1883.12.05
1.292 στίχοι · 9.809 λέξεις · 52 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 5 Δεκεμβρίου 1883
(Δευτέρα)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγραφικῶς μᾶς ἐστάλη ἀναφορὰ ἐκ Τριπόλεως τῆς χήρας Ἑλένης Δήμου, παραπονουμένης ὅτι ἀπόσπασμα εὐζώνων, καταδιῶκον φυγοδίκους ἐν Δολιανοῖς, ἐπέφερεν εἰς αὐτὴν πολλὰς ζημίας. Θέλει σταλῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν προσυπογεγραμμένην ὑπὸ πάντων τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκθέτουσι πειστικωτάτους λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, νὰ συναινέσῃ εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀναγωγῆς τῆς συντάξεως εἰς νέας δραχμὰς καὶ τῶν συνταξιούχων, οἵτινες πράγματι ἀγωνισάμενοι τὸν καλὸν ἀγῶνα ἀπεσύρθησαν τῆς ὑπηρεσίας φέροντες μόνα τὰ βάρη τῶν κόπων, οὓς ὑπέστησαν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ἵνα παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγουμένως θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχε δίκαιον ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Σωτηρόπουλος λέγων, ὅτι ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ στέλλεται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Ὅστις εἶπεν ὅτι μεταξὺ τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ἡ τῶν ἀναφορῶν εἶχε δίκαιον, διότι ἔχει σκοπὸν μέγιστον εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Εἶναι λυπηρὸν, ὅταν συμπολῖται εἰσάγωσιν ἀναφορὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ οὐ μόνον αὕτη δὲν τὰς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ δὲν φαίνεται καὶ ἂν συνέρχεται. Εἶναι δὲ λυπηρὸν, διότι δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνῆλθε προχθὲς τὸ Σάββατον.
§6ΤΖΑΝΕΣ. Εἰσάγω ἑτέραν ἀναφορὰν διὰ τῆς ὁποίας ἡ μόνη θυγάτηρ τοῦ κατὰ τὸ 1821 στρατηγοῦ ἀποβιώσαντος κατὰ τὸ 1829 Ἀθανασίου Κουμουνδούρου, λιμώττουσα ζητεῖ ἐλεημοσύνην. Ἐν αὐτῇ δὲ συνάπτεται καὶ ἀπόσπασμά τι, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι πράγματι ὁ πατὴρ αὐτῆς συνεισέφερεν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴν, καὶ ἂν πράγματι συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, τότε τοῦτο εἶναι καλὸν καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἀναφέρονται.
§7ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν συνῆλθε προχθὲς καὶ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ἕξ ἀναφορὰς, αἵτινες τῇ εἶχον σταλῆ: ὅταν θὰ σταλῶσι καὶ ἄλλαι, θέλει κάμει ἔκθεσιν.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπασχολήσω ὀλίγον τὴν Βουλὴν, διότι ἡ Κυβέρνησις, καταχρωμένη τοῦ ψιλοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ὁ περὶ Δήμων Νόμος τῇ ἐχορήγησεν ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως τῶν ὑπαστυνόμων, παρέλυσε τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν εἴς τινας τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ συμβῶσι πολλὰ σκάνδαλα καὶ οὐκ ὀλίγα ἐγκλήματα. Ὁ πολυάνθρωπος καὶ πλούσιος δῆμος τοῦ Πλαταμώδους εἶχεν ἀνέκαθεν ἕνα ἀστυνόμον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ηὔξησαν αἱ συναλλαγαὶ καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν τὰ κτήματα, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἐψήφισε καὶ ἡ προϊσταμένη Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐνέκρινε τὴν δαπάνην, ὅπως διορίσῃ καὶ δεύτερον ἀστυνόμον. Συμφώνως μὲ τὸ ψήφισμα τοῦτο ὁ Δήμαρχος ἐπρότεινε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1882 κατάλληλον πρόσωπον διὰ τὴν θέσιν τοῦ δευτέρου ἀστυνόμου· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δὲν διώρισεν αὐτὸν, ἀλλὰ μετά τινας μῆνας ἔπαυσε καὶ τὸν πρῶτον. Μετὰ τὴν παῦσιν καὶ τούτου ὁ δήμαρχος ἐπρότεινεν ἄλλον, πρόσωπον λίαν εὐυπόληπτον καὶ κατάλληλον, κατὰ τοῦ ὁποίου οὔτε ἐπροτάθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῇ ἀντίῤῥησις. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε καὶ δὲν διώριζεν οὔτε τὸν πρῶτον, οὔτε τὸν δεύτερον, ἀφῆκε δὲ τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἄνευ ἀστυνομίας. Ὡς νὰ μὴ ἤρκει δὲ τοῦτο, καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἀντέπραττε συστηματικῶς εἰς τὸν δήμαρχον, ὥστε ἐπεκράτησε πλήρης ἀταξία καὶ ἔλαβον χώραν ζωοκλοπαὶ καὶ διάφορα ἐγκλήματα, οἱ δὲ φυγόδικοι θρασυνθέντες ἐφορολόγουν τοὺς πολίτας. Ὁ δήμαρχος μὲ ὅλην τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν· διότι δὲ ἐτόλμησε νὰ γράψῃ ὀλίγον ἐντόνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν παραπονούμενος διὰ τὴν καθυστέρησιν τοῦ διορισμοῦ τῶν ἀστυνόμων, εἰσήχθη εἰς δίκην ἀπὸ τὴν εἰσαγγελίαν, μόλις δὲ ἀπηλλάγη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ καταδιωχθῇ. Μ’ ὅλα ταῦτα ἔμενεν ὁ δῆμος ἄνευ ἀστυνόμου μέχρι τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος ἀπογοητευθεὶς διὰ τὰς ἀντιπράξεις τῆς Διοικήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰς νέας ἐκλογάς, ἀλλ’ ὑπεστήριξεν ἕτερον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν. Ὁ νέος δήμαρχος προέτεινεν ὡς πρῶτον ἀστυνόμον τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ὅπερ εἶχε προτείνει καὶ ὁ προκάτοχός του, ἀλλὰ μόλις, ἀφοῦ παρῆλθον πεντήκοντα ἡμέραι, εὐηρεστήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς εἶδα εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως», νὰ διορίσῃ τὸν πρῶτον ἀστυνόμον, ἀλλὰ μέχρι σήμερον ὁ διορισμὸς δὲν ἐκοινοποιήθη. Ὁ δήμαρχος εὑρισκόμενος εἰς Καλάμας, ἠρώτησε τὸν νομάρχην περὶ τούτου, καὶ ὁ νομάρχης τὸν ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐστάλη ὁ διορισμὸς εἰς τὸν ἔπαρχον· μετέβη εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ ὁ ἔπαρχος διαψεύδων τὸν νομάρχην, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει εἴδησιν. Φαίνεται λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ ἐκράτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν διορισμὸν ἐπὶ 18 μῆνας, προτίθεται νὰ τὸν κρατήσῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἀκόμη ὁ νομάρχης καὶ ὁ ἔπαρχος. Ἀφοῦ δὲ ἐπὶ τέλους κοινοποιηθῇ, δὲν εἶναι ἀπίθανον ἐπὶ τῇ προτάσει χωροφύλακός τινος ἢ τινὸς εἰρηνοδικειακοῦ παρέδρου νὰ παυθῇ ἐκ νέου, καὶ νὰ μείνῃ πάλιν ὁ δῆμος ἄνευ ἀστυνόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ εὐηρεστήθη ὕστερα ἀπὸ τόσον καιρὸν νὰ διορίσῃ τὸν ἀστυνόμον, νὰ φροντίσῃ ὥστε νὰ κοινοποιηθῇ εἰς αὐτὸν ὁ διορισμὸς, καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ ἐπὶ πλέον τὸν τόποι ἄνευ ἀστυνομίας, παραλύων οὕτω τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν.
§9ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ὀλιγαρκέστερος τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐπαρχίας μου. Θὰ περιορισθῶ σήμερον εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιορίσῃ, ἂν εἶναι δυνατὸν, τὰς βανδαλικὰς βιαιοπραγίας, αἵτινες ἐκτελοῦνται ἑκάστοτε ἐναντίον τῶν φίλων μου. Ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον ἀφ’ ἧς ἠναγκάσθην νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἔκθεσιν τῶν κατορθωμάτων ἑνὸς ἐντοπίου Ὑπενωμοτάρχου Χατζῆ, καὶ ἰδοὺ ποῖον τηλεγράφημα ἔλαβον χθὲς «ἀξιωματικὸς Φτέρης, συγγενὴς τοῦ κ. Βουλπιώτη.» Τοῦτο εἶναι λάθος, δὲν εἶναι συγγενής.
§10ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον, οὔτε κατὰ πρόσωπον.
§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπρόλαβα καὶ τὸ εἶπα ὅτι εἶναι λάθος. «Δημήτριον Χατζόπουλον, Βουλευτήν.
ΑΘΗΝΑΣ
Ἀξιωματικὸς Φτέρης, συγγενὴς Βουλπιώτου, σκοπίμως διωρισθεὶς διοικητὴς μεταβατικοῦ, ἀποστείλας δεκανέα Μπαλαούραν συνέλαβεν υἱὸν παρέδρου Γεωργοῦλα Γιαννοπούλου Γολιανῆ καὶ ἄγων αὐτὸν δέσμιον εἰς ἀπόκεντρον δάσος Νοστίμου ἐγύμνωσε καὶ ἔδερεν ἀνηλεῶς, ὁμοίως καὶ Πεταρούδην ἐκ Σελᾶ. Σήμερον μετέβη εἰς Γόλιανη ὅπου διαπράττει ὄργια. Ἐντεῦθεν πάρεδρος καὶ λοιποὶ κάτοικοι ἔφυγον. Θέσις φίλων μας ἀπελπιστική· ἐνεργήσατε δέοντα. Χαράλ. Τζιγκολῆς.» Κατόπιν ἔλαβον ἕτερον τηλεγράφημα τὸ ἑξῆς·
«Δημήτριον Χατζόπουλον, Βουλευτήν
ΑΘΗΝΑΣ.
Υἱὸς παρέδρου Γεωργοῦλα, διαφυγὼν γυμνὸς χειρῶν ἀξιωματικοῦ Φτέρη, ἐπυροβολήθη παρὰ στρατιωτῶν πεντάκις διαταγῇ Φτέρη.
ΧΑΡΑΛ. ΤΖΙΓΚΟΛΗΣ.»
Ἔλαβον συγχρόνως καὶ ἐπιστολὴν περὶ τῶν νέων πραξικοπημάτων καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω (ἀναγινώσκει τὴν ἐπιστολήν). Ἀδιαφορῶ ἐπὶ τῇ ἀδιαφορίᾳ καὶ τῇ ἀναλγησίᾳ, ἣν δεικνύετε, ὅταν ἀνακοινοῦνται τὰ τοιαῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὑπομιμνήσκω ὅτι δὲν ἐσυνείθισα οὔτε νὰ συκοφαντῶ, οὔτε νὰ ἀπασχολῶ συχνὰ τὴν Βουλὴν μὲ τοιαύτας ἀνακοινώσεις· οὔτε ἐνόμισα, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ πολεμήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν τοιούτων λόγων, ἀλλ’ ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι δεικνύετε τὴν ἀναλγησίαν αὐτὴν ἀστεϊζόμενοι, πρέπει νὰ συλλογισθῆτε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι πάσχουν, λέγονται πολῖται Ἕλληνες, ἐλεύθεροι, καὶ μὴ σπεύδετε εἰς τὰς κρίσεις σας· διότι πρέπει νὰ συλλογισθῆτε ὅτι δύνασθε νὰ ἔλθητε καὶ ὑμεῖς ποτε εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μίαν περίστασιν, καθ’ ἣν πρὸς ἄλλην Κυβέρνησιν ἔκαμα ἐπερώτησιν δι’ ἀσυγκρίτως μικροτέρας παρεκτροπάς. Κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, ὅτε ἔζη ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος, ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ἠναγκάσθην διὰ παρεκτροπὰς ἑνὸς ἀξιωματικοῦ νὰ κάμω ἐπερώτησιν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὁποίαν ἐντύπωσιν ἐπροξένησαν οἱ λόγοι μου εἰς τὰς ὄψεις τῆς πτέρυγος ἐκείνης καὶ ὁποίαν ἔχετε ὑμεῖς σήμεριν ἀδιαφορίαν. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ νομίζητε, ὅτι ἐνταῦθα διηγούμεθα πλαστουργήματα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ τις τὴν ταχεῖαν τιμωρίαν, διότι ἀνὴρ σεβόμενος ἑαυτὸν, τὴν θέσιν του καὶ τὸ ὄνομά του καὶ τὰ καθήκοντά του, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐπιβάλλει αὐτὴ ἡ ἱστορία τοῦ τόπου, ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τότε ἐσιώπα, ἀλλὰ διέβλεπέ τις τὴν ἀγανάκτησιν ἣν ᾐσθάνετο, καὶ ὅταν ἐπεράτωσα τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου ἀσυγκρίτως ὀλιγωτέρων αὐτῶν τὰς ὁποίας ἀνακοινῶ σήμερον, ἠγέρθη ἀπὸ τῆς θέσεώς του καὶ μοῦ ἐζήτησε τὰς ἐπιστολὰς καὶ τὸ τηλεγράφημα διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως, καὶ ἀμέσως μεταβὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τηλεγραφικῶς ἀπεμάκρυνε τὸν ἀξιωματικὸν, καὶ ταχεῖαν διέταξεν ἀνάκρισιν. Ἀλλὰ σήμερον τὰ πράγματα διαφέρουσιν· ὅταν ἀνακοινοῦνται τοιαῦτα ἀκούονται εἰρωνεῖαι, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ πόνος πρὸς τὸν τόπον καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἄλλοτε! ἀλλὰ δείξατε τοὐλάχιστον κατὰ προσποίησιν, δείξατε ὅτι αἰσθάνεσθε τὴν σημασίαν αὐτῶν καὶ μὴ προσθέτετε καὶ τὴν εἰρωνείαν καὶ τὴν χλεύην εἰς τὰ παθήματα τῶν πολῶν. Μὴ νομίσετε ὅτι ἀνεκοίνωσα ταῦτα φοβούμενος δι’ ἐμαυτὸν καὶ τὰ ἐπαρχιακά μου τοιαύτας παρεκτροπὰς, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ σᾶς καταδείξω τὴν πραγματικὴν τοῦ τόπου κατάστασιν καὶ ὅτι ἐξέφυγεν ἡ διοίκησις ἀπὸ τὰς χεῖράς σας, καὶ νομίζετε μόνον ὅτι διευθύνετε τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα πράγματι ὑπηρετοῦσι πάθη τοπικά. Ὑμεῖς ἐνταῦθα δὲν πράττετε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ κατασκευάζητε λόγους καινοὺς περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Δὲν λέγω ὅτι αἱ πράξεις αὗται προέρχονται ἀπὸ ὑμᾶς, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν κατάστασιν, ἣν ἐδημιουργήσατε. Ἐὰν θέλετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, περιορίζετε τὰς βιαιοπραγίας ταύτας τὰς βανδαλικάς· δὲν λέγω τοῦτο, διότι θέλω νὰ περιορίσητέ τι ὅπερ δύναται νὰ μὲ βλάψῃ, ἀλλὰ τὸ λέγω ἀπὸ οἶκτον καὶ συμπάθειαν πρὸς τοὺς δυστυχεῖς ἀνθρώπους, οἵτινες πάσχουν τὰ πάνδεινα χωρὶς νὰ σᾶς πταίουν. Καὶ ἠξεύρω καὶ κατανοῶ τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἠγανάκτησα. Ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἐπίδειξις ἵνα ἐμπνευσθῇ τρόμος εἰς τοὺς φίλους μου, καὶ ἐγένετο αὕτη καὶ εἰς τοὺς κατοίκους χωρίου ἀνήκοντος εἰς ἐμὲ, τοῦ χωρίου Σελᾶ. Πρὸ ἐτῶν οὐδέποτε ἤκουσα νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια ἐναντίον οὐδενὸς τῶν καλλιεργητῶν τοῦ χωρίου μου τούτου ἐπὶ ζωοκλοπῇ, διότι φοβοῦνται ὄχι μόνον τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἐμὲ, διότι δὲν ἐπιτρέπω εἰς τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ἦναι ζωοκλέπται. Καὶ ὅμως συλλαμβάνουν ἕνα τῶν καλλιεργητῶν, τὸν Πετρούδην, ἐπὶ τῇ καταγγελίᾳ ἑνὸς Θεοδώρου Γιαννοπούλου, τὸν γυμνώνουν, τὸν δέρνουν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ παρασταθῇ εἰς τὸν Δῆμον ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ καταφορὰ ἐναντίον τοῦ Χατζοπούλου, ὥστε καὶ εἰς τὰ οἰκειότερα αὐτῷ πρόσωπα καὶ συμφέροντα δύναται νὰ ἐκτείνεται. Δὲν λέγω ὅτι ταῦτα γίνονται κατὰ προτροπὴν ἄμεσον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλονται εἰς τὰ τοπικὰ πάθη, καὶ τοῦτο διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν διοικεῖ, ἀλλ’ ἐγκατέλιπε τὴν Διοίκησιν ἔρμαιον τῶν φίλων της. Ὁ δὲ ἕτερος συλληφθεὶς εἶναι υἱὸς παρέδρου, ὁ ὁποῖος συνέπεσε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς δημοτικῆς ἐκλογῆς νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ ἐμοῦ, ἐνῷ ὁ ἀληθὴς ζωοκλέπτης εἶναι ὁ Θεόδωρος Γιαννόπουλος. Ὅτε ἔμενον τὸ παρελθὸν θέρος εἰς τὸ κτῆμά μου ἐπὶ τρεῖς μῆνας, ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου μοὶ παρεπονοῦντο κατ’ αὐτοῦ ὡς ζωοκλέπτου καὶ μεταξὺ ἄλλων καὶ ὁ ἤδη κακοποιηθεὶς σέμπρος μου Πεταρούδης· τὸν ἠπείλησεν ὅτι θὰ τὸν καταγγείλῃ, καὶ ἠναγκάσθη αὐτὸς ὁ Θεόδωρος Γιαννόπουλος νὰ πληρώσῃ τινὰ ζῷα, τὰ ὁποῖα εἶχε κλέψει, νομίζω, ὁ ἀδελφός του. Ἐντεῦθεν, κύριοι, τὸ πάθος, καὶ καταντᾷ ὁ ζωοκλέπτης νὰ παρίσταται ὡς καταδιώκων καὶ δυνάμενος νὰ δέρῃ, νὰ κακοποιῇ διὰ τῆς Ἐξουσίας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τοῦ ἐφόνευσεν ὁ κακοποιηθεὶς προβατίνας, ἐνῷ σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοιοῦτόν τι, διότι ἤμην ἐκεῖ, καὶ γνωρίζω ὅτι οὐδὲ λόγος τις ἐγένετο τοιοῦτος.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἤχθην εἰς τὸ νὰ ἐζήτουν τὸν λόγον μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ἀλλὰ πάλιν ἀπέφυγον· κατόπιν ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ παρομοίου θέματος ὁ κ. Χατζόπουλος, καὶ ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ παρέμβω, διότι ἀπορῶ πῶς ἄνδρες, πρόβουλοι λογάδες, ἀποροῦν διὰ τὰ συμβαίνοντα. Τὰ τοιαῦτα, κύριοι, εἶναι ὅροι ὑπάρξεως μιᾶς Κυβερνήσεως ὡς σήμερον πολιτευόμεθα. Ἄνευ τούτων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι· τὸ εἴπομεν μυριάκις ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος εἶναι νικηταὶ καὶ ἡττημένοι. Οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως βουλευταὶ δεσπόζουν τῶν ἐκτὸς τῶν πραγμάτων.
§13ΤΙΝΕΣ. Ἐπερώτησις εἶναι αὐτή;
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι μελέτη ἐπὶ ἐπερωτήσεως. Δύω σκοποὺς ἔχει ἡ ἐπερώτησις, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκούσῃ καὶ θεραπεύσῃ τὸ παράπονον, καὶ δεύτερον νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ αἴτιον τοῦ παραπόνου· τοῦτο λοιπὸν εἶναι οὐχὶ ματαιολογία, ἀλλὰ σπουδαίων ἀποτελεσμάτων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δίδωμεν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μελετᾷ τὸ ζήτημα, ὅπως μὴ ἐπανερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαναλήψεις τῶν παραπόνων καὶ ἐπερωτήσεων περὶ τοῦ αὐτοῦ ὑπηρεσιακοῦ παραπτώματος δαπανῶμεν τὸν χρόνον. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ παράπονα παράγονται ἐξ αἰτίων, τὰ ὁποῖα εἶναι συνέπειαι τῆς πολιτειακῆς καταστάσεως τῆς Πατρίδος, καὶ μὴ ἀπορῆτε διὰ τὰς τοιαύτας καταπιέσεις ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως· τὰ τοιαῦτα εἶναι—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ μίαν Λατινικὴν φράσιν—τὸ sine qua non, τῆς ὑπάρξεως Κυβερνήσεως, ἄνευ αὐτῶν ὄχι. Εἴδατε τί εἶπεν ὁ κ. Χατζόπουλος, ὅτι καταδιώκουν τοὺς φίλους του εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, διὰ νὰ εἰπῇ ὁ κόσμος ὅτι ὁ Χατζόπουλος εἶναι ἀσθενής, ἀφοῦ τὸν καταδιώκῃ ὁ κ. Τρικούπης. Ἔχει σημασίαν τοῦτο, διότι δὲν θὰ πάρῃ ἄλλοτε ψήφους. Τὰ αὐτὰ γίνονται καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κ. Σωτηροπούλου διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διὰ νὰ τὸν ἀποδείξουν ἀσθενῆ. Τοῦτο γίνεται καὶ εἰς ἐμὲ σημειώσατε, καὶ σημειώσατε, πρὸς εὐχαρίστησίν σας, ὅτι ἄλλην μίαν φορὰν δὲν γίνομαι βουλευτὴς, ὄχι διότι δὲν μὲ θέλουν οἱ συνεπαρχιῶταί μου, ἀλλὰ διότι ἐγὼ δὲν θέλω, διότι τοὺς βλάπτω. Τόσαι θέσεις ἠνοίχθησαν νεωστί, καπνοκοπτῆρες διωρίσθησαν ἄπειροι, καὶ ἐγὼ δὲν διώρισα κανένα· τώρα θὰ γίνουν καὶ ἄλλα μονοπώλια καὶ θὰ διορισθῇ ὑπαλληλία, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν Τροιζηνίαν κανείς. Ἡ Τροιζηνία δὲν θὰ ὀλιγοπιστήσῃ ποτὲ, δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὰς προϊστορικὰς ἔτι πολιτικάς της θεωρίας περὶ ἐλευθερίας καὶ ἀνεξαρτησίας φρονήματος, καὶ εἶναι ἡ μόνη ἐπαρχία, ἥτις δύναται νὰ εἴπῃ «ἐγὼ εἶμαι ὁ πρόμαχος τῶν Ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν», διότι καὶ κατὰ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ εἰς τὰ 1830 ἐπολέμησε τὸν Καποδίστριαν ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν μαχομένη καὶ ἐκάη ἀπὸ τὰς ὀρδὰς τῶν Λιάπιδων, αἱ ὁποῖαι εἰσήλασαν ἐκεῖ, καὶ ἔχουν οἱ Τροιζήνιοι κατὰ παράδοσιν τὸ ἔμφυτον αἰσθημάτων φιλελευθέρων, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἀδάμαστα τὰ αἰσθήματα ταῦτα εἶναι καὶ ἀσφαλῆ καὶ ἑδραῖα ὥστε ἀντὶ κλαυθμῶν καὶ ὀδυρμῶν ἐπὶ τῇ πανωλεθρίᾳ τῆς χώρας των αὐτοὶ ἐπὶ μᾶλλον ἐναβρύνοντο ἐπὶ τοῖς διὰ τὴν ἐλευθερίαν δυστυχήμασι ψάλλοντες «Ὁ Πόρος καὶ ἂν ἐκάηκε καὶ γίνηκε ντιβάνη, τὸ Σύνταγμα ἂς εἶν’ καλὰ καὶ πάλι τὸν ἐφτιάνει». Τηλικαύτη ἐπὶ τοῖς ἐκ τῆς ἐλευθερίας ἀγαθοῖς ἡ πεποίθησίς των, καὶ περιουσίας καὶ ζωῆς ἀφειδοῦντες, ὡς πραγμάτων εὐαποκτήτων, καὶ βέβαιοι εἰς τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας. Τὸ Σύνταγμα ἂς εἶναι καλὰ καὶ πλοῦτον πάλιν συγκεντρόνομεν, λέγουν, ψάλλοντες. Τί ἐγένετο ἐκεῖ εἰς τὰ 1830; καὶ οἱ πατριῶται ἐκεῖνοι δὲν ἐμεμψιμοίρησαν. Ἡμεῖς τὴν ἐλευθερίαν θέλομεν, ἔλεγον, καὶ διὰ τῶν ἐλευθεριῶν ἀποκτῶμεν ὑλικὴν εὐημερίαν· μόνον θέλομεν Πολίτευμα ἐλεύθερον. Τοιαύτη ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸν τὰς τοιαύτας ἰδέας ἐπαγγελλόμενον καὶ διδάσκοντα ἀντιπρόσωπον. Ἀλλ’ ὁ ἀντιπρόσωπος πρέπει σήμερον, ὡς πολιτευόμεθα, πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα τορβᾶ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κἄτι τι νὰ δίδῃ, διότι κουράζεται, ἀποκάμνει ἡ ἐπαρχία· δὲν θέλω λοιπὸν νὰ τὴν φέρω εἰς αὐτὴν τὴν δοκιμασίαν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἀκούσατε ἀνθρώπου, ἴσως πνέοντος τὰ λοίσθια τοῦ πολιτικοῦ του βίου, τὴν τελευταίαν διάταξιν. Ἓν μόνον, κύριοι, εἶναι τὸ ὁποῖον εἰσέτι διατηρεῖ τὸ ἔμπυρον ἐν ἐμοὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ σταδίου τούτου· νομίζω, πιστεύω, ἐλπίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ διόρθωσίς τις, ἀναθεώρησίς τις τοῦ ἐνεστῶτος· ἄλλως, ἐὰν οὕτω ἐξακολουθήσωμεν, θὰ σκεφθῶ καὶ ἐγὼ νὰ γείνω κερδοσκόπος, καὶ σήμερον νὰ ἦμαι μὲ τὴν μίαν Κυβέρνησιν νὰ πάρω ρουσφέτια ἀπὸ αὐτήν, αὔριον εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ πάρω ρουσφέτια καὶ ἀπὸ ἐκείνην, ὥστε νὰ ἔχω τὴν ἐπαρχίαν μου χορτάτην. Ἀφοῦ ἠθικαὶ ἀρχαὶ δὲν ὑπάρχουν, ἀφοῦ περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος οὐδεμία φροντὶς καταβάλλεται, ἀφοῦ λοιπὸν τὸ σκάφος τῆς πολιτείας ναυαγεῖ, διατί νὰ μὴ ζεσταθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν πυρὰν τῶν ναυαγίων, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ σκάφος; Δυστυχοῦς τινος ἐπῆραν τὸ στρῶμα καὶ τὸ ἔκαιον· ἐλυπεῖτο, ἀλλ’ εἶπεν «ἐκεῖ ποὺ καίεται τὸ στρῶμα μάτην ἂς ζεσταθῶ τοὐλάχιστον.» Τὸ αὐτὸ λοιπὸν ἠμπορῶ νὰ πράξω καὶ ἐγώ, νὰ διαφθαρῶ. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι Θεοῦ συνεργοῦντος νὰ μὴ κατορθώσῃ ὁ διάβολος νὰ μὲ φέρῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ συμφερόντων μεγάλων τοῦ Ἔθνους καὶ εὑρισκόμεθα εἰς κρισίμους περιστάσεις τῆς Ἀνατολῆς, ἕκαστος ἂς φαντάζεται τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῶμεν, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ πολιτευώμεθα ὡς σήμερον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον καὶ νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ προλάβωμεν ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα παραπονοῦνται ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ κ. Χατζόπουλος καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ παραπονοῦνται αὔριον οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου· διότι τὰ παράπονα ταῦτα δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ συμπτώματα τῆς ἀσθενείας· ἡ νόσος εἶναι ἄλλη, εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν. Σταθῆτε λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, διότι ὅλα τὰ ἄλλα πολιτικὰ ζητήματα καὶ αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι ἕωλα, τύπτομεν τὸν ἀέρα. Πῶς ὅμως δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναμόρφωσις;
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τριακονταμελὴς ἐπιτροπή.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀκούω ἑνὸς βουλευτοῦ περὶ τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς ἀποφθεγγομένου· ἴσως ἔχει δίκαιον, καὶ ἂς γείνῃ διὰ νὰ μελετήσῃ ἐπὶ ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως τῆς Πατρίδος, δηλαδὴ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ βουλευτὴς νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἐκλογέα, πῶς ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν βουλευτὴν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ μὲν Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ ᾖναι Ἐκτελεστικὴ, καὶ ὄχι Νομοθετικὴ, ἡ δὲ Νομοθετικὴ, Νομοθετικὴ καὶ ὄχι Ἐκτελεστική.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τοῦ Κλήρου.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι μία ἰδέα καὶ αὐτή· δὲν εἶναι ἀξιοκατάκριτος, καὶ αὐτὴ θέλει τεθῆ ἐπὶ τοῦ τάπητος, εἴτε διὰ τοῦ Κλήρου, εἴτε δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου, ὅλαι αἱ ἰδέαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν. Πρέπει λοιπὸν διὰ τῆς κοινῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς νὰ γείνῃ ἓν Σωματεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ καταρτίσῃ μίαν ἔκθεσιν, ἐν ᾗ νὰ λέγῃ ὅτι ὅπως παύσουν αἱ καταχρήσεις ἐν Ἑλλάδι καὶ διάγῃ ὁ Τόπος ἐν εὐνομίᾳ, φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο καὶ τοῦτο.
§19ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχομεν Πολιτικὸν Νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὅποιος παρεκτρέπεται, τιμωρεῖται. Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα κάθησαι καὶ λές;
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγκλημάτων ἰδιωτικῆς ἐνεργείας, καὶ περὶ ὧν προβλέπουσιν οἱ Ποινικοὶ Νόμοι, ἀλλὰ περὶ κομματικῶν παθῶν. Ἡ εὐγενεία σας εἶσθε εὐτυχὴς, διότι δὲν μένετε ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ σας, ὅπως ἴδητε τὴν καταδυνάστευσιν, τὴν ὁποίαν πάσχουν οἱ ὑμέτεροι φίλοι, ἅμα γίνωνται ἀντιπολιτευόμενοι. Λοιπὸν ὑπάρχει ἡ κατάστασις τῆς τυραννίας τοῦ ἀνδραπόδου· διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι φορητὴ, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ὅπως ἀναβιώσωμεν ἐν τῇ ἠθικῇ ἐν γένει τῇ κοινωνικῇ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, ὅταν κάμωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν, αὕτη θὰ μελετήσῃ ἐπὶ τῶν διαφόρων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα χρήζουν διορθώσεως, καὶ ὧν ἕνεκα ἡ ἡμετέρα Πολιτεία χωλαίνει, καὶ θὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου, τοῦ προτεινομένου πρὸς διόρθωσιν. Μὴ νομίζητε δὲ ὅτι κωλυόμεθα ἐκ τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διατάξεων· ἐδῶ εἴμεθα Βουλὴ Ἑλληνικὴ καὶ Βουλὴ Ἔθνους Ἑλληνικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλει εἰς οὐδένα οὐδέν. Εἴμεθα Συνέλευσις, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τὸ πᾶν. Κατὰ συνέπειαν νὰ προσκαλέσητε ἄλλους τόσους βουλευτὰς καὶ τοιουτοτρόπως ν’ ἀποφασίσωμεν πῶς θὰ πολιτευώμεθα, πῶς νὰ χειραφετήσωμεν βουλευτὴν ἀπὸ τὸν ἐκλογέα καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ τὸν βουλευτήν. Ἀλλὰ μὴ τὰ λέγωμεν καὶ παρέρχονται εἰς μάτην· νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν.
§21ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἀντὶ τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς νὰ σχηματίσωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὸ κεφάλι σου.
§22ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Χαλκίδος πρέπει ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ὅτε ὑπεβλήθησαν αἱ καταστάσεις περὶ τῶν παραπεμφθέντων ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπείας, κατόπιν αἰτήσεως ἑτέρου βουλευτοῦ, παρετήρησεν ὅτι θέλει συμπληρωτικὰς καταστάσεις, περιεχούσας καὶ τὰ ὀνόματα τῶν παραπεμφθέντων καὶ τὴν ἐπαρχίαν ἑκάστου τῶν παραπεμφθέντων. Ἑπομένως ὑποβάλλω πέντε τοιαύτας καταστάσεις· ὑποβάλλω καὶ ἀνακεφαλαιωτικὸν πίνακα κατ’ ἐπαρχίαν ἵνα δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ προβῇ ὁ κ. βουλευτὴς εἰς τὰς μελέτας του. Παρατηρῶ δὲ ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας ὅτι ἐπὶ ἀριθμοῦ 95 ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄνδρου 2, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους 2, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς 9, Γόρτυνος 2, Γυθείου 1, Δωρίδος 1, Εὐρυτανίας 2, εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσολογγίου εἷς. Δὲν ἠξεύρω ἂν σᾶς ἀρκῇ ἕως ἐδῶ ἢ ἂν θέλητε τὸν ἀριθμὸν καὶ δι’ ἄλλας ἐπαρχίας.
§24Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν κατάστασιν τῆς μετακινήσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, θὰ ὑποβληθῶσι πάντα ὅσα ζητήσητε.
§26Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Συνάμα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν περὶ τοῦ ἑξῆς: Εἰς τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, τὸν ἀφορῶντα τὴν ἀποστολὴν Ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος εἰς Γαλλίαν διὰ τὰ στρατιωτικὰ γυμνάσια, ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμον δὲν εὗρον οὐδεμίαν ἔκθεσιν· οὐδεὶς ἀξιωματικὸς οὐδενὸς ὅπλου κατέθεσεν ἔλθεσιν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις πολυσέλιδος τοῦ στρατηγοῦ Κορωναίου.
§28Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὰς ἀναφορὰς τοῦ ὑποστρατήγου, ὑπόσχεται ἔκτοτε ὅτι ἅμα ἔλθουν ἤθελον ὑποβάλει ἐκθέσεις ἕκαστος ἀξιωματικὸς σχετικῶς πρὸς τὸ ὅπλον του. Τὰς ἐκθέσεις αὐτάς, καίτοι μνημονευομένας ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑποστρατήγου, δὲν εἶδον κατατεθείσας.
§29ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. (ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Θηβῶν κ. Διαμάντης ἐζήτησε δι’ ἐπερωτήσεως νὰ μάθῃ «τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐθεωρήθη κατεπείγουσα ἡ ἐκποίησις τῆς κινητῆς περιουσίας τῆς Μονῆς Σαγματᾶ, ὀλίγον πρὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, μὴ κατεπείγουσα δὲ ἡ μίσθωσις τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῆς αὐτῆς Μονῆς, καὶ τοὺς λόγους δι’ οὓς δὲν ἐθεωρήθη πρέπον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεσσάρων Μονῶν τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν, καὶ προσέτι ἐὰν ἀληθεύῃ ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου ἐξεποιήθη τελευταῖον ἡ κινητὴ περιουσία τῆς Μονῆς Πελαγίας» Ὡς πρὸς τὴν Μονὴν Σαγματᾶ τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον αὐτῆς πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἶχε προτείνει τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐκποιήσεως μέρους τῆς κινητῆς αὐτῆς περιουσίας, τῶν κτηνῶν αὐτῆς, πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν καὶ ἐξοικονόμησιν τῶν χρειῶν τῆς Μονῆς. Ὁ ἁρμόδιος Ἐπίσκοπος ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔκθεσιν ὑποστηρίζουσαν διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων καὶ λόγων τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκποιήσεως οὐχὶ μέρους, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τῆς κινητῆς ταύτης περιουσίας τῆς Μονῆς, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εἶχεν ἀποφασίσει νὰ διατάξῃ τὴν ἐκποίησιν· ἀλλ’ ἔγγραφον τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου καὶ τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπέδειξεν ὅτι ὡς ἐκ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἐπρόκειτο νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκποίησις, ἦτο δὲ ὁ μὴν Νοέμβριος, ἤθελε ζημιωθῇ ἡ Μονή, διότι τὰ θήλεα ἦσαν ἐπίτοκα, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεβλήθη τότε ἡ ἐκποίησις. Ὅταν τελευταῖον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμελετᾶτο ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Μονῆς αὐτῆς, τὸν ὁποῖον εἶχε διαβιβάσει πρὸς αὐτὸ ὁ Ἐπίσκοπος Θηβῶν ἱεραρχικῶς, ἐλήφθη καὶ ἄλλη πάλιν ἔκθεσις τοῦ Ἐπισκόπου αὐτοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκποιήσεως ὁλοκλήρου τῆς κινητῆς περιουσίας τῆς Μονῆς· τὴν αἴτησιν δὲ ταύτην ὑπεστήριξεν ἡ μελέτη τῶν διαφόρων ἐγγράφων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν Μονὴν ἐκείνην, ἐκ τῶν ὁποίων κατεδεικνύετο ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν τῆς Μονῆς ἐγίνετο λίαν πλημμελῶς, ὅτι εἶχον ἀνακαλυφθῆ σπουδαῖαι καὶ ὡρισμέναι νοσφίσεις καὶ καταχρήσεις Μοναστηριακῆς περιουσίας, δι’ ἃ ἐγένετο καταγγελία εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἀπεδεικνύετο προσέτι ἐκ τῆς μελέτης ταύτης τῶν ἐγγράφων ὅτι πρὸς συντήρησιν τῶν κτηνῶν τῆς Μονῆς ἐδαπάνα αὕτη ὅλον τὸ ἐξ αὐτῆς ἔσοδον, διότι τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς 22. Ἐν συνόλῳ δὲ ἀπεδεικνύετο ὅτι τὰ ἔσοδα τῆς Μονῆς ἐξ 20,000 δραχμῶν ἐδαπανῶντο μέχρι τοῦδε πρὸς ἁπλῆν συντήρησιν τῶν μοναχῶν, χωρὶς νὰ ἀφίνεται περίσσευμα πρὸς πληρωμὴν χρεῶν. Διετάχθη λοιπὸν ἀμέσως ἡ ἐκποίησις τῆς κινητῆς ταύτης περιουσίας τῆς Μονῆς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἡ διὰ δημοπρασίας πολυετὴς ἐκμίσθωσις τῶν ἀκινήτων αὐτῆς κτημάτων. Ἡ Διοικητικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία ἦτον ἐντεταλμένη νὰ ἐκτελῇ τὰς τοιαύτας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, προέβη μετὰ δραστηριότητος εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν καὶ ἐξεποίησε ταῦτα· ἐπειδὴ ὅμως πολλὰ παρενέπεσαν κωλύματα, εἶχε παρεμποδισθῆ ἡ ἐργασία καὶ πρὸς ἐκμίσθωσιν τῶν ἀκινήτων κτημάτων. Ὅταν ἐγὼ ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εὗρον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐκκρεμῆ, διέταξα δὲ καὶ πάλιν νὰ προκηρυχθῇ δημοπρασία πρὸς ἐκμίσθωσιν τῶν ἀκινήτων, καὶ τὴν δημοπρασίαν ταύτην, γενομένην, ἠκύρωσα καὶ διὰ τυπικοὺς λόγους καὶ διότι εἶχον ἀποκρυβῆ κτήματά τινα τῆς Μονῆς, διετάχθη δὲ συνεπῶς νέα δημοπρασία, ἡ ὁποία πρόκειται ἤδη νὰ γείνῃ. Ὡς πρὸς τὴν Μονὴν Πελαγίας, τὸ ἡγουμενοσυμβούλιον αὐτῆς ἀληθῶς εἶχε ζητήσει τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν αὐτῆς. Καὶ ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι ἐξ ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἔρευνα τῶν προϋπολογισμῶν ἔπεισε τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι πλημμελέστατα διαχειρίζονται τὰ τῆς περιουσίας αὐτῆς. Διετάχθη λοιπὸν καὶ ἐγένετο ἡ ἐκποίησις τῆς κινητῆς περιουσίας καὶ αὐτῆς, διετάχθη δὲ συγχρόνως καὶ ἡ διὰ δημοπρασίας πολυετὴς ἐκμίσθωσις τῶν ἀκινήτων αὐτῆς κτημάτων, ἥτις ὡσαύτως ἐγένετο· καὶ ὡς πρός τινα μὲν κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ τιμὴ ἦτο συμφέρουσα, ἐπεκυρώθη αὕτη, ὡς πρός τινα δὲ ἄλλα κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εὑρέθη συμφέρουσα ἡ προσφερθεῖσα τιμὴ, ἠκυρώθη· καὶ ἐπειδὴ παρεστάθη ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρὸς πρὸς ἐπωφελῆ ἐκμίσθωσιν, ἐπέτρεψα εἰς τοὺς μοναχοὺς νὰ τὰ διαχειρίζωνται μέχρι προσεχοῦς Ἀπριλίου, ὅτε ἐλπίζεται μεῖζον μίσθωμα διὰ τὰ κτήματα αὐτά. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξακολουθεῖ οὕτω· (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ «δὲ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βου«λὴν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐκ«ποίησιν τῶν κτηνῶν ἀμφοτέρων τῶν Μονῶν Σαγματᾶ «καὶ Πελαγίας, ἤτοι πόσα ἀνῆκον ἑκάστῃ τούτων, εἰς «ποίαν τιμὴν ἐξεποιήθησαν τὰ μικρὰ κατ’ εἶδος καὶ τὰ «χονδρὰ κατὰ κεφαλήν, ἂν ὅσα κατεγράφησαν, τοσαῦτα «καὶ ἐξεποιήθησαν, καὶ τίνα ἐξασφαλιστικὰ μέτρα εἶχον «ληφθῆ, ὅπως ἡ καταγραφὴ γένηται ἄνευ καταχρήσεων». Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ἅπαντα· ἐν αὐτοῖς θὰ ἴδῃ ὁ κ. Βουλευτὴς κατ’ εἶδος, καθ’ ἡλικίαν καὶ κατ’ ὄνομα ἀκόμη τὰ κτήνη αὐτά. Ἐπειδὴ δὲ ἐρωτᾷ καὶ ἂν ἐξεποιήθησαν ὅλα ὅσα κατεγράφησαν, πληροφορῶ αὐτὸν ὅτι ὅσα κατεγράφησαν, τόσα ἐξεποιήθησαν, ἀλλ’ ἐκ μὲν τῶν κτηνῶν τῆς Μονῆς Σαγματᾶ κατὰ τὴν παράδοσιν παρεδόθησαν 45 ὀλιγώτερα ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα προεκηρύχθη ἡ δημοπρασία, διὰ τοῦτο δ’ ἐγένετο ἤδη ἀμέσως καταγγελία εἰς τὸν εἰσαγγελέα· ὡς πρὸς τὰ κτήνη τῆς Μονῆς Πελαγίας, ταῦτα παρεδόθησαν ἀκριβῶς ὅσα κατεγράφησαν πλὴν ἑνὸς πώλου, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε καθ’ ὁδὸν πρὸ τῆς παραδόσεως, καὶ δι’ ὃν διέταξα νὰ γείνῃ ἀνάλογος μείωσις τοῦ τιμήματος. Ἐρωτᾷ πρὸς τούτοις ὁ κ. Βουλευτὴς ἂν ἐλήφθη πρόνοια πρὸς μίσθωσιν τῶν λειβαδίων καὶ τῶν καλλιεργησίμων αὐτῶν γαιῶν. Ἀπήντησα ἤδη ὅτι ἅμα τῇ πωλήσει κτηνῶν διετάχθη ἡ πολυετὴς μίσθωσις τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ συγχρόνως ἡ ἀπόλυσις ὅλου τοῦ προσωπικοῦ τῶν φυλάκων. Ἐπίσης ὁ κ. Βουλευτὴς ἐρωτᾷ ἂν σκοπῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διαλύσῃ αὐτὰς, ἢ ἂν τοὐναντίον, τὸ μέτρον ληφθήσεται πρὸς συντήρησιν τῶν μοναχῶν κατὰ τὴν ἐκποίησιν καὶ μίσθωσιν τῆς περιουσίας τῶν Μονῶν τούτων. Τὸ Ὑπουργεῖον προβαίνει εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ, ἀρχόμενον κατὰ προτίμησιν ἀπὸ τῶν Μονῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων εἴτε εὑρίσκει κακῶς διεξαγομένην τὴν διαχείρισιν, εἴτε εὑρίσκει τὰ ἔξοδα ὅλως δυσανάλογα πρὸς τὴν περιουσίαν αὐτῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐν γένει ἐπιτυγχάνει, δι’ αὐτοῦ δὲ καὶ βεβαιοῦται καὶ ἀσφαλίζεται ἡ τῶν Μονῶν περιουσία, διότι καὶ τὰ ἀντίτιμα τῶν ἐκποιουμένων καὶ τὰ μισθώματα τῶν ἐκμισθουμένων κατατίθενται εἴτε εἰς Τραπέζας εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐπ’ ὀνόματι καὶ εἰς λ)σμὸν τῶν οἰκείων Μονῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. βουλευτὴς μὲ ἐρωτᾷ ἐπίσης τί σκέπτομαι περὶ διαλύσεως τῶν Μονῶν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ, λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ τῷ δώσω ὁριστικὴν ἀπάντησιν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξόχως σπουδαῖον καὶ ὡς τοιοῦτον ἄξιον πολλῆς σκέψεως καὶ μελέτης. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦσαν μέχρι τοῦδε οὔτε τὰ προχειρότερα πρὸς τοιαύτην μελέτην στοιχεῖα. Μετὰ πάσης δὲ δραστηριότητος κατωρθώθη νὰ συμπληρωθῇ ἤδη τὸ μοναχολόγιον καὶ κτηνολόγιον τῶν Μονῶν, ἐπιδιώκεται δὲ συνάμα καὶ ἡ ταχεῖα συμπλήρωσις καὶ τοῦ ἐν γένει κτηματολογίου αὐτῶν. Ἐτελείωσα τοιουτοτρόπως τὴν ἀπάντησίν μου ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως.
§30ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Παρελείψατε νὰ μᾶς εἴπητε τὶ μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν καταγραφῶν.
§31ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Τὰς καταγραφὰς ἔστειλαν τὰ ἡγουμενοσυμβούλια, ἐζητήθησαν δὲ καὶ πληροφορίαι ἀπὸ τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς, καὶ ὅπου εὑρέθησαν ἐλλείψεις, ἐνηργήθησαν τὰ δέοντα πρὸς συμπλήρωσιν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν δημοδιδάσκαλον, περὶ οὗ μὲ ἠρωτήσατε, σᾶς πληροφορῶ ὅτι αὐτὸς μετετέθη εἰς ἄλλο χωρίον τοῦ δήμου κατ’ αἴτησίν του καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἐστάλη ἄλλος διδάσκαλος, ὡς βεβαίως εἴδετε ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§32ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώην τις ὑπάλληλος ταχυδρομικὸς ἐπὶ 10 ἔτη ἔφυγεν ἀπ’ ἐδῶ, καὶ ἐσχάτως ἐν Βόλῳ ἀπελύθη. Ἔχει πολυμελῆ οἰκογένειαν, δὲν ἐπαύθη διὰ λόγους ὑπηρεσίας· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶχε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα συνήθως μεταχειρίζονται, ἀπεφάσισεν, ὁ δυστυχὴς ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§33Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν μόνον στιγμὴν, ἵνα ἐπανορθώσω ἓν λάθος τῆς μνήμης, εἰς τὸ ὁποῖον προχθὲς, ἀγορεύων ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, ὑπέπεσεν. Ἴσως ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶπε περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἔν τινι ἀγορεύσει μου, ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἀπεκάλεσα αὐτὸν προδότην, καὶ πρὸς τοῦτο σᾶς ἀνέγνωσε περικοπήν τινα τῆς ἀγορεύσεως ἐκείνης. Θὰ μὲ συγχωρήσητε, κ. βουλευταὶ, νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἐγὼ τρεῖς γραμμὰς ἐκ τῆς αὐτῆς ἀγορεύσεως, ἵνα ἴδητε, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐλησμόνησεν ἀκριβῶς τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἐν λόγῳ ἀγορεύσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ προσέξῃ ἵνα ἐκτιμήσῃ τὸ φρόνημά μου περὶ Κουμουνδούρου καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἡ περικοπὴ, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν, ἀναφέρεται εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως καὶ τοῦ ἀποτελέσματος αὐτῆς καὶ ὄχι εἰς τὸ ἐλατήριον τῶν διαπραξαμένων αὐτὴν, τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖται λίαν σαφῶς εἰς τὴν περικοπὴν, ἣν ἐπικαλοῦμαι καὶ ἥτις ἔχει οὕτως: «Μὴ θέλετε δὲ νὰ παρεξηθῶ κτλ.» (Σελὶς 252 τῶν πρακτικῶν τοῦ 1882).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Ποταμιάνος ἔχει τὸν λόγον.
§36ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ τάξις τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων ἀπῄτει ὁ λαμβάνων τὸν λόγον νὰ περιορίζηται στενῶς εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἐγκαταλιμπάνοντα αὐτὸν, ἐὰν ἑπομένως ἐπέκειτο εἰς ἐμὲ τὸ χρέος ν’ ἀπαντήσω μόνον εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος τελευταῖον ὁμιλήσαντα ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων ἀντιπρόσωπον, βεβαίως τὸ ἔργον δὲν θὰ ἦτο πολὺ δι’ ἐμὲ εὐτυχές. Ἔδει νὰ ἀντεπεξέλθω εἰς εἰκόνας ὡραίας καὶ ἀποστροφὰς ἰσχυρὰς, εἰς παρομοιώσεις καὶ παραβολὰς, ἀλλ’ εἰς θεμάτων οὐσιωδῶν τὴν ἀναίρεσιν θὰ εἶχον στενὸν τὸ στάδιον. Ἐὰν δ’ ἡμιλλώμην πρὸς τὰ ρητορικὰ ἐκείνου σχήματα, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἤκουον τὴν φωνὴν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀντιπροσώπου κ. Χοϊδᾶ νὰ φωνήσῃ «ἅλις λόγων, κ. βουλευτὰ, ἅλις λόγων». Μετὰ προσοχῆς ἠκολούθησα τὸν ἀγορεύσαντα, καὶ πολλαχοῦ εἶδον αὐτὸν ἐξαιρόμενον τῳόντι ἐν ρητορικοῖς κατασκευάσμασιν, ἀλλ’ ἐν ὀλιγίστοις ἤκουσα αὐτοῦ γεγονότα ἢ κατηγορίας ὡρισμένας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδεικνύοντος. Ἑκάστη τῶν σθεναρῶν ἄλλως ἀποστροφῶν αὐτοῦ, βεβαίως ἐγέννα ἡμῖν καὶ μίαν ἀπορίαν, ἧς τὴν λύσιν δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρῃ τις. Ὅταν π. χ. σᾶς παρίστα χάος ἐν τῷ πολιτικῷ ἡμῶν κύκλῳ, βλέποντες τὰς τάξεις τῆς δεξιᾶς πυκνὰς, καὶ τὸ φρόνημα αὐτῆς ἑδραῖον καὶ ἓν, ἠρωτᾶτε πόθεν τὸ χάος τοῦτο; Μὴ τάχα ἐξ ἑαυτοῦ ἢ μὴ ἐκ τῶν περὶ αὐτὸν γινομένων ἤντλει τοῦ χάους τὴν ἰδέαν; Καὶ ὅταν ἐν συντριβῇ εἰκόνιζε τὸ Κοινοβούλιον ὡς ρωμαϊκὸν ἱππόδρομον, δὲν ἠρωτᾶτε καὶ σεῖς, τίς ὁ gladiator, ἢ τίνες οἱ μονομάχοι οὗτοι οἱ εἰς ἐξόντωσιν προκαλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος; Μὴ καὶ ἐδῶ περὶ ἄλλων καὶ ὄχι περὶ τῶν ἐν τῇ δεξιᾷ ὡμίλει; Καὶ ὅταν, δεινολογῶν, ἀνεφώνει «δὲν ὑπάρχει Βουλὴ, δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, δὲν ὑπάρχει Βασιλεία», δὲν ἠρωτᾶτε: σκιαμαχεῖ λοιπὸν κατὰ Κυβερνήσεως παλαίων ἀνυπάρκτου, καὶ ἐν ἐρήμῳ βοᾷ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπευθυνόμενος; Καὶ εἰς τὸ κενὸν ὡμίλησεν, ὅταν πρό τινος, ὡς ἀνέγνωτε ἐν ταῖς ἐφημερίσι, προσῆλθε καὶ διελέχθη μετὰ τοῦ Βασιλέως; Οὐκ ἐν τούτοις καὶ τοῖς τοιούτοις συζήτησις. Δὲν ἐτέθη ἀκόμη, ὄχι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐφ’ οὗ ὤφειλεν εἶναι· καὶ ἂν δυνηθῶ, θὰ φροντίσω νὰ τὴν ἀποθέσω ἐπὶ τοῦ οἰκείου βάθρου. Στοιχειώδους φρονήσεως Πολιτικῆς καὶ μονονοὺ ὁμιλούσης ἐθνικῆς ἀνάγκης ὑπαγόρευσις ἦτον, ἅμα ὁ τόπος ἐξῆλθε τῶν ἐξωτερικῶν περιπετειῶν, τῶν περισπωσῶν ἅπασαν τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, νὰ ἐπιδοθῇ ἡ Βουλὴ μετ’ ἐνδελεχοῦς φροντίδος εἰς σύντονον μελέτην τῶν πορισμάτων τῶν περιπετειῶν ἐκείνων καὶ νὰ ἴδῃ τίνων ἄρά γε ἐστερεῖτο ἐν τῷ παρελθόντι ὁ τόπος, καὶ τίνων τὸ μέλλον, τὸ κινδυνῶδες, τὸ ἐγγὺς μέλλον, τίνων δεῖται καὶ εἰς τίνα δύνανται αἱ δυνάμεις αὐτοῦ νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ἀντὶ τούτου ὅμως ἡ Πολιτικὴ συζήτησις, ἀφεῖσα τὰ ἐξέχοντα σημεῖα τῆς θέσεως ἡμῶν καὶ ἀρεσκομένη μᾶλλον εἰς καρυκεύματα, ἐρεθίζοντα τὸ κοινὸν φρόνημα, ἐτράπη τὴν ὁδὸν τῶν κατηγοριῶν καὶ τῶν ἀντεγκλήσεων, καὶ δύο ἐδράξατο ζητημάτων, ὄχι ὅπως συζητήσῃ αὐτὰ πρὸς λύσιν, ἀλλὰ κυρίως ὅπως προκαλέσῃ συζητήσεις αὐτῶν ἄνευ σκοποῦ λύσεως. Ἂν τὴν προσήκουσαν ἐποιεῖτο μελέτην, ἔπρεπε ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τὰ οἰκονομικὰ, τὴν συγκοινωνίαν, τὴν στρατιωτικὴν κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν παρασκευὴν, τὴν παιδείαν· ἀλλὰ δὲν ἔκαμε τοῦτο. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε πάντες, ὅτι μέγας λόγος ἀπὸ δεκαπενθημερίας γίνεται περὶ τῶν μεταβάντων ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἰς ταύτην μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς μερίδος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου. Καὶ ἄλλων μέν τινων τὰ παράπονα ἴσως εἶχον λόγον ἀφανῆ, ἀλλ’ ἐνοούμενον· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, ὅταν ἐφίστα καὶ ἐπὶ τούτου ἀκόμη τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν εἶδον τίνα εἶχε λόγον νὰ τὸ κάμῃ, καὶ δὲν ἐπρόσεξε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν σκόπιμον ἴσως παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀντιπρόσωπος εἶχε κάμει. Σᾶς εἶπεν οὗτος ὅτι, ὅταν συνῆλθεν ἡ παροῦσα Περίοδος τῆς Βουλῆς, ἦτον εὔλογος ἡ μεγάλη συνάθροισις ἀντιπροσώπων ἐναντίον τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου, διότι καὶ ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἀπήρεσεν εἰς τὸν τόπον, καὶ εἶχε διαβληθῆ καὶ ἐν ἄλλοις τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ τοῦτο ἐστρέφετο κατὰ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀντιπροσώπου, διότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς διέβη τὴν στενὴν ταύτην δίοδον, ἥτις ἐν πολλοῖς εἶχεν ὄψιν βαράθρου, καὶ ὁμολογεῖτε, ἐλπίζω, ὅτι δὲν ἐξετέλεσε τὴν διάβασιν μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ Μάρκου Κουρτίου. Θέλω πειραθῆ νὰ τακτοποιήσω τὰ πολλὰ ρηθέντα, ἵνα καὶ τὴν ἐμὴν θέσιν εὐκολύνω, καὶ τοῦ χρόνου φεισθῶ, ᾧ ἀφειδῶς χρῆται ἡ ἀριστερὰ, καὶ θέλω, ἀφοῦ ἔθηκά τινα ἐκποδῶν, μακρύνει καὶ ἄλλα. Ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι φαινομενικὴ μόνον εἶναι ἡ ἐν τῇ ἐπιθέσει συνεργασία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἐν τῇ ἐμφανίσει αὐτῆς ὑποφαίνονται τὰ πολλὰ αὐτῆς χωρίσματα, τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην ἦρεν ἡ ὁμαλὴ ὁμιλία τοῦ ἐκ Τριφυλίας ἀντιπροσώπου, καὶ ἄλλη τις προηγουμένη ἀγόρευσις τοῦ ἰδίου ἐκ Καλαβρύτων ἀντιπροσώπου. Λέγω τοῦτο, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίσωμεν καὶ τὰ προγράμματα τῶν ἐναντίων ἡμῶν, ὧν μέχρι τοῦδε ἔχομεν πλείονα, καὶ περιμένομεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἄλλα. Ὅταν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ὑπὸ τύπον ἀπαντήσεως πρὸς τὸν ἐκ Κραναίας ἀξιότιμον ἀντιπρόσωπον, ὡμίλησε περὶ συστάσεως κομμάτων, καὶ ἀνέμνησε τὴν τελευταίαν διετῆ ἱστορίαν τῆς μερίδος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὅτι παρόντος καὶ ἐπινεύοντος τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀνέπτυξε τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος τοῦ Κουμουνδούρου, δὲν ἔβλεπε πᾶς τις ἐν τούτοις τὴν πλήρη διατύπωσιν προγράμματος, ἀντιτιθεμένου πρὸς τὸ τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ καὶ πρὸς τὸ τοῦ ἐκ Καλαβρύτων; Καὶ ὑπὸ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ προγράμματος, τοῦ παρελθόντος ἐκείνου καὶ ἀνεφαρμόστου ἤδη πλέον, δὲν διεκρίνατε παράπονον κατὰ τῶν μεταστάντων, ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρόντος καὶ ἐπινεύοντος τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἀνέπτυξεν αὐτὸς τὸ πρόγραμμα τῆς μερίδος; Καὶ ὅταν διεμαρτύρετο ὑπὲρ τῶν ἐκεῖ, καὶ ἔλεγεν ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐσυνειθίσαμεν νὰ λατρεύωμεν εἴδωλον», ὑβρίζων οὕτω τὴν δεξιὰν, ὡς λάτριν εἰδώλων, πῶς ἐλησμόνει ὅτι ἡ δεξιὰ ἵδρυται, ὅσον ἐγὼ ἀπὸ διετίας εἶδον, ἐπὶ μιᾶς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον — ἐγὼ τουλάχιστον — παραβιαζομένην, τῆς ἀρχῆς ὅτι τὸ σκέπτεσθαι ἀνήκει πᾶσιν, ἢ κἂν πᾶσι τοῖς δυναμένοις καὶ θέλουσι, τὸ ἐκτελεῖν δ’ ἑνί; Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Σωτηρόπουλος δὲν εὕρισκεν εἴδωλον πρὸς λατρείαν, μὴ ἠξίου ἀντὶ εἰδώλου νὰ λατρεύσωσι Μορμώ τινα οἱ ἐδῶ ἐλθόντες; Βλέπετε, πόσον ἄχρηστοι, πόσον ἐπιζήμιοι αὐτοῖς τοῖς εἰσαγγέλλουσιν εἶναι τοιαῦται αἰτίαι καὶ ἀντεγκλήσεις; Ἀλλ’ ἂς θέσωμεν κατὰ μέρος αὐτὰς, καὶ ἂς ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ ὁ εἰσηγησάμενος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως ἔφερεν. Εἶναι δύσκολον βεβαίως εἰς ἕνα ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ πασῶν τῶν κατηγοριῶν, καὶ νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ πάντων τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν ἐπεκαλέσθησαν, καὶ νὰ ἀντεπεξέλθῃ διὰ πάντων τῶν ἰσχυρῶν λόγων, δι’ ὧν αἱ κατηγορίαι πολεμοῦνται. Κατηγόρησαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοὺς πολλοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς πολλὰς μεταθέσεις διδασκάλων, διὰ τὴν διατήρησιν τῶν χωροφυλάκων ἐν ταῖς ἰδίαις αὐτῶν Ἐπαρχίαις, διὰ τὴν σύστασιν πολλῶν σχολείων, διὰ τὴν χάραξιν πολλῶν συνάμα καὶ πλειόνων τῶν χρηματικῶν τοῦ Κράτους πόρων ὁδῶν, διὰ τὴν βραδεῖαν ἐφαρμογὴν τῶν ψηφισθέντων φορολογικῶν Νόμων, διὰ τοὺς Νόμους αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν μὴ ἐπίλυσιν τοῦ ταχυδρομικοῦ μετὰ τῆς Τουρκίας ζητήματος καὶ τοῦ τῆς παροχῆς ἐκτελεστηρίων ὑπὸ τῆς Πύλης εἴς τινας Προξένους τῆς Ἑλλάδος. Πολλαὶ τῶν κατηγοριῶν ἦσαν ἤδη δεδικασμέναι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ἀνάγονται εἰς ἐποχὴν, περὶ ἧς ἀπεφάνθη ἡ ψῆφος ἡμῶν. Καὶ ἄν τις προσέξῃ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, θέλει συναγάγει, ὅτι πενίαν κατηγοριῶν πάσχει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀφοῦ ἀναγκάζεται νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὰ περισσῶς ἤδη συζητηθέντα καὶ ἐκδικασθέντα. Ὅλας τὰς κατηγορίας ἐκείνας, πλὴν τῶν τεσσάρων τελευταίων, ἐξήτασαν ὑπὸ ἓν πνεῦμα, τὸ πνεῦμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπηρεάζει τὸ Κοινοβούλιον, καὶ διὰ τοῦτο συγκεντροῖ πλειονοψηφίαν, διαφθείρουσα αὐτὴν, καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐπηρεάζει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐκκλίνει αὐτὴ τῆς προσηκούσης κυβερνητικῆς καὶ διοικητικῆς πορείας. Ἠκούσατε δὲ καὶ τὸν ἀπηρχαιωμένον ὅρον «τοῦ χωρισμοῦ τῶν Ἐξουσιῶν», ἀναφερόμενον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς κατηγορίας ταύτης· ὥστε δύναταί τις ἀθροιστικῶς πάσας ταύτας νὰ ἐξετάσῃ ὑπ’ αὐτὸ τοῦτο τὸ πνεῦμα, ὑφ’ ὃ διετυπώθησαν, ἰδιαιτέρως δὲ τὰς περὶ φορολογικῶν νόμων, ὡς ἀναγομένας εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ τὰς περὶ ταχυδρομείων καὶ προξενικῶν ἐκτελεστηρίων, ὡς ἀναγομένας εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις. Εἶναι ἀρχαῖον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῆς Διοικήσεως, καὶ τῆς ἐπιδράσεως τῆς Διοικήσεως ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι γνωστὰ λίαν τὰ τρία μειονεκτήματα τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, καθ’ ὅλου, καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ, ἰδιαίτερον, ἤτοι ἡ ἀμοιβαία ἐκείνη ἐπίδρασις, ἡ βραχυβιότης τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἡ πολυνομία. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ βῆμα τοῦτο ἕδρα τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἵνα γείνῃ περὶ αὐτῶν λόγος πολύς. Πάντοτε ἐτέθη ἐνώπιον τῶν Συνταγματικῶν Πολιτειῶν, ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν, τὸ πρόβλημα «διὰ τίνων μέσων δύναται νὰ τεθῇ ὅριον πρὸς ἔῤῥυθμον καὶ ἁρμονικὴν τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν σύμπραξιν». Πολλὰ συστήματα ὑπάρχουσιν ἢ ἐξετέθησαν πρὸς λύσιν αὐτοῦ. Οὕτω τὸ τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ τὸ τῆς αἱρέσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐκρίθησαν πρόσφορα, καὶ τὸ σύστημα τῶν προσόντων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἐφηρμόσθη. Δυστυχὴς παρατήρησις δι’ ἡμᾶς εἶναι, ὅτι τῇ Λατινικῇ φυλῇ προσιδιάζει ἡ διοικητικὴ συγκέντρωσις, δι’ ὃ πάντοτε οἱ πολλοὶ νομίζουσι σήμερον ὡς σωστικὸν μέσον τὸ τῶν προσόντων. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὸ 1833 συνεζητήθη, καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἡμῶν ἦλθε τὸ 1864, καὶ νόμος περὶ προσόντων ἐσχεδιάσθη, καὶ ὁ ἀοίδιμος Δεληγεώργης τὴν ἐξασφάλισιν τῶν λειτουργῶν προσεπάθησεν ἐν τῷ Συντάγματι νὰ περιλάβῃ. Εἰς αὐτὸ λοιπὸν, ὅπλον Ἀντιπολιτεύσεως παλαιὸν, ἐν ἐλλείψει ἄλλων, προσφεύγει ἡ Ἀντιπολίτευσις, καὶ εἰς αὐτὸ στηρίζει ὅλην αὐτῆς τὴν πολεμικὴν, θέλουσα νὰ δείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέδωκεν ἔρμαιον τὴν διοίκησιν εἰς τοὺς βουλευτὰς, καὶ κατέστησεν ἔρμαιον αὐτοὺς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅλα ταῦτα ἀποδίδει εἰς τὴν κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὑπαλλήλων θεωρεῖ ὡς σωστικὸν μέτρον. Τὸ μέτρον τῶν προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν, διὰ τὸ ὁποῖον, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κρίνω τὸν τόπον ὡς μὴ ἔτι ὥριμον, καὶ τὸ ὁποῖον πέρυσιν ἐπέσειον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις πρῶτον ἔργον τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ. Ἡ τοιαύτη τῶν ὑπαλλήλων ἐξασφάλισις ἔδει καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς φρονήσεως νὰ γένηται τὸ μὲν βαθμιαίως, τὸ δὲ νομοθετικῶς· δὲν εἶναι δὲ, φρονῶ, ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσῃ τις τοὺς τοπικοὺς καὶ τοὺς πολιτικοὺς λόγους, οἵτινες ὑπαγορεύουσι τὴν τοιαύτην εἰσαγωγὴν τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ὑπαλλήλων παρ’ ἡμῖν. Καὶ τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ἀκόμη ἐφωδιασμένον διὰ τῶν ἰδιοτήτων ἐκείνων, αἵτινες καθιστῶσιν αὐτοὺς ὑπερτέρους τῶν πολιτικῶν πιέσεων, καὶ ὁ τόπος ἥκιστα θὰ ἐπικροτήσῃ εἰς τὸ θέαμα τελείου τύπου γραφειοκρατίας, ὃν καλῶς ἀπεδοκίμασε καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀντιπρόσωπος. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε σύστημα τοιοῦτο, δεικνύουσα τάσιν χειραφετήσεως τῶν δύω Ἐξουσιῶν ἀπ’ ἀλλήλων; Ἠκούσατε κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν παιδείαν, διὰ τὰς μεταθέσεις καὶ διὰ τοὺς διορισμοὺς, καὶ τὴν κατηγορίαν ταύτην ἠκούσατε φερομένην ὡς ὕβριν κατὰ τῆς δεξιᾶς· ἐγὼ δὲ ἠπόρουν πῶς οἱ κατηγοροῦντες δὲν ἀνελογίσθησαν ὅτι δι’ ὅλων τῶν νομοθετικῶν ἔργων, ἅτινα ἀπὸ διετίας ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐμπνεομένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, οὐδὲν ἄλλο κυρίως ἐπεδίωξεν, ἢ τὸ νὰ περιστέλλῃ ἑαυτὴν καὶ τὰ μέσα τῆς ἀλληλεπιδράσεως, καὶ νὰ παρασκευάζῃ εἰς ὑμᾶς, εἰς ὑμᾶς τοὺς κατηγόρους, ἂν καὶ ὅταν διαδεχθῆτε αὐτὴν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, δρόμον εὔκολον ἀπέναντι τῶν φίλων σας βουλευτῶν, καὶ τούτων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων των. Καὶ πῶς ἐλησμονήσατε ὅτι πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ νόμος ὁ καταργῶν τὸν προϋπάρχοντα, ὁ νόμος, καθ’ ὃν ἀφῃρέθη ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ παραχωρεῖν μεταλλεῖα καὶ λίμνας καὶ ἕλη πρὸς ἀποξήρανσιν, περιστείλασα οὕτω δικαίωμα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ ἦτο πηγὴ μεγάλου δεκασμοῦ; Πῶς ἐλησμονήσατε, ὅτι αὐτὴ εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶναι δημοσία ἠθικὴ ἐγγύησις ὅτι δὲν θὰ δύναται νὰ παρεκτραπῇ εὐκόλως τὸ Ὑπουργεῖον; Πῶς ἐλησμονήσατε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη, διὰ νόμου κατήργησε τὴν χορηγίαν διαρκῶν βοηθημάτων, ἥτις ἄλλοτε ἐξηλέγχθη δεινὸν δέλεαρ συνειδήσεων; Πῶς παρίδατε ὅτι ὁ νόμος περὶ Νομικῶν Συμβούλων, κατ’ ἄλλα κατακριτέος ἴσως, ἐγκλείει ὅμως τὸ ἀγαθὸν, ὅτι ἐλευθεροῖ καὶ ἀπαλλάσσει τοὺς βουλευτὰς δικηγόρους ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ πάσης μομφῆς τοῦ κόσμου; Καὶ διατί δὲν ἐνεθυμήθητε τὸν Νόμον περὶ Εἰρηνοδικείων, καὶ τὸν ἄλλον περὶ Πταισματοδικείων, δι’ ὧν ἀπηλλάγη πλέον ἡ κατωτάτη δικαιοσύνη ἀπὸ πᾶσαν ἐπίδρασιν πολιτικῆς, καὶ τὸν Νόμον περὶ ἀρχειοφυλάκων τῶν δικαστηρίων, οὓς διορίζει μόνον τὸ Συμβούλιον; Καὶ ὁ Νόμος περὶ μαθητευομένων ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ καὶ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ καὶ ὁ Νόμος περὶ προσμετρήσεως χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν ἔχουν ὅλοι οὗτοι τὸ αὐτὸ πνεῦμα; Καὶ διατί ἐλησμονήσατε ὅτι καὶ τὸν Νόμον περὶ προσόντων τῶν δεσμοφυλάκων καὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει εἶχεν εἰσαγάγει τὸ Ὑπουργεῖον; Καὶ ἀπέναντι τοσούτων προσπαθειῶν ἡμῶν, ὅπως ἀπαλλαγῇ ἡ Βουλὴ ἐντελῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἀμοιβαίως, πῶς δὲν ἐδιστάσατε νὰ προκαλέσητε συζήτησιν διὰ τοὺς διορισμοὺς τῶν ὑπαλλήλων! Τὰ καπνεργοστάσια ἀκούω. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα περὶ προσόντων τῶν διευθυντῶν καὶ ἐλεγκτῶν δὲν γνωρίζετε τάχα σεῖς κάλλιστα ὅτι ἦτο ἐγγύησις ἀληθής; Σχολεῖα ὅμως πολλὰ καὶ μεταβολαὶ πολλαὶ ἐν τῷ προσωπικῷ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐγένοντο τῷ 1882. Τὸ 1882 εἶναι τὸ ἔτος τῆς συστάσεως σχολείων εἰς ὅλους τοὺς ἄρτι προσαρτηθέντας τρεῖς Νομοὺς, καὶ κατ’ αὐτὸ ἐγένετο ἡ τοποθέτησις ὅλου τοῦ προσωπικοῦ ἐκεῖ· καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, ἐξελθόντων ἀρκετῶν δημοδιδασκάλων ἐκ τῶν Διδασκαλείων, ἤρχισε νὰ ἐπεκτείνηται ἡ εἰσαγωγὴ καὶ τῶν ἀστικῶν ἢ πλήρων καὶ ἀτελῶν δημοτικῶν σχολείων ἐν τῷ Κράτει· ἰδοὺ τὰ αἴτια τῶν κινήσεων. Δὲν εἶναι ἀτυχὲς λοιπὸν νὰ καταμέμφησθε τὰς ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν γενομένας μεταβολὰς, καὶ νὰ ἀποδίδητε μάλιστα αὐτὰς εἰς τὴν πολιτικὴν σχέσιν τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἄν οὕτως ἐξητάζετε τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς μεταθέσεις, δὲν θὰ εὑρίσκετε ἱκανὴν δικαιολογίαν, ὥστε νὰ μὴ ἀποδώσητε αὐτὰς εἰς τὴν πολιτικήν; Ἀλλοίμονον δὲ καὶ εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὅστις νομίζει ὅτι δύναται διὰ μεταθέσεων τοιούτων νὰ ὑπηρετηθῇ ἐπαρχιακῶς, καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις δι’ ὁμοίων κινήσεων δύναται νὰ δελεάσῃ βουλευτάς. Ὡμιλήσατε περὶ χωροφυλάκων καὶ ἀνεμνήσατε τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πέρυσι περὶ τούτου. Τί ἀντέταξαν τότε εἰς τὸ ἀκατανίκητον ἐπιχείρημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ τῆς ἀριστερᾶς; οὐδέν. Θέλετε ν’ ἀπαλλάξητε τὸν στρατὸν ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ διοικητικῆς ὑπηρεσίας; Θέλετε νὰ καταρτίσητε σῶμα χωροφυλακῆς ἑξακισχιλίων ἀνδρῶν, ὅσων ἀπαιτεῖ ὁ τόπος; Ἀλλὰ δὲν εὑρέθησαν, καί τοι ηὐξήθη ὁ μισθὸς αὐτῶν, εἰμὴ τετρακισχίλιοι ἄνδρες νὰ καταταχθῶσι, καὶ οὗτοι ὑπὸ τὸν ρητὸν ὅρον τοῦ νὰ μένωσιν εἰς τὰς ἰδίας πατρίδας. Ἄν ἐφαρμόσητε τὸ μέτρον τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των, θέλετε ἰδεῖ τοιαύτην τῶν τάξεων αὐτῆς ἀραίωσιν, ὥστε κατ’ ἀνάγκην πλέον ὁ στρατὸς δὲν θὰ δύναται ν’ ἀσχολῆται, εἰμὴ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εἴσπραξιν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ἐνταλμάτων, εἰς τὴν συνοδείαν χρημάτων καὶ ὑποδίκων καὶ καταδίκων. Βεβαίως ἔργον τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν εἶναι ν’ ἀντιτάξωσιν εἰς ἑκάστην τῶν κατηγοριῶν τὴν προσήκουσαν λεπτομερῆ ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ρηθέντων πολλὰ εἰσὶν οὕτως εὐαναίρετοι, ὥστε παντὶ καθίσταται πρόχειρος ἡ ἀπάντησις. Ἠκούσατε π. χ. προχθὲς τοῦ ἐκ Καλαβρύτων ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου ὑποστηρίζοντος ὅτι ἄτοπα συνέστησε τηλεγραφεῖα τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν καλύπτουν τὰς δαπάνας των, καὶ ἔδειξε τὸ ἐν Βυτρινίτσῃ ἀρτίως συσταθέν. Σᾶς εἶπεν ὅτι αὐτὸ, καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, μόνον δραχ. 62 εἰσέπραξεν. Ἔῤῥιψα τὸ βλέμμα μου εἰς τὴν στατιστικὴν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἶδον ὅτι τὸ τηλεγραφεῖον τοῦτο συνεστάθη τὴν 6ην Δεκεμβρίου 1882 καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἡ εἴσπραξις τῶν 25 ἡμερῶν τοῦ Δεκεμβρίου. Ἀλλὰ παρετήρησα ἄλλα τηλεγραφεῖα, συσταθέντα ἀπὸ τοῦ 1875 μέχρι τοῦ 1881, καὶ εἶδον ὅτι εἰσὶ πολλὰ, ὧν ἡ εἴσπραξις εἶναι ἐλαχίστη· οὕτω τὸ τῆς Ἐλευσῖνος μόνον δραχμαὶ 5 κατὰ μῆνα φαίνεται εἰσπράττον, τὸ τῆς Κατούνης εἰσπράττει 15, καὶ ἐσυστήθη τὸ 1875, τοῦ Κερασόβου, τὸ ὁποῖον ἐσυστήθη τὸ 1881.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κερδίζῃ πολλὰ ἡ Κυβέρνησις.
§38ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον εἰπεῖ, διότι ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία δὲν ὀφείλει νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας αὐτῆς, καθότι αὕτη ὑπηρετεῖ κοινωνικὰς καὶ διοικητικὰς ἀνάγκας, πρὸ τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶνται ἐνίοτε τοιαῦτα εἰς μέρη, ὅπου οὐδεμία ὑπάρχει πρόσοδος, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας γίνεται ἐν ἑκάστῳ Κράτει, ἐπὶ τοῦ ὅλου τηλεγραφικοῦ συμπλέγματος. Ἀλλ’ αἱ ὁδοί; Ἰδοὺ τὸ μέγα αὐτὸ καὶ ψευδὲς δέλεαρ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς βουλευτὰς ριφθὲν, τὸ μέγα κακὸν, δι’ ὃ ἀπαιτοῦνται 60, 80, 100 ἑκατομμύρια, ἐνῷ μόνον 30 ἐχορήγησεν ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ ὅπλον ἐῤῥίφθη ὄχι διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Βουλήν. Χαρακτηριζόμεθα, βλέπετε, ὡς μωροὶ καὶ δὲν ἀποδίδεται κἄν ἡμῖν ὁ κοινὸς νοῦς νὰ εὕρωμεν, ὅτι ἂν εἶναι ψευδὲς, τὸ ἐννοοῦμεν. Ἀλλ’ ἡ πολεμικὴ ἐν τῇ πολιτικῇ ποίας ἀντιστροφὰς συλλογισμῶν δὲν παρουσιάζει! Αἱ ὁδοὶ πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἦναι τὸ μόνιμον ἀσχόλημα πάσης Κυβερνήσεως, καὶ ἂν εἰς τὴν παροῦσαν δύναται ν’ ἀποδοθῇ μία ἀγαθὴ ἐργασία, μὴ τῇ ἀρνεῖσθε κἄν ταύτην, ὅτι ἐπιμόνως εἰργάσθη πρὸς ἀνάπτυξιν, πρὸς δημιουργίαν, ἂς εἴπω κάλλιον, συγκοινωνίας. Θὰ ηὐχόμην πάντες οἱ βουλευταὶ καὶ πάντοτε νὰ ἠξίουν τοῦτο μόνον, καὶ ταύτην μόνον τὴν συνδρομὴν νὰ παρεῖχεν αὐτοῖς ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ εἰς τὸν διὰ τοῦ Διατάγματος προσδιορισμὸν τῶν μελετητέων καὶ χαρακτέων ὁδῶν ἐξητάσθη ἆρά γε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἐπαρχιακὸν συμφέρον βουλευτῶν, ἢ ἐσκοπήθησαν αἱ παραγωγικαὶ, αἱ ἐμπορικαὶ καὶ αἱ στρατιωτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ τόπου καὶ ὁ μεγάλος σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον μόνον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον; Ἐξητάσατε τοῦτο οὕτω; ὄχι. Ἐδείξατε τὸ ποσὸν καὶ ἀπεδώσατε σκοπὸν δελεασμοῦ. Σᾶς προσκαλῶ ὅμως ν’ ἀποδείξητε ὅτι αἱ ὁρισθεῖσαι ὁδοὶ δὲν ὑπηρετοῦσιν ἀληθεῖς ἀνάγκας πλούτου ἢ συγκεντρώσεως ἀνδρῶν καὶ τότε θὰ σᾶς ἀναγνωρίσω ὅτι προσφέρετε σκόπιμον ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὅλαι αὗται αἱ ὁδοὶ διὰ τῶν 20 ἑκατομμυρίων τοῦ δανείου καὶ τῶν τοπικῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Σᾶς ἀντιτάσσω: τίς ἐπίστευσεν ὅτι αἱ ὁδοὶ αὗται ὅλαι θὰ ἐκτελεσθῶσιν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ τότε, λέγετε, διατί τὰς ὥρισε; Διὰ νὰ κανονισθῇ ἡ μελέτη αὐτῶν, διὰ νὰ ὁρισθῶσι τὰ σημεῖα, καὶ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς ὄψεις ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τῶν δυναμένων νὰ κρίνωσι περὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτῶν. Ὡρίσθησαν, διότι πρὸς μελέτην τῶν ὁδῶν δαπανᾷ ἤδη τὸ Κράτος μεγάλα ποσὰ εἰς τοὺς προσκληθέντας ξένους μηχανικούς. Δὲν ἀρκοῦν τοιοῦτοι λόγοι; Πλὴν οὕτω, προσθέτετε, ἐδεσμεύσατε τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις. Καὶ πῶς; Μὴ δὲν ἔχουσιν αὗται τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσωσι τὸ Διάταγμα, ν’ αὐξήσωσιν αὐτό; Τοιαῦται εἰσὶν ἐν οὐσίᾳ ὅλαι αἱ κατηγορίαι, αἱ περιβληθεῖσαι τὸ δύσφημον ὄνομα τῆς συναλλαγῆς. Πλὴν οἱ ἐκ τῆς ἀριστερᾶς κατηγορήσαντες ἠσχολήθησαν καὶ περὶ ἄλλα τινὰ, ἀναζητοῦντες ἐν αὐτοῖς κυβερνητικὴν ἀδεξιότητα καὶ εὐθύνην, ἀποδίδοντες δ’ αὐτὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εἰς τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων καὶ τῶν Προξένων ἀπήντησεν ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ κατηγορήσῃ οἱανδήποτε Κυβέρνησιν διὰ βραδύτητα λύσεως ὑποθέσεως, σχετιζομένης μετὰ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης; Ὅταν μελετήσῃ τις τὴν Διπλωματικὴν ἱστορίαν τοῦ γείτονος Κράτους καὶ τὴν τακτικὴν τῆς Τουρκικῆς διπλωματίας, δύναται νὰ εὕρῃ μέτρον κρίσεως τῶν σχέσεων αὐτῆς, ὅριον κατακρίσεως διὰ τοὺς ἄλλους; Δὲν ἠθέλησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ εἴπῃ ἢ ἴσως δὲν τὸ φρονεῖ· ἀλλὰ τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ τὴν κακὴν θέλησιν καὶ τὴν τάσιν τῶν γειτόνων πολιτικῶν πρὸς διαιώνισιν τῶν διεθνῶν ὑποθέσεων καὶ ἐρίδων; Τίς ἀγνοεῖ τὴν σωρείαν τῶν ζητημάτων, ἅτινα ὑπῆρχον πρὸ τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ ἅτινα οὐδ’ αὐτὸς ἠδυνήθη νὰ ἐκκαθαρίσῃ; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι καὶ μετ’ αὐτὸν, ἀρέσκεται ἀκόμη πάλιν νὰ κρατῇ ἐκκρεμῆ ἀπέναντι τῶν Μεγάλων Δυνάμεων πολλὰ τοιαῦτα καὶ καιριώτατα; Δὲν ἔχει μετὰ τῆς Περσίας, μετὰ τοῦ Μαυροβουνίου, μετὰ τῆς Ρωμουνίας ζητήματα ὁρίων; Δὲν ἔχει τὸ ζήτημα τῶν μεταῤῥυθμίσεων ἐν Ἀρμενίᾳ; Δὲν ἔχει τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων τῆς Ρωσσίας; Καὶ δὲν γεννᾷ ἀπαύστως τοιαῦτα, ἀφρόνως σωρεύουσα νέφη ἐπὶ ἄλλων καὶ θύελλαν παρασκευάζουσα καθ’ ἑαυτῆς; Δύνασθε οὕτω κρίνοντες νὰ κατακρίνητε τὸ ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἐπέλυσε τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων καὶ διότι δὲν τῷ ἐδόθησαν ἐκτελεστήρια δι’ ἕξ Προξένους αὐτοῦ; Τὸ τῶν ταχυδρομείων ζητεῖ, ὡς ἠκούσατε, ἡ Τουρκία νὰ ἐπεκτείνῃ ἐφ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων· καὶ τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον ἠρνήθη ἐκτελεστήρια καὶ εἰς Ὀθωμανοὺς ἐν Ἑλλάδι Προξένους. Καὶ διατί δὲν ἐρωτᾶτε πότε ἐγεννήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα; Ἐλησμόνησα ὅμως τὸν διορισμὸν τοῦ Σκουλούδη. Προσεπαθήσατε ν’ ἀποδείξητε αὐτὸν ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν καθαρὰν διατύπωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν καθαρωτέραν τῶν Νόμων ρῆσιν, τὸ μὴ νόμιμον τοιούτου διορισμοῦ δὲν δύναται, ἐλπίζω, νὰ ὑποστηριχθῇ ἐφεξῆς. Ἀφοῦ κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1853 ἡ παροχὴ μισθοῦ τοῖς Πρεσβευταῖς ἀφίεται εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργείου, ἀφοῦ δυνητικῶς ὅλως ὁ Νόμος οὗτος ὁρίζει τὸ περὶ ἀντιμισθίας, καὶ ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα μόνον «ἔμμισθον δημοσίαν ὑπηρεσίαν» ἀπαιτεῖ, ἵνα παύσῃ ὁ λαμβάνων αὐτὴν τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ἕπεται, ὅτι ἂν δὲν εἶναι ἔμμισθος ἡ ὑπηρεσία, δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος. Οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι ὑπάλληλοι; Διατί δὲν κωλύονται νὰ ἦναι βουλευταί; διότι δὲν εἶναι ἔμμισθοι. Ἤθελον ἀδικήσει ὑμᾶς, ἂν ἐπέμενον εἰς ἑρμηνείαν τῶν Νόμων, ἥτις ἐν Κοινοβουλίοις δὲν εἶναι βεβαίως πάντοτε συγχωρητή. Εὑρίσκομαι ἤδη ἐνώπιον τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος. Ὅστις ἐμελέτησε τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, παρετήρησε βεβαίως ὅτι τοιαῦτα ζητήματα χρηματικὰ ἢ χρηματιστικὰ ἐχρησίμευσαν πολλάκις ὡς προφάσεις πολιτικῶν ἐπιθέσεων καὶ συκοφαντιῶν κατ’ ἀνδρῶν δημοσίων. Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ εὑρίσκετε πολλὰς δεκάδας ὀνομάτων τοιούτων κατηγοριῶν, δεικνυούσας τὴν ἄφθονον χρῆσιν τοῦ ὅπλου τούτου ὑπὸ τῶν λεγόντων. Καὶ ἡ ἐγγυτέρα ἱστορία ἡμῶν ἐνέχει λυπηρά, ἀλλ’ ἀληθῆ παραδείγματα τοιαύτης πολεμικῆς καὶ ἴσως ἡ ἄτοπος ἐπιτυχία αὐτῆς ἐνθαῤῥύνει σήμερον τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἐχρησίμευσαν πολὺ κατ’ ἐντιμοτάτου καὶ ὑπερηφάνου ἀνδρὸς, τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη τοιαῦται κραυγαί, ἵνα νικήσωσι τὸ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργεῖον; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰ Λαυριωτικά; Καὶ ἂν εἶχε δίκαιον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκείνη, ἥτις ἔῤῥιψεν αὐτὸν, τὸ ἔκρινεν ἤδη ὁ τόπος· διότι μολονότι ἐγένετο τότε ἐρεθισμὸς πολὺς, ἦλθον ἀμέσως τ’ ἀποτελέσματα καὶ κατέδειξαν τὸ ἔργον καθαρὰν συκοφαντίαν. Ἓν Λαύριον ἤθελεν ἡ Ἀντιπολίτευσις. Εὗρε τὴν Κωπαΐδα. Καὶ ποίαν δύναται νὰ ἔχῃ εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑταιρίαν συσταθεῖσαν ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις, καίτοι προσκληθεῖσα ἄλλοτε νὰ παραδώσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν μετοχὰς, ἠρνήθη; Ἡ ἔκθεσις τῶν 10,000 μετοχῶν πρὸς πώλησιν ἐν τῇ Βιομηχανικῇ Τραπέζῃ δὲν ἦτο, ὡς γνωρίζετε, ἐγγραφὴ δημοσία, ἦτο πώλησις γενομένη παρ’ ἀγοραστῶν τῶν μετοχῶν ἐκείνων. Καὶ κατὰ τί ἔπταισεν ἡ Κυβέρνησις; Ἀφῆκεν ἀνεκτέλεστον ἢ παρέβη Νόμον τινά; Ποῖον; δὲν λέγετε. Κατὰ τὸν ἡμέτερον Νόμον τοῦ 1881, ὅστις ἐπανέλαβε τὴν διάταξιν τοῦ Νόμου τοῦ 1861—διότι τὸ 1861 ἐτροποποιήθη ὁ προϋπάρχων Γαλλικὸς Νόμος περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν — ὡρίσθη ὅτι δύνανται νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίου καὶ ν’ ἀπολαύωσι πάντων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰθαγενῶν ἑταιριῶν, αἱ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰς ἐκεῖ κειμένας διατάξεις συστᾶσαι. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας ἀντιπρόσωπος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ρῆσις τοῦ Νόμου τοῦ 1881 «συμφώνως μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους» ἢ «τηροῦσαι τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους» ἀναφέρεται εἰς τὴν σύστασιν αὐτῶν. Θὰ ἦτο περίεργος ἑρμηνεία τοιαύτη, νὰ ὑποβάλλωνται δηλονότι αἱ Γαλλικαὶ ἑταιρίαι καὶ εἰς τὰς διατυπώσεις, τὰς ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς τὰς διατυπώσεις, τὰς ἐν Ἑλλάδι. Δὲν παρετήρησεν ὅτι τὸ «συμφώνως» ἐκεῖνο ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπὶ δικαστηρίου παράστασιν καὶ ὄχι εἰς τὴν σύστασιν. Ὅταν οὕτω σκεφθῆτε, τί ζητεῖτε νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ καταστατικὸν, διὰ τὸ ἑταιρικὸν κεφάλαιον, διὰ τὸν τύπον τῶν μετοχῶν; Ἀλλὰ μήπως ἐν Γαλλίᾳ αἱ μετοχαὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν φέρουσι τὸ ἄρθρον, τὸ κανονίζον τὸ ποσὸν τὸ διδόμενον ὡς ἀμοιβὴ τοῦ εἰς εἶδος καταβαλλομένου κεφαλαίου;
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπιτηρεῖ ἡ Ἐξουσία.
§40ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπιτηρῇ ἢ ὄχι ἡ Ἐξουσία, δύνασθε νὰ τὸ ἴδητε εἰς τὰς ἑταιρίας, τὰς συστάσας πρὸς τομὴν τῶν ἰσθμῶν τοῦ Σουὲζ, τοῦ Παναμᾶ, τῆς Κορίνθου, καὶ θέλετε ἴδει ὅτι εἰς οὐδεμιᾶς τούτων τὰς μετοχὰς ἀναφέρεται. Ἄλλως ὅμως, ἂν ὤφειλε νὰ ἐπιτηρήσῃ ἡ Ἐξουσία, ὤφειλεν ἡ Γαλλικὴ καὶ ὄχι ἡ Ἑλληνική, ἡ μηδεμίαν ἔχουσα δικαιοδοσίαν εἰς τοῦτο. Εἶμαι μακρὰν τοῦ νὰ μὴ θέλω νὰ ὑπάρχῃ πληρεστάτη ἀκρίβεια εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ τρόπου τῆς διευθύνσεως τοιούτων ἑταιριῶν, καὶ κατακρίνω ἐπίσης ἐκείνους, οἵτινες, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἑταιρικοῦ πνεύματος πρὸς βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις ἐν Ἑλλάδι, μετατρέπουσι τοιαύτας ἑταιρίας εἰς χρηματιστικάς. Πολὺ ἀπέχω δὲ νὰ μὴ κατακρίνω πάντα δόλιον τρόπον διαθέσεως τοιούτων μετοχῶν· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἁρμοδιότητα, θὰ ἤμην ἐν τοῖς πρώτοις, ὅστις ὅ,τι ἐγνώριζον τοιοῦτο, θὰ ἔφερον ἐνώπιόν σας. Ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν; Ἀπομένουσιν ἀκόμη τὰ περὶ τῶν οἰκονομικῶν ρηθέντα. Ὁμιλῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἐν ἀπαντήσει εἰς τὸν ἐκ Κραναίας συνάδελφον, ἐπανέφερε πάλιν τὰ πέρυσι περὶ τῶν οἰκονομικῶν ρηθέντα. Οὐδὲν νεώτερον προσέθηκε. Καίτοι τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, τὸ πρόγραμμα ἔμεινε τὸ αὐτό. Οἰκονομίας κατὰ πρῶτον, Νόμους ἐξασφαλίζοντας τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων ἔπειτα, φόρους λογικούς τελευταῖον. Τοιοῦτο ἦτο τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ὅπερ ἀνέπτυξεν, ὡς εἶπε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς μονάδος Νομοσχεδίου. Ἡ ἀσθενής μου μνήμη ἐκ τῆς ὁμιλίας ἐκείνης τοῦ ἐντριβοῦς εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν κυρίου ἀντιπροσώπου περισώζει μόνον, ὅτι τότε προέτεινεν ὡς μέσον αἴρον πᾶσαν δυσχέρειαν ἐκ τῆς μεταβολῆς καὶ τῆς ἀναγωγῆς καὶ πᾶν ἄλλο ἐξ αὐτῶν δυσάρεστον, τὴν εἰς τὴν κυκλοφορίαν παράδοσιν μεγάλου ποσοῦ μονολέπτων καὶ διλέπτων κερμάτων. Ἐδῶ μοὶ ἔρχεται εἰς τὴν μνήμην ἡ περὶ ἐπιτελῶν ἰδέα του καὶ μοὶ ἐνθυμίζει τὴν οἰκονομικὴν ἐργασίαν τοῦ ἐπιτελείου ἐκείνου, ἣν προσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν πέρυσιν. Ἐπὶ τῶν οἰκονομιῶν ἡ πρώτη Ἐπιτροπὴ ἐπέδειξε τοιαύτας 3,000,000, ἡ δευτέρα σχεδὸν ἑπτά. Καὶ καλῶς ἔλεγέ τις τότε, ὅτι ἂν ὁ θεὸς βοηθήσῃ τὸν τόπον νὰ συστήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἓξ τοιαύτας Ἐπιτροπὰς, ἤθελεν αὕτη ἀναδεχθῆ νὰ διοικήσῃ τὴν χώραν, δίδουσα καὶ δῶρον δεκάδραχμον ἑκάστῳ συνταγματικῷ πολίτῃ. Ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι μόλις ἠρευνήθησαν, ἀπεδείχθησαν εὐθὺς ὡς εἰκονικαὶ καὶ μὴ ἀληθεῖς. Ἐνθυμεῖσθε βεβαίως ὅτι αἱ κυριώτεραι αὐτῶν ἦσαν ἐπὶ μὲν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὁ περιορισμὸς τῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀνακριτῶν, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὁδοιπορικῶν τῶν μαρτύρων καὶ ἡ ἀπάλειψις τοῦ διὰ φυλακὰς ποσοῦ. Ἐπὶ δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς παιδείας, ὁ μετριασμὸς τοῦ ποσοῦ τοῦ χορηγουμένου πρὸς συντήρησιν σχολείων καὶ ὑποτρόφων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἡ κατάργησις τοῦ χορηγηθέντος πρὸς ἵδρυσιν καὶ συντήρησιν Γυμναστηρίων. Ἐπὶ δὲ τοῦ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργείου, ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ πρὸς προμήθειαν γαιανθράκων καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων, ὡς νὰ μὴ ἦτο κατάδηλον, ὅτι ἄνθρακες δὲν ἠδύνατο νὰ δαπανηθῶσι πλείονες τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὡς νὰ ἠρνοῦντο τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν ναυτολογουμένων ἀνδρῶν. Ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ περιορισμὸς τῶν ἀπροβλέπτων ἐξόδων, ὧν γνωρίζετε τὰ ἱερώτατα, καὶ τῶν ταχυδρομικῶν καὶ γραφικῶν ἐξόδων. Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ποσοῦ τῶν τόκων τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Τοιοῦτον οἰκονομιῶν σχέδιον προσήγαγε τὸ ἐπιτελεῖον ἐκεῖνο. Ἀλλὰ κατέδειξε καὶ φόρους. Τὸν προοδευτικὸν λεγόμενον φόρον, ὃν οἱ οἰκονομολόγοι ἀποκαλοῦσι παίγνιον τοῦ Δημοσίου θησαυροῦ, φόρον ὑποκρισίας καὶ χλεύην προοδευτικὴν, ὑπέδειξεν εἷς. Ἄλλος ὑπέδειξε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου καὶ ἐπεκαλέσθη πρὸς ὑποστήριξιν συγγραφέα, ὅστις ἔγραψε καὶ ἐσύστησε μόνον τὸν ἑνιαῖον φόρον ἐπὶ παντὸς κεφαλαίου. Ἄλλος τις ἐσύστησε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἐν γένει, ὃν μόνοι ἀνεγνωρίσατε ἀνεφάρμοστον. Πρὸς ἐξασφάλισιν δὲ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως ἐδείξατε τότε μόνην τὴν ἐνοικίασιν ἁλυκῶν. Μόνοι δὲ φόροι σχετικοὶ πρὸς τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα ἐδείχθησαν τέσσαρες, οὓς ὅμως ἐγκατελείψατε εὐθὺς, διότι ἐνοήσατε καὶ τὸ ἀπρόσφορον καὶ τὸ πενιχρὸν αὐτῶν, ὧν τὸ εἰσόδημα θὰ ἦτο σταγὼν ὕδατος διὰ τὸ χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπερ διπλάσιον καὶ τριπλάσιον παρίστα ὁ ἐκ Τριφυλίας ἀντιπρόσωπος. Τοιαύτη εἶναι τοῦ παρελθόντος ἡ ἀναθεώρησις. Ὡς πρὸς τὸ ἐνεστὼς δὲ, μίαν ἐφέρατε κατηγορίαν, ὅτι ἐβράδυνεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν οἰκονομικῶν νόμων, οὓς ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, διότι ἦσαν νομοθετήματα ἀπροσφυῆ διὰ τὸν τόπον καὶ ἀμελέτητα. Ἡ εἰλικρίνεια ἐπέβαλλεν ὑμῖν νὰ μὴ κρίνητε τοὺς φόρους τούτους, εἰμὴ ἀφοῦ παρέλθῃ ἱκανὸς χρόνος καὶ δειχθῶσι τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν· διότι πᾶς τις ἐννοεῖ, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἐξ αὐτῶν εἰσπραχθησόμενον, οἱ πρῶτοι μῆνες δὲν χρησιμεύουσι, καθόσον οἱ δυνάμενοι νὰ διαφύγωσι τοὺς φόρους τούτους ἐφρόντισαν νὰ διαφύγωσιν αὐτοὺς ἐπί τινα χρόνον, ἐφοδιασθέντες ἐκ τοῦ φορολογητέου εἴδους. Ἀλλ’ ἤδη ἔχετε ὅλους αὐτοὺς ἐν ἐνεργείᾳ. Τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ — καθ’ οὗ ἐψήφισα ὡς κακῶς φορολογοῦντος διὰ τοῦ αὐτοῦ τέλους ὅλα τὰ εἴδη τοῦ καπνοῦ, καὶ ὡς δυναμένου νὰ βλάψῃ τὴν κατανάλωσιν — βλέπετε ἤδη ἐν πλήρει ἐφαρμογῇ. Τὸν φόρον τοῦ οἴνου δὲν βλέπω προσκόπτοντα. Ἀκούω μόνον παράπονα ἐν Πάτραις καὶ ἐν Τριπόλει, ἅτινα ἀγνοῶ ἂν ἦνε ἀληθῆ ἢ τεχνικά. Ἀλλ’ ὅ,τι δήποτε ἂν ἦναι, εὐκόλως νομοθετικῶς ἢ ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις θεραπεύουσα.
§41ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς κατεψηφίσατε τὸν νόμον περὶ καπνοῦ.
§42ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐφαρμογῆς, οὐχὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου. Δὲν ἐνοήσατε ἢ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐβράδυνεν ἡ ἐφαρμογή. Καὶ ἠθέλατε τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ψηφίσεως νὰ ἐφαρμοσθῶσι πρὶν μελετηθῶσιν αἱ τεχνικαὶ ἀνάγκαι, αἱ τοπικαὶ ὑπαγορεύσεις, αἱ δυναταὶ δυσχέρειαι; Ἐὰν οὕτως ἔπραττε τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ ἦτο κατάκριτον, ὄχι διότι ἐμελέτησε πρὶν ἐφαρμόσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλὰ διώρισε τὸ Ὑπουργεῖον πολὺ προσωπικὸν διὰ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ἐγὼ τοὐναντίον εὑρίσκω, ὅτι διὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ ὅλα τὰ σημεῖα καὶ νὰ δοκιμάσῃ ποίας διεξόδους θὰ ζητήσωσιν οἱ φορολογούμενοι καὶ διὰ τίνων τρόπων. Ἐντὸς δὲ τοῦ πρώτου ἔτους ἠδύνατο νὰ διδαχθῇ. Τὸ προσωπικὸν τοῦτο, εἶπέ τις, κατηρτίσθη κατὰ τρόπον ὕποπτον. Τῇ ἀληθείᾳ, μετὰ τὸ Διάταγμα περὶ τῶν προσόντων τοῦ προσωπικοῦ τούτου, πᾶς τις ἐδικαιοῦτο ν’ ἀξιοῖ τοὐλάχιστον σιωπήν. Διὰ τῶν προσόντων οἱ πλεῖστοι τῶν διορισθέντων ἐλήφθησαν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν συστάσεων. Φρονῶ δὲ, ὅτι γνωρίζετε ἀκόμη ὅτι πολλοὶ τῶν διορισθέντων δὲν εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν φίλων αὐτῆς, ἀλλ’ ἐδικοί σας φίλοι. Πιστεύω καὶ σεῖς βλέποντες τὰς κατηγορίας σας ἐν τῇ ἐλαχίστῃ ἐπαφῇ πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἐξατμιζομένας, νὰ συναισθάνησθε τὸ ἄδικον αὐτῶν. Νὰ ἐλπίσῃ τις ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ τοῦτο διὰ τὸ μέλλον; Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἄλλην κατηγορίαν εἰμὴ τὴν περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐδῶ, τῇ ἀληθείᾳ, πᾶσα ἔκφρασις ἀγανακτήσεως θὰ ἦτο εὔλογος ἐκ μέρους ἡμῶν κατὰ τῶν κατηγόρων. Λέγετε, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ὑπὸ διοικητικὴν πίεσιν, ἐλησμονήσατε ὅμως ὅτι τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς δεξιᾶς καὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς εἰς τὰ δικαστήρια διὰ τοῦ περισυνοῦ νόμου. Ἐλησμονήσατε ὅτι ἀφέθησαν ἐλεύθερα τὰ δικαστήρια διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου νὰ κρίνωσι τὸ κῦρος ἢ τὴν ἀκυρότητα τῶν ἐκλογῶν ἐξ οἱουδήποτε λόγου, καθὸ μηδενὸς τεθέντος αὐτοῖς φραγμοῦ. Τίνα ἐγγύησιν ἠδύνασθε μείζονα νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ν’ ἀπεκδυθῇ πάσης αὐτῆς κρίσεως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς καὶ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστηρίων; Καὶ ποίας ἐφέρατε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀντιῤῥήσεις, καὶ δὲν εἰσήκουσαν αὐτῶν τὰ δικαστήρια; Καὶ ποῖαι ἐκλογαὶ εἶναι, αἱ ὑπὸ βίαν ἐνεργηθεῖσαι ἢ ὑπὸ πίεσιν; Διατί δὲν τὸ λέγετε; Καὶ πῶς ζητεῖτε νὰ κατηγορήσητε διὰ πράγματα, ἅπερ στρέφονται κατὰ πᾶσαν λογικῶς ὄψιν ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου; Ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασιν ἔδειξα, νομίζω, τῆς Κυβερνήσεως τὴν πορείαν, ἀποκλειστικῶς τείνουσαν νὰ καταστείλῃ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τὴν ἰσχὺν, καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ, ἢ νὰ ἐξαλείψῃ σχέσεις ἐπιβλαβεῖς τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Διοίκησιν, καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ δῆθεν ἐναντίας τακτικῆς ἐστηρίξατε σεῖς τὰς κατηγορίας σας! Ἐπιλέγοντες δὲ σεῖς, ἐπισείετε καθ’ ἡμῶν ἀπειλὰς, καὶ ἐπικαλεῖσθε τοῦ λαοῦ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν. Σᾶς ἀπαντῶμεν: θαῤῥαλέοι ἀτενίζομεν πρὸς αὐτὸν καὶ μ’ εὐθεῖαν κεφαλὴν τὸν προκαλοῦμεν νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Τὸν προκαλεῖτε εἰς ἐνέργειαν; Σᾶς ἐρωτῶ πρὸς σκοπὸν ὁποῖον; Ὑπὸ ἀρχηγὸν ὁποῖον; Κατόπιν τίνος σημαίας; Τίνος προγράμματος; Ποίας ἔχετε ἰδέας; Κατόπιν τοῦ ἀγνώστου, κατόπιν τῶν μικροδιαιρέσεων, κατόπιν τῶν μικρῶν κατηγοριῶν σας, θέλετε νὰ ἔλθῃ; Ἡμεῖς προκαλοῦμεν τὴν κρίσιν του, καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν θέλῃ σᾶς κρίνει αὐτὸς ἐπιεικέστερον, ἢ ὅτι ἡμεῖς σᾶς κρίνομεν. Ἀσχάλλων ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῆς ἀδρανοῦς καὶ ψυχρᾶς νεότητος. Τὴν νεότητα λοιπὸν ἐπικαλεῖσθε; Ἀλλ’ αὐτὴν παρεξέτρεψαν ἄλλοτε δι’ ἐρεθισμῶν καὶ κατὰ τοῦ ἀληθοῦς φίλου καὶ ἀντιπροσώπου αὐτῆς, τοῦ Δεληγεώργη. Εἶδε τότε τὰ ἀποτελέσματα καὶ ᾤκτειρε τοὺς δημαγωγοὺς καὶ ἔχει ἤδη πεῖραν νὰ κρίνῃ τοὺς προκαλοῦντας. Ἐβεβαιώθη ἤδη, ὅτι δὲν ἀγαπῶσιν αὐτὴν οἱ ζητοῦντες νὰ τὴν καταστήσωσιν ἕρμαιον μικρῶν παθῶν καὶ ἐπιβλαβῶν εἰς τὸν τόπον ἰδεῶν. Τὴν νεότητα εἴπατε; ἀλλ’ ἂς ἀτενίσῃ ἐδῶ νὰ ἴδῃ τίνες ἔχουσιν ἀκόμη ζώπυρον τὸ θερμουργὸν πῦρ τῶν αἰσθημάτων της, ἂν μὴ οἱ πλεῖστοι τῶν ἐν τῇ δεξιᾷ καθημένων; Τὴν νεότητα; ἀλλὰ τίνες, ἂν μὴ ἡμεῖς, οἱ τὸ μέλλον αὐτῆς, φιλοδοξίαν ἡμῶν λογιζόμενοι, εἰσὶν οἱ φίλοι αὐτῆς; Τίνες, ἂν μὴ ἡμεῖς, οἵτινες πολιτευόμενοι, διὰ μέσου παντοίων θυσιῶν, ἀνοίγομεν τὸ στάδιον τῆς εὐδαιμονίας καὶ τῆς δόξης αὐτῆς; Καλέσατέ την, διότι αὕτη θὰ ἴδῃ, ὅτι ἡμεῖς ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, πολλαπλῆν παρέχομεν, ἐπὶ ἰδίᾳ θυσίᾳ, καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὸν τόπον ὑπηρεσίαν, διότι καὶ Κυβέρνησιν μονιμοποιοῦντες καταλύομεν ἓν κακὸν τοῦ Πολιτεύματος καὶ διὰ νόμων ἐξομαλύνοντες τὴν λειτουργίαν, στερεοῦμεν ἐν τῷ τόπῳ τὸ Πολίτευμα, τὸ μόνον Πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ζῇ ἡ Ἑλλὰς, καὶ νὰ εὐτυχήσῃ ἡ νεότης. Καλέσατέ την νὰ ἴδῃ, ὅτι παρασκευάζομεν καὶ διὰ σᾶς, εὔκολον ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας θέσιν, καὶ διὰ τὴν νεότητα στάδιον εὐρὺ πνευματικῆς καὶ ἐθνικῆς ἐνεργείας, στάδιον προόδου καὶ δόξης. Ἓν τελευταῖον λέγω πρὸς σᾶς, ἵνα τὸ ἔχητε πάντες μὲν πυξίδα τῆς πολιτείας ὑμῶν, ὁδηγὸν δὲ μόνιμον, ὅσοι θέλετε νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν ταύτην. Μὴ παύσητε ἐκ τοῦ παρελθόντος νὰ κρίνηται τὸ ἐνεστὼς, μὴ παύσητε ἐκ τοῦ ἐνεστῶτος νὰ κρίνηται τὸ μέλλον. Καὶ ψηφίζοντες δὲ καὶ βουλευόμενοι, στρέφετε τὸ βλέμμα περὶ ἑαυτούς· βλέπετε τοὺς κυκλοῦντας τὴν Ἑλλάδα κινδύνους, καὶ μὴ λησμονῆτε, μὴ λησμονῆτε οὐδὲ στιγμὴν, ὅτι ἡ Πίδνα, ἡ Ποτίδαια καὶ Ὄλυνθος ἦσαν ἐκεῖ ἐπὶ τῆς Χαλκιδικῆς Χερσονήσου, ἐκεῖ, πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Μίληση.
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσω, ἀπελθούσης ὅλης αὐτῆς τῆς πτέρυγος.
§46ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε.
§47ΒΑΛΕΤΤΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀφοῦ ὅλη ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ εἶναι κενή.
§49ΤΙΝΕΣ. Αὔριον ἔχομεν Συνεδρίασιν;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θά ἔχωμεν αὔριον.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 8 μ. μ).