1883.12.09
2.764 στίχοι · 21.763 λέξεις · 78 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 9 Δεκεμβρίου 1883
(Παρασκευή).
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω δύω ἐπερωτήσεις ἐγγράφους, μίαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μίαν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχούσας ὡς ἑξῆς· «Ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Αʹ) Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νομικῆς διατάξεως τὸ Δημόσιον, ὡς διάδικος, ποιεῖται ἐξώδικον χρῆσιν τῆς δημοσίας ἐνόπλου δυνάμεως (χωροφυλακῆς) ἐν Βρωμολίμνῃ Μεθάνων εἰς τὸ ἀποκωλύειν ἐνόπλῳ βίᾳ τὸν Γ. Μαντόπουλον τοῦ ποιήσθαι χρῆσιν τῆς ἐκεῖ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας του, περιελθούσης αὐτῷ δυνάμει δημοσίων ἐγγράφων, ἤτοι διὰ πλειστηριασμοῦ κατακυρώσεως καὶ μεταγραφῆς πρὸ ἐτῶν, καὶ ὧν τίτλων ἔλαβε γνῶσιν καὶ ὁ ἴδιος Ὑπουργός· καὶ διατί δὲν ἀποκωλύει τοὺς ἄνευ τίτλων ἤδη ἐπιχειροῦντας ἔργα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἰδιοκτησίας; Βʹ) Τί ἀπεφήνατο ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων κωμοπόλεως Δαμαλᾶ κατὰ τῆς χρήσεως ὡσαύτως τῆς ἐνόπλου δυνάμεως ὑπὲρ συμφερόντων τρίτων ἰδιωτῶν καὶ συμφερόντων, αὐτογνωμόνως δημιουργημένων; Ἐν Ἀθήναις, 9 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ Βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν α) Τί ἀπεφήνατο τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας περὶ τῆς δημαρχικῆς ἕδρας Μεθάνων. β) Εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ περὶ λουτρῶν τῆς Βρωμολίμνης ἐργασία. γ) Διατί ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν ἀμελεῖται ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας καὶ ἰδίως οὐδὲν ἐνεργήθη ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς γεφυρώσεως τοῦ ἐν Βουβαλαρίῳ ἰχθυοτροφείου, οὗτινος ἡ πρὸς τὴν θάλασσαν ἐκστομιστικὴ διῶρυξ ἀποκωλύει τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ἐπαρχίας. Ἀθῆναι, τῇ 9 Δεκεμβρίου 1883. Ὁ ἐκ Τροιζηνίας βουλευτής.
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Πρὸς ἐξάσκησιν, κύριοι, τῆς κυριαρχικῆς Ἐξουσίας τοῦ Ἔθνους, ἵνα ἐφαρμόζωνται οἱ Νόμοι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν Ἐθνικὸν, ἀναπτύσσω ὑμῖν παράπτωμα ὑπουργικὸν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, χρῄζει Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἔχομεν τὸν Νόμον ΩΞΓ περὶ συστάσεως Σώματος μηχανικῶν, ὅστις ἐν ἄρθρῳ 12 λέγει: «Οἱ εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον κατατεταγμένοι μηχανικοὶ μετατίθενται μὲ τὸν βαθμὸν καὶ τὰ ἐκ τούτου δικαιώματα αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τῶν μηχανικῶν». Καθαρὸν τὸ ἄρθρον, καθαρὰ ἡ διάταξις αὐτοῦ ἡ νομική. Μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ Νόμου δὲν εἴχομεν μηχανικὸν, οἱ δὲ μηχανικοὶ ἐβαθμολογοῦντο εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον· σήμερον ὅμως οἱ τοιοῦτοι σόλοικοι ναυπηγοὶ ὤφειλον νὰ τοποθετηθῶσι, κατὰ τὸν διαληφθέντα Νόμον, εἰς τὸ οἰκεῖον Σῶμα τοῦ μηχανικοῦ. Τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ 12 παρεβίασεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας παρανόμως ἐν τῇ ναυπηγικῇ ὑπηρεσίᾳ δύω μηχανικοὺς, Τουμπάζην καὶ Γιαλούσην, δὲν τοὺς κατέταξεν εἰς τὸ Σῶμα τὸ μηχανικὸν, τὸ δὲ χείριστον ὅτι καὶ ἐπροβίβασε τὸν ἀδελφόν του Λάζαρον Τουμπάζην εἰς τὸν παράνομον βαθμὸν ναυπηγοῦ, καὶ τοῦτο ἐν γνώσει διὰ τὰς πλειοτέρας ἀποδοχὰς τοῦ βαθμοῦ τούτου. Τί δὲ λέγει ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν Νόμος; Ἐν ἄρθρῳ 1ῳ, ἐδαφ. αʹ. ἐὰν λέγει, «προσυπέγραψε Β. Διάταγμα, δι’ οὗ παρεβιάσθη διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν Νόμων» εἶναι ἄξιος Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐρωτῶ, παρεβίασεν ἢ ὄχι διάταξιν Νόμου ἐπιτακτικὴν καὶ σαφῆ πρὸς κερδοσκοπίαν, ἀπονείμας καὶ βαθμὸν ἀπηγορευμένον; Καὶ δὲν παρεβίασεν ταύτην μόνην τὴν διάταξιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλην κατωτέρω. Ἰδοὺ καὶ ἡ διάταξις τοῦ Νόμου· αὕτη εἶναι τὸ ἐδάφ. γʹ. «Ἐξέδωκεν ἢ ἐξετέλεσεν ἀπόφασιν ἢ διαταγὴν, δι’ ἧς παραβιάζεται διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν Νόμων.» Ἔχομεν ἐν τούτοις καὶ ἄλλην νομικὴν διάταξιν, παραβιασθεῖσαν. Ἰδοὺ, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ αὐτοῦ Νόμου καὶ ἄρθρου ἐδαφ. δʹ. «παρέλειψε νὰ ἐκτελέσῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν Νόμων». Καὶ τὸ ἄρθρον 12 ἐπιτακτικῶς τῷ ἐπέβαλλε τὴν ὑπαγωγὴν τῶν ναυπηγῶν εἰς τοὺς μηχανικούς. Ἐπίσης παρεβίασε καὶ τὰ ἄρθρα 5, 6, καὶ 11 τοῦ αὐτοῦ Νόμου. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, εὐκαιρία, ὅπως δώσητε ἓν δίδαγμα εἰς τοὺς ἐπιόρκους Ὑπουργούς. Χρειάζεσθε ἄρα μείζονας ἀποδείξεις, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπροβίβασεν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κειμένων νόμων τὸν ἀδελφόν του; Φρονῶ λοιπὸν, ὅπως ἐξασκήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κατὰ τῆς παραβιάσεως τῶν Νόμων, πρέπει νὰ ἀπευθυνθῇ κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐγὼ ἰδοὺ κατηγορῶ, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλοι 19, οἱ ὁποῖοι, νὰ ὑπογράψωσι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κάμνω τοῦ κατηγορητηρίου.
§3ΤΙΝΕΣ. Ποίαν ἡμέραν προσδιορίζετε πρὸς συζήτησιν, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργός;
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς κρύπτεται. Κατὰ τὸν Νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, πρέπει νὰ ὑπογράψουν 19 καὶ ἐγὼ 20ος.
§5ΜΑΝΕΤΑΣ. Πρὶν ἀκούσωμεν, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑπογράψωμεν.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ποίαν ἡμέραν θέλει νὰ ὁρίσῃ πρὸς συζήτησιν τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις εἶναι, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει δοθῆ ἀπάντησις.
§8ΜΑΝΕΤΑΣ. Τί ἀπεφασίσθη, κ. Πρόεδρε;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ὑπέβαλε μίαν ἐπερώτησιν, εἰς ἣν θέλει δοθῆ ἀπάντησις.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν προηγουμένῃ Συνεδριάσει ὁ βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἀνέγνωσε τηλεγράφημα, ὅπερ εἶχε λάβει ἐκ Καλαβρύτων, ἀπαριθμοῦν βιαιοπραγίας, γενομένας δῆθεν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ὑπὸ τοῦ μεταβατικοῦ. Τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο διεβιβάσθη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχὴν ἐν Καλαβρύτοις, ἔλαβον δὲ ἀπάντησιν, ἣν ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὸ ἀναγνωσθὲν τότε τηλεγράφημα εἶχε προξενήσει τινὰ ἐντύπωσιν ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ, ὅτι περιεῖχεν ἀληθείας (ἀναγινώσκει). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶχε ζητήσει χθὲς τὰς ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 24 Μαΐου 1882 συσταθείσης καὶ τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων, τῶν ἀποκτηθέντων διὰ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Εἶπον χθὲς εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ὅτι αἱ ἐκθέσεις αὗται εἶχον ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶχε ζητήσει αὐτάς. Ἐκεῖ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὕρηται ἡ μία τῶν ἐκθέσεων, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς ὁ κ. βουλευτής. Καταθέτω δὲ δύω ἄλλας ἐκθέσεις, αἵτινες ἐπεστράφησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὥστε αἱ τρεῖς ὁμοῦ χρησιμεύουσιν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως.
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλος ἀνέγνωσε χθὲς τηλεγράφημα περὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Ἰδοὺ τί τρέχει. Τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Μαντινείας σύγκειται ἐξ 20 μελῶν, ἑπομένως τὴν ἀπαρτίαν ἀποτελοῦσιν ἕνδεκα. Τὴν μίαν ἡμέραν συνῆλθον ὀκτὼ καὶ οἱ κύριοι οὗτοι προέβησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν Προέδρου, Γραμματέως κτλ., τὴν ἄλλην ἡμέραν συνεδριάζουσιν ἄλλοι ἐννέα, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐξέλεξαν Πρόεδρον καὶ Γραμματέα. Προσεκάλεσαν οἱ ὀκτὼ τοὺς ἐννέα νὰ ἑνωθοῦν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν ἠθέλησαν καὶ ἐζήτησαν τὴν τιμωρίαν ἀπὸ τὸν Νομάρχην, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ ὀκτὼ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐννέα. Ὁ Νομάρχης ἐρωτᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τί πρέπῃ νὰ πράξῃ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι καὶ αἱ δύω συνεδριάσεις εἶναι παράνομοι, νὰ ἀκυρώσῃ τὰ πάντα, νὰ προσπαθήσῃ νὰ τοὺς ἑνώσῃ καὶ νὰ προβοῦν τακτικῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις.
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν καπνοκοπτῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες παραπονοῦνται ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ κοπῆς καπνοῦ ἔμειναν ἄνευ ἐργασίας, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη ἀνθρώπους ξένους, Ἑβραίους, Ὀθωμανούς, μὲ μισθοὺς πολὺ μεγαλειτέρους, ἐνῷ αὐτοὶ προσφέρονται μὲ ὀλιγώτερον μισθόν. Νομίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§14ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Χθὲς δὲν ἐτελείωσα τὴν ὁμιλίαν μου, ἀλλ’ εὐγνωμονῶν τὴν Βουλὴν διὰ τὴν εὐμένειαν, ἣν ἔδειξε, παραιτοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ἐξακολουθήσω αὐτὴν ἐν καιρῷ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παλαμήδης ἔχει τὸν λόγον.
§16ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι, κ. Πρόεδρε.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἔρχεται ὁ κ. Κασιμάτης.
§18ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι παρών.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Τζάνες. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἀφορώσης τὴν συνομολόγησιν δανείου ἐκ δρ. 170,000,000, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον δύω ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, αἵτινες εἰσέτι δὲν ἐτυπώθησαν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθησαν καὶ διανεμήθησαν· ἔχουν δὲ
ὡς ἑξῆς·
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ
Μελετήσας τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ λιμενικὸν ζήτημα Πατρῶν, ἐπερωτῶ αὐτὸν, καὶ τὸν παρακαλῶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἑξῆς· Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ λιμένος Πατρῶν, ἐμμένουσα εἰς τὴν κατὰ γράμμα ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως τῆς 22 Αὐγούστου 1879, κατὰ τὸ 23ον ἄρθρον τῆς ὁποίας δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν καὶ πόσαι καταθέσεις συνέθησαν, οὔτε νὰ προέλθῃ εἰς συμφωνίαν μετὰ τοῦ ἐργολάβου περὶ νέων τιμῶν, ἀπεφάσισε, διὰ συνεχῶν αὐτῆς πράξεων, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν ἐργολάβον, καὶ ἀνηνέχθη περὶ τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Διὰ τίνας λόγους τὸ Ὑπουργεῖον, ὑπεισερχόμενον εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ νόμου ΡΚΘʹ. περὶ λιμένων καὶ τοῦ Β. Δ. τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1868, εἰσηγήσατο γνώμην ἰδίαν, ἣν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ, καὶ ποῦ τοῦ νόμου ἀνεῦρεν, ὅτι καὶ σχετικὴ ἀδυναμία λύει τὴν σύμβασιν; Τὸ ἔργον εἶναι ἐκτελέσιμον, καὶ τὸ ἀποδεικνύει τὸ κατασκευασθὲν ἤδη μέρος. Ἐνδέχεται ν’ ἀπαιτήσῃ μείζονας δαπάνας, ἀλλὰ τῆς συμβάσεως ἀνεδέχθη εἰς βάρος του ὁ ἐργολάβος τὴν δαπάνην, ἂν χρειασθῶσι μείζονα πετρώματα, ἀπὸ τὰ ὑπολογισθέντα ὑπὸ τοῦ Πασχὰλ, ἡ δὲ μερικὴ ἀδυναμία δὲν λύει τὴν σύμβασιν. Μερικὴ δὲ εἶναι ἡ ἀδυναμία τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἐκτελεῖ τὸ ἔργον, ἀλλὰ μὲ περισσότερα ἔξοδα. Οἱ συγγραφεῖς παραδέχονται, ὅτι μερικὴ ἀδυναμία δὲν λύει τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἀπόλυτος, καὶ ὅτι οὐδεμία ὀφείλεται προσθήκη δαπάνης τῷ ἐργολάβῳ, ὅτε ἐκ προοιμίων ἀνέλαβε ταύτην εἰς βάρος του, διότι τοῦτο ἐμφαίνει παραίτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεως. Διατί λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ καὶ σαφοῦς γράμματος τοῦ ἄρθρου 23 τῆς συμβάσεως, καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πόλεως καὶ τοῦ λιμένος, ἐνέδωκεν εἰς τὰς ἀνυποστάτους ἀξιώσεις τοῦ ἐργολάβου, ὅστις, διὰ τούτων, δύω τινὰ ἐπιζητεῖ, ά) τὴν διάλυσιν τῆς συμβάσεως ἐπὶ σκοπῷ, ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον κατὰ μονάδα. Γνωστὸν δὲ τυγχάνει τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἰδίως ἐξ ἀναφορῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὅτι ἡ πόλις ἀποτροπιάζεται τὴν κατὰ μονάδα ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἥτις εἰμπορεῖ ν’ ἀνοίξῃ πληγὰς διὰ τὸν τόπον δεινάς· καὶ βʹ) ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοῦδε διὰ τὴν μείζονα δαπάνην, ἣν ἀπῄτησε τὸ μέχρι τοῦδε ἐκτελεσθὲν ἔργον, ἐνῷ οὔτε ἐξηκριβωμένον εἶναι ἂν τῳόντι ἐδαπάνησε μείζω, ἂν ὑπῆρξε τῳόντι κατακάθισις, καὶ πόση εἶναι αὕτη, δι’ ἣν ζητεῖ μεγάλα ποσά. Καὶ διατί τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 8441 διαταγήν του τῆς 30 Σεπτεμβρίου ε. ε. περὶ διορισμοῦ Ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ γνωμοδοτήσῃ ἂν τὸ σχέδιον τοῦ Πασχὰλ ἦναι ἐκτελέσιμον, καὶ νὰ προσδιορίσῃ ποῖαι καὶ εἰς τί συνίστανται αἱ ἀνευρεθεῖσαι διαφοραί, καὶ κατὰ τί καθίσταται δυσχερεστέρα καὶ δαπανηροτέρα ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου; Ἡ τοιαύτη τοῦ Ὑπουργείου ἐνέργεια δὲν παραβιάζει ῥητοὺς ὅρους καὶ συμφωνίας τῆς συμβάσεως; Ἐν Ἀθήναις, τὴν 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς
ΔΡ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ
ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ Βʹ.
Οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου Δύμης δι’ ἀναφορᾶς των παραπονοῦνται, ὅτι ἡ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον Ἐθνικὴ ὁδὸς, κατὰ τὴν θέσιν Νιφορέϊκα τοῦ Δήμου των, κατεστράφη ἐντελῶς, καὶ διεκόπη πᾶσα συγκοινωνία. Τὴν ἀναφορὰν συνέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁ κ. Καλαμογδάρτης. Ἀλλὰ μανθάνω, ὅτι ἀκόμη δὲν ἐγένετο γνωστὸν ἂν ταχέως θὰ ἐκτεθῇ εἰς μειοδοσίαν ἡ κατασκευὴ τοῦ μικροῦ τούτου τεμαχίου. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ αὕτη ὁδὸς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ μόνης συγκοινωνοῦσι δύω μεγάλαι τοῦ Κράτους Ἐπαρχίαι, ἡ τῶν Πατρῶν καὶ τῆς Ἠλείας, καὶ διὰ τῆς ὁποίας διέρχονται οἱ εἰς τὰ Ὀλύμπια μεταβαίνοντες ξένοι, ἀκόμη δὲν κατεσκευάσθη. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ ταχέως, τοὐλάχιστον πρὸς ἄρσιν τοῦ ὑφισταμένου ἤδη ἀποκλεισμοῦ, εὐαρεστηθῇ δὲ ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς
Δ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ».
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Γενικὴ γνώμη ἐπεκράτησε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ἡ παροῦσα συζήτησις ἐξετάθη ὑπὲρ τὸ δέον· τοῦτο δὲ φρονῶ, οὐχὶ διότι τοιαῦται συζητήσεις δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωνται ἐπὶ δύο ἑβδομάδας, ἢ καὶ πλειότερον, ἀλλὰ διότι αἱ δύο ἑβδομάδες, τὰς ὁποίας κατηναλώσαμεν, βεβαίως δὲν ἀνταπεκρίθησαν πρὸς τὸν ὑψηλὸν σκοπὸν τοιαύτης συζητήσεως. Τὰς συζητήσεις περὶ ἐμπιστοσύνης ἐπιδιώκουσιν αἱ ἀντιπολιτεύσεις· ἀλλὰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ αἰσθανόμεναι τὴν ἀνάγκην ὅπως στηρίζωνται ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, δὲν δύνανται ἢ νὰ ἀποδέχωνται αὐτὰς εὐαρέστως, ὅταν διεξάγωνται ἐν τῷ ὑψηλῷ πνεύματι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμπνέῃ αὐτὰς, ὅταν διὰ τῶν συζητήσεων ἐπιδιώκηται ἡ ἀπόδειξις τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰ τοῦ τόπου, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν οἱ ἐν τοῖς πράγμασιν ἐφήρμοσαν τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόγραμμα ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον τοῦτο ἰδίως παρετηρήθη ἐν ταῖς ἀγορεύσεσι τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀπέφυγον ἐπιμελῶς πᾶσαν λέξιν περὶ προγράμματος ἰδίου, ὡς ἐὰν ἦτο ἔγκλημα διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἔχῃ ἴδιον πρόγραμμα· ἀπέφυγον ἐπιμελῶς πᾶσαν συζήτησιν περὶ γενικωτέρων θεμάτων πολιτικῆς, πᾶσαν συζήτησιν περὶ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει κυβέρνησις ἑλληνικὴ νὰ βαδίσῃ, ἵνα ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἔθνους· περιωρίσθησαν δὲ ἐν ταῖς συζητήσεσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ὑψηλὴν καὶ εὐγενῆ τοιαύτης ἐξετάσεως ἔννοιαν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ταπεινὴν ἔννοιαν τῶν προσωπικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων. Ἡ συζήτησις, ὅπως διεξήχθη ὑπὸ τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος καὶ τῶν κατόπιν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀγορευσάντων, τί ἄλλο ὑπῆρξεν, εἰμὴ συλλογὴ ἀτομικῶν παραπόνων ἀνεξελέγκτως ῥιπτομένων ἐνταῦθα καὶ δυναμένων ἁπάντων νὰ διαψευσθῶσι; Πρὸ τῆς συζητήσεως ταύτης εἴχομεν ἕτερον σύστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἐμπνεόμενον ἀρχῆς, εἴχομεν τὸ σύστημα τῆς δι’ ἐπερωτήσεων συνεχοῦς ἀνακινήσεως τοιούτων μικρολόγων ζητημάτων. Πρὶν δαπανήσωμεν τὰς δύο ἑβδομάδας, τὰς ὁποίας ἤδη διεθέσαμεν εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἐδαπανήσαμεν δὲν ἠξεύρω πόσας συνεδριάσεις εἰς ἐπερωτήσεις. Οὕτως ἠκούσαμεν ἑνὸς τῶν βουλευτῶν προκαλοῦντος συζητήσεις περὶ συγκρούσεως προκληθείσης ἐκ καταδιώξεως φυγοδίκου παρὰ χωροφύλακος· ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὡμίλησε, δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσην ὥραν καὶ μὲ ποίαν ἀγανάκτησιν, περὶ χωροφύλακος, ὅστις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Εὐρυτανίας ἐλυμαίνετο δῆθεν τὴν χώραν, ἐπιδεικνύων δὲ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλὴν, «ἀνέχεσθε καὶ ἐπὶ μίαν ἔτι στιγμὴν Κυβέρνησιν τοιαῦτα διαπράττουσαν;» Ἐξετάσαντες τὰ τῆς καταγγελίας, ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ὁ χωροφύλαξ οὗτος κατεδίωξε φυγόδικον, διότι ἔκλεψεν ἀμνοὺς, ὅτι κατέσχεν ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ φυγοδίκου εἴκοσιν ὀκάδας κρέατος καὶ τὴν δορὰν τῶν ἀμνῶν, ὅτι ὁ καταδιωκόμενος φυγόδικος ἀντέστη καὶ τοῦτο προὐκάλεσε συμπλοκὴν, ἐξ ἧς ἐπληγώθησαν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Εἴχομεν ἄλλην συζήτησιν περὶ ἀνικάνων ὁπλιτῶν, ἔφερον δὲ καὶ εἰς τὰ πρόθυρα στρατιώτην, τὸν ὁποῖον εἶχον διδάξει ἐπὶ πληρωμῇ 7 δραχμῶν νὰ ὑποκριθῇ τὸν ἠλίθιον, καὶ διὰ μακρῶν ἠγόρευσάν τινες ἵνα ἐκ τούτου καταδείξωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ ἐζητήθη, ἵνα ὑποβληθῶσι πίνακες ὀνομαστικοὶ τῶν κριθέντων ἀνικάνων, ἐμφαίνοντες τὰς ἐπαρχίας εἰς ἃς ἀνήκουσιν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἤθελον ἀποδειχθῆ ἀληθῆ τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντα, ὅτι τὰ πάντα γίνονται ὑπὲρ τῶν συνεπαρχιωτῶν τῶν ὑπουργῶν· ἀλλ’ ἐκ τῶν πινάκων ἀπεδείχθη ὅτι ἐξ 95 παραπεμφθέντων ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς εἷς ἦτο ἐκ τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου. Τοιαῦται ἦσαν ὅλαι αἱ ἐπερωτήσεις· οὐδένα εἶχον σπουδαιότερον χαρακτῆρα, αἱ αὐταὶ δὲ αἰτιάσεις ὑπὸ ἄλλον τύπον ἀνεφάνησαν καὶ ἐν τῇ συζητήσει περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Χθὲς εἴχομεν ὁλόκληρον ἱερεμιάδα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἔρχεται αὐτὸς ἐν τῷ πολιτικῷ θέματι ν’ ἀναπτύξῃ ἰδίως τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Δωρίδος εἶχε πολλοὺς ἐντοπίους χωροφύλακας, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις οἴκοθεν ὡμολόγησε. Περιεμένομεν λοιπὸν ν’ ἀκούσωμεν κατὰ τί ἡ διαγωγὴ τῶν ἐντοπίων χωροφυλάκων ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ὑπῆρξε πρόξενος πιέσεως ἢ νοθεύσεως τῆς ἐκλογῆς· ἀλλ’ οὐδὲν παρ’ αὐτοῦ ἠκούσαμεν περὶ τούτου· δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ μαρτυρίαν τινὰ περὶ οἱασδήποτε παρεκτροπῆς, δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρῃ παρεκτροπὴν οἱανδήποτε· ἐνόμισεν ἐπαρκὲς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπέστειλεν αὐτὸς τηλεγράφημα, λέγον, ὅτι οἱ ἐντόπιοι χωροφύλακες παρεκτρέπονται. Ἐξήτασα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ εὗρον τὸ τηλεγράφημα, καὶ εἰς τὰς γενομένας ἐπὶ τῷ τηλεγραφήματι ἐνεργείας εἶδον ἀποδεικνυόμενον, ὅτι ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ ταύτῃ οὐδεμία εἶχε γείνει παρεκτροπὴ τῶν χωροφυλάκων· εἶδον μάλιστα, ὅτι, ἐνῷ ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος κατήγγειλε τοὺς χωροφύλακας, κατήγγειλεν αὐτὸν ἕτερος βουλευτής, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι περιώδευε τὴν Ἐπαρχίαν......
§24ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ψεῦδος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι περιωδεύσατε ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, λέγω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔλαβε τηλεγράφημα τοιοῦτο, καὶ ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει).
§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ψεῦδος ἀναιδέστατον. Ποῖος εἶναι ὁ τηλεγραφῶν;
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὁ κ. Λοιδωρίκης.
§29ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι ψεῦδος (θόρυβος.)
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι, ἐνῷ ἐνέργεια ἐγίνετο περὶ ἐκείνου τοῦ τηλεγραφήματος, ὑπῆρχε καὶ ἕτερον τηλεγράφημα......
§31ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν......
§32ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Κάτω, Κάτω!
§33ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι συκοφαντία αὐτό· οὔτε συνηντήθην κἆν μὲ τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνετε τὸν λόγον κατόπιν· μὴ διακόπτετε.
§35ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν καὶ πρέπει ν’ ἀπαντήσωμεν. Κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν συνέπραττον οὔτε μὲ τὸν κ. Λοιδωρίκην, οὔτε μὲ τὸν κ. Κατσικαπῆν, καὶ πᾶς λόγος, ὅτι συνεννοήθην μὲ οἱονδήποτε, εἶναι ψεῦδος κακοηθέστατον.
§36Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατε καὶ ἐμὲ, παρακαλῶ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι οἱ διεξαγαγόντες τὸ ζήτημα τοῦτο, κατεβίβασαν αὐτὸ εἰς ταπεινὸν ἔδαφος καὶ ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν ταύτην, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτοὺς χωρὶς νὰ προκαλέσωμεν τοιαύτας διακοπάς. Δὲν ἦτο τοιοῦτο τὸ θέμα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν. Δὲν ἥρμοζον εἰς τὸ ζήτημα τοιαῦται εὐτελεῖς καταγγελίαι. Ἐξεταστέον θέμα εἶναι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων ἐπολιτεύθη συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, ἐὰν τὸ πρόγραμμα αὑτῆς ἀπεδείχθη τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνηται ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ αὐτὸ καὶ κατὰ ταύτην τὴν σύνοδον, καὶ ἂν κατέναντι τοῦ προγράμματος τούτου ὑπάρχει ἄλλο καὶ ποῖον. Ἀντὶ τοιαύτης ἐξετάσεως ἡ Ἀντιπολίτευσις περιωρίσθη εἰς μικρολόγους, οὐτιδανὰς καὶ ἀναποδείκτους αἰτιάσεις, αἵτινες ὁσάκις ὑπεβλήθησαν εἰς ἔλεγχον ἀπεδείχθησαν, οὐδὲν ἄλλο ἢ ὑπαγορεύσεις ἐμπαθείας προσωπικῆς καὶ κομματικοῦ συμφέροντος. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἄλλως παρουσιάζετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, δὲν θὰ ἐλάμβανε καὶ ἡ συζήτησις τὴν τροπὴν, ἥτις παρήγαγε τὸν κόρον, ὃν ἀπὸ ἡμερῶν ἤδη διαγινώσκομεν καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἡ κοινωνία ἠξίου τῷ ὄντι παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα, εὐθὺς ὡς συνέλθῃ, ἐξελέγξῃ τὰ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων. Κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἐργασθῆ, ὅπως γεννήσῃ ἀμφιβολίας περὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ περιέμενεν ἡ κοινωνία νὰ ἴδῃ ἐὰν οἱ βουλευταὶ, ἐπανελθόντες ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αὑτῶν, φέρωσι τὴν αὐτὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν ἣν εἶχον, ὅτε ἀπεχώρουν ἐντεῦθεν. Ἔλεγεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι σήμερον, ὅτε οἱ Βουλευταὶ δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας εἶχον ἐν Ἀθήναις διαμένοντες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀλλὰ φέρουσι τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας αἱ ἐπαρχίαι αὑτῶν τοῖς ἐνέβαλον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐπὶ στιγμὴν Κυβέρνησις, ἐφαρμόσασα κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων πρόγραμμα μὴ ἀσπαστὸν εἰς τὸ Ἔθνος. Ἔπρεπε τοῦτο ἰδίως νὰ ἐξετασθῇ σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐλθοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐτόλμησε νὰ προκαλέσῃ τοιοῦτον ζήτημα, διότι ἤξευρεν, ὅτι αἱ ἐντυπώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπανῆλθον οἱ Βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν αὑτῶν, ὑπάρχουσιν εὐνοϊκώτεραι καὶ αὐτῶν ἃς ἀπεκόμισαν ἐντεῦθεν· ἤξευρεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι οἱ Βουλευταὶ, μεταβάντες εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν, δὲν εὗρον τοὺς συμπολίτας αὑτῶν ἐμφορουμένους τοῦ ταπεινοῦ ἐκείνου πνεύματος, ὅπερ εἶχεν ὑποθέσει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐμπνέον τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχεν ὑποθέσει, ὅτι οἱ ἐπαρχιῶται περὶ οὐδενὸς ἄλλου φροντίζουσιν, εἰμὴ περὶ τῶν προσωπικῶν αὑτῶν συμφερόντων, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φορολογικῶν Νόμων, οἵτινες διὰ θυσιῶν τοῦ λαοῦ ἤθελον φέρει τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὰ ἐκ τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγαθὰ, θὰ προεκάλει τὴν ἀγανάκτησιν ἐκείνων, οἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς μόνην τὴν ἰδιοτέλειαν. Τοιαύτας ἰδέας εἶχεν ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ τῶν ἐπαρχιωτῶν. Ἀλλ’ οὗτοι ἀπέστειλαν ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῶν μετὰ τῆς ἐντολῆς ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἐννοοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, οἵτινες εἶπον, ὅτι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν αὐτὸν, ὅτι ἐκεῖνοι ἀπατῶνται περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅσων αἱ πράξεις καὶ αἱ σκέψεις μαρτυροῦσιν, ὅτι ἐπίστευσαν τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τοσοῦτον ταπεινὸν τὸ φρόνημα, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκεῖνοι γνωρίζουσι τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ὅταν δὲ εἶδον τοὺς συμπολιτευομένους βουλευτὰς ἐπανελθόντας πολυαριθμοτέρους, τότε, ὡς ὡμολόγησεν ἁπλοϊκώτατα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, οἱ τἀναντία προσδοκῶντες, ᾐσθάνθησαν ἀπογοήτευσιν, καὶ ἄλλος ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ κατεχόμενος αἰσθήματος εἶπεν, ὅτι ἀπεγοητεύθη καὶ ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς Βασιλείας καὶ ἐκ τοῦ Λαοῦ, καὶ εὐλόγως, διότι καὶ τὸ πολίτευμα καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βασιλεία καὶ ὁ Λαὸς δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀντιπολίτευσιν ἔχουσαν ἰδέας ὁποίας οἱ εἰς αὐτὴν τεταγμένοι βουλευταί, δὲν εἶναι διατεθειμένοι νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς φρονοῦντας, ὅτι πρέπει ἡ πολιτεία ἡμῶν νὰ κυβερνᾶται, ὅπως τὸ προσωπικὸν συμφέρον τῶν φορολογουμένων, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἐθνικὸν, ὑπαγορεύει, τοὺς μὴ ἐννοοῦντας ὅτι ψευδὲς εἶναι τὸ προσωπικὸν συμφέρον τὸ ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸ ἐθνικόν. Ἀπ’ ἐναντίας πάντες, εἰς οὓς ἀπέβλεπον μετὰ διαψευσθεισῶν ἐλπίδων οἱ ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταί, ἔχουσι τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ καθῆκον τοῖς ἐπιβάλλει τὴν ὑποστήριξιν κυβερνήσεως φρονούσης, ὅτι διὰ θυσιῶν ἀποκτῶνται τὰ καλὰ, καὶ ἐχούσης τὸ θάῤῥος, ἵνα κατὰ τὸ φρόνημα τοῦτο πολιτευθῇ. Ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπεκδέχηται εὐμενῆ ἐκτίμησιν παρὰ τῶν πληρωσάντων αὐτὴν ἐξ ἀπογοητεύσεως, ἂν ἔβλεπον οὗτοι καὶ ταύτην ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων σκεπτομένην καὶ ἁμιλλωμένην, ἵνα ὑπερσκελίσῃ τὴν κυβέρνησιν ἐν τῇ ὁδῷ, εἰς ἣν εἰσῆλθεν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς καὶ ἐν ᾗ ἀπαρασαλεύτως πορεύεται. Ἐθαύμασαν οἱ ἀπογοητευθέντες, διότι ἀπῆλθον ἐκ τῶν τάξεων τῆς ἀριστερᾶς καὶ συνετάχθησαν μετὰ τῆς δεξιᾶς πολλοὶ τῶν βουλευτῶν. Καὶ πῶς ἠδύναντο οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι νὰ μείνωσι μεθ’ ὑμῶν; Οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἔμενον μεθ’ ὑμῶν, ἐνόσῳ ἐφρόνουν ὅτι συνετάσσεσθε πέριξ προγράμματος. Εἶχον ἀρχηγὸν, οὗ τὸ πρόγραμμα ἐν τῇ πεποιθήσει αὐτῶν, ἦτο τὸ συμφερώτερον τῇ Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ παραχθεῖσα μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς προέτασσε πρόγραμμα θετικὸν, ἐπὶ τῆς φιλοπατρίας τοῦ λαοῦ στηριζόμενον, καὶ οὐχὶ ἀρνητικὸν, εἰς τ’ ἀτομικὰ ἀφορῶσα συμφέροντα, δὲν ἤθελε διατρέξει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ μετατοπιζομένους τοὺς τέως ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει τεταγμένους. Οἱ βουλευταὶ οὗτοι ἐζήτουν πρόγραμμα, ἀλλ’ ὅτε ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις μένει ἄνευ προγράμματος, καὶ ὅτι δὲν δύναται δημοσίᾳ νὰ ἐκθέσῃ ὡς ἰδίαν οἱανδήποτε ἀρχήν, διότι αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας πρεσβεύει δὲν ἵστανται ἀρκούντως ὑψηλὰ, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς κέντρον ἑνώσεως, ἀλλ’ εἶναι ἀρχαὶ ταπειναί, ἀρχαὶ κείμεναι ἐπὶ ἐδάφους ἐξ ἀνάγκης ἄγοντος εἰς τὴν διαίρεσιν, οἱ ἀπομακρυνθέντες βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς τέως συναδέλφους των· «θὰ ἐβλέπετε ἡμᾶς συμπράττοντας μεθ’ ὑμῶν, ἂν δὲν ἐζητεῖτε προσωπικὴν σύμπραξιν, ἀλλὰ σύμπραξιν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν γενικῶν τοῦ ἔθνους συμφερόντων· ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα μᾶς καλεῖτε ἵνα ἀπὸ κοινοῦ ἐξυπηρετήσωμεν; ὑμεῖς ἀποφεύγετε, ἐπανειλημένως προκαλούμενοι, νὰ ἐκθέσητε πρόγραμμα, ἀποφεύγετε ἐξηγήσεις περὶ παντός, ὅπερ δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ὑμεῖς περιορίζεσθε μόνον εἰς ἐπικρίσεις· ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἐξαιρέτως ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ ἔχωμεν πολιτικὴν θετικήν, ὅτι ὁ τόπος οὗτος δὲν δύναται νὰ μένῃ ἄνευ ἀναπτύξεως, ὅτι ἔχει πολλὰς πληγὰς νὰ ἐπουλώσῃ, καὶ διὰ πολιτικῆς ἀρνητικῆς, διὰ πολιτικῆς προσωπικῆς, διὰ πολιτικῆς μικρολόγου καὶ ταπεινῆς τοιαῦτα ἔργα δὲν εὐοδοῦνται». Συνετάχθησαν ἄρα πολλοὶ βουλευταὶ μετὰ τῆς μερίδος, ἥτις δρᾷ, ἥτις ἀναγνωρίζει, ὅτι ἔχει καθήκοντα ὑψηλότερα τῶν προσωπικῶν καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐκπληροῖ αὐτά. Ἐνόμισάν τινες τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐνδιαφέρει τῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς αὐτῶν συμπράξεως, ὅτι ἐνδιαφερόμεθα ἐνταῦθα πάντες περὶ τῆς ἐλλείψεως ἀρχηγοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, καὶ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὰς ὑπαρχούσας διαιρέσεις ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Καὶ τί διαφέρει ἡμῖν, ἐὰν ἑνοῦσιν ἢ διαιροῦσι τὴν ἀντιπολίτευσιν αἱ προσωπικαὶ συμπάθειαι ἢ ἀντιπάθειαι, αἱ προσωπικαὶ φιλοτιμίαι ἢ φιλοπρωτίαι καὶ αἱ προσωπικαὶ πλεονεξίαι ἢ αὐταπαρνήσεις, ἐὰν οὗτος συγκατατίθεται, ἵνα συνταχθῇ ὑπ’ ἐκεῖνον ἢ ἐκεῖνος νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτον ἢ νὰ τὸν ἀνεχθῇ; Ταῦτα εἶναι ζητήματα ἐντελῶς ἀδιάφορα πρὸς ἡμᾶς, καὶ ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα δὲν δυνάμεθα οὐδὲ διάθεσιν ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀντιπολιτεύσεως. Δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς μερίδος τῆς Βουλῆς, ὀφειλούσης νὰ ἔχῃ καὶ αὕτη περὶ πολιτικὸν ἀρχηγὸν πολιτικὰς ἀρχὰς, μερίδος ἱκανῆς νὰ διαδεχθῇ ἡμᾶς, διότι ἐπιβάλλεται ἡμῖν, ἵνα ἐπιμονώτατα προασπίζομεν τὰς θέσεις, ἃς νῦν κατέχομεν, κατὰ πάσης ἀντιποιήσεως, ἐνόσῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν ὅπως μᾶς διαδεχθῶσι, δὲν εἶναι οἱ προσήκοντες, ἵνα συνεχίσωσι τὸ ἔργον ἡμῶν. Ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας διὰ μακρῶν ἐξήγησε τὸ modus vivendi, ὅπερ αὐτὸς παρεδέχθη ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, καὶ τοὺς πρὸς τὰς περιστάσεις ἐπινοηθέντας ὅρους, δι’ ὧν ἐπετεύχθη ἡ ἐν ἁρμονίᾳ σύμπραξις τῶν ἀντιπολιτευομένων πάντων. Οὐδένα ἔχω λόγον, ἵνα μὴ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπετεύχθη ὁ σκοπὸς καὶ ὑφίσταται ἡ ἁρμονία, ὅτι αἱ ψῆφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι δοθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι, διδομένου τοῦ συνθήματος παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ, θὰ πραγματοποιῆται τὸ σύστημα τῆς ἀποχωρήσεως πρὸς ματαίωσιν τῶν συνεδριάσεων. Πάντα ταῦτα δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ἀλλὰ ταῦτα πρὸς ἡμᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορα. Ὅ,τι διαφέρει ἡμῖν εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καὶ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, οὐχὶ ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἠδυνήθη νὰ συνδιαλλάξῃ τὰ προσωπικὰ συμφέροντα καὶ τὰς φιλοτιμίας τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὴν, ἀλλ’ ἂν, προτείνουσα πρόγραμμα, ἠδυνήθη δι’ αὐτοῦ καὶ περὶ αὐτὸ ν’ ἀποκαταστήσῃ τὴν μόνην ἁρμονίαν, ἥτις ἔχει πρὸς ἡμᾶς ἀξίαν καὶ ἧς τὴν ἐμφάνισιν ποθοῦμεν. Ποθοῦμεν πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰσχυρὰν ἀντιπολίτευσιν, διότι, ἔχοντες ἴδιον πρόγραμμα, ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι δύο ὄψεις εἰς ἕκαστον ζήτημα καὶ ὅτι ἀμφότεραι δέονται ἀναπτύξεως καὶ δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου ἐν εἰλικρινείᾳ μελετώμεναι· ἀλλὰ σήμερον ἐπὶ τῶν ζωτικωτέρων θεμάτων ἡ μία μόνη ὄψις, ἡ ἡμετέρα, μελετᾶται καὶ χρησιμοποιεῖται, ἡ ἑτέρα εἶναι ἐγκαταλελειμμένη, περὶ αὐτῆς οὐδὲν φροντίζουσιν οἱ ἔχοντες τὸ καθῆκον τοῦτο, ἀλλὰ προσηλούμενοι εἰς μικρολόγα ζητήματα, εἰς ταῦτα κατατρίβουσι τὸν χρόνον, ἀναγκάζοντες καὶ ἡμᾶς ἐκ νομίμου ὑποχρεώσεως νὰ καταβαίνωμεν εἰς τὸ ἔδαφος τοιούτων συζητήσεων. Τίνα δ’ ὑπῆρξαν τὰ ζητήματα ταῦτα; Τὸ κυριώτερον τῶν ζητημάτων ποῖον ὑπῆρξε; Τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, ζήτημα βορβορῶδες, ὡς εἶπον τινές, ζήτημα ῥυπαρόν. Ὅσῳ ὅμως ῥυπαρὸν καὶ ἂν ὑπῆρξεν, ὅσῳ βορβορῶδες καὶ ἂν ὑπῆρξε, δὲν ἐδίστασαν νὰ εἰσέλθωσι μέχρι τοῦ πυθμένος, ἀδιαφοροῦντες ἐὰν θὰ ἐξέλθωσιν ἐξ αὐτοῦ κατεῤῥυπωμένοι, ἀλλ’ ἐλπίζοντες ὅτι ἤθελε τιναχθῆ καὶ μία σταγὼν ἐπὶ τῶν ἀντιπάλων αὐτῶν. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς Κωπαΐδος; Ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, λέγουσιν οἱ ἀγορεύσαντες, γεννᾶται ἐκ τούτου, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἐξεπλήρωσεν. Ἡ κυβέρνησις, λέγουσι, παρέλειψε νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ ἑταιρία αὕτη συνεστήθη κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τῶν διεπόντων τὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐν τῇ χώρᾳ, ἔνθα συνεστήθη, ἐνῷ εἶχε τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Εἶχε κατόπιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐνταῦθα συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους εἰργάσθη· καὶ προσέτι εἶχεν ἕτερον καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἡ ἑταιρία αὕτη, ἀσχέτως πρὸς τὸ γράμμα τῶν νόμων, συνεστήθη καὶ εἰργάσθη συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς, διότι, ἐὰν δὲν συνεστήθη καὶ δὲν εἰργάσθη συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς ἠθικῆς, ἡ κυβέρνησις, καίπερ μὴ ἀρνουμένη πρὸς αὐτὴν τὴν ὑποστήριξιν τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου εἶναι ὑπόχρεως νὰ τῇ παρέχῃ, ἔπρεπεν ὅμως νὰ τὴν στερήσῃ τῆς ὑποστηρίξεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν αἱ κυβερνήσεις εἰς πᾶσαν ἐπιχείρισιν βιομηχανικὴν, κανονικῶς καὶ ὠφελίμως τῇ χώρᾳ λειτουργοῦσαν. Ἰδίως ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον, διότι ἀφορᾷ εἰς τὴν ἠθικὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ νόμου, ὡς πρὸς τοῦτο παρετηρήθη, ὅτι τοσοῦτον μέγα εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἐπὶ τῇ διαθέσει τῶν ὁμολογιῶν αὐτῆς εἰς τὸ κοινὸν, ὥστε ἡ ἑταιρία ἔπρεπε νὰ καταδικασθῇ ἐξ ὑπαρχῆς ὡς κακοήθης καὶ ἀπόβλητος. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ ποσοῦ, ἀνθ’ οὗ ἐκτιμᾶται ἡ εἰς τὴν ἑταιρίαν εἰσφορὰ τοῦ εἰς εἶδος καταβαλλομένου κεφαλαίου εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἐν ταῖς τοιαύταις ἐπιχειρήσεσι. Περὶ τούτου ὁ Γαλλικὸς νόμος, ὅστις ἀφήρεσεν ἀπὸ τῆς κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἑταιριῶν, ἔλαβεν ἄλλην πρόνοιαν. Ὁ Γαλλικὸς νόμος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν, ὅπως αὐτοὶ οἱ μέτοχοι ἐν γενικαῖς συνελεύσεσιν ἀποφασίζουσι περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῆς εἰσφορᾶς, ἤτοι τῆς εἰς εἶδος καταβολῆς. Καὶ ταῦτα πάντα ὡς πρὸς τὴν προκειμένην ἑταιρίαν ἐγένοντο· Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐγένοντο, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος ἀποχρῶν, ἵνα μὴ ἐξετάσῃ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὰ τῆς ἐκτιμήσεως, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως, ἂν ἡ ἐκτίμησις ἀποδειχθῇ ὑπερβολικὴ, μὴ θεωρήσῃ τὴν ἑταιρίαν νομίμως ὑφισταμένην, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως ἐπὶ ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἡ ἑταιρία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Κράτους, μηδεμίαν παράσχῃ αὐτῇ ἀρωγήν. Ἵνα ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἔπρεπε νὰ ἐξεύρωμεν τὸ μέτρον, ἐξετάζοντες τὶ ἐγένετο ἐνταῦθα, ὡς πρὸς τὰς ἑταιρίας τὰς συστημένας ἐν τῷ Κράτει. Ἐνταῦθα δὲν εἶναι καθωρισμένος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν κανονίζεται τὸ κεφάλαιον τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς, οὐδ’ ἀνατίθεται ἡ ἐκτίμησις εἰς τοὺς μετόχους· ἐνταῦθα ἀφίενται τὰ πάντα εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔπρεπε λοιπὸν, ἵνα λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐξετάσωμεν ἐν ταῖς ἀνωνύμοις ἑταιρίαις καὶ ἰδίως ταῖς μεταλλευτικαῖς, αἵτινες εἶναι καὶ αἱ πολυαριθμότεραι, ταῖς ἐπικυρωθείσαις ὑπὸ τῶν κατὰ καιροὺς Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν, τί συνέβη. Ποία εἶναι κατὰ μέσον ὅρον ἡ ἀναλογία ἡ παραδεδεγμένη τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς ἀπέναντι τῆς εἰς χρήματα καταβολῆς; Ὅστις ἐξήτασεν ἐνταῦθα τὰ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν, διότι ὡς προεῖπον, αὐταὶ εἶναι πολυάριθμοι, ποῖον θὰ εὕρῃ τὸ ἐκτιμηθὲν ποσὸν τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς ἀπέναντι τῆς εἰς μέταλλον εἰσφορᾶς; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι θὰ εὕρητε ἀναλογίαν πλησιάζουσαν ἐπὶ ἔλαττον, πρὸς τὴν ἀναλογίαν τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν ἐν τῇ ἑταιρίᾳ ταύτῃ; Περιεργασθῆτε τὰ καταστατικὰ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν καὶ θὰ θαυμάσητε πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ γείνῃ συζήτησις ἐνταῦθα, ἐνώπιον Βουλῆς, ἐν ᾗ τοσοῦτοι ὑπάρχουσι βουλευταὶ ἔχοντες μετοχὰς μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν καὶ μάλιστα ἱδρυτικάς. Ἐὰν θεωρῆται ὑπερβολικὴ ἡ ἐκτίμησις τῆς εἰσφορᾶς εἰς τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἀφοῦ οἱ εἰσενεγκόντες ἵνα χρησιμοποιήσωσι τὴν εἰς εἶδος εἰσφορὰν κατέβαλον ἢ ὑπεχρεώθησαν νὰ καταβάλωσιν εἰς χρῆμα δέκα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, πῶς ἤθελε θεωρηθῆ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐν ἄλλαις ἑταιρίαις ἐνταῦθα συστηθείσαις λαμβάνουσιν οἱ καταθέτοντες τὴν εἰς εἶδος εἰσφοράν, αὐτοὶ μηδὲν ἢ ἐλάχιστα εἰς χρῆμα καταβαλόντες πρὸς χρησιμοποίησιν τῆς εἰσφορᾶς; Ἐνταῦθα ἔχομεν ἑταιρίας μεταλλευτικὰς εἰς ἃς οὐδὲν ὑπὸ τῶν ἱδρυτῶν καταβάλλεται εἰς χρήματα· καταβάλλεται παρ’ αὐτῶν μόνον τὸ μεταλλεῖον, ἀποκτηθὲν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ δαπάνης ὀλίγον ὑπερβαινούσης τὰ ἔξοδα τῶν πρὸς ἀπόκτησιν αὐτοῦ εἰδοποιήσεων, ἤτοι τὰς 50 ἢ 100 δραχμάς. Ἀλλὰ τὸ οὕτως ἀποκτηθὲν κεφάλαιον τοῦτο, τὸ μεταλλεῖον, ἀντὶ ποίου ποσοῦ κατετέθη εἰς εἶδος ὑπὸ τῶν ἱδρυτῶν τῶν πολυαρίθμων μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν; Φέρω ἐδῶ καταστατικὰ καὶ λαμβάνω ἓν παραδείγματι τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας τοῦ Περικλέους, ἥτις ὑπῆρξε σχετικῶς εὐτυχεστέρα πολλῶν ἄλλων, διότι ἂν ἐζημίωσε τοὺς καταβαλόντας τὰ χρήματα μετόχους, ὠφέλησεν ὅμως σπουδαίως τοὺς ἱδρυτάς. Ἡ ἑταιρία τοῦ Περικλέους εἶχε κεφάλαιον κατὰ τὸ καταστατικὸν 3,000,000 δρ., διῃρημένον εἰς 1,500 μετοχὰς ἐκ δρ., 2,000 ἑκάστην. Ἐκ τούτων πόσας ἔλαβον οἱ καταθέτοντες τὸ μεταλλεῖον; Ἐκ τῶν 1500 μετοχῶν λαμβάνουσι κατὰ τὸ καταστατικὸν τὰς 1325· ἐπὶ 3 ἑκατομμυρίων δραχμῶν λαμβάνουσι 2,650,000 ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ μεταλλείου. Σημειώσατε δὲ, ὅτι οἱ καταβάλλοντες ἐνταῦθα ἐλάχιστα ἐδαπάνησαν διὰ τὸ μεταλλεῖον, ὀλιγώτερα βεβαίως ὅσων ἐδαπάνησεν ὁ ἀποκτήσας τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ὅστις πλὴν τῶν ἄλλων κατέθεσε 300,000 δρ. ὡς ἐγγύησιν. Ἐνῷ οὐδὲν σχεδόν, ἢ πολὺ πλησιάζον πρὸς τὸ οὐδέν, ἐδαπάνησαν οἱ ἀποκτήσαντες τὴν παραχώρησιν τοῦ μεταλλείου, ἐκ τῶν 1500 μετοχῶν λαμβάνουσιν ὡς ἀντίτιμον αὐτοῦ τὰς 1325. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἐξαίρεσις· τοῦτο εἶναι ὁ κανὼν εἰς ὅλας τὰς ἑταιρίας, διότι εἰς ὅλας βλέπω τοιαύτην ἢ καὶ μεγαλειτέραν ἀναλογίαν. Ἐνῷ λοιπὸν κανόνα ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι οἱ οὐδὲν σχεδὸν δαπανήσαντες καταθέτουσι τὸ ἀντικείμενον, ὅπερ ἀπέκτησαν, σχεδὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης, ἀμειβόμενοι διὰ τῶν 9|10 τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, εἰς οὗ τὸν χρηματικὸν καταρτισμὸν αὐτοὶ δὲν συνεισήνεγκον, διατί οἱ καταβαλόντες ἐπὶ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου 15,000,000, 10,500,000 εἰς χρήματα νὰ μὴ λάβωσιν ἀμοιβὴν τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς 4,500,000; Ἐνῷ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τοῦ Περικλέους, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τιμήματος τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς, μόλις ἓν δεκατημόριον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων ἀπελείπετο ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ὑπεχρεοῦντο νὰ προκαταβάλωσιν οἱ ἱδρυταί, ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κωπαΐδος οἱ ἱδρυταὶ κατέθεσαν, ἢ ὑποχρεοῦνται νὰ καταθέσωσι 10½ ἑκατομμύρια ἐπὶ 15,000,000. Δὲν ἐννοοῦν βεβαίως οἱ καταθέτοντες τοσαῦτα κεφάλαια νὰ μὴ ὠφεληθῶσιν εἰμὴ τὸ κέρδος τὸ ἐτήσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέκτων ἀγοράζοντες χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου ἢ μετοχὰς οἱωνδήποτε ἑταιριῶν πρὸ χρόνου συνεστημένων· ὁ καταβάλλων κεφάλαιον 10½ ἑκατομμυρίων εἰς σύστασιν ἑταιρίας, ἐννοεῖ νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐργασίαν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ κερδήσῃ περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἤθελε κερδήσει, ἐὰν ἠγόραζε μετοχὰς ἑταιρίας διεξελθούσης ἐπιτυχῶς τὸ στάδιον τῆς ἀβεβαιότητος, διότι αἱ νέαι ἐπιχειρήσεις ὑπόσχονται μὲν καὶ κέρδη, ἀλλ’ ὑπόκεινται καὶ εἰς ἀποτυχίας καὶ εἰς τὸν ἐνδεχόμενον κίνδυνον τῆς ἀπωλείας μέρους ἢ καὶ ὅλου τοῦ κεφαλαίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ τῶν μετόχων συνέλευσις ἐν Γαλλίᾳ ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπον νὰ χορηγηθῇ ἓν κέρδος εἰς τοὺς ἱδρυτὰς ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἐπιτύχει ἡ ἑταιρία. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ τις τώρα, ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα, περὶ τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες ἐνταῦθα ἐνεκρίθησαν κατ’ ἀκολουθίαν παρ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων;
§38Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ μεταλλεῖον κατεβλήθη ἀντὶ 50,000 δραχμῶν.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατεβλήθη ἀντὶ 50,000 δραχμῶν εἰς τὴν πρώτην ἑταιρίαν, ἡ δὲ πρώτη ἑταιρία τὸ κατέθεσεν εἰς τὴν κατὰ τὸ καταστατικὸν τοῦτο συστηθεῖσαν ἀντὶ 2,650,000, ἐνῷ τὸ ἀπέκτησεν ἀντὶ 50,000 δραχμῶν· ὁμιλῶ περὶ τῆς δευτέρας ταύτης πράξεως (Διάλογοι). Τοῦτο λέγω ὅτι ἐγένετο, τοῦτο λέγω ὅτι ἐνεκρίθη παρ’ ἑλληνικῆς κυβερνήσεως· τοῦτο δὲ δὲν εἶναι μοναδικὸν, εἶναι κοινὸν εἰς ὅλας τὰς μεταλλευτικὰς ἑταιρίας, ἴσως δ’ εἷς τινας μεταλλευτικὰς ἑταιρίας αἱ ἀναλογίαι εἶναι μεγαλείτεραι ὑπὲρ τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς. Ὁμιλῶ πρὸς εἰδότας, διότι ἐν τῇ Βουλῇ πολλοὶ ὑπάρχουσιν, οἵτινες ἔλαβον παραχωρητήρια μεταλλείων, ἢ κατόπιν ἀπέκτησαν μετοχὰς τῶν ἑταιριῶν καὶ γνωρίζουσιν, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβέστατον, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλαι ἑταιρίαι καὶ πολλαὶ, ἔχουσαι ἔτι μεγαλείτερον τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς εἰς εἶδος. Τοιαύτη ὑπάρχει νομολογία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἀποκρούουσι καὶ θέλουσι νὰ καταργήσωμεν τὸ ταχύτερον, εἰς τοῦτο δὲ μεγίστην ἀποδίδω σημασίαν, εἰς τὸ ζήτημα, λέγω, τῆς ἐκτιμήσεως τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταθέσῃ τις κεφάλαια πρὸς σύστασιν ἑταιρίας ἄνευ τῆς ἐλπίδος σπουδαίου κέρδους, ἀλλὰ πρέπει τὸ κέρδος τῶν ἱδρυτῶν νὰ μὴ ᾖναι ὑπερβολικὸν, ἰδίως δὲ πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν αὐστηροὶ, ὅταν οἱ ἱδρυταὶ δὲν καταθέτωσι χρηματικὰ κεφάλαια, ἀλλὰ μόνον εἰσφορὰν εἰς εἶδος, τὰ δὲ κεφάλαια καταβάλλονται παρ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀποτείνονται οἱ ἱδρυταὶ διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς. Ἀφίνω τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Περικλέους, ἥτις ἐν τῷ καταστατικῷ τούτῳ εὑρίσκεται εἰς τὸ δεύτερον στάδιον· ἀλλ’ ἔχομεν ἄλλας Ἑταιρίας 5,000,000 δρ. περιλαμβανούσας ἐν τῷ κεφαλαίῳ τὴν ἀξίαν τοῦ μεταλλείου ἐκτιμηθέντος ἀντὶ 4,800,000· τοῦτο εἶναι συνηθέστατον. Δηλαδὴ οἱ ἱδρυταὶ κατέβαλλον ἁπλῶς τὴν προτεραιότητα τῆς ἐγγραφῆς ἔν τινι βιβλίῳ τοῦ Κράτους καὶ ἀντὶ ταύτης, ἐκτιμωμένης εἰς 4,800,000 δραχ., ἐζήτουν παρὰ τοῦ κοινοῦ 200,000, δραχ. Βεβαίως οἱ ἐγγραφόμενοι εἰς τοιαύτην Ἑταιρίαν ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσι θύματα, δὲν δύνανται ὅμως νὰ ὀνομασθῶσι θύματα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέναντι καταβαλλόντων 10 καὶ ½ ἑκατομμύρια ἀγοράζουσι μετοχὰς Ἑταιρίας 15,000,000, διότι δίκαιον φαίνεται, ὅπως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ῥιψοκινδυνεύει διὰ τὴν σύστασιν Ἑταιρίας 10½ ἑκατομμύρια, ἐὰν αὕτη ἐπιτύχῃ, ἴδῃ τὸ καταβληθὲν ποσὸν αὐξανόμενον εἰς 15,000,000. Ἀφοῦ ὅμως τὸ ζήτημα, ὅπως δήποτε, ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν, τῳόντι εἶναι καλὸν εἰς τοῦτο νὰ στρέψωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν πρὸς στιγμὴν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ λάβωμεν μέτρον τι, διότι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι ἐπεκύρωσαν τὰ τοιαῦτα καταστατικὰ, καὶ εἶναι πολυαριθμότατα ταῦτα, ἐν εἰλικρινείᾳ πᾶσαι εἰργάσθησαν τοὐλάχιστον ποτὲ Ὑπουργὸς ἐπικυρώσας τοιοῦτον καταστατικὸν ἐνόμιζεν ὅτι πράττει τι ἄτοπον ἢ ἐνόησεν ὅτι ἐπιτρέπει τοιουτρόπως νὰ προσκληθῇ τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν ἵνα γίνῃ θύμα. Βεβαίως ἐὰν οἱοσδήποτε τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων Ὑπουργῶν ὑπέθετε τοιοῦτόν τι, ἤθελε σταματήσει καὶ, ἐὰν ἐσταμάτα, ἤθελεν ἐπέλθει μέγα καλὸν, διότι ὅλαι σχεδὸν αἱ Ἑταιρίαι αὗται ἀπέτυχον, ἐλάχισται δὲ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀπήνεγκόν τι ὑπὲρ τῶν ἀθώων αὐτῶν θυμάτων, ὑπὲρ τῶν ἐγγραφέντων, καίτοι τινὲς σπουδαίως ὠφέλησαν τοὺς ἱδρυτάς· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἐγκρίναντες ἦσαν πάντοτε ἐν καλῇ πίστει, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶχεν ἔτι ἀναπτυχθῆ παρ’ ἡμῖν. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἦσαν ἄγνωστα ἐνταῦθα καὶ ἐπεκυροῦντο τὰ καταστατικὰ ὡς τυπική τις ἐργασία, τῆς ὁποίας ἡ ἀληθὴς ἔννοια διέφευγεν ἐντελῶς τοὺς δίδοντας οὕτω τὴν ὑπογραφήν. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν περιεμένομεν τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, ἵνα τοῦτο κατανοήσωμεν· πρὸ πολλοῦ εἴχομεν αἰσθανθῆ τὸ ἄτοπον καὶ, ἵνα προλάβωμεν αὐτὸ, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς παραχωρήσεως μεταλλείων παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐζητήσαμεν, ὅπως ἡ παραχώρησις μεταλλείων γίνηται μόνον παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα λαμβάνωνται τότε πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, τὸ δὲ νομοσχέδιον μετὰ παρέλευσιν χρόνου ἱκανοῦ ἐπεψηφίσθη, πάλιν παρ’ ἡμῶν, ἐν τῇ κυβερνήσει τότε ὄντων, ὑποστηριχθέν. Τοῦτο εἶναι τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν ἐξ ἀφορμῆς δοθείσης ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος. Ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τῳόντι τὸ ζήτημα τῶν εἰς εἶδος εἰσφορῶν, τῶν apports, καὶ τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα κοινωνικόν. Ἐξέλιπεν ἤδη ὁ κίνδυνος ὁ ἐκ τῶν μεταλλευτικῶν ἑταιριῶν, διότι ἀπαιτεῖται εἰς τὸ ἑξῆς νόμος, ἀλλὰ δὲν ἐξέλιπεν ὡς πρὸς ἄλλας παντοίας ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀναφανῶσι παρ’ ἡμῖν. Ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κωπαΐδος τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν παρουσιάζει σπουδαιότητα, διότι, ὡς εἶπον, ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ χρηματικοῦ κεφαλαίου καταβληθέντος, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ τὴν προσαύξησιν ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ὡς πρὸς τὰς ἑταιρίας, ἔνθα οἱ ἱδρυταὶ καταβάλλουσι μόνον εἰσφορὰν εἰς εἶδος, ἄνευ ἀναλόγου χρηματικῆς ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ἐνοχῆς καὶ ἐπὶ ὑπερβολικῇ ἐκτιμήσει τοῦ αὐτουσίως εἰσφερομένου. Ταῦτα δὲ λέγω περὶ τῶν ἑταιριῶν τῶν ἐν τῷ μέλλοντι συστηθησομένων, διότι ὡς πρὸς τὰς νομίμως συστηθείσας οὐδὲν δυνάμεθα. Οὗτος εἶναι ὁ βόρβορος περὶ τοῦ ὁποίου ἠκούσαμεν τόσα, βόρβορος ὁ ὁποῖος δὲν ἔγκειται ἐν τῇ Κωπαΐδι, ἀλλ’ ἐν ταῖς πολυαρίθμοις ἄλλαις ἑταιρίαις, τῶν ὁποίων ἴσως μέτοχοι ἢ ἱδρυταὶ εἶναι καί τινες τῶν περὶ βορβόρου λαλησάντων. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο συμβαίνει μόνον παρ’ ἡμῖν καὶ ὡς ἐκ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐνταῦθα, τῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐγκρίσεως, διότι καὶ ὁσάκις ἡ ἔγκρισις δὲν γίνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, πάλιν βλέπομεν, ὅτι ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἄλλας γαλλικὰς ἑταιρίας, ὅπου αἱ εἰς εἶδος εἰσφοραὶ ἐξετιμήθησαν κατὰ τὸ σύστημα τοῦ γαλλικοῦ νόμου, δηλ. ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, ὑπὸ τῶν ἀρχικῶν μετόχων, καὶ ἐκεῖ βλέπομεν ὁμοίας ἀναλογίας. Ἰδοὺ παρ. χάριν ἔχομεν ἑταιρίαν Γαλλικὴν τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου. Ἡ ἑταιρία αὕτη εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἐνταῦθα καὶ λειτουργεῖ ἐν Ἑλλάδι, ἡ δὲ χρηματικὴ ἐκτίμησις τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ γαλλικοῦ Νόμου. Τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρίας εἶναι 13,500,000 φράγκων, διῃρημένον εἰς 27,500 μετοχῶν· ἐκ τούτων πρῶτον apport εἶναι 18,000 μετοχῶν, δεύτερον εἶναι 2,500, τρίτον 2,500, ὥστε ἐπὶ 27,000 αἱ 23,000 ἀντιπροσωπεύουσι τὴν εἰς εἶδος εἰσφοράν.
§40ΠΑΧΥΣ. Ηὐξήθησαν κατόπιν καὶ εἶναι 33,000 ἐπὶ 38 χιλιάδων.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 38,000, λέγει ὁ κ. Παχὺς, ὁ ὁποῖος εἶναι εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων μετόχων, ὅτι εἶναι αἱ ὅλαι μετοχαί, 38,000, ἐξ ὧν 33,000 εἶναι τὸ apport. Βλέπετε ποῖαι εἶναι αἱ ἀναλογίαι καὶ ἐν ἑταιρίᾳ, εἰς ἣν ἡ ἔγκρισις δὲν ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν μετόχων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτας ἀναλογίας ἔβλεπεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς ἑταιρίας τὰς ἐγχωρίους τὰς μέχρι τῶν ἡμερῶν ἡμῶν ἐπικεκυρωμένας, εἰς τὰς ἑταιρίας τὰς ξένας τὰς ἔτι καὶ νῦν συνιστωμένας ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν ἄλλοις Κράτεσι, θὰ ἠδύνατο ποτὲ ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις πρὸς ἑταιρίαν συνεστημένην ἤδη καὶ ἥτις εἶχεν ἐκτίμησιν τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς 4½ ἑκατομμύρια ἐπὶ 15,000,000; Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ ἐνταῦθα Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ἐγκρίνῃ τὸ καταστατικὸν, ἠδύνατο ἴσως καὶ τοῦτο νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τουτέστιν ἂν τῷ ἐπιτρέπετο νὰ θεωρήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 4½ ἑκατομμυρίων ὡς ὑπερβολικὴν ἐκτίμησιν τῆς εἰσφορᾶς. Περὶ τούτου δὲν ἀποφαίνομαι, διότι δὲν ἐξήτασα τὸ ζήτημα ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ἐκ πρώτης ὄψεως ὅμως φαίνεται, ὅτι ἡ ἀναλογία 10½ ἑκατομμυρίων καταβαλλομένων πρὸς 15,000,000 ἐν ἐπιτυχίᾳ, δὲν εἶναι ὑπερβολική. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν παρουσιάζεται κἂν οὕτω τὸ ζήτημα ἐν ᾧ ἠθέλησάν τινες τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιπλέξωσι’, ἡ ἑταιρία ἦτο συνεστημένη, δὲν εἶχεν ἐντολὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ apport ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικήν. Ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἐξετίμησαν αὐτὸ οἱ μέτοχοι, ὤφειλεν ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις κατόπιν τοῦ νόμου τοῦ 1881 ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἑταιρίαν ὡς καλῶς συνεστημένην, τοῦτ’ αὐτὸ ὅπερ πράττει καὶ ἐπὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλείων τοῦ Λαυρίου, ὅπου, ὅπως βλέπομεν, ἡ εἰς εἶδος εἰσφορὰ ἐξετιμήθη ἀσυγκρίτως ἀνώτερον παρὰ ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κωπαΐδος. Ἐν τῇ ἑταιρίᾳ τῆς Κωπαΐδος οὐδεμίαν τοιαύτην ἐντολὴν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, εἶχε τὴν ἐντολὴν ὅμως νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐκτίμησιν ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν· ἀλλ’ ἠδύνατο ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ὑπῆρχέ τι κακόηθες ἐν Ἑταιρίᾳ, ἡ ὁποία τοιαύτην μόνο, εἶχεν ἀναλογίαν apport ἀπέναντι ἑταιριῶν ἄλλων παρ’ ἡμῖν λειτουργουσῶν. Δὲν ἐθαύμασα ὅτε ἤκουσα ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Συνόδῳ τῇ παρούσῃ, ὅτε τὰ ἤκουσα καὶ παρὰ προσώπων τὰ ὁποῖα ἐγίνωσκον ἢ ἔμαθον ὅτι ἦσαν ἱδρυταὶ ἑταιριῶν καὶ τὰ ὁποῖα μετέσχον τῶν τοιούτων apports, διότι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐλάχιστον συνεζητήθησαν, ὅτι ἐλάχιστον ἐξετιμήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅτι ὁ λαμβάνων τὸ μεταλλεῖον ἀντὶ τοῦ κόπου τῆς αἰτήσεως καὶ κατόπιν ἐκποιῶν αὐτὸ ἀντὶ ποσοῦ μεγάλου 100, 200 ἢ 300 χιλιάδων δραχ. διὰ τὴν μερίδα του, οὐδόλως ἐνόει, ὅτι ἡ πρᾶξις του αὕτη εἶχε τι ἄτοπον, διότι οὐδέποτε ἐμελετήθη τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔποψιν. Ἀλλ’ ἐθαύμασα πῶς ἠδυνήθησαν οὗτοι νὰ εὕρωσιν ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἀφορμὴν κατακρίσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἡ χρηματικὴ ἐκτίμησις τῆς εἰσφορᾶς ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἦτο τοσοῦτον κατωτέρα τῶν χρηματικῶν ἐκτιμήσεων τῶν εἰσφορῶν, ἐξ ὧν ὠφελήθησαν οἱ ἐν τοιαύτῃ ἀγανακτήσει ἀγορεύσαντες. Τοῦτο ἦτο τὸ κυριωδέστερον περὶ Κωπαΐδος ῥηθέν. Ἐῤῥέθησαν ἐπίσης καὶ ὑπὸ τὴν νομικὴν ἔποψιν πολλά. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἀνέγνωσεν ὁλόκληρον κατάλογον ἐρωτήσεων περὶ τοῦ ἂν ἐξετελέσθη τοῦτο καὶ ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο, τὰ ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα. Πάντα ταῦτα ἐξετελέσθησαν· οὐδὲ κατὰ κεραίαν ὑπῆρξε παράλειψίς τις ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ Γαλλικὸς νόμος ἀπῄτει. Κατετέθησαν εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς πάντα τὰ ἔγγραφα ἐν πρωτοτύποις ἢ ἐν ἐπικεκυρωμένοις ἀντιγράφοις τ’ ἀποδεικνύοντα, ὅτι οὐδὲν παρελείφθη ἐξ ὅσων ὁ Γαλλικὸς νόμος ἀπῄτει. Εἰς τί λοιπὸν ἠδύναντο νὰ θεωρήσωσι τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως ἐνεχομένην, ἐὰν ὄχι ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἄποψιν, διότι τοῦτο νομίζω ὅτι ἐκαθαρίσθη πλέον ἐντελῶς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν νομικήν; Πῶς ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις ἀπέναντι ἑταιρίας, συστηθείσης ἐν Γαλλίᾳ καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, νὰ ἐγείρῃ ἀντιῤῥήσεις, ὅπως μὴ ἀναγνωρισθῇ ἐνταῦθα, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1881 ἀνελάβομεν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναγνωρίζωμεν τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας τὰς νομίμως ἐν Γαλλίᾳ συνιστωμένας; Ἀλλὰ πλὴν τῶν διατάξεων τοῦ Γαλλικοῦ νόμου παρεστάθησαν ὡς παραβιασθεῖσαι διατάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου, διότι ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν νομὴν τοῦ ἐδάφους τοῦ ἐντὸς τῆς περιμέτρου, καὶ διότι διέλυσε τὰς μισθώσεις τῶν ἰχθυοτροφείων. Πάντα ταῦτα δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου· καὶ τὸ νῦν ὅμως Ὑπουργεῖον, ἐὰν ἐθεώρει ταῦτα κακῶς γενόμενα, ἔπρεπεν ἴσως νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνατροπὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν προκατόχων. Ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀφορμὴν εἶχε καὶ οὐδὲν θὰ εἶχε δικαιολόγημα, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν ἀνατροπὴν τῶν οὕτω γενομένων, διότι πάντα ἐγένοντο κανονικώτατα. Τὸ καθ’ ἡμᾶς δὲ οὐδὲν ἐπράξαμεν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, χωρὶς νὰ τὸ ὑποβάλωμεν εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους καὶ κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν νὰ ἐνεργήσωμεν. Θὰ ἐνόουν τὸ ζήτημα, ἂν ἠγείρετο μεταξὺ τῶν κατοίκων καὶ τῆς ἑταιρίας, ἐὰν τουτέστιν ὑπῆρχε τὸ παράπονον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρενέβαινεν, ἵνα ἀδικήσῃ τοὺς πολίτας ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας. Ἀλλὰ τοιαῦτα ζητήματα σήμερον δὲν παρουσιάζονται, διότι ἡ ἑταιρία διὰ θυσιῶν τινων ἱκανοποίησεν, ὡς φαίνεται, τοὺς ἐκεῖ πολίτας καὶ μόνον ζητήματα παρουσιάζονται μεταξὺ δημοσίου καὶ ἑταιρίας, ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἠμπορεῖ ν’ ἀνέρχηται ἐτησίως εἰς 20,000 δραχμῶν. Ὑποτεθείσθω ὅτι δὲν ἦτο προφανὲς τὸ δίκαιον τῆς ἑταιρίας ἔν τισι τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς· νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἦτο πρέπον τὰς ἀμφιβολίας νὰ ἐλύομεν ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας; νομίζετε ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος δὲν ἐνδιαφέρει τῇ χώρᾳ καὶ ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιούτῳ ζητήματι νὰ παραχωρῇ τὴν ἀνήκουσαν συνδρομὴν, ὅπως εὐοδωθῇ τὸ ἔργον; Τοιαύτη ἀπαίτησις ὅμως δὲν ἐγένετο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐγένετο μόνον ἀπαίτησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον, οὐδὲν εἶχε νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν προκατόχων αὐτῆς, καὶ τοῦτο ἔπραξε· Τοιαῦτα εἶναι τὰ ζητήματα τῆς Κωπαΐδος, ὅσα παρουσιάσθησαν, ζητήματα οὐδεμίαν ἔχοντα ὑπόστασιν οὔτε ὑπὸ νομικὴν, οὔτε ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν. Ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν συνέδεσαν οἱ ἀγορεύσαντες καὶ τὸ ζήτημα τοῦ κυρίου Σκουλούδη, εἰς ὃν εἶχε παραχωρηθῆ ἡ Κωπαΐς, ὡς διορισθέντος Πρεσβευτοῦ, καὶ τῆς μὴ διαταγῆς νέας ἐκλογῆς διὰ τὴν θέσιν αὐτοῦ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τοῦ κυρίου Σκουλούδη, ἀσχέτως πρὸς τὸ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς διὰ χηρεύουσαν δῆθεν θέσιν, ἕνεκα τοῦ διορισμοῦ τούτου, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἤκουσα πολλὰ καὶ παράδοξα· ἤκουσα, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης ἦτο τὸ μόνον πρόσωπον τὸ δικαιούμενον νὰ λάβῃ τὴν θέσιν, ἣν ἔλαβεν ἐν Ἰσπανίᾳ, ἤκουσα, ὅτι ἡ σχέσις τοῦ κ. Σκουλούδη πρὸς τὰ τῆς Κωπαΐδος ἔπρεπε ν’ ἀποκλείσῃ αὐτὸν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐν Ἰσπανίᾳ. Τὰ τῆς Κωπαΐδος ἠκούσατε παρ’ ἡμῶν πῶς ἔχουσι, ἠκούσατε ποίαν ἡμεῖς ἀποδίδομεν ἐκτίμησιν εἰς τὸ ζήτημα. Ἔχω τὴν ἰδέαν περὶ Κωπαΐδος, ὅτι οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, λίαν ἀμφίβολον εἶναι, ἐὰν θέλουσι πραγματοποιήσει εὐθὺς κέρδος, πιθανώτερον εἶναι, ὅτι θέλουσιν ὑποστῆ τὸ πρῶτον ζημίαν, οὐχὶ ὅμως σπουδαίαν, ἀναπληρωθησομένην ἐν τῷ μέλλοντι ἐκ τῆς ἐπελευσομένης βαθμιαίως ὑπερτιμήσεως τῶν γαιῶν, ἀλλὰ βεβαίως θέλουσι παρέξει εἰς τὸν τόπον μεγίστην ὠφέλειαν. Ἡ ἐπιχείρησις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσῃ κέρδη μεγάλα. Ἐὰν διεξαχθῇ μετ’ οἰκονομίας ἄκρας καὶ μεθ’ ἱκανότητος περὶ τὴν διαχείρισιν, θὰ δώσῃ κέρδος ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀποφέρουσιν αἱ ἐπιχειρήσεις αἱ συνήθεις, οὐδέποτε ὅμως κέρδη ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ τις ἐξ ἐπιχειρήσεων ἐκτάκτων. Συνωμίλησα μετὰ τῶν τεχνικῶν διευθυντῶν τῆς ἑταιρίας, μετὰ τοῦ ἀποβιώσαντος Ταρὰτ, καὶ μετὰ τοῦ νῦν διευθύνοντος τὰ ἔργα Γάλλου μηχανικοῦ, οἵτινες ταύτην ἐξέφρασαν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη θέλει ἀποφέρει ὑπὲρ τῶν μετόχων εὔλογον κέρδος, ὅτι ὅμως εἶναι ὅλως ἀβάσιμος πᾶσα ἐλπὶς ἐκτάκτων κερδῶν. Ὑπάρχει ὅμως τις ὁ δυνάμενος ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος, εὐεργετεῖται σπουδαίως τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς ἑλληνικῆς χώρας; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀντέλεξάν τινες, ὅτι δὲν ἐκτελεῖται ἡ ἀποξήρανσις· περὶ τούτου δὲ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλοτε ἔλαβε πληροφορίας, ὅτε ἐπὶ τούτου ἐστηρίχθησάν τινες, ὅπως ἀπαιτήσωσιν ἵνα κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ ἑταιρία ἢ ἵνα ἐκφοβίσῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ἐκπτώσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ βελτίωσιν ὅρων, καὶ ἤδη ἔλαβε πληροφορίας, ἀφοῦ μάλιστα ἤκουσε παρὰ τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι οὐδεὶς ἐργάζεται ἐν Κωπαΐδι. Ἀλλὰ καὶ τότε ἐπιτροπὴ ἀποσταλεῖσα ἀπέδειξεν, ὅτι ἐγένετο πᾶσα ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἠδύνατό τις ν’ ἀξιοῖ παρὰ τῆς ἑταιρίας ἐν τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ, καὶ ἤδη ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ ἑταιρία προοδεύει λίαν δραστηρίως, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἐργατῶν εἶναι συγκεντρωμένος εἰς τὴν Κωπαΐδα καὶ ἐργάζεται· ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θὰ ἐκτελεσθῇ. Τὴν Κωπαΐδα λοιπὸν καὶ τὴν παραχώρησιν τῆς ἀποξηράνσεως αὐτῆς οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ θεωρήσῃ ὡς λόγον ἀποκλεισμοῦ προσώπου τινος οἱουδήποτε, ἀλλ’ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ θεωρήσῃ ὡς δυναμένην ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀνέλαβον, τὴν ἀξίαν προσώπων ὠφελίμων εἰς τὸν τόπον. Ὅταν δὲ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐκ φιλοτιμίας, καθ’ ἣν ἔχω πλήρη πεποίθησιν, πρὸς διεξαγωγὴν ἔργου ἐθνικοῦ, ἐθεωρεῖτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἱκανὸν νὰ ὑπηρετήσῃ αὐτὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ποῖος ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ λόγος, ἵνα ἀποκλείσῃ αὐτὸ ἀπὸ τῆς τοιαύτης τιμῆς, ὅταν μάλιστα τὸ πρόσωπον τοῦτο δὶς εἶχεν ἀξιωθῆ τῆς τιμῆς ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ὡς ἀντιπρόσωπος ἐκ τῆς ἐπαρχίας του καὶ ὅταν εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Ἐπαρχίας ταύτης ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους οὐχὶ διὰ τῆς τυχούσης ἐμπιστοσύνης; Ἐκτάκτου ἐμπιστοσύνης ἐτύγχανεν ἐκεῖνος καὶ ἡ ὑποστήριξις τῆς Ἐπαρχίας ἐπεδείχθη πρὸς αὐτὸν πολὺ ζωηροτέρα ἢ ὅσον ἐκδηλοῦται πρὸς τὸν μέσον ὅρον τῶν συνήθως ἐκλεγομένων. Ὁ κ. Σκουλούδης δὲν ὑπηρέτησεν ἤδη πρῶτον τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ· ὁ κ. Σκουλούδης πολλάκις ἀπεστάλη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ παρὰ Κυβερνήσεων, ὧν μετεῖχον ἐγὼ, καὶ παρὰ Κυβερνήσεων, ὧν δὲν μετεῖχον. Ἀπεστάλη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεστάλη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεδέχθη τὴν Οἰκουμενικὴν καὶ ἀπεστάλη εἰς τὸ Ἐξωτερικὸ καὶ πάλιν ἔπειτα.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴπετε ὅτι ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς διαδεξαμένης τὴν Οἰκουμενικήν. Ἐννοεῖτε τὴ Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου, ὅταν ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν;
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διαψεύδω τὸ γεγονός.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάψευσις δύναται νὰ ἦναι εἰλικρινεστάτη, διότι πιστεύω ὅτι ὑμεῖς δὲν τὸ ἐγνωρίζετε.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅτε ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διεχειριζόμην τὸν κλάδον μου ἀπολύτως.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ὁ κ. Σκουλούδης διά τινα ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐγίνωσκεν ὁ ἀοίδιμος Κουμουνδοῦρος, ἐγίνωσκεν ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης, ἐγίνωσκεν ὁ ἀοίδιμος Ζαΐμης, δὲν ἐγίνωσκε δὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης· ὅτι κατόπιν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ὁ κ. Σκουλούδης ἀπεστάλη πρὸς ἐξακολούθησιν τοῦ αὐτοῦ ἔργου παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὁ κ. Σκουλούδης λοιπὸν, ὡς εἶπον, εἶχε πολλάκις ἀποσταλῆ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους καὶ εἶχε διεξαγάγει τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἐπιτυχέστατα (θόρυβος δεξιόθεν), ἐγὼ δὲ πολλάκις συνέπραξα μετὰ τοῦ κυρίου Σκουλούδη καὶ ἐνταῦθα καὶ γνωρίζω τὴν ἀξίαν αὐτοῦ. Ἐκτιμῶ δὲ τὸν κύριον Σκουλούδην τοσοῦτον, ὥστε θεωρῶ, ὅτι ὀλίγοι δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ αὐτὴν ὁ κ. Σκουλούδης, (θόρυβος δεξιόθεν) Ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει ἔξοχον ἱκανότητα καὶ πάντες ὅσοι ἔλαβον ἢ λάβωσιν ἀφορμὴν νὰ συμπράξωσιν μετ’ αὐτοῦ θέλουσιν ἴδει, ὅτι ὀλίγους ἔχομεν παρ’ ἡμῖν παρεσκευασμένους πρὸς ἐξωτερικὴν ἰδίως ὑπηρεσίαν, ὅσον ὁ κ. Σκουλούδης. Ἐν τῇ μεγάλῃ δὲ λειψανδρίᾳ τῇ παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι παράδοξον, Κυβέρνησις, ἥτις ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωρίσῃ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ προσόντα τοῦ κ. Σκουλούδη, νὰ θελήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτόν. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Σκουλούδη διὰ τὴν Πρεσβείαν τῆς Μαδρίτης, ὡς πρὸς δὲ τὸ νομικὸν ζήτημα τῆς ἀναπληρώσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς κενωθείσης δῆθεν τῆς θέσεως, ὁμολογῶ ὅτι πολὺ ἐθαύμασα ἰδὼν νομικοὺς ἄνδρας δεχθέντας νὰ ὑποστηρίξωσι τοιοῦτον θέμα, ὅτι δηλαδὴ κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἡ ἀποδοχὴ θέσεως ἀμίσθου δύναται νὰ κενώσῃ τὴν Βουλευτικὴν θέσιν. Ἡ διάταξις τοῦ ἡμετέρου συντάγματος δὲν εἶναι καινοφανὴς, ὥστε νὰ πρόκηται ἤδη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας ἢ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ἢ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτήν. Τὰ ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι σχεδὸν πάντα εἶναι ἐρανίσματα ἐκ ξένων Συνταγμάτων καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν διάταξιν ἀνευρίσκει τις ἀλλαχοῦ καὶ ἀνευρίσκει αὐτὴν σχολιασμένην ὑπὸ νομομαθεστάτων ἀνδρῶν. Τούτων ὅμως ἡ κρίσις δὲν ἐπεσκιάζετο κατὰ τὴν συγγραφὴν τῶν σχολίων των ἐκ κομματικῶν λόγων, πανταχοῦ δὲ εὑρίσκετε ἑρμηνευομένην τὴν διάταξιν, ὅπως τὴν ἡρμήνευσεν ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω τοὺς σχολιαστὰς, ἀλλὰ ἀπαράλλακτος ὑφίσταται ἡ διάταξις καὶ ἐν ξένοις Συντάγμασι, οἱ δὲ σχολιασταὶ οὐδαμῶς θεωροῦσιν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα ἀσυμβιβάστου, προκειμένου περὶ θέσεως ἀμίσθου· ἀλλὰ προβαίνουσί τινες καὶ περαιτέρω, ὅπερ ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι καὶ ὁ ἀμίσθως διοριζόμενος εἰς ἔμμισθον θέσιν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κατέχων τὴν βουλευτικὴν θέσιν· καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, οὐδέποτε δὲ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν εἰς θέσιν ἄμισθον. Περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ θέσις εἶναι ἄμισθος, εἰς ἣν διωρίσθη ὁ κ. Σκουλούδης, ἐθαύμασα πῶς ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος, καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβολίᾳ, διότι αἱ Πρεσβεῖαι, πλὴν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει, συνιστῶνται διὰ Β. Διατάγματος, στηριζομένου εἰς Νόμον. Ὁ Νόμος διὰ τὰς πρεσβείας εἶναι τὸ Β. Διάταγμα. Εἶπέ τις τῶν νομομαθῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἦτο παροδικὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν τοῦτο σπουδαίως εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, τότε ἔπρεπε ν’ ἀξιοῖ, ὅτι πάντες οἱ πρέσβεις, πλὴν τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι διωρισμένοι παρανόμως, διότι πάντες εἶναι διωρισμένοι διὰ Β. Διατάγματος, στηριζομένου εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἔχει γνωστὴν ἱστορίαν, οὐδέποτε δ’ ἐθεωρήθη παροδικός. Ὅτε ἐψηφίσθη, πολλαὶ ἐγένοντο συζητήσεις, οὐχὶ ἂν ἦτο διαρκὴς ἢ προσωρινὸς, ἀλλ’ ἂν ἦτο συνταγματικὸς ἢ οὔ, ἂν ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, ἐν ᾗ οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ θέσις μὴ νενομοθετημένη, δύναται νὰ συστηθῇ θέσις διὰ Β. Διατάγματος, ἔστω καὶ ἐξ ἐντολῆς νόμου· καὶ ἡ γενικῶς ἐπικρατήσασα ἰδέα ἦτο, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφεύγῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιτρέπῃ οὕτω τὸ νομοθετεῖν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις, καθ’ ἣν τοῦτο ἐπιτρέπεται ἐξαιρέτως καὶ ἐπιβάλλεται, εἶναι ἡ τοῦ διορισμοῦ τῶν διπλωματῶν· διότι ὡς πρὸς τὰς θέσεις αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μεγάλην εὐρύτητα καὶ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν καὶ ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν διάρκειαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἔμμισθον ἢ τὸ ἄμισθον, καὶ ὡς πρὸς πάντα, ὅσα παρομαρτοῦσι. Εἰς τὰ ζητήματα τῶν διπλωματικῶν ἀποστολῶν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἠναγκασμένη νὰ προσαρμόζῃ τὰ παρ’ αὐτῆς πραττόμενα πρὸς τὰ νόμιμα καὶ πρὸς τὰ ἔθιμα τῶν ἄλλων Κρατῶν· δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχηται καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι νομίμων, ἀλλὰ δὲν ὀφείλει μόνον ταῦτα νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη πρέπον τὰ περὶ τούτου ν’ ἀφεθῶσι πλειότερον εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, ἐπελήφθη τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ ἐν τῷ πνεύματι, ἐν ᾧ βλέπετε αὐτὸν ἐκτελούμενον καὶ ἤδη. Ὁ πρῶτος δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου ἄμισθος πρέσβυς ὑπῆρξεν ὁ Κωνστ. Σχινᾶς εἰς τὴν Βιέναν, τοῦτον διεδέχθη ὁ κ. Σίνας, ἄμισθος ἐπίσης· ὅτε δὲ ἀνεσυστήθησαν αἱ πρεσβεῖαι, κατὰ τὸ 1867, ὁ κ. Ὑψηλάντης διωρίσθη τὸ πρῶτον ἔμμισθος· εἰδοποίησε δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, τυχὼν τῆς τιμῆς νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής, προκρίνει τὴν τιμὴν ταύτην πάσης ἄλλης, καίπερ δ’ ἐπιθυμῶν νὰ ὑπηρετῇ τὸ ἔθνος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ἂν πρὸς τοῦτο δεήσῃ νὰ παραιτήσῃ τὴν βουλευτικὴν θέσιν του καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν, ὅπως ἡ θέσις του συστηθῇ ἄμισθος. Ἡ Κυβέρνησις ἤ τότε ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην αἴτησιν τοῦ κ. Ὑψηλάντου, ὅστις, διορισθεὶς τότε ἐκ νέου ἄμισθος πρέσβυς, διετέλει καὶ βουλευτής, καὶ μετὰ πολλὰ ἔτη ἤρξατο λαμβάνων μισθόν. Ἐθεωρήθη παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι τοῦτο τὸ τοῦ κ. Ὑψηλάντου προηγούμενον, δὲν ἔχει σημασίαν τινὰ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι πρόθυμος νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην, ὅτι τὰ προηγούμενα δὲν μᾶς δεσμεύουσι· ἐὰν φρόνουν ὅτι τὰ γενόμενα ὡς πρὸς τὸν κ. Ὑψηλάντην κακῶς ἐγένοντο, οὐδόλως ἤθελον διστάσει νὰ πράξω τὸ ἐναντίον, διότι ἡ ἀπόφασις μιᾶς Βουλῆς οὐδόλως δεσμεύει ἄλλην Βουλὴν ἐν ὁμοίαις περιπτώσεσιν, οὐδὲ τὴν αὐτὴν Βουλὴν, οὐδὲ τὴν κυβέρνησιν. Ἡ κυβέρνησις φέρει ἰδίαν εὐθύνην, ἥτις κανονίζεται μόνον ὑπὸ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων, ἑπομένως ἐὰν ἤθελε κακῶς ἑρμηνεύσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν νόμον, δὲν τὴν ὠφελεῖ ἡ ἐνέργεια τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἄλλης συγκεκριμένης περιπτώσεως, καίπερ ἀπαραλλάκτου· ἀλλὰ συμπίπτει ὁ ὑπουργὸς, ὅστις διώρισε τὸν κ. Ὑψηλάντην, νὰ ἦμαι ἐγὼ αὐτός· ἐγὼ ἔλαβον τὰς παραστάσεις του, ὅτι δέχεται τὴν θέσιν ἄμισθον, ἐξακολουθῶν νὰ ἦναι καὶ βουλευτὴς, καὶ ἔγραψα ὅτι θέλω μεταβάλει τὰ τοῦ διορισμοῦ του, ὅπως ἐξακολουθῇ νὰ ἦναι καὶ βουλευτής· ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδική μου γνώμη ἠδύνατο νὰ μὴ μὲ δεσμεύσῃ, διότι ἠδυνάμην ἐν τῷ μεταξὺ νὰ διδαχθῶ, ὅτι κακῶς ἡρμήνευσα τὸν νόμον, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπῆλθεν ἔκτοτε, ὅπως μὲ διδάξῃ ὅτι κακῶς ἡρμήνευσα.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀντηλλάχθη ἐπίσημος ἀλληλογραφία;
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἦναι ἐπίσημος, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκηται ὁπωσδήποτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅπως εἶπον, δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μεταβάλω γνώμην, καὶ ὅμως ἠθέλησάν τινες νὰ παραστήσωσιν, ὅτι μετέβαλα γνώμην καὶ ὅτι ἤδη ἐργάζομαι ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἶπον, καὶ ἀνέγνωσαν καὶ ἀγόρευσίν μου, ἐν ᾗ ὡμίλησα κατὰ πλουτοκρατίας, ἀλλ’ ἐφρόντισαν ἐπιμελῶς νὰ σταματήσωσιν εἰς τὴν γραμμὴν, ἔνθα ἐγίνετο ἀρχὴ τῆς φράσεως περὶ ἐξαιρέσεως, καὶ ἐν ᾗ ἔλεγον, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, ὅταν ἦναί τις βουλευτὴς, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐννοῶ ὅτι, ἵνα διατηρήσῃ τις τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, δύναται νὰ δεχθῇ θέσιν ἄμισθον, καὶ ὅτι ὁ λόγος, ὃν δύναταί τις νὰ προτάξῃ ὅπως ἀπαιτήσῃ διορισμὸν εἰς ἄμισθον θέσιν, ὅτι δὲν θέλει νὰ στερηθῇ τῆς τιμῆς τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύῃ τὸ Κράτος ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι τόσῳ ἰσχυρὸς, ὥστε δυνάμεθα χάριν αὐτοῦ νὰ ποιήσωμεν ἐξαίρεσιν τῆς ἀρχῆς τοῦ μὴ διορισμοῦ ἀμίσθων ὑπαλλήλων. Τοῦτο ἔλεγον ἐν τέλει τῆς παραγράφου, ἣν πολλοὶ ἀνέγνωσαν, ἀλλὰ δὲν προέβησαν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου.
§52ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἤθελε δεχθῇ ἄμισθον θέσιν, ἀλλὰ ἔμμισθον κατὰ νόμον καὶ παραιτηθῇ τοῦ μισθοῦ του;
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν δύναται νὰ διατελῇ βουλευτὴς, κατὰ τὴν γνώμην ὅμως πολλῶν συγγραφέων δύναται, ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐφαρμόζω τὴν ἐμὴν γνώμην. Ἐν Ἀγγλίᾳ, (διότι ἠθέλησαν καὶ περὶ Ἀγγλίας νὰ μᾶς κάμωσι διδαχὰς,) ὁ εἰς ἔμμισθον θέσιν διοριζόμενος ἀμίσθως δὲν παύει τοῦ νὰ ᾖναι βουλευτὴς, καὶ ὁ μόνος τρόπος ἐκεῖ, δι’ οὗ δύναται νὰ παραιτηθῇ τις βουλευτὴς, εἶναι νὰ δεχθῇ ἔμμισθον θέσιν ἐμμίσθως. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔποψις ἡ νομικὴ τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀναμφισβήτητος, καὶ δύναμαι νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν, ἣν θεωρῶ ἄλλως ἄτοπον, διότι, εἶπον, ὅτι ὅλοι οἱ σχολιασταὶ ἐξέφρασαν τοιαύτην γνώμην, δὲν εἶναι, λέγω, τὸ νομικὸν ζήτημα τὸ μόνον, οὐδὲ τὸ σπουδαιότερον· τὸ κυριωδέστερον ζήτημα εἶναι τὸ συνταγματικὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τοῦτο δὲ ἀντιθέτως ἔχουσι τὰ πράγματα ἢ ὡς ἐξετέθησαν. Ἵνα δυνηθῶσιν οἱ ἀγορεύσαντες νὰ στηρίξωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, ἠναγκάσθησαν νὰ διαστρέψωσι τὰ συντάγματα ὅλου τοῦ κόσμου. Ὁ κ. Κοντογούρης ἐξέθηκε, πλὴν τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, τὶ γίνεται ἐν Ἰταλίᾳ, τὶ γίνεται ἐν Γαλλίᾳ, τὶ ἐν Βελγίῳ καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ὅμως ἐκεῖ γίνεται τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶπε, γίνεται μάλιστα καί τι πλέον, διότι ἂν ἡμεῖς ἠκολουθοῦμεν τὰς ἀρχὰς τῶν συνταγμάτων τῆς Ἀγγλίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ διορίσωμεν πρόσωπα εἰς θέσεις, εἰς ἃς δὲν δυνάμεθα νὰ διορίσωμεν αὐτὰ κατὰ τὸ γράμμα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Ἐν Ἀγγλίᾳ δύναται νὰ διορισθῇ τις εἰς ἔμμισθον θέσιν ἀμίσθως, ὡς εἶπον, δύναται νὰ διορισθῇ καὶ εἴς τινας θέσεις ἐμμίσθως, ἀλλὰ προσωρινῶς· ἐν Γαλλίᾳ δύναται νὰ διορισθῇ πρέσβυς ἔμμισθος, διότι ἐν ᾧ τὸ Δημοκρατικὸν σύνταγμα τῆς Γαλλίας ἀναγράφει τὴν αὐτὴν ἀρχὴν τοῦ ἡμετέρου συντάγματος, ἔχει ρητὴν ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τοὺς πρέσβεις καὶ ὡς πρὸς ἑτέρους τινὰς ὑπαλλήλους. Εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας ἄρα περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν: πρὶν ἐπικαλεσθῆτε τὰς συνταγματικὰς τῶν ἐθνῶν ἐκείνων ἀρχὰς, ἔπρεπε νὰ τὰς σπουδάσητε καὶ νὰ πληροφορηθῆτε τὶ συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀναγκάζητε νὰ ἐκθέτωμεν ἐνταῦθα τὰς ἐκεῖ κρατούσας διατάξεις, ἵνα δείξωμεν ὅτι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὸ αὐτὸ συμβαίνει, ὅπερ ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐπράξαμεν· ὅτι καὶ ἐκεῖ τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ἀπαγορεύει πάντα ὅσα παρ’ ἡμῖν ἀπαγορεύονται. Ἐν Ἰταλίᾳ δύνανται νὰ διορισθῶσιν ὑπάλληλοι καὶ νὰ διατελῶσι βουλευταὶ ὑπάλληλοι ἔμμισθοι εἰς θέσεις ρητῶς κανονιζομένας ἐν τῷ Συντάγματι μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 40, ὑμεῖς δὲ διαμαρτύρεσθε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ Κοινοβούλιον, ὑπαρχόντων ἐν τῇ Βουλῇ προσώπων, ἐχόντων ἐξάρτησιν ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ οὐχὶ χρηματικήν. Τὴν ὑψίστην ταύτην συνταγματικὴν ἀρχὴν δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κατανοήσωσιν ἐν Ἰταλίᾳ. Ἐνόμισαν ἐκεῖ ὅτι εἶναι πρέπον νὰ τεθῇ περιορισμός τις, ἀλλ’ ὅτι ἠδύναντο ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἰσέλθωσι 40 ὑπάλληλοι, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ νοθευθῇ τὸ πολίτευμα. Τὸ πνεῦμα ἄρα τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, ὅπερ ἀνευρίσκομεν ἐν τοῖς ξένοις συντάγμασιν, ἐξ ὧν ἠρύσθημεν τὸ ἡμέτερον, πᾶν ἄλλο μᾶς ὑπαγορεύει, ἢ ν’ ἀποφύγωμεν διορισμὸν βουλευτοῦ εἰς ἄμισθον θέσιν, ὡς ὑπάρχοντος ἀσυμβιβάστου, πανταχοῦ δὲ βλέπομεν τοὺς διορισμοὺς τούτους ἐπιτρεπομένους, εἴς τινα δὲ Κράτη, ἅτινα εἴχομεν ὡς ὑπόδειγμα, βλέπομεν ἐπιτρεπομένους διορισμοὺς βουλευτῶν, οὐ μόνον εἰς ἀμίσθους, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμμίσθους θέσεις, ἐν δὲ Γαλλίᾳ καὶ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου πρεσβευτοῦ. Πόθεν λοιπὸν ἠθέλομεν ἀρυσθῆ τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν εἰς διαταγὴν περὶ νέας ἐκλογῆς ἐν Σύρῳ; ἐὰν προβαίνομεν εἰς τοῦτο, δὲν ἠθέλομεν πράξει τι ἄντικρυς ἀντιστρατευόμενον εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος; ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν φρονοῦσαν καὶ ἀποδείξασαν ὅτι φρονεῖ ἐκ προηγουμένης πράξεως, ὅτι τὸ σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τὸν διορισμὸν βουλευτοῦ εἰς θέσιν ἀμίσθου πρεσβευτοῦ, νὰ θεωρήσῃ τὴν θέσιν κενωθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ τοιούτου διορισμοῦ καὶ νὰ διατάξῃ νέαν ἐκλογήν; καὶ ἐὰν ἐπράττομεν τοῦτο, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῆς Ἐπαρχίας καὶ ἀπέναντι τοῦ παλαιοῦ ἀντιπροσώπου καὶ ἀπέναντι τοῦ εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ ἐκλεχθέντος; Ἐὰν τοιαύτη ἐγίνετο ἐκλογὴ, οἱ ἔχοντες τὴν ἡμετέραν γνώμην περὶ ἀσυμβιβάστου θὰ μᾶς ἔλεγον, πῶς ἔφερες ἐν τῷ βουλευτηρίῳ πρόσωπον, ἵνα καθέξῃ θέσιν μὴ κενωθεῖσαν; καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις, εἰς ἣν φέρεις ἡμᾶς, τοῦ ν’ ἀναγκασθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκλογὴ, κατὰ τ’ ἄλλα νόμιμος, εἶναι ἄκυρος; Βεβαίως τοιοῦτόν τι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, οὐδὲ θὰ ἠγείρετο τοιοῦτο ζήτημα σήμερον, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη, διότι ἐπὶ προφάσει συζητήσεως περὶ τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ Σύρου γίνεται συζήτησις περὶ καταλλήλου διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη εἰς Ἱσπανίαν, καὶ ἐπὶ προφάσει τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη εἰς Ἱσπανίαν γίνεται συζήτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν Κωπαΐδα, διότι ἤλπισάν τινες, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουσιν ἠχὼ ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ἤλπισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ παραστήσωσιν, ὅτι ἐν τῇ Κωπαΐδι συνέβησαν πράγματα ἀπόῤῥητα, ἅτινα ἔχουσι τὸ γόητρον τοῦ ἀγνώστου καὶ τοῦ ἀδιεξερευνήτου καὶ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωσιν ἄλλο τι γόητρον εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, κατέφυγον εἰς τὸ βορβορῶδες γόητρον τῆς Κωπαΐδος. Ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ Κωπαΐς παρεχωρήθη παρανόμως, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ παραχώρησις ἐγένετο νομίμως καὶ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ παρὰ προκατόχων ἡμῶν· ἰσχυρίσθησαν, ὅτι κακοήθως συνετάχθη τὸ καταστατικὸν, καὶ κατεδείχθη ὅτι, ἂν τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο εἶναι κακόηθες, δὲν ὑπάρχει ὄνομα διὰ τὰ καταστατικὰ σχεδὸν πασῶν τῶν ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι· ἰσχυρίσθησαν τέλος, καὶ εἶχον λησμονήσει τοῦτο ὁμιλῶν πρότερον περὶ Κωπαΐδος, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιώξῃ τὴν κακοήθειαν τῆς δημοσιεύσεως ἀποσπάσματος τοῦ καταστατικοῦ καὶ οὐχὶ ὁλοκλήρου τοῦ καταστατικοῦ ἐπὶ τῶν τίτλων τῆς ἑταιρίας· ἐξητάσαμεν δὲ καὶ τοῦτο· ἐξητάσαμεν, ἂν ὁ Γαλλικὸς νόμος ἀπαιτῇ τὴν δημοσίευσιν τοῦ καταστατικοῦ ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοῦ τίτλου τῆς ὁμολογίας καὶ εὕρομεν, ὅτι δὲν τὴν ἀπαιτεῖ· ἐξητάσαμεν ἂν, γενομένης ἔστω καὶ αὐτοπροαιρέτως δημοσιεύσεως ἐπὶ τοῦ τίτλου διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ, πρέπει κατ’ ἔθιμον, ἂν οὐχὶ κατὰ νόμον, ἡ δημοσίευσις νὰ περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς διατάξεις, καὶ εὕρομεν ὅτι εἰς ἁπάσας τὰς ἐπὶ τῶν τίτλων δημοσιεύσεις εἴθισται ὅπως αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ὀφέλη τῶν ἱδρυτῶν, παραλείπωνται· τοῦτο δὲ εὕρομεν οὐ μόνον εἰς τοὺς τίτλους γαλλικῶν ἑταιριῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τίτλους ἑλληνικούς. Ἔχω ἐνταῦθα τίτλους τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 καὶ τοῦ τῶν 60,000, 000. Εἰς τοὺς τίτλους τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἶναι ὑπογεγραμμένος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης καὶ βλέπω ἐδῶ ἐπὶ τοῦ τίτλου ἀναγεγραμμένον ἀπόσπασμα τοῦ νόμου τοῦ 1879 περιέχον ἄλλας διατάξεις περὶ τοῦ δανείου τούτου οὐδεμίαν δὲ διάταξιν περὶ τῶν ὠφελειῶν τῶν συμβληθέντων, ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς τίτλους τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 διότι γενικὸς κανὼν ὑπάρχει οὕτω νὰ συντάσσωνται αἱ ὁμολογίαι. Οὕτως, ἀνατρέξαντες ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς Σύρου μέχρι Κωπαΐδος, εἴδομεν πάντας τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνατρεπομένους καὶ ἐν τοῖς περὶ Κωπαΐδος ἐξαφανιζομένην τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα· ἂν δέ τι μένῃ ἐξ αὐτοῦ, εἶναι αἱ περὶ τῶν ἐπινοησάντων τοιαύτην ἐπίθεσιν θλιβεραὶ ἐντυπώσεις. Ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ Κωπαΐδος καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κυρίου Σκουλούδη, διότι δυστυχῶς τοιοῦτον θέμα ἐθεώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραστήσῃ ὡς τὸ κύριον ἐν πολιτικῷ ζητήματι. Ἀλλὰ θὰ ἐξεπλήρουν τὸ καθῆκόν μου, ἂν περιωριζόμην εἰς τὴν δοθεῖσαν ἀπάντησιν εἰς ὅσα ἡ ἀντιπολίτευσις ἐθεώρησε σπουδαῖα, ἡμεῖς δὲ θεωροῦμεν ἁπλῶς ὡς ὑπαγορεύσεις πολιτικῆς ἐμπαθείας καὶ κερδοσκοπίας; Βεβαίως ὄχι. Ἔχω τὸ καθῆκον ἐν τῷ πολιτικῷ τούτῳ ζητήματι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθημεν τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων ὑπῆρξεν ὁ πρέπων καὶ ὁ κατὰ τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἁρμόζων καὶ ὁ σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους· ὀφείλω ν’ ἀποδείξω ὅτι οὐδὲν παρελείψαμεν ἵνα ἐκπληρώσωμεν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης συνόδου μέχρι τῆς σήμερον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τότε ἀνελάβομεν· ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὰ νομοθετήματα τὰ τότε ψηφισθέντα, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν παρεξεκλίναμεν ἐκ τῶν ὁρισθέντων καὶ ἂν δὲν ἐδείξαμεν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν τὴν πρέπουσαν σπουδήν· ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὶ ἐγένετο κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων ὡς πρὸς τὰς διεξαχθείσας δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ τί ἐγένετο ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν ἐν γένει τοῦ τόπου· διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι παρουσιάζονται ἐν Ἑλλάδι ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐν ἄλλοις κοινοβουλίοις δὲν παρουσιάζονται καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ἦναι μακρὰν ἡμῶν ὁ χρόνος καθ’ ὃν δὲν θὰ ἐξακολουθῶσι παρουσιαζόμενα καὶ ἐνταῦθα· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν λόγον καὶ περὶ τούτων, τουτέστι περὶ φυγοδικίας, περὶ ζωοκλοπῆς, περὶ παρανόμου ὁπλοφορίας. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι κηλίδας τοῦ κοινωνικοῦ ἡμῶν βίου, τὰς ὁποίας καθῆκον ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις νὰ προσπαθῇ βαθμηδὸν καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον νὰ ἐξαλείψῃ ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι, δὲν πρέπει ν’ ἀρνώμεθα τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν, τοὐναντίον πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς. Περὶ τῶν νόμων, οὓς ἐψήφισεν ἡ παρελθοῦσα Βουλή, ἐγένετο λόγος ὑπὸ τὴν ἔποψιν μάλιστα τῆς ἐπικρίσεως τῶν νόμων αὐτῶν, ὡσανεὶ περὶ τούτου ἐπρόκειτο σήμερον ἐν τῷ πολιτικῷ ζητήματι. Δὲν λέγω ὅτι ἐπαύσαμεν εὐθυνόμενοι ἐπὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν νόμων τούτων, ἀφοῦ ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπεναντίας ἀξιοῦμεν νὰ φέρωμεν πάντοτε τὴν εὐθύνην τῆς ἐπ’ αὐτοῖς πρωτοβουλίας, ἰδίως μάλιστα, ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν παρ’ ἡμῶν· διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὴν εὐθύνην ταύτην ἠθέλομεν θεωρήσει λίαν βαρεῖαν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους τούτους ἄλλος τις ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐφόσον ηὐτυχήσαμεν ἡμεῖς νὰ ἤμεθα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, φέρομεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῶν. Ἂν παρ’ ἡμῶν ἐφαρμοζόμενοι ἀποδειχθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι κακῶς συνταχθέντες, κακῶς ἐπινοηθέντες, ἡ εὐθύνη πᾶσα ἀνήκει εἰς τοὺς σχόντας τὴν πρωτοβουλίαν. Δὲν θέλω δὲ νὰ ἐξετάσω πάλιν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε δυστυχῶς παρουσιάζεται, ὁσάκις πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν περὶ τούτων συζητοῦμεν, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τοιούτων νομοθετημάτων δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀπόλυτος· διότι πᾶν φορολογικὸν νομοθέτημα εἶναι κακὸν, ἀπολύτως δὲ ἐξεταζόμενον, δύναται ν’ ἀποδειχθῇ κάκιστον· μόνον σχετικῶς ἐξεταζόμενον πρὸς τὰ περιστάσεις καὶ πρὸς τὰς ἀντιθέτους προτάσεις, δύναται ν’ ἀποδειχθῇ καλῶς ἔχον. Ποῖος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι φορολογία ἔστω καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου ἢ ἐπὶ τῶν καπνῶν, βεβαίως δὲ ἐπὶ τῶν οἴνων, δὲν ἔχει ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ; ἀλλὰ διὰ τῶν φορολογιῶν τούτων ἐπετύχομεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαῦτα διὰ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἐπιτυχόντες ἀποτελέσματα, ὑπολείπεται, ἵνα ἐκτιμήσωμεν ταῦτα, νὰ ἴδωμεν ποῖα ἄλλα νομοθετήματα προτείνουσιν οἱ ἐπικρίνοντες εἰς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ τοιαῦτα ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν παρουσιάζει, ἐξετάζει δὲ τὰ νομοθετήματα ἡμῶν ἀπολύτως ὡς κακὰ, διότι εἶπον ὅτι πᾶν φορολογικὸν νομοθέτημα ἀπολύτως ἐξεταζόμενον εἶναι κακὸν, ἐνῷ ἔδει ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶναι τὰ ἄριστα ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ, οὐδὲν δ’ ἄλλο ὑπεδείχθη σύστημα δι’ οὗ ὁ σκοπὸς ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἀλλὰ τοιαῦτα ὄντα τὰ νομοθετήματα, τοῦτ’ ἔστι κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην τὰ ἐπιτυχέστερα πάντων ἐν συγκρίσει πρὸς οἱαδήποτε ἄλλα ἠδύναντο νὰ προταθῶσιν εἰς ἀπόκτησιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐπράξαμεν πᾶν τὸ ἐφ’ ἡμῖν ἵνα ἐκτελέσωμεν αὐτά; ἡ δὲ ἐκτέλεσις ἡ παρ’ ἡμῶν γενομένη ἀπέδειξεν αὐτὰ ἐφαρμόσιμα; ἀπέδειξε, πλὴν τοῦ ἐπιτυχοῦς τῆς ἐπινοήσεως, ὅτι ἡ διασκευὴ τῶν νομοσχεδίων ὑπῆρξε μεμελετημένη, ἢ τοὐναντίον ἀπεδείχθη τὸ συνεχῶς ἐπαναλαμβανόμενον παρὰ τῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ῥητόρων, ὅτι κατὰ τὴν τετριμμένην αὐτῶν φράσιν, τὰ νομοσχέδια ἦσαν ἀκατασκεύαστα, καὶ ἀμελέτητα; Καὶ πάλιν, διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, πρέπει σχετικῶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ κατ’ αὐτούς. Εὐτυχῶς ὅμως ἐδῶ ἡ σχέσις δὲν θὰ ἐπιζητηθῇ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, διότι παρ’ αὐτῇ οὐδὲν θὰ εὕρωμεν, ἀλλὰ θὰ ἐπιζητηθῇ ἐν ξένοις κράτεσι. Θὰ ἴδωμεν εἰς ξένα κράτη, ὅτε τοιοῦτοι νόμοι ἐψηφίσθησαν, πόσος παρῆλθε χρόνος μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν; ἂν δὲ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐνταῦθα παρῆλθεν ὀλιγώτερος χρόνος πρὸς ἐφαρμογὴν καὶ ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τοῦ παρελθόντος εἰς ἄλλα Κράτη πρὸς ἐφαρμογὴν, ἴσως οὐχὶ κατὰ πάντα ἐπιτυχῆ, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῷ ὅρῳ τούτῳ τῆς συγκρίσεως δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι εἴμεθα λίαν δεδικαιολογημένοι περὶ τὴν ἐνέργειαν ἡμῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ τελευταῖος τοιούτου εἴδους νόμος εἶναι ὁ ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν φωσφόρων. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη τὸ πρῶτον κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1871 ὡς νόμος φορολογικός, τοῦτ’ ἔστιν ἐπέβαλε τέλος ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας βιομηχανίας. Δὲν παρῆλθον πολλοὶ μῆνες καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νέον νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου πρὸ τῆς πλήρους ἐκτελέσεως τοῦ πρώτου μεταβάλλει τὴν βάσιν καὶ ἀντὶ τέλους ἐπιβάλλει τὴν φορολογίαν διὰ τοῦ μονοπωλίου, καὶ ὁ νόμος περὶ τοῦ μονοπωλίου ψηφίζεται τὸν Αὔγουστον τοῦ 1872, καὶ πότε ἐφαρμόζεται τὸ μονοπώλιον; ἐφαρμόζεται ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1875. Δημοσιεύεται ὁ νόμος τὴν 2 Αὐγούστου 1872, παραχωρεῖται εἰς ἑταιρίαν ἡ διαχείρισις τοῦ μονοπωλείου τὴν 12 Ὀκτωβρίου τοῦ 1872 καὶ ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1875. Τὰ δὲ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις ἡ Γαλλικὴ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου, δὲν ὑπῆρξαν προσκόμματα κομματισμοῦ, προσκόμματα ἀντιδράσεως, ἐλπιζούσης ὅτι διὰ τῆς ἀγανακτήσεως τῆς κοινωνίας ἐκ τῆς φορολογίας θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ἀπόκτησις τοῦ χαρτοφυλακίου. Δὲν εὗρεν ἡ κυβέρνησις ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως ἡμεῖς ἐνταῦθα, συνησπισμένους τοὺς ἐνδιαφερομένους, ὅπως οὐδεμίαν μὲν παράσχωσι συνδρομὴν εἰς τὴν κυβέρνησιν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τοὐναντίον δὲ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ πάσης διατάξεως τοῦ νόμου, ἵνα καταστήσωσι τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ δυσχερεστέραν καὶ ἐπιτύχωσι τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο λόγος ἐν τῇ συνεδριάσει ταύτῃ περὶ μετακλήσεως ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐργατῶν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ καπνοῦ νόμου. Ναὶ, ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν ἐργάτας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι τοὺς ἐνταῦθα ἐργάτας περιέλαβον οἱ διευθύνοντες τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν εἰς σύστασιν πρὸς ἀπεργίαν, ἐλπίζοντες ὅτι τοιουτοτρόπως θ’ ἀπεδεικνύοντο μὴ ἐφαρμόσιμα τὰ μέτρα, καὶ ἐρχόμενοι ἡμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἄνευ τῆς ἐκτελέσεως τῶν μέτρων, θὰ ἠναγκαζόμεθα νὰ τοῖς παραδώσωμεν τὴν ἀρχήν. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα τὰ προσκόμματα, ἡμεῖς, μετακαλέσαντες ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ διευθυντὰς καὶ ἐργάτας καὶ ἀναπληρώσαντες τοὺς ἐνταῦθα ἐργάτας καὶ διὰ μηχανημάτων τελειοτέρων, ἠδυνήθημεν ν’ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ ἐκ τοῦ συνασπισμοῦ κινδύνου καὶ σήμερον νὰ βλέπωμεν ζητουμένην τὴν δικαιοσύνην τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὸ ἔλεος παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο τὰ ὄργανα τοιαύτης πολιτικῆς ἐνεργείας. Οἱ ἐργάται οὗτοι θέλουσιν εὕρει ἐργασίαν, ἀλλὰ θέλουσι τὴν ὀφείλει εἰς τὸ φιλοδίκαιον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· θέλουσι δὲ μάθει, λαμβάνοντες τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ ἀπολαμβάνοντες τὸν ἄρτον, ὅτι ἐὰν ὑπερίσχυον οἱ συμβουλεύοντες αὐτοὺς, ἤθελον σήμερον διατελεῖ ἐπὶ τῆς ψάθης. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἀκολουθοῦμεν τὸ παράδειγμα ἐκείνων· ἡμεῖς μόνον ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀνάγκη διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ μέτρου προέβημεν εἰς πάντα τὰ διαβήματα τὰ συντελεστικὰ, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν τοιούτου συνασπισμοῦ. Ἀπαλλαγέντες ἤδη τοῦ συνασπισμοῦ καὶ δυνάμενοι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον, τουτέστι νὰ δώσωμεν τὸν νόμον, τὸν παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντα νόμον, εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἠθέλησαν ν’ ἀντιταχθῶσι πρὸς ἡμᾶς, θὰ εὕρωμεν τὸ μέσον ἵνα καὶ οὗτοι πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ὑπὸ τὸ νέον σύστημα, διότι τοῦτο οὐδένα ἀποκλείει, τοὐναντίον καθιστᾷ τὴν βιομηχανίαν ταύτην ἔτι ἐπιτυχεστέραν ἢ ὅτε τὸ πρῶτον ἐλειτούργει. Πάντες σήμερον ἀναγνωρίζουσιν ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὠργανώθησαν τὰ καπνοκοπτήρια τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ πρόοδον ἐν τῇ βιομηχανίᾳ ταύτῃ. Καὶ πολλάκις ἐῤῥέθη, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις εἶνε κακοὶ ἔμποροι καὶ κακοὶ βιομήχανοι· καὶ βεβαίως κατ’ ἀρχὴν οὕτως ἔχει. Ὅταν ὅμως ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου τούτου βλέπετε τὴν Κυβέρνησιν ἀποδειχθεῖσαν τοσούτῳ καλὸν ἔμπορον, τοσούτῳ καλὸν βιομήχανον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον διὰ προόδου σπουδαιοτάτης ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, ὡς εἰσαγαγοῦσα ἐν τῷ τόπῳ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν ἐργασίαν ταύτην ἀσυγκρίτως οἰκονομικωτέραν, δὲν δύνασθε ν’ ἀξιῶτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε τοῦ καθήκοντος αὑτῆς, ἢ ὅτι ἀνεπιτυχῶς διεξήγαγεν αὐτό. Σήμερον ἔχομεν καταστήματα κυβερνητικὰ κοπῆς καπνοῦ καὶ καταστήματα ἰδιωτικὰ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως λειτουργοῦντα. Τί συμβαίνει, κύριοι; οἱ ἔχοντες τὰ ἰδιωτικὰ καταστήματα ἀναγκάζονται νὰ μεταφέρωσι πολὺ μέρος τοῦ πρὸς κοπὴν καπνοῦ των εἰς τὸ κυβερνητικὸν κατάστημα, διότι καὶ ταχύτερον ἐνεργεῖται ἐκεῖ ἡ ἐργασία καὶ τελειότερον καὶ οἰκονομικώτερον. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν τοὺς μέχρι τοῦδε, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μέλλοντι ἔσονται πολὺ ἐπωφελέστεροι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, διότι προβαίνομεν ἤδη ἐλαττοῦντες τὸ προσωπικὸν μετὰ τὴν πρώτην δοκιμὴν, ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ προσδιορισθὲν τῶν 50 λεπτῶν διὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶνε ἐπαρκὲς πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν, ἐνῷ ἐξ ὧν ἔχομεν πληροφοριῶν ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν καταστημάτων, εἰς αὐτὰ ἑκάστη ὀκᾶ κοπτομένου καὶ συσκευαζομένου καπνοῦ στοιχίζει μίαν δρ. καὶ εἴκοσι λεπτά. Πόθεν ἡ οἰκονομία αὕτη; Ἡ οἰκονομία προέρχεται ἐκ τούτου, ὅτι ἔμαθεν ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ βιομηχανία τοῦ τόπου τούτου δὲν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ὅτι ὑπάρχουσι μηχανήματα λειτουργοῦντα λίαν εὐχερῶς, μὴ ἀπαιτοῦντα πρὸς τὸν χειρισμόν των μεγάλην δεξιότητα, τὰ ὁποῖα κόπτουσι τὸν καπνὸν καὶ οἰκονομικώτερον καὶ ταχύτερον τῶν ἐν χρήσει. Ὅτε ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νέων μηχανημάτων ἡ ἐνταῦθα βιομηχανία μᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὡς Κυβέρνησις ἀγνοοῦμεν τοιαῦτα ζητήματα, ὅτι δὲν θέλομεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῶν εἰδημόνων καὶ πεπειραμένων, καὶ ὅτι ἠθέλομεν ῥίψει τὰ χρήματα τοῦ Κράτους εἰς τὴν θάλασσαν. Εἴδομεν ταῦτα δημοσιευόμενα καὶ ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ σήμερον θαυμάζουσιν αὐτοὶ οἱ βιομήχανοι, πῶς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δὲν ἐπωφελήθησαν ἐκ τῶν μηχανημάτων τούτων, ἵνα πραγματοποιήσωσι σπουδαῖα κέρδη. Ἐφηρμόσαμεν τὸν νόμον περὶ κοπῆς τοῦ καπνοῦ ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν, ἐνῷ τὸν περὶ φορολογίας τῶν φωσφόρων, ὡς εἶπον, ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμόσωσιν, εἰμὴ μετὰ ῥιζικὴν αὐτοῦ μεταβολὴν, καὶ μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν. Τὸν ἐφηρμόσαμεν δὲ εἰς τρόπον, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θέλει ἐπιτύχει καὶ πέραν τῶν προσδοκιῶν ἡμῶν αὐτῶν, τῶν σχόντων τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ μέτρου. Εἶπέ τις τῶν βουλευτῶν, ὅτι ἀποδεικνύεται ὁ νόμος οὗτος ὁ κάκιστος τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν, διότι αἱ δαπάναι πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἀναβαίνουσιν εἰς 20 τοῖς ἑκατὸν, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, δύνανται δὲ ν’ ἀναβῶσι καὶ εἰς 25, εἰς 30, εἰς 40%· τοῦτο δ’ ἐξαρτᾶται κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι οὕτω προέβησαν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν, ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ κοπτομένου καπνοῦ. Ἠκούσαμεν, νομίζω, τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τοῦ θεωρουμένου ὡς πρὸς τὰ τοιαῦτα ὡς τοῦ μᾶλλον ἐντριβοῦς, λέγοντος ὅτι, ἐὰν ἔχητε 2 ἑκατομ. ἔξοδα προσόδου ἐπὶ 10 ἑκατομμυρίων, ἔχετε ἀναλογίαν 20%, ὅταν ὅμως τὰ 2 ἑκατομμύρια δαπανᾶτε ἐπὶ προσόδου 5 ἑκατομ, θὰ ἔχητε ἀναλογίαν 40%. Τοῦτο ἐννοοῦσι καὶ ἄλλοι βουλευταὶ μὴ ἔχοντες τὴν πεῖραν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ τὴν ἑξῆς ἀπορίαν, πῶς ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἠδυνήθη νὰ νομίσῃ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι, ἂν θὰ ἔχωμεν 2 ἑκατομμύρια δαπάνην προσόδου ἐκ κοπῆς καπνοῦ 10 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχωμεν 2 ἑκατομμ. δαπάνην ἐπὶ προσόδου 5 ἑκατομμυρίων. Ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 2 ἑκατομμ. δαπάνην, διότι ἐσημειώσαμεν 10 ἑκατομμ. εἴσπραξιν· ἀλλ’ ἡ τοιαύτη εἴσπραξις ὑπελογίσθη ἐπὶ καπνοῦ κοπτομένου εἴτε πρὸς ἐγχώριον κατανάλωσιν, εἴτε ἐπὶ ἐξαγωγῇ 4 ἑκατομμυρίων. Ἵνα ἔχωμεν 5 ἑκατομμ. εἴσπραξιν, θὰ ἔχωμεν κοπὴν πολλῷ ἐλάσσονα, καὶ ἑπομένως καὶ δαπάνη, πολὺ μικροτέραν, διότι ὁ κ. Σωτηρόπουλος λησμονεῖ φαίνεται ὅτι τὸ πλεῖστον τῆς δαπάνης λογίζεται κατ’ ὀκᾶν καὶ οὐχὶ ἀπολύτως· ἀπόλυτος εἶναι μόνον ἡ δαπάνη τοῦ καταστήματος, τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἑνὸς ἔτι ὑπαλλήλου εἰς τὰ μεγαλείτερα καταστήματα. Ὅλον τὸ ἄλλο προσωπικὸν παρακολουθεῖ τὸ ποσὸν τῆς κοπῆς. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἐστηρίχθη τὸ σπουδαῖον, ὡς ἐνόμισάν τινες, ἐπιχείρημα, ὅτι κακὸς ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος εἰσπράττεται διὰ μεγάλης δαπάνης· ἡ εἴσπραξις, εἶπον, τῆς προσόδου ταύτης, ἔστω καὶ τῶν 10 ἑκατομμυρίων, ἀποκτᾶται διὰ δαπάνης 2 ἑκατομμυρίων, ἑπομένως τὸ ποσοστὸν ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον. Ἂν κατὰ τὰς ἀναλογίας ταύτας ἐξήταζον τοὺς νόμους ἄλλων κρατῶν περὶ μονοπωλίων καπνοῦ, εἰς ποῖα συμπεράσματα ἤθελον φθάσει περὶ τῆς κουφότητος τῶν κυβερνήσεων τῶν κρατῶν ἐκείνων! Ἡ κουφότης τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως π. χ. κατὰ τὴν ἰδέαν τῶν βουλευτῶν τούτων, τῶν ἐντριβῶν περὶ τὰ οἰκονομολογικὰ, εἶνέ τι ὅλως ἔκτακτον· διότι ἂν ἡμεῖς ἀποδεχώμεθα δαπάνην ἀναβαίνουσαν εἰς 20%, ἐκείνη ἀπεδέχετο δαπάνην ἀναβαίνουσαν εἰς 40%, κατώρθωσεν ὅμως βαθμηδὸν νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὴν μέχρι τοῦ 19½%· ὥστε ἡ κουφότης τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως σήμερον ἔφθασε νὰ ἦναι ἴση πρὸς τὴν κουφότητα τῆς Ἑλληνικῆς. (Ἱλαρότης) Ἡ Ῥωμουνία, ἥτις ἔχει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀπὸ ὀλίγων ἐτῶν νόμον περὶ μονοπωλίου καπνοῦ, διαχειριζομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ πρότερον εἶχε νόμον περὶ μονοπωλίου διαχειριζομένου ὑπὸ ἑταιρίας, εἰσπράττει ἀκαθάριστα 27 ἑκατ. Ἐπὶ τῶν 27 ἀκαθαρίστων ἑκατομ. μετὰ δαπάνην 9–10 ἑκατομ., 17 ἑκατομ. καί τι πλέον εἶναι τὸ καθαρόν. Τὶ θὰ εἴπωμεν λοιπὸν περὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὸ ἄριστον φορολογικὸν νομοθέτημα θεωρεῖται τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ; διότι ὁσάκις θέλουσι περὶ καπνοῦ νὰ φέρωσι παράδειγμα ἐπιτυχοῦς ἐφαρμογῆς μονοπωλίου, ἀναφέρουσι τὴν Ῥωμουνίαν· ἐν τούτοις κατὰ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶναι χειρότερος τοῦ ἡμετέρου, διότι οἱ ἀριθμοὶ τῶν δαπανῶν τῆς εἰσπράξεως εἶναι μεγαλείτεροι.
§54ΤΡΑΚΑΣ. Εἰς τὰ 9 ἢ 10 ἑκατ. συμπεριλαμβάνεται τὸ ἀντίτιμον τῆς ὕλης;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφαιρέσατε τὴν ἀξίαν τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ εὕρητε......
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀξία τοῦ καπνοῦ εἶναι 4,500,000, περιλαμβανομένη ἐντὸς τῶν 9 ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα ἑκατομμύρια ἀξία εἶναι, διότι μὴ νομίζετε, ὅτι ἀξία μόνον εἶναι ἡ ὕλη, ἀξία εἶναι καὶ ἡ ἐργασία διὰ τὴν κοπήν, διὰ τὴν μετασκευὴν καὶ τὴν συσκευήν. Ὁ καπνὸς κόπτεται, μεταποιεῖται εἰς σιγάρα, λαμβάνει πάσας ἐκείνας τὰς μορφάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας προσφέρεται εἰς τὸ ἐμπόριον· ἵνα φθάσῃ δὲ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἀπαιτεῖται δαπάνη 9 ἕως 10 ἑκατομ. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ δαπάνη ἀντιπροσωπεύει ἐργασίαν καὶ δὲν ὑπάρχει σχεδὸν δαπάνη εἰσπράξεως ἀξία λόγου. Πᾶσα ἡ δαπάνη ἀντιπροσωπεύει ἐργασίαν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶνε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα πρότερον, ὅτι γίνεται δαπάνη διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐν τοῖς ἰδιωτικοῖς ἐργοστασίοις μιᾶς δραχμῆς καὶ εἴκοσι λεπτῶν, ἐνῶ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῆς Κυβερνήσεως γίνεται δαπάνη 50 λεπτῶν. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἔξοδον εἰσπράξεως, ἀλλ’ ἔσοδον εἰσπράξεως, ἔσοδον ὅμως οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου. Βεβαίως ἡ ἀρχὴ εἶναι ὀρθὴ, ὅτι οἱ φόροι οἱ εἰσπραττόμενοι διὰ μεγάλης δαπάνης εἶναι ἀποκρουστέοι καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ἴσως αὔριον, σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τῶν διοδίων καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῶν δι’ ἄλλης φορολογίας, διότι τὰ διόδια, πλὴν τῶν ἄλλων αὐτῶν ἐλαττωμάτων, εἶναι ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν φόρων ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται μεγαλειτέρα δαπάνη εἰσπράξεως Τὸν νόμον δὲ τοῦτον περὶ καπνοῦ ἐὰν ἠδύναντο ν’ ἀποδείξωσι πάσχοντα τὸ αὐτὸ πάθημα τοῦ νόμου περὶ διοδίων, ἤθελον παραδεχθῆ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις κατώρθωσε τέλος νὰ εὕρῃ ἓν ἐπιχείρημα κατὰ τῶν φορολογικῶν ἡμῶν μέτρων. Ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἐξ ὅσων εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶνε φόρος εἰσπραττόμενος διὰ μεγαλειτέρας τῶν ἄλλων φόρων δαπάνης, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὅτι δὲν ὑπάρχει φόρος εἰσπραττόμενος διὰ μικροτέρας δαπάνης τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· διότι κατωρθώθη ὅπως αἱ ἐργασίαι τῆς εἰσπράξεως συγχωνευθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς κοπῆς καὶ σισκευῆς, καὶ μὴ προστεθῇ τι εἰς τὴν δαπάνην τῆς κοπῆς χάριν τῆς εἰσπράξεως. Ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου; Ὁ νόμος, ἐφαρμοσθεὶς πρὸ τριῶν ἑβδομάδων, βεβαίως δὲν δύναται νὰ δείξῃ ἔτι τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ τὰ οἰκονομικὰ, δηλ. δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἤδη ποία θὰ ἦναι ἡ διαρκὴς πρόσοδος, διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ἰδίως μάλιστα ὅσοι ἀναγινώσκουσιν ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου οἱ καταναλωταὶ ἐπρομηθεύθησαν καπνὸν διὰ πολὺν χρόνον καὶ ἑπομένως διὰ μῆνας ἔτι ὀλίγη θὰ ἦναι ἡ κατανάλωσις. Ἐν ταῖς ἐφημερίσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνεγινώσκομεν, ὅτι ἔργον πατριωτισμοῦ πράττουσιν οἱ ἐρχόμενοι τοιουτοτρόπως νὰ ματαιώσωσι τὸν νόμον· ἀγοράσατε, ἔλεγον, ὅσον δύνασθε περισσότερον καπνόν, ὥστε ὁ νόμος οὗτος νὰ ματαιωθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Τὸ πρᾶγμα ἐγένετο παρ’ ἄλλων μὲν παρακινηθέντων ἐκ τῶν ἐφημερίδων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παρ’ ἄλλων ἴσως παρακινηθέντων ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ κέρδους, εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι πολὺς κόσμος εἶναι προμηθευμένος ἐκ καπνοῦ ἀφορολογήτου, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νῦν περὶ τῆς διαρκοῦς προσόδου τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἀπὸ τοῦδε εἶναι τὸ τῆς ἐπιτυχοῦς λειτουργίας τοῦ νόμου, τὸ μὴ ἐπαχθὲς τῆς φορολογίας. Ἐγινώσκομεν, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ νόμος οὗτος διεσκευάσθη, ἔμενεν ἐλευθέρα ἐντελῶς ἡ παραγωγή, ἡ ἐξαγωγή, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ κυκλοφορία τοῦ καπνοῦ ἀκόπου, καὶ ὅτι μόνον κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον,........
§58ΤΡΑΚΑΣ. Τὸν λέγον, κ. Πρόεδρε.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ...... ὅτε ἐπρόκειτο νὰ παραδοθῇ εἰς κοπὴν ὁ καπνός, τότε παρενέβαινεν ἡ κυβέρνησις φορολογοῦσα· τοῦτο οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ, ἀλλ’ ἔλεγόν τινες, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν πάντα ταῦτα τὰ ἀγαθὰ, ἠναγκάσθημεν τοῦτο μὲν, νὰ ματαιώσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ φόρου, τοῦτο δὲ, νὰ ἐπιῤῥίψωμεν ἐπὶ τοὺς ἐμπόρους πᾶσαν τὴν ἐπιβάρυνσιν, τὴν ὁποίαν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοῦ παραγωγοῦ. Ὡς πρὸς τοὺς ἐμπόρους ἀπεδείχθη ἤδη τρανώτατα, ὅτι εἶναι ἐπίσης εὐχαριστημένοι ὑπὸ τὸ νέον σύστημα ὡς καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας, οὐδὲν παράπονον ἀκούεται ἤδη περὶ τοῦ νόμου· ἀπ’ ἐναντίας ἐγὼ, ὅστις ἤκουον πρότερον παραινέσεις καὶ παράπονα παρ’ αὐτῶν, σήμερον ἀκούω μόνον εὐχαριστίας διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὡς πρὸς δὲ τὴν πρόσοδον, καί τοι ὡς εἶπον οὐδένα δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν ὑπολογισμὸν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ὀλίγων τούτων ἡμερῶν, αἱ πρόσοδοι ὅμως αὐτῶν ἀποδεικνύουσιν ὅτι μέγισται θὰ ἦναι αἱ πρόσοδοι αἱ κατόπιν. Ἀφίνω τὰς ἄλλας σκέψεις, τὰς ἄλλας πληροφορίας, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐπιτυχία ὡς πρὸς τὴν πρόσοδον κατὰ τὰς ὀλίγας ταύτας ἡμέρας, ἐνῷ εἰξεύρομεν, ὅτι πολὺς κόσμος εἶναι ἐφωδιασμένος ἐκ τοῦ εἴδους τούτου κεκομμένου, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ ἐπιτυχία ἔρχεται, ἵνα ἐπικυρώσῃ πάντα ὅσα ἐκ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν γινώσκομεν. Ὅ,τι δὲ λέγω περὶ τοῦ καπνοῦ, τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ περὶ τοῦ σιγαροχάρτου μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸν νόμον περὶ σιγαροχάρτου ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπολέμει καὶ ὡς γελοῖον. Πιστεύω ὅτι σήμερον οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο, ὅτε ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν μέχρι τοῦδε, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ποσοῦ, δι’ οὗ εἶναι ἐφωδιασμένον τὸ κοινόν, δὲν θὰ αὐξήσῃ σπουδαιότατα ἡ κατανάλωσις, φθάνομεν σχεδὸν εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπολογίσαμεν τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου. Βεβαίως ἡ πρόσοδος θὰ ἦναι πολὺ μεγαλειτέρα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἀλλ’ ἡ πρόσοδος ἡ μέχρι τοῦδε σχεδὸν μᾶς ἔφερεν εἰς ταύτην τὴν ἀναλογίαν. Περὶ τούτου δὲ τοῦ φόρου βεβαίως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ βουλευτής τις, ὅσον δήποτε καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἀντιπολιτευθῇ, ὅτι ἔχει δαπάνας εἰσπράξεως, διότι ἂν ἦτο ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς μου, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ οὐδεμίαν ἔχει δαπάνην εἰσπράξεως, ἐν τῇ αὐτῇ ἀκριβῶς εὕρηται μοίρᾳ καὶ ὁ νόμος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου· ὁ νόμος περὶ σιγαροχάρτου οὐδένα ἀπασχολεῖ εἰδικὸν ὑπάλληλον· ὁ φόρος τοῦ σιγαροχάρτου ἐπάγεται μόνον τὴν δαπάνην πρὸς ἀγορὰν τῆς πρώτης ὕλης, τῶν φυλλαδίων, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀγοράζει εὐθηνότερον παρ’ ὅ,τι ἠγόραζον αὐτὴν πρότερον οἱ ἔμποροι. Ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς τοῦ φυλλαδίου εἶναι δύω λεπτὰ καὶ δέκα χιλιοστὰ τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον πωλεῖται ἀντὶ 20 λεπτῶν, ἑπομένως τὸ δημόσιον πραγματοποιεῖ κέρδος 17 λεπτῶν καὶ 80 χιλιοστῶν. Εἶναι ὁ ἄριστος τῶν φόρων, φόρος τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀποκαλῇ γελοῖον, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του θὰ ἀποδειχθῇ ἀνώτερος βεβαίως ὡς πρὸς τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς, τῶν σπουδαίων ἐκείνων νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ βάθρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστανται τὰ ἀγάλματα ἄλλων οἰκονομολόγων. Γνωρίζομεν τοὺς νόμους ἐκείνους. Διενείμαμεν τὴν ἐθνικὴν γῆν, καὶ τί εἰσπράττομεν ἐκ τῆς ἐθνικῆς γῆς; τί εἰσέπραττον ἐκεῖνοι οἵτινες τὴν διένειμαν, διότι τώρα δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀνικανότητος τῶν διαδόχων, ἀλλὰ τί εἰσέπραττον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν νόμον τοῦτον ἐπενόησαν καὶ φέρουσι τὴν εὐθύνην τῆς πρωτοβουλίας αὐτοῦ; Ἡ εἴσπραξις ἡ ἐκ τοῦ νόμου τούτου εἶναι πολλοστημόριον τῆς εἰσπράξεως ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου· ἡ εἴσπραξις καὶ οὐχὶ ἡ βεβαίωσις, διότι ἐν τῷ φόρῳ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου πᾶν τὸ βεβαιούμενον καὶ εἰσπράττεται. Ὁ νόμος περὶ πνευματωδῶν ποτῶν ἐφαρμόζεται ἀπό τινος χρόνου. Καὶ περὶ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς ποία θὰ ἦναι τὰ διαρκῆ ἀποτελέσματα. Ἀναντιῤῥήτως θὰ πλησιάσῃ ἡ πρόσοδος εἰς τὸ ποσὸν τὸ προϋπολογισθέν· ἀλλ’ ἂν θὰ τὸ ὑπερβῇ ἢ ἂν κατά τι θὰ μειονεκτήσῃ, δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ εἴπωμεν ἤδη ἀκριβῶς. Σήμερον δὲν εἰσῆλθεν ἀκόμη ἡ βιομηχανία αὕτη εἰς τὴν νέαν ὁδὸν, ἥτις τῇ ἐπιβάλλεται ὡς ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης· ὡς ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης μετασκευάζουσι τὰ καταστήματα τὰς μηχανὰς αὐτῶν, τὰ μικρὰ καταστήματα συγχωνεύονται ἐν τοῖς μεγάλοις, καὶ θὰ ἴδωμεν ἱδρυόμενα καταστήματα μέγιστα, ὅπως ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπικρατείαις, ὅπου τοιοῦτοι φόροι ὑπάρχουσι. Γινώσκομεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου εἰσπράττεται ἐκ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν φόρος 23 ἑκατομμυρίων λιρῶν στερλινῶν, ἡ ὅλη παραγωγὴ διεξάγεται ἐντὸς δέκα καταστημάτων. Βλέπετε ἐκ τούτου, ποία θὰ ἐπέλθῃ ἐνταῦθα μεταβολὴ περὶ τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῆς βιομηχανίας ταύτης. Ἀλλὰ καὶ ὅπως ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα, αἱ εἰσπράξεις βεβαίως θέλουσι πλησιάσει εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προϋπελογίσαμεν. Καὶ ἐπὶ τοῦ οἴνου αἱ εἰσπράξεις, καί τοι ἤδη διεξάγονται αἱ βεβαιώσεις, διότι ἐγένοντο αἱ δηλώσεις καὶ ἤδη γίνεται ἡ καταμέτρησις καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γινώσκωμεν ἀσφαλῶς τὸ ἐκ τοῦ πρώτου ἀποταμιεύματος τῆς παραγωγῆς βεβαιωθησόμενον ποσὸν, οὐχ ἧττον βλέπομεν, ὅτι σχεδὸν τὰ ποσὰ τὰ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειούμενα εἶναι ἐξησφαλισμένα. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτον τὸν φόρον ἰδίως ἐῤῥέθη, ὅτι ὑπάρχει τις γογγυσμὸς, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἰδίως εἰς δύω μέρη εἰς τὰς Πάτρας καὶ τὴν Τρίπολιν. Δὲν ἐννοῶ ἐκ τοῦ ὅτι τὰ παράπονα δὲν εἶναι γενικὰ, ἀλλ’ εἶναι τοπικὰ, ἐκ τοῦ ὅτι εἰς πλεῖστα ὅσα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀντὶ παραπόνων ἔχομεν εὐχαριστίας διὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀπαλλάξαντα τὴν παραγωγὴν τῆς ἀμέσου φορολογίας, δὲν ἐννοῶ διὰ τοῦτο ὅτι ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἂν ἔχῃ κατά τι πλημμελῶς, ἵνα ἱκανοποιηθῶσιν αἱ δίκαιαι παραστάσεις. Τοῦτο δὲ λέγω οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, τὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, τὸ λέγω καὶ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀποκρούων τὴν ἰδέαν πολλῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅτι οἱ νόμοι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀκατέργαστοι καὶ ἀμελέτητοι, οὐδαμῶς ἀξιῶ, ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι πρέπει νὰ μείνωσιν ἀμετάβλητοι, ἀπ’ ἐναντίας, ἐξετάζω τὶ ἔπραξαν τὰ ἄλλα Κράτη, ὅτε εἰσήγαγον νόμους καινοφανεῖς, ἐξετάζω τὶ ἔπραξαν ἀλλαχοῦ περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, πρὸς μεταῤῥύθμισιν τοῦ ὁποίου καὶ τελειοποίησιν αὐτοῦ καθ’ ἕκαστον ἔτος φέρεται νέος νόμος, διότι εἰσέτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ τέλειον. Οἱ νόμοι, οὓς εἰσηγάγομεν πέρυσι, εἶναι ὅλως νέοι ἐν Ἑλλάδι, καὶ βεβαίως θέλουσι φθάσει εἰς τὴν τελείαν μόρφωσιν αὐτῶν, ἐὰν ἑκάστη σύνοδος φέρῃ τὰς ὑπαγορευομένας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τροποποιήσεις. Εἴδομεν τὶ συνέβη ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ γενικῆς στρατολογίας, νόμου καὶ τούτου καινοφανοῦς. Εἰσήχθη τὸ πρῶτον ὡς μετάφρασις τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, καὶ ἦτο τὸ ἄριστον, ὅσων ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι, οὐδὲν προηγούμενον ἔχοντες περὶ τούτου, ἔπρεπε νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων ἐθνῶν· ἀλλ’ εἰσαγαγόντες καὶ ἐφαρμόζοντες τὸν νόμον τοῦτον, προσεπαθήσαμεν ὅπως τὰς διατάξεις τὰς ἐκ τῆς πείρας τῶν ἄλλων παραχθείσας προσαρμόσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, κατόπιν δ’ ἐφέρομεν τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἑκάστοτε ὑποδεικνύει. Οὐδεμία σύνοδος παρῆλθε ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἄνευ μεταβολῆς τινὸς, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ γενικὴ ἐπιτυχία τοῦ νομοθετήματος τούτου ὀφείλεται πολὺ εἰς τὴν ἀλληλοδιάδοχον μεταῤῥύθμισιν αὐτοῦ. Μακρὰν λοιπὸν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ ἰδέα τοῦ νὰ παραστήσω τοὺς νέους φορολογικοὺς νόμους ὡς τελείους. Τοὺς παρεστήσαμεν ὡς καταρτισθέντας μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ ἀφοῦ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ στοιχεῖα ὅσα ἠδύνατο Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν συνετάχθησαν, νὰ συλλέξῃ εἴτε τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτων νόμων ἐν ξέναις χώραις, εἴτε τ’ ἀναγόμενα εἰς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις τῆς ἐπικρατείας ταύτης, φρονῶ δὲ, ὅτι θέλομεν ἀποδείξει τὴν σπουδαιότητα τῶν νέων νομοθετημάτων διὰ τῆς προσοχῆς, ἣν θέλομεν καταβάλει, ὅπως, παρακολουθοῦντες αὐτὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, προκαλῶμεν μεταῤῥυθμίσεις τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει δεκτικὰς βελτιώσεως. Καὶ εἰς τοῦτο ἠσχολήθημεν καὶ κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων καὶ ἐπὶ τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νόμων. Ἐνῷ κατεγινόμεθα εἰς τὴν κατανίκησιν τῶν προσκομμάτων, ἅτινα παρενεβάλλοντο, προσεκτικῶς παρηκολουθοῦμεν τὰ τῆς ἐφαρμογῆς, ἵνα παρασκευάσωμεν τὰς μεταβολὰς, ἃς ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὀφείλετε ἄρα οὐ μόνον νὰ ἐξετάσητε τὶ ἐπράξαμεν ἐκτελοῦντες τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ τὰ παρασκευασθέντα εἰς ὑποβολὴν τῇ Βουλῇ πρὸς τροποποίησιν τῶν νόμων. Πλὴν τῶν νόμων τούτων τῶν φορολογικῶν ὠφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἄλλους νόμους ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὠφείλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους περὶ ὁδοποιΐας. Ἠλάβομεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον εἴκοσιν ἑκατομμυρίων καὶ συνωμολογήσαμεν αὐτό. Τὸ συνωμολογήσαμεν διὰ τρόπου οὐδεμίαν ἐπιβάλλοντος ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸ δημόσιον, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ποιεῖται χρῆσιν τῶν χρημάτων. Καὶ ἠκούσαμεν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀντιπολίτευσιν λέγουσαν, ποῦ ἐδαπανήσατε τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια; καὶ ἐὰν μόνον δύο ἑκατομμύρια ἐδαπανήσατε μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων, διατί συνωμολογήσατε τοσοῦτον δάνειον, ἀφοῦ τὸ δεκατημόριον ἐπήρκει; διατὶ δὲν ἐδαπανήσατε τὰ εἴκοσιν ἑλατομμύρια ἀμέσως, ἵνα καταστήσητε τὴν συγκοινωνίαν γενικὴν εἰς τὸ Κράτος, ἐπιβαρυνθὲν διὰ τοῦ δανείου; Ἀλλὰ πότε ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι ἠθέλομεν ἀντιστρατευθῆ εἰς τὴν τέχνην καὶ εἰς τὴν ἐπιστήμην, προβαίνοντες ἄνευ μελετῶν, ἄνευ διαγραμμάτων, ἄνευ μηχανικῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου; Ἡμεῖς εἴπομεν ἔκτοτε, ὅτι ὠφείλομεν νὰ κανονίσωμεν τὸ πρόγραμμα τῆς ἐργασίας, νὰ ἐπιληφθῶμεν δὲ τῆς μελέτης, ἀφοῦ πεισθῶμεν, ὅτι ἔχομεν πάντα τὰ μέσα πρὸς πραγματοποίησιν συμπλέγματος ὁδοποιΐας σπουδαίας· θέλομεν δὲ πραγματοποιήσει αὐτὸ διὰ τρόπου, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον διὰ τῆς πληρωμῆς τόκων ἀπέναντι κεφαλαίων ἀργῶν. Μόνον ἐφ’ ὅσον γίνεται χρῆσις τῶν κερλαίων τοῦ δανείου, καθίστανται ταῦτα τοκοφόρα, ἡ περὶ τοῦ δανείου ὅμως σύμβασις ἐπιτρέπει, ὅπως τὰς μελέτας ὅλας ἐκτελέσωμεν, καὶ τοῦτο ἐξασφαλίσαντες καὶ τὰ μέσα ὅπως ἐκτελεσθῇ ὁ σκοπὸς τῶν μελετῶν, ἐξεδώσαμεν τὸ διάταγμα τῆς κατὰ προτίμησιν κατασκευαστέας ὁδοποιΐας ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, τουτέστι τῆς ἀρτηριακῆς. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠκούσαμεν πάλιν ἐπικρίσεις. Πῶς ἐξεδώκατε Διάταγμα περὶ κατασκευῆς ὁδῶν τριῶν χιλιάδων ὀγδοήκοντα, νομίζω, χιλιομέτρων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀντιφρονούντων ἀπαιτοῦσι δαπάνην ἑκατὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, κατὰ δὲ τὴν γνώμην τῆς τέχνης οὐχὶ ἀνωτέραν τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων; Πῶς προέβητε εἰς τὴν ἔκδοσιν Διατάγματος περὶ προτιμήσεως ὁδῶν, δι’ ἃς ἀπαιτεῖται δαπάνη ἑκατὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων ἢ ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, ἐν ᾧ δὲν εἴχετε εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν εἰμὴ μόνον εἴκοσιν ἑκατομμύρια; Ἐὰν ἄλλο τι ἐπράττομεν, ἠθέλομεν ἀντιστρατευθῆ πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ψηφισάσης τὸ δάνειον. Ποία εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς: Ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἐνόησεν ὅτι ἡ ὁδοποιΐα ἐν Ἑλλάδι ἤθελε περιορισθῆ εἰς δαπάνην εἴκοσιν ἑκατομμυρίων· ἡ Βουλὴ ἐνόησεν ὅτι πᾶσα ἡ ἀρτηριακὴ συγκοινωνία τοῦ Κράτους θέλει ἐκτελεσθῆ, οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν ἤθελεν ἀπαιτηθῆ, καὶ ἂν ἤθελεν ἀπαιτηθῆ τὸ ποσὸν τῶν ἑκατὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων. Ἡ Βουλὴ ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ διὰ τούτου, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σταματήσῃ ἀπέναντι τῆς δαπάνης, ὅτι ὠφείλομεν, ἐξετάζοντες τὰ τῆς ὁδοποιΐας, νὰ μὴ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν δαπάνην, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην. Ὡς πρὸς τὸ μέτρον ὅμως τῆς ἀνάγκης ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἀρχὴν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἀρτηριακὸν σύμπλεγμα. Τοῦτο τὸ ἀρτηριακὸν σύμπλεγμα διεγράψαμεν ἐν τῷ Διατάγματι περὶ τοῦ ὁποίου ποιοῦμεν ἤδη λόγον. Ἀλλά, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, πῶς περιελάβετε τὰς ὁδοὺς ταύτας ἐν τῷ Διατάγματι, χωρὶς νὰ τὰς μελετήσητε; Καὶ ἐγὼ λέγω, πῶς ἠδυνάμεθα νὰ τὰς μελετήσωμεν, χωρὶς νὰ τὰς περιλάβωμεν ἐν τῷ Διατάγματι; Νομίζετε, ὅτι ἡ μελέτη ὁδῶν εἶναι τι ἀσήμαντον; Ἆρα ὠφείλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδιάσκεψιν, καθ’ ἣν ἁπλῶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ τίνων ἐπαρχιῶν ἐγένοντο παραστάσεις καὶ τί οὕτω; ἢ ἐκεῖνος συνιστᾷ, καθορίζοντες δ’ οὕτω τὰς προτιμητέας ὁδοὺς, ὠφείλομεν, ἐκ τῶν γνώσεων τῶν τοπικῶν τῶν εἰς τὴν συνδιάσκεψιν κληθέντων νὰ κανονίσωμεν τὰ ἔργα καὶ νὰ ὑπολογίσωμεν τὴν δαπάνην αὐτῶν; Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἄλλως γίνεται ἡ μελέτη τῶν ὁδῶν, ὅτι ἡ μελέτη εἶναι τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ ἔργου, ὅτι ἐκ τῆς καλῆς μελέτης ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἡ ἐπιτυχία καὶ αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς τοῦ συμπλέγματος· διότι τὸ σύμπλεγμα κατηρτίσθη, ὡς ἔχει ἐν τῷ Διατάγματι, ἀλλ’ ἡ μελέτη θέλει ἀποδείξει κατὰ πόσον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ. Ἡμεῖς εἴπομεν ἁπλῶς ἐν τῷ Διατάγματι, ὅτι αὗται αἱ ὁδοὶ θέλουσι προτιμηθῆ πρὸς μελέτην, ἑπομένως δὲ καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν, ἀλλ’ ἐκ τῆς μελέτης θέλομεν ὁδηγηθῆ, ποίας μεταβολὰς πρέπει νὰ ὑποστῶσι τ’ ἀποφασισθέντα ἐν τῇ ἐκτελέσει. Χρειάζεται πρὸς τοιαύτην ἐργασίαν ἡ ψήφισις δανείου εἴκοσιν ἑκατομμυρίων δραχμῶν; ἐὰν ἁπλῶς προέκειτο περὶ μελέτης γραμμῶν ἐν Διατάγματι κανονιζομένων, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν δαπάνην πλέον τῆς διὰ τὴν μελέτην ταύτην ἀπαιτουμένης· ἀλλ’ εἶναι τοῦτο σκέψις σπουδαία; Πρὶν ἢ βεβαιωθῇ, ὅτι σπουδαίως προβαίνομεν εἰς τὸ ἔργον, ἠδύνατο Κυβέρνησις οἱαδήποτε ν’ ἀναλάβῃ τὰς μεγάλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ μελέτη τῶν ὁδῶν; Ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν μελέτην ταύτην, ἐδέησε νὰ μετακαλέσωμεν ἐκ Γαλλίας παραχωρηθέντας ἐκ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ αὐτῆς ὁρισθέντας γάλλους μηχανικούς, ἀποτελοῦντας ὁλόκληρον ὑπηρεσίαν ἀπεσπασμένην ἐκ τοῦ γαλλικοῦ σώματος τῶν γεφυροποιῶν. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι, καίτοι πολυάριθμοι (νομίζω ὅτι εἶναι περὶ τοὺς 27) εἶναι ἀνεπαρκεῖς, καὶ διὰ τοῦτο καλοῦμεν σήμερον ἑτέρους εἴκοσιν ἐξ Ἑλβετίας, οἵτινες θὰ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα καθωρίσθησαν εἰς τοὺς Ἕλληνας μηχανικούς. Διότι ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ ἐγένετο καταμερισμός, καὶ ἡ μὲν Πελοπόννησος καὶ ἡ Θεσσαλία καθωρίσθη εἰς τοὺς Γάλλους μηχανικούς, ἡ δὲ Στερεὰ καὶ αἱ νῆσοι εἰς τοὺς Ἕλληνας· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ τμῆμα, τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκὲς καὶ διὰ τοῦτο μετεκαλέσαμεν καὶ ἄλλους ξένους μηχανικούς, οἵτινες θέλουσι συμπράξει μετὰ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν. Διὰ τοῦ προσωπικοῦ τούτου θέλομεν προβῆ εἰς τὴν μελέτην ὁλοκλήρου τοῦ συμπλέγματος, συμπλέγματος ἐπαγομένου δαπάνην ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἔχομεν ἤδη ἐξησφαλισμένα τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια ἐκ τούτων, θὰ ἔχωμεν προσέτι ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καί τινα ἄλλα ἑκατομμύρια, ἐντὸς πέντε ἐτῶν, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἐντὸς τοσούτου χρονικοῦ διαστήματος τὸ σύμπλεγμα θέλει ἐκτελεσθῆ. Θέλομεν λοιπὸν ἔχει ἀνάγκην εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἔτι ἑκατομμυρίων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἑξήκοντα. Καὶ ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς πενταετίας, ἢ καὶ κατὰ τὸ προτελευταῖον, ὅτε ἡ ἀνάγκη τοῦ συμπληρώματος τούτου θὰ παραστῇ, δὲν θέλει διστάσει ἡ Βουλὴ νὰ προσκτήσηται τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἐλάχιστον, ἀπέναντι τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τοῦ ἔργου; Ἔπρεπε διὰ τὴν παρουσιασθησομένην ἀνάγκην τοιούτου ποσοῦ μετὰ τετραετίαν, νὰ διστάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν μόνην μεθοδικὴν πορείαν, ἐκδίδουσα Β. διάταγμα, κανονίζον τὸ ἔργον ὁλόκληρον; Ἐν τῇ μικρολόγῳ συζητήσει παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἐγίνετο κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ, ἤκουσα ὅτι καὶ τοῦτο τὸ διάταγμα ἐξεδόθη πρὸς σκοπὸν φατριαστικὸν, πρὸς σκοπὸν συναλλαγῆς. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ὁ φατριασμὸς ἀποκλεισθῇ ἐντελῶς κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν τῆς ὁδοποιΐας, ὁ τρόπος οὗτος εἶνε τὸ σύστημα ὅπερ παρεδέχθημεν. Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν; δὲν ἐξεδώσαμεν διάταγμα μονομερὲς, ἐξεδώσαμεν διάταγμα περιέχον ὁλόκληρον τὸ ἀρτηριακὸν σύμπλεγμα, δυνάμενον νὰ τροποποιηθῇ ἐκ μόνης τῆς περαιτέρω μελέτης. Εἰς δὲ τὴν ἐκτέλεσιν δὲν θέλομεν προβῆ κατὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν διαθέσεις, ἀλλ’ ἡ προτίμησις θέλει κανονισθῆ ὑπὸ τῆς τέχνης, ὑπὸ τῶν μηχανικῶν. Εἰς τοὺς μηχανικοὺς τοὺς Γάλλους ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἐδώσαμεν τοιαύτας ὁδηγίας. Λάβετε, τοῖς εἴπομεν, τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ μεθ’ ὑμῶν ἐκπονηθὲν, ὑπάγετε εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ Θεσσαλίαν, διευθύνετε τὰς ἐργασίας, ὅπως ὑμεῖς νομίζετε καταλληλότερον καὶ οἰκονομικώτερον, διαιρέσατε τὰ τμήματα, ὅπως νομίζετε πρέπον διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ χειμῶνος καὶ τοῦ θέρους, καὶ ὁσάκις ἔχετε τμῆμα μελέτης ἕτοιμον, ὅπως δοθῇ εἰς ἐργολαβίαν, στείλατέ το ἐνταῦθα, ἵνα προκαλέσωμεν τὴν μειοδοσίαν· νὰ ἦναι ὅμως τὰ τμήματα μεγάλα, ἵνα μὴ προσέλθωσιν ἐργολάβοι ἀνεπαρκεῖς, ἵνα δυνάμεθα ν’ ἀποταθῶμεν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ προσελκύσωμεν καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐργολάβους. Τοῖς ἐδώσαμεν ὁδηγίας, ὅπως τὰ τμήματα ἔχωσι τοὐλάχιστον ἀνάπτυξιν ἀπαιτοῦσαν δαπάνην τριῶν ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ 4 καὶ 5 καὶ 6 ἑκατομμυρίων ἐργολαβίας ἀποδεχόμεθα, ἵνα ᾖ τὸ στάδιον τοῦ κέρδους ἱκανὸν, ὅπως προσελκύσῃ καὶ τὰς ἔξω ἑταιρίας κατασκευῆς ὁδῶν εἰς τὸν συναγωνισμόν. Διότι ὅπως ἔχομεν ἀνάγκην μηχανικῶν διὰ τὴν μελέτην τῶν ἔργων, τοιουτοτρόπως ἔχομεν ἀνάγκην καὶ μηχανικῶν καὶ ἐργοδηγῶν καὶ ἀρχιεργατῶν, ἴσως ἤθελον εἰπεῖ καὶ ἐργατῶν πεπειραμένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τοῦτο δὲ θέλομεν ἀποκτήσει μόνον, ἐὰν τοιουτοτρόπως προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον, τουτέστιν, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἐφελκύσωμεν εἰς τὸν συναγωνισμὸν ξένας ἑταιρίας, ἐκτελεσάσας καὶ ἐκτελούσας τοιαῦτα ἔργα ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Αἱ ἑταιρίαι αὗται ἔχουσι κεφάλαια καὶ συνεργεῖα καὶ δύνανται νὰ μεταφέρωσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸ προσωπικὸν καὶ τὰ τεχνικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὰ ἔργα κατασκευάζονται οἰκονομικώτερον καὶ ταχύτερον. Οἱ γάλλοι μηχανικοὶ ἐπελήφθησαν ἤδη τοῦ ἔργου. Προέβησαν ἐν αὐτῷ βραδέως, διότι ἀνεθέσαμεν εἰς αὐτοὺς καὶ πολλὰς ἄλλας ἐργασίας. Πλὴν τῶν τακτικῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἀνεθέσαμεν εἰς αὐτοὺς, τοῖς ἀνεθέσαμεν καὶ ἔργον ἔκτακτον, τὴν μελέτην τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης. Τὸ ἔργον ἐτελείωσε καὶ οἱ δώδεκα μηχανικοὶ, οἵτινες ἦσαν καθωρισμένοι εἰς αὐτὸ, διετέθησαν ἤδη εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, ἧς αἱ μελέται ἔκτοτε προβαίνουσι ταχύτατα. Ἀλλὰ καὶ αἱ μέχρι τοῦδε μελέται εἶναι ἱκανῶς προκεχωρημέναι. Ἐζήτησα ἔκθεσιν παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τῶν γάλλων μηχανικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, χάριν τῆς συζητήσεως ταύτης, περὶ τῆς προόδου τῶν μελετῶν τῆς ὁδοποιΐας, ἐπίσης δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἔργων, ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν θέλω ὁμιλήσει ἤδη, διότι εἰδικῶς εἰς τὰ περὶ ὁδοποιΐας περιορίζομαι, ἔλαβον δὲ τὰς ἑξῆς πληροφορίας. «Τῶν ἑπομένων ὁδῶν αἱ μελέται μετὰ τῶν διαγραμμάτων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν ἔσονται ἕτοιμοι ὅπως ἐνεργηθῇ μειοδοσία ἐντὸς ἑνὸς, δύο ἢ τριῶν μηνῶν: Ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Ἄστρος 40 χιλιόμετρα, ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην (τμῆμα Τριπόλεως καὶ Ἀραχώβης 35 χιλιόμετρα), ἀπὸ Γυθείου εἰς Ἀρεόπολιν 35 χιλιόμετρα, ἀπὸ Σπάρτης εἰς Μεγαλόπολιν 55 χιλιόμετρα, ἀπὸ Σπάρτης εἰς Καλάμας 45 χιλιόμετρα, ἀπὸ Πύργου εἰς Καλάβρυτα (τμῆμα Λάλα καὶ Καλαβρύτων 75 χιλιόμετρα), ἀπὸ Σπάρτης εἰς Ἄστρος διὰ τῆς Ἀραχώβης 55 χιλιόμετρα, ἀπὸ Πύργου εἰς (Ἀνδρίτσαιναν 55 χιλιόμετρα, ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ἀθήνας τμῆμα Καρυάτι καὶ Καλυβίων 45 χιλιόμετρα), ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Ἀγυιὰν καὶ εἰς τὴν θάλασσαν 50 χιλιόμετρα, ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Τρίκκαλα 50 χιλιόμετρα, ἀπὸ Λαρίσσης εἰς Τύρναβον 20 χιλιόμετρα, ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον (τμῆμα Κάτω Ἀχαΐας καὶ Γαστούνης 45 χιλιόμετρα) καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας (τμῆμα Ξυλοκάστρου καὶ Διακοφτικῶν 45 χιλιόμετρα)». Καὶ σχετικῶς πρὸς ταῦτα εἶχε γίνει ἐπερώτησις παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βώλου κ. Φιλαρέτου, διατὶ δὲν περιελήφθη εἰς τὸ διάταγμα καὶ τὸ Πήλιον· ὁ λόγος εἶναι ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας δὲν ἠδύνατο νὰ περιληφθῶσιν αἱ ὁδοὶ τοῦ Πηλίου, ὡς ἐθνικαὶ ὁδοὶ, ἐν ᾧ εἶναι ἐπαρχιακαί. Ὁ κατὰ τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας χαρακτηρισμὸς εἶναι τοιοῦτος, καὶ ἑωσοῦ τροποποιηθῇ ὁ νόμος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι ὡς ἐθνικαί. Ἀνέγνωσα τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ὁδῶν, εἰς ἃς μέχρι τοῦδε εἰργάσθησαν οἱ Γάλλοι μηχανικοὶ, καὶ ἵνα ἴδητε τίνες εἶναι αἱ μελετημέναι καὶ μετ’ ὀλίγον ἐκτεθησόμεναι εἰς μειοδοσίαν, καὶ ἵνα λάβητε γνῶσιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐκτελεῖται τὸ διάταγμα. Οὐδεμίαν περὶ προτιμήσεως κατὰ τὴν μελέτην ποιούμεθα σύστασιν· τὴν ἐκτέλεσιν ἀφήσαμεν εἰς τοὺς Γάλλους μηχανικοὺς, ἀδιαφοροῦντες ποῖαι ὁδοὶ θέλουσι μελετηθῆ πρῶται καὶ ποῖαι τελευταῖαι, ἀφοῦ πᾶσαι θέλουσι μελετηθῆ καὶ συντελεσθῆ ἐντὸς τῆς διορίας. Εἰς τοὺς μηχανικοὺς ἀνήκει νὰ κανονίσωσι τὴν ἐργασίαν οὕτως, ὥστε αὕτη νὰ ᾖ οἰκονομικωτέρα καὶ ὅσον ἔνεστι τελειοτέρα, διότι τοῦτο ἰδίως διαφέρει τῇ Κυβερνήσει. Οἱ Γάλλοι μηχανικοὶ, ὡς εἶπον, διότι ἐπεκρίθη παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ μετάκλησις τῶν μηχανικῶν, δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν μόνον εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, εἰργάσθησαν καὶ εἰς τὴν συγκοινωνίαν τὴν σιδηροδρομικὴν, καὶ μόνον ἡ ἐργασία, ἣν ἐξετέλεσαν ἐπὶ τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης, εἶναι ἐπαρκὴς ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν δαπάνην, ἥτις ἐγένετο μέχρι τοῦδε διὰ τὴν ὅλην ἀποστολήν. Ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ νόμον περὶ μελέτης, πολὺ ἀτελεστέρας τῆς νῦν γενομένης, προκαταρκτικῆς μελέτης «avant projet», ἐκτελεσθησομένης παρὰ τοῦ ἔχοντος συμφέρον ἐν τῇ ἐπιχειρήσει, ἀντὶ 350,000 φράγκων. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν δὲ σήμερον μελέτην πολὺ πληρεστέραν ἐκείνης, ἥτις ἤθελε γίνει παρὰ τοῦ ἔχοντος συμφέρον, ἔχομεν σχέδιον λεπτομερὲς διὰ δαπάνης πολὺ μικροτέρας. Ἡ μελέτη ὅμως αὕτη, ἐνῶ εἶναι πληρεστέρα ὡς τεχνικὸν ἔργον, διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἀσυγκρίτως πολυτιμοτέρα καὶ θέλει φέρει οἰκονομίαν ἐν τῇ παραχωρήσει τοῦ σιδηροδρόμου πολλῶν ἑκατομμυρίων, διότι διὰ μελέτης καὶ σχεδίου, προερχομένου ὑπὸ τοῦ ἔχοντος ἴδιον συμφέρον, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ διὰ μεγαλειτέρου ποσοῦ ἐγγυήσεως. Καὶ ἰδοὺ εὐθὺς ἐξερχόμενοι τῶν Ἀθηνῶν ἔχομεν τὴν ἐπιλογὴν δύο ὁδῶν, μεταξὺ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὰ δεξιὰ καὶ τῆς ὁδοῦ πρὸς τὰ ἀριστερά· ἡ ἀνάπτυξις τῆς γραμμῆς πρὸς τὰ δεξιὰ εἶναι μακροτέρα τῆς πρὸς τὰ ἀριστερά, ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις εἶναι εὐκολωτέρα, διότι δὲν ἀπαιτεῖ διάτρησιν σύριγγος, ἐνῶ ἡ πρὸς τὰ δεξιὰ ὁδὸς εἶναι μὲν βραχυτέρα, ἀλλὰ διὰ σύριγγος. Εἰς ποῖον ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ μελετήσῃ καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐπιλογῆς; Ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν παραχώρησιν ἤθελε προτιμήσει τὴν γραμμὴν τὴν ἔχουσαν μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐγγυηθῆ τὸν τόκον, διέρχεται δὲ αὕτη διὰ πλειοτέρων σταθμῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κυβερνητικῆς, ἡ διέλευσις τοῦ σιδηροδρόμου διὰ περισσοτέρων σταθμῶν ἔχει σημασίαν, ἀλλὰ καὶ τὸ εὐθύτερον τῆς γραμμῆς καὶ τὸ ὀλιγοδαπανώτερον δὲν παρορῶνται. Ἤδη ἐμελετήθησαν αἱ δύο γραμμαὶ καὶ ἀπεφάνθησαν οἱ μηχανικοὶ ὑπὲρ τῆς γραμμῆς τῆς πρὸς ἀριστερὰν τῆς διὰ τῆς σύριγγος τοῦ Κιθαιρῶνος. Ποίαν πεποίθησιν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο παρὰ μηχανικῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς κυβερνήσεως διατελούντων, μηχανικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἱκανότης δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ὑπ’ οὐδενὸς καὶ τῶν ὁποίων τὸ εἰλικρινὲς εἶναι πανθομολόγητον; Οἱ Γάλλοι μηχανικοὶ ἑπομένως προσήνεγκαν ἐν τούτῳ καὶ μόνῳ ἱκανὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα δικαιολογηθῇ πᾶσα δαπάνη, τὴν ὁποίαν διὰ τὴν μετάκλησιν αὐτῶν ὑπέστη τὸ δημόσιον. Ἀλλ’ ὡς παρετήρησα ὑμῖν, χάρις εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας, τὸν ὁποῖον ἐξελεξάμεθα, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν Πελοποννήσῳ καὶ Θεσσαλίᾳ τὸ σύστημα τῆς ὁδοποιΐας, ὅπερ καθωρίσαμεν ἐν τῷ διατάγματι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐνεφιλοχώρησεν ἡ ἐλαχίστη προσωπική, κομματικὴ ἢ ἐπαρχιακὴ προτίμησις. Δὲν περιωρίσθημεν δὲ ὡς πρὸς τὰ τῶν σιδηροδρόμων εἰς τὰ τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης· εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως ἄλλων γραμμῶν ἔχομεν πάντοτε τοὺς Γάλλους μηχανικοὺς ἐπιτηροῦντας, καὶ χάρις εἰς αὐτοὺς δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία παραλαβὴ σιδηροδρόμου θὰ γείνῃ, ἐὰν τὸ ἔργον δὲν εἶναι τέλειον· δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι περὶ τὴν χάραξιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς χαράξεως αὐτῶν δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰ συμφέροντα τῶν ἑταιριῶν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἡμεῖς προσωπικὸν ἐπίσης ἱκανὸν, ἱκανώτερον τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἑταιριῶν, ἵνα δυνάμεθα νὰ ἐλέγχωμεν τὰς μελέτας ἐκείνων καὶ ἀποδεχώμεθα αὐτὰς, μόνον ἐφ’ ὅσον θεωροῦμεν αὐτὰς συμφώνους πρός τε τοὺς ἐπιβαλλομένους ὑπὸ τῆς τέχνης κανόνας καὶ πρὸς τὰ ὑπὸ τῶν συμβάσεων χορηγηθέντα ἡμῖν δικαιώματα. Ταῦτα ἐγένοντο ἐν ταῖς γραμμαῖς ταῖς μέχρι τοῦδε ἐγκριθείσαις, καὶ ἡ ὠφέλεια, ἡ ὁποία παρήχθη ἐκ τούτων, αἱ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας οἱ μηχανικοὶ οὗτοι ἐπέβαλον ἢ συνέστησαν, διότι οὐδεμίαν εὕρομεν ἀντίῤῥησιν ἐκ μέρους τῶν ἑταιριῶν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν συστάσεων τούτων, ἔχουσι μεγίστην χρηματικὴν ἀξίαν· καὶ ταύτην τὴν ὠφέλειαν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ διαθέσωμεν 20 χιλ. δραχμῶν καὶ ἐπὶ πλέον, τὰ ἔξοδα τῆς ἐκποιήσεως τῶν γαιῶν διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως οἱ σιδηρόδρομοι οὗτοι μὴ καταρτισθῶσιν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν. Οἱ κκ. βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνουσιν ἡμᾶς διὰ τὴν μετάκλησιν τῶν γάλλων μηχανικῶν, φαίνεται ὅτι ἔχουσι σκοπὸν νὰ παραδέχωνται, ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν πείρας καὶ ἐπιστήμης στηριζόμενοι, τὰ σχέδια τῶν ἑταιριῶν. Ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλαι σιδηροδρομικαὶ μελέται· ἔπρεπε νὰ πληροφορηθῶμεν, ὁποῖαι αἱ δαπάναι πρὸς κατασκευὴν τῶν ἄλλων γραμμῶν, καὶ ἰδίως τῆς γραμμῆς, ἥτις θὰ συνδέσῃ τὰς Ἀθήνας καὶ τὰς Καλάμας, διασχίζουσα τὴν Πελοπόννησον, τουτέστιν ἀπὸ τῶν Μύλων–Ναυπλίου εἰς Τρίπολιν καὶ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Καλάμας. Ἐὰν ἄνευ μελετῶν προεβαίνομεν εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μὴ ζημιωθῶμεν, εὑρίσκοντες ἑταιρίαν δεχομένην τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις, ἐπὶ τοῖς ὁποίοις ἐδόθησαν αἱ παραχωρήσεις τοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, καὶ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων· ἐὰν εὑρίσκομεν ἑταιρίαν ἀναδεχομένην ἀντὶ 20 χιλ. δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον ἢ ἔστω καὶ 25 χιλ. κατὰ χιλιόμετρον, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰς γραμμὰς ταύτας περιττὴ θὰ ἦτο ἡ μελέτη, διότι ὅσῳ καὶ ἂν μελετήσωμεν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παραχώρησιν ἐπὶ ἐπωφελεστέροις ὅροις. Ὅταν ὅμως ἐπὶ τοιούτοις ὅροις δὲν εὑρίσκωμεν ἑταιρίαν ἀναδεχομένην τὴν κατασκευὴν, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν παραχώρησιν πρὶν ἢ μελετήσωμεν τὰ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης, ὅπως ἐν γνώσει τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἐπάγεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου κανονίσωμεν καὶ τὰ χορηγήματα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ ὁδοποιΐας καὶ περὶ σιδηροδρόμων· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ περὶ σιδηροδρόμων ἀπῃτεῖτο καὶ ἄλλο τι, ἀπῃτεῖτο νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ἐν τῷ διαλείμματι τῶν συνόδων καὶ περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν ἀποτίσει τὴν ὀφειλὴν, τὴν ὁποίαν πρὸς τὰς ἑταιρίας ἀνελάβομεν ἐπὶ τῇ τμηματικῇ ἀποπερατώσει τῶν ἔργων. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας σιδηροδρόμου, εὐθὺς ὡς συμπληρωθῇ ἡ γραμμὴ μέχρι Κορίνθου, μέρος τοῦ χορηγήματος· ἐπίσης ὀφείλομεν μετ’ ὀλίγον νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων μέρος τοῦ χορηγήματος. Πόθεν θέλομεν πληρώσει ταῦτα; Καὶ εἰς τοῦτο κατεγίνομεν, ἀρχίσαντες τὸ ἔργον ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου, διότι ἡ ἀνάγκη αὕτη, ὅπως καὶ ἡ ἑτέρα, ἡ ἀνάγκη περὶ παρασκευῆς τῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς παράστασιν ἐν τῷ κόσμῳ ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, ἔχουσιν ἀναγνωρισθῆ ἀπὸ τῆς παρελθούσης συνόδου καὶ ἔχει ψηφισθῆ ἡ ἄδεια πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς τοῦτο δάνεια. Ἔπρεπεν ἡμεῖς κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἀδειῶν ἐκείνων καὶ ἔπρεπεν ἰδίως νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ ἄδειαι ἐκεῖναι ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἀβλαβῶς, ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εὐκόλως ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους τὸ δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια θὰ ἦτο ἐπαρκές· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ προμηθείας, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ναυτικὴν παρασκευὴν τὸ ἐκ τοῦ δανείου εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀποκτηθησόμενον κεφάλαιον ἔπρεπε νὰ μεταποιηθῇ εἰς μέταλλον· καὶ τοῦτο ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ δάνειον διὰ τὰ χορηγήματα τῶν σιδηροδρόμων καὶ τὸ τμῆμα τοῦ δανείου διὰ παρασκευὰς, τὸ ὁποῖον ἄνευ μεταποιήσεως εἰς μέταλλον ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἡ Κυβέρνησις εἶχε πολλὰς ἀμφιβολίας, ἐὰν τῇ ἐπετρέπετο νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· διότι ὁθενδήποτε καὶ ἂν ἐπραγματοποίει αὐτὸ, καὶ ἐὰν μὴ τὸ ἐπραγματοποίει διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ἐχούσης τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν γραμμάτια, ἀλλὰ τὸ ἐπραγματοποίει δι’ ἐγγραφῆς τοῦ κοινοῦ, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε πραγματοποιηθῆ διὰ τοῦ δανείου, θὰ ἐλαμβάνετο ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ θὰ ηὔξανον κατὰ τοσοῦτον τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια, ἐνῷ θὰ ὑφίστατο νέαν ὑπερτίμησιν τὸ συνάλλαγμα ὡς ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης ζητήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἐνώπιον καταστάσεως, ἥτις τῇ ὑπηγόρευε σκέψεις περὶ περιορισμοῦ τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος, ἑπομένως ἡ αὔξησις τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσοῦ διὰ δανείου πραγματοποιηθησομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τῶν ὁποίων πολλὰ ἤθελον ἐκδοθῆ εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς ἀπόκτησιν συναλλάγματος χάριν τῶν προμηθειῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἦτο ὅλως ἀποκρουστέα. Ἡ ἀνάγκη ἄρα δανείου ἐξωτερικοῦ ἐπεβάλλετο, ἐὰν μὴ δι’ ἄλλον λόγον, διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἴχομεν ὑποχρεώσεις ἐκ τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν καὶ ὑποχρέωσιν ἠθικὴν, τὴν ὁποίαν πάντες θεωροῦμεν ἀνωτέραν καὶ αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐκ τοῦ νόμου, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας. Ἀλλὰ συνάμα μετὰ τῆς ἀνάγκης ταύτης παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον, ὅπως ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων μὴ ἐξακολουθῇ προβαίνουσα ὡς τότε προέβαινε. Τὰ πράγματα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ὡς εἶχον τότε, ἐπέτρεπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ταχύτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθ’ ἣν ὥραν συνεζητοῦντο τὰ κυβερνητικὰ μέτρα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐθεώρει, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἢ ἐν μέλλοντι ὀλίγον ἀπωτέρῳ. Τὰ μέτρα πάντα τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο κυρίως, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἑδραίας βάσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν καθεστῶτος, τῆς βάσεως δὲ ταύτης εἴχομεν ἰδίως ἀνάγκην, διότι ἐβλέπομεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία βαίνουσα, ὡς ἔβαινε καὶ ὡς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ βαίνῃ, ἐχόντων τῶν πραγμάτων ὡς εἶχον, ἤθελε φέρει εἰς πλήρη οἰκονομικὴν ἀποσύνθεσιν καὶ ἑπομένως εἰς ἐθνικὴν παράλυσιν. Προτείνοντες τὰ μέτρα εἴχομεν πεποίθησιν, ὅτι ταῦτα ἤθελον ἀποφέρει ἀποτελέσματα ἐντὸς βραχέως χρόνου, ἀλλὰ δὲν ἠλπίζομεν, ὅτι τοσοῦτον ταχέως ἤθελον ἀποδειχθῆ ἐξησφαλισμένα τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων ἐκείνων· ἰδίως δὲν ἠλπίζομεν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς Κυβερνήσεως ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἤθελε φέρει ἀποτελέσματα, ὁποῖα ἠδυνήθημεν νὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τότε ἀκριβῶς ἤρχισε νὰ βεβαιοῦται, ὅτι ἡ μεγάλη φειδὼ περὶ τὴν διαχείρισιν ἤθελε φέρει ἀποτελέσματα σπουδαῖα, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1882 νὰ κλείσωμεν παρουσιάζοντες ἀπολογισμὸν, οὐχὶ πλέον φέροντα ἔλλειμμα ἑπτὰ ἑκατομμυρίων, ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν περιορίσει τὰς ἐλπίδας ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸ ἔλλειμμα εἰς τρία ἑκατομμύρια. Ὅτε ἐβλέπομεν τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς παρελθούσης διαχειρίσεως, εἴχομεν στοιχεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τῆς παρούσης καὶ περὶ τῆς μελλούσης διαχειρίσεως· δὲν μᾶς ἔλειπε πλέον τὸ ἔδαφος, τοῦ ὁποίου ἐστερούμεθα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Καὶ ἰδίως εἰς τοῦτο ὤφειλεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς ἐν πολιτικῷ ζητήματι· ὤφειλεν ἰδίως νὰ ἐξετάσῃ ὄχι ἐὰν φυγόδικός τις συνεπλάκη μετὰ χωροφύλακος, ἀλλ’ ἐὰν ἡ διαχείρισις τῆς κυβερνήσεως κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων καὶ πρὸ αὐτοῦ ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ· διότι προϋπολογισμοὺς παρουσιάζομεν ἰσοσκελεῖς, ἀλλὰ τὸ ἄγνωστον ἔτι ἦτο, ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἦναι ἀληθεῖς. Ὅταν ὅμως βλέπωμεν, ὅτι αἱ κυβερνήσεις κατηγοροῦνται σήμερον παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἔσφαλον οὐχὶ ὡς παραστήσασαι τὸ ἔλλειμμα μικρότερον ἢ ὅσον ἦτο, ἀλλ’ ὡς παραστήσασαι αὐτὸ μεγαλείτερον ἢ ὅσον ἀπεδείχθη, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην πλήρη εἰς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ ἐνεργεῖν τῆς κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ διασκευάζειν τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ ἐπίκρισις τῶν κκ. βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ προκατόχου μου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἔσφαλε παραστήσας τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἔχοντα ἔλλειμμα πολλῷ μεγαλείτερον τοῦ πράγματι ἀποδειχθέντος, εἶναι ἐπίκρισις ἀποδεικνύουσα ὅλως ἀνεπαρκῆ ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων καὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὴν κυβέρνησιν, ἐὰν ἔρχηται νὰ ἀπατήσῃ, παριστῶσα τὴν κατάστασιν ῥοδινωτέραν ἢ ὅτι εἶναι· δύναται ἀκόμη, μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου λόγου κατακρίσεως, νὰ τὴν κατηγορήσῃ, ἐὰν τοὺς ὑπολογισμοὺς αὑτῆς δὲν ἐστήριξεν ἐπὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα συνήθως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἔχουσα πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι κυβέρνησις κυρίως ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὰ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως εἶναι εἰσέτι λίαν ἀνώμαλα, ὀφείλει νὰ ὑπολογίζῃ τὰ μὲν ἔσοδα ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ τῶν πιθανοτήτων, τὰ δὲ ἔξοδα ἐπὶ τῷ ἀνωτάτῳ. Ὅταν δὲ προϋπολογισμὸς ἐν Ἑλλάδι συντάσσηται ἐπὶ τοιαύτης ἀρχῆς, πολὺ περισσότερον ἢ ἐν ἄλλῳ κράτει θέλομεν φθάσει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἔχωμεν περισσεύματα μεγάλα τῶν ἐξόδων, διότι οὐδεὶς προϋπολογισμὸς ὑπάρχει, εἰδικεύων τὰς πιστώσεις, ὅπως ἐνταῦθα, τουτέστιν εἰδικεύων αὐτὰς ἐν τοῖς ἄρθροις. Ἡμεῖς ἀντεγράψαμεν τὸν λογιστικὸν ἡμῶν νόμον ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἀλλὰ μετεῤῥυθμίσαμεν τὸ περὶ εἰδικεύσεως τῶν πιστώσεων· διότι κατὰ τὸν Γαλλικὸν λογιστικὸν νόμον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι εἰδικευμένος κατὰ κεφάλαια, παρ’ ἡμῖν δὲ εἶναι εἰδικευμένος κατ’ ἄρθρα. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπιτρέπεται μεταφορὰ πιστώσεως ἐν τῇ ἐκτελέσει ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου· ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐπιτρέπεται τοιαύτη μετάθεσις, ἐπιτρέπεται μόνον ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ εἰδικεύσωσι περισσότερον τὰς πιστώσεις καὶ διὰ τοῦτο ηὔξησαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὁλονὲν αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν τῶν κεφαλαίων, ἀλλὰ τὴν ἀρχήν, ὅπως τὴν ἐφηρμόσαμεν ἡμεῖς, τουλάχιστον ἐν τῇ πληρότητι αὐτῆς, τουτέστι τῆς εἰδικεύσεως, τῶν προϋπολογισμῶν κατ’ ἄρθρον πιστώσεως, ταύτην τὴν ἀρχὴν οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ εὑρίσκομεν. Ὅταν δὲ ἔχητε εἰδικευμένον τὸν προϋπολογισμὸν κατ’ ἄρθρον, φυσικὴ συνέπεια εἶναι, ὅτι θέλετε ἔχει περισσεύματα, διότι ὀλίγα εἶναι τὰ ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσιν οἰκονομίαι ἐκ περιστάσεων τυχαίων, ἕνεκα κενῶν θέσεων, ἕνεκα ἀδειῶν, ἕνεκα ἐλάσσονος ἀνάγκης. Συνήθως ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς οἱ συντάττοντες αὐτοὺς παρ’ ἡμῖν θεωροῦσι κατὰ μέσον ὅρον τὰ περισσεύματα κατ’ ἄρθρον πιστώσεως ὡς ἰσοφαρίζοντα πρὸς τὰ ἐλλείμματα κατ’ ἄρθρον ἐσόδων, καὶ λέγουσιν, ὅτι ἐπειδὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων ἀναγράφομεν τὰ βεβαιούμενα καὶ ὄχι τὰ εἰσπραττόμενα, ἀναγράφομεν δὲ ἐν τῷ τῶν ἐξόδων προϋπολογισμῷ ἁπάσας τὰς δαπάνας καὶ οὐχὶ τὰς πραγματοποιηθησομένας μόνον, θέλομεν ἔχει ἐκ τοῦ τελευταίου τούτου κεφαλαίου οἰκονομίαν, ἥτις θὰ ἰσοφαρίσῃ πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑριστάμεθα ἐκ τῆς μὴ εἰσπράξεως ἐν τῷ ἔτει τῷ οἰκονομικῷ ὅλων τῶν βεβαιωθησομένων, ὥστε προϋπολογισμὸς περιοριζόμενος ἐν ἰσοζυγίῳ σημαίνει ἰσοσκελῆ προϋπολογισμὸν ἐσόδων, οὐ βεβαιωθησομένων κατὰ πολὺ ὑπέρτερον τῶν εἰσπραχθησομένων, καὶ ἐξόδων ἐπιτρεπομένων κατὰ πολὺ ὑπέρτερον τῶν πραγματοποιηθησομένων, τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς τῶν εἰσπραχθησομένων ἐσόδων οὔσης ἴσης πρὸς τὴν ἐπίσης ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰν τῶν πραγματοποιηθησομένων ἐξόδων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, αὗται αἱ ἀρχαὶ ἐπεκράτησαν· συνετάχθη προϋπολογισμὸς ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη βεβαιωθέντων· συνετάχθη καὶ προϋπολογισμὸς ἐξόδων τῶν κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἐπιτρεπομένων κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον τοῦτο ἡ ἄκρα οἰκονομία, ἣν μετῆλθεν ἡ κυβέρνησις, ἀπήνεγκε περισσεύματα πολυσπουδαιότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζοντο ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν. Ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ προκάτοχός μου, στηριχθεὶς ὡς πρὸς τὰς βεβαιώσεις εἰς τὰ πρὶν γιγνόμενα, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προσδοκᾷ ἐκ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἱκανότητος περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ὅτι αὐτοῦ ἐφαρμόζοντος τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ βεβαιωθησόμενα ἤθελον εἶσθαι ἀνώτερα τῶν πιθανοτήτων, τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν μέσων ὅρων τῶν προηγουμένων προϋπολογισμῶν. Ἐγένετο βεβαίωσις ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα τῆς πιθανῆς· ἡ βεβαίωσις δὲ αὕτη εἶναι ἔργον κυβερνητικὸν, καὶ δὲν δικαιοῦται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπικρίνῃ τὴν κυβέρνησιν, διότι δὲν ἀνέγραψε τὸ ποσὸν, ὁποῖον ἐβεβαιώθη, διότι δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ τοσαῦτα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἐννοήσῃ, διότι ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος· ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα τὰς προσαυξήσεις τὰς συνήθεις, καὶ τοῦτο ἔπραξεν. Ὅταν ὅμως πλέον τούτου ἐπιπροσετέθησαν βεβαιωθέντα ἑκατομμύρια, νομίζω, ὅτι τὸ μόνον συμπέρασμα εἶναι ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι ἡ κυβέρνησις διεχειρίσθη μετ’ ἐπιμελείας καὶ ἐπιτυχίας τὰ κοινά. Διὰ τοιαύτης λοιπὸν διαχειρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπετεύχθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς σχεδὸν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξαλείψεως τοῦ ἐλλείμματος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882, διότι, ὅταν ἐξ ἀφετηρίας 15,000,000 ἐφθάσαμεν εἰς ἔλλειμμα 3,000,000, δύναταί τις ὡς πρὸς τὴν στήριξιν σκέψεων νὰ θεωρήσῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἐξέλιπε. Τοιοῦτον ἀποκτήσαντες ἔδαφος ὡς ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν προϋπολογισμῶν, καὶ τοιαύτας ἔχοντες προσδοκίας θετικὰς πλέον, κατόπιν τῶν ληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πληροφοριῶν, περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν νέων φορολογικῶν μέτρων, εὑρισκόμενοι δὲ ἐν τῇ διπλῇ ἀνάγκῃ νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς μὴ περαιτέρω ὑποτιμήσεως τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, καὶ περὶ τῆς εὑρέσεως τῶν χρηματικῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ὑπὸ τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς συνόδου ψηφισθέντων, ἐσκέφθημεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ εὐεργετικὸν μέτρον τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ μέτρον εἴδομεν πάλιν τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπιτιθεμένους κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐπικρίσεως ἄνευ συλλογισμῶν, τουτέστι δι’ ἁπλῶν ἐπιθέτων, ὅτι κακῶς ἐγένετο, ἐπιζημίως ἐγένετο, ἀλλ’ ἄνευ οὐδενὸς δεδομένους ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίζωσι τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμόν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι εἰς τὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου καὶ τὰ τῆς ἀποφάσεως περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, προέβημεν διὰ τρόπου ἐπενεγκόντος ζημίας εἰς τὸ κοινὸν, καὶ μόνην ἀπόδειξιν τῶν ἐπενεχθεισῶν παρ’ ἡμῶν ζημιῶν ἐπεκαλέσθη ὅτι ὑπῆρξαν ζημίαι, ὅταν τὸ συνάλλαγμα ἔφθασεν εἰς τὴν τιμὴν εἰς ἣν εὑρίσκετο, ὅτε ἐλάβομεν τὴν εἰρημένην ἀπόφασιν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλάβομεν ἡμεῖς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ διεκοινώσαμεν αὐτὴν, τὸ συνάλλαγμα εἶχε φθάσει εἰς ὑπερτίμησιν 19%· ὅταν δὲ τὸ συνάλλαγμα φθάσῃ εἰς τοιαύτην ὑπερτίμησιν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ ζημία. Ἐὰν δὲν πράξῃ τίποτε, θὰ ἐπέλθῃ περαιτέρω ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος· ἐὰν πράξῃ τι, θὰ ἐπέλθῃ ὑποτίμησις τοῦ συναλλάγματος· καὶ ἡ ὑπερτίμησις καὶ ἡ ὑποτίμησις ἐπάγονται ζημίας. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σώζει ἀπὸ τῆς ζημίας, εἶναι ἡ ἔλλειψις πάσης ὑπερτιμήσεως καὶ πάσης ὑποτιμήσεως. Ἀλλ’ ὅταν τὸ συνάλλαγμα ὑπερτιμᾶται 19%, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταματήσῃ ἡ ὑπερτίμησις ἐκεῖ· ἢ θὰ προβῇ παραιτέρω, ἢ θὰ ληφθῶσι μέτρα, ἵνα ἐλαττωθῇ. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὸ συνάλλαγμα νὰ ὑπερτιμηθῇ περαιτέρω; Πάντες οἱ εἰς τὰ τοῦ συναλλάγματος καταγινόμενοι, πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ ὠφεληθῶσιν ἢ νὰ ζημιωθῶσιν ἐκ τοῦ συναλλάγματος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μᾶς ἀπηύθυναν παραστάσεις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἤθελε φθάσει ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν εἰς 25 ἢ 30%. Δὲν ἦτο δὲ δυσχερὲς νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι, ὅταν τὸ συνάλλαγμα φθάσῃ εἰς τὰ 30%, τίποτε δὲν τὸ κρατεῖ πλέον, οἱ φραγμοὶ ὅλοι καταπίπτουσιν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μένῃ ἀνάλγητος ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως, ἐὰν ὤφειλε νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως φθάσῃ ἡ ὑπερτίμησις εἰς 30% καὶ μετὰ τὰ 30, ἄγνωστον διὰ τίνος ἅλματος εἰς ἄλλον ἀριθμὸν, ὥστε νὰ καταδειχθῇ τρανῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἢ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ κακὸν ἕως τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε, καὶ νὰ θεωρήσῃ, ὅτι, καίτοι δὲν ἔφθασε πράγματι εἰς 30% ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος, δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις, ὅστις νὰ μὴ ἐννοῇ σήμερον, ὅτι, ἐὰν δὲν παρενέβαινε τότε ἡ Κυβέρνησις, τὸ συνάλλαγμα ἤθελε φθάσει εἰς τοιαύτην ὑπερτίμησιν. Ἐὰν δὲ ἔφθανεν εἰς τοιαύτην ὑπερτίμησιν, τότε ἀληθῶς θὰ ἦτο ζήτημα περὶ τῆς εὐθύνης ἐπὶ ταῖς ζημίαις, ἃς ὑπέστη ἡ κοινωνία, διότι ὅταν φθάσῃ τὸ συνάλλαγμα εἰς τοιαύτην ὑπερτίμησιν, δὲν ζημιοῦνται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγίνονται εἰς τὰ τοῦ συναλλάγματος, δὲν ζημιοῦνται μόνον ἐπιπροσθέτως καὶ οἱ ὁπωσδήποτε μετ’ αὐτῶν συναλλαττόμενοι, ἀλλ’ ὅταν φθάσῃ εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἡ ὑπερτίμησις, πᾶσα ἡ κοινωνία πάσχει ἐξ αὐτῆς, ἐπέρχεται δὲ πολιτικὴ ἀναστάτωσις. Τοιαύτη ἦτο ἡ εὐθύνη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὅτε ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐργασθῶμεν πρὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πεισθέντες, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τοῦτο τελεσφόρως, ἐλάβομεν τοιαύτην ἀπόφασιν, καὶ ἐσταματήσαμεν τὸ κακόν. Ἵνα ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο πραγματικὴ, ἐξεποιήσαμεν μετοχὰς τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τὰς ὁποίας εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Δημοσίου, ἐκδόντες ἀπέναντι αὐτῶν συνάλλαγμα. Ὠφελήθη ἐκ τούτου τὸ Δημόσιον τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ μετάλλου πρὸς τὸ χάρτινον νόμισμα, συνετελέσαμεν δὲ διὰ τῆς ἐκδόσεως συναλλάγματος, εἰς τὴν ὑποτίμησιν αὐτοῦ. Πιστοποιηθείσης δ’ οὕτω τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐξηκολούθησεν ἔκτοτε ἡ ὑποτίμησις μετά τινων διακυμάνσεων, ἀλλ’ ἐλαχίστων, διότι ἀπὸ τῶν 19% μετέβη βαθμιαίως ἕως τῶν 10 ἢ τῶν 9%, εἰς ὃ σημεῖον ἐσχάτως εἶχε κατέλθει.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι ἦσαν αἱ μετοχαί, τὰς ὁποίας ἐπωλήσατε;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 5.000· ὅλον τὸ ποσὸν, ὅπερ εἴχομεν. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν ἐπιτυχῶς, σταματήσαντες τὸ κακὸν τῆς ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος καὶ ἐνεγκόντες τὴν ὑποτίμησιν, ὅσῳ ἦτο δυνατὸν βαθμιαίαν, ἐχαρακτήρισαν οἱ κ. κ. βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἢ μᾶλλον τινες ἐξ αὐτῶν, διότι δὲν ἀδικῶ ὅλους, ὡς μέτρον εὔθυνον τὴν Κυβέρνησιν· ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ διέσωσε τὸ κοινὸν ἀπὸ ζημίας, κατηγορεῖται ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς ἐπενεγκοῦσα ζημίας. Πόσον δὲ εὔκολον εἶναι νὰ ἐπέλθωσι διακυμάνσεις ἐν τῇ ἀγορᾷ, καὶ πόσον εὔκολον ν’ ἀναλαμβάνῃ τις εὐθύνην διὰ τοιαύτας διακυμάνσεις, τὸ βλέπομεν σήμερον, διότι σήμερον, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνηγγείλαμεν τότε ὡς ἀπόφασιν, εἶναι πραγματοποιημένον· ἀνηγγείλωμεν τότε τὴν ἀπόφασιν νὰ συνάψωμεν σύμβασιν καὶ ὑποβάλωμεν αὐτὴν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ὑπεβάλομεν συναφθεῖσαν. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Ἐπειδὴ βραδύνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, βλέπομεν ὑπερτιμήσεις, ἄρχεται σχηματιζομένη ἡ γνώμη, ὅτι δὲν θέλει ψηφισθῆ τὸ δάνειον ἐντὸς τεταγμένης διορίας, καὶ εὐθὺς αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν βεβαιότητα; Εὐθύνεται ὁ ἀξιῶν, ὅτι ἐνώπιον πολιτικοῦ ζητήματος δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιλαμβάνηται οἱουδήποτε ἑτέρου ζητήματος· ὅτι ἐνῷ ὑπάρχει Κυβέρνησις ἀπολαύουσα ἀποδεδειγμένως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀρκεῖ εἷς Βουλευτὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ὅτι θέτει ὑπουργικὸν ζήτημα, ἵνα διακοπῇ πᾶσα ἄλλη ἐργασία. Ἂν ἡ Βουλὴ ἀργοῦσα σήμερον φέρει ζημίας εἰς τὸν τόπον, αὗται προέρχονται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες παρεμποδίζουσι τὰς ἐργασίας της.
§62Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλο, ὅτι θεωρεῖτε πανθ’ ὅσα λέγω μὴ ἀκριβῆ· παρακαλῶ μόνον τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος νὰ λάβῃ παράδειγμα ὑπομονῆς παρ’ ἐμοῦ. Ὅταν ἔρχηται καὶ ἐξακοντίζει κατηγορίας, δὲν θέλω νὰ εἴπω τι ἄλλο, κατὰ τῆς κυβερνήσεως, οὐδέποτε τὸν διακόπτω· δὲν λέγω νὰ ἔχῃ ὅσην ὑπομονὴν καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἓν πολλοστημόριον αὐτῆς. Ὅτε ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς διεμαρτύρετο κατὰ τῆς τοιαύτης ἀξιώσεως, βουλευταί τινες δὲν ἐπέτρεψαν, ἵνα λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον λύονται τοιαῦτα ζητήματα ἐν Κοινοβουλίοις, ἀλλ’ ἀποχωρήσαντες, ἠνάγκασαν τὴν Βουλὴν νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν διὰ παρανομίας, διότι ἡ ἀποχώρησις, συστηματικῶς γενομένη, εἶναι παρανομία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον ἡμῶν ἐδῶ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας παρὰ τῶν χρωμένων ὁπωσδήποτε τοῖς δικαιώμασιν, ἅτινα παρέχει εἰς αὐτοὺς ἡ θέσις των, ὡς βουλευτῶν, καὶ ὧν ἡ παρουσία ἡ σωματικὴ εἶναι ἀναγκαία, ἵνα ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς εὐθύνης, ἣν ἀναλαμβάνουσι διὰ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε διαγωγῆς αὐτῶν· ἀνέφερον τοῦτο ἵνα δείξω πόσον εἶναι αἰσθαντικὸν τὸ χρηματιστήριον, πόσον τὸ συνάλλαγμα δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῶν ἐλαχίστων, ἵνα ἐκτιμηθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγεται ἤδη τοιαύτη ὑπόθεσις. Ἐνόσῳ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦτο ἐν χερσὶν ἡμῶν, ἐνόσῳ δὲν ἐξηρτώμεθα ἐκ τῆς ἀποχωρήσεως τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ βουλευτοῦ, ἠδυνήθημεν οὕτω νὰ διαχειρισθῶμεν τὸ ζήτημα, ὥστε ἡ ὑποτίμησις ἀπὸ τοῦ 19% νὰ φθάσῃ εἰς τὸ 9%, καὶ νὰ γείνῃ ἡ κατάβασις τοσοῦτον βαθμιαίως καὶ ὁμαλῶς, ὥστε ἐλάχισται ὑπῆρξαν αἱ ζημίαι. Καὶ θαυμάζω, ὅτι τοῦτο εὗρον νὰ ψέξωσιν ἐν τῇ διαγωγῇ ἡμῶν, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν εἰργάσθημεν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, ἐσώσαμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ μεγίστων ζημιῶν, μὴ ἐπιτρέψαντες, ὅπως ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος ὑπερβῇ τὸ ὅριον τοῦ 19%· ἐσώσαμεν δὲ αὐτὴν καὶ ἀπὸ ἄλλης ζημίας, κατορθώσαντες, ὅπως αἱ διακυμάνσεις ἀκολουθήσωσι κλίμακα ὁμαλήν. Παρεσκευάσαμεν λοιπὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἰδίως ἀφορᾷ ὁ ἔλεγχος τῆς εὐθύνης, τὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὑπεβάλομεν αὐτὰ πλήρη εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιλαμβάνηται τοῦ θέματος τούτου, ἡμεῖς εἴμεθα ἐντελῶς ἀνεύθυνοι. Ἡμεῖς, νομίζομεν, ὅτι, εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν, πᾶσα ἄλλη ἐργασία ἔπρεπε νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, ἵνα διεξαχθῶσι τὰ κατ’ αὐτὴν εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατά. Δὲν ἔπρεπεν ἡ κοινωνία νὰ μένῃ ἐν ἀβεβαιότητι ἐπὶ ζητήματος, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ἀξία τῆς περιουσίας ἑκάστου. Σήμερον, ἐνόσῳ δὲν εἴπωμεν, ἐὰν θὰ ἄρωμεν, ἢ ἐὰν δὲν θὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, οὐδεὶς ἠξεύρει τί ἔχει, καὶ ὅμως ὑπάρχουσιν οἱ ἀδιαφοροῦντες περὶ τούτου, οἱ νομίζοντες, ὅτι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, ἐπωφελούμενοι ἐκ τοῦ κανονισμοῦ ἵνα ὑποβάλλωσι παντοίας ἐπερωτήσεις, εἰς ἃς καταδαπανῶσι τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, ὃν ἀφίνει ἐλεύθερον ἡ συζήτησις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Πολιτικὸν ζήτημα, διεξαγόμενον ὡς διεξάγεται τὸ παρὸν, πᾶν ἄλλο δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἢ σπουδαῖον.....
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Σήμερον.
§67ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σεῖς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐφέρετε καθ’ ἑκάστην κωλύματα, ζητοῦντες ἀδιακόπως πληροφορίας καὶ ἕως τέλους εἴπετε, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ζητήματος, ἂν δὲν διανεμηθῇ ὁ προϋπολογισμός. (Θόρυβος).
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐδικαιοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις κατ’ οὐσίαν, ἢ κατὰ τύπους νὰ θεωρῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀποδεδειγμένην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, θὰ ἐνόουν, καίτοι δὲν ἐπιδοκιμάζω τὴν τοιαύτην διαγωγὴν· ἀλλ’ ὅταν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι κατ’ οὐσίαν ἀπολαύει ἡ Κυβέρνησις ἐμπιστοσύνης ἀνωτέρας ἢ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅταν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι καὶ κατὰ τύπους ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς νομίμου ἐκδηλώσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, τὸ νὰ ἐπιτρέπωμεν, ὅπως διατελῇ ἡ κοινωνία ἐν ἀβεβαιότητι περὶ τῆς ἀξίας τοῦ χρήματος, εἶναί τι, κατ’ ἐμέ, ὅλως ἀδικαιολόγητον. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι παρὰ τοῖς πολεμίοις τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ἔχει τὴν σπουδαιότητα, ἣν ἔχει δι’ ἡμᾶς, διότι ἂν πρόκηται νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ δάνειον, θὰ διατελῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ πάλιν τὸ χρῆμα δὲν θὰ ἔχῃ βεβαίαν τὴν ἀξίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀρθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὁ ἐξαναγκασμὸς, ὅπως μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν προταθέντων μέτρων, ἀποτελεῖ εὔλογον παράπονον· διότι θεωροῦντες, ὅτι ἔχουσι καθῆκον, ὅπως διὰ τῶν μέτρων τούτων δώσωσιν εἰς τὸ νόμισμα διαρκῆ ἀξίαν, καὶ αἰσθανόμενοι, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, ἀγανακτοῦσι παρεμποδιζόμενοι νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τὴν συνείδησίν των ἐκ τῆς ἐν ἐν τῇ Βουλῇ πορείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐν τῇ συμβάσει περὶ δανείου, προωρισμένου εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περιελήφθησαν καὶ τὰ ἄλλα δάνεια, περὶ ὧν ἐποίησα λόγον πρότερον· περιελήφθησαν καὶ τὰ δάνεια, περὶ ὧν εἶχεν ἄδειαν ἡ κυβέρνησις, ὅπως πραγματοποιήσῃ αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο μὴ αἰρομένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ, εἰμὴ διὰ χειροτερεύσεως τῆς καταστάσεως, τῆς ὑφισταμένης ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤδη αἰρομένης ταύτης, δυνάμεθα ἐν τῷ αὐτῷ δανείῳ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰ δάνεια ἐκεῖνα· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ δάνειον, τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἐπειδὴ διὰ τούτου θ’ ἀποτιθῶσιν ὀφειλαί, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις, ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ὅμως, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, δύνανται βεβαίως νὰ ἐπανέλθωσι καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα ὅσοι δὲν ἐνέκρινον τότε ἢ δὲν ἐγκρίνουσι σήμερον τὴν ψηφισθεῖσαν κατὰ τὴν πηρελθοῦσαν σύνοδον ἄδειαν συνομολογήσεως δανείου 40,000,000· ἀλλ’ ἵνα ἐπιμένωσιν εἰς τοιαύτην γνώμην πρέπει νὰ θεωρῶσιν, ὅτι τὰ τῆς Ἑλλάδος δύνανται νὰ διεξαχθῶσι πρεπόντως ἄνευ στρατοῦ καὶ ἄνευ ναυτικοῦ· εἶναι δὲ ἴσως δυνατὸν νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἰδέαν, διότι, ἐνῷ περιέμενον ν’ ἀκούσω ἐν τῷ πολιτικῷ τούτῳ ζητήματι συζητούμενα τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, τὸ θέμα τοῦτο ἀφέθη ἐντελῶς ἀμνημόνευτον, οὐδ’ ἐγὼ δὲ τὸ φέρω ἤδη ὑπὸ συζήτησιν, ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, συμφέρον ἔχει ἡ κοινωνία, ὅπως ἐπιληφθῶμεν ἀνυπερθέτως θέματος ἄλλου, μεθ’ οὗ τὴν λύσιν δυνάμεθα εἰδικῶς ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτό· ἀλλὰ τοῦτο δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν γείνῃ ὁ ἔλεγχος τῆς ἐργασίας ἡμῶν ὡς πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ, θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐπετύχομεν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου τοιαύτης, ὥστε νὰ ἦναι πλέον βέβαιον, ὅτι δύναται οὗτος νὰ λειτουργήσῃ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἤδη, ψηφιζομένου τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας, τὸν ὁποῖον προετείναμεν, θέλομεν δυνηθῆ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους νὰ θέσωμεν τὸ ἐπιστέγασμα εἰς τὸ οἰκοδόμημα. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ ναυτικοῦ ἐλέχθη, ὅτι ἐζητοῦμεν τὸ δάνειον ἀποβλέποντες μόνον εἰς τὰ τῆς ὑλικῆς κατὰ θάλασσαν παρασκευῆς, ἐνῷ οὐδεμίαν ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ τοῦ προσωπικοῦ· ἀλλὰ ποία προσήχθη ἀπόδειξις τοιούτου ἰσχυρισμοῦ, ἐνῷ βλέπομεν, σχολικὸν πλοῖον ἤδη ἐν τῇ Μεσογείῳ, περιπλέον πρὸς διδασκαλίαν τῶν νεωτέρων, ἕτερον δὲ πλοῖον καταρτισθὲν ἀποκλειστικῶς εἰς ἐκγύμνασιν τῶν μᾶλλον προκεχωρημένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ διατελοῦν ἐν πλήρει λειτουργίᾳ; ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι πανταχοῦ γίνεται ἐργασία ὅπως ἡ ὑλικὴ παρασκευὴ καὶ ἡ ἐκγύμνασις συμβαδίζωσιν; ἀλλὰ ταῦτα ἐθεωρήθησαν ὡς ἐλάχιστα καὶ δὲν ἀνεπτύχθησαν ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ δικαίως. Τίποτε δὲν θὰ ἦτο μᾶλλον δεδικαιολογημένον, τῆς ἐπικρίσεως τῆς διοικήσεως ἐν ταῖς δημοτικαῖς ἐκλογαῖς, ἂν ἠδύνατο ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐν αὐταῖς ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ καθῆκόν της. Ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε συνηγορίαν ἐν τῷ θέματι τούτῳ, καλλιτέραν δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ, τῆς γενομένης παρὰ τῶν ρητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος κ. βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος, χθὲς ἐν μακρᾷ ἀγορεύσει, ἐπηγγέλθη νὰ διεκτραγῳδήσῃ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, διότι, ὁ λαχνὸς ἔλαχεν αὐτῷ, εἰς αὐτὸν ἀνετέθη τοῦτο ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως.
§69ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὄχι.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ θέσις ὑμῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει μὲ δικαιολογεῖ, ἀποδίδοντα εἰς τὴν ἀγόρευσιν ὑμῶν τοιαύτην σημασίαν.
§71ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ὑπήκουσα εἰς τὰ αἰσθήματά μου.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος, μὴ ἀντιπροσωπεύων τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐν τούτῳ, ἀλλὰ μόνον τὰ αἰσθήματά του, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπηγγέλθη, ὅτι θὰ διεκτραγῳδήσῃ τὰ γενόμενα κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ ἤρξατο λέγων, ὅτι ὑπῆρχον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ἐντόπιοι χωροφύλακες· περιέμενον δὲ νὰ ἀκούσω τί ἔπραξαν οὗτοι, διότι ἡ ὕπαρξις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐντοπίων χωροφυλάκων, ἥτις ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν ἀπηγορεύετο, δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν, ἀλλ’ ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι οὗτοι παρεβίασαν τὸν νόμον, ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολλῷ βαρυτέρα, ἢ ἐὰν ἡ παραβίασις ἐγένετο ὑπὸ χωροφυλάκων μὴ ἐντοπίων, διότι πάντοτε ὑπάρχει τις δυσπιστία πρὸς τοὺς ἐντοπίους, οὓς ὤφειλεν ἡ κυβέρνησις νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκεῖ, ἐὰν εἶχεν ἐνδείξεις ὅτι δὲν ἤθελον πολιτευθῆ πρεπόντως. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἶπον, διατὶ ἀναγκαζόμεθα, καί περὶ μὴ ἐπιθυμοῦντες, ν’ ἀφίνωμεν ἐν ταῖς ἑστίαις αὐτῶν τοὺς χωροφύλακας. Παρέστησα τότε τὴν κατάστασιν τοῦ σώματος τούτου, τοῦ ὁποίου τὴν χρησιμότητα οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ· εἶπον ὅτι ὁλονὲν ἠλαττοῦτο ἡ δύναμις τοῦ σώματος, χαλαρωθεισῶν τῶν κατατάξεων καὶ τῶν ἀνακατατάξεων, καίτοι οἱ μισθοὶ εἶχον αὐξηθῆ, καὶ ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι χάριν τῆς εὐκολωτέρας κατατάξεως καὶ ἀνακατατάξεως εἶχε ληφθῆ τὸ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην σωτήριον μέτρον τῆς τοποθετήσεως τῶν ἀνδρῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τύπον προσωρινότητος ὅπως, ἂν ἐβλέπομέν τι ἐξ αὐτοῦ κακὸν, ἀναστέλλωμεν τὸ μέτρον· καὶ διὰ τοῦτο ἐθαύμασα ἀκούσας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, ὅστις δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ᾖναι εἰλικρινὴς, διότι τὸν γνωρίζω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ ἠξεύρω τὰς διαθέσεις του, ἐθαύμασα ἀκούσας αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι οἱ ἐντόπιοι χωροφύλακες τὸν ἔβλαψαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, διότι κάλλιστα γινώσκει ὁ κ. βουλευτὴς, καὶ ἠξεύρω, ὅτι δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι ἔχω πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰ αἰσθήματά του, ὅτι ἂν ὁ συμπολιτευόμενος βουλευτὴς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ἐβλάφθη, ἡ ζημία ὅλη ὀφείλεται εἰς τοὺς ἐντοπίους χωροφύλακας· εὐθὺς ὡς ἐνεδείχθη ὅτι οἱ ἐντόπιοι χωροφύλακες ἠδύναντο νὰ παρεκτραπῶσι, ἀπεμακρύνθησαν, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει βουλευτὴς ἀγνοῶν, ποία ζημία ἐπέρχεται εἰς τὸν συμπολιτευόμενον βουλευτὴν, ὅταν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν γίνηται ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἐκτόπισις πολυαρίθμου προσωπικοῦ, ὡς ἐπιῤῥιπτομένη ὑπὸ τῶν οἰκογενειῶν εἰς τὸν βουλευτὴν, μὴ κατορθώσαντα νὰ διατηρήσῃ αὐτὸ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ· αἱ οἰκογένειαι δὲν γνωρίζουσι τὰ τῆς διοικήσεως, ἐκφράζουσι δὲ τὴν δυσαρέσκειάν των κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ διὰ μελαίνης ψήφου.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δυστύχημα τοῦ νὰ φονευθῇ εἷς συμπολίτης μου θεωρῶ ἀνώτερον παντὸς ἐκλογικοῦ συμφέροντος.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ ἐκλογῶν ὁμιλῶ· περὶ δημοσίας τάξεως εἶπον, ὅτι ἐπῆλθε διατάραξις καὶ διὰ τοῦτο ἀπεμάκρυνα τοὺς χωροφύλακας. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος οὐδεμίαν πρᾶξιν ἀνέφερεν, ἀνέφερε μόνον ὅτι ἐτηλεγράφησεν αὐτὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐντόπιοι χωροφύλακες ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἀπομακρύνῃ χάριν τοῦ γνησίου τῆς ἐκλογῆς. Ἡμεῖς ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τῶν ἀρχῶν εἰς τὰ τοῦ τηλεγραφήματος καὶ μάθωμεν, ἂν ὑπάρχῃ πρᾶξις τις ἐπιμαρτυροῦσα τοὺς λόγους τοῦ κυρίου βουλευτοῦ καὶ ἐμάθομεν ὅτι οὐδὲν ἐγένετο, οὐδὲν ὑπῆρχε παράπονον. Εἶπεν ὁ κύριος βουλευτὴς, ὅτι κατήγγειλε τὸν ἔφορον ἐξελθόντα εἰς ψηφοθηρίαν καὶ παρεπονέθη διατὶ περὶ τούτου ἠρωτήσαμεν τὸν ἔπαρχον, ὡσανεὶ ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσωμεν ἄλλον τινα ἢ διατὶ ἠρωτήσαμεν τὸν ἔπαρχον περὶ φυγοδίκου τινὸς Κόταρη, ἐνῷ περὶ τούτου εἶχε γίνει καταγγελία εἰς τὴν εἰσαγγελίαν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι αἱ ἀρχαὶ αἱ κεντρικαὶ πληροφοροῦνται τὰ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀπευθυνόμεναι πρὸς τοὺς ἐπάρχους καὶ τοὺς Νομάρχας. Ὁ Κόταρης ὁ φυγόδικος δὲν εὑρέθη τότε, καθὰ ἀπήντησαν αἱ ἀρχαὶ, ἀλλὰ κατόπιν παρεδόθη ἑκουσίως καὶ σήμερον δικάζεται. Ὡς γενομένην πρὸς ἐπηρεασμὸν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς τὴν ὁδὸν Βιτρινίτσης καὶ εἶπε πράγματα ἐμποιήσαντα ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἐκλαμβάνοντας, ὅτι δὲν εἶναι μῦθος τὰ λεγόμενα· εἶπεν, ὅτι ἡ ὁδὸς ἑνώνει ἐρήμους· ἐπίστευσα καὶ ἐγὼ, ὅτε τὸν ἤκουσα ὁμιλοῦντα, καί τοι ἔχω λόγους ν’ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων του, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη, ἑνοῦσα τὸν μόνον λιμένα Δωρίδος μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου καὶ μετὰ τῆς κατασκευασθησομένης ὁδοῦ Ἀμφίσσης καὶ Ναυπάκτου, ἀπολήγουσα δὲ εἰς τὴν μόνην γέφυραν ἐπὶ τοῦ Μόρνου, ὅτι δὲν ἦτο ἡ αὐτὴ περὶ ἧς ἐδόθη ἡ διαταγή· ἀλλ’ ἦτο ἡ αὐτὴ ὁδὸς, ἡ ἑνοῦσα τὸν λιμένα Δωρίδος Βιτρινίτσαν μετὰ τῆς γεφύρας Στενοῦ, κειμένης εἰς ἀπόστασιν 2 χιλιομέτρων ἀπὸ τοῦ Λοιδωρικίου· δὲν εἰσέρχεται ἡ ὁδὸς εἰς Λοιδωρίκιον, διότι τοῦτο εὑρίσκεται εἰς μέρος ὑψηλὸν, καὶ ἀπῃτεῖτο μεγάλη δαπάνη, ἵνα φθάσῃ ἡ ὁδὸς μέχρι τῶν κατοικιῶν, ἡ ἀπόστασις δὲ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῶν οἰκιῶν εἶναι 10 λεπτῶν. Αὕτη ἡ ὁδὸς ὅταν συμπληρωθῇ θὰ ἦναι ἡ ἑνοῦσα μετὰ τοῦ ἐπινείου τῆς Δωρίδος, οὐ μόνον τὸ Λοιδωρίκιον, ἀλλὰ καὶ τὰς γειτνιακὰς ἐπαρχίας, ὧν αἱ ὁδοὶ διέρχονται διὰ τῆς γεφύρας Στενοῦ. Ὁ κομματισμὸς τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους εἰς βαθμὸν ὑπέρμετρον· τὸ ἠξεύρομεν ὅλοι, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν, ἀλλὰ νὰ τυφλώνῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ θεωρῶμεν ἄχρηστον ὁδὸν τὴν διερχομένην διὰ τῶν χωρίων ἡμῶν, καταλήγουσαν εἰς τὸ ἐπίνειον τῆς ἐπαρχίας, μεθ’ οὗ συνδέει τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας καὶ πᾶσαν τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, εἶναι τι ἀκατανόητον. Μετὰ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν συνέδεσάν τινες καὶ τὸ ζήτημα τῆς φυγοδικίας καὶ τῶν εἰσπράξεων παρὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν, ὅτι καὶ αὐτοὺς τοὺς νέους φορολογικοὺς νόμους ἐφηρμόσαμεν ἀποβλέψαντες εἰς πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ ἐπιζητήσαντες, ὅπως συμπέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ ἄλλων μὲν κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, ἄλλων δὲ μετὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς κατὰ τὴν ἔλευσιν τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ὅτι τὴν φυγοδικίαν μετεχειρίσθημεν πρὸς ἐπίδρασιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τὴν εἴσπραξιν πρὸς πίεσιν τῶν μὴ διατεθειμένων νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Μεταξὺ τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρχε καὶ νόμος περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων, καὶ τὸν νόμον τοῦτον ἀπεφασίσαμεν νὰ καταστήσωμεν ἀλήθειαν. Εἶναι νόμος, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι δυσχερὴς, ἀλλὰ κατωρθώθη νὰ παρασκευασθῇ πᾶσα ἡ ἐργασία καὶ οἱ εἰσπράκτορες ἀνέλαβον ἤδη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παρασκευασθέντων· ἔχω δὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος θέλει ἀποφέρει σπουδαιοτάτας προσόδους καὶ συνδυαζόμενος μετὰ δύο νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς πρὸς διευκόλυνσιν τῶν εἰσπράξεων, θέλει καταστήσει πολὺ μικρὰν, ἴσως θέλει ἐξαλείψει ἐντελῶς τὴν ὑπάρχουσαν ἀπόστασιν, ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς τοῦ Κράτους, μεταξὺ βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συμπέσῃ εἰς ἐποχὴν πλησιάζουσαν ὁπωσοῦν εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς. Ἠδυνήθητε νὰ μᾶς ἀποδείξητε, ὅτι ἐχαλαρώσαμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ χάριν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ὑπέρ τινων, ἢ ὅτι ἐνετείναμεν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ κατά τινων; Οὐδὲ πόῤῥωθεν τοῦτο δύναται νὰ λεχθῇ περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐκτελοῦντες τὸν νόμον τοῦτον ἐθεώρουν, ὅτι ἐξετέλουν ἱερὸν καθῆκον. Περὶ φυγοδικίας οὐδ’ ἐπεχείρησέ τις ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐπετρέψαμεν εἰς φυγοδίκους νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν. Τὰ τῆς φυγοδικίας ἔδει νὰ ἐξετασθῶσιν ἀπὸ ὑψηλοτέρας ἀπόψεως, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι μία τῶν πληγῶν τῆς ἐπικρατείας ἡμῶν, πληγῶν, αἵτινες θέλουσιν ἐκλίπει, καὶ, ἐλπίζω, ταχέως, ὡς τοῦτο ἀποδεικνύει ἡ πρόσφατος στατιστικὴ περὶ φυγοδίκων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης· εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ ὑπῆρχε φυγοδικία λίαν ἀνεπτυγμένη, καὶ ὁπλοφορία λίαν ἀνεπτυγμένη. Ἐξετάσατε ποῦ εὑρισκόμεθα σήμερον; Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ἔνθα εἴχομεν, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, φυγοδίκους καὶ φυγοποίνους 1,135, σήμερον δὲν ὑπάρχουσι πλείονες τῶν 224, ἀλλὰ καὶ οἱ 224 οὗτοι ὑποτίθεται, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐπὶ τόπου. Οἱ φυγόδικοι καὶ φυγόποινοι οὗτοι εἶνε τὰ ἀπολείμματα παρελθουσῶν ἐποχῶν, ἄνθρωποι ἀποθανόντες, καὶ τῶν ὁποίων ὁ θάνατος δὲν εἶναι βεβαιωμένος, ἄνθρωποι μεταβάντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκεῖ διαμονὴ δὲν ἐδηλώθη ὑπὸ τῶν προξένων. Εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει φυγόδικος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεσσηνίας, ἐπαρχίᾳ, ἥτις ἐμαστίζετο πλειότερον πάσης ἄλλης ἐκ τοῦ κακοῦ τούτου. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας βλέπομεν βελτίωσιν ποῦ μὲν μᾶλλον ἐπαισθητὴν, ποῦ δὲ ἧττον ἐπαισθητήν. Καὶ ἡ ἐνέργεια αὕτη πῶς διεξήχθη; ἠδύναντο τοιαῦτα ἀποτελέσματα νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἀρχὴ τῆς συναλλαγῆς; ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἐὰν ἠκούοντο ὅπως δήποτε οἱ δυνάμενοι νὰ ἀπευθύνωσι παραστάσεις οὐχὶ ὑπὲρ τῶν φυγοδίκων, ἀλλὰ κατὰ τῶν καταπιέσεων; Διότι πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ φυγοδικία νὰ καταδιωχθῇ ἀποτελεσματικῶς, ἄνευ τινος καταπιέσεως· καταπιέζονται καὶ ἀθῶοι, καὶ αἱ ἐπαρχίαι ἔπρεπε νὰ ἐξεγερθῶσι πᾶσαι, ἵνα ἐξαλείψωσι τὴν κηλῖδα ταύτην ἀφ’ ἑαυτῶν, διότι ὄχι μόνον ἠθικῶς ζημιοῖ τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ παραβλάπτει ἕνα ἕκαστον, ὅσον καὶ ἐὰν ἦναι ἀθῶος. Ὑπὲρ τῶν ἀθώων τούτων ἠδύναντο οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως νὰ ποιήσωσι παραστάσεις, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἀθώων ἐκώφευεν ἡ Κυβέρνησις, ἔδωκεν ὁδηγίας εἰς τοὺς ἀπεσταλμένους αὐτῆς νὰ μὴ βλέπωσιν οὔτε δεξιὰ, οὔτε ἀριστερὰ, ἀλλὰ νὰ βαδίζωσιν εὐθὺ πρὸς τὸν σκοπὸν, γινώσκοντες, ὅτι ἡ διαγωγὴ αὐτῶν ἤθελεν ἐκτιμηθῆ μόνον ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ ὅτι ἐκτιμητὴς αὐτῶν θὰ ἦναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄλλος οὐδείς. Διὰ τοιούτων μέσων ἐφθάσαμεν εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν. Τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν ἠδυνήθημεν βεβαίως ν’ ἀποκαταστήσωμεν ἐντελῶς ἀπανταχοῦ, οὐδὲ εἶναι τοῦτο δυνατὸν, ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἡ ἰδέα τῆς φυγοδικίας ἐν τῷ τόπῳ, διότι ἐν ἄλλαις χώραις καὶ ἡ λέξις αὐτὴ εἶναι σχεδὸν ἄγνωστος. Ἐν ὅσῳ ὑπάρχει καὶ ἡ ἰδέα τῆς φυγοδικίας, ἔστω καὶ εἰς ὀλίγα σημεῖα, δὲν δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐνεπεδώθη. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπάρχει βελτίωσις τῆς καταστάσεως, ὥστε οὐδὲν παράδοξον εἶναι, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, οἱ Βουλευταὶ μεταβάντες εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτῶν ἠρύσαντο ἐντυπώσεις, αἵτινες πᾶσαι φέρουσιν αὐτοὺς εὐνουστέρους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἠλπίσατε ὑμεῖς, ὅτε, ληγούσης τῆς τελευταίας συνόδου, ἀπήρχοντο ἐντεῦθεν οἱ Βουλευταὶ, ὅτι ἤθελον εὕρει τὰς ἐπαρχίας ἀναστάτους ἕνεκα τῶν φόρων, ἠλπίσατε, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἤθελον δώσει εἰς αὐτοὺς τὴν ὁδηγίαν, ὅπως, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνατρέψωσι καὶ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐψήφισαν, καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν, ἀλλὰ διεψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες ὑμῶν, διότι εἴχετε ἐσφαλμένην ἰδέαν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν ἐγινώσκετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ προσωπικὸν αὐτοῦ συμφέρον θεωρεῖ δευτερεῦον ἀπέναντι τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, διότι δὲν ἠδυνήθητε νὰ μάθητε, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἀγαπᾷ τοὺς προσφέροντας εἰς αὐτὸν τὰ ἥδιστα, ἀλλὰ θέλει τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον, ὅσῳ καὶ ἂν ἦναι πικρὰ εἰς αὐτόν. Διὰ τοῦτο εἴδετε τοὺς Βουλευτὰς, ἀντιληφθέντας ἰδίοις ὀφθαλμοῖς τῆς φυγοδικίας ἐξαλειφομένης ἀντιληφθέντας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν διεξαχθεισῶν μετ’ ἀμεροληψίας, ἀντιληφθέντες τοῦ λαοῦ εὐχαριστημένου ἐπὶ τῇ ἀποκαταστάσει τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας καὶ ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ αὐτῆς παρασκευῇ καὶ ἱκανοποιημένου ἐν τῇ συναισθήσει, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἀγαθῶν τούτων ἐτέλεσε τὸν προσήκοντα φόρον, διὰ τοῦτο εἴδετε τοὺς Βουλευτὰς ἐπανελθόντας ἐπὶ σκοπῷ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ μέτρα, τὰ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθέντα, καὶ νὰ παράσχωσι πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§75ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ ζητήσω τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εἰσαγγελίας. (Διαπληκτισμοὶ καὶ προσωπικαὶ ἀντεγκλήσεις ἐντὸς θεωρείου τινός).
§76ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι αἶσχος οἱ χωροφύλακες νὰ κτυπῶσι τὸν κόσμον (θόρυβος).
§77ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι λογομαχίαι μεταξὺ τινων ἀκροατῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ).