1883.12.15
1.872 στίχοι · 14.336 λέξεις · 53 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 15 Δεκεμβρίου 1883
(Πέμπτη)
Ὥρα 3 Μ.Μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως τὰ πρακτικά).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεστάλη ἀναφορὰ τῶν ἐμπόρων Πειραιῶς, δι’ ἧς συνιστῶσι τὴν ταχεῖαν παραδοχὴν τοῦ περὶ δανείου νομοσχεδίου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας.
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πολλοὶ ὑπογεγραμμένοι;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄνω τῶν ἑξήκοντα. Ὁ κ. Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐὰν πᾶς ἐξ ὑμῶν αἰσθάνεται ὑποχρέωσιν εἰσάγων καὶ συζητῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἀναφοράν τινα ἢ ὑπόμνημα συμπολίτου τινὸς, ἤδη αἰσθάνομαι ἐγὼ διπλῆν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ διπλοῦν τὸ καθῆκον. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω ἀναφορὰν ἀνδρὸς ἀνήκοντος εἰς οἰκογένειαν πολλὰ συνενεγκοῦσαν τῇ πατρίδι. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι τοῦ Παναγιωτάκη Παπατσώνη, ὅστις καὶ δι’ ἐπιστολῆς μοὶ ἀνέθηκε τὴν ἐντολὴν νὰ συστήσω τὴν ἀναφοράν του ταύτην πρὸς τὴν Βουλὴν, δι’ ἧς ζητεῖ τί νομίζετε; ἐλεημοσύνην!! Ἡ οἰκογένεια Παπατσώνη, ἡ μεγάθυμος αὕτη οἰκογένεια, ἥτις ἔσπειρε τὸ ἔδαφος τῆς Πατρίδος διὰ τῶν ὀστέων της καὶ ἐπότισεν αὐτὸ διὰ τῶν αἱμάτων της, σήμερον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην δυστυχῶς νὰ ζητῇ ἐλεημοσύνην ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἐλεημοσύνην ὑπὲρ τῶν ἐγκριτωτέρων τῶν μελῶν αὐτῆς. Ὁ Παναγιωτάκης Παπατσώνης, χρηματίσας καὶ Δήμαρχος καὶ Πληρεξούσιος καὶ Βουλευτὴς πολλάκις, καὶ ἐκπληρώσας τὸ καθῆκόν του καὶ κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐπαναστάσεως, ἤδη πένεται, κύριοι Βουλευταί! Ὁ ἀνὴρ οὗτος, πλὴν τῆς οἰκογενείας ὁλοκλήρου, συνεισέφερε προσωπικῶς ὑπὲρ αὐτῆς πολλά, καὶ ὡς θέλετε ἰδεῖ ἐν τῇ ἀναφορᾷ αὐτοῦ, τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίων προσήνεγκε κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, δὲν εἶναι ἀνάξια λόγου, ἀλλὰ σημαντικά. Ἀλλ’ ὁποία ἡ τύχη τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως τῶν πολιτευτῶν αὐτῆς! Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαιτήσῃ, ὥστε ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ γέροντος, ὅστις καὶ τοὺς δύω σχεδὸν πόδας ἔχει εἰς τὸ χεῖλος τοῦ τάφου — καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν τάφον παραπονούμενος, ὅτι κατέρχεται πένης, ὁμολογουμένως πένης χωρὶς ἡ πατρὶς ν’ ἀνακουφίσῃ τὰς τελευταίας αὐτοῦ στιγμὰς — παρακαλῶ, λέγω, τὴν Βουλὴν νὰ ἐπινεύσῃ, ὥστε ἡ ἀναφορὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, καὶ νὰ δοθῇ ἓν ἐπίδομα, ἀνάλογον εἰς τὸ ὄνομα καὶ τὰς θυσίας τῆς οἰκογενείας, δι’ οὗ νὰ ἐπέλθῃ ἱκανοποίησις εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ γέροντος ἀγωνιστοῦ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου του.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§6ΤΖΑΝΕΣ. Ὄχι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, καὶ εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θέλει ἐργασθῆ σπουδαίως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ὑποβάλλων τὸ ἀπαιτούμενον Διάταγμα πρὸς ἀπονομὴν τοῦ ἀναλόγου ἐπιδόματος.
§7ΜΑΝΕΤΑΣ. Μάλιστα μετὰ συστάσεως τῆς Βουλῆς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1884. Ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ταμείων, καὶ ἕτερον περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Συνοδεύονται καὶ ὑπὸ δικαιολογικῶν ἐκθέσεων. (Ὅρα Παράρτημα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τοῦ φαρμακοποιοῦ Ἀρβανιτάκη περὶ τοῦ δεσμολογίου σχετικῶς πρὸς τὰ φάρμακα.
§12ΤΟΜΠΑΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω τὰ ἑξῆς Νομοσχέδια· πρῶτον, περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ· δεύτερον, περὶ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· τρίτον, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ βασιλικοῦ Ναυστάθμου· τέταρτον, περὶ ἐκπαιδεύσεως ναυτικῶν δοκίμων· πέμπτον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΗΝʹ νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας· ἕκτον, περὶ τροποποιήσεως τῆς τροφοδοσίας τῶν πληρωμάτων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ· ἕβδομον, περὶ προβιβασμῶν καὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν πληρωμάτων· ὄγδοον, περὶ βαθμολογίας καὶ τῶν προσόντων πρὸς προβιβασμὸν τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν· ἔννατον, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διὰ τοῦ νόμου ΩΞΓʹ συσταθέντος Σώματος μηχανικῶν· δέκατον, περὶ προσόντων πρὸς κατάταξιν καὶ προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυπηγικοῦ κλάδου· ἑνδέκατον, περὶ προσόντων πρὸς κατάταξιν καὶ προβιβασμοῦ τῶν ἰατρῶν τοῦ βασιλικοῦ ναυτικοῦ καὶ δωδέκατον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Λιμενικῶν Ἀρχῶν τοῦ Κράτους.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἴχομεν ἀποφασίσει χθὲς, ὅτι θέλομεν προτάξει ἐκ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ἔχον ἓν μόνον ἄρθρον περὶ ὁρκίσεως τῶν πολιτογραφομένων ἐνώπιον τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ὁρκίσεως τῶν πολιτογραφομένων ἐνώπιον τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποχωρῶ εἰς τὸν κ. Κοντογούρην.
§19Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω, ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἃς παρεπέμφθη ἡ μελέτη καὶ ἡ βάσανος τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ συνομολογήσεως δανείου 170,000,000, νὰ ἐκθέσω διὰ βραχέων τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν μειονοψηφίαν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς συμβάσεως. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ παρενεβλήθησαν προσκόμματα ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας· τοὐναντίον δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἐπὶ ἀνακριβείᾳ, ὅτι διηυκολύναμεν ἐν πολλοῖς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀνεπτύχθησαν καὶ συνεζητήθησαν τὰ ἑξῆς τέσσαρα θέματα: ά) εἶναι ὠφέλιμον ν’ ἀρθῇ ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία; βʹ) ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐπιτρέπουσι τὴν συνομολόγησιν μεγάλου δανείου ἀπὸ τοῦδε; γʹ) συμφέρει νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ δανείῳ αἱ δαπάναι τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρόμων; δʹ) συμφέρει νὰ ψηφισθῇ τὸ προτεινόμενον δάνειον ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἐν αὐτῷ μνημονευομένης συμβάσεως; Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ τέσσαρα κεφαλαιώδη θέματα, ἅτινα ἀπησχόλησαν τὴν Ἐπιτροπήν σας, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων προτίθεμαι νὰ φέρω τὸν λόγον. Καὶ πρῶτον, ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος πάντες εὑρέθημεν σύμφωνοι, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κατάστασις νοσηρὰ τῆς πολιτείας ἐκείνης, ἐν ᾗ ὑφίσταται, καὶ προδίδει, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν, τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας ἐκείνης. Καὶ πολὺ εὐλόγως παρετήρησεν ἡ μειονοψηφία ἐν τῇ ἐκθέσει της, ὅτι «ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι βεβαίως ἀνώμαλος κατάστασις διὰ τὰς συναλλαγὰς παντὸς Τόπου, καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἡ μάστιξ τοῦ ἐμπορίου. Ἐκεῖνο πρὸ πάντων, ὅπερ βλάπτει κατὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἶναι αἱ συνεχεῖς καὶ ἀπότομοι αὐξομειώσεις τῆς ἀξίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰμὴ πιεζόμεναι ὑπὸ ἀναπαδράστων ἀναγκῶν, εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἄρσιν αὐτῆς πρέπει νὰ προβαίνωσι μετὰ μεγάλης τῆς περισκέψεως, διότι ἡ ἀπότομος αὐτῆς ἄρσις ἐπιφέρει ἀναμφισβητήτως ζημίας ἀνυπολογίστους». Ἀλλ’ ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς προέβαλεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ δεύτερον θέμα, ἤτοι ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἐπιτρέπῃ τὴν συνομολόγησιν μεγάλου δανείου διὰ τοὺς τρεῖς μεγάλους σκοποὺς, δι’ οὓς συνωμολογήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἡμεῖς ἠρνήθημεν ψῆφον. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἀνεξετάστως, ὅτι τοῦτο ἐπιτρέπεται, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους — καὶ δὲν τὸν εἴχομεν τότε — χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τὸν Ἀπολογισμὸν τοῦ 1882, διὰ νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς χρήσεως τοῦ 1382 καὶ περὶ τοῦ πραγματικοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέρχεται εἰς 3,000,000, κατὰ δὲ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου τὸ ἔλλειμμα ἀνήρχετο εἰς 4,000,000, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1883, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, ἐκ θαύματος εἰσεπράχθησαν 3,686,000, ὥστε καὶ πάλιν μένει ἔλλειμμα 3,672,590; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως τοῦ 1883, διότι μόνον γνωρίζομεν, ὅτι ἐψηφίσθησαν ἔσοδα 72,000,000, ἐξ αὐτῶν δὲ μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου, κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, εἰσεπράχθησαν 28,000,000; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1883, ἔχει πρὸ αὐτῆς δέκα ἀκόμη μῆνας μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου ὅτε κλείει ἡ χρῆσις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1883 δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδῃ βεβαιούμενα τὰ 11,000,000 ἐκ τῶν δικαιωμάτων τῆς καταναλώσεως, διότι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμολόγησεν, ὅτι θέλει εὐχαριστηθῆ διὰ τὸ 1883, ἂν ἀποδειχθῇ μόνον, ὅτι οἱ τέσσαρες νέοι φόροι λειτουργοῦσιν ἀπροσκόπτως, καὶ ὅτι μικρὰς ἀπεκδέχεται εἰσπράξεις διὰ τὸ ἔτος 1883. Κατὰ τὴν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατατεθεῖσαν προσωρινὴν κατάστασιν, ἐκ τῶν 10,840,000 τῶν τεσσάρων νέων φόρων μέχρι 31 Αὐγούστου ἐβεβαιώθησαν 81,115 καὶ εἰσεπράχθησαν 43,108 δραχμαί. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ συνομολόγησις δανείου, ἔπειτα ἀπὸ τοὺς λόγους τούτους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1883! «Τοῦ 1883 ἡ διαχείρισις εἶναι βεβαίως ἐνδιαφέρουσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δὲν δύναται πολὺ νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς κρίσεις ἡμῶν περὶ τὰς πιθανότητας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, διότι δὲν εἴμεθα ἱκανῶς προκεχωρημένοι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ὅπως ἔχωμεν ἄξια λόγου ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως. Οἱ φόροι, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐβεβαιώθησαν, εἶναι δύω μόνον, οὗτοι δὲ δὲν δύνανται ν’ ἀρκέσωσιν, ἵνα ρίψωσιν ἱκανὸν φῶς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος· οὐχ ἧττον καὶ τοῦ 1883 αἱ καταστάσεις τῆς διαχειρίσεως θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλει ἔχει καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψει ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.» Θὰ ἔχωμεν λοιπὸν καὶ κατὰ τὸ 1883 ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα σπουδαῖον. Οἱ ἐντριβέστεροι περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ δύνανται νὰ ὁρίσωσιν εἰς πόσον δύναται ν’ ἀνέλθῃ τὸ ἔλλειμμα καὶ τῶν δύω ἐτῶν. Διὰ ταῦτα ἡ μειονοψηφία ἐξήνεγκεν ἐν τῇ ἐκθέσει της τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις: «Ἡ μειοψηφία τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν ἰδεῶν τούτων ἐμφορουμένη, παρεδέχθη μὲν κατ’ ἀρχὴν ὡς ἐπιβαλλομένην ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἐμμένουσα εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πέρυσι κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς προέταξε, φρονεῖ ὅτι δύω τινὰ ἐπιβάλλουσι τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ὑποβληθείσης συμβάσεως. «Φρονεῖ ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν δαπανῶν καὶ δὲν ἀποδέχεται τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὰ θετικὰ ἀποτελέσματα τῶν ψηφισθέντων φόρων, ἐφ’ ὅσον τουτέστι δὲν εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐφθάσαμεν ἢ θέλομεν φθάσει προσεχῶς εἰς πραγματικὸν ἰσοζύγιον, καταλιμπάνον καὶ περίσσευμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς μεγάλου δανείου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἐν τοιαύτῃ περιστάσει ἔσται προσωρινή.» Καὶ λοιπὸν χωρὶς νὰ ἤμεθα βέβαιοι περὶ πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου ἐπιτρέπει τὴν συνομολόγησιν τοιούτου δανείου; Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ εἰκασιῶν στηριζομένη, παρεδέχθη τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ προϊὸν τῶν ἐφαρμοσθέντων φόρων καὶ ἡ αὔξουσα δύναμις τοῦ Τόπου, εἰς ἣν μετὰ πεποιθήσεως ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέπωμεν, ἐξασφαλίζουσι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν, τίς εἶναι ἡ αὔξουσα αὕτη δύναμις τοῦ Τόπου, εἰς ἣν τοσοῦτον ἐλπίζουσι; Τί ἐπλήρωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς φόρους κατὰ τὸ 1882, καὶ τί ζητοῦσι σήμερον παρ’ αὐτοῦ; Κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν κατάστασιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ 1882 δραχμαὶ 53,751,000, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ εἰσπραχθέντα ἐκ τῆς νομισματοποιίας, ἐκ χρεωλυτικῶν δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐξ ἀντιτίμου ἐκποιήσεως ἱματισμοῦ καὶ κλινῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ἐξ ἐπιστροφῶν χρημάτων, ἤτοι δέον ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν 8½ περίπου ἑκατομμυρίων· ἑπομένως ὁ λαὸς κατέβαλε καθαρῶς κατὰ τὸ 1882 εἰς φόρους 50,000,000. Ἀλλὰ σήμερον διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις παρ’ αὐτοῦ 81,000,000, ἤτοι 34,000,000 ἐπὶ πλέον, ὅπερ θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Τόπου εἶναι τῳόντι ἀκμαία, καὶ δὲν φοβεῖσθε νὰ τὴν ἐπιβαρύνετε μὲ 70%. Ἀλλὰ σπουδαίως φρονεῖτε, ὅτι δύναται ὁ Τόπος νὰ ὑποστῇ ἀγογγύστως τὸ φοβερὸν τοῦτο βάρος; Τί ἔλεγε πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργός; «Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἔλεγεν, ὅτι ψηφίζοντες τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν ἐξασφαλίσει τὸ ἰσοζύγιον καὶ δι’ αὐτοῦ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι,» ἔλεγε, «δέον νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑφισταμένη, ἐπάγεται μὲν πολλὰ δεινὰ ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἀλλ’ ἐπάγεται καὶ εὐκολίαν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐὰν δὲν ἀντικατασταθῇ τὸ ποσὸν τοῦ χαρτίνου νομίσματος, τὸ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ἀποσυρθησόμενον. Ἦτον ἡ Ἑλλὰς εἰς θέσιν ν’ ἀποκτήσῃ τὸ μέταλλον, δι’ οὗ ἤθελεν ἀντικαταστήσει τὸ καταργηθησόμενον τοῦτο χάρτινον νόμισμα; Ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ἦτον ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἦτον ὁ Προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ.» (Πρακτ. σελ. 61 τοῦ 1883.) Ἐπεθύμει λοιπὸν τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ πρεσβεύει τὰ ὅλως ἀντίθετα· διότι ὁ μὲν κ. Τρικούπης τὸ ἐπιζητεῖ διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῶν δαπανῶν καὶ τῆς προσθήκης φόρων, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐπιζητεῖ δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ καταλλήλου ἐκμεταλλεύσεως τῶν πολλῶν πόρων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ τοῦτο διὰ φόρων ἐπαχθῶν. Καὶ τί μᾶς ἐδίδασκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ σοφὸς τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀξιότιμος κ. Καλλιγᾶς; Καὶ ἡμεῖς οἱ νεώτεροι, ἐκ τῶν διδαγμάτων τούτων φωτιζόμενοι καὶ σχηματίσαντες ἑδραίας πεποιθήσεις περὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν γνώμας, διότι τὸ πεῖσμα ἢ ἡ φιλοδοξία ἀναγκάζουσιν, ὡς μὴ ὤφειλε, τοὺς κυβερνῶντας νὰ μεταβάλλωσι γνώμας. «Ὑπάρχει δ’ ἄλλος τρόπος,» ἔλεγε, «διὰ ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἰμὴ τὸ νὰ ἔχωμεν διαθέσιμα ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, τὰ ἀπαιτούμενα ὥστε ὁ ὅρος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁ ἀπαραίτητος νὰ ἐκπληρωθῇ; Δὲν εἶναι ὅλαι αἱ ἐποχαὶ ἴσαι, δὲν εὑρίσκεται πᾶσα κατάστασις οἰκονομικὴ εἰς τὴν αὐτὴν στάσιν, οὔτε ἔχει προχείρους τὰς αὐτὰς εὐκολίας. Ὅταν δὲν δύναται οὔτε εἰς δάνειον νὰ καταφύγῃ, οὔτε ἐπιτρέπεται τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν νὰ καταστήσῃ ἔτι ἀπεχθεστέραν, δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον, εἰμὴ μόνον τοῦ ἰσοζυγίου διὰ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος ἐξ ἐσόδων, προερχομένων δηλαδὴ ἐκ φόρων. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤδη ἔφθασε μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 100,000,000 καὶ ἐπέκεινα. Εἶναι ἀνεκτὸν νὰ προχωρήσωμεν ἔτι περαιτέρω; Ἐννοοῦμεν ποῖαι δύνανται νὰ προέλθωσι ζημίαι, ἐὰν αὐξήσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐν ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ; Καὶ ποῖον ὑπάρχει ἄλλο μέσον, νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου; Προϋπολογισμὸς, ὅστις καταλήγει εἰς ἔλλειμμα, συνεπάγεται ἀναποφεύκτως τὴν ἀνάγκην τῆς καλύψεως αὐτοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον πρὸς τοῦτο; Γνωρίζει τις ἄλλον τρόπον, εἰμὴ τὴν ἀναπλήρωσιν διὰ φόρων, διὰ δανείων ἢ δι’ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις εἶναι δάνειον ὑπὸ ἄλλο σχῆμα; Δὲν εἴμεθα λοιπὸν εἰς τὴν αὐτὴν στάσιν, εἰς ἣν μέχρι τοῦδε ἐγίνετο ἡ σκέψις περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Δὲν εἶχε γείνει ἀκόμη χρῆσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· δὲν εἶχον ἐπισωρευθῆ τοσαῦτα δάνεια, ὅσα ἐπεσωρεύθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· δὲν εἴχομεν τόσας ὑποχρεώσεις καὶ τόσα βάρη, ὅσα ὑπάρχουν σήμερον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πᾶσα ἐπανάληψις ἐλλείμματος, οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ κατάπτωσις ἀναπόφευκτος καὶ ὄλεθρος. Ἀφήσατε τὸν Προϋπολογισμὸν ἄνισον, μὴ συμπληρώσητε δι’ ἐσόδων προσθέτων καὶ θέλετε καταλήξει εἰς ἔλλειμμα. Πῶς θέλετε καλύψει τὸ ἔλλειμμα; Ἔχετε τρόπον τινὰ ἰδιαίτερον; Ἔχετε βοήθημα οἱονδήποτε; Ἐγίνετο μέχρι τοῦδε καὶ τοῦτο· κατέληγον εἰς ἔλλειμμα οἱ Προϋπολογισμοὶ, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμα τοῦτο εὕρισκε θεραπείαν τινὰ, εὕρισκε κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἔκτακτόν τι, εἴτε δάνειον, εἴτε αὐτὴν τὴν συνομολόγησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκαλύπτετο· ἀλλ’ εἰς τὸ ἑξῆς κατὰ ποῖον τρόπον θέλετε τὸ καλύψει; Περιμένω ν’ ἀκούσω.» Καὶ μᾶς ὡμίλει ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς περὶ τῶν χρεωγράφων τῆς Ἰταλίας καὶ περὶ τῆς πίστεως τῆς χώρας ἐκείνης καὶ συνεβούλευεν, ὅτι πρὶν ταῦτα φθάσωσιν εἰς τὸ ἄρτιον, εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ πᾶσαν χώραν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἄρσιν. Ἀλλὰ προσθέτω, ὅτι καὶ ἡ ἐποχὴ σήμερον εἶναι ἀκατάλληλος διὰ τὸ ἀκανόνιστον τοῦ σταφιδικοῦ συναλλάγματος. Ὁ φόβος τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ δανείου κρατεῖ εἰς ἔκπτωσιν τὸ συνάλλαγμα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ σπουδαιότερον προϊὸν τῆς χώρας κατὰ μέγα μέρος μένει ἀπώλητον πρὸς μεγάλην ζημίαν τῆς τάξεως τῶν κτηματιῶν καὶ τοῦ ἐμπορίου. Εἶναι ἀληθέστατον, κύριοι, ὅτι ἡ προσθήκη νέου δανείου θὰ ἐπιφέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἔκπτωσιν ὅλων τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιῶν. Ἡ ἐπανάληψις τῶν μεταλλικῶν πληρωμῶν θὰ εὐκολύνῃ τοὺς δανειστὰς ἡμῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ διαπραγματευθῶσι τὰ χρεώγραφά των ἐνταῦθα, καὶ ν’ ἀποσύρωσι τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσαγάγει πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὥστε ὑπὸ τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ταχέως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο δ’ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Εἴπομεν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ τρίτου θέματος, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ δανείῳ καὶ αἱ δαπάναι διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς. Ἀλλὰ τίνας ναυτικὰς παρασκευάς; Τί ἔλεγεν ἄλλοτε ὁ κ. Τρικούπης; «Εἰς ἕτερα «Κράτη στρατιωτικὰ ἐλήφθη πρόνοια περὶ παρασκευῆς «στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἡμεῖς οἱ κυρίως ὄντες ναυτικοὶ «ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ναυτικοῦ ταμείου. «Ποῖον δ’ εἶναι τὸ ναυτικὸν ταμεῖον; Τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσό«δων καὶ ἐξόδων διὰ νὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ πραγματο«ποίησις δανείου πρὸς καταρτισμὸν στόλου. Περὶ χρηματικῆς «ἄρα παρασκευῆς ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ἂν κατανοῶμεν «τὸ μέγεθος τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς. Ἕως οὗ δὲ φθά«σωμεν εἰς τὴν παρασκευὴν ἐκείνην ὀφείλομεν νὰ περιο«ρισθῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ναυτικῶν ἐκείνων δυνά«μεων, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὀνομάζει σχε«τικὰς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ Ἔθνους εἰς «τὰ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν καταρτισμὸν Σχο«λῆς ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν «Σχολῆς Ναυκλάστρων.» (Πρακτικὰ 23 Φεβρουαρίου 1880). Καὶ παρατηροῦμεν μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι τοῦτο πράττει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1884. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἡ Βουλὴ ἐψήφισε Νόμον περὶ δανείου ἐκ 40,000,000. Διὰ τίνα λόγον ν’ ἀνακληθῇ ἡ ἄδεια, ἡ δοθεῖσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς συνομολόγησιν δανείου ὑπὸ ὅρους καλλιτέρους, καὶ νὰ καταργηθῇ ὁ Νόμος ἐκεῖνος, καὶ νὰ ῥίψωμεν καὶ τὰς ἀτυχεῖς Ναυτικὰς παρασκευὰς εἰς τὸ χάος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δανείου; Καὶ δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι ἐν τῷ συζητουμένῳ δανείῳ περιέχονται δύω πολιτικαὶ, μία εἰρηνικὴ, ἥτις ὑποδεικνύει τὴν ἄρσιν, καὶ μία πολεμικὴ, ἥτις ὑποδεικνύει τὸν πόλεμον; Ἀλλὰ τότε, διατὶ ὁ κύριος Τρικούπης ἔλεγε κατὰ τὸ 1881, ἐλέγχων τοὺς ἀντιπάλους του (Πρακτ. 1881, σελ. 598): «Ἐν καιρῷ εἰρήνης ἰδέαν ἔχομεν τὴν «ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐν καιρῷ πολέ«μου τὴν παράτασιν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ ἡ «γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι, ἵνα ὦσι συνε«πεῖς, δὲν δύνανται ν’ ἀκολουθῶσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν «ἐν καιρῷ πολέμου καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης.» Ἀλλ’ ἡ ἐσπευσμένη ἀγορὰ πλοίων, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν οὔτε Ναύσταθμον, οὔτε Δεξαμενὴν, οὔτε ἀνάλογον προσωπικὸν μορφωμένον καὶ ἀξιόμαχον ἔχομεν, δὲν ἐξυπηρετεῖ πολεμικὴν πολιτικήν. Ἡ μειονοληψία φρονεῖ, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς, ἀμφισβητήσας τὸ ἐπίκαιρον τῶν παρασκευῶν τούτων καὶ παραιτηθείς. Ἀλλὰ τί σημαίνει ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ στερηθῇ τῆς συνδρομῆς τοῦ δεξιωτάτου τῶν Ὑπουργῶν του, εἰμὴ ὅτι ἐννοεῖ κατεπειγόντως νὰ προβῇ εἰς τὰς ναυτικὰς παρασκευάς; Ἀλλὰ σπουδάζει ταῦτα σκεπτόμενος ὁ κ. Τρικούπης; Μὲ τίνα μέσα θὰ προβῇ εἰς ταῦτα; Τὸν νόμον τοῦ δανείου τῶν 40,000,000 καταργεῖ ἤδη, ἡ δὲ σύμβασις τοῦ δανείου δὲν τῷ ἐπιτρέπει, κατὰ τὸ ἄρθρον 5, εἰμὴ μετὰ δύω ἔτη νὰ διαπραγματευθῇ τὸ δάνειόν του. Καὶ πόσα τῷ μένουν εἰς χεῖράς του; Μόνον 90,000 μετοχῶν, ἤτοι 45,000,000 ὀνοματικά. Ἀλλὰ τίς θὰ ἦναι ἡ τύχη τοῦ δανείου μετὰ δύω ἔτη; Ἂς μένῃ εὐχαριστημένος, ἂν ὑπὸ τὰ μυστήρια τῆς συμβάσεως δυνηθῇ νὰ λάβῃ 20,000,000, καὶ ταῦτα μετὰ δύω ἔτη. Ἀλλὰ τότε ποῦ τὸ ἐπίκαιρον; Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέταρτον θέμα, τὸ σπουδαιότερον. Συμφέρει νὰ ψηφισθῇ τὸ δάνειον ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως; Ἦτο κατάλληλος στιγμή, ἦτο πρόσφορος ἡ ἐποχὴ διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου; Ναὶ καὶ ὄχι, ἀπαντᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ λόγου, ὃν ἐξεφώνησεν ὑποβάλλων τὴν σύμβασιν· εἶπε μάλιστα καὶ ταῦτα αὐτολεξεί: «Ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ φέρῃ προσέτι καὶ ἕτερον «καλὸν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πεποίθαμεν ὅτι θέλει φέρει, «τουτέστιν ὅτι μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινὸς θέλει ἀπο«δειχθῆ καταφανῶς ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τῶν νέων οἰκονο«μικῶν μέτρων, δι’ ὧν ηὐξήθησαν οἱ πόροι τοῦ Κρά«τους». Συγχρόνως δὲ κατὰ τὴν γνώμην του θὰ ἐπέλθῃ βραδύτερον βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν Χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς φρονεῖ τὰ ἐναντία, διότι ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης ἔσεται ἡ αὐτὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ διὰ τοῦτο συμβουλεύει καὶ νὰ σπεύσωμεν νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν σύμβασιν, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν τὸ ἐξ αὐτῆς προσδοκώμενον μέγα ἀγαθόν. Ἐν τούτοις ἡ μειονοψηφία ἀπέκρουσε τὴν σύμβασιν διὰ τοὺς ἑξῆς γενικοὺς λόγους: διότι δι’ αὐτῆς ἐκθέτομεν τὸ Κράτος εἰς τὸν κίνδυνον τοῦ ἐλλείμματος, ὅπερ θέλει κατασταθῆ σπουδαιότερον συνεπείᾳ τῶν νέων βαρῶν ὡς ἐκ τοῦ προτεινομένου δανείου· διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ἀνακουφισθῇ καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ὁ Τόπος ἐκ τῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ εὐλόγως ὁ κ. Καραπάνος παρετήρησεν, ὅτι ἀπέναντι τῶν δύω μεγάλων κακῶν, τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑτέρου, ἤθελε προτιμήσει μέσον τινὰ ὅρον, τὸν ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος θέλει ὑποδείξει, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ πράξῃ· διότι τέλος ἡ ἀπότομος καὶ ἄμεσος ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θέλει ἐπιφέρει κλονήσεις καὶ οἰκονομικὰς κρίσεις. Ἀλλ’ ὁποία τις ἡ σύμβασις καὶ κατ’ οὐσίαν; Σύμβασις παροχῶν. Καὶ τίνα σφραγῖδα φέρει ἡ σύμβασις παροχῶν; φέρει τὴν σφραγῖδα τῆς χρεωκοπίας. Καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἀκούσατε: «Ἐξ ἀρχῆς,» ἔλεγεν «ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἐνόησεν «ἐπὶ τίνι βάσει ἔχει νὰ ἐργασθῇ ἵνα εὕρῃ δάνειον. Ἐνόμι«ζεν, ὅτι τὰ δάνεια εὑρίσκονται πάντοτε ὡς ἀντάλλαγμα «τῶν παροχῶν, ὅτι ἤρκει ἵν’ αὐξήσῃ τὰς παροχὰς, ὅπως «δυνηθῇ ν’ ἀσφαλίσῃ ἐν πάσῃ ὥρᾳ τὸ δάνειον· δὲν ἐνόη«σεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι, ὅταν αἱ παροχαὶ φθάσωσι μέχρι «σημείου τινὸς, πᾶσα πρόσθετος παροχὴ, ἀντὶ νὰ φέρῃ δι«ευκόλυνσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, καθιστᾷ «αὐτὸ δυσχερέστερον, σφραγίζουσα τὸ δάνειον διὰ τῆς «σφραγῖδος τῆς χρεωκοπίας». (Πρακτ. 1881, σελ. 601). Ἐπολέμει λοιπὸν τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 ὁ κ. Τρικούπης· καὶ πότε; εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μεγάλαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι τοῦ Τόπου, διότι καὶ ἔλλειμμα φοβερὸν ὑπῆρχεν ἐκ 32,700,000, καὶ πόλεμος προσεδοκᾶτο, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔλεγε τοὺς ἐνθουσιώδεις τούτους λόγους: «Ὁ χάρτης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνεγράφη ἡ ἀπόφασις «ἐκείνη (τοῦ Βερολίνου), εἶναι κειμήλιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, «τὸ ὁποῖον δὲν θέλουσι σχίσει ποτὲ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὸ ὑ«πέγραψαν, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ σχίσωσι, θὰ τὸ σχίσωσι βε«βαμμένον ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ αἵματος.» (1881, σελ. 602). Καὶ ἐχειροκροτεῖτο μὲν τότε, ἀλλὰ καὶ κατεψήφιζε τὰ μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ! Ἂς ἴδωμεν ἤδη τίς εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας περὶ τῆς ποιότητος καὶ περὶ τῶν οἰκονομολογικῶν σχεδίων τῶν διευθυνόντων τὰ Χρηματιστήρια. «Δὲν εἶναι νέα ἡ ἱστορία τῶν Χρηματιστηρίων,» λέγει ὁ κ. Βαλσαμάκης, «καὶ ἐπεθύμουν οἱ Κυβερ«νῆται τοῦ Τόπου μου ν’ ἀπέχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισ«σότερον ἀπὸ τῶν χρηματιστικῶν ἰδεῶν· ἐπεθύμουν ὅσον «τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς σειρῆνας τῶν Χρηματιστηρίων καὶ «τὰ οἰκονομικὰ σχέδιά των νὰ φράττωσι τὸ οὖς, διότι «πλησιάζουσι διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸν Τόπον. Πατρὶς «δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει. Πατρὶς εἶναι τὸ Χρηματιστήριον «καὶ πατριωτισμὸς τὸ χρῆμα». (Πρακτ. 1883, σελ. 190). Καὶ ἀπεκάλει τότε τὴν Κυβέρνησιν δημοκόπον, διότι, διὰ τῆς ὑψώσεως τῶν χρεωγράφων ἀπὸ 50 εἰς 85, προσεπάθει νὰ παραστήσῃ, ὅτι εἰς αὐτὴν τοῦτο ὠφείλετο καὶ ὅτι καλῶς κυβερνᾷ. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τὰς τραπετιζικὰς ὁμάδας πατριωτισμὸς εἶναι τὸ χρῆμα, ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν προκειμένην σύμβασιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εὐλόγως εἶπεν ὁ κ. Βαλσαμάκης ὅσα εἶπε περὶ αὐτῶν. Τὸ δάνειον διαιρεῖται εἰς τρία· δάνειον ὁριστικὸν, δάνειον προσωρινὸν ἢ προκαταβολὴ, καὶ δάνειον, οὗτινος οἱ τίτλοι μένουσιν εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου, καὶ μέλλον νὰ πραγματοποιηθῇ κατόπιν. «Εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐκδοθήσονται 220,000 ὁμολογίαι, ἀντιπροσωπεύουσαι κεφάλαιον ὀνοματικὸν 110,000,000. Μένουσι δὲ εἰς τὸ Κράτος πρὸς διάθεσιν 120,000 ὁμολογίαι, ἀντιπροσωπεύουσαι κεφάλαιον ὀνοματικὸν 60,000,000. Ἐκ τῶν 220,000 ὁμολογιῶν ἡ ὁμὰς τῶν τραπεζιτῶν ἀναλαμβάνει ὁριστικῶς (ferme), κατὰ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7 τῆς συμβάσεως, 110,000 ὁμολογίας, ἀξίας 55,000,000 ὀνοματικοῦ κεφαλαίου. Ἀντὶ τῶν 55,000,000 ὀνοματικῶν, πόσον ποσὸν πραγματικοῦ κεφαλαίου θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; κατὰ τὸ ἄρθρον 7, ἐπειδὴ αἱ ὁμολογίαι ἀντὶ τῆς τιμῆς τῶν 500 δραχμῶν ὀνοματικῶν θὰ ἐκδοθῶσιν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 342½ πραγματικῶν, θὰ καταβάλῃ ἡ ὁμὰς τὸ ποσὸν 37,675,000. Ἀλλ’ ἆρά γε θὰ καταβάλῃ πράγματι ἀκέραιον τὸ ποσὸν τοῦτο; οὐχί. Δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐξ αὐτοῦ πολλὰ ποσά· π. χ. δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων 2,300,000, τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἐπὶ κεφαλαίου μὴ καταβληθέντος (jouissance), ἀνερχομένου εἰς 1,375,000, τὸ ποσὸν 9,000,000, διὰ τὰ ὁποῖα συμμετέχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, καὶ ἥτις εἶναι ὑπόχρεως καὶ σήμερον νὰ καταβάλῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν, δυνάμει τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 συμβάσεως μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἤδη ὑποβαλλομένην πρὸς ἔγκρισιν σύμβασιν τῆς αὐτῆς Τραπέζης, αὕτη δὲν συμμετέχει τῶν ὠφελειῶν τῆς ὁμάδος, δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι τὰ εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναλογοῦντα ἑπομένως ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐξόδων καὶ τόκων, ἐν ὅλῳ 3,675,000, δέον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ¼, ἤτοι 875,000. Μένει δὲ τὸ ποσὸν 2,800,000, ὅπερ μετὰ τῶν 9,000,000 ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν τῶν 11,800,0000, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ἐκπέσωμεν ἐκ τῶν 37,675,000, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσα ὁριστικῶς λαμβάνομεν. Τὸ ὑπόλοιπον δὲ τοῦτο εἶναι 25,875,000, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἀπέναντι τῶν 110,000 ὁμολογιῶν. Κατὰ ταῦτα ἡ ὁμὰς δίδει ὁριστικῶς 25,873,000 καὶ λαμβάνει ὠφέλειαν 2,800,000, ὅπερ σημαίνει ὅτι λαμβάνει κέρδος 11½%!» Ἔχομεν καὶ προκαταβολὴν, ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσωμεν τὰ περὶ αὐτῆς, ἐρωτῶμεν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκθέσωσιν ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης τὸ Κράτος εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἐπιστροφῆς τῆς προκαταβολῆς μετὰ δύω ἔτη, χωρὶς νὰ προνοήσωσιν ἀπὸ τοῦδε περὶ ἐγκαίρου προμηθείας τῶν χρημάτων; Ὁ κ. Τρικούπης πολὺ ὀρθῶς παρετήρει κατὰ τὸ 1881, συζητουμένου τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τὰ ἑξῆς· «Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις συνωμολόγησε προκαταβολὴν, διότι δὲν εἶχε νόμον, διότι δὲν ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ δάνειον· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε εἶναι παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἓν μόνον δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν συνομολόγησιν προκαταβολῆς, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ ἀδύνατον συνομολογήσεως δανείου. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος βεβαιοῖ, ὅτι δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Πῶς ἄρα δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τοιαύτης δηλώσεως, ψηφίζοντες προκαταβολὴν, τουτέστι ψηφίζοντες ὅπως μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, καὶ τοῦτο οὐχὶ πολὺ ἀπέχον, εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποτίσωμεν ἱκανὰ ἑκατομμύρια ἄνευ προνοίας περὶ ἀποτίσεως αὐτῶν; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ δανεισθῶμεν, ἔτι δυσχερεστέρα θὰ ἦναι ἡ πραγματοποίησις εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς πληρωμῆς τῆς προκαταβολῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποία θὰ ἦναι ἡ τότε κατάστασις. Θὰ ἦναι ἄρα τὰ τῆς πίστεως ἡμῶν τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἦναι εὐχερὴς ἡ συνομολόγησις δανείου; τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦδε ἀσφαλῶς· καὶ λίαν ἐπικίνδυνον πρᾶξιν ἐπιτελεῖ ἡ Βουλὴ, ἥτις, ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης, ἐκθέτει τὸ Κράτος εἰς τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα ὑπόχρεον εἰς ἀπότισιν πολλῶν ἑκατομμυρίων ἄνευ προνοίας περὶ ἐγκαίρου προμηθείας αὐτῶν». (σελ. 562.) Ἔχομεν λοιπὸν καὶ προσωρινὸν δάνειον ἢ προκαταβολὴν, κατὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9, ἐκ 35,000,000. Ἀντὶ τούτων λαμβάνει ἡ ὁμὰς τὰς 110,000 ὁμολογίας. Ἐπὶ τούτων ἔχουν δικαίωμα αἱρέσεως (option) ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ τῶν 312½. Ἐν περιπτώσει μὴ ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, ἡ χορηγηθεῖσα προκαταβολὴ θέλει ἀποδοθῇ ὁλοσχερῶς μετὰ δύω ἔτη. Καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 35,000,000 δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι ποσά τινα, ὡς τὸ περιπλέον προμηθείας, λογιζομένης πρὸς ½% ἐπὶ τρεῖς ἑξαμηνίας, ἐνῷ εἶναι δοτέα ἐφάπαξ ἡ διαφορὰ τόκων καὶ κανονισμοῦ δόσεων, εἴτε καταβαλλομένων εἴτε μὴ, εἰς ἃς δύναται νὰ δώσῃ χώραν τὸ ἀόριστον τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8. Ἐν γένει ὑπάρχει ἀσάφεια ἐν πολλοῖς, ἀλλὰ πάντοτε πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους, διότι τὰ ἀσαφῆ ταῦτα, καθὸ συνταχθέντα ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων, εἶναι οὕτω συντεταγμένα, ὥστε ἡ ἀσάφεια νὰ μὴ στραφῇ κατ’ αὐτῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἡ προκαταβολὴ θὰ ἐπιστραφῇ μετὰ δύω ἔτη ἐν ἀποτυχίᾳ τοῦ δανείου. Ὁ τόκος μετὰ τῆς προμηθείας ἀνέρχεται εἰς 9,43%!
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε πῶς κάμνετε τοὺς ὑπολογισμούς σας.
§21ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διότι ὑπολογίζω, ὅτι διὰ τόκον ἑξαμηνίας, προμήθειαν προπληρωτέαν μάλιστα ἐξ ἀρχῆς, δι’ ὅλα ταῦτα ὁμοῦ θὰ πληρώνωμεν καθ’ ἑξαμηνίαν 1,650,000, τὸ ὁποῖον φέρει τόκον 4,71%, ἤτοι κατ’ ἔτος 9,43%. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι σπουδαῖον ἐν τῇ προκαταβολῇ, δὲν εἶναι ὁ τόκος, ἀδιάφορον λοιπὸν ἂν εἶναι καὶ 8% καὶ 7%. Τί δίδετε ὡς ἐνέχυρον; δίδετε 70,000,000 καὶ λαμβάνετε 35,000,000. Ἀλλὰ δὲν δίδετε μόνον 70,000,000, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 5 καὶ αἱ λοιπαὶ ὁμολογίαι δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσι πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τῆς προκαταβολῆς. Καὶ αὐταὶ λοιπὸν εἶναι ἐνέχυρον, Ὥστε τὸ ἐνέχυρόν σας ἀνέρχεται εἰς 115,000,000, ἀντὶ 35,000,000, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε. Καὶ τίς τύχη περιμένει τὸ ἐνέχυρον τοῦτο; Ἀφοῦ αἱ ὁμολογίαι θὰ ἦναι εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰς ὑποτιμήσωσι, κινδυνεύουσι νὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὰς μηδαμινάς! Ἀλλὰ περὶ ὅλων τούτων, περὶ τῶν κινδύνων τῆς προκαταβολῆς δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τὴν γνώμην μου· ὁ κ. Τρικούπης δογματικῶς ἀπεφάνθη περὶ τούτων, καὶ καταφεύγω εἰς τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ. Λαμβάνει ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς εἰς ἐνέχυρον ὁμολογίας τοῦ δανείου διὰ ποσὸν ὀνοματικὸν 70,000,000. Τότε ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, δύναται ἡ ὁμὰς, ἂν ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ὑψωθῇ, δύναται, ἂν τὰ χρεώγραφα ταῦτα κυκλοφορῶσιν εἰς τιμὰς ὑψηλὰς, εἰς τιμὴν 78 ἢ 80%, νὰ λάβῃ ταῦτα τὰ 70,000,000 ἀντὶ 68% καὶ νὰ διανεμηθῇ μετὰ τοῦ Κράτους τὴν διαφοράν. Ἐὰν ὅμως, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, τὰ πράγματα δὲν βαίνωσι καλῶς, ἐὰν τὰ πράγματα ὦσιν εἰς χείρονα κατάστασιν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς ὁμολογίας, εἰμὴ εἰς τιμὴν 58% ἢ 48%, ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ συναλλαττόμενοι, τὰς ὁμολογίας τοῦ δανείου, αἵτινες κεῖνται ὡς ἐνέχυρον εἰς χεῖρας αὐτῶν, νὰ ἐκποιήσωσιν ἐπὶ τῇ τρεχούσῃ τιμῇ, καὶ πληρωθῶσι τὰ εἰς αὐτοὺς ἐκ τῆς προκαταβολῆς ὀφειλόμενα. Ἐὰν τὰ πράγματα βαίνωσι κακῶς, νομίζετε ὅτι δὲν δύναται ἡ συναλλαττομένη ὁμὰς νὰ συντελέσῃ, ὅπως αἱ τιμαὶ ὦσιν ἐλάσσονες, ἢ ὅσον ἡ κατάστασι; ἐκείνη ἤθελεν ἐπιτρέψει; Ἡ συναλλαττομένη ὁμὰς ἔχει εἰς χεῖράς της 70,000,000 ἐκ τοῦ δανείου, καὶ δι’ αὐτοῦ δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καὶ αἰσία ἂν ἦναι ἡ λύσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, νὰ ἐπέλθῃ ἐκπεσμὸς αὐτῶν. Ἔχουσα δὲ συμφέρον, ἵνα μὴ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον εἰς τὰ 68, θὰ εὕρῃ τρόπον, ὅπως τὸ πραγματοποιήσῃ ἀντὶ τιμῆς εὐτελεστάτης, καὶ τὸ ἐλάχιστον, ὅπερ πρέπει νὰ φοβώμεθα, εἶναι ὅτι θ’ ἀποῤῥοφήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 70,000,000! Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς. Ἠξεύρετε ὅτι ἐν αὐτοῖς ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς ἀπεῤῥοφήθησαν δάνεια τριπλάσια καὶ τετραπλάσια τῆς ἀρχικῆς παροχῆς. Τοσοῦτον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς, ὥστε δάνειον πρὸς Κυβέρνησιν ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς θεωρεῖται δάνειον προδίδον Κράτος χρεωκοπημένον. Οὐδὲν Κράτος ἔχον πίστιν, ἡμεῖς δὲ κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, εἴμεθα Κράτος ἔχον πίστιν, ποιεῖται δάνειον ὑπὸ τύπον προκαταβολῆς ἐπὶ ἐνεχύρῳ αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἀφοῦ δεχθῶμεν τοιοῦτον τύπον, λέγει παρακατιὼν, θὰ ἦναι δυσκολώτατον εἰς τὸ ἑξῆς νὰ πραγματοποιήσωμεν ἄλλο δάνειον· ἄλλως τε αἱ ὁμολογίαι τοῦ δανείου, κείμεναι ὡς ἐνέχυρον εἰς χεῖρας ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ τὰς ὑποτιμήσωσι, κινδυνεύουσι νὰ πωληθῶσιν εἰς τιμὰς μηδαμινάς. Ἔχομεν λοιπὸν τὸν μηχανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντὶ τοῦ κεφαλαίου θέλει ἀποῤῥοφηθῆ τὸ διπλάσιον, τὸ τριπλάσιον ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλας διατάξεις, αἵτινες αὐταὶ καὶ μόναι θὰ ἤρκουν, ἵνα παραστήσωσι τὴν προκαταβολὴν ταύτην ὡς τοκογλυφικήν(Πρακτ. 1881, σελ. 563). Ὅταν ἦναι βέβαιον, ἔλεγεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι Ἑλληνικαὶ ἀξίαι δὲν κυκλοφοροῦσι πράγματι ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ὅτι καὶ ἐκεῖ ὅπου ἔχουσι νόμιμον κυκλοφορίαν (ἐν Παρισίοις), κυκλοφοροῦσι μόνον ἐν τοῖς παρασκηνίοις τοῦ Χρηματιστηρίου, εὐκόλως δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν τίς θὰ ἦναι ἡ ἐπήρεια τῶν διαθετόντων ὁμολογίας ἀξίας 70,000,000. Ἐλάχιστον ποσὸν ἀρκεῖ νὰ προσφέρωσιν εἰς πώλησιν ἐν τοῖς παρασκηνίοις, ἵνα ἐπέλθῃ ἔκπτωσις τιμῆς 5 ἢ 15 ἢ 20%. Εἶναι βέβαιον ὅτι, ἐὰν ἐπὶ τῇ παρελεύσει τῆς διορίας ἡ Κυβέρνησις μὴ ἦναι εἰς θέσιν ν’ ἀποτίσῃ τὴν προκαταβολὴν, ἡ ὁμὰς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πωλήσῃ ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις πάσας τὰς ὁμολογίας, τὰς ὁποίας κρατεῖ εἰς ἐνέχυρον· ἔχουσα δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἔχει καὶ τὰ μέσα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ὑποτιμήσῃ τὰς ὁμολογίας, ἂν ἔχῃ τὸ πρὸς τοῦτο συμφέρον. Τοιαύτην σύμβασιν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν σήμερον, καὶ μὴ ἀποβλέπετε εἰς τὸ ποσὸν τοῦ τόκου τῶν 7%· τοῦτο εἶναι μηδὲν ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ. Αἱ ὠφέλειαι ἐκ τῆς προκαταβολῆς δὲν εἶναι αἱ τοῦ τόκου. (Σελ. 596). Καὶ λοιπὸν ἔχομεν βεβαιωμένον ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἐν τῇ προκαταβολῇ αἱ ὠφέλειαι δὲν εἶναι αἱ ἐκ τοῦ τόκου! Τοῦτο μᾶς ἀρκεῖ. Ἀλλὰ τί μένει νὰ καθορισθῇ ὡς ἐγγύησις εἰς ἄλλο δάνειον; Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχομεν πρὸς ἔκδοσιν ἄλλου δανείου ἐγγυήσεις ἀποχρώσας, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν χρήματα; Εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἐδώκαμεν τὴν πρόσοδον ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, τὰ Τελωνεῖα καὶ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ. Ἤδη δίδομεν ὅ,τι ἔχομεν καὶ δὲν ἔχομεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τολμηρὸν νὰ ψηφίζωμεν σύμβασιν, ἀφοῦ λέγομεν μετὰ στόμφου, ὅτι ἔχομεν 15,000,000 διαθέσιμα δι’ ἓν δάνειον; Δὲν εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ δίδωμεν ὡς ἐγγυήσεις τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἔσοδα αὐτῆς, ἀνερχόμενα εἰς 15,000,000, καὶ ἐνέχυρον 115,000,000; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἐλευθερίαν ἐνεργείας διὰ τὸ ὑπόλοιπον; ποσῶς. Εἶναι ἀδύνατον καὶ ἠθικῶς καὶ νομικῶς νὰ πραγματοποιήσωμέν τι ἐξ αὐτοῦ, καὶ ψηφίζοντες τὸ δάνειον ψηφίζομεν Νόμον εἰκονικόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 12, δεσμεύεται ἠθικῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις Παρισίων καὶ Λονδίνου παραδοχὴν τῶν ὁμολογιῶν, τουτέστιν, ἐνῷ ψηφίζομεν δάνειον, ὑποχρεούμεθα πρὸς τρίτους, ὅπως οὐδεμίαν ὁμολογίαν πραγματοποιήσωμεν ἐν Παρισίοις, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5 ὑποσχόμεθα ἔτι χείρονα. Ἡ μειονοψηφία ἐθεώρησε καθῆκόν της νὰ παρατηρήσῃ καὶ τὰ ἑξῆς: «Παραλείπει ἡ μειονοψηφία νὰ ἐκτυλίξῃ καὶ ἄλλας ἀσχημίας τῆς συμβάσεως, καὶ ἄλλας ὠφελείας τῆς ὁμάδος. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς συμβάσεως τῶν 120,000,000, οἱ συμβαλλόμενοι ἀναλαμβάνουν πάσας τὰς δαπάνας τῆς ἐκδόσεως, δημοσιεύσεως καὶ λοιπάς, ὡς καὶ τὴν κατασκευὴν τῶν τίτλων, μόνον δὲ τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου ἔμειναν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ ὅλων δὲ τῶν δαπανῶν ἐχορηγήθη τὸ ποσὸν τῶν 300,000, διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς προκειμένης συμβάσεως, μόνον διὰ τὰ ἔξοδα ἐκδόσεως καὶ δημοσιεύσεως δίδονται 2,300,000, τὰ δὲ λοιπὰ ἔξοδα, ὡς ἡ κατασκευὴ τῶν τίτλων κτλ. μένουν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίσης καὶ ἡ πληρωμὴ τῆς ἀποστολῆς εἰς τὰ διάφορα μέρη, κατὰ τὸ ἄρθρον 11. Ἐπίσης παραλείπει νὰ κάμῃ λόγον ἐκτενῆ περὶ τοῦ ἄρθρου 4, καθ’ ὃ ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου αἱ ὁμολογίαι, ἐνῷ φορολογοῦνται πᾶσαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, καὶ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν γενικὴ τοῦ Τόπου ἀπαίτησις, χάριν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος ἐν τῇ φορολογίᾳ, εἶναι νὰ φορολογηθῶσι καὶ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα μεγάλας ὠφελείας θέλουσι προσπορίσει ἐν τῇ εἰδικῇ ταύτῃ περιστάσει εἰς τὴν συμβαλλομένην ὁμάδα». Καὶ τί ἔλεγε περὶ τῆς φορολογίας τῆς προσόδου τῶν εὐπόρων ὁ κ. Τρικούπης πέρυσι; Τὸν ἐρωτᾷ εἷς βουλευτής, δὲν φορολογεῖτε τὰ κεφάλαια; «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοιαύτην φορολογίαν (φορολογίαν τῆς προσόδου τῶν εὐπόρων) ἐπιθυμοῦμεν πρώτην νὰ προτείνωμεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ἀφαιρέσει τὰ μέσα, συνομολογήσασα πρὸς τοὺς δανειστὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τιμίους ἀνθρώπους νὰ παραβῶσιν. Ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις καὶ ἐν ταῖς συμβάσεσι καὶ ἐν τοῖς νόμοις, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία φορολογία ἐπὶ τῶν δανείων». (Πρακτ. σελ. 234). Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης ἐπεθύμει πρώτην τὴν φορολογίαν ταύτην νὰ προτείνῃ, καὶ κατέκρινε τοὺς προκατόχους του, διατί ἤδη δὲν ἐφρόντισε περὶ τούτου; Δὲν εἶναι καὶ αὕτη ἐξ ἐκείνων τῶν παροχῶν, αἵτινες ἐπιθέτουσι τὴν σφραγῖδα τῆς χρεωκοπίας ἐπὶ τοῦ δανείου; Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνω τὰ πικρὰ παράπονά μου εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ἐξέθηκε καί τι, περὶ οὗ δὲν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐννοῶ περὶ τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ γνώμη αὕτη, ἂν ἐξετίθετο τῇ Ἐπιτροπῇ, ἴσως ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἰδέας τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη κατόπιν τῶν ἀντιῤῥήσεων ἡμῶν, φαίνεται, περὶ τοῦ ἐλλείμματος, ἐθεωρήθη ὡς δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ. Εἶναι γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη, ἣν πέρυσιν ἐξήνεγκεν, ὁμιλῶν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ προσπαθῶν νὰ πείσῃ, ὅτι καὶ οἱ ὑπάλληλοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἄρσεως. Ἰδού τί ἔλεγεν: «Ἡ δαπάνη, ἡ γιγνομένη διὰ τὴν με«ταβολὴν τοῦ γραμματίου εἰς μέταλλον ἐν τῇ πληρωμῇ «τῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸ Δημόσιον, διότι «πληρώνει ἐκείνους, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν αὐτὸ, καὶ οἵτινες «ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσι τὴν τοιαύτην αὔξησιν· ἡ «δὲ αὔξησις, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἰς «τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, θὰ καταστήσῃ ἐφικτὸν, «ὅπως μὴ προτείνωμεν αὔξησιν, ὅσην ἠθέλομεν ἄλλως «εἶσθαι ἠναγκασμένοι νὰ προτείνωμεν εἰς τοὺς κανονικοὺς «τῶν ὑπαλλήλων μισθούς. (Πρακτ. σελ. 869.)» Ἀλλὰ τί εἶπε φέτος περὶ ὑπαλλήλων, εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμόν; Εἶπεν, ἡ ἀναγωγὴ τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐπιβάλλεται ἐκ καθήκοντος. Καὶ ὅτε ἔλεγε ταῦτα, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ταῦτα ὅμως δὲν λέγονται σπουδαίως. Ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ μὴ συμπεριλάβῃ τὴν ἀναγωγὴν εἰς νέας δραχμὰς τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων, διότι τοῦτο εἶναι ἄτοπον, ἄδικον καὶ ἐπιζήμιον. Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς συμβάσεως παρεγνώρισεν ὑψίστην οἰκονομικὴν ἀρχὴν, καθ’ ἣν αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ προσέχωσι νὰ μὴ κλονῶσι τὴν δημοσίαν πίστιν τῶν Ἐθνῶν, τοιοῦτοι δὲ ὅροι χαρακτηρίζουσι πολλάκις τὴν πίστιν τῶν Κρατῶν, ὅροι δὲ βαρεῖς μαρτυροῦσιν ὅτι τὰ Ἔθνη ἀντὶ νὰ ἔχωσι μέλλον ἀκμαῖον, ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Τρικούπης, παριστῶσιν αὐτὸ μαῦρον καὶ ἀπελπιστικόν. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, τίς ἐγγυᾶται ἡμῖν, ὅτι καὶ διὰ τοῦ δανείου τούτου θὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Πολλὰ δάνεια μέχρι τοῦδε ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, καὶ ἐν τούτοις αἱ περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν νὰ γείνῃ ἡ εἰδικὴ αὐτῶν χρῆσις, δι’ ἣν συνωμολογήθησαν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον· ἀφορᾷ εἰς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν· ἡ πολιτικὴ δὲν ἔχει χώραν ἐνταῦθα· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσάγων τὴν σύμβασιν, ἀφῆκε νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῆς, καὶ ἄλλα μέλη ἀξιότιμα τῆς πλειονοψηφίας ἐξέφρασαν δισταγμοὺς ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐλύθη, καὶ ἐλύθη κατὰ τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ μεγάλου δανείου, τὰ βάρη τοῦ ὁποίου μέλλουσι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε, καὶ ὀφείλετε, ἀφίνοντες πρὸς στιγμὴν τὰς πολιτικὰς ὑμῶν δοξασίας, νὰ σκεφθῆτε ὡρίμως, καὶ νὰ μὴ θελήσητε νὰ παραδώσητε τὴν παροῦσαν καὶ μέλλουσαν γενεὰν εἰς τὰς χεῖρας τῶν τοκογλύφων.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον Τμῆμα διὰ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν του περὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἄλλος; Εἶναι 14 τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας!
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς ἀσθενεῖ.
§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐδῶ ὑπάρχουσι τόσα ἄλλα μέλη εὐπαίδευτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι.
§26ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὁ κ. Καραπάνος δὲν θὰ ὁμιλήσῃ;
§27ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ, ὥστε γράψετέ με, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ θὰ ὁρίσω πότε θὰ ὁμιλήσω.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος εἶναι μαζῆ σας, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὕστερα ἀπὸ σᾶς.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἕκαστος Νόμος ἔχει δύω μέρη, τὸ ἠθικὸν καὶ πραγματικόν. Τὸ ἠθικὸν μέρος διαιρεῖται πάλιν εἰς δύω· τίνες αἱ πηγαί, ἐξ ὧν παρήχθη, καὶ τίς ὁ σκοπός, δι’ ὃν γίνεται. Τὸ πραγματικὸν μέρος εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἐγὼ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νόμου δὲν θὰ εἰσέλθω καθόλου, ἀρκετὰ εὐφραδῶς ἀνέπτυξε τὸ μέρος αὐτὸ ὁ προλαλήσας πρὸ ἐμοῦ κ. βουλευτὴς Πατρῶν καὶ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας· καὶ ἀπορῶ πῶς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἔχουν τὴν φιλοτιμίαν νὰ λάβουν τὸν λόγον, καὶ ν’ ἀναπτύξωσι τὴν πεποίθησίν των, ἀντικρούοντες τὸν προλαλήσαντα, ἀφοῦ μάλιστα μεταξὺ τούτων τῶν μελῶν εἶναι πολλοὶ εὐπαίδευτοι! Ἄρα σημαίνει, ὅτι δὲν ἔθεσα εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὑπογραφήν των κατ’ ἰδίαν αὐτῶν πεποίθησιν, ἀλλὰ κατὰ διαταγὴν ἄλλου. Ἐπειδὴ λοιπὸν βλέπω, ὅτι δι’ ἓν τοσοῦτον σπουδαῖον καὶ ζωτικὸν διὰ τὴν πατρίδα ζήτημα δὲν ἐργάζονται κατὰ πεποίθησιν ἀλλὰ κατ’ ἐντολήν.....
§30ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν πρέπῃ νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ τις, ὅταν λέγητε αὐτά.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ πῶς πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ τις διὰ νὰ ἐξηγήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν γνώμην σας, ἀφοῦ δὲν σᾶς ἤρεσεν ἡ ἀντίθετος τῆς γνώμης σας ὁμιλία τοῦ κ. Κοντογούρη; Διατί δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν τολμᾶτε νὰ ὁμιλήσητε, διότι δὲν σᾶς τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Πρωθυπουργός; Εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὁσάκις αἱ Κυβερνήσεις λάβουν ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσωσι δάνειον, καὶ δὲν εἶναι τόσον εὐάρεστος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου, ὅπως εἶναι ἡ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, σπεύδουσιν αὗται νὰ κρούσωσι τὰς θύρας τῶν κεφαλαιούχων, καὶ οὐχὶ οἱ κεφαλαιοῦχοι τὰς θύρας τῶν Κυβερνήσεων· καὶ ἐν τούτοις, κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν τὸ δεύτερον. Πρὸ μηνὸς, διὰ νὰ μὴ εἴπω πρὸ πολλῶν μηνῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἐκπολιορκηθεῖσα ὑπὸ τῶν δανειστῶν, ἐπείσθη νὰ φέρῃ τὸ περὶ τοῦ δανείου τῶν 170 ἑκατομμυρίων νομοσχέδιον. Τί σημαίνει τοῦτο νὰ θέλουν μετὰ παρακλήσεων νὰ καταθέσουν τὰ κεφάλαιά των, ὅπου δὲν ὑπάρχει πληρεστάτη ἀσφάλεια, ὅπως οὗτοι διατείνονται; Ἡ πολιορκία αὕτη γίνεται ἀπὸ ἄτομα. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα καὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰ ἄτομα, διὰ νὰ εὕρωμεν τίνα λόγον ἔχει ἡ πολιορκία αὕτη. Διατί οἱ πολιορκηταὶ οὗτοι ἀνέλαβον νὰ ἐκπορθήσωσιν, ἀφοῦ ἐκέρδησαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐθνικὴν δύναμιν; Καὶ χωρὶς νὰ ἐκφράσω σαφέστερον τὴν ἰδέαν μου, ἐνόησατε βεβαίως, ὅτι ἐκτείνω τὸν λόγον μου καὶ ἀλλαχοῦ! Τί ζητοῦν οἱ πολιορκοῦντες, καὶ ἐν τίνι δικαιώματι λαμβάνουσι τοιαύτην ἐπιθετικὴν θέσιν; καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἀκριβῶς. Πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς ἡμῶν, οὐ μόνον ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀτόμων, ἐπιθυμούντων νὰ ἔχωσι κἄποιαν ὑπόληψιν ἐν τῇ χώρᾳ, ἣν ἀντιπροσωπεύουσι. Μᾶς εἶπον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐμμέσως, καὶ διὰ τοῦ τύπου τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἐδείχθημεν στενοκέφαλοι, αὐτόχθονες μικροπρεπεῖς, καὶ μοχθηροί, διότι δὲν ἠνέχθημεν ἕνα ἐξ ἐμπόρου ν’ ἀνέλθῃ εἰς ἓν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ φορέσῃ μεσίτης χρυσᾶ ἐνδύματα καὶ πτερά. Καὶ δὲν θέτει καὶ κουδούνια; οὐδεὶς θὰ δώσῃ προσοχήν· ἀλλ’ ὑψώσαμεν φωνὴν, διότι ἐπρόκειτο περὶ καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὅπως πρέπει. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐν ἀμφιβολίᾳ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ἡ ὑπὲρ τοῦ ἀτόμου ἰδέα! Ὥστε ἐν ἀμφιβολίᾳ χάριν τοῦ ἀτόμου πρέπει νὰ καταπατηθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ἄλλοτε δὲν ἐτολμήθη χάριν ἐπισήμου ἀνδρός, τοῦ Χρηστίδου, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐγνωρίσαμεν, ὅστις, διορισθεὶς Γερουσιαστὴς μὲ ἀμφιβαλλόμενα προσόντα, δὲν παρεδέχθη ὑπὸ τῆς Γερουσίας.
§32ΦΩΤΗΛΑΣ. Διηγηθῆτέ μας τί συνέβη περὶ Χρηστίδου.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1823 ἐκανόνισε τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ πρόεδρον, ἀντιπρόεδρον καὶ τρία ἕτερα μέλη, καὶ γραμματέα κρατοῦντα τὰ πρακτικὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ συνυπογράφοντα αὐτά, μὲ τὸν τίτλον «Γενικὸς γραμματεὺς τῆς Ἐπικρατείας.» Οὗτος ἦτον εἰσέτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῶν ἑτέρων ἑπτὰ Ὑπουργῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν, Ἀστυνομίας, Πολέμου, Ναυτικῶν, Οἰκονομίας, Δικαίου καὶ Θρησκείας, ἧς ὁ Ὑπουργὸς ἦτο πάντοτε Ἀρχιερεὺς, ἀναπληρῶν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν τούτων ἐκανόνισεν ἡ Συνέλευσις καὶ ἀνὰ ἕνα ὑφυπουργὸν, μὲ τίτλον Γενικοῦ Γραμματέως, ὅστις ἀνεπλήρωνε καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἀπόντα. Ὁ δὲ Γενικὸς Γραμματεὺς τῶν Ἐκτελεστικῶν ὢν συνάμα καὶ Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε Γενικοὺς γραμματεῖς ἀναπληρωτὰς, ἕνα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν, τὸν Χρηστίδην, καὶ ἕτερον διὰ τὴν ἐξωτερικὴν, τὸν Ρόδιον. Τὸ 1825, ἐκστρατεύσας εἰς τὰ Μεσσηνιακὰ Φρούρια κατὰ τοῦ Ἰβραΐμ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐκτελεστικοῦ Κουντουριώτης, παρέλαβε μαζῆ του καὶ τὸν Γενικὸν Γραμματέα Μαυροκορδάτον, τοῦτον ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἀνεπλήρωσαν καὶ ὑπέγραφον ἀντ’ αὐτοῦ οἱ Χρηστίδης καὶ ὁ Ρόδιος, ὅ ἐστὶν ἐξετέλεσαν χρέη Ὑπουργοῦ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἐσημείωσεν ὡς προσὸν Γερουσιαστοῦ καὶ τὴν μέχρι τοῦ 1827 Ὑπουργείαν. Τὸ ὑπὸ τὸν Μαυροκορδάτον σχηματισθὲν τότε μετὰ τὴν Συνέλευσιν Ὑπουργεῖον συμπεριέλαβε καὶ τὸν Ρόδιον ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὄντα καὶ στρατηγόν, ὡς τὸν πρῶτον ὀργανωτὴν τοῦ ἐν Ἑλλάδι τακτικοῦ. Ἀποτυχὼν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ὁ Ρόδιος, τὰς τὸ 1844 ἐνεργηθείσας ἐν Ναυπλίῳ, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν του Μαυροκορδάτον νὰ τὸν συμπεριλάβῃ εἰς τοὺς ἐκ 36 προσώπων πρώτους τῶν Γερουσιαστῶν διορισμοὺς, μὲ τὸ προσὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ 1825, ὡς ἀναπληρώσαντα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αὐτὸν τὸν Μαυροκορδάτον. Ὁ μέγας ὅμως οὗτος πολίτης εἶπεν: ἀμφιβάλλω ἐὰν ὁ ἀναπληρωτὴς ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ ἀναπληρωμένου, καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ, προκειμένου περὶ ὅρου τοῦ Συντάγματος, δὲν τολμῶ νὰ ἐνεργήσω. Ἤκουσας, κ. Τρικούπη, τί εἶπεν ὁ Μαυροκορδάτος περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος; Καὶ σὺ χρεωστεῖς εἰς τὸν Μαυροκορδάτον τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς ἠθικῆς σου ὑπάρξεως. Μετὰ ἓν ἔτος ὁ πανίσχυρος Κωλέττης διορίζει Γερουσιαστὴν τὸν Χρηστίδην μὲ τὸ προσὸν τῆς ὡς ἀναπληρωτοῦ ὑπουργείας τοῦ 1825. Ἀλλ’ ἡ Γερουσία ἀποκρούει τὸν διορισμὸν ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὁ Κωλέττης θέλει νὰ τὸν ἐπιβάλῃ διὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ αὕτη οὐ μόνον δὲν πείθεται, ἀλλὰ καὶ ζητεῖ νὰ περιλάβῃ παράγραφον κατὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Χρηστίδου εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Β. λόγον· εἰς μάτην ὁ Κωλέττης ἠπείλησε τοὺς φίλους του ὅτι θὰ παραιτηθῇ· δὲν ἐκάμφθησαν καθόλου· πρόκειται περὶ Συντάγματος τῷ ἀπήντων, ἐκεῖνοι οἱ τοῦ ἀγῶνος ἄνδρες, μὴ ἔχοντες ὡς ἡμεῖς πτυχίον Πανεπιστημίου!
§34ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν τὸν ἤθελε καὶ ὁ Παλαμήδης.
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχεν οὗτος ἰσχὺν, διότι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Κωλέττου καὶ τῶν τότε μεγάλων κομματαρχῶν δὲν συνεδέοντο μὲ αὐτοὺς διὰ ρουσφετίων ὅπως καὶ τῶν σημερινῶν, ἀλλὰ τοὺς συνέδεον ἑνεστῆ βάσανα καὶ κίνδυνοι τοῦ μεγάλου τῆς πατρίδος ἀγῶνος. Μόλις λοιπὸν ἐκάμφθησαν οἱ βουλευταὶ νὰ θέσωσι τὴν ἀποδοκιμάζουσαν παράγραφον ἀντὶ εἰς τὸ κείμενον τῆς ἀπαντήσεως, εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ στρατηγὸς Πλαπούτας, ὅστις ἠγάπα τὸν Χρηστίδην, ἐσέβετο τὸν Κωλέττην, δὲν ἤθελε νὰ καταψηφίσῃ, ἀλλὰ καὶ ἡ συνείδησίς του δὲν τῷ ἐπέτρεπε νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, προσβάλλουσαν τὸ Πολίτευμα τῆς πατρίδος του, ὑπεξέφυγε νὰ ζητήσῃ διὰ πνευματώδους ἀπαντήσεως· ὅταν ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ γραμματέως νὰ δώσῃ ψῆφον «δὲν εἶμαι νομικός,» ἀπήντησεν. Ὤ εἴθε νὰ μὴ ἔβλεπε διὰ τὴν εὐτυχίαν τῆς ἡ Πατρὶς ἐν τῇ ἀντιπροσωπείᾳ νομικοὺς, ὁποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς σήμερον!!
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν κκ. Δηλιγιάννη καὶ Παπαηλιοπούλου, συντακτῶν τῶν ἐπισήμων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἰδέτε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς Βʹ Συνόδου τῆς Αʹ περιόδου τοῦ 1846, πρακτικῶν. Τόμος Αʹ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄξεστοι ἀγωνισταὶ — διότι ἐκ τῶν 121 τότε βουλευτῶν οἱ 107 ἦσαν ἀγωνισταὶ — οἵτινες μόλις ἐγνώριζον νὰ θέτωσι τὴν ὑπογραφήν των, ἑπομένως χωρὶς νὰ σπουδάσωσι Συνταγματικὸν Δίκαιον, νὰ μελετήσωσι συγγραφεῖς, ἤξευρον νὰ ἐκτιμήσωσι τὶ σημαίνει παράβασις τοῦ θεμελιώδους Πολιτεύματος. Καὶ ἀφοῦ οὗτοι δὲν ἐδέχθησαν τὴν καταπάτησιν τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος χάριν ἑνὸς ἐπισήμου ἀνδρὸς οἷος ἦτον ὁ Χρηστίδης, ἔρχονται οἱ Ὑπουργοὶ καὶ μᾶς λέγουν, ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος χάριν ἑνὸς Σκουλούδη, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς παραδέχεται χειροκροτοῦσα τὴν ἀξίωσιν ταύτην τῶν Ὑπουργῶν! Ἐκτὸς τοῦ διαληφθέντος συνταγματικοῦ λόγου, ἔχει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἕτερον οὐσιώδη λόγον νὰ πολεμήσῃ πᾶσαν περιποίησιν πρὸς τὸν Σκουλούδην. Ὁ Σκουλούδης εἶναι ὁ πρῶτος εἰσαγαγὼν τὴν διὰ χρημάτων διαφθορὰν τῶν Βουλευτῶν. Τῷ 1880 ἐλθὼν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ κ. Τρικούπης ἐκλονίσθη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀποχωρισθέντος τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη· εἶχε λοιπὸν ἀνάγκην ψήφων ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ὁ Σκουλούδης προσεφέρθη νὰ ἀγοράσῃ ἐκ τῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἠγόρασε τοιούτους, ὧν γνωστοὶ ἐγένοντο δύω, οἵτινες δὲν κάθηνται εὐτυχῶς μεταξὺ ἡμῶν, ὁ Κότταρης ἐκ Δωρίδος, εἰς ὃν ἔδωκεν ὁ Σκουλούδης χίλια τάλληρα καὶ ὁ Χαντζόπουλος ἐκ Φθιώτιδος, εἰς ὃν ἔδωκε 500. Καὶ παρεξενεύθημεν διὰ τὴν τόσην τοῦ Σκουλούδη πρὸς τὸν κομματάρχην του ἀφοσίωσιν, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον ἐγνώσθη ὁ λόγος τῆς ἀφοσιώσεως, διότι εἶχε συμφέρον νὰ μὴ πέσῃ ὁ κ. Τρικούπης ἐντὸς τῆς Συνόδου, ἵνα μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς τῷ παραχωρηθῇ ἡ Κωπαΐς· καὶ οὕτω μᾶς διδάσκουσιν οἱ Χαβιαροχανῖται πῶς ἠξεύρουν νὰ ἐξοδεύωσι χιλιάδας τινὰς δραχμῶν, διὰ νὰ κερδίζωσιν ἐκεῖνοι μιλιοῦνια! Κατέστη λοιπὸν ὁ Σκουλούδης ἀντιπαθητικὸς εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος του, διότι πρῶτος οὗτος, χάριν χρηματολογικῶν σκοπῶν, ἀνέλαβε νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἐθνοφθόρον κακοήθειαν τῆς ἐξαγορᾶς τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν Ἐπαρχιῶν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ τώρα (θόρυβος). Κύριοι μὴ θορυβεῖσθε! Εὑρισκόμεθα εἰς πολιορκίαν διὰ νὰ ἐκπορθήσωσι τὴν ψῆφόν μας ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δανείου. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μετέβη ἐνταῦθα ὁ Κορωνιὸς, ὅστις πέρυσι συνέχαιρε τὸν Βασιλέα τηλεγραφικῶς, διότι ἐπετεύχθη δῆθεν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ κατόπιν ἦλθε προσωπικῶς καὶ ἔπεισε καὶ Βασιλέα καὶ Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ ὀπισθοχωρήσωσιν εἰς τὰ ὁποῖα συνέλαβον μέτρα τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων καὶ μεταβολῆς τοῦ νομίσματος· οὗτος εἶναι ὁ μᾶλλον πεπειραμένος, ἵνα διευθύνῃ στρατηγηματικῶς τὴν ἐκπόρθησιν τῆς συνειδήσεως τῶν βουλευτῶν, καὶ τὴν κατάκτησιν πάσης ἐθνικῆς θελήσεως. Βλέπω, κύριοι, (ἀποτείνεται πρὸς τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) ὅτι ταράττεσθε. Δύναμαι ν’ ἀνακαλέσω ὅ,τι ἐπίστευσα, ὅτι τὰ δίκτυα τοῦ Κορωνιοῦ καὶ συναιτέρων ἐπέτυχαν νὰ συλλάβωσι καὶ βουλευτὰς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα καὶ σεῖς διὰ τῆς ψήφου σας συμμορφωθῆτε μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ μεγάλου Καίσσαρος, ὅστις, ὅταν ἐδίωξε τὴν σύζυγόν του Πομπηΐαν, θυγατέρα τοῦ Πομπηΐου, καὶ οἱ περὶ αὐτὸν τῷ ἔλεγον ὅτι τὴν ἀδικεῖ, διότι εἶναι τιμία, «ἡ σύζυγος τοῦ Καίσσαρος, εἶπε, δὲν ὠφελεῖ νὰ ᾖναι τιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ πιστεύηται ὡς τιμία». Δὲν ὠφελεῖ λοιπὸν νὰ μὴ ἐξαγορασθῶσιν οἱ βουλευταί, ἀλλὰ καὶ νὰ πεισθῇ ἡ κοινωνία ὅτι δὲν εἶναι ἐξηγορασμένοι· καθόσον ἡ ἐπιψήφισις δανείου 170 μιλιουνίων, ἐν τῷ ὁποίῳ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον καταβροχθίζεται ὡς δικαίωμα μεσιτείας ἀπὸ τοὺς συναλλατομένους μὲ τὸ Δημόσιον, εἶναι πειρασμὸς ἰσχυρὸς, ἐμβάλλων εἰς μυρίας ἀνησυχίας τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἰς τὸν τράχηλον τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ἡ ἐξόφλησίς του, καὶ καθιστᾷ ἐπισφαλὲς τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ποῦ ἠκούσθη πρὸς Θεοῦ νὰ πληρώνωνται τόκοι διὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἰσέτι δὲν ἐδανείσθησαν! Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι, ὁσάκις γίνεται συναλλαγὴ μετοχῶν δανείων καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐνεργεῖται ἡ πληρωμὴ τῶν τοκομεριδίων εἰς τὸ ἀντίτιμον, συμπεριλαμβάνεται καὶ τὸ ποσὸν τοῦ τοκομεριδίου. Τοῦτο τὸ ἐννοῶ· π. χ. αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τιμῶνται 4000 δρ. ἂν πωληθῶσι κατ’ αὐτάς· ὅτε μετὰ ἕνα μῆνα θὰ λάβῃ ὁ ἀγοραστὴς τόκον τῆς ὁμολογίας δρ. 150, ὁ πωλητὴς θὰ ὑπερτιμήσῃ τὴν μετοχὴν τοὐλάχιστον κατὰ 130 δραχμὰς, διότι τῷ χορηγεῖ μετὰ τῆς ὁμολογίας καὶ δεδουλευμένον τόκον ἓξ μηνῶν καταβληθέντος κεφαλαίου· ἐν ᾧ οἱ δανεισταί, μεθ’ ὧν συναλλαττόμεθα τώρα, χωρὶς νὰ μᾶς δώσωσιν ἀκόμη οὔτε λεπτὸν, θὰ λάβωσι τόκον ἀπὸ 1ης Ἰουλίου. Δὲν ἔχει οὕτω, κύριε, Καραπάνε;
§38ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ (μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς). Μάλιστα!
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁποία τοκογλυφία!! Καὶ πῶς, κύριοι Ὑπουργοί, ὕστερον ἀπὸ τοιούτους τοκογλυφικοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς συνωμολογήσατε τὸ δάνειον, θέλετε, ὥστε ὁ λαὸς, ἐὰν ἡμεῖς τὸ ψηφίσωμεν, νὰ μὴ συλλάβῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐλατήριον ἰσχυρὸν μᾶς ἐπίεσεν εἰς ἐκτέλεσιν πράξεως, ἥτις μᾶς καθιστᾷ ἀνικάνους νὰ ἐννοήσωμεν εἰς οἷον βάραθρον πίπτομεν, θάπτοντες καὶ ἐνταῦθα καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας μας πᾶσαν τὴν ὑπόληψιν μας καὶ βαρύτητα; Κύριοι, λάβετε, παρακαλῶ, ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὅρους τῶν δανείων, ἅπερ συνωμολόγησεν ἡ Τουρκία μέχρι τοῦ 1866, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι οὐδέποτε ὑπέστη ὁποίους ἡμεῖς θὰ ὑποστῶμεν ταπεινωτικοὺς ὅρους. Μετὰ δὲ τὸ 1866, ὅτε ἐξεῤῥάγη ἡ Κρητικὴ Ἐπανάστασις, καὶ αἱ χορηγήσεις τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἔπαυσαν, ἡ δὲ Τουρκία περιέστη εἰς δεινὴν ἀνέχειαν, ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν κατὰ τῆς Κρήτης πόλεμον, τότε οἱ νῦν δανεισταί μας Κορωνιός, Σκουλούδης καὶ λοιποὶ, χριστιανοὶ τὴν θρησκείαν, καὶ Ἕλληνες τὴν πατρίδα, προσηνέχθησαν νὰ τῇ χορηγήσωσι δάνεια μὲ ὅρους, ὁποίους ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς σήμερον, καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐξεμύζησαν πᾶσαν ἰκμάδα τῆς μεγάλης καὶ πλουσίας ἐκείνης αὐτοκρατορίας, καὶ πωλήσαντες τὰς ὁμολογίας εἰς τὸν ἀδαῆ τῶν μηχανοῤῥαφιῶν των ἐργατικὸν λαὸν ἔφυγαν κομίσαντες μετὰ τῶν οἰκείων των καὶ πᾶσαν τὴν περιουσίαν των, καὶ ἀφῆκαν τοὺς μὲν ἀγοραστὰς τῶν ὁμολογιῶν νὰ ἐπαιτῶσιν ἢ αὐτοχειριάζωνται, τὴν δὲ Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑφίσταται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς ξένους τοιαύτην βασανιστικὴν ἐξέλεγξιν τῶν οἰκονομικῶν της, ὁποίαν δὲν ὑπέστη μέχρι τοῦδε Ἔθνος, τοὺς δὲ ὑπαλλήλους αὐτῆς νὰ μὴ δύνωνται διὰ τῆς ὑπηρεσίας των νὰ πορισθῶσιν οὔτε τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Ἀλλὰ μήπως δὲν διατρέχουσι τὸν κίνδυνον τοῦτον καὶ οἱ ἡμέτεροι ὑπάλληλοι; καθόσον, ἐνῷ σήμερον θεωροῦμεν ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ ἀναγάγωμεν τὴν μισθοδοσίαν των εἰς νέας δραχμὰς, φοβοῦμαι, μήπως μετ’ οὐ πολὺ τοὺς φορτώνωμεν χαρτιὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγκάζωνται οἱ κακόμοιροι ν’ ἀνταλλάσσωσιν εἰς μηδαμινὴν ἀξίαν, ὅπως συναλλάττωνται σήμερον οἱ τῆς Τουρκίας μὲ τοὺς καϊμέδες καὶ ἐξηγοῦμαι. Διὰ τοῦ ψηφιζομένου δανείου προτιθέμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· ἀφοῦ κατορθώσωμεν τοῦτο διὰ τοῦ προκειμένου δανείου, θὰ κατορθώσωμεν καὶ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἄρσιν ταύτην ἢ θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὴν μετὰ ἓν ἢ δύω ἔτη; κατ’ ἐμὲ θὰ συμβῇ τὸ δεύτερον χωρὶς ἄλλο· καὶ ἐξηγοῦμαι πάλιν. Διὰ νὰ διατηρήσωμεν τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀνάγκη νὰ ἐπαρκῶμεν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν μας, ἐν αἷς καὶ τὰ τοκοχρεώλυτρα τῶν τόσων μας δανείων διὰ μόνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἔλλειμμα. Ἐφθάσαμεν εἰς τὴν εὐάρεστον αὐτὴν κατάστασιν; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸ 1882 μᾶς ἀφῆκεν ἔλλειμμα κατὰ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς, 3½ μιλιούνια, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἦτον οἰκονομικὸς, διότι ἐπεψηφίσθη μὲν ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸν εἶχε συντάξει ἡ προκάτοχος, καὶ τὰ ἔξοδα δὲν ὑπερέβαινον τὰ 60 μιλιούνια, εἰς νέας δραχμάς· τοῦ 1883 ὅμως ἀναβαίνει εἰς 72 μιλιούνια, καὶ τὸ ἰσοζύγιον ἐπαρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις μὲ προσθήκην ἐσόδων ἐκ καπνοῦ, οἴνων, τσιγαροχάρτου καὶ πνευματωδῶν ποτῶν ἐξ 11 περίπου μιλιουνίων. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ καὶ Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ 1883 μετὰ 16 ἡμέρας λήγει, πόσα ἐβεβαιώσατε ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων 4 μιλιουνίων τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ; οὔτε ἕν· πόσα ἐκ τῶν ἑτέρων 4 μιλιουνίων τοῦ οἴνου; 88,000 μόνας ἐκ τοῦ οἴνου τοῦ 1882 τὸν Αὔγουστον, ἴσως καὶ ἑτέρας τὸ πολὺ 300,000 ἐκ τῶν τοῦ 1883· πόσα ἐκ τοῦ 1,300,000 τοῦ γελοίου φόρου τοῦ τσιγαροχάρτου; 10–20,000· πόσα ἐκ τοῦ 1,500 000 φόρου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν; οὔτε τὸ ἥμισυ· ὥστε ἐκ τῶν νέων φόρων πίπτομεν τὸ 1883 κατὰ 8–9 μιλιούνια· εἰς ταῦτα, ἂν προστεθῶσι τοὐλάχιστον καὶ 5 μιλιοῦνια τὸ κατὰ φυσικὸν λόγον καθυστέρημα τῶν εἰσπράξεων, ἔχομεν τότε ἔλλειμμα ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 14 μιλιούνια· ἀλλ’ εἰς τὸ 1884, τοῦ ὁποίου ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἀναβαίνει εἰς 84 μιλιούνια, πόσον θὰ ἔχωμεν ἔλλειμμα; τοὐλάχιστον ἕτερα 14, ὅ ἐστι εἰς τὸ τέλος τοῦ 1884 θὰ εὑρεθῶμεν μὲ ἔλλειμμα ὑπὲρ τὰ 25 μιλιούνια. «Δεῦτε λοιπὸν εὐφρανθῶμεν» κατὰ τὴν ῥῆσιν, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἢ μᾶλλον κατ’ ἐκείνην τοῦ ἀπηλπισμένου μεθύσου ὀφειλέτου «βάλτε νὰ πιοῦμε!!» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς ἐπρόσθεσεν, ὅτι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ψηφιζομένου δανείου ἀπαιτοῦνται 9 μιλιούνια, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι θ’ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ ἄλλας δαπάνας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἐν τούτοις δὲν εὑρίσκω ἐξ αὐτῶν πραγματικὰς εἰμὴ μόνον τὰ 2½ μιλιούνια, τὰ ὁποῖα χορηγοῦμεν διὰ τὰ γραμμάτια τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὀφειλῶν μας, καὶ 700,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας πληρώνομεν εἰς τὰς Τραπέζας, τὸν τόκον 1% διὰ τὰ γραμμάτια, ὅ ἐστὶ 3½ περίπου μιλιούνια. Τὰ ἄλλα 5½ ποῦ θὰ εὕρωμεν; θὰ προστεθῶσι λοιπὸν ὡς ἔλλειμμα καὶ ταῦτα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1884, ὥστε τὸ ὅλον ἔλλειμμα τοῦ 1884 θὰ ἦναι τοὐλάχιστον 30 μιλιούνια Σᾶς ἐρωτῶ, κ. Πρωθυπουργὲ, πόθεν θὰ οἰκονομήσωμεν τὸ 1885 τὰ 30 ταῦτα μιλιούνια; θὰ προστρέξωμεν βεβαίως εἰς τὰς Τραπέζας, αἵτινες, διὰ νὰ μᾶς χορηγήσωσι τὸ δάνειον τοῦτο, θὰ μᾶς ἐπιβάλωσι τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πρὸς τί αἱ θυσίαι ἐπὶ τοῦ ψηφιζομένου δανείου διὰ τὴν ἄρσιν, μὴ διατηρηθησομένην εἰμὴ μόνον ὀλίγους μῆνας; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ ἄρσις δὲν ἐπιτυγχάνεται, καὶ ἡ ψήφισις τοῦ δανείου ἀποστολὴν ἔχει νὰ παχύνῃ τὸ βαλάντιον τῶν δανειστῶν, τοῦτο δὲ νοῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναγκάζεται νὰ προστρέξῃ εἰς ἄλλα ἐπιχειρήματα, ἵνα ἀποπλανήσῃ τὴν Βουλὴν μὲ προσδοκίας, μίαν τῶν ὁποίων, ἣν μᾶς ἐπαρουσίασεν καὶ ὡς ἐπαγγελίαν εὐδαιμονίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ πλήρωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Ταμείου, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου ἐφ’ ἁπάντων τῶν ἐσόδων. Τὴν παράδοξον ταύτην μονομανίαν ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ βλέπων, ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἀπὸ τὴν πάντοτε παρ’ ἐμοῦ προτεινομένην φορολογίαν τῶν κεφαλαίων ἐξαιρῶ τὰς προῖκας, διότι δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ψηφιζομένου τοιούτου φόρου, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς γάμους εἰς τὸ μονοπώλειον· καὶ ἕτοιμοι εἶναι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν συνάδελφοι νὰ ψηφίσωσι καὶ τὸν νόμον τοῦτον, μήτε τῶν ἐχόντων κοράσια εἰς ὥραν γάμου δισταζόντων νὰ τὰ παραδώσωσιν εἰς τοὺς παρθενῶνας τοῦ Δημοσίου, ὅπως τὰ σιγαρόχαρτα, φθάνει νὰ θέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης! Ὕστερον ἀπὸ τοιαύτας περὶ τοῦ προκειμένου δανείου σκέψεις, δὲν ἔχω δίκαιον νὰ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ψηφίζοντες τὸν Νόμον τοῦτον, ὀφείλομεν ἵνα διὰ τῆς ψήφου μας πείσωμεν τὸν λαὸν, ὅτι δὲν διεφθάρησαν οἱ ἀντιπρόσωποί του; Καὶ μὰ σᾶς ἐνθουσίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι δὲν ἐξέφρασαν καθ’ ὑμῶν μεταβάντων εἰς τὰς ἐπαρχίας οἱ ἐντολεῖς σας τὴν ἀποδοκιμασίαν διὰ πραγμάτων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιδοκιμασίαν διὰ τὴν πολιτείαν σας μ’ ὅλην τὴν ῥᾳδιουργίαν ἡμῶν τῶν Ἀντιπολιτευομένων. Κύριε Μουτσόπουλε, δὲν σὲ ἀπεστράφη ὁ Πειραιεὺς κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; Ἐνθυμεῖσαι ὅτι σοὶ τὰ προεῖπον πέρυσιν, ὅταν ἔφερες τινὰς ψευδοτροπολογίας εἰς τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια; Ἐπιδοκιμασία τῆς πολιτείας τῶν Ὑπουργικῶν βουλευτῶν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν πάντων σχεδὸν τῶν πολυπληθεστέρων Δήμων; Ἐπιδοκιμασία Ὑπουργικῆς πολιτείας ἦτο τὰ ἀποτελέσματα πασῶν τῶν ἐνεργηθεισῶν συμπληρωτικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἀναδειξασῶν διὰ καταπληκτικῆς πλειοψηφίας βουλευτὰς δεδηλωμένους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὀπαδούς; Καὶ αὐτὸς τῶν Τρικκάλων ὁ Τακιζῆς ὡς ἀντιπολιτευόμενος ἐπαρουσιάσθη εἰς τὰς ἐκλογάς· ἐὰν δὲ γεινόμενος Ὑπουργικὸς τοὺς ἠπάτησε, θὰ ἔλθῃ μετ’ οὐ πολὺ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀπάτην ἀκριβὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ὁ Κωνσταντᾶς εἰς Κέρκυραν ἐπὶ 2300 ριφθεισῶν ψήφων ἐπλειονοψήφησε κατὰ χιλίας, καὶ εἶναι τόσον πτωχὸς, ὥστε δὲν εἶχε νὰ ἀγωγιάσῃ οὔτε ἕνα γαΐδαρον, ἀλλὰ περιῆλθεν ἀποστολικῶς τὴν ἐπαρχίαν του, ἐνῷ ὁ ἀντίπαλός του ἐφωδιασμένος μὲ τὰ πλούσα ἐφόδια τῆς Ὑπουργικῆς συνδρομῆς, καὶ συντρεχόμενος μὲ τὰ τάλληρα τῶν ἑκατομμυριούχων Βασιλάκιδων, καὶ τὸν ὄγκον τοῦ Νικοκάβουρα, ἀπέτυχεν οἰκτρὰ, διότι ἦτον Ὑπουργικὸς ὑποψήφιος. Ὁ Παπαγεωργίου εἰς Γορτυνίαν φορτωμένος ὡς Ὑπουργικὸς ὑποψήφιος μὲ τὰ κυβερνητικὰ βοηθήματα καὶ ἔχων πλήρη τὰ θυλάκιά του χαρτονομίσματα, τὰ ὁποῖα κερδίζει εἰς τὴν κυβείαν διὰ τῶν Νόμων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ψηφίζομεν, ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν κατῃσχημένος.
§40ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Τίς εἶναι ὁ ὑποψήφιος τοῦ Ὑπουργείου;
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Παπαγεωργίου, τὸν ὁποῖον ὑπεστήριζες καὶ σὺ, διότι σοῦ ἔδωκε καὶ 10,000 δραχμάς.
§42ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Εἶναι ψεῦδος καὶ ἀπορῶ πῶς τολμᾶτε...
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθες νὰ διασκεδάσῃς;
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μοῦ λέγει ὅτι ἦλθα νὰ διασκεδάσω. Πλανᾶσαι, κύριε Πρόεδρε! Ὁμιλῶ οὕτως, διότι πρόκειται νὰ κρατήσω τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὸν κατήφορον ὃν ἐπῆρε χάριν τῆς ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου ἀφοσιώσεώς της, ὡς ἐκείνη τῆς Ἀγγλίας τοῦ 1640, ἥτις χάριν τῆς πρὸς τὴν Ἐξουσίαν ἀφοσιώσεώς της παρεῖδε τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ὅστις διὰ τοῦτο καὶ αὐτὴν ἔστειλε κατὰ διαβόλου καὶ αὐτὸν τὸν βασιλέα Κάρολον Αʹ εἰς τὴν λαιμητόμον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ ὀνείρων φαίνεται ὁμιλεῖτε.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πάλιν, κ. Πρόεδρε, πλανᾶσαι. Ἔχω μάρτυρα τὸν κ. Κατσικαπῆν, τὸν γυμνασιάρχην Γεράκην, καὶ πάντας τοὺς ἐπιζῶντας ἐκ τῶν τότε αὐλικῶν τοῦ Ὄθωνος, ὅτι κατὰ τὰ 1856 εἶπον εἰς τὴν Ἀμαλίαν ὅτι θὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, περιποιουμένη στοιχεῖα ἀντιπαθῆ εἰς τὸν Τόπον, καὶ περιφρονοῦσα δικαιώματα πολιτῶν, καὶ μὲ ὠνόμασε τρελλόν· μετὰ τρεῖς μῆνας εἶπον τὸ ἴδιον εἰς τὸν ἀπὸ Γερμανίας ἐπανελθόντα Ὄθωνα, καὶ μὲ ὠνόμασεν ὑπερβολικόν. Μετὰ πέντε ἔτη αὐτοὶ ἔφυγον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐγὼ οὔτε τρελλὸς, οὔτε ὑπερβολικὸς ἐξηλέγχθην, ἀφοῦ ἦλθεν ἐποχὴ ὥστε, διὰ νὰ διωχθῶσιν οἱ βασιλεῖς ἐκεῖνοι, ἐφόρεσες καὶ σὺ σπαθί! Ἐὰν, κύριοι, ἐτόλμα ἄλλος Ὑπουργὸς, ἀντιπολιτευομένου ὄντος τοῦ κ. Τρικούπη νὰ φέρῃ τοιαύτην σύμβασιν δανείου, βεβαιωθῆτε ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ἤθελε διατρέχει ξεσκούφωτος τὰς ὁδοὺς καὶ νὰ διαβάλῃ τὸν ὑποβαλόντα τοιαύτην σύμβασιν Ὑπουργὸν ὡς ἀγορασθέντα, καὶ δὲν ἤθελε καθόλου διστάζει νὰ διαβεβαιώσῃ τὸ κοινὸν ὅτι μὲ τὰ ἴδιά του μάτια εἶδεν ὅτι ἔλαβε τὰ χρήματα! καὶ ἀπόδειξις τὰ Βελεντσιακά. Πόσον ἐτάραξε τὴν Ἑλλάδα καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα! ἔστειλε προώρως εἰς τὸν ᾅδην ἐπίσημον ἄνδρα πρὸς ζημίαν μεγάλην τοῦ Ἔθνους! Καὶ ἐν τοσούτῳ ἦλθε καὶ ἠθώωσεν αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης τὸν Βελέντζαν, παρουσιασθεὶς μάλιστα καὶ μάρτυς τῆς ὑπερασπίσεως! Διατί; διότι συνεταιρισθεὶς μετὰ τοῦ Βελέντζα καὶ Τομαροπούλου τοῖς ὑπεσχέθη τὴν ἀθώωσίν των, ἐὰν τῷ χορηγήσωσιν ἔγγραφα κατὰ τοῦ Κουμουνδούρου, ὅπερ καὶ οὗτοι ἔπραξαν διὰ τῶν δημοσιευθεισῶν κατὰ Κουμουνδούρου καταγγελλιῶν. Ἐκεῖνος ὅστις δὲν παρευρέθη εἰς τὴν δίκην τοῦ Βελέντζα δὲν γνωρίζει ὁποῖα ὄργια ἐγένοντο καὶ πῶς ἐξέθαψαν τοὺς 12 δικάσαντας ἐνόρκους ἀπὸ τὰ κατώτατα στρώματα τῆς κοινωνίας, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἐξητάζετο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς μάρτυς, οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδιδον εἰς τὴν κατάθεσίν του, καὶ βεβαίως τοῦτο δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Τρικούπη. Διατί δὲν κατέστησε τὸν Εἰσαγγελέα καὶ Πρόεδρον τῶν Συνέδρων προσεκτικοὺς ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς τόσον σπουδαίας αὐτῆς δίκης, ἵνα προκαλέσωσι τὴν ἀναβολὴν πρὸς ἀπόκτησιν κρειττόνων ἀποδείξεων, ἀφοῦ εἶχον καὶ πολλὰ τὰ στοιχεῖα τὰ βοηθοῦντα εἰς τοῦτο, ἀπόντων οὐσιωδεστάτων μαρτύρων τῆς κατηγορίας; διότι, ἂν δὲν ἠθωοῦντο, ἤθελον οἱ κατηγορούμενοι ἐπιδείξει τὰ πειστήρια τῆς μετὰ τοῦ Τρικούπη συνεννοήσεώς των πρὸς κατασυκοφάντησιν τοῦ Κουμουνδούρου. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι, ὁ Λομβάρδος ἀθωώνει ἐν Ζακύνθῳ τὸν ταμίαν Στεργιόπουλον ἁρπάσαντα 90,000 δραχμὰς ἀπὸ τὸ ταμεῖον Μεσολογγίου, καὶ ὁ Τρικούπης τὸν μιλιούνιον κατασπαταλήσαντα Βελέντζαν, ὁποίαν πεποίθησιν ἔχομεν, ἂν ὅλοι οἱ ταμίαι δὲν ἁρπάσωσι τὰ ταμεῖα, καὶ προσερχόμενοι εἰς τὸν κύριον Τρικούπην δὲν θὰ λαμβάνωσιν ἄφεσιν, φθάνει νὰ τὸν συντρέχωσιν εἰς συκοφάντησιν κατὰ τῶν ἐχθρῶν του; Λοιπὸν, κύριοι, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι θὰ ἴδωμεν κατὰ πρόσωπον τοὺς ἐντολεῖς μας, καὶ ὅτι θὰ μᾶς ἐρωτήσωσι, διατί συνωμολογήσαμεν τοιοῦτο δάνειον. Μέχρι χθὲς ἀκόμη κατεδίωκαν τοὺς κατὰ τὸ 1823–1824 ἐν τοῖς πράγμασι προγόνους μας, ὡς φαγόντας τὸ δάνειον τοῦ 1824. Καὶ μολονότι ἐκεῖνοι εἰς ἐκείνην τὴν ἀόριστον θέσιν τῆς Ἑλλάδος συνεφώνησαν δάνειον πρὸς 57%, μὲ τόκον μόνον 5% καὶ χρεώλυτρον 1% διὰ 36 ἔτη, καὶ μὲ 70% μιλιούνια ὀνομαστικὸν δάνειον, ὅ ἐστὶ μόλις μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ κεφαλαίου κατεσκεύασαν εἰς Ἀμερικὴν μάλιστα πλοῖα, ὠργάνωσαν τὸ ὑπὸ τὸν Φαβιὲ ἐκ 3,000 ἀνδρῶν τακτικόν, ἐφωδίασαν τὸν Ἐθνικὸν στόλον, καὶ ἐπρόφθασαν καὶ τόσας ἄλλας Ἐθνικὰς ἀνάγκας, μόλα ταῦτα τοῖς ἔλεγον ὅτι ἔφαγον τὰς Ἀγγλικὰς λίρας τοῦ δανείου! Καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐγένετο χωρὶς καμμίαν ὑπὲρ τῶν δανειστῶν ἀσφάλειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἠρνήθημεν καὶ τὴν ἀπότισίν του, παρουσιάσαντες σοφιστικὰς ἀντιῤῥήσεις, ὅτι δῆθεν, ὅτε συνωμολογήθη τὸ δάνειον, ἡ Ἑλλὰς ἦτο μεγάλη, διότι ἦτον ἐπαναστατημένη ἀπὸ Μακεδονίας μέχρι Ταινάρου, καὶ ἀπὸ Ρόδου μέχρις Ἠπείρου, καὶ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη εὗρεν ὑποδοχὴν, χάρις εἰς τὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης φιλελληνικὴν διάθεσιν τῆς Εὐρώπης, καὶ διὰ τοῦτο κατωρθώσαμεν νὰ πληρώσωμεν ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ χρέους μετὰ 55 μόλις ἔτη 3% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Τώρα ὅμως τὰ πράγματα ἤλλαξαν· αἱ Εὐρωπαϊκαὶ Κυβερνήσεις δὲν γνωρίζουν ἂν εὑρίσκωνται εἰς κανὲν βιβλίον γεγραμμέναι αἱ λέξεις Μαραθὼν ἢ Θερμοπύλαι, Ἀριστείδης ἢ Λυκοῦργος· ἀπαιτοῦν τὴν πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τοὺς ὑπηκόους των. Ἑπομένως πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅτι, ὅσα χρέη συνομολογοῦμεν, ὅλα θὰ τὰ πληρώσωμεν, πιεζόμενοι μέχρι θλάσεως. Καὶ βλέπετε, ὅτι οἱ παρουσιαζόμενοι ὡς συνομολογοῦντες μεθ’ ἡμῶν τὰ δάνεια ὁμογενεῖς, ἀφοῦ λάβωσι τὰς ὁμολογίας μας, εὐθὺς τὰς διαβιβάζουσιν ἐκ συμπαιγνίας εἰς ὑπηκόους ἰσχυρῶν Ἐθνῶν· ἀφίνω δὲ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, οἱ πλείους, καίτοι Ἕλληνες τὴν καταγωγὴν καὶ τὴν γλῶσσαν εἶναι ὑπήκοοι Ὀλλανδίας, Ἰσπανίας, Ρωσσίας, Ἀγγλίας, Γαλλίας, Ἰταλίας, Γερμανίας! Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ μὲ 50,000 γρόσια ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταστὰς ἑκατομμυρίων πολλῶν ἰδιοκτήτης Δ. Β. ἀπέθανε, ὑπέργηρως, ὑπήκοος Αὐστριακός· διότι, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τῶν τῆς τάξεως ταύτης ἀνθρώπων, Πατρίς, Θρησκεία, Τιμή, εἶναι τὸ χρῆμα, καὶ μόνον τὸ χρῆμα (θόρυβος). Κύριοι, μὴ στενοχωρεῖσθε. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι οἱ ὅροι τοῦ δανείου, ὅπερ ψηφίζομεν σήμερον, ἀντιπροσωπεύοντες Ἔθνος κατατεταγμένον ἐν τῇ χορείᾳ τῶν εὐνομουμένων Εὐρωπαϊκῶν Ἐθνῶν, εἶναι χείρονες ἐκείνων, οὓς ἐπέβαλον οἱ δανεισταὶ τοῦ 1823–1824 εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὴ ὑπάρχουσαν κἂν ὡς ἐλεύθερον Ἔθνος· διότι οἱ ἀντιπροσωπεύοντες αὐτὸ τότε μεγάλοι ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, καί τοι μόλις γνωρίζοντες νὰ θέσωσι τὴν ὑπογραφήν των καὶ νὰ ἀναγινώσκωσιν ὀλίγα ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, ἐγνώριζον ὅμως ὁποία ἦτον ἡ ἀξία τῆς Ἐθνικῆς των ὑπολήψεως, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠνέχοντο καθόλου νὰ θεωρηθῇ ἡ Πατρίς των ὅτι δανείζεται ὡς μουφλούζης. Καὶ ἡμεῖς, οἱ ἐξελθόντες τοῦ Πανεπιστημίου, καίτοι ἀνέγνωμεν ἱστορίας καὶ συγγράμματα περὶ τιμῆς καὶ ἀνεξαρτησίας τῶν Ἐθνῶν, δὲν διστάζομεν διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δανείου νὰ κηρύξωμεν τὴν Πατρίδα μας χρεωκοπημένην! Σᾶς βεβαιῶ ὕστερον ἀπὸ τὴν μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. Κοντογούρη σιωπὴν τῆς Ὑπουργικῆς μερίδος, μὴ τολμώσης νὰ τὸν ἀναιρέσῃ, ἐκοκκίνησα εἰς λογαριασμόν της. Τὸ παράδοξον, κύριοι, ὅτι οἱ πλείους τῆς πλειοψηφίας μεμψιμοιροῦσιν ἰδιαιτέρως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰς τοιαύτας της ἀξιώσεις, καὶ ἐν τούτοις ἐπιψηφίζουσι τὰ πάντα! Τοῦτο προδίδει ὅτι αἱ μεμψιμοιρίαι καὶ ἀραὶ εἶναι προσποιημέναι, ἵνα ἐκφοβίζωσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ αὐξάνῃ τὴν δόσιν τῶν ρουσφετίων· καὶ ἂν τυχὸν πολλοὶ ἢ ὀλίγοι λαμβάνωσι καὶ ἐπιδόματα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἄμεσον συμφέρον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τινῶν Νομοσχεδίων, καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ὑπὲρ αὐτῶν πονούσης Κυβερνήσεως, ἂν ὑπάρχωσι, λέγω, καὶ τοιούτων ὠφελημάτων μέτοχοι, μεμψιμοιροῦσι, διὰ νὰ ἀναγκάζωσιν αὐτοὺς νὰ φανῶσιν ἐλευθεριώτεροι εἰς τὰς παροχάς των. Καὶ ἔχουσι δίκαιον, διότι ὅσα καὶ ἂν ἐξοδεύωσιν ἐκεῖνοι, εἶναι πολλοστημόριον τῶν προσδοκωμένων ἐκ τῶν νομοθετημάτων μας κερδῶν. Κύριοι, ὕστερον ἀφ’ ὅσα διῆλθον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου, ἐπείσθητε ὅτι ἡ μὲν πηγὴ τοῦ Νόμου, δι’ οὗ ψηφίζομεν τὸ δάνειον τῶν 170 μιλλιουνίων, δὲν εἶναι ἠθική· ἡ πλήρωσις δὲ τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν προορίζεται τὸ δάνειον, καίτοι φαινομένη λίαν ἀναγκαία, ἀποδεικνύεται ὅμως καθαρὰ φενάκη, ἐξυπηρετοῦσα συμφέροντα καθαρᾶς κερδοσκοπίας, ἐπιβαρυνούσης τὸν ἀτυχῆ Ἑλληνικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο ὅσοι σεβόμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς, ὅσοι φρονοῦμεν ὅτι ἔχομεν ἐντολεῖς, ἔχοντας τὴν δύναμιν νὰ κρίνωσι τὴν τιμίαν ἀπὸ τὴν ἄτιμον πολιτείαν τῶν ἀντιπροσώπων των, ὀφείλομεν νὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τοῦτο συνιστῶ κατερχόμενος τοῦ βήματος.
§47Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐξέφρασα ἰδέαν, ἥτις εἶναι διάφορος καὶ τῆς ἰδέας τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς ἰδέας τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ δὲ προεκλήθην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κοντογούρη, νομίζω καθῆκόν μου νὰ ἀναπτύξω τὴν ἰδέαν μου ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς συζητουμένης συμβάσεως διαφωνία μου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκω, εἶναι εἰδική, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω τυπικὴ εἰδική, διότι καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν πορείαν αὐτῆς· τυπικὴ δὲ, διότι ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν, ὡς ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἰδέα μου εἶναι ἀποδεκτὴ πραγματοποιήσεως, βεβαίως δὲν θὰ ὑπῆρχε διαφωνία. Ἡ διαφωνία αὕτη δὲν ἔγκειται ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς γνώμης μου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς διαφόρου ἐκτιμήσεως γεγονότων. Τὰ γεγονότα, ἅτινα σχετίζονται ἀμέσως πρὸς τὸ συζητούμενον δάνειον, εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ κατάστασις τῶν Χρηματιστηρίων καὶ τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι τόσον ἀνυπολόγιστα, καὶ τόσον ἀνεπίδεκτα διορθώσεως, ὡς γενικῶς πιστεύεται, οὐ μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ὅπως καὶ ἐν τῷ Ἔθνει. Νομίζω, ὅτι τὰ κακὰ ταῦτα εἶναι ἐπιδεκτικὰ διορθώσεως. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἀναντιῤῥήτως εἶναι κακόν τι δι’ ὅλα ἐν γένει τὰ Ἔθνη, δι’ ἡμᾶς δὲ μεγάλη κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀσθένεια, διότι αἱ ἐμπορικαὶ καὶ χρηματικαὶ ἡμῶν συναλλαγαὶ μετὰ τῆς Εὐρώπης εὑρίσκονται εἰς παθητικὴν δι’ ἡμᾶς θέσιν. Ἡ εἰσαγωγὴ ἡμῶν φαίνεται, ὅτι εἶναι κατά τι ἀνωτέρα τῆς ἐξαγωγῆς· ἐκτὸς δὲ τούτου, ὀφείλομεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐκ τῶν δανείων τοῦ Κράτους περίπου 15,000,000 κατ’ ἔτος. Τοῦτο τίθησιν ἡμᾶς εἰς τὴν παθητικὴν θέσιν, δηλαδὴ ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐμβάσματα πολὺ περισσότερα τῶν ἐπ’ αὐτῆς τραβηγμάτων μας. Ἔχομεν ἔλλειμμα χρηματιστικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὕρωμεν τρόπον νὰ καλύψωμεν. Τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν ὕψωσιν τοῦ συναλλάγματος· διότι, ἔχοντες ἔλλειμμα νὰ καλύψωμεν, ἔχομεν ζήτησιν συναλλάγματος ἀνωτέραν τῆς προσφορᾶς αὐτοῦ. Εἰς τὴν παθητικὴν ταύτην θέσιν ὑπάρχει καὶ ἄτοπον ἄλλο· τοῦτο δὲ εἶναι ἡ ἀνωμαλία τῶν τραβηγμάτων μας καὶ τῶν ἐμβασμάτων μας, διότι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν ἐποχαί, καθ’ ἃς τὰ τραβήγματά μας ὑπερτεροῦσι τῶν ἐμβασμάτων μας, ὡς εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ἐν Εὐρώπῃ ἀποστολῆς τῆς σταφίδος καὶ ἄλλων, καθ’ ἃς τὰ ἐμβάσματά μας ὑπερτεροῦσι τῶν τραβηγμάτων μας, ὡς π. χ. ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ κάμῃ ἐμβάσματα διὰ τὰ δάνειά μας. Ἡ ἀνωμαλία δὲ αὕτη ἐπιτείνει τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἕτερος σπουδαιότατος λόγος τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος καὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων εἶναι ἡ κυκλοφορία τραπεζικῶν γραμματίων εἰς ποσὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσιν αἱ ἐμπορικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι. Δὲν ἔχομεν στατιστικὰς ἀκριβεῖς, ἐφ’ ὧν νὰ δυνηθῶμεν νὰ βασίσωμεν μίαν ἰδέαν πλήρη καὶ τελείαν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν τὸ χρηματικὸν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης. Δὲν δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς πόσον μεταλλικὸν ὀφείλομεν νὰ ἐμβάσωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπως καλύψωμεν τὴν ὑπάρχουσαν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἐμπορικῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἡμῶν. Κατὰ κανόνα ὅμως οἰκονομολογικὸν καὶ λογικὸν, ἓν Ἔθνος δὲν δύναται νὰ καταναλώσῃ πολὺ πλειότερον τῶν ὅσων παράγει, διότι ἄλλως δὲν ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν εἰς αὐτὸ νὰ εὕρῃ μέχρι τέλους τὰ ἀναγκαῖα χρήματα πρὸς πληρωμὴν τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων· ὅθεν ἡ μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἡμῶν διαφορὰ, δὲν δύναται νὰ ᾖ πολὺ μεγάλη· διότι ἄλλως αὕτη ἤθελεν ἀφαιρέσει παρ’ ἡμῶν ὁλόκληρον τὸ εἰς κυκλοφορίαν χρηματικὸν ποσὸν καὶ ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἐλαττώσωμεν ἢ καὶ ἀναστείλωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ἐμπορευμάτων. Τὰ χρέη τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζομεν· ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 15 περίπου ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ πέμψωμεν εἰς Εὐρώπην. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν χρεῶν μας μέγα μέρος καλύπτεται ἐξ αὐτῶν τῶν Ἑλληνικῶν δανείων, ἐκ τοῦ μέρους δηλαδὴ αὐτῶν τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ἐκ τῆς ναυτιλίας καὶ ἐκ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα διάφοροι ὁμογενεῖς καὶ ξένοι ἐρχόμενοι ἐνταῦθα φέρουσιν ἐξ Εὐρώπης. Ὅθεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὡς καθαρὸν παθητικὸν ἡμῶν πρὸς τὴν Εὐρώπην τὸ ποσὸν 7–8 ἑκατομμυρίων, νομίζω, ὅτι δὲν εἴμεθα μακρὰν τῆς ἀληθείας. Ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τούτου ἔχει τι τὸ αὐθαίρετον· διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἔχομεν στατιστικὰς, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δυνηθῶμεν νὰ βασισθῶμεν. Διὰ νὰ παραδεχθῶμεν ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἰκονομικῶς νὰ ζήσωμεν ἄνευ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἔλλειμμα ἀνώτερον τῶν 7–8 ἑκατομμυρίων· διότι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἔχουσιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 30–40 ἑκατομμύρια, τότε οὐ μόνον θὰ ἤμην κατὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιτάσεως αὐτῆς, διότι τοιοῦτον ἔλλειμμα ἐντὸς δύω ἐτῶν ἤθελε μᾶς ἀφαιρέσει ὅλον τὸ μεταλλικὸν ἡμῶν.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ θὰ μᾶς σώσῃ τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία;
§49ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἔχωμεν τότε τοὐλάχιστον ἓν νόμισμα χρησιμεῦον εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἡμῶν ἀνάγκας καὶ μὴ δυνάμενον νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ ταῦτα μὲν καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ συναλλάγματος· ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων, διὰ νὰ ὁρίσωμεν κατὰ πόσον τὸ σήμερον ὑπάρχον ἐν κυκλοφορίᾳ ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσιν αἱ ἐμπορικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι, πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ εὕρωμεν τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀπαιτοῦσιν αἱ ἀνάγκαι ἡμῶν. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ποσὸν τῶν τραπεζιτικῶν γραμματίων, ὅπερ ἐκυκλοφόρει παρ’ ἡμῖν πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο εἰς 36,000,000 δραχμῶν περίπου, καὶ συνυπολογίσωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ τότε ὑπάρχον εἰς κυκλοφορίαν νόμισμα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους ὑπὸ ἐμπορικὴν, τραπεζιτικὴν καὶ κοινωνικὴν ἔποψιν, ἀπὸ τὸ 1877 καὶ ἐντεῦθεν, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν εἰς 30 δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς ἐμπορικὰς καὶ κοινωνικὰς ἡμῶν ἀνάγκας. Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 30 δραχμῶν δὲν ἔχει τι τὸ δυσανάλογον πρὸς τὸ ποσὸν τὸ κυκλοφοροῦν εἰς ἄλλα Κράτη. Ἐν Γαλλίᾳ τὸ κυκλοφοροῦν νόμισμα ἀναλογεῖ εἰς 100 περίπου φράγκα κατ’ ἄτομον, διότι ὑπάρχουσιν ἐν κυκλοφορίᾳ 3 δισεκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 1 δισεκατομμύριον περίπου μεταλλικὰ νομίσματα ἐπὶ 37 ἑκατομμυρίων κατοίκων· ἐν Αὐστρίᾳ εἰς 30 φιορίνια, δηλαδὴ 75 φράγκα περίπου κατ’ ἄτομον, διότι κυκλοφοροῦσι 350,000,000 περίπου φιορίνια εἰς χαρτονόμισμα καὶ 250,000,000 φιορίνια περίπου εἰς μεταλλικὰ νομίσματα ἐπὶ 20,000,000 κατοίκων. Ἐν Ἰταλίᾳ πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὑπῆρχον περὶ τὰ 1,500,000,000 τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 250,000,000 περίπου εἰς μεταλλικόν, δηλαδὴ 65 φράγκα περίπου κατ’ ἄτομον. Ὅθεν ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι διὰ τὰς ἐμπορικὰς καὶ κοινωνικὰς ἡμῶν ἀνάγκας ἔχομεν ἀνάγκην τοὐλάχιστον 30 φράγκων κατ’ ἄτομον, εὑρίσκομεν ὅτι διὰ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὑπερβολικὴ ἡ κυκλοφορία 50–55,000, 000 φράγκων εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἂν λοιπὸν εὕρωμεν μέσον τι, δι’ οὗ νὰ παρέχωμεν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ ἐμπόριον συνάλλαγμα ἀρκετόν, ὅπως καλύψῃ τὰς πραγματικὰς αὑτοῦ ἀνάγκας, νὰ ἐλαττώσωμεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου τὸ κυκλοφοροῦν ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὰ κατὰ πολύ. Τοῦτο δὲ ἐπιτυγχάνομεν, ἐὰν εὕρωμεν ποσὸν περίπου 20,000,000 φράγκων εἰς χρυσὸν, διὰ τῶν ὁποίων νὰ παράσχωμεν εἰς τὸ ἐμπόριον ἴσον ποσὸν συναλλαγμάτων. Τὰ τραπεζικὰ δὲ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ συνάξωμεν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ συναλλάγματος τούτου ν’ ἀποσύρωμεν, οὕτως, ὥστε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ σήμερον κυκλοφοροῦν ποσὸν αὐτῶν καὶ πλησιάσωμεν εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦσιν αἱ ἐμπορικαὶ καὶ κοινωνικαὶ ἡμῶν ἀνάγκαι. Τὰ ἀποσυρόμενα δὲ γραμμάτια δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν πρὸς ἀγορὰν συναλλαγμάτων, ὅταν θὰ ὑπάρχῃ προσφορὰ τοιούτων ὡς π. χ. εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς εἰς Εὐρώπην ἀποστολῆς τῆς σταφίδος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ συμπληρώσωμεν ἐν μέρει τὸ ποσὸν τῶν 20 ἑκατομμυρίων φράγκων εἰς χρυσόν. Διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τούτου, νομίζω, θὰ δυνηθῶμεν νὰ τηρήσωμεν ἓν εἶδος ἰσοζυγίου μεταξὺ τῆς ἐλλείψεως συναλλαγμάτων καὶ τῆς ὑπερβολικῆς κυκλοφορίας γραμματίων· ἂν δ’, ὡς εἶπον, τὸ ἔλλειμμα εἶναι 78,000,000 πραγματικοῦ συναλλάγματος, θὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ 2 ἢ περισσότερα ἔτη νὰ συμπληρώσωμεν τὸ παθητικὸν ἡμῶν καὶ νὰ διατηρήσωμεν τὸ συνάλλαγμα εἰς τιμὴν λογικὴν, μὴ ἐπιβάλλουσαν σπουδαίας βλάβας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὸ Κράτος. Πλὴν δὲ τοῦ ἀμέσου ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ὁ μηχανισμὸς οὗτος, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ἐνθαῤῥύνῃ καὶ τοὺς τραπεζίτας, ἵνα σύρωσιν ἐπὶ Εὐρώπης πολὺ περισσότερα συναλλάγματα ἐκείνων τὰ ὁποῖα σύρουσι σήμερον, ὅπως προσπορισθῶσι χρήματα πρὸς 4–5%, καὶ τοκίσωσι ταῦτα ἐνταῦθα πρὸς 8–9%, τοῦθ’ ὅπερ δὲν πράττουσι σήμερον, φοβούμενοι τὰς ἐκ τῆς ὑπερβολικῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος ζημίας. Τὰ τραπεζικὰ δὲ ταῦτα συναλλάγματα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ ἐμποδίσωσι τοὺς κερδοσκόπους, ὅπως χάριν ἁπλῆς κερδοσκοπίας ἀγοράσωσι τὸ ἐκ τῶν προῤῥηθέντων 20 ἑκατομμυρίων σχηματισθησόμενον συνάλλαγμα, καὶ ἐμποδίσωσιν οὕτω τὴν δι’ αὐτῶν θεραπείαν τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐμπορίου. Τὸ μέτρον τοῦτο ἀνέπτυξα, οὐχὶ ὅπως συστήσω ἀπολύτως τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅπως βασίσω καὶ ἐπὶ πραγμάτων τὴν ἰδέαν μου, ὅτι τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν εἶναι ἀνυπολόγιστα καὶ ἀνεπίδεκτα θεραπείας. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, νομίζω ὅτι ἀσφαλέστερον καὶ τελειότερον μέσον, ὅπως ἀπαλλαχθῶμεν τῶν κακῶν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι ἡ ἄρσις αὐτῆς· ἡ ἄρσις δὲ θὰ ἦναι τόσῳ μᾶλλον εὐεργετικωτέρα ὅσῳ ἀληθέστεραι ἀποδειχθῶσιν αἱ σκέψεις μου, ὅτι τὸ παθητικὸν ἡμῶν πρὸς τὴν Εὐρώπην δὲν ὑπερβαίνει τὰ 8,000,000, διότι ἂν τοῦτο ἀνέρχηται εἰς τὰ ὑπερβολικὰ ποσὰ, ἅτινα πολλοὶ ὑποθέτουσιν, ἡ ἄρσις τότε τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα πολὺ ὀλεθριώτερα τῆς ἀποῤῥοφήσεως τοῦ μεταλλικοῦ ἡμῶν πρὸς κάλυψιν ἑνὸς ὑπερβολικοῦ ἐλλείμματος καὶ τῆς στενοχωρίας τοῦ ἐμπορίου, τῆς κοινωνίας καὶ τῶν ἐπιχειρήσεων ἐν γένει. Παραδεχόμενος δὲ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας μόνον διὰ δανείου δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν καὶ ἐγὼ ἐναντίον τοῦ δανείου, ἂν αἱ θυσίαι καὶ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ, εἶναι κατώτερα τῶν θυσιῶν καὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐπιβάλλει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ὑπολογίσωμεν ἀκριβῶς τὰς ζημίας, τὰς προερχομένας ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι διὰ τοῦ μηχανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξα, θὰ δυνηθῶμεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ συνάλλαγμα εἰς τιμὴν κατωτέραν τῶν 110 λεπτῶν τὸ φράγκον, νομίζω ὅτι καὶ αἱ ζημίαι, ἃς ὑφίσταται τὸ Κράτος καὶ τὸ ἐμπόριον διὰ τὸ ποσὸν τοῦ παθητικοῦ αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλουν εἶσθαι κατώτεραι τῆς θυσίας τῶν 6,000,000 περίπου κατ’ ἔτος, ἣν θὰ ὑποστῶμεν ἐκ τοῦ μέρους τοῦ δανείου, τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Παραδεχόμενοι δὲ οὕτω ἰσότητα περίπου θυσιῶν, ἵνα κρίνωμεν τὸ δάνειον κατὰ πόσον εἶναι ἐπωφελὲς ἢ ἐπιζήμιον, πρέπει νὰ λάβωμεν ἕτερα σημεῖα συγκρίσεως καὶ ὡς τοιαῦτα νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, τὴν πίστιν ἡμῶν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης.
§50ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπειδὴ εὑρίσκω τὸ σύστημά σας κἄπως εὔλογον, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς εἴπητε λεπτομερέστερον τὰ περὶ τοῦ μηχανισμοῦ.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς τὰ εἴπω κατόπιν· χαίρω δὲ, κύριε βουλευτὰ Καλαβρύτων, βλέπων ὑμᾶς, καίτοι νομικὸν, θέλοντα νὰ ἐμβατεύσητε εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Τὰ οἰκονομικά μας, κύριοι — καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι σύμφωνος καθολοκληρίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ τὴν μερίδα, εἰς ἣν ἀνήκω — θεωρῶ ὅτι εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ ὅτι ἐβελτιώθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει, τῆς ἀναπτύξεως τῶν πόρων τοῦ Ἔθνους διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πόρων, ἐπέφερεν ἤδη ἀποτελέσματα ἀρκούντως εὐάρεστα καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ καλλίτερα. Ἔχομεν ἤδη τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι μικρὸν ἔλλειμμα ὑπάρχει ἢ δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἔχομεν ἰσοζύγιον. Τοῦτο ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνεγνωρισμένη ἀνάπτυξις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου δικαιολογεῖ ἐν ἡμῖν τὴν ἀπαίτησιν νὰ κάμωμεν δάνειον ὑφ’ ὅρους συμφέροντας καὶ καλούς. Τὸ ζήτημα τῆς πίστεως ἡμῶν ἐν Εὐρώπῃ θεωρῶ λίαν σπουδαῖον· διότι, ἂν στερώμεθα τοιαύτης, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἐξωτερικὰς καὶ ἐσωτερικὰς ἡμῶν ἀνάγκας. Ἡ πίστις μας ἐν Εὐρώπῃ ἀναντιῤῥήτως δὲν εἶναι ἀπολύτως καλή. Ἡ πίστις ἑνὸς Ἔθνους σχηματίζεται ἐν τοῖς Χρηματιστηρίοις τῆς Εὐρώπης, ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ἐμπνέουσι τὰ ἐν αὐτοῖς δάνειά του πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους, καὶ ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς δύναται νὰ συνάψῃ τὰ δάνειά του ταῦτα. Ἡμεῖς τὰ τελευταῖα δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν τὰ ἐκάμαμεν ὑπὸ περιστάσεις λίαν δυσαρέστους. Τὸ πρῶτον, τὸ τῶν 60,000,000, ἐκάμαμεν ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξηρχόμεθα ἀπὸ μίαν θέσιν, δύναμαι νὰ εἴπω, χρεωκοπικήν· διότι τὸ δάνειον ἐκεῖνο ἐγένετο ἀφορμὴ τῆς τακτοποιήσεως τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, τῶν ὁποίων ἡ μὴ πληρωμὴ μᾶς εἶχε θέσει ἀπέναντι τῶν Χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης εἰς θέσιν σχεδὸν χρεωκοπικήν. Συνάπτοντες τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐδίδομεν εἰς τοὺς Εὐρωπαίους κεφαλαιούχους τὴν πρώτην ὑπόσχεσιν, ὅτι θ’ ἀρχίσωμεν νὰ πληρώνωμεν τὰ χρέη μας· οὐδεμίαν εἴχομεν τότε πίστιν, ἀλλὰ μόνον ἐπιθυμίαν, ἵνα ἀποκτήσωμεν τοιαύτην. Ἐν τοιαύτῃ δὲ καταστάσει πραγμάτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους. Τὸ δάνειον τῶν 120,000,000 ἐσκόπει πολεμικὰς παρασκευάς. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν συνήπτομεν τοῦτο, ἡτοιμαζόμεθα εἰς πόλεμον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Ἑπομένως καὶ τὸ δάνειον τοῦτο αἱ περιστάσεις δὲν μᾶς ἐπέτρεπον νὰ συνάψωμεν ὑπὸ ὅρους, ἐπιτρέποντας τὴν παγίωσιν τῆς πίστεως ἡμῶν. Ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς βαρεῖς ὅρους. Παρεδέχθημεν τὸν ὅρον τῆς ὑποθηκεύσεως φόρων. Τὸν ὅρον δὲ τοῦτον παρεδέχθημεν οὐχὶ ἁπλῶς ὑποδεικνύοντες τοὺς ὑποθηκευομένους φόρους, ὅπως ἔπραξαν καὶ ἄλλα ἔθνη, ἀλλ’ ἐξουσιοδοτήσαμεν τοὺς δανειστὰς ἡμῶν νὰ ἐξασκήσωσιν ἄμεσον ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ὑποθηκευθέντων φόρων. Παρεδέχθημεν τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς φορολογίας τοῦ δανείου τούτου, παραχώρησιν μέρους τοῦ δανείου ὑπὸ αἵρεσιν, περιορισμούς, καὶ τὴν τοποθέτησιν τοῦ μὴ τοποθετημένου μέρους καὶ ἄλλους ὅρους, οἵτινες ἐδείκνυον ὅτι οἱ δανεισταὶ ἡμῶν δὲν ἐδάνειζον ἀπέναντι τῆς ὑπογραφῆς μας καὶ τῆς πίστεώς μας, ἀλλ’ ἀπέναντι ἐνεχύρου ἐξησφαλισμένου καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ ἐπὶ ὅροις δεσμεύουσιν ἡμᾶς. Οὕτω δὲ οὐ μόνον δὲν ἐσχηματίσαμεν καὶ δὲν ἐπαγιώσαμεν τὴν πίστιν μας, ἀλλ’ ἀπεναντίας παρεδέχθημεν τὴν ἄρνησιν τοιαύτης.
§52ΜΑΝΕΤΑΣ. Ὥστε φρονεῖτε, ὅτι αἱ ἐπενεχθεῖσαι βελτιώσεις εἰς τὰ οἰκονομικά μας δὲν ηὔξησαν τὴν πίστιν μας.
§53ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Φρονῶ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην σύναψιν τῶν δανείων ἡμῶν δὲν ἐγένετο γνωστὴ ἐν Εὐρώπῃ ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομική· ὀλίγοι κεφαλαιοῦχοι γνωρίζουν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εὐνομούμενον Κράτος, ὅτι σεβόμεθα τὰς ὑποσχέσεις μας καὶ ὅτι ἐννοοῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας, ὅπως καὶ τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη. Οἱ πλεῖστοι ἐν Εὐρώπῃ μᾶς κατατάττουσι μεταξὺ τῶν Ἀνατολικῶν Κρατῶν. Ἡ πίστις μας δὲ καὶ μετὰ τὴν σύναψιν τῶν τελευταίων δανείων μας, δὲν ὑπεστηρίχθη ἀρκούντως παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτήν. Τὰ δάνειά μας ἐγκατελείφθησαν εἰς τὴν τύχην των, ἡ κατάστασις δὲ τῶν οἰκονομικῶν μας, καίτοι οὖσα τόσον καλή, δὲν ἐγένετο ἀρκετὰ γνωστή, ὥστε νὰ αὐξήσῃ τὴν πίστιν μας. Ἀλλὰ ἂν καὶ δὲν μᾶς γνωρίζωσιν ἐν Εὐρώπῃ ἀρκετά, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν σήμερον, ἂν καὶ, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι ἀπολύτως καλή, εἶναι οὐχ ἧττον καλλιτέρα ἐκείνης, ἣν εἴχομεν πρὸ τριῶν ἐτῶν, διότι ἐφάνημεν ἀκριβεῖς εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων τῶν δανείων μας, οἱ κάτοχοι δὲ τῶν χρεωγράφων μας δὲν δύνανται ν’ ἀμφιβάλλωσι περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών μας. Τὸ τρίτον μέσον συγκρίσεως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν διὰ τὸ δάνειον, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως ἡ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς τῶν Παρισίων. Ἡ ἀγορὰ τῶν Παρισίων εἶνε ἀναντιῤῥήτως κακή. Αἱ προσωριναὶ στενοχωρίαι τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, αἱ προερχόμεναι ἐξ οἰκονομικῶν ἐσωτερικῶν σφαλμάτων καὶ ἐκ λόγων ἐξωτερικῶν, ὡς π. χ. τοῦ πολέμου τῆς Τογκίνης ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις τολμηραί, καὶ ἐνίοτε οὐχὶ ἄμεπτοι, ἐπέφερον σπουδαίας ζημίας εἰς τοὺς κεφαλαιούχους καὶ εἰς τοὺς κερδοσκόπους καὶ ἐκλόνισαν τὴν θέσιν τῶν Χρηματιστηρίων, ἡ ἐν αὐτῷ δ’ ὑπάρχουσα πρὸ ὀλίγου ἐμπιστοσύνη καὶ τὸ θάῤῥος ἀντικατέστησαν ὑπὸ μαρασμοῦ καὶ δυσπιστίας οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲ καὶ οἱ κερδοσκόποι, οἵτινες προηγουμένως ἠγόραζον σχεδὸν ἀνεξετάστως πᾶν χρεώγραφον, σήμερον ἐξετάζουσι ταῦτα μετὰ προσοχῆς καὶ δυσπιστίας. Ἡ δυσπιστία ὅμως αὕτη δὲν εἶναι ἀπόλυτος καὶ γενική. Ὑπάρχει τοιαύτη πλήρης σχεδὸν διὰ τὰς ἀγνώστους καὶ τολμηρὰς ἐπιχειρήσεις καὶ διὰ τὰς μετοχὰς τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν τῶν μὴ γνωστῶν, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τὰς ἐπιχειρήσεις τὰς ἀσφαλεῖς ὡς καὶ διὰ τὰ χρεώγραφα, τὰ ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην. Ἀπεναντίας ἡ ὑπάρχουσα ἀφθονία χρημάτων συντελεῖ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν χρεωγράφων ἐκείνων, ἅτινα θεωροῦνται ὡς ἀσφαλῆ, ἐν παραδείγματι δὲ ἀναφέρω τὰς ὁμολογίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων, τὰς ὁμολογίας τῶν Κτηματικῶν Τραπεζῶν, τὰς ὁμολογίας τῆς πόλεως τῶν Παρισίων. Μεταξὺ δὲ τῶν Κρατῶν δύναμαι νὰ ἀναφέρω τὴν Ἰταλίαν, ἧς τὸ δάνειον εἶναι περὶ τὰ 91· ὡσαύτως τὸ Αὐστριακὸν δάνειον 4%, τὸ ὁποῖον εἶναι περὶ τὰ 83· τὸ δάνειον τὸ Οὐγγρικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει τιμήν, οἵαν καὶ πρὸ 2 ἐτῶν· τὸ Ρωσσικὸν 5%, ὅπερ τιμᾶται περὶ τὰ 93· τὸ δάνειον τῆς Πορτογαλλίας 5%, τιμώμενον περὶ τὰ 88, καὶ τὸ τῆς Ρουμανίας 5%, τιμώμενον περὶ τὰ 91. Ἀναφέρω δὲ τὰ δύω τελευταῖα Κράτη εἰδικώτερον, διότι ἡ οἰκονομικὴ αὐτῶν κατάστασις, τῆς Ρουμανίας δὲ καὶ ἡ πολιτική, ὁμοιάζει κἄπως πρὸς τὴν ἰδικήν μας. Ὅθεν σχετίζων τὴν καλὴν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας, τὴν πίστιν μας τὴν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῶν Χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης, νομίζω, ὅτι δυσκόλως δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν δάνειον παγιοῦν καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πίστιν μας καὶ ἀπηλλαγμένον τῶν ὅρων ἐκείνων, οἵτινες πιέζουσι καὶ ὑποβιβάζουσιν αὐτήν. Δὲν δυνάμεθα σήμερον ν’ ἀποφύγωμεν τὸν ὅρον τῆς ὑποθήκης, τῆς ἀπαγορεύσεως φόρου ἐπὶ τῶν χρεωγράφων μας κτλ. Νομίζω ὅμως, ὅτι, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ κάμωμεν δάνειον, ὑποτιμῶν τὴν πίστιν ἡμῶν, διότι τὸ δάνειον, ὅπερ συνομολογοῦμεν, κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτοῦ μέρος δὲν πρόκειται νὰ καταναλωθῇ εἰς δαπάνας μὴ παραγωγικάς· μέρος μόνον αὐτοῦ θὰ μεταχειρισθῶμεν διὰ ναυτικὰς παρασκευάς· τὸ κυριώτερον δὲ ποσὸν θὰ μεταχειρισθῶμεν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις πρόκειται νὰ ὠφελήσῃ καὶ οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς τὸν Τόπον, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Ἵνα κρίνωμεν δὲ κατὰ πόσον οἱ ὅροι τοῦ συζητουμένου δανείου εἰσὶ βαρεῖς ἢ οὔ καὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ὑποστήριξιν ἢ τὴν ὑποτίμησιν τῆς πίστεως ἡμῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγκρίνωμεν αὐτοὺς πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ τελευταίου ἡμῶν δανείου, δηλαδὴ τῶν 120,000,000· λέγων δὲ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἐννοῶ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τῆς τοποθετήσεως τοῦ δανείου τούτου, ἢ θεωρῶ χωριστὴν καὶ ἀνεξάρτητον τῆς συμβάσεως τῆς προκαταβολῆς τῶν 30,000,000, τῆς γενομένης τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1880 καὶ ἥτις περιέχει μὲν βαρυτάτας διὰ τὸ Δημόσιον συμφωνίας, ἀλλ’ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξοφλήσῃ τὴν προκαταβολὴν καὶ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας αὐτῆς, περιώριζε δὲ τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως εἰς δύω μόνον ἡμέρας καὶ περιεῖχεν οὕτως ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ ἑτέραν ἐπωφελῆ σύμβασιν διὰ τὴν τοποθέτησιν τοῦ δανείου· τοῦτο δὲ καὶ ἐγένετο διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ Ἀπριλίου 1881, δι’ ἧς, ἀνεξαρτήτως τῆς προκαταβολῆς, ἐγένετο ἡ τοποθέτησις τοῦ δανείου. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, 15 ἑκατομμύρια ἐτοποθετήθησαν παρὰ τῶν Προξενείων πρὸς 68%· 30 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν ὁριστικῶς πρὸς τοὺς συμβαλλομένους πρὸς 68· ἕτερα 30 ἑκατομμύρια ἐδόθησαν ὑπὸ αἵρεσιν εἰς αὐτοὺς, κατὰ παράδοξον ἀνωμαλίαν προερχομένην ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς προκαταβολῆς, πρὸς 65½· τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐκ 45,000,000, ὅπερ ἔμεινε διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, διετέθη πρὸς 72. Τὸ δάνειον τῶν 170 ἑκατομμυρίων διαιρεῖται ὡσαύτως εἰς τρεῖς κατηγορίας· ἡ πρώτη, ἐκ φράγκων 55,000,000, δίδεται ὁριστικῶς (ferme) πρὸς 68· ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι 2½%, ἀπολαυὴ τόκων (jouissauce), καὶ πλέον τῶν 4% ἐκ τοῖς προμηθείας τῶν 2,300,000, ἥτις δίδεται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως· ὥστε τὸ μέρος τοῦτο τοποθετεῖται εἰς τιμὴν ἐλάσσονα τῶν 62%· ἡ δευτέρα κατηγορία τῶν ὑπὸ αἵρεσιν διδομένων 55,000,000 δίδεται πρὸς 66%· ἡ δὲ τρίτη τῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως μενόντων 60,000,000 μένει δεσμευμένη ἐπὶ 18 μῆνας ἢ ἐπὶ δύω ἔτη, ὅπως εὐκολύνῃ εἰς τοὺς δανειστὰς τὴν ἐκποίησιν τῶν παρ’ αὐτῶν ὁριστικῶς καὶ ὑπὸ αἵρεσιν λαμβανομένων 110,000,000. Ἀφίνων κατὰ μέρος δευτερευούσας τινὰς ὠφελείας τῶν δανειστῶν, αἵτινες παρομαρτοῦσι σχεδὸν εἰς πᾶν ἐκδιδόμενον δάνειον, θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν θεμελιωδῶν ὅρων τῶν δύω δανείων. Καθόσον ἀφορᾶ τὸ ὁριστικῶς διδόμενον μέρος, εὑρίσκω ὅτι τὸ παρὸν δάνειον δίδεται εἰς τιμὴν εὐθηνοτέραν κατὰ 6% περίπου ἐκείνης, εἰς ἣν τὸ μέρος τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμύρια, τὸ ὁριστικῶς τοποθετηθὲν διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1881. Τὸ ὑπὸ αἵρεσιν διδόμενον δίδεται κατὰ ½% ἀνωτέρω τοῦ τῶν 120,000,000. Τὰ δὲ 60 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μένουσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου, ὑποβάλλονται διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως εἰς δέσμευσιν, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ συμβάσει τῶν 120,000,000. Ἡ δέσμευσις δ’ αὕτη καὶ ἡ ὑποχρέωσις, εἰς ἣν ὑποβαλλόμεθα, νὰ μὴ ἐκδώσωμεν μήτε νὰ πωλήσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸ τῆς παρελεύσεως 18 μηνῶν ἢ δύω ἐτῶν, ἡ δέσμευσις αὕτη εἶναι ἀπόλυτος ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἤθελεν ἐπιτραπῆ ἡμῖν νὰ πωλήσωμεν μέρος ἢ τὸ ὅλον τῶν 60,000,000, πάλιν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσπορισθῶμεν ἐκ τῆς πωλήσεως αὐτῶν χρήματα, ἅτινα νὰ μᾶς χρησιμεύσουν διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, διότι διὰ τῶν χρημάτων τούτων ὀφείλομεν νὰ προεξοφλήσωμεν τὴν προκαταβολήν· προεξοφλοῦντες δὲ τὴν προκαταβολὴν, δὲν καθιστῶμεν ἐλεύθερον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον μένει ἀπώλητον, ὅπως δι’ αὐτοῦ προσπορισθῶμεν ἄλλα χρήματα, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῶν συμβαλλομένων, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐπὶ 18 μῆνας νὰ κρατῶσιν ἀκίνητον καὶ ἀναπαλλοτρίωτον τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπως ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμα αὐτῶν νὰ τὸ ἀγοράσωσι καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτοὶ θελήσωσι. Τὴν δέσμευσιν ἡμῶν ταύτην θεωρῶ ὡς ἕνα τῶν βαρυτέρων ὅρων τοῦ δανείου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ διὰ τοὺς σιδηροδρόμους. Ὅπως τὸ δάνειον μὴ περιέχῃ ὑποτίμησιν τῆς πίστεως ἡμῶν, νομίζω ἀναγκαίαν τὴν τροποποίησιν ὅρων τινῶν αὐτοῦ. Καθὼς δὲ εἶπον ἤδη, πέποιθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐπιδιώξει τὴν παραδοχὴν τῶν τροποποιήσεων τούτων παρὰ τῶν ἀναδεχθέντων τὸ δάνειον, ἂν νομίσῃ ταύτην δυνατήν. Αἱ τροποποιήσεις, ἃς ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι, εἰσὶν αἱ ἑξῆς· α) νὰ περιορισθῇ ἡ προθεσμία τῆς αἱρέσεως (option) ἐπὶ 6–8 μῆνας, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν· β) νὰ περιορισθῇ ὡσαύτως εἰς 6 ἕως 8 μῆνας τὸ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ ἢ ἐκποιήσῃ τὰς διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς μενούσας ὁμολογίας· γ) νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐκ 2,300,000 φρ. προμήθεια εἰς ποσὸν ἀνταποκρινόμενον πράγματι πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, δι’ ἃς δίδεται αὕτη. Ἔχων δὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ οἰκονομικά μας εἶνε εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ θεωρῶν λίαν πιθανὴν τὴν προσεχῆ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ παραδεχθῶ καὶ τροποποίησιν πρὸς ὄφελος τῶν δανειστῶν καὶ ἐν ᾗ δὲν βλέπω ζημίαν τινὰ διὰ τὸ Κράτος. Ὡς τοιαύτην δὲ τροποποίησιν ἤθελον παραδεχθῆ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ δανείου, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ δανεισταὶ ἀναλαμβάνουσιν ὁριστικὴν εὐθύνην καὶ ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ τοῦ ὁριστικῶς (ferme) ὑπ’ αὐτῶν λαμβανομένου ἐκ 55 ἑκατομμυρίων, εἰς 40 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ παραδεχθῶσιν οὗτοι τὰς ἄνω τρεῖς τροποποιήσεις, νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ὑπὸ αἵρεσιν (option) λαμβανόμενον μέρος εἰς τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων καὶ νὰ αὐξήσωσιν ἀναλόγως τὴν προκαταβολὴν εἰς τρόπον ὥστε δι’ αὐτῆς καὶ τοῦ ὁριστικῶς λαμβανομένου μέρους τοῦ δανείου νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὴν τελευταίαν δὲ ταύτην τροποποίησιν τὴν ἐπωφελῆ διὰ τοὺς δανειστάς, τὴν θεωρῶ τοσούτῳ μᾶλλον ἀβλαβῆ δι’ ἡμᾶς, καθ’ ὅσον οὐ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου προϋποθέτει τὴν προσεχῆ βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης· διότι ἄλλως καὶ τὸ δάνειον δυσκόλως θὰ τοποθετηθῇ καὶ ἡμεῖς ἔτι δυσκολώτερον θὰ εὕρωμεν χρήματα, ἵνα ἐξοφλήσωμεν τὴν προκαταβολὴν καὶ ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς τὰς ἐπιχορηγήσεις τοῦ σιδηροδρόμου. Ἀλλὰ μὲ διέκοψέ τις προτήτερα καὶ μὲ ἠρώτησεν, ἂν πιστεύω, ὅτι θὰ δεχθῶσι τὰς τροποποιήσεις ταύτας οἱ συμβαλλόμενοι. Ἐλπίζω ὅτι καὶ οὗτοι, ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, δύνανται νὰ τὰς δεχθῶσιν ἄνευ κινδύνου ἢ βλάβης τινὸς δι’ αὐτούς. Ἐνδεχόμενον ὅμως, καὶ νὰ μὴ δεχθῶσι ταύτας· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προταθῶσιν αὗται ἐν τῇ Βουλῇ· ἐγὼ δὲν ἤθελον πτοηθῆ ἐκ τῆς μὴ παραδοχῆς αὐτῶν, μήτε προτείνω ταύτας ὡς ἁπλῆν αἴτησιν, ἣν ν’ ἀπευθύνωμεν πρὸς τοὺς συμβαλλομένους, ἀλλ’ ὡς ὅρους ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου. Ἐν περιπτώσει δὲ μὴ παραδοχῆς αὐτῶν, πιστεύω ὅτι δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν προσωρινῶς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες μᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, καὶ νὰ περιμείνωμεν καλλιτέρας καὶ εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις. Τοῦτο δὲ πιστεύω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν, ψηφίζοντες τὰ ἑξῆς δύω μέτρα· ά) τὴν ἔκδοσιν δανείου 170 ἑκατομμυρίων ὑπὸ ὅρους, οὓς θὰ θεωρήσωμεν ἀνταποκρινομένους πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν θέσιν καὶ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον νὰ τοποθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἅμα εὕρῃ καταλλήλους περιστάσεις ὅπως ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ προσπορισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρήματα διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς καὶ τὰς ἐπιχορηγήσεις τῶν σιδηροδρόμων· βʹ) τὴν συνομολόγησιν τοῦ προσωρινοῦ δανείου ἐξ 20 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου, ὅπερ ἀνέπτυξα προηγουμένως πρὸς περιστολὴν τῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀξίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ προσωρινὸν, τοῦτο δάνειον τῶν 20 ἑκατομμυρίων νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μὲ τόκον 8%, ὅστις θὰ περιορισθῇ εἰς 6% περίπου, ἕνεκα τοῦ τόκου, ὃν θὰ λαμβάνωμεν ἐκ τοῦ ἰδίου ποσοῦ, κατατιθεμένου ἔν τινι Εὐρωπαϊκῇ Τραπέζῃ καὶ ἐνταῦθα παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Οὕτω δὲ ἡ θυσία, ἣν θὰ ἐπιβάλῃ ἡμῖν τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν θέλει ὑπερβῆ τὸ 1,500,000, καὶ θέλει εἶσθαι κατὰ πολὺ μικροτέρα ἐκείνης, ἣν θὰ ὑποστῶμεν ἐκ τῶν τόκων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δανείου. Λαμβάνων δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει συνδεδεμένην μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, οὐ μόνον τὴν πίστιν αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν ὕπαρξίν της, καὶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δανείσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν 9 ἑκατομμύρια δυνάμει τῆς συμβάσεως τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1880, νομίζω, ὅτι δύναται καὶ ὀφείλει νὰ εὕρῃ τὰ ἄλλα ἕνδεκα ἑκατομμύρια πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ προσωρινοῦ δανείου. Διὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον πιστεύω ὡσαύτως καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ ἀρνηθῇ νὰ περιορίσῃ καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν γραμματίων της, καὶ κανονίσῃ τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν εἰς τρόπον συντελοῦντα εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἀξίας των, ἥτις ἐπιβάλλεται αὐτῇ, οὐ μόνον ἐκ τῆς ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῆς πίστεως μερίμνης, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι αἰσθάνεται καὶ ἡ ἰδία, ὅπως πρώτη αὕτη ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς πίστεως τοῦ Ἔθνους. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀναπτύξω ἐνταῦθα. (Λύεται ἡ συνεδρίασις). (Ὥρα 8 μ. μ.)