1883.12.12
2,122 rows · 16,135 words · 47 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 12 Δεκεμβρίου 1883
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῆς χήρας Βέμου ἐκ Δολιανῶν, ἐξηγούσης τὰ διὰ τοῦ τηλεγραφήματος πρὸ ἡμερῶν ῥηθέντα. — Ἀναφορὰ Νικαλάου Ἰωάννου Τζαννετάκη κατοίκου Ληξουρίου καὶ καταδίκου ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας, ζητοῦντος τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ποινῆς του. — Πρότασις νομοσχεδίου τοῦ κ. Κοκκέβη πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἤδη δοθέντος νομοσχεδίου μετ’ εἰσηγήσεως περὶ συνοικισμοῦ Κυπαρισσίας. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Δημητρακάκης ἐζήτησε τὸν λόγον δι’ ἐπερώτησιν.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Πληροφοροῦμαι ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου μένουν αἱ πλεῖσται ἀτύπωτοι ἀπὸ τὸ 1870 καὶ ἐντεῦθεν ἐναντίον τοῦ Νόμου, καὶ μὲ κίνδυνον νὰ ἐξαφανισθῶσιν ὁλοτελῶς, ἂν συμβῇ ἀτύχημά τι εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ κακοήθης ὑπάλληλος πωλήσῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς εἰς τὰ παντοπωλεῖα, ὅπως συνέβη κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ 1862. Ἀνάγκη λοιπὸν ἵνα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διατάξῃ ἐντόνως τὴν ταχεῖαν τύπωσιν αὐτῶν. «Παρατηρῶ προσέτι τῷ κ. ὑπουργῷ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καὶ τὰ ἀντίτυπα τῶν τυπωθεισῶν ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸ τοῦ 1870 σχεδὸν ἐξέλιπον. Ἐν τούτοις ἔχουν ἀνάγκην τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν πάντες οἱ δικηγόροι καθ’ ἑκάστην πληθυνόμενοι, καθὼς καὶ τὰ νέα δικαστήρια καὶ οἱ νεοδιοριζόμενοι δικασταί. Ὀφείλει λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον διὰ δαπάνης τινὸς νὰ ἀνατυπώσῃ αὐτὰς εἴτε δι’ Ἐπιτροπῆς ἐξ ὑπαλλήλων εἴτε δι’ ἐργολαβίας. Ἐν τῇ ἀνατυπώσει δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ τύπωσις ὁλοκλήρου τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ μόνου τοῦ σκεπτικοῦ καὶ διαδικαστικοῦ ἑκάστης ἀποφάσεως.
§3ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ δοθῇ ἡ ἀναγκαία πίστωσις νὰ τυπωθῶσιν.
§4ΒΑΛΒΗΣ. Ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Μεσσήνης ἔχω νὰ παρακαλέσω τὰ ἔντιμα μέλη τοῦ 7ου Τμήματος, ὅπως συνέλθωσι καὶ ἀποφασίσωσι περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς, διότι ἐπανειλημμένως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου προσεκαλέσαμεν τὰ μέλη καὶ δὲν ἦλθον· προσεκαλέσαμεν δὲ τὰ μέλη καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς.
§5Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἦλθον καὶ σεῖς δὲν εἶσθε παρών. Οὔτε ἐγγράφως, οὔτε προφορικῶς μᾶς ἐκαλέσατε.
§6ΒΑΛΒΗΣ. Ἐλησμονήσατε ὅτι, ὅταν ἐξεθέσατε τὴν γνώμην σας, ὅτι ἐκάματε λόγον μάλιστα εὐρύτατον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐματαιώθη αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἡ Συνεδρίασις, προσεκαλέσαμεν τὰ μέλη δίς.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποτέ.
§8ΒΑΛΒΗΣ. Ἐτοιχοκολλήσαμεν δὲ καὶ ἐνταῦθα.....
§9ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Αὔριον νὰ συνέλθωμεν εἰς τὰς 10.
§10ΒΑΛΒΗΣ. Ἐν τούτοις καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ κάμωμεν καὶ ἄλλην πρόσκλησιν.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅταν μία ἐκλογὴ παραπέμπεται εἰς ἓν ἀπὸ τὰ Τμήματα τὰ ἐκλογικὰ, καὶ δὲν ἐξετάζεται ἐγκαίρως ἕνεκα τῆς ἀμελείας τῶν μελῶν τοῦ Τμήματος, τότε παραπέμπεται εἰς τὸ ἕτερον Τμῆμα· καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ εὐκολώτερον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς γείνῃ καὶ ἡ τελευταία ἀπόπειρα.
§13ΒΑΛΒΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι τὰ μέλη ὀφείλουν νὰ ἔρχωνται, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπειράκις τὰ ἐκαλέσαμεν, ἀλλ’ οὔτε συνῆλθον, οὔτε συνέρχονται.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρώμας ἔχει τὸν λόγον.
§15ΡΩΜΑΣ. Θὰ ἀπορεῖτε, κύριοι, βλέποντες ἐμὲ παραγενόμενον ἐπὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς ἵνα κάμω ἐπερώτησιν δῆθεν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Δύω ἤδη ἔτη παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ λαμβάνω μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· καὶ μολονότι μοὶ ἐδόθησαν ἀπειράκις καὶ καθ’ ἡμέραν σχεδὸν μοὶ δίδονται ἀφορμαὶ δίκαιαι καὶ ἐπιβλητικαί, μολοντοῦτο οὐδέποτε ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, εἰμὴ ἅπαξ μόνον ἐγγράφως, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ εἰς Ἑταιρίαν ἡ ἐκβάθυνσις τοῦ λιμένος Ζακύνθου ἄνευ μειοδοτικῆς δημοπρασίας καὶ ὅταν εἶχε καταργηθῆ ὁ ἔλεγχος τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ζακύνθου ἕνεκα τῆς παύσεως δύω ἐντιμοτάτων μελῶν τῆς λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔκτοτε, κύριοι, ἐθεώρησα ὅλως ἀλυσιτελὲς νὰ κάμω νέας ἐπερωτήσεις ἐνόσῳ τοὐλάχιστον ὑφίσταται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εἰς εὐνομούμενα Κράτη, ἔνθα ὁ νόμος λειτουργεῖ κανονικῶς καὶ ἀπροσκόπτως, ὁσάκις λαμβάνουσι χώραν ἀτοπήματα ἢ ἀδικήματα διαπραττόμενα ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ταῦτα ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως καὶ παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῆς, τότε γίνονται ἐπερωτήσεις, ὅπως ἐπέλθῃ ταχεῖα θεραπεία πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Ἀλλ’ εἰς Κράτος, οἷον τὸ ἡμέτερον, ἔνθα ἡ Κυβέρνησις μεταθέτει τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους πρὸς παραδειγματικὴν τιμωρίαν, τοὺς ὑπαλλήλους δηλονότι, οὓς αὐτὴ ἡ ἰδία διώρισε, τοὺς ὑπαλλήλους τῆς ἐμπιστοσύνης της, ὅπως τοῦτο ἔγεινεν ἐν Ζακύνθῳ ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ διότι αὐτοὶ ἀποποιοῦνται νὰ γείνωσι τυφλὰ ὄργανα ἀσυνειδήτων καὶ φατριαστικῶν σκοπῶν, πᾶσα ἐπερώτησις ἀποβαίνει ματαία καὶ ἄστοχος, καθότι ζητεῖται ἡ τιμωρία τῆς παρανομίας ἀπ’ αὐτὴν τὴν πηγὴν τῆς ἀνομίας. Πιεζόμενος, κύριοι, σήμερον ὑπὸ τῶν πολιτικῶν μου φίλων πλέον εἴ ποτε, ἀλλ’ ἐμμένων εἰς τὴν ἀρχήν μου περὶ τοῦ ἀτελεσφορήτου τουτέστι τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἀπὸ τοῦδε ἀπεφάσισα νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἁπλῆν ἀνακοίνωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἑκάστοτε παρ’ ἐμοῦ λαμβανομένων εἰδήσεων, καταγγελλουσῶν ἐγκληματικὰς πράξεις τῶν κυβερνητικῶν ὀργάνων. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δύω τηλεγραφήματα, ἅτινα προχθὲς καὶ χθὲς τὴν νύκτα ἔλαβον ἐκ Ζακύνθου (ἀναγινώσκει). «Ἐν Ζακύνθῳ, τὴν 21 Δεκεμβρίου 1883. Χθὲς τὸ ἑσπέρας χωροφύλακες διεπληκτίσθησαν στρατιώταις οἰνοπωλείῳ μου, ἐμοῦ ἀπουσιάζοντος. Περιστατικὸν ἐκμεταλλευθεὶς δημαστυνόμος, κομματικῶς ἐχθρός μου, προσλαβὼν ὑπολοχαγὸν Παλαιολόγον καὶ σμῆνος κλητήρων εἰσέβαλον οἰνοπωλείῳ, βιάσαντες θύρας, θραύσαντες πᾶν τὸ προστυχόν. Σώσατε πολίτην συνταγματικόν, ἀδίκως προφυλακισθέντα.» «Ἐν Ζακύνθῳ, τὴν 23 Δεκεμβρίου 1883. Καθ’ ἃς θετικὰς ἔλαβον πληροφορίας, στρατιῶται, εὐθυμοῦντες οἰνοπωλεῖον Εὐσταθίου Σοφοῦ, διεπληκτίσθησαν μετὰ χωροφυλάκων καὶ κλητήρων, ἀφοπλισθέντων ὑπ’ ἐκείνων, ἀπουσιάζοντος Σοφοῦ καὶ εὑρισκομένου οἰκίαν Ἀριστοβούλου Παυλοπούλου μετ’ ἄλλων. Δημαστυνόμος καὶ ὑπολοχαγὸς Παλαιολόγος μεθ’ ἱκανὴν ὥραν εἰσέβαλον ἄνευ παρουσίας ἁρμοδίων ἐν κεκλεισμένῳ οἰνοπωλείῳ, ἀπουσιάζοντος ἰδιοκτήτου Σοφοῦ, μετὰ κλητήρων καὶ στρατιωτῶν, θραυσάντων τῶν τελευταίων ἀγγεῖα καὶ περιμεινάντων μέχρι πρωΐας. Σοφὸς ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον Μοιράρχου ἐπιοῦσαν, διαμαρτυρόμενος ἐπὶ διαπραχθείσαις πράξεσιν, ἐξυβρίσθη ὑπὸ δημαστυνόμου καὶ Παλαιολόγου· προσελθόντων ἐκεῖσε δημαστυνόμου ἐπιμένοντος παραλαβεῖν τοῦτον, Μοίραρχος παρέδωκεν εἰσαγγελέα, προφυλακίσαντα αὐτὸν καὶ διατελοῦντα ἐν προφυλακίσει, συνεπείᾳ κατηγορίας ἐπὶ ἀντιστάσει, ἐνῷ, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἀπῆν κατὰ τὴν συμπλοκήν.» Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος Σοφὸς εἶναι φιλήσυχος καὶ εὔπορος πολίτης, πωλῶν τοὺς οἴνους του, τοὺς προερχομένους ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας του. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, γνωρίζων ἐκ μακρᾶς πείρας τὰ καταχθόνια τεχνάσματα τῆς ἐν Ζακύνθῳ κρατούσης φατρίας, ὅτι ἡ συμπλοκὴ αὕτη ἔλαβε χώραν εἰς τὸ οἰνοπωλεῖον τοῦ Σοφοῦ, ἵνα δοθῇ ἀφορμὴ εἰς τὴν ἀκολασταίνουσαν ἀτιμωρητεὶ ἀστυνομίαν νὰ ἐπιτεθῇ ἀγρίως καὶ καταστρέψῃ αὐτόν. Καὶ πρὸ ὀλίγων ἔτι ἡμερῶν στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα σκληρῶς ἐπετέθη καὶ ἐκακοποίησε τὸν ἔντιμον ἔμπορον κύριον Παρασκευᾶν Κακούρην ἄνευ λόγου· θύματα ὁμοίως ἀγρίου καταδιωγμοῦ εἶναι καὶ ὁ Παναγιώτης καὶ Νικόλαος Πατρινοὶ Κουτσολάουρη καὶ ὁ Γενναῖος Μελισσηνὸς, τοὺς ὁποίους ἀπεπειράθησαν νὰ φονεύσωσι λιποτάκται καὶ φυγόδικοι, οἵτινες συνάμα εἶναι καὶ ὑπασπισταὶ τοῦ Δημαστυνόμου. Ὅμοιαι δὲ σκηναὶ ἐπαναλαμβάνονται συνεχῶς, τῶν φίλων μου ἀπηνῶς καταδιωκομένων. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ ἀποτρόπαιος καὶ ἀκατονόμαστος κατάστασις Ζακύνθου. Εἰς τοιαύτην παραλυτικὴν κατάστασιν εἶναι ὁ τόπος. Καὶ ἔπειτα ἔχουσι τὴν θρασύτητα καὶ τὴν ἀναίδειαν νὰ ἀνέρχωνται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ μᾶς ζητῶσι τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῶν φόρων, τοῦ δανείου καὶ τῶν πιστώσεων, ἵνα παρατείνωσι τὴν τοιαύτην φθοροποιὸν, ἐκνομωτάτην καὶ ἀπάνθρωπον κατάστασιν. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Νεαπόλεως Φερδινάνδος ὁ Βʹ. ὁ ἐπικληθεὶς Ρεμπόμπας, ἔλεγεν ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ κυβερνηθῇ καλῶς εἰμὴ μὲ τρία F, ἤτοι feste farina forca, μὲ πανηγύρεις, μὲ ἄρτον καὶ μὲ ἀγχόνην. Ἡ ὑφισταμένη Κυβέρνησις, ὅπως βεβαίως ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκονομικὰς αὑτῆς ἐπαγγελίας, ἀφῄρεσε τὰ δύω πρῶτα, δηλ. τὰς πανηγύρεις καὶ τὸν ἄρτον, καὶ κυβερνᾷ μόνον στήσασα ἀγχόνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ ἂς προσέξωσι διότι δύναται τὸ σχοινίον τῆς ἀγχόνης νὰ περιπλεχθῇ εἰς τὸν λαιμὸν τῶν κυβερνώντων καὶ νὰ σφίγξῃ αὐτοὺς μέχρις ἀποπνιγμοῦ.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀφήσατε τὰ τηλεγραφήματα....
§17ΡΩΜΑΣ. Τὸ πρῶτον τὸ ἔλαβε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ ἄλλο δὲν δύναμαι νὰ τὸ δώσω.
§18Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν κατάστασιν, τὴν ζητηθεῖσαν ἀπὸ μηνὸς περίπου, ἀφορῶσαν δὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνακαταταχθέντων ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, καθὼς καὶ τὴν κατάστασιν, τὴν περιέχουσαν τὰς μετακινήσεις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ διάστημα τῆς Ὑπουργίας. Συνάμα θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὥστε τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ τυπωθῶσι.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοὺς ἐτυπώσαμεν.
§20Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε νὰ διανεμηθῶσι. Συγχρόνως θὰ ὑπενθυμίσω νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς Γενικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς πολιτικῆς συζητήσεως.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠναγκάσθην νὰ διακόψω κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι ἡ ὥρα εἶχε παρέλθει, ὤφειλον δὲ νὰ συνεχίσω αὐτὴν σήμερον. Σᾶς ἔλεγον προχθές, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθιξε τὰ πλεῖστα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε εἰσηγησάμην τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ὡς ἄξια τῆς ἐρεύνης αὐτῆς. Παρέθιξεν αὐτά, εἶπε πολλά, πάμπολλα περὶ ἑκάστου αὐτῶν, διότι ἐπεφυλάσσετο νὰ εἴπῃ ἐλάχιστα περὶ ἑκατέρου τῶν δύω τελευταίων θεμάτων, ἤ, ἵνα εἴπω κάλλιον, καὶ περὶ τῶν δύω τελευταίων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐσύστησα εἰς τὴν ἔρευναν τῆς Βουλῆς, ἤτοι περὶ τοῦ θέματος τῆς Κωπαΐδος καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Πρέσβεως ἐν Ἱσπανίᾳ. Ἐξεπλάγην μάλιστα διότι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν περὶ τοῦ θέματος τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λησμονήσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε πρὸς τοὺς καθημένους πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν ἀριστεράν), καὶ διὰ φράσεων ἀνοικείων καὶ ὑβριστικῶν ἀπέδειξε καὶ αὖθις πόσον ὀλίγον σέβεται τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ αὐτοὺς τοὺς παρὰ τῇ Κυβερνήσει εὑρισκομένους. Μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατῆλθε σύσσωμος μέχρι τοῦ πυθμένος τοῦ βορβόρου. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατῆλθεν ἀληθῶς μέχρι τοῦ πυθμένος τοῦ βορβόρου, διότι ἔμαθεν ὅτι ἐκεῖ κυλίεται ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος. Ἐὰν οἱ κκ. Ὑπουργοὶ νομίζωσιν, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται κατ’ ἰδίαν αὐτῶν βούλησιν τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, ἂν νομίζωσιν ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαχειρίζωνται ἀπροσέκτως τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἔθνους, διορίζοντες Ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους ἄνδρα, περὶ τοῦ ὀνόματος καὶ τῶν πράξεων τοῦ ὁποίου ἠκούσατε πόσα ἐῤῥέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ—καὶ περὶ τῶν πράξεων τοῦ ἀνδρὸς πιθανὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ νὰ ἠκούσατε πολὺ περισσότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ—ἐὰν τοιαύτην διαχείρισιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους προτάσσωσιν οἱ κκ. Ὑπουργοί, ἐνόμιζον ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελε μείνει ἀδιάφορος, καὶ ἤθελεν ἀφήσει αὐτοὺς ἀνεξελέγκτους; Ἢ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἰδεῖ μετ’ ἀδιαφορίας ὡς Ἀντιπρόσωπον τοῦ Στέμματος τῆς Ἑλλάδος, ὡς Ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους ἐν τῇ Διπλωματίᾳ, διαμένοντα καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἄνδρα, ὅστις ἴσως προωρίζετο ὑπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, ἵνα διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ αἰθούσῃ; Τὸ Στέμμα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀνήκει εἰς οὐδένα. Ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸν καθήμενον ἐπὶ τοῦ θρόνου, δὲν ἀνήκει κατὰ πλείονα λόγον εἰς ἐκείνους οἵτινες, σύμβουλοι αὐτοῦ, παρέδωκαν τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ ἀπροσέκτως εἰς τὸν κ. Σκουλούδην. Τὸ Στέμμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀπόκτημα θυσιῶν καὶ αἱμάτων. Τὸ Στέμμα τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἦναι λαμπρόν, διότι ἐκπροσωπεῖ τὴν Ἐθνικὴν μεγαλειότητα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ λάμψις καὶ ἡ αἴγλη αὐτοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἀκηλίδωτος καὶ ἀμείωτος, οὐδεὶς δ’ ἠδύνατο νὰ διορίσῃ ὡς Ἀντιπρόσωπον τοῦ Στέμματος πρόσωπον, ὅπερ ἠδύνατο νὰ κηλιδώσῃ τοὺς ἀδάμαντας, οἵτινες στολίζουσι τὸ Στέμμα τοῦτο. Ἡ ἐμὴ ὄσφρησις δὲν ἐσυνείθισε τὴν ἀποφοράν, τὴν ὁποίαν ἐκπέμπουσιν οἱ βόρβοροι, ἀλλὰ τὸ καθῆκον καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο νὰ διατελῶσιν ἀδυσώπητοι ἐλεγκταὶ τῶν παραβάσεων τῶν νόμων, καὶ ἄγρυπνοι ἐπιτηρηταὶ τῶν ἀτασθαλιῶν, τὰς ὁποίας ἀπαντῶμεν εἰς τὴν διοίκησιν. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἥκιστα μιμούμενος τὸν συνάδελφόν του κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ἁπλοϊκότης καὶ ἡ ἀφέλεια περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος μὲ συνεκίνησαν, ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα νὰ ἀποδείξῃ ὅτι οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ ψεκτόν· ὅτι ἀπ’ ἐναντίας, ὁ ἐργολάβος τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ὁ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος, ἔπραξεν ὅ,τι πάντες ἔπραξαν. Καὶ διὰ νὰ μιμηθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, ὅστις σᾶς ἐπέδειξε μετοχὴν τῆς Κωπαΐδος, παρέλαβε καὶ αὐτὸς μίαν μετοχὴν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ ἐπιδεικνὺς αὐτὴν ἔλεγεν «ἰδοὺ μετοχὴ φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη· εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν». Ἐσύγχυσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς παροχὰς, τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ἱδρυταὶ τῶν βιομηχανικῶν ἑταιριῶν, μὲ τὰς παροχὰς, τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ τῶν μεταλλευτικῶν. Καὶ ἐνθυμήθη τὴν ἑταιρίαν τοῦ Περικλέους, ἵνα θίξῃ τὴν φιλοτιμίαν ἢ διὰ νὰ κορέσῃ τὸ πάθος του κατὰ διακεκριμένου μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ἄλλοι ἐμνήσθησαν ἀσφαλιστικῶν τινων ἑταιριῶν, τὰς ὁποίας διηύθυναν πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἀφήσωσι καὶ εἰς αὐτοὺς μομφὴν ἔμμεσον. Αἱ παροχαὶ, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν αἱ μεταλλευτικαὶ ἑταιρίαι, εἰσὶν ἐντελῶς διάφοροι ἐκείνων, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν οἱ ἱδρυταὶ τῶν βιομηχανικῶν ἑταιριῶν. Τὸ apport εἰς τὰς μεταλλευτικὰς ἑταιρίας ἀντιπροσωπεύει τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας κατέβαλον οἱ ἀναζητήσαντες τὸ μεταλλεῖον, οἱ φροντίσαντες νὰ βεβαιώσωσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ μεταλλεύματος, οἱ φροντίσαντες νὰ προπαρασκευάσωσιν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς καλλιέργειαν καὶ κάρπωσιν αὐτοῦ καὶ πείσωσι τὴν κοινωνίαν, ὅτι τὸ μεταλλεῖον εἶναι καλλιεργήσιμον, καὶ ἡ πρόσοδος αὐτοῦ δύναται νὰ καλύψῃ τὰς πρὸς καλλιέργειαν αὐτοῦ ἀπαιτουμένας δαπάνας. Γνωρίζω, διότι εἰμὶ μέλος διοικητικοῦ συμβουλίου μεταλλευτικῆς ἑταιρίας, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη ἠγόρασε μεταλλεῖον ἐκτὸς τοῦ Κράτους· καὶ μολονότι ἐπλήρωσε τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ δαπανᾷ ἀφειδῶς ἑκατοντάδας χιλιάδας δραχμῶν, ἵνα δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ οὐ μόνον τὴν περιεκτικότητα τοῦ μεταλλεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν πρόσοδον αὐτοῦ. Καὶ ποία, νομίζετε, ὑπῆρξεν ἡ ἑταιρία τοῦ Περικλέους, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἀνέφερεν; Ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἄρθρον τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς, ἵνα ἴδητε πόσον μακρὰν τῆς ἀληθείας ἦσαν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας περὶ αὐτῆς σᾶς ἔδωκε, καὶ πόσον ἄδικος καὶ ἐστερημένος πάσης ὑποστάσεως ἦτον ὁ ὑπαινιγμὸς, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ. Τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας τοῦ Περικλέους ἐν ἄρθρῳ 8ῳ διατάσσει: «Ἄρθρον 8ον· Αἱ μετοχαὶ ἐκδίδονται ὀνομαστικαί· μετὰ παρέλευσιν δὲ δύω ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ παρόντος καταστατικοῦ δύνανται καὶ ἀνώνυμοι νὰ ἐκδίδωνται, ἢ νὰ μετατρέπωνται αἱ ὀνομαστικαὶ εἰς ἀνωνύμους καὶ τ’ ἀνάπαλιν». Τὸ καταστατικὸν δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς κατόχους τῶν ὁμολογιῶν νὰ θέσωσιν εἰς κυκλοφορίαν μετοχὰς, διότι ὑπέθεσεν ὅτι ἠδύναντο κατὰ τὴν διετίαν νὰ προκύψωσι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μειώσωσι τὴν ὑπὸ τοῦ κοινοῦ ἀποδιδομένην εἰς ταύτας ἀξίαν. «Ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ τῶν δύω ἐτῶν» διατάσσει τὸ καταστατικὸν τοῦ Περικλέους «οὐδεὶς τῶν μετόχων δύναται νὰ ἐκποιήσῃ τὰς μετοχὰς αὐτοῦ εἰς ἄλλον μέτοχον, ἀλλὰ δύναται ἡ Συνέλευσις τῶν μετόχων νὰ συντέμνῃ τὸ διάστημα αὐτὸ, ὁδηγουμένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων.» Ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ τῆς Ἑταιρίας τοῦ Περικλέους καὶ τῆς Ἑταιρίας τῆς Ἀγκύρας καὶ τῶν ἄλλων, αἵτινες συνεστάθησαν ἐνταῦθα, μὲ τὴν ἐν Γαλλίᾳ συσταθεῖσαν Ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος; Διατί παραπονούμεθα κατὰ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; διότι δὲν ἐξετελέσθη ὁ νόμος, διότι ὁ λαὸς δὲ ἐγνώριζε τί εἶναι ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος, ποῖοι οἱ Νόμοι ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνέστη, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῇ καὶ θέλει ζήσει· διότι τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἦτον ἄγνωστον, καὶ ὁ λαὸς ἐν ἀγνοίᾳ ἐκαλεῖτο νὰ ἐγγραφῇ εἰς μετοχὰς καὶ πληρώσῃ χρήματα, ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ χρήματα αὐτοῦ ἤθελον χρησιμεύσει εἰς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἐνῷ τὰ χρήματα ταῦτα ἔμελλον νὰ πληρώσωσι τὰ θυλάκια ἰδιωτῶν. Ἡ Ἑταιρία τοῦ Περικλέους καὶ αἱ λοιπαὶ ἐνταῦθα συσταθεῖσαι, καὶ ἂν τὰ καταστατικὰ αὐτῶν δὲν συνεβιβάζοντο μὲ τὴν φροντίδα, ἣν πρέπει νὰ καταβάλλῃ πᾶς ἔντιμος ἄνθρωπος, ἵνα μὴ θεωρῆται ἀπατεὼν, ἐτοιχοκόλλησαν ὅμως τὰ καταστατικὰ αὐτῶν εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον, ἀφοῦ ταῦτα εἶχον ἐγκριθῆ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ δημοσιευθῆ διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», καὶ ἕκαστος πολίτης ἠδύνατο νὰ τὰ μελετήσῃ. Αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες δὲν ἐκδίδουσι δι’ ἴδιον λογαριασμὸν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ πραγματοποιήσωσιν, αἱ ὁποῖαι ἀναθέτουσι τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν εἰς Τραπέζας ἢ τραπεζίτας, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσιν ἐνίοτε καὶ ἓν ὡρισμένον μέρος τοῦ δανείου, ὀφείλουσι νὰ κάμωσι παροχὰς εἰς τὰς Τραπέζας ἢ τοὺς τραπεζίτας τούτους, οἵτινες ἀναλαμβάνουσι τὴν ἔκδοσιν· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ κέρδος δὲν συνεισφέρουσιν οἱ μέτοχοι, ἀλλὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὅταν δὲ οἱ μέτοχοι ἀγοράζωσι μετοχὰς, δὲν ζημιοῦνται, οὐδὲ συνεισφέρουσιν εἰς τὸ παραχωρηθὲν τοῦτο εἰς τοὺς τραπεζίτας κέρδος. Ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ὀφείλει νὰ ἀναγγείλῃ εἰς πάντας τοὺς ἀγοράζοντας μετοχὰς, ὅτι τὸ δάνειον ἐξέδωκε πρὸς τόσα τοῖς ἑκατὸν ἢ ὅτι παρέσχε τοσαύτας ὠφελείας, οὐδὲ καταχρᾶται τῆς ἀγαθοπιστίας τοῦ λαοῦ, οὐδὲ παραλείπει καθῆκον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ τοποθετήσωσι τὰ κεφάλαιά των. Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, νὰ μᾶς ἀπασχολῶσι διὰ παραδειγμάτων τοιούτων ἄνθρωποι, οἵτινες ἐτάχθησαν νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν· διότι, ἂν δὲν δύνανται νὰ γνωρίζωσι τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ apport τοῦ ἐργολάβου τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ τῆς εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον τῆς Κυβερνήσεως τραπεζίτας, ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ πῶς μένουσι νὰ Κυβερνῶσιν, ἀφοῦ δὲν γνωρίζουσι τὰ στοιχειωδέστατα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, ὁ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολούμενος, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ. Ἂν δὲ γνωρίζωσι ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν μετοχῶν τῶν Ἑταιριῶν, καὶ ζητοῦσι νὰ παραπείσωσι τὴν Βουλὴν, πράττουσι τίποτε ὀλιγώτερον παρ’ ὅ,τι πράττουσιν οἱ ἱδρυταὶ τῆς Κωπαΐδος, οἱ ἀποπλανῶντες τὸν λαὸν, διότι καὶ οὗτοι ζητοῦσι νὰ ἀποπλανήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ ψευδῶν ἐπιχειρημάτων. Καὶ ἔλαβεν ὁ ἐργολάβος τῆς ἀποξηράνσεως κέρδος 4,800,000 φράγκων εἰς χρυσόν. Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν φαίνεται αὐτῷ ὑπέρογκον, διότι ἐδαπάνησεν ὁ κ. Σκουλούδης, διότι ὑπεβλήθη εἰς καταβολὰς κεφαλαίων, καὶ διότι ἔπρεπε νὰ ἀποζημιωθῇ. Αἱ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος μελέται κατεβλήθησαν ἀπὸ τὸν κ. Σκουλούδην; Ὅταν ὁ μηχανικὸς κ. Sauvage ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐμελέτησε τὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου αὐτοῦ, τὰ τῆς διατροφῆς, τὰ τῶν μελετῶν κατεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀδόλφου Heichtal. Τὰ διαγράμματα λοιπὸν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1867, ὅτε ἐξεδόθη ὁ νόμος περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, αὐτὰ ταῦτα ἀπεδέχθη καὶ ὁ κ. Σκουλούδης, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐπιχειρίσῃ τὴν ἀποξήρανσιν. Μεταβολὴ μόνη ἐπῆλθε τῶν μελετῶν ἐκείνων ἡ πέρυσι συνομολογηθεῖσα διὰ συμβάσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, οὐχὶ διὰ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου, ἀλλὰ διὰ διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος εἰς τὴν Ἑλίκην καὶ Παραλίμνην. Δι’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν μελέτην, ἥτις ἐγένετο πρὸς μεταβολὴν τῶν ἀρχικῶν διαγραμμάτων, ὁ κ. Σκουλούδης ἔλαβεν apport 1, 800,000 φράγκων χρυσῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θεωρεῖ δικαίαν ἀποζημίωσιν τῶν καταβολῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σκουλούδης ἔκαμεν! Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης κατέβαλε δαπάνας διὰ τὴν μελέτην ταύτην 800,000 φράγκων. Διὰ τὴν δαπάνην ταύτην ἔκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι εὐλόγως ὁ κ. Σκουλούδης ἐζήτησε παρὰ τῶν μετόχων τῆς ἑταιρίας ὠφέλειαν 4,800,000; Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι κατέβαλεν ὁ κ. Σκουλούδης διὰ τὰς δαπάνας 1,000,000. Διὰ τὴν καταβολὴν ταύτην ἐζήτησεν ὁ κ. Σκουλούδης 4,800 000 φράγκων χρυσῶν; Ὁμιλῶν πρὸς εἰδότας, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν δύναται νὰ μελετήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ νὰ εἰκάσῃ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. Σκουλούδης ἠναγκάσθη νὰ καταβάλῃ. Ἀλλ’ ὁποιονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν ὑπολάβωμεν καταβληθὲν χάριν μελετῶν, τὸ ποσὸν τῶν 4,800,000 φράγκων χρυσῶν εἶναι ποσὸν ὑπέρογκον. Ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἀπορῶ πῶς ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνέλαβον νὰ ὑπερασπίσωσι τὸν κ. Σκουλούδην καὶ ἀποδείξωσιν εὔλογον τὸ κέρδος αὐτὸ, δὲν ἐδίστασαν νὰ ἀναλάβωσι τοιοῦτον ἔργον ἀπέναντι ὑμῶν! Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ κακοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον συνετελέσθη, πλανηθέντων πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ συνεισενεγκόντων χρήματα μετὰ τῆς προαιρέσεως τοῦ νὰ δαπανηθῶσιν ἐπὶ τῆς ἀποξηράνσεως; Ἡ ζημία εἶναι μεγαλειτέρα· διότι θέλει ζητηθῆ ἡ ἄλλη δόσις, ἀφοῦ ἐκ τῆς πρώτης δόσεως διεσώθησαν μόνον 2,200,000, διαθέσιμα πρὸς ἀποξήρανσιν, διὰ δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ Κωπαῒς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποξηρανθῇ. Θέλουσι κρούσει λοιπὸν τῆς ἑταιρίας οἱ διοικηταὶ πάλιν τὰς θύρας τῶν μετόχων διὰ νὰ ζητήσωσι τὴν δευτέραν δόσιν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἂν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τις μεταξὺ τῶν μετόχων τοσοῦτον ἐλαφρὸς, ὥστε νὰ ἐμπιστευθῇ καὶ τὴν δευτέραν δόσιν τῶν χρημάτων εἰς τοιαύτην διαχείρισιν. Ἂν δὲ δὲν εἰσπραχθῇ ἡ δευτέρα δόσις, τί γίνεται ἡ ἀποξήρανσις, διὰ τὴν ὁποίαν θρηνεῖ ὁ κ. Σιλβεστρίδης ἐκ Λεβαδείας, διὰ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἔσπευσαν αἱ φιλικαὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐφημερίδες νὰ δημοσιεύσωσι, παριστῶσαι τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον γίνεται, ἂν δὲν ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς; Καὶ ἂν ἡ Κωπαΐς δὲν ἀποξηρανθῇ, δὲν πταίουσιν οἱ μέτοχοι, οἱ καταβαλόντες μετ’ εὐπιστίας τὸ δηνάριον αὑτῶν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠπάτησαν τοὺς μετόχους, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπατήσωσι τοὺς μετόχους. Καὶ τί δὲν παρεχώρησαν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸ ἔργον; Ἐπὶ διαγραμμάτων, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν πρὸ 40 ἐτῶν, καὶ ἐπὶ μελετῶν πρὸ 40 ἐτῶν γενομένων, ἐστηρίχθη ὁ νόμος τοῦ 1867 περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔφερεν ἀποτελέσματα. Ὁ πρῶτος λαβὼν τὴν παραχώρησιν ἦτον ἄνθρωπος κοινὸς, μὴ ἔχων οὐδὲ πίστιν, οὐδὲ χρῆμα! Ἦτο πένης. Εἶχε μισθωθῆ ἀπὸ τὸν κ. Μπονναὶρ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως. Ὁ κ. Μπονναὶρ ἦτο μικρὸς κεφαλαιοῦχος. Εἶχεν ἐπιχειρήσει καὶ κατασκευάσει τὴν διώρυγα, τὴν γνωστὴν ὑπὸ τὸ ὄνομα Καβοὺρ, εἶχε κερδίσει 300,000 περίπου φράγκα, καὶ ἀφοῦ εἶχεν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ἐκείνης τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιδοθῇ καὶ εἰς ἑτέραν ἐπιχείρησιν, καὶ συγκομίσει περισσότερα κέρδη. Ἀλλὰ 300,000 φράγκα ἦτο ἀσθενέστατον κεφάλαιον διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις πρὸς σύστασιν ἑταιρίας. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ 1867 παρεχωρήθη εἰς τὸν Μομφεριέρον, ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Μπονναὶρ, τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως. Ἐπανῆλθεν ὁ Μομφεριέρος εἰς τοὺς Παρισίους, ὁ δὲ Μπονναὶρ ἔκρουσεν ὅλας τὰς θύρας τῶν τραπεζιτῶν, ἀλλὰ δὲν εὕρισκε κεφάλαια. Προσήρχετο ἑκάστοτε καὶ πρὸς ἐμὲ, Πρέσβυν τοῦ βασιλέως ὄντα ἐν Παρισίοις, καὶ ἐζήτει νὰ συνδράμω αὐτὸν, νὰ τὸν συστήσω εἰς τραπεζίτας. Ἐγὼ ἀληθῶς ἐσύστησα τὸν κ. Μπονναὶρ εἰς τὸν κ. Σωσὺ, ἀλλὰ πάντες ἔλεγον ὅτι δὲν τολμῶσι, διότι ὑπῆρχον δύω ἐχθροὶ, οἱ ὁποῖοι ἠπείλουν τότε νὰ ματαιώσωσι τὴν ἐπιχείρησιν. Ὁ πρῶτος τῶν ἐχθρῶν τούτων ἦτο τότε ἡ ληστεία. Ποῦ θέλομεν ὑπάγει νὰ ἐκθέσωμεν τὰ κεφάλαιά μας; Νὰ αἰχμαλωτίσωσι τοὺς μηχανικούς μας καὶ ἡμᾶς αὐτούς; Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ συγκομίσωμεν κέρδη, ἔλεγον τότε οἱ κεφαλαιοῦχοι τῶν Παρισίων; Ὁ δεύτερος ἐχθρὸς ἦτον οἱ διαλείποντες πυρετοί. Ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὸν τόπον, καὶ δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἔλεγον οἱ κεφαλαιοῦχοι τότε. Καὶ οὕτως ὁ κ. Μπονναὶρ ἀπέτυχε, καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμής. Ἀπὸ τοῦ 1867 ὅμως μέχρι τοῦ 1880 εἶχον παρέλθει 14 ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ εἷς τῶν ἐχθρῶν, ὁ ὁποῖος ἐπτόει, ἐφόβιζε τὰ κεφάλαια, ἡ ληστεία, ἐξέλιπε. Γνωστὸν εἶναι ἐν Εὐρώπῃ ἤδη ὅτι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Ὁ τόπος ἔκτοτε ἀπέκτησε περισσοτέραν ὑπόληψιν καὶ μεγαλειτέραν δύναμιν, διότι καὶ κατὰ χώραν ἐξετάθη. Πῶς λοιπὸν, ὅτε ἦλθεν εἰς τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶσι τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἐν τῷ μέσῳ τῶν ποικίλων καὶ μεγάλων ἀσχολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνέβαλεν αὐτοὺς ἡ ἀλλαγὴ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, πῶς δὲν ἐνθυμήθησαν ὅτι ἐδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ἀναθεωρήσωσι τοὺς ὅρους τοῦ Νόμου, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ παραχώρησις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος; Δὲν ἐνθυμήθησαν νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι, ἂν κατὰ τὸ 1865 ἢ τὸ 1867 δὲν εὑρέθησαν κεφαλαιοῦχοι, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, μετὰ τὸ διάστημα τῶν 13 ἐτῶν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν βελτίωσιν τῶν ὅρων τούτων; Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν ἀνησύχησαν παντάπασι. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐνῷ ὑπῆρχεν ἑταιρία ἄλλη Γαλλικὴ, διατελοῦσα καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Γαλλίας, ἡ Κυβέρνησις ποτὲ μὲν ἀπέφευγε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς προτάσεις ἐκείνων, ποτὲ δὲ ἀπήντα διὰ τρόπου, ὅστις δὲν ἐδήλου εἰς αὐτὴν καταληπτῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐπροτίμησε νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν εἰς τὸν κ. Σκουλούδην. Ἀλλ’ ἡ προτίμησις αὕτη ἦτον ἡ πρώτη· ἐπῆλθε καὶ δευτέρα, καὶ διὰ τρόπου, τοῦ ὁποίου δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναμνήσω τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε αὐτάς. Ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπέβαλε σύμβασιν μετὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ κ. Σκουλούδη, δι’ ἧς μετέβαλε τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράνσεως, ἐγκαταλιποῦσα τὴν διάτρησιν τοῦ ὄρους Πτώου, καὶ προελομένη τὸν τρόπον τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων εἰς τὴν Ἑλίκην καὶ Παραλίμνην. Καὶ ὁ τρόπος οὗτος, κατ’ ἐμὲ, ἂν δὲν σφάλλω, ἦτο εὐεργετικὸς διὰ τὸν κ. Σκουλούδην, διότι ἀπήλλαξεν αὐτὴν ἀπὸ τὰ ἔξοδα, τὰ ἐκ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου, καὶ ἐξησφάλιζεν εἰς αὐτὸν βέβαια κέρδη. Ἀλλὰ καὶ τρίτη κατόπιν ἐπῆλθεν εὔνοια καὶ προστασία πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ἵνα συστηθῇ ἡ ἑταιρία. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ἀνετέθη εἰς τὸν κ. Σκουλούδην μία ἀπὸ τὰς διπλωματικὰς ἀποστολὰς, τὰς ὁποίας σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἀνέθηκαν εἰς αὐτὸν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως εἰς τὸν κ. Σκουλούδην κατὰ τὸ 1880, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἀνέθηκεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ συνομολογήσῃ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔμελλε δῆθεν νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλ’ ὁ κ. Σκουλούδης εἶχεν ἐπιτραπῆ καὶ ἑτέραν φροντίδα. Τὰ μέλη τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, τὰ ὁποῖα εἶχον διαπραγματευθῆ μετ’ ἐμοῦ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὅταν συνεζητήθησαν τὰ τοῦ δανείου ἐν τῇ Βουλῇ, ἐχαρακτηρίσθησαν ὑπὸ τῶν ἐλεγχόντων τὸ δάνειον, καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς κερδοσκόποι, οἵτινες διὰ παντὸς μέσου ἀπεπλάνησαν ἡμᾶς τοὺς ἁπλοϊκοὺς καὶ συνωμολογήσαμεν σύμβασιν ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Σκουλούδης ἔλαβε τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος, τὰ μέλη αὐτὰ ἐκρίθησαν ἄξια βραβεύσεως καὶ ἀπενεμήθησαν εἰς αὐτὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παράσημα Ἑλληνικὰ, καὶ προϋβιβάσθησαν μάλιστα, διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον προκαλέσει ἐγὼ ὑπὲρ αὐτῶν ἐθεωρήθησαν μικρὰ, καὶ ὁ κ. Σκουλούδης ἀνέλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ μεταφέρῃ τὰ διπλώματα καὶ ἐγχειρίσῃ αὐτὰ εἰς αὐτοὺς, ἵνα τῇ συνδρομῇ αὐτῶν κατορθώσῃ τὴν σύστασιν τῆς Γαλλικῆς ἑταιρίας, ἐξασφαλίζων τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὸ πέρας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐφρόντισε κατόπιν νὰ ὑποτάξῃ καὶ τὴν ἑταιρίαν εἰς τὸν νόμον; Ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελεν ἐξασφαλισθῆ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος, ἥτις τὸ νῦν εἶναι ἐπιχείρησις οὐχὶ ἀμφίβολος, ἀλλ’ ἀποτυχοῦσα. Ἀλλὰ τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις, σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλεσε καὶ γνωμοδότησιν τῶν Νομικῶν Συμβούλων, καὶ ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι οὐδὲν ὑπελείπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἑταιρία ἔπραξεν ὅ,τι εἶχε δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐὰν ἤθελε πράξει τι, ἤθελε τὸ πράξει ἄνευ δικαιώματος, διότι οὐδεὶς νόμος ἔδωκεν εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τι, οὐδὲ τὸ καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ τι. Καὶ ἐζήτησαν μάλιστα νὰ συναγάγωσι τοῦτο ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τοῦ 1881, ὁ ὁποῖος ἀφωμοίωσε τὰς ἐν Γαλλίᾳ συνιστωμένας βιομηχανικὰς, οἰκονομικὰς ἢ χρηματιστικὰς ἑταιρίας μὲ τὰς ἐν Ἑλλάδι συνιστωμένας τοιαύτας, καὶ διὰ νὰ συναγάγωσι τὸ πόρισμά των τοῦτο, ἐζήτησαν νὰ ἑρμηνεύσωσι τὸν εἰρημένον νόμον. Δύω περιόδους ἔχει ὁ Νόμος τοῦ 1881, εἶπον οἱ συνήγοροι τῆς κερδοσκοπίας τοῦ κ. Σκουλούδη· πρώτην, ὅτι αἱ ἀφομοιούμεναι πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Γαλλικαὶ ἑταιρίαι δύνανται νὰ ἐνασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των ἐν Ἑλλάδι, καὶ δευτέραν, ὅτι δύνανται νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίου ἐν Ἑλλάδι συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου. Δύω λοιπόν τινα ἐπέτρεψεν ὁ Νόμος τοῦ 1881: νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των, καὶ νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίου συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου. Ἑπομένως τὸ συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπὶ δικαστηρίου παράστασιν, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐξάσκησιν πάντων τῶν δικαιωμάτων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γελωτοποιήσῃ τις τὸν Νομοθέτην, τοιαύτην ἀποδιδοὺς ἑρμηνείαν εἰς τὰ παρ’ αὐτοῦ γραφόμενα. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ νόμῳ ἡ φράσις «νὰ παρίσταται ἐπὶ δικαστηρίου συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου»· πῶς ἤθελε παρασταθῆ Ἑταιρία ἐπὶ δικαστηρίου ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου; Λοιπὸν διὰ τοῦτο προσετέθη ἡ διάταξις αὕτη; Ὑποθέσατε ὅτι εἶναι ἀληθὴς ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσι, καὶ ὅτι αἱ Ἑταιρίαι, αἱ ἐν Γαλλίᾳ συνιστώμεναι, καὶ αἵτινες ἀφομοιοῦνται μὲ τὰς ἐν Ἑλλάδι συνιστωμένας, δύνανται νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των ἐν Ἑλλάδι, οὐχὶ συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου! Τίνα δικαιώματα δύνανται νὰ ἐξασκῶσιν, ἐὰν πρόκηται νὰ παραβαίνωσι τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου; Ὑποθέσατε ὅτι προβαίνουσιν εἰς συνομολογήσεις συμφωνιῶν καὶ παραχωρήσεις ἐργασιῶν, πᾶσαι αὐταὶ αἱ πράξεις των δὲν θέλουσι γείνει συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου; Πῶς νομίζουσι λοιπὸν, ὅτι δύνανται σπουδαῖον νὰ ὑπολάβωσι τὸν Νομοθέτην, ὅταν, ἑρμηνεύοντες τὰ ὑπ’ αὐτοῦ γραφέντα, διατείνονται ὅτι τὸ συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν ἐπὶ δικαστηρίου παράστασιν; Ὁ Νομοθέτης διὰ τοῦ Νόμου τοῦ 1881 οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησεν, ἢ νὰ ἀφομοιώσῃ τὰς ἐν Γαλλίᾳ συνιστωμένας ἑταιρίας πρὸς τὰς ἐν Ἑλλάδι. Ἡ ἀφομοίωσις αὕτη τίνων πράξεων, τίνων διατυπώσεων, τίνων καθηκόντων ἀπαλλάσσει τὰς ἐν Γαλλίᾳ συνιστωμένας Ἑταιρίας; μόνον ὅτι δὲν θέλουσιν ἔχει πλέον αὗται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν τῆς συστάσεώς των ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἡ ἐν Γαλλίᾳ σύστασίς των εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἵνα ἀναγνωρίσωσιν αὐτὰς ὡς νομίμως κατηρτισμένας καὶ ὑπαρχούσας, ἂν καὶ δὲν ἐδόθη ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ θεωροῦνται ὡς νομίμως καταρτισθεῖσαι, ἀπαλλάσσονται τῶν ὑποχρεώσεων, ὅταν ἐνεργῶσιν ἐν Ἑλλάδι, νὰ τηρῶσιν ὅλους τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους; Καὶ ποία εἶναι ἡ πρώτη ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι; Νὰ τοιχοκολλήσωσι τὸ καταστατικόν των εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον. Τὸ καταστατικὸν τῶν ἑταιριῶν εἶναι ὁ Νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθησαν, εἶναι ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, εἶναι ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει ὑπὸ τίνων ἀντιπροσωπεύονται, καὶ τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν παρεχώρησαν αἱ ἑταιρίαι εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτάς. Ὅλαι δὲ αὐταὶ αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς ἅπαντα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐὰν πρόκηται ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματά των. Τίς λοιπὸν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ, ὅτι Ἑταιρίαι, ἐν Γαλλίᾳ συνιστώμεναι, εἶναι ἀπηλλαγμέναι τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δημοσιεύωσι τὰ καταστατικὰ αὐτῶν, καὶ τοιχοκολλῶσιν αὐτὰ εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον; Καὶ οἱ συνηγορήσαντες προχθὲς ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, καὶ ὑπὲρ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αὕτη ἐνήργησεν ἐν Ἑλλάδι, ἐζήτησαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Νομικοῦ Συμβούλου, οὗτος δὲ ἐν τῇ γνωμοδοτήσει, τὴν ὁποίαν ἔδωκε, καὶ τὴν ὁποίαν διανεμηθεῖσαν ἀνέγνωμεν, περιέλαβε τὸν συλλογισμὸν, ὅτι κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον, αἱ ἐκεῖ συνιστώμεναι ἀνώνυμοι ἑταιρίαι ὀφείλουσιν, ἐὰν ἔχωσι πλείονα τοῦ ἑνὸς ὑποκαταστήματα εἰς διάφορα διοικητικὰ διαμερίσματα, νὰ ἐκτελῶσι τὰς ὑπὸ τοῦ Νόμου ὁριζομένας διατυπώσεις ἐν ἑκάστῳ διαμερίσματι, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῶν. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐν Ἑλλάδι ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος δὲν ἔχει ὑποκατάστημα, δὲν ἦτον ὑποχρεωμένη ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν Νόμον ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος νὰ δημοσιεύσῃ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Νομικὸς Σύμβουλος βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει ὑποκατάστημα ἐν Ἑλλάδι ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» σελ. 655 τοῦ 1882 εὑρίσκεται δεδημοσιευμένον Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 20 Σεπτεμβρίου 1882, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται ἡ σύμβασις, ἡ συναφθεῖσα διὰ τοῦ ἀπὸ 3 Αὐγούστου 1882 ὑπ’ ἀριθμὸν 4885 συμβολαίου, τοῦ συνομολογηθέντος μεταξὺ τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν κκ. Τρικούπη καὶ Καλλιγᾶ, καὶ τοῦ κ. Μίνωος Μπογιαντζόγλου, διευθυντοῦ τοῦ ἐν Ἀθήναις ὑποκαταστήματος τῆς διαληφθείσης Ἑταιρίας (Ἱλαρότης).
§23Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι τὸ κατακρίνουν·
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπροστατεύσατε λοιπὸν τὸν ἐργολάβον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ὅταν ἐπροτιμήσατε τὴν αἴτησιν αὐτοῦ ἀπὸ τὴν αἴτησιν τῆς ἄλλης Γαλλικῆς Ἑταιρίας, καί τοι προστατευομένης ἀπὸ ἐπιφανεῖς πολιτικοὺς τῆς Γαλλίας, ἥτις ἐζήτει ὡσαύτως τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως. Ἐπροστατεύσατε αὐτὸν, ὅταν συνετρέξατε παρασχόντες αὐτῷ τὸ ἠθικὸν τῆς Κυβερνήσεώς σας κῦρος, ἵνα δυνηθῇ νὰ συστήσῃ Ἑταιρίαν ἐν Γαλλίᾳ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος. Ἐπροστατεύσατε αὐτὸν, ὅταν διὰ τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς μεταβάλετε τὸ διάγραμμα τοῦ Σωβὰζ καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἐμειώσατε τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἀλλ’ ἡ προστασία αὕτη ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὅρια, καὶ τὰ ὅρια ταῦτα διέγραφε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἴχετε νὰ μὴ ἀφήσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ γείνῃ θῦμα ἀπάτης, οὐδ’ ἐδύνασθε νὰ παραλίπητε τὸ καθῆκόν σας, καὶ νὰ συντελέσητε οὕτω καὶ ὑμεῖς ἵνα ὁ λαὸς ἀποπλανηθῇ, μὴ φωτισθῇ ἐγκαίρως, ἵνα μὴ δυνηθῇ μετὰ τῆς πλήρους ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἔχει νὰ διαθέτῃ τὰ χρήματά του, νὰ πληρώσῃ ὅσα ἤθελε χρήματα. Ἀφήκατε αὐτὸν νὰ δώσῃ τὰ χρήματά του, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι ταῦτα ἤθελον χρησιμεύσει εἰς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος καὶ ἤθελε πορισθῆ ἐκ τούτου κέρδος, ἐνῷ τὰ χρήματά του ἔμελλον νὰ λάβωσιν ἄλλην τροπὴν, καὶ ἄλλοι νὰ πορισθῶσι δι’ ἀπάτης αὐτά! Ὅταν μοὶ ἐγένοντο γνωστὰ τὰ τῆς Ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ τὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν μετοχῶν, καὶ τὰ τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν, καὶ τὰ τῆς συστάσεως τοῦ συνδικάτου, καὶ τὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, καὶ τὰ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν οἱ ἀγοράζοντες μετοχάς, ἐφανταζόμην εἰς ποῖον γέλωτα ὑπὸ τοὺς μύστακας ἐτρέποντο πάντες ἐκεῖνοι ὅσοι μᾶς ἤκουσαν κατὰ τὸ 1882 ἀγωνιζομένους νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν περιοίκων τῆς Κωπαΐδος, καὶ νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑταιρίας ἐντὸς εὐλόγων ὁρίων. Ἔλεγον βεβαίως καθ’ ἑαυτοὺς, πόσον ἁπλοῖ ἄνδρες ἐσμὲν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ νομίζωμεν ὅτι πρόκειται περὶ γαιῶν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως καὶ περὶ νοσφίσεως γαιῶν, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τραπεζιτικῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν ἔμελλε νὰ παραβλάψῃ ἢ τὰ βαλάντια τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ὅσοι ἤθελον περιπέσει εἰς τὰς παγίδας των.
§25Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ἐπρόκειτο περὶ ἀποξηράνσεως βαλαντίων.
§26ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐνομίσατε, ὅτι καὶ ἄλλη τις συνδρομὴ ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἵνα δυνηθῇ ἴσως νὰ διεξαγάγῃ μέχρι πέρατος τὴν τραπεζιτικὴν ἐπιχείρησιν· καὶ ἡ συνδρομή, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην, ἦτον ὁ ὄγκος, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελε περιβληθῆ, ἐὰν ἀνεβιβάζετο εἰς ἓν τῶν ἀνωτάτων ἀξιωμάτων τῆς Πολιτείας. Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπειρᾶτο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην, σᾶς παρίστα τὴν μεγάλην λειψανδρίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας, ὅπου ἂν ἔστρεφε τοὺς ὀφθαλμούς του, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἄνθρωπον, ἔχοντα τὰς ἰδιότητας καὶ παρέχοντα τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀπῄτει ἡ ἐκπλήρωσις τοσοῦτον σπουδαίας καὶ μεγάλης πολιτικῆς ἐντολῆς, τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ ἀναλάβῃ ὁ εἰς Ἱσπανίαν ἀποστελλόμενος Πρέσβυς τοῦ βασιλέως. Καὶ τί ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ ὁ ἐν Μαδρίτῃ Πρέσβυς τοῦ βασιλέως; Ἐπρόκειτο νὰ συζητήσῃ ζήτημα ἐκκρεμὲς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας; Ἐπρόκειτο νὰ διαπραγματευθῇ ἐμπορικήν τινα ἢ πολιτικὴν συνθήκην; Ἐπρόκειτο νὰ διαπράξῃ πολιτικήν τινα συνεννόησιν; Εἶναι τοσοῦτον μακρὰν ἡ Ἱσπανία καὶ ἡ Ἑλλὰς, ὥστε οὔτε ὁροθετικὸν κἂν ζήτημα δὲν εἶχε νὰ διεξαγάγῃ ὁ κ. Σκουλούδης. Ἕν μόνον ἐπρόκειτο νὰ πράξῃ, νὰ παραστῇ ὡς ὄργανον ἁπλοῦν ἐθιμοταξίας. Ἡ Ἱσπανία ἔστειλε Πρέσβυν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἔπρεπε καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ δείξῃ ὅλην τὴν προθυμίαν νὰ στείλῃ εἰς Ἱσπανίαν Πρέσβυν. Ἀλλ’ ἡ λειψανδρία τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπεδείκνυε διὰ τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰμὴ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἱκανότητα! Καὶ μήπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε δίκαιον νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ ὅλων τῶν πολιτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου τὸν κ. Σκουλούδην; Τὸν ἐγνώρισεν ὡς ἔχοντα ἔξοχον ἱκανότητα. Εἶνε ἐνδεχόμενον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θεωρῇ τὸν κ. Σκουλούδην ὡς ἔχοντα ἱκανότητα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνειργάζετο μετ’ αὐτοῦ, ὅταν ἐγράφοντο αἱ περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ψευδεῖς ἐκεῖναι πολιτικαὶ ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἀνταποκρίσεις τῆς Ὥρας, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ κ. Σκουλούδη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνδέχεται νὰ ἐγνώρισε τὴν ἔξοχον ἱκανότητα τοῦ κ. Σκουλούδη, ὅταν ἐπληροῦντο αἱ στῆλαι τῆς πολιτικῆς ἀνταποκρίσεως τῆς Βιέννης καὶ τοῦ Levant Herald τῆς Κωνσταντινουπόλεως δι’ ἀσεβῶν ἀνταποκρίσεων ἐξ Ἑλλάδος, ἀσεβῶν πρὸς τὸ Στέμμα, ἀσεβῶν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνδέχεται νὰ ἐγνώρισε τὴν ἔξοχον ἱκανότητα τοῦ κ. Σκουλούδη, ὁσάκις ἀνεγίνωσκε τὰ ἄρθρα τοῦ Φάρου τοῦ Βοσπόρου, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ χεὶρ τοῦ κ. Σκουλούδη ἐχάρασσεν ὑβριστικώτατα ἄρθρα κατ’ ἀνδρῶν πολιτευτῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὸ φρόνημα τοῦτο, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὸ φρόνημα αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀπόδειξιν τῆς ἐξόχου ἱκανότητος τοῦ κ. Σκουλούδη. Ἢ νομίζετε ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν προχθὲς ἐντεῦθεν περὶ διπλωματικῶν ἀποστολῶν, αἵτινες ἀνετέθησαν εἰς τὸν κ. Σκουλούδην, ὅτι ταῦτα ἔχουσι καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀκρίβειαν; Διπλωματικαὶ ἀποστολαὶ missions diplomatiques εἶναι αἱ γινόμεναι ὑπὸ Κράτους πρὸς Κράτος, ἢ αἱ γινόμεναι ὑπὸ Κράτους πρὸς Σύλλογον ἀποτελούμενον ἐξ ἀντιπροσώπων ἄλλων Κρατῶν. Ἑπομένως πᾶσα ἄλλη ἀποστολὴ, τὴν ὁποίαν ἀναθέτει τις πρός τινα ἀναλαμβάνοντα αὐτὴν, δὲν εἶναι διπλωματικὴ ἀποστολὴ, ἀλλὰ παραγγελία commission. Εἰς ποίαν διπλωματικὴν ἀποστολὴν ἐστάλη ποτὲ ὁ κ. Σκουλούδης; Πότε Διάταγμα Βασιλικὸν ἀνέθηκεν αὐτῷ τὴν ὑπεράσπισιν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἢ καὶ εἰδικοῦ τινος συμφέροντος; Πότε ἀνετέθη αὐτῷ ἀποστολὴ, εἴτε ὡς ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου, εἴτε ὡς εἰδικοῦ ἀπεσταλμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἤ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν συνεδριάσει τινὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἀκόμη ὑπὸ τὸ ὄνομα «Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον», ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος προέβαλεν ὅτι ἐθεώρει ἀναγκαῖον νὰ παρακληθῇ εἷς ἐκ τῶν διαπρεπῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος κατέχει ἐπιφανῆ θέσιν σήμερον ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἵνα μεταβῇ εἰς Κέρκυραν, καὶ διαπραγματευθῇ ἰδιωτικῶς ἄνευ ἐπισήμου τινὸς χαρακτῆρος ὑπόθεσιν, ἔχουσαν ἀληθῶς καὶ πολιτικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ὁ διαπρεπὴς οὗτος συνάδελφος μετέβη εἰς Κέρκυραν, καὶ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, καταβαλὼν ὅλας τὰς δυνατὰς προσπαθείας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἐκτὸς ταύτης τῆς πολιτικῆς ἀποστολῆς, οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν ἀποστολὴν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου· διότι δὲν ἦτο πολιτικὴ ἀποστολὴ ἡ παραγγελία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν μοίραρχον κ. Στεφάνου νὰ μεταβῇ εἰς ἓν μέρος πρός τινα σκοπόν· δὲν ἦτο πολιτικὴ ἀποστολὴ ἡ παραγγελία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὸν εἰσαγγελέα κ. Κλωτσάρην νὰ μεταβῇ που. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι μετὰ τὴν ἀποστολὴν ταύτην, ἡμέραν τινὰ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἶχεν εἰπεῖ εἰς αὐτὸν ὁ κ. Σκουλούδης, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ χρήμασι τὴν εὔνοιαν ὡρισμένου ἀτόμου ἔν τινι Τουρκικῇ ἐπαρχίᾳ, ἤτοι δι’ ἐκείνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σκουλούδης γνωρίζει νὰ διαχειρίζηται, καὶ τὰ ὁποῖα μέσα ἐπρότεινεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Εἶπεν ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι χρηματικὸν, πρόκειται περὶ τινων δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, περίπου 80 ἢ 100 χιλιάδων, καὶ ἐνεκρίθη νὰ ὑπάγῃ ὁ κ. Σκουλούδης καὶ νὰ ἀποπειραθῇ. Μετὰ δέκα ὅμως ἢ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, ὅστις ἐμερίμνα μετ’ εἰλικρινείας καὶ πόθου περὶ τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, μοὶ ἐξέφρασε δισταγμούς τινας καὶ μὲ προέτρεπε νὰ ποιήσω λόγον ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἵνα ἀνασταλῇ ἡ ἀναχώρησις τοῦ κ. Σκουλούδη. Καὶ ἐγὼ μὲν δὲν ἐποίησα λόγον τινὰ, ἀλλ’ ὁ μακαρίτης Ζαΐμης διὰ τοῦ χαρίεντος ἐκείνου τρόπου, εἰς τὸν ὁποῖον πολλάκις προσέφευγεν, ἵνα ἀνακαλύψῃ σπουδαῖα διανοήματα, ὑπῃνίξατο ὅτι ἡ παραγγελία δὲν τῷ ἐφαίνετο σπουδαία, καὶ εἶπεν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ προβῇ ὁ κ. Σκουλούδης εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς διὰ δημοσίων χρημάτων, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγένετο. Αὕτη ἦτο ἡ ἀποστολὴ (ἱλαρότης). Τοιαῦται ἦσαν αἱ ἀποστολαὶ, αἱ γενόμεναι ἐν γνώσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ αὕτη ἦτο ἡ διπλωματικὴ ἀποστολὴ, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὸν ἔξοχον τοῦτον διπλωμάτην, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ διεξαγάγῃ διπλωματικὴν ἀποστολὴν μόνον, διότι ἀνέλαβε νὰ πληρώσῃ δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν. Ὁ κ. Σκουλούδης μόνον διὰ τοιούτου τρόπου γνωρίζει νὰ διαπραγματεύηται! Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἀποστολὴ ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη τότε ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς· αὕτη ὅμως ἦτο λαθραία. Ἡ ἀποστολὴ εἰς Ἰταλίαν τοῦ νῦν κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἐγένετο ἐν γνώσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτοῦ. Καὶ ὅταν ἀνέγνων τότε ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος μετέβαινεν εἰς Ἰταλίαν, ἐπηρώτησα, συνεδριάζοντος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν· εἶπον αὐτῷ: «Ἔμαθον ὅτι ἀπεστείλατε τὸν κ. Λομβάρδον εἰς Ἰταλίαν ἐντεταλμένον ἐπίσημον ἀποστολήν». «Ἐγώ!, ἀπήντησεν ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Τρικούπης «Οὐδεμίαν ἀνέθηκα αὐτῷ ἀποστολήν». Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐξηκολούθησα ἐγὼ, δὲν ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ἀλλὰ ταξειδεύει μόνος του». «Μάλιστα,» ἀπήντησεν ὁ κ. Τρικούπης. Ὅταν ὅμως διεδέχθην αὐτὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναφυλλίζων τὰ περὶ τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ, εὗρον ὅτι δημόσια ἐπληρώθησαν χρήματα τῷ κυρίῳ Λομβάρδῳ, καὶ δημόσια ἐδαπάνησε χρήματα εἰς τὸ ταξείδιόν του ἐκεῖνο. Καὶ δὲν ἦτο μόνη ἡ διπλωματικὴ αὕτη ἀποστολὴ, τὴν ὁποίαν ἐνεπιστεύθη τὸ Οἰκουμενικὸν Ὑπουργεῖον εἰς τὸν κ. Σκουλούδην· τὴν ἔξοχον αὐτοῦ διπλωματικὴν ἱκανότητα δὲν ἀνεγνώρισε μόνη ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἀνεγνώρισε καὶ ἄλλη τις Κυβέρνησις, ἡ μετ’ αὐτὴν συσταθεῖσα. Καὶ ὅταν καθήμενος εἰς τὴν θέσιν μου ἤκουσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν δίδοντα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πληροφορίαν ταύτην, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀγορεύοντα κ. Πρωθυπουργὸν νὰ διακόψω αὐτὸν, καὶ εὐηρεστήθη νὰ μοὶ τὴν ἀπονείμῃ. Τίνα, ἠρώτησα αὐτὸν, ἐννοεῖτε Κυβέρνησιν συσταθεῖσαν μετὰ τὴν Οἰκουμενικὴν, ἥτις ἀνέθηκε διπλωματικὴν ἀποστολὴν εἰς τὸν Σκουλούδην; Ἐννοεῖτε τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας μετεῖχον καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Μάλιστα, μοὶ ἀπήντησεν. Ἐγὼ εἶπον τότε εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι αἱ πληροφορίαι του δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι οὐδεμίαν διπλωματικὴν ἀποστολὴν ἐνεπιστεύθημεν τότε εἰς τὸν κ. Σκουλούδην· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγνώριζον ἐγὼ τὴν ἀποστολὴν ταύτην, καίτοι Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης, διότι τοιαύτην ἔχει ἰδέαν περὶ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἴσως οὕτω πως φέρεται πρὸς τοὺς συναδέλφους του. Καὶ ἴσως νομίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ διαχειρίζηται αὐθαιρέτως ἕκαστον τῶν κλάδων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτάχθη ἴδιος Ὑπουργός. Ἴσως νομίζει, ὅτι τὸ περὶ διοργανισμοῦ τῶν Ὑπουργείων Διάταγμα τοῦ 1833 δὲν ἰσχύει πλέον, καὶ ὅτι ὁ ἀνώτατος διευθυντὴς ἑκάστου κλάδου δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργός, ἀλλ’ αὐτός, ὁ πανίσχυρος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει εἰς ἑαυτὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι μέρος ἄνθρωποι συνειδότες τὰ ἑαυτῶν καθήκοντα καὶ δικαιώματα, ὁ Πρωθυπουργὸς γνωρίζει καλῶς τὸ ἔργον του, οὐδὲ τολμᾷ νὰ ἀναμίγνυται εἰς ἐνεργείας ἀναγομένας εἰς διπλωματικὴν ἀποστολήν, καὶ ν’ ἀγνοῇ αὐτάς· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἄν ποτε γνώμην τινὰ ἢ σκέψιν ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, ὡς πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀναγομένην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἀνεκοίνωσεν ἐγκαίρως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ διενοήθη νὰ προβῇ εἰς πραγματοποίησιν αὐτῆς, καὶ νὰ παρασκευάσῃ διπλωματικὴν ἀποστολὴν ἐν ἀγνοίᾳ μου, ἐνθυμοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον καὶ ἐδέχθησαν αὐτήν, ἐνθυμοῦνται ὅτι ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποσκευάσωσι τὰ ἐνδύματά των καὶ ἐπαναφέρωσιν εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν ἀποστολήν των εἶχον λάβει παρὰ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διαμείναντες ἐν Ἑλλάδι (ἱλαρότης).
§27Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ποῖος ἦτον αὐτός, κύριε Δηλιγιάννη;
§28ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος εἶχε μεγάλα προτερήματα, μεταξὺ δὲ αὐτῶν διέπρεπε τὸ προτέρημα νὰ μὴ ἀμφισβητῇ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ἀναγνωριζομένην ἐξουσίαν εἰς ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν, νὰ ζητῇ νὰ εἰσηγῆται αὐτῷ ἐντέχνως τὰς γνώμας του, οὐδέποτε ὅμως νὰ ἐπιβάλλῃ αὐτὰς εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οὐδὲ νὰ ὑφαρπάζῃ λαθραίως τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν, ὅτι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἀπετέλει μέρος τοῦ κόμματος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ ὅτι εἶχε μέρος ἐν τῷ ὑπουργείῳ αὐτοτελῶς. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ νὰ ὑφαιρέσωσιν ἄλλοι τὴν ἐξουσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἦτον ὑπεύθυνος. Ἄν ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου ἔδωκε παραγγελίας εἰς τοῦτο, ἢ ἐκεῖνον νὰ μεταβῶσιν ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι παραγγέλματα αὐτοῦ, αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγουσιν εἰς τὴν κοινὴν γλῶσσαν «θελήματα.» Εὕρισκεν ἄνθρωπον διὰ νὰ κάμῃ θέλημα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅσοι ἐπήγαινον εἰς τὸν μακαρίτην Κουμουνδοῦρον καὶ τῷ ἔλεγον· «Τί λέγεις, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ μεταβῶ εἰς Κωνσταντινούπολιν; «Πετάξου» ἀπήντα ὁ Κουμουνδοῦρος. «Νὰ ὑπάγω εἰς τὰ Σάλωνα;» «Πήγαινε.» Ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος ἦτο γλυκύτατος ἄνθρωπος, οὐδὲ ἤθελε νὰ δώσῃ πρὸς ἐκεῖνον, πρὸς ὃν διελέγετο, νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ὀλίγην ἔδιδε προσοχὴν εἰς αὐτὸν, ἢ ὀλίγον ἐξετίμα τὰς γνώμας του. Ἄφινεν αὐτὸν νὰ τρέχῃ. Ἄν ὁ κ. Σκουλούδης ἐλάμβανε διπλωματικὴν ἀποστολὴν, ἤθελεν ἐφοδιασθῆ δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπερ οὗτος ἤθελεν ἐκδώσει μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ συναινοῦντος τοῦ Βασιλέως. Δὲν ηὐτύχησεν ὅμως ὁ κ. Σκουλούδης νὰ ἔχῃ οὐδὲν παρ’ οὐδεμιᾶς Κυβερνήσεως ἔγγραφον, δηλοῦν πρὸς αὐτὸν ὅτι τῷ ἀνετίθετο διπλωματικὴ ἀποστολή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ πολιτειακοῦ τούτου ζητήματος, διότι πολιτειακὸν ζήτημα ἀποτελεῖ ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρεσβευτοῦ, ἐκτὸς τοῦ πολιτειακοῦ τούτου ζητήματος, ἡ ὑπόθεσις αὕτη γεννᾷ καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ Συνταγματικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Σκουλούδης, διορισθεὶς Πρεσβευτής, διατηρεῖ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἣν εἶχεν ὅτε διωρίσθη; Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι τὴν διατηρεῖ. Πολλοὶ τῶν ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως ὑπεστήριξαν τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦτο ἰσχυρίσθη. Μοὶ φαίνεται ὅτι σφάλλουσι, μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι σφάλλουσιν ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀναντίῤῥητος καὶ ἀπηλλαγμένη παντὸς δισταγμοῦ ἡ ἔννοια τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, αἵτινες κανονίζουσι τὰ περὶ τούτου. Ἐν Ἑλλάδι πᾶσα δημοσία ὑπηρεσία εἶναι μισθοφόρος· καὶ εὐλόγως, ὄχι μόνον διότι ὁ μισθὸς εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος δίδει εἰς τὸν προσφέροντα αὐτῷ τὰς ὑπηρεσίας του, ἀλλὰ διότι τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέγῃ τὸν δυνάμενον νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας του· δὲν πρέπει δὲ νὰ ἐπηρεάζητε ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι, ἐὰν ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς ἄλλον, θέλει προσπορίσει ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Οἱ συντάξαντες τὸ Πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐπρέσβευον πλουτοκρατικὰς ἰδέας, ἢ ἰδέας ἀνισότητος, ἢ ἰδέας διακρίσεων. Ἦσαν φίλοι τῆς ἰσονομίας, καὶ ἐπεθύμουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔχωσι πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐκλέγωσι μόνον τοὺς ἱκανωτάτους καὶ τοὺς χρηστοτάτους. Διὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία ἀπεδέξατο ὡς γενικὸν κανόνα, ὅτι πᾶσα ὑπηρεσία εἶναι ἔμμισθος· ὅπου δὲ ἠθέλησε νὰ ἀποδεχθῇ ἐξαίρεσιν, ρητῶς ἐκεῖ ἡ νομοθεσία ἀνέγραψε τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην. Ἀναφυλλίσατε τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας, καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου δίδεται τιμῆς χάριν, δὲν ἔχει μισθόν. Ὁμοίως κατὰ τὸν νόμον οἱ δημοτικοὶ καὶ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι δὲν λαμβάνουσι μισθόν. Ὁμοίως τὰ μέλη τῶν ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων. Ὅπου ὅμως ρητῶς ὁ νόμος δὲν διέταξε τὸ ἄμισθον, ἐκεῖ τὸ μισθοφόρον τῆς θέσεως εἶναι ἀναντίῤῥητον. Ἀλλὰ κατὰ τῆς λογικῆς ταύτης ἑρμηνείας, κατὰ τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος, ὅστις διαλάμπει ἐν πάσῃ τῇ νομοθεσίᾳ, ζητοῦσι νὰ ἑρμηνεύσωσι γραμματικῶς τὸν Νόμον τοῦ 1853, τὸν μόνον Νόμον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει κανονίζων τὰ τῶν Πρεσβειῶν. Καὶ σᾶς εἶπον ἐκ γραμματικῆς ἑρμηνείας, διὰ ν’ ἀποφύγω ἄλλον χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τῆς ἑρμηνείας, σᾶς εἶπον τί λέγει ὁ Νόμος (ἀναγινώσκει): «Ὅπου καὶ ὁσάκις τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους (φέρει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853) ἀπαιτήσωσι τὴν σύστασιν Πρεσβειῶν, δύνανται νὰ συστηθῶσι δυνάμει Β. Διατάγματος, καὶ νὰ ὁρισθῶσι δι’ αὐτοῦ ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Πρέσβεως». Λοιπὸν δύνανται νὰ προσδιορισθῶσιν αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἄρα δύνανται καὶ νὰ μὴ προσδιορισθῶσιν αἱ ἀποδοχαί, ἄρα δὲν εἶναι ἔμμισθος ἡ θέσις τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι σπουδαία· καὶ ἂν ἐπιθυμεῖτε νὰ μὴ ἀποδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν, ἠδύνασθε ν’ ἀντιτάξητε ὡσαύτως, ἐπειδὴ ὁ Νόμος λέγει ὅτι δύναται νὰ ὁρισθῇ ὁ βαθμὸς τοῦ Πρεσβευτοῦ, ἄρα δύναται καὶ νὰ μὴ ὁρισθῇ ὁ βαθμὸς τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ἐκ τῆς γραμματικῆς ὡσαύτως ἑρμηνείας τοῦ 2 ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου θέλουσι νὰ συναγάγωσι παραπλήσιον πόρισμα καὶ λέγουσιν, ἐπειδὴ τὸ κείμενον τοῦ Νόμου διατάσσει: «Ἐμμίσθως δὲ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι παρ’ ἑκάστῃ Πρεσβείᾳ, εἰμὴ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς καὶ εἷς γραμματεύς», ἄρα δύνανται νὰ διορισθῶσι ἀμίσθως ὁ Πρεσβευτὴς καὶ ὁ γραμματεύς. Ὁ Νόμος τοῦ 1853 ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Νόμων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὀνομάζουσι μεταβιβαστικούς. Καὶ εἶναι μεταβιβαστικός, διότι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία μετεβίβασε δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐκείνη ἔχει, νὰ προσδιορίζῃ ποῦ πρέπει νὰ συνιστᾶται Πρεσβεία, ποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ βαθμὸν ἑκάστης Πρεσβείας ὁ ἀρχηγὸς, καὶ ποῖον μισθὸν νὰ λάβῃ ἕκαστος αὐτῶν. Ὅλα ταῦτα τὰ δικαιώματα ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία μετεβίβασεν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν καὶ εὐλόγως, διότι μόνη αὐτὴ δύναται νὰ γνωρίζῃ ἂν πρέπῃ νὰ συστήσῃ εἰς μέρος τι Πρεσβείαν, καὶ τίνα βαθμὸν πρέπει νὰ λάβῃ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς· ἰδίως δὲ τὰ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ Πρεσβευτοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ κανονισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων. Αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Πρεσβευτοῦ συνίστανται εἰς τὸν μισθὸν καὶ εἰς τὰ ἔξοδα παραστάσεως· τὰ ἔξοδα δὲ ταῦτα ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀκρίβειαν ἢ τὴν εὐθηνίαν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων τῆς πόλεως, ἔνθα θέλει συστηθῆ ἡ Πρεσβεία· ἐξαρτᾶται ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὸ εἶδος τῶν ἐθιμοταξιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ Αὐλῇ, ἐν ᾗ διεπιστεύθη, κρατοῦσιν. Ἑπομένως ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἦτον ἁρμοδία αὐτὴ μόνη νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἀποδοχάς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιαύτη ἀπόλυτος ἐξουσία ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ καταχρήσεις, καὶ ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία, ὠφελουμένη ἐκ τῆς μεταβιβάσεως ταύτης, ἠδύνατο νὰ διορίσῃ οὐχὶ μόνον ἕνα Πρεσβευτὴν καὶ ἕνα γραμματέα, ἀλλὰ προσωπικὸν πολυάριθμον, καὶ προσδιορίζουσα μισθὸν εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτὸ, νὰ ποιήσῃ σπατάλην τῶν δημοσίων χρημάτων, καὶ προβῇ εἰς πράξεις χαριστικὰς εἰς πρόσωπα, ἢ πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν σκοπῶν, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία περιώρισε τὴν Νομοτελεστικὴν, ἵνα μόνον εἰς τὸν ἀρχηγὸν καὶ εἰς τὸν γραμματέα χορηγῇ μισθὸν, εἰς οὐδένα δὲ ἄλλον. Λέγουσα δὲ «ἐμμίσθως δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσι», δὲν ἐννοεῖ ὅτι ἀμίσθως δύνανται νὰ διορισθῶσιν. Αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἑρμηνείας εἶναι σύστημα ἀναιρούμενον οὐχὶ μόνον ὑπὸ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἱστορικῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ποῖον εἶχε σκοπὸν ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος; εἶχε σκοπὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπηρεάζῃ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου διὰ προσωπικῶν πρὸς αὐτὰ χαρίτων· εἶχε δὲ σκοπὸν ὡσαύτως νὰ διατηρήσῃ ἀλώβητον τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἕκαστον μέλος τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἔχῃ, μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα καὶ νὰ ζητῇ χάριτας ἀπὸ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ὑπὲρ τοῦ ἰδίου του προσώπου. Καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι μόνος ὁ μισθὸς εἶναι χάρις. Εἶναι βεβαίως τοιαύτη χάρις ὁ μισθὸς, παρεχόμενος πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην αὐτοῦ, ἀλλ’ ὁ μισθὸς δὲν εἶναι χάρις εἰς ἄνθρωπον πλούσιον, ὁ ὁποῖος διψᾷ ἀπὸ δόξαν καὶ τιμὰς διακριτικὰς διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν φιλοδοξίαν του. Ἐπεκαλέσθησαν τὸ παράδειγμα τοῦ διορισμοῦ ὡς πρεσβευτοῦ τοῦ μακαρίτου Κ. Σχινᾶ. Ὁ μακαρίτης Σχινᾶς ἦτο καθηγητὴς τῆς ἱστορίας τῶν ἀρχαίων Ἐθνῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς καὶ διωρίσθη Πρεσβευτὴς ἄμισθος πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1853. Συνεπῶς τὸ παράδειγμα αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ κατὰ τὸ 1853 ἐκδοθέντος νόμου. Διωρίσθη ὅμως μετὰ τὸν νόμον ἐπὶ τῆς πρώτης Δυναστείας, καὶ πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1862, ὁ ἀείμνηστος Σίνας. Ἤθελον ὑποβιβάσει τὸ ὄνομα καὶ τὴν μνήμην τοῦ Σίνα, ἐὰν παρελάμβανον τὸ ὄνομά του διὰ νὰ τὸ σύρω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ ἀρυσθῶ ἐξ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὁ ἄμισθος διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη. Μετὰ τὸ Σύνταγμα ὅμως τοῦ 1862 ὑπάρχει ἓν καὶ μόνον προηγούμενον. Τὸ ἐπεκαλέσθησαν καὶ τοῦτο, τὸ τοῦ κ. Ὑψηλάντου. Ὁ κ. Ὑψηλάντης εἶχεν ἐκλεχθῆ βουλευτὴς κατὰ τὸ 1865. Ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ ἐξηλέγχθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐπεκυρώθη· ἀλλ’ ὁ κ. Ὑψηλάντης δὲν ἦλθε διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπαρχία τοῦ Ναυπλίου τῷ ἐνεπιστεύθη, οὐδὲ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐπεβάλλοντο. Παρῆλθεν ὅλον τὸ 1865 καὶ ὅλον τὸ 1866, καὶ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1866 διωρίσθη Πρεσβευτής. Καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διετὲς διάστημα ὁ κ. Ὑψηλάντης ἦτο ἢ δὲν ἦτο βουλευτής; Ὁ κ. Ὑψηλάντης δὲν εἶχε πράξει τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἥτις ἐκδηλοῖ τὴν συναίνεσιν τοῦ ἀτόμου πρὸς ἀποδοχὴν τῆς δημοσίας ἐντολῆς, ἥτις ἀνατίθεται εἰς αὐτὸν, καὶ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ ὁρκοδοσία. Ἂν ἡ θέσις τοῦ κ. Ὑψηλάντου ἐν τῇ Βουλῇ ἔμενε κενή, αὐτὸ δὲν μεταβάλλει παντάπασι τὸ ζήτημα. Ἴσως ὑπῆρξεν ὀλιγωρία τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐρευνήσῃ, διατὶ τὸ θρονίον τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας ἔμενε κενὸν, καὶ νὰ πληρώσῃ τὸ ὑπάρχον κενόν. Ἦτο ἴσως ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς δισταζούσης νὰ ἐκβιάσῃ τὸν κ. Ὑψηλάντην, ἵνα δηλώσῃ ἐὰν δέχηται τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἢ παραιτεῖται αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦτο περιεβλήθη ὑπὸ τῆς ἐπαρχίας Ναυπλίου εἰς ἔνδειξιν καὶ μαρτύριον σεβασμοῦ εἰς τὸ ὄνομα, ὅπερ ὁ κ. Ὑψηλάντης ἔφερεν. Ἴσως ἦτο ἔνδειξις σεβασμοῦ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ ὄνομα τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Ὑψηλάντου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑψηλάντης δὲν ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ ὑπὸ οὐδενὸς ὡς ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτὴς, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἔστειλε Πρεσβευτήν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμβαίνει νὰ περιέρχηται πάντοτε εἰς δυσχερῆ τινα περίπτωσιν. Ἂν πρόκηται νὰ ἐπικαλεσθῇ μάρτυρας, συμβαίνει μάρτυρές του νὰ ἦναι ἀποθανόντες, καὶ ἐπεκαλέσθη προχθὲς τὴν μαρτυρίαν τοῦ Ζαΐμη, τοῦ Κουμουνδούρου, τοῦ Δεληγεώργη. Ἂν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῇ ἔγγραφα, ἐνθυμεῖται τὸ περιεχόμενον αὐτῶν, ἀλλὰ συμβαίνει νὰ μὴ ἔχῃ τὰ ἔγγραφα. Λοιπὸν ἐνθυμεῖται, ὅτι ἔγραψεν ὁ κ. Ὑψηλάντης εἰς αὐτὸν, ὅτι ἀποδέχεται τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἔχει τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἵνα ἡ γνώμη του αὕτη προταθῇ ὡς γνώμη πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προβάλλεται. Τὸ παράδειγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεκαλέσθη πρὸς ἐπικουρίαν του ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, εἶναι ἥκιστα ἀκριβές. Τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα δὲν ἀναγράφει τὸ ἀσυμβίβαστον, καὶ διότι δὲν ἀναγράφει τὸ ἀσυμβίβαστον τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα, τὸ ἰσχῦον σήμερον, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ διορίζῃ εἰς δημοσίας θέσεις τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἕνεκα δὲ τούτου ἠναγκάσθησαν πρὸ 15 ἢ 20 ἡμερῶν νὰ προβάλωσι νόμον περὶ ἀσυμβιβάστου, καὶ κατὰ τὴν 28 Νοεμβρίου συνεζητεῖτο ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ τοιοῦτος Νόμος, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγραψαν ἐν αὐτῷ τὸ ἀσυμβίβαστον ὡς πρὸς διαφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐξῄρησαν ὅμως τοὺς Πρέσβεις. Ὥστε ἡ Γαλλικὴ Νομοθεσία δὲν μᾶς βοηθεῖ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐξακολουθεῖ ν’ ἀμφισβητῆται. Ἀλλὰ καὶ ἂν μᾶς ἐβοήθει, ἤθελον σᾶς παρακαλέσῃ νὰ μὴ ἀνατρέχητε εἰς ξένας Νομοθεσίας. Ἡ Νομοθεσία ἑκάστου τόπου ἔχει λόγον ἱστορικὸν, ἔχει κοινωνικὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ θεραπεύσῃ· σεῖς δὲ ἔχετε ἱστορικὸν λόγον ἐντελῶς διάφορον ἀπὸ τὸν λόγον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νομοθεσία τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, εὑρίσκεσθε εἰς πολιτικὰς περιστάσεις πολλῷ διαφόρους. Νὰ συμβουλεύησθε λοιπὸν τοὺς Νόμους, τοὺς ὁποίους ἡ Νομοθεσία τοῦ Κράτους κατέστησε, καὶ αὐτοὺς πρέπει νὰ φροντίζητε νὰ ἑρμηνεύητε εἰλικρινῶς καὶ ἐφαρμόζητε ἀδόλως. Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ πλέον ἐπὶ ἑκατέρου τῶν δύω τούτων θεμάτων, τοῦ θέματος τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη· τόσῳ μᾶλλον, διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος ἐπροτάθη εἰδικὴ ἐπερώτησις ὑπὸ διακεκριμένου μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι τὸ μέλος τοῦτο θέλει ἀναβῆ ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἀναλύσει τὴν ἐπερώτησιν αὑτοῦ. Κρίνω δὲ λίαν πιθανὸν, ὅτι θὰ καταλήξῃ εἰς ἰδικήν πρότασιν. Ἐγὼ ὅμως, ἐξαντλήσας ὅσας εἶχον νὰ σᾶς ἀνακοινώσω περὶ ἑκατέρου τῶν δύω τούτων ζητημάτων παρατηρήσεις, ὀφείλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὔνοιάν σας, διὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀνακοινώσω καὶ ἄλλας τινὰς σκέψεις. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ὅλης πολιτικῆς συζητήσεως, δεύτερον ἐπί τινων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων προχθὲς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον περὶ τῆς στάσεως αὐτῆς καὶ περὶ τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, περὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πρὸς τὸ Κράτος. Ὡς πορίσματα τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητήσεως εὑρίσκω ὅτι ἠδύνατό τις νὰ συναγάγῃ πρῶτον γνώμην τινὰ, οἵαν αὐτὸς θέλει, συναφῆ πρὸς τὸ ἐρώτημα, ὁποία τις ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργείου ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν, ὡς πρὸς τὰ ἐν γένει κυβερνητικὰ μέτρα, καὶ ἂν ἡ πολιτεία αὐτοῦ αὕτη εἶναι ἀξία, ἵνα μεταδοθῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς εἰς αὐτό. Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα τοῦτο, τὸ πόρισμα τοῦτο εἶναι πολλῷ ὑποδεέστερον, δὲν ἔχει τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν δύω ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν, ἑκάτερον τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι ἔχει ἀνάγκην εἰδικῆς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ εἰδικῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Τὸ ἓν τῶν θεμάτων τούτων εἶναι θέμα μέγα, εἶναι θέμα ἔχον μεγάλην σημασίαν· εἶναι συναφὲς μὲ τὴν ἔννοιαν Συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι συναφὲς μὲ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι συναφὲς μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἔχῃ περὶ αὐτοῦ. Τὸ θέμα, ἄν ὁ κ. Σκουλούδης ἐτήρησε τὴν βουλευτικὴν αὐτοῦ ἰδιότητα, αὐτὸ εἶναι θέμα ἔχον ἀνάγκην ἰδίας ψήφου τῆς Βουλῆς, οὐδὲ δύναται νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὴν ἄλλην πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐκτὸς τοῦ θέματος τούτου, ἔρχεται ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφάπτεται μὲν τοῦ Συντάγματος, συνδέεται ὅμως ἀμέσως μετὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀστυνομικῆς Ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἔχει καθήκοντα πρὸς τὸν λαὸν, καὶ τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων αὐτῆς εἶναι νὰ τὸν φωτίζῃ νὰ μὴ περιπίπτῃ εἰς παγίδας κερδοσκόπων. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους, καθ’ οὓς ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἀπειλεῖται ἰδίως ἀπὸ τοὺς κερδοσκόπους, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φανῇ λίαν σοβαρὰ περὶ τὴν ἔρευναν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνεται χρῆσις τῆς ἀστυνομικῆς ταύτης Ἐξουσίας. Ἀνάγεται τὸ ζήτημα ὄχι μόνον εἰς τὴν παράλειψιν τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλ’ ὡσαύτως καὶ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν ἀξιοποίνου πράξεως, καὶ μάλιστα ἀξιοποίνου πράξεως, ἐν ᾗ ἀποκαλύπτεται ἐνεχόμενος ἀνώτατος λειτουργὸς τοῦ Κράτους, Ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στέμματος. Τοιοῦτο θέμα νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ βυθισθῇ καὶ νὰ πνιγῇ εἰς τὰ κύματα τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ εἰς τὴν ποικιλίαν τῶν ἐλέγχων καὶ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας πολυμήχανος καὶ πολύτροπος διοίκησις προεκάλεσε διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ πολιτικά της συμφέροντα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἰδίᾳ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος τοῦ κ. Σκουλούδη. Δεύτερον ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, ἥτις θέλει τῇ γείνῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου δὲν πρέπει νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως, οὐδὲ νὰ μοὶ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς, ὅ,τι κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περὶ τῆς συστάσεως αὐτῆς, περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐργάζεται, περὶ τῆς ἀκηδίας καὶ ὀκνηρίας μεθ’ ἧς πολιτεύεται, περὶ τῆς κακοπιστίας, μεθ’ ἧς λειτουργεῖ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Εἶμαι μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ χρεωστῶ εἰς ἐμὲ αὐτὸν, τὸ χρεωστῶ εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς πολιτικῆς ταύτης πτέρυγος. «Ἡ ἀντιπολίτευσις, σᾶς εἶπεν, εἶναι ἄθροισμα ἀτόμων, ἡ σωματικὴ παρουσία της εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, δὲν ἔχει σύστασιν, δὲν εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, εἶναι ἀνάξιον νὰ διαχειρίζηται τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀνέθετο εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῶν Κοινοβουλίων.» Ἐγὼ δὲν βλέπω τὰ ἐλαττώματα ταῦτα. Ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, κατ’ αὐτὰ τὰ λήξαντα ἔτη, ἀπεβίωσε μέγας πολιτευτὴς, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ κόμματος αὐτοῦ ἀντεπροσώπευε μεγάλην πολιτικὴν δύναμιν ἐν τῇ χώρᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐπολιτεύετο. Τὸ κόμμα τὸ ὑπὸ τὸν Γαμβέτταν συνεδέετο πρὸς τὸν ἀρχηγὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ μέλη τοῦ κόμματος συνεδέοντο πρὸν ἄλληλα διὰ τῆς πολιτικῆς σημαίας, τὴν ὁποίαν ὁ Γαμβέττας εἶχεν ἀναπετάσσει, τῆς δημοκρατικῆς ἑνώσεως. Τὸ κόμμα τοῦ Γαμβέττα συνεδέετο προσέτι καὶ δι’ ἄλλου δεσμοῦ, διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν μελῶν αὐτοῦ πρὸς τὸν ἀρχηγόν. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὅσον ἀπρόσωπα καὶ ἂν εἶναι τὰ πολιτικὰ κόμματα, ὅτι ἀρκεῖ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅτι ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ μεταδώσῃ ζωὴν εἰς τὸ κόμμα, ἀρκεῖ νὰ συνδέσῃ τὰ μέλη αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ προσωπικὴ πρὸς τὸν ἀρχηγὸν ἐμπιστοσύνη, ἡ ὁποία καταδεικνύει, ὅτι ἕκαστον μέλος τοῦ κόμματος εἶναι πεπεισμένον, ὅτι ὁ ἡγέτης τοῦ κόμματος ἔχει τὴν δεξιότητα νὰ χειραγωγήσῃ τὸ κόμμα καὶ ὁδηγήσῃ αὐτὸ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος, ὅπερ ἔχει ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ σημαίᾳ αὐτοῦ; Διὰ τοῦτο τὸ κόμμα τοῦ Γαμβέττα, τὸ τοσοῦτον μέγα καὶ ἰσχυρὸν, μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ δὲν ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ. Εἶχε πρόγραμμα, εἶχεν ἰδέας, ἐπεζήτει σκοπούς· ὅλα ταῦτα δὲν ἤρκεσαν νὰ συντηρήσωσι τὸ κόμμα τοῦ Γαμβέττα. Καὶ εἴδετε ὅτι τὰ πλέον διακεκριμένα μέλη τοῦ κόμματος τοῦ Γαμβέττα, οἱ πρῶτοι συνεργάται αὐτοῦ, οἱ εἰλικρινέστεροι φίλοι του, ὁ Βαλδὲκ, ὁ Ρουσσὼ, ὁ Σαλεμὲ Λακοὺρ, ὁ Καμπενὼν, ἐγένοντο καὶ τυγχάνουσι σήμερον ὑπουργοὶ τοῦ Φεῤῥύ. Αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τόσον μέγα Κράτος, δὲν ἐπηρέασε παντάπασι τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἵνα ἐνθυμηθῇ ὅτι εἰς τὰ ἐδώλια αὐτὰ πρὸ διετίας ἐκάθητο εἷς πολιτευόμενος, τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἀπετέλουν πολυάριθμοι ἀντιπρόσωποι ὅτι τὰ μέλη τοῦ κόμματος τούτου, ἀφοῦ ὁ ἡγέτης αὐτοῦ ἀπῆλθε τοῦ κόσμου τούτου, στερηθέντα τοῦ ἡγέτου αὐτῶν, διῆλθον περίοδον μετ’ ἀμφιβολίας καὶ δισταγμοῦ. Ταύτας δὲ τὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς δισταγμοὺς αὐτῶν ὁμολογῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εὑρίσκω εὐλόγους καὶ δικαιολογῶ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως δὲν ἔμεινεν ἄθροισμα ἀτόμων, ὡς παρέστησεν αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ Ἀντιπολίτευσις συνδέεται δι’ ἑνὸς σκοποῦ. Ἄν δ’ ὑπάρχωσι μέλη ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποδέχονται τὸν δεσμὸν τοῦ σκοποῦ τούτου, δὲν ἀναγνωρίζουσιν αὐτὸν, αὐτὰ τὰ μέλη δὲν εἶναι μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐκ τῶν καθημένων ἐνταῦθα ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχει, οὐδὲ παραγνωρίζει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ κατὰ τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις. Πέρυσιν ἐξέπνεεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κόμματος, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις οὐχ ἧττον παρέστη ὁμόφρων. Ἔδειξε τὴν ὁμοφροσύνην αὐτῆς πέρυσιν, ὑποταχθεῖσα εἰς πολιτικὸν πρόγραμμα. Καὶ τὸ πρόγραμμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζουσι τὰ μέλη αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἤκουσεν ἡ Βουλὴ πέρυσι, τὸ ὁποῖον ἤκουσεν ἡ κοινωνία ὅλη, εἶναι δεσμός, ὅστις συνδέει τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἄλληλα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχωσι προσωπικότητες, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ ὁμάς, ἥτις ἀκόμη δὲν αἰσθάνεται ἔτι ἐν ἑαυτῇ πλήρη ἐμπιστοσύνην, ἐὰν ὑπάρχωσι μέλη, ἅτινα δὲν κατώρθωσαν εἰσέτι νὰ αἰσθανθῶσιν εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐν ταῖς πολιτικαῖς ὁμηγύρεσι πρέπει νὰ αἰσθάνωνται ὅσοι συνταυτίζουσι τὴν τύχην των μετ’ ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύονται τὴν διερμήνευσιν τῶν φρονημάτων των, τοῦτο δὲν εἶναι πρωτοφανές. Ἄν ἐνθυμηθῶσι τὴν κατάστασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τὸ 1880, θέλουσι τότε δικαιολογήσει τὸ ἐνεστώς, ἐννοήσει δὲ τί ἔπραττον οἱ ρήτορες τῆς Συμπολιτεύσεως, οἵτινες μᾶς ἀπεκάλουν χθὲς ἄθροισμα ἀτόμων, τὸ ὁποῖον ἔχει σωματικὴν μόνον ἐν τῇ Βουλῇ ἐμφάνισιν, καὶ οἵτινες μᾶς ἐμέμφοντο λέγοντες, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανωτοῦ. Καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦσαν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι κατὰ τὸ 1880, ὅταν ὁ Κουμουνδοῦρος εἶχε μέγα κόμμα; Τί ἄλλο ἦτο εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἢ ἄθροισμα ἀτόμων; Καὶ τὶς ἤλεγξε τοὺς ἀξιοτίμους αὐτοὺς πολιτευτὰς, οἵτινες ἐκάθηντο ἐπὶ τῶν θρανίων αὐτῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε αὐτὴν τὴν ψηφοφορίαν, τὴν γενομένην περὶ τῶν βάσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, ἕνεκα τῆς ὁποίας παρῃτήθημεν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐκείνη ἐγένετο ἐπὶ προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Τρικούπης, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ὅμως τῆς ὁποίας ὁ ὑπὲρ αὐτῆς ψηφοφορήσας ἀείμνηστος Ζαΐμης ἔλεγεν, ὅτι ἤθελεν ἐπιψηφίσει τὴν πρότασιν, ἀλλὰ δὲν ἐνόει νὰ κρεμασθῇ διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰ κέρατα τῶν βοῶν τοῦ κ. Τρικούπη; Καὶ ἦτο τότε μόνον τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ Ζαΐμη; Ἦτο μόνον τὸ πολιτικὸν κόμμα τοῦ Δεληγεώργη; ἦσαν μόνον τὰ λείψανα τοῦ κόμματος τοῦ Βούλγαρη; Ἦσαν πρὸς τούτοις καὶ προσωπικότητες διακεκριμέναι, ὡς ὁ κ. Μεσσηνέζης, καὶ ἄλλοι διάφορι βουλευταί. Καὶ εἰς ταύτην πᾶσαν τὴν δύναμιν προσετίθετο καὶ ἡ δύναμις τοῦ ἀξιοσημειώτου κόμματος τῶν πέμπτων, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ δὲ τοιαύτη πλειοψηφία ἀνέδειξε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις ἡγεῖται νῦν τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ λησμονῶμεν ἕκαστος τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἱστορίαν, οὔτε τῆς πατρίδος ἡμῶν, οὔτε πρέπει νὰ ἀξιῶμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι φρονοῦντες, ὅτι πρέπει δύω μόνον κόμματα νὰ λειτουργῶσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ — καὶ ἴσως τὸ φρόνημα τοῦτο ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ φρονοῦντες ὅτι δὲν εἶναι ἀλυσιτελὴς, ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ λειτουργία κομμάτων περισσοτέρων τῶν δύω κατ’ ἀριθμόν. Καὶ ἐγὼ πρῶτος λέγω, καὶ παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει νὰ μὲ διαψεύσωσιν, ἐγὼ πρῶτος ἐποίησα γνωστὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐδίσταζον, καὶ παρεκάλεσα αὐτοὺς νὰ ἀποτελέσωσι τρίτον κόμμα, νὰ συνταχθῶσι τέλος πάντων, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἐν Ἑλλάδι λειτουργία περισσοτέρων κομμάτων. Καὶ εἶχον τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, ὅταν τελευταῖον ὑπῆρχον δύω κόμματα, καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μετὰ τῶν φίλων μου τρίτον κόμμα. Εἶχον αὐτὴν τότε, ὄχι διότι ἐκερδοσκόπουν, ἀλλὰ διότι ἐφρόνουν, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἦναι κόμματα πλειότερα τῶν δύω. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν παρήτησα, ἀλλ’ ἔχω καὶ σήμερον, ἂν καὶ ἄλλος, εἰς τὴν ἐμὴν θέσιν εὑρισκόμενος, ἤθελε λησμονήσει τὴν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κομμάτων τοιαύτην θεωρίαν του. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, ὅτι ἐθλίβετο οἰκτείρων τὴν τύχην τῆς Πατρίδος, διότι δὲν ἔβλεπε τίς τέλος πάντων θέλει εὑρεθῆ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιτελεῖ, ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι καταπεπτωκυῖα καὶ εἰς τοιαύτην εὑρίσκεται ἐλεεινὴν κατάστασιν. Δὲν γνωρίζω πῶς ἡ ἱστορία ἡ σύγχρονος θέλει χαρακτηρίσει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ, ὅτι ἐπιτελεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ δύναμαι πεποιθότως νὰ βεβαιώσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἀξιώσῃ νὰ συνεχίσῃ ἔργον, τὸ ὁποῖον νομίζει ἑαυτὴν ὀφείλουσαν νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν νὰ ἀνατρέψῃ. Ὁ συνεχισμὸς τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁδὸς, ἥτις θέλει ὁδηγήσει τὸ Κράτος εἰς πολιτικὴν κρίσιν, εἶναι μέσον, τὸ ὁποῖον θέλει ὁδηγήσει τὴν χώραν εἰς ἀνατροπάς. Καὶ ἂν δὲν βλέπῃ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν αὐτοὺς, θέλει ἔλθει ἡμέρα, τὴν ὁποίαν ἀπεύχομαι νὰ ἴδω, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅμως θέλουσι δώσει εὐθύνας, οὐχὶ πλέον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ τοῦ Θεοῦ καὶ πρὸ τοῦ ἐλέγχου τῆς συνειδήσεως αὐτῶν. Καὶ ἂν δὲν θέλητε ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐνδέχεται νὰ μᾶς εἴπωσι, τέλος πάντων τί θέλετε; Ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ἔχετε; Ποῖαι εἶναι αἱ γνῶμαί σας; Ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμά σας; Καὶ σᾶς ἐρωτῶσι περὶ τοῦ προγράμματός σας ἄνθρωποι, οἵτινες τὸ γνωρίζουσι καὶ ὑποκρίνονται, ὅτι δὲν τὸ γνωρίζουσι, μαρτυροῦντες καὶ ἐπὶ τούτου κακοπιστίαν. Σᾶς ἐρωτῶσι περὶ τοῦ προγράμματος ὑμῶν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔμαθον ἴσως ἀκόμη τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος, ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν ἐλαχίστην γνῶσιν οὔτε τοῦ δημοσίου βίου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οὐδὲ τῆς πορείας τῶν κοινῶν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι πῶς ἐπολιτεύθη ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ποῖος ὁ βίος του, ποῖαι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς διαφόρους συζητήσεις ἐξήνεγκε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ βουλευτικοῦ του βίου. Σᾶς ἐρωτῶσι περὶ προγράμματος προσέτι καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, οἵτινες ἀποτελοῦσιν ἄλλην κατηγορίαν, εἰσὶν ἄνθρωποι ἀργοί, οἵτινες βαρύνονται νὰ ἀναγνώσωσι, καὶ ψιττακίζουσι τὰ παρὰ τῶν προμνημονευθέντων λεγόμενα. Δὲν ἔχετε λοιπὸν πρόγραμμα; Καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἔχετε ἱστορίαν, εἶσθε ἄνθρωποι πολιτευόμενοι πρὸ εἰκοσάδος καὶ τριακοντάδος ἐτῶν, πρὸ δεκάδος καὶ πεντάδος. Δὲν ἔχετε βίον πολιτικόν; Δὲν ἐξηνέγκατε γνώμας; Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀναγνωρίσητε ὡς προχειρότατον τῶν προγραμμάτων, ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἀνατρέψωμεν ὑμᾶς, οἵτινες ἐφέρετε τὸν ὄλεθρον διὰ τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κυβερνήσεως, ἣν εἰσηγάγετε ἐναντίον τῶν παραδόσεων καὶ ἐναντίον τῶν ἠθῶν τῆς χώρας, διοικήσεως, ἥτις ἀπειλεῖ τὰ ἤθη ἡμῶν, καὶ τῆς ὁποίας τὸν χαρακτῆρα πάντες γνωρίζετε, ὅτι μᾶς ἄγει εἰς τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων; Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν τὸ πρόγραμμα τοῦτο; Δὲν ἀρκεῖ ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἀντίθετον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ὄχι μόνον ἐξηγοῦμεν ἀρκούντως τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, λέγοντες ὅτι εἶναι ἀντίθετον τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντίθετον τῆς πολιτείας αὐτῆς, ἀλλὰ δυνάμεθα καὶ νὰ εἰδικεύσωμεν τοὺς λόγους μας. Καὶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διοικήσει; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διοικήσει φέρεται φατριαστικῶς καὶ κομματικῶς, δὲν εἶναι πρόγραμμα αὐτῆς; Δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡς κόμμα ἐν τῇ διοικήσει νὰ μειώσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὸ πνεῦμα τοῦ φατριασμοῦ καὶ τοῦ κομματισμοῦ; Ἔπραξε συναλλαγὰς ἡ Κυβέρνησις’ καὶ τοῦτο ἀπέδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς αὐτήν. Καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πρόγραμμα ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα ἐπ’ αὐτοῦ; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα ὀφείλει νὰ μὴ μετέλθῃ τὴν συναλλαγὴν ἐν τῇ διοικήσει. Ἡ συναλλαγὴ δὲν λειτουργεῖ μόνον διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν φίλων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ἀποκλεισμὸν πάσης ἱκανότητος, ἀρνεῖται δὲ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν αὐστηρὸν ἔλεγχον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις λοιπὸν ὡς κόμμα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μετέλθῃ τὴν τοιαύτην συναλλαγήν. Ἠτιάθη τῆς Κυβερνήσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς ὑποταξάσης τὰ πάντα εἰς τοὺς κομματικοὺς καὶ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς αὐτῆς, ὡς καὶ αὐτὴν τὴν ὁδοποιΐαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἑπομένως, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ φρονοῦσα ὅτι ἡ ὁδοποιΐα εἶναι ἐκ τῶν πρωτίστων ἀντικειμένων τῆς μερίμνης αὐτῆς, ὀφείλει νὰ φροντίσῃ, ἵνα ἡ μέριμνα αὐτῆς περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἦναι σώφρων καὶ μεμελετημένη. Δὲν πρέπει ἡ περὶ ὁδοποιΐας μέριμνα αὐτῆς νὰ ἔχῃ τὸν σκοπὸν τῆς ψηφοθηρίας, ἀλλὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κυριωτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, κατὰ πρῶτον λόγον τῶν πρωτίστων, εἶτα δὲ ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν μέσων καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἑπομένων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν διὰ νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν, συντηρηθῇ ἐν αὐτῇ καὶ ἐφαρμόσῃ τὰς περὶ συγκοινωνίας γνώμας της· δὲν θέλει δὲ διατυμπανίζει τὰς γνώμας της, διὰ νὰ ἀποπλανᾷ τὸν λαὸν καὶ ἐνεργῇ οὕτω ψηφοθηρίαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰτιᾶται τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς πρὸς ψηφοθηρίαν. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταχειρισθῇ τὴν δύναμιν αὑτῆς, ἵνα μειώσῃ τὴν τοιαύτην ἰδιοτελῆ τάσιν, ἥτις ἐξώθησε τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ὀλισθήσῃ καὶ μέχρι διορισμῶν ἀστυνόμων καὶ εἰσπρακτόρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζήτησε τὴν ἀλλοίωσιν ἢ τὴν ἀναίρεσιν τῆς βουλήσεως, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσαν καὶ αὐταὶ αἱ τελευταῖαι δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν φυλακῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν διὰ τὴν ἐπιδεικτικήν, ἀλλ’ ἄσκοπον καὶ ματαίαν καὶ ἄγονον ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἐπὶ τῶν φυλακῶν. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὀφείλει ὡς κόμμα νὰ φροντίσῃ πρὸ παντὸς ἄλλου περὶ ἀνεγέρσεως καταστημάτων, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ἀπὸ τοῦ 1836 ἀνέγραψαν, σύστημα πλῆρες καὶ φιλάνθρωπον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετῆλθε διοίκησιν συντελοῦσαν εἰς τὴν ταπείνωσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, εἰς τὴν παραλλαγὴν τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς πατέρας μας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἑπομένως ὀφείλει νὰ μὴ πράξῃ ὅ,τι ᾐτιάθη· ἐξ ἐναντίας, νὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τοῦ ἰδίου αὑτῆς παραδείγματος νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ἐξευγενισμὸν τοῦ δημοσίου βίου καὶ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διεχειρίσθη τὰ οἰκονομικὰ μετ’ ἀκηδείας, ὅτι ἐξηκολούθησε σπατάλην ἀδικαιολόγητον, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς συνετέλεσεν ὑπὲρ πάντα ἄλλον λόγον εἰς τὴν ἀνατροπὴν πάσης οἰκονομικῆς βάσεως, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ Κράτος περιέρχεται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀφοῦ ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως διὰ ταῦτα, ὀφείλει νὰ συντελέσῃ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ πρῶτον λόγον δι’ οἰκονομιῶν, διὰ τῆς ἐξαλείψεως πάσης δαπάνης ματαίας καὶ ἀχρήστου, διὰ τῆς καταργήσεως τῆς σπατάλης, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον διὰ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθέντος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κατεβίβασε καὶ μετεχειρίσθη καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτὴν ὡς μέσον συναλλαγῆς. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καθῆκον ἔχει, ἵνα ἀποκαταστήσῃ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον τὰ ὄργανα ἀρκοῦσι, δημοσίαν ἐκπαίδευσιν ἐντελῆ καὶ οὐχὶ εἰκονικήν, νὰ φροντίσῃ, ἐὰν τὰ ὄργανα δὲν ἀρκῶσι, νὰ παρασκευάσῃ τοιαῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἐπαρκοῦσι νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν μερῶν ἐκείνων, ἅτινα εἴτε διὰ τὸν πληθυσμόν των, εἴτε διὰ τὰς κοινωνικὰς περιστάσεις των, διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν μᾶλλον ἐπικειμένην ἀνάγκην τῆς θεραπείας ταύτης. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα καθῆκον ἔχει νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἥτις, ὡς ἔχει, δὲν λειτουργεῖ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Κράτους. Ἐὰν συστηθῶσι Γυμνάσια εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐπαρχίαν, ἐὰν προστίθενται μία ἢ δύω τάξεις Γυμνασιακαὶ εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐπαρχίαν, τοῦτο παραλύει, ἀλλὰ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῶσιν αἱ βάσεις τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἵνα αὕτη χρησιμεύῃ οὐχὶ μόνον πρὸς μόρφωσιν τῶν νέων, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδὰς των καὶ ζητήσωσι κατόπιν καὶ ἐπιστημονικὴν διδασκαλίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς παρασκευὴν ἐκείνων, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσι σπουδὰς ἐπιστημονικάς, οἵτινες ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον θέλουσι νὰ μεταβῶσιν εἰς βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα, ἵνα κατασταθῶσι χρήσιμοι καὶ χρηστοὶ πολῖται. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἑπομένως ὡς κόμμα χρεωστεῖ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Τοῦτο ὅμως δὲν κατορθοῦται διὰ τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ χρειάζεται ὀργανισμὸς ἕτερος τῶν Γυμνασίων, τὰ ὁποῖα σκοπὸν θέλουσιν ἔχει νὰ προπαρασκευάζωσι χρησίμους πολίτας τοὺς ἐκ τῶν Γυμνασίων τούτων ἐξερχομένους μαθητάς. Νομίζετε, ὅτι τὰ Γυμνάσια, ὡς εἰσὶ συστημένα καὶ διωργανωμένα, παρασκευάζουσιν εἴτε τοὺς εἰς ἐπιστημονικὴν διδασκαλίαν ἐπιδοθησομένους, εἴτε τοὺς εἰς τὴν κοινωνίαν ἐξερχομένους; παντάπασι· διότι καὶ διὰ τούτους ἐλλείπει ἡ διδασκαλία χρησίμων γνώσεων, καὶ διὰ τοὺς πρώτους τὰ ὑπάρχοντα Γυμνάσια εἰσὶν ἀτελῆ. Ἐφ’ ὅσῳ ὅμως στερούμεθα ὀργάνων καταλλήλων, προικισμένων διὰ τῶν ἰδιαιτέρων βιωτικῶν γνώσεων, αἵτινες πρέπει νὰ διδάσκωνται, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Λοιπὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα σκοπὸν ἔχει νὰ μεταβάλῃ οὕτω τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἵνα δύνανται καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐπιστημονικὴν διδασκαλίαν, νὰ παρασκευάζωνται πληρέστερον καὶ οἱ μὴ δυνάμενοι, νὰ ἐξέρχωνται εἰς τὴν κοινωνίαν χρήσιμοι πολῖται. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα δὲν φρονεῖ, ὅτι ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, οὔτε νομίζει ὅτι αἱ ἕδραι τῶν καθηγητῶ πρέπει νὰ χορηγῶνται εἰς τοὺς προσφέροντας δημοσιογραφικὰς ἢ ἄλλας κομματικὰς ὑπηρεσίας, ἢ ἄλλως πως περισαίνοντας ἡμᾶς. Ἠτιάθη ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἐζήτησε νὰ κερδοσκοπήσῃ. Ἑπομένως ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα χρεωστεῖ νὰ φροντίσῃ, ἵνα διὰ παντὸς μέσου κατορθωθῇ ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη νὰ κατασταθῇ ὅσον οἷόν τε ἐνήμερος εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, διὰ νὰ μὴ μένῃ ἐλευθερία εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ ἐκλέγωσι τὰς ὑποθέσεις, καὶ εἰσάγωσιν ὅσας θέλουσιν, ἢ ὅσας τὸ κομματικὸν συμφέρον προσδιορίσει αὐτοῖς, καὶ οὕτω ἄλλας μὲν δικογραφίας θέτωσιν εἰς ἐνέργειαν, ἄλλας δὲ ἀφίνωσιν ἐκκρεμεῖς. Ἐκ τῆς καταχρήσεως ταύτης ἐπέρχεται οὐ μόνον τὸ μέγα κακὸν τῆς ἀτιμωρησίας τῶν ἐγκλημάτων, διότι ἡ ἐκκρεμότης παρατείνεται καὶ ἡ παραγραφὴ ἀπαλείφει αὐτά, ἀλλὰ καὶ τὸ μέγιστον τῶν κακῶν, τῆς διαιρέσεως τῶν πολιτῶν εἰς ὑποκειμένους εἰς ποινικὴν καταδίωξιν διὰ τὰς πράξεις των, καὶ εἰς ἀκαταδιώκτους δι’ ὅσα καὶ ἂν πράξωσιν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοὺς ὀργανισμοὺς τοῦ στρατοῦ, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγε καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδει τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐπιτευχθῇ ἀξία λόγου στρατιωτικὴ σύνταξις τῆς χώρας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅμως ὡς κόμμα, ἀφοῦ τοιαύτην ἐξετόξευσεν αἰτίασιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τὴν θητείαν τῶν στρατιωτῶν καὶ διὰ τὸν ὀργανισμὸν στρατιωτικῆς Σχολῆς, τοῦ ὁποίου ἡ ἀποτυχία κατεδηλώθη, ἡ Ἀντιπολίτευσις, λέγω, ὡς κόμμα, ὀφείλει νὰ συντελέσῃ ἵνα ἀναθεωρηθῶσι καὶ τὰ τῆς θητείας καὶ τὰ τῆς στρατιωτικῆς Σχολῆς, προσέτι δὲ νὰ εὐκολύνῃ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἐφέδρων, φροντίζουσα πρὸ παντὸς νὰ οἰκοδομηθῶσιν ἐν ἑκάστῳ Νομῷ στρατῶνες, ἵνα χρησιμεύσωσι καὶ ὡς ἀποθῆκαι τοῦ ὁπλισμοῦ καὶ τοῦ ἱματισμοῦ τῶν ἐφέδρων, καὶ κατὰ τὰς περιόδους τῶν ἀσκήσεων πρὸς στρατωνισμὸν αὐτῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ᾐτιάθη τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ναυτικοῦ κλάδου, διὰ τὰς γενομένας ματαίας δαπάνας, καὶ διὰ τὴν ἄγονον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ναυστάθμου, τὴν περάτωσιν τῆς δεξαμενῆς, νὰ συντελέσῃ δ’ εἰς τὴν ὅσον οἷόν τε τάχιον κατάρτισιν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ὧν ἔχομεν πλήρη ἔλλειψιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ Ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ πρωτίστη καὶ ἱερωτάτη μέριμνα, ἥτις δὲν πρέπει νὰ ὑπόκηται εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἡ ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ Κράτους, ἡ εὐημερία καὶ ἡ εὐνομία τοῦ Κράτους, ἡ πρόοδος τοῦ Κράτους, ἡ βελτίωσις τῆς οἰκονομικῆς, τῆς κοινωνικῆς, τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς πνευματικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, εἰσὶ μέσα, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους. Ὁ σκοπὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Ἐξωτερικὴ πολιτική, διότι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ποτὲ τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἡ Ἐξωτερικὴ πολιτικὴ νὰ γίνεται ἀντικείμενον πάλης Ἐσωτερικῆς. Πρέπει ὅλοι νὰ κύπτωσι τὴν κεφαλὴν πρὸ αὐτῆς. Πρέπει νὰ λησμονῶμεν πάντα τὰ ἄλλα συμφέροντα, καὶ νὰ συγκεντρώνωμεν τὸν νοῦν ἡμῶν εἰς αὐτήν. Ἡ Ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ὅταν ἦτον Ἀντιπολίτευσις, συνεβούλευεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι ἡ Ἐξωτερικὴ τῶν προκαταλήψεων, τῶν ἀποκλειστικῶν ἀφοσιώσεων. Εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν εὐχαρίστως εἶδον, ὅτι τελευταῖον ἀντέγραψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1880 ἀπήγγειλα εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνακαλέσας οὕτω πάντα τὰ προγράμματα τῆς Ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις λοιπὸν δὲν εἶναι ἄνευ προγράμματος, δὲν εἶναι γυμνὴ ἐννοιῶν, ὅπως τὴν παρέστησαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει σήμερον τὰς ἐκτεθείσας ἰδέας καὶ αἱ ἰδέαι αὗται συνδέουσιν αὐτήν. Ἀλλὰ τὰ προγράμματα τῶν κομμάτων δὲν εἶναι προγράμματα τῶν Κυβερνήσεων. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν οὐδέποτε συζητοῦνται τὰ προγράμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ τὰ προγράμματα τῶν κομμάτων, πολλῷ δ’ ἧσσον τῶν ἀτόμων. Συζητοῦνται τὰ προγράμματα τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ὅταν ἐρχώμεθα οὐχὶ πλέον νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ προγράμματός σας, ἀλλὰ νὰ συζητήσωμεν ἐὰν ἐτηρήσατε τὸ πρόγραμμά σας, καὶ ἂν δὲν παρέβητε τὸν λόγον σας, ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε: ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα ὑμῶν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς κόμμα ἔχει βεβαίως πρόγραμμα, ἀλλ’ ἔχει τοιοῦτον καὶ ὡς μέλλουσα Κυβέρνησις. Βεβαίως τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μελλούσης Κυβερνήσεως, δὲν δύναται νὰ περιλάβῃ πάντα τὰ τοῦ προγράμματος αὐτῆς ὡς κόμματος. Τὰ κόμματα ἔχουσι ζωὴν μακρὰν, καὶ ἐφ’ ὅσον ζῶσιν, ἀσχολοῦνται νὰ πραγματοποιῶσιν ἀλληλοδιαδόχως τὰ ἄρθρα τοῦ προγράμματος αὐτῶν· ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις, βραχύβιοι συνήθως, δὲν κατορθοῦσι βεβαίως νὰ ἐκτελέσωσι διὰ μιᾶς πάντα τὰ ἄρθρα ταῦτα. Τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς μελλούσης Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ θεραπεία τῶν πρωτίστων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, πρωτίστη δὲ ἀνάγκη τοῦ Κράτους εἶναι ἡ κακὴ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Λοιπὸν ὡς μέλλουσα Κυβέρνησις ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει μεριμνήσει πρὸ παντὸς νὰ φέρῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἄνευ καταστροφῆς τῆς διοικήσεως· νὰ καταργήσῃ πᾶσαν σπατάλη, νὰ μεταβάλῃ μετὰ τοῦτο τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀποδεχομένη σύστημα ἄλλο, μὴ ἐπάγον δαπάνας, μὴ βλάπτον τοὺς παραγωγοὺς τοῦ καπνοῦ, μὴ περιορίζον τὴν ἐμπορείαν αὐτοῦ, μὴ καταθλίβον τὰς κλάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν ἐμπορείαν ταύτην. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς μέλλουσα Κυβέρνησις, ἀνέλαβεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους ὑποχρέωσιν νὰ καταργήσῃ τὸν φόρον τῶν οἴνων, καὶ θέλει τὸ πράξει. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς μέλλουσα Κυβέρνησις, ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ Χρηματιστηρίου οὕτως, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀγαθοπιστίαν τῶν συναλλασσομένων, καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ σπεύδωσι τυφλὰ καὶ ἀμελέτητα τὰ κεφάλαια εἰς τὰ εὔκολα καὶ ἀπότομα κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐπεζήτουν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ. Τοιαύτη ῥοπὴ τῶν κεφαλαίων, ἔλεγε διάσημος οἰκονομολόγος, ὁ κ. Σαίϋ, παρασκευάζει ἀναπόφευκτον οἰκονομολογικὴν κρίσιν ἐν τῇ χώρᾳ. Διὰ δὲ τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ τοῦ Χρηματιστηρίου δύναται νὰ ἐξευρεθῇ σύστημα μικρᾶς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ μεταβιβαζομένων ἀξιῶν, ἐπὶ τοῦ κέρδους τοῦ παραγομένου ἐκ τῆς ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ μεταβιβάσεως τῶν ἀξιῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος σᾶς ὡμίλησε περὶ διαφόρων ἄλλων φορολογικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐθεώρει ἀναγκαίους, καὶ οἵτινες ἐσκόπουν πρὸ πάντων τὴν φορολογίαν τῶν κεφαλαίων. Τοιουτοτρόπως ἤθελε δυνηθῆ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ θεραπεύσῃ, ὡς Κυβέρνησις, τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ Κράτους, ἐπιτυγχάνουσα τὸ πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιτυγχάνουσα ὡσαύτως καὶ περίσσευμά τι, ἵνα ἐπαρκέσῃ, οὐ μόνον εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο κατάλοιπον ἀκόμη, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει εἰς ἄλλας οἰκονομικὰς ἀνάγκας, πρὸ παντὸς δὲ εἰς τὸ νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὡς Κυβέρνησις, ἤθελεν ὡσαύτως ἀσχοληθῆ κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν μελέτην τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τὴν ἔρευναν τῶν μᾶλλον ἐπικειμένων ἀναγκῶν τοῦ στρατοῦ ἐξ ἐκείνων, αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ὡς κόμματος. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς κόμμα, θέλει ῥυθμίσει τὰς σχέσεις αὐτῆς καὶ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὰ ἄλλα κόμματα καὶ πρὸς τὴν Βασιλείαν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς Κυβέρνησις, δὲν θέλει μιμηθῆ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Θέλει σέβεσθαι τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας καὶ δὲν θέλει τοὺς δυσφημεῖ, δὲν θέλει τοὺς διαβάλλει, δὲν θέλει τοὺς συκοφαντεῖ. Θέλει σέβεσθαι τὴν ἐλευθερίαν περὶ τὸ σκέπτεσθαι καὶ ἐνεργεῖν τῶν ἄλλων κομμάτων, καὶ δὲν θέλει ἀσχολεῖσθαι νὰ διαβάλλῃ τὰ κόμματα ταῦτα καὶ νὰ τὰ δυσφημῇ, ἵνα τὰ συντρίψῃ εἰς τὴν πεποίθησιν τῆς κοινωνίας ἢ ἵνα μειώσῃ τὴν ἐπ’ αὐτὰ ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς Κυβέρνησις, θέλει σέβεσθαι τὸ Κοινοβούλιον, οὐδὲ θέλει ποτὲ συντελέσει εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὴν ἐπὶ τὴν Βουλὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, παρασύρουσα τὴν πλειοψηφίαν αὐτῆς εἰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θεωρεῖ μὴ συντελούσας εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων του. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς Κυβέρνησις καὶ ὡς κόμμα, ἐπειδὴ λειτουργεῖ ὑπὸ Κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, θέλει εὐλαβεῖσθαι τὴν Βασιλείαν, δὲν θέλει ζητήσει οὐδὲ διὰ βλασφήμων ὑπαινιγμῶν, οὐδὲ δι’ ἀπειλῶν περικοπῆς προνομίων, νὰ συναρπάσῃ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θέλει ποτὲ ἀπειλήσει ὅτι τὴν συνερχομένην Βουλὴν θέλει μετατρέψει εἰς Ἐθνοσυνέλευσιν, διὰ νὰ περιορίσῃ τὰ προνόμια τοῦ ἡγεμόνος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ ὡς κόμμα καὶ ὡς Κυβέρνησις, θέλει σέβεσθαι τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐνόσῳ τὸ Σύνταγμα λειτουργεῖ, θέλει σέβεσθαι τὸν θεσμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα κατέστησε, τὴν Βασιλείαν, ὡς θεσμὸν, εὐλαβουμένη τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἀλλ’ ἀξιοῦσα, ἵνα πάντες οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, ἵνα μὴ μένῃ ἀργὸν οὐδὲν ὄργανον ἐν τῇ πολιτικῇ οἰκονομίᾳ, ἀλλ’ ἵνα ἕκαστον ἐκπληρώνῃ τὴν ἀποστολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ κρατοῦντος ἐν τῇ χώρᾳ Πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμετε πέντε λεπτῶν διακοπήν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις. (Γίνεται διακοπὴ 15 λεπτῶν).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ Συνεδρίασις. Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς εἶχεν ὑποχωρήσει ὁ κύριος Τζάνες εἰς τὸν κύριον Δηλιγιάννην.
§32ΤΖΑΝΕΣ. Ὑποχωρῶ εἰς τὸν κύριον Ἀθανασιάδην.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κύριος Παρασκευᾶς. Παραιτεῖται. Ἔρχεται ὁ κύριος Κασιμάτης.
§34ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐὰν παραταθῇ ἡ συζήτησις, θέλω λάβει τὸν λόγον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ὁ κύριος Ἀθανασιάδης.
§36Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπειδὴ ἄλλα διακεκριμένα καὶ εὐδοκιμώτερα ἐμοῦ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πολλὰ περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθεσαν, ἐγὼ, φειδόμενος τοῦ χρόνου, θέλω περιορίσει τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου ζητήματος νομικοῦ· διότι σπουδαῖον τοῦτο θεωρῶν, καὶ φρονῶν, ὅτι μετὰ μεγάλης ἐρεύνης ἰδίαν περὶ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλον ἔχω καθῆκον καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς νομικὸς νὰ δικαιολογήσω τὴν περὶ αὐτοῦ ψῆφόν μου, καὶ ν’ ἀνασκευάσω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιδοξούντων, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ μεταπείσω τούτους. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι «Βουλευτὴς, διοριζόμενος Πρεσβευτὴς ἄνευ ἀποδοχῆς μισθοῦ, ἀπόλλυσι τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα κατὰ τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος;» Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι λίαν σπουδαῖον· διότι, ἐὰν ἡμαρτημένη δοθῇ λύσις, οὐ μόνον παραβίασις τοῦ Συντάγματος πρόδηλος γίγνεται, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβέστεραι δύνανται νὰ ἐπέλθωσι συνέπειαι, καὶ οὕτως, ἐὰν Κυβέρνησίς τις φρονῇ, ὅπως ἡ ἐνεστῶσα, ὅτι τὰς θέσεις τῶν Πρέσβεων, ὡς νόμῳ ἀμίσθους, δύνανται νὰ καταλάβωσι βουλευταὶ τηροῦντες καὶ τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, καὶ ἐὰν τὴν γνώμην ταύτην οὖσαν τυχὸν σφαλερὰν ὑποστηρίξῃ ἡ πλειονοψηφία. Ἐὰν δ’ ἄλλη τις Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς θεωρήσωσιν ὡς ὀρθὴν καὶ τὴν ἑτέραν γνώμην, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεδοκίμασε κατὰ τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του, ὅτι καὶ τὴν ἔμμισθον θέσιν δύναται νὰ κατέχῃ συγχρόνως ὁ βουλευτής, ἐὰν παραιτηθῇ τοῦ μισθοῦ, τότε οὐ μόνον τοῦ Συντάγματος γίγνεται παραβίασις, ἀλλὰ καὶ ἀνατροπὴ τῶν πάντων ἐπελεύσεται· διότι εὐχερῶς τότε βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως δύνανται νὰ καταλάβωσι τὰς ἐν τοῖς Ὑπουργείοις ἀνωτέρας τουλάχιστον θέσεις καὶ τὰς ἄλλας ἐπαρχιακάς, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωσιν οὕτω τὰ ἀτομικῶς ἰδιωτικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ συμφέῤῥοντα ἑαυτῶν τε καὶ τῶν φίλων των, πιέζοντες καὶ καταδιώκοντες τοὺς ἀντιπάλους των· οὕτως, ἐὰν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία συγχωνεύηται μετὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς, μόνη ἀνατροπὴ τοῦ τοιούτου καθεστῶτος δύναται νὰ ἀνορθώσῃ τὰ κακῶς γιγνόμενα, ἀλλὰ καὶ ἡ τοιαύτη ἀνατροπὴ δὲν εἶναι ἄμικτος μεγάλων κακῶν, ὡς ἡ πεῖρα μᾶς διδάσκει. Τοιαύτην, κύριοι βουλευταὶ, ἔχοντος τοῦ ζητήματος σπουδαιότητα, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐστὶ καὶ πρέπει νὰ ᾖ διατεθειμένη, ἵνα ἐξετάσῃ τοῦτο μετὰ περισκέψεως, καὶ ἄνευ κομματικῆς προκαταλήψεως, ἢ ἐπιεικείας. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην ἀμερόληπτον διέξοδον θέλει δώσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι προθύμως θέλει μεταβάλει γνώμην, ἐὰν μεταπεισθῇ, διότι οὔτε ἡ ἀνάκλησις γνώμης ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων μετὰ μείζονα μελέτην ἐστὶ προσβλητικὴ, οὔτε ποινικὴ εὐθύνη ὑπάρχει ἐπὶ τῆς διαφόρου λύσεως ἀμφιβόλων ζητημάτων, ἀφοῦ καὶ τὸ προκείμενον ὑπό τινων ὡς τοιοῦτον παρίσταται. Μετὰ τὰ εἰρημένα προχωρῶ εἰς τὴν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, λύσιν τοῦ ζητήματος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος, οἱ διοριζόμενοι εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν καὶ δεχόμενοι ταύτην παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Σαφοῦς ὄντος τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐξετάσωμεν ἂν ἡ τοῦ Πρέσβεως ὑπηρεσία ἦναι ἄμισθος· διότι, ἂν ἦναι ἔμμισθος, κατὰ νόμον ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ μένῃ τοιοῦτος, διοριζόμενος πρεσβευτὴς, παρὰ τὴν σαφῆ καὶ ῥητὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ Συντάγματος. Ποία ὑπηρεσία θεωρεῖται κατὰ νόμον ἔμμισθος; Ἐὰν ἀκριβῶς ὁρισθῶσι τὰ προσόντα ταύτης, τότε εὐχερῶς δύναται νὰ γνωσθῇ ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Πρέσβεως ἦναι ἔμμισθος ἢ οὔ. Ἅπαντες γινώσκετε, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι παντὸς κλάδου κανονίζονται ὑπὸ νόμων ὀργανικῶν· οἱ νόμοι οὗτοι οὐ μόνον τὸν ἀριθμὸν καὶ τὰς ἕδρας αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὸν μισθὸν ὁρίζουσιν· ὅθεν ἔμμισθος ὑπηρεσία καλεῖται ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κανονίζει ὀργανικὸς νόμος, καὶ ὁρίζει συγχρόνως καὶ τὸν μισθὸν αὐτῆς. Πᾶσα ἄλλη ὑπηρεσία, μὴ ἔχουσα τὰ προσόντα ταῦτα, προσωρινὴ καὶ ἔκτακτος, δὲν θεωρεῖται ὡς ἔμμισθος, εἰ καὶ ἤθελε δοθῆ χρηματικὴ ἀποζημίωσις εἰς τὸν ἀναλαβόντα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Τοιαύτη ἐστὶν ἡ εἰς Ἀλεξάνδρειαν ἀποστολὴ τοῦ κ. Στεφάνου ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἀποζημιώσεων, ἡ ἀποστολὴ ἐν τῇ παραστάσει τῆς στέψεως τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Ῥωσσιῶν κλπ. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς νόμους ἅπασαι αἱ ὑπηρεσίαι εἰσὶν ἔμμισθοι, ἕπεται ὅτι ὁ κανὼν ὁ γενικὸς εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐμμίσθου, ἐκτὸς ῥητῆς ἐξαιρέσεως. Ὑπάρχει τοιαύτη ἐξαίρεσις ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Πρέσβεων; τοῦτο ἐξεταστέον ἤδη. Πρὸ τοῦ ἔτους 1853 οἱ Πρέσβεις διωρίζοντο διὰ Β. Διαταγμάτων, τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν συμπεριλαμβανομένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· ἀλλὰ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τὰ Διατάγματα ἴσχυον ὡς νόμοι· μετὰ τὸ Σύνταγμα ὅμως, περιέχον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 27, ὅτι «οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν», ἐθεωρήθη ἀντισυνταγματικὸν νὰ διορίζωνται Πρέσβεις ἄνευ νόμου. Πρὸς ἐφαρμογὴν λοιπὸν τοῦ ῥηθέντος ἄρθρου εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῶν Βουλῶν ὁ ἤδη ἰσχύων νόμος τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853. Ταῦτα προδήλως ἐξάγονται ἐκ τῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τούτου ἀγορεύσεων τῶν ἀειμνήστων ἐκείνων Γερουσιαστῶν· οὕτως, ὁ μακαρίτης Χατζίσκος ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου Ἐπιτροπῆς ἔλεγεν «Ἡ Ἐπιτροπὴ κηρύττει τὸ Νομοσχέδιον σύμφωνον μὲ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἔρχεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου νὰ ἐκπληρώσῃ ὅρον τοῦ Συντάγματος, τουτέστι νὰ νομοθετήσῃ τὰς θέσεις.» (Ὅρα Πρακτ. Γερουσ. τοῦ 1853, σελ. 909). Ὁ μακαρίτης Παλαμήδης ἔλεγεν «Εἰσήχθη τὸ Νομοσχέδιον, ὡς ἔπρεπε, καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος.» (Ὅρα Πρακτ. αὐτῆς, σελ. 918). Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μακαρίτης Πάϊκος, εἰσαγαγὼν τὸ Νομοσχέδιον ἔλεγεν «Ἡ Συνέλευσις, μὴ θέλουσα νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ νέαν συζήτησιν, δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τότε τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης (ἤτοι τῆς τοῦ ἄρθρου 27) καὶ τὴν συμπλήρωσιν ταύτης ἔρχομαι ἤδη νὰ ζητήσω ἀπὸ ὑμᾶς, πρὸς οὓς ἡ Συνέλευσις ἀφῆκε τὸ δικαίωμα.» (Ὅρα Πρακτ. αὐτῆς, σελ. 905). Ὁ ἴδιος ἐν σελ. 921 ἔλεγεν «Εἶπον ὅτι ἡ Συνέλευσις σκεφθεῖσα εὗρεν, ὅτι πρέπει νὰ διατηρήσῃ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὸ, ἐρχόμεθα ζητοῦντες νὰ νομοθετήσητε τὰς θέσεις τῶν Πρέσβεων». Ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τούτων ἀναμφηρίστως ἐξάγεται, ὅτι ὁ εἰρημένος νόμος ἐστὶν ὀργανικὸς πρὸς νομοθέτησιν τῶν Πρεσβευτικῶν θέσεων, καὶ ἑπομένως ἀποτελεῖ τὸ ἓν προσὸν τῶν ἐμμίσθων θέσεων. Ἀλλὰ τὸ ἕτερον προσὸν, ἤτοι ἡ νόμῳ χορήγησις μισθοῦ, ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ; τοῦτο ἤδη ἐξεταστέον. Ὁ προταθεὶς νόμος, ἐνῷ εἶναι ὀργανικὸς, δὲν ὁρίζει οὔτε τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρεσβειῶν, οὔτε τὰ Κράτη, παρ’ οἷς θέλουσι συσταθῆ τοιαῦται, οὔτε τὸ ποσὸν τῆς μισθοδοσίας τῶν Πρέσβεων, ὅπως πάντες οἱ λοιποὶ ὀργανικοὶ νόμοι πράττουσιν. Ἡ ἐξαίρεσις δ’ αὕτη εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, διότι τῆς μὲν ἀποστολῆς τῶν Πρέσβεων παρὰ τοῖς ξένοις Κράτεσιν ἐξαρτωμένης ὅλως ἔκ τε τῶν παρουσιαζομένων πολιτικῶν ἀναγκῶν καὶ ἐκ τῶν ἀμοιβαίων σχέσεων πολιτικῶν καὶ συναλλακτικῶν, τῆς δὲ μισθοδοσίας ἐξαρτωμένης ἔκ τε τοῦ βαθμοῦ τοῦ Πρέσβεως καὶ ἐκ τῶν συνήθων δαπανῶν παρὰ τῷ Κράτει, ἔνθα οὗτος ἀποστέλλεται, ἤτοι ἀπολύτως ἀδυνάτου νὰ νομοθετηθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἀκριβὴς αὐτῶν ὁρισμὸς, τούτου ἕνεκεν ἐπετράπη τῇ Κυβερνήσει ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιπτώσει νὰ ἐγκαθιστᾷ Πρεσβείας καὶ νὰ ὁρίζῃ τὸν βαθμὸν καὶ τὰς ἀποδοχὰς τῶν Πρέσβεων διὰ Διατάγματος, ὅπερ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θεωρεῖται νομοθετικὸν, ὡς ἐκδιδόμενον κατ’ ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας· τοῦ δὲ νόμου μνείαν μόνον ποιοῦντος περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀποδοχῶν ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ, καὶ περὶ μισθοῦ μόνον τοῦ Πρέσβεως καὶ τοῦ γραμματέως ἐν τῷ δευτέρῳ, καὶ οὐδεμίαν περιέχοντος ῥητὴν ἢ εὐχερῶς τοὐλάχιστον ὑπονοουμένην σιωπηρὰν νύξιν περὶ ἀμίσθου, λογικῶς τεκμαίρεται, ὅτι ἐμμίσθους τὰς θέσεις τῶν Πρέσβεων ὁ Νομοθέτης συνιστᾷ καὶ μόνον τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ κατέλιπε τῇ Ἐκτελεστικῇ Ἐξουσίᾳ. Ἐκτὸς τούτου, τὸ δεύτερον ἐδάφιον εὐκρινῶς καταδεικνύει τὸν περὶ ἐμμίσθου σκοπὸν τοῦ Νομοθέτου, κατὰ σύγκρισιν πρὸς τὰς ἀμίσθους, ἀφοῦ ῥητῶς ἐμμίσθους δέχεται μόνον τὰς θέσεις τοῦ Πρέσβεως καὶ γραμματέως καὶ οὐδεμίαν ἄλλην ὑπαλλήλου τινὸς, ἢ ἀκολούθου διοριζομένου παρὰ ταῖς Πρεσβείαις, ἐξαιρουμένης τῆς Πρεσβείας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, παρ’ ᾗ μάλιστα διὰ μεταγενεστέρων νόμων ὡρίσθησαν πολλαὶ ἔμμισθοι θέσεις. Οἱ ἀντιδοξοῦντες τὸ οἰκοδόμημα ἅπαν τῆς γνώμης των στηρίζουσιν ἐπὶ τῆς λέξεως «δύναται», εἰς ἣν δίδουσι δυνητικὴν σημασίαν, καὶ ἑπομένως ἐξάγουσι τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀπόκειται τῇ Κυβερνήσει νὰ ὁρίσῃ ἢ μὴ μισθὸν, καὶ ἑπομένως νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν κατὰ βούλησιν ἄμισθον ἢ ἔμμισθον. Τὸ συμπέρασμα τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· ά) διότι διττὴν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν ἡ αὐτὴ διάταξις· αἱ θέσεις τῶν Πρέσβεων ἢ θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου διαρκεῖς δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ εἰσὶν ἑπομένως ἔμμισθοι ἢ θεωροῦνται προσωριναὶ καὶ ἔκτακτοι ἀποστολαὶ, καὶ δίδοται ἁπλῆ ἀποζημίωσις, καὶ ἑπομένως εἰσὶν ἄμισθοι· ἡ δευτέρα ὅμως ἐκδοχὴ εἶναι πάντῃ ἀπαράδεκτος, ἀφοῦ, ὡς ἐῤῥήθη, ὁ νόμος ἐστὶν ὀργανικὸς καὶ ἐγένετο πρὸς νομοθέτησιν τῶν Πρεσβειῶν, ἐνῷ αἱ ἄμισθοι θέσεις δὲν κανονίζονται ὑπὸ ὀργανικοῦ νόμου· βʹ) διότι, ἂν δυνητικὴν ἔχῃ σημασίαν, τότε κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἄρθρον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ ἢ μὴ τὸν ἀριθμὸν, τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τῶν γραμματέων, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἄρθρον τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ πρέπει νὰ περιέχῃ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραμματέως. Ὅθεν τὸ ἄρθρον δεύτερον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ λέξις «δύναται» δὲν ἔχει δυνητικὴν σημασίαν· διότι, ἂν τοιαύτην ἔχῃ κατὰ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, τότε ὑπάρχει φανερὰ ἀντινομία, ἤτοι τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀφίνει ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίζῃ ἢ μὴ τὸν βαθμὸν, τὸ δὲ δεύτερον τὴν ὑποχρεοῖ νὰ ὁρίζῃ τοῦτον διὰ τοῦ Διατάγματος· ἀντινομία δὲ κατὰ τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν αἱ σχετικαὶ τοῦ νόμου διατάξεις λογικῶς συμβιβάζωνται, καὶ τοιοῦτος ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου συμβιβασμὸς, ὅταν εἰς τὴν λέξιν «δύναται» δοθῇ ἡ ἀληθὴς σημασία «ἐπιτρέπεται», ἢ ἔχει τὴν δύναμιν, τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐντολὴν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίζῃ τὰς θέσεις, τὸν μισθὸν, τὸν βαθμὸν, καὶ ἀναφέρῃ πάντα ταῦτα ἐν τῷ Διατάγματι. Πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῆς γνώμης περὶ τοῦ ἐμμίσθου τῶν Πρεσβευτικῶν θέσεων συντελοῦσιν ἀποχρώντως καὶ τὰ ἑπόμενα· 1.) Κατὰ τὰς μακρὰς ἐν τῇ Γερουσίᾳ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου οὐδεὶς περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἀμίσθου τῶν θέσεων ἐγένετο λόγος, ἀλλ’ οἱ μὲν ἀντέταττον κατὰ τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ ὡς ἀορίστου, καὶ προέτεινον, ἵνα ὁρισθῶσι καὶ τὰ Κράτη παρ’ οἷς διορισθήσονται Πρέσβεις, καὶ ὁ μισθὸς τῶν Πρέσβεων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἠρνεῖτο τὸ ἔμμισθον τῶν Πρέσβεων, ἀλλὰ προέτεινε μόνον, ὅτι ἐστὶν ἀδύνατος ὁ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς τοῦ μισθοῦ, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρεσβειῶν, καὶ ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ζητηθησομένης τυχὸν ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως διὰ τὰς μισθοδοσίας τῶν Πρέσβεων ἢ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, αἱ Βουλαὶ θέλουσιν ἐξελέγξει τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ βεβαίως κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἅπασαι αἱ θέσεις ἦσαν ἔμμισθοι, καὶ αὐταὶ τῶν Πρέσβεων, τῶν διὰ Διαταγμάτων διοριζομένων, ἐν οἷς ὡρίζετο καὶ ἡ μισθοδοσία των, καὶ τὸν κανόνα τοῦτον ἔχουσαι καὶ αἱ Βουλαὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις, οὐδαμῶς συνέλαβον τὴν ἰδέαν τοῦ ἀμίσθου, διότι τότε δὲν εἶχον ἀναφανῆ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁπωσδήποτε πλουτήσαντες, ἵνα θηρεύσωσι τὴν διπλωματικὴν αἴγλην διὰ τῆς θυσίας τοῦ μισθοῦ. «Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον, ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Ψύλλας, ἐνόμισεν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὰς ψήφους τῆς Γερουσίας διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ἀφῃρημένον καὶ γενικὸν, πολὺ εὐκολώτερον ἤθελεν ἔχει ταύτας, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἦτο συγκεκριμένον καὶ εἰδικὸν, ἐὰν ὥριζε τὴν πίστωσιν τῶν Πρεσβειῶν εἰς τὸ δεῖνα, ἢ δεῖνα Κράτος.» (Ὅρα πρακτ. Γερουσ. σελ. 895, τοῦ 1853.) «Οὐδεὶς λόγος, ἔλεγεν ὁ ἴδιος, ὑπάρχει κωλύων, ἢ ἀποτρέπων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ σαφὲς καὶ ὡρισμένον νομοσχέδιον τῆς θέσεως, πρὸς δὲ καὶ τὰς μισθοδοσίας των· ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, ὅταν βλέπωμεν καὶ διϋλίζομεν τὸν κώνωπα, οὕτως εἰπεῖν, τὴν μισθοδοσίαν τοῦ φύλακος τοῦ Τελωνείου, τὴν ὀκτάδραχμον σύνταξιν τοῦ ἀγωνιστοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἐξοδεύσατε ὅσα θέλετε εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν θέσεων;» (Ἰδὲ πρακτ. Γερ. σελ. 897.) «Καὶ εἶναι ἀνήκουστον, ἔλεγεν ὁ ἴδιος, νὰ προσδιορίζωμεν διὰ τοῦ νόμου τούτου τὴν τράπεζαν καὶ τὴν κατοικίαν τοῦ Γραμματέως, ἐνῷ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὸν μισθὸν τῶν Πρέσβεων καὶ γραμματέων ἀφίνομεν ἀνοικτόν.» (Πρακτ. Γερ. σελ. 901.) «Πρέπει, ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Παλαμήδης, νὰ ὁρίζῃ ὁ νόμος τὸν βαθμὸν καὶ τὸν μισθόν.» (Πρακτ. Γερουσ. σελ. 919.) «Ἡ Κυβέρνησις, ἀπήντα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀναγνωρίσῃ πᾶσαν τοιαύτην ἀνάγκην, ἀναγνωρίζουσα δὲ ταύτην, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλει ἐνεργήσει πρὸς θεραπείαν ταύτης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλει σπεύσει νὰ συμπληρώσῃ διὰ τῆς παρουσιάσεως μιᾶς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, ἢ ἑνὸς Προϋπολογισμοῦ, ὅστις δὲν παρέρχεται ἀνεξετάστως ἀπὸ τὰ Σώματα.» Ἀφοῦ ἐκ τῶν ἀνωτέρω συζητήσεων τῶν νομοθετῶν προδήλως ἐξάγεται, ὅτι ἡ ἔρις δὲν ἦτο περὶ τοῦ ἀμίσθου, ἢ ἐμμίσθου, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ μισθοῦ διὰ Νόμου, καὶ οὐχὶ διὰ Διατάγματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ τουτέστιν ἀποδεικνύεται προδήλως, ὅτι τὰς θέσεις, τῶν Πρέσβεων ἐμμίσθους οἱ νομοθετοῦντες ἐθεώρουν, ἀφοῦ ἐν τέλει ἔχομεν γνωστὴν τὴν πρόθεσιν τοῦ Νομοθέτου, καὶ ἣν ἐσκόπει νὰ δώσῃ ἔννοιαν ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι λίαν παράτολμον καὶ ἀσεβὲς ἔτι νὰ διαστρέφηται ὁ νόμος δι’ ὑποθέσεων καὶ παρεξηγήσεων ἀμφιβόλων. 2). Πᾶσα νομικὴ διάταξις μίαν ἔχει ἔννοιαν· ὅθεν τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νόμου καθιεροῖ ἢ τὸ ἔμμισθον, ἢ τὸ ἄμισθον· ἀμφότερα δ’ ἐναλλὰξ καθ’ ὅσον δίδοται καὶ λαμβάνεται μισθὸς, δὲν δύνανται νὰ συνυπάρξωσιν ἄνευ ῥητῆς τοῦ νόμου διατάξεως καὶ διακρίσεως. Ὅθεν μὴ διακρίνοντος τοῦ νόμου, μηδὲ διατάσσοντος ῥητῶς τὴν συνύπαρξιν τοῦ ἀμίσθου καὶ ἐμμίσθου, καθ’ ὅσον δίδοται, ἢ μὴ μισθὸς, οὐδ’ ὁ ἑρμηνευτὴς δύναται νὰ ποιήσῃ διάκρισιν, κατὰ γενικὸν ἀξίωμα τοῦ δικαίου. Ἑπομένως, ἐὰν δοθῇ ἡ ἔννοια τοῦ ἀμίσθου, παρανόμως δίδεται μισθὸς τοῖς Πρέσβεσιν, ἐὰν ἡ τοῦ ἐμμίσθου, παρανόμως δύναταί τις νὰ ᾖναι βουλευτὴς καὶ Πρέσβυς. Τὸ ἔμμισθον ὅμως εἶναι ὁ κανὼν, ὡς ἀπεδείχθη, καὶ ἑπομένως ἄμισθον κατὰ νόμον δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ δύναται νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος διὰ τῆς ἐξ οἰκείας βουλήσεως παραιτήσεως τοῦ μισθοῦ. 3). Ὁ νόμος περὶ συντάξεων χορηγεῖ σύνταξιν εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διοριζομένους διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ πληρονομένους ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου· μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τούτων περιλαμβάνει εἰδικῶς καὶ τοὺς Πρέσβεις, καὶ ὁρίζει τὸν μισθὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ γίνηται κράτησις, καὶ νὰ ὑπολογίζηται ἡ σύνταξις· ἄρα τὰς μὲν θέσεις τῶν Πρέσβεων θεωρεῖ ὁ νόμος οὗτος ἐμμίσθους, τοὺς δὲ Πρέσβεις ὡς ὑπαλλήλους μονίμων καὶ οὐχὶ ἐκτάκτων θέσεων· ἀβάσιμος δ’ εἶναι ὁ τῶν ἀντιδοξούντων ἰσχυρισμὸς, ὅτι χορηγεῖται σύνταξις, καθ’ ὅσον ἐμισθοδοτοῦντο, διότι τοιαύτην διάκρισιν δὲν ποιεῖ οὐδ’ ὁ νόμος οὗτος, ἀλλὰ θεωρεῖ τὰς Πρεσβευτικὰς θέσεις ἐμμίσθους. Δὲν εἶναι ἐπίσης ὀρθὸς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ νόμος οὗτός ἐστιν ἁπλῶς χρηματικός· διότι διὰ τοῦ νόμου τούτου συνταξιοδοτοῦνται οἱ ὑπάλληλοι, ὡς ἐμμίσθους κατέχοντες θέσεις, ἐν οἷς καὶ οἱ Πρέσβεις. Συνεχῶς οἱ εἰς ἀλλοδαποὺς συγγραφεῖς, ἀλλοδαποὺς νόμους ἑρμηνεύοντας, καταφεύγοντες πλανῶνται ἀκουσίως, τὰς γνώμας τούτων πρὸς ἑρμηνείαν τῶν ἡμετέρων ἐπικαλούμενοι· τοιοῦτον ἔπαθε πάθημα καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, ἐπικαλεσθεὶς τὸν κ. Thonissen, Βέλγον συγγραφέα, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ᾖναι καὶ Πρέσβυς· ἐνῷ τὸ διχάζον τὴν Βουλὴν ζήτημα συνίσταται εἰς τοῦτο, «ἂν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1853 ἡ θέσις τοῦ Πρέσβεως εἶναι ἔμμισθος, ἢ οὔ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ Βέλγος συγγραφεὺς οὐδὲν λέγει, οὐδ’ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, μὴ ἑρμηνεύων τὸν ἡμέτερον νόμον· ὅθεν ματαία ἡ ἐπίκλησις τούτου. Ἐν τούτοις καὶ ὁ συγγραφεὺς οὗτος, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον βουλευτὴς, διοριζόμενος εἰς θέσιν ἔμμισθον καὶ δεχόμενος ταύτην παύει, τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, καὶ ἀναλαμβάνει ταῦτα, ἐὰν πάλιν ἐκλεχθῇ, λέγει ἐν § 194 «τοῦ μισθοῦ ὄντος αἰτίου τῆς ἀπαγορεύσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ τηρήσῃ ἁπάσας τὰς προνομίας, ὅταν αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ ὑπόπτους, δὲν παρουσιάζωνται. Δημοσία θέσις δὲν δύναται νὰ ταχθῇ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τῶν ἐμμίσθων, ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐξουσιοδοτημένη νὰ χορηγήσῃ ἀντιμισθίαν· κυριολεκτικῶς ἡ θέσις εἶναι ἔμμισθος, ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους χορηγῇ πραγματικῶς μισθόν· διότι, ἂν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀνοίγῃ πίστωσιν, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ποιήσῃ χρῆσιν αὐτῆς»· ὥστε καὶ ὁ συγγραφεὺς οὗτος, ὁρίζων ἐμμίσθους θέσεις τὰς κανονικῶς ὠργανισμένας γνωμοδοτεῖ, ὅτι ὁ τοιαύτας λαμβάνων παύει τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων. Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Καὶ ἂν δὲν θεωρηθῇ ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς ἡ ἔννοια τοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, οὐδ’ οἱ ἀντιφρονοῦντες δύνανται νὰ καυχῶνται περὶ τῆς ὀρθότητος καὶ ἀληθείας τῆς ἐναντίας ἐννοίας, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται τοὐλάχιστον ν’ ἀρνηθῶσι τὴν ἀσάφειαν τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀσάφεια ὑπὲρ τίνος πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ; ὁ μὲν ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἀμφιβολίαν ἐξήγησεν ὑπὲρ τῆς ἱκανότητος, ἤτοι ὑπὲρ τοῦ συμβιβαστοῦ τῶν θέσεων τοῦ βουλευτοῦ καὶ Πρεσβευτοῦ· ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος κ. Μίλησης ὑπὲρ τῆς ἀνικανότητος, ἤτοι ὑπὲρ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν θέσεων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἀμφότεροι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι νὰ τοῖς παρατηρήσω, ὅτι ἥμαρτον, ἐκκλίναντες τοῦ ἐξεταζομένου θέματος, καὶ σφαλερὸν ἑπομένως ἐξάγουσι συμπέρασμα. Τὸ ἐξεταζόμενον θέμα ἐστὶν «ἂν ἡ θέσις τῶν Πρέσβεων ᾖ ἔμμισθος ἢ ἄμισθος». Ὅθεν τὸ ἐρώτημα, «ἡ ἀμφιβολία ὑπὲρ τοῦ ἐμμίσθου ἢ ἀμίσθου πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ;» περὶ τούτου πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ συμβιβαστοῦ ἢ ἀσυμβιβάστου τῶν θέσεων, διότι τοῦτο λύεται εὐχερῶς ἐκ τῆς λύσεως ἐκείνου. Εἶπον προηγουμένως, καὶ οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων, ὅτι τὸ ἔμμισθον ἁπασῶν τῶν δημοσίων θέσεων ἀποτελεῖ τὸν κανόνα, τὸ δὲ ἄμισθον τὴν ἐξαίρεσιν· αἱ ἐξαιρέσεις, τοῦ στενοῦ δικαίου οὖσαι, στενῶς πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται καὶ νὰ περιορίζωνται ἐν μόναις ταῖς ῥητῶς ἀναφαιρομέναις περιπτώσεσι· μὴ ὑπαρχούσης δὲ ἐξαιρέσεως ῥητῆς, ἢ ἀμφιβόλου ταύτης οὔσης, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ὁ κανών· ἑπομένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὑπὲρ τοῦ κατὰ νόμον ἐμμίσθου. Ἕτερος σπουδαῖος ὑπάρχει λόγος, ὅτι ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀσυμβιβάστου τῶν θέσεων. Τὰ Κοινοβούλια ἐπὶ ἔτη μακρὰ διεξεδίκησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν των ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, διότι ἡ ἐπίδρασις ταύτη, ἐπὶ τούτω, διὰ τῶν ἐν αὐτοῖς παρακαθημένων δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐξαρτωμένων καὶ ἐπηρεαζομένων, ἐματαίου τὴν ἀποτελεσματικὴν δύναμιν τῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· ἄλλως τε οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑπείκοντες εἰς τοὺς προϊσταμένους των ὑπουργοὺς, οὐ μόνον καθαρᾶς ἐνεργείας κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν ἐστεροῦντο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀμοιβαίας διαμάχας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἠδύναντο νὰ ἔρχωνται, κατὰ τὰς πολιτικὰς ἰδέας καὶ πεποιθήσεις διαφέροντες. Τούτου ἕνεκα πρώτη ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας Ἄννα προὐκάλεσε Νόμον κατὰ τὸ 1700, καθ’ ὃν ἀπηγορεύετο τοῖς λαμβάνουσιν ἔμμισθον θέσιν βουλευταῖς τὸ ἐκπληροῦν βουλευτικὰ καθήκοντα, ἐκτὸς ἐὰν ἐκ νέου ἐξελέγοντο. «Τὸ Κοινοβούλιον (λέγει ὁ Τοθ ἐν τόμ. 2 σελ. 258) ἐστὶν ἐξαιρετικῶς ζηλότυπον κατὰ τῆς ἐναλλαγῆς παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου ἐν τῇ αἰθούσῃ του, καὶ ἂν δὲν ἦναι ἀμέσως νενομοθετημένη ἀνικανότης, ἡ νομοβουλευτικὴ πρακτικὴ εἶναι, ὥστε βουλευτὴς, δεχόμενος μόνιμον ὑπηρεσίαν, ἀπόλλυσι τὴν ἕδραν του ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ὁ δὲ Συνταγματικὸς λόγος τοῦ ἀποκλεισμοῦ εἶναι ὁ ἑπόμενος. «Ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι αὐστηρῶς ὑπόκεινται καὶ ὑπόλογοί εἰσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς τὸν Ὑπουργὸν, τὸν διευθύνοντα τὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ ἀποκλειστικῶς ὑπεύθυνον ὄντα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῇ ὑπηρεσίᾳ τούτων, ἡ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρουσία μονίμου τινὸς ὑπαλλήλου οἱουδήποτε κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, δυναμένου μάλιστα νὰ διαφέρῃ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐν τῇ πολιτικῇ, ἐστὶν ὅλως ἄτοπος, καὶ δύναται νὰ παραγάγῃ ἀπρεπεῖς καὶ ὑβριστικὰς συγκρούσεις. «Οὐδὲν ἀτοπώτερον καὶ ἐναντίον πρὸς τὴν πεποίθησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς τιμιότητος καὶ τῆς εὐπειθείας τοῦ ὑπαλλήλου, ἢ τὸ ἐπιτρέπειν αὐτῷ νὰ κατέχῃ θέσιν, ἐν ᾗ ἡ εὐσυνείδητος ἐκδήλωσις τῆς γνώμης του δύναται νὰ φέρῃ αὐτὸν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἢ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους, ἢ φίλους ἑκατέρων τῶν μερίδων.» Τοιοῦτοί εἰσιν οἱ σπουδαῖοι λόγοι, οἱ ὑπαγορεύσαντες τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νὰ ἦναι βουλευτὴς ὁ λαμβάνων ἔμμισθον θέσιν. Ὅθεν ἡ ἐγειρομένη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀμίσθου ἢ μὴ θέσεώς τινος, καταληφθείσης ὑπὸ βουλευτοῦ, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὑπὲρ τοῦ ἐμμίσθου, ἵνα οὕτω τηρηθῇ ὁ σκοπὸς τῆς Συνταγματικῆς ἀπαγορεύσεως, ἡ πλήρης καὶ ἐλευθέρα βούλησις καὶ συνείδησις τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἡ πεποίθησις τῆς εὐνόμου συντάξεως τοῦ Κοινοβουλίου. Περαίνων, κύριοι βουλευταὶ, τὸν λόγον, παρατηρῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀμερολήπτου καὶ ὅλως ἀνεπηρεάστου ἐκ πολιτικῆς ἐπιδράσεως μελέτης τοῦ καθαρῶς νομικοῦ τούτου ζητήματος ἐπείσθην ἀκραδάντως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχετικοῦ Νόμου καὶ τῆς βοηθείας τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Πρέσβεως εἶναι ἔμμισθος, ὑπὸ εἰδικοῦ Νόμου νενομοθετουμένη, καὶ διὰ μισθοῦ ἀμειβομένη, τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ μόνον καταλειπομένου τῇ Κυβερνήσει, ὅτι ἑπομένως βουλευτὴς, διοριζόμενος Πρέσβυς, καίτοι μὴ λαμβάνων μισθὸν, πρέπει νὰ παύσῃ τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων, διότι ἡ παραίτησις τοῦ μισθοῦ, ἐκ προαιρέσεως γενομένη, δὲν μεταβάλλει τὴν ἀπαγόρευσιν’ τούτου δὲ μὴ γενομένου ὑπάρχει παράβασις τοῦ Συντάγματος. Ἀγνοῶ ἂν ἠδυνήθην νὰ μεταπείσω τοὺς ἀντιφρονοῦντας· ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς Συνταγματικὸν, ὡς ἀφορῶν εἰς τὴν ἐλευθέραν συνείδησιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ εἰς τὴν νόμιμον σύνταξιν τῆς Βουλῆς, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ μετὰ πάσης περισκέψεως καὶ ἀμεροληψίας· δὲν πρέπει νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ὑπουργικὸν, διότι ἡ λύσις τοιούτων ζητημάτων δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀκάμπτου βουλήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐλευθέρας κρίσεως καὶ πεποιθήσεως ἑκάστου βουλευτοῦ. Πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν μέχρι τοῦδε δὲν μετεπείσθη, καὶ ἂν ἐμμένῃ ἐν τῇ ἀρχικῇ γνώμῃ της, δὲν θέλει προκαλέσει ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὡς ζητήματος πολιτικοῦ καὶ ὑπουργικοῦ· διότι διὰ μόνης τῆς ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστως μορφωθείσης πλειονοψηφίας θέλει λάβει ἰσχυρὸν κῦρος ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ὀγδόη ἡ ὥρα. Αὔριον.
§39Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἰς τὰς ὀκτὼ θὰ ἀποσυρώμεθα. Πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσητε.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Χατζόπουλον ἔρχεται ὁ κ. Παπαγεωργίου.
§41ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Παπαγεωργίου ἔρχεται ὁ κ. Φλέσσας.
§43ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐὰν σπουδαῖόν τι πράττωμεν ἐνταῦθα, νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος καὶ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου, πρέπει νὰ λάβουν τὸν λόγον οἱ τυχὸν διαφωνοῦντες. Ἂν ὅμως ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ πλειοψηφία καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἔχει νὰ σκεφθῇ, εἰμὴ περὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἑαυτῆς τυπικοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν περατωμένην, καὶ νὰ προβῇ ἔχουσα τυχὸν καὶ ἀπαρτίαν εἰς τὸ νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι δήποτε τυχὸν θελήσει, τὸ τοιοῦτον δικαίωμα βεβαίως ἔχει· ἀλλὰ παρατηρῶ μόνον τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν δύω ἀξιοτίμων συναδέλφων, πρὸς οὓς εἴμεθα ἐν γένει σύμφωνοι, φρονῶ, ὅτι δὲν καθήμεθα ἐνταῦθα διὰ νὰ κάμωμεν παρέλασιν ἐπὶ τοῦ βήματος. Λοιπὸν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω, ἀφοῦ πρῶτον ἀπαντήσουν ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως.
§44ΤΖΑΝΕΣ. Μᾶς λέγουν ὅτι σιωπῶμεν· ἀλλὰ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τῆς κοινωνίας διὰ τὰς ἀτελευτήτους αὐτὰς συζητήσεις· χθὲς καὶ προχθὲς μὲ συνήντησαν καθ’ ὁδὸν ἕως εἴκοσιν ἔγκριτοι πολῖται τῶν Ἀθηνῶν, καὶ μοὶ ἀπηύθυνον ἐπιτιμήσεις· δὲν θὰ τελειώσητε πλέον; Τί χάνεσθε εἰς Βυζαντινὰς ἀπεραντολογίας; Πρέπει πλέον νὰ τελειώσουν αὑταὶ αἱ ἄκαρποι συζητήσεις. Ἔχομεν καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν νὰ ὁμιλήσωμεν, ἀλλ’ ἡ κοινωνία ἐκουράσθη πλέον νὰ μᾶς ἀκούει.
§45ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης....
§47ΖΩΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 120 βουλευταί. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ἐλύθη ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 8 μ. μ.).