ πράγματα διέψευσαν καὶ τοὺς ἰσχυρισμούς σας ἐκείνους. Μήπως μᾶς ὑπολαμβάνετε ὡς βλάκας, καὶ ζητεῖτε νὰ μᾶς πείσητε διὰ τοιούτων ἀγγελμάτων ἀνυποστάτων; Ὁ καιρὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ εἴδησις τῆς ἀναβάσεώς σας εἰς τὴν Ἀρχὴν ἀνύψου τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λονδίνου, παρῆλθε. Τί σημαίνει, ἂν ἐλέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι, διὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀνεδείχθητε ὁ σωτὴρ τῶν καλλιεργητῶν τῆς ἀμπέλου καὶ τῆς σταφίδος! Πάντα ταῦτα δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται, καὶ δυστύχημα εἶναι διότι λέγονται. Ἀλλὰ καὶ ἂν λέγωνται, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν πιστεύονται πλέον. Παρῆλθεν ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν ἐπιστεύοντο, καὶ ἡ πίστις τοῦ λαοῦ πρὸς ταῦτα πληρώνεται ἀκόμη ἀκριβὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν πρέπει νὰ καταβῶ τοῦ βήματος, ἂν δὲν ἀνασκευάσω καὶ τὴν τελευταίαν οἰκονομολογικὴν μελέτην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔλεγε προχθές, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ οἰκονομική τις στενοχωρία εἰς τὸν Τόπον, αὕτη προῆλθεν ἐξ αἰτίων ἀνεξαρτήτων τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔλεγε προσέτι, ὅτι, ἂν ὑπῆρξεν αὔξησις τῶν ἐξόδων ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς, καὶ αὕτη πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς ὡρισμένας αἰτίας, γεννηθείσας ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Σᾶς ἀνέφερε μάλιστα, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἐξόδων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τέσσαρας ὡρισμένας αἰτίας· αʹ) διότι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν τελευταίων τούτων τριῶν ἐτῶν ἔπρεπε νὰ περιλάβωσι καὶ τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· βʹ) ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶχον ὑποτιμηθῆ, ἡ δὲ ὑποτίμησις προέβαινεν οὕτως, ὥστε οἱ κάτοχοι αὐτῶν κατήντησαν νὰ ζημιῶνται μέχρις 20% ἐπὶ τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας τῶν γραμματίων· ἐπειδὴ δὲ ἀντὶ τῆς ζημίας ταύτης προσεπορίζετο τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κέρδος τὸν μικρὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονεν εἰς τὰς Τραπέζας διὰ τὰ πρὸς αὐτὰς χρέη τοῦ Δημοσίου, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶχεν ἐπιβληθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐκρίναμεν καὶ ἀπρεπὲς καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ νὰ ὠφελῆται μὲν τὸ Δημόσιον τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου, ὃν ἔμελλε νὰ πληρώσῃ πρὸς τὰς Τραπέζας, νὰ ζημιώνηται ὅμως ἡ κοινωνία πλείονα ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Τρίτην αἰτίαν σᾶς ἐπρόβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ἀναπόφευκτον καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐκπληρώσῃ, ἵνα ἐφαρμόσῃ πλέον τὸν νόμον περὶ καθολικῆς στρατολογίας, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος ἔξοδα περισσότερα τῶν δαπανωμένων μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Σᾶς ἐπρόβαλε τέλος πάντων καὶ τετάρτην αἰτίαν τῆς αὐξήσεως τῶς ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ἐζήτησε μάλιστα νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον τοῦτο διὰ θεωριῶν, ἵνα πείσῃ ἡμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης, ὡς ἂν ἡμεῖς ἐδιστάζομεν καὶ ἀντελέγομεν. Θέλετε λοιπὸν, ἔλεγε, νὰ ἀφήσητε τοὺς ὑπαλλήλους λαμβάνοντας εὐτελῆ μισθόν; Καὶ δὲν ἀναλογίζεσθε, ὅτι ὅ,τι ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς μισθοὺς, θέλουσιν ἐκεῖνοι λαμβάνει αὐτὸ καὶ περισσότερον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀνατεθειμένης αὐτοῖς δημοσίας ἐξουσίας; Καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους ἠκολούθησε δυστυχῶς τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἀνεμίγνυε τὰς παλαιὰς δραχμὰς μὲ τὰς νέας. Ὅπου ἤθελε νὰ παρουσιάσῃ ἀριθμὸν μεγαλείτερον τοῦ πραγματικοῦ, ἠρίθμει εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ὅπου ἤθελε μικρότερον, ἠρίθμει εἰς νέας δραχμάς. Ἐποιήσατο δὲ κατὰ τὸ εἰωθὸς καὶ σύγχυσιν τῶν πραγμάτων πρὸς ἄλληλα. Ἐπειδὴ ὅμως ἰσχυρίσατο ἰσχυρισμοὺς μὴ ἀκριβεῖς, ὀφείλω νὰ ἀνασκευάσω αὐτοὺς, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησε προχθὲς, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν ἐξόδων μεταξὺ τῶν Προϋπολογισμῶν, τῶν ψηφισθέντων πρὸ τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τελευταίου ἔτους 1884, συνίστατο εἰς 31 ἑκατομμύριον. Ἀλλ’ ἂν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀναγεγραμμένα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1884, θέλετε εὑρεῖ ὅτι αὐτὰ ταῦτά εἰσιν ὑπέρτερα ἐκείνων οὐχὶ κατὰ 31, ἀλλὰ κατὰ 56,358,879 νέων δραχμῶν, δηλαδὴ κατὰ 63 καὶ πλέον ἑκατομμύρια παλαιῶν δραχμῶν. Σᾶς εἶπεν, ὡς αἰτίαν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς τῶν τελευταίων τούτων ἐτῶν, τὴν ἐν αὐτοῖς ἀναγραφὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ οἱ τόκοι οὗτοι εἶναι 5%, ὅθεν 6 μόνον ἑκατομμύρια προσετέθησαν δι’ αὐτοὺς εἰς τὰ ἔξοδα. Καὶ τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων δὲν εἶχε δαπανηθῆ ὅλον παρὰ τῶν προκατόχων του· ποσὸν μὴ εὐκαταφρόνητον αὐτοῦ παρέλαβεν ὡς ὑπόλοιπον παρὰ τῶν προκατόχων του, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐδαπάνησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μὴ στέρξας νὰ ποιήσηται, ὡς ἔπρεπε, χρῆσιν τοῦ ὑπολοίπου τούτου πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ τοῦτο κατηναλώθη, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν, εἰς τὴν τεραστίως κατ’ ἔτος προϊοῦσαν αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἐπιβαρυνθείσης καὶ χειροτερευσάσης τῆς καταστάσεως τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, καθ’ ἣν ὥραν ἀνέβαινεν ἐπὶ τὴν Ἀρχήν. Σᾶς εἶπεν, ὡς αἰτίαν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, τὴν ἐξόφλησιν τῶν πρὸς τὰς Τραπέζας χρεῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 περιέλαβε μόνον 1,630,000 διὰ τόκους τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων· ἐὰν δὲ προσθέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἔχετε αὔξησιν ἐξόδων κατὰ 7,630,000 τὸ ὅλον· πολὺ, πολὺ δὲ ἀπέχετε τοῦ ποσοῦ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐξόδων μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1884. Σᾶς εἶπεν, ὡς αἰτίαν τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς τελευταίους Προϋπολογισμοὺς, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καθολικῆς στρατολογίας, ἧς ἕνεκα ηὔξησε τὰς δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκ ταύτης δαπάναι μᾶς βοηθοῦσι νὰ ἀναβῶμεν εἰς τὰ 63,000,000; Λαμβάνω, πρὸς χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ὑπολογισμῶν μου, τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τοῦ ἔτους τούτου τῆς εἰρήνης, πρὸς σύγκρισιν. Κατ’ αὐτὸ ὁ στρατὸς εἶχε μειωθῆ εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον, εἰς 12,354. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέβαινεν εἰς 9,906,000 τότε· κατὰ τὸ 1884 ὅμως ἀνέβη εἰς 20,216,109. Ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς ἕνδεκα ἑκατομμύρια. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ 800 χιλιάδας διὰ δαπάνας τῆς ἐφεδρείας, μὴ πραγματοποιηθείσας, ἡ ὑπέρβασις τῶν ἐξόδων περιορίζεται εἰς 10 ἑκατομμύρια καὶ 200 χιλιάδας. Ἀλλ’ ἂς λάβωμεν ὡς αὔξησιν τῶν ἐξόδων, ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, καὶ τὰ 11 ἑκατομμύρια. Ἕνδεκα ἑκατομμύρια ταῦτα, καὶ 6 οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων γίνονται 17 ἑκατομμύρια, καὶ 1,630,000 οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας γίνονται 18 ἑκατομμύρια καὶ 630 χιλιάδες. Δέχομαι 19, δέχομαι 20 ἑκατομμύρια. Ποῦ εἶναι τὰ 63; Προσθέσατε τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Πόσα θέλετε; 4, 5, 6, ἑκατομμύρια; Τί ἀναμιγνύετε τόκους δανείων; Τί προβάλλετε λόγους πρὸς δικαιολογίαν διαφορᾶς ἀδικαιολογήτου, ὅταν ἡ παραβολὴ τῶν Προϋπολογισμῶν σᾶς παριστᾷ τερατώδη καὶ ἀδικαιολόγητον καὶ δυσανάλογον πρὸς τὰ μέσα τῆς χώρας αὔξησιν τῶν ἐξόδων; Τοιαύτην γενικὴν διοίκησιν κατεστήσατε ἐν τῇ χώρᾳ, ὥστε ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, κατὰ μὲν τὸ 1882 κατὰ δραχμὰς 3,068,551, κατὰ δὲ τὸ 1883 κατὰ δραχμὰς 10,411,525, καὶ κατὰ τὰ 1884 κατὰ δραχμὰς 16,848,726. Βλέπετε ὅτι ἡ αὔξησις ἐγένετο μὲ ἅλματα νεανικά. Τὰς βαθμίδας τῆς κλίμακος ἀνῆλθον οὐχὶ ἀνὰ μίαν, ἀλλὰ ἀνὰ τρεῖς, ἀνὰ πέντε. Καὶ μετὰ ταῦτα μᾶς ἠρώτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθές: Τί ποιητέον; Δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, μᾶς ἔλεγε, τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων; Φρονεῖ τις ὅτι εἶναι ἀδιάφορον νὰ μὴ ἐκπληρώσητε ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, καὶ τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐκπληρώσητε πρέπει ν’ αὐξήσητε τὰ ἔσοδά σας, διότι, ἂν δὲν τὰς ἐκπληρώσητε, θὰ κηρυχθῆτε ἐν χρεωκοπίᾳ; Τίς φρονεῖ ἐξ ὑμῶν, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀδιαφορήσωμεν, ἂν θὰ κηρυχθῶμεν ἢ ὄχι ἐν χρεωκοπίᾳ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα; Τίς φρονεῖ, ἔλεγεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς πρὸς τοὺς ὁμοφύλους μας ὑποχρεώσεις τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους, καὶ νὰ μὴ αὐξήσωμεν τὰ ἔξοδα, παραλείποντες τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων; Ἀληθῶς, κύριοι, ἡ χρεωκοπία ἐστὶ μέγα δεινόν. Εὔχομαι τὸ Κράτος νὰ σωθῇ ἀπὸ τοῦ δεινοῦ τούτου. Ἂν ὅμως, μαύρη μοίρα, προώρισται τοιοῦτος αὐτῷ ὄλεθρος, τὸν ὄλεθρον τοῦτον παρεσκεύασεν ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸν ὄλεθρον τοῦτον δυσκόλως θέλομεν ἀποφύγει, ἂν ἐξακολουθήσωμεν ἐφαρμόζοντες τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Τὴν χρεωκοπίαν τοῦ Κράτους δὲν παρασκευάζει ἡ Ἀντιπολίτευσις. Μὴν ἐπισείετε τὴν χρεωκοπίαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῆς, διὰ νὰ τὴν καταστήσητε ἀνίκανον νὰ σᾶς ζητήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγωνίσθη νὰ σᾶς πείσῃ, καὶ προσεπάθησε νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ, ν’ ἀποφύγητε τὴν χρεωκοπίαν, ἐλαττόνοντες ἐγκαίρως τὰ ἔξοδά σας, ὡς πράττουσιν οἱ συνετοὶ οἰκογενειάρχαι· ἀλλὰ σεῖς δὲν τὴν ἠκούετε, τὴν ἐμυκτηρίζετε, ὡς ἀσχολουμένην περὶ μικρολόγα πράγματα καὶ ἀνάξια προσοχῆς. Καὶ ὅταν ἐζήτησε νὰ μὴ ἔχῃ κατὰ τοῦτο κοινὴν εὐθύνην μεθ’ ὑμῶν, σεῖς τὴν ὑβρίζετε ὡς ἱερόσυλον. Ἂν μετὰ τριετῆ λειτουργίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς σας ἠρχίσατε καὶ σεῖς νὰ ὁμιλῆτε περὶ χρεωκοπίας, δύω ἔτη ἂς ἐξακολουθήσῃ καὶ θέλετε τὴν ἴδει κρούουσαν τὰς θύρας τῆς κοινωνίας. Θέλομεν ζητεῖ φόρους, ἀλλὰ δὲν θέλομεν εἰσπράττει, ὄχι διότι ὁ λαὸς θὰ ἦναι ἀπρόθυμος, ὄχι διότι ὁ λαὸς θὰ παραγνωρίζῃ τὰ πρὸς τὸ Κράτος καθήκοντά του, ἀλλὰ διότι ὁ λαὸς δὲν θέλει ἔχει. Καὶ θέλουσι μᾶς ζητεῖ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν συνομολογήσει, καὶ δὲν θέλομεν ἔχει χρήματα νὰ πληρώσωμεν αὐτά. Τίς δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι μέγα δεινὸν, ἐὰν ἐγκαταλίπωμεν τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις μας; Ἀλλ’ ἐὰν ἤθελεν ἡ Ἑλλὰς περιέλθει εἰς τὴν φρικτὴν ἐκείνην ἡμέραν, θέλομεν τὰς ἐγκαταλείψει ἑκόντες ἄκοντες, καὶ θέλομεν τὰς ἐγκαταλίπει, διότι ἡ τριετὴς ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι ἡ ἐξακολούθησις αὐτῆς θέλει μᾶς ἀναγκάσει νὰ τὰς ἐγκαταλίπωμεν. Δὲν θέλει κυκλοφορεῖ εἰς τὰς φλέβας μας αἷμα· θέλομεν κατασταθῆ σώματα ἀτονικὰ, καὶ τὰ ἀτονικὰ σώματα δὲν δύνανται νὰ κινήσωσι τοὺς πόδας των. Ποῦ ἦσαν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς κηρύξεως τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου οἱ στόλοι καὶ αἱ στρατιαὶ ἀτυχοῦς μονάρχου γείτονος χώρας; Τοὺς στόλους του, τὰ θωρηκτά του τὰ εἶχε δέσει εἰς τὸν Ναύσταθμον ὁ Μαχμοὺδ–Νεδὶμ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἠρνήθη νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν χρεῶν της ἡ Τουρκία. Τὰς στρατιάς του εἶχεν ἀφοπλίσει ἡ χρεωκοπία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου μονάρχου ἠναγκάσθη νὰ κηρύξῃ ὅτι περιῆλθε τὸ Κράτος. Καὶ ὅταν ἠναγκάζετο τότε νὰ ἀποστείλῃ ναυτικήν τινα μοῖραν ὑπὸ τὸν Hobart, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Σουλτάνου νὰ καταφύγῃ εἰς τραπεζίτας τοῦ Γαλατᾶ, διὰ νὰ δανεισθῇ 5,000 λιρῶν, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀγοράσῃ ἄνθρακας, ἵνα κινηθῶσι τὰ πλοῖα. Καὶ μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων; Τί τέλος πάντων ἐπράξατε πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων σεῖς, οἵτινες κυβερνᾶτε τρία ἤδη ἔτη; Σεῖς ἐνεθυμήθητε τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, ὅτε ἠρνούμεθα νὰ σᾶς δώσωμεν τὸ δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων τῆς ὁδοποιΐας, καὶ σᾶς συνεβουλεύομεν νὰ διαθέσητε ἓν μέρος χρημάτων ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶχεν ἀφήσει τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ὡς ὑπόλοιπα τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Τότε ἐνεθυμήθητε τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, καὶ τότε ἐπεκαλέσθητε αὐτὰς, διὰ νὰ πείσητε τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς ἀφήσῃ νὰ συνομολογήσητε μετὰ τῆς Τραπέζης τὸ δάνειον ἐκεῖνο. Ἐνεθυμήθητε τὰς ἐθνικὰς ὑποχρεώσεις, ὅταν μᾶς ἐζητεῖτε νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ δανείου τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Καὶ τότε ἀνεκράζετε ὅτι πᾶσα ἡμέρα, παρερχομένη χωρὶς νὰ παραγγείλωμεν στόλον, εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκραύγαζε πρὸς τοὺς βουλευτάς: «Πῶς θὰ τολμήσητε νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὰς ἑστίας σας, ληγούσης τῆς Συνόδου, χωρὶς ν’ ἀφήσητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα νὰ προβῇ εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου τῶν Ναυτικῶν παρασκευῶν της». Καὶ μᾶς ἐζητεῖτε τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ πληρώσητε τὴν πρώτην δόσιν τοῦ στόλου, τὸν ὁποῖον ἐκείνας τὰς ἡμέρας παρηγγέλλετε. Ἐπεκαλεῖσθε τὰς ἐθνικὰς παρασκευὰς, ὅταν μᾶς ἐζητεῖτε νὰ συναινέσωμεν νὰ ζητήσητε διὰ δανείου χρήματα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὠφείλετε νὰ πληρώσητε πρὸς τὰς Τραπέζας, διὰ νὰ ἐξοφλήσητε τὰ πρὸς αὐτὰ χρέη ἡμῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐχρεωστοῦμεν 72 ἢ 69 ἑκατομμύρια εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ εἴχομεν ἀνάγκην τόσου ποσοῦ διὰ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς πῶς νὰ τὰς ἐγκαταλίπωμεν; Ἂς δώσωμεν τὴν ἄδειαν διὰ δάνειον 170 ἑκατομμυρίων. Καὶ τί ἐπράξατε τρία ἤδη ἔτη διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς; Ποῦ εἶναι οἱ στόλοι σας; Ἡ κατασκευὴ τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Κίσσης», τοῦ «Ἀχελώου» καὶ τοῦ «Πηνειοῦ»; Αὐτῶν ἡ οἰκοδομὴ ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως, διότι τὸ σχέδιον τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν σας ἦτο ἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς; Καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, δι’ αὐτὸ τὸ σχέδιον περιηγήθησαν τὸν κόσμον ἐπὶ δεκάδας μηνῶν μέλη ναυτικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μελετήσωσι τοὺς στόλους καὶ τὰ θωρηκτὰ, τοὺς ναυστάθμους καὶ τὰ ἄλλα μέσα τοῦ πολέμου! Αὐτὸς ὁ συμπάρεδρος μεθ’ ὑμῶν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν! Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν στόλον τῆς «Κίχλης» καὶ τῆς «Κίσσης», τοῦ «Πηνειοῦ» καὶ τοῦ «Ἀχελώου» ἐταξείδευεν ὁ ναυπηγὸς Βίνια ἀπὸ Ἰταλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπληρόνοντο δὲν ἠξεύρω πόσα εἰς ἕνα στρατηγὸν πρώην πρέσβυν, ταξειδεύει νῦν ἔτι ὁ ναυπηγὸς Ἕλλην εἰς Ἰταλίαν! Τέλος πάντων θὰ ἔχωμεν αἰωνίως τὰς ναυτικὰς παρασκευάς; Νὰ σᾶς δώσωμεν 10, 20, 40, 50 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ νὰ παύσῃ πλέον ἡ ἑκάστοτε ἐπίδειξις τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν. Εἶναι τέλος πάντων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν ὡς ἀτόμων νὰ δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος, ὅτι πρέπει νὰ μαρτυρῇ πρὸς ἡμᾶς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μαρτυρῇ πρὸς πάντα πολίτην· διότι ὑβρίζει τις τὸν πολίτην, ὅταν ὑπολαμβάνῃ αὐτὸν βλάκα, καὶ νομίζει ὅτι δύναται νὰ τὸν πλανᾷ ἑκάστοτε, καὶ μάλιστα ἀφοῦ πολλάκις τὸν ἐπλάνησεν. Ἡμεῖς, κύριοι, τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ὡς μέσον, οὐδέποτε δὲ ὡς σκοπὸν τοῦ Κράτους. Νομίζομεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἱερῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ ἡ ἱστορία, ὅτι δ’ ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ αὐτοῦ, ὅτι ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἐσωτερικῆς εὐεξίας του, περὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν πραγμάτων του, περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς διοικήσεώς του, περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν δυνάμεων αὐτοῦ τῶν ὑλικῶν, ὅτι ἡ μέριμνα αὕτη, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, εἶναι μέσον προωρισμένον νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπόν. Μὴ ἐπικαλεῖσθε τὸν σκοπὸν διὰ νὰ μᾶς σταματήσητε. Μὴ ἐπικαλεῖσθε τὸν σκοπὸν, διὰ νὰ ἐγείρητε καθ’ ἡμῶν δυσπιστίαν, διὰ νὰ μᾶς δυσφημήσητε. Σᾶς φωνάζομεν ἵνα διορθώσωμεν τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικήν σας, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸ Κράτος πράγματι ἐπιτήδειον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους τῷ ἐπιβάλλουσιν αἱ ὑποχρεώσεις του· διότι, ἂν τὸ Κράτος δὲν διατελῇ ἐν ἐσωτερικῇ εὐεξίᾳ, περιέρχεται δ’ εἰς ἀνικανότητα διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἱστορία τῷ ἐπιβάλλει, τῷ ὄντι τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ Κράτος θὰ γείνῃ ἐξουθένημα τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης (χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν θεωρείων).