1884.03.08
2.358 στίχοι · 17.346 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62
τῆς 8 Μαρτίου 1884.
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 4. Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τυπογράφων Τριπόλεως, οἵτινες προσφέρονται πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων πρὸς 3 λεπτὰ κατ’ ὄνομα, πρὸς ἥμισυ λεπτὸν ὀλιγώτερον τῶν ὅσων ἤθελε δαπανήσει τὸ Δημόσιον εἰς τὰ ἐθνικὰ τυπογραφεῖα. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§2Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Ἄν ποτε, κ. βουλευταὶ, ἐπεψηφίσθη Νόμος παρ’ ἡμῶν, ὅστις ἀντίκειται εἰς συμφέροντα προφανῶς σπουδαῖα, νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς τὸ βλαβερὸν ἐκεῖνο μέρος νὰ ἐπανορθωθῇ. Δὲν ἤμην παρὼν τὴν ἑσπέραν τῆς χθὲς, ὅτε συνεζητήθη ὁ Νόμος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων, διὰ ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους τῶν κουκουλίων νομίζω ὅμως ὅτι, ἂν ἐκφέρω τὰς ἰδέας μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται ν’ ἀνεύρῃ τὸ μέσον τῆς ἐπανορθώσεως, διότι ἡ ἐπιψήφισις τῆς καταργήσεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους τῶν κουκουλίων εἶναι καταστροφή, δύναμαι εἰπεῖν, τῆς βιομηχανίας τοῦ Τόπου, ἥτις ἤδη ἤρξατο ν’ ἀνδροῦται ἐν αὐτῷ, τῆς βιομηχανίας τῆς ἐξαγωγῆς τῆς μετάξης λέγω. Ἡ Ἑλληνικὴ μέταξα, κ. βουλευταί, εἶναι προνομιοῦχος ὡς ἐκ τῶν προτερημάτων αὐτῆς, συνεπῶς ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐξοδεύεται, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ν’ ἀγοράζεται. Ἕν τῶν σπουδαιοτέρων προσόντων τῆς Ἑλληνικῆς μετάξης εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὴ εἰς τὰς πλέον λαμπροτέρας βαφὰς, ὅπερ δὲν ἔχουν αἱ ἄλλαι μέταξαι τῆς Ἰταλίας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὡρμήθη ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι, ἐὰν καταργήσωμεν τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος, τὸν ἔγγειον φόρον τῶν κουκουλίων, θέλομεν συντελέσει εἰς τὴν μεγάλην παραγωγὴν κουκουλίων. Ἀλλ’ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου δὲν συντελεῖ οὐδαμῶς πρὸς τοῦτο· ἡ κατάργησις τῆς νόσου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν προκοπὴν τῆς παραγωγῆς μεγάλου ποσοῦ κουκουλέων· ἡ δὲ κατάργησις τοῦ φόρου ἔφερε δύω κακὰ, πρῶτον ζημιόνει τὸ Κράτος, διότι τὸ στερεῖ φόρου ἀναμφισβητήτου, φόρου, τὸν ὁποῖον οἱ Γάλλοι δὲν ἠμποροῦν παρὰ διὰ τὰ προτερήματα τῆς Ἑλληνικῆς μετάξης καὶ διὰ τὰ προσόντα αὐτῆς νὰ πληρώνωσιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω ὅτι δὲν ἠμποροῦν οἱ Γάλλοι ἢ ν’ ἀγοράσουν τὴν Ἑλληνικὴν μέταξαν, διότι αὕτη εἶναι ἐπιδεκτικὴ εἰς τὰς λαμπροτέρας βαφὰς, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς ἄλλας μετάξας, καὶ ἄλλως συντελεῖ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἐσωτερικῆς τοῦ Τόπου βιομηχανίας καὶ ἰδοὺ πῶς· προχθὲς ἔλαβον τηλεγράφημα τῶν ἐργοστασιαρχῶν Καλαμῶν, οἵτινες μοῦ λέγουν ὅτι συμφέρον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτήσῃ τὸν σκοπὸν αὑτῆς περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς μετάξης, διότι ἐὰν αὕτη ἐμμείνῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο κλείει τὰ πέντε ἐν Καλάμαις ἐργοστάσια καὶ ρίπτει εἰς τὰς ὁδοὺς 1500 πτωχὰ κοράσια ἀποζῶντα ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ πέσῃ ἡ ἐσωτερικὴ βιομηχανία — μὅλον ὅτι δὲν εἶναι προτιμότερον οὔτε δύναται κἂν νὰ τὸ σκεφθῇ τις, διότι τὰ Κράτη συντελοῦν εἰς τὸ ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία ἐκ τῆς ἐμβρυακῆς καταστάσεως εἰς τὴν ἀνδρικὴν — ἴσως εἴπῃ, λέγω, τις ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ πέσῃ ἡ ἐσωτερικὴ βιομηχανία, διὰ νὰ ἴδωμεν μεγάλην παραγωγὴν μετάξης, ἀλλὰ δὲν θὰ τὴν ἴδωμεν οὔτε κατὰ τὸ σύστημα τὸ παλαιὸν, οὔτε κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Pasteur, ἂν τὸ σύστημα τοῦτο δὲν φροντίσωμεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἐπιμελῶς καὶ ἀκριβέστατα· καὶ διὰ νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν οὕτω, δὲν ἀρκεῖ νὰ φέρωμεν σπόρον νὰ δαπανῶμεν χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ πρέπει, διὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν μεγάλην παραγωγὴν τῶν κουκουλίων, νὰ ἐγκαταστήσωμεν σταθμοὺς, ὡς πρὸ ἐτῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου εἶχε καὶ ἐν Σπάρτῃ καὶ ἐν Μεσσηνίᾳ σταθμοὺς, καὶ εἶχεν ἐπιτετραμμένους, οἱ ὁποῖοι ἔτρεχον ἀπὸ καλύβης εἰς καλύβην ἐπιβλέποντες τὴν καλλιέργειαν τῆς μετάξης.
§3ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Μὴ χάνῃς τὰ λόγια σου, δὲν εἶναι καιρός.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Ὤφειλον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὤφειλον νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰς σκέψεις τῶν ἐργοστασιαρχῶν Καλαμῶν, ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι ἡ ψήφισις τοιούτων Νόμων δύναται μὲν νὰ περιποιῆται τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἁγυιᾶς βουλευτὴν, ἀλλὰ καταστρέφει ἐξ ὁλοκλήρου τοὺς ἐν Καλάμαις, ἐν Σπάρτῃ καὶ ἀλλαχοῦ ἐργοστασιάρχας, διότι οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθῶσιν ὁπότε τὰ κουκούλια ἀγοράζωνται ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς φόρων καὶ ὅταν ὁ Γάλλος λαμβάνῃ τὴν πρώτην ὕλην καὶ ἐξάγῃ τὴν κλωστὴν λέγω ὅτι ἡ κατάργησις φόρου τινὸς δύναται νὰ ἦναι καὶ ἀναγκαία, καὶ δύναται ὁπόταν δὲν προσβάλλῃ συμφέροντα Ἐθνικὰ, καὶ ὅταν δὲν προσβάλλῃ τὴν βιομηχανίαν τοῦ Τόπου, ἥτις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποστήριξιν ἀπαιτεῖ καὶ οὐχὶ καταδρομήν.
§5ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς ἀμέσως μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Τζάνε, ὅτι πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπε διὰ ν’ ἀκουσθῇ παρὰ τῶν ἐκλογέων αὐτοῦ, καλῶς μὲν τὰ εἶπε, τὰ εἶπεν ὅμως πολὺ ἀργὰ καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπεψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.
§6ΤΖΑΝΕΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἠκούσθη ἡ φωνή μου· ὑπέθετον δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν δὲν συνειθίζει ἐν τῇ Βουλῇ νὰ κοιμᾶται. Εἶπον ὅτι δὲν ἤμην κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ὅτι, καίτοι ἐπεψηφίσθη ὁ Νόμος, οὐχ ἧττον εἰσέτι δὲν εἶναι Νόμος τοῦ Κράτους, διότι ὑπόκειται εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ ἰδίων φαίνεται κρίνων ἀείποτε τὰ πράγματα, ἐπροτίμησε νὰ ὑποτεθῇ καὶ κοιμώμενος ἢ ν’ ἀφήσῃ τὴν ἕξιν του ταύτην.
§7Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἔλαβον γράμμα ταχυδρομικῶς ἐκ Τρικκάλων τῆς Θεσσαλίας ὑπὸ τοῦ κυρίου Μοχουτὶμ Καχριμὰν Βέη, παραπονουμένου ἐπὶ τῇ ἀσυγχωρήτῳ βραδύτητι τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἀνακοπῆς του κατὰ τοῦ Βουλεύματος τοῦ ἐν Τρικάλοις Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τοῦ παραπέμψαντος αὐτὸν ἐπὶ διγαμίᾳ τοῦ νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ ἐν Ἀθήναις Κακουργιοδικείου, ἐνῷ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἐν Λαρίσσῃ Ἐφετείου ὤφειλε πρὸ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως νὰ προτιμήσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς τοῦ εἰρημένου Ὀθωμανοῦ, καταπιεζομένου ἀδίκως ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας τῶν Δικαστῶν καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Τρικκάλοις Δικαστηρίου, καὶ ἐγκαταλείψαντος τὰς ὑποθέσεις εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ τυχόντος, καὶ κρυπτομένου ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν φίλων του πρὸς ἀποφυγὴν προφυλακίσεως ὡς ὑποδίκου ἐπὶ κακουργήματι τῆς διγαμίας. Εἶναι λυπηρὸν οἱ λειτουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὀλιγωρῶσιν εἰς προφανεῖς παραβιάσεις τῶν Νόμων, καὶ νὰ μὴ ἐνεργῶσι δραστηρίως πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνίας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀτόμου, τοῦ ἀδίκως καταδιωκομένου, ὡς εἶναι ὁ κατηγορούμενος Ὀθωμανὸς ἐπὶ διγαμίᾳ, ἐνῷ κατὰ τὸν Τουρκικὸν ἱερὸν νόμον ἐπιτρέπεται τοῖς Ὀθωμανοῖς διγαμία, καὶ τετραγαμία, καὶ μέχρι αἱμομιξίας συνάπτουσι γάμους νομίμως, καὶ τοῖς ἐπιτρέπεται περιπλέον νὰ ἔχωσι καὶ παλακίδας ἐν τῇ συζυγικῇ οἰκίᾳ, ὥστε προφανῶς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ ἐν Τρικκάλοις Δικαστηρίου παρεβίασε τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ὑψηλῆς Πύλης ὑπάρχουσαν συνθήκην, κυρωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ θεωρουμένην ὡς Νόμον τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς, οἵτινες ὀφείλουν νὰ κανονίζουν τοὺς γάμους των, καί τοι πολῖται Ἕλληνες, κατὰ τὸν ἱερὸν τουρκικὸν τῆς θρησκείας των Νόμον, αἱ δὲ διατάξεις περὶ διγαμίας καὶ ἀθεμίτου ἑνώσεως, καὶ αἱμομιξίας, ἐφαρμόζονται μόνον εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους πολίτας τῆς Ἑλλάδος· τοῦτο δὲ συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα εὐρωπαϊκὰ χριστιανικὰ Κράτη, οἷον Αὐστρίας, Γερμανίας, Πρωσσίας, Ρωσσίας, Γαλλίας καὶ Ἰταλίας, καὶ δὲν ὑπάρχει μέχρι τῆς σήμερον παράδειγμα καταδιώξεως Ὀθωμανοῦ ἐπὶ διγαμίᾳ, διότι οἱ ὑπήκοοι Ὀθωμανοὶ διαῤῥυθμίζουν τὰ τοῦ γάμου των κατὰ τοὺς ἱεροὺς νόμους τῆς θρησκείας των καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ Ἰουδαῖοι καὶ οὐδεὶς δικαστὴς ἐπεμβαίνει εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον των ὡς πρὸς τὰ συνοικέσιά των, καὶ ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Κωνσταντόπουλον σχολιαστὴν τοῦ ποινικοῦ μας δικαίου, καὶ δεινὸν νομομαθῆ, νὰ δεικνύῃ ἄγνοιαν τῆς συνθήκης τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, δι’ ἧς ἀφίενται ἐλεύθεροι οἱ Ὀθωμανοὶ νὰ ἐνασκῶσι τὰ τῆς θρησκείας των, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ τὸ μυστήριον τοῦ γάμου των, κατὰ τὸ λεγόμενον Σερὶ καὶ τὸν παραπέμπω εἰς τὴν νεωστὶ ἐκδοθεῖσαν διατριβὴν τοῦ νομομαθοῦς δικηγόρου κ. Ἰω. Τυπάλδου, καθ’ ἣν ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ οὐδέποτε δύνανται νὰ κατηγορηθῶσιν ἐπὶ διγαμίᾳ, ὡς καὶ εἰς τὰ σοφὰ καὶ ἐξευγενισμένα Κράτη τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης, ἅπερ ἐμνημόνευσα, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα καταδιώξεως καὶ καταδίκης Ὀθωμανῶν ἢ Ἰουδαίων ἐπὶ διγαμίᾳ.
§8ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ ἂν, κύριοι, ἡ Βουλὴ ἦτο ἁρμοδία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος, περὶ οὗ ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, πάλιν δὲν θὰ ἐθεώρουν, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ γίνῃ τὸ θέμα τοῦτο ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν ὅσῳ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὸ ζήτημα εἶναι δικαστικὸν, ἡ ὑπόθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ τὸ βούλευμα αὐτοῦ.
§9ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατί νὰ μένῃ τόσον καιρὸν ἐκκρεμής;
§10ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ τῆς συζύγου τοῦ Ὀθωμανοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανίδης. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐξέδοτο τὸ βούλευμα αὐτοῦ, κατόπιν ἐγένετο ἀνακοπὴ καὶ ἤδη εἶναι ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Χθὲς ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Τζάνεν, ὑπεσχέθην εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλω σημείωσιν τῶν κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης. Τοῦτο πράττω ἤδη. Ἐκ τῶν ἐπὶ πολιτικοῖς ἐγκλήμασι φυλακισθέντων ἐν Θεσσαλονίκῃ περὶ τοὺς 50 παρεδόθησαν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς τὸ Γενικὸν Προξενεῖον, ὅπερ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς Βῶλον. Ἐσχάτως δὲ ἐπέτυχε πρὸς τούτοις ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ γενικὸς Πρόξενος τὴν ἀποφυλάκισιν 2 ἔτι· ἀπομένουσιν ἤδη εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης ἕτεροι 7· πάντες κατηγορούμενοι εἴτε ἐπὶ φόνῳ εἴτε ἐπὶ λῃστείᾳ. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ δύω ἕτεροι Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἵτινες κρατοῦνται ἐν Θεσσαλονίκῃ οὗτοι ὅμως εἶναι μοναχοὶ καὶ κρατοῦνται οὐχὶ ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ κατὰ συνέπειαν μηνύσεως τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὡς ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Ὡς πρὸς τοὺς δύω καλογήρους, οἵτινες κρατοῦνται, λέγω τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶνε συνεπαρχιώτης μου, τιμωρεῖται ἀδικώτατα· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Πρόξενον ἐν Θεσσαλονίκῃ διατί ἡ Ἱερὰ Κοινότης τὸν ἐφυλάκισε· καὶ ἰδοὺ διατί, διότι ὑπέγραψεν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος. Τέλος πάντων τὸ ἔγκλημα αὐτῶν τῶν καλογήρων δὲν εἶνε τοιοῦτον, ὥστε νὰ μένουν φυλακισμένοι ἐπὶ ἓν ἔτος, κινδυνεύοντες ν’ ἀποθάνωσιν. Ὡς πρὸς τὸν Πρόξενον σᾶς λέγω ὅτι ἴσως γίνω μάντις κακῶν, ἐγὼ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου καὶ νίπτω τὰς χεῖρας. Θὰ ἔλθῃ ὅμως ὥρα καθ’ ἣν θὰ μεταμεληθῶμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀρίστην ἰδέαν περὶ τοῦ κυρίου Λογοθέτου, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὅπου περιέστησαν τὰ πράγματα, καὶ διότι τῷ ἀποδίδονται ἐγκληματικαὶ πράξεις, ὀφείλει ν’ ἀποστείλῃ ἀνακριτὴν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα· διότι δὲν πιστεύω ἔγκριτοι ἄνθρωποι κατοικοῦντες ἐν Θεσσαλονίκῃ νὰ ψεύδωνται. Νὰ εἴπω τὰ ὀνόματα αὐτῶν; Πάντες ὅσοι ἔγραψαν πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἄλλους ἀπαγορεύουσι τὴν γνῶσιν τοῦ ὀνόματός των, διότι εἶναι ἑπόμενον νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὸν Πασιᾶν, καὶ ὁ Πασιᾶς νὰ ρίψῃ αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακάς. Τέλος πάντων ἐξετάσατε βαθύτερον τὰ πράγματα, κ. Ὑπουργὲ, σπεύσατε μὴ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν πολὺ ἀργὰ θέλομεν ἐννοήσει ὁποίας ἐγενόμεθα αἴτιοι βλάβης εἰς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, βλέπετε τὴν τάσιν τὴν ἐνεστῶσαν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν εἰς τὸ νὰ ζητῶσι μακρὰν τῶν ὁρίων τῆς ἑαυτῶν ἑστίας κατακτήσεις, καὶ βλέπομεν τὴν Γαλλίαν εἰς τὰ ἄκρα εἴτε τῆς Ἀνατολῆς, εἴτε τῆς Δύσεως, τὴν Ἀγγλίαν εἰς τὸν Ἰσημερινόν. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀποικίας προγονικὰς, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται οὐχὶ ἐπὶ τῆς βίας τῆς ὑλικῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πνευματικοῦ δεσμοῦ· ἀλλὰ τὰς ἀποικίας αὐτὰς, τὰς τόσῳ συμφύτους τῷ Ἑλληνισμῷ, τὰς παραγκωνίζομεν. Ἠξεύρετε τί εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος; Ἀξίζει δι’ ἡμᾶς περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἀξίζει ἡ Σερβία, τὸ Μαυροβούνιον, ἡ Βουλγαρία, ἡ Ρωμυλία δι’ ἄλλους. Ἐν τούτοις τί ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς περὶ ἐκείνης τῆς ἑστίας τῆς ἰσχύος της; τίποτε. Εἰσῆλθε κατακτητὴς ἐκεῖ ὁμόδοξος, ἡ Ρωσσία, καὶ ἐπροχώρησεν· ἡμεῖς οὐδὲν ἐνηργήσαμεν. Κατόπιν εἰσεχώρησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι διὰ διαφόρων μέσων διώκουν τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον· ἡμεῖς οὐδὲν πράττομεν, παρὰ ἀποστέλλομεν κατὰ καιροὺς πρόσωπά τινα, ὅπως διέλθουν τὰ μέρη αὐτὰ, καὶ τὰ ὁποῖα ἀπερχόμενα ἐκεῖθεν, κομίζουσι μεθ’ ἑαυτῶν κιβώτιά τινα πλήρη πραγμάτων ἀδήλου ἀξίας. Εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, κύριοι, ὑπάρχει διοίκησις, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ μοναχοὺς ἑκάστης μονῆς· ἡ μέριμνα λοιπὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν τὴν ἀξίαν τοῦ Ἄθω διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἡ μέριμνά των εἶναι, ὅπως διαφθείρουν πρὸ πάντων τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν μονῶν. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν ἐνεργοῦν καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτῶν, καὶ συμβαίνει τοιουτοτρόπως ὥστε, ἐνῷ ἐν ταῖς μοναῖς ἀπαντῶμεν Ἑλληνισμὸν ἁγνότατον, ἐν τῇ κοινότητι ἀπαντῶμεν προδοσίας. Πρὸ πάντων μεταξὺ τῶν μονῶν διακρίνεται ἐπὶ τῷ φιλελληνισμῷ αὐτῆς ἡ μονή τοῦ Ἐσφιγμένου· ἡ μονὴ αὕτη εἶναι ἡ μόνη, εἰς τὴν ὁποίαν προσφεύγει πᾶς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἤθελε καταφύγει εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπως μονάσῃ· δὲν ἔχει ἄλλην μονὴν, ἡ ὁποία νὰ ἦναι πλέον εὐάρεστος καὶ παρέχουσα τὰς μεγαλειτέρας εὐκολίας παρ’ αὐτὴ ἡ μονὴ, διότι οἱ περισσότεροι τῶν μοναχῶν αὐτῆς εἶναι Πελοποννήσιοι, καὶ οἱ Πελοποννήσιοι ἔχουν τὸ φιλοπροσήγορον καὶ τὸ κοινωνικόν. Αὐτοὶ λοιπὸν οἱ ἐν τῇ μονῇ ἐκείνῃ Πελοποννήσιοι προσελκύουν πάντα προσερχόμενον, καὶ τοιουτοτρόπως οἱ ἐν Ἄθῳ Ἕλληνες τρέφουσι κατ’ ἐξαίρεσιν ἓν αἴσθημα ἀγάπης πρὸς τὴν μονὴν αὐτήν. Ἡ προσοχὴ λοιπὸν ὅλων τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐστράφη κατὰ τῆς μονῆς αὐτῆς, ὅπως τὴν ἐξοντώσουν. Ἐκ τῆς μονῆς ἐκείνης κατηγγέλθησάν τινες ἐκ τῶν μοναζόντων καὶ τῶν διακρινομένων ἐπὶ τῷ ἄκρῳ αὐτῶν φιλελληνισμῷ, ἐπὶ φαντασμαγορικοῖς παραπτώμασι, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουν οὐδεμίαν ποινικὴν εὐθύνην, δηλαδὴ ἐθεωρήθησαν ὡς ὕποπτοι καταχρήσεως λογαριασμῶν τινων καὶ καθ’ ἑξῆς. Ἀλλὰ κυρίως ἡ αἰτία ἦτο διὰ τὸν φιλελληνισμὸν αὐτῶν, διότι οὗτοι οἱ μοναχοὶ ἀπεφάσισαν κατὰ πρῶτον νὰ ὑπογράψωσιν ἀναφορὰν ἐν τῇ κοινότητι τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, ζητοῦντες τὴν προστασίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ κατὰ τοὺς μισέλληνας λοιπὸν ἔγκλημα τοῦτο τῶν πατριωτῶν μοναχῶν οἱ προδόται καὶ ξενομίσθιοι ἐκεῖνοι τὸ ἐκάλυψαν ὑπὸ ἕνα τυπικὸν στενοκέφαλον κύκλον τῆς κοινότητος, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουν δῆθεν καθαροὺς τοὺς λογαριασμούς των· ἀλλὰ τοῦτο ἠδύνατο νὰ καθαρισθῇ ἐν τῷ τόπῳ, ὄχι δὲ νὰ τοὺς ἀποστείλουν δεδεμένους εἰς τὴν Θεσσαλονίκην· μεταξὺ τῶν δεδεμένων ὑπῆρξε καὶ εἷς συμπολίτης μου, ὁ Μάνεσης, ἱερομόναχος, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὰ μέρη τῆς Κασσάνδρας καὶ τῆς Μολδοβλαχίας, ὅπου εἶχεν ἀποσταλῆ διὰ τὰ συμφέροντα τῶν μονῶν. Αὐτὸς λοιπὸν ἐστάλη εἰς Θεσσαλονίκην μετά τινων ἄλλων· ὁ Τοῦρκος, ὅταν τοὺς παρέλαβε, δὲν ἐκαταλάμβανε τί ἔγκλημα ἔπραξαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὸ Προξενεῖον· ὁ Πρόξενος εἶπε, δὲν ἠξεύρω τί ἔγκλημα ἔκαμαν, ἀλλ’ ἀφοῦ τοὺς ἔστειλαν εἰς τὸν Πασᾶν, θὰ ἔκαμαν ἔγκλημα· ὁ Πασᾶς λέγει, ρίψετέ τους εἰς τὴν φυλακήν. Ὕστερον εἷς ἐξ αὐτῶν κατώρθωσε καὶ ἐξῆλθε καὶ ἦλθεν εἰς Πόρον καὶ μοὶ τὰ διηγήθη, τώρα μένουν ἔτι δύω μοναχοὶ, ὁ Βεργινάδης καὶ ἕτερός τις Σπαρτιάτης· αὐτοὶ μένουν, διότι δὲν τοὺς ζητεῖ καμμία Ἀρχή. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς κοινότητος τοῦ Ὄρους Ἄθω, καὶ ἡ κατάστασις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐν τῷ Ἄθῳ ἐκείνων, οἵτινες μεριμνοῦν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ταῦτα, διότι τὸ ζήτημα τοῦ Ἄθωνος εἶναι τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον, διότι ἐκεῖ ὑπάρχει καὶ πλοῦτος μέγας, ὅσος δὲν ὑπάρχει ἐν δυσὶ καὶ τρισὶν Εὐρωπαϊκαῖς αὐλαῖς. Θέλετε δὲ ἄνδρας; δύνασθε νὰ στρατολογήσητε 4,000 ὁπλίτας, καὶ ὁπλίτας, οἵτινες θεωροῦν ἱερὸν μαρτύριον, δηλαδὴ νὰ γίνουν μάρτυρες, νὰ λάβουν τὸν στέφανον τῆς δόξης, τὸ νὰ ἀποθάνωσι παρὰ τὸ ὅπλον ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Ὅταν λοιπὸν ἔχετε 4,000 ὁπλιτῶν, οἵτινες οὔτε συζύγους ἔχουν, οὔτε τέκνα, οὔτε κανὲν ἄλλο συμφέρον, εἰμὴ τὸ «ἐν τούτῳ Νίκα», μοὶ φαίνεται ὅτι φέρετε μεγίστην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὀφείλετε νὰ τὸν προστατεύσητε. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φροντίσῃ, ὅπως οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης ἀπολυθῶσι τῶν εἱρκτῶν, εἰς ἃς διατελοῦσι, καὶ διατηρῇ δικαίωμα προστασίας εἰς τὰ πράγματα τοῦ Ἄθω. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τζάνες, ὅπως ἀποσταλῇ ἀνακριτής· ἐνεργήσατε ὅπως νομίσετε καλὸν, διότι σεῖς φέρετε τὴν εὐθύνην. Ἐνεργήσατε πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ ραδιουργικοῦ στοιχείου τοῦ ἐμφωλεύοντος ἐκεῖ καὶ καταβάλετε πᾶσαν προσπάθειαν, διότι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ ἐκείνων, οἵτινες εἰς ἡμᾶς μόνον ἀποβλέπουσι καὶ παρ’ ἡμῶν ζητοῦσι προστασίαν καὶ οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἐφαρμόσατε πρὸς αὐτοὺς αὐτὴν τὴν προστασίαν καὶ θὰ ἴδητε ἐν τάχει ἐξοστρακιζομένους πάντας τοὺς λαθραίως εἰσελθόντας. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν μαρτύρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὅπου πηγαίνουν νὰ ζητήσουν προστασίαν, ὁ εἷς τοὺς λέγει «μὴ μᾶς ἀνησυχῆτε καλόγηροι»· πηγαίνουν εἰς τὸν ἄλλον, «οἱ καλόγηροι μᾶς κάνουν ἄνω κάτω». Δὲν εἶναι οἱ καλόγηροι, εἶν’ ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ θέλει στάδιον εὐρὺ καὶ ἀτμόσφαιραν ἁγνῶν αἰσθημάτων. Σεῖς ζητεῖτε νὰ τοὺς καταπνίξητε εἰς τὸν καπνὸν τῆς ὁμιχλώδους καὶ ζοφερᾶς ἀτόλμου διπλωματίας, ἣν κατ’ εὐφημισμὸν λέγετε φιλικὰς σχέσεις. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐπὶ τοῦ βήματος θέλω κάμει λόγον καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου. Χθὲς μὲ συνήντησεν ἐρχόμενον εἰς τὴν Βουλὴν εἷς συμπολίτης μου συνοδευόμενος ὑπὸ χωροφυλάκων διὰ στρατεύσιμος. Τὸν ἠρώτησα καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι πέντε ἔτη ὑπηρέτησεν εἰς τὸ Ναυτικόν. Ἐπῆγα εἰς τὸ Φρουραρχεῖον καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι θὰ ζητήσουν πληροφορίας ἀπὸ τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Εἶπον, ὅτι τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον εἶναι εἰς Ἀθήνας καὶ ὅτι τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου τοῦ Ναυπλίου αἱ θύραι εἶναι κλεισταί. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ ἐρωτήσητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ σᾶς φέρουν τὸ Μητρῷον τοῦ Ναυτικοῦ, πόσα ἔτη ὑπηρέτησεν ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διότι ἀφοῦ ὑπηρέτησε δὲν εὐθύνεται σήμερον νὰ ὑπηρετήσῃ. Ἐπῆγα πάλιν σήμερον εἰς τὸ Φρουραρχεῖον καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔλαβον καμμίαν εἴδησιν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον. Τώρα μοὶ γράφει αὐτὸς ἀπὸ τὰς φυλακὰς καὶ μοὶ λέγει (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν του). Τώρα ἐγὼ τί δύναμαι νὰ τὸν ὠφελήσω; Διὰ τοῦτο δίδω ἀφορμὴν, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διαφωτισθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Εἶναι κτίστης, ὅστις δὲν ἠδυνήθη οὔτε ὀβολὸν νὰ λάβῃ μαζῇ του καὶ τὸν παρέλαβον μὲ τὰ ἐνδύματα αὐτὰ τῆς ἐργασίας του, ὅπως τὸ ἀναφέρει καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν, καὶ ὀνομάζεται Ἰωάννης Κουρῆς. Λοιπὸν ἂς λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις, πολίτης Ἕλλην εἶναι καὶ αὐτός.
§13ΖΩΤΟΣ. Πρὸ μηνὸς, κύριοι, ἐκλάπη ἐκ τῆς Ἀκροπόλεως ἀγαλμάτιον σπουδαίας ἀξίας. Πολλὰ σκανδαλώδη διεδίδοντο περὶ τοῦ ἐγκληματίου αὐτοῦ· ἐπειδὴ δὲ εἰς τὰς διαδόσεις ταύτας ἀνεφέρετο καὶ ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ κ. Καραπάνος, παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας νὰ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τῶν διατρεξάντων καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ἡ Δικαιοσύνη ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως. Πρὸς τούτοις δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ὁ Ἔπαρχος Βονίτζης Δημήτριος Γρανίτσας παρῃτήθη, καὶ ἂν παρητήθη, νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του εἰς τὸ Προεδρεῖον αὔριον.
§14ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Πρό τινος ἐκλάπη ἀληθῶς ἐκ τοῦ Μουσείου τῆς Ἀκροπόλεως ἀγαλμάτιον, τοῦτο δὲ εἶναι πασίγνωστον· πασίγνωστον εἶναι ἐπίσης ὅτι τὸ ἀγαλμάτιον μετ’ ὀλίγον ἀνεκαλύφθη καὶ παραδοθὲν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἀπεστάλη παρ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφορείαν τῶν ἀρχαιοτήτων, ἥτις τὸ ἐναπέθηκεν εἰς τὸ Μουσεῖον τὸ ἐν τῇ Ἀκροπόλει. Πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ ἀγάλματος τὸ Ὑπουργεῖον κατήγγειλε τὴν κλοπὴν εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν, ἥτις ἀμέσως ἐπελήφθη μετὰ δραστηριότητος ἀνακρίσεων, αἵτινες ἐξακολουθοῦν καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσι μέχρις ἀναλύκαψεως τοῦ αὐτουργοῦ τῆς κλοπῆς καὶ παντὸς συνεργοῦ.
§15ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄγαλμα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, τὸ ἔφερον εἰς ἐμὲ, ἐγὼ δὲ τὸ παρέδωκα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως τοῦτο εἶναι γνωστότατον ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ περὶ τούτου νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη συζητήσεώς τινος ἢ ἐπερωτήσεως. Τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔφερε τὸ ἄγαλμα, ἔλαβεν αὐτὸ παρ’ ἑτέρου προσώπου ἀγνώστου εἰς ἐμὲ, ὅπως μὲ ἐρωτήσῃ ἂν θέλω νὰ τὸ ἀγοράσω διὰ 15 ἢ 20 δραχμάς. Ὡς γνωρίζετε ἴσως, κύριοι, πολλὰς ἠγόρασα ἀρχαιότητας καὶ οὐδὲν ἔχει τὸ ἔκτακτον, ἂν μοὶ προσέφερον καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄγαλμα, ὅπως τὸ ἀγοράσω. Ὅτε μοὶ ἔφερον τὸ ἄγαλμα, οὐδόλως τὸ ἐπρόσεξα, διότι ἀκριβῶς μοὶ τὸ ἔφερον καθ’ ἣν στιγμὴν ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν· ἀφῆκα αὐτὸ ἐπὶ τοῦ γραφείου μου καὶ εἶπον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μοὶ τὸ ἔφερε, νὰ εἴπῃ εἰς τὸν δώσαντα αὐτῷ τοῦτο νὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ τὴν ἀξίαν του, ἂν θὰ ἀποφασίσω νὰ τὸ ἀγοράσω. Ἀργότερον παρετήρησα, ὅτι τὸ ἄγαλμα τοῦτο ἀνήγετο εἰς ἐποχὴν ἀρχαϊκὴν, εἰς ἣν ἀνήκουσι καὶ τὰ κατὰ τὰς τελευταίας ἀνασκαφὰς ἐν Ἀκροπόλει ἀνακαλυφθέντα· ὑπώπτευσα μήπως καὶ τοῦτο προέρχεται ἐκεῖθεν καὶ συνάμα μήπως εἶναι καὶ τὸ κλαπὲν, περὶ οὗ εἶχον ἀναγνώσει εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ὅπως περὶ τούτου βεβαιωθῶ, ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κ. Δραγούμην, πῶς δύναμαι νὰ εὕρω τὴν φωτογραφίαν τοῦ κλαπέντος ἀγάλματος. Εἶπον δὲ εἰς αὐτὸν ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἔχω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ δυνηθῶ νὰ ἀνεύρω τὸ κλαπέν· ὁ κ. Δραγούμης μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ἄγαλμα τοῦτο ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ τελευταῖον φύλλον τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον ἰδεῖ εἰσέτι. Ἐπρομηθεύθην τὸ φύλλον τοῦτο τῆς ἀρχαιολογικῆς ἐφημερίδος, ἅμα δὲ ἐξ αὐτοῦ ἐπείσθην ὅτι τὸ ἄγαλμα εἶναι αὐτὸ τὸ κλαπὲν, παρέδωκα αὐτὸ ἀμέσως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, χωρὶς νὰ περιμείνω, ὅπως ἔλθῃ παρ’ ἐμοὶ τὸ πρόσωπον, ὅπερ ἔδωκεν αὐτὸ εἰς τὸν δώσαντά μοι τοῦτο, διὰ νὰ λάβῃ τὸ ζητηθὲν ποσὸν τῶν 15 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία.
§16ΖΩΤΟΣ. Δὲν τὸν γνωρίζετε;
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Βεβαίως τὸν ἄνθρωπον, ὅστις μοὶ τὸ ἔφερε τὸν γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐκεῖνον, ὅστις τὸ ἔδωκεν εἰς αὐτόν.
§18ΖΩΤΟΣ. Γνωρίζετε τὸ ὄνομά του;
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, ὁ ἀνακριτὴς μὲ προσεκάλεσε καὶ μὲ ἠρώτησε περὶ αὐτοῦ, εἰς αὐτὸν δὲ εἶπον ὅ,τι ὤφειλον νὰ εἴπω, καὶ θὰ εἴπω, ὅ,τι ὀφείλω νὰ εἴπω. Δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς ὑμᾶς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ αὐτὴ ἀνάκρισίν τινα, εἰμὶ πρόθυμος νὰ δώσω εἰς αὐτὴν πᾶσαν πληροφορίαν, δὲν ἔχω ὅμως οὐδεμίαν διάθεσιν μήτε ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὑμᾶς.
§20ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ὅταν καὶ ὁ ἴδιος κλέπτης ἀποδώσῃ τὸ κλαπὲν δὲν τιμωρεῖται διόλου, πρὸς τί αὐτὸς ὁ λόγος; Ἑπομένως δὲν ἠμπορεῖ νὰ βιασθῇ ὁ κ. Καραπάνος νὰ εἴπῃ ποῖος εἶναι ὁ κλέπτης.
§21Π. ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν προστασίαν παρέχει εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς νήσου Κερκύρας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς ἐν τῇ ἀπέναντι τῆς Κερκύρας Ἠπείρῳ. Αὐτόθι τὸ ἐμπόριον ἐνεργεῖται καὶ διεξάγεται διὰ κεφαλαίων Κερκυραϊκῶν, διότι οἱ τῆς Νήσου ἔμποροι ἀποστέλλουσιν ἐπὶ πιστώσει πάντα τὰ ἀναγκαιοῦντα ἀποικιακὰ καὶ ἄλλα ἐμπορεύματα, ὡς ἐπίσης καταβάλλουσι τὰ χρηματικὰ κεφάλαια διὰ τὴν κτηνεμπορίαν. Ἐκ τῶν ἐργασιῶν δὲ τούτων γεννῶνται μεταξὺ τῶν ἐκ Κερκύρας πιστωτῶν καὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ ὀφειλετῶν διενέξεις δικαστικαὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Κερκύρας, καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτέλεσις προδικαστικῶν περὶ ἀποδείξεως ἢ ὁριστικῶν περὶ πληρωμῆς δικαστικῶν ἀποφάσεων κατὰ τῶν ἐν Ἠπείρῳ ὑποχρέων. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀδύνατον νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς ἐν Ἠπείρῳ Προξενικῆς Ἀρχῆς. Καίτοι δὲ τῆς ἀνάγκης ταύτης προφανοῦς, ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν φροντίδα ἔλαβεν, ὅπως διορίσῃ πράκτορας Προξενικοὺς ἐν Σαγιάδι καὶ Ἁγίους Τεσσαράκοντα, οἵτινες ἀπεδείχθησαν ἀείποτε εἰς τὸ Κερκυραϊκὸν ἐμπόριον καὶ ὄργανα λίαν χρήσιμα εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν τῶν Κερκυραϊκῶν Δικαστηρίων κατὰ τῶν ἐξ Ἠπείρου ἐναγομένων. Πρὸ χρόνων πολλῶν τὰ Προξενικὰ ταῦτα Πρακτορεῖα ἔμειναν ἄνευ Πρακτόρων, ἐσχάτως ὅμως διωρίσθη ὁ κύριος Ψυλιανὸς πράκτωρ ἐν Ἁγίοις Τεσσαράκοντα, ἀλλ’ οὗτος μεταβὰς εἰς τὴν θέσιν του ἀπεπέμφθη ὑπὸ τῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν, καίτοι ἔχων τακτικὰ τὰ ἐκτελεστήριά του τὰ χορηγηθέντα ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε ἐξακολουθοῦσιν ἀμφότερα τὰ Πρακτορεῖα ταῦτα νὰ μένωσιν ἄνευ Προξενικῶν Πρακτόρων, καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἐν Κερκύρᾳ δικαστικῶν Ἀρχῶν νὰ μένωσιν ἀνεκτέλεστοι, νὰ παρέρχωνται αἱ ταχθεῖσαι προθεσμίαι πρὸς βλάβην τῶν δικαζομένων, τὸ ἐμπόριον νὰ μαραίνεται, καὶ ἡ μικρὰ ναυτιλία τῆς Νήσου νὰ ὑφίσταται μυρίας καὶ πολυειδεῖς καταπιέσεις ἐκ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν. Συνεπείᾳ τῆς διαγωγῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεώς μας, οἱ ἔμποροι Κερκύρας ἀπεγοητεύθησαν, αἱ ἐργασίαι παύουσι, καὶ ἡ πενία διαδέχεται τὴν πρώην μικρὰν εὐημερίαν, ἥτις προήρχετο ἐκ τοῦ μεταξὺ Κερκύρας καὶ Ἠπείρου διενεργουμένου ζωηροῦ ἐμπορίου. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πρῶτον ἂν γνωρίζῃ τὴν ἀποπομπὴν τοῦ Προξενικοῦ Πράκτορος ἐξ Ἁγίων Τεσσαράκοντα· δεύτερον τί ἔπραξεν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἐὰν γνωρίζῃ τὸ γεγονὸς τοῦτο; Διατί δὲ δὲν σπεύδει νὰ διορίσῃ εἰς ἀμφότερα τὰ Πρακτορεῖα ταῦτα Πράκτορας Προξενικούς; Ἐκ τῆς ἀμελείας ταύτης τῆς Κυβερνήσεως οἱ κάτοικοι Κερκύρας πάσχουσι, καὶ δὲν εἶνε δίκαιον νὰ καταβάλλωσι τοὺς φόρους των ὡς ἀντάλλαγμα προστασίας τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας των, καὶ νὰ στερῶνται ἐντελῶς αὐτῆς. Ἵνα μὴ ἐπανέλθω εἰς τὸ βῆμα, ὑποβάλλω τρεῖς μικρὰς προτάσεις, ἐξ ὧν ἡ μὲν ἀφορᾷ τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποδικηγόρους, ἡ δὲ τὴν ἐν Κερκύρᾳ Φιλαρμονικὴν Ἑταιρίαν καὶ πᾶν ἐν Ἑλλάδι φιλαρμονικὸν, ἀγαθοεργὸν καὶ ἐκπαιδευτικὸν Καθίδρυμα, καὶ ἡ τρίτη, τὴν εὐθύνην τῶν Δήμων ἐκ τῆς δενδροφθορᾶς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι κατὰ τῶν ὑποδικηγόρων τῆς Ἑπτανήσου διεπράχθη μέγα ἀδίκημα, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ ΡΝʹ Νόμος, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1866. Καὶ τοῦτο ἐγένετο ἐξ ἀγνοίας τῶν συνταξάντων τὸν Νόμον ἐκεῖνον περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ νομοθεσίας μετὰ τῆς ἐν τῇ λοιπῇ ἰσχυούσης, ἐξ ἀγνοίας, λέγω, τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχον οἱ ὑποδικηγόροι κατὰ τοὺς Ἰονίους Νόμους ἐν τῇ διαδικασίᾳ τῶν Δικαστηρίων. Κατὰ τοὺς Ἰονίους Νόμους, οἱ ὑποδικηγόροι συνέτασσον ἅπασαν τὴν ἔγγραφον διαδικασίαν ἐνώπιον παντὸς δικαστηρίου, ἀπὸ τοῦ Εἰρηνοδικείου μέχρι τοῦ Ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Κράτους. Συνεζήτουν δὲ προφορικῶς τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων, Πταισματοδικείων καὶ Πλημμελειοδικείων, ἐνώπιον δὲ τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων, καθόσον ἀφορᾷ μόνον τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν ὤφειλον νὰ προσλαμβάνωσι καὶ τὴν συνδρομὴν δικηγόρων. Τουτέστιν οἱ ὑποδικηγόροι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συζητῶσιν ἐγγράφως πᾶσαν ὑπόθεσιν ἐνώπιον παντὸς δικαστηρίου, προφορικῶς δὲ μόνον ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικῶν, Πταισματοδικῶν καὶ Πλημμελειοδικῶν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον δέκατον ἔνατον ἀφῄρεσε τὰ κεκτημένα ταῦτα δικαιώματα καὶ ἐξίσωσεν αὐτοὺς μὲ τοὺς ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει δικολάβους, καλέσας μόνον αὐτοὺς εἰρωνικῶς «δικηγόρους»· τουτέστιν ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς νὰ παρίστανται μόνον ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων. Τοῦτο εἶναι ἔγκλημα δημόσιον, διότι τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχον κεκτημένον δυνάμει νόμου καὶ τοῦ διπλώματός των, ἦτο ἰδιοκτησία αὐτῶν ἀναφαίρετος. Εἶναι δὲ καὶ βλάβη τῶν δικαζομένων, διότι στεροῦνται τῆς εὐφυΐας καὶ τῆς ἱκανότητος ἀνθρώπων δοκίμων εἰς τὸ ἔργον των, καὶ λίαν ὠφελίμων ἀποδειχθέντων εἰς τὴν Κοινωνίαν. Ὑποβάλλω ἑπομένως πρότασιν ὅπως ἐν μέρει δικαιωθῶσιν οὗτοι, ἣν παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ δευτέρα πρότασις, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ τὰ φιλαρμονικὰ, ἀγαθοεργὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως τὴν ἐν Κερκύρᾳ φιλαρμονικὴν ἑταιρίαν· εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἔδωκεν ἀφορμὴν ἡ διοίκησις τῆς ἐν Κερκύρᾳ φιλαρμονικῆς ἑταιρίας. Τὸ καθίδρυμα τοῦτο συνεστήθη ἐν ἔτει 1840, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἔχον ἔκτοτε καὶ μουσικοδιδασκάλους τοὺς περιφημοτέρους εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς ἀνθρωπίνης μαθήσεως, ὁποῖοι ἦσαν ὁ Λιβεράλης, ὁ Μάντσαρος, ὁ Ξύντας. Τὸ φιλαρμονικὸν τοῦτο καθίδρυμα ἀπέβη ὠφελιμώτατον εἰς τὸ Ἔθνος, διότι πρῶτον ἐν Ἑλλάδι εἰσήγαγε τὴν μουσικὴν καὶ ἴδιον καὶ αὐτοτελῆ κλάδον ἐπιστημονικῆς μαθήσεως ἐξεπαίδευσε τελειοτάτους μουσικοδιδασκάλους, οἵτινες μετέδωκαν τὰς γνώσεις των καθ’ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν Ἀνατολὴν, καὶ τιμῶσι τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα ἐν τοῖς Ἀγγλικοῖς στρατεύμασιν. Ἐκ τοῦ φιλαρμονικοῦ τούτου καθιδρύματος ἐξῆλθον οἱ σπουδαιότατοι τῶν μουσικῶν, οἵτινες διευθύνουσι τὰς μουσικὰς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν στρατοῦ. Ἐκεῖ ὅταν ἡ Προστασία τῆς Μεγάλης Βρεττανίας διηύθυνε τὰς ὑποθέσεις τῶν Ἰονίων νήσων, ἡ φιλαρμονικὴ ἑταιρία ἐλάμβανε γενναῖα βοηθήματα ἐκ τῶν Ἰονίων Ταμείων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προόδου καὶ ἀναπτύξεώς της. Μετὰ τὴν ἕνωσιν ὅμως τῶν Ἰονίων νήσων ἐγκατελείφθη εἰς τὴν τύχην της. Εἰς ἅπαντας τοὺς συλλόγους χορηγοῦνται βοηθήματα διὰ τῶν Προϋπολογισμῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν φιλαρμονικὴν ταύτην ἑταιρίαν οὔτε λεπτὸν ποτὲ ἐχορηγήθη. Εἶναι δὲ λίαν λυπηρὸν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ Ταμεῖον οὔτε λεπτὸν θυσιάζει δι’ αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν, ὅπως ἐπικαλεσθῇ τὴν συνδρομὴν τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς ἐκδόσεως λαχείου χρησιμεύσοντος εἰς ἀνέγερσιν κτιρίου φιλαρμονικοῦ καὶ προμήθειαν μουσικῶν ὀργάνων ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων. Ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας κατόπιν πολυχρονίων ἐνεργειῶν κατώρθωσε νὰ πείσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐν ἔτει 1878, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ ἀτελείας τῶν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας ταύτης ἐκδιδομένων λαχείων, πλὴν οὐδέποτε ἠξιώθη ἡ πρότασις αὕτη νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ νὰ μεταβληθῇ εἰς Νόμον. Παρῆλθον ἔκτοτε ἔτη πολλὰ, καὶ πάλιν ἡ διοίκησις τῆς ἑταιρίας ᾐτήσατο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης περιόδου τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νόμων. Πλὴν οὐδεμία ἀκρόασις ἐδόθη εἰς τὴν αἴτησίν των ταύτην. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 περὶ λαχείων, δὲν ἐπιτρέπεται ἔκδοσις λαχείων ἄνευ πληρωμῆς φόρου βαρυτάτου. Ἡ ἑταιρία ἐξαιτεῖται νὰ ἀπαλλαγῇ τὸ ὑπὲρ αὐτῆς λαχεῖον τοῦ φόρου τούτου, ὅστις μηδενίζει τὰς ἐκ τοῦ λαχείου ὠφελείας τοῦ καθιδρύματος τούτου. Εἶναι δὲ δικαία ἡ ἀπαίτησις αὕτη, διότι δὲν ἀφορᾷ ἀτομικὴν ὠφέλειαν, ἀλλὰ δημοσίαν, τουτέστιν ἀφορᾷ εἰς σκοπὸν ἐθνικῆς ὠφελείας. Τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας ἔχει ἀποστολὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ θεραπεύῃ. Ὀφείλει λοιπὸν νὰ βοηθῇ ἅπαντα τὰ φιλαρμονικὰ, ἀγαθοεργὰ καὶ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα ἱδρυόμενα ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ σωματείων ἀναπληροῦσι τὴν ἀποστολὴν τοῦ Κράτους. Τούτων πάντων ἕνεκα ὑποβάλλω ἐγὼ τὴν ἀπαιτουμένην πρότασιν κατ’ ἀπαίτησιν τῆς ἑταιρίας, καθιστῶν αὐτὴν γενικὴν ὑπὲρ παντὸς φιλαρμονικοῦ, ἀγαθοεργοῦ καὶ ἐκπαιδευτικοῦ ἱδρύματος, καὶ ἀφορῶσαν τὴν ἀτέλειαν ὄχι μόνον τῶν λαχείων, ἀλλὰ καὶ πάσης δωρεᾶς ἢ κληροδοτήσεως. Παραδίδω δὲ αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα Παράρτημα). Ἡ τρίτη πρότασις ἔχει ἀντικείμενον τὴν εὐθύνην τῶν Δήμων ἐκ τῆς δενδροφθορᾶς. Δυνάμει τῶν ἰσχυόντων νόμων περὶ δενδροφθορᾶς οἱ δημόται ὑποχρεοῦνται ἀναλόγως τῆς περιουσίας των νὰ ἀποζημιῶσι τοὺς κυρίους τῶν φθειρομένων δενδροφυτειῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος διατάσσων τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην, ἐννοεῖ τὴν φθορὰν δένδρων καλλιεργουμένων, μὴ ἐγκαταλελειμμένων ἐντὸς θάμνων καὶ δασῶν καὶ ἀδεσπότων, ἀπεξηραμένων, καὶ ἐπὶ γαιῶν προωρισμένων εἰς βοσκὴν ποιμνίων, διότι τὰ τοιαῦτα δένδρα ὑπόκεινται ἐξ ἀνάγκης εἰς φθορὰς ἐκ τυχαίας πυρκαϊᾶς, ἐκ τῆς βοσκῆς τῶν ζώων, καὶ ἄλλων τυχηρῶν συμβάντων, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ Δῆμος δὲν πρέπει νὰ εὐθύνηται, διότι ἡ φθορὰ προέρχεται ἐκ τῆς ἀμελείας τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐκ τυχηρῶν συμβάντων. Ὁ Δῆμος εὐθύνεται μόνον διὰ τὰς πράξεις τῶν δημοτῶν αὐτοῦ κατὰ τῶν δενδροφυτειῶν. Ἐν Κερκύρᾳ ὅμως αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ προφανῶς παρερμηνεύουσαι τὸν νόμον, καταδικάζουσι τοὺς Δήμους εἰς ἀποζημιώσεις διὰ βλάβας καὶ πυρκαϊὰς δένδρων ἐντὸς δρυμῶν καὶ ἀκαλλιεργήτων τόπων, ὧν ἡ καταστροφὴ κατέστη ἐπιτήδευμα ὠφελιμώτατον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι δι’ αὐθαιρέτων ἀποζημιώσεων δίδουσιν ἀξίαν ἑκατονταπλασίαν εἰς τὰ ἐλαιόδενδρά των καὶ ἐπιβαρύνουσι τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς μὲ βαρυτάτους ἐράνους διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀποζημιώσεών των. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· οἱ κύριοι οὗτοι πρῶτοι ἀρνοῦνται τὴν συνδρομὴν αὐτῶν εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἀγροφυλακῆς τῶν Δήμων, ἵνα μένῃ ἀνεξέλεγκτος ὁ αἴτιος τῆς δῆθεν φθορᾶς τῶν ἐλαιοδένδρων αὐτῶν, καὶ εὐκόλως καὶ ἀκόπως εἰσπράττωσι μυθώδη ποσὰ παρὰ τῶν δημοτῶν ὡς ἀξίαν δῆθεν τῆς ἀνυπάρκτου ἰδιοκτησίας των. Πρὸς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων τούτων ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, ἣν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Χθὲς ἐζητήθησαν αἱ συγγραφαὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἐκτελουμένων ἔργων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶχον καὶ ἄλλοτε κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ μετὰ γενομένην αἴτησιν ὑποβάλλω ταῦτα ἐκ νέου.
§23Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀγυιᾶς ἐπαναλαμβάνει ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπόθεσιν τῆς παραπομπῆς Ὀθωμανοῦ τινος ἐπὶ διγαμίᾳ, καὶ μέμφεται πικρῶς τοὺς ἐκδόντας τὸ βούλευμα δικαστὰς, καὶ δύναμαι εἰπεῖν, μετὰ χλευασμοῦ ἀποφαίνεται περὶ αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ ἐκδόντος τὸ βούλευμα τοῦτο Συμβουλίου εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀποστείλῃ ἀντίγραφον τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα ἐπισταμένως, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐξήτασεν ἐμβριθέστατα πάντα τὰ ζητήματα, ἅτινα παρουσίαζεν ἡ ὑπόθεσις, ἤγουν τὸ ζήτημα, ἂν οἱ νόμοι τῆς δημοσίας τάξεως, οἷος καὶ ὁ ὑπαγορεύων τὴν πολυγαμίαν, ἦναι ὑποχρεωτικοὶ δι’ ἅπαντας, ἀνεξαρτήτως τῆς θρησκείας, ἣν πρεσβεύουσι, τὸ ζήτημα τῆς ὑπηκοότητος τοῦ κατηγορουμένου, τὸ ζήτημα τέλος κατὰ πόσον ἡ συνθήκη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναφερομένη εἰς τὰ τοῦ γάμου τῶν Ὀθωμανῶν. Καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν ταύτην ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ ἀξιοποίνου τῆς πράξεως καὶ παρέπεμψε τὸν κατηγορούμενον. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐλύθη ὀρθῶς, δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον, καὶ καθόσον ἐγένετο ἤδη προσφυγὴ εἰς τὰ ἀνώτερα δικαστήρια, καὶ πρόκειται νὰ ἀποφανθῶσι ταῦτα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τοῦ βουλεύματος, εἶναι, ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως ἐξήτασε τὴν ὑπόθεσιν καὶ οὐχὶ ἐπιπολαίως, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Στεφανίδης. Λέγω δὲ ταῦτα, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν, ἀδίκως προσβαλλομένην.
§24Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι τὰ μέγιστα διὰ τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ἀναλαβόντα δωρεὰν νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν Πρόεδρον Πεταλᾶν, Εἰσαγγελέα, καὶ Δικαστὰς τοῦ ἐν Τρικκάλοις Δικαστηρίου, ἀποφασίσαντος λίαν ἄγαν ταχυπετῶς, καὶ δείξαντος εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν, καὶ εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ὅτι τοῖς λείπει λογικὴ, καὶ νομομάθεια, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς δεόντως, ὡς ἄλλοτε ἀνέφερον, οἷον μὲ παῦσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, τοὺς δὲ Δικαστὰς πειθαρχικῶς ἐπὶ ἓξ μῆνας μὲ στέρησιν τοῦ μισθοῦ των· διότι ἄλλως ἡ τοιαύτη δικαστικὴ πρᾶξις, ἂν μείνῃ ἀνεξέλεγκτος, θέλει γίνει πρόσκομμα μέγιστον, καὶ σχεδὸν προδοτικὸν εἰς τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν μεγάλην Ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· καθόσον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ποτὲ συνεννόησις καὶ ἕνωσις τῶν Ἀλβανῶν, φυσικῶν συμμάχων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅταν πληροφορηθῶσιν ἐκ δικαστικῶν πράξεων τῆς Ἑλλάδος ὅτι διατρέχουσι τὸν μέγαν κίνδυνον τῆς ἀποσυνθέσεως τῶν οἰκογενειῶν των, καὶ τὰ τέκνα των θεωροῦνται τοῦ λοιποῦ ὡς προϊόντα ἀθεμίτων γάμων, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς ἄνευ διακρίσεως τῶν θρησκευμάτων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ διγαμίας; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ Δικαστὴς, ὅστις ἀποφασίζει περὶ διγαμίας τοῦ Ὀθωμανοῦ ἐναντίον τοῦ κειμένου Νόμου, θεωρεῖται προδότης τῆς Πατρίδος μας. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπαντῶ ὅτι ἐγὼ δὲ ἀπήτησα ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπηρεάσῃ τὰς συνειδήσεις τῶν δικαστῶν τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἐφετείου, ἀλλ’ ἔφερον τὸν λόγον ἐν τῇ Βουλῇ διὰ νὰ παροτρύνω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα τηλεγραφικῶς διατάξῃ τὰ δέοντα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ ἐν Λαρίσῃ Ἐφετείου, ὅπως πρὸ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως εἰσαγάγῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀνακοπῆς τοῦ ἀδίκως κατηγορουμένου Ὀθωμανοῦ ἐπὶ διγαμίᾳ ἐν τῷ συμβουλίῳ, καθὸ πρόκειται διὰ τῆς καταδιώξεως νὰ ἀπολέσῃ τὸ ὑψηλὸν ἐνδιαίτημα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του ὁ κατηγορούμενος διὰ πρᾶξιν μὴ κολάσιμον κατὰ τοὺς θρησκευτικοὺς νόμους τῆς Τουρκίας, καὶ τοὺς ὁποίους ἱεροὺς νόμους διὰ συνθήκης ὑπεσχέθη τὸ Κράτος νὰ σεβασθῇ εἰς τοὺς συμπολίτας μας Ὀθωμανοὺς, ὡς γίνεται καὶ εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ τῆς Ἑσπερίας Κράτη, ὡς ὑπέμνησα. Ὅθεν, κ. Ὑπουργὲ, δὲν ἐνόησα ποσῶς νὰ ἐπηρεάσω τὰς συνειδήσεις τῶν Δικαστῶν διὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον νὰ δώσω εἰς ὑμᾶς μικρὰν νύξιν τοῦ νὰ παροτρύνετε τοὺς Δικαστὰς καὶ Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσωσι δραστηρίως περὶ ὑποθέσεως, εἰς ἣν ἐκ πρώτης ὄψεως καταφαίνεται τὸ ἀνυπόστατον τῆς κατηγορίας, καὶ μόλα ταῦτα ὁ δυστυχὴς κατηγούμενος εὑρίσκεται εἰς πολλὰς περιπετείας καὶ ἀπείρους καταστροφὰς τῶν συμφερόντων του, καὶ αὐτῆς του ἀκόμη τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις κηρύττει «Εὐνομίης ἴδμονα θῆκε πόλιν». Ἀπαντῶν δὲ καὶ εἰς τὸν κ. Τζάνε, βουλευτὴν τῶν Καλαμῶν, ὅτι νομίμως κατηργήθη ὁ ἔγγειος φόρος τῶν κουκουλίων, διότι ἦτο καταθλιπτικὸς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῆς Ἀγυιᾶς, καὶ ἂν θὰ ζημιώσουν τρία ἢ τέσσαρα βιομηχανικὰ κερδοσκοπικὰ καταστήματα ἐν Καλάμαις, ἔχοντα μονοπώλιον τὴν ἀγορὰν κουκουλίων, δὲν πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ ποσῶς ἀπέναντι τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν κουκουλίων, διότι ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ὡς πρὸς τὴν παραγωγὴν τῶν κουκουλίων θέλει λάβει ἀναψυχὴν καὶ ἰδίως ὁλόκληρος ἡ Ἐπαρχία Ἀγυιᾶς τῆς Θεσσαλίας καὶ εἰς αἰῶνα αἰώνων θέλει εὐγνωμονεῖ ἡ Ἐπαρχία Ἀγυιᾶς εἰς τὸν παραίτιον Κυβερνήτορα τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν κουκουλίων — Καὶ τέλος ὁ νόμος ἐψηφίσθη παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Τζάνες ἀντισυνταγματικῶς ζητεῖ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ἀλλὰ εἰς μάτην κοπιάζει.
§25ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, δὲν ἐννοῶ διατί ἐπανέφερε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, ἔχει βεβαίως ὡρισμένην γνώμην· ἀλλ’ ὅπως καὶ πρότερον εἶπον, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, δὲν θεωρεῖ ὅτι εἶναι αὐτῇ ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξήγησιν τῆς γνώμης ταύτης ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἐπιφυλάσσεται ὅμως, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς δὲν ἀποβῇ σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην αὐτῆς, νὰ προβῇ εἰς ἄλλο μέτρον, ὅπερ θὰ θεωρήσῃ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ ἀνωτέρου κυβερνητικοῦ αὐτῆς καθήκοντος.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέφερεν, ὅτι κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879 ἀνέβησαν τὰ ἔξοδα αὐτὰ εἰς 85,000 δραχμῶν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις εἶναι οἰκονόμος καὶ ἡ τότε σπάταλος, τῷ λέγω, ὅτι τότε εἴχομεν ἐνταῦθα χιλιάδας προσφύγων ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας τὰς ὁμόρους, αἵτινες δὲν ἀνῆκον ἀκόμη ὅπως σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ οὔτε ἦσαν ἀσφαλεῖς εἰς τὴν Τουρκίαν.
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν σπουδαιολογεῖ ὅστις θέλει νὰ παραβάλῃ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς Πρωτευούσης καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πρὸς τὴν σημερινήν.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ δαπανηθέντα τότε κατὰ τὸ 1878 μέχρι τοῦ 1881 δὲν ἐδαπανήθησαν μόνον εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Ἐπαρχίας· εἰς μίαν μάλιστα τούτων ἔτυχε νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ προϊστάμενος τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐχορήγησα πολλῶν χιλιάδων περιθάλψεις εἰς πρόσφυγας. Ὑπῆρξαν ἐποχαὶ ὡς ἐκείνη τοῦ 1854, καθ’ ἣν ἐδαπανήθη εἰς περιθάλψεις ἑκατομμύριον, ἀλλ’ ἐκεῖναι αἱ ἐποχαὶ οὐδόλως δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὴν παροῦσαν. Διὰ τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν σᾶς ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῶν νῦν τοιούτων δαπανῶν, ὠφείλατε νὰ φέρητε αὐτὰς γυμνὰς πάσης ἀντιπαραβολῆς· διότι εἰς τοῦτο δὲν εἴχατε καμμίαν ὑποχρέωσιν, οὐδὲ ἔπρεπε νὰ παραβάληται τὴν παροῦσαν κατάστασιν πρὸς ἐκείνας τὰς ἐποχάς. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν χρῆσιν, ἣν ἐποιήσατε νῦν εἰς τὰ ποσὰ τῶν περιθάλψεων, καὶ προσεφύγατε μὲ πονηρίαν εἰς ἀντιπαραβολὴν διαχειρίσεως ἄλλων Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἡ ἀντιπαραβολὴ αὕτη εἶναι ἀτυχής, καὶ ἡ πονηρία σας εἶναι ἐκείνη, ἣν ὀνομάζουσιν ἐν Ἑλλάδι κουτοπονηρίαν.
§30ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν εἶχε τὴν διάθεσιν, ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ τὰς πληροφορίας ταύτας πρὸ πολλοῦ· διότι πρὸ μηνῶν, ὅταν εἰσήχθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸς συζήτησιν ἡ πίστωσις αὕτη καὶ συνεζητεῖτο, ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν πληροφορίας τοιαύτας καὶ οὗτος εἶχε μῆνας ὁλοκλήρους ἵνα προσαγάγῃ τὰ δικαιολογικά, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ διοικητικὰ μέτρα ἀσφαλείας, ἰδίως νὰ φέρῃ ἀπολογισμὸν τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀκριβῆ καὶ κατ’ ὄνομα, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι πολὺ ἐλαστικὸν καὶ δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις. Ὑπομιμνήσκω ἤδη καὶ τὴν αἴτησίν μου, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς φέρῃ πληροφορίας διατὶ δὲν ἤρκεσε τὸ ποσὸν τὸ χορηγηθὲν δι’ ἐκλογικὰ εἴδη. Ὡς ἐνθυμεῖσθε πέρυσιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶχεν ἀναγγείλει χαρμοσύνως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχε ἀνακαλύψει τὸ μέσον νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα κάλπας διὰ τοῦ ἐλαχίστου ποσοῦ τῶν 2 δραχμῶν δι’ ἑκάστην. Τότε καταστηματάρχαι τινὲς ἐνταῦθα καὶ ἐν Πειραιεῖ εἶχον ἀπευθύνει ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἶχον ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω ταύτην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπῆρχον διάφοροι προτάσεις ἐπωφελεῖς εἰς τὸ Δημόσιον. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέκρουσε τὴν πρότασίν μου καὶ εἶπε, πῶς, ἐνῷ πρόκειται νὰ φέρῃ ἐξ Εὐρώπης εἰς τόσον μικρὰν τιμὴν τὰς κάλπας, νὰ δεχθῇ τοιαύτας προτάσεις κερδοσκόπων! Τότε μάλιστα εἷς βουλευτὴς, ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἶπεν ὅτι μετεβλήθη ἡ Βουλὴ εἰς οἶκον ἐμπορίου, ἐνθυμοῦμαι καὶ τὴν φράσιν, διότι, σᾶς βεβαιῶ, μὲ συνεκίνησε φοβερὰ (ἱλαρότης)· ἐσταμάτησα τότε, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ προχωρήσω. Συνεπείᾳ λοιπὸν τῶν λόγων τούτων περιέμενον ὅτι ἐφέτος ἡ Κυβέρνησις ἤθελε μᾶς φέρει περίσσευμα ἐκ τῆς χορηγηθείσης διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πιστώσεως, ἀλλ’ ἀντὶ περισσεύματος βλέπομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ 80,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον· τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκτήσῃ κάλπας ἀντὶ 2 δραχμῶν, δὲν ἐπετεύχθη, καὶ ἠναγκάσθη νὰ κατασκευάσῃ κάλπας καὶ κιβώτια ἐνταῦθα ὄχι μόνον εἰς μεγάλην τιμὴν, ἀλλὰ καὶ κακίστης ποιότητος.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ συζήτησις περὶ καλπῶν, ἡ γενομένη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, δὲν εἶχε τὸν χαρακτῆρα, ὃν εἰς αὐτὴν ἀποδίδει ὁ κ. βουλευτής. Τότε ἐν τῇ Βουλῇ ἠθέλησάν τινες νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀγοράσῃ τὰς κάλπας πρὸς 6½ δραχμὰς, ἡμεῖς δ’ ἀπηντήσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην συζήτησιν, οὐδ’ ὑπαγόρευσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀγοράσωμεν τὰς κάλπας πρὸς 6½ δραχμὰς, διότι ἔργον ἡμέτερον ἦτο νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ μέχρι τοῦ πρέποντος, ὅτι καθ’ ἃς εἴχομεν πληροφορίας αἱ κάλπαι δὲν ἐστοίχιζον πολὺ πλειότερον τῶν 2 φράγκων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἑπομένως ἀπὸ τοιαύτης ἀφετηρίας ὁρμώμενοι ἔπρεπε ν’ ἀξιῶμεν ὅπως κατασκευασθῶσιν αἱ κάλπαι ἐνταῦθα πολὺ εὐθηνότερον τῶν 6½ δραχμῶν. Πράγματι δὲ διεπραγματεύθημεν πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πρὶν ἢ κλείσωμεν τὴν συμφωνίαν οἱ ἐνταῦθα ἐργοστασιάρχαι ἀπεφάσισαν νὰ καταβιβάσωσι τὴν τιμὴν εἰς τὸ ἥμισυ, νομίζω, τῆς τιμῆς, ἣν οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἤθελον νὰ ἐπιβάλωσι τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲ αὕτη ἡ τιμὴ τοῦ ἡμίσεος τῶν 6½ δραχμῶν ἦτο ἀνωτέρα τῶν 2, ἃς εἶχον ἀναφέρει, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ δύω δραχμαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἦσαν μεταλλικαὶ, καὶ τότε ὑπῆρχε μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ μεταλλικοῦ καὶ χαρτίνου νομίσματος, ὅτι εἰς ταῦτα ἔπρεπε νὰ προστεθῇ τὸ ἔξοδον τῆς μεταφορᾶς καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς μεταξὺ ἐγχωρίων καταστηματαρχῶν καὶ ξένων, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ παραβλέψῃ ὡς πρὸς μικρόν τι ποσοστὸν, ὅπως παράσχῃ τὴν ἐργολαβίαν ταύτην εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν. Ἀλλὰ χάρις εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῶν προτάσεων τῶν κ.κ. βουλευτῶν τότε καὶ εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἥρμοζεν εἰς αὐτὴν νὰ ἐπεμβῇ ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἐπετεύχθη οἰκονομία τοῦ ἡμίσεος τῆς τιμῆς.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀποδείξωμεν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τὰ λεχθέντα σήμερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ νὰ μᾶς φέρῃ αὔριον ἀπολογισμὸν πλήρη τῆς δαπάνης δι’ ἑκάστην κάλπην καὶ δι’ ἕκαστον κιβώτιον τῶν ἐσχάτως κατασκευασθέντων ἐνταῦθα καὶ ἐν γένει τὴν δαπάνην δι’ ἕκαστον εἶδος ἐκλογικόν. Ὅταν δὲ μᾶς φέρῃ αὔριον αὐτά, τότε θὰ συζητήσωμεν καὶ θὰ ἰδῆτε ἐὰν ἐγὼ εἶχον δίκαιον καὶ ἐνθυμοῦμαι, ἢ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὰ συμβάντα πέρυσι.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς Νομάρχας νὰ τὸν πληροφορήσωσι πόσα ἀπ’ αὐτὰ τὰ κιβώτια τὰ περυσινὰ μένουσιν ἀκόμη, διότι ὅλα ἦσαν ἀπὸ σανίδας σεσηπυίας καὶ κατεστράφησαν, ἐνῷ εὑρίσκονται ἀκόμη τὰ κιβώτια τοῦ 1865, ὅτε ἔγεινεν ἡ πρώτη ἐκλογὴ διὰ σφαιριδίων. Ἦσαν τόσον κακορίζικα, ὥστε τινὲς ἀστειολόγοι ἔλεγον ὅτι κατεσκευάσθησαν ἀπὸ σανίδια τὰ ὁποῖα ἐξώρυττον κατὰ τὰς ἀνακομιδὰς ἀπὸ τοὺς τάφους. Ἀφίνω ὅτι καὶ ἡ συναρμολόγησίς των ἦτο ἐλεεινή, διότι οὔτε ἔκλειον, οὔτε ἤνοιγον. Δὲν εἶναι μόνον ἀρετὴ προμηθείας τὸ εὐθηνόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ποιόν.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μεταξὺ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητούμεθα νὰ ψηφίσωμεν σήμερον, περιλαμβάνονται καὶ πιστώσεις 155 χιλιάδων δραχμῶν δαπανηθεισῶν εἰς ἔξοδα ὑγειονομικά. Παρετήρησα ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 ἐνεγράφη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην πίστωσις 28,450 δραχμῶν. Ζητούμεθα σήμερον νὰ κυρώσωμεν πιστώσεις χορηγηθείσας διὰ Διαταγμάτων 155,000 δραχμῶν ἔτι, καὶ δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου μεταγενεστέρου, τὸ ὁποῖον ἴσως αὐτὰς τὰς ἡμέρας συζητήσωμεν, ζητούμεθα αὖθις νὰ κυρώσωμεν πιστώσεις ἄλλας δι’ ὑγειονομικὰ ἔξοδα ἐκ δραχμῶν 40,000. Ἑπομένως τὰ δαπανηθέντα κατὰ τὰ 1883 εἰς ἔξοδα ὑγειονομικὰ ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 223,450. Τὰ ὑγειονομικὰ αὐτὰ ἔξοδα ἐδαπανήθησαν εἰς ὡρισμένας ἀνάγκας, καὶ πρῶτον μὲν εἰς τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα πρὸς περιστολὴν καὶ ἐξάλειψιν τῆς εὐλογίας. Τὰ δὲ μέτρα ταῦτα διαιροῦνται εἰς μέτρα ληφθέντα ἐδῶ πρὸς νοσηλείαν τῶν παθόντων, ἕνεκα τῶν ὁποίων συνεστάθησαν δύω νοσοκομεῖα εἰδικά, ἓν ἐν Κανθάρῳ καὶ ἓν ἐν Γουδῇ· δεύτερον δὲ εἰς μέτρα προληπτικὰ τῆς μεταδόσεως τῆς εὐλογίας, τὰ ὁποῖα ἐπήνεγκον δαπάνην πρὸς ἀγορὰν δαμαλίδος ὕλης. Ἐκτὸς τῆς κατηγορίας τῶν ἐξόδων τούτων, τῶν γενομένων πρὸς περιστολὴν καὶ ἐξάλειψιν τῆς εὐλογίας, ἐγένοντο ἄλλα ἔξοδα πρὸς πρόληψιν τῆς ἐπισκέψεως ἐν Ἑλλάδι τῆς ἐν Αἰγύπτῳ ἐκραγείσης χολέρας, καὶ ἄλλα πρὸς πρόληψιν τῆς ἐπιζωοτίας. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν γʹ. συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν, οὐχὶ εἰδικὴν ἀλλὰ κεφαλαιωδῶς ἐκδηλοῦσαν πόσα χρήματα ἐδαπανήθησαν διὰ τὸ νοσοκομεῖον ἐν Κανθάρῳ καὶ πόσα διὰ τὸ ἐν Γουδῇ, πόσα πρὸς ἀγορὰν καὶ διανομὴν δαμαλίδος ὕλης, πόσα πρὸς μέτρα ἔκτακτα ληφθέντα πρὸς ἀποτροπὴν τῆς χολέρας ἐν γένει, καὶ πόσα πρὸς μέτρα ἔκτακτα ληφθέντα κατὰ τῆς ἐπιζωοτίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἐκ δραχμῶν 2,138. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον).
§36ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς ποῖον ὀφείλονται.
§37ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι τῶν Πατρῶν.
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καλὰ, προχωρήσατε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 53,000. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον).
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι λόγος περὶ ἐνόρκων, νομίζω ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιον περὶ ἐνόρκων. Αὐτὸ πρέπει νὰ συζητηθῇ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1883 ἐκ δραχμῶν 333,487. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον).
§43Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ζητούμεθα νὰ ψηφίσωμεν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 333,487. Ἐὰν ζητήσητε νὰ λάβητε εἴδησίν τινα περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν γενομένων δαπανῶν, θέλετε εὕρει τὰς πληροφορίας ταύτας ἐν τῷ πίνακι, ὁ ὁποῖος συνοδεύει τὸ Νομοσχέδιον. Τὸν πίνακα τοῦτον ἐμελέτησα· ἀλλ’ ἐπί τινων μὲν μερῶν αὐτοῦ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω ἁπλῶς ἀπορίαν, ἐπί τινων δὲ ὀφείλω νὰ ζητήσω συμπληρωτικὰς πληροφορίας. Καὶ ἐν πρώτοις εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐκφράσω ἀπορίαν διὰ τὴν πίστωσιν 30,000 δραχμῶν, τῶν ζητουμένων διὰ σύνταξιν καὶ ἐκτύπωσιν ἐκλογικῶν καταλόγων. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 περιέλαβε πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης αὐτοῦ πίστωσιν δραχμῶν 31,150· ζητοῦνται ἀκόμη ἄλλαι 30,000 δραχμῶν. Ἐδαπανήθησαν λοιπὸν εἰς τύπωσιν καὶ ἀνατύπωσιν ἐκλογικῶν καταλόγων δραχ. 61,150. Νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου. Δευτέρα δαπάνη, ἡ ὁποία μὲ ἀναγκάζει νὰ ζητήσω πληροφορίαν τινὰ, εἶνε ὅτι διὰ μὲν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐχορηγήθησαν 59,160 δραχ. διὰ δαπάνας τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας, διὰ δὲ τῆς πιστώσεως σήμερον ζητοῦνται 12 ἀκόμη χιλιάδες, τὸ ὅλον 71,160 δραχμῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐπειδὴ ἡ δαπάνη τῶν 59,000 ἡ χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διαιρεῖται εἰς εἰδικὰ ἐδάφια, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀντιπροσωπεύει μίαν εἰδικὴν ἀνάγκην, ἐπεθύμων νὰ μάθω αἱ 12,000, αἵτινες ζητοῦνται, πρὸς πλήρωσιν τίνος πιστώσεως, τίνος τῶν ἐδαφίων τούτων ζητοῦνται; Ὅλων τῶν ἐδαφίων αἱ πιστώσεις ἐφάνησαν ἀνεπαρκεῖς, καὶ διατί; ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν νοσηλευομένων ἢ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τοῦ Φρενοκομείου, ἢ ἕνεκα τίνων ἄλλων αἰτίων αἱ πιστώσεις ἐδαφίων τινῶν καὶ τίνων ἐφάνησαν ἀνεπαρκεῖς. Ἀπορίαν ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἐπὶ ἄλλης τινὸς πιστώσεως. Εἶχον χορηγηθῆ δι’ ἔξοδα μεταθέσεων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οὐχὶ τηλεγραφικῶν, οὐχὶ ταχυδρομικῶν, ἀλλὰ διοικητικῶν μόνον, δηλαδὴ Νομαρχῶν, Γραμματέων Νομαρχιῶν, Ἐπάρχων, Γραμματέων Ἐπαρχείων, Πρωτοκολλητῶν καὶ λοιπῶν, 10,680 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπήρκεσαν. Ζητοῦνται νῦν ἄλλαι τρεῖς χιλιάδες. Λοιπὸν 13680 δραχ. εἴχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἔξοδα τῶν μεταθέσεων; Ἀλλὰ αἱ μεταθέσεις τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων ἀπῄτησαν πολλῷ μεγαλειτέραν δαπάνην. Εἶχον χορηγηθῆ 16,200 νέων δραχμῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν ἐπήρκεσαν καὶ ζητοῦνται ἄλλαι τρεῖς χιλιάδες· ἑπομένως ἐδαπανήθησαν διὰ μεταθέσεις τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων 19,200 νέων δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι ἐσυνειθίσαμεν νὰ ὑπολογίζωμεν τὰ χρήματα εἰς παλαιὰς δραχμὰς, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ 19,200 νέαι δραχμαὶ ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 20,500 παλαιὰς, ἐξοδευθείσας εἰς ἔξοδα μεταθέσεων τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων! Εἶχον ζητηθῆ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δραχ. 13,350 δι’ ἐπεξεργασίαν στατιστικῶν πληροφοριῶν· ἡ ἐπεξεργασία γίνεται ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ἄνω ποσὸν δὲν ἐδαπανήθη εἰς ἀγορὰν χάρτου καὶ μελάνης, ἀλλ’ εἰς μισθοδοσίαν ὑπεραρίθμου προσωπικοῦ. Δὲν ἔφθασαν, ζητοῦσι καὶ 2,000· ἑπομένως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1883 δραχ. 15,350 εἰς μισθοδοσίαν ἐκτάκτου προσωπικοῦ. Ἀνάγκην ὅμως ἔχω πληροφοριῶν διὰ τὴν πίστωσιν τῶν 20,000 πρὸς ἐπισκευὴν καὶ φύλαξιν δημοσίων οἰκοδομῶν. Εἴχομεν χορηγήσει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 53,400, ἀλλὰ καὶ αὗται δὲν ἐπήρκεσαν καὶ μᾶς ζητοῦσι προσέτι καὶ ἄλλας 20,000· ἑπομένως φαίνεται, ὅτι ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1883 δραχ. 73,400. Νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν θέλουσιν ἔχει δυσκολίαν νὰ μᾶς δώσουν σημείωσιν τῶν δημοσίων ἔργων, ἅτινα ἐπεσκεύασαν καὶ συνετέλεσαν. Εἶχον οἱ ὑπουργοὶ ζητήσει διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 17,800 πρὸς καθαρισμὸν λιμένων, ἀλλὰ δὲν ἤρκεσαν, καὶ ζητοῦσιν ἀκόμη 6,700, ἑπομένως ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1883 δραχ. 23,500. Ἡ ἀπορία ἡμῶν εἶναι εὔλογος, ἂν ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν πόσοι λιμένες ἐκαθαρίσθησαν, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν λιμένων εἰδικὰ ταμεῖα, ἰδίους ἔχοντα πόρους. Ὁ Προϋπολογισμὸς περιέλαβε δαπάνην, ἡ ὁποία εἶνε λείψανον ἱστορικὸν μιᾶς πιστώσεως, ἡ ὁποία ἐχορηγεῖτο ἄλλοτε διὰ βοήθειαν ἀπόρων καὶ ἐνδεῶν· ὑποθέτω δ’ ὅτι γνωρίζουσιν οἱ κκ. συνάδελφοι, ὅτι ἐν πόλει οἵαι αἱ Ἀθῆναι, καὶ ἐν περιστάσεσιν, ἐν αἷς ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν διατελεῖ, δὲν εἶνε ἀδύνατον νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι περὶ ὧν ὀφείλει νὰ προνοήσῃ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις ἐθεωρήθη οὐ μόνον ἡ καταστρεπτικὴ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἀλλὰ καὶ ὡς διαφθείρουσα τὰ ἤθη, ὡς ὠθοῦσα τὸν λαὸν εἰς τὴν ὀκνηρίαν, ὡς χρησιμεύουσα εἰς πολιτικοὺς καὶ κομματικοὺς σκοπούς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἐγεννᾶτο καὶ ἐσχηματίζετο τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγνωρίζετο ὑπὸ τὸν τακτικὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἔφερε, τὸ πέμπτον κόμμα, ἠγέρθησαν ἐξ αὐτοῦ φωναὶ καὶ ἐπικρίσεις κατὰ τῶν τότε κυβερνώντων διατί νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ διατηρῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν τοιαύτην. Οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῶντες ὑπέκυψαν, ἀφαιρέσαντες τὴν πίστωσιν· ἀλλ’ ἔμεινεν ἓν ἱστορικὸν μνημεῖον τῆς πιστώσεως ἐκείνης «πληρωμαὶ εἰσιτηρίων» δι’ ἃς εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσις δραχ. 8,900 ἵνα πληρώνωνται τὰ εἰσιτήρια τῶν ἀπόρων ἐπὶ τῶν ἀτμοπλοίων· ἀλλὰ καὶ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἤρκεσε, καὶ ζητοῦνται προσέτι δραχμαὶ 6,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ 14,900. Δὲν ζητῶ, οὔτε δύναμαι ν’ ἀξιώσω νὰ λάβω ἴσως πληροφορίας, ἀλλ’ ἔχω δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν, πῶς τοσαῦτα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1883 εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Δύναμαι νὰ ζητήσω πληροφορίας ἐπὶ ἑτέρου ποσοῦ, χορηγηθέντος διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχ. 8,900, δι’ ἔξοδα συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐκθέσεις Εὐρωπαϊκάς. Δυστυχῶς καὶ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἤρκεσε, καὶ ζητούμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ ἄλλην πίστωσιν δραχμῶν 3,000, ὥστε τὰ δαπανηθέντα ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 11,900· ἐπεθύμουν νὰ μάθω κατὰ τίνα τρόπον διετέθη ἡ δαπάνη αὕτη. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω διατί δὲν ἐπήρκεσεν ἡ πίστωσις τῶν 40,500 δι’ ἔξοδα ἐκτελέσεως τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου, διότι μᾶς ζητεῖται πίστωσις ἔτι 8,500, ἑπομένως ἐδαπανήθησαν 49,000. Ἀφῆκα τὸ τελευταῖον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ἐκίνησε τὴν ἀπορίαν μου. Κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» ἐτυποῦτο ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξετυποῦντο καὶ πάντα τὰ ἄλλα ἔντυπα, τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν Ὑπουργείων, πρὸ πάντων δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην μεγάλου ἀριθμοῦ ἐντύπων· ἐδαπανῶμεν δὲ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου δραχμὰς 58,300. Ἀλλὰ τότε κατηγγέλλετο μεγάλη κατάχρησις, ἐπειδὴ ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως» ἦτο διωργανωμένη ἄλλως, δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ δημοσιεύῃ πάντα τὰ κατὰ τοὺς νόμους δημοσιευτέα ἔγγραφα, ἐχορηγοῦντο δὲ πιστώσεις εἰς ἕκαστον Ὑπουργεῖον πρὸς πληρωμὴν τοιούτων δημοσιεύσεων, αἱ δὲ πιστώσεις αὗται ἀνήρχοντο ἀπὸ 8, 10 ἕως 12,000 δραχμάς. Ἕνεκα δὲ τῆς ἀνάγκης τῆς δημοσιεύσεως τῶν κατὰ τοὺς νόμους δημοσιευτέων ἐγγράφων, κατηγγέλθη κατὰ τὸ 1881 καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ δι’ ἐπερωτήσεως τῇ Βουλῇ κατάχρησις, ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ στρατολογικοῦ Νόμου, ἐπιθυμοῦν νὰ προβῇ εἰς τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν ἐπιστράτων, ἐδημοσίευε δι’ ἰδιωτικῶν ἐφημερίδων τὰ κατασχετήρια, καὶ ἐδαπανήθησαν διὰ τοῦτο 29,000 δραχμῶν, κατὰ τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ διάδοχον Ὑπουργεῖον. Αὐτὰς τὰς καταχρήσεις ἀνέλαβε νὰ ἐκριζώσῃ τὸ νῦν Ὑπουργεῖον. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐξεῤῥίζωσεν αὐτὰς ἢ ἂν κατὰ τὸ σύστημα τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀμπέλων ἐτοποθέτησε κλήματα, ἵνα βλαστήσωσιν ἀλλαχοῦ. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» καὶ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον κατὰ τὸ 1883, τὰ οὕτω πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων δαπανῶν διοργανωθέντα, ἐδαπανήσαμεν 194,484 δραχμὰς, ἤτοι εἰς ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ τυπογραφείου δραχμὰς 84,500, εἰς τακτικὰ δὲ 69,984, εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» 36,000 καὶ διὰ συμπληρωτικὰς πιστώσεις ζητοῦνται σήμερον ἀκόμη 4,000. Οὕτω διὰ δαπάνης ἐν ὅλῳ δραχμῶν 194,484 κατωρθώσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τὰς τυπωτικὰς, τὰς ὁποίας ἐθεραπεύομεν ἄλλοτε διὰ δραχμῶν 58,300, καὶ προσέτι νὰ ἐκριζώσωμεν τὰς καταχρήσεις τὰς γενομένας τῶν 12,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα δημοσιεύσεων τῶν κατὰ νόμους δημοσιευτέων ἐγγράφων. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἀπεκτήσαμεν κἄτι τι, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν, τὸ νὰ ἐκδίδηται καθ’ ἑκάστην ἡ «Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως», καὶ νὰ δημοσιεύῃ τὰς πράξεις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ πᾶν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐπιβάλλεται. Ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ καλοῦ τούτου παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλην δαπάνην, ἡ ὁποία δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 194,000, τὴν δαπάνην πρὸς σύστασιν Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴδιον προσωπικόν, καθὼς καὶ ἑτέρου Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχοντος ὡσαύτως ἴδιον προσωπικὸν στοιχειοθετῶν, μελανωτῶν, καὶ ἄλλων ἐργατῶν, οἵτινες ἴσως χρησιμεύουσι καὶ πρὸς παρακώλυσιν τῶν συσκέψεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρὸς διατάραξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς διὰ τῶν ἀσέμνων φωνῶν, τὰ ὁποίας ἀκούομεν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Ἴσως δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ παρακαλέσω τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας περὶ τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ βεβαίως ὀφείλουσι νὰ ἐκθέσωσι πόσα ἐδαπανήθησαν πρὸς σύστασιν εἰδικοῦ Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐδαπανήθησαν ταῦτα. Παρηγγέλθησαν τὰ τυπογραφικὰ μηχανήματα εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἐστάλησαν ἐκεῖθεν; βʹ) πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς σύστασιν εἰδικοῦ Τυπογραφείου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπρομηθεύθησαν τὰ μηχανήματα; Παρηγγέλθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην ἢ ἠγοράσθησαν ἐνταῦθα; καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἠγοράσθησαν; Ἀλλὰ πρὸ πάντων χρήσιμον εἶναι νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ παρασυρθῇ ἀπὸ λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰγιαλείας, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ Τυπογραφεῖον, διότι αὐταὶ αἱ ἐπανειλημμέναι συστάσεις τῶν Τυπογραφείων δὲν γνωρίζω εἰς ποίας ἀνάγκας θέλουσι περιαγάγει τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ κατὰ πόσον θέλουσιν αὐξήσει τὰ βάρη αὐτοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τῆς πιστώσεως καθὼς καὶ τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 75,000 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1883.
§45ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Προχθὲς ἐζητήθησαν πληροφορίαι καὶ λεπτομέρειαι περὶ τῆς διαθέσεως τῆς δαπάνης τῶν 75,000 δραχμῶν. Ταύτας παρέχων σήμερον, λέγω, ὅτι τοῦ ποσοῦ τούτου διετέθη ἓν ποσὸν ἐκ δραχμῶν 23,880 ὑπὲρ τοῦ κ. Στεφάνου καὶ Λεβίδου, τοῦ μὲν ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῇ Διεθνεῖ Ἐπιτροπῇ ἐν Αἰγύπτῳ τῶν ἀποζημιώσεων, τοῦ δὲ ὡς βοηθοῦ αὐτοῦ. Ἕτερον κεφ. ἐκ δραχμῶν 3,118 διετέθη ὑπὲρ τῶν κ. Σέχου, Σαπουντζάκη καὶ Λυκούδη, οἵτινες ἦσαν μέλη τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς διευθέτησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς· γʹ) ποσὸν ἐκ δραχμῶν 31,571 διετέθη ὑπὲρ τῶν κ. Μαυροκορδάτου δι’ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς στέψεως τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας, καὶ ἕτερον ποσὸν ἐκ 1500 διετέθη ὑπὲρ τοῦ γραμματέως τῆς ἐν Πετρουπόλει Πρεσβείας κ. Μαρκορᾶ διὰ τὴν μετάβασιν αὐτοῦ εἰς Μόσχαν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Τὸ ἐπίλοιπον ποσὸν διετέθη εἰς ἄλλας διαφόρους δαπάνας, προερχομένας ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως ἰδίως τοῦ συναλλάγματος, ἥτις γνωρίζετε πόσον ἦτο ὑπέρογκος, διὰ τὰ πληρωθέντα καὶ πληρωθησόμενα ἀκόμη διάφορα ἔξοδα, οἷον τηλεγραφικά, ταχυδρομικὰ καὶ τὰ τοιαῦτα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884.
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ δύω αὐτὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀναβληθῶσι, καθόσον πρὸς διαφώτισιν τῶν πεποιθήσεων τῶν κ.κ. βουλευτῶν ὑπάρχει προτεταγμένη ἐργασία, ἥτις ἀποτελεῖται ἐξ ἀλλεπαλλήλων ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν κλιμακηδὸν ἀπὸ ἀποδεικτέου εἰς ἀποδεικτέον προϊούσας, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης ἀρχὴν ποιησάμενος· αἱ ἐπερωτήσεις αὗται, ὡς ἐτάχθησαν, χρησιμεύουσιν εἰς τόσα σημεῖα ἀφετηρίας συλλογισμῶν ἢ ἄλλως εἰπεῖν προχώματα πρὸς ἄμυναν εἰς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη ἢ διαφώτισις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν εὐσυνειδήτως νὰ ψηφίσῃ δαπάνην περὶ ναυτικῶν πραγμάτων, οὐχὶ εἰς ἑκατομμύρια ἀνερχομένην, ἀλλὰ καὶ περὶ ὀβολοῦ· διότι πᾶσα δαπάνη γενομένη ἐπὶ πράξεων ναυτικῶν ἄνευ προεξελέγξεως, τὴν ὁποίαν προδιέγραψα διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, εἶναι ματαία καὶ εἶναι, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ἀτίμωσις τῆς πατρίδος, ἀλλὰ διακινδύνευσις τοῦ μέλλοντος αὐτῆς, εἶναι δαπάνη γενομένη δι’ ἔργα ἀστικὰ ἰδίως βίου οὐχὶ ναυτικά· ἢ ἂν ἦναι ναυτικά, γίνονται ὅπως οὐδέποτε χρησιμεύσωσιν· ἄνευ λοιπὸν ἀπαντήσεως εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, πῶς δύνασθε νὰ ψηφίσητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦν; Ἐνθυμήθητε δὲ ὅτι ρητῶς ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλε τὴν ἀπάντησιν εἰς ρητὴν ἡμέραν μετὰ τὴν πρότασιν μάλιστα τοῦ κ. Μεσσηνέζη· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται σήμερον νὰ γείνῃ συζήτησις, χωρὶς ν’ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Μετὰ λύπης δὲ παρατηροῦμεν καὶ τὸ ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ οἱ τὰ Συντάγματα ψηφίσαντες ἐθεώρησαν οὐσιῶδες μέρος διατάξεως αὐτῶν τὴν κατατομὴν τῆς ἐκτελεστικῆς θελήσεως, δηλαδὴ ἡ θέλησις, τὸ βουλητικὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ἑδρεύῃ οὐχὶ ἐν ἑνὶ ἀτόμῳ ἀλλ’ εἰς 7 ἢ 8 καὶ νὰ μὴ ἦναι συγκεντρωμένα εἰς μίαν κεφαλὴν ὁ νοῦς καὶ ἡ θέλησις, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ νόες καὶ ἰσάριθμοι θελήσεις, ὡς ἐχέγγυον τοῦ ἀπλανοῦς — διότι ὅταν μία ἡ θέλησις, εὐκόλως δύναται νὰ σκοτισθῇ, ἐπίσης καὶ ὁ νοῦς θὰ σκοτισθῇ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα ἀποκρούει τὸ μονοθέλετο — καὶ διὸ κατ’ αὐτὸ πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν 7 θελήσεις καὶ 7 νόας, δηλαδὴ 7 Ὑπουργοὺς ἀνεξαρτήτους, 7 διαφόρους ἐγκεφάλους, διὰ νὰ ἔχωμεν ἀσφάλειαν....
§48ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἕνα κεφάλι ἀξίζει γιὰ δέκα.
§49ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§50ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὴν ὑπεροχὴν τοῦ νοός.
§51ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει πρὸς τήρησιν τοῦ Συντάγματος νὰ ἦναι 7 Ὑπουργοὶ καὶ νὰ ἐμφανίζωνται εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ οὐχὶ εἷς νὰ ἦναι καὶ νοῦς καὶ θέλησις καὶ λόγος τῶν ἄλλων, ὅπως δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν ἀπαντήσεις. Αἱ ἐπερωτήσεις, ἃς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλεπαλλήλως, ἔχουν ἀποτέλεσμα νὰ χρησιμεύσουν ὡς ὅριον καὶ ὡς σταθμὸς τοῦ συλλογισμοῦ, ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κρύπτεται καὶ δὲν ἔρχεται. Κατὰ συνέπειαν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύω νομοσχεδίων, ἕως ὅτου ἐμφανισθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ παράσχῃ τὰς προσηκούσας ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον. Τὰ ναυτικὰ πράγματα εἶναι σπουδαιότατα καὶ τὸ ἀπέδειξαν αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι καὶ πρὸ τοῦ 1821. Αἱ κατὰ θάλασσαν δυνάμεις ἔκλινον τὴν τύχην τοῦ πολέμου· ἡ ἡρωῒς Κρήτη δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐλευθερωθῇ ἕνεκα ἐλλείψεως στόλου, καὶ ἐνθυμηθῆτε τὰ ὅσα συνέβησαν ἐπὶ τοῦ Χόβαρτ ἐνταῦθα, ὅτε διὰ τῆς βίας ἐζητοῦμεν νὰ ὀχυρώσωμεν τὰ παράλια διὰ προσκαίρων ἔργων. Αἱ περιστάσεις δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἡμᾶς· μία νέα ἐξωτερικὴ πολιτικὴ περιπλοκὴ σᾶς προσκαλεῖ, «δεῦτε παῖδες Ἑλλήνων»· τί θὰ εἰπῆτε τότε; σταθῆτε νὰ ὀχυρώσωμεν τὴν Μουνυχίαν; Καὶ ἐπὶ πέντε ἔτη τί ἐκάματε; τίποτε. Τὰ προχώματα, τὰ ὁποῖα ἀνηγέρθησαν διὰ μεγάλων δαπανῶν, ὅλα αὐτὰ μετεβλήθησαν εἰς τόπον κατάλληλον πρὸς συλλογὴν ραδικίων. Σήμερον λοιπὸν, κύριοι, μετὰ πέντε ἔτη δὲν ἔχομεν τίποτε, διότι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα γίνονται διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν. Εἰς τὰ 1878, κύριοι, ναυτικῶς εἴμεθα καλλίτεροι παρ’ ὅ,τι σήμερον, διότι εἰς τὰ 1878 ἂν ἓν πλοῖον ἐπάθαινε βλάβην τινὰ, εἶχε τὸ Ἔθνος ἓν νεωλκεῖον νὰ τὸ ἐπισκευάσῃ, σήμερον δὲν ἔχει. Ἂν μία τορπιλλοφόρος, κύριοι, προσβληθῇ ἀπὸ μίαν σφαῖραν τουφεκίου, ποῦ θὰ ἐπιδιορθωθῇ; δὲν ἔχομεν νεωλκεῖον! Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται περὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου καὶ ἐγγίζοντος τόσον τὰ συμφέροντα τοῦ καθόλου Ἑλληνισμοῦ, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις σπουδαία περὶ τοῦ τί δαπανῶμεν, διότι θέλετε ἴδει μίαν δαπάνην λόγῳ πληρωμῆς ἀντιτίμου ἐσχάρας τοῦ νεωλκείου 266 χιλιάδας! Τὸ νεωλκεῖον αὐτὸ ἔγεινε; Ποῦ εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ;
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἀπαντήσωμεν, ἅμα καταβῆτε.
§53ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐδαπανήσατε 800 χιλιάδας καὶ ζητεῖτε ἀκόμη 266 χιλιάδας, καὶ τί κάμνετε; τίποτε.
§54Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε. Τί ὁμιλεῖτε, κ. Δουζίνα; (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρέθησαν παρόντες 125).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Προχωρήσατε, κ. Δουζίνα.
§56ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ ζητήματα, κύριοι, αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἓν ἄλλο προπαρασκευαστικὸν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ζήτημα τοῦ νομοθετικοῦ κύρους τῶν πραττομένων. Προσκαλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις διὰ δαπάνας, δαπάνας ποῦ γενομένας; δὲν ὑπάρχει νομοθετικὴ πρᾶξις διὰ νὰ ὑπάρχῃ Ναύσταθμος, εἰμὴ εἰς Πόρον· διὰ Σαλαμῖνα ἢ Φανερωμένην δὲν ὑπάρχει· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς ἀλλαχοῦ συστάσεως τοῦ Ναυστάθμου, ἀφοῦ ἔφερε Φραντζέζους καὶ ἐγνωμοδότησαν, προέταξε καὶ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ περὶ μεταφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου. Κατὰ συνέπειαν ἡ πατρὶς σήμερον δὲν ἔχει ζήτημα νὰ ψηφίσῃ ἂν αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ γίνωσιν ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἔχει ζήτημα ἄλλο προπαρασκευαστικόν, τὸ ζήτημα τοῦ νὰ ἐρευνήσῃ ὑπάρχει νομοθετικὴ πρᾶξις περὶ Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ; Προχθὲς ὁ κ. Φιλάρετος σᾶς εἶπεν ὅτι ἐν Χαλκίδι, ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω ἐν ὅλῃ τῇ ἀμεροληψίᾳ, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ ἐν Βόλῳ. Δὲν εἶναι ἀτυχὴς ἰδέα αὐτή, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ σημεῖα τῆς ἐνεργείας ἐγγύτερον, διότι ὁ Ἑλληνικὸς στόλος κέκληται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ Ἑλλησπόντου· ὅσον λοιπὸν ἐγγύτερον πρὸς τὸ σημεῖον τῆς δράσεως μεταφέρεις τὸ κέντρον τῆς ἐνεργείας, τόσον καλλίτερον· ἀρκεῖ μόνον νὰ ἦναι κατάλληλος ὁ λιμὴν τοῦ Βόλου καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς τεχνικούς, ὅπερ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ὁποῖον ἦτο κατὰ τὸ 1878, βῆμα δὲν ἐπροχώρησεν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπροχώρησαν, εἶναι αἱ ἀτυχεῖς δαπάναι δι’ ὧν μετὰ λύπης πρέπει νὰ ἀναλογιζώμεθα ὅτι οὐδὲν κατωρθώσαμεν. Ὅταν ἔλθῃ πάλιν ἡ ἐποχὴ τῆς κρίσεως, θὰ μεταφέρωμεν πάλιν εἰς τὴν Καστέλλαν κανὲν παλαιοκάνονον· δὲν εἶναι ὑπερβολαὶ, κύριοι, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια. Καταβῆτε εἰς Πειραιᾶ, θὰ ἰδῆτε ἓν πλοῖον; Λοιπὸν, ποία ἡ κατάστασίς μας; Ὀφείλομεν λοιπὸν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, νὰ ἐξετάσωμεν ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξαρτῶνται, τὸ περὶ νομοθετικοῦ κύρους αὐτοῦ τοῦ Ναυστάθμου.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ζητοῦνται ἤδη τὸ πρῶτον αἱ πιστώσεις, περὶ ὧν πρόκειται· αἱ πιστώσεις πᾶσαι εἶναι παρακεχωρημέναι. Ὅ,τι ζητεῖται ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι λογιστικὴ ἄδεια, ὅπως τὰ παραχωρηθέντα κατὰ τὸ 1882 ἢ κατὰ τὸ 1883 μετενεχθῶσιν εἰς τὸ 1884, διότι παρῆλθεν ἡ χρῆσις τοῦ ἔτους 1882, ἐφ’ ἧς ἐχορηγήθησαν. Ὅτε παρεχωρήθησαν αἱ ἄδειαι αὗται τῶν δαπανῶν, ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πάντα, ὅσα εἴτε ἐζητήθησαν, εἴτε ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀναγκαῖα, ἵνα δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ μορφώσῃ τὴν πεποίθησίν της.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ ὅσα λέγετε, ὑπεβλήθησαν τίποτε;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· καὶ σήμερον πάλιν ὑπέβαλον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συνεδριάσεως πλεῖστα ὅσα ἔγγραφα, ὑποβληθέντα καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ τὰ ὑπέβαλον ἐκ νέου, διότι ἐκ νέου ἐζητήθησαν. Ὁ κ. Δουζίνας ζητεῖ ἤδη ἐξηγήσεις ἐπὶ θεμάτων, περὶ ὧν ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν δύναται ν’ ἀποφανθῇ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας ἰδίως ἀναχωρεῖ ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ ἐν Σαλαμῖνι Ναύσταθμος δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος, καὶ ὅτι ἐκεῖ δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν δαπανῶντες. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ πλεῖστον τῶν ἐκεῖ γινομένων δαπανῶν, εἴτε ψηφίσωμεν τὴν μεταφορὰν τῶν πιστώσεων, εἴτε δὲν ψηφίσωμεν αὐτὴν, ὑπάρχουσιν ὑποχρεώσεις, ἀναληφθεῖσαι παρὰ προκατόχου Κυβερνήσεως, αἵτινες ἤδη ἀποτελοῦσι διὰ τὴν Πολιτείαν ἀνάγκην, ἣν δὲν δύναται νὰ ἐκφύγῃ. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας, καθὸ ἀνήκων εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἥτις πρότερον ἐξένιζε τὸν Ναύσταθμον, ἔχῃ καὶ λόγους ἰδίους, ἵνα προτιμᾷ τὸν τόπον ἐκεῖνον...
§60ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐθνικοὺς, οὐχὶ ἐπαρχιακοὺς λόγους.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ καὶ λόγους ἰδίους, ἐγὼ εἶμαι ἐπίσης τῆς αὐτῆς μετ’ αὐτοῦ γνώμης, καίτοι δὲν ἔχω τοιούτους λόγους. Ἐὰν ἐξήρτητο ἀπ’ ἐμοῦ νὰ ἐκλεχθῇ τόπος μεταξὺ Σαλαμῖνος καὶ Πόρου, βεβαίως ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ Πόρου, καὶ ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ Πόρου, καὶ ἂν δὲν ἦτον ἐκεῖ ὁ Ναύσταθμος, πολλῷ μᾶλλον ἀφοῦ ἦτο ἐκεῖ καὶ εἶχον γείνει δαπάναι, καὶ δαπάναι λελογισμέναι καὶ χρησιμώταται παρ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, ἄλλοτε διευθύνοντος ἐν Πόρῳ τὸν Ναύσταθμον. Ἀλλ’ ἐγένετο ἡ μεταφορὰ τοῦ Ναυστάθμου, ἐγένετο διαμαρτυρομένων ἡμῶν ὡς βουλευτῶν καὶ ὡς πολιτῶν, οὐχὶ τότε ὡς ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ διατελούντων, ἐγένοντο δαπάναι, ἐγένετο φθορὰ ὑλικοῦ σπουδαία.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα ἀπέναντι νέας καταστάσεως. Ὡς εἶπον, σπουδαῖος λόγος πρὸς διατήρησιν τοῦ Ναυστάθμου ἐν Πόρῳ ἦτον, ὅτι ἐκεῖ ὑπῆρχεν ὁ Ναύσταθμος καὶ ὅτι ἐκεῖ ἐγένοντο δαπάναι· ἂν ὅμως τοῦτο ἦναι σπουδαῖος λόγος ὑπὲρ τοῦ Πόρου, πόσῳ σπουδαιότερος λόγος δὲν εἶναι ἤδη ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος, ὅπου αἱ γενόμεναι δαπάναι εἶναι πολλαπλάσιαι ἐκείνων, αἵτινες εἶχον γενῆ εἰς Πόρον; Ὡς πρὸς τὰς ἐρωτήσεις λοιπὸν τοῦ κ. βουλευτοῦ, τὰς ἀναγομένας εἰς τὸ κατάλληλον ἢ μὴ τῶν ἔργων, περὶ ὧν ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τί αἱ σήμερον συζητήσεις; Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δώσωμεν πᾶσαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Ἐζήτησε τόσας πληροφορίας, ὥστε μόνον ἵνα δώσωμεν ξηρὰν ἀπάντησιν εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν, θέλει ἀπαιτηθῆ ὁλόκληρος συνεδρίασις· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐὰν ἐπιμένῃ, βεβαίως καὶ πρὸς τοῦτο θέλομεν συμμορφωθῆ, διότι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις, ἂν θεωρῇ αὐτὰς σχετιζομένας πρὸς τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰς ἀπαντήσεις. Αἱ τελευταῖαι ἐπερωτήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι αἱ ἑξῆς· 1) «πόση ἡ κατὰ μῆνα δαπάνη διὰ τὴν μετακόμισιν ἔξωθεν ποσίμου ὕδατος ἐν Ἀράπῃ καὶ ἐκ ποίας ἀποστάσεως, καὶ ἂν ἡ δαπάνη αὕτη ἐκτελῆται συνεπείᾳ μειοδοτικῆς δημοπρασίας, καὶ ἂν τὸ ὕδωρ τοῦτο ἐπαρκῆ καὶ εἰς προμήθειαν τῶν πλοίων, ἢ πόθεν ταῦτα ἀρύονται τοῦτο». Αὕτη εἶναι ἡ τελευταία ἐρώτησις.
§64ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ τελευταία εἶναι περὶ τοῦ νομοθετικοῦ κύρους.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τοιαύτην· δὲν ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τοιαύτη.
§66ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατέθεσα.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ περὶ αὐτῆς θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἂν μοὶ ὑπομνήσητε τὸ περιεχόμενον. Εἰς δὲ τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τὰ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ ἀπαντῶσιν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ κατάλληλον τὸν Ἀράπην.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον ζήτημα.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν θέσιν ἐκείνην, βεβαίως ἠθέλομεν τὸ πράξει, ἀλλὰ σήμερον οὐ μόνον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν θέσιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰς ἐργολαβίας, ὧν ἕνεκα ζητοῦμεν τὴν μεταφορὰν τῶν πιστώσεων, οὐχὶ πιστώσεις, ἀλλὰ τὴν μεταφορὰν τῶν πιστώσεων, πιστώσεων ψηφισθεισῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συγγραφῶν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον πάλιν κατέθηκα εἰς τὸ Προεδρεῖον κατόπιν τῆς προηγουμένως γενομένης καταθέσεως, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τετελεσμένων, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως. Ἂν ἦτο δυνατὸν, ἔστω καὶ ἐπὶ χρηματικῇ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, βεβαιώθητε, ὅτι ἠθέλομεν λάβει τὴν πρωτοβουλίαν τοιαύτης προτάσεως.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε, πόσα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ Ναυστάθμου, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνέγερσις αὐτοῦ ἐν Ἀράπῃ;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τοῦ πόσα ἐδαπανήθησαν, ἀλλὰ καὶ πόσαι ὑποχρεώσεις ἀνελήφθησαν, διότι καὶ ἐκ τούτων δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαγῶμεν, αἱ δὲ συγγραφαὶ τῶν ὑποχρεώσεων δεικνύουσι διὰ ποῖα ποσὰ σπουδαιότατα εἴμεθα ὑπόχρεοι, μὴ δυνάμενοι κατ’ οὐδένα λόγον ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ὑποχρεώσεως.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἔργα αὐτὰ νὰ μετενεχθῶσιν εἰς ἄλλο μέρος;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι δυνατόν· διότι ὅλων τούτων τῶν ἔργων ἐγένετο ἀρχὴ ἐκτελέσεως· ἐγὼ εἶχον ἄκραν ἐπιθυμίαν ἵνα γένηται ἡ μεταφορά. Ὅταν κατὰ τὸ 1880 ἤμην ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ἐπεσκέφθην τὸν Ναύσταθμον ἵνα ἴδω μέχρι ποίου σημείου ἦσαν προκεχωρημένα τὰ ἔργα, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλίπωμεν τὴν Σαλαμῖνα μὲ μόνην τὴν ζημίαν τῶν ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Τότε ἦτο καιρὸς, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμέν τι, διότι κατὰ τὴν νέαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἐπλειοψηφοῦμεν. Ἤδη μετέβην καὶ πάλιν εἰς τὸν Ναύσταθμον, εὗρον δὲ κολοσσιαῖα ἔργα, οὐδὲν τετελεσμένον, ἀλλὰ πάντα ἀρξάμενα.
§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσος χρόνος ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς πτώσεώς σας μέχρι τῆς ἐπανόδου σας;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστά.
§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν γνώμην, ἣν ἐξεφράσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ μέρος εἶναι ἀκατάλληλον στηρίζετε εἰς ἐκθέσεις;
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἀτομικῆς γνώμης ἐνταῦθα.
§78ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τί διακόπτεις ὁλονέν;
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ὁμιλεῖ πάντοτε ψευδόμενος. (Διαπληκτισμοὶ καὶ ἐπιθέσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν Κουμουνδούρου καὶ Βουδούρη).
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τὴν πρώτην ἡ ἀτομική μου γνώμη ἦτο καὶ εἶναι πάντοτε κατὰ τῆς Σαλαμῖνος· προτιμῶ τῆς Σαλαμῖνος ὡς τόπον διὰ τὸν Ναύσταθμον τὸν Πόρον, ἀλλὰ ἄλλως τὰ πράγματα ἔχουσι κανονισθῆ· οὐδ’ ἠξίωσά ποτε, ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο κανονικῶς· τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον καλούμεθα ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν. Εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι κατὰ γνώμην Ἐπιτροπῆς ἐκ Γάλλων ἀξιωματικῶν, ἐκπροσώπων λίαν καταλλήλων, οἵτινες ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος, ἐγένετο ἡ προτίμησις. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης, καίτοι οἱ πείσαντες αὐτὴν λόγοι εἰσὶ σπουδαῖοι, ἵνα ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν· ὅ,τι καθιστᾷ τὴν μεταφορὰν ἤδη ἀπαράδεκτον, εἶναι ἡ πρόοδος τῶν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς ἔργων. Καὶ κατόπιν τῶν εἰσηγήσεων ἐκείνων, καίπερ ἐκπορευομένων παρὰ προσώπων, ὡς εἶπον, λίαν ἁρμοδίων πρὸς τοιαύτην γνώμην καὶ ἐκλογὴν, ἔχω τὴν ἐναντίαν γνώμην, οὐχ ἧττον ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εἰσήγησιν ἄλλης γνώμης· ὅτι, ὡς τὰ πράγματα εἶχον προχωρήσει, καὶ οἱ ἔχοντες τὴν ἐναντίαν γνώμην ὤφειλον νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν γνώμην τῆς Γαλλικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἑπομένως νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκτέλεσις ἐν Σαλαμῖνι. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν πρώτην ἐρώτησιν. Δευτέρα ἐρώτησις, νομίζω, εἶναι ἐκείνη, ἣν ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου.
§81ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅτι δὲν ὑπάρχει νομοθετικὸν κῦρος.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι δευτέρα αὐτοῦ ἐρώτησις εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸ νομοθετικὸν κῦρος τῶν ἐν Σαλαμῖνι ἐκτελουμένων. Ὡς εἶπον, αἱ ὑποχρεώσεις ὑφίστανται, εἴτε ὑπάρχει νομοθετικὸν κῦρος, εἴτε δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ φρονῶ ἐπίσης, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικοῦ κύρους πρὸς ἐκλογὴν Ναυστάθμου· νομίζω, ὅτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἶναι καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ τόπου τοῦ Ναυστάθμου. Εἰς τὴν ἐρώτησιν «πόση ἡ κατὰ μῆνα δαπάνη διὰ τὴν μετακόμισιν ἔξωθεν ποσίμου ὕδατος εἰς Ἀράπη καὶ τ’ ἄλλα σχετικά, ἀπαντῶ, ὅτι ἡ δαπάνη κατὰ μῆνα εἶναι δραχμαὶ πεντακόσιαι περίπου· μεταφέρεται τὸ ὕδωρ δι’ ἁμαξῶν ἐξ ἀποστάσεως 10 περίπου λεπτῶν τῆς ὥρας· δὲν γίνεται ἡ προκειμένη ἐργασία διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας, διότι διατίθενται εἰς αὐτὴν ἡμερομίσθιοι ἐκ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ναυστάθμου· τὰ πλοῖα ὑδρεύονται ἐκ τοῦ αὐτοῦ ὕδατος διὰ τῶν αὐτῶν μέσων. Ἀπήντησα οὕτως εἰς ὅλα τὰ ἐν τῇ ἀναγνωσθείσῃ ἐπερωτήσει. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἔχει οὕτω· «Πόση ἡ διὰ δεξαμενὰς δαπάνη, καὶ ἐὰν αὗται ἀπεδείχθησαν ἄχρηστοι πρὸς τὸν δι’ ὃν ἐκτίσθησαν σκοπόν;» Ἐὰν πρόκηται περὶ τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς, περὶ τούτου εὑρίσκονται τὰ πάντα ἐν τοῖς κατατεθεῖσιν· ἐὰν πρόκηται περὶ δεξαμενῶν ποσίμου ὕδατος ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἡ δαπάνη εἶναι 75,000 δραχμῶν περίπου.
§83ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μίαν διασάφησιν, διότι μὲ ἐρωτᾶτε περὶ ποίας δεξαμενῆς πρόκειται, ἐὰν ἐπιτρέπηται.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§85ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λέγω, ὅτι δεξαμενὴ παρηγγέλθη καὶ ἔγεινε· τώρα ποῖα τ’ ἀποτελέσματα; ποῦ θέλει λειτουργήσει ἡ δεξαμενὴ αὕτη; Δεξαμενὴ δὲ ἐν Ἀράπῃ, ἂν κατεσκευάσθη δι’ 75,000 δραχμῶν, δὲν ἠξεύρω· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς δεξαμενῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν πλοίων, διότι καὶ αὐτὴ ἀπεδείχθη ἄχρηστος. Ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι περὶ τῆς δεξαμενῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν καὶ καθαρισμὸν τῶν πλοίων.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠρώτησα ἐὰν ὁμιλῆτε περὶ δεξαμενῶν ποσίμου ὕδατος, ἢ περὶ πλωτῆς δεξαμενῆς πρὸς καθαρισμὸν τῶν πλοίων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ δαπάνη αὐτῶν εἶναι 75,000 δραχμαί· ἡ δὲ πλωτὴ δεξαμενὴ, ὡς ἠξεύρετε, καὶ αὐτὴ δὲν ἐτύγχανε τῆς ἐπιδοκιμασίας ἡμῶν. Ἡμεῖς ἄλλην εἴχομεν γνώμην καὶ πρὶν ἔτι ληφθῇ πρόνοια περὶ δεξαμενῆς· ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο παρηγγελμένη ὅτε ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν, καὶ εἶχον ἤδη καταβληθῆ αἱ πλεῖσται τῶν δόσεων, ἤδη δὲ ὑπολείπεται τὸ ζήτημα τῆς συμπληρώσεως αὐτῆς καὶ τῆς τοποθετήσεως, ἀφοῦ μετενεχθῇ ἐνταῦθα. Ὡς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν πολλὰ ζητήματα ἀνεφύησαν· εὕρομεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ δεξαμενὴ αὕτη ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῇ ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου· διότι, ἀφοῦ παρηγγέλθη ἡ δεξαμενὴ καὶ προεχώρησεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, ἐθεώρησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ μεγεθυνθῇ, ἵνα δύνηται νὰ φέρῃ σκάφη μεγαλείτερα, τὸ δὲ ζήτημα τοῦτο ἦτον ἄλυτον, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν. Τὸ ἐξητάσαμεν καὶ ἡμεῖς διὰ μακρῶν καὶ ἐπὶ τόπου δι’ ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιτροπῶν, συμβουλευθέντες καὶ ἄλλους, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπελήξαμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ κτιστὴ δεξαμενή· ὅτι δὲ ταύτην τὴν δεξαμενὴν πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν, ὡς ἀρχικῶς εἶχε παραγγελθῆ, ἵνα χρησιμεύσῃ διὰ τὰ ὑπάρχοντα πλοῖα. Εἰς ταύτην δὲ τὴν ἀπόφασιν ἐφθάσαμεν, ἀφοῦ προσεπαθήσαμεν νὰ εὕρωμεν ἀγοραστήν, ἔστω καὶ μετὰ πολλῆς ζημίας τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ δὲν εὕρομεν. Ἀφοῦ δὲ διετάχθη ἡ τελείωσις τῆς δεξαμενῆς, δέον νὰ κανονισθῶσι τὰ τῆς τοποθετήσεως αὐτῆς. Καὶ ἄλλοτε εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δυσχερὲς εἶναι τὸ ζήτημα τῆς εὑρέσεως προσφόρου θέσεως ἐν Σαλαμῖνι· ἀλλ’ ἂν ἐκεῖ δὲν ὑπάρχῃ ἡ κατάλληλος, θέλομεν φροντίσει ὅπως διαῤῥυθμισθῶσιν ὅπως δήποτε τὰ τῆς τοποθετήσεως. Ἄλλη ἐρώτησις! «Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐκλήθη ὁ ἐξ Ἰταλίας ἀρχιναυπηγὸς, τίς ἡ δι’ αὐτὸν δαπάνη καὶ τίνα τὰ ἀποτελέσματα τῆς παρουσίας του.» Ὁ ἐξ Ἰταλίας ἀρχιναυπηγὸς ἀπεστάλη εὐμενῶς παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς Ἑλληνικῆς. Ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ ἐκφρασθείσῃ πρὸς αὐτὴν ἐπιθυμίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπέστειλεν ἄριστον, δύναμαι νὰ εἴπω, τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ναυπηγῶν αὐτῆς, ἄνδρα ἐξόχου ἱκανότητος. Τούτου τὴν συνδρομὴν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαίαν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν παραγγελίαν πλοίων· διότι, καίτοι ἔχομεν παρ’ ἡμῖν πρόσωπα ἱκανότητος δεδοκιμασμένης, οὐχ ἧττον δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἔχομεν πεῖραν ἐπαρκῆ, προκειμένου μάλιστα περὶ πλοίων, ὁποῖα ἄλλοτε δὲν εἴχομεν. Ὁ ἀρχιναυπηγὸς οὗτος καταγίνεται ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν γενομένων ἐν διαγωνισμῷ προτάσεων παρὰ διαφόρων ναυπηγείων Ἀγγλικῶν Γαλλικοῦ καὶ Γερμανικοῦ. Αἱ προτάσεις αὗται ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει ὅρων καὶ συγγραφῶν, συνεταχθέντων ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπὸ τοῦ διασήμου ναυπηγοῦ Sir E. Reed, ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ἀγγλικοῦ ναυαρχείου τῇ προκλήσει τῆς ἡμετέρας ἐπιτροπῆς, ἥτις διέμεινεν ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον. (Ἀναγινώσκει). «Ἐδόθη ἤδη παραγγελία πρὸς κατασκευὴν πλοίου τινός; καὶ ἐδόθη συνεπείᾳ μειοδοτικοῦ συναγωνισμοῦ;» Ἐδόθη παραγγελία διὰ 4 πλοῖα ὑπηρετικὰ εἰς δύω Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα κατόπιν μειοδοτικοῦ συναγωνισμοῦ καὶ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἰταλοῦ ἀρχιναυπηγοῦ. (Ἀναγινώσκει). «Διατί αἱ τοῦ βυθοῦ ἐν Ἀράπῃ ἐξερευνήσεις δὲν ἐνηργήθησαν ὅτε ἔδει; καταλήγουσαι δὲ σήμερον εἰς ἀπρόσφορα ἀποτελέσματα ἐπιδρῶσι διόλου ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ Ναυστάθμου;» Διατί δὲν ἐγένετο ἡ ἐξέτασις, δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ εἴπωμεν· ἡμεῖς δὲν ἐξελέξαμεν τὸν Ἀράπην, ἑπομένως δὲν εἴμεθα ὑπόλογοι διὰ τὰς γενομένας πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐρεύνας, ἐὰν δ’ ἐγένοντο ἔρευναι ἢ οὔ, ἀγνοοῦμεν· πιθανὸν οἱ ἐκλέξαντες νὰ ἔπραξαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν ἵν’ ἀποφανθῶσιν ἐν γνώσει. Ὅτι ἡ ἔλλειψις τοῦ ὕδατος εἶναι ἐπιζήμιος, εἶναι βέβαιον, ἀλλ’ ἐὰν οὗτος μόνος ὁ λόγος ἀρκῇ ἵνα μὴ ἐκλεχθῇ ὁ Ἀράπης διὰ Ναύσταθμον, εἶναι ζήτημα, ἀλλὰ ζήτημα κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ὅτι ἔχει ὁ Ἀράπης καὶ ἄλλας ἐλλείψεις. Πιθανὸν ἡ ἔλλειψις ὕδατος νὰ ἦναι ἐπαρκὴς λόγος ἵνα μὴ προτιμηθῇ ὁ Ἀράπης, ἐὰν συντελῶσιν ὅμως καὶ ἄλλοι λόγοι, δι’ οὓς φρονῶ ὅτι δὲν ἦτο προτιμητέος ὁ Ἀράπης. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ μεγάλη ἀπρονοησία, ἥτις ψηλαφητῶς ἐκδηλοῦται ὅτι προήδρευσεν ἀπὸ τοῦ 1878 μέχρι σήμερον εἰς πᾶν περὶ Ναυστάθμου ἐγχείρημα, ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ ὡς τυχαία προσωπικὴ κουφότης ἢ εἶναι ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐξυπηρέτησις.» Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν σχετίζεται πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Ὅ,τι γινώσκω, εἶναι ὅτι συνῆλθεν ἐπιτροπὴ ἐκ προσώπων λίαν ἁρμοδίων, τὰ ὁποῖα ἀπεφάνθησαν ὑπὲρ τοῦ Ἀράπη, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι παρελείφθη ὅρος τις οὐσιώδης. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἄλλας ἐπερωτήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν ἐπερωτήσεων ἐκείνων, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ προηγουμένου θέματος, διότι δὲν εὑρίσκω ὅτι ἔχουσι σχέσιν.
§87ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ Νεωλκεῖον διατί δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἐνῷ ἀνεγράφη;
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι κατόπιν ἐξετάσεως, γενομένης ὑπὸ μηχανικῶν ἁρμοδίων, εἴδομεν ὅτι καὶ κακῶς εἶχε σχεδιαγραφηθῆ καὶ ἐν τῇ θέσει, ὅπου τὸ Νεωλκεῖον τίθεται, ἴσως πρέπει νὰ κτισθῇ ἡ δεξαμενὴ ἡ μόνιμος. Περὶ τούτου γίνεται ἐξέτασις ἔτι, τουτέστι περὶ τῆς καταλληλοτέρας θέσεως διὰ τὴν κτιστὴν δεξαμενήν. Φαίνονται δὲ ἀποκλίνοντες οἱ ἐξετάζοντες ὑπὲρ τῆς θέσεως, ἔνθα ἐπρόκειτο νὰ στηθῇ τὸ Νεωλκεῖον καὶ ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου, φαίνονται, λέγω, ἀποκλίνοντες ὑπὲρ τῆς θέσεως ἐκείνης, καίτοι εἰσέτι δὲν ἀπεφάνθησαν ὁριστικῶς.
§89ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ δαπάνη, ἣν θέλομεν νὰ μεταφέρωμεν, εἶναι ματαία, διότι εἶναι ξύλα, τὰ ὁποῖα ἐσάπισαν.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ζητήσωμεν τὴν μεταφορὰν ὅλων τῶν ποσῶν, περὶ ὧν ὑφίστανται ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου. Εἰς ποίας συμφωνίας θέλομεν φθάσει πρὸς τοὺς ἐργολάβους, πρὸς οὓς ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὰς ὑποχρεώσεις, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων· ἐὰν θεωρῶμεν ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην νὰ τοποθετηθῇ ἄλλο ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται καταλλήλως νὰ τοποθετηθῇ ἀλλοῦ, θέλομεν ζητήσει συμβιβασμόν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ περιληφθῇ ἡ πίστωσις, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της ταύτην, διότι ἡ ὑποχρέωσις ὑφίσταται καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ν’ ἀρνηθῇ τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰ ὑπεσχημένα. Δὲν πρόκειται ἄρα νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πιστώσεως, διότι δὲν ζητεῖται αὕτη ἤδη, ζητεῖται μεταφορὰ πιστώσεων, ὑφισταμένων ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην ὑποχρεώσεων, ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ πιστώσεις εἶναι παρακεχωρημέναι, δὲν πρόκειται δὲ νὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν ἐπὶ τὰ αὐτά.
§91Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους δύω περιόδους τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκε πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τροιζηνίας βουλευτήν· τὴν μὲν πρώτην, διότι νομίζω ὅτι αὐτὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· τὴν δὲ ἄλλην, διότι μεταδίδει εἰς τὸν Ὑπουργὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς Νόμους δὲν ἔχει. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡμίλησεν ἐπανειλημμένως περὶ μεταφορᾶς πιστώσεων καὶ ἀληθῶς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, οὕτως ἐπιγράφεται. Ἀλλὰ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου δὲν γίνεται μεταφορὰ πιστώσεων, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη. Αἱ πιστώσεις χορηγοῦνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ δίδεται εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα ἐπὶ τῶν πιστώσεων, πρὸς πληρωμὴν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι προσηνέχθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν αἱ πιστώσεις ἢ πρὸς πληρωμὴν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου. Ἐὰν δὲν προσηνέχθησαν ὑπηρεσίαι ἐντὸς τοῦ ἔτους εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν αἱ πιστώσεις, ἢ ἐὰν δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα, αἱ πιστώσεις μένουσιν ἄνευ ἰσχύος, δὲν ὑφίστανται πλέον· ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπουργείων κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἢ μετὰ ταῦτα ἀποφασίσῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν αἱ πιστώσεις αὗται, πρέπει νὰ ζητήσῃ πιστώσεις νέας. Ἐὰν λοιπὸν Ὑπουργός τις ἐζήτησε πιστώσεις, τῶν ὁποίων ἡ νόμιμος ἰσχὺς ἔληξε, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα καὶ κατέστησαν ἄκυροι, ἀναγκάζεται δὲ νὰ ζητήσῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος αὖθις πιστώσεις διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ, δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶχον χορηγηθῆ ἄλλοτε. Τὸ Κοινοβούλιον ἐπεκύρωσε πίστωσιν κατὰ τὸ 1881 διὰ τὰ ἔργα τοῦ Ναυστάθμου καὶ ἔκρινεν, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ χορηγήσῃ αὐτήν· ἡ πίστωσις δὲν ἐδαπανήθη, διότι δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ἔργα, ἢ διότι δὲν προσηνέχθησαν αἱ ὑπηρεσίαι, πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁποίων ἐχορηγήθη. Ἡ πίστωσις εἶνε πλέον νεκρά. Διὰ νὰ λάβῃ ἰσχὺν, πρέπει νὰ ζητηθῇ ἐκ νέου, καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τὴν πίστωσιν αὐτήν· οὐδ’ εἶνε ἀπηλλαγμένος εὐθύνης διὰ τοῦτο ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ζητεῖ πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐψήφισε τὸ Κοινοβούλιον πρὸ δύω ἐτῶν. Μεταφορὰ πιστώσεως εἶναι ἐπιτετραμμένη μόνον ἐπὶ πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ αὐτοῦ ἔτους, καὶ μόνον διὰ νόμου, διότι αἱ διατάξεις τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἀπηγόρευσαν εἰς τοὺς ἐκτελοῦντας τοὺς νόμους Ὑπουργοὺς νὰ διαθέτωσι τὰς πιστώσεις τοῦ ἑνὸς ἄρθρου ἢ τοῦ ἑνὸς κεφαλαίου εἰς τὰς ἀνάγκας ἑτέρου ἄρθρου ἢ κεφαλαίου. Ἐὰν λοιπὸν περισσεύῃ πίστωσις ἄρθρου τινὸς κατὰ τὸ ἔτος, καὶ καθυστεροῖ πίστωσις ἑτέρου ἄρθρου κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, τότε διὰ Νόμου δύναται νὰ ζητηθῇ ἡ μεταφορὰ τῆς πιστώσεως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου, εἰς ἄλλο τοῦ αὐτοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, δὲν εἶναι μεταφορὰ πιστώσεως, ἀλλὰ χορηγία πιστώσεως. Τοῦτο δ’ ἀποδεικνύει καὶ τὸ κείμενον τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον λέγει, χορηγεῖται πίστωσις. Ἀλλὰ τοῦτο ἠθέλησαν νὰ περικαλύψωσιν ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τῆς περιλήψεως τοῦ Νομοσχεδίου, χαρακτηρίσαντες αὐτὸ ὡς Νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς πιστώσεως, ἵνα μειώσωσιν οὕτω τὴν ἑαυτῶν εὐθύνην. Εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοὺς ἐναντίους, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντήσω ταῦτα. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἐπάγει ὡς συνέπειαν, ὅτι, χορηγοῦντες σήμερον πίστωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, δίδομεν αὐτῷ τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδίδῃ ἐντάλματα ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν πιστώσεων τούτων, καὶ δίδομεν αὐτῷ συγχρόνως τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὰ ἔργα, περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ὁποίων ἡ πίστωσις αὕτη πραγματεύεται. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ, καθ’ ἃ οἱ Νόμοι διατάσσουσιν οὐδ’ ἀπαλλάσσεται τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ὁ Νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιβάλλει εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται πιστώσεις. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀνάγεται εἰς προγενεστέρους Νόμους, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν Νόμον τῆς 22 Ἰουνίου τοῦ 1882. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1881 περιεῖχε κεφάλαιον ναυπηγήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἐγγράψει ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμίαν πίστωσιν, περιεῖχε τὸ κεφάλαιον ἁπλῶς εἰς ἐνθύμησιν μόνον. Κατὰ τὴν 22 Ἰουνίου τοῦ 1882 ὅμως ἐξεδόθη Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη πίστωσις δραχμῶν 3,627,640 καὶ 75(00 ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 11 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1881. Ἀλλ’ ἀνοίξατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ εἰρημένου Ὑπουργείου τοῦ 1881. Ἐν αὐτῷ δὲν εὑρίσκετε κεφάλαιον 11, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου ἔχει ὀκτὼ κεφάλαια. Οὕτω κατὰ δυστυχίαν οἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν Νόμοι συντάσσονται, ὅπως συντάσσονται εἰς τὰ Παρεδρεῖα αἱ διαταγαὶ τῶν Παρέδρων ἢ αἱ προκηρύξεις αὐτῶν πρὸς τοὺς συνδημότας των, (ἱλαρότης) μετὰ τοιαύτης ἐλλείψεως προσοχῆς, μετὰ τοσαύτης ἐλλείψεως ἀκριβείας. Καὶ ὅμως συζητοῦνται καὶ ψηφίζονται μετὰ ῥαγδαίας ταχύτητος, οὐδὲ δύνανται νὰ διορθώνωνται τοιαῦτα λάθη. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ πρῶτον κεφάλαιον, διαιρούμενον εἰς διάφορα ἄρθρα, τὸ δεύτερον κεφάλαιον διαιρούμενον εἰς ἐννέα ἄρθρα, τὸ τρίτον κεφάλαιον καὶ τὸ τέταρτον κεφάλαιον. Ὁ συντάκτης τοῦ Νόμου ἠρίθμησε τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα συλλήβδην καὶ ἐδημιούργησε κεφάλαιον 11, ἐνῶ κεφάλαιον 11 δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐπὶ τούτων παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν, παρακαλῶ νὰ προσαχθῶσιν οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ 1881 καὶ 1882. Τὸν Νόμον τῆς 22 Ἰουνίου 1882 εὑρίσκετε ἐν τῇ σελίδι 247 τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Μετὰ τοῦτο ἐξεδόθη ἄλλος Νόμος τῆς 11 Μαρτίου, ὁ ὁποῖος διέταξεν ὅτι ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δραχμῶν 3,627,640 καὶ 75)00 τῆς χορηγηθείσης ἐπὶ τοῦ ἀνυπάρκτου κεφαλαίου 11 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ ἔτους 1881 χορηγεῖ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 11 πάλιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν τοῦ 1882 πίστωσιν ἐκ δραχ. 1,844,000, ἤτοι τὸ μὴ πραγματοποιηθὲν ὑπόλοιπον τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1881 περιληφθείσης πιστώσεως τῶν 3,627,640, συνιστάμενον, ὡς εἴρηται, εἰς δραχ. 1,844,000. Ἕκαστος εὐσυνειδήτως κρίνων συμπεραίνει βεβαίως, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀνύπαρκτον κεφάλαιον ὑπάρχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ εἶναι τὸ κεφάλαιον 4 περὶ ναυπηγίας, διότι ἐπ’ αὐτοῦ ἐνόουν νὰ χορηγήσωσι τὴν πίστωσιν ταύτην. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ἀπευθύνω ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ προσθέσω εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἄλλο τι. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἐφάνη, ὅτι δὲν ἔδωκε γενναίαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τροιζηνίας παρεπονέθη κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς Σαλαμῖνος ὡς τόπου Ναυστάθμου, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς ἐκεῖ οἰκοδομῆς τοῦ Ναυστάθμου ἀνήκει μὲν κυρίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐκυβέρνα κατὰ τὸ 1878, ὅταν μετετέθη ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα ὁ Ναύσταθμος, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς μόνον αὐτό· διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμουλίου διετέλεσε Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τῆς 10 Μαρτίου 1880 μέχρι τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1880, ἐπὶ μῆνας δηλαδὴ 7, κατὰ δὲ τὸ 1880 ἐλάχιστα καὶ ἐλαχίστης ἀξίας ἔργα εἶχον τελεσθῆ. Ἐὰν λοιπὸν εἶχε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, ὅτι ὁ Ναύσταθμος κακῶς ἐτοποθετήθη ἐν Σαλαμῖνι, εἶχε καθῆκον νὰ ἀναστείλῃ τὴν πρόοδον τῶν ἔργων, νὰ προτιμήσῃ τὴν ἐλαχίστην ζημίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβληθῆ τότε τὸ Δημόσιον, ματαιουμένων τῶν γενομένων ἔργων, ἀφοῦ μικρᾶς ἀξίας ἦσαν ταῦτα, καὶ νὰ προλάβῃ τὸ μέγα κακὸν, τοῦ νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς μεγίστας δαπάνας μέχρι περατώσεως τῶν ἔργων τοῦ Ναυστάθμου, καὶ προσέτι εἰς ἄλλην πολλῷ μεγαλειτέραν ζημίαν, νὰ ἔχῃ Ναύσταθμον ἐν τάπῳ ἀκαταλλήλῳ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπραξεν οὕτω, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ μετὰ παῤῥησίας εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Τροιζηνίας, ὅτι καλῶς ἐτοποθετήθη ὁ Ναύσταθμος ἐν Σαλαμῖνι, νὰ μὴ λησμονῇ δὲ τὴν χρονικὴν περίοδον τῶν 7 μηνῶν, καθ’ ἣν ἐκυβέρνα κατὰ τὸ 1880, οὐδὲ νὰ νομίσῃ ὅτι δύναται νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὸ συμβεβηκὸς ὅτι εἰς τὰ 1882 ἦλθε πάλιν Κυβερνήτης, νὰ λέγῃ, ὅτι ἦλθα Κυβερνήτης καὶ ὅτι ἐπειδὴ τὰ ἔργα ἦσαν τότε προκεχωρημένα, ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναστείλω πλέον τὴν πρόοδον αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν παρατηρήσεων τούτων ἔχω ἀνάγκην καὶ μικρᾶς τινος πληροφορίας. Εὗρον εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ὅτι σημειοῦνται οἱ καθυστεροῦντες τόκοι τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ ἀντιτίμου τῆς δεξαμενῆς 8 μηνῶν, δραχμαὶ 16,960, τῆς τρίτης δόσεως 6 μηνῶν δραχμαὶ 9,426, τῆς τελευταίας δόσεως ἑνὸς ἔτους δραχμαὶ 17,100· ἑπομένως ὅτι ὀφείλονται τόκοι 43,480 δραχμαί. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀφοῦ αἱ πιστώσεις εἶχον χορηγηθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ χρήματα ὑπῆρχον ἐν τῷ Δημοσίῳ Ταμείῳ, διότι δυνάμει μὲν τῶν πιστώσεων ἔμελλον νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα, ἀλλὰ τὰ ἐντάλματα ἔμελλον νὰ ἐξαργυρωθῶσιν ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τοῦτο δὲ δὲν ἠπόρει χρημάτων, διατί περιήλθομεν εἰς τὴν καθυστέρησιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν δραχμὰς 43,000 διὰ τόκους; Εἶχε λοιπὸν ἀνασταλῆ ἡ πρόοδος τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶχον παραγγελθῆ εἰς Εὐρώπην; Εἶχεν ἀνασταλῆ ἡ κατασκευὴ καὶ περάτωσις τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς; Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβὲς, παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, πληροφορῶν αὐτὴν τίνες δισταγμοὶ εἶχον γεννηθῆ, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν αὐτὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνασταλῶσι τὰ ἔργα.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ εὕρομεν ἀνεσταλμένα. Τὸ ἐξήγησα προτήτερα.
§94ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν δὲ τὰ εὗρεν ἀνεσταλμένα, διατί ἀφῆκε νὰ παρέλθωσιν ἐπὶ μὲν τῆς μιᾶς δόσεως 8 μῆνες, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας 6, καὶ ἐπὶ τῆς τρίτης διάστημα ἑνὸς ἔτους, καὶ δὲν διέταξεν ἀμέσως τὴν ἄρσιν τῆς ἀναστολῆς καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἔργων, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ζημίαν, νὰ πληρώσῃ 43,000 δραχμῶν!
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ν’ ἀποκρούσω τὴν εὐθύνην τῆς ἱδρύσεως τῆς ὁριστικῆς τοῦ Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ. Ἡ εὐθύνη αὕτη βαρύνει ἰδίως τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, διότι ἐκ τῶν ἤδη ἐλαχίστων προσαχθέντων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται τρανώτατα, ὅτι ἡ μὲν πρὸ αὐτῆς Κυβέρνησις ἐλάχιστα ἔργα εἶχε διατάξει, πάντα δὲ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, ὅτι πάντα διέταξεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἀκούσατε! «Ἐκτίθεται εἰς μειοδοσίαν ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἑξῆς ἔργων· Δεξαμεναὶ ὑπόγειοι μετὰ διϋλιστηρίων, συνεργεῖα Ναυστάθμου, λεβητοποιεῖα, χυτήριον, γραφεῖα, ναυτῶνες, ἐπαύξησις γραφείων Ναυστάθμου, Σχολὴ Ναυκλάστρων, οἴκημα Διευθύνσεως καὶ ἀξιωματικῶν, οἰκήματα Μηχανικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ναυτῶν, ἀποθήκη ἀμυντικοῦ καὶ ἐπιθετικοῦ ὑλικοῦ, ἀποθήκη ἠλεκτρικῶν καλωδίων κλπ.» Ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν ἑκατομμυρίων δαπάνην· πότε ὑπῆρξεν ἡ ἔναρξις τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀνεγερθῶσιν; ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη. Πότε ὁριστικῶς καθιερώθη ἡ θέσις Ἀράπη ὡς Ναύσταθμος; ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία φέρει τὴν εὐθύνην ὁλόκληρον· ἐὰν δὲ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνδομύχως ἔχει γνώμην, ὅτι ἡ θέσις ἐκείνη δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ Ναύσταθμον, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ, ὅπως μὴ πετῶνται ἀδίκως τόσα ἑκατομμύρια, πρὸς μέγαν κίνδυνον ἐν μεγίστῃ δεινῇ περιστάσει.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρὰ μὲν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι ὑπόλογος εἶναι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Σαλαμῖνος καὶ τῆς θέσεως Ἀράπη ὡς Ναυστάθμου, διότι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διέταξε τὰ γιγνόμενα ἤδη ἔργα, τοὐλάχιστον τὰ σπουδαιότερα ἐξ αὐτῶν, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἐπίσης εἰς τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὴν νῦν Κυβέρνησιν ἐπέῤῥιψε τὴν εὐθύνην, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι κατὰ τὸ 1880 δὲν μετήνεγκον πάλιν τὸν Ναύσταθμον ἀπὸ Σαλαμῖνος εἰς Πόρον. Ἀμφότεραι αὗται αἱ αἰτιάσεις εἶναι ἀνυπόστατοι. Κατὰ τὸ 1880 εἶχε γείνει ἡ μεταφορὰ ὑπὸ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως ἐκ Πόρου εἰς Σαλαμῖνα, οὐδὲν ὅμως ἔργον διαρκὲς εἶχεν ἐκτελεσθῆ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1880 συνεστήθη, οὐδὲ ὑπῆρχεν ἔργον οἱονδήποτε ἐν Σαλαμῖνι, ὑπῆρχε μόνον παράπηγμα, χρησιμεῦον ὡς συνεργεῖον· ἦσαν τοποθετημένα τὰ ἄλλα ὑλικὰ ἐντὸς τῆς Μονῆς ἢ εἰς 2 ἢ 3 μικρὰ κτίρια παρὰ τὴν Μονήν· ἄλλα ἔργα οὔτε εἶχον γείνει, οὔτε εἶχον παραγγελθῆ. Ἐπισκεφθέντες ἡμεῖς τὴν Σαλαμῖνα ἐσχηματίσαμεν γνώμην προσωπικῶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ μετενεχθῇ ἐκεῖθεν· ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς μεταφορᾶς ἤθελεν ἀποφασισθῆ, ὅταν θ’ ἀπεφασίζετο καὶ νὰ γείνουν ἐργασίαι. Κατ’ ἐκείνην δὲ τὴν ἐποχὴν ἡμεῖς οὐδὲν περὶ ἔργων Ναυστάθμου διετάξαμεν· ὅταν δὲ ἔφθασεν ἡ ὥρα πρὸς νέα ἔργα, δὲν διετελοῦμεν πλέον ἐν πλειοψηφίᾳ καὶ ἑπομένως ἀπεσύρθημεν τῆς Ἐξουσίας. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἤρξατο τῶν ἔργων, ἤρξατο δὲ τῶν ἔργων ἐπὶ τῇ βάσει ἐκλογῆς μὲν τῆς θέσεως ὑπὸ ἐπιτροπῆς λίαν ἁρμοδίας καὶ σχεδίων περὶ τῶν ἐκτελεσθησομένων ἔργων ἐπίσης δοθέντων παρὰ προσώπων διακεκριμένων καὶ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ μετακληθέντων. Ἓν μάλιστα τῶν προσώπων τούτων ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐσχάτως τοσοῦτον ἄξιον ἐμπιστοσύνης καὶ ἱκανὸν πρὸς τὰ τοιαῦτα, ὥστε εἴχομεν ζητήσει παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποστείλῃ αὐτὸ καὶ πάλιν, ἀλλὰ δυστυχῶς εὐθὺς κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ἀποστείλῃ, ἠσθένησε τὸ πρόσωπον τοῦτο καὶ ἀπεβίωσε κατόπιν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχεδίων τούτων ἤρξατο ἡ κατασκευὴ Ναυστάθμου ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατόπιν τῆς πτώσεως τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1880, ἤρξατο δὲ εἰς διαστάσεις μεγίστας. Ὅτε δὲ ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Ἐξουσίαν κατὰ Μάρτιον τοῦ 1882, ὑπῆρχον ἔργα ἑκατομμυρίου συντετελεσμένα ἢ τοὐλάχιστον παρακεχωρημένα εἰς ἐργολαβίαν. Κατόπιν τούτου ἐδόθησαν καὶ ἄλλαι συμπληρωτικαὶ ἐργολαβίαι, πιθανὸν δὲ καὶ ἤδη νὰ δίδωνται, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δίδωνται ἀφοῦ παραγγέλλομεν στόλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προχωρῶμεν εἰς πάντα τὰ παρομαρτοῦντα, ἀφοῦ τὴν Σαλαμῖνα θεωροῦμεν ὡς τὸν ὁριστικὸν Ναύσταθμον. Δὲν ἦλθον δὲ ἐγὼ ἐνταῦθα, ἵνα ὁμιλήσω περὶ εὐθύνης· περὶ τούτου ὡμίλησα, διότι εἰδικὴν προεκάλει ἀπάντησιν ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Δουζίνα, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπαντήσω, ὅτι ἀτομικὴν γνώμην ἔχω ἐγὼ ἐναντίον τῆς Σαλαμῖνος. Ἡ γνώμη τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος, ἀλλ’ ὤφειλον νὰ εἴπω ποία ἡ ἀτομική μου γνώμη, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν καθαρὰν περὶ τούτου γενομένην παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τροιζηνίας. Ἐὰν ἤθελον νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐξακολούθησιν ἔργων ἐν Σαλαμῖνι, δὲν εἶχον ἢ νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς φακέλους τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες πάντες εἶναι ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος· οὐδὲν ἔγγραφον, ἢ μόνον ἓν, νομίζω, τοῦ πρώην Διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἶναι κατὰ τῆς Σαλαμῖνος, τοῦ πλοιάρχου Κριεζῆ.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ νῦν Ὑπουργὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος;
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ὁμιλιῶν μετ’ αὐτοῦ γνωρίζω, ὅτι θεωρεῖ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἤδη νὰ ἀπέλθωμεν ἐκ Σαλαμῖνος, ἀλλ’ ἡ γνώμη του ἡ ἀτομικὴ εἶναι αὐτή, ἣν πρότερον ἐξέθεσα καὶ ὡς ἐμήν.
§99ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν γνώμην.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἁρμοδιώτερος τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ, ἵνα ἔχῃ γνώμην, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§101ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὅταν συντελεσθῶσι τὰ ἔργα, τότε θὰ ἦναι πλήρης ὁ Ναύσταθμος.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀκατάλληλον τὴν θέσιν· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, ἔπρεπε τὰ ἐκεῖ νὰ διαῤῥυθμισθῶσι.
§103ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ δαπανηθῶσιν ἐκεῖ 3,000,000.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τῆς δαπάνης.
§105Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἱκανώτερος καὶ εἰδικώτερος.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἱκανωτέρων καὶ εἰδικωτέρων ὅσους ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι.
§107Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσοι ἐκανόνισαν τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου εἶναι Εὐρωπαῖοι.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι οἱ κληθέντες ἦσαν ἱκανώτατοι καὶ εἰδικώτατοι, δὲν λέγω ὅμως, ὅτι ὀφείλει πᾶς τις νὰ κύψῃ ἀπέναντι τῆς γνώμης τῶν εἰδικῶν· ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν πρόκηται τρίτος ν’ ἀποφασίσῃ, θὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἔχοντος ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν αὐθεντίαν τῆς εἰδικότητος. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κακῶς ἐξήγησα τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον, ὅτι ἀποτελεῖ μεταφορὰν πιστώσεως, καὶ ἐκεῖνος λέγει, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ μεταφορὰν πιστώσεως, ἀλλ’ ἀκύρωσιν πιστώσεως, καὶ ψήφισιν τῆς αὐτῆς πιστώσεως ἐν ἑτέρῳ ἔτει. Εἶμαι πρόθυμος νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀποτελεῖ ἀκύρωσιν πιστώσεως ἐν τῷ ἔτει, δι’ ὃ εἶχε δοθῆ, καὶ ψήφισιν τῆς αὐτῆς πιστώσεως δι’ ἕτερον ἔτος, καὶ εἰς τοῦτο στηριχθεὶς παρετήρησα, ὅτι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χορήγησιν τῆς πιστώσεως τῆς νῦν ἀκυρουμένης, οἱ αὐτοὶ λόγοι ὑπαγορεύουσιν εἰς αὐτὴν σήμερον τὴν ψήφισίν της· ἀφοῦ δὲ οἱ λόγοι ὡς ἀναπτυχθέντες τότε δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ τώρα, ἀρκοῦσι ταῦτα, ἐκτὸς ἂν ἀπαιτηθῇ ἡ ἐπανάληψις τῶν αὐτῶν λόγων. Εἶπε προσέτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι κακῶς σημειοῦμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κεφάλαιον δέκατον πρῶτον· ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σημειοῦμεν κεφάλαιον δέκατον, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ἔχει 9 κεφάλαια· καὶ ζητοῦντες τὴν μεταφορὰν τῆς πιστώσεως, ἢ διὰ νὰ ᾖμαι σύμφωνος πρὸς τὸ λεκτικὸν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, τὴν ψήφισιν τῆς ἀκυρωθείσης πιστώσεως, ζητοῦμεν νὰ προστεθῇ εἰς τὰ 9 τακτικὰ κεφάλαια τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ παροῦσα πίστωσις ὡς 10 κεφάλαιον.
§109Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησε νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑφίσταται, τῶν ὅρων τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν. Ὠνόμασε μεταφορὰν πιστώσεως τὴν αἴτησιν πιστώσεως, τὴν ὁποίαν προέβαλε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἂν ἦτο μεταφορὰ πιστώσεως, ἡ μεταφερομένη πίστωσις ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν ἰσχύϊ· ἀλλ’ ὅταν ἡ πίστωσις ἦναι νεκρὰ, ὅταν δὲν ἔχῃ καμμίαν ἰσχὺν, ποίαν πίστωσιν μεταφέρετε; Μεταφέρετέ τι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Λοιπὸν δὲν μεταφέρετε, ἀλλὰ χορηγεῖτε πίστωσιν. Ἐξήγησα δὲ τὴν διαφορὰν τῶν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι περιβάλλουσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι πιστώσεις. Ὡσαύτως ἠθέλησε νὰ ὑπεκφύγῃ μικρὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἀπηύθυνα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὀλίγην προσοχὴν, τὴν ὁποίαν ἐφιστᾷ περὶ τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τὴν μεγάλην σπουδὴν, μεθ’ ἧς πιέζει τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ αὐτά. Τὸ νομοσχέδιον μεταφέρει πίστωσιν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881· ἀλλ’ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 ἡ πίστωσις αὕτη προσετέθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 22 Ἰουνίου 1882· διὰ τοῦ νόμου ὅμως τούτου ἡ πίστωσις αὕτη προσετέθη εἰς τὸ Κεφ. ΙΑʹ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 δὲν περιέχει οὔτε ἕνδεκα κεφάλαια, οὔτε δέκα, οὔτε ἐννέα, ἀλλὰ μόνον ὀκτώ.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1882, θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ ἐκεῖ σφάλλεσθε.
§111ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι ζητεῖτε νὰ μεταφέρητε πιστώσεις ἀπὸ Προϋπολογισμὸν παρελθόντος ἔτους, ὁμολογεῖτε, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἐκείνῳ ὑπῆρχεν ἑνδέκατον κεφάλαιον, ἐνῷ τοιοῦτον δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἶναι εὔκολον νὰ διαφύγῃ τις παρατηρήσεις εὐλόγους καὶ ὀρθὰς, ἀλλ’ ἐνταῦθα συζητοῦντες πρέπει νὰ συμπληρῶμεν ἀλλήλους καὶ νὰ καθιστώμεθα ἀκριβέστεροι καὶ προσεκτικώτεροι, οὐχὶ δὲ νὰ διαστρέφωμεν τὰ πράγματα, παραγνωρίζοντες τὴν ἀλήθειαν, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς ἐπικρίσεις. Οὕτω βεβαίως δύναταί τις νὰ πράττῃ, ὅσον ἔχει τὸ θάῤῥος ν’ ἀπομακρύνηται τῆς ἀληθείας.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις γίνεται διὰ νὰ φωτιζώμεθα καὶ ἀνευρίσκωμεν τὸ ἀκριβές, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἂν παρεδεχόμεθα τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ ἀνεγράφομεν τὴν παροῦσαν ἔκτακτον πίστωσιν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῆς ναυπηγίας, ἠθέλομεν πράξει σολοικισμόν, τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφύγῃ πάντοτε, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγγράφηται ἔκτακτος πίστωσις ἐν τακτικῷ κεφαλαίῳ. Ἔκτακτος πίστωσις δὲν δύναται νὰ ἐγγραφῇ ἢ ἐν ἐκτάκτῳ κεφαλαίῳ. Τὸ δὲ ἔκτακτον κεφάλαιον δὲν δύναται νὰ καταταχθῇ ἢ εὐθὺς μετὰ τὰ τακτικά.
§113ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος ἡ παρουσία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ δεύτερον ἡ κατὰ τὴν ταξινόμησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω δώσει εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου, ἀνάπτυξις· ἐπειδὴ ταῦτα δὲν ἐγένοντο, ἔρχομαι διὰ δύω λέξεων νὰ φθάσω εἰς συμπέρασμα. Τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἔχουν προχωρήσει ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ, δὲν εἶναι ναυτικὰ, εἶναι ἀστικά· λιμὴν δὲν ὑπάρχει, νεωλκεῖον ὄχι, δεξαμενὴ ὄχι, μόνον οἰκοδομαὶ ἔχουν γίνει, προχωρήσασαι μέχρι τοῦ σταδίου ἐν τῷ οἰκογενειακῷ βίῳ, ὥστε νὰ φροντίσουν καὶ διὰ μπουγάδας, ἀλλὰ οὐδὲν ἔργον ναυτικὸν ἐγένετο· ἑπομένως εἶναι καιρὸς σκέψεως περὶ περαιτέρω δαπανῶν ματαίων κατ’ ἐμὲ, τὸν ὁποῖον οἱ ξένοι οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἡ αὐθεντία αὐτῶν φρονοῦν τινες ὅτι ἀποσβολώνει. Ἀληθῶς οἱ ξένοι ἐγνωμοδότησαν ἐκεῖ ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ θέσις, εἶδον θάλασσαν, καὶ στερεὰν, ἄρα γίνεται Ναύσταθμος· ἀλλὰ δὲν ἐξήτασαν τὸν βυθὸν ἂν ἦναι ἐπιδεκτικὸς δεξαμενῆς, καὶ ἄλλων ναυτικῶν ἔργων ἐκτελέσεως, οὔτε τὰς ἀτμοσφαιρικὰς περιπετείας· τώρα ἐξετάζουν τὸν βυθὸν καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι ἀνεπίδεκτος βαθύνσεως, καὶ ἐκ τῶν ἀνέμων ἀποδεικνύεται ἀδύνατον ν’ ἀγκυροβολήσουν πλοῖα, καὶ ἀδύνατον ἐκεῖ νὰ κατασκευασθῇ δεξαμενὴ πλωτὴ ἢ παγία. Τί τὰς θέλομεν λοιπὸν τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν ξένων, ἀφοῦ τὰ πράγματα τοὺς ἀπέδειξαν πλανωμένους; Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποπτεύω καὶ τὸ ὁποῖον τὰ πράγματα βεβαιόνουν, τὸ νὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε ἐν ταῖς κρισίμοις περιστάσεσιν ἐστερημένοι ναυτικῶν δυνάμεων, νὰ δαπανῶμεν δ’ ἐν τούτοις ποσὰ μεγάλα ἀπερισκέπτως καὶ νὰ ἐργαζώμεθα μωρῶς περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ὑποθέσω ἐξωτερικὴν ἐπιβουλήν. Τί ἐννοῶ μὲ τοῦτο; ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐναυπηγήθησαν δύω πολεμικὰ πλοῖα ἐν Πόρῳ, ὁ Ὄθων καὶ ὁ Λουδοβῖκος, ἡ δὲ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἔδωκεν ἐντολὴν ἕως ἐκεῖ, καὶ μὴ παρέκει, ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ ἄλλο πλοῖον, καὶ ἐπὶ Ὄθωνος δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ γίνωνται πλοῖα, καὶ μνημεῖα τῆς ἀποδείξεως ταύτης ὑπάρχουσι. Τί γίνεται ἐπὶ τῆς δευτέρας Βασιλείας; διαρκῶς δὲν πράττομεν, εἰ μὴ ν’ ἀπογυμνώνωμεν τὴν πατρίδα πολεμικοῦ ναυτικοῦ, αἱ αὐταὶ αἰτίαι, ταὐτὰ ἀποτελέσματα. Ὅταν ἡ πατρὶς διαρκῶς φαίνεται, ὅτι σφαδάζει, ὅτι ἀσχάλμει, ὅτι προσπαθεῖ νὰ πράξῃ τι, ἀλλ’ εἰς τὸ κενὸν δαπανῶσα ἡ Κυβέρνησις δεικνύεται κούφως ἐργαζομένη, δικαιοῖ πάντα τινὰ νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, διατί τόση κουφότης νὰ ἦναι ἐπιτετραμμένη; καὶ δὲν βλέπετε, ὅτι εἶναι «culpa lata» ἡ μεγάλη κουφότης, ἥτις ἐξομοιοῦται μὲ δόλον; Εἶναι δόλος, ἐπιβουλὴ λοιπὸν, καὶ τοῦτο ἐπεδίωκον διὰ τῆς τελευταίας ἐπερωτήσεώς μου, διότι ὅταν βλέπω ματαιουμένας τόσας δαπάνας, καὶ ἀπογυμνωμένην τὴν Πατρίδα κατὰ θάλασσαν, τεκμαίρομαι, ὅτι ὑπάρχει ἡ αὐτὴ πολιτικὴ ἡ ἐπὶ Ὄθωνος, νὰ μένῃ γυμνὴ ἡ Πατρὶς, ὅπως ἦναι εὐχείρωτος εἰς τοὺς ξένους, διότι ἐὰν εἶχεν εἰς τὰ 1878 πλοῖα, ἤθελεν ἐνεργήσει τελεσφόρως, καὶ εἶχον συμφέρον νὰ μὴ ἐνεργήσῃ ἡ Ἑλλὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερον αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Τὸ ζήτημα δὲν στερεῖται βασιμότητος, διατί εὑρισκόμεθα ἀπαράσκευοι, καὶ ματαιοπονοῦμεν, ἀφοῦ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ φύγωμεν ἐκ τῆς Σαλαμῖνος; εἶναι, κύριοι, ὕψιστον καθῆκον, εἶναι σωτηρία τῆς Πατρίδος, ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ δῆθεν Ναυστάθμου· οὐδεμία χρηματικὴ ζημία εἰμπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θυσίαν τῆς ναυτικῆς δυνάμεώς μας· ἄλλως τε αἱ ἐκεῖ οἰκοδομαὶ ἂς γίνουν λοιμοκαθαρτήρια, θὰ χρησιμεύσουν ὁπωσδήποτε. Ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δόλου ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ἔχω καὶ ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, ἴσως αὔριον θὰ τὸ εἴπω, ἤδη δὲν τὸ λέγω, ἀλλὰ παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μελετήσητε τὸ στοιχεῖον τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψητε οὐδεμίαν δαπάνην ἐπὶ τῶν ἔργων τούτων, πρὶν συνταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ μεταφορᾶς τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ Πόρου εἰς ἄλλο μέρος, καὶ ἀφοῦ μελετηθῇ οὕτω τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ θεμέλιον καὶ ἡ κρηπὶς τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, τότε νὰ ψηφίσωμεν οἱασδήποτε πιστώσεις, σήμερον δὲ οὐδεμίαν νὰ παράσχωμεν· διότι σήμερον μόνον διὰ τὰς παραφυάδας βλέπομεν ζητουμένην τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχετε νόμον καθολικὸν, ὁ ὁποῖος νὰ λέγῃ ὅτι καταργεῖται ὁ Ναύσταθμος καὶ ἱδρύεται ἕτερος· ἐνόσῳ τοιοῦτον Νόμον δὲν ἔχετε, οὐδεμία πίστωσις δύναται νὰ ἦναι δικαιολογημένη· καὶ διὰ τοῦτο μέχρι σήμερον λαθραίως φέρετε κονδύλια περὶ Ναυστάθμου, ζητεῖτε εἰκονικὰς πιστώσεις περὶ πλοίων κτλ. καὶ εἶτα μετατρέπετε αὐτὰς εἰς οἰκοδομάς· λαμβάνετε ἐκ τῶν ναυπηγικῶν, ἐκ τῶν τροφοδοσιῶν, καὶ κάμνετε πλυσταρία γυναικῶν· ἐκτὸς τούτου ἀποκρουστέαι αἱ πιστώσεις αὗται ὡς ψευδῶν ἔργων δαπάναι· ἔχετε ἀναγεγραμμένα δαπανῶν κονδύλια δι’ ἔργα ἀνύπαρκτα, εἶναι ἓν κονδύλιον περὶ Νεωλκείου εἰς πληρωμὴν ὡς γράφετε τῆς ἐσχάρας τοῦ Νεωλκείου, ἀλλ’ ἐσχάρα δὲν ὑπάρχει, οὔτε Νεωλκεῖον, ἄρα περὶ φαντασιώδους πράγματος θὰ ψηφίσετε πίστωσιν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἀνυπάρκτου, καθόσον καὶ αὐτὸ τὸ λιθόκτιστον κρηπίδωμα διὰ Νεωλκεῖον ἐν Ἀράπῃ ἐσχίσθη. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω, καὶ νίπτω τὰς χεῖράς μου.
§114Α. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ καὶ ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀνεγνωρίσθη, καὶ λίαν δικαίως, ἡ εἰδικότης τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καθόσον ἐγὼ ἀντελήφθην ταύτην, εἶναι ὅτι κακῶς μετεφέρθη εἰς τὴν Σαλαμῖνα ὁ Ναύσταθμος, νομίζω ὅτι λίαν συντελεστικὸν ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν αὔριον νὰ παρουσιασθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐκ τῶν διαφόρων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἤθελε μᾶς χορηγήσει οὗτος, καὶ ἐκ τῆς γνώμης ἐκείνου τοῦ καταλληλοτάτου καὶ εἰδικωτάτου, ὃν πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐκτιμήσωμεν, δύναται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σχηματίσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς ἀλάνθαστον πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ βεβαίως ἡ γνώμη του δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἔλθῃ αὔριον, ὅτε θέλω λάβει τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ ἐγώ.
§115Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶναι αὐθεντικὴ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, ὥστε ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τροιζηνίας πρέπει ν’ ἀποῤῥιφθῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μείνῃ οἰκουρῶν, σκεπτόμενος τὰ μεγάλα ζητήματα τῆς Ἑλλάδος.
§116Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμε λόγον περὶ παραγγελίας πλοίων, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἄλλοτε εἶχε σχηματίσει εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τοῦ εἴδους τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἔδει ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποκτήσῃ. Ἡ παραγγελία τούτων, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐξετελέσθη τελευταῖον, ἀλλ’ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶς τοῦ ἀρχιναυπηγοῦ Ἰταλοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως εἶναι διακεκριμένος καὶ ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐσχάτως ἐνταῦθα, καὶ ἂν ἐγένετο πρὸ τῶν 15 ἡμερῶν ἢ μετὰ ταῦτα, ἂν ᾖναι δυνατὸν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ, ἵνα ἴδωμεν τί ἀπεφάνθησαν καὶ ἂν ἡ ἀπόφασίς των ἦτο διὰ τὰ ὑπηρεσιακὰ πλοῖα ἢ δι’ ἄλλο τι σπουδαιότερον.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἰταλὸς ἀρχιναυπηγὸς δὲν ἐργάζεται εἰδικῶς περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ εἴδους τῶν πλοίων τοῦ καταλληλοτέρου, καὶ τοῦ τρόπου τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στολίσκου· περὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχε πρότερον ἐργασθῆ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀποσταλεῖσα εἰς Ἀγγλίαν, ἥτις εἶχε συνεννοηθῆ μετὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ ναυαρχείου, καὶ κατόπιν τῆς συνεννοήσεως ἐκείνης ἀπεφασίσθησαν βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελε καταρτισθῆ ὁ Ἑλληνικὸς στολίσκος. Ἡ εἰδικὴ ἀποστολὴ τοῦ Ἰταλοῦ ἀρχιναυπηγοῦ εἶναι ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῶν προτάσεων, κατόπιν τοῦ προκληθέντος συναγωνισμοῦ. Πρὶν φθάσῃ ὁ Ἰταλὸς ἀρχιναυπηγὸς εἶχον περιέλθει εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἐνσφράγιστοι προτάσεις τῶν Ναυπηγείων, αἱ συνταχθεῖσαι ἐπὶ τῇ βάσει συγγραφῶν, τὰς ὁποίας εἶχε συντάξει ὁ Ἄγγλος μηχανικὸς καὶ πρώην διευθυντὴς τοῦ ναυπηγικοῦ ναυαρχείου Sir E Reed. Ταύτας τὰς συγγραφὰς ἐπεθεώρησε καὶ τὸ Ἀγγλικὸν ναυαρχεῖον, ἀνεκοινώθησαν δὲ αὗται εἰς διάφορα καταστήματα θεωρούμενα κατάλληλα ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ καὶ ὑπέβαλον προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀφήσαμεν ἐσφραγισμένας μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ Ἰταλοῦ ἀρχιναυπηγοῦ, ὅστις ἀπεσφράγισε, καὶ ἐξήτασεν αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι τὴν ἔκθεσίν του. Ὡς πρὸς τὰ ὑπηρετικὰ πλοῖα, ταῦτα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ στόλου· ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐπίσης καταγινόμεθα καὶ περὶ 3 ἀτμοτελωνίδων, αἵτινες δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ στολίσκου, ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τῶν ὑπηρετικῶν καὶ τῶν ἀτμοτελωνίδων εἶναι, ὅτι αἱ μὲν ἀτμοτελωνίδες ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βοηθητικαὶ τοῦ στόλου, τὰ δὲ ὑπηρετικὰ πρέπει νὰ ἦναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς βοηθητικὰ τοῦ στόλου. Περὶ τούτων τῶν βοηθητικῶν, ὁμοίων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἤτοι τὰς λεγομένας ἀτμοημιολίας, ἀπεφάνθη ὁ Ἰταλὸς ἀρχιναυπηγὸς καὶ κατόπιν τῆς γνώμης αὐτοῦ ἐκλείσθησαν συμφωνίαι διὰ 4 ἐξ αὐτῶν.
§118ΚΡΙΕΖΗΣ. Προκειμένου περὶ κατασκευῆς ὑπηρετικῶν πλοίων, ὀφείλω νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ παραγγελία αὐτῶν δὲν ὑπηρετεῖ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν Ναυτικοῦ, καὶ μάλιστα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν βάσις εἶναι ἡ ταχύτης, παρακολουθουμένη ὑπὸ τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τοῦ θώρακος. Τὰ πλοῖα ταῦτα εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσωσι καὶ ὡς ἀγγελιοφόρα τοῦ στόλου· κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἴσην τουλάχιστον ταχύτητα, ἂν οὐχὶ ἀνωτέραν. Τὰ θωρηκτὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ, θὰ ἔχωσι κατ’ ἐλάχιστον ταχύτητα δέκα τριῶν μιλίων, ἴσως καὶ ἀνωτέραν, ὥστε ἡ σύμπραξις τῶν ἐσχάτως παραγγελθέντων θὰ κατασταθῇ ἀδύνατος, διότι δὲν θὰ ἔχωσι ταχύτητα πλέον τῶν ἐννέα μιλίων,
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ κατασκευὴ ὑπηρετικῶν πλοίων, ὁποῖα περιέγραψεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας, εἶναι λίαν χρήσιμος εἰς τὸν στόλον, ἀλλ’ ἐὰν κατασκευάζωμεν τοιαῦτα, ἔπρεπε νὰ κατασκευάσωμεν ὅλα ὅμοια πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρηγγείλαμεν, διότι ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἔχει ἀνάγκην πλοίων κινουμένων οἰκονομικῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν χάριν τῶν πολεμικῶν ἰδιοτήτων τῶν πλοίων νὰ θυσιάσωμεν τὰς ἰδιότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους· διότι, ὡς εἶπον, τὰ πλοῖα ταῦτα καλοῦνται ὑπηρετικά, οὐχὶ διότι εἶναι ὑπηρετικὰ τοῦ στόλου, ἀλλὰ διότι εἶναι ὑπηρετικὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἔχει δὲ ἡ Πολιτεία σήμερον ἀνάγκην πολλῶν τοιούτων πλοίων, ἐν Πειραιεῖ, ἐν Πάτραις, ἐν Κερκύρᾳ, ἐν Βόλῳ, διαρκῶς σταθμευόντων. Τὰ πλοῖα ταῦτα δύνανται νὰ συνδυασθῶσι καὶ πρὸς ἐνέργειαν τοῦ στόλου ἐν ἐνδεχομένῃ περιπτώσει, ἀλλὰ χάριν τοῦ συνδυασμοῦ τούτου δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν δαπάνας λειτουργίας αὐτῶν ὑπερόγκους, οὐδὲ νὰ θυσιασθῇ ἡ χρησιμότης τῶν πλοίων ἐν εἰρήνῃ χάριν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐν πολέμῳ.
§120ΚΡΙΕΖΗΣ. Τὰ ἐσχάτως παραγγελθέντα πλοῖα ἠδύναντο νὰ ἦναι μεγαλείτερα καὶ ταχύτερα, ἐὰν ἀπεφάσιζον νὰ δαπανήσωσι κἄτι περισσότερον τοῦ ἀποφασισθέντος καὶ νὰ ἐκτελῶσι δὲ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἐνῷ διὰ τοῦ παραδεχθέντος σχεδίου τὸ Ἔθνος θὰ δαπανᾷ τὸ διπλάσιον ἢ ὅ,τι διὰ τὰ σημερινὰ πλοῖα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, διότι τὰ πλοῖα αὐτὰ θὰ φέρωσι πλήρη ἐξαρτισμὸν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ταξειδεύσωσι καὶ δι’ ἱστίων. Σημειώσατε δὲ ὅτι ἡ χρῆσις τῶν ἱστίων εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν πλοίων εἶναι σπανιωτάτη· διότι τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖ, ὥστε αἱ διδόμεναι διαταγαὶ νὰ ἐκτελῶνται τὸ ταχύτερον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ καιρὸς ἦναι εὐνοϊκὸς καὶ ἐπιτρέπῃ τὴν χρῆσιν τῶν ἱστίων· ὥστε, ἐὰν μέρος ἐκ τῆς δαπάνης, ἥτις θὰ γίνεται σήμερον διὰ τὴν συντήρησιν, ἐὰν ἐδίδετο διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν τῶν σκαφῶν, ἐλαττουμένου τοῦ ἐξαρτισμοῦ, θὰ εἴχωμεν πλοῖα χρησιμώτερα.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔῤῥιψε καθόσον ἀφορᾷ τὸν Ναύσταθμον καὶ τὸν σκοπὸν, ὃν προώρισται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι οὐ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ θὰ περιορισθῶσιν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἐξέλθωσι καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Βεβαίως πολλοὶ θὰ ἀπορήσουν πῶς ἐξακολουθεῖ ἓν ἔργον, περὶ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπικαλούμενος μάλιστα καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς τὸν εἰδικώτερον τῶν ἐν Ἑλλάδι, πῶς λέγω, ἐξακολουθεῖ ἔργον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχουσιν ἀμφιβολίας! Αἱ ἀμφιβολίαι αὗται στρέφονται περὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἔργου τοῦ Ναυστάθμου ἐν Σαλαμῖνι, ἢ ἁπλῶς περιορίζονται εἰς οἰκονομικὴν μόνον ἔποψιν; Ἂν ἦναι τὸ πρῶτον, τότε νομίζω ὅτι οὐδεμία ζημία πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν Ναύσταθμον εἰς Πόρον ἢ ἀλλαχοῦ. Ἐὰν πάλιν ἦναι οἰκονομικοὶ λόγοι, δὲν μᾶς ἐφώτισεν ἐὰν ἐγένετο μελέτη περὶ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει, ἐὰν ἐπανήρχετο ὁ Ναύσταθμος ἐν Πόρῳ, ἂν ἡ ζημία θὰ ἦναι ἅπαξ μόνον διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν νῦν τετελεσμένων ἔργων, ἢ θὰ ἦναι καὶ διὰ τὴν συντήρησιν καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ ἂν τὰ ἔξοδα τὰ πρόσθετα τῆς συντηρήσεως δὲν συμψηφίζουν τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ἔχει, ἐὰν μετεφέρομεν τὸν Ναύσταθμον εἰς μέρος καταλληλότερον. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἂν ἡ Κυβέρνησις μᾶς διεφώτιζε περὶ τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς γνώμης καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα τοῦ Ναυστάθμου ἐν Σαλαμῖνι καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ζημιῶν, ἐὰν μείνῃ ἐκεῖ ὅπου σήμερον, εὑρίσκεται ἢ ἐὰν τυχὸν μεταφερθῇ ὅπου πρότερον ὑπῆρχεν ἢ ἀλλαχοῦ.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ ζημία τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Σαλαμῖνος σήμερον θὰ ἦναι μεγίστη, διότι μέγιστα ἐγένοντο ἔξοδα καὶ μέγισται ὑπάρχουσιν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταργήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἄνευ μεγάλων θυσιῶν. Ἂν δὲ ἐπρόκειτο νὰ ἐγκαταλειφθῇ ἡ Σαλαμὶς μετὰ τοιαύτας δαπάνας, δὲν εἶναι ζήτημα λελυμένον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῇ χάριν τοῦ Πόρου, διότι μεταξὺ Πόρου καὶ Σαλαμῖνος ἔχω γνώμην ὅτι ὁ Πόρος εἶναι προτιμότερος· ἀλλὰ δὲν ἔχω γνώμην ὅτι ὁ Πόρος εἶναι ἡ προτιμοτέρα θέσις διὰ Ναύσταθμον ἐν Ἑλλάδι. Ὁ Πόρος εἶχε τὸ μέγα πλεονέκτημα ἀπέναντι τῶν ἄλλων τοποθεσιῶν, ὅτι ὑπῆρχον ἐκεῖ ἔργα τετελεσμένα, καὶ διὰ Κράτος μὴ εὔπορον, ὡς τὸ ἡμέτερον, τοῦτο εἶναι σπουδαῖον προσὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν Πόρον ἄνευ σπουδαιοτάτης ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἐγκαταλιπόντες ἤδη τὸν Πόρον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκλέξωμεν ἐκ νέου θέσιν διὰ Ναύσταθμον, πιθανώτατον ὅτι ἠθέλομεν προτιμήσει αὐτόν. Μὴ προτιμῶντες δὲ τὸν Πόρον ἔνθα ἔχομεν ἔργα τετελεσμένα, θὰ δαπανήσωμεν ἐξ ὑπαρχῆς. Ἡ ἐρώτησις, ἂν οἱ λόγοι, δι’ οὓς θεωροῦμεν τὸν Ἀράπην ὡς ἀκατάλληλον θέσιν διὰ Ναύσταθμον, εἶναι λόγοι οἰκονομικοὶ ἢ ἄλλοι, εὑρίσκει τὴν ἀπάντησίν της εἰς ὅσα εἴπομεν καὶ πρότερον. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι βεβαίως σπουδαῖον διὰ Κράτος ὁποῖον εἶναι ἡ Ἑλλὰς, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι πανθ’ ὅσα πρόκεινται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν Σαλαμῖνι ἐκτελοῦνται ἐκεῖ δαπανηρότερον ἢ ὅσον θὰ ἐξετελοῦντο ἐν Πόρῳ, διότι ὁ λιμὴν δὲν παρουσιάζεται ἕτοιμος ἢ δυνάμενος νὰ ἐκβαθυνθῇ μετὰ τῆς αὐτῆς εὐκολίας ὡς ὁ Πόρος. Προσέτι δὲ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Σαλαμῖνι αἱ εὐκολίαι τοῦ ὕδατος καὶ ἄλλαι, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ Πόρος. Δὲν εἶναι ὅμως ἡ ἔποψις ἡ οἰκονομικὴ ἡ σπουδαιοτέρα. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἐπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετασθεῖσαι ὑπὸ τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἐθεωρήθησαν μὴ ἀποχρῶσαι ὅπως τὴν ἀποτρέψωσι νὰ προτιμήσῃ τὴν Σαλαμῖνα.
§123ΚΡΙΕΖΗΣ. Τὸ ὁρμητήριον τῶν ἐμπορικῶν πλοίων εἶναι ἡ Σαλαμίς.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐθεωρήθησαν ἀποχρῶσαι ἵνα ἀποφανθῶσι κατὰ τῆς Σαλαμῖνος. Ἐὰν τυχόν τις ἐξ ἡμῶν ἔχῃ γνώμην ἐναντίαν, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ γνώμη τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς. Μόνον ἐὰν ἑτέρα ἐπιτροπὴ ἀποφανθῇ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς πρώτης, μόνον τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ἀπεφάνθησαν κακῶς, διότι ἡμεῖς σήμερον δὲν ἀποφαινόμεθα ὡς ἁρμόδιοι· ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς ἵνα ἀποφανθῇ, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ὑπηρεσίας, ἤτοι τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας συγκαλεῖ. Αἱ δὲ ἐπιτροπαὶ αἱ συγκληθεῖσαι ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς γνώμης ταύτης. Ἐδώσαμεν ἁπλῶς ἀτομικὴν γνώμην, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ἀπέναντι τῆς ὑπηρεσίας.
§125ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἀποτυχία τῶν ἔργων τί λέγει;
§126ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ δὲ τῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας ὀφείλω νὰ προσθέσω εἰς ἀπάντησιν, διότι δὲν ἀπήντησα πρότερον περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐνταῦθα συστηθείσης, περὶ ἧς, νομίζω, εἶχεν ἐρωτήσει τί ἀπεφάνθη......
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἠρώτησε.
§128ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠρώτησα ἂν ἐσχηματίσθη ἐπιτροπή· τοῦτο εἶναι βέβαιον· ἐρωτῶ τί ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ ἂν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἦναι σύμφωνος πρὸς τὴν τοῦ ἀρχιναυπηγοῦ ἢ ὄχι, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν διαφόρων προτάσεων περὶ πλοίων ὑπηρετικῶν ἦτο νὰ προτιμηθῇ ἢ τὸ πλοῖον τὸ σχεδιασθὲν ὑπὸ Ἀγγλικοῦ τινος καταστήματος τοῦ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασε καὶ τὸν «Γεώργιον» τὰς «Σπέτσας» καὶ τὴν «Ὕδραν», ἀλλὰ μηκυνόμενον ἢ νὰ προτιμηθῇ τὸ σχεδιασθὲν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας τῆς Segne, βραχυνόμενον. Ὁ δὲ Ἰταλὸς ἀρχιναυπηγὸς ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τοῦ Ἀγγλικοῦ καταστήματος, μηκυνομένου. Ἀπεφάνθη δὲ ὑπὲρ τοῦ σχεδίου ἐκείνου καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας, διότι οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τῶν προτάσεων ὑπηγόρευον νὰ προτιμηθῇ τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, ἐνῷ ἐθεώρει τὸ σχέδιον ὡς λίαν κατάλληλον, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅρων τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ τὸ κατάστημα ὡς παρέχον ἁπάσας τὰς ἐγγυήσεις.
§130ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ δαπάνης;
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν τῶν λεπτομερειῶν.
§132ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύττεται περατωμένη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§134ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη δύω πιστώσεις νὰ περάσωμεν.
§136ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν μόνον. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔχω νὰ ζητήσω πληροφορίας.
§137ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι πλέον ἀπὸ 8 ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσωμεν; Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 114. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ὁ κ. Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν περὶ ὥραν 8 μ. μ).