1884.03.07
2.345 στίχοι · 17.267 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 61
τῆς 7 Μαρτίου 1884.
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ σβεσθῶσιν αἱ λέξεις «κατὰ τὴν γνώμην του» διότι αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρακτικὸν ἀναφέρει τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατὰ τὴν γνώμην του.
§3ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰμπορεῖ νὰ ἀπαλειφθῇ, χωρὶς νὰ ἦναι ἄλλη ἀνάγκη, ἑπομένως ἀπαλείφομεν αὐτὰς τὰς λέξεις. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται.—Ἀναφορὰ Ἀλεξάνδρου Βούρλη, κληρονόμου τοῦ ἄρτι τελευτήσαντος διευθυντοῦ τοῦ Ἀστεροσκοπείου Σμίθ, ὅστις προσφέρει εἰς πώλησιν τὴν βιβλιοθήκην του τὴν κληρονομηθεῖσαν ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ζητεῖ ὅπως ἀγορασθῇ αὕτη, εἴτε ὑπὸ τῆς δημοσίου Βιβλιοθήκης, εἴτε ὑπὸ τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οἱ χάρται;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, μόνον ἡ Βιβλιοθήκη.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς Ἐφόρους τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης τοῦ Δημοσίου νὰ ἐξετάσωσιν αὐτὴν καὶ νὰ ἐκθέσωσι τὴν γνώμην των εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Σμὶθ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον τῆς Ἑλλάδος θὰ περιέλθῃ εἰς λήθην, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καθ’ ὃ διηύθυνεν αὐτὸ ὁ Σμὶθ, τὸ διετήρησεν εἰς ὑψηλὴν καὶ λαμπρὰν περιωπὴν ἐν Εὐρώπῃ. Νομίζω, ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὸ Ἀστεροσκοπεῖον ἡμῶν διατηρήσῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι καὶ τὸ Ἀστεροσκοπεῖον θέλει συντελεῖ εἰς τὴν ἀνύψωσιν ἐν τῷ κόσμῳ τοῦ ὀνόματος τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν ταῖς ἐπιστήμαις.
§11ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὸν Ἰούλιον Σμὶθ βεβαίως μετὰ πολλῆς δυσκολίας θ’ ἀντικαταστήσωμεν, διότι τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ὁ θάνατος αὐτοῦ, εἶναι τοῖς πᾶσιν ἐπαισθητὸν, καὶ ἡ δυσχέρεια τῆς ἐπαρκοῦς ἀντικαταστάσεώς του εἶναι τοῖς πᾶσι πρόδηλος, ἰδίως δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία σκέπτεται καὶ ἀσχολεῖται νὰ ἐπιτύχῃ ὅσον οἷόν τε ἀξιώτερον διάδοχον τοῦ ἀποβιώσαντος.
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Βούρλη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν συμφέρῃ εἰς τὸ Ἀστεροσκοπεῖον νὰ ἀπεκδυθῇ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῆς Βιβλιοθήκης.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε γνῶσιν τῶν πραγμάτων, εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ προσκληθῇ ὁ Βούρλης νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Νὰ στείλῃ ἀνώτερον ὑπάλληλον τῆς Παιδείας ὁ Ὑπουργὸς ἢ μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἔχωσι τοιαύτην ἀξίαν, ἣν ἀποδίδει ὁ κληρονόμος.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Δημητρίου Λάβδα, ὅστις συνταξιοῦχος ὢν ἀπεδήμησε, μὴ λαβὼν τὴν περὶ τούτου ἄδειαν καὶ ἀπώλεσε τὴν σύνταξίν του· ζητεῖ ἤδη τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συντάξεως του, ἢ βοήθημα.
§16Σ. ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἴνων νομίζω, ὅτι παρελείφθη σπουδαῖον περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον συχνότατα θὰ συμβαίνῃ, καὶ συμβαίνει. Δὲν προεβλέψαμεν τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ οἶνος καθίσταται ἄχρηστος, διότι γνωρίζετε, ὅτι ὀξειδοῦται ὁ οἶνος· ὡσαύτως ἐὰν συμπέσωσι καὶ ἔκτακτοι ἄλλαι ἀνάγκαι, σεισμοὶ, πυρκαϊαὶ, καταπτώσεις οἰκοδομῶν, καὶ τὰ τοιαῦτα, ὅταν οἱ οἶνοι χάνωνται, οἱ δὲ δηλώσαντες αὐτοὺς καταδιώκονται νὰ πληρώσωσιν οἴνους, οἵτινες δὲν ἐπωλήθησαν. Παραδείγματος χάριν τὴν 12 Φεβρουαρίου, νομίζω, κατὰ τὴν νύκτα ἐξεῤῥάγη πυρκαϊὰ καὶ κατεστράφησαν δύω ἢ τρία καταστήματα. Εἷς ἐξ αὐτῶν οἰνοπώλης ἀπώλεσεν ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου του, ἤδη δὲ καταδιώκεται νὰ πληρώσῃ τὸν οἶνον, ὅστις κατεστράφη μετὰ πάσης τῆς λοιπῆς περιουσίας του. Χθὲς ὁ εἰσπράκτωρ τὸν συνέλαβε καὶ τὸν ἀπέλυσεν ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ θεραπεία. Τώρα καταδιώκεται νὰ πληρώσῃ 510 δραχμὰς διὰ φόρον καταναλώσεως οἴνου. Εἶναι περιστάσεις περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προβλέψωμεν, διότι πολλάκις θὰ καταδιώκωνται νὰ πληρώσωσι φόρον καταναλώσεως οἴνων, διὰ τοὺς οἴνους τοὺς ἐκ σεισμῶν, πυρκαϊᾶς καὶ ἄλλων δυστυχημάτων καταστραφέντας. Ὁ παθὼν οὗτος οἰνοπώλης ὀνομάζεται Δημήτριος Λαδᾶς, κάτοικος Ἀθηνῶν, ὅστις ὑποβάλλει τὴν αἴτησίν του εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς πληρωμῆς δικαιώματος καταναλώσεως οἴνου. Λοιπὸν συνιστᾶται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ φέρῃ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν νόμον τροποποιοῦντα τὸν νόμον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων. Νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία νὰ ἐρωτήσωμεν, ἐὰν σκέπτεται νὰ φέρῃ τοιοῦτον νόμον, καὶ τί σκέπτεται νὰ κάμῃ, διότι πολλὰ κενὰ ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν γινομένων ἐν τῇ Βουλῇ· ἂν ἴδωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ περὶ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ὑπαρχόντων καὶ θὰ προβῇ, τότε δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καὶ ἄλλα· ἀλλὰ ὅταν μένωσιν τὰ ἐγγεγραμμένα, εἶναι περιττὸν νὰ φέρωμεν καὶ ἄλλα.
§19Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἣν ἔφερεν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸς τὸν κ. Ζυγομαλᾶν περὶ προσαγωγῆς Νόμου τροποποιοῦντος ἐκεῖνον τῆς φορολογίας τῶν οἴνων, συνδυαζομένη μὲ ἐκείνην τῆς χθὲς πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου κ. Σαλταφέρον, ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, μᾶς πληροφοροῦσιν, ὅτι τότε ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰς αἰτήσεις μας, ὅταν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ τῇ κανονίζωμεν καὶ τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δύνηται νὰ τὰς ἐκπληροῖ, καὶ πολὺ καλὰ τῷ εἶπεν ὁ κ. Σαλταφέρος, ὅτι ἡ τοιαύτη μέριμνα ἀνήκει εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν διαχείρισιν τῆς Δημοσίας περιουσίας Ὑπουργούς· ἔφερε δὲ καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν τὰς ἀπαντήσεις μὲ τοιαύτην ἀποτομότητα, ὁποίαν μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Κεδίδου τῆς Αἰγύπτου ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ ὁ ἐκεῖ Πρωθυπουργὸς, ὅστις καὶ προήδρευεν αὐτῆς, Σουλφικὰρ πασᾶς, ὅστις τυγχάνει νὰ ἦναι καὶ πατριώτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ...
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μεσολογγίτης εἶναι;
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σουλφικὰρ εἶναι μεγαλέμπορος εἰς τὸ Μεσολόγγιον, αὐτὸς δὲ συνελήφθη αἰχμάλωτος καὶ ἀπὸ μικρὸς ἔγεινε μέγας καὶ πολύς. Τώρα ἔρχομαι, ἀφοῦ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε πρό τινων ἡμερῶν τί ταραχὴ μεγάλη ἐγένετο καὶ ὁποίας δεινὰς καταδιώξεις ὑπέστησαν, ἀξιωματικὸς, ἀρχηγὸς Στρατοῦ, διότι ἐξυλοκοπήθη ἀπὸ τὸ μεταβατικὸν ποιμήν τις λησταπάδοχος, προστατευόμενος ὅμως ἀπὸ τοὺς ἐν Μεσολογγίῳ συγγενεῖς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀνήκοντας εἰς τὸν Δῆμον Μακρυνίας. Ἔχω σήμερον μίαν ἀναφορὰν ἑνὸς συγγενοῦς μου, ἀνθρώπου ἡλικιωμένου, ἡσύχου καὶ τιμίου οἰκοκύρη, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κοσσονάκου, ὅστις τὸν γνωρίζει ὡς συμπολίτην του, τὸν ὁποῖον καταδιώκουσι τὰ ἀποσπάσματα τὰ μεταβατικὰ ἀπηνῶς, διότι εἶναι ὁ υἱός του φυγόδικος, καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι οὗτος εἶναι λησταπάδοχος, ἢ ἄλλως ἐγκληματίας ἐπικίνδυνος εἰς τὴν τάξιν, ἢ τὴν ἀσφάλειαν προσώπου τινὸς, εἶναι ἐπιστήμων ἰατρός, ὥστε ἡ φυγοδικία του δὲν ἐπαπειλεῖ ἀνωμαλίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ· καὶ ἤθελε παρουσιασθῆ, διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς τὴν ἀθώωσίν του, ἀλλ’ ὅπως γνωρίζετε, αἱ περισσότεραι φυλακαὶ τοῦ Κράτους εἶναι προσβεβλημέναι ἀπὸ εὐλογίαν, καὶ ἐννοεῖται ἡ θέσις του, νὰ εἰσέλθῃ εἰς φυλακὴν τοιαύτην, καὶ ἰδίως τῆς Τριπόλεως, δὲν εἶναι τόσον εὐάρεστος. Ἐν τούτοις, κύριοι, αὐτὸς καὶ ὁ ἀδελφός του ὁ καταδιωκόμενος ἔχουν οἰκογενείας ἰδιαιτέρας, αἵτινες δὲν καταδιώκονται, διότι οἱ συγγενεῖς των ἐκ κηδεστίας εἶναι φίλοι τῶν ὑπουργικῶν, ἀλλὰ καταδιώκεται ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἕτερος ἀδελφός του, ὅστις κατοικεῖ μάλιστα εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλ’ ἔχουν τὴν ἀτυχίαν ὁ πατὴρ καὶ ἀδελφὸς νὰ μὴ εἶναι φίλοι τῆς ὑπουργικῆς μερίδος, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξοντωθῶσιν, ἔχοντες διαρκῶς καταλύματα ἐκ δεκάδων στρατιωτῶν.
§22Η. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν μαρτυρίαν μου, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς αὐτοὺς πρῶτον ἐπῆγαν.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Στεφανόπουλε, ὅπου ἐχάλασες τὸν κόσμον διὰ τὸν Νόμον περὶ καταλυμάτων, τί λέγεις;
§24Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνονται καταλύματα στρατιωτικὰ τώρα. Ὅταν παραβιάζουν τὸν Νόμον, δύνασθε νὰ καταφύγετε εἰς τὰ Δικαστήρια.
§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν τοῦ καταπιεζομένου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν συστήσῃ ἐντόνως εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα διατάξῃ τὴν παῦσιν τῆς τοιαύτης ἐλεεινῆς καταστάσεως, διότι θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ μετανοήσωσιν οἱ χαιρεκακοῦντες δι’ αὐτά.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς καθυποβάλῃ κατάστασιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Ταχυδρομείου καὶ Τηλεγραφείου τοῦ 1883.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰσήχθη τοιαύτη στατιστικὴ καὶ ἐτυπώθη.
§28ΤΙΝΕΣ. Εἶναι τοῦ 1882.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα κατάστασις εἶναι διὰ τὸ 1882 καὶ οὐχὶ διὰ τὸ 1883.
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ τοῦ 1883. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν πρὸς ἐκμετάλλευσιν παραχωρηθεισῶν ἐκτάσεων, οὐχὶ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου του, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἄλλων ὑπουργείων.
§31Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ μὲ προσέξῃ. Γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ πολλὰ λέγονται κατὰ τοῦ προξένου ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὰ δεχθῶ, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἀμφιβάλλω περὶ αὐτῶν. Μία πρᾶξίς του μοὶ ἔδωκεν ἐσχάτως νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἐξαπατᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὢν εὐγενὴς καὶ καλῆς πίστεως ἀνὴρ, δέχεται, ὥσπερ λουκούμια, τὰ ἐκεῖθεν στελλόμενα. Ἀνέφερον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ὄχι μόνον ὑπήκοοι Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ καὶ τὸ οἰκτρότατον θέαμα, τὸ ὁποῖον εἶναι πασίδηλον, οἱ 300 ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, οἵτινες ἐστάλησαν εἰς Θεσσαλονίκην, γυμνοί, νήστεις καὶ δυστυχεῖς καθ’ ὅλα, ἐλεηθέντες ὑπὸ τοῦ Πασᾶ, τὸ γεγονὸς τοῦτο μὲ κάμνει νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν (διάλογοι). Αὐτὰ ὅλα σήμερον ἀποδεικνύουν τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν κακῆς πίστεως, ἄνθρωπον ἄνευ νοὸς, ἄνευ καρδίας, ἄνευ πόθου. 19 τὸ ὅλον ὑπάρχουν εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης, καὶ εἰς μίαν μάλιστα φυλακὴν τὴν χειρίστην, τὴν φυλακὴν «Ζιντᾶς» καλουμένην, διότι ὑπέγραψαν μετ’ αὐτῶν οἱ δύω δυστυχεῖς καλόγηροι τὴν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Καὶ θὰ εἴπω τὰ ὀνόματα, διὰ νὰ δώσω τὴν εὐκολίαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κύριον Πρόξενον ἐὰν Ἕλληνες, ἐκπληροῦντες τὸ καθῆκόν των, ὅπως προστρέξωσι πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν Ὑπουργὸν, εἰσὶν ἄξιοι τοιαύτης τύχης.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι πλεῖστοι ἐκ τῶν φυλακισμένων εἶναι ἐκ τῶν φυλακῶν Κων)πόλεως.
§33ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ἐξετάζω πρὸ 6 μηνῶν, διότι ἐνδιαφέρομαι, καθόσον ὁ εἷς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς βασανιζόμενος εἶναι συμπολίτης μου, ὁ Ἱερομόναχος Βεργινάδης.
§34ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι σπουδαίως, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι οἱ περισσότεροι εἶναι ἐκ τῶν φυλακῶν Κων)πόλεως.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν πάντοτε καὶ εἶναι ὑποστήριξις, τὴν ὁποίαν προσφέρομεν εἰς αὐτὴν, ἐξετάζοντες τὰ πράγματα ἀκριβῶς. Ἐὰν πράγματι δὲν ἦναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταγγείλῃ καὶ τιμωρήσῃ τὸν ὑπογράψαντα τὰς πρὸς τὴν Α. Μ. καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀναφοράς· ἐὰν ὅμως δὲν διαψεύδεται οὗτος, ὁ κ. Λογοθέτης δὲν ἔχει πλέον θέσιν ἐν Θεσσαλονίκῃ ὡς Πρόξενος. (Ἐνταῦθα ἀναφέρει ὁ ἀγορεύων 19 ὀνόματα ὑπηκόων ἐν ταῖς φυλακαῖς εὑρισκομένων). Αὐτοὶ ὑπάρχουν εἰς τὰς φυλακὰς Θεσσαλονίκης, διότι ὑπέγραψαν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, ὅλα αὐτὰ εἶναι ψευδῆ, εἶναι συκοφαντίαι πλέον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Ἰσχόμαχος· ἀλλ’ ὅμως...
§36ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐπὶ ἑνὸς ὡρισμένου.
§37ΤΖΑΝΕΣ. Πρό τινος ἐδημοσιεύθη ἐπανειλημμένως ἀναφορὰ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδίδουν ρητὰς πράξεις δωροδοκίας καὶ κακοηθείας πρὸς τὸν κ. Λογοθέτην. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐὰν πράγματι οἱ τολμήσαντες ἐκεῖνοι νὰ ὑπογράψωσι τοιαύτην ἀναφορὰν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἦναι ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, διατί δὲν παραπέμπονται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Καὶ ἐὰν πράγματι οὗτοι ἦναι ψεῦσται καὶ συκοφάνται κατὰ τοῦ Προξένου, διατί ὁ κ. Πρόξενος σιωπᾷ, ἐνῷ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας πρὸ ἱκανοῦ καιροῦ ἡ δημοσιότης τὰς διατυμπανίζει; Ρηταὶ πράξεις, ρηταὶ κατηγορίαι ἀποδίδονται πρὸς τὸν ἐν Θεσσαλονίκῃ κ. Πρόξενον, πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους, ἐκεῖ ὅπου διατρέχει ἴσως τὸν σπουδαιότερον κίνδυνον ὁ Ἑλληνισμός. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, αἱ ρηταὶ αὗται πράξεις, αἱ ἀποδιδόμεναι πρὸς τὸν Πρόξενον τῆς Θεσσαλονίκης διὰ τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν αὗται ἦναι ἀληθεῖς, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνὴρ ἄλλως ἀξιότιμος, διατί τηλεγραφικῶς δὲν ἀνακαλεῖ τὸν κακῆς πίστεως αὐτὸν ὑπάλληλον; Δὲν πρέπει οὐδεμίαν στιγμὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός.
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰς ἐντεῦθεν, κύριοι βουλευταὶ, ἐκτοξευθείσας αἰτιάσεις κατὰ τοῦ γενικοῦ Προξένου Θεσσαλονίκης ἀπαντᾷ νικηφόρως εἰκοσαέτης ὁλόκληρος ὑπηρεσιακὸς βίος αὐτοῦ, ἔντιμος καὶ πλήρης ἀποτελεσμάτων ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Τὸ Ὑπουργεῖον θεωρεῖ τὸν κ. Λογοθέτην ὡς ἕνα τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας καὶ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἐλαχίστην πίστιν, οὔτε κἂν ἀκρόασιν, εἰς τὰς κατ’ αὐτοῦ γενικῶς καὶ ἀορίστως ἀναφερομένας αἰτιάσεις. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης διατελούντων, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ὑποπέσω εἰς λάθός τι τῆς μνήμης, ἐπιφυλάσσομαι αὔριον νὰ σᾶς φέρω κατάλογον.
§39ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι ὑπόθεσις, ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει ν’ ἀνασυρθῇ ὁ πέπλος τῆς μυστικότητος. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν ὅτι πολλάκις ἰδιαιτέρως ὡμίλησα, καὶ προχθὲς μόλις ἐγερθεὶς τῆς κλίνης, πρώτη ἐργασία τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἦτο νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄνθρωπος, ἐλθὼν ἐκ Θεσσαλονίκης καὶ ἐπισκεφθείς, μοὶ ἀνεκοίνωσεν. Εἶναι φρικώδη τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μανθάνω καθ’ ἑκάστην...
§40ΦΩΤΗΛΑΣ. Τί, δὲν μᾶς τὸ λέγετε;
§41ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ πρῶτον νὰ εἴπω...
§42ΦΩΤΗΛΑΣ. Διὰ ποίαν ὑπόθεσιν;
§43ΤΖΑΝΕΣ. Διὰ τὰ ἐν Ἄθῳ.
§44ΦΩΤΗΛΑΣ. Διατί δὲν τὸν καταγγέλλει ὁ Βεργινάδης;
§45ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Βεργινάδη πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸν τί ἄλλο εἶναι; δὲν εἶναι καταγγελία; δὲν ἀποδίδει ἐγκληματικὰς πράξεις εἰς τὸν Πρόξενον;
§46ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω λοιπὸν πρὸς περαιτέραν πληροφορίαν, ὅτι περίληψιν τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης, ἣν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Τζάνες, ἔστειλα δι’ ἰδικιτέρας ἐπιστολῆς πρὸς τὸν κ. Λογοθέτην καὶ τὸν παρεκάλεσα, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, νὰ προβῇ εἰς καταγγελίαν τοῦ ἀναφοροδότου· ἀλλ’ ὁ κ. Λογοθέτης ἀπήντησεν, ὅτι θεωρεῖ ἀνάξιον ἑαυτοῦ καὶ τῶν προηγουμένων του νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τοιαύτας, ἐξ ἀτομικῶν λόγων, προκαλουμένας καθ’ αὑτοῦ, ὅσῳ κακεντρεχεῖς, τόσῳ καὶ ἀνυποστάτους κατηγορίας. Ἀπόκειται ἑπομένως εἰς τὸν κατήγορον αὐτοῦ, ἂν φρονῇ ὅτι ἀλήθειαν λέγει, νὰ κρούσῃ τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης διὰ καταμηνύσεως τοῦ Κ. Λογοθέτου.
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερωτῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ἔλαβε μέτρον τι περὶ ἀνατυπώσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ τοῦτο διότι ὅλοι οἱ τυπογράφοι τῆς Τριπόλεως δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως θέλω παρουσιάσει, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, διότι ἐπιζητήσαντες τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν, ἐνῷ ὑπέβαλον ὅρους ἐκτυπώσεως λίαν συμφέροντας εἰς τὸ Κράτος.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι θὰ τυπωθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· τοιαύτην ἀπάντησιν ἔλαβον ὅσοι ἀπηύθυναν ἀναφοράς.
§49Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τυπώσεως, μοὶ ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν νὰ κάμω μίαν παράκλησιν. Καὶ ὁ στρατολογικὸς Νόμος καὶ ὁ περὶ ἐφεδρείας πρόκειται νὰ γείνωσιν νόμοι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρὸ αὐτῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐν ἰσχύϊ Νόμοι στρατολογικοί, καὶ διὰ νὰ λύσῃ τις ζήτημά τι, θὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» ὅλων τῶν ἐτῶν καὶ θὰ κοπιάσῃ, ἵνα εὕρῃ τι. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ ἐκτυπωθῶσιν ὅλοι οἱ Νόμοι αὐτοὶ καὶ σχηματισθῶσιν εἰς ἓν φυλλάδιον καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς, διότι εἶναι ἀναγκαιότατοι.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι περιττὸν ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοῦτο, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπρονόησε καὶ ἀνέθηκε τὸ ἔργον εἰς κατάλληλον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τῇ συνδρομῇ τῆς Κυβερνήσεως ἑτοιμάζει τεῦχος, περιέχον πάντα ταῦτα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκδοθῆ εἰς τὸ τυπογραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τύπον ὁμοίου τεύχους ἐκδιδομένου ἐν Γαλλίᾳ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§52Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ δύω λέξεις. Χθὲς, ὅτε ἐπροτάθη ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡμεῖς ἐπιθυμοῦντες νὰ μὴ παρεμβάλωμεν κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ φροντίσῃ νὰ διανέμηται εἰς ἡμᾶς ἡ ἡμερησία διάταξις τὴν πρωίαν· δὲν γνωρίζω πότε ἔλαβον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας, ἡμεῖς ὅμως ἐλάβομεν αὐτὴν τὴν 1 μ.μ. Παρακαλοῦμεν νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ συνιστῶμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ φροντίσῃ νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, ὥστε νὰ μᾶς διανέμηται τὴν πρωίαν, διότι θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν ἀφ’ ἑσπέρας τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἂς ἔχωμεν γνῶσιν αὐτῆς τὴν πρωίαν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διαταγὴ ἐδόθη νὰ διανεμηθῇ τὴν πρωίαν, πῶς δὲν ἐξετελέσθη, θέλω ἐξετάσει.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐξεπλήρωσα διὰ τὰ συμβάντα τοῦ Σαββάτου τὰς ἐξετάσεις, τὰς ὁποίας ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω, ὅπως σχηματίσω γνώμην σταθερὰν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀστυνόμου. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐξετάσεις, ἃς ἔκαμα, δὲν μοὶ ἄφησαν τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν, ὅτι ὁ ἀστυνόμος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πληρέστατα, καὶ ὅτι δὲν παρεξετράπη εἰς τὸ παραμικρὸν, καὶ ὅτι ὅσα ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, εἶναι ἀληθέστατα. Πιστεύω, ἢ τοὐλάχιστον ὑποθέτω, ὅτι ἤδη ἡ Ἀντιπολίτευσις, τουτέστιν ἡ μερὶς ἐκείνη, ἥτις ἐφαίνετο μᾶλλον ἐνδιαφερομένη νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν περὶ τούτου ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ τὸ θεωρήσῃ τώρα περιττόν. Ἐὰν ὅμως τὸ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον, τότε θὰ δώσω πλειοτέρας ἐξηγήσεις, οὐχὶ προκαλῶν, ἀλλὰ προκαλούμενος. Ὀφείλω δὲ νὰ κάμω μίαν διόρθωσιν εἰς τὰ ὅσα εἶπον προχθές. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπον, ὅτι ὁ Μαθόπουλος, ὁ διευθυντὴς τῆς «Πρωΐας», ἐκτυπήθη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἐκεῖ οὐδεὶς ἐκτυπήθη· εἷς μόνον Στασινόπουλος, συνάδελφος τοῦ κ. Ματθοπούλου, εὑρισκόμενος ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐγένετο ἡ ταραχή, ἐκτυπήθη ἀπὸ ἕνα εἰς τὴν κεφαλήν. Ἀναδέχομαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πλήρη ὑπεράσπισιν τοῦ ἀστυνόμου, ἂν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θελήσητε νὰ γείνῃ.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐκ τῆς ἐπανειλημμένης χρήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀστυνόμου, εἰκάζω, ἐνόμισεν ὅτι ἡμεῖς ὁριστικῶς ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐκτύπησε τοὺς πολίτας, καὶ νομίζει, ὅτι καλύπτει τὴν ἀλήθειαν, καλυπτόμενος ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστυνόμου. Ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν, ὅτι ἰδίοις ὄμμασιν εἴδομεν, καθὼς καὶ πολλοὶ ἀξιότιμοι βουλευταί, ὅτι ὑπάλληλοι τῆς Ἀστυνομίας καὶ χωροφύλακες καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἐπετέθησαν κατὰ πολιτῶν ἀόπλων καὶ τοὺς ᾔκισαν καὶ τοὺς ἐτραυμάτισαν· ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἦτον ἀόρατος, οὔτε πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Εἴπατε, ὅτι ἐκτυπήθη ὁ Στασινόπουλος, ἴσως διότι ἐξελήφθη ὡς συντάκτης τῆς «Πρωΐας», ἀλλ’ ἀπὸ ποῖον ἐκτυπήθη δὲν τὸ ἐξηκριβώσατε· οὗτος ἐκτυπήθη ἀπὸ ἕνα Μοσγράκον, διωρισμένον παρ’ ὑμῶν ὑπάλληλον· εἶναι αὐτὸς, ὁ ὁποῖος φωνάζει ὄπισθεν τῶν ἀκροατηρίων. Δὲν γνωρίζετε, ὅτι εἴμεθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐξ Ἀθηνῶν, καὶ ὅτι ἀντιλαμβανόμεθα ἰδίοις ὄμμασι τὰ γιγνόμενα καὶ τεκταινόμενα; Τίς κατέκρινε τὴν χθὲς διαγωγὴν τοῦ ἀστυνόμου; Πρόκειται περὶ τῶν ὀργάνων σας, ἅτινα ἠμπόδισαν εἰρηνικὴν διαδήλωσιν ἀόπλων πολιτῶν, εἰρηνικῶς συνελθόντων πρὸς ἐκδήλωσιν φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα, θέλομεν δὲ νὰ μάθωμεν τί ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἐμπαιζώμεθα οὕτως, ἀφοῦ τῷ ὑπεδείξαμεν καὶ τὰ πρόσωπα.
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠπατήθην εἰς τὰς προσδοκίας μου· ἀπαιτοῦν πλειοτέραν ἀνάπτυξιν, δὲν προεκάλεσα, προκαλοῦμαι. Διαδηλῶ ἀμέσως, ὅτι οὐδεὶς ἐκτυπήθη ἀπὸ τὴν Ἀρχήν. Κατὰ πρῶτον τὸ δρᾶμα, ὡς ἠξεύρετε, ἤρχισεν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον. Τί ἐγένετο ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἔλαβα τοῦ Πρυτάνεως. (Ἀναγινώσκει). «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Μαρτίου 1884.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Ἡ Πρυτανεία τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργεῖον. Καὶ διὰ ζώσης φωνῆς ἐδηλώσαμεν ὑμῖν ἤδη προσηκόντως καὶ διὰ τοῦ παρόντος ἐγγράφου ἀναφέρομεν εἰς τὸ Σ. Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰ ἔμπροσθεν τοῦ Πανεπιστημίου ἐπὶ τοῦ τελευταίου Σαββάτου συμβάντα, ἅτινα ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς πολιτική τις διαδήλωσις, ὡς ἐπιστώθη ὑπὸ τῆς προσηκόντως ὑφ’ ἡμῶν γενομένης ἐξετάσεως, δὲν προεκλήθησαν κυρίως ὑπὸ φοιτητῶν, ἀλλ’ ἐγένοντο μᾶλλον ἐκ παρασκευῆς ἀνθρώπων παντάπασι ξένων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρὸς ἰδίαν αὐτῶν πολιτικὴν ὠφέλειαν στοχασθέντων. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ ἐν τῇ συναθροίσει ἐκείνῃ παραστάντες φοιτηταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ παραμείνωσι πάντη ἀλλότριοι πρὸς τὰ ἐνώπιον αὐτῶν μετὰ τινος πομπῆς παρεσκευασμένα, ὧν ὁ σκοπὸς καὶ ἡ προαίρεσις ἐφαίνοντο αὐτόφωρα καὶ κατάδηλα, ἀλλὰ κρίνομεν δίκαιον νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐνδέχεται ἐν τοιαύταις συντυχίαις, οὗτοι ἀπέδειξαν ἑαυτοὺς ἱκανῶς εὐτάκτους καὶ ἀξιοπρεπεῖς, διότι οὔτε τὰ μαθήματα αὐτῶν διεκόπησαν, οὔτε παρέσχε τις ἀφορμὴν πρὸς ἀταξίαν καὶ βίαν. Ἐάν τις ἐξ αὐτῶν κατηγγέλλετο πρὸς ἡμᾶς ὡς παραίτιος ταραχῆς καὶ ἀκοσμίας, δὲν ἠδύνατο νὰ διαφύγῃ τὴν πρέπουσαν τιμωρίαν ἐπὶ σωφρονισμῷ καὶ ἑαυτοῦ καὶ τῶν ἄλλων. Εὐτυχῶς οὐδὲν ἀτόπημα ἔχομεν νὰ ἐγκαλέσωμεν ἄξιον λόγου καὶ λύπης, τοῦ παντοδαποῦ ὁμίλου διασκεδασθέντος ἀπὸ τῶν προπυλαίων τοῦ Πανεπιστημίου μετὰ βοῆς μὲν ὡς εἴθισται καὶ συγκεχυμένου θορύβου, ἀλλ’ ἄνευ οὐδεμιᾶς βίας καὶ σπουδαίας ἀσχημοσύνης. Εὐπειθέστατος
Ὁ Πρύτανις
Μ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ.
Ὁ Γραμματεὺς Μ. Λάπας». Δὲν ἦτο λοιπὸν συνάθροισις ἢ διαδήλωσις φοιτητῶν. Τὸ κηρύσσει ἡ ἔκθεσις τοῦ πρυτάνεως. Ξένοι ἄνθρωποι ἐπῆγαν νὰ ταράξωσι τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ οἱ φοιτηταὶ τοὺς ἐδίωξαν. Κατὰ καθῆκόν μου ἐζήτησα πληροφορίας καὶ ἀπὸ τοὺς γραμματεῖς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἰδοὺ ἡ κατάθεσις τοῦ πρώτου γραμματέως.
§57ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πῶς λέγεται;
§58ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μ. Λάπας. Εἶναι ἡ κατάθεσις, ἰδοὺ αὕτη. (Ἀναγινώσκει). «Ἀθήνησι, 7 Μαρτίου 1884. Προσεκλήθη ὁ κ. Λάπας πρῶτος γραμματεὺς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἐρ. Κατὰ τὰ συμβάντα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὸ παρελθὸν Σάββατον παρευρέθητε ἐκεῖ; Καὶ ποίας κατόπιν πληροφορίας ἀσφαλεῖς ἐλάβετε; Ἀπ. Ἤμην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τῆς 2ας ὥρας μ. μ. τοῦ Σαββάτου, εἶχον δὲ παραγγείλει εἰς τοὺς κλητῆρας τοῦ Πανεπιστημίου νὰ μοὶ ἀναγγείλωσιν ὅ,τι ἤθελε συμβῆ κατὰ τὴν προμελετωμένην συνάθροισιν. Κατὰ τὴν 3 ὥραν μ. μ. οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι μοὶ ἀνήγγειλαν, ὅτι συνηθροίζοντο ἔμπροσθεν τῶν προπυλαίων, ὅπου ἵσταντο φοιτηταὶ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων, πολλοὶ ξένοι, ὅτι μετά τινα λεπτὰ ἐπεχείρησέ τις ἄγνωστος εἰς τοὺς κλητῆρας νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὸ πλῆθος, ἀλλ’ εὐθὺς σχεδὸν ἀπεδοκιμάσθη καὶ ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὸν λόγον, ἰδίως ὅτε ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τῆς ἀστυνομίας, καὶ ἄλλοι δὲ μὴ φοιτηταὶ προσπαθήσαντες ν’ ἀγορεύσωσι κατὰ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, ὡς ὁ προηγούμενος, ἠναγκάσθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ σιγήσωσιν ἀποδοκιμασθέντες μετὰ βοῆς ὑπὸ τῶν φοιτητῶν, οἵτινες, καταλαβόντες τὰ προπύλαια, εἰς οὐδένα ἐπέτρεπον οὔτε ν’ ἀναβῇ εἰς αὐτά, οὔτε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ κάτω αὐτῶν ἀκόμη. Συγχρόνως δὲ οἱ κλητῆρες μοὶ ἐγνωστοποίησαν ὅτι οἱ φοιτηταὶ ἐφαίνοντο λίαν ἐξηρεθισμένοι κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὴν συνάθροισιν ταύτην. Ἐξελθὼν τότε εἶδον, ὅτι οἱ συναθροισθέντες, ἀποτυχόντες τοῦ σκοποῦ, ὅστις προφανῶς ἦτο νὰ παρασύρωσι καὶ φοιτητὰς εἰς τὸ κίνημα αὐτὸ, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπέλθωσιν, οἱ δὲ φοιτηταὶ ἔμενον εἰς τὰς θέσεις των. Ἐρώτ. Ποία ὑπῆρξεν ἡ συμπεριφορὰ τῶν συνελθόντων ξένων, ἂν ἴδετε, ἢ ἂν ἐμάθετε; Συνῆλθον εἰρηνικῶς καὶ ἀόπλως; Ἀπ. Ὁ θόρυβος ἦτο μέγας, οἱ φοιτηταὶ ἵσταντο συνηνωμένοι καὶ ἀποφασισμένοι νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ προπύλαια· καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἠδυνάμην νὰ διακρίνω, ἂν ἔφερέ τις ὅπλον, ἀλλ’ οἱ κλητῆρες μὲ εἶχον ἤδη διαβεβαιώσει, ὅτι ἐκ τῶν προσελθόντων ξένων ὑπῆρχον τινὲς φέροντες ὅπλα ὑπὸ τοὺς μανδύας των. Ἐρώτ. Ὑποπτεύετε, ἢ ἐλάβετε πληροφορίας, ὅτι φοιτηταὶ ὑπεκίνησαν τὰ γενόμενα, ἤτοι νὰ εἶχον προηγουμένην συνεννόησιν μετὰ τῶν συναθροισθέντων ξένων; Ἀπ. Ὅσον καὶ ἂν ἐξήτασα, δὲν μοὶ προέκυψέ τι, ὅτι οἱ φοιτηταὶ εἶχον συνεννόησίν τινα μετὰ τῶν ξένων, ἀπόδειξις δὲ ἀκόμη εἶναι ἡ στάσις τὴν ὁποίαν ἔλαβον, προστατεύσαντες τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τὸ ὅτι, ὅτε συνέβαινον τὰ ἄνω ἐκτεθέντα, αἱ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην γενόμεναι παραδόσεις οὐδόλως διεκόπησαν. Ἀνεγνώσθη καὶ ὑπεγράφη
Ὁ Ἐξετασθεὶς
Μ. ΛΑΠΠΑΣ
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ».
Ἰδοὺ τί καταθέτει καὶ ὁ ἕτερος γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου. (Ἀναγινώσκει). «Ἀθῆναι, 7 Μαρτίου 1884. Προσεκλήθη ὁ κ. Ἀνδρέας Φαρσῆς βʹ Γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐρ. Κατὰ τὰ συμβάντα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὸ παρελθὸν Σάββατον γνωρίζετε ἂν ἔλαβον μέρος εἰς αὐτὰ ἐκτὸς τῶν φοιτητῶν καὶ ἄλλοι μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον; ποίας ὡς πρὸς τοῦτο ἐλάβετε ἀποδείξεις μετὰ τὰς γενομένας ἐρεύνας; Ἀπ. Τὸ Σάββατον περὶ τὴν μεσημβρίαν ὁ κ. Πρύτανις μοὶ παρήγγειλε νὰ μὴ λείψω τὸ ἀπόγευμα ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, ὅπως ἐπιστατῶ, μήπως ἤθελε συμβῆ ταραχή τις, ἕνεκα τῆς προκηρυχθείσης διαδηλώσεως, μοὶ προσέθεσε δὲ ὅτι βεβαίως οἱ φοιτηταὶ εἰς τὰ τοιαῦτα δὲν ἔχουσι μέρος, νὰ διατάξω δὲ τοὺς κλητῆρας τοῦ Πανεπιστημίου νὰ παρευρίσκωνται μαζῆ μου ἀπὸ τῆς 2 μετὰ μεσημβρίαν διὰ νὰ παρεμποδίζωσι πάντα ξένον τοῦ Πανεπιστημίου ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ προπύλαια καὶ ν’ ἀποπειραθῇ νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ ταράξῃ τὴν ἡσυχίαν, μοὶ παρήγγειλε δὲ ἀκόμη, ἂν τυχὸν φοιτηταὶ συνέλθωσι, νὰ εἴπωσιν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἂν ἔχωσι παράπονόν τι, ὀφείλουν νὰ τὸ ἀναφέρουν εἰς τὸν Πρύτανιν. Εἰς τὰς 3 μ. μ. ἤρχισαν νὰ συνέρχωνται εἰς τὴν αὐλὴν διάφοροι ξένοι τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀναμιγνύωνται μὲ τοὺς φοιτητάς· ἐγὼ, ἐκτελῶν τὴν παραγγελίαν τοῦ Πρυτάνεως, ἔλεγα πρὸς αὐτοὺς ὅλα ὅσα ὁ κ. Πρύτανις μοὶ παρήγγειλε νὰ τοῖς εἴπω· αὐτοὶ μοὶ ἀπεκρίνοντο ὅτι οἱ φοιτηταὶ εἰς τὰς πολιτικὰς ῥαδιουργίας δὲν ἀναμιγνύονται, ὅτι κακῶς σκέπτονται ὅσοι νομίζουσιν ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ μεταχειρισθῶσι τοὺς φοιτητὰς ὡς ὄργανα τῶν ἰδιαιτέρων σκοπῶν των, καὶ ὅτι ἄν τινες νομίζωσι σήμερον νὰ μετατρέψωσι τὸ Πανεπιστήμιον ἀπὸ τὸν προορισμόν του, αὐτοὶ οἱ φοιτηταὶ θὰ τοὺς διώξωσιν. Ἐγὼ δὲν ἔπαυον συνιστῶν εἰς τοὺς φοιτητὰς ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Μετ’ ὀλίγον συνῆλθον πολλοὶ ξένοι ὑπὸ τὰ προπύλαια· εἷς δὲ ὀνόματι Βλάσης, (ἀγνοῶ ἂν ἦναι φοιτητὴς ἢ ὄχι) ἐστάθη εἰς τὸ βάθρον τοῦ ἀνδριάντος «Κοραῆ» καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ κατὰ τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλὰ διεκόπη ἀπὸ φωνὰς τῶν φοιτητῶν «κάτω, κάτω» καὶ τὰ παρόμοια καὶ ὑπεχρεώθη νὰ καταβῇ. Ἀπεπειράθησαν καὶ ἕτεροι νὰ ἀνέλθωσιν, ἀλλὰ καὶ πάλιν οἱ φοιτηταὶ τοὺς ὑπεχρέωσαν νὰ καταβῶσι. Στασινόπουλός τις κατώρθωσε ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βάθρον τοῦ «Ῥήγα», ἀλλὰ καὶ αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταβῇ. Ἐπὶ τέλους αἱ κραυγαὶ καὶ ἡ ἀγανάκτησις τῶν φοιτητῶν ἐκορυφώθη εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὥστε οἱ ξένοι ἐβιάσθησαν ν’ ἀναχωρήσωσι. Ἐρ. Γινώσκετε τὸν Στασινόπουλον ἂν ἦναι φοιτητὴς ἢ ὄχι; Ἀπ. Ἀγνοῶ ἂν ἦναι φοιτητὴς ἢ ὄχι, θέλω ἐξετάσει· γινώσκω ὅμως ὅτι ἐργάζεται ὡς ὑπάλληλος ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς «Πρωΐας.» Ἐρ. Ἐκ τῶν συναχθέντων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ξένων ἐγνωρίσατε καὶ ἄλλους, ἀνήκοντας εἰς πολιτικὸν κόμμα; Ἀπ. Διέκρινα μεταξὺ αὐτῶν τὸν δικηγόρον Βαλασσόπουλον καὶ ἄλλους, ἐβεβαιώθην δὲ παρ’ ἄλλων, ὅτι ὁ Στασινόπουλος συνωδεύετο ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τῆς «Πρωΐας» Ματθοπούλου, ὃν προσωπικῶς ἐγὼ δὲν γνωρίζω. Ἀνεγνώσθη καὶ ὑπεγράφη Ὁ καταθέσας Λ. Φαρσῆς.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ».
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν ἀνάκρισιν;
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τοὺς προσκαλέσω καὶ νὰ τοὺς ἐξετάσω. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ συμβάντα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τὰ ἀπεικονίζουσιν αἱ Ἀρχαὶ τοῦ Πανεπιστημίου. Ἀλλ’ ἐνῷ συνέβαινον ταῦτα, ἡ ἀστυνομία τί ἔπραττεν; ὁ ἀστυνόμος ἵστατο, ὡς εἶπον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περιεπάτει εἰς τὸν δρόμον τοῦ Σταδίου παρατηρῶν ἁπλῶς τὰ γινόμενα. Ἔληξεν ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ δράματος, καὶ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου διεσκορπίσθησαν ἀπὸ τοὺς φοιτητὰς οἱ εἰσβαλόντες. Ἡ διαγωγὴ, ἣν ἔδειξαν οἱ φοιτηταὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, τιμᾷ αὐτοὺς, δίδει δὲ ἐγγύησιν εἰς τὸ μέλλον εἰς τοὺς φίλους τῆς τάξεως, ὅτι οἱ φοιτηταὶ δὲν θέλουν νὰ χρησιμεύσῃ τὸ Πανεπιστήμιον ὡς ὄργανον πολιτικῶν ῥᾳδιουργιῶν καὶ ὅτι ἡ νεολαία, ἡ ἐλπὶς αὕτη τοῦ μέλοντος τῆς πατρίδος, θέλει ὑποστηρίξει αὐτὴ πρώτη τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν. Ἀφοῦ ἀπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν φοιτητῶν, ὡς ἠκούσατε, οἱ εἰσβαλόντες (διότι ἐκεῖ ἦτο ἔφοδος), κατῆλθον οἱ κύριοι οὗτοι εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ, ἐκεῖ συνήντησαν ἕνα καῤῥαγωγέα, ὃν ἠνάγκασαν νὰ σταματήσῃ τὸ κάῤῥον του. Εἷς ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ κάῤῥου καὶ ἤρχισε νὰ δημηγορῇ, ἀλλὰ τὸ πλῆθος τῷ ἐφώναζε «κάτω! ἥλιος κτλ. κάτω!» Ἀνῆλθεν ἕτερος, ἀλλὰ τότε γενικὸς καγχασμὸς, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα αἰτίαν, ἠγέρθη πανταχόθεν καὶ κατῆλθε καὶ οὗτος, χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁ ἀστυνόμος καὶ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην πρᾶξιν τοῦ δράματος ἐξηκολούθει νὰ ἵσταται πρὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρατηρῶν, ἐνῷ εἶχε δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ τοὺς πλησιάσῃ καὶ τοὺς εἴπῃ «εἶσθε φοιτηταί; διατί ἤλθετε ἐδῶ; ἐπανέλθετε εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Εἶσθε πολῖται; τί θέλετε ἐκεῖ εἰς τὰ προπύλαια; ν’ ἀναστατώσητε τὸ Πανεπιστήμιον; Ὁ Μυλωνᾶς δι’ 25 δραχ. ἀνεστάτωσε μίαν μόνον παράδοσιν, σεῖς ἀνεστατώσατε ὅλον τὸ Πανεπιστήμιον.» Ἠδύνατο, ἐπαναλέγω, εἶχε τὸ δικαίωμα, ἴσως εἶχε καὶ τὸ καθῆκον ὁ ἀστυνόμος νὰ ὑπάγῃ νὰ τοὺς σταματήσῃ, καὶ νὰ τοὺς εἴπῃ, «σᾶς συλλαμβάνω ἐπ’ αὐτοφώρῳ, ἀκολουθεῖτέ μοι», ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, καὶ καλῶς ἔπραξε. Τοὺς ἀφῆκεν ἐκεῖ νὰ θεατρισθῶσιν ὡς ἐθεατρίσθησαν. Καὶ ἐντεῦθεν ἀρχίζει ἡ τρίτη πρᾶξις. Ἀπὸ τοῦ δρόμου Κοραῆ ἐξακολουθοῦσι καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὸν δόρμον τοῦ Σταδίου. Περίεργοι συνήχθησαν πολλοὶ, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ ἀναμιχθῶσι μετ’ αὐτῶν· οἱ μὲν ἐπορεύοντο εἰς τὸ ἓν πεζοδρόμιον, οἱ δὲ εἰς τὸ ἄλλο· οἱ μὲν κατελθόντες ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου ἐφώναζον «Ζήτω ἡ Ἀντιπολίτευσις», οἱ δὲ ἐκεῖθεν «γιοῦχα, ἥλιος» καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ ἀστυνόμος εἰς τὸ μέσον προσεπάθει νὰ καθησυχάσῃ τοὺς φωνάζοντας «ἥλιος, γιοῦχα.» Συνώδευσεν αὐτοὺς μέχρι τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας καὶ τοὺς ἄφησε, διότι ἐκεῖ ἐνόμισεν, ὅτι θὰ λήξῃ τὸ δρᾶμα· ἀλλὰ τὸ δρᾶμα εἶχε πέντε πράξεις. Ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας μετέβησαν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ὅπου δὲν τὸν εὗρον, ἐδόθη ἑπομένως τὸ σύνθημα ἀπὸ τὸν ἐξώστην «ὁ ἀρχηγὸς δὲν εἶναι ἐδῶ, εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν» καὶ ἤρχισεν ἡ τετάρτη πρᾶξις. Τότε ἐκ τῆς οἰκίας τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἔφθασαν πάλιν εἰς τὴν πλατείαν τῆς Ὁμονοίας, ὅπου ἐπρόσμενον οἱ ἄλλοι· ἐκεῖ ἐχωρίσθησαν καὶ πάλιν αἱ μερίδες εἰς δύω, οἱ μὲν φωνάζοντες τὸ «Ζήτω ὁ Δηλιγιάννης καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις» εἰς τὸ δεξιὸν πεζοδρόμιον, οἱ δὲ τὸ «κάτω, ἥλιος,» καὶ τὰ λοιπὰ εἰς τὸ ἀριστερόν. Ἠκολούθει ὁ ἀστυνόμος ἐν τῷ μέσῳ, ὅτε δὲ ἔφθασαν παρὰ τὸ Βουλευτήριον ἐνόμισεν, ὅτι τέλος πάντων ἐτελείωσε τὸ δρᾶμα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ Βουλευτήριον διὰ νὰ μοὶ εἴπῃ τί τρέχει· ἀλλ’ ἐνῷ συνομιλούσαμεν ἦλθεν ὁ κ. Ζουλούμης καὶ τοῦ λέγει, τί κάθεσαι; κάτι τι τρέχει ἔξω, ἀλλὰ τότε συγχρόνως ἦλθεν ἡ ἄλλη ἔφοδος ἀπ’ ἐκεῖ τινῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κραυγαζόντων «σκοτόνουν τοὺς πολίτας! τοὺς σφάζουν! τοὺς πυροβολοῦν μὲ τὰ ρεβόλβερ εἰς τὰς χεῖρας! μὲ τὰς λόγχας τοὺς σκοτώνουν!» Καὶ τί συνέβη; οὐδὲ ἐπληγώθη, οὐδὲ ἐσκοτώθη κανείς. Ὅταν ἔφθασαν οἱ ὅμιλοι ἔξωθεν τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς, ἐσταμάτησαν, καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξῆλθον διὰ νὰ ἴδωσιν, ὡς μᾶς εἶπον, τί τρέχει ἔξω. Οἱ φωνάζοντες τὸ «Ζήτω ἡ Ἀντιπολίτευσις», ἰδόντες τοὺς ἐξελθόντας βουλευτάς, χαιρετῶντας ποῖος μὲ τὰς δύω του χεῖρας, ποῖος μὲ τὸν πῖλον ὑψηλὰ, ἐνεθουσιάσθησαν καὶ αὐτοὶ, καὶ μὲ τὸ «Ζήτω ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐφώναζαν «Κάτω οἱ λοῦστροι!» Ἐννοεῖτε ποίους ἐννοοῦσαν λούστρους. Εἷς τῶν ἱσταμένων εἰς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου ἐφώναξε «δὲν ὑποφέρεσαι πλέον», ὥρμησεν, ὕψωσε τὴν ράβδον καὶ ἐκτύπησεν ἄλλον, ὁ κτυπηθεὶς οὗτος εἶνε ὁ ἴδιος Στασινόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπόρεσε νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν Ματθόπουλον, τὸν διευθυντὴν τῆς ἐφημερίδος «Πρωΐας». Ταὐτοχρόνως ὁ δικηγόρος Βαλασσόπουλος, εἴτε θέλων νὰ κινηθῇ δρομαίως, εἴτε σπρωχθεὶς, ἔπεσεν ἐπὶ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις ἔπεσε καὶ αὐτὸς κατ’ αὐτοῦ· τότε δύω χωροφύλακες, οἱ μόνοι οἵτινες ἦσαν παρόντες, ἔτρεξαν εἰς βοήθειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔφθασεν ὁ ἀστυνόμος, ὁρμᾷ καὶ ἀπαλλάσσει τὸν Βαλασσόπουλον. Λυπηρόν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν ἐδόθη μία χροιὰ τραγικὴ κἄπως εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν κωμῳδίαν καὶ διέκοψε τὴν τελευταίαν πρᾶξιν, ἄλλως θὰ ἐβλέπομεν τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅστις, ὡς μᾶς εἶπεν, ἐὰν τὸ ἤξευρεν, ἤθελε τοὺς περιμένει εἰς τὸν οἶκόν του καὶ πεζῇ μετ’ αὐτῶν ἤθελεν ἔλθει εἰς τὴν Βουλήν, κατόπιν ὅτε τοῦ εἶπον, ὅτι λαὸς τὸν περιμένει ἔξω ἐδῶ καὶ ἔστειλε τὸν κ. Σαλταφέρον, ἵνα ἰδῇ τάχα ποῖοι ἦσαν, ἂν ἡ μικρὰ ἐκείνη συμπλοκὴ δὲν συνέβαινε καὶ ἂν ὡς ἐκ τούτου ὁ κ. Σαλταφέρος ἤθελεν ἐκτελέσει τὴν ἀποστολήν του, θὰ ἐβλέπομεν τὸν κ. Δηλιγιάννην νὰ ἐγερθῇ ἐδῶθεν ἀσκεπὴς, κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὸν πῖλον του, ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τοὺς ἔξω προσμένοντας, οἵτινες βλέποντες τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὸ ἓν μέρος θὰ ἐφώναζον «Ζήτω» καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο «Ἥλιος» καὶ οὕτω θὰ συνεπληροῦτο ἡ κωμῳδία. Ὅταν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐγίνετο ὅλος ἐκεῖνος ὁ θόρυβος εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὁ κ. Χοϊδᾶς μοὶ λέγει, ὑπάγωμεν νὰ ἴδωμεν τί τρέχει, Δάντε μου; Τὸν εἶπα, Ρόκο μου, θὰ σταθῶ ν’ ἀκούσω τί λέγουν, πήγαινε σύ. Ὅταν ἐπανῆλθεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, τὸν ἠρώτησα, τί εἶδες; καὶ μοὶ εἶπεν, ὅταν ἐξῆλθα, δὲν εἶδον τίποτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη μάχη, αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα συμβάντα. Εἴθε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μάθημα εἰς τοὺς ὑποκινήσαντας. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, γνωρίζομεν ὅλοι τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας συνέλαβον μὲ τὸ κίνημα ἐκεῖνο. Ἐπαναλέγω, ἡ διαγωγὴ τῆς νεολαίας τοῦ Πανεπιστημίου τιμᾷ αὐτὴν καὶ εἴθε νὰ διδάξῃ τινὰς ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς καθ’ ὃν μὲ pronuntiamenta ἱσπανικὰ ἐνόμιζον, ὅτι ἠμποροῦν νὰ πάρουν τὴν Ἐξουσίαν.
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν κρύπτω ποίας ἔχω ἰδέας περὶ μετοχῆς τῶν κκ. φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Πολιτείας. Τὰς ἰδέας μου εἶπον ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν αὕτη συνεζήτει ἐπὶ ἐπερωτήσεως, γενομένης συνεπείᾳ βασάνων πραχθεισῶν ἐν τῷ καταστήματι τῆς Ἀστυνομίας κατά τινος πολίτου. Νομίζω, ὅτι οἱ κκ. φοιτηταὶ πρέπει νὰ ἀπέχωσιν ἐντελῶς τῶν κομματικῶν διαπληκτισμῶν, πρέπει ν’ ἀπέχωσιν ἐντελῶς τῶν μεριμνῶν περὶ τῆς Πολιτείας· καὶ δύνανται μὲν ὡς μέλη οἰκογενειῶν, ὡς τέκνα πατέρων, ν’ ἀνακοινώνωσι τὰς ἑαυτῶν γνώμας πρὸς τοὺς γονεῖς των, ἵνα ἐκεῖνοι, ἂν θέλωσι, χειραγωγῶνται ὑπὸ τῶν γνωμῶν αὐτῶν· αὐτοὶ ὅμως πρέπει ν’ ἀπέχωσιν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς πολιτικῆς πάλης. Οἱ κκ. φοιτηταὶ φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀσχολῶνται ἰδίως εἰς τὰ ἔργα αὐτῶν, εἰς τὰς ἐπιστημονικάς σπουδάς των, ἵνα κατασταθῶσι πολῖται χρήσιμοι, καὶ διαδεχθῶσιν ἡμᾶς, τῶν ὁποίων αἱ ἀτέλειαι εἶναι μεγάλαι καὶ ποικίλαι, τῶν ὁποίων ὅμως αἱ εὐχαὶ εἶναι ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μᾶς διαδεχθῆ, μὴ φέρωσι τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔχομεν. Ἡ ἐκδήλωσις τῆς γνώμης μου ταύτης μὲ ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης νὰ μνημονεύσω ταπεινῶν ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξηκόντισε κατ’ ἐμοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνειθίζει πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ σπείρῃ σκάνδαλα, νὰ διαβάλλῃ ὑπολήψεις, νὰ παραμορφώνῃ γνώμας καὶ νὰ παραχαράττῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ ρήτορες ἀπὸ τοῦ βήματος λέγουσι. Προχθὲς ἔτι, ὅτε ἐγένετο ἡ πρώτη συζήτησις ἐπὶ τῶν συμβάντων τοῦ Σαββάτου—δὲν ζητῶ τὴν βεβαίωσιν τῆς μειοψηφίας, δὲν ζητῶ νὰ βεβαιώσῃ αὐτὴ τοὺς λόγους μου, ζητῶ νὰ βεβαιώσωσι τοὺς λόγους μου τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας—εἶπον ἐγὼ ὅτι ἐπερίμενα τοὺς φοιτητὰς εἰς τὴν οἰκίαν μου διὰ νὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν καὶ βαδίσω μετ’ αὐτῶν, ὡς σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἐγὼ εἶπον;
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, ἂν ἐγνώριζον ὅτι ἀριθμὸς πολιτῶν, ὅτι συμπολῖται ἤρχοντο εἰς τὴν οἰκίαν μου διὰ νὰ μοὶ προβάλωσιν αἰτήματα, ἤθελον μείνει νὰ τοὺς δεχθῶ, διότι τοῦτο ὤφειλον νὰ πράξω ὡς δημόσιος ἄνθρωπος, διότι χρεωστῶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα τῶν συμπολιτῶν μου παράπονα νὰ δίδω ἀκρόασιν. Ἀλλ’ αὐτὸς σήμερον πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπεν ὅτι ἐγὼ σᾶς εἶπον προχθὲς ὅτι ἐσκόπουν νὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, ἐκ τούτου δ’ ἐζήτησε νὰ συναγάγῃ ὡς συμπέρασμα ὅτι, ὅταν μὲ ἐζήτουν οἱ πολῖται ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου, σκοπὸν εἶχον νὰ ἐξέλθω ἵνα τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν· δι’ ὑπαινιγμῶν δ’ οἱ ὁποῖοι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς μέλος Κυβερνήσεως, οὐδ’ εἰς ἁπλοῦν βουλευτήν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι συνείθισαν νὰ προσφεύγωσι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ εὐτελῆ καὶ ποταπὰ μέσα, ἐτόλμησε νὰ διαστρέψῃ τοὺς λόγους μου, ἵνα ἐπαφήσῃ μομφὴν ἐπὶ τὸν χαρακτῆρά μου. Πολιτεύομαι πολλὰ ἔτη, καὶ ὁ μακρὸς πολιτικὸς βίος μου καὶ αὐτὸς ἐχρησίμευσε τελευταῖον εἰς τὰ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἐξωνημένα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ὄργανα ν’ ἀποδείξωσι δι’ αὐτοῦ τὴν ἀνικανότητά μου. Ἀλλὰ βεβαίως πολιτεύομαι ἐπὶ πολλὰ ἔτη, οὐδέποτε ὅμως κατὰ τὸ μακρὸν πολιτικὸν στάδιόν μου προσέφυγον εἰς παραπλήσια μέσα, οὐδέποτε ἐπειράθην νὰ ἀποπλανήσω τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος, ν’ ἀπατήσω τοὺς συμπολίτας μου. Καὶ ἐν στιγμαῖς, καθ’ ἃς πολλάκις αἱ περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐσφαλμέναι κατ’ ἐμὲ γνῶμαι ἄλλων εἶχον γίνει ἀσπασταὶ ὑπὸ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς προεβάλλοντο ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο καὶ ἐκηρύσσοντο ὑπὸ πάντων δημοτικὰ, τὰ ὁποῖα ὅμως ἔκρινα ἐπιζήμια εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις προετίμησα νὰ θυσιάσω τὴν ἐμὴν δημοτικότητα, προτάσσων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, οὐδ’ ἐδίστασα ἐκ ταπεινῶν τοιούτων σκέψεων νὰ ἀποφαίνωμαι γνώμην κατὰ τῶν δημοτικῶν ζητημάτων, καὶ νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ ρεύματος τοῦ πλανηθέντος λαοῦ.
§64ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἀληθέστατον.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν ὅμως ὑπάρχωσι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ ἂν ὑπάρχωσι μέλη Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν δι’ ἀποπλανήσεως τοῦ λαοῦ ν’ ἀναῤῥιχηθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ σταδιοδρομήσωσιν ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἂς μαρτυρήσῃ ἡ Ζάκυνθος, τῆς ὁποίας ὁ ἀντιπρόσωπος ἐπὶ τοιαῦτα πάντοτε κατέφυγε μέσα, καὶ ἴσως ἐκ τῶν ἰδίων κρίνων ἐζήτησε σήμερον νὰ παραστήσῃ καὶ ἐμὲ ἐφάμιλλον τοῦ πασιγνώστου Ζακυνθίου δημαγωγοῦ. Ἡ ὑπόθεσις, κύριοι, τοῦ Σαββάτου δὲν εἶχεν οὐδεμίαν πολιτικὴν σημασίαν, οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ πολιτικὴν σημασίαν καὶ πολιτικὴν ἔννοιαν συνάθροισις πολιτῶν, ἥτις ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελον συναχθῆ ἐπὶ τὸ αὐτὸ πολλαὶ ἑκατοντάδες πολιτῶν ἐξ οἰκείας αὐτῶν βουλήσεως καὶ προαιρέσεως ἕνεκα τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσιν ἢ νὰ ἀνακοινώσωσι τὸν σκοπόν των εἰς οὐδένα ἐκ τῶν δημοσίων ἀνθρώπων. Γνωστὸν εἶναι ὅτι ἀπὸ τῆς πρωΐας τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχε προαγγελθῆ συνάθροισις φοιτητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Καὶ ἡ συνάθροισις τῶν φοιτητῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἶχε προαγγελθῆ ὅτι ἔμελλε νὰ ἔχῃ πολιτικόν τινα σκοπόν; ὄχι· εἶχε προαγγελθῆ ὅτι ἔμελλε νὰ σκεφθῇ περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ἐπράχθη κατὰ φοιτητοῦ. Δὲν ἤμην αὐτόπτης διὰ νὰ βεβαιώσω ἐὰν ἐπράχθη πράγματι βιαιοπραγία κατὰ φοιτητοῦ· ἔμαθον ὅμως παρὰ πολιτῶν, καὶ παρ’ αὐτοῦ τοῦ παθόντος, ὅτι φοιτητὴς τοῦ Πανεπιστημίου ἐῤῥαπίσθη εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Βουλευτηρίου ἀπὸ ἀστυνομικὸν ὄργανον. Ὁ φοιτητὴς ὁ ραπισθεὶς ἠθέλησε ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ ἀδίκημα εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς κοινωνοὺς τῆς γενομένης αὐτῷ προσβολῆς, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ, καὶ ἐσκόπει νὰ συσκεφθῇ μετ’ αὐτῶν τί πρέπει νὰ πράξωσι, διὰ νὰ προφυλάξωσιν ἐπὶ τὸ μέλλον τὰ ἑαυτῶν πρόσωπα ἀπὸ παραπλησίων βιαιοπραγιῶν. Ἐσκόπουν οἱ συνελθόντες νὰ ἀποφασίσωσι νὰ παραπονεθῶσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοῦ προσβαλόντος τὸν φοιτητὴν ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου δι’ ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς; Ἐσκόπουν νὰ ἀποταθῶσι πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δι’ ἀποστολῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτῆς νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν βιαιοπραγίαν; Ἐσκόπουν νὰ καταδηλώσωσι τὸ ἀδίκημα τὸ γενόμενον εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς δημοσιογραφίας; οὐδὲν τούτων γνωρίζω. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσυνείθισε νὰ παραχαράσσῃ τὰ πάντα, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραχαράξῃ καὶ τὴν σύσκεψιν ταύτην τῶν φοιτητῶν. Τί ἔπραξε λοιπὸν διὰ νὰ παρακωλύσῃ τὴν σύσκεψιν τῶν φοιτητῶν; ἐκάλεσεν ἄλλους φοιτητὰς, καὶ ἰδίως ἐκείνους τοὺς ὁποίους πληρώνει διὰ μισθοῦ, καὶ διατηρεῖ ὑπαλλήλους ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις, τοὺς ἔπεμψεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὁδηγήσασα αὐτοὺς νὰ παρακωλύσωσι τὴν συγκαλουμένην συνάθροισιν. Καὶ δὲν ἀπέστειλε μόνον τοὺς φοιτητάς, τοὺς ὁποίους μισθοδοτεῖ ὡς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἀπέστειλε καὶ ὑπαλλήλους ἄλλους, μὴ ὄντας φοιτητὰς, ἐργαζομένους δὲ ἐν τοῖς δημοσίοις γραφείοις. Μοὶ ἐνεχείρισαν κατάλογον ὀνομάτων τοιούτων φοιτητῶν μισθοδοτουμένων, καὶ τοιούτων ὑπαλλήλων μὴ φοιτητῶν, καὶ δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὰ ὀνόματα αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλαν διὰ νὰ παραλύσωσι τὴν σύσκεψιν τῶν φοιτητῶν. Ἀναφέρω τὸν Κωνσταντῖνον Πανόπουλον φοιτητήν, ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν Πέτρον Λιανὸν φοιτητὴν, ὑπάλληλον τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τὸν Λάζην φοιτητὴν, ὑπάλληλον τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας, τὸν Εὐστάθιον Μανωλάτον, φοιτητὴν ὑπάλληλον, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν Γεώργιον Σκαλτσᾶν φοιτητήν, ὑπάλληλον ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, τὸν Ι. Καβάλαν φοιτητήν, ὑπάλληλον ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ κλπ. Πάντες τάχα οὗτοι εἰσὶν ἐκ Μεσολογγίου; Ἀλλὰ δὲν ἀπέστειλαν μόνους αὐτοὺς, ἀπέστειλαν προσέτι τὸν Κωνσταντῖνον Κανάρην, φοιτητὴν, ὑπάλληλον τοῦ νομικοῦ συμβούλου κ. Καλογεροπούλου Μεσολογγίτου, τὸν Παντ. Βάλβην φοιτητήν, ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ Μεσολογγίου, τὸν νέον Παπαλουκᾶν, υἱὸν τοῦ ἐν Πάτραις Γυμνασιάρχου Παπαλουκᾶ τοῦ Μεσολογγίτου καὶ ἐν Πάτραις πράκτορος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦτον φοιτητὴν καὶ ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκτὸς τούτων ἀπέστειλαν τὸν Πάνον Ἀναγνωστόπουλον, μαθητὴν τοῦ Πολυτεχνείου ἀδελφὸν τοῦ Γεωργίου Ἀναγνωστοπούλου τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν Φίλιππον Καρβούνην, ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν Χρῆστον Μαρούλην, ὑπάλληλον αὐτόθι, τὸν Ἰωάννην Χατραγιάννην, ὑπάλληλον αὐτόθι, τὸν Ἰωάννην Μελέτην, ὑπάλληλον αὐτόθι, τὸν Παπαδόπουλον, ὑπάλληλον αὐτόθι, τὸν Διονύσιον Μαρούλην ὑπάλληλον αὐτόθι, τὸν Ἰωάννην Περγοζάρον, ὑπάλληλον τοῦ τυπογραφείου, τὸν Δ. Φίλην, ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν Κούρτην, ὑπάλληλον ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, τὸν Δημ. Βουλπιώτην, ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Πόσοι ἆράγε ἐξ αὐτῶν νὰ ἦναι Μεσολογγῖται;
§66ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον ἀρνοῦμαι τὴν ἀλήθειαν τῆς διαβεβαιώσεως, ὅτι ὑπάρχει ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, μισθοδοτούμενος Δ. Βουλπιώτης.
§67ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Εἶναι εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ὑπάλληλος.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναιρεῖτε ὅτι διατελεῖ ὁ Βουλπιώτης ὑπάλληλος ἐν τῷ ὑμετέρῳ Ὑπουργείῳ, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι ὅτι διατελεῖ ὑπάλληλος ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν τοιούτων φοιτητῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων μὴ φοιτητῶν, οὓς ἀπέστειλαν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἵνα παρακωλύσωσι τὴν σύσκεψιν τῶν φοιτητῶν, ἀνέρχεται κατὰ τὸν ἐν χερσί μου κατάλογον εἰς 22. Πόσοι μὴ σημειούμενοι ἐν τῷ καταλόγῳ τούτῳ πλὴν αὐτῶν ἀπεστάλησαν ἐργάται τυπογραφείων καὶ κλητῆρες Ὑπουργείων; Ἐνθυμεῖσθε τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, λέγοντα προχθὲς ὅτι οἱ ἰδικοί των δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πράξωσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔπραξαν. Ἠκούσατε ποῖοι ἦσαν οἱ ἰδικοί των. Καὶ ἐπειδὴ ἐδίσταζε μὴ δὲν μεταβῶσιν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τυγχάνοντες ὡς ὑπάλληλοι, μετέβη μόνος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀποστείλῃ καὶ αὐτοὺς εἰς ἐπικουρίαν εἰς τοὺς ἄλλους ἰδικούς του. Τότε ἐθεᾶτο ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ γιγνομένην συνάθροισιν, ὡς σᾶς ἔλεγε προχθές, ἀλλ’ ἐθεᾶτο, ἵνα πληροφορηθῇ, ἂν οἱ ἰδικοί των κατώρθωσαν νὰ παρακωλύσωσι τὴν σύσκεψιν. Ἀγνοῶ τί κατώρθωσαν οἱ τοιοῦτοι ἰδικοί των· ἔμαθον μόνον ὅτι μέγα μέρος τῶν συνελθόντων φοιτητῶν, ἀγανακτῆσαν ἕνεκα τῶν τοιούτων ραδιουργιῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τοιαῦτα ποταπὰ προσφυγούσης τεχνάσματα, ἐτράπη τὴν ὁδὸν τοῦ Σταδίου, ἀποφασίσαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν μου διὰ νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰ γενόμενα, καὶ ἰδίως τὸ προκαλέσαν τὴν σύσκεψιν ταύτην παράπονον, περὶ τοῦ κακωθέντος φοιτητοῦ ὑπὸ ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὰ προπύλαια τοῦ Βουλευτηρίου. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις οὐδὲν περὶ τούτων ἐγνώριζον, εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου δὲν εἶναι πλέον σύσκεψις φοιτητῶν, ἀλλὰ συνάθροισις πολιτῶν· καὶ ἂν αἱ σκέψεις τῶν φοιτητῶν δὲν πρέπῃ νὰ ἔχωσιν ἀντικείμενον τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἡ παρακωλύσασα διὰ τῶν εἰρημένων ποταπῶν μέσων τὴν σύσκεψιν τῶν φοιτητῶν Κυβέρνησις μετέτρεψεν αὐτὴν ἀναγκαίως εἰς συνάθροισιν πολιτῶν, ἥτις καὶ εἰς εὐρυτέρας ἠδύνατο νὰ τραπῇ μερίμνας καὶ φρόνημα νὰ ἐκδηλώσῃ περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἐλεγχθῇ ὅτι τρέπεται ἐπὶ ἀλλότρια ἔργα. Ἀπῆλθον λοιπὸν οἱ συνηγμένοι πολῖται ἐκ τῆς οἰκίας μου καὶ ἤρξαντο βαδίζοντες διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐπολλαπλασιάσθη διὰ τῆς προσθήκης καὶ περιέργων ἢ ὁμοφρονούντων· ἀλλ’ ἐτύγχανον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἔμαθον ἀπὸ τὸν φίλον μου κ. Σαλταφέρον, ὅτι πολῖται συνελθόντες ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου μὲ ζητοῦσι. Πρὶν ἢ μεταβῶ πρὸς αὐτούς, ἠθέλησα νὰ μάθω τίνες εἰσὶν οὗτοι οἱ ὁποῖοι μὲ ζητοῦσι. Καὶ δὲν εἶχον μὲν δικαίωμα ν’ ἀπευθύνω τοιαύτην ἀξίωσιν πρὸς τὸν διακεκριμένον φίλον μου, ἀλλὰ τὸ ἐκ τῆς φιλίας θάῤῥος μοὶ ἐπέτρεψε νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μεταβῇ νὰ ἴδῃ τίνες εἶναι οὗτοι. Ὁ κ. Σαλταφέρος ἐξῆλθε τῆς αἰθούσης πρὸς τοῦτο, καὶ μετ’ ὀλίγον ἐπῆλθεν ἡ εἴσοδος τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καταγγελλόντων τὰς γενομένας βιαιοπραγίας. Ποῖαι ἦσαν αὗται; Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον εἶναι ὅτι ἀφ’ ἧς οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἐτράπησαν τὴν ὁδὸν Σταδίου, ἡ Ἀστυνομία ἐνόμισε πλέον, ὅτι ὁ κίνδυνος ἐπέστη καὶ ὅτι πρέπει νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐκτάκτων μέσων διὰ νὰ συντηρήσῃ τὴν κλονιζομένην τάξιν. Ὥπλισε λοιπὸν τοὺς κλητῆρας τῆς Ἀστυνομίας δι’ ὅπλων Μυλωνᾶ καὶ περιεκύκλωσαν δι’ αὐτῶν τὴν ὁμήγυριν. Ὑπαστυνόμοι δὲ καὶ βοηθοὶ ὑπαστυνόμων καὶ ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἠκολούθουν αὐτούς. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ παρίστανται κατὰ τὰς δημοσίας συναθροίσεις, ἔχουσι καθῆκον μάλιστα. Ὅταν ὅμως τὸ πλῆθος ἔφθασε πρὸ τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὅτι ἐζήτει ἐμὲ, τότε σᾶς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, ὅτι ὑπέθεσεν ὅτι ἐγὼ ἔμελλον νὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πλήθους, καὶ νὰ διαπράξω τὸ πραξικόπημα, ὅπερ νομίζουσιν ὅτι ἡμεῖς πάντοτε ἔχομεν ἐν τῷ νῷ. Ἔσπευσαν λοιπὸν νὰ μετέλθωσι μέσα ἔκνομα διὰ νὰ διαλύσωσι τὸ πλῆθος. Ποῖα ἦσαν τὰ ἔκνομα μέσα; Κάποιος βοηθὸς ἢ κάποιος ἀστυνόμος, ὀνόματι Μπόγρας ἢ Μπογράκος, ἀγνοῶ, ὕψωσε ῥάβδον παχεῖαν καὶ κατήνεγκεν αὐτὴν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς χρηστοτάτου πολίτου, νέου τὴν ἡλικίαν, ἰατροῦ, τοῦ κ. Ἰωάννου Κ. Στασινοπούλου, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγων μηνῶν κατέλιπε τὰ βάθρα τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπανῆλθε πρὸ δύω μηνῶν ἐκ τῆς πατρίδος του εἰς Ἀθήνας, ἵνα δώσῃ πρακτικὰς ἐξετάσεις. Αὐτὸν δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργός, ψευδόμενος, ὡς συντάκτην τῆς «Πρωΐας», διότι ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ πορισθῇ κέρδος τι, ἀποδιδοὺς τὴν ὑποκίνησιν εἰς ἐμέ. Δὲν ἐτόλμησαν ῥητῶς νὰ ἀποδώσωσιν αὐτὴν εἰς ἐμὲ, καὶ κατέφυγον ἀνάνδρως εἰς ταπεινοὺς ὑπαινιγμούς. Ἀνέγνωτε προχθὲς δελτίον ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἐξηυτέλιζε τὴν Ἐξουσίαν πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀντελήφθησαν τῶν γενομένων κατὰ τὸ Σάββατον; Τί θέλουσιν εἰπεῖ οἱ ἀναγνόντες αὐτὸ καὶ ἀντιληφθέντες τῶν συμβάντων τοῦ Σαββάτου; Εἶναι δημοσία Ἀρχὴ ἡ τὸ δελτίον ἐκεῖνο συντάξασα, ἢ εἶναι ταπεινὸς λιβελλογράφος ἐξ εὐτελοῦς συμφέροντος σκοπῶν νὰ ὑβρίσῃ ἢ νὰ συκοφαντήσῃ πολίτας; Τοῦτο εἶναι τὸ σέβας τῆς δημοσίας Ἀρχῆς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, τὸ σέβας πρὸς ἑαυτήν; Καὶ δὲν διστάζει νὰ παραχαράσσῃ γεγονότα, τὰ ὁποῖα πληθὺς κατοίκων τῆς πόλεως Ἀθηνῶν αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς εἶδεν! Οἰκτείρω τὴν τάσιν, τὴν ὁποίαν διορῶ ἐκδηλουμένην ἐπὶ πάντων, θρηνῶ δὲ διὰ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, τὰς ὁποίας θέλει προκαλέσει. Εἰκονικότης περὶ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν τῶν ἰσχυόντων ἐν τῇ χώρᾳ, εἰκονικότης περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, διαστροφὴ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, προσπάθεια πρὸς παρακώλυσιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων, καίτοι παρακεχωρημένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, παραχάραξις καὶ πλαστογραφία τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος διὰ συγκεντρώσεως εἰς τὰ θεωρεῖα τῆς Βουλῆς ἀστυνομικῶν κλητήρων καὶ χωροφυλάκων μετημφιεσμένων. Χειροκροτοῦσιν οἱ μετημφιεσμένοι τοὺς μὲν, ἀποδοκιμάζουσι τοὺς δέ. Χθὲς, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅταν ἀνέβη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἔδωκεν ἀσημοτάτην ἀπάντησιν εἰς ἀσημοτάτην ἀπορίαν, ἣν προέβαλον αὐτῷ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογίας, ἀπάντησιν, ἥτις οὐ μόνον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συγκινήσῃ τὰ πλήθη, ἀλλ’ ἴσως ἤθελεν ἀποκοιμίσει τὸν ἀκούοντα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε πρὶν ἢ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του, ἐν τῷ θεωρείῳ ἐκείνῳ ἤρχισαν ἀμέσως νὰ χειροκροτῶσι καὶ ἐπευφημῶσι, διότι, φαίνεται, ηὐφράνθησαν καὶ ἐνεθουσιάσθησαν ἅμα ἰδόντες τὸν ἄνδρα, ὅστις κυβερνῶν πρὸ διετίας, ἀγωνίζεται νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι, μόλις ἀνέβη κατόπιν ὁ κ. Δημητρακάκης, καὶ πρὶν ἢ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του, ἠκούσθησαν ἐκ τῶν ἀκροατηρίων ἄσεμνοι λέξεις καὶ φράσεις, μὴ ἁρμόζουσαι εἰς πολίτας καλῶς ἀνατεθραμμένους. Εἶχε δίκαιον ὁ κ. Δημητρακάκης, εἰπὼν τότε, ὅτι δὲν πταίουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι εἶχον τεθῆ ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, ἵνα ἐπιδοκιμάζωσι τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοὺς λόγους τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ἀποδοκιμάζωσι δὲ καὶ ἐκφέρωσι τὰς ἀσέμνους λέξεις κατὰ παντὸς ἀντιπολιτευομένου. Δὲν πταίουσιν ἐκεῖνοι, εἶπον καὶ ἐγὼ χθὲς, ἀλλὰ πταίουσιν ἄλλοι, οἵτινες μετέρχονται τοιαῦτα μέσα διὰ νὰ παραστήσωσι διὰ τῶν ἐπιπλάστων καὶ ψευδῶν τούτων θορύβων, διὰ τῶν ἀσέμνων φράσεων καὶ κρωγμῶν, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ δημόσιον φρόνημα. Ἀλλὰ πλαστογραφοῦντες οὕτω τὸ δημόσιον φρόνημα, καθιστῶντες τοιαύτην λειτουργίαν ἐν τῷ Πολιτεύματι, μετατρέποντες πάντα εἰς τὴν εἰκονικότητα καὶ εἰς τὴν ἀπάτην, βαίνουσι γοργῷ τῷ ποδὶ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς νομίμου τάξεως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου ἔχουσι πίστιν εἰς τοὺς λόγους μου. Ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι ἐγὼ δὲν θέλω συμβουλεύσει τοὺς πολίτας Ἕλληνας νὰ συγκρούωνται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ νὰ φωνάζωσι «κάτω ἡ Κυβέρνησις». Ἂν ὁ κ. Τρικούπης ἐσυμβούλευσε κατὰ τὸ 1879 τὸν λαὸν τῶν Πατρῶν νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Κουμουνδούρου, τοῦ ὁποίου μετεῖχον τότε, ἐγὼ δὲν θέλω ποτὲ συμβουλεύσει παραπλήσια. Ἂν ὁ κ. Τρικούπης ἐσυμβούλευσεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐν αἷς περιηγεῖτο κατὰ τὸ 1878 καὶ 1879, παραπλησίας διαδηλώσεις, παρασκευαστικὰς κλονισμῶν τῆς τάξεως, οὐδὲν τοιοῦτον προηγούμενον θέλω μιμηθῆ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν κυβερνώντων καὶ πρέπει νὰ ἐκφράζῃ δημοσίᾳ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ τηρῶν τοὺς νόμους καὶ συντηρῶν τὴν νόμιμον τάξιν. Ἐὰν ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω ἀπερχομένους τῆς Ἀρχῆς τοὺς νῦν κυβερνῶντας, καὶ ἄλλους ἀντ’ αὐτῶν ἀναλαμβάνοντας τὰ ἡνία τοῦ Κράτους, ἐπιθυμῶ πάντοτε νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο διὰ τῶν νομίμων μέσων· διότι ὡς Ἀντιπολίτευσις ἀντλοῦμεν τὴν δύναμιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν διαχειριζόμεθα, ἐκ τοῦ νόμου, ἐκ τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον διανύομεν ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, δὲν ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων τῶν νόμων, διότι τότε ἡ ἀνατροπὴ αὐτῶν θέλει ἀφαιρέσει καὶ παρ’ ἡμῶν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ κατάλυσις τῶν νόμων, δὲν ἐνυπάρχει πλέον νόμιμος τάξις, ἀντικαθίσταται αὕτη διὰ τῆς ἀναρχίας, ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἐπαναστάσεων, ἡμεῖς δὲ δὲν θέλομεν εἶσθαι βεβαίως οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κινήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν. Ἐὰν ἄλλοι ἤθελον ὠθήσει αὐτὸν εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο μέτρον, εἰς ἡμᾶς τότε ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ σώσωμεν τὸν Τόπον ἀπὸ τῶν κακῶν τῆς νέας ἐκείνης καταστάσεως.
§69Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραπολὺ σπουδαίως ἐξέλαβε τὸ ζήτημα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς καὶ ἀνῆλθε τὸ βῆμα νὰ διαψεύσῃ τὸν κ. Λομβάρδον. Παραξενεύομαι, πῶς πολιτικὸς, οἷος ὁ κ. Δηλιγιάννης, κατεδέχθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴν καὶ νῦν Ὑπουργόν. Δὲν ἐνθυμήθη ἆραγε ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅτι εἶναι εὔκολον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἰσχυρίζητε καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ψεύδη ἐπὶ λόγῳ τιμῆς; Ἐλησμόνησε τὴν Ζάκυνθον καὶ τὰς ἐκεῖ ἀγορεύσεις αὑτοῦ; Κατέκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ζητεῖ δι’ ἐκνόμων μέσων νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι αὐτοὶ οἱ σήμερον κατήγοροι, ἀσεβοῦντες ἄλλοτε πρὸς τὸ πένθος τοῦ ἀντιπάλου αὐτῶν, κομίζοντος τὸν νεκρὸν τοῦ πενθεροῦ του καὶ ὑποδεχομένου ὑπὸ τῶν πολυπληθῶν αὐτοῦ φίλων συμμεριζομένων τὸ πένθος του, προέβησαν εἰς ἀσεβεῖς ἐπιδείξεις, ἃς ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ἐπεκρότουν ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποδεχόμενοι μετὰ μειδιαμάτων τοὺς ἐποχουμένους καὶ εὐθυμοῦντας, διερχομένους κάτωθεν τῆς οἰκίας του, καὶ ἔχοντας ἐπὶ κεφαλῆς τὸν χορηγοῦντα τὰς δαπάνας, μέλος σπουδαιότατον τοῦ κόμματος, καὶ ἰσχυρότατον μοχλὸν τῆς πολιτικῆς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐνισχύσεως. Δὲν ἐνθυμήθη ὅτι ὅταν τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας ἐκυμαίνετο, καὶ ἡ Εὐρώπη ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος, οἱ κυβερνῶντες σήμερον διενήργουν διαδηλώσεις ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν καὶ ἀποβλέποντες πρὸς μόνην τὴν κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας! Καὶ τολμᾶτε σεῖς νὰ συκοφαντῆτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς ὀργανίζουσαν διαδηλώσεις, σεῖς οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ὀργανωταὶ τῶν διαδηλώσεων, σεῖς οἱ τὰ πάντα καὶ τὰ ἱερώτερα ἐκμεταλλευόμενοι, διὰ νὰ καταλάβετε τὴν Ἐξουσίαν; Σεῖς οἵτινες, χάριν αὐτῆς, εἶσθε ἕτοιμοι νὰ ὑπογράψητε οὐχὶ τὸ πρωτόκολλον, ὅπερ καταδικάσατε ὡς προδοτικὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποχωρήσητε ἐντελῶς, ἤρκει μόνον αἱ ἀπειλαὶ καὶ ἡ ὑποχώρησίς σας νὰ σᾶς ἐξησφάλιζε κέρδος ὀλίγων ἑκατομμυρίων ἐκ τῆς ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ ἀναβιβάσεως ἢ καταβιβάσεως τῶν χρεωγράφων; Τοιοῦτοι ὑπήρξατε καὶ τοιοῦτοι θὰ ἦσθε πάντοτε, ἄνευ πατριωτισμοῦ, ἕνα ἔχοντες ὑπολογισμὸν, τὸ συμφέρον· ἀγωνίζεσθε πρὸς διατήρησιν τῆς Ἐξουσίας διὰ νὰ γυμνώνετε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Συνετισθῆτε· ὠφεληθῆτε ἐκ τῆς τυφλῆς πλειονοψηφίας σας καὶ ὁδηγήσατε τὸ κλυδωνιζόμενον σκάφος τῆς Πολιτείας εἰς ἀσφαλῆ λιμένα. Μὴ ἔρχεσθε νὰ συκοφαντήσητε τοὺς ἄλλους, καὶ κινῆτε τὸν γέλωτα, παίζοντες πρόσωπον κωμῳδοῦ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς.
§71ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 2ον).
§72Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ ρητίνη, ἡ ἐξαγομένη ἀπὸ τὰ πεύκη τῆς Λακεδαίμονος, εἶναι τῆς τελευταίας ποιότητος ἐπὶ τόσον, ὥστε ἐν αὐτῇ τῇ Λακεδαίμονι ρίπτουσιν εἰς τοὺς οἴνους ρητίνην, τὴν ὁποίαν μεταφέρουσιν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Κορινθίας, καθόσον ρίπτουσιν ὀλιγώτερον ποσὸν κατὰ 60% καὶ πλέον, τοῦτο γνωρίζουν πάντες. Ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶναι, ὡς εἴπομεν, ἡ ρητίνη αὕτη τελευταίας ποιότητος, εἰς τὴν διατίμησιν τῆς φορολογίας σημειοῦται μὲ 67 λεπτὰ, ἀνωτέρα πασῶν τῶν ρητινῶν, διότι, ἐνῷ τῶν Ἀθηνῶν ἡ ρητίνη, ἧς τὸ ποσὸν, ἂν περισσεύσῃ ἀπὸ τοὺς οἴνους, χρησιμεύει εἰς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, ὡρίσθη ἡ τιμή της εἰς λεπτὰ 60 κατ’ ὀκάν· ἀφίνω δὲ ὅτι εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ὡρίσθη καὶ εἰς 40, 35 καὶ 28 λεπτά· πολὺ δὲ πλέον γίνεται ἄδικον εἰς Λακεδαίμονα, διότι πληρώνεται φόρος ρητίνης ἐθνικῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, διατί ἀνεβίβασε τὴν ρητίνην τῆς Λακεδαίμονος ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν ὡς τὴν ἀνωτέραν πασῶν τῶν ἐξ Ἑλλάδος ρητινῶν.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ τιμαὶ, αἱ ἐγγραφεῖσαι ἐν τῷ νόμῳ, ὡρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας· ἔχω τὸν φάκελλον· ἰδοὺ δὲ τί περὶ Λακεδαίμονος ὁ Ἔφορος γράφει (ἀναγινώσκει). Ἐλάβομεν τὰ τρία ἔτη ὁμοῦ εἰς προσδιορισμὸν τοῦ προσφάτου μέσου ὅρου, τοῦτον δὲ προσεθέσαμεν εἰς τὸν μέσον ὅρον τῶν προηγουμένων ἐτῶν, καὶ διαιρέσαντες διὰ τοῦ 2 ἀνεγράψαμεν τὸ πηλίκον ὡς νόμιμον τιμήν. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰς τὸ βῆμα, θὰ προτείνω πρόσθετον ἄρθρον εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη θὰ φορολογῶνται ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεων ἐτησίων. Ἕνεκα διαφόρων λόγων τὰ βιβλία δὲν περιῆλθον ἐγκαίρως εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως δοθῇ παράτασις προθεσμίας· τῆς αὐτῆς παρατάσεως παρίσταται ἀνάγκη καὶ καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν ζώων. Ὅθεν προτείνω ὡς ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§74ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ ρητίνη τῆς Λακεδαίμονος εἶναι ἡ τελευταίας ποιότητος, ἀλλὰ δυστυχῶς ὑπάρχουσι μερικοὶ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες, διότι ἐκ τῆς μὴ ἀκριβοῦς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντός των μειοῦνται τὰ ἔσοδα, ἐπιπροσθέτουσι καὶ ἄλλα, διὰ νὰ ἠμπορέσωσι νὰ δείξωσιν, ὅτι ἐβεβαίωσαν πολλὰ ἔσοδα· τοιοῦτό τι συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ Ἔφορος Λακεδαίμονος, εἴτε ἐξ ἀγνοίας, εἴτε ἐκ προθέσεως, ἔδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐσφαλμένας πολὺ πληροφορίας, ὡς πρὸς τὴν τιμὴν, ἐν ᾗ πωλεῖται ἡ ἐν Σπάρτῃ ρητίνη, διότι λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τῆς ρητίνης, ἥτις πωλεῖται ἐκεῖ μεταφερομένη ἀπὸ τὴν Κορινθίαν, ἥτις ἔχει διπλῆν σχεδὸν ἀξίαν τῆς ρητίνης τῆς Λακεδαίμονος, διότι ρίπτουσιν εἰς τοὺς οἴνους πολὺ ὀλιγώτερον ποσὸν, ἑπομένως τιμᾶται βαρύτερον, ἀφοῦ μάλιστα γίνονται τόσα ἔξοδα μεταφορᾶς ἀπὸ Κόρινθον ἢ Μέγαρα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν πρώτην παρατήρησίν μου ἐπὶ τοῦ παραπόνου τούτου ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας μου, μοὶ ὑπέδειξε τὸν πίνακα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου συνετάχθη ἡ διατίμησις τῶν ρητινῶν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπὶ ἑνεαετίαν διατιμήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Λακεδαίμων κατέχει πάλιν τὴν πρώτην θέσιν, διότι εἶναι σημειωμένη 42 λεπτὰ, ἐνῷ αἱ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν σημειοῦνται ἀπὸ 40 λεπτὰ καὶ κάτω. Συμβαίνει τοῦτο, διότι καὶ οἱ πρώην Ἔφοροι τῆς Λακεδαίμονος ἐσημείωσαν τὴν τιμὴν τῆς ρητίνης, ἀρυόμενοι αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τῆς Σπάρτης, ἐν ᾗ ἐπωλεῖτο ρητίνη Κορινθίας, ἔχουσα πάντοτε μεγαλειτέραν ἀξίαν ἀπὸ ἐκείνην τῆς Λακεδαίμονος, καὶ καθισταμένη μὲ ἔτι μεγαλειτέραν τιμὴν, διότι ἐπιβαρύνεται καὶ μὲ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς διὰ ζώων ἐπὶ 30 καὶ 40 ὥρας. Εἶδον εἰς τὴν σημείωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ Ἔφορος ἐσημείωσε τὴν ρητίνην τῆς Σπάρτης, πωλουμένην μὲ 70 λεπτὰ κατὰ τὰ 1881 καὶ 1882 καὶ κατὰ τὸ 1883 1,40, ἐνῷ κατὰ τὰ δύω πρῶτα ἔτη δὲν ἐπωλήθη ἡ ρητίνη τῆς Λακεδαίμονος πλέον τῶν 27 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, τὸ δὲ 1883 ἐπωλήθη μόλις εἰς 70 λεπτὰ, πωληθείσης μὲ μίαν δραχμὴν τῆς ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν κομισθείσης. Ἀλλ’ αἱ τιμαὶ τοῦ 1883 εἶναι ἱστορικαὶ, ὅπως εἶναι ἱστορικὴ καὶ ἡ τῶν οἴνων εὐφορία τοῦ 1883, καὶ τὸ γνωρίζουσι πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀκόμη, ἑπομένως δὲν δύναται ἡ τιμὴ τοῦ ἔτους αὐτοῦ καὶ νὰ ληφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ καὶ ἐν μέρει ὡς κανὼν διατιμήσεως τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν Πρωθυπουργὸν ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς τὸ μέρος τοῦ νόμου μέχρι τῆς αὔριον καὶ νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς, ὅπως τῷ δώσωσι πληροφορίας ἐκ Σπάρτης ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου οἱ Νομάρχης, Ἔφορος καὶ Ταμίας, συνερχόμενοι καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Σαλταφέρος ἐφέρομεν παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ διαβιβάσῃ ἐν τῇ περὶ τούτου τηλεγραφικῇ διαταγῇ, καθόσον εἶναι ἀδικώτατον νὰ πληρώσωσιν οἱ ρητινοεργάται Λακεδαίμονος τετραπλοῦν φόρον, διότι σημειοῦται διπλῆ ἡ τιμὴ, ἥτις καὶ αὕτη διπλασιάζεται, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, πληρώνει ὡς ἐθνική.
§75ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀναφέρομαι καὶ ἐγὼ εἰς ὅσα ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς ἐπεκαλέσθη, ὅπως ἐλαττώσῃ τὴν ἀξίαν τῆς ρητίνης τῆς Ἐπαρχίας Τροιζηνίας καὶ προσθέτω καὶ τὸ ἑξῆς. Τὸ δυστύχημα εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ Ἔφοροι διὰ νὰ συνιστῶνται κατὰ πᾶν ἔτος εἰς τοὺς προϊσταμένους των, ἐπιδιώκουσιν ὁλονὲν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καὶ διὰ τοῦτο τοὺς βλέπομεν ἀποδεκατοῦντας καὶ φορολογοῦντας τὸν ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον· ἐντεῦθεν προέρχονται ἀδικίαι, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ὁ κ. Δημητρακάκης ἐποιήσατο λόγον, καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πλειότερα, διότι ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες κατήντησαν ἀφόρητοι. Εἰς τὴν Τροιζηνίαν οἱ ρητινοσυλλέκται, οἵτινες δὲν εἶναι ἐγχώριοι, ἀλλ’ ἔρχονται ἀπὸ τὸ Ἀγκίστρι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις αὐτὸ ὡς ἐπάγγελμα, ὅταν ἐκ τῆς θέρμης τοῦ ἡλίου τὰ δένδρα ἀποστάζωσι σταγόνας τινὰς, εἴτε εἰς κοιλότητας, εἴτε εἰς λίθους, ἔρχονται καὶ διὰ μιᾶς μαχαίρας ξέουσιν αὐτὰς σταγόνας, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ρητίνη, τὴν ὁποίαν συλλέγουν· δὲν εἶναι ποσότης, ἀλλὰ εἶναι δάκρυα, τὰ ὁποῖα πίπτουσιν ἐκ τῶν δένδρων ὡς ἐκ τῆς θέρμης τοῦ ἡλίου. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ρητίνη, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ Ἔφορος, ὅτι εἶναι ἀξία νὰ φορολογηθῇ πρὸς 39 λεπτά. Τὸ ποσὸν δὲ, τὸ ὁποῖον συνάγεται, δὲν ἐξαρκεῖ διὰ τὸ Ἐσωτερικόν. Κατὰ συνέπειαν τὸ ποσὸν τῶν 39 λεπτῶν εἶναι ἄδικον καὶ παρακαλῶ νὰ ἐλαττωθῇ. Καὶ πέρυσι μοὶ ἀπέτεινον τὴν μομφὴν οἱ συμπολῖταί μου, διατί ἄφησα αὐτοὺς ἀπροστατεύτους. Κατὰ συνέπειαν συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ ποσότης εἶναι ὀλιγίστη, καὶ ἡ ποιότης δὲν εἶναι καλή, διότι ὅλη προέρχεται ἀπὸ ξύσματα, εἰς τὰ ὁποῖα βάζουν καὶ ξύλα καὶ χώματα. Ἄρα καὶ κατ’ οὐσίαν, καὶ κατὰ πηγὴν, καὶ ὑπὸ γεωλογικὴν ἔποψιν, καὶ ὑπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπόψεις εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιβληθῇ τόσον μεγάλη φορολογία καὶ πρέπει νὰ φορολογηθῇ πρὸς 25 λεπτά.
§76ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ προπαρελθὸν ἔτος μεγάλη κατανάλωσις τῆς ρητίνης, ὡς ἐκ τῆς εὐφορίας τῶν ἀμπέλων καὶ τῆς μεγάλης παραγωγῆς τῶν οἴνων, ὅπως λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον τῆς τιμῆς τῆς ρητίνης τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφομένην, διότι, ὡς προεῖπον, ἦτον ἔκτακτος ἡ τιμὴ τῆς ρητίνης, ἕνεκα τῆς μεγάλης παραγωγῆς τῶν οἴνων. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν παρελθοῦσαν παραγωγὴν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης νὰ ὁρίσωμεν τὸν φόρον τῆς ρητίνης διὰ τὸ μέλλον. Δίκαιον δὲ εἶναι νὰ ἀφήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς ρητίνης ὅπως ἦτο καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Δὲν πρέπει δὲ ἕκαστος ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν τῶν ἀντιπροσωπευόντων ρητινοφόρους Ἐπαρχίας νὰ περιορίζῃ τὰς ἀξιώσεις του, ὅπως ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τοῦ φόρου τῆς ρητίνης μόνον ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ του, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ φόρου τούτου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁρισθεῖσα τιμή. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἅπαντες οἱ συνάδελφοι θὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι εἰς τοῦτο. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος ἡ τιμὴ τῆς ρητίνης εἶχεν ὁρισθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς 29 λεπτὰ τὴν ὀκὰν, ἤδη δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται εἰς 38· ἑπομένως ἐπιβαρύνονται οἱ δυστυχεῖς ρητινοσυλλέκται τῆς Ἐπαρχίας ταύτης ἐπὶ πλέον μὲ νέον φόρον 8 λεπτῶν κατ’ ὀκὰν, ὅπερ εἶναι ἄδικον καὶ καταθλιπτικόν. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, νὰ μείνῃ ὡς εἶχε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ τιμὴ τοῦ φόρου τῆς ρητίνης.
§77Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ διαφωνῶ πρὸς τοὺς προλαλήσαντας. Εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ἡ Ἐπαρχία, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, ἐνδιαφέρεται πλέον ἴσως πάσης ἄλλης προκειμένου περὶ φόρου ρητίνης, οὐ μόνον διὰ τὴν ρητίνην τῆς Μεγαρίδος, ἀλλὰ καὶ διότι οἱ τοῦ Δήμου Ἐλευσῖνος κυρίως καλλιεργοῦσι τὰ ρητινοφόρα δένδρα τῆς τε Ἀττικῆς καὶ τῆς Εὐβοίας. Ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ τῆς ρητίνης, εἰς ἣν ἠσχολήθην, πείθομαι ὅτι δίκαιον εἶναι σήμερον νὰ γίνῃ προσθήκη τις εἰς τὸν φόρον, οἷος μέχρι τοῦδε ἀπὸ τοῦ 1880 ὑπῆρχε. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῆς ρητίνης μετεβλήθη ἐν ἔτει 1880 τῇ προτάσει πολλῶν βουλευτῶν, ἀνηκόντων εἰς ρητινοφόρους Ἐπαρχίας, προτάσει, ἣν ἀπεδέχθησαν ὡς ὀρθὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις Κουμουνδούρου ὑποβαλοῦσα σύμφωνον τῇ προτάσει νομοσχέδιον καὶ ἡ διαδεχθεῖσα αὐτὴν ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν Κυβέρνησις, ἐπαναλαβοῦσα αὐτό. Τὸ νομοσχέδιον ψηφισθὲν κατὰ τὰ 1880 εὐηργέτησεν ἀληθῶς τοὺς παραγωγοὺς τῆς ρητίνης. Ἀντὶ τοῦ διὰ μηνιαίων πρωτοκόλλων ὁρισμοῦ τῆς τιμῆς τῆς ρητίνης, ὁρίζεται ἐν τῷ ἐτησίῳ νόμῳ ἐφάπαξ δι’ ὅλον τὸ ἔτος μία τιμή· ταύτην δὲ ὥρισεν ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπὸ τοῦ 1870 μέχρι τοῦ 1879 πρωτοκόλλων, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν τιμῶν 9 ἐτῶν. Ἔκτοτε οἱ ἐτήσιοι φορολογικοὶ νόμοι ἀφῆκαν ἀμετάβλητον, ὡς βάσιν φορολογικὴν τὴν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1880 ὁρισθεῖσαν κατὰ τόπους τιμήν. Ἀλλ’ ἔκτοτε, κύριοι, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι αἱ τιμαὶ τῆς ρητίνης ὑψώθησαν καὶ ἂν ἔτι μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐξαιρετικὴ πέρυσιν ὕψωσις.
§78ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόση ἦτο;
§79ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τῆς τοῦ Δήμου Μεγάρων ἔφθασεν ἡ τιμὴ καὶ μέχρι τῆς δραχμῆς. Ὡσαύτως δὲ καὶ τῆς τῶν Δήμων Σαλαμῖνος καὶ Ἐλευσῖνος. Ηὐξήθη ἐπίσης δὲ καὶ ἡ τιμὴ τῆς ρητίνης τῶν λοιπῶν Δήμων καὶ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους αὔξησις ἐπῆλθεν ἀνάλογος.
§80ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶνε τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς τῆς Λακεδαίμονος.
§81ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λέγετε ὅτι φορολογεῖται ἡ ρητίνη τῆς Μεγαρίδος ὀλιγώτερον τῆς ὑμετέρας· μὴ λησμονῆτε ὅμως ὅτι ἡ ρητίνη αὕτη τιμᾶται μὲν περισσότερον ἐν ταῖς ἀγοραῖς εἰς ἃς μεταφέρεται, ἀλλ’ εἶνε ἐκεῖ βεβαρημένη διὰ βαρέων ἐξόδων μεταφορᾶς, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο μόνος ὁ ἐπὶ τῆς ἐπιτοπίου τιμῆς ὑπολογισμὸς τοῦ φόρου εἶναι ὀρθὸς καὶ ἐνταῦθα ὡς καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης φορολογίας. Ὅτι δὲ ὁ φόρος οὗτος δικαίως ὑπελογίσθη θέλετε πεισθῆ, ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψει τὰ πρωτόκολλα, ἐν οἷς θέλετε ἴδει ὅτι πανταχοῦ ἐλήφθη ὁ μέσος ὅρος τῶν μέχρι τοῦδε κατὰ τόπους τιμῶν τῆς ρητίνης πρὸς ὁρισμὸν τοῦ φόρου αὐτῆς.
§82ΣΑΛΤΑΦΕΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον, κύριοι, δι’ ὃν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστήθη κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ φόρου τούτου, νὰ ἀπονείμῃ τὸ γέρας εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, ἥτις βεβαίως δὲν θέλει τῷ εἶσθαι εὐγνώμων ἐπὶ τῇ ἀλυσιτελεῖ ταύτῃ τῶν πρωτείων τιμῇ. Ἡ ποιότης τῆς ρητίνης Λακεδαίμονος, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Δημητρακάκης, εἶναι ποιότης ὑστάτη, καὶ τοσοῦτον ὥστε δὲν γίνεται χρῆσις αὐτῆς, ἐὰν μὴ ἀναμιχθῇ μετὰ ρητίνης ἐξαγομένης ἐκ τοῦ Σοφικοῦ τῆς Κορινθίας· διὰ τὴν ἐσχάτην δὲ ταύτην ποιότητα ἡ Κυβέρνησις ὥρισε τὴν ὑπάτην τῶν τιμῶν, τὴν τῶν 67 λεπτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ προσδιορισθεῖσα τιμὴ εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη πωληθείσης, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ἐκεῖθεν ἁρμοδίας οἰκονομικῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν ὁ ζῆλος τινῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἐξυπηρέτησιν δῆθεν τοῦ Δημοσίου συμφέροντος φθάνῃ ἐνίοτε καὶ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ διπλασιάζειν τὰς τιμὰς, εἰς ἃς ἐπωλήθη, καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις μάλιστα τῇ δίδεται ἀφορμὴ πρὸς τοῦτο, νὰ μὴ λαμβάνῃ ταύτας ἀνεξελέγκτως καὶ ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ βάσει καθορίζῃ τὸν φόρον, ἀδικοῦσα οὕτω ὁλόκληρον κοινωνίαν· οὔτε ἦτον ὀρθὸν νὰ συμπεριλάβῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τὴν ἀξίαν, εἰς ἣν ἐπωλήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ ρητίνη, ἥτις ὁμολογουμένως ἔσχεν ἔκτακτον ὑπερτίμησιν· ἡ δι’ ἀσυνήθη αἰτίαν ὑπερτίμησις ἔδει νὰ μὴ λαμβάνηται ὡς ὅρος καθορισμοῦ συνήθους τιμῆς. Δικαιότερον, νομίζω ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἐλαμβάνετο ὁ μέσος ὅρος τοῦ γενικοῦ ἀθροίσματος τῶν διαφόρων τῆς ρητίνης κατ’ Ἐπαρχίας καὶ δήμους τιμῶν, καὶ ὁρισθῇ οὕτω μία καὶ ἡ αὐτὴ τιμὴ δι’ ἅπαντα τὰ μέρη. Τὸ τοιοῦτον θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς φορολογίας, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐπικρατῇ ἀφομοίωσις, ἐνῷ ἤδη ἐπικρατεῖ ἡ ἀνισότης. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἤθελε δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ζητήσῃ, ὅπως καὶ ὁ προαγορεύσας συνάδελφός μου διετύπωσε, τηλεγραφικῶς πληροφορίας περὶ τῆς συνήθους τιμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν πωλεῖται ἐν Λακεδαίμονι ἡ ρητίνη καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων μειώσῃ, ὡς εἶμαι βέβαιος, τὴν ὁρισθεῖσαν ἐν τῷ πίνακι τιμήν.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ προτιμήσεως οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος. Ὁ προσδιορισμὸς τῶν τιμῶν ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν. Αἱ πληροφορίαι δὲ δὲν ἀνάγονται μόνον εἰς τὸ παρελθὸν ἔτος, ὥστε νὰ δύνηται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἀδίκημα· ἀνάγονται κατὰ πρῶτον μὲν λόγον εἰς τὰ τρία παρελθόντα ἔτη, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον εἰς τὰ 9 προπαρελθόντα ἔτη, ἐλήφθη δὲ ὁ μέσος ὅρος τῶν μέσων τούτων ὅρων, δηλαδὴ τοῦ μέσου ὅρου τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ τοῦ μέσου ὅρου τῶν 9 προτελευταίων ἐτῶν. Ἤδη οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐκ Λακεδαίμονος, οἱ ἀγορεύσαντες, λέγουσιν, ὅτι ἀδικοῦμεν τὴν Λακεδαίμονα καὶ τὴν ἀδικοῦμεν κατόπιν πληροφοριῶν τοῦ τελευταίου Ἐφόρου, ὅστις ἦτο ἰδιότροπος ὡς πρὸς τὰς πληροφορίας αὑτοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προτελευταίαν ἐννεαετίαν ὅμοιον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τὴν Λακεδαίμονα καὶ ἰδού. Ἡ Ἐπαρχία Λακεδαίμονος κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς ἐννεαετίας τῆς προηγουμένης, ἀναγραφέντα ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1880, εἶχε τιμὴν ρητίνης 42 λεπτά, αἱ δὲ ἄλλαι ἐπαρχίαι εἶχον 33, 31, 23, 32, 39, 32, 28, 26, 31, 29, 25 κτλ. Βλέπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει τι νέον δυνάμενον ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν τελευταῖον Ἔφορον. Ἐὰν κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἡ τιμὴ τῆς ρητίνης ὑπῆρξεν ἀνωτέρα, ὅπερ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἀληθεύει οὐ μόνον διὰ τὴν Λακεδαίμονα, ἀλλὰ δι’ ὅλας τὰς Ἐπαρχίας, δὲν ἐλήφθη ὅμως τὸ ἔτος τοῦτο ἀποκλειστικῶς ὑπ’ ὄψει, ἐλήφθη μετὰ τῶν δύω προηγουμένων ἐτῶν εἰς ἀποτέλεσιν τοῦ μέσου ὅρου. Ποῖος ὁ μέσος ὅρος διὰ τὴν Λακεδαίμονα τῆς τελευταίας τριετίας; 93 λεπτά. Ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλομεν τὸν ὅρον τοῦ τελευταίου ἔτους, ὁ ὁποῖος εἶναι 140 λεπτά, οὐδὲ τὸν ὅρον τῆς τριετίας, ὁ ὁποῖος εἶναι 93 λεπτά, ἀλλὰ τὸν ὅρον τοῦτον τῆς τριετίας τὰ 93 λεπτά, συνδυάζομεν μετὰ τοῦ μέσου ὅρου τῆς προηγουμένης ἐννεαετίας καὶ ὡρίσαμεν τὴν τιμὴν τοῦ μέσου ὅρου τῶν δύω τούτων. Ὁ μέσος ὅρος τῆς τελευταίας ἐννεαετίας ἦτο, ὡς εἶπον, 42 λεπτά, ὁ μέσος ὅρος τῆς τριετίας 93 λεπτά· ἑπομένως ὁ τρίτος μέσος ὅρος τῶν δύω τούτων εἶναι τὰ τοῦ νομοσχεδίου 67 λεπτά. Αὕτη εἶναι ἡ ἐργασία, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅ,τι δὲ λέγω περὶ Λακεδαίμονος, τοῦτο λέγω καὶ περὶ Τροιζηνίας. Ἡ Τροιζηνία, ἐὰν παραπονῆται σήμερον, ἐπίσης ἔπρεπε νὰ παραπονῆται καὶ πρότερον, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην ἐννεαετίαν ὁ μέσος ὅρος ὑπελογίσθη εἰς 38 λεπτά, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῆς τριετίας εἶναι 40 λεπτά, ἑπομένως ἐλάβομεν τὸν μέσον ὅρον μεταξὺ τῶν 38 λεπτῶν καὶ τῶν 40 λεπτῶν, ἤτοι 39 λεπτά. Καὶ ὡς πρὸς τὴν Λοκρίδα τὰ αὐτὰ εὑρίσκομεν. Τῆς Λοκρίδος ὁ μέσος ὅρος τῆς τελευταίας τριετίας εἶνε 44 λεπτά, τῆς προτελευταίας ἐννεαετίας ἦτο 29 λεπτά· ὁ ὁρισθεὶς ὅρος εἶναι ὁ μέσος τῶν δύω τούτων. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται νὰ παρασταθῇ ὅτι ἐγένετο σφάλματι ἢ προτίμησις, ἀφοῦ δὲν ἐστηρίχθημεν ἐπὶ μόνων τῶν τελευταίων τιμῶν ἢ ἐπὶ πληροφοριῶν ἀνεξελέγκτων, ἀλλ’ ἀνεγράψαμεν τὰς τιμὰς κατὰ τὸν μέσον ὅρον 12 ἐτῶν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡρισμένη πρότασις δὲν ὑπάρχει. Θὰ θέσω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 3ον ἄρθρον.)
§85ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου ζητεῖται νὰ ἐπιτραπῇ ἀπαρίθμησις τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν δημοπρασιῶν. Κατὰ τὸν σήμερον ἰσχύοντα Νόμον τοῦ 1878 ἡ ἀπαρίθμησις ἐνεργεῖται μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς δημοπρασίας. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίαν, ἐὰν χάριν μείζονος προστασίας τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν συμφερόντων τῶν κτηνοτρόφων ζητῇ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὸ σύστημα τοῦ 1858, ἢ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ διὰ τίνας.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι τοσοῦτον δικαία, ὥστε δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ ὅτι προστατεύει ἀμφότερα τὰ συμφέροντα. Καθῆκον βεβαίως εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προνοήσῃ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου, ἀλλ’ ἐπρονόησε διὰ τρόπου μηδενὸς θίξαντος τὰ συμφέροντα· διότι ἡ ἀπαρίθμησις, πρὸ τῆς δημοπρασίας γινομένη, ἀφαιρεῖ ἀπὸ ταύτης τὰ ἀνακαλυφθησόμενα ζῶα, οἱ δὲ διαγωνισθησόμενοι ἐν γνώσει τῆς ἀφαιρέσεως ταύτης θὰ προσφέρωσιν ὀλιγώτερα, ἐνῷ τὸ Δημόσιον προστατεύεται διὰ τοῦ χορηγουμένου αὐτῷ δικαιώματος κατὰ τῶν συστάσεων τῶν διαγωνιζομένων· ὥστε ἀποτέλεσμα τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι προλαμβάνονται αἱ καταχρήσεις.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι ὁ φόρος δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστήν. Σεῖς δύνασθε νὰ κάμητε ἀπαρίθμησιν, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου· τί θὰ ἐκθέσητε τότε εἰς δημοπρασίαν;
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ἀνακαλυφθῶσιν ὅλα τὰ ζῶα, δὲν θὰ προκληθῇ δημοπρασία. Ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν προτέρων ἡ ἀπαρίθμησις· διότι, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ διατάξωμεν τὴν ἀπαρίθμησιν κατόπιν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς δημοπρασίας. Ἡ διάταξις ἐπιτρέπει ὅπως, ὅταν ἴδωμεν ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν προτάσεις ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, ὅτι ὑπάρχει σύστασις, ἵνα παρεμποδισθῇ ἡ ἐπιτυχία τῆς δημοπρασίας, προβαίνωμεν εἰς ἀπαρίθμησιν ἐκ τῶν προτέρων.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν κάμνετε ἐνοικίασιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον λέγετε ὅτι δύνασθε καὶ πρὸ τῆς δημοπρασίας νὰ κάμητε ἀπαρίθμησιν. Θὰ εἴπῃ ὅτι καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἰμπορεῖται νὰ κάμητε. Ἀλλ’ ἀφοῦ κάμητε ἀπαρίθμησιν, τότε τί θὰ ἐνοικιάσητε;
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε δὲν θὰ ἐνοικιάσωμεν.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε, ὑπάρχει εἰς τὸν Νόμον, καὶ τότε πλεονάζει τὸ ἄρθρον. Λέγετε ὅτι ὁ φόρος τῶν διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως ἀνακαλυφθέντων ζώων δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἐνοικιαστήν· ἄρα τί θὰ εἰσπράξῃ; Θὰ κάμῃ νέαν ἀπαρίθμησιν ἐκεῖνος;
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε δύω ἀπαριθμήσεις;
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§95ΤΡΑΚΑΣ. Ἐὰν γείνουν δύω ἀπαριθμήσεις, θὰ δώσωμεν ρουσφέτια εἰς τοὺς φίλους μας νὰ γείνουν ἀπαριθμηταὶ καὶ θὰ κάμουν πρωτόκολλα πλαστὰ καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ὠφελῆται τί ποτε, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς θὰ πιέζῃ περισσότερον.
§96ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον τρίτον πρέπει νὰ λείψῃ· Ὁ Νόμος τοῦ 1877 καὶ ὁ Νόμος τοῦ 1878, οἵτινες ἐῤῥύθμισαν τὰ τῶν δηλώσεων τῶν ζώων, καὶ ἐνοικιάσεων τῶν ἀδηλώτων, ἠθέλησαν νὰ καταργήσουν τὰ πρότερον ἀτοπήματα τῶν ἀπαριθμήσεων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδεχόμενον νὰ ἐπανέλθωμεν, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην ἐπανερχόμεθα ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἴσχυε κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1858 περὶ ἀπαριθμήσεως· ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ κτηνοτρόφος δὲν δηλώσει ἢ δηλώσει ἐλλιπῶς τὰ ζῶά του, κατὰ τὸν Νόμον ΥΜʹ. τοῦ 1858 ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἀπαρίθμησις. Παρὰ τίνων δὲ γίνεται κατὰ τὸν μνησθέντα Νόμον ΥΜʹ;—διότι εἰς αὐτὸν μᾶς παραπέμπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου—παρὰ τοῦ τυχόντος ἀντιπροσώπου τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου—καὶ γνωρίζομεν ποίους ἀντιπροσώπους διορίζουν οἱ Οἰκονομικοὶ ἔφοροι—συνοδευομένου παρὰ δύω ὁπλοφόρων καὶ ἑνὸς δημοτικοῦ παρέδρου. Αὐτοὶ δὲ εἶχον τὸ δικαίωμα, καὶ θὰ τὸ ἔχουν καὶ πάλιν, νὰ συντάσσουν τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Νόμον ΥΜʹ, ἐὰν ὁ κτηνοτρόφος ἀρνῆται νὰ παραδεχθῇ εἴτε εἶναι ἀπὼν, εἴτε τὸν παραστήσωσι πλαστῶς ὡς μὴ παρόντα, θὰ κοινοποιηθοῦν ἐντὸς 3 ἡμερῶν εἰς τὸν κτηνοτρόφον. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα μᾶς διδάσκει ὅτι σχεδὸν οὐδέποτε πρωτόκολλα τοιαῦτα κοινοποιοῦνται, ὅτι ταῦτα συντάσσονται εἰκονικῶς ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς Ἐφορίας ἐκ σημειώσεων, ἃς κρατοῦσιν οἱ ἀπαριθμηταὶ, ὅτι ἐκεῖ κάμνουν συμβιβασμοὺς, καὶ ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν οἱ κτηνοτρόφοι εἰδοποιοῦνται παρὰ τοῦ εἰσπράκτορος ὅτι ὀφείλουν νὰ πληρώσουν ζῷα μὴ δηλωθέντα. Καὶ ἐξανίστανται τότε οἱ κτηνοτρόφοι, καὶ καταγγέλλουν, καὶ πολλάκις πληρώνουν, καί τοι μηδὲν ὀφείλοντες. Ὁ Νόμος τοῦ 1877 ἠθέλησε νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάταξιν τῶν πραγμάτων οὐ μόνον ὡς πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰς ποινὰς, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο δυνάμει τοῦ Νόμου τοῦ 1858 εἰς τοὺς μὴ δηλοῦντας ἢ ἐλλειπῶς δηλοῦντας, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ κτηνοτρόφοι, οἱ μὴ δηλώσαντες ἢ ἐλλιπῶς δηλώσαντες, ὑπεχρεοῦντο εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως καὶ εἰς τὸν τριπλοῦν φόρον. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1877 κατηργήθη ἡ ἀπαρίθμησις, ἀλλ’ ἐμμένει ὁ Νόμος εἰς τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως. Μετὰ δὲ τὴν δήλωσιν, ἐὰν γεννηθῶσιν ὑπόνοιαι ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι δὲν ἐδήλωσαν ἢ ἐλλειπῶς ἐδήλωσαν, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τά ἐλλειπῶς δηλωθέντα ἢ τά μὴ δηλωθέντα, ἐπιβάλλεται δὲ καὶ ἐλαφρά τις ποινὴ, πρόσθετος φόρος 20 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν, διὰ τὰ μικρὰ καὶ 80 διὰ τὰ μεγάλα ζῷα. Ὁ Νόμος τοῦ 1877 δὲν ἐπιτρέπει ποσῶς ἀπαρίθμησιν. Ἐν τούτοις κατόπιν ὁ Νόμος τοῦ 1878 ἠθέλησε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις καὶ διατάσσει ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις γίνεται ἡ δημοπρασία· ἂν ὅμως κατὰ τὴν δημοπρασίαν δὲν δοθῇ ἀνάλογος προσφορὰ, ἐπιτρέπεται τότε ἡ ἀπαρίθμησις, ἀλλ’ ἀπαρίθμησις ἄλλον τύπον φέρουσα, διότι δὲν παρίσταται μόνον κατ’ αὐτὴν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἐφόρου, ἀλλὰ καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ Νομάρχου ἢ τοῦ Ἐπάρχου, συγχρόνως δὲ καὶ ἄλλως πως κανονίζεται ἡ διαδικασία τῆς συντάξεως τῶν πρωτοκόλλων, ἡ δὲ ποινὴ μένει ἡ αὐτὴ τοῦ Νόμου τοῦ 1877, ἤτοι πρόσθετος φόρος 20 ἢ 80 λεπτῶν. Ὁ Νόμος λοιπὸν ὁ σήμερον ἰσχύων, ὁ τοῦ 1878, εἶναι καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ κτηνοτρόφου καλλίτερος. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος Νόμου, ἥτις μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1858, οὐδέτερον τῶν συμφερόντων τούτων προστατεύει, διότι μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀπηρχαιωμένων καταπιέσεων, καταθλίψεων καὶ ἀπαριθμήσεων, οἱ δὲ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι χωρικοὶ θὰ ὑποχρεωθῶσι καὶ εἰς τὰς ποινὰς τοῦ Νόμου ἐκείνου, ἤτοι εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἀπαριθμήσεως καὶ εἰς τὸν τριπλοῦν φόρον. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα, καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§97Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι καθ’ ὅλα σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως ἦναι νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν κτηνοτρόφων ἀφ’ ἑτέρου, πρέπει νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἐκτὸς ἐὰν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις σκοπῇ νὰ μεταχειρισθῇ τὴν διάταξιν αὐτὴν χάριν πολιτικοῦ σκοποῦ, ὡς π. χ. κατὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογὰς, καθ’ ἃς διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γείνωσι πολλαὶ καταχρήσεις, νὰ διαφθαρῶσιν αἱ συνειδήσεις καὶ νὰ ἐπηρεασθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἡ διάταξις τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος νόμου εἶναι ἡ μόνη ἐξασφαλίζουσα τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν κτηνοτρόφων. Πληροφορῶ τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἃ ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀπαριθμήσεως οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἠδυνήθη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν φόρον αὐτὸν· ἐχρησίμευσε δὲ πάντοτε αὕτη ὡς μέσον εἰς τοὺς ἀπαριθμητὰς ἐπανειλημμένως νὰ ἐπισκέπτονται τοὺς δῆθεν ὀφειλέτας ἐκ φόρου ποιμενικοῦ, νὰ συναλλάσσονται μετ’ αὐτῶν, νὰ ἐκδίδωσι πλαστὰ πρωτόκολλα ἀπαριθμήσεως, καὶ, ὡς πάντες γνωρίζετε, νὰ διαρπάζουν τὴν περιουσίαν των καὶ νὰ τοὺς κατατυραννῶσι, καὶ οὕτω πολλοὶ νὰ καταρῶνται τὴν τύχην των καὶ πολλάκις νὰ ἐγκαταλείπουν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ κτηνοτρόφου. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ προλαλήσαντος καὶ τὰς μικρὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας κάμνω ἤδη ἐγὼ, καὶ νὰ προτιμήσῃ τὴν διατήρησιν ἐν τῷ νόμῳ τῆς πρώτης διατάξεως, διότι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νέας διατάξεως, ἣν τόσον ἐνθέρμως ὑποστηρίζει, εἰσάγει τὸ σύστημα τῶν ἐπανειλημμένων ἀπαριθμήσεων τῶν ζώων καὶ καθιεροῖ πραγματικὴν τυραννίαν κατὰ τῆς τάξεως τῶν κτηνοτρόφων.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν παριστᾷ, ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις, ἡ κατὰ τὰ κείμενα ἤδη γινομένη ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας, γίνεται κατὰ τρόπον ἄλλον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ διατάξῃ ἀπαρίθμησιν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΥΜʹ Νόμου τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν δημοπρασιῶν. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΥΜʹ Νόμου γίνεται ἡ ἀπαρίθμησις καὶ κατὰ τὰ κείμενα ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνοικιαστής. Ὁ κ. βουλευτὴς τῶν Πατρῶν ἀρνεῖται τοῦτο, ἀλλ’ ἰδοὺ τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου σήμερον νόμου τῆς 13 Δεκεμβρίου 1878...
§99ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νόμος σήμερον ἰσχύων εἶναι κυρίως τοῦ 1877, τοῦ δὲ 1878 τροποποιήσεις τινὰς ἔκαμεν.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ὑμεῖς ἐπικαλῆσθε νόμον τοῦ 1877 καὶ ἐγὼ τοῦ 1878, ἐννοεῖτε, ὅτι ἰσχύων εἶναι ὁ παρ’ ἐμοῦ ἐπικαλούμενος, ἐὰν ὑπάρχῃ μεταξὺ αὐτῶν διαφορά. Λοιπὸν ὁ νόμος ὁ νῦν ἰσχύων ἰδοὺ τί λέγει· «ὅπου κατὰ τὴν δημοπρασίαν περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου δὲν δοθῇ ἀνάλογος προσφορὰ, ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἀπὸ 19 Φεβρουαρίου 1858 ΥΜʹ νόμου», τουτέστι κατὰ τὰς αὐτὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει καὶ τὸ ἄρθρον 3· ὥστε δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῆς ἀπαριθμήσεως, διότι καὶ ἐν ταῖς δύω περιπτώσεσι γίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΥΜʹ Νόμου· ἀλλ’ ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἡ ἀπαρίθμησις γίνεται μόνον ἐν ἀποτυχίᾳ τῆς δημοπρασίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται, ὅπως γίνηται ἀπαρίθμησις καὶ πρὸ τῆς δημοπρασίας. Εἶπον δὲ, ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ὅτι τὴν διάταξιν ταύτην περιελάβομεν χάριν τοῦ Δημοσίου βεβαίως, ἀλλὰ καὶ χάριν τῶν πολιτῶν, διότι τί τὸ προκαλοῦν τὴν ἀποτυχίαν τῆς δημοπρασίας; ἡ ἄγνοια περὶ τῶν ἐνδεχομένων ἐν τῇ ἀπαριθμήσει. Τοῦτο τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συμπαιγνία, καὶ περὶ τούτου προνοεῖ ὁ νόμος ἐνταῦθα, ὅταν γίνηται ἡ ἀπαρίθμησις ἐκ τῶν προτέρων, καίτοι τὸ φορολογικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαριθμήσεως ταύτης δὲν θὰ καταλογισθῇ ὑπὲρ τοῦ συναγωνιζομένου, οὐχ ἧττον ὅμως ὡς πρὸς τὴν δημοπρασίαν θὰ παράσχῃ ἡ ἀπαρίθμησις ὠφέλειαν καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὸν συναγωνιζόμενον, διότι τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπαριθμήσεως, δὲν θέλει εἶσθαι ἀπαιτητικὸν ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, ὅπως ἦτο, ὅταν ὁλόκληρος ἡ ἀπαρίθμησις θὰ ἐγίνετο εἰς ὄφελος τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Τὸ Δημόσιον ἔχον λόγους, ἵνα πιστεύῃ, ὅτι αἱ δηλώσεις εἶναι ἀτελεῖς, φροντίζει, ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν παραλειφθεῖσαν φορολογίαν, ἀφοῦ δὲ ἐξασφαλίσῃ ταύτην ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθη διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ὀργάνων, ν’ ἀνακαλύψῃ τὰ παραλειφθέντα ζῷα, ἡ δημοπρασία δὲν ἔχει πλέον σπουδαίαν ὡς πρὸς αὐτὸ σημασίαν, διότι τὸ ἐκ ταύτης ἀπολαμβανόμενον δὲν προέρχεται ἐξ ἁπάντων τῶν μὴ δηλωθέντων ζῴων, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων μόνων, ἅτινα οὐδ’ ἡ ἀπαρίθμησις ἠδυνήθη νὰ ἀνακαλύψῃ· ὁ συναγωνιζόμενος δὲν κινδυνεύει νὰ ζημιωθῇ σπουδαίως, ποιούμενος τὴν προσφορὰν ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι ἦσαν πολλὰ τὰ μὴ δηλωθέντα, ἀλλὰ θέλει κανονίσει τὴν προσφορὰν αὑτοῦ, γινώσκων, ὅτι προσφέρει μόνον διὰ τὰ μὴ δηλωθέντα καὶ μὴ ἀνακαλυφθέντα κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν. Ἡ πρότασις αὕτη ὑπηγορεύθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐπέτυχε θαυμασίως κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἀλλ’ ἤδη τοσοῦτον ἐδιδάχθησαν οἱ συναγωνιζόμενοι καὶ οἱ κτηνοτρόφοι περὶ τῶν τρόπων τῆς καταδολιεύσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ὥστε συνεχῶς βλέπομεν τὰς δημοπρασίας ἀποτυγχανούσας ἐκ συμπαιγνίας τῶν συναγωνιζομένων πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους. Ἵνα μὴ συμβαίνῃ τοῦτο, ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤτοι ὁσάκις ὑπῆρχε φόβος συμπαιγνίας πρὸς ἀποτυχίαν δημοπρασίας, γίνηται ἡ ἀπαρίθμησις ἐκ τῶν προτέρων. Θὰ ἐξασφαλίζωνται οὕτω τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς ἀμέσου αὑτοῦ ἐνεργείας· ἡ δημοπρασία, περιοριζομένη εἰς τὰ στενὰ ὅρια τῶν μὴ δεδηλωμένων καὶ μὴ ἀνακαλυφθέντων κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ζῴων, δὲν θὰ δύναται, ἐὰν ἀποτύχῃ, σπουδαίως νὰ ζημιώσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ προλαμβάνηται δὲ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἡ συμπαιγνία, γινωσκόντων τῶν συναγωνιζομένων, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεων, ἵνα ἀναμείνῃ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συναγωνισμοῦ, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν.
§101Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην κτηνοτροφίαν, δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος, δὲν ἔλαβον χώραν αἱ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε· μόνον κατὰ τὸ παρὸν ἔτος διετέθη ὁ φόρος αὐτὸς δι’ ἐνοικιάσεως, καὶ τοῦτο χάριν τῶν πολιτικῶν σκοπῶν.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ τῆς ἐπαρχίας ὑμῶν, ὡμίλησα περὶ τοῦ ὅλου Κράτους, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ Νομὸς οὗτος, ἐὰν ἐφαίνετο ἐπιτυγχάνων κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ἤδη ἀναγνωρίζεται παρὰ πάντων περιελθὼν εἰς ἀποτυχίαν.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτὸ φόρων, τοῦτο δὲ κατὰ κανόνα ὀφείλει νὰ πράττῃ διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ ὀργάνων, καὶ τοῦτο γίνεται εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Ἔθνη. Ἀλλ’ ὅπου τὸ Κράτος συναισθάνεται ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἐνεργήσῃ τοῦτο διὰ τῶν ὀργάνων του, καταφεύγει εἰς τὴν ἐνοικίασιν· τοῦτο δὲ ἐφηρμόσθη πολλάκις καὶ ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τοὺς ὑπάρχοντας νόμους ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν ζώων γίνεται διὰ τῶν δηλώσεων, ὅπου δὲ καὶ ὁσάκις αἱ Ἀρχαὶ νομίζουσιν, ὅτι αἱ δηλώσεις δὲν ἐγένοντο μὲ ἀκρίβειαν, εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσωσιν ἀπαρίθμησιν δι’ ὑπαλλήλων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν μὴ ἀκριβῶς δηλωθέντων ζώων· ἀλλ’ ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι τὸ μέτρον ἀπέβαινεν ἐπιζήμιον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ καταθλιπτικὸν διὰ τοὺς κτηνοτρόφους, διὰ τοῦτο ἐκαινοτόμησε κατὰ τὸ 1877 καὶ εἰσήγαγε καὶ διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τούτων τὸ μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως. Μετὰ ταῦτα ἐπῆλθεν ὁ νόμος τοῦ 1878, ὁ ὁποῖος, θέλων νὰ προλάβῃ τὴν συμπαιγνίαν τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν κτηνοτρόφων, ἐκανόνισεν ὅτι ὅπου ἤθελε θεωρηθῆ ἡ δημοπρασία ὡς ἀποτυχοῦσα, ὅπου δηλαδὴ τὸ Δημόσιον ἤθελεν ὑποπτευθῆ, ὅτι δὲν προσεφέρθη τιμὴ ἀνάλογος μὲ τὸν φόρον τῶν ὑποκρυβέντων ζώων, ἠδύναντο αἱ Ἀρχαὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν δι’ ἀπαριθμήσεως. Σήμερον ὅμως ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ζητεῖ νὰ καθιερώσῃ σύστημα ἐνοικιάσεως οὐχὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀκριβείας τῶν δηλώσεων τῶν ζώων, ἀλλὰ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἀπαριθμήσεως τῆς γενομένης ἀπὸ τὰ δημόσια ὄργανα. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανές· διότι οὐδέποτε ἠκούσθη ὅτι τὸ Δημόσιον, ὑποπτευόμενον τὴν ἐνέργειαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὰ ὄργανά του παρουσίασαν, καλεῖ ἰδιώτας, ἵνα ἐξακριβώσωσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἀπαριθμήσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου. Τοῦτο δὲν πιστεύω εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου νὰ ἔλαβε χώραν, θεωρῶ δὲ τερατῶδες τὸ νὰ καλῶμεν τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ ἐξελέγχωσι τὰ πρωτόκολλα τῶν δημοσίων ἀπαριθμητῶν· οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ κάμουν δευτέραν ἀπαρίθμησιν, ἵνα ἐξακριβώσωσιν οὐχὶ ἂν οἱ κτηνοτρόφοι παρέλειψαν νὰ δηλώσωσι τὰ ζῷα, ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀπαριθμηταὶ ἔκαμον τακτικὴν ἀπαρίθμησιν. Τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· οἱ δὲ δυστυχεῖς κτηνοτρόφοι θὰ παρενοχλῶνται δὶς μετὰ τὴν δήλωσίν των, ἤτοι πρῶτον ἀπὸ τοὺς ἀπαριθμητὰς καὶ δεύτερον ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς, καὶ θὰ ὑφίστανται δὶς πᾶσαν τὴν διαδικασίαν καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἀπαριθμήσεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ λείψῃ τὸ ἄρθρον αὐτό.
§104ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἐδικαιολόγησε τὴν περίληψιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, διότι νομίζω αἰτία τούτου εἶναι τὰ παράπονα, τὰ ἐγερθέντα καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων. Πάντες γνωρίζετε οἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἐχουσῶν πολλὰ ζῷα, ὅτι ἡ ἐνοικίασις δίδει χώραν εἰς πολλὰς καταπιέσεις καὶ κακοηθείας. Ἐγὼ ὁ ἴδιος κατήγγειλα περὶ τὰ 200 πρωτόκολλα ὡς πλαστὰ, διότι μὲ τὴν μεγίστην ἀναίδειαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Νομάρχου μετέβαινον εἰς τὸ κέντρον τῶν δήμων καὶ εἰς ἓν καπηλεῖον μεθυσμένοι ἔκαμνον πρωτόκολλα δι’ ὅλον τὸν κόσμον πλεῖστα. Συνεπείᾳ τῶν παραπόνων τούτων, νομίζω, ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψεν, ὡς γνωρίζετε, ὅπως γίνεται ἡ βεβαίωσις τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ βεβαίωσις ἐγένετο κανονικωτέρα καὶ ἄνευ παρεκτροπῶν· διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, μὴ ἔχοντες συμφέρον ὑλικὸν, δὲν ἔπραξαν κακοηθείας. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Νομάρχου δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι οἱ πρῶτοι τυχόντες, οὓς συνιστᾷ ὁ ἰσχυρὸς τῆς ἐπαρχίας. Ἐγὼ παρεπονέθην εἰς τὸν Νομάρχην, καὶ τοῦ ἔκαμα παραστάσεις, διότι οἱ ἀντιπρόσωποί του εἰς τὸν δῆμον Λαυρίου ἐνέπαιζον τὰς Ἀρχὰς, ἦσαν ἄνθρωποι κακίστης διαγωγῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πρόθεσιν διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁσάκις οἱ Οἰκονομικοὶ ἔφοροι ἔχουσιν ὑπόνοιαν ἐκ τῶν δεδομένων τῶν δηλώσεων, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ζῴων, νὰ διατάσσῃ τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν μὴ δηλωθέντων καὶ οὕτω νὰ λείψωσιν αἱ συμπαιγνίαι. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη δὲν θὰ διαταχθῇ ἐνοικίασις μετὰ τὴν νῦν τοῦ Δημοσίου ἀπαρίθμησιν ἐκτὸς συμπαιγνίας. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῶμεν κατὰ τῆς διατάξεως, διότι εἶναι σωτηρία, καθόσον θὰ παύσωσιν αἱ πολλαὶ καταχρήσεις. Ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὸν νόμον, ἠθέλησε νὰ ἦναι παρὼν κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ ὁ Νομάρχης καὶ ὁ Ἔφορος, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον. Βεβαίως καὶ τοῦ μέτρου τούτου δύναται νὰ γείνῃ κακὴ χρῆσις, ἀλλὰ τουλάχιστον οἱ παρανομήσαντες ὑπάλληλοι παύονται καὶ παρὰ τοῦ νόμου αὐστηρότερον τιμωροῦνται.
§105ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα ἐνόησα ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς θὰ πράξῃ διατάττουσα καὶ πρὸ τῆς δημοπρασίας τὴν ἀπαρίθμησιν, διότι τότε ἡ δημοπρασία θὰ γίνεται ἐπὶ βεβαίοις ὅροις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ ἀπορῶ, διατί δὲν γίνονται δεκταὶ καὶ αἱ συνέπειαι τοῦ μέτρου αὐτοῦ, διατί δηλαδὴ τὸ μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν βεβαιωθὲν ποσὸν δὲν ὁρίζεται ὅτι θὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐλάχιστος ὅρος τῆς δημοπρασίας, διότι ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαριθμήσεως ἐκείνης κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι νὰ βεβαιώσῃ πρὶν τῆς δημοπρασίας ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῶν μὴ δηλωθέντων ζῴων. Ἅπαξ ἐβεβαιώθη τοῦτο, θὰ τεθῇ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ ὡς ἐλάχιστος ὅρος, καὶ οἱ προσερχόμενοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν αὐτὸν καὶ τὰς ἰδιαιτέρας πληροφορίας, θὰ πλειοδοτοῦσι.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ προτεινόμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ δὲν διαφέρει τοῦ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἡμῶν κατὰ τὴν ἔκφρασιν, διότι ὁ κ. βουλευτὴς προτείνει, ὅπως εἴπωμεν, οὐχὶ ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἀναδειχθησόμενον ἐνοικιαστὴν ὁ φόρος τῶν ἀνακαλυφθησομένων κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ζώων, ἀλλ’ ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ ἔχῃ καὶ τὸν φόρον τοῦτον ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ ἐπιπροσθέσῃ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ εἰς τὸ ποσὸν αὐτοῦ ὁριζόμενον ὡς κατωτάτην προσφορὰν, περαιτέραν προσφορὰν διὰ τὰ μὴ ἀνακαλυφθέντα κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ζῷα. Τοῦτο εἶνε διάφορος τρόπος ἐκφράσεως τῆς ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἰδέας. Ὅπως τὸ Νομοσχέδιον εἶνε συντεταγμένον, ἡ δημοπρασία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ μηδενὸς, μηδὲν λαμβάνοντος τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς ἀπαριθμήσεως· ὅπως δὲ προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς, ἡ δημοπρασία ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἀνέρχεται ὁ φόρος ὁ ἐκ τῆς ἀπαριθμήσεως προκύπτων, λαμβάνοντος τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὸ ποσὸν τοῦτο· διαφορὰ οὐδεμία ὑπάρχει, ὥστε ὁ κ. βουλευτὴς εἶνε σύμφωνος πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐρωτᾷ διατί δὲν λέγομεν ὅτι δὲν γίνεται δημοπρασία, ἀφοῦ ἔχοντες δηλωθέντα ζῷα καὶ ἀπαρίθμησιν τῶν μὴ δηλωθέντων, κλείομεν τὸν λογαριασμὸν, μηδὲν ἀφίνοντες στάδιον εἰς τὴν δημοπρασίαν; Δὲν λέγομεν τοῦτο, διότι δύναται ἡ ἀπαρίθμησις, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, νὰ μὴ ᾖ τελεία. Σκοπὸς τοῦ Νόμου τοῦ 1877, τὸν ὁποῖον ἀφίνομεν ὑπάρχοντα, ἦτο ὅπως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ βεβαιώσεις διὰ τῶν δηλώσεων δὲν ἤθελον θεωρηθῆ ἐπαρκεῖς, ἐπιπροστίθεται εἰς τὴν βεβαίωσιν τὸ συμφέρον τὸ ἀτομικόν. Τοῦτο βεβαίως εἶνέ τι οὐχὶ πολὺ προσῆκον, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, εἰς πεπολιτισμένα Κράτη· ἐν τούτοις ἡμεῖς, ἀναγνωρίσαντες, τὴν ἀτέλειαν τῆς παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσίας, ἀπεδέχθημεν κατὰ τὸ 1877 τοιοῦτον σύστημα, ὅπερ ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη ἀπήνεγκε καρπούς. Ἤδη ὅμως εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἐματαιώθη τὸ σύστημα παρὰ τῶν ἐχόντων συμφέρον ἵνα τὸ δολιεύωνται, ὥστε κατέστη σχεδὸν ἀνωφελές. Εἰς ἀντίδρασιν κατὰ τοῦ δόλου ἐπιτρέπεται ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀπαρίθμησις ἐκ τῶν προτέρων. Εἶνε ἐλπιζόμενον ὅτι ἡ ἐπιτρεπομένη αὕτη ἀπαρίθμησις θέλει πολλάκις προλάβει τὰς συμπαιγνίας, καθισταμένης οὕτω περιττῆς τῆς ἐνεργείας αὐτῆς· ἀλλ’ ὅταν ἐνεργῆται, δέον νὰ ἔχῃ ὡς συμπλήρωμα τὴν κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1877 ἐπίκλησιν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος· αὐτὴ καὶ μόνη ἡ γνῶσις παρὰ τῶν μὴ δηλωσάντων ὅτι ὁ Νόμος τοῦ 1877 δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν, τουτέστιν ὅτι ἡ ἀπαρίθμησις τῶν δημοσίων Ἀρχῶν δὲν εἶνε τελειωτικὴ, συντελεῖ εἰς τὴν τελεσφόρησιν τῆς ἀπαριθμήσεως. Καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ ἀπαριθμηταὶ ὅτι ἀνωφελὲς εἶναι ν’ ἀποκρύψωσί τι, διότι τὸ δεύτερον στάδιον, τὸ τῆς ἀπαριθμήσεως, διαδεχθήσεται τὸ γʹ. στάδιον, τὸ τῆς δημοπρασίας, καθ’ ὃ ὁ ἐνοικιαστὴς θέλει βεβαιώσει ὅ,τι παρέλειψε ν’ ἀνακαλύψῃ ὁ ἀπαριθμητής.
§107ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶνε πιεστικόν.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Νόμος τοῦ 1877 ἐθεωρήθη πιεστικὸς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐθεωρήθη καὶ τελεσφόρος, ἐγένετο ἀποδεκτός· ἡ διάταξις ὅμως, ἣν προτείνομεν, οὐ μόνον δὲν προσθέτει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰς τὸ πιεστικὸν, ἀλλὰ καὶ ἀφαιρεῖ. Θὰ προσέθετεν εἰς τὸ πιεστικὸν καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ἐνεργηθῆ διπλῆ ἀπαρίθμησις, ἤτοι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ· ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ ἄδεια ἀπαριθμήσεως πρὸ τῆς δημοπρασίας θέλει συντελέσει εἰς πρόληψιν τῶν συμπαιγνιῶν, ἐν ἐλλείψει δὲ συμπαιγνίας θέλει ἐνεργηθῆ ἡ δημοπρασία ἄνευ προηγουμένης ἀπαριθμήσεως· ὅταν δὲ τοὐναντίον γένηται ἡ ἀπαρίθμησις, συνηθέστερον δὲν θὰ γίνεται δημοπρασία, χρησιμεύουσα μόνον ὡς φόβητρον. Ἐν τοιαύτῃ ἄρα περιπτώσει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ἀποβαίνει ἐπιεικεστέρα τῆς προϋπαρχούσης...
§109ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τρία στάδια βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ διέλθῃ ἡ ἀπαρίθμησις τῶν ζώων πρῶτον εἶναι ἡ δήλωσις, βʹ ἡ ἀπαρίθμησις τοῦ Δημοσίου καὶ γʹ ἡ τοῦ κερδοσκόπου. Ὅταν λοιπὸν γίνῃ ἡ ἀπαρίθμησις παρὰ τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος, διὰ τὰ ἀποκρυβέντα ἐκθέτεται εἰς δημοπρασίαν καὶ παρουσιάζεται εἷς, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει διὰ 10 δραχ. τὴν κατάδειξιν τῶν μὴ δηλωθέντων, καὶ βεβαίως αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην ὅπως κἄτι τι πορισθῇ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως οὐχὶ μόνον τὰς 10 δραχ. κατὰ συνέπειαν θὰ πλάσῃ ἀποκρύψεις ὅλως διόλου εἰκονικὰς καὶ θ’ ἀρχίσουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, αἱ πλαστογραφίαι. Τί ἄλλο θὰ συμβαίνῃ; Εἶναι τὸ ποίμνιον εἰς τὴν Πεντέλην, οἱ ἀπαριθμηταὶ λέγουσιν εἰς τὸν κτηνοτρόφρν νὰ καταιβάσῃ τὰ πρόβατα κάτω, δὲν ἐρχόμεθα εἰς τὸ βουνόν· διὰ νὰ μὴ τὰ καταιβάσῃ, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσῃ κἄτι τι καὶ διέρχεται οὕτω πως τρίτον ψαλίδι ὁ κτηνοτρόφος (θόρυβος). Γνωρίζω, κύριοι, τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὰ Μέθανα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ λείψῃ ἡ βʹ ἀπαρίθμησις, διότι θὰ προκύψουν μεγάλαι ἀδικίαι καὶ καταπιέσεις.
§110Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ἐξηκολούθει ἰσχῦον τὸ αὐτὸ πάντοτε σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει βάσιν τὰς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι λίαν φιλελεύθερον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι οἱ φορολογούμενοι ἔχουσι πλήρη συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ αὐτοὶ ἑκουσίως βεβαιοῦσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Δυστυχῶς ἡ ἀγαθοπιστία δὲν κρατεῖ πάντοτε, ἐπῆλθε δ’ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις λάβῃ ἀφορμὴν νὰ ὑποθέτῃ ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν ἐδήλωσαν ἀκριβῶς τὰ κτήνη αὑτῶν, ἢ δὲν ἐδήλωσαν παντάπασιν αὐτὰ, νὰ διατάσσῃ ἀπαρίθμησιν. Μετὰ τὸ πρῶτον τοῦτο στάδιον εἰσερχόμεθα εἰς στάδιον δυσχερειῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο διὰ τῶν πρωτίστων ὀργάνων τῆς διοικήσεως νὰ ἐνεργήσῃ τὴν βεβαίωσιν τῶν μὴ ἀκριβῶς δηλωθέντων ζώων, ἦτο δ’ ἠναγκασμένη νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἀπαριθμήσεως εἰς πρόσωπα ἐσχάτης τάξεως, ἰδίως δὲ αἱ δυσχέρειαι καθίσταντο μείζονες μετὰ τὰς ἀνάγκας, μὲ τὰς ὁποίας περιβάλλεται ἡ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι. Συνέβαινεν ἑπομένως οἱ ἀποστελλόμενοι πρὸς ἀπαρίθμησιν νὰ συνεννοῶνται μετὰ τῶν κτηνοτρόφων ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, νὰ μὴ βεβαιώνωσιν ἀκριβῶς τὰ μὴ δηλωθέντα καὶ νὰ φορολογῶσι τοὺς κτηνοτρόφους παρανόμως. Τοιοῦτον δὲ οὐχὶ σπανίως ἐχρησίμευσε καὶ πρὸς ὑπηρεσίαν κομματικῶν παθῶν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1877 ἠθέλησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν, ὁ δὲ μακαρίτης Δεληγεώργης προέτεινεν ἕτερον σύστημα, ἤτοι νὰ μὴ γίνηται ἀπαρίθμησις τῶν μὴ δηλωθέντων, ἀλλὰ ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐδηλοῦντο ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων, ὁσάκις εἶχεν ὑπόνοιαν ὅτι δὲν ἐβεβαιώθη τὸ ἀληθὲς ποσὸν, νὰ διατάσσῃ δημοπρασίαν πλειοδοτικὴν, καὶ νὰ ὑποκαθιστᾷ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἀρχῆς τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐτροποποιήθη κατόπιν, διότι φαίνεται ὅτι προσέκοψεν εἰς τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν, καὶ συνετέλεσεν ἵνα γίνωνται συνεννοήσεις συμπαιγνίας μεταξὺ τῶν μὴ δηλωσάντων τὰ κτήνη καὶ μεταξὺ τῶν συναγωνιζομένων εἰς τὴν δημοπρασίαν, αἱ δὲ συμπαιγνίαι αὗται ἀπέβαινον πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐπετράπη λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἀποτελέσματα πρὸς βεβαίωσιν τῶν δηλώσεων δὲν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ πείσωσι τὰς οἰκονομικὰς Ἀρχὰς ὅτι δὲν ἐπῆλθε καταδολίευσις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἐπετρέπετο εἰς τὰς οἰκονομικὰς Ἀρχὰς νὰ μὴ ἐγκρίνωσι τὴν δημοπρασίαν. Κατὰ τὸ νέον τοῦτο σύστημα εἴχομεν λοιπὸν πρῶτον τὴν ἑκουσίαν δήλωσιν τῶν κτηνοτρόφων, κατόπιν τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον καλούμενον νὰ βεβαιώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν τῶν μὴ δηλωθέντων, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον ἔτεινε νὰ πράξῃ τοῦτο προσεφεύγομεν εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα, τὸ τῆς ἀμέσου ἀπαριθμήσεως. Τώρα ἐπέρχεται μεταβολὴ ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου, διότι εἰσάγεται μικτὸν ἄλλο σύστημα, τὸ σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως καὶ τὸ σύστημα τῶν δημοπρασιῶν. Καὶ καθίσταται μὲν ἔλεγχος διπλοῦς, ἀλλ’ ὅσον εἶναι διπλοῦς τόσον ἀποβαίνει καταπιεστικός, διότι τὸν φορολογούμενον ὑποβάλλομεν πρῶτον εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀρχὴ θέλει ἐνεργήσει ἵνα βεβαιώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν κτηνῶν, δεύτερον εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐνοικιαστής, ὅστις ἤθελεν ἀναδειχθῇ κατὰ τὴν δημοπρασίαν πρὸς ἐνοικίασιν τῶν ἀδηλώτων ζώων, θέλει ἐνεργήσει, ἵνα βεβαιώσῃ τὰ μὴ δηλωθέντα. Οἱ κτηνοτρόφοι, κύριοι, εἶναι ἄνθρωποι ἁπλοϊκοὶ, ζῶντες ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐν τῇ ἐρημίᾳ, δὲν ζῶσιν ἐν ταῖς πόλεσι, καὶ διὰ τοῦτο μένουσιν ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς καταπιέσεις τῶν ἐνεργούντων ἐν ὀνόματι τῶν Ἀρχῶν, εἴτε ἀπαριθμητῶν τοῦ Δημοσίου εἴτε ἐνοικιαστῶν, οἵτινες πιέζουσι τοὺς κτηνοτρόφους. Διὰ τοῦτο ὡς τὸ σύστημα τὸ πρὸ τοῦ 1877 ἰσχύον ἀπέβαινεν καταθλιπτικὸν, οὕτω καὶ τὸ εἰσαχθὲν κατὰ τὸ 1877 σύστημα τῆς διὰ δημοπρασίας παραχωρήσεως τοῦ δικαιώματος εἰς ἰδιώτας ἵνα βεβαιώσουν τὰ δηλωθέντα ζῷα, ἀπέβη καταθλιπτικόν. Τώρα δὲ, ἐνῷ εἴμεθα μεταξὺ δύω συστημάτων ἀποβάντων ἐξ ἴσου καταθλιπτικῶν, προσθέτομεν δύω νέα μέσα καταθλίψεων κατὰ τῶν κτηνοτρόφων, καὶ ἀληθῶς καὶ τὸ εἰσαγόμενον νῦν αὖθις σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως διὰ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὸ διατηρούμενον σύστημα τῶν δημοπρασιῶν, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον πρὸς βεβαίωσιν τῶν μὴ ἀκριβῶς ἀπαριθμηθέντων ζώων, θέλουσιν αὐξήσει καὶ ἐπιτείνει τὰς καταθλίψεις. Καὶ ἐννοῶ βεβαίως τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς ἀναξιοπιστίας τῶν κτηνοτρόφων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ἡμᾶς νὰ παραδεχθῶμεν σύστημα περισσότερον καταθλιπτικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἄνευ οὐδεμιᾶς καταθλίψεως, ἄνευ τῆς καταθλίψεως τῶν ἀπαριθμητῶν τῶν πρὸ τοῦ 1877, ἄνευ τῆς καταθλίψεως τῶν ἐνοικιαστῶν, οἵτινες μετὰ τὸ 1877 εἰσήχθησαν. Ἀφοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ πλημμελὲς αὐτὸ σύστημα, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐκτείνωμεν αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, μέχρις οὗ ἡ ὑπηρεσία ἡ οἰκονομικὴ φωτισθῇ ἀρκούντως περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δύνανται ταῦτα νὰ βελτιωθῶσι.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καταθλιπτικώτερον τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον. Ὡς εἶπον, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν, θεωρῶ ὅτι καὶ πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους καὶ πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς εἶναι δικαιότερον καὶ ἐπιεικέστερον. Οἱ θεωροῦντες ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα εἶναι καταθλιπτικώτερον τοῦ ὑπάρχοντος, ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1877 εἶναι ἐπιεικέστερον τοῦ πρὸ αὐτοῦ ἢ τοὐλάχιστον ἐπίσης μόνον καταθλιπτικόν, ἐνῷ τὸ σύστημα τοῦ 1877 εἶναι πολὺ αὐστηρότερον πρὸς τοὺς κτηνοτρόφους ἢ τὸ προϋπάρχον σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων. Ἡ ἀπαρίθμησις διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων εἶναί τι κανονικὸν, εἶναί τι γινόμενον πανταχοῦ, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ θεωρηθῇ καταθλιπτικώτερον συστήματος, ὅπερ πρὸς τῇ ἐργασίᾳ πρὸς βεβαίωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπιπροσθέτει τὸ ἀτομικὸν συμφέρον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐπιεικέστερον τὸ σύστημα τὸ δίδον εἰς τὸν ἐργαζόμενον πρὸς τὴν ἀπαρίθμησιν τὸ συμφέρον ὑπὲρ ἑαυτοῦ τοῦ συστήματος τοῦ ἐκλέγοντος πρὸς ἀπαρίθμησιν πρόσωπον οὐδὲν ἔχον ἀτομικὸν συμφέρον καὶ ἐργαζόμενον μόνον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Πρόδηλον ἄρα εἶναι ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1877, εἶναι αὐστηρότερον, ἀνεπιεικέστερον τοῦ συστήματος τοῦ πρὸ τοῦ 1877 κρατοῦντος, καὶ διὰ τοῦτο ἐπήνεγκε καὶ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ὡς προεξέθηκα· ἀλλ’ ἤρξαντο αἱ συμπαιγνίαι, καὶ τούτου ἕνεκα νόμος μεταγενέστερος τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἐπέτρεψεν ὅπως, ὅταν ἡ δημοπρασία ἀποτυγχάνῃ ἕνεκα τῆς συμπαιγνίας, γίνηται ἀπαρίθμησις ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἤδη ἡμεῖς τί προτείνομεν; Ἀντὶ τοῦ καθεστῶτος, ἤτοι τοῦ νόμου τοῦ 1877 συμπληρουμένου διὰ νόμου μεταγενεστέρου, ἡμεῖς σήμερον προτείνομεν, ὅπως ἐπιτρέπηται καὶ πρὸ τῆς δημοπρασίας, ἥτις ἤθελε θέσει εἰς ἐνέργειαν τὸν νόμον τοῦ 1877 νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀπαρίθμησις διὰ τοῦ ἐπιεικεστέρου τρόπου, τουτέστι διὰ τῶν ὀργάνων τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἀπαρίθμησις αὕτη θέλει εἶσθαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τελειωτικὴ καὶ θέλει ἀπαλλάξει τὸν κτηνοτρόφον ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε τὸν ὑπαγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τοῦ 1877. Ἀλλὰ διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1877 ἵνα δύνηται τὸ Δημόσιον ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρήσει ὅτι θὰ ὑπῆρχε προσφορὰ, καὶ ἑπομένως ὅτι διέφυγόν τινα κτήνη τὴν δήλωσιν, νὰ ποιῆται χρῆσιν καὶ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος... Τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης θὰ ἦναι κατὰ κανόνα ἡ ὑποκατάστασις τοῦ παλαιοῦ συστήματος εἰς τὸ νεώτερον καὶ αὐστηρότερον ὀσάκις τὸ Δημόσιον ἔχει ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύῃ τὴν συμπαιγνίαν· ὅταν τὸ Δημόσιον δὲν ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύῃ τὴν συμπαιγνίαν, ὅταν βλέπῃ ὅτι ἡ δημοπρασία θέλει ἐνεργηθῇ εἰλικρινῶς, θὰ ἐφαρμόσῃ τὰ κείμενα. Ἡ διάταξις προσετέθη, διότι παρετηρήθη ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1877 αἱ δημοπρασίαι ἐνηργοῦντο εἰλικρινῶς, νῦν ὅλαι σχεδὸν αἱ δημοπρασίαι ἀποτυγχάνουσι. Διὰ τοῦ μέτρου λοιπὸν τούτου παρεμβαίνει τὸ Δημόσιον πρὸ τῆς κυρώσεως τῆς δημοπρασίας, διατάττον τὴν ἀπαρίθμησιν καὶ λύον οὕτω τελειωτικῶς τὸ ζήτημα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον· ἀλλὰ δὲν ἀφοπλίζεται ἐντελῶς, διατηρεῖ ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ τὸν νόμον τοῦ 1877, ἤτοι τὴν ἐνοικίασιν διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεπαρκὴς ἡ ἀπαρίθμησις.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται περατωμένη ἡ συζήτησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3. Ὁμοίως τὸ 4 ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 160,000, χορηγηθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§114Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται νὰ κυρωθῶσι Διατάγματα ἐκδοθέντα, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 160,000· ἐκ τούτων 60 μὲν χιλιάδες ζητοῦνται ὡς ἔκτακτοι πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν Ἀστυνομιῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, αἱ 50 χιλιάδες διὰ συνδρομὴν χορηγηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς ἐν Χίῳ παθόντας ἐκ τῶν σεισμῶν, καὶ αἱ ἄλλαι 50 χιλιάδες διὰ συνδρομὴν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παθόντων ἐκ πλημμυρῶν. Καὶ ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἀποχαιρετίσωμεν σήμερον τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην καὶ ἀνώμαλον κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι ἐπέβαλε μὲν ἡ ἀνάγκη, παρέτεινεν ὅμως ὑπὲρ τὸ δέον ἡ πολιτικὴ ἰδιοτέλεια· ἂν πρόκειται νὰ ἀποχαιρετίσωμεν τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, αἵτινες ἐθεραπεύθησαν διὰ μέσων περισσοτέρων ἢ ὅσα πράγματι ἀπῃτοῦντο, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἔδωκεν ἀφορμὴν διὰ νὰ διορισθῶσιν ἀστυνομικὰ ὄργανα περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἡ ἀνάγκη ἀπῄτει, καὶ ἀφορμὴν ἵνα παραταθῇ ἡ ἔκτακτος ἐκείνη κατάστασις πέραν τοῦ δέοντος. Τὰ δὲ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ διωρίσθησαν συνήθως καὶ πολλάκις παρέβησαν τὸν νόμον, κατεδήλωσαν ἔλλειψιν τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, καὶ τὰς παρεκτροπὰς ταύτας αὐτῶν ἐβεβαίωσαν δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ἐπικυροῦσαι τοὺς λόγους μου τούτους. Ἀναφέρω τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 103 ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐξεδόθη ἀπὸ τὸ ἐν Τρικκάλοις Δικαστήριον, δι’ ἧς κατεδικάσθη ἀστυνομικὸν ὄργανον, ὁ Ἀστυνόμος Καλαμπάκας Τρ. Μπαλάφας, διότι τὴν παραμονὴν τῶν ἐν Καλαμπάκᾳ ἐκλογῶν ἀπέπεμψεν ἀπὸ τὴν Καλαμπάκαν πολίτην ὡς ἄεργον καὶ φαυλόβιον, ὅστις ἐν τούτοις ἦτο δικολάβος ἐνώπιον τοῦ ἐκεῖσε Εἰρηνοδικείου, πρὸ τούτου δὲ γραμματεὺς τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορείας. Ὁ πολίτης οὗτος ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἄεργος καὶ φαυλόβιος καὶ ἀπεμπέφθη διὰ συνοδίας στρατιωτῶν ἀπὸ τὴν Καλαμπάκαν μακρὰν, τὸ δὲ Δικαστήριον ἀνεγνώρισε τοῦτο ὡς γενόμενον μετὰ προαιρέσεως διὰ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ τύχη τῶν ἐκλογῶν. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα περιῆλθεν εἰς γνῶσίν μου, ἤθελον παραλείψει καθῆκον νὰ μὴ μνημονεύσω αὐτοῦ, καὶ νὰ μὴ ἐκδηλώσω τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι τέλος πάντων ἐξήλθομεν ἐκ τῆς ἀνωμάλου ἐκείνης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἀξιομέμπτως ἐξεμεταλλεύθη τότε τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν ἔπρεπε βεβαίως νὰ παραλείψω νὰ μνημονεύσω τὸν τοιοῦτον τρόπον, διὰ νὰ γένηται γνωστὸν ὅτι βεβαίως ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οἱ ἐπικροτήσαντες, οἱ ἐπαινέσαντες τὸν τρόπον τοῦτον. Ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 50,000, τὰς ὁποίας ζητοῦσι διὰ συνδρομὴν τῶν ἐν Χίῳ παθόντων δὲν ἔχω οὐδεμίαν παρατήρησιν. Ἀλλὰ ζητοῦνται προσέτι 50 χιλιάδες δραχμαὶ ὑπὲρ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παθόντων ἐκ πλημμυρῶν. Ἐπὶ τῆς πιστώσεως ταύτης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς πληροφορίας, ἤτοι ἂν αἱ 50 χιλιάδες δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν εἰς βοηθείας παθόντων ἢ καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως, προελθόντα ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἐδαπανήθησαν καὶ εἰς ἔξοδα διοικήσεως, προελθόντα ἕνεκα τῶν πλημμυρῶν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς δηλώσῃ πόσα ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν εἰς διοικητικὰ ἔξοδα, πόσα δὲ εἰς βοηθείας ἀτόμων παθόντων ἐκ τῶν πλημμυρῶν. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν τὸ ποσὸν, τὸ πληρωθὲν ὡς βοήθεια εἰς ἄτομα παθόντα, διετέθη ὑπὸ ἐπιτροπῆς.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Βεβαίως.
§116ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ὁποία προηγουμένως ἐβεβαίωσε τὸ ποσὸν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, ἢ τὸ εἶδος τῆς βλάβης, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς ζημιωθέντας· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ποῖοι ἀπετέλουν τὴν ἐπιτροπήν.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐστάλη εἰς ἐπιτροπὴν συγκροτημένην ἀπὸ τὰς κυριωτέρας Ἀρχὰς ἐκεῖ καὶ ἐκ δύω τῶν ἐγκριτωτέρων Ὀθωμανῶν· οὔτε δραχμὴν διεχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις. Ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐλάχιστα ἕως τώρα διετέθησαν, 3 ἕως 4 χιλιάδες, νομίζω, εἰς οἰκογενείας παθούσας, τὸ δὲ ἐπίλοιπον φυλάττεται διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὁμοῦ μὲ τὰς ἄλλας βοηθείας τὰς ἔξωθεν νὰ διανεμηθῇ παρ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐπιτροπῆς.
§118ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νομίζω καθῆκόν μού νὰ ἀποκρούσω μίαν τῶν μομφῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κονδύλιον τῶν 60 χιλ. δραχ. τῶν δαπανηθεισῶν διὰ τὴν Ἀστυνομίαν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ δώσω ἐξηγήσεις περὶ τοῦ ἐκ Καλαμπάκας ἀποπεμφθέντος, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ δαπανηθέντος ποσοῦ, καὶ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ὡς ἀντιπροσωπεύων μίαν ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ δαπάναι αὗται δικαιολογοῦνται ἐντελῶς καὶ πληρέστατα, διότι αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαὶ, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβωσι τὰς ἀστυνομικὰς δαπάνας, ἐγκατεστάθησαν ἀργότερον τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐθεωροῦμεν δυνατὴν τὴν ἐγκατάστασιν αὐτῶν, ὅτε ἐσυζητήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. συζήτησιν).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 277,000, χορηγηθεισῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§120Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐκ τῶν 277 χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἐχορηγήθησαν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τῶν ὁποίων ζητεῖται σήμερον ἡ κύρωσις, τριάκοντα μὲν ἐχορηγήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀποζημίωσιν συνέδρων καὶ ἐνόρκων, 12 δὲ χιλιάδες ἐχορηγήθησαν διὰ νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς συμπλήρωσιν τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Προϋπολογισμὸς ἐχορήγησε διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 εἶχε χορηγήσει διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας πίστωσιν 20 χιλ. ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παλαιῶν δραχμῶν· ἐπειδὴ δὲ αὐταὶ δὲν ἐπήρκεσαν, ζητοῦνται νῦν αἱ 12 χιλ. δραχμαὶ ἀκόμη. Ἀνέγνων ἐν τῇ ἐκθέσει, τῇ ὑποβληθείσῃ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐν τῇ συνοδευσάσῃ αὐτὴν αἰτήσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου περὶ χορηγίας πιστώσεως τῶν 12 χιλ. δραχμῶν, ἀνέγνων αἰτιολογίαν, ὅτι τὰ κατὰ τὸ 1883 δαπανηθέντα, συνιστάμενα εἰς 20 χιλ. ψηφισθείσας διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ εἰς τὰς 12 χιλ. τὰς χορηγηθείσας διὰ τοῦ Διατάγματος, εἶναι ἐλάχιστα ἀπέναντι τῶν πρὸ τοῦ 1883 δαπανηθέντων καθ’ ἕκαστον ἔτος. Ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἐδαπανήθησαν 50 χιλ. δι’ ἔξοδα γενικῶν μέτρων ἀσφαλείας, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἐδαπανήθησαν 27,263, ὅτι κατὰ τὸ 1881 ἐδαπανήθησαν 81576, ὅτι κατὰ τὸ 1882 ἐδαπανήθησαν 52439. Ἀφοῦ λοιπὸν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν 1879, 1880, 1881 καὶ 1882 ἐδαπανήθησαν περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἐφέτος ζητοῦνται, ἄφινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συναγάγωμεν ὅτι ἡ αἴτησις περὶ χορηγίας πιστώσεως ἐκ 12 χιλ. δραχ. εἶναι εὔλογος· τοῦτο ἰσχυρίσθη ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ δικαιολογία δὲν εἶναι ἀποχρῶσα. Ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας» ἐχορηγοῦντο πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευον ἰδίως εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, διὰ τοῦτο κατὰ παρελθόντα ἔτη δὲν ἐδαπανῶντο 50 ἢ 80 χιλ. ἢ 27 χιλ. μόνον, ἀλλ’ ἐδαπανῶντο 300 καὶ 500 χιλιάδες καὶ 700 χιλιάδες. Ἀλλὰ τὸ γενόμενον κατὰ τὰ ἔτη ἐκεῖνα ὡς καὶ τὰ γενόμενα κατὰ τὰ ἔτη 1879, 1880, 1881 δὲν ἤρκουν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ζητουμένην προσθήκην τῶν 12 χιλ. δραχμῶν. Εὐτυχῶς κατὰ τὸ 1883 δὲν εἴχομεν οὐδαμοῦ ληστείαν, ἑπομένως δὲν ἐπληρώσαμεν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὠφείλαμεν νὰ πληρόνωμεν ἄλλοτε ὡς ἀμοιβὴν ἐπὶ τῷ φόνῳ ἢ ἐπὶ τῇ συλλήψει ληστῶν. Ἡ δημοσία τάξις οὐδαμοῦ κατὰ τὸ 1883 ἐκλονίσθη. Ἀνέγνων που ἐν τοῖς ἐγγράφοις, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν δαπάνην ἐπηύξησεν ἡ καταδίωξις τῶν φυγοδίκων, ἀλλὰ καταδίωξις φυγοδίκων δὲν ἐπάγει τόσας δαπάνας, οἵας ἐπάγει ἡ καταδίωξις τῶν ληστῶν· διότι τὴν καταδίωξιν τῆς φυγοδικίας ἐκτελεῖ ὁ τακτικὸς στρατός. Οὔτε τὴν διατροφὴν τῶν καταδίκων ἐπρόκειτο νὰ πληρώσωμεν διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, διότι διὰ ταύτην εἶναι ἡ πίστωσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο εἰκάζω μὴ ἡ πίστωσις τῶν 20,000 δραχμῶν ἡ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσα κατέστη ἀνεπαρκὴς, διότι τὰ ἔξοδα τὰ ἀστυνομικὰ ἐν Ἀθήναις ἦσαν περισσότερα τοῦ δέοντος. Καὶ ἐπειδὴ περὶ ἀστυνομικῶν ἐξόδων ἐν Ἀθήναις, ὅσον ὀλίγον καὶ ἂν ἦναι τὸ ἔξοδον, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ σταματήσω, ἵνα ἐρευνήσω αὐτό· διότι ἡ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ πλέον λεπτὴ καὶ ἀκροσφαλὴς ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἡ δημοσία λειτουργία μετέρχεται ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ἡ Ἀστυνομικὴ Ἐξουσία εἶναι μεγάλη καὶ προληπτικὴ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι τόσον ἁβρὰ καὶ ἀνεπαίσθητος, ὥστε νὰ μὴ εἰσέρχεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, διότι τότε δὲν εἶναι πλέον προληπτικὴ Ἐξουσία, εἶναι πιεστικὴ Ἐξουσία. Εἶναι δὲ πολὺ εὔκολον νὰ ἀστυνομῇ τις ὑπὲρ τῆς τάξεως, ὅταν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ εἰσέρχεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Διὰ τοῦτο εἶχον καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσω, μάλιστα ἀφοῦ ἐπανειλημμένως κατὰ παρελθούσας συνεδριάσεις ἐπανελήφθη ὅτι ἀστυνομικὰ ὄργανα χρησιμεύουσι δι’ ἄλλας ἀνάγκας ἐν τοῖς θεωρείοις τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω ἂν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν φυγοδίκων ἐδαπανήθησαν αἱ ἐπιζητούμεναι 12 χιλ. δραχ. καὶ ἐν τοιαύτη περιπτώσει εἰς ποῖα κυρίως κεφαλαιώδη ἔξοδα ἐδαπανήθησαν αἱ δραχμαὶ αὐταὶ, ἢ ἂν ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐνέργειαν, καὶ ποία ἰδίως ἀνάγκη αὐτῆς ἐπροκάλεσε τὴν δαπάνην αὐτήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 ἐκ δρ. 2138. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν τὸ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δρ. 53).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων 1883 ἐκ δραχ. 333,487. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον).
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι....
§124ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Δημητρακάκη. Πρὶν ἐκφέρῃ τὰς παρατηρήσεις του ὁ κ. Δημητρακάκης, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δηλώσῃ ποῖαι εἶναι αἱ δημόσιαι οἰκοδομαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐπεσκευάσθησαν.
§125Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρατηρήσατε, κύριοι, ὅτι ἐνταῦθα μνημονεύονται ἔξοδα μεταθέσεως ὑπαλλήλων. Ἂν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», θὰ ἰδῆτε πόσον ταχέως γίνονται αἱ μεταθέσεις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ πρὸ πάντων τῶν τηλεγραφικῶν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέτῃ τοὺς ὑπαλλήλους, ὁσάκις τοὺς εὑρίσκει ἀναρμοδίους διὰ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς διορίζει, ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι χάριν τῆς οἰκονομίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χάριν αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ χάριν τελευταῖον αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αἱ μεταθέσεις τόσον ταχέως καὶ συνάμα καὶ τόσον παραλόγως, ὥστε νὰ μετατίθηται π. χ. ὁ ὑπάλληλος τῆς Σπάρτης εἰς τὸν Τύρναβον καὶ ὁ τοῦ Τυρνάβου εἰς Καλάμας καὶ ὁ τῆς Ἄρτης εἰς Θήραν. Ἐὰν ἦναι τόσον κακῆς πίστεως οἱ ὑπάλληλοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοὺς ἀφίνετε ἐπὶ πολὺ εἰς ἓν μέρος, τότε διατί τοὺς διατηρεῖτε καὶ μεταφέρετε τὴν κακήν των πίστιν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας; Ἀλλὰ δὲν εἶναι κακῆς πίστεως οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ κακῆς πίστεως ἡ διοίκησις τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον εὐθὺς ὅπου φθάσῃ ὁ ὑπάλληλος εἰς τὴν θέσιν του, παρουσιάζεται ὁ ἐκεῖ προϊστάμενος τοῦ κυβερνητικοῦ κόμματος καὶ τῷ διαγράφει τὸν κανονισμὸν τῆς συμπεριφορᾶς καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑπηρεσίας· ἂν δείξῃ, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἦναι ἐντελῶς ἑτεροκίνητος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀμέσως ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ὑπουργικοῦ βουλευτοῦ παραγγέλλει, ὅτι πρέπει νὰ μετατεθῇ ὁ φαῦλος ἐκεῖνος ὑπάλληλος, διότι ἐννοεῖ, ὅτι λαμβάνων μισθὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει νὰ ἦναι τυφλὸν ὄργανον τῶν ἀξιώσεων τῶν φίλων τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν, οἵτινες καὶ οὗτοι μὲ καταπάτησιν τῆς προσωπικῆς των ἀξίας ὑποστηρίζουσι τυφλῶς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Ὑπουργὸς ἀκούων τὸ τοιοῦτο παράπονον τῶν φίλων τῶν ὑπουργικῶν βουλευτῶν, εὐθὺς μεταθέτει ἄνευ περαιτέρω ἐξετάσεως τὸν δυστυχῆ ὑπάλληλον...
§126ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἔτζι θέλομεν.
§127ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε ἐκ Ζακύνθου συνάδελφε, μάθε, ὅτι δὲν σκοπεύομεν καθόλου νὰ μεταφέρωμεν τὰ πάθη τῆς νήσου σας καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ νὰ καταστήσωμεν Ζάκυνθον ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Ἡ τοιαύτη, κύριοι, κατάστασις τῆς ὑπαλληλίας καθιστᾷ ἄχρηστον αὐτὴν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ χρήσιμος ἡ ὑπηρεσία ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἐὰν δὲν μείνῃ αὐτὸς χρόνον τινὰ νὰ γνωρίσῃ τὸν Τόπον καὶ τὰς ἀνάγκας του, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ποῦ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος ἡ ἐνέργειά του. Δὲν λέγω ὑπερβολήν. Ἐντὸς δύω μηνῶν Ἔπαρχος, ἀρξάμενος ἀπὸ Μεγαλοπόλεως καὶ διελθὼν Γορτυνίαν καὶ Βόλον, ἐστρατοπέδευσε τελευταῖον εἰς Ἄρταν! Διὰ τοῦτο καὶ οἱ δυστυχεῖς ὑπάλληλοι κατέστησαν τὰ χαμερπέστερα ὄργανα μικροκομματαρχῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Τοιαύτην ὑπηρεσίαν δὲν ἐξήσκησαν οὔτε οἱ γεροαγωνισταὶ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ἐπροικίσθη μὲ φατριαστὰς ὑπαλλήλους διοικητικοὺς, ὁποῖοι εἶναι οἱ σημερινοί. Ἕνας Παναγῆς Γαλάνης ὑπῆρξε τὸ 1846 τοιοῦτος καὶ ἔμεινεν ἱστορικὸς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐπαύθη τότε καὶ οὔτε ἐπανῆλθε πλέον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ τοὺς σημερινοὺς κακοήθεις καὶ μικροπρεπεῖς ὑπαλλήλους ἐὰν τοὺς παύσητέ ποτε ἕνεκα ἰσχυροτάτων παραπόνων, φροντίζετε νὰ τοὺς ἐπαναφέρητε μετὰ παρέλευσιν ὄχι πολλοῦ χρόνου. (Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια 1) περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 53. 2) περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων 1883 ἐκ δραχμῶν 333,487. 3) περὶ χορηγήσεως ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως δραχμῶν 75,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1883. 4) περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884. 5) περὶ μεταφορᾶς ἐκτάκτου πιστώσεως ἀπὸ τῆς χρήσεως 1882 εἰς τὴν τοῦ 1884. 6) περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. 7) περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως τοῦ μετ’ οἴνου ἢ γλεύκους ἀναμιγνυομένου οἰνοπνεύματος. 8) περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν κατασχέσεων τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. 9) περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκχωρήσεως καὶ κατασχέσεως τῶν παρὰ τοῦ Δημοσίου κλπ. ὀφειλομένων εἰς ἐργολάβους, προμηθευτὰς καὶ ἐργάτας. 10) περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ πωλήσεως τοῦ πετρελαίου).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος εἰσαγωγῆς καὶ πωλήσεως τῶν παιγνιοχάρτων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§129ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἠμπόρεσαν ποτὲ νὰ κατασκευάσουν καλὰ παιγνιόχαρτα· λοιπὸν ἀφοῦ οἱ ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐθύνην τῆς πωλήσεως, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐπιτύχουν, φρονῶ, ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν διὰ συναγωνισμοῦ νὰ προμηθεύωνται τὰ χαρτία ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτρέπεται νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο καὶ τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχουσι βιομηχανικὰ καταστήματα κατασκευάζοντα παιγνιόχαρτα καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Κερκύρᾳ, ἐθεωρήθη πρέπον νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως συνεννοηθῇ μετ’ αὐτῶν, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ προτιμήσῃ μάλιστα τὰ καταστήματα ταῦτα. Διὰ τοῦτο παρατηρεῖτε ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι ἡ προμήθεια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιτρέπεται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ὥστε νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γίνηται μὲν προμήθεια ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ γίνεται συνδυασμὸς πρὸς αὐτὴν προμηθείας ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς προαγωγῆς.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§132ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς τοὺς κοινοὺς νόμους περὶ παραχαράξεως;
§133ΦΩΤΗΛΑΣ. Διότι εἶναι πολὺ αὐστηροὶ καὶ δὲν ἐφαρμόζονται αἱ αὐστηραὶ ποιναί.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς, κατασκευῆς καὶ πωλήσεως τῶν χημικῶν πυρείων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκπαιδεύσεως ναυτικῶν δοκίμων).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθοῦμεν;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι. Αὔριον.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις μένει ἡ αὐτή. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 10′ μ.μ.)