Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Θ · Session Γ› Sitting 35

1883.12.19

1,443 rows · 10,579 words · 2 tables · 89 turns

Date
1883.12.19
Presidency
Π. ΚΑΛΛΙΓΑ
Period
Θ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1884)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35

τῆς 19 Δεκεμβρίου 1883

(Δευτέρα)

Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος, προτεῖνον τὴν ἐπικύρωσιν. (Ὅρα Παράρτημα). Ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν ζητοῦσα τὴν παραδοχὴν τοῦ περὶ δανείου Νομοσχεδίου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως οὐδεὶς ἐζήτησε τὸν λόγον· εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.

§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καλὸν θὰ ἦτον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, νὰ προηγηθῇ τοῦτο.

§3ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ἡ ἐκλογὴ Μεσσήνης· κατὰ συνέπειαν θὰ προηγηθῇ αὕτη καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς τὸ περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Συγχρόνως ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ διαφόρων παραπεμφθεισῶν εἰς αὐτὴν ἀναφορῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ζητεῖ τις τὸν λόγον;

§5ΜΠΟΥΤΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς καὶ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆν ἐκλογῆς· μετὰ ταῦτα ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.

§6ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οἱ λόγοι εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐν τῇ ἐκθέσει.

§7ΒΑΛΒΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης, ἥτις ἔκθεσις εἶναι λίαν ἐμπεριστατωμένη καὶ ἀναφέρει ἅπαντα τὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειονοψηφία ὑποβάλλει πᾶν ὅ,τι προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα πλέον ἀνάπτυξις τῶν λόγων αὐτῶν. Ματαιοπονία φρονῶ θὰ ἦναι καὶ πρόσκομμα εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπισπεύδει νὰ ἐκδικάσῃ τόσα ἄλλα ἔργα κατεπείγοντα. Ἐὰν ὅμως παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ συμπληρώσω ἐλλεῖπόν τι ἐν τῇ ἐκθέσει, τοῦτο προθύμως θέλω τὸ πράξει.

§8ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.

§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μποῦτος.

§10ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, θεωρῶ περιττὸν πάντη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου εἰσηγητοῦ καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐν γένει, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀνηλικιότης τοῦ ἐκλεχθέντος, νὰ προσθέσω τι· καταθέτω μόνον εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πιστοποιητικὸν τοῦ ἐνταῦθα Β. Γυμνασίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1873–74 κατετάχθη εἰς τὸ Γυμνάσιον μὲ ἡλικίαν 14 ἐτῶν, ἐξῆλθε δὲ κατὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1877–78 μὲ ἡλικίαν 17 ἐτῶν, ὥστε διατρέχει ἤδη τὸ 23–24 ἔτος τῆς ἡλικίας του.

§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§12ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι βουλευταὶ, νὰ παρακολουθήσω τὸν πρὸ ἐμοῦ καταβάντα τοῦ βήματος· διότι, ἐκτὸς τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς ἐκλογῆς, ἀνέμιξε τὴν διοίκησιν ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα καὶ ἐν γένει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἦτον ἀνάγκη νὰ εἴπω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, βεβαίως δὲν ἤθελον διστάσει νὰ δώσω ψῆφον ἐπικυρωτικὴν τῆς προκειμένης ἐκλογῆς (θόρυβος εἰς τὰ ἀκροατήρια).

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.

§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Κενοῦνται τὰ ἀκροατήρια).

§15ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα ἠδίκησεν ὁλοκλήρους ἡλικίας, ἀποκλεῖσαν αὐτὰς ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀπαιτούσης διὰ τὸν ἐκλέξιμον νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας, πᾶσα συζήτησις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, περιττὴ καὶ ἄσκοπος, διότι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀκυρώσῃ διάταξιν συνταγματικήν. Καὶ ἂν ὁ προαγορεύσας ἐστήριζε τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν νέαν συνταγματικὴν θεωρίαν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι συμβουλευτικὴ, ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ἀμέσως νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα, ἀλλὰ προέβη εἰς ἀνάπτυξιν παραστήσας τὸν ἐκλεχθέντα ὡς ἔχοντα συμπεπληρωμένον τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, στηριχθεὶς εἰς ἓν πιστοποιητικὸν περὶ τοῦ δευτέρου γάμου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, πατρὸς τοῦ ἐκλεχθέντος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω τὰ περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος, ἵνα πεισθῆτε ὅτι ἤδη διατρέχει τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Κατὰ τὰ κείμενα, ἡ ἀπόδειξις τῆς ἡλικίας δὲν βεβαιοῦται ἄλλως παρὰ διὰ ληξιαρχικῶν βιβλίων, ἢ τοῦ Μητρώου τῶν ἀῤῥένων· ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ ληξιαρχικῶν βιβλίων δὲν ἐλειτούργει τότε, οὐδὲ λειτουργεῖ ἤδη, καὶ μόνον μᾶς μένει τὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας τοῦ 1878, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ πατὴρ τοῦ ἐκλεχθέντος, διαγράφει ἀκριβῶς τὸν τρόπον τῆς συντάξεως τῶν Μητρῴων, τὰ ὁποῖα, συντασσόμενα κατὰ νομίμους διατυπώσεις, παρέχουσι πλήρη ἀπόδειξιν, διότι ἐπιβάλλουσι τὴν μεγίστην τῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰ ἄτομα, τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν δύναμαι νὰ ἀδικήσω, οὔτε κἂν νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε τὸν Νόμον περὶ στρατολογίας, δὲν ἐδήλωσε τὰ τέκνα του. Τοὐναντίον, ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ὅτι ἐδήλωσε ταῦτα τῷ 1879, καὶ ὁ πρῶτος υἱὸς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὁ προαγορεύσας ἐξελέχθη μὲ ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ὁ δὲ δεύτερος ὁ ἐκλεχθεὶς, μὲ ἡλικίαν 20 ἐτῶν. Ὅτι Ἐγένετο δήλωσις, ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, διότι οἱ ἁρμόδιοι συντάσσουν τὸν ὑπὸ στοιχεῖον Α κατάλογον, ἐπιτροπὴ δὲ συγκειμένη ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Ἐφημέριον ἑκάστου χωρίου, περιέρχεται τὰ χωρία καὶ συντάσσει τὸν ὑπὸ στοιχεῖον Β πίνακα. Ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὴν Διοίκησιν, ἡ δήλωσις μὲν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου δὲν ὑπάρχει, οὔτε ὁ ὑπὸ στοιχ. Α πίναξ· ὑφίσταται ὅμως ὁ ὑπὸ στοιχεῖον Β. πίναξ εἰς τὸ Ἐπαρχεῖον, ὑπογεγραμμένος ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Ἐφημέριον τοῦ χωρίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται ἡ ἡλικία τοῦ Κωνσταντίνου Κουμουνδούρου 32 ἐτῶν καὶ τοῦ Σπυρίδωνος Κουμουνδούρου 20 ἐτῶν· αὐτὴ δὲ ἡ ἡλικία ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸ καθ’ ἑαυτὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων, τὸ ὁριστικόν. Δὲν πιστεύω μετὰ τὰ ἐκτεθέντα νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καμμία περὶ τῆς ἡλικίας. Ἔτι πλέον, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1880, προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτε συνεπλήρωσε τὸ 21ον ἔτος καὶ κατὰ τὸν Στρατολογικὸν Νόμον ὑπέκυψεν εἰς κλήρωσιν, ὁ ἴδιος Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος, ἐν Βερολίνῳ διαμένων, ἐζήτησεν ἀναβολὴν κατατάξεως.

§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ πληρεξουσίου του.

§17ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις τοῦ Σπ. Κουμουνδούρου ἐκ Λειψίας, τοῦ ἔτους 1880, δι’ ἧς ζητεῖ ἀναβολὴν κατατάξεως, τὰ δὲ ἔγγραφα εἰς τὴν αἴτησίν του ἐπεσύναψεν ὁ ἐνταῦθα πληρεξούσιός του, διότι ἐκεῖνος βεβαίως ἐκεῖ δὲν εἶχε τοιαῦτα, καὶ ἡ αἴτησίς του ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἀνεβλήθη ἡ κατάταξίς του εἰς τὸν στρατὸν, δυνάμει Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, διότι εἶχεν ἀδελφὸν τὸν προαγορεύσαντα ὑπηρετοῦντα, εἰς τὸν στρατόν.

§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ τὸ συμβόλαιον τοῦ γάμου εἰς τὰ 1850 καὶ ὁ πρωτότοκος υἱός του νὰ μὴν ἔχῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν;

§19ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα, κατέθεσα πρὸ ὀλίγου εἰς τὸ Προεδρεῖον πιστοποιητικὸν τοῦ βʹ. Γυμνασίου τῶν Ἀθηνῶν, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος εἰσῆλθεν εἰς τὸ Γυμνάσιον κατὰ τὸ ἔτος 1873–74 μὲ ἡλικίαν 14 ἐτῶν καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸ 1877–78 μὲ ἡλικίαν 17 ἐτῶν, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι δήλωσις τοῦ ἐκλεχθέντος, συμφωνεῖ μὲ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πατήρ του. Ὥστε κατὰ τὸ 1883, ὅτε ἐνηργήθη Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος διέτρεχε τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνηλικότητος, διότι ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας ἐπειράθη δι’ ἀοριστολογιῶν νὰ ῥίψῃ ἐνδοιασμὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος εἶναι ἐνήλικος ἤδη καὶ δὲν διατρέχει τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὡς τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα μαρτυροῦσι τοῦτο. Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, πῶς συμβαίνει ὁ δεύτερος γάμος τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου νὰ ἐτελέσθη τὸ 1850, καὶ ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος νὰ ἐγεννήθη τὸ 1859. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐρώτησις ἦτο περιττή. Ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ὁ δεύτερος γάμος τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου ἐτελέσθη κατὰ τὸ 1850, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τοῦ 1859 δὲν ἀπέκτησε τέκνα, ὁ δὲ Σπ. Κουμουνδοῦρος ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1859. Ἴσως, κύριοι, διὰ τοὺς ἐντίμους βουλευτὰς τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἦτον ἀναγκαία ἡ ἀνάπτυξις αὕτη περὶ τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ διὰ τοὺς βουλευτὰς τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν ἦτον ἐντελῶς περιττὴ, καὶ νομίζω, ὅτι ἀδικῶ τὴν νοημοσύνην τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ἂν ἐπιμένω ὁμιλῶν περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ Σπ. Κουμουνδούρου, διότι ἅπαντες οἱ βουλευταὶ ἢ τουλάχιστον οἱ πλεῖστοι γνωρίζουσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας ἀφῆκε τὸ πεδίον τοῦτο, μετέβη εἰς ἕτερον· ἦλθε καὶ σᾶς ἐζήτησε διὰ τῆς ἐπικυρωτικῆς ψήφου σας νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον ἐν Μεσσηνίᾳ κατάστασιν. Σᾶς παρέστησεν ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἀγρία ἡ κατάστασις, ὅτι ἡ Διοίκησις ἠμέλησε τὸ καθῆκόν της, ὅτι φόνοι ἐπὶ φόνων τελοῦνται, τάξις καὶ ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι, ἂν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, θὰ αἱματοκυλισθῇ ἡ Μεσσηνία. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου, τίποτε ἄλλο ἐντεῦθεν δὲν ἠκούετε εἰμὴ ἐπερωτήσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Μεσσηνίας, περὶ τῆς κακῆς ἐκεῖ διοικήσεως καὶ περὶ ἐπεμβάσεων τῶν στρατιωτικῶν ἰδίως Ἀρχῶν· καὶ ὅταν ἤρχοντο ἐπίσημοι πληροφορίαι, τί ἀπεδεικνύετο; ὅτι οὐδὲν εἶχε λάβει χώραν. Ἀλλ’ ἂν σᾶς εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, καθὼς καὶ ἡ Βουλευτικὴ, καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτῶν πρὸ καὶ μετὰ δὲν ἔλαβε χώραν οὔτε ἕν ράπισμα, τί θὰ εἴπητε; Ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ μόνον ἕν ἐπεισόδιον, ἐν Κατσαροῦ, ἔλαβε χώραν, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος.

§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανείας μὲ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν δὲν συνέβη τι; Ὁ δικαστὴς Οἰκονόμου δὲν συνέλαβε τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ τὸν ἀφώπλισε, καὶ τὸν ἔστειλε δεμένον εἰς τὴν ἀνάκρισιν;

§21ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πολιορκήσατε σεῖς μὲ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοὺς Ἠλιάδας;

§23ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλευτικῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ἐνθύμισε μίαν περίστασιν, δὲν εἶχε δὲ καὶ ἄλλην νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ, ἀλλ’ αὕτη ἐπιβαρύνει τοὺς φίλους του, διότι ἐκεῖνοι προεκάλεσαν τὴν σκηνήν, καθ’ ἣν εὐτυχῶς οὐδὲν ἀπευκταῖον ἔλαβε χώραν. Οἱ ἴδιοι φίλοι του εἶχον φονεύσει τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰωάννου Χ. Ἠλιοπούλου, φίλου μου, μεθ’ οὗ συνεπλάκησαν καὶ πρὸ ὀλίγου κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ Κακουργιοδικεῖον Ναυπλίας εἰς 5–10 ἐτῶν εἱρκτήν. Ἠκούσατε λοιπὸν ποῖον ἦτο τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, οὐδὲν πλέον τούτου. Ἦλθον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς πολλάκις ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔκαμε λόγον καὶ ἐζήτησε μάλιστα καὶ ἔγγραφα, καὶ πρὸς τούτοις ὡμίλησε καὶ περὶ δολοφονίας καὶ δολοφόνων. Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου διέτριψεν εἰς τὸν δῆμον Οἰχαλίας κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς· ὁ ἀδελφός μου Δήμαρχος, μετὰ φίλων εἶχε μεταβῆ εἰς τὸ χωρίον Κατσαροῦ τοῦ δήμου Οἰχαλίας καὶ εἶχε καταλύσει εἰς τὰς διαφόρους οἰκίας τῶν φίλων μας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπὶ κεφαλῆς 200 ἢ 300 ὁπλοφόρων εἰσῆλθε κατόπιν εἰς τὸ χωρίον μετὰ μίαν ἢ 2 ὥρας. Ὡς ἦτον ἑπόμενον οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου καὶ οἱ φίλοι μου, οἱ μεταβάντες πρὸ αὐτοῦ εἰς τὸ χωρίον, εἶχον ἐξέλθει καὶ παρετήρουν τοὺς εἰσερχομένους ὁπλοφόρους, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἐσταμάτησεν εἰς τὴν πλατείαν τοῦ χωρίου, ἐξακολουθούντων τῶν φίλων του τοὺς πυροβολισμούς· εἷς ἀνεψιός μου, Σπηλιώτης, ἱστάμενος μετ’ ἄλλων εἰς τὸν ἐξώστην μιᾶς οἰκίας φίλου, μοῦ ἔπεσε θῦμα τῶν πυροβολισμῶν τῶν φίλων τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.

§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.

§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον, εἶναι γεγονὸς αὐτὸ, ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔπεσε θῦμα, διότι σφαῖρα τοῦ διέῤῥηξε τὸ κρανίον, διεκινδύνευσαν δὲ καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἐν τῇ οἰκίᾳ· διότι ὁ πυροβολισμὸς κατὰ τῆς οἰκίας ἐξηκολούθει, καὶ ὁ τύπος τῶν σφαιρῶν ἰδίως ἐπὶ τοῦ ταβανίου τῆς οἰκίας εἶναι ἀνεξάλειπτος.

§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβεβαιοῦτε τοῦτο μὲ τὸν λόγον τῆς τιμῆς σας;

§27ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα· καὶ σεῖς περὶ τούτου εἶσθε πεπεισμένος. Ἐκτὸς τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, θῦμα τοῦ ὁποίου ἔπεσεν, ὡς εἶπον, ὁ ἀνεψιός μου, οὐδὲ ἁπλοῦν ῥάπισμα ἠκούσθη κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ, κύριοι, πρὸς τιμὴν τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκεῖ αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται ἐν τάξει καὶ ἡσυχίᾳ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνει. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου περὶ δολοφόνων καὶ κακούργων. Ὑπῆρξα φίλος τῆς οἰκογενείας του ἐπὶ πολλὰ ἔτη, γνωρίζω τὰ κατ’ αὐτὴν ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ πολιτεία της οὐδὲν ἔχει τὸ μεμπτὸν, γνωρίζει καὶ ὁ προλαλήσας τὰ κατ’ ἐμὲ καλῶς καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ ἂν ἠθέλησά ποτε νὰ στηριχθῶ εἴτε εἰς φυγοδίκους, εἴτε εἰς κακούργους, εἴτε εἰς ἄτακτα στοιχεῖα. Ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτῶν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὴν παροῦσαν πολιτείαν μου καὶ τὴν μέλλουσαν. Ἠναγκάσθην, κύριοι, παρὰ τὴν συνήθειάν μου νὰ περιαυτολογήσω διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὑπαινιγμοὺς, ἥκιστα τιμῶντας ἐκείνους, οἵτινες τοὺς ἐξήνεγκον· οἱ ὑπαινιγμοὶ δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἄνδρας ἔχοντας τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς ἰδέας των, ὡς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου. Ἂς κατέλθῃ εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ δώσῃ εὐρυτέραν ἐξήγησιν καὶ ἀπάντησιν. Ἕν μόνον προσθέτω—καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ὁ προαγορεύσας—ὅτι ὁ ἀδελφός μου καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο οἱ πυροβολισμοί, ἦτον εἰς μεμακρυσμένην οἰκίαν. Εἰς τὸν φιλήσυχον δὲ χαρακτῆρα αὐτοῦ ὀφείλεται ἡ πρόληψις ἄλλων δυστυχημάτων, διότι μετὰ τὸν φόνον τοῦ ἀνεψιοῦ μου ἑπόμενον ἦτο νὰ γείνωσι δυστηχήματα, ὅταν εἰς ἓν χωρίον ἦσαν ἑκατέρωθεν ὡπλισμένοι πλέον τῶν 400. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐνδιατρίψω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὰ περὶ τῆς πράξεως τοῦ Πρωτοδίκου Καλαμῶν, διότι ὁ συνάδελφός μου ἐκεῖ στηριχθεὶς, ᾠκοδόμησεν ὅ,τι εἶπε κατὰ τῆς Διοικήσεως ἐν Μεσσηνίᾳ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ διοικήσεως ἐν Μεσσηνίᾳ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ν’ ἀκούσῃ λεπτομερείας καὶ ἀναιρέσεις περὶ ὅσων ἀναφέρει τὸ πρακτικὸν τοῦ δικαστηρίου· διὰ τοῦτο, ἀποφεύγων νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, βεβαιῶ μόνον ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἐκτεθέντων παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν ἐξετέθη ἀνακριβῶς· ἀφίνων δὲ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν ἦτο περίστασις ὅπως τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον ἀσκήσῃ τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ Δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ ἔκτακτον αὐτὸ δικαίωμα, πληροφορῶ, τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ Δικαστικὸν αὐτὸ Συμβούλιον, διὰ νὰ ᾖ συνεπὲς πρὸς ὅσα ἐξέθεσεν ἐν τῷ περιωνύμῳ αὑτῷ πρακτικῷ, ἐπολιτεύθη ἄκον, καὶ ἠδίκησε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄλλως θὰ ἐτύγχανον δικαιοσύνης. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἐσκόπουν μάλιστα νὰ μὴ κάμω διόλου λόγον, εἰ καὶ πλεῖστα ἄλλα ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι τάξις καὶ ἀσφάλεια ὑπάρχει ἐν Μεσσηνίᾳ καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἔλαβε μέτρα ἀφ’ ἧς ἀνῆλθε εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἀρνεῖται ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅτι ὁ πρὸ τοῦ Μπαϊρακτάρη, ὁμολογουμένως ἐκπληρώσαντος τὸ καθῆκον του ὡς πρέπει, δὲν μετέβη ἐκεῖ, καὶ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἀξιεπαίνως ὁ ἀξιωματικὸς Λώρης....

§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἅμα φύγῃ ὁ Μπαϊρακτάρης, ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια.

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν φεύγει.

§30ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μαζῆ σας νὰ μὴ φύγῃ ὁ Μπαϊρακτάρης. Κύριοι βουλευταὶ, ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ προαγορεύσαντος, ἐπικυροῦντες τὴν ἐκλογὴν διὰ νὰ καθήσῃ ὁ ἐκλεχθεὶς εἰς τὴν κενὴν θέσιν τοῦ πατρός του, ἂς κοιμηθῇ ὁ νόμος, ἂς παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του, διότι ἔχετε ἐπίσημα ἔγγραφα, μαρτυροῦντα, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἐξελέχθη, διέτρεχε τὸ 24 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω οὐδὲν συμφέρον εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτήν· ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα· ἐπὶ τούτου δὲ ἐλπίζω, ὅτι δεκατέσσαρες βουλευταὶ θὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι μαζῆ μου, ὅπως ἀποτελέσωμεν ὁμοῦ τὸν ἀριθμὸν 15 καὶ ζητήσωμεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. Τότε ἂς εἴπῃ ὅστις θέλει, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του.

§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι,...

§32ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, καταβῆτε.

§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ μητρῷον δὲν στηρίζεται εἰς δήλωσιν....

§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Κουμουνδοῦρε.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς συνεπτυγμένως, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ Μεσσήνης εἶνε ἔγκυρος.

§36ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Τμήματος.

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι συνεπτυγμένη, ἀλλ’ ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πρῶτον τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ δεύτερον ἐὰν ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ προσόντα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατὰ τύπον ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ προσόντα τῆς ἡλικίας; οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§38ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Παρεδέχθη.

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον.

§40ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τὸ ἀντίθετον, κύριε Πρόεδρε.

§41ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; Τὸ ἀντίθετον.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει τὰ προσόντα τῆς ἡλικίας ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Μεσσήνης νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοὶ, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).

§44ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει τὰ προσόντα λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.

§46Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐγνωμονῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ παῤῥησίας ἐγέρθησαν καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς προτάσεως.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα.

§48ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.....

§49ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, κύριε Φιλάρετε (θόρυβος).

§50ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ καλὰ, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.

§51Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ κάμω νὰ μὴ στενοχωρηθῇ ὁ κ. Φιλάρετος, ὁμολογῶ ἐγὼ ὅτι ὁ ἀδελφός μου δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶδε δὶς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς τὸ ἐπικυρωτικὸν καὶ ἐστρέβλωσε καὶ διέστρεψεν αὐτό.

§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πρὸ τούτου ὅμως ἔχω ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Τροιζηνίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· «Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Αʹ) Νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀπὸ τοῦ 1878 συσταθεισῶν μέχρις ἐσχάτως ἢ καὶ ἀποσταλεισῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ καταρτισμῷ πολεμικοῦ στόλου ἐπιτροπῶν, ἐπίσης καὶ ἀτόμων, ἐὰν τοιαῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς παρομοίαν ἐντολὴν, ἐπακολουθούσης ἑκάστῃ ἐκθέσει καὶ τῆς σχετικῆς ἐκτιμήσεως τοῦ κατὰ καιρὸν Ὑπουργοῦ, καθὼς καὶ ἰδίας ἐπ’ αὐτῶν κρίσεως τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργοῦ, καὶ εἰς τί αὗται ἀπέληξαν, μετὰ τοῦ λόγου, δι’ ὃν αὗται δὲν ἀπέφερον τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, ἢ εἰς τί ἐχρησίμευσαν; Βʹ) Ποία ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολεμικοῦ στόλου, καὶ τί περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐνήργησεν ἄχρι τοῦδε; Γʹ) Νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἄλλων ἀποστολῶν ἐξ ὁμάδων ἢ ἀτόμων περὶ θεμάτων ἀφορώντων τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, λ. χ. περὶ μελέτης ναυκλάστρων ἐν Δανιμαρκίᾳ, καὶ διατί δὲν μετέβησαν οἱ ἀπεσταλμένοι οὗτοι καὶ εἰς Ἀγγλίαν, καὶ τίς ἡ ἐκ τῆς ἀποστολῆς ταύτης ἔμπρακτος ὠφέλεια, πόση δὲ ἡ δαπάνη; Δʹ) Γνωρίζει τι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὕρηνται αἱ μελέται αὐτῆς περὶ ἐθνικοῦ στόλου; Εʹ) Νὰ προσαχθῶσιν ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν διαφόρων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ περὶ τῆς καταστάσεως ἑκάστου πλοίου ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ τῆς στερεότητος τοῦ σκάφους καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, τῶν μηχανῶν, τῆς ἐξαρτίσεως, τοῦ πληρώματος, ἐὰν ἦνε εἰς τὴν προσήκουσαν δύναμιν, τῶν ἐν ἑκάστῳ ἐφοδίων καὶ μέσων τοῦ πολέμου, καὶ ἐὰν μετ’ ἐπιστημονικῆς εὐσυνειδησίας τῶν κυβερνητῶν καὶ συναισθήσεως τῆς εὐθύνης διὰ τὸ μέλλον καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος κρίνωνται ὅτι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν, ὡς ἔχουσι σήμερον, ναυμαχικὴν ἀποστολήν, ἕκαστον κατὰ τὸν πολεμικὸν προορισμόν του, ἢ τίνος ἔχουσιν ἀνάγκην, ὅπως ὦσιν ἑτοιμοπόλεμα; Ὁμοίως δὲ νὰ ὑποβάλῃ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ἐκθέσεις κεχωρισμένας δι’ ἕκαστον πλοῖον καὶ τὸ Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Δεκεμβρίου 1883.

Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας

Χ. Δ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»

Συγχρόνως ἀνακοινῶ καὶ δύω ἀναφορὰς δύω τυφλῶν ζητούντων βοήθειαν, αἱ ὁποῖαι θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ζητεῖ τις τὸν λόγον; (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. ἀνάγνωσιν).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὁ κύριος Βαλσαμάκης ἔχει τὸν λόγον.

§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶνε ἐξ ἐκείνων, πρὸς λύσιν τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰ φῶτα, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Φρονῶ δὲ ὅτι ἔχομεν τοσοῦτο μᾶλλον ἀνάγκην αὐτῶν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν εἰσὶν οἱ εἰδικῶς ἐνδιατρίβοντες περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ δυνάμενοι διὰ τῆς φωνῆς των νὰ δώσωσι κῦρος εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ. Μεγάλα Ἔθνη, κύριοι, καὶ κατὰ τὸν ἀριθμὸν, καὶ κατὰ τὴν ἰσχὺν, καὶ κατὰ τὰ πλούτη, καὶ κατὰ τὰ φῶτα, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν, καὶ κατέφυγον εἰς τὸ μέσον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπήκουσαν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς ταύτην ὑπεβλήθησαν, εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα παρῆλθεν αὕτη, ἐφρόντισαν περὶ τῆς ἄρσεώς της. Πάλη ὅμως ἠγέρθη, καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει τὰ ἀγαθά της, καὶ ἀσύμφορος εἶνε ἡ ἄρσις αὐτῆς διὰ δανείων. Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία προάγει τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἐθεωρήθη μάλιστα ἀναγκαία εἰς Τόπον, ὅπου ἡ βιομηχανία εἶνε ἀρτισύστατος· πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς γνώμης ταύτης ἐπεκαλέσθησαν τὰ ἀναφαινόμενα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι εὐθὺς ὡς αὕτη ἐπιβάλλεται, ἀμέσως ἐπέρχεται καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ μετάλλου καὶ χαρτονομίσματος, ἥτις αὐξάνει ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Ἡ τοιαύτη δὲ διαφορὰ ἰσοδυναμεῖ μὲ προστατευτικὸν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας νόμον· διότι ἡ ξένη βιομηχανία εἰσάγουσα τὰ ἐμπορεύματά της ἐν τῷ Τόπῳ, ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχον αὐτὰ πρὶν, νὰ προσθέσῃ καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ μετάλλου καὶ χαρτονομίσματος, ὑπερτιμῶσα αὐτὰ κατὰ 15 ἢ 20 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ τὰ ἐντόπια, μὴ ὑποκείμενα εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, δύνανται νὰ συναγωνίζωνται μετὰ κέρδους· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον διαρκεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, καὶ καθ’ ὅσον ἐν τῷ Τόπῳ διατηροῦνται τὰ πράγματα, ὡς εἶχον πρὶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι ἐνόσῳ ἡ βιομηχανία ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ τὰ αὐτὰ ἐνοίκια, τοὺς ἰδίους μισθοὺς, καὶ ἐν γένει νὰ καταβάλλῃ τὰς ἰδίας δαπάνας διὰ τὴν παραγωγὴν, τὰς ὁποίας κατέβαλε καὶ πρὶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ ἂν ἐργάζηται διὰ ξένων κεφαλαίων, τὰ δάνεια αὐτῆς συνωμολόγησε πρὶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος ἐπιφέρει τὴν μείωσιν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ ἐργάτης μὴ δυνάμενος διὰ τοῦ ἡμερομισθίου, ὅπερ ἐλάμβανε πρὶν, νὰ προμηθευθῇ τὰ αὐτὰ πράγματα, ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, καὶ ἡ ὤθησις αὕτη καθίσταται γενική ὥστε τὰ πάντα ὑπερτιμῶνται ἐπὶ τοσοῦτον, ὅση εἶνε ἡ διαφορὰ μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ συναλλάγματος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ βιομηχανία ἐπανέρχεται, ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς παραγωγῆς, εἰς τὸ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας σημεῖον. Μετὰ τὴν ἄρσιν ταύτης θὰ παρέλθῃ καιρὸς διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν πραγμάτων, ἀναλόγως τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ ἡ βιομηχανία θὰ δαπανᾷ περισσότερα διὰ νὰ παραγάγῃ τὰ προϊόντα της, θὰ ὑποχρεωθῇ δὲ νὰ καταβιβάσῃ τὴν ἀξίαν των, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ μὲ τὰ προϊόντα τῆς ξένης βιομηχανίας, καὶ θὰ ὑποστῇ ζημίαν ἀνωτέραν ἢ ἴσην μὲ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατ’ ἀρχάς. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν, τὴν προμηθευομένην ἐν τῷ Τόπῳ τὰς πρώτας ὕλας καὶ καταναλίσκουσαν τὰ προϊόντα της ἐν τῷ Τόπῳ. Ἡ κατ’ ἀρχὰς ὅθεν ἀναφαινομένη ὠφέλεια μεταβάλλεται κατόπιν εἰς ζημίαν, μένει δὲ ὡς ἀποτέλεσμα βέβαιον ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ἐκ τῆς αὐξομειώσεως προερχομένη, ἡ ὁποία παράγει ζημίας ἢ ὠφελείας διαδοχικάς, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους συμψηφίζονται καὶ μένει ὡς πόρισμα ἡ ἀβεβαιότης, ἥτις βλάπτει καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ πᾶσαν ἐν γένει συναλλαγήν. Ἀλλὰ ζημιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον, διότι καταβάλλει τὴν διαφορὰν εἰς πᾶσαν δαπάνην γενομένην εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν στερεόν, καθότι καὶ οὗτος παρακολουθεῖ τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος καὶ τὰς αὐξομειώσεις τοῦ χαρτονομίσματος. Ζημιοῦται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους του· διότι ναὶ μὲν πληρόνει αὐτοὺς εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν. Ἐὰν δὲ ὁ ἐργαζόμενος, εἴτε ἐπιστήμων εἶναι, εἴτε ἁπλοῦς ἐργάτης, ἐργάζεται τοσοῦτον, καθ’ ὅσον πληρώνεται, ἕπεται, ὅτι ἡ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πραγματικὴ μείωσις τῶν μισθῶν χαλαροῖ τὸν ζῆλον τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον ἢ νὰ αὐξάνῃ τοὺς μισθούς, ἢ νὰ προσθέτῃ ὑπαλλήλους, διὰ ν’ ἀναπληροῖ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων. Αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Δημοτικὴν Διοίκησιν. Ταῦτα, κύριοι, κατέδειξεν ἡ μελέτη καὶ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ τούτων ἐπωφελούμενοι, οὐδεὶς παρίσταται συνήγορος τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴμεθα ἅπαντες σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπιφέρει εἰς πάντα Τόπον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ διαφωνία, αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ δυστυχῶς τοσοῦτόν τινες ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ ὑποβαλλομένου πρὸς θεραπείαν μέσου, οὐδὲν ἄλλο μέσον προτείνουσιν, ἀλλὰ ὑποδεικνύουσι τὰ πολὺ προσωρινὰ ἐμβαλώματα. Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου του, ἰσχυρίσθη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποχρεοῦσι σήμερον νὰ καταφύγωμεν πρὸς θεραπείαν εἰς τὸ προτεινόμενον μέτρον. Ἀλλὰ συζήτησις τοιαύτη δὲν ὑπόσχεται πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· θὰ λάβῃ εὐρείας διαστάσεις καὶ τὸ πολὺ θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα «ὁ ἀναμάρτητος βαλέτω τὸν λίθον». Τὸ βέβαιον, κύριοι, καὶ τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι ἐθνικαὶ περιστάσεις καὶ ἔκτακτοι ἀνάγκαι ὑπεχρέωσαν τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ ἐκτάκτους δαπάνας. Αἱ ἔκτακτοι δαπάναι ἔφερον τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώθημεν κατὰ καιροὺς νὰ θεραπεύσωμεν διὰ δανείων, καὶ ἐφθάσαμεν τοιουτοτρόπως εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν, ὡς σκεπτόμεθα καὶ ἐργαζόμεθα. Τὸ Ἔθνος, κύριοι, κατέβαλε προθύμως πᾶν ὅ,τι ἐζητήθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴσθημά του καὶ ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τοὺς ἀδελφούς του· καθῆκον ἔχομεν νῦν νὰ σκεφθῶμεν πῶς πρέπει νὰ ἱκανοποιήσωμεν τὰς ὑλικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁποίας ὡσαύτως προθύμως παρέχει τὰ μέσα. Τὸ Ἔθνος ἐπιζητεῖ συγκοινωνίαν, ἰσοζύγιον, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρασκευὰς κτλ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα, κύριοι, διὰ νὰ τὰ ἀποκτήσωμεν, ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὰ μέσα. Τὸ Ἔθνος εἶναι πρόθυμον εἰς τὴν θυσίαν, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν, ἀκολουθοῦντες τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, ν’ ἀναλάβωμεν τὸ ἔργον πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν μέσων. Καὶ τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν; Τί ἔπραξαν τὰ λοιπὰ ἔθνη, ὅταν εὑρέθησαν εἰς τοιαύτας περιστάσεις; ὑπεχρεώθησαν, διὰ νὰ αὐξήσωσι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν, νὰ ἐπιβάλωσι φόρους, καὶ τόσους, ὅσους εἶχεν ἀνάγκην τὸ Κράτος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, πρόκηται νὰ σκεφθῇ τις περὶ ἐπιβολῆς φόρων, ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται νὰ σκεφθῇ περὶ διαβήματος, τὸ ὁποῖον, ὅπως δήποτε, ἀπαιτεῖ τόλμην, ἀπαιτεῖ θάῤῥος. Καὶ τοιοῦτον τὸ οἰκοδόμημα περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, καὶ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε τὴν οἰκοδομὴν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε δὲ συνεργάτας περὶ τοὺς 150 βουλευτάς, οἵτινες τὸν συνέδραμον μετὰ ζέσεως, συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας ἀνεῦρεν, ὅτι τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο ᾠκοδομήθη ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ ὅτι τούτου ἕνεκεν ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν μεταστάντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐμέμφθη δὲ καὶ πάλιν ἐκείνους, οἵτινες ἀπεφάσισαν νὰ συνδράμωσιν εἰς τὴν στερέωσιν αὐτοῦ, ἐνῷ οὗτοι ἐσκέφθησαν τοὐλάχιστον, ὅτι καθῆκον ἔχουσι, πρὶν ἀποφασίσωσι νὰ κατεδαφίσωσι τὸ ὑπάρχον, νὰ σκεφθῶσιν ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν νὰ οἰκοδομήσωσιν. Ὑπεχρεώθην, κύριοι, ν’ ἀναφέρω ὅ,τι εἶπον, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας καὶ πάλιν ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ πάλιν ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἐντεῦθεν πρὸς τὰ ἐκεῖ μετατοπίσαντας, καὶ ὅπως μεμφθῇ τοὺς μὲν, καὶ ἐπαινέσῃ τοὺς δὲ, ὑπεχρεώθη νὰ συγχύσῃ τὰς ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας συνέβησαν αἱ μεταστάσεις Πλὴν, ἐνῷ, κύριοι, παραδεχόμεθα πάντες, ὅτι ὀφείλομεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ νόσημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν; Εἰς ποῖον ἄλλο μέσον δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν ἢ εἰς τὸ μέσον τοῦ δανείου; Μὴ τάχα τὰ λοιπὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἔπραξαν ἄλλως πως; Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας πολλοὶ ἐπικαλοῦνται, ὅσον μεγάλαι καὶ ἂν ὦσι, δύνανταί ποτε νὰ θεραπεύσωσι τὸ κακόν; Δυνάμεθά ποτε δι’ αὐτῶν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους, νὰ τελειοποιήσωμεν τὴν ὁδοποιίαν μας; Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ, κύριοι, ἐναντίος εἰς τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ οἰκονομιῶν καὶ οἰκονομιῶν. Εἶναι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας δύναται ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν δαπάνην εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικήσεως, καὶ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτυγχάνονται κατὰ τὴν διαχείρισιν, καὶ διὰ τούτων δύνανται σπουδαῖα νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἀποτελέσματα, ὡς κατέδειξεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἐνῷ διὰ τῶν πρώτων μηδαμινὸν ἔσεται τὸ ἐξαγόμενον, ἡ δὲ ἐπιτυχία των δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ἐῤῥέθη ὅτι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμός μας φθάσῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον καὶ δώσῃ καὶ περισσεύματα, δυνάμεθα δι’ αὐτῶν ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποφύγωμεν τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἔχομεν πρὸς τὸ παρὸν περισσεύματα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ ἂν παρουσίαζε τοιαῦτα, θὰ τὰ παρεῖχε διαρκῶς, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ ἡ ἰδιαιτέρα οἰκονομία ἑκάστου ἀτόμου, ὀφείλομεν πάντοτε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον διὰ ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· διότι, καὶ ἐὰν διὰ τῶν περισσευμάτων ἠδυνάμεθα ν’ ἄρωμεν αὐτὴν, μέχρις οὗ αὕτη ἐπιτευχθῇ, ἡ ζημία ἥτις θέλει ἐπέλθει ἐν τῷ μεταξύ, θὰ ἦναι πολὺ σπουδαιοτέρα τῆς ζημίας ἐκ τοῦ δανείου. Ὑπεβλήθη καὶ ἑτέρα γνώμη, διὰ τῆς ὁποίας φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἄρτης, ὅτι δύναται οὐχὶ νὰ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρὸν νὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις, νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακὸν καὶ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ ὠφελιμωτέρου δανείου εἰς καταλληλοτέρας περιστάσεις. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Τραπεζικὰ, δὲν εἶμαι ἐπὶ τοσοῦτον ἐνήμερος, ὥστε νὰ δύναμαι μὲ ἑδραίαν πεποίθησιν νὰ κρίνω περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον λογικῶς σκεπτόμενος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄρτης, εὑρίσκω ὅτι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, οὐδαμῶς ἐπιτυγχάνεται· διότι, ἐὰν ἐνόησα καλῶς, τὸ σχέδιόν του συνίσταται εἰς τοῦτο: ἡ Κυβέρνησις δύναται δανειζομένη 20,000,000 νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ὅπερ νὰ πωλῇ κατὰ καιροὺς εἰς τὴν ἀγορὰν, ἵνα τοιουτοτρόπως σταματήσῃ τὴν κερδοσκοπίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τούτου ἐξασκοῦσιν οἱ κερδοσκόποι. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου φρονεῖ, ὅτι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν εἰς ἓν δεδομένον σημεῖον τὸ συνάλλαγμα, ἀφ’ ἑτέρου ἀφαιροῦμεν ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ 20,000,000 τοῦ χαρτονομίσματος, καὶ τοιουτοτρόπως ὀλιγοστεύει κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ κυκλοφορία αὐτοῦ, ἥτις ὡς ἐκ τοῦ πλεονάζοντος πρὸς τὰς ἀνάγκας ποσοῦ ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ἐμπεριέχει τὴν ἰδέαν ἐν αὐτῷ τῆς ὑποχρεώσεως ἑνὸς τρίτου προσώπου, ἤτοι τῆς Τραπέζης, τοῦ νὰ μὴ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα τηρεῖ ἐν τῷ ταμείῳ αὑτῆς, καὶ τοῦ νὰ τηρήσῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτονομίσματος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορίσει Σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης, οὐχ ἧττον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν διὰ δύω, νομίζω, λόγους· πρῶτον, διότι κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλάβῃ Τραπεζικὰς ἐργασίας—καὶ Τραπεζικὴ ἐργασία εἶναι ἡ ἀγορὰ καὶ ἡ πώλησις συναλλάγματος—ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἔχει τὸ ἄτοπον, δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὸ σκοπούμενον, ἤτοι νὰ ἐμποδίσῃ τὴν αὐξομείωσιν τοῦ συναλλάγματος, διότι καὶ νὰ συναγωνισθῇ δὲν δύναται ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες ὡς τέχνην ἔχουσι τὴν Τραπεζιτικὴν ἐργασίαν, καὶ τὰς περιστάσεις δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς κανόνας· καὶ δεύτερον δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ χαρτονομίσματος· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀποσύρομεν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν χαρτονόμισμα διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ συναλλάγματος, κατόπιν πρέπει ν’ ἀγοράσωμεν ἐκ νέου συνάλλαγμα διὰ χαρτονομίσματος, καὶ ἑπομένως τὸ χαρτονόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀφῃρέσαμεν, πωλοῦντες, θέλομεν πάλιν θέσει εἰς κυκλοφορίαν, ἀγοράζοντες. Ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσδοκᾶται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χαρτονομίσματος, δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Βεβαίως ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀφίετο ἐλευθέρα εἰς τὰς ἀγορὰς, ἄνευ ἀμφιβολίας θὰ ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἔχει νὰ συναγωνισθῇ, ἐπαναλαμβάνω, μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔργον τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἀγοράζοντες τὸ συνάλλαγμα κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς, κερδοσκοποῦσιν, ἀποβλέποντες εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, τὰς ὁποίας ὡς ἁρμοδιώτεροι καὶ εὐστοχώτερον κρίνουσιν. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, εἰς ποῖα ἄλλα μέσα δυνάμεθα νὰ προστρέξωμεν; ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον, καὶ εἰς τοῦτο κατέφυγε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Σπουδαία ἀντίῤῥησις μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο· διότι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον, ὤφειλε συνάμα νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ τὴν ἄρωμεν, ἢ ν’ ἀποφύγωμεν τοὐλάχιστον τὰ κακὰ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδὲν σπουδαῖον μέτρον ἐπροτάθη, τὸ δὲ προσωρινὸν μέτρον, τὸ ὑποδειχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἄρτης, δὲν εἶναι τὸ φέρον εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, ἕπεται ὅτι ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ μέσον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγον ὅλα τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν κυρίως περιστρέφεται κατὰ πρῶτον εἰς τὸ ἐὰν, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπηται νὰ δανεισθῶμεν ἢ οὔ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει μου ὡς Εἰσηγητὴς ἐν ὀνόματι τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἡ μειοψηφία ἢ μᾶλλον οἱ μειοψηφήσαντες ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν πρέπει νά σκεφθῶμεν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡμεῖς δὲ ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 παριστᾷ πλῆρες τὸ ἰσοζύγιον, ἐνῷ ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν δαπάνην τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δανείων τῶν 120,000,000 καὶ τῶν 40,000,000, ἔχομεν δὲ πεποίθησιν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, στηριζόμενοι εἰς τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ τεκμήριον σπουδαιότατον εἶναι ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1882. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 82 ἔφερεν ἔλλειμμα σπουδαῖον, ὁ δὲ Ἀπολογισμὸς αὐτοῦ ἀφ’ ἑνὸς μὲν φέρει αὔξησιν εἰς τὰς προσόδους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐλάττωσιν εἰς τὰς δαπάνας. Ἐὰν λοιπὸν συγκρίνωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 82 πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς κατὰ τὸ 84, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον Προϋπολογισμὸν, διότι βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναβιβάζουσαν τὰ ἔσοδα πέραν τῶν πραγματικῶν ἐσόδων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιδιώκουσαν τὴν οἰκονομίαν κατὰ τὴν διαχείρισιν. Καὶ πράγματι ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 82 προέκυψεν ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ὑπελογίσθη διαφορὰ ἐσόδων ἐπὶ ἔλαττον περὶ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια, ἡ δὲ προϋπολογισθεῖσα δαπάνη ἠλαττώθη κατὰ τὴν διαχείρισιν κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὀφείλομεν ὡσαύτως νὰ ὑπολογίζωμεν καὶ τὴν αὔξουσαν δύναμιν τοῦ Τόπου. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του καὶ ἀγορεύων ἀκόμη ἀνεφώνησε, καὶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ αὔξουσα αὕτη δύναμις τοῦ Τόπου; Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν δὲν ἀνευρίσκει αὐτήν, ἀφοῦ ἔχει ἐνώπιόν του τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου καὶ τὴν καθημερινὴν πρόοδον τοῦ Τόπου, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ ἢ αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, διότι ὁ πλοῦτος ἐπιφέρει τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν, καὶ αὗται εἶναι αἱ κύριαι πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύεται τὸ Δημόσιον τὰς προσόδους του. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν πείθουσι περὶ τῆς αὐξούσης δυνάμεως τοῦ Τόπου; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας ἀγορεύων ἐπεκαλέσθη, δὲν δεικνύει αὔξουσαν δύναμιν τοῦ Τόπου; Εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου τὰ εἰσοδήματα δὲν ὑπερτέρουν τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἡ τότε Κυβέρνησις ἔκαμεν, ὅταν κατέστρωνε τὸν Προϋπολογισμόν; Εἰς τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1882 δὲν παρατηρεῖται ὡσαύτως τὸ φαινόμενον τοῦτο εἰς πολὺ ἀνώτερον βαθμόν; Τὸ φαινόμενον δὲ ὀφείλει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν μάλιστα παρατηρῆται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν προσόδων τοῦ τελωνιακοῦ κλάδου· καθότι, ἐνῷ ηὐξήσαμεν τοὺς δασμοὺς, καὶ ἐνῷ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς ὑπελογίσαμεν τὸ εἰσόδημα τῶν εἰσαγομένων, κατὰ τὴν γενομένην αὔξησιν ὄχι μόνον ἐλάβομεν τὸ εἰσόδημα τὸ ὑπολογισθὲν, ἀλλὰ καὶ ὑπερτερήσαμεν, καὶ διὰ νὰ παρουσιασθῇ τοιοῦτόν τι, ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ σπουδαία δύναμις ἐν τῷ Τόπῳ· διότι, κατ’ ἀρχὴν οἰκονομικὴν, ὁ διπλασιασμὸς τῶν δασμῶν δὲν ἐπάγεται τὸν διπλασιασμὸν τῶν ἐσόδων, δηλαδὴ ἡ προσθήκη τῶν 2 καὶ 2 δὲν φέρει 4, ὡς συνέβη ἐσχάτως ἐν Ρωσσίᾳ, ὅπου μετὰ τὸν διπλασιασμὸν τῶν δασμῶν τὸ ἔσοδον πολλὰ ὀλίγον ὑπερτέρησε τὸ πρὶν τῆς αὐξήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους 1884, καὶ ἡ ἀμφιβολία αὕτη ὁμολογῶ, ὅτι ἔχει τὰς βάσεις της, διότι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ πρώτην φορὰν φόροι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐδοκιμάσαμεν, καὶ τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὀφείλομεν νὰ διστάσωμεν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀμφιβολίας, καὶ νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ δάνειον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔχομεν ἰσοζύγιον; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, προτιμῶμεν τὴν νόσον, προτιμῶμεν τὸν σάρακα, τὸν καταβιβρώσκοντα, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὰ σπλάγχνα τῆς κοινωνίας, διότι ἀμφιβάλλομεν ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν νέων φόρων; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡς ἐγὼ δὲν ἐδίστασα ὡς εἰσηγητὴς νὰ ἐκθέσω μίαν ἰδέαν ἀπέναντι τοῦ τοιούτου δισταγμοῦ, δὲν εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ 3½ ἢ 4,000,000, νὰ μὴ τὸ πράξωμεν, ἀλλ’ ὡς μέχρι τοῦδε ἐδιοικούμεθα νὰ διοικηθῶμεν ἀκόμη ἐπὶ ἓν ἢ καὶ ἐπὶ δύω ἔτη, ἀλλὰ νὰ μὴ σταματήσωμεν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀμφιβολίας; Πρόκειται, κύριοι, νὰ προσθέσωμεν 3½ ἕως 4,000,000 διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχμάς. Καὶ τί εἶναι προτιμότερον;—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐσυνείδητον γνώμην ὑμῶν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἐξεγείρωνται κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης — προτιμότερον εἶναι νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ν’ ἀφήσωμεν τοὺς μισθοὺς ὡς ἔχουσιν, ἢ νὰ μὴ ἄρωμεν αὐτὴν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναγωγὴν τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας; Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς, καὶ πᾶς τις δύναται νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι συμφερωτέρα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἢ ἡ ἀναγωγὴ ἄνευ τῆς ἄρσεως. Καὶ πράγματι, κύριοι, ἄνευ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁ ἔχων μισθὸν διακοσίας δραχμὰς λαμβάνει 200 πραγματικὰς δραχμὰς, ἐὰν ὅμως δὲν ἄρωμεν αὐτὴν καὶ προσθέσωμεν τὸ 12%, θὰ λάβῃ μὲν 224 δραχμὰς, ἀλλ’ ἐὰν τὸ συνάλλαγμα ὑπερτιμηθῇ κατὰ 15%, ἔχομεν διαφορὰν ἀμέσως 30%, καὶ τότε θὰ λάβῃ μόνον 194 πραγματικάς· ἐὰν δὲ προβῇ καὶ περαιτέρω, ἐὰν φθάσῃ π. χ. εἰς τὸ 20 καὶ τὸ 25 καὶ 30% ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὑποτιμᾶται καὶ τὸ χαρτονόμισμα, καὶ θὰ συμμετέχῃ ὡς πολίτης καὶ τῶν λοιπῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγὼ βεβαίως ἐπιθυμῶ, καὶ ἐπειδὴ πιστεύω εἰς τὸ ἰσοζύγιον, φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τούτου, καθότι, κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐργάζεταί τις εἴτε ἐπιστήμων εἴτε ἁπλοῦς ἐργάτης εἶναι, καθ’ ὅσον καὶ ἀμείβεται. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καθόσον, ὁσάκις παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, οὐδεμία διάκρισις γίνεται, ἐνῷ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀποστολὴν, τὰ αὐτὰ ὑψηλὰ καθήκοντα, τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, τὰς αὐτὰς ἀναλόγως τῆς θέσεώς των καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἥν παρέχουσιν εἰς τὸ Κράτος, ἀπολαυάς. Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι βεβαίως σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξήρτηται ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους οὗτοι ἀμείβονται πολὺ γενναιότερον, καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν δὲν θὰ ἐμποδίσητε αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξέρχωνται τῆς ὑπηρεσίας οἱ πλεῖστοι εὐποροῦντες. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι καταχρῶνται, ὄχι· ἀλλ’ ἔχουσιν ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ πολλὰ ὠφελήματα. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς Δικαστικούς; Οἱ δικασταὶ, κύριοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ περιουσία μας, ἡ τιμή μας καὶ ἐλευθερία μας, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ των δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι καὶ παρὰ τοῦ φίλου των ἔτι καὶ τὸ μικρότατον δῶρον, ἐὰν δὲν θέλωσι νὰ παρεξηγηθῶσιν. Οἱ τῆς παιδείας ἔχουσι τὰς ὡρισμένας ὥρας, καθ’ ἃς διδάσκουσιν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἐλευθέρας ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ κοπιάσωσι, δύνανται νὰ καταναλώσωσιν εἰς ἰδιαίτερα μαθήματα, καὶ οὕτω νὰ προσθέσωσιν εἰς τὸν μισθόν των.

§55ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ δὲ στρατιωτικοί;

§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἰδοὺ διατί φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων καὶ νὰ αὐξήσωμεν μὲν τοὺς μισθοὺς, ἀλλὰ νὰ φροντίσωμεν κατὰ πρῶτον ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὑπὲρ τῶν κατωτέρων στρατιωτικῶν, ὑπὲρ τῶν διδασκάλων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὕτω βαθμηδόν. Τὴν γνώμην ταύτην, συμπεριληφθεῖσαν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχον καθῆκον ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς ν’ ἀναπτύξω, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τοσοῦτον μᾶλλον μοὶ ἐπεβάλλετο, καθόσον ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας παρεπονέθη, ὅτι αὕτη συμπεριελήφθη ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, χωρὶς νὰ γείνῃ γνωστὴ εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἔλαβον γνῶσιν, ἂς αἰτιῶνται ἑαυτοὺς, διότι, ἐάν παρευρίσκοντο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία ἐκ συμφώνου εἶχε προσδιορισθῆ, ὅπως ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, θὰ ἐλάμβανον γνῶσιν, καὶ θὰ συνεζήτουν ἐπ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ τελευταία συνεδρίασις ἐγένετο τὴν Τετάρτην καὶ εἴχομεν ὁρίσει τὴν Παρασκευὴν διὰ σύσκεψιν, παρὰ προσδοκίαν τὴν Πέμπτην ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσίν των οἱ μειονοψηφοῦντες εἰς τὴν Βουλήν, θέλοντες νὰ δείξωσιν οὕτω, ὅτι ἡ βραδύτης διὰ τὴν συζήτησιν προέρχεται ἐξ ἡμῶν!

§57Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βαλσαμάκη, νὰ σᾶς παρακαλέσω, πρὶν προβῆτε εἰς ἕτερον θέμα, ὅπως διασκεδάσητε ἀμφιβολίαν τινά· ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀφομοίωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἦτον ἰδέα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἰδική σας.

§58ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη, ὅτι ἦτον ἰδέα ἰδική μου καὶ ἀναλαμβάνω μόνος ἐγὼ τὴν εὐθύνην.

§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔγεινε λόγος, ὀφείλετε νὰ τὴν ἀναλάβητε.

§60ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν εἶνε ἀληθὲς τοῦτο· ἐὰν ἠθέλατε παρευρεθῆ κατὰ τὴν ἀποφασισθεῖσαν συνεδρίασιν, ἠθέλατε ἀκούσει τοὺς λόγους καὶ ἠθέλατε συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν, διότι ἐγένετο συζήτησις, καὶ μακρά.

§61Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές.

§62ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἕνεκα τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἐπῆλθον καὶ τὰ σβέσματα ἐν τῇ ἐκθέσει, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ὁ ὁποῖος παρέστη εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.

§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ παρέστην ἀληθῶς εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἦτο συνεδρίασις οἰκογενειακὴ, οὐδέποτε δὲ ἐπισήμως κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο λόγος περὶ ἐλαττώσεως ἢ αὐξήσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων· διότι ἐνομίζομεν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα εἶχον ἀποφασίσει τὴν ἀναγωγήν.

§64Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐγένετο· ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς πρὸ τῆς καταθέσεως τῆς ἐκθέσεως ὑπέβαλε τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.

§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν οἰκογενειακὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις κατ’ ἐμὲ ἦτον ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, καθόσον εἰς τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ἐκδηλοῦνται ἁπλῶς αἱ διάφοροι γνῶμαι, ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν ὑποβάλλεται τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, καὶ ἀποδεικνύεται ἐὰν ὁ Εἰσηγητὴς ἀντελήφθη τῶν ἰδεῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐὰν ἐξέθηκε τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, καὶ ἐὰν τὸ πόρισμα τοῦτο εἶνε ἀπαύγασμα τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.

§66ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶχεν ὁρισθῆ μόνον πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως· ἡ συζήτησις εἶχεν ἐξαντληθῆ κατὰ τὰς προηγουμένας ἡμέρας.

§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὔτε εἴμεθα κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἐν ἀπαρτίᾳ.

§68Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε κατὰ διάνοιαν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἀφοῦ μόνον ἡ πλειονοψηφία ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν.

§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ἰσχυρίζονται κατὰ δεύτερον λόγον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ ἰσοζύγιον διὰ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ περίσσευμα, καὶ ἐνόσῳ δὲν πραγματοποιηθῇ τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτην σκέψιν. Ἰδοὺ τί λέγουσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των· «ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐξα«κολουθεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν δαπανῶν καὶ δὲν ἀπο«δέχεται τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχο«μεν τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων φόρων, «ἐφ’ ὅσον τουτέστι δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐφθάσαμεν ἢ «θέλομεν φθάσει προσεχῶς εἰς πραγματικὸν ἰσοζύγιον «καταλιμπάνον καὶ περίσσευμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς «μεγάλου δανείου, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν «εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας». Ὁ δὲ εἰσηγητὴς προσέθεσεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ὑπεχρεώθησαν ν’ ἀρνηθῶσι ψῆφον, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς λύσεως τοῦ δευτέρου ζητήματος, καθόσον δὲν δύνανται ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, μέχρις οὗ δὲν ὑποβάλλονται οἱ Ἀπολογισμοὶ τοῦ 1883 καὶ 1884. «Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν «(λέγει ὁ κ. Εἰσηγητὴς) νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ «κατάστασις τοῦ Τόπου καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Τό«που τὸ ἐπιτρέπει, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει Προϋπολο«γισμόν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸν Ἀπολογισμὸν τῆς «χρήσεως τοῦ 1882; Πῶς νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέ«ματος τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλε«σμα τῆς χρήσεως τοῦ 1883;» Ἀλλὰ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν ἐνστάσεις ἀναβλητικαί, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὸ ἀπροχώρητον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὀφείλωμεν νὰ περιμένωμεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, πρέπει νὰ παρέλθῃ πᾶσα ἡ χρῆσις αὐτοῦ, ἥτις λήγει τὸ 1884, καὶ ἂν ὀφείλωμεν νὰ περιμένωμεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1884, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως στηριζόμεθα, πρέπει νὰ περιμένωμεν καὶ τοῦ 1885· ἀλλὰ τοιαῦται ἐνστάσεις σταματοῦσι πᾶσαν συζήτησιν, συνδυαζόμεναι δὲ μὲ ὅσα προηγουμένως ἀνέγνωσα, ἀποτελοῦσι πολιτικὴν συζήτησιν, διότι ἡ μειονοψηφία λέγουσα ὅτι, ἐνόσω ὑπάρχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀρνεῖται τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν· καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ ποσῶς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας καὶ τοὺς μειονοφρονοῦντας, διότι ἕκαστος ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναθέσῃ πᾶν ἔργον εἰς τὰς χεῖρας ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει πεποίθησιν, ἀλλὰ καταδικάζω τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν, κύριοι, ἀνάγκην περισσεύματος, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; οὐχί· διότι αὐτὴ αὕτη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας παρέχει τὰ μέσα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου, καὶ ἐπὶ τούτου ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ προφορικῶς ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει μου ἔγραψα. Τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ εἰς μέταλλον εἰς τὸ ἐξωτερικόν·

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1.Διὰ τὸ Δημόσιον χρέος. 15,935,000
2.Εἰς διαφόρους προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. 128,000
3.Εἰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. 816,700
4.Εἰς διαφόρους πληρωμὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. 826,000
5.Εἰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. 4,000,000
6.Καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. 1,305,000
Τὸ ὅλον 23,610,700

Πλὴν τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειοῦνται διάφοροι δαπάναι, πληρονόμεναι μὲν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος αὔξησιν.

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Καὶ εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῦνται τοιαῦτα 1,028,600
Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. 20,000
Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. 521,761
Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 1,593,280
Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 298,000
Τὸ ὅλον 3,443,641

Καὶ ταῦτα ἐκτὸς τῶν δαπανῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπρόοπτοι ἀνάγκαι δύνανται νὰ προκαλέσωσιν, οἷον ἀποστολὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κτλ. Ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ ἐὰν ὑπολογήσωμεν ὡς διαφορὰν συναλλάγματος 15%, ἔχομεν δαπάνην 4,386,825· ἀλλὰ τὸ συνάλλαγμα δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 18, τὰ 20 καὶ περαιτέρω, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶνε μικροτέρα κατὰ πολὺ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου, καὶ κινδυνεύομεν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα τηροῦντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὅταν, κύριοι, ἔχωμεν προηγούμενα Ἐθνῶν στηριζομένων ἐπὶ βάσεων ἄλλων οἰκονομικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα, ἕνεκα οἰκονομικῶν ἐσωτερικῶν διαταράξεων καὶ ἄλλων λόγων, κατήντησαν νὰ φθάσουν εἰς τὰ 40 καὶ 50%, δύνασθε ν’ ἀμφιβάλλητε ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι φόβος νὰ διατρέξωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἀνατολήν; Ἔχετε ἀμφιβολίαν ὅτι πᾶσα διατάραξις εἰς τὴν Ἀνατολὴν θὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, καὶ θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ πληρώσωμεν διπλάσια ἴσως τῶν ὅσων ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου; Καὶ δυνάμεθα ἀπέναντι τοιούτων κινδύνων νὰ σταματήσωμεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου, καθόσον μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ (θόρυβος). Ἀλλὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ἡ σύμβασις ἔχει ὄρους βαρεῖς, ὅτι τὸ δάνειον προσβάλλει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι δάνειον τοκογλυφικόν, μέλλον νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς μελλούσας γενεάς, καὶ ὅπως καταδείξωσι τοῦτο, ἐστηρίχθησαν εἰς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους παρατηροῦμεν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας καὶ ἠκούσαμεν καὶ παρὰ ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι εἰς τὰ τραπεζιτικὰ δὲν ἐμβαθύνω, καὶ ὅτι δυσκολεύομαι εἰς τὴν λεπτότητα τοῦ μηχανισμοῦ τῶν συμβάσεων, ἀλλ’ εἰσὶ καὶ ζητήματά τινα καὶ λογαριασμοὶ τόσον καταφανεῖς, ὥστε ἀπορῶ πῶς τοὺς ἐπικαλοῦνται καὶ ἐπιμένουσιν εἰς αὐτούς. Καὶ κυρίως ἐστηρίχθησαν εἰς τὸ ἄρθρον 10, διὰ τοῦ ὁποίου δίδονται λόγῳ ἀποζημιώσεως καὶ ἐξόδων τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς φρ. 2,300,000, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 7, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται οἱ λαμβάνοντες ἀπὸ τοῦδε τὰς 110,000 ὁμολογίας, νὰ λάβωσι τὸν τόκον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἄρξωσι τῆς καταθέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 37,000,000, ἤτοι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καταβολὴ θὰ γίνῃ εἰς τρεῖς δόσεις, ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ 1ης, 2ας καὶ 3ης, κατὰ μέσον ὅρον, δίδει εἰς τοὺς μετόχους δικαίωμα ν’ ἀπολαύσωσι τόκον ἓξ μηνῶν, χωρὶς νὰ καταβάλλωσι τὸ χρῆμα. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 10 ὁρίζει· «ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει συμψηφισθῆ εἰς τὴν τελευταίαν δόσιν τῆς καταβολῆς τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τιμήματος τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, ἃς ὁριστικῶς (ferme) ἀνεδέχθησαν αἱ συμβαλλόμεναι Τράπεζαι, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θέλει πληρωθῆ τοῖς συμβαλλομένοις, μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς». Ἐνταῦθα φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται λογιστικὴ ἱκανότης διὰ νὰ κατίδῃ τις τὸ λάθος· διότι, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς προθεσμίας, ὑπολογίζεται τὸ ὅλον ποσὸν τῶν 2,300,000, εἰς τοῦτο προστίθεται καὶ τὸ ποσὸν (juissanse) τοῦ 1,375,000 καὶ τὸ ὅλον ποσὸν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ (ferme). Ἡ διαφορὰ δὲ τῆς ἐργασίας αὐτῆς ἔχει τὰ ἀκόλουθα ἀποτελέσματα· ἐκ τοῦ προηγουμένου ποσοῦ τῶν 3,675,000 ἀφαιρεῖται τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμει τῆς συμβάσεως μένει εἰς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, ἤτοι δραχμαὶ 875,000, καὶ μένει ὑπόλοιπον 2,800,000, ὅπερ ἐξαιρούμενον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 28,675,000, διότι τόσον μένει τὸ (ferme), ἀφαιρουμένων τῶν 9,000,000 τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μένει ὑπόλοιπον 25,875,000, καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου φθάνουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀναλογεῖ τὸ 11½%· ἐνῷ, ἐὰν εἰς τὸ ἥμισυ τῶν 2,300,000, ἤτοι εἰς τὸ ποσὸν 1,150,000, προστεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 1,375,000, καὶ ἐκ τοῦ ὅλου ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν 875,000, ἔχομεν ὑπόλοιπον 1,650,000, ὅπερ ἀφαιρούμενον ἐκ τοῦ 28,675,000 φέρει ὑπόλοιπον 27,025,000, ἤτοι ἀναλογίαν 6%. Δὲν λαμβάνει ὅθεν ὠφέλειαν ἡ ὁμὰς κατὰ τοὺς ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς 11½%, ἀλλὰ 6%.

§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς.

§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πότε εἶναι τὸ πέρας;

§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν.

§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι, αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἠδύνατο νὰ δοθῇ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 5 συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ ἄρθρου 10. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 5 ἀφαιρεῖ, φρονῶ, πᾶσαν ἀμφιβολίαν, διότι κατ’ αὐτὸ «ἐντὸς προθεσμίας 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν νόμου κτλ. θέλει ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν κτλ»· ἡ προθεσμία αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἕξ ἔτι μῆνας κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ὁπωσδήποτε δὲ ἥμισυ ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ θέλει δοθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν δόσιν τῆς προκαταβολῆς, ἤτοι εἰς τὸ τέλος τῶν 9 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, ἥτις δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα ἢ μακροτέρα, ἀλλὰ πάντοτε ἀφοῦ περατωθῇ ἡ ἐγγραφὴ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὀφείλει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ λοιπὸν δάνειον τὸ ἕτερον ἥμισυ. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ 2,300,000 δίδονται δι’ ὅλην τὴν ἐργασίαν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ ὅλου δανείου· ἂν λοιπὸν αὐτὰ ἦναι ἀμοιβὴ, ἡ ὁποία χρησιμεύει διὰ τὸ ὅλον δάνειον, πῶς δύνασθε αὐτὴν νὰ τὴν καταλογίσητε εἰς τὴν μερίδα τοῦ σταθεροῦ δανείου καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ὅλον δάνειον; Ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἀπαιτεῖ δαπάνας. Διὰ νὰ ἀνοίξωσιν οἱ μεγάλοι οἶκοι τῆς Εὐρώπης τὰ γραφεῖά των ἀπαιτεῖται ἀμοιβὴ, καὶ ἡ ἀμοιβὴ αὕτη εἶναι τοσοῦτον μεγαλειτέρα, ἐφ’ ὅσον εἶναι μεγαλειτέρα καὶ ἡ πίστις, ἣν χαίρουσι. Πῶς λοιπὸν τὴν ἀμοιβὴν τὴν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ferme; Ἐὰν παραδεχθῆτε, κατὰ τὴν κρίσιν σας, ὅτι τὰ 2,300,000 δίδονται ὡς ἀμοιβὴ τῶν συναλλαττομένων μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουν ὁριστικῶς εἰς τὸ δάνειον, τότε πᾶσα ἡ λοιπὴ ἐργασία, καθ’ ὑμᾶς, παραχωρεῖται δωρεὰν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ δανείου. Ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των ὡσαύτως οἱ ὄντες κατὰ τοῦ δανείου εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ὑπολειπόμεναι 110 χιλ. ὁμολογίαι δὲν θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἢ ἐκποιηθῆ πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς δοθησομένης ἀπὸ τὰς συμβαλλομένας Τραπέζας καταβολῆς.

§74ΜΑΝΕΤΑΣ. Θὰ χρησιμεύσῃ καὶ δι’ αὐτὰς ἡ ἀμοιβὴ τῶν 2,300,000;

§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 6 «ἐκ τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κτλ., ἐπὶ δὲ τῶν ὑπολοίπων ἑκατὸν δέκα χιλιάδων διατηροῦν δικαίωμα αἱρέσεως ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν φράγκων 342½ ἐντὸς τῆς ἀνωτάτης προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 5, παραγράφου ά, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἤθελον διατεθῆ κατὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν». Ἄρα καὶ αἱ 110 χιλιάδες ἐκδίδονται εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, καὶ μόνον ἐὰν δὲν καλυφθῶσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως.

§76ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἂν δὲν ἐνασκήσουν τὸ δικαίωμα τῆς option, θὰ πάρουν 2,300,000;

§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ τὰ πάρουν· ἐγὼ δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ 5ου ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ 110,000 μετοχαὶ δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, οὔτε νὰ ἐκποιηθῶσι πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς προκαταβολῆς, καὶ τὸ ὁποῖον συνδυάζοντες μὲ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν option ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐξαρτώμεθα ἀπὸ τὴν προαίρεσιν τῶν Τραπεζιτῶν, οἵτινες, ἂν θέλουν τοκογλυφικῶς νὰ μᾶς ἐκμεταλλευθῶσι, τὸ κατορθώνουν, ὁρίζοντες τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν εἰς τιμὰς ὑψηλὰς, καὶ οὕτω δὲν θὰ καλυφθῇ τὸ δάνειον, καὶ μὴ καλυπτομένου, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν τὴν προκαταβολὴν, ἀντὶ τῆς ὁποίας λαμβάνουσι τὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ μετοχὰς εἰς πολὺ κατωτέραν τιμὴν, καὶ ἰδοὺ ἡ ζημία. Ἀλλὰ ὁ ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται οὔτε νὰ ἐκποιήσῃ, οὔτε νὰ ἐκδώσῃ, δὲν ἀπαγορεύει καὶ τὴν ἐνεχυρίασιν ἀλλ’ οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ τοιούτου δανείου τοσοῦτον σπουδαίου καὶ οἱ προκαταβάλλοντες ἕνα ποσὸν οὐχὶ τυχαῖον, ἤτοι 72,000,000, δὲν θὰ ἔχωσι βεβαίως τὸ συμφέρον, ἵνα τὸ δάνειον ναυαγήσῃ, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ συμφέρον καὶ νὰ πολιτευθῶσι τιμίως, καὶ νὰ ἐργασθῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, ἐν ᾧ κεῖται καὶ τὸ ἴδιον συμφέρον. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταφύγει αὐτοὶ εἰς τοιοῦτον δόλον, ἡ Κυβέρνησις δύναται διὰ τῶν 110 χιλιάδων μετοχῶν νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα τῆς προκαταβολῆς (ἀναγινώσκει) «ἢ θέλουν ἐκδοθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν κτλ..........». Ἀλλὰ δὲν δύναται τὰς μετοχὰς αὐτὰς τοῦ δανείου νὰ τὰς προσφέρῃ εἰς ἄλλην ὁμάδα, καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα;

§78ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὐταὶ εἶνε ἐνέχυρον.

§79ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῆς option, τὸ ὁποῖον ἐνεχυριάζεται εἰς τὴν ὁμάδα, τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν τῶν 90,000 μένει εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ τὰς δώσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, οὔτε νὰ τὰς ἐκποιήσῃ.

§80ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἑπομένως οὔτε νὰ τὰς ἐνεχυριάσῃ.

§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατί; ἡ ἐνεχυρίασις εἶνε ἐκποίησις;

§82ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μάλιστα· διότι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεχυριάσεως εἶνε ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις.

§83ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν πληρώσῃ· ἀλλὰ ἐνεχυριάζουσα πληρώνει. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν τοιοῦτόν τι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συναλλαττομένους ὡς πρὸς τὸ δάνειον αὐτό. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ ἂν λάβῃ χώραν τὸ τοιοῦτον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ μέσα νὰ τὸ ματαιώσῃ. Δὲν μᾶς παρέχεται τὸ δικαίωμα, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὑπάρξῃ δόλος, ν’ ἀντιτάξωμεν καὶ ἡμεῖς ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν τὸν λόγον των, τὴν σύμβασιν, καὶ καταφεύγουσιν εἰς τὸν δόλον; Καὶ φρονεῖτε, κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι οἱ ἔχοντες εἰς τὰς χεῖράς των τὸν χάρτην εἶνε ἐν ἀσφαλείᾳ;

§84ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τὸ συμφέρον των ἀπαιτεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ δάνειον.

§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατηγορήθη προσέτι ἡ σύμβασις, ὅτι, ὡς συνομολογεῖται τὸ δάνειον, ἡ ἄρσις θὰ ἐπέλθῃ ἀποτόμως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ πάθωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὄχι μόνον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑπόστασιν, ἀλλὰ δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἡ σύμβασις, ὅτι παρέχει ἐν ὑπερβολῇ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἄρσις βαθμιαία, καὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατάραξις τῶν συμφερόντων οὐδενός· διότι οὐ μόνον ἐν τῇ συμβάσει παρέχεται ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς διά τε τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς Τραπέζας νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις των καὶ τὰς δοσοληψίας των, ἀλλὰ προσέτι ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ Τράπεζαι ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐδεμία διατάραξις εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἶνε ἀληθές, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη ἐν Ἰταλίᾳ, ἀλλὰ αἱ Τράπεζαι ἐκεῖ ἦσαν ἐκτεθειμέναι μὲ τοσοῦτον ποσὸν χαρτονομίσματος, ὥστε ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰς ὁ καιρὸς νὰ περιορίσωσι τὸ χαρτονόμισμα, ὥστε, ἐπανερχομένης τῆς κυκλοφορίας τοῦ μεταλλικοῦ, νὰ εἶνε ἕτοιμαι εἰς τὰς πληρωμάς των· ἀλλ’ αἱ Τράπεζαι, αἱ ἰδικαί μας, ὄχι μόνον δὲν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην θέσιν, ἀλλὰ καὶ σήμερον δύναται ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, χωρὶς νὰ αἰσθανθοῦν κλονισμόν τινα, διότι δὲν εἶνε εὔκολον νὰ σωρευθοῦν τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς ἐξαργύρωσιν, καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑποχρεοῦται ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ χαρτονόμισμά της μὲ μεταλλικόν, πρέπει ὁ κάτοχος τοῦ χαρτονομίσματος νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, κύριοι, δὲν ἀπέκρυψεν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶνε βαρεῖς. Ἀλλὰ μὴ τάχα οἱ ὅροι τῶν μέχρι τοῦδε συνομολογηθέντων δανείων ἐκ μέρους τοῦ Κράτους εἶνε ὀλιγώτερον βαρεῖς; Δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ προστρέξω εἰς τοιαύτην σύγκρισιν· εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον γνωστὰ τὰ παρελθόντα, ὥστε εἶναι καὶ περιττὸν νὰ προβῇ τις εἰς τοιαύτην σύγκρισιν· μόνον τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὴν ὁμάδα τὴν συνομολογήσασαν τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων νὰ συστήσῃ Τράπεζαν ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ, τοῦτο μόνον ἔφερεν εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην κέρδος ἓξ περίπου ἑκατομμυρίων. Ἐψήφισα ὅμως καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο μὲ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, μεθ’ ἧς ψηφίζω καὶ τὸ σημερινὸν, καὶ ὅπερ ψηφίζω, ὄχι διότι τὸ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ὑπὸ ἐπιθυμητοὺς ὅρους, ἀλλ’ ὡς ἐψήφιζον τὸ δάνειον ἐκεῖνο, οὕτω καὶ σήμερον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ χρήματα εὐθηνότερα, ἐνῷ ἔχει ἀνάγκην χρημάτων ὡς καὶ τότε. Τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Εὐρώπῃ κυρίως ἐπηρεάζει ἡ πολιτικὴ ἡμῶν θέσις, ἥτις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοιαῦτα περιστατικά, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι, καίτοι τὰ οἰκονομικὰ εἶναι ἀνθηρὰ, ἀνθηρότερα ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ ἄλλων Κρατῶν, πιστεύεται ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ καταπέσωσιν ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην. Καὶ εἰς τί ἄλλο ὀφείλεται ἡ σημερινὴ ἡμῶν κατάστασις; Πάντα ὅσα ἐδανείσθημεν μέχρι τοῦδε διατί ἄλλο τὰ ἐδανείσθημεν, ἢ διὰ τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἑκουσίως ὑπεβλήθημεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τοὺς βοηθήσωμεν; Ἐὰν λοιπὸν δὲν συμμερίζεσθε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εὐθηνότερον δάνειον, δὲν σᾶς πείθει τοὐλάχιστον ἡ γενομένη μέχρι τοῦδε ἐργασία πρὸς εὕρεσιν τοῦ προτεινομένου δανείου; Ἐὰν οἱ ὅροι αὐτοῦ ἦναι τόσον ὠφέλιμοι πρὸς τὴν ὁμάδα, πρὸς τὴν ὁποίαν συναλλαττόμεθα, διατί δὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἄλλας προσφορὰς συναγωνιζόμενας μὲ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις; Τὸ δάνειον διαπραγματεύεται πρὸ πολλοῦ, καὶ πρὸ πολλοῦ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐργασία πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἐγένετο, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε μεθ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας κατέβαλε, νὰ εὕρῃ δάνειον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Τί ἄλλο δεικνύει, παρ’ ὅ,τι δάνειον εὐθηνότερον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν; Καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν καλλίτερον δάνειον, πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς ὅ,τι ἅπαντες ἀνεξαιρέτως ὁμολογοῦμεν, ὀφείλομεν νὰ μείνωμεν μὲ τὸν σάρακα, τὸν καταβιβρώσκοντα τὰς σάρκας μας; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγὼ τὸ βλέπω, καὶ ὀφείλω κατ’ ἀνάγκην νὰ δεχθῶ τὸ δάνειον, μολονότι ἔχει βαρεῖς ὅρους. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην δύνανται ν’ ἀντείπωσιν, ὅτι μετὰ δύω ἢ τρία ἔτη δύναται νὰ συνομολογηθῇ εὐθηνότερον δάνειον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ τοῦτο ὡς πιθανὸν, συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ὑποφέρῃ τὴν ζημίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ 2 ἢ 3 ἔτη; Καὶ συμφέρει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀπέναντι τῆς ἐπικειμένης καταστάσεως τῆς Ἀνατολῆς, καταστάσεως, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ ἀνυπολογίστους ζημίας καὶ καταστροφὰς κοινωνικὰς εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν μᾶς εὕρῃ μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὰ δάνεια τῶν 12,000,000 καὶ τῶν 40,000,000. Ὡς εἶπον διακοπτόμενος, δὲν εἶδον σκέψιν τινὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποκρούουσαν τὴν ἰδέαν νὰ συμπεριληφθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα ἐν τῇ γενικῇ συμβάσει. Κατὰ τὴν συζήτησιν ὅμως εἶδον, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας εὗρε κυρίως τὸ ἄτοπον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς τοιαύτης συγχωνεύσεως, διότι ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει ἐσυγχωνεύθησαν ἡ εἰρήνη καὶ ὁ πόλεμος, καὶ ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἐμέμφθη τὴν σύμβασιν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν εἰρήνην καὶ τὸν πόλεμον. Πλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκουσα τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἡ εἰρήνη προπαρασκευάζει τὸν πόλεμον. Τὸ δάνειον τῶν 12 ἑκατ. ἀποβλέπει εἰς ἔργα εἰρήνης· ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ὡσαύτως ἐνέργεια καὶ πρᾶξις εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως ἔργον εἰρήνης. Τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς προπαρασκευὰς δὲν ἀφορᾷ εἰς προπαρασκευὰς τῆς στιγμῆς, διότι πρόκειται περὶ ἐργασίας, ἥτις ἀπαιτεῖ χρόνον πολὺν, πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη· ἀλλὰ ταῦτα εἰσὶν ἔργα εἰρήνης, δύνανται δὲ νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς προπαρασκευὴ, διότι καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἡ ὁδοποιΐα, καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, καὶ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν μας δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσι τοιουτοτρόπως, διότι δι’ αὐτῶν τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ταχέως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας. Καὶ διατί νὰ μὴ συμπεριληφθοῦν τὰ δύω δάνεια; Ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια νὰ δανεισθῇ, καὶ συνεπείᾳ τούτου, οὐ μόνον ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ προκατέβαλε καὶ δαπάνας. Ἄν δὲ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν κεχωρισμένως νὰ ζητήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα καὶ ἑπομένως νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀπαιτουμένας συμφωνίας καὶ θυσίας διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν, βεβαίως, κύριοι, ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ, πραγματοποιοῦσα κεχωρισμένως τὰ δάνεια ταῦτα, θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ὅρων, οὓς ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ.

§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὰ 40,000,000 τῶν πλοίων, ἔγινε τίποτε;

§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρὼν εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ὃν δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε καὶ νὰ μάθετε. Στηριζόμενος εἰς ὅσα γινώσκω καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς, σᾶς λέγω, ὅτι ἐνέργειαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπεσταλμένοι ἐστάλησαν, καὶ διαπραγματεύσεις ἔλαβον χώραν, καὶ αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐργασίαι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ μόνον τὴν δαπάνην διὰ τὴν κατασκευήν. Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἄρσιν, ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, οὐχ ἧττον ὅμως ἐξεφράσθη ἀμφιβολία τις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ἄρσιν, ἤτοι ὡς πρὸς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον τρέχομεν, ἅμα τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ ἐκλείψῃ ὁλοσχερῶς τὸ χρῆμα ἀπὸ τὸ Κράτος, καὶ ἑπομένως νὰ πάθωμεν ἐκ χρεωκοπίας. Καὶ ἄλλα Ἔθνη, κύριοι, σοφὰ καὶ πλούσια ἔσχον αὐτὸν τὸν φόβον, προκειμένου νὰ ἄρωσι καὶ αὐτὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· δὲν εἶναι ὅθεν παράδοξον, ἐὰν καὶ παρ’ ἡμῖν τοιαύτη θεωρία ἀνεφάνη. Οἱ ἔχοντες τοὺς φόβους τούτους, στηρίζονται εἰς τὴν δυσαναλογίαν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς· ἀλλὰ τί νομίζετε, ὅτι συμβαίνει ὡς πρὸς τοῦτο διὰ τὰ ἄλλα Κράτη; ἀκούσατε. Ἡ Ἀγγλία κατὰ τὸ 1877 εἶχεν εἰσαγωγὴν 8,610,000,000 καὶ ἐξαγωγὴν 5,024,000,000, ἤτοι διαφορὰ ἐπέκεινα τῶν 3,000,000,000. Εἰς τὰ 1878 7,979,000,000 εἰσαγωγήν, ἐξαγωγὴν εἰς δὲ 4,873,000,000· τὸ 1879, 7,809 ἑκατομμύρια εἰσαγωγὴν καὶ 4,837,000,000 ἐξαγωγήν. Ἡ Γαλλία τὸ 1877 3,870,000,000 εἰσαγωγὴν, καὶ 3,436,000,000 ἐξαγωγήν· τὸ 1878 4,176,000,000 εἰσαγωγήν, καὶ 3,180,000,000 ἐξαγωγήν· εἰς τὰ 1879 4,595,000,000 εἰσαγωγὴν, καὶ 3,163,000,000 ἐξαγωγήν. Τὸ Βέλγιον, ἡ Ὀλλανδία καὶ ἄλλα Κράτη ὡσαύτως δυσαναλογίαν παρουσιάζουσι μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, καὶ ὑπερτερεῖ καὶ εἰς ταῦτα ἡ εἰσαγωγή. Ἡ δὲ Ἰταλία, ὅτε παρουσιάσθη τὸ Νομοσχέδιον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἤτοι τῷ 1880, παρουσίασε διαφορὰν ἀπὸ 93 ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ νόμος, μέχρι τοῦ ἑβδόμου μηνὸς παρουσίασε διαφορὰν ἐξ 106 ἑκατομμυρίων εἰσαγωγῆς ἀνωτέραν τῆς ἐξαγωγῆς. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμποιεῖ τοσούτους ἐνδοιασμοὺς, παρατηρεῖται καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἡ ἐξήγησις αὐτοῦ δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἔλλειψιν τακτικῶν στατιστικῶν· προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι τὰ εἰσαγόμενα ἐκτιμῶνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ἐξωγκωμένας τιμὰς, ἕνεκεν τῆς ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν ὑπὸ τῶν ἐξόδων, ἐνῷ τὰ ἐξαγόμενα ἐκτιμῶνται εἰς τὴν πρώτην αὐτῶν ἀξίαν. Δὲν γίνεται παρατήρησις εἰς τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα δὲν πληρώνουσι δασμόν. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, κύριοι, ὅτι, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀνέφερον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πόροι, οἵτινες εἰσάγουσι τὸ χρῆμα εἰς τὸν Τόπον. Γνωρίζετε ὅτι ἡ ναυτιλία εἰσάγει χρῆμα, ὅτι οἱ ἀποδημοῦντες ἐκ τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐργάζονται εἴτε ὡς ἔμποροι, εἴτε ὡς ναυτίλοι, εἰσκομίζουσι μέταλλον, καὶ οὕτως ἀναπληροῦται ἡ ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς προϊόντων ἔλλειψις. Καὶ ἂν θέλητε, κύριοι, νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, λάβετε νῆσόν τινα ἀπὸ τὰς Ἰονίους νήσους, ἥτις, κεχωρισμένη ὡς νῆσος, ἀποτελεῖ τελωνιακῶς ἰδιαίτερον κράτος ἕνεκα τοῦ ἐπικρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, λάβετε τὴν Κεφαλληνίαν π. χ. Ἐὰν, κύριοι, θελήσητε νὰ πληροφορηθῆτε τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, θὰ ἐκπλαγῆτε, διότι ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ἄνω τοῦ διπλασίου τῆς ἐξαγωγῆς. Πόθεν λοιπὸν πορίζονται τὰ χρήματα οἱ κάτοικοι, τὰ ὁποῖα στέλλουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι πόροι, ἐντὸς ὀλίγου οὔτε ὀβολὸς θὰ ἔμενεν ἐν τῷ Τόπῳ, διότι ἡ εἰσαγωγὴ ἤθελεν ἀποῤῥοφήσει ὅλα τὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος φόβος καὶ θεωρητικῶς ἀποκρούεται, διότι ἐπικρατεῖ ὁ κανὼν τῆς ἰσοῤῥοπίας, κανονίζων τὰς συναλλαγάς· καὶ ὅπου ὑπάρχει ἄφθονον τὸ χρῆμα, ἐκεῖ ἐπέρχεται καὶ ὑπερτίμησις τῶν πραγμάτων· ὅπου δὲ ἐλλείπει τὸ χρῆμα, ἐκεῖ ἐπέρχεται ἡ ὑποτίμησις· καὶ οὕτως ἐνταῦθα μὲν τρέχει τὸ χρῆμα, ἐκεῖ δὲ ἐξέρχεται διὰ νὰ εὕρῃ εὐθηνοτέραν ἀγοράν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, ὁ κανονίζων τὰς σχέσεις καὶ τὰς συναλλαγὰς τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ Τόπων, καὶ αὐτὸς ἐπιφέρει τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ὥστε δὲν ἐπέρχεται ποτὲ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν παρακωλύει ἡ ὕπαρξις αὐτῆς, διότι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν στέλλομεν καὶ νῦν χαρτονόμισμα. Κύριοι, καταλήγω τὸν λόγον, διότι δὲν θέλω ἐπὶ πλέον νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν Εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὅστις ἀνεμνήσθη ἐμοῦ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ ἐπεκαλέσθη τεμάχιον ἀγορεύσεώς μου τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν τότε καὶ σήμερον Πρωθυπουργὸν, τῷ ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν χρηματιστῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζόμενος κατέληξεν ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ διὰ τῶν ἑξῆς· «Κύριε Βαλσαμάκη, τί ἄλλο ἐστὶν ἡ παροῦσα σύμβασις, ἢ γλυκὺ ᾆσμα τῶν Σειρήνων τοῦ Χρηματιστηρίου;» Ἀλλ’ ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν διέκρινεν, ὅτι πρόκειται περὶ δύω ἐργασιῶν λίαν διαφορετικῶν καὶ λίαν διακεκριμένων. Ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου· ἡ μὲν μία ἐργασία εἶναι ἐργασία οἰκονομολογικὴ, ἡ δὲ ἑτέρα εἶναι ἐργασία Τραπεζική· ἡ μὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, καὶ ἀποβλέπει εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ πᾶσα σκέψις γίνεται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς πολιτικῆς· ἡ δὲ ἑτέρα ἐξ ἀνάγκης δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν προστρέξῃ τις εἰς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτελοῦνται αἱ τοιαῦται ἐργασίαι. Δὲν ἔχει λοιπὸν σχέσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τότε, μὲ ὅ,τι σήμερον ὑποστηρίζω. Σήμερον ὑποστηρίζω τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν τοῦ Χρηματιστηρίου· προκειμένου ὅμως περὶ εὑρέσεως χρημάτων, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως, ἢ νὰ προσέλθωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ἐντὸς τῶν δωματίων των ἔχουσι τοὺς σιδηροῦς κλωβοὺς, ἐντὸς τῶν ὁποίων ᾄδουσι τὰ παντοδύναμα πτηνά. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν, πρέπει δὲ νὰ εὐχώμεθα τοιοῦτοι κλωβοὶ καὶ τοιαῦτα πτηνὰ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἀφθονίᾳ καὶ εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν. Ἐὰν δὲ οἱ ἔχοντες τοὺς κλωβοὺς ἀρέσκωνται εἰς τὴν σύμβασιν, δὲν ἐπιθυμοῦσιν ὅμως καὶ τὴν ἄρσιν, διὸ καὶ οἱ φοιτηταὶ τοῦ Χρηματιστηρίου καταβοῶσι κατ’ αὐτῆς, καὶ εἰσὶν οἱ βιαιότατοι ἐχθροί της.

§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
2τῆς 19 Δεκεμβρίου 1883
3(Δευτέρα)
4Ὥρα 4 Μ. Μ.
5(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν
6τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον Τμῆμα κατέθεσε τὴν ἔκ-
8θεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος, προτεῖνον τὴν ἐπι-
9κύρωσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
10Ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων Ἀθηνῶν ζητοῦσα τὴν πα-
11ραδοχὴν τοῦ περὶ δανείου Νομοσχεδίου πρὸς ἄρσιν
12τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πρὸ τῆς ἡμερησίας δια-
13τάξεως οὐδεὶς ἐζήτησε τὸν λόγον· εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς
14τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
15§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς
16ἡμερησίας διατάξεως καλὸν θὰ ἦτον, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀν-
17τίῤῥησις ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν,
18νὰ προηγηθῇ τοῦτο.
19§3ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ.
20§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγεῖται ἡ ἐκλογὴ Μεσσήνης· κατὰ
21συνέπειαν θὰ προηγηθῇ αὕτη καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς
22τὸ περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Συγχρόνως ἀνακοινῶ εἰς
23τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ ὑπο-
24βάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς ἐπὶ διαφόρων παραπεμφθει-
25σῶν εἰς αὐτὴν ἀναφορῶν. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
26(Ὅρα Παράρτημα).
27Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ζητεῖ τις τὸν λόγον;
28§5ΜΠΟΥΤΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ
29λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς καὶ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς
30λόγους, δι’ οὓς ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆν ἐκλογῆς· μετὰ
31ταῦτα ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον.
32§6ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Οἱ λόγοι εἶναι ἐκτεθειμένοι ἐν τῇ
33ἐκθέσει.
34§7ΒΑΛΒΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκθεσιν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔλα-
35βον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς εἰση-
36γητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης, ἥτις ἔκθεσις εἶναι
37λίαν ἐμπεριστατωμένη καὶ ἀναφέρει ἅπαντα τὰ γεγο-
38νότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ πλειονοψηφία ὑποβάλλει πᾶν
39ὅ,τι προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ
40πᾶσα πλέον ἀνάπτυξις τῶν λόγων αὐτῶν. Ματαιοπονία
41φρονῶ θὰ ἦναι καὶ πρόσκομμα εἰς τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς,
42ἡ ὁποία ἐπισπεύδει νὰ ἐκδικάσῃ τόσα ἄλλα ἔργα κα-
43τεπείγοντα. Ἐὰν ὅμως παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ συμ-
44πληρώσω ἐλλεῖπόν τι ἐν τῇ ἐκθέσει, τοῦτο προθύμως
45θέλω τὸ πράξει.
46§8ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
47§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Μποῦτος.
48§10ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι Βουλευταὶ, θεωρῶ περιτ-
49τὸν πάντη μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου εἰσηγητοῦ
50καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐν γένει, ἐκ τῶν
51ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀνηλικιότης τοῦ ἐκλεχθέντος,
52νὰ προσθέσω τι· καταθέτω μόνον εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς
53Βουλῆς πιστοποιητικὸν τοῦ ἐνταῦθα Β. Γυμνασίου, ἐκ
54τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς κατὰ τὸ
55σχολικὸν ἔτος 1873–74 κατετάχθη εἰς τὸ Γυμνάσιον
56μὲ ἡλικίαν 14 ἐτῶν, ἐξῆλθε δὲ κατὰ τὸ σχολικὸν
57ἔτος 1877–78 μὲ ἡλικίαν 17 ἐτῶν, ὥστε διατρέχει
58ἤδη τὸ 23–24 ἔτος τῆς ἡλικίας του.
59§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
60§12ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι βουλευ-
61ταὶ, νὰ παρακολουθήσω τὸν πρὸ ἐμοῦ καταβάντα τοῦ
62βήματος· διότι, ἐκτὸς τοῦ πραγματικοῦ μέρους τῆς ἐ-
63κλογῆς, ἀνέμιξε τὴν διοίκησιν ἐν Μεσσηνίᾳ, τὰ στρατιω-
64τικὰ ἀποσπάσματα καὶ ἐν γένει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυ-
65βερνήσεως. Ἐὰν ἦτον ἀνάγκη νὰ εἴπω τὴν ἀτομικήν μου
66γνώμην, βεβαίως δὲν ἤθελον διστάσει νὰ δώσω ψῆφον ἐ-
67πικυρωτικὴν τῆς προκειμένης ἐκλογῆς (θόρυβος εἰς τὰ
68ἀκροατήρια).
69§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ
70κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
71§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
72(Κενοῦνται τὰ ἀκροατήρια).
73§15ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα
74ἠδίκησεν ὁλοκλήρους ἡλικίας, ἀποκλεῖσαν αὐτὰς ἀπὸ
75τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς
76ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἀπαιτούσης διὰ τὸν
77ἐκλέξιμον νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡ-
78λικίας, πᾶσα συζήτησις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, περιττὴ καὶ ἄ-
79σκοπος, διότι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀκυρώσῃ διάτα-
80ξιν συνταγματικήν. Καὶ ἂν ὁ προαγορεύσας ἐστήριζε τὴν
81ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς εἰς τὴν νέαν συνταγματικὴν θε-
82ωρίαν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι συμβου-
83λευτικὴ, ἡ Βουλὴ ἠδύνατο ἀμέσως νὰ ἐκφέρῃ ψῆφον συμ-
84φώνως πρὸς τὰ κείμενα, ἀλλὰ προέβη εἰς ἀνάπτυξιν πα-
85ραστήσας τὸν ἐκλεχθέντα ὡς ἔχοντα συμπεπληρωμένον
86τὸ 30ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, στηριχθεὶς εἰς ἓν πιστο-
87ποιητικὸν περὶ τοῦ δευτέρου γάμου τοῦ μακαρίτου Κου-
88μουνδούρου, πατρὸς τοῦ ἐκλεχθέντος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη
89νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐν ὀλίγοις σᾶς λέγω τὰ
90περὶ τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος, ἵνα πεισθῆτε ὅτι ἤδη δι-
91ατρέχει τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του. Κατὰ τὰ κείμενα, ἡ
92ἀπόδειξις τῆς ἡλικίας δὲν βεβαιοῦται ἄλλως παρὰ διὰ
93ληξιαρχικῶν βιβλίων, ἢ τοῦ Μητρώου τῶν ἀῤῥένων· ἀλλ’
94ὁ νόμος περὶ ληξιαρχικῶν βιβλίων δὲν ἐλειτούργει τότε,
95οὐδὲ λειτουργεῖ ἤδη, καὶ μόνον μᾶς μένει τὸ Μητρῷον
96τῶν ἀῤῥένων. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας τοῦ 1878, τὸν
97ὁποῖον εἰσήγαγεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ πα-
98τὴρ τοῦ ἐκλεχθέντος, διαγράφει ἀκριβῶς τὸν τρόπον τῆς
99συντάξεως τῶν Μητρῴων, τὰ ὁποῖα, συντασσόμενα κατὰ
100νομίμους διατυπώσεις, παρέχουσι πλήρη ἀπόδειξιν, διότι
101ἐπιβάλλουσι τὴν μεγίστην τῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰ ἄ-
102τομα, τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν· δὲν δύναμαι νὰ ἀ-
103δικήσω, οὔτε κἂν νὰ ὑποθέσω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐ-
104σωτερικῶν τότε, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε τὸν Νόμον περὶ στρα-
105τολογίας, δὲν ἐδήλωσε τὰ τέκνα του. Τοὐναντίον, ἐκ τῶν
106ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ὅτι ἐδήλωσε ταῦτα τῷ 1879,
107καὶ ὁ πρῶτος υἱὸς τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὁ προ-
108αγορεύσας ἐξελέχθη μὲ ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ὁ δὲ δεύτερος
109ὁ ἐκλεχθεὶς, μὲ ἡλικίαν 20 ἐτῶν. Ὅτι Ἐγένετο δήλωσις,
110ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, διότι οἱ ἁρμόδιοι συντάσσουν
111τὸν ὑπὸ στοιχεῖον Α κατάλογον, ἐπιτροπὴ δὲ συγκει-
112μένη ἀπὸ τὸν Δήμαρχον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Ἐφη-
113μέριον ἑκάστου χωρίου, περιέρχεται τὰ χωρία καὶ συν-
114τάσσει τὸν ὑπὸ στοιχεῖον Β πίνακα. Ἐκ τῆς ἐρεύνης, ἡ
115ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὴν Διοίκησιν, ἡ δήλωσις μὲν τοῦ
116μακαρίτου Κουμουνδούρου δὲν ὑπάρχει, οὔτε ὁ ὑπὸ
117στοιχ. Α πίναξ· ὑφίσταται ὅμως ὁ ὑπὸ στοιχεῖον Β.
118πίναξ εἰς τὸ Ἐπαρχεῖον, ὑπογεγραμμένος ἀπὸ τὸν Δή-
119μαρχον, τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Ἐφημέριον τοῦ χω-
120ρίου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται ἡ ἡλικία τοῦ Κωνσταν-
121τίνου Κουμουνδούρου 32 ἐτῶν καὶ τοῦ Σπυρίδωνος Κου-
122μουνδούρου 20 ἐτῶν· αὐτὴ δὲ ἡ ἡλικία ἀναφέρεται καὶ
123εἰς τὸ καθ’ ἑαυτὸ Μητρῷον τῶν ἀῤῥένων, τὸ ὁριστικόν.
124Δὲν πιστεύω μετὰ τὰ ἐκτεθέντα νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία
125καμμία περὶ τῆς ἡλικίας. Ἔτι πλέον, κατὰ τὸ ἑπόμε-
126νον ἔτος 1880, προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτε συνεπλήρωσε
127τὸ 21ον ἔτος καὶ κατὰ τὸν Στρατολογικὸν Νόμον ὑπέ-
128κυψεν εἰς κλήρωσιν, ὁ ἴδιος Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος, ἐν
129Βερολίνῳ διαμένων, ἐζήτησεν ἀναβολὴν κατατάξεως.
130§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ ὁμολογίᾳ τοῦ πλη-
131ρεξουσίου του.
132§17ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις τοῦ Σπ. Κου-
133μουνδούρου ἐκ Λειψίας, τοῦ ἔτους 1880, δι’ ἧς ζη-
134τεῖ ἀναβολὴν κατατάξεως, τὰ δὲ ἔγγραφα εἰς τὴν αἴτη-
135σίν του ἐπεσύναψεν ὁ ἐνταῦθα πληρεξούσιός του, διότι
136ἐκεῖνος βεβαίως ἐκεῖ δὲν εἶχε τοιαῦτα, καὶ ἡ αἴτησίς
137του ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἀνεβλήθη ἡ κατάταξίς του εἰς
138τὸν στρατὸν, δυνάμει Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, διότι εἶ-
139χεν ἀδελφὸν τὸν προαγορεύσαντα ὑπηρετοῦντα, εἰς τὸν
140στρατόν.
141§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πῶς συμβαίνει νὰ ὑπάρχῃ τὸ συμβό-
142λαιον τοῦ γάμου εἰς τὰ 1850 καὶ ὁ πρωτότοκος υἱός
143του νὰ μὴν ἔχῃ τὴν νόμιμον ἡλικίαν;
144§19ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν ἐγγρά-
145φων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐμνημόνευσα, κατέθεσα πρὸ ὀλίγου
146εἰς τὸ Προεδρεῖον πιστοποιητικὸν τοῦ βʹ. Γυμνασίου τῶν
147Ἀθηνῶν, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος
148εἰσῆλθεν εἰς τὸ Γυμνάσιον κατὰ τὸ ἔτος 1873–74 μὲ
149ἡλικίαν 14 ἐτῶν καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸ 1877–78 μὲ ἡλι-
150κίαν 17 ἐτῶν, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον
151εἶναι δήλωσις τοῦ ἐκλεχθέντος, συμφωνεῖ μὲ τὴν δήλω-
152σιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πατήρ του. Ὥστε κατὰ τὸ 1883,
153ὅτε ἐνηργήθη Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος
154διέτρεχε τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του.
155Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον εἰς τὸ ζή-
156τημα τῆς ἀνηλικότητος, διότι ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας
157ἐπειράθη δι’ ἀοριστολογιῶν νὰ ῥίψῃ ἐνδοιασμὸν εἰς τὴν
158Βουλὴν ὅτι ὁ Σπ. Κουμουνδοῦρος εἶναι ἐνήλικος ἤδη καὶ
159δὲν διατρέχει τὸ 24ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὡς τὰ ἐπί-
160σημα ἔγγραφα μαρτυροῦσι τοῦτο.
161Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου, πῶς
162συμβαίνει ὁ δεύτερος γάμος τοῦ μακαρίτου Κου-
163μουνδούρου νὰ ἐτελέσθη τὸ 1850, καὶ ὁ Σπ. Κου-
164μουνδοῦρος νὰ ἐγεννήθη τὸ 1859. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐρώτησις
165ἦτο περιττή. Ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ὁ δεύτερος
166γάμος τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου ἐτελέσθη κατὰ τὸ
1671850, ἀλλ’ ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου μέχρι τοῦ 1859
168δὲν ἀπέκτησε τέκνα, ὁ δὲ Σπ. Κουμουνδοῦρος ἐγεννήθη
169κατὰ τὸ 1859.
170Ἴσως, κύριοι, διὰ τοὺς ἐντίμους βουλευτὰς τῶν νέων
171ἐπαρχιῶν ἦτον ἀναγκαία ἡ ἀνάπτυξις αὕτη περὶ τῆς ἡ-
172λικίας, ἀλλὰ διὰ τοὺς βουλευτὰς τῶν παλαιῶν ἐπαρ-
173χιῶν ἦτον ἐντελῶς περιττὴ, καὶ νομίζω, ὅτι ἀδικῶ τὴν
174νοημοσύνην τῶν κ. κ. βουλευτῶν, ἂν ἐπιμένω ὁμιλῶν περὶ
175τῆς ἡλικίας τοῦ Σπ. Κουμουνδούρου, διότι ἅπαντες οἱ
176βουλευταὶ ἢ τουλάχιστον οἱ πλεῖστοι γνωρίζουσιν
177αὐτήν.
178Ἀλλ’ ὁ προαγορεύσας ἀφῆκε τὸ πεδίον τοῦτο, μετέβη
179εἰς ἕτερον· ἦλθε καὶ σᾶς ἐζήτησε διὰ τῆς ἐπικυρωτικῆς
180ψήφου σας νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν ἔκρυθμον ἐν Μεσ-
181σηνίᾳ κατάστασιν. Σᾶς παρέστησεν ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἀγρία
182ἡ κατάστασις, ὅτι ἡ Διοίκησις ἠμέλησε τὸ καθῆκόν της,
183ὅτι φόνοι ἐπὶ φόνων τελοῦνται, τάξις καὶ ἀσφάλεια
184δὲν ὑπάρχει, καὶ ὅτι, ἂν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν, θὰ αἱ-
185ματοκυλισθῇ ἡ Μεσσηνία.
186Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης Συνόδου, τί-
187ποτε ἄλλο ἐντεῦθεν δὲν ἠκούετε εἰμὴ ἐπερωτήσεις περὶ
188τῆς καταστάσεως τῆς Μεσσηνίας, περὶ τῆς κακῆς ἐκεῖ
189διοικήσεως καὶ περὶ ἐπεμβάσεων τῶν στρατιωτικῶν ἰ-
190δίως Ἀρχῶν· καὶ ὅταν ἤρχοντο ἐπίσημοι πληροφορίαι,
191τί ἀπεδεικνύετο; ὅτι οὐδὲν εἶχε λάβει χώραν. Ἀλλ’ ἂν
192σᾶς εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ
193ἐκλογαὶ, καθὼς καὶ ἡ Βουλευτικὴ, καὶ καθ’ ὅλην τὴν διάρ-
194κειαν αὐτῶν πρὸ καὶ μετὰ δὲν ἔλαβε χώραν οὔτε ἕν
195ράπισμα, τί θὰ εἴπητε; Ἐνηργήθησαν δημοτικαὶ ἐκλογαὶ
196καὶ μόνον ἕν ἐπεισόδιον, ἐν Κατσαροῦ, ἔλαβε χώραν,
197περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κύριος Κ.
198Κουμουνδοῦρος.
199§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανείας
200μὲ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν δὲν συνέβη τι; Ὁ δικα-
201στὴς Οἰκονόμου δὲν συνέλαβε τὸν ἐνωμοτάρχην καὶ
202τὸν ἀφώπλισε, καὶ τὸν ἔστειλε δεμένον εἰς τὴν ἀνά-
203κρισιν;
204§21ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
205§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πολιορκήσατε σεῖς μὲ
206τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τοὺς Ἠλιάδας;
207§23ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Σᾶς εἶπον, κύριοι,
208ὅτι οὐδὲν ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς Βουλευ-
209τικῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ἐνθύμισε μίαν
210περίστασιν, δὲν εἶχε δὲ καὶ ἄλλην νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ,
211ἀλλ’ αὕτη ἐπιβαρύνει τοὺς φίλους του, διότι ἐκεῖνοι προε-
212κάλεσαν τὴν σκηνήν, καθ’ ἣν εὐτυχῶς οὐδὲν ἀπευκταῖον
213ἔλαβε χώραν. Οἱ ἴδιοι φίλοι του εἶχον φονεύσει τὸν ἀ-
214δελφὸν τοῦ Ἰωάννου Χ. Ἠλιοπούλου, φίλου μου, μεθ’ οὗ συνε-
215πλάκησαν καὶ πρὸ ὀλίγου κατεδικάσθησαν ἀπὸ τὸ Κα-
216κουργιοδικεῖον Ναυπλίας εἰς 5–10 ἐτῶν εἱρκτήν. Ἠκού-
217σατε λοιπὸν ποῖον ἦτο τὸ μέγα ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔ-
218λαβε χώραν πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν
219αὐτῆς, οὐδὲν πλέον τούτου.
220Ἦλθον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, εἶμαι
221ἠναγκασμένος νὰ σᾶς διηγηθῶ τὴν ὑπόθεσιν, περὶ ἧς
222πολλάκις ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔκαμε λόγον καὶ ἐζή-
223τησε μάλιστα καὶ ἔγγραφα, καὶ πρὸς τούτοις ὡμίλησε
224καὶ περὶ δολοφονίας καὶ δολοφόνων.
225Ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου
226διέτριψεν εἰς τὸν δῆμον Οἰχαλίας κατὰ τὰς δημοτικὰς
227ἐκλογάς· ὁ ἀδελφός μου Δήμαρχος, μετὰ φίλων εἶχε
228μεταβῆ εἰς τὸ χωρίον Κατσαροῦ τοῦ δήμου Οἰχαλίας
229καὶ εἶχε καταλύσει εἰς τὰς διαφόρους οἰκίας τῶν φί-
230λων μας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπὶ κεφαλῆς 200 ἢ 300
231ὁπλοφόρων εἰσῆλθε κατόπιν εἰς τὸ χωρίον μετὰ μίαν ἢ
2322 ὥρας. Ὡς ἦτον ἑπόμενον οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου καὶ
233οἱ φίλοι μου, οἱ μεταβάντες πρὸ αὐτοῦ εἰς τὸ χωρίον,
234εἶχον ἐξέλθει καὶ παρετήρουν τοὺς εἰσερχομένους ὁπλο-
235φόρους, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦτον ὁ κ. Κουμουν-
236δοῦρος, ὅστις ἐσταμάτησεν εἰς τὴν πλατείαν τοῦ χωρίου,
237ἐξακολουθούντων τῶν φίλων του τοὺς πυροβολισμούς· εἷς
238ἀνεψιός μου, Σπηλιώτης, ἱστάμενος μετ’ ἄλλων εἰς τὸν ἐ-
239ξώστην μιᾶς οἰκίας φίλου, μοῦ ἔπεσε θῦμα τῶν πυροβο-
240λισμῶν τῶν φίλων τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.
241§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
242§25ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἶναι ἀκριβέστατον, εἶναι γεγονὸς αὐτὸ,
243ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔπεσε θῦμα, διότι σφαῖρα τοῦ διέῤ-
244ῥηξε τὸ κρανίον, διεκινδύνευσαν δὲ καὶ οἱ λοιποὶ οἱ ἐν
245τῇ οἰκίᾳ· διότι ὁ πυροβολισμὸς κατὰ τῆς οἰκίας ἐξηκο-
246λούθει, καὶ ὁ τύπος τῶν σφαιρῶν ἰδίως ἐπὶ τοῦ ταβα-
247νίου τῆς οἰκίας εἶναι ἀνεξάλειπτος.
248§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβεβαιοῦτε τοῦτο μὲ τὸν
249λόγον τῆς τιμῆς σας;
250§27ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα· καὶ σεῖς περὶ τούτου εἶσθε
251πεπεισμένος.
252Ἐκτὸς τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, θῦμα τοῦ ὁποίου ἔπεσεν,
253ὡς εἶπον, ὁ ἀνεψιός μου, οὐδὲ ἁπλοῦν ῥάπισμα ἠκούσθη
254κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐγὼ, κύ-
255ριοι, πρὸς τιμὴν τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης ὀφείλω νὰ βε-
256βαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκεῖ αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται ἐν
257τάξει καὶ ἡσυχίᾳ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεμβαίνει.
258Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ ἔντιμος συνά-
259δελφός μου περὶ δολοφόνων καὶ κακούργων. Ὑπῆρξα
260φίλος τῆς οἰκογενείας του ἐπὶ πολλὰ ἔτη, γνωρίζω τὰ
261κατ’ αὐτὴν ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι
262ἡ πολιτεία της οὐδὲν ἔχει τὸ μεμπτὸν, γνωρίζει καὶ ὁ
263προλαλήσας τὰ κατ’ ἐμὲ καλῶς καὶ δύναται νὰ μαρ-
264τυρήσῃ ἂν ἠθέλησά ποτε νὰ στηριχθῶ εἴτε εἰς φυγο-
265δίκους, εἴτε εἰς κακούργους, εἴτε εἰς ἄτακτα στοιχεῖα.
266Ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτῶν δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βου-
267λὴ καὶ τὴν παροῦσαν πολιτείαν μου καὶ τὴν μέλλουσαν.
268Ἠναγκάσθην, κύριοι, παρὰ τὴν συνήθειάν μου νὰ περι-
269αυτολογήσω διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς ὑπαινιγμοὺς, ἥκιστα
270τιμῶντας ἐκείνους, οἵτινες τοὺς ἐξήνεγκον· οἱ ὑπαινιγμοὶ
271δὲν ἁρμόζουσιν εἰς ἄνδρας ἔχοντας τὸ θάῤῥος νὰ ὑπο-
272στηρίξωσι τὰς ἰδέας των, ὡς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου.
273Ἂς κατέλθῃ εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ δώσῃ εὐρυτέραν
274ἐξήγησιν καὶ ἀπάντησιν. Ἕν μόνον προσθέτω—καὶ δὲν
275δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ὁ προαγορεύσας—ὅτι ὁ ἀδελφός
276μου καθ’ ὃν χρόνον ἐγίνοντο οἱ πυροβολισμοί, ἦτον εἰς με-
277μακρυσμένην οἰκίαν. Εἰς τὸν φιλήσυχον δὲ χαρακτῆρα
278αὐτοῦ ὀφείλεται ἡ πρόληψις ἄλλων δυστυχημάτων, διότι
279μετὰ τὸν φόνον τοῦ ἀνεψιοῦ μου ἑπόμενον ἦτο νὰ γεί-
280νωσι δυστηχήματα, ὅταν εἰς ἓν χωρίον ἦσαν ἑκατέ-
281ρωθεν ὡπλισμένοι πλέον τῶν 400.
282Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ
283ἐνδιατρίψω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὰ περὶ τῆς πράξεως τοῦ
284Πρωτοδίκου Καλαμῶν, διότι ὁ συνάδελφός μου ἐκεῖ στη-
285ριχθεὶς, ᾠκοδόμησεν ὅ,τι εἶπε κατὰ τῆς Διοικήσεως ἐν
286Μεσσηνίᾳ.
287Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσῃ τὰ
288περὶ διοικήσεως ἐν Μεσσηνίᾳ, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ν’ ἀ-
289κούσῃ λεπτομερείας καὶ ἀναιρέσεις περὶ ὅσων ἀναφέρει
290τὸ πρακτικὸν τοῦ δικαστηρίου· διὰ τοῦτο, ἀποφεύγων νὰ
291εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, βεβαιῶ μόνον ὅτι τὸ πλεῖ-
292στον τῶν ἐκτεθέντων παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρω-
293τοδικῶν ἐξετέθη ἀνακριβῶς· ἀφίνων δὲ τὴν ἐξέτασιν
294τοῦ ζητήματος ἂν ἦτο περίστασις ὅπως τὸ Δικαστικὸν
295Συμβούλιον ἀσκήσῃ τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ Δικαστικοῦ
296ὀργανισμοῦ ἔκτακτον αὐτὸ δικαίωμα, πληροφορῶ, τὴν
297Βουλὴν, ὅτι τὸ Δικαστικὸν αὐτὸ Συμβούλιον, διὰ νὰ ᾖ
298συνεπὲς πρὸς ὅσα ἐξέθεσεν ἐν τῷ περιωνύμῳ αὑτῷ πρακ-
299τικῷ, ἐπολιτεύθη ἄκον, καὶ ἠδίκησε πρόσωπα, τὰ ὁ-
300ποῖα ἄλλως θὰ ἐτύγχανον δικαιοσύνης.
301Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν εἰς
302τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἐσκόπουν μάλιστα νὰ
303μὴ κάμω διόλου λόγον, εἰ καὶ πλεῖστα ἄλλα ἠδυνάμην
304νὰ εἴπω, ἔχοντα σχέσιν πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, διὰ ν’ ἀ-
305ποδείξω, ὅτι τάξις καὶ ἀσφάλεια ὑπάρχει ἐν Μεσσηνίᾳ
306καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἔλαβε μέτρα ἀφ’ ἧς ἀ-
307νῆλθε εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Ἀρνεῖται ὁ ἔντιμος συνάδελφος,
308ὅτι ὁ πρὸ τοῦ Μπαϊρακτάρη, ὁμολογουμένως ἐκπληρώ-
309σαντος τὸ καθῆκον του ὡς πρέπει, δὲν μετέβη ἐκεῖ, καὶ
310δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του ἀξιεπαίνως ὁ ἀξιωμα-
311τικὸς Λώρης....
312§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἅμα φύγῃ ὁ Μπαϊρα-
313κτάρης, ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια.
314§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν φεύγει.
315§30ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μαζῆ σας νὰ μὴ φύγῃ
316ὁ Μπαϊρακτάρης.
317Κύριοι βουλευταὶ, ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε κατὰ
318τὴν ἰδέαν τοῦ προαγορεύσαντος, ἐπικυροῦντες τὴν ἐκλο-
319γὴν διὰ νὰ καθήσῃ ὁ ἐκλεχθεὶς εἰς τὴν κενὴν θέσιν
320τοῦ πατρός του, ἂς κοιμηθῇ ὁ νόμος, ἂς παραβιασθῇ τὸ
321Σύνταγμα, ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι ἔχει
322συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του, διότι ἔ-
323χετε ἐπίσημα ἔγγραφα, μαρτυροῦντα, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος,
324καθ’ ὃ ἐξελέχθη, διέτρεχε τὸ 24 ἔτος τῆς ἡλικίας του.
325Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω οὐδὲν συμφέρον εἰς τὴν ἐκλογὴν
326αὐτήν· ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη νομίμως, ἀλλὰ
327δὲν δύναμαι νὰ σιωπήσω καὶ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἐ-
328κλεχθεὶς ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα· ἐπὶ τούτου δὲ ἐλπί-
329ζω, ὅτι δεκατέσσαρες βουλευταὶ θὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι
330μαζῆ μου, ὅπως ἀποτελέσωμεν ὁμοῦ τὸν ἀριθμὸν 15 καὶ
331ζητήσωμεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
332Τότε ἂς εἴπῃ ὅστις θέλει, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει συμ-
333πεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του.
334§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι,...
335§32ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, καταβῆτε.
336§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ μητρῷον
337δὲν στηρίζεται εἰς δήλωσιν....
338§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε Κουμουνδοῦρε.
339§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις
340καὶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς
341συνεπτυγμένως, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ Μεσσήνης εἶνε ἔγκυρος.
342§36ΜΠΟΥΤΟΣ. Θὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν
343τοῦ Τμήματος.
344§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι συνεπτυγμένη, ἀλλ’
345ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ πρῶ-
346τον τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ δεύτερον ἐὰν ὁ ἐκλε-
347χθεὶς ἔχει τὰ προσόντα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ
348κατὰ τύπον ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγεί-
349ρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
350Τώρα ὁ ἐκλεχθεὶς ἔχει τὰ προσόντα τῆς ἡλικίας; οἱ
351παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βου-
352λὴ δὲν παρεδέχθη.
353§38ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Παρεδέχθη.
354§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτω ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον.
355§40ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τὸ ἀντίθετον, κύριε Πρόεδρε.
356§41ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
357§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί δι’ ὀνομαστικῆς κλή-
358σεως; Τὸ ἀντίθετον.
359§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει
360τὰ προσόντα τῆς ἡλικίας ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Μεσσή-
361νης νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πολλοὶ, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλε-
362σμα ἀμφίβολον).
363§44ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
364§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει τὰ προ-
365σόντα λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
366§46Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐγνωμονῶ ἐκείνους, οἱ ὁ-
367ποῖοι μετὰ παῤῥησίας ἐγέρθησαν καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπι-
368κύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ παραιτοῦμαι τῆς προτάσεως.
369§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι δὲν
370ἔχει τὰ προσόντα.
371§48ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.....
372§49ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, κύριε Φιλάρετε (θό-
373ρυβος).
374§50ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πολὺ καλὰ, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ
375εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ
376ψηφοφορία.
377§51Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ κάμω νὰ μὴ στενο-
378χωρηθῇ ὁ κ. Φιλάρετος, ὁμολογῶ ἐγὼ ὅτι ὁ ἀδελφός
379μου δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος τῆς
380Βουλῆς εἶδε δὶς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς τὸ ἐπικυρωτικὸν
381καὶ ἐστρέβλωσε καὶ διέστρεψεν αὐτό.
382§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς φο-
383ρολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Πρὸ τούτου ὅμως
384ἔχω ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ
385Τροιζηνίας πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν·
386«Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν.
387Αʹ) Νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἀπὸ τοῦ 1878
388συσταθεισῶν μέχρις ἐσχάτως ἢ καὶ ἀποσταλεισῶν εἰς
389τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ καταρτισμῷ πολεμικοῦ στόλου ἐπιτρο-
390πῶν, ἐπίσης καὶ ἀτόμων, ἐὰν τοιαῦτα ὑπεβλήθησαν εἰς
391παρομοίαν ἐντολὴν, ἐπακολουθούσης ἑκάστῃ ἐκθέσει καὶ
392τῆς σχετικῆς ἐκτιμήσεως τοῦ κατὰ καιρὸν Ὑπουργοῦ,
393καθὼς καὶ ἰδίας ἐπ’ αὐτῶν κρίσεως τοῦ ἐνεστῶτος Ὑ-
394πουργοῦ, καὶ εἰς τί αὗται ἀπέληξαν, μετὰ τοῦ λόγου, δι’
395ὃν αὗται δὲν ἀπέφερον τὸ σκοπούμενον ἀποτέλεσμα, ἢ
396εἰς τί ἐχρησίμευσαν;
397Βʹ) Ποία ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ
398τοῦ ζητήματος τοῦ πολεμικοῦ στόλου, καὶ τί περὶ τοῦ
399ἀντικειμένου τούτου ἐνήργησεν ἄχρι τοῦδε;
400Γʹ) Νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν διαφόρων ἄλ-
401λων ἀποστολῶν ἐξ ὁμάδων ἢ ἀτόμων περὶ θεμάτων ἀ-
402φορώντων τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, λ. χ. περὶ μελέτης
403ναυκλάστρων ἐν Δανιμαρκίᾳ, καὶ διατί δὲν μετέβησαν
404οἱ ἀπεσταλμένοι οὗτοι καὶ εἰς Ἀγγλίαν, καὶ τίς ἡ ἐκ
405τῆς ἀποστολῆς ταύτης ἔμπρακτος ὠφέλεια, πόση δὲ ἡ
406δαπάνη;
407Δʹ) Γνωρίζει τι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν περὶ
408τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ
409ἐθνικοῦ στόλου, καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὕρηνται αἱ μελέται
410αὐτῆς περὶ ἐθνικοῦ στόλου;
411Εʹ) Νὰ προσαχθῶσιν ἐκθέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν
412διαφόρων πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ περὶ τῆς κα-
413ταστάσεως ἑκάστου πλοίου ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ τῆς στε-
414ρεότητος τοῦ σκάφους καὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, τῶν μη-
415χανῶν, τῆς ἐξαρτίσεως, τοῦ πληρώματος, ἐὰν ἦνε εἰς
416τὴν προσήκουσαν δύναμιν, τῶν ἐν ἑκάστῳ ἐφοδίων καὶ
417μέσων τοῦ πολέμου, καὶ ἐὰν μετ’ ἐπιστημονικῆς εὐσυ-
418νειδησίας τῶν κυβερνητῶν καὶ συναισθήσεως τῆς εὐθύνης
419διὰ τὸ μέλλον καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος κρίνωνται
420ὅτι δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν, ὡς ἔχουσι σήμερον, ναυ-
421μαχικὴν ἀποστολήν, ἕκαστον κατὰ τὸν πολεμικὸν προο-
422ρισμόν του, ἢ τίνος ἔχουσιν ἀνάγκην, ὅπως ὦσιν ἑτοιμοπό-
423λεμα; Ὁμοίως δὲ νὰ ὑποβάλῃ περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικει-
424μένου ἐκθέσεις κεχωρισμένας δι’ ἕκαστον πλοῖον καὶ τὸ
425Διευθυντήριον τοῦ Ναυστάθμου.
426Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Δεκεμβρίου 1883.
427Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας
428Χ. Δ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
429Συγχρόνως ἀνακοινῶ καὶ δύω ἀναφορὰς δύω τυφλῶν
430ζητούντων βοήθειαν, αἱ ὁποῖαι θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς
431τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
432Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριών-
433των κτηνῶν ζητεῖ τις τὸν λόγον;
434(Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ
435σύνολον εἰς ά. ἀνάγνωσιν).
436§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ
437τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων. Ὁ κύριος Βαλσαμά-
438κης ἔχει τὸν λόγον.
439§54ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα
440περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶνε ἐξ ἐκεί-
441νων, πρὸς λύσιν τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν
442τὰ φῶτα, τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων Ἐ-
443θνῶν. Φρονῶ δὲ ὅτι ἔχομεν τοσοῦτο μᾶλλον ἀνάγκην αὐ-
444τῶν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον,
445ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν εἰσὶν οἱ εἰδι-
446κῶς ἐνδιατρίβοντες περὶ τὰ τοιαῦτα ζητήματα καὶ ὀλί-
447γοι εἰσὶν οἱ δυνάμενοι διὰ τῆς φωνῆς των νὰ δώσωσι
448κῦρος εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ. Μεγάλα Ἔθνη, κύριοι, καὶ
449κατὰ τὸν ἀριθμὸν, καὶ κατὰ τὴν ἰσχὺν, καὶ κατὰ τὰ
450πλούτη, καὶ κατὰ τὰ φῶτα, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην,
451εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν, καὶ κατέφυγον εἰς τὸ μέσον
452τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπήκουσαν εἰς
453τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς ταύτην ὑπεβλήθησαν, εὐθὺς ἀμέσως,
454ἅμα παρῆλθεν αὕτη, ἐφρόντισαν περὶ τῆς ἄρσεώς της.
455Πάλη ὅμως ἠγέρθη, καὶ ἐπιφανεῖς ἄνδρες ἀνέλαβον τὸν
456ἀγῶνα ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία
457ἔχει τὰ ἀγαθά της, καὶ ἀσύμφορος εἶνε ἡ ἄρσις αὐτῆς
458διὰ δανείων.
459Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία
460προάγει τὴν βιομηχανίαν, καὶ ἐθεωρήθη μάλιστα ἀναγ-
461καία εἰς Τόπον, ὅπου ἡ βιομηχανία εἶνε ἀρτισύστατος·
462πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῆς γνώμης ταύτης ἐπεκαλέσθησαν
463τὰ ἀναφαινόμενα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀναγκαστικῆς
464κυκλοφορίας ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι εὐθὺς ὡς αὕτη
465ἐπιβάλλεται, ἀμέσως ἐπέρχεται καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ
466μετάλλου καὶ χαρτονομίσματος, ἥτις αὐξάνει ἀναλόγως
467τῶν περιστάσεων. Ἡ τοιαύτη δὲ διαφορὰ ἰσοδυναμεῖ μὲ
468προστατευτικὸν ὑπὲρ τῆς βιομηχανίας νόμον· διότι ἡ ξέ-
469νη βιομηχανία εἰσάγουσα τὰ ἐμπορεύματά της ἐν τῷ Τό-
470πῳ, ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἀξίαν, ἣν εἶχον αὐτὰ πρὶν, νὰ
471προσθέσῃ καὶ τὴν διαφορὰν μεταξὺ μετάλλου καὶ χαρτο-
472νομίσματος, ὑπερτιμῶσα αὐτὰ κατὰ 15 ἢ 20 τοῖς ἑκα-
473τὸν, ἐνῷ τὰ ἐντόπια, μὴ ὑποκείμενα εἰς τὴν ἀνάγκην
474ταύτην, δύνανται νὰ συναγωνίζωνται μετὰ κέρδους· ἀλ-
475λὰ τὸ τοιοῦτον διαρκεῖ ἐπὶ τοσοῦτον, καὶ καθ’ ὅσον ἐν
476τῷ Τόπῳ διατηροῦνται τὰ πράγματα, ὡς εἶχον πρὶν τῆς
477ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἤτοι ἐνόσῳ ἡ βιομηχανία
478ἐξακολουθεῖ νὰ πληρώνῃ τὰ αὐτὰ ἐνοίκια, τοὺς ἰδίους
479μισθοὺς, καὶ ἐν γένει νὰ καταβάλλῃ τὰς ἰδίας δαπάνας
480διὰ τὴν παραγωγὴν, τὰς ὁποίας κατέβαλε καὶ πρὶν τῆς
481ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ ἂν ἐργάζηται διὰ ξένων
482κεφαλαίων, τὰ δάνεια αὐτῆς συνωμολόγησε πρὶν τῆς ἀ-
483ναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς ἀξίας
484τοῦ χαρτονομίσματος ἐπιφέρει τὴν μείωσιν τῆς δυνάμεως
485αὐτοῦ τῆς ἀνταλλαγῆς, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ ἐργάτης μὴ
486δυνάμενος διὰ τοῦ ἡμερομισθίου, ὅπερ ἐλάμβανε πρὶν, νὰ
487προμηθευθῇ τὰ αὐτὰ πράγματα, ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτεῖ
488τὴν αὔξησιν αὐτοῦ, καὶ ἡ ὤθησις αὕτη καθίσταται γε-
489νική ὥστε τὰ πάντα ὑπερτιμῶνται ἐπὶ τοσοῦτον, ὅση
490εἶνε ἡ διαφορὰ μεταξὺ χαρτονομίσματος καὶ συναλλάγ-
491ματος, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ βιομηχανία ἐπανέρχεται,
492ὡς πρὸς τὴν δαπάνην τῆς παραγωγῆς, εἰς τὸ πρὸ τῆς
493ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας σημεῖον. Μετὰ τὴν ἄρσιν ταύ-
494της θὰ παρέλθῃ καιρὸς διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑποτίμησις τῶν
495πραγμάτων, ἀναλόγως τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χαρτονο-
496μίσματος, καὶ ἡ βιομηχανία θὰ δαπανᾷ περισσότερα διὰ
497νὰ παραγάγῃ τὰ προϊόντα της, θὰ ὑποχρεωθῇ δὲ νὰ
498καταβιβάσῃ τὴν ἀξίαν των, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συναγω-
499νισθῇ μὲ τὰ προϊόντα τῆς ξένης βιομηχανίας, καὶ θὰ
500ὑποστῇ ζημίαν ἀνωτέραν ἢ ἴσην μὲ τὴν ὠφέλειαν, τὴν
501ὁποίαν ἔλαβε κατ’ ἀρχάς.
502Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν, τὴν προμη-
503θευομένην ἐν τῷ Τόπῳ τὰς πρώτας ὕλας καὶ καταναλί-
504σκουσαν τὰ προϊόντα της ἐν τῷ Τόπῳ. Ἡ κατ’ ἀρχὰς
505ὅθεν ἀναφαινομένη ὠφέλεια μεταβάλλεται κατόπιν εἰς
506ζημίαν, μένει δὲ ὡς ἀποτέλεσμα βέβαιον ἡ διαφορὰ τῆς
507ἀξίας τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ἐκ τῆς αὐξομειώσεως προ-
508ερχομένη, ἡ ὁποία παράγει ζημίας ἢ ὠφελείας διαδοχι-
509κάς, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους συμψηφίζονται καὶ μένει ὡς
510πόρισμα ἡ ἀβεβαιότης, ἥτις βλάπτει καὶ τὴν βιομηχα-
511νίαν καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ πᾶσαν ἐν γένει συναλλαγήν.
512Ἀλλὰ ζημιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον, διότι καταβάλλει
513τὴν διαφορὰν εἰς πᾶσαν δαπάνην γενομένην εἰς τὸ Ἐξω-
514τερικόν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν στε-
515ρεόν, καθότι καὶ οὗτος παρακολουθεῖ τὴν διαφορὰν τοῦ
516συναλλάγματος καὶ τὰς αὐξομειώσεις τοῦ χαρτονομί-
517σματος.
518Ζημιοῦται καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους του· διότι
519ναὶ μὲν πληρόνει αὐτοὺς εἰς τραπεζογραμμάτια, ἀλλὰ
520ταῦτα δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύουσιν. Ἐὰν
521δὲ ὁ ἐργαζόμενος, εἴτε ἐπιστήμων εἶναι, εἴτε ἁπλοῦς ἐρ-
522γάτης, ἐργάζεται τοσοῦτον, καθ’ ὅσον πληρώνεται, ἕπε-
523ται, ὅτι ἡ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πραγματικὴ
524μείωσις τῶν μισθῶν χαλαροῖ τὸν ζῆλον τῶν ὑπαλλήλων,
525καὶ ὑποχρεοῦται τὸ Δημόσιον ἢ νὰ αὐξάνῃ τοὺς μισθούς,
526ἢ νὰ προσθέτῃ ὑπαλλήλους, διὰ ν’ ἀναπληροῖ τὴν ἔλλει-
527ψιν τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων. Αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ
528εἰς τὴν Δημοτικὴν Διοίκησιν.
529Ταῦτα, κύριοι, κατέδειξεν ἡ μελέτη καὶ ἡ πεῖρα τῶν
530ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ τούτων ἐπωφελούμενοι, οὐδεὶς παρί-
531σταται συνήγορος τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας,
532εἴμεθα ἅπαντες σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰ κακά, τὰ ὁποῖα
533ἐπιφέρει εἰς πάντα Τόπον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ διαφωνία, αὕ-
534τη ἀφορᾷ εἰς τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ἀλλ’
535ἐνῷ δυστυχῶς τοσοῦτόν τινες ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ ὑ-
536ποβαλλομένου πρὸς θεραπείαν μέσου, οὐδὲν ἄλλο μέσον
537προτείνουσιν, ἀλλὰ ὑποδεικνύουσι τὰ πολὺ προσωρινὰ
538ἐμβαλώματα.
539Ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, προοιμιαζό-
540μενος τοῦ λόγου του, ἰσχυρίσθη, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐξετά-
541σωμεν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποχρεοῦσι σήμερον νὰ
542καταφύγωμεν πρὸς θεραπείαν εἰς τὸ προτεινόμενον μέ-
543τρον. Ἀλλὰ συζήτησις τοιαύτη δὲν ὑπόσχεται πρακτι-
544κὸν ἀποτέλεσμα· θὰ λάβῃ εὐρείας διαστάσεις καὶ τὸ
545πολὺ θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα «ὁ ἀναμάρτητος
546βαλέτω τὸν λίθον».
547Τὸ βέβαιον, κύριοι, καὶ τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι
548ἐθνικαὶ περιστάσεις καὶ ἔκτακτοι ἀνάγκαι ὑπεχρέωσαν
549τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ ἐκτάκτους δαπάνας. Αἱ ἔκτα-
550κτοι δαπάναι ἔφερον τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογι-
551σμοῦ, τὰ ὁποῖα ὑπεχρεώθημεν κατὰ καιροὺς νὰ θερα-
552πεύσωμεν διὰ δανείων, καὶ ἐφθάσαμεν τοιουτοτρόπως εἰς
553τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ
554σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν, ὡς σκεπτόμεθα καὶ ἐρ-
555γαζόμεθα. Τὸ Ἔθνος, κύριοι, κατέβαλε προθύμως πᾶν ὅ,τι
556ἐζητήθη ὑπ’ αὐτοῦ, ὅπως ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴσθημά του
557καὶ ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τοὺς ἀδελφούς
558του· καθῆκον ἔχομεν νῦν νὰ σκεφθῶμεν πῶς πρέπει νὰ
559ἱκανοποιήσωμεν τὰς ὑλικὰς αὐτοῦ ἀνάγκας, διὰ τὰς ὁ-
560ποίας ὡσαύτως προθύμως παρέχει τὰ μέσα. Τὸ Ἔθνος
561ἐπιζητεῖ συγκοινωνίαν, ἰσοζύγιον, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκα-
562στικῆς κυκλοφορίας, παρασκευὰς κτλ. Ἀλλὰ ταῦτα
563πάντα, κύριοι, διὰ νὰ τὰ ἀποκτήσωμεν, ἐξ ἀνάγκης ὀφείλο-
564μεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὰ μέσα. Τὸ Ἔθνος εἶναι πρόθυ-
565μον εἰς τὴν θυσίαν, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν, ἀκολουθοῦντες
566τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, ν’ ἀναλάβωμεν τὸ ἔργον πρὸς ἐξ-
567εύρεσιν τῶν μέσων. Καὶ τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν; Τί ἔ-
568πραξαν τὰ λοιπὰ ἔθνη, ὅταν εὑρέθησαν εἰς τοιαύτας πε-
569ριστάσεις; ὑπεχρεώθησαν, διὰ νὰ αὐξήσωσι τὰ εἰσοδή-
570ματα τοῦ Κράτους, τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς θεραπείαν
571τῶν ἀναγκῶν, νὰ ἐπιβάλωσι φόρους, καὶ τόσους, ὅσους
572εἶχεν ἀνάγκην τὸ Κράτος, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς
573τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, πρό-
574κηται νὰ σκεφθῇ τις περὶ ἐπιβολῆς φόρων, ἐννοεῖται,
575ὅτι πρόκειται νὰ σκεφθῇ περὶ διαβήματος, τὸ ὁποῖον,
576ὅπως δήποτε, ἀπαιτεῖ τόλμην, ἀπαιτεῖ θάῤῥος. Καὶ
577τοιοῦτον τὸ οἰκοδόμημα περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησεν ὁ ἀ-
578ξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας, καὶ τοῦ ὁποίου ἀνέλαβε
579τὴν οἰκοδομὴν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε δὲ
580συνεργάτας περὶ τοὺς 150 βουλευτάς, οἵτινες τὸν συνέ-
581δραμον μετὰ ζέσεως, συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’
582ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας ἀνεῦρεν, ὅτι τὸ οἰκοδό-
583μημα τοῦτο ᾠκοδομήθη ἐπὶ τῆς ἄμμου, καὶ ὅτι τούτου
584ἕνεκεν ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν μεταστάντων εἰς τὴν Ἀν-
585τιπολίτευσιν. Ἐμέμφθη δὲ καὶ πάλιν ἐκείνους, οἵτινες
586ἀπεφάσισαν νὰ συνδράμωσιν εἰς τὴν στερέωσιν αὐτοῦ,
587ἐνῷ οὗτοι ἐσκέφθησαν τοὐλάχιστον, ὅτι καθῆκον ἔχουσι,
588πρὶν ἀποφασίσωσι νὰ κατεδαφίσωσι τὸ ὑπάρχον, νὰ σκε-
589φθῶσιν ἐὰν ἦναι εἰς θέσιν νὰ οἰκοδομήσωσιν.
590Ὑπεχρεώθην, κύριοι, ν’ ἀναφέρω ὅ,τι εἶπον, διότι ὁ
591ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας καὶ πάλιν ἔθιξε τὸ ζή-
592τημα τοῦτο, καὶ πάλιν ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἐν-
593τεῦθεν πρὸς τὰ ἐκεῖ μετατοπίσαντας, καὶ ὅπως μεμφθῇ
594τοὺς μὲν, καὶ ἐπαινέσῃ τοὺς δὲ, ὑπεχρεώθη νὰ συγχύσῃ
595τὰς ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας συνέβησαν αἱ μεταστάσεις
596Πλὴν, ἐνῷ, κύριοι, παραδεχόμεθα πάντες, ὅτι ὀφείλο-
597μεν νὰ θεραπεύσωμεν τὸ νόσημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
598κλοφορίας, ποῖα εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν;
599Εἰς ποῖον ἄλλο μέσον δυνάμεθα νὰ καταφύγωμεν ἢ εἰς
600τὸ μέσον τοῦ δανείου; Μὴ τάχα τὰ λοιπὰ Ἔθνη, τὰ ὁ-
601ποῖα εὑρέθησαν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἔπραξαν ἄλλως πως;
602Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας πολλοὶ ἐπικαλοῦνται, ὅσον
603μεγάλαι καὶ ἂν ὦσι, δύνανταί ποτε νὰ θεραπεύσωσι τὸ
604κακόν;
605Δυνάμεθά ποτε δι’ αὐτῶν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστι-
606κὴν κυκλοφορίαν, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋ-
607πολογισμοῦ, νὰ κατασκευάσωμεν σιδηροδρόμους, νὰ τε-
608λειοποιήσωμεν τὴν ὁδοποιίαν μας; Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ,
609κύριοι, ἐναντίος εἰς τὰς οἰκονομίας, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀ-
610φείλομεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν μεταξὺ οἰκονομιῶν καὶ
611οἰκονομιῶν. Εἶναι οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας δύναται ἐκ
612τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καὶ αἱ ὁποῖαι ἀ-
613φορῶσι τὴν δαπάνην εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Διοικήσεως,
614καὶ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτυγχάνονται κατὰ τὴν δια-
615χείρισιν, καὶ διὰ τούτων δύνανται σπουδαῖα νὰ ἐπι-
616τευχθῶσιν ἀποτελέσματα, ὡς κατέδειξεν ἡ Κυβέρνησις
617κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἐνῷ
618διὰ τῶν πρώτων μηδαμινὸν ἔσεται τὸ ἐξαγόμενον, ἡ δὲ
619ἐπιτυχία των δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ
620ἐπιδιωκομένου σκοποῦ.
621Ἐῤῥέθη ὅτι, ἐὰν ὁ Προϋπολογισμός μας φθάσῃ εἰς τὸ
622ἰσοζύγιον καὶ δώσῃ καὶ περισσεύματα, δυνάμεθα δι’ αὐτῶν
623ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τοιουτο-
624τρόπως ν’ ἀποφύγωμεν τὸ δάνειον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι
625δὲν ἔχομεν πρὸς τὸ παρὸν περισσεύματα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι
626δὲν δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς
627τοῦ Κράτους, καὶ ἂν παρουσίαζε τοιαῦτα, θὰ τὰ παρεῖχε
628διαρκῶς, διότι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις,
629ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐξαρτᾶται καὶ ἡ ἰδιαιτέρα οἰκονομία ἑ-
630κάστου ἀτόμου, ὀφείλομεν πάντοτε νὰ καταφύγωμεν εἰς
631τὸ δάνειον διὰ ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφο-
632ρίαν· διότι, καὶ ἐὰν διὰ τῶν περισσευμάτων ἠδυνάμεθα
633ν’ ἄρωμεν αὐτὴν, μέχρις οὗ αὕτη ἐπιτευχθῇ, ἡ ζημία ἥ-
634τις θέλει ἐπέλθει ἐν τῷ μεταξύ, θὰ ἦναι πολὺ σπου-
635δαιοτέρα τῆς ζημίας ἐκ τοῦ δανείου. Ὑπεβλήθη καὶ ἑ-
636τέρα γνώμη, διὰ τῆς ὁποίας φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
637Ἄρτης, ὅτι δύναται οὐχὶ νὰ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ πρὸς τὸ
638παρὸν νὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις, νὰ ἐλαττώσῃ τὸ
639κακὸν καὶ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ
640περὶ ὠφελιμωτέρου δανείου εἰς καταλληλοτέρας περι-
641στάσεις.
642Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ Τραπεζικὰ,
643δὲν εἶμαι ἐπὶ τοσοῦτον ἐνήμερος, ὥστε νὰ δύναμαι μὲ
644ἑδραίαν πεποίθησιν νὰ κρίνω περὶ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχ ἧτ-
645τον λογικῶς σκεπτόμενος ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιο-
646τίμου βουλευτοῦ Ἄρτης, εὑρίσκω ὅτι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁ-
647ποῖον ἐπιδιώκει, οὐδαμῶς ἐπιτυγχάνεται· διότι, ἐὰν
648ἐνόησα καλῶς, τὸ σχέδιόν του συνίσταται εἰς τοῦτο: ἡ
649Κυβέρνησις δύναται δανειζομένη 20,000,000 νὰ χρησι-
650μοποιήσῃ αὐτὰ πρὸς ἀγορὰν συναλλάγματος, ὅπερ νὰ
651πωλῇ κατὰ καιροὺς εἰς τὴν ἀγορὰν, ἵνα τοιουτοτρόπως
652σταματήσῃ τὴν κερδοσκοπίαν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τούτου
653ἐξασκοῦσιν οἱ κερδοσκόποι. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου φρονεῖ,
654ὅτι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν εἰς ἓν δε-
655δομένον σημεῖον τὸ συνάλλαγμα, ἀφ’ ἑτέρου ἀφαιροῦμεν
656ἐκ τῆς κυκλοφορίας τὰ 20,000,000 τοῦ χαρτονομίσμα-
657τος, καὶ τοιουτοτρόπως ὀλιγοστεύει κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο
658ἡ κυκλοφορία αὐτοῦ, ἥτις ὡς ἐκ τοῦ πλεονάζοντος πρὸς
659τὰς ἀνάγκας ποσοῦ ἐπιφέρει τὴν ὑποτίμησιν.
660Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ σχέδιον τοῦτο ἐμπεριέχει τὴν
661ἰδέαν ἐν αὐτῷ τῆς ὑποχρεώσεως ἑνὸς τρίτου προσώπου,
662ἤτοι τῆς Τραπέζης, τοῦ νὰ μὴ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ
663τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα τηρεῖ ἐν τῷ ταμείῳ αὑ-
664τῆς, καὶ τοῦ νὰ τηρήσῃ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτονο-
665μίσματος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε προσδιορί-
666σει Σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης, οὐχ
667ἧττον αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν διὰ
668δύω, νομίζω, λόγους· πρῶτον, διότι κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα
669νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναλάβῃ Τραπεζι-
670κὰς ἐργασίας—καὶ Τραπεζικὴ ἐργασία εἶναι ἡ ἀγορὰ καὶ
671ἡ πώλησις συναλλάγματος—ἐκτὸς τοῦ ὅτι αὐτὴ καθ’
672ἑαυτὴν ἔχει τὸ ἄτοπον, δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ
673ἐπιτύχῃ τὸ σκοπούμενον, ἤτοι νὰ ἐμποδίσῃ τὴν αὐξο-
674μείωσιν τοῦ συναλλάγματος, διότι καὶ νὰ συναγωνισθῇ
675δὲν δύναται ἀπέναντι ἐκείνων, οἵτινες ὡς τέχνην ἔχουσι
676τὴν Τραπεζιτικὴν ἐργασίαν, καὶ τὰς περιστάσεις δὲν
677δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς κανόνας· καὶ δεύτερον δὲν δύ-
678ναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ χαρτονομίσματος·
679διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀποσύρομεν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν χαρ-
680τονόμισμα διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ συναλλάγματος, κα-
681τόπιν πρέπει ν’ ἀγοράσωμεν ἐκ νέου συνάλλαγμα διὰ
682χαρτονομίσματος, καὶ ἑπομένως τὸ χαρτονόμισμα, τὸ
683ὁποῖον ἀφῃρέσαμεν, πωλοῦντες, θέλομεν πάλιν θέσει εἰς
684κυκλοφορίαν, ἀγοράζοντες. Ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁ-
685ποῖον προσδοκᾶται διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ χαρτονο-
686μίσματος, δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ.
687Βεβαίως ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀφίετο ἐλευθέρα εἰς τὰς
688ἀγορὰς, ἄνευ ἀμφιβολίας θὰ ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ τὴν
689τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλ’ ἔχει νὰ συναγωνισθῇ,
690ἐπαναλαμβάνω, μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔργον τὴν
691τοιαύτην ἐργασίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἀγοράζοντες τὸ συνάλ-
692λαγμα κατὰ τὰς διαφόρους ἐποχὰς, κερδοσκοποῦσιν, ἀ-
693ποβλέποντες εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, τὰς ὁποίας
694ὡς ἁρμοδιώτεροι καὶ εὐστοχώτερον κρίνουσιν.
695Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν
696κυκλοφορίαν, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, εἰς ποῖα ἄλλα
697μέσα δυνάμεθα νὰ προστρέξωμεν; ἐξ ἀνάγκης ὀφείλο-
698μεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ δάνειον, καὶ εἰς τοῦτο κατέ-
699φυγε καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Σπουδαία ἀντίῤῥησις
700μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο· διότι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀνα-
701λάβει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἐναντίον, ὤφειλε συνάμα νὰ ὑ-
702ποδείξῃ καὶ τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ τὴν
703ἄρωμεν, ἢ ν’ ἀποφύγωμεν τοὐλάχιστον τὰ κακὰ αὐτῆς.
704Ἀλλ’ ἀφοῦ οὐδὲν σπουδαῖον μέτρον ἐπροτάθη, τὸ δὲ
705προσωρινὸν μέτρον, τὸ ὑποδειχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου
706βουλευτοῦ Ἄρτης, δὲν εἶναι τὸ φέρον εἰς τὸν ἐπιδιωκό-
707μενον σκοπὸν, ἕπεται ὅτι ἐξ ἀνάγκης ὀφείλομεν νὰ κα-
708ταφύγωμεν εἰς τὸ μέσον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγον
709ὅλα τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς ἀ-
710νάγκας. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν κυρίως περιστρέφεται κατὰ πρῶ-
711τον εἰς τὸ ἐὰν, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ οἰκο-
712νομικὰ τοῦ Κράτους, ἐπιτρέπηται νὰ δανεισθῶμεν ἢ οὔ.
713Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει μου
714ὡς Εἰσηγητὴς ἐν ὀνόματι τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτρο-
715πῆς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἡ μειοψηφία ἢ
716μᾶλλον οἱ μειοψηφήσαντες ἰσχυρίζονται, ὅτι δὲν ἔχομεν
717ἰσοζύγιον, καὶ ἑπομένως ὅτι δὲν πρέπει νά σκεφθῶμεν
718περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡμεῖς δὲ
719ὑπεστηρίξαμεν καὶ ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον,
720διότι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1884 παριστᾷ πλῆρες τὸ
721ἰσοζύγιον, ἐνῷ ἐμπεριέχει ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν δαπάνην τὴν
722ἀπαιτουμένην διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δανείων τῶν 120,
723000,000 καὶ τῶν 40,000,000, ἔχομεν δὲ πεποίθησιν εἰς
724τὸ ἰσοζύγιον, στηριζόμενοι εἰς τὰ τεκμήρια, τὰ ὁποῖα
725μέχρι τοῦδε δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν ἐκ τῆς διαχειρίσεως
726τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ τεκμήριον σπουδαιότα-
727τον εἶναι ὁ Ἀπολογισμὸς τοῦ 1882. Ὁ Προϋπολογισμὸς
728τοῦ 82 ἔφερεν ἔλλειμμα σπουδαῖον, ὁ δὲ Ἀπολογισμὸς αὐ-
729τοῦ ἀφ’ ἑνὸς μὲν φέρει αὔξησιν εἰς τὰς προσόδους, ἀφ’ ἑ-
730τέρου δὲ ἐλάττωσιν εἰς τὰς δαπάνας. Ἐὰν λοιπὸν συγ-
731κρίνωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 82
732πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς κατὰ τὸ 84, ὀφείλομεν νὰ δώ-
733σωμεν πίστιν εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον Προϋπολογισμὸν,
734διότι βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀναβιβάζου-
735σαν τὰ ἔσοδα πέραν τῶν πραγματικῶν ἐσόδων, ἀφ’ ἑτέ-
736ρου δὲ ἐπιδιώκουσαν τὴν οἰκονομίαν κατὰ τὴν διαχείρι-
737σιν. Καὶ πράγματι ἐκ τοῦ Ἀπολογισμοῦ τοῦ 82 προέκυ-
738ψεν ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ αὐτοῦ ὑπελογίσθη δια-
739φορὰ ἐσόδων ἐπὶ ἔλαττον περὶ τὰ ἓξ ἑκατομμύρια, ἡ δὲ
740προϋπολογισθεῖσα δαπάνη ἠλαττώθη κατὰ τὴν διαχεί-
741ρισιν κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ὀφείλομεν ὡσαύτως
742νὰ ὑπολογίζωμεν καὶ τὴν αὔξουσαν δύναμιν τοῦ Τόπου.
743Ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας καὶ εἰς τὴν ἔκθεσίν του
744καὶ ἀγορεύων ἀκόμη ἀνεφώνησε, καὶ ποῦ εὑρίσκεται ἡ
745αὔξουσα αὕτη δύναμις τοῦ Τόπου; Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιό-
746τιμος βουλευτὴς Πατρῶν δὲν ἀνευρίσκει αὐτήν, ἀφοῦ ἔχει
747ἐνώπιόν του τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου καὶ τὴν καθημε-
748ρινὴν πρόοδον τοῦ Τόπου, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο δηλοῖ ἢ αὔ-
749ξησιν τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, διότι ὁ πλοῦτος ἐπιφέ-
750ρει τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν, καὶ αὗται
751εἶναι αἱ κύριαι πηγαὶ, ἐκ τῶν ὁποίων ἀρύεται τὸ Δημό-
752σιον τὰς προσόδους του. Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ Προϋπολο-
753γισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν πείθουσι περὶ τῆς αὐξούσης δυ-
754νάμεως τοῦ Τόπου; Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, τὸν
755ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλίας ἀγορεύων ἐπε-
756καλέσθη, δὲν δεικνύει αὔξουσαν δύναμιν τοῦ Τόπου; Εἰς
757τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου τὰ εἰσοδήματα δὲν
758ὑπερτέρουν τοὺς ὑπολογισμούς, οὓς ἡ τότε Κυβέρνησις
759ἔκαμεν, ὅταν κατέστρωνε τὸν Προϋπολογισμόν; Εἰς τὸν
760Ἀπολογισμὸν τοῦ 1882 δὲν παρατηρεῖται ὡσαύτως τὸ
761φαινόμενον τοῦτο εἰς πολὺ ἀνώτερον βαθμόν; Τὸ φαι-
762νόμενον δὲ ὀφείλει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινο-
763βουλίου, ὅταν μάλιστα παρατηρῆται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν
764προσόδων τοῦ τελωνιακοῦ κλάδου· καθότι, ἐνῷ ηὐξήσα-
765μεν τοὺς δασμοὺς, καὶ ἐνῷ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς ὑπε-
766λογίσαμεν τὸ εἰσόδημα τῶν εἰσαγομένων, κατὰ τὴν γενο-
767μένην αὔξησιν ὄχι μόνον ἐλάβομεν τὸ εἰσόδημα τὸ ὑπο-
768λογισθὲν, ἀλλὰ καὶ ὑπερτερήσαμεν, καὶ διὰ νὰ παρου-
769σιασθῇ τοιοῦτόν τι, ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ σπουδαία δύναμις
770ἐν τῷ Τόπῳ· διότι, κατ’ ἀρχὴν οἰκονομικὴν, ὁ διπλα-
771σιασμὸς τῶν δασμῶν δὲν ἐπάγεται τὸν διπλασιασμὸν τῶν
772ἐσόδων, δηλαδὴ ἡ προσθήκη τῶν 2 καὶ 2 δὲν φέρει 4,
773ὡς συνέβη ἐσχάτως ἐν Ρωσσίᾳ, ὅπου μετὰ τὸν διπλα-
774σιασμὸν τῶν δασμῶν τὸ ἔσοδον πολλὰ ὀλίγον ὑπερτέρη-
775σε τὸ πρὶν τῆς αὐξήσεως.
776Ἀλλὰ, κύριοι, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρ-
777χει ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ ἔτους 1884,
778καὶ ἡ ἀμφιβολία αὕτη ὁμολογῶ, ὅτι ἔχει τὰς βάσεις
779της, διότι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ πρώτην φορὰν
780φόροι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐδοκιμάσαμεν, καὶ τῶν ὁποίων τὸ
781προϊὸν δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὀφείλομεν νὰ
782διστάσωμεν ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀμφιβολίας, καὶ νὰ
783ἀποκρούσωμεν τὸ δάνειον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔχομεν
784ἰσοζύγιον; Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, προτιμῶμεν τὴν νόσον,
785προτιμῶμεν τὸν σάρακα, τὸν καταβιβρώσκοντα, κατὰ τὴν
786ῥῆσιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὰ σπλάγχνα τῆς κοινω-
787νίας, διότι ἀμφιβάλλομεν ὡς πρὸς τ’ ἀποτελέσματα τῶν
788νέων φόρων; Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὡς ἐγὼ δὲν ἐδί-
789στασα ὡς εἰσηγητὴς νὰ ἐκθέσω μίαν ἰδέαν ἀπέναντι τοῦ
790τοιούτου δισταγμοῦ, δὲν εἶναι προτιμότερον, ἀφοῦ πρόκει-
791ται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ 3½ ἢ
7924,000,000, νὰ μὴ τὸ πράξωμεν, ἀλλ’ ὡς μέχρι τοῦδε
793ἐδιοικούμεθα νὰ διοικηθῶμεν ἀκόμη ἐπὶ ἓν ἢ καὶ ἐπὶ
794δύω ἔτη, ἀλλὰ νὰ μὴ σταματήσωμεν ἀπέναντι τῆς τοι-
795αύτης ἀμφιβολίας; Πρόκειται, κύριοι, νὰ προσθέσωμεν
7963½ ἕως 4,000,000 διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῶν μισθῶν
797τῶν ὑπαλλήλων εἰς νέας δραχμάς. Καὶ τί εἶναι προτι-
798μότερον;—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐπικαλοῦμαι
799τὴν εὐσυνείδητον γνώμην ὑμῶν καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν
800ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ἐξε-
801γείρωνται κατὰ τῆς τοιαύτης γνώμης — προτιμότερον
802εἶναι νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ
803ν’ ἀφήσωμεν τοὺς μισθοὺς ὡς ἔχουσιν, ἢ νὰ μὴ ἄρωμεν
804αὐτὴν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀναγωγὴν τῶν παλαιῶν
805δραχμῶν εἰς νέας; Νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ
806δισταγμὸς, καὶ πᾶς τις δύναται νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι συμφε-
807ρωτέρα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκα-
808στικῆς κυκλοφορίας ἢ ἡ ἀναγωγὴ ἄνευ τῆς ἄρσεως. Καὶ
809πράγματι, κύριοι, ἄνευ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας
810ὁ ἔχων μισθὸν διακοσίας δραχμὰς λαμβάνει 200 πραγ-
811ματικὰς δραχμὰς, ἐὰν ὅμως δὲν ἄρωμεν αὐτὴν καὶ προσ-
812θέσωμεν τὸ 12%, θὰ λάβῃ μὲν 224 δραχμὰς, ἀλλ’
813ἐὰν τὸ συνάλλαγμα ὑπερτιμηθῇ κατὰ 15%, ἔχομεν
814διαφορὰν ἀμέσως 30%, καὶ τότε θὰ λάβῃ μόνον 194
815πραγματικάς· ἐὰν δὲ προβῇ καὶ περαιτέρω, ἐὰν φθάσῃ
816π. χ. εἰς τὸ 20 καὶ τὸ 25 καὶ 30% ἐννοεῖται ὅτι θὰ
817ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὑποτιμᾶται καὶ
818τὸ χαρτονόμισμα, καὶ θὰ συμμετέχῃ ὡς πολίτης καὶ
819τῶν λοιπῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγὼ
820βεβαίως ἐπιθυμῶ, καὶ ἐπειδὴ πιστεύω εἰς τὸ ἰσοζύγιον,
821φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ τούτου,
822καθότι, κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐργάζε-
823ταί τις εἴτε ἐπιστήμων εἴτε ἁπλοῦς ἐργάτης εἶναι,
824καθ’ ὅσον καὶ ἀμείβεται.
825Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν διάκρισιν με-
826ταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ
827εἴπω τὴν γνώμην μου, καθόσον, ὁσάκις παρουσιάζεται τὸ
828ζήτημα, οὐδεμία διάκρισις γίνεται, ἐνῷ ὅλοι οἱ ὑπάλλη-
829λοι δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀποστολὴν, τὰ αὐτὰ ὑψηλὰ
830καθήκοντα, τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, τὰς αὐτὰς ἀναλό-
831γως τῆς θέσεώς των καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἥν παρέχουσιν
832εἰς τὸ Κράτος, ἀπολαυάς. Οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ἔ-
833χουσι βεβαίως σπουδαίαν ὑπηρεσίαν, διότι ἐξ αὐτῶν ἐξήρ-
834τηται ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τοὺς
835λοιποὺς ὑπαλλήλους οὗτοι ἀμείβονται πολὺ γενναιότερον,
836καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν δὲν θὰ ἐμποδίσητε
837αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐξέρχωνται τῆς ὑπηρεσίας οἱ πλεῖ-
838στοι εὐποροῦντες. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι καταχρῶνται, ὄχι·
839ἀλλ’ ἔχουσιν ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ καὶ πολλὰ ὠφελήματα.
840Ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς Δικαστι-
841κούς; Οἱ δικασταὶ, κύριοι, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ
842περιουσία μας, ἡ τιμή μας καὶ ἐλευθερία μας, ἐκτὸς τοῦ
843μισθοῦ των δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι καὶ παρὰ τοῦ φί-
844λου των ἔτι καὶ τὸ μικρότατον δῶρον, ἐὰν δὲν θέλωσι
845νὰ παρεξηγηθῶσιν. Οἱ τῆς παιδείας ἔχουσι τὰς ὡρισμέ-
846νας ὥρας, καθ’ ἃς διδάσκουσιν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἐλευ-
847θέρας ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐργασθῶσι
848καὶ νὰ κοπιάσωσι, δύνανται νὰ καταναλώσωσιν εἰς ἰδι-
849αίτερα μαθήματα, καὶ οὕτω νὰ προσθέσωσιν εἰς τὸν
850μισθόν των.
851§55ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ δὲ στρατιωτικοί;
852§56ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἰδοὺ διατί φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ
853γείνῃ διάκρισις μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ὑπαλλήλων καὶ
854νὰ αὐξήσωμεν μὲν τοὺς μισθοὺς, ἀλλὰ νὰ φροντίσωμεν
855κατὰ πρῶτον ὑπὲρ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὑπὲρ
856τῶν κατωτέρων στρατιωτικῶν, ὑπὲρ τῶν διδασκάλων
857τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὕτω βαθμηδόν.
858Τὴν γνώμην ταύτην, συμπεριληφθεῖσαν ἐν τῇ ἐκθέσει
859τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶχον καθῆκον ὡς
860εἰσηγητὴς αὐτῆς ν’ ἀναπτύξω, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο
861τοσοῦτον μᾶλλον μοὶ ἐπεβάλλετο, καθόσον ὁ εἰσηγητὴς
862τῆς μειονοψηφίας παρεπονέθη, ὅτι αὕτη συμπεριελήφθη
863ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, χωρὶς νὰ γείνῃ γνωστὴ
864εἰς τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν ἔλαβον γνῶ-
865σιν, ἂς αἰτιῶνται ἑαυτοὺς, διότι, ἐάν παρευρίσκοντο κατὰ
866τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία ἐκ συμφώνου εἶχε
867προσδιορισθῆ, ὅπως ὑποβληθῶσιν αἱ ἐκθέσεις, θὰ ἐλάμβα-
868νον γνῶσιν, καὶ θὰ συνεζήτουν ἐπ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐν ᾧ ἡ
869τελευταία συνεδρίασις ἐγένετο τὴν Τετάρτην καὶ εἴχο-
870μεν ὁρίσει τὴν Παρασκευὴν διὰ σύσκεψιν, παρὰ προσ-
871δοκίαν τὴν Πέμπτην ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσίν των οἱ μειο-
872νοψηφοῦντες εἰς τὴν Βουλήν, θέλοντες νὰ δείξωσιν οὕτω,
873ὅτι ἡ βραδύτης διὰ τὴν συζήτησιν προέρχεται ἐξ ἡ-
874μῶν!
875§57Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Βαλσαμάκη, νὰ
876σᾶς παρακαλέσω, πρὶν προβῆτε εἰς ἕτερον θέμα, ὅπως
877διασκεδάσητε ἀμφιβολίαν τινά· ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ ν’ ἀνα-
878βληθῇ ἡ ἀφομοίωσις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, δὲν
879ἦτον ἰδέα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἰδι-
880κή σας.
881§58ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον, ἐπαναλαμβάνω δὲ
882καὶ ἤδη, ὅτι ἦτον ἰδέα ἰδική μου καὶ ἀναλαμβάνω μό-
883νος ἐγὼ τὴν εὐθύνην.
884§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔγεινε λόγος, ὀφείλετε
885νὰ τὴν ἀναλάβητε.
886§60ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν εἶνε ἀληθὲς τοῦτο· ἐὰν ἠθέλατε
887παρευρεθῆ κατὰ τὴν ἀποφασισθεῖσαν συνεδρίασιν, ἠθέλατε
888ἀκούσει τοὺς λόγους καὶ ἠθέλατε συζητήσει ἐπ’ αὐτῶν,
889διότι ἐγένετο συζήτησις, καὶ μακρά.
890§61Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές.
891§62ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ἕνεκα τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐ-
892γένετο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ἐπῆλθον καὶ
893τὰ σβέσματα ἐν τῇ ἐκθέσει, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο
894λόγος, καὶ μάλιστα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ περὶ
895τούτου ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ζυγομα-
896λᾶ, ὁ ὁποῖος παρέστη εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην.
897§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ παρέστην ἀληθῶς εἰς τὴν συνε-
898δρίασιν ἐκείνην καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἦτο συνεδρίασις οἰκο-
899γενειακὴ, οὐδέποτε δὲ ἐπισήμως κατὰ τὰς συνεδριάσεις
900τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο λόγος περὶ ἐλαττώσεως ἢ αὐξή-
901σεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων· διότι ἐνομίζομεν, ὅτι
902καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ Βουλὴ σύμ-
903πασα εἶχον ἀποφασίσει τὴν ἀναγωγήν.
904§64Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐγένετο· ἀλλ’ οὐχ
905ἧττον εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς πρὸ τῆς καταθέ-
906σεως τῆς ἐκθέσεως ὑπέβαλε τὴν ἰδέαν ταύτην εἰς τὴν
907Ἐπιτροπὴν καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.
908§65ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς
909ἐξ Ἀττικῆς ἀπέδωκεν οἰκογενειακὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν
910συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις κατ’ ἐμὲ ἦτον
911ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, καθόσον εἰς τὰς προηγουμένας
912συνεδριάσεις ἐκδηλοῦνται ἁπλῶς αἱ διάφοροι γνῶμαι,
913ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν ὑποβάλλεται τὸ πόρισμα
914τῶν συζητήσεων, καὶ ἀποδεικνύεται ἐὰν ὁ Εἰσηγητὴς
915ἀντελήφθη τῶν ἰδεῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐὰν ἐξέθηκε
916τὸ πόρισμα τῶν συζητήσεων, καὶ ἐὰν τὸ πόρισμα τοῦτο
917εἶνε ἀπαύγασμα τῶν ὅσων ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν μελῶν
918τῆς Ἐπιτροπῆς.
919§66ΜΕΤΑΞΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶχεν ὁρισθῆ μόνον πρὸς
920ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως· ἡ συζήτησις εἶχεν ἐξαντληθῆ
921κατὰ τὰς προηγουμένας ἡμέρας.
922§67ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὔτε εἴμεθα κατὰ τὴν τελευταίαν ἡ-
923μέραν ἐν ἀπαρτίᾳ.
924§68Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε κατὰ διάνοιαν
925νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἀφοῦ μόνον ἡ
926πλειονοψηφία ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ ἀπαρτίαν.
927§69ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας
928ἰσχυρίζονται κατὰ δεύτερον λόγον, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ ἰσο-
929ζύγιον διὰ νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται
930καὶ περίσσευμα, καὶ ἐνόσῳ δὲν πραγματοποιηθῇ τοῦτο,
931δὲν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτην σκέψιν. Ἰδοὺ τί
932λέγουσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των· «ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐξα-
933«κολουθεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν δαπανῶν καὶ δὲν ἀπο-
934«δέχεται τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχο-
935«μεν τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων φόρων,
936«ἐφ’ ὅσον τουτέστι δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐφθάσαμεν ἢ
937«θέλομεν φθάσει προσεχῶς εἰς πραγματικὸν ἰσοζύγιον
938«καταλιμπάνον καὶ περίσσευμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς
939«μεγάλου δανείου, δὲν εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν
940«εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας».
941Ὁ δὲ εἰσηγητὴς προσέθεσεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειο-
942ψηφίας ὑπεχρεώθησαν ν’ ἀρνηθῶσι ψῆφον, ὅταν πρόκηται
943περὶ τῆς λύσεως τοῦ δευτέρου ζητήματος, καθόσον δὲν
944δύνανται ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
945στικῆς κυκλοφορίας, μέχρις οὗ δὲν ὑποβάλλονται οἱ Ἀπο-
946λογισμοὶ τοῦ 1883 καὶ 1884. «Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν
947«(λέγει ὁ κ. Εἰσηγητὴς) νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ
948«κατάστασις τοῦ Τόπου καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Τό-
949«που τὸ ἐπιτρέπει, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει Προϋπολο-
950«γισμόν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸν Ἀπολογισμὸν τῆς
951«χρήσεως τοῦ 1882; Πῶς νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέ-
952«ματος τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ ὁριστικὸν ἀποτέλε-
953«σμα τῆς χρήσεως τοῦ 1883;»
954Ἀλλὰ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν
955ἐνστάσεις ἀναβλητικαί, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὸ ἀπροχώρη-
956τον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ὀφείλωμεν νὰ
957περιμένωμεν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1883, πρέπει νὰ πα-
958ρέλθῃ πᾶσα ἡ χρῆσις αὐτοῦ, ἥτις λήγει τὸ 1884, καὶ
959ἂν ὀφείλωμεν νὰ περιμένωμεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ
9601884, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως στηριζόμεθα, πρέπει νὰ πε-
961ριμένωμεν καὶ τοῦ 1885· ἀλλὰ τοιαῦται ἐνστάσεις στα-
962ματοῦσι πᾶσαν συζήτησιν, συνδυαζόμεναι δὲ μὲ ὅσα
963προηγουμένως ἀνέγνωσα, ἀποτελοῦσι πολιτικὴν συζήτη-
964σιν, διότι ἡ μειονοψηφία λέγουσα ὅτι, ἐνόσω ὑπάρχει ἡ
965παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς
966ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀρνεῖται τὴν
967ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν· καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ μεμφθῶ ποσῶς τὰ
968μέλη τῆς μειονοψηφίας καὶ τοὺς μειονοφρονοῦντας, διότι
969ἕκαστος ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναθέσῃ πᾶν ἔργον εἰς τὰς χεῖρας
970ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει πεποίθησιν, ἀλλὰ καταδι-
971κάζω τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως.
972Ἀλλ’ ἔχομεν, κύριοι, ἀνάγκην περισσεύματος, ἵνα προ-
973βῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; οὐχί·
974διότι αὐτὴ αὕτη ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
975ρίας παρέχει τὰ μέσα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου,
976καὶ ἐπὶ τούτου ὑποχρεοῦμαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ προφο-
977ρικῶς ὅσα ἐν τῇ ἐκθέσει μου ἔγραψα.
978Τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται νὰ πληρώνῃ εἰς μέταλλον
979εἰς τὸ ἐξωτερικόν·
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
9801.Διὰ τὸ Δημόσιον χρέος. 15,935,000
9812.Εἰς διαφόρους προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. 128,000
9823.Εἰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. 816,700
9834.Εἰς διαφόρους πληρωμὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. 826,000
9845.Εἰς προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. 4,000,000
9856.Καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. 1,305,000
986 Τὸ ὅλον 23,610,700
987Πλὴν τούτων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειοῦνται διά-
988φοροι δαπάναι, πληρονόμεναι μὲν εἰς τραπεζικὰ γραμ-
989μάτια, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς
990τοῦ συναλλάγματος αὔξησιν.
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
991Καὶ εἰς μὲν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σημειοῦνται τοιαῦτα 1,028,600
992Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. 20,000
993Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. 521,761
994Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν 1,593,280
995Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν 298,000
996Τὸ ὅλον 3,443,641
997Καὶ ταῦτα ἐκτὸς τῶν δαπανῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας
998ἀπρόοπτοι ἀνάγκαι δύνανται νὰ προκαλέσωσιν, οἷον
999ἀποστολὰς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν κτλ. Ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω
1000ποσοῦ ἐὰν ὑπολογήσωμεν ὡς διαφορὰν συναλλάγματος
100115%, ἔχομεν δαπάνην 4,386,825· ἀλλὰ τὸ συνάλλαγ-
1002μα δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τὰ 18, τὰ 20 καὶ περαιτέρω,
1003ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ
1004τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶνε μικροτέ-
1005ρα κατὰ πολὺ τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὴν συνομολόγη-
1006σιν δανείου, καὶ κινδυνεύομεν νὰ δαπανήσωμεν περισ-
1007σότερα τηροῦντες τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὅταν,
1008κύριοι, ἔχωμεν προηγούμενα Ἐθνῶν στηριζομένων ἐπὶ βά-
1009σεων ἄλλων οἰκονομικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα, ἕνεκα οἰκονομι-
1010κῶν ἐσωτερικῶν διαταράξεων καὶ ἄλλων λόγων, κατήν-
1011τησαν νὰ φθάσουν εἰς τὰ 40 καὶ 50%, δύνασθε
1012ν’ ἀμφιβάλλητε ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1013κλοφορίας, εἶναι φόβος νὰ διατρέξωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὸν
1014τὸν κίνδυνον, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐξαιρετικὴν
1015θέσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἀνατολήν; Ἔχετε ἀμφιβο-
1016λίαν ὅτι πᾶσα διατάραξις εἰς τὴν Ἀνατολὴν θὰ φέρῃ τὸ
1017ἀποτέλεσμα τοῦτο, καὶ θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ πληρώσωμεν
1018διπλάσια ἴσως τῶν ὅσων ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν χρῆσιν
1019τοῦ δανείου; Καὶ δυνάμεθα ἀπέναντι τοιούτων κινδύνων
1020νὰ σταματήσωμεν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ
1021Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς
1022κυκλοφορίας; Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, μᾶς
1023ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου,
1024καθόσον μάλιστα δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν
1025Προϋπολογισμὸν διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ (θόρυβος).
1026Ἀλλὰ διϊσχυρίζονται, ὅτι ἡ σύμβασις ἔχει ὄρους βα-
1027ρεῖς, ὅτι τὸ δάνειον προσβάλλει τὴν πίστιν τοῦ Κράτους,
1028ὅτι εἶναι δάνειον τοκογλυφικόν, μέλλον νὰ ἐπιβαρύνῃ
1029τὰς μελλούσας γενεάς, καὶ ὅπως καταδείξωσι τοῦτο, ἐ-
1030στηρίχθησαν εἰς λογαριασμοὺς, τοὺς ὁποίους παρατηροῦ-
1031μεν καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς μειονοψηφίας καὶ ἠκούσαμεν
1032καὶ παρὰ ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁμολογῶ,
1033κύριοι, ὅτι εἰς τὰ τραπεζιτικὰ δὲν ἐμβαθύνω, καὶ ὅτι
1034δυσκολεύομαι εἰς τὴν λεπτότητα τοῦ μηχανισμοῦ τῶν
1035συμβάσεων, ἀλλ’ εἰσὶ καὶ ζητήματά τινα καὶ λογαρια-
1036σμοὶ τόσον καταφανεῖς, ὥστε ἀπορῶ πῶς τοὺς ἐπικα-
1037λοῦνται καὶ ἐπιμένουσιν εἰς αὐτούς. Καὶ κυρίως ἐστηρί-
1038χθησαν εἰς τὸ ἄρθρον 10, διὰ τοῦ ὁποίου δίδονται λόγῳ
1039ἀποζημιώσεως καὶ ἐξόδων τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς φρ.
10402,300,000, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 7, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δι-
1041καιοῦνται οἱ λαμβάνοντες ἀπὸ τοῦδε τὰς 110,000 ὁμο-
1042λογίας, νὰ λάβωσι τὸν τόκον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἄρξωσι τῆς
1043καταθέσεως τοῦ ποσοῦ τῶν 37,000,000, ἤτοι ἀπὸ τῆς
1044δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ καταβολὴ θὰ γίνῃ
1045εἰς τρεῖς δόσεις, ἡ διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ
10461ης, 2ας καὶ 3ης, κατὰ μέσον ὅρον, δίδει εἰς τοὺς μετό-
1047χους δικαίωμα ν’ ἀπολαύσωσι τόκον ἓξ μηνῶν, χωρὶς
1048νὰ καταβάλλωσι τὸ χρῆμα. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 10 ὁρίζει·
1049«ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου θέλει συμψηφισθῆ εἰς
1050τὴν τελευταίαν δόσιν τῆς καταβολῆς τοῦ κατὰ τὸ
1051ἄρθρον 6 τιμήματος τῶν 110,000 ὁμολογιῶν, ἃς ὁριστι-
1052κῶς (ferme) ἀνεδέχθησαν αἱ συμβαλλόμεναι Τράπεζαι,
1053τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θέλει πληρωθῆ τοῖς συμβαλλομένοις,
1054μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς».
1055Ἐνταῦθα φρονῶ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται λογιστικὴ ἱκανό-
1056της διὰ νὰ κατίδῃ τις τὸ λάθος· διότι, μὴ λαμβανομέ-
1057νης ὑπ’ ὄψει τῆς προθεσμίας, ὑπολογίζεται τὸ ὅλον πο-
1058σὸν τῶν 2,300,000, εἰς τοῦτο προστίθεται καὶ τὸ πο-
1059σὸν (juissanse) τοῦ 1,375,000 καὶ τὸ ὅλον ποσὸν ἀφαι-
1060ρεῖται ἀπὸ τὸ (ferme). Ἡ διαφορὰ δὲ τῆς ἐργασίας αὐ-
1061τῆς ἔχει τὰ ἀκόλουθα ἀποτελέσματα· ἐκ τοῦ προηγου-
1062μένου ποσοῦ τῶν 3,675,000 ἀφαιρεῖται τὸ ἀναλογοῦν
1063εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμει τῆς
1064συμβάσεως μένει εἰς ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου, ἤτοι δραχ-
1065μαὶ 875,000, καὶ μένει ὑπόλοιπον 2,800,000, ὅπερ ἐξαι-
1066ρούμενον ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν 28,675,000, διότι τόσον μέ-
1067νει τὸ (ferme), ἀφαιρουμένων τῶν 9,000,000 τῆς Ἐθνι-
1068κῆς Τραπέζης, μένει ὑπόλοιπον 25,875,000, καὶ ἐπὶ τοῦ
1069ποσοῦ τούτου φθάνουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀναλο-
1070γεῖ τὸ 11½%· ἐνῷ, ἐὰν εἰς τὸ ἥμισυ τῶν 2,300,
1071000, ἤτοι εἰς τὸ ποσὸν 1,150,000, προστεθῇ τὸ ποσὸν
1072τῶν 1,375,000, καὶ ἐκ τοῦ ὅλου ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν
1073875,000, ἔχομεν ὑπόλοιπον 1,650,000, ὅπερ ἀφαιρούμε-
1074νον ἐκ τοῦ 28,675,000 φέρει ὑπόλοιπον 27,025,000, ἤτοι
1075ἀναλογίαν 6%.
1076Δὲν λαμβάνει ὅθεν ὠφέλειαν ἡ ὁμὰς κατὰ τοὺς ἀκρι-
1077βεῖς ὑπολογισμοὺς 11½%, ἀλλὰ 6%.
1078§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας ἐγ-
1079γραφῆς.
1080§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πότε εἶναι τὸ πέρας;
1081§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν.
1082§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὄχι, αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἠδύνατο νὰ
1083δοθῇ, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 5 συνδυαζόμενον μετὰ
1084τοῦ ἄρθρου 10. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 5 ἀφαιρεῖ, φρο-
1085νῶ, πᾶσαν ἀμφιβολίαν, διότι κατ’ αὐτὸ «ἐντὸς προθε-
1086σμίας 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν
1087παροῦσαν νόμου κτλ. θέλει ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγρα-
1088φὴν κτλ»· ἡ προθεσμία αὕτη δύναται νὰ παραταθῇ τῇ
1089συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἕξ ἔτι μῆνας κατ’
1090ἀνώτατον ὅρον.
1091Ὁπωσδήποτε δὲ ἥμισυ ἐκ τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ θέλει
1092δοθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν δόσιν τῆς προκαταβολῆς, ἤ-
1093τοι εἰς τὸ τέλος τῶν 9 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ
1094νόμου, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ μετὰ τὸ πέρας τῆς δημοσίας
1095ἐγγραφῆς, ἥτις δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα ἢ μακροτέρα,
1096ἀλλὰ πάντοτε ἀφοῦ περατωθῇ ἡ ἐγγραφὴ, καὶ κατὰ συ-
1097νέπειαν ὀφείλει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τὸ λοιπὸν δάνειον τὸ
1098ἕτερον ἥμισυ.
1099Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ 2,300,000 δίδονται δι’ ὅλην τὴν
1100ἐργασίαν τὴν ἀπαιτουμένην διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ
1101ὅλου δανείου· ἂν λοιπὸν αὐτὰ ἦναι ἀμοιβὴ, ἡ ὁποία χρη-
1102σιμεύει διὰ τὸ ὅλον δάνειον, πῶς δύνασθε αὐτὴν νὰ τὴν
1103καταλογίσητε εἰς τὴν μερίδα τοῦ σταθεροῦ δανείου καὶ
1104οὐχὶ εἰς τὸ ὅλον δάνειον; Ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου ἀπαι-
1105τεῖ δαπάνας. Διὰ νὰ ἀνοίξωσιν οἱ μεγάλοι οἶκοι τῆς
1106Εὐρώπης τὰ γραφεῖά των ἀπαιτεῖται ἀμοιβὴ, καὶ ἡ ἀ-
1107μοιβὴ αὕτη εἶναι τοσοῦτον μεγαλειτέρα, ἐφ’ ὅσον εἶναι
1108μεγαλειτέρα καὶ ἡ πίστις, ἣν χαίρουσι. Πῶς λοιπὸν τὴν
1109ἀμοιβὴν τὴν περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ferme;
1110Ἐὰν παραδεχθῆτε, κατὰ τὴν κρίσιν σας, ὅτι τὰ
11112,300,000 δίδονται ὡς ἀμοιβὴ τῶν συναλλαττομένων
1112μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνα-
1113λαμβάνουν ὁριστικῶς εἰς τὸ δάνειον, τότε πᾶσα ἡ λοιπὴ
1114ἐργασία, καθ’ ὑμᾶς, παραχωρεῖται δωρεὰν διὰ τὴν ἐπι-
1115τυχίαν τοῦ δανείου. Ἐπέστησαν τὴν προσοχήν των ὡ-
1116σαύτως οἱ ὄντες κατὰ τοῦ δανείου εἰς τὸ τελευταῖον ἐδά-
1117φιον τοῦ ἄρθρου 5, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ὑπολειπόμεναι 110
1118χιλ. ὁμολογίαι δὲν θέλουσιν ἐκδοθῆ εἰς δημοσίαν ἐγγρα-
1119φὴν ἢ ἐκποιηθῆ πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς δοθησομένης
1120ἀπὸ τὰς συμβαλλομένας Τραπέζας καταβολῆς.
1121§74ΜΑΝΕΤΑΣ. Θὰ χρησιμεύσῃ καὶ δι’ αὐτὰς ἡ ἀμοιβὴ
1122τῶν 2,300,000;
1123§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 6 «ἐκ τῶν
1124κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον κτλ., ἐπὶ δὲ τῶν ὑπο-
1125»λοίπων ἑκατὸν δέκα χιλιάδων διατηροῦν δικαίωμα αἱ-
1126»ρέσεως ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν φράγκων 342½ ἐντὸς
1127»τῆς ἀνωτάτης προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 5, παραγράφου
1128»ά, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἤθελον διατεθῆ κατὰ
1129»τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν».
1130Ἄρα καὶ αἱ 110 χιλιάδες ἐκδίδονται εἰς δημοσίαν ἐγ-
1131γραφὴν, καὶ μόνον ἐὰν δὲν καλυφθῶσιν, ἔχουσι τὸ δι-
1132καίωμα τῆς αἱρέσεως.
1133§76ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἂν δὲν ἐνασκήσουν τὸ δικαίωμα τῆς
1134option, θὰ πάρουν 2,300,000;
1135§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ τὰ πάρουν· ἐγὼ δὲν εἶπον τὸ
1136ἐναντίον. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ
11375ου ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ 110,000 μετοχαὶ δὲν
1138δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, οὔτε νὰ
1139ἐκποιηθῶσι πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς προκαταβολῆς, καὶ
1140τὸ ὁποῖον συνδυάζοντες μὲ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας
1141τὴν option ἰσχυρίζονται, ὅτι ἐξαρτώμεθα ἀπὸ τὴν προ-
1142αίρεσιν τῶν Τραπεζιτῶν, οἵτινες, ἂν θέλουν τοκογλυφικῶς
1143νὰ μᾶς ἐκμεταλλευθῶσι, τὸ κατορθώνουν, ὁρίζοντες τὴν
1144δημοσίαν ἐγγραφὴν εἰς τιμὰς ὑψηλὰς, καὶ οὕτω δὲν θὰ
1145καλυφθῇ τὸ δάνειον, καὶ μὴ καλυπτομένου, δὲν θὰ ἤμεθα
1146εἰς θέσιν νὰ πληρώσωμεν τὴν προκαταβολὴν, ἀντὶ τῆς
1147ὁποίας λαμβάνουσι τὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ μετοχὰς εἰς πολὺ
1148κατωτέραν τιμὴν, καὶ ἰδοὺ ἡ ζημία. Ἀλλὰ ὁ ὅρος, κατὰ
1149τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται οὔτε νὰ ἐκποιήσῃ,
1150οὔτε νὰ ἐκδώσῃ, δὲν ἀπαγορεύει καὶ τὴν ἐνεχυρίασιν ἀλλ’
1151οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἔκδοσιν τοῦ τοιούτου δανείου το-
1152σοῦτον σπουδαίου καὶ οἱ προκαταβάλλοντες ἕνα ποσὸν
1153οὐχὶ τυχαῖον, ἤτοι 72,000,000, δὲν θὰ ἔχωσι βεβαίως τὸ
1154συμφέρον, ἵνα τὸ δάνειον ναυαγήσῃ, ἀλλ’ ἔχουσι τὸ συμ-
1155φέρον καὶ νὰ πολιτευθῶσι τιμίως, καὶ νὰ ἐργασθῶσι πρὸς
1156τὸ συμφέρον τοῦ ὀφειλέτου αὐτῶν, ἐν ᾧ κεῖται καὶ τὸ ἴ-
1157διον συμφέρον.
1158Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον καταφύγει αὐτοὶ
1159εἰς τοιοῦτον δόλον, ἡ Κυβέρνησις δύναται διὰ τῶν 110
1160χιλιάδων μετοχῶν νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα τῆς προκα-
1161ταβολῆς (ἀναγινώσκει) «ἢ θέλουν ἐκδοθῇ εἰς δημοσίαν
1162ἐγγραφὴν κτλ..........». Ἀλλὰ δὲν δύναται τὰς μετοχὰς
1163αὐτὰς τοῦ δανείου νὰ τὰς προσφέρῃ εἰς ἄλλην ὁμάδα,
1164καὶ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα;
1165§78ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Αὐταὶ
1166εἶνε ἐνέχυρον.
1167§79ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τὸ ποσὸν τῆς option, τὸ
1168ὁποῖον ἐνεχυριάζεται εἰς τὴν ὁμάδα, τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν
1169τῶν 90,000 μένει εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ
1170τὸν ὅρον νὰ μὴ τὰς δώσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, οὔτε
1171νὰ τὰς ἐκποιήσῃ.
1172§80ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἑπομένως οὔτε νὰ τὰς ἐνεχυ-
1173ριάσῃ.
1174§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατί; ἡ ἐνεχυρίασις εἶνε ἐκποίη-
1175σις;
1176§82ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μάλιστα· διότι ἀποτέλεσμα
1177τῆς ἐνεχυριάσεως εἶνε ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις.
1178§83ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν πληρώσῃ· ἀλλὰ ἐνεχυριά-
1179ζουσα πληρώνει. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ
1180λάβῃ χώραν τοιοῦτόν τι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συναλ-
1181λαττομένους ὡς πρὸς τὸ δάνειον αὐτό. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι
1182καὶ ἂν λάβῃ χώραν τὸ τοιοῦτον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ
1183μέσα νὰ τὸ ματαιώσῃ. Δὲν μᾶς παρέχεται τὸ δικαίωμα,
1184ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὑπάρξῃ δόλος, ν’ ἀντιτάξωμεν καὶ
1185ἡμεῖς ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται, ἀπέναντι
1186ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουν τὸν λόγον των, τὴν σύμ-
1187βασιν, καὶ καταφεύγουσιν εἰς τὸν δόλον; Καὶ φρονεῖτε,
1188κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι οἱ ἔχοντες εἰς τὰς χεῖ-
1189ράς των τὸν χάρτην εἶνε ἐν ἀσφαλείᾳ;
1190§84ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Τὸ συμφέρον των ἀπαιτεῖ νὰ ἐπι-
1191τύχῃ τὸ δάνειον.
1192§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κατηγορήθη προσέτι ἡ σύμβασις,
1193ὅτι, ὡς συνομολογεῖται τὸ δάνειον, ἡ ἄρσις θὰ ἐπέλθῃ
1194ἀποτόμως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύνανται νὰ πάθωσι τὰ
1195συμφέροντα τοῦ Τόπου. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον
1196ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν ταύτην, ὄχι μόνον δὲν ἔχει οὐδε-
1197μίαν ὑπόστασιν, ἀλλὰ δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἡ σύμβα-
1198σις, ὅτι παρέχει ἐν ὑπερβολῇ ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ γίνῃ ἡ
1199ἄρσις βαθμιαία, καὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ διατά-
1200ραξις τῶν συμφερόντων οὐδενός· διότι οὐ μόνον ἐν τῇ συμ-
1201βάσει παρέχεται ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐ-
1202τῆς διά τε τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς Τραπέζας νὰ κανονίσωσι
1203τὰς σχέσεις των καὶ τὰς δοσοληψίας των, ἀλλὰ προσέτι
1204ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ Τράπεζαι
1205ἡμῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὐ-
1206δεμία διατάραξις εἰς τὴν κοινωνίαν. Εἶνε ἀληθές, ὅτι τὸ
1207ζήτημα τοῦτο ἐγεννήθη ἐν Ἰταλίᾳ, ἀλλὰ αἱ Τρά-
1208πεζαι ἐκεῖ ἦσαν ἐκτεθειμέναι μὲ τοσοῦτον ποσὸν χαρτο-
1209νομίσματος, ὥστε ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰς ὁ καιρὸς νὰ
1210περιορίσωσι τὸ χαρτονόμισμα, ὥστε, ἐπανερχομένης τῆς
1211κυκλοφορίας τοῦ μεταλλικοῦ, νὰ εἶνε ἕτοιμαι εἰς τὰς
1212πληρωμάς των· ἀλλ’ αἱ Τράπεζαι, αἱ ἰδικαί μας, ὄχι
1213μόνον δὲν εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην θέσιν, ἀλλὰ καὶ σή-
1214μερον δύναται ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, χω-
1215ρὶς νὰ αἰσθανθοῦν κλονισμόν τινα, διότι δὲν εἶνε εὔκο-
1216λον νὰ σωρευθοῦν τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης
1217πρὸς ἐξαργύρωσιν, καὶ τοῦτο διότι δὲν ὑποχρεοῦται ἐν
1218ταῖς Ἐπαρχίαις ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀνταλλάξῃ τὸ
1219χαρτονόμισμά της μὲ μεταλλικόν, πρέπει ὁ κάτοχος τοῦ
1220χαρτονομίσματος νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία
1221τῆς Ἐπιτροπῆς, κύριοι, δὲν ἀπέκρυψεν, ὅτι οἱ ὅροι τῆς
1222συμβάσεως εἶνε βαρεῖς. Ἀλλὰ μὴ τάχα οἱ ὅροι τῶν μέ-
1223χρι τοῦδε συνομολογηθέντων δανείων ἐκ μέρους τοῦ Κρά-
1224τους εἶνε ὀλιγώτερον βαρεῖς; Δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ
1225προστρέξω εἰς τοιαύτην σύγκρισιν· εἶναι ἐπὶ τοσοῦ-
1226τον γνωστὰ τὰ παρελθόντα, ὥστε εἶναι καὶ περιττὸν
1227νὰ προβῇ τις εἰς τοιαύτην σύγκρισιν· μόνον τὸ προνό-
1228μιον, τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη εἰς τὴν ὁμάδα τὴν συνο-
1229μολογήσασαν τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων νὰ συ-
1230στήσῃ Τράπεζαν ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ, τοῦτο μό-
1231νον ἔφερεν εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην κέρδος ἓξ περίπου
1232ἑκατομμυρίων. Ἐψήφισα ὅμως καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο μὲ
1233τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, μεθ’ ἧς ψηφίζω καὶ τὸ σημερι-
1234νὸν, καὶ ὅπερ ψηφίζω, ὄχι διότι τὸ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι
1235ὑπὸ ἐπιθυμητοὺς ὅρους, ἀλλ’ ὡς ἐψήφιζον τὸ δάνειον ἐ-
1236κεῖνο, οὕτω καὶ σήμερον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, εἰς ἣν
1237θέσιν εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ χρήμα-
1238τα εὐθηνότερα, ἐνῷ ἔχει ἀνάγκην χρημάτων ὡς καὶ τότε.
1239Τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Εὐρώπῃ κυρίως ἐπηρεά-
1240ζει ἡ πολιτικὴ ἡμῶν θέσις, ἥτις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοιαῦτα
1241περιστατικά, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι, καίτοι τὰ
1242οἰκονομικὰ εἶναι ἀνθηρὰ, ἀνθηρότερα ἀπὸ τὰ οἰκονομικὰ
1243ἄλλων Κρατῶν, πιστεύεται ὅμως, ὅτι δύνανται νὰ κα-
1244ταπέσωσιν ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην. Καὶ εἰς τί ἄλλο
1245ὀφείλεται ἡ σημερινὴ ἡμῶν κατάστασις; Πάντα ὅσα ἐ-
1246δανείσθημεν μέχρι τοῦδε διατί ἄλλο τὰ ἐδανείσθημεν, ἢ
1247διὰ τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἑκουσίως ὑπεβλήθημεν
1248ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μας, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τοὺς
1249βοηθήσωμεν; Ἐὰν λοιπὸν δὲν συμμερίζεσθε τὴν ἰδέαν,
1250ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εὐθηνότερον δάνειον, δὲν
1251σᾶς πείθει τοὐλάχιστον ἡ γενομένη μέχρι τοῦδε ἐργασία
1252πρὸς εὕρεσιν τοῦ προτεινομένου δανείου; Ἐὰν οἱ ὅροι
1253αὐτοῦ ἦναι τόσον ὠφέλιμοι πρὸς τὴν ὁμάδα, πρὸς τὴν
1254ὁποίαν συναλλαττόμεθα, διατί δὲν ἔχομεν μέχρι τοῦδε
1255ἄλλας προσφορὰς συναγωνιζόμενας μὲ τὴν σύμβασιν, τὴν
1256ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις; Τὸ δάνειον διαπραγμα-
1257τεύεται πρὸ πολλοῦ, καὶ πρὸ πολλοῦ ἐγένετο γνωστὸν,
1258ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν
1259κυκλοφορίαν. Ἐργασία πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἐγέ-
1260νετο, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε μεθ’
1261ὅλους τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας
1262κατέβαλε, νὰ εὕρῃ δάνειον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Τί
1263ἄλλο δεικνύει, παρ’ ὅ,τι δάνειον εὐθηνότερον δὲν ἠδυνά-
1264μεθα νὰ συνομολογήσωμεν; Καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ συ-
1265νομολογήσωμεν καλλίτερον δάνειον, πρέπει νὰ μείνωμεν
1266εἰς ὅ,τι ἅπαντες ἀνεξαιρέτως ὁμολογοῦμεν, ὀφείλομεν
1267νὰ μείνωμεν μὲ τὸν σάρακα, τὸν καταβιβρώσκοντα τὰς σάρ-
1268κας μας; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ τοιουτοτρόπως ἐγὼ
1269τὸ βλέπω, καὶ ὀφείλω κατ’ ἀνάγκην νὰ δεχθῶ τὸ δά-
1270νειον, μολονότι ἔχει βαρεῖς ὅρους. Εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην
1271δύνανται ν’ ἀντείπωσιν, ὅτι μετὰ δύω ἢ τρία ἔτη δύνα-
1272ται νὰ συνομολογηθῇ εὐθηνότερον δάνειον. Ἀλλὰ καὶ ἂν
1273ὑποτεθῇ τοῦτο ὡς πιθανὸν, συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ
1274ὑποφέρῃ τὴν ζημίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ
12752 ἢ 3 ἔτη; Καὶ συμφέρει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν
1276κυκλοφορίαν ἀπέναντι τῆς ἐπικειμένης καταστάσεως τῆς
1277Ἀνατολῆς, καταστάσεως, ἥτις θὰ ἐπιφέρῃ ἀνυπολογίστους
1278ζημίας καὶ καταστροφὰς κοινωνικὰς εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν
1279μᾶς εὕρῃ μὲ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν;
1280Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὰ δάνεια τῶν 12,000,000 καὶ
1281τῶν 40,000,000. Ὡς εἶπον διακοπτόμενος, δὲν εἶδον σκέ-
1282ψιν τινὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποκρούουσαν τὴν ἰδέαν νὰ
1283συμπεριληφθῶσι τὰ δάνεια ταῦτα ἐν τῇ γενικῇ συμβά-
1284σει. Κατὰ τὴν συζήτησιν ὅμως εἶδον, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς
1285τῆς μειοψηφίας εὗρε κυρίως τὸ ἄτοπον εἰς τὴν ἔννοιαν
1286τῆς τοιαύτης συγχωνεύσεως, διότι ἐν τῇ αὐτῇ συμβάσει
1287ἐσυγχωνεύθησαν ἡ εἰρήνη καὶ ὁ πόλεμος, καὶ ὑπὸ πολι-
1288τικὴν ἔποψιν ἐμέμφθη τὴν σύμβασιν καὶ τὴν πολιτικὴν
1289τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ πῶς ἡ
1290Κυβέρνησις ἐπιδιώκει τὴν εἰρήνην καὶ τὸν πόλεμον. Πλὴν
1291ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκουσα τὴν συνομολόγησιν τοῦ δα-
1292νείου, στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἡ εἰρήνη
1293προπαρασκευάζει τὸν πόλεμον. Τὸ δάνειον τῶν 12 ἑκατ.
1294ἀποβλέπει εἰς ἔργα εἰρήνης· ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς
1295κυκλοφορίας εἶναι ὡσαύτως ἐνέργεια καὶ πρᾶξις εἰς τὴν
1296διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως
1297ἔργον εἰρήνης. Τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς
1298προπαρασκευὰς δὲν ἀφορᾷ εἰς προπαρασκευὰς τῆς στιγ-
1299μῆς, διότι πρόκειται περὶ ἐργασίας, ἥτις ἀπαιτεῖ χρόνον
1300πολὺν, πρόκειται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν
1301ἕτοιμον, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη· ἀλλὰ ταῦτα εἰσὶν
1302ἔργα εἰρήνης, δύνανται δὲ νὰ θεωρηθῶσι καὶ ὡς προπα-
1303ρασκευὴ, διότι καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφο-
1304ρίας, καὶ ἡ ὁδοποιΐα, καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, καὶ ἡ βελ-
1305τίωσις τῶν οἰκονομικῶν μας δύνανται νὰ ἐξηγηθῶσι τοιου-
1306τοτρόπως, διότι δι’ αὐτῶν τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐνερ-
1307γήσῃ ταχέως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀ-
1308ναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα τῆς
1309ἐνεργείας. Καὶ διατί νὰ μὴ συμπεριληφθοῦν τὰ δύω δά-
1310νεια; Ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄ-
1311δεια νὰ δανεισθῇ, καὶ συνεπείᾳ τούτου, οὐ μόνον ἀνέ-
1312λαβεν ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ προκατέβαλε καὶ δαπάνας.
1313Ἄν δὲ ὑποχρεώσωμεν τὴν Κυβέρνησιν κεχωρισμένως νὰ
1314ζητήσῃ τὰ δάνεια ταῦτα καὶ ἑπομένως νὰ προβῇ εἰς
1315τὰς ἀπαιτουμένας συμφωνίας καὶ θυσίας διὰ τὴν ἔκδο-
1316σιν αὐτῶν, βεβαίως, κύριοι, ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν θὰ ὑπο-
1317στῇ, πραγματοποιοῦσα κεχωρισμένως τὰ δάνεια ταῦτα,
1318θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἐκ
1319τῆς διαφορᾶς τῶν ὅρων, οὓς ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ.
1320§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὰ 40,000,000 τῶν πλοίων,
1321ἔγινε τίποτε;
1322§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρὼν εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυ-
1323βερνήσεως, πρὸς ὃν δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε καὶ νὰ μά-
1324θετε. Στηριζόμενος εἰς ὅσα γινώσκω καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς,
1325σᾶς λέγω, ὅτι ἐνέργειαι ἐγένοντο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς
1326Κυβερνήσεως καὶ ἀπεσταλμένοι ἐστάλησαν, καὶ διαπραγ-
1327ματεύσεις ἔλαβον χώραν, καὶ αἱ προπαρασκευαστικαὶ
1328ἐργασίαι ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
1329ἀπαιτεῖ μόνον τὴν δαπάνην διὰ τὴν κατασκευήν.
1330Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ἄρσιν, ἐνῷ πάντες εἴμεθα σύμφω-
1331νοι, οὐχ ἧττον ὅμως ἐξεφράσθη ἀμφιβολία τις, ἡ ὁποία
1332ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ἄρσιν, ἤτοι ὡς πρὸς τὸν κίνδυνον, τὸν
1333ὁποῖον τρέχομεν, ἅμα τῇ ἄρσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυ-
1334κλοφορίας, νὰ ἐκλείψῃ ὁλοσχερῶς τὸ χρῆμα ἀπὸ τὸ Κρά-
1335τος, καὶ ἑπομένως νὰ πάθωμεν ἐκ χρεωκοπίας. Καὶ ἄλλα
1336Ἔθνη, κύριοι, σοφὰ καὶ πλούσια ἔσχον αὐτὸν τὸν φόβον,
1337προκειμένου νὰ ἄρωσι καὶ αὐτὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυ-
1338κλοφορίαν· δὲν εἶναι ὅθεν παράδοξον, ἐὰν καὶ παρ’ ἡμῖν
1339τοιαύτη θεωρία ἀνεφάνη. Οἱ ἔχοντες τοὺς φόβους τού-
1340τους, στηρίζονται εἰς τὴν δυσαναλογίαν μεταξὺ εἰσαγω-
1341γῆς καὶ ἐξαγωγῆς· ἀλλὰ τί νομίζετε, ὅτι συμβαίνει ὡς
1342πρὸς τοῦτο διὰ τὰ ἄλλα Κράτη; ἀκούσατε. Ἡ Ἀγ-
1343γλία κατὰ τὸ 1877 εἶχεν εἰσαγωγὴν 8,610,000,000
1344καὶ ἐξαγωγὴν 5,024,000,000, ἤτοι διαφορὰ ἐπέκεινα
1345τῶν 3,000,000,000. Εἰς τὰ 1878 7,979,000,000 εἰσα-
1346γωγήν, ἐξαγωγὴν εἰς δὲ 4,873,000,000· τὸ 1879, 7,809
1347ἑκατομμύρια εἰσαγωγὴν καὶ 4,837,000,000 ἐξαγωγήν.
1348Ἡ Γαλλία τὸ 1877 3,870,000,000 εἰσαγωγὴν, καὶ
13493,436,000,000 ἐξαγωγήν· τὸ 1878 4,176,000,000 εἰ-
1350σαγωγήν, καὶ 3,180,000,000 ἐξαγωγήν· εἰς τὰ 1879
13514,595,000,000 εἰσαγωγὴν, καὶ 3,163,000,000 ἐξαγω-
1352γήν. Τὸ Βέλγιον, ἡ Ὀλλανδία καὶ ἄλλα Κράτη ὡσαύ-
1353τως δυσαναλογίαν παρουσιάζουσι μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ
1354ἐξαγωγῆς, καὶ ὑπερτερεῖ καὶ εἰς ταῦτα ἡ εἰσαγωγή. Ἡ
1355δὲ Ἰταλία, ὅτε παρουσιάσθη τὸ Νομοσχέδιον διὰ τὴν
1356ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ τὸ προηγού-
1357μενον ἔτος, ἤτοι τῷ 1880, παρουσίασε διαφορὰν ἀπὸ 93
1358ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ
1359νόμος, μέχρι τοῦ ἑβδόμου μηνὸς παρουσίασε διαφορὰν ἐξ
1360106 ἑκατομμυρίων εἰσαγωγῆς ἀνωτέραν τῆς ἐξαγωγῆς.
1361Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐμ-
1362ποιεῖ τοσούτους ἐνδοιασμοὺς, παρατηρεῖται καὶ εἰς ἄλλα
1363Κράτη. Ἡ ἐξήγησις αὐτοῦ δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν
1364ἔλλειψιν τακτικῶν στατιστικῶν· προέρχεται καὶ ἐκ τοῦ
1365ὅτι τὰ εἰσαγόμενα ἐκτιμῶνται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς
1366ἐξωγκωμένας τιμὰς, ἕνεκεν τῆς ἐπιβαρύνσεως αὐτῶν ὑπὸ
1367τῶν ἐξόδων, ἐνῷ τὰ ἐξαγόμενα ἐκτιμῶνται εἰς τὴν πρώ-
1368την αὐτῶν ἀξίαν.
1369Δὲν γίνεται παρατήρησις εἰς τὰ ἐξαγόμενα, τὰ ὁποῖα
1370δὲν πληρώνουσι δασμόν. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, κύριοι,
1371ὅτι, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀνέφερον, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι πό-
1372ροι, οἵτινες εἰσάγουσι τὸ χρῆμα εἰς τὸν Τόπον. Γνωρίζετε
1373ὅτι ἡ ναυτιλία εἰσάγει χρῆμα, ὅτι οἱ ἀποδημοῦντες ἐκ
1374τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐργάζονται εἴτε ὡς ἔμποροι, εἴτε
1375ὡς ναυτίλοι, εἰσκομίζουσι μέταλλον, καὶ οὕτως ἀνα-
1376πληροῦται ἡ ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς προϊόντων ἔλλειψις. Καὶ
1377ἂν θέλητε, κύριοι, νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, λάβετε νῆ-
1378σόν τινα ἀπὸ τὰς Ἰονίους νήσους, ἥτις, κεχωρισμένη ὡς
1379νῆσος, ἀποτελεῖ τελωνιακῶς ἰδιαίτερον κράτος ἕνεκα
1380τοῦ ἐπικρατοῦντος φορολογικοῦ συστήματος, λάβετε τὴν
1381Κεφαλληνίαν π. χ. Ἐὰν, κύριοι, θελήσητε νὰ πληροφο-
1382ρηθῆτε τὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς,
1383θὰ ἐκπλαγῆτε, διότι ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι, ἐὰν δὲν λανθά-
1384νωμαι, ἄνω τοῦ διπλασίου τῆς ἐξαγωγῆς. Πόθεν λοιπὸν
1385πορίζονται τὰ χρήματα οἱ κάτοικοι, τὰ ὁποῖα στέλλου-
1386σιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι πόροι,
1387ἐντὸς ὀλίγου οὔτε ὀβολὸς θὰ ἔμενεν ἐν τῷ Τόπῳ, διότι
1388ἡ εἰσαγωγὴ ἤθελεν ἀποῤῥοφήσει ὅλα τὰ κεφάλαια.
1389Ἀλλ’ ὁ τοιοῦτος φόβος καὶ θεωρητικῶς ἀποκρούεται,
1390διότι ἐπικρατεῖ ὁ κανὼν τῆς ἰσοῤῥοπίας, κανονίζων
1391τὰς συναλλαγάς· καὶ ὅπου ὑπάρχει ἄφθονον τὸ χρῆμα,
1392ἐκεῖ ἐπέρχεται καὶ ὑπερτίμησις τῶν πραγμάτων· ὅπου δὲ
1393ἐλλείπει τὸ χρῆμα, ἐκεῖ ἐπέρχεται ἡ ὑποτίμησις· καὶ οὕ-
1394τως ἐνταῦθα μὲν τρέχει τὸ χρῆμα, ἐκεῖ δὲ ἐξέρχεται διὰ
1395νὰ εὕρῃ εὐθηνοτέραν ἀγοράν. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, ὁ κα-
1396νονίζων τὰς σχέσεις καὶ τὰς συναλλαγὰς τῶν διαφόρων
1397Κρατῶν καὶ Τόπων, καὶ αὐτὸς ἐπιφέρει τὴν ἰσοῤῥοπίαν,
1398ὥστε δὲν ἐπέρχεται ποτὲ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκεῖνο, τὸ ὁ-
1399ποῖον φοβοῦνται, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἄρσεως
1400τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλως τε
1401δὲν παρακωλύει ἡ ὕπαρξις αὐτῆς, διότι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
1402δὲν στέλλομεν καὶ νῦν χαρτονόμισμα.
1403Κύριοι, καταλήγω τὸν λόγον, διότι δὲν θέλω ἐπὶ πλέον
1404νὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας. Ἀπευθύνομαι εἰς τὸν
1405Εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, ὅστις ἀνεμνήσθη ἐμοῦ
1406κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, καὶ ἐπεκαλέσθη τεμάχιον ἀγο-
1407ρεύσεώς μου τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπο-
1408τεινόμενος πρὸς τὸν τότε καὶ σήμερον Πρωθυπουργὸν, τῷ
1409ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ τὰ ὦτα εἰς τὰς συμβου-
1410λὰς τῶν χρηματιστῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζόμενος κατέ-
1411ληξεν ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμὲ διὰ τῶν ἑξῆς· «Κύριε Βαλ-
1412σαμάκη, τί ἄλλο ἐστὶν ἡ παροῦσα σύμβασις, ἢ γλυκὺ
1413ᾆσμα τῶν Σειρήνων τοῦ Χρηματιστηρίου;» Ἀλλ’ ὁ κ.
1414Εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν διέκρινεν, ὅτι πρόκειται
1415περὶ δύω ἐργασιῶν λίαν διαφορετικῶν καὶ λίαν διακεκρι-
1416μένων. Ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκα-
1417στικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία τῆς συ-
1418νομολογήσεως τοῦ δανείου· ἡ μὲν μία ἐργασία εἶναι ἐρ-
1419γασία οἰκονομολογικὴ, ἡ δὲ ἑτέρα εἶναι ἐργασία Τραπε-
1420ζική· ἡ μὲν δύναται νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος, καὶ
1421ἀποβλέπει εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ
1422Κράτους, καὶ πᾶσα σκέψις γίνεται ἀναλόγως τῶν ἀναγ-
1423κῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς πολιτικῆς· ἡ δὲ ἑτέρα ἐξ ἀ-
1424νάγκης δὲν δύναται νὰ γείνῃ, ἐὰν δὲν προστρέξῃ τις εἰς
1425τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκτελοῦνται αἱ τοιαῦ-
1426ται ἐργασίαι. Δὲν ἔχει λοιπὸν σχέσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον
1427τότε, μὲ ὅ,τι σήμερον ὑποστηρίζω. Σήμερον ὑποστηρίζω
1428τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εἰς τοῦτο
1429δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν συμβουλῶν τοῦ Χρηματιστηρίου·
1430προκειμένου ὅμως περὶ εὑρέσεως χρημάτων, δὲν δυνάμεθα
1431νὰ πράξωμεν ἄλλως, ἢ νὰ προσέλθωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώ-
1432πους ἐκείνους, οἵτινες ἐντὸς τῶν δωματίων των ἔχουσι
1433τοὺς σιδηροῦς κλωβοὺς, ἐντὸς τῶν ὁποίων ᾄδουσι τὰ παν-
1434τοδύναμα πτηνά. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀπο-
1435φύγωμεν, πρέπει δὲ νὰ εὐχώμεθα τοιοῦτοι κλωβοὶ καὶ
1436τοιαῦτα πτηνὰ νὰ ὑπάρχωσιν ἐν ἀφθονίᾳ καὶ εἰς τὸ
1437Κράτος ἡμῶν. Ἐὰν δὲ οἱ ἔχοντες τοὺς κλωβοὺς ἀρέσκων-
1438ται εἰς τὴν σύμβασιν, δὲν ἐπιθυμοῦσιν ὅμως καὶ τὴν ἄρ-
1439σιν, διὸ καὶ οἱ φοιτηταὶ τοῦ Χρηματιστηρίου καταβοῶ-
1440σι κατ’ αὐτῆς, καὶ εἰσὶν οἱ βιαιότατοι ἐχθροί της.
1441§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
1442§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
1443(Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)