1883.12.07
1.645 στίχοι · 12.277 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 7 Δεκεμβρίου 1883
(Τετάρτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον σπανιώτατα βλέπομεν ἐνταῦθα, λείπει, ἀποτείνουμαι πρὸς τοὺς δύω παρόντας συναδέλφους του, ἵνα τὸν εἰδοποιήσωσι νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ἦναι πλῆρες τὸ πλήρωμα τῶν πλοίων, ἢ ἂν ἦναι ἐλλειπές· νὰ μᾶς εἴπῃ, ἀπὸ ποῖα πλοῖα λείπει καὶ πόσος εἶναι ὁ ἀριθμός· ἐὰν τὰ πλοῖα ἦναι εἰς καλὴν κατάστασιν, ἐὰν ἐπεσκευάσθησαν, ἢ πόσον καιρὸν ἔχουσι νὰ ἐπισκευασθῶσι, καὶ ἂν ἔχω ἀκριβεῖς πληροφορίας ὅτι ὁ «Γεώργιος», τοῦ ὁποίου τὸ πλήρωμα εἶναι ὡρισμένον εἰς 150 ἄνδρας, δὲν ἔχει ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἢ μόνον τριάκοντα, ὅτι εἶναι εἰς κακὴν κατάστασιν καὶ δὲν δύναται νὰ πλεύσῃ οὔτε ἓν ἡμερονύκτιον ὁλόκληρον, καὶ ὅτι μόνον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ ὑπάρχουσι, διότι 30 ἀπαιτοῦνται ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ πληροφορίας εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ὁ στόλος μας ἐν γένει, πόσον πλήρωμα ἔχει ἕκαστον πλοῖον ναυτῶν, ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἐὰν ἦναι εἰς κατάστασιν αὐτὰ νὰ πλεύσωσι, καὶ ἰδίως περὶ τοῦ «Γεωργίου» νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν ἔχῃ πλήρωμα, πόσον πλήρωμα, ἀπὸ ποίους σύγκειται τὸ πλήρωμα καὶ ἂν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πλεύσῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ παντὸς ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ὡς γινώσκετε, ἀξιοῖ νὰ παραμένωμεν ἐνταῦθα μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἐγὼ ὁ μεταξὺ τῶν τελευταίων ἀναχωρῶν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν της, μολονότι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη καὶ ἀκριβῶς καθ’ ἣν ὥραν τῇ ὑποβάλλονται ἐπερωτήσεις. Δικαιοῦμαι δὲ, πιστεύω, νὰ τῇ παρατηρήσω ταῦτα, διότι βλέπω ἐκ τῶν ἑπτὰ Ὑπουργείων δύω μόνον Ὑπουργοὺς ἐντὸς τῆς Βουλῆς· καὶ τοῦτο δ’ ἴσως εἶναι μία ἔτι ἀπόδειξις, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ δύνηται νὰ ἦναι ἡ πλειονοψηφία τοὐλάχιστον τῶν Ὑπουργῶν παροῦσα κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Κοινοβουλίου. Τὴν δὲ παρατήρησιν ταύτην πιστεύω ὅτι δύναμαι νὰ κάμω, καὶ διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἀρέσκομαι ν’ ἀναφέρω τὰ παράπονά μου εἰς τοὺς Ὑπουργικοὺς θαλάμους, προτιμῶ δὲ νὰ τὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ ὑγιεία μου δέν μοι ἐπιτρέπει ἀτυχῶς νὰ μετάσχω τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἡ ἐντεῦθεν ζημία δὲν θὰ ἦναι οὔτε δι’ ἐμὲ ἀνεπανόρθωτος, καθόσον δὲν θὰ λείψωσιν αἱ εὐκαιρίαι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, ὅσα θὰ ἔλεγον ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, οὔτε διὰ τὴν Βουλὴν μεγίστη, διότι ρήτορες ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων ἀνέπτυξαν μετὰ θέρμης τὰ ζητήματα. Θὰ περιορισθῶ λοιπὸν νὰ ψηφοφορήσω, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως νὰ μὴ ἀμελήσω τὴν συλλογὴν τῆς ὕλης, εἰς τὴν ὁποίαν θέλω στηρίξει βραδύτερον τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ τὴν ὕλην θ’ ἀρυσθῶ ἐκ τῶν ἐπερωτήσεων. Νομίζω δὲ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται αἱ ἐπερωτήσεις, αἵτινες νὰ περιφρονῶνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ μὴ παραλείψωσι νὰ φέρωσιν ὅσον οἷόν τε τάχιον τὰς ζητηθείσας πληροφορίας. Ἰδίως δ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὅσας παρ’ αὐτοῦ πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν ἐζήτησα, καὶ αἵτινες μέχρι τοῦδε δὲν κατετέθησαν.
§5ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ὅταν θὰ ὑποβάλω τὰς πληροφορίας, θέλετε παρατηρήσει, κ. βουλευτὰ, εὐρύτατα· ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος πρὸς συγκέντρωσιν τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, εἰς τὸ ὁποῖον καταγινόμεθα ἀκαταπαύστως· ἐκτὸς δὲ τούτου ἠθέλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἔκθεσιν ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες ἐσχάτως ἀπεστάλησαν.
§6ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸ ἀκριβὲς τῶν διαβεβαιώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τῷ παρατηρῶ ἐν τούτοις, ὅτι εἴς τινα μέρη τῆς ἐπερωτήσεώς μου τῷ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως.
§7ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἀληθῶς· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἔχωμεν πληρεστέρας τὰς πληροφορίας.
§8ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ ἐπιμένω πλειότερον διὰ τὸν κ. Βουλπιώτην, διότι, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐπεδίωξα θεραπείαν, ἐπῆλθεν ὅλως ἐναντίον ἀποτέλεσμα.
§9ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Θὰ πεισθῆτε κατόπιν, ὅτι ἐπῆλθε θεραπεία τις.
§10ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπίσης λέγω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι στατιστικαὶ πληροφορίαι πρέπει νὰ ἔλθωσιν. Ὁ Ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ὑποχρεώνει τὰ δικαστικὰ γραφεῖα νὰ κρατῶσι τακτικῶς στατιστικὰς πληροφορίας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τοῦτο, ὡς τόσα ἄλλα δὲν ἐφαρμόζεται. Ὑπάρχουσι μὲν δυσκολίαι τινὲς, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια, ὅπως ἔλθωσιν ἐγκαίρως· διότι, ἂν ἔλθωσι κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνόδου, θὰ ἦνε μάταιον. Ἐπίσης ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησα καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τὸν λόγον ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς κατασκευῆς τῶν 75 ὁδῶν κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης· διατί γένετο ἡ προτίμησις αὕτη καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς ἄλλων, κατὰ τὴν κρίσιν μου, μᾶλλον ἐπειγουσῶν;
§11ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησα, ὅτι ἐμελετήθησαν αἱ διάφοροι ὁδοὶ καὶ ἐπροτιμήθησαν αὐταί.
§12ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ πληροφορεῖ ὅτι ἐμελετήθη τὸ ὅλον σύμπλεγμα τῶν ὁδῶν καὶ εὑρέθη, ὅτι αὐταὶ αἱ ὁδοὶ πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ γείνωσι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένοντο ἄλλαι· προσθέτει δὲ ὅτι θὰ μελετηθῇ καὶ τὸ σύμπλεγμα τῶν Θεσσαλικῶν ὁδῶν· ἀλλὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο θὰ ἦτο βάσιμον, ἐὰν δὲν διετάσσετο καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ κατασκευὴ ὁδῶν κατὰ προτίμησιν.
§13ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἠθέλατε νὰ μὴ γείνῃ οὐδεμία ὁδός;
§14ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐτὰ θὰ τὰ εἴπωμεν ἐν καιρῷ. Σήμερον λαμβάνω ἁπλῶς σημείωσιν τῆς ἀπαντήσεώς σας. Ἐκτὸς ὅμως τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπερωτήσεων ἔχω καὶ ἄλλας τινάς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἐπερωτήσεών μου. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν Νόμου ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ὁριστικῆς διαιρέσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν εἰς Νομοὺς καὶ Ἐπαρχίας, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν περὶ τούτου ἔπραξε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναβάλῃ καὶ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν ὅπως ἀνέβαλε πέραν τοῦ δέοντος καὶ τὴν δημοτικὴν διαίρεσιν. Ἰδοὺ ἡ ἐπερώτησίς μου (ἀναγινώσκει) «Πότε εἰσαχθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν ὁ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΠΜʹ. τῆς 19 Μαρτίου 1882 προαγγελθεὶς Νόμος περὶ ὁριστικῆς διαιρέσεως τῶν νέων χωρῶν εἰς Ἐπαρχίας καὶ Νομούς.» Κατὰ τὰς βουλευτικὰς διακοπὰς ἐπεσκέφθην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐξεπλάγην, ὅταν εἶδον τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς τῶν Φεῤῥῶν καὶ τῆς Λαρίσης, ὡς ἔμαθον δὲ καὶ τῶν Φερσάλων, τόσῳ ἀπομεμακρυσμένους ἐκ τῶν πόλεων. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἔχει λόγους, ἀλλ’ ἐὰν πράγματι ἔχῃ, πρέπει νὰ τοὺς μάθωμεν καὶ ἡμεῖς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἐπίσης τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τὸ ταχύτερον «διατί ὁ ἐν Φεῤῥαῖς, Λαρίσῃ καὶ Φερσάλοις σιδηροδρομικοὶ σταθμοὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων εἰς καταπληκτικὴν μακρὰν ἀπὸ τῶν πόλεων ἀπόστασιν;» Προκειμένου δὲ τοῦ λόγου περὶ σιδηροδρόμων, καλὸν εἶνε νὰ τεθῇ ἐφάπαξ μία τάξις εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀποζημιώσεων. Ἔχομεν μίαν διάταξιν ἐπὶ τοῦ χαρτίνου Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ὅλοι γινώσκομεν ἀπὸ στήθους. «Οὐδείς, λέγει, στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως.» Δὲν ἐννοῶ νὰ φέρωσι προσκόμματα οἱ ἰδιοκτῆται γηπέδων εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν κοινωφελῶν ἔργων, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶνε ὑπὸ τοῦ δικαίου καὶ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν ἐπιτετραμμένον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ Ἑταιρίαι δημεύωσι τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἡ Ἑταιρία τοῦ Σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Πατρῶν ἤρξατο τὰ τῆς προδικασίας τοῦ διακανονισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων, ἀλλ’ οὐδὲν ἐγένετο διὰ τοὺς Θεσσαλικούς σιδηροδρόμους· οἱ δὲ ζημιούμενοι δικαίως παραπονοῦνται. Πέρυσι δι’ ἐμοῦ ὑπέβαλον τὰ παράπονά των εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπεσχέθη, ὡς συνήθως, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα καὶ τὰ νόμιμα, ἀλλ’ οὐδὲν ἔπραξεν πρὸς τούτοις. «Τίνα μέτρα ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐκ τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ζημιωμένων ἰδιοκτητῶν καὶ ἰδίως διὰ τὰ ἐντὸς τῆς πόλεως Βώλου καὶ Φεῤῥῶν γήπεδα;» Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἶχε ψηφισθῆ νόμος περὶ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐλαιῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου, δημοσιευθεὶς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1882, ἤτοι τεσσαράκοντα ἡμέρας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἐνῷ δὲ οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες εἰσέπραττον μὲ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ Ἐπάρχου Βώλου, διετάχθησαν βραδύτερον παρὰ τοῦ ἰδίου νὰ εἰσπράττωσι τὸν δημοτικὸν φόρον μὲ τὸ παλαιὸν νόμισμα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ καὶ περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργός· «Διατί ὁ κ. ἔπαρχος Βώλου, ἀνακαλέσας τὴν προεκδο«θεῖσαν διαταγὴν, παρήγγειλε τοὺς δημοτικοὺς εἰσπρά«κτορας νὰ εἰσπράξωσι τὸν ἐκ τῶν ἐλαιῶν δημοτικὸν φό«ρον εἰς παλαιὰς δραχμὰς, ἐνῷ ὁ νόμος ΑΞΑʹ ἐδημοσιεύθη «εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν 10 Δεκεμβρίου 1883, ἤτοι τεσσαράκοντα ἡμέρας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν «τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος;» Μετὰ τὴν σύστασιν τῶν Δήμων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐγένοντο οἱ Προϋπολογισμοὶ διὰ τοὺς ὑπολειπομένους μῆνας τοῦ 1883. Περιττὸν εἶναι νὰ εἴπω πῶς ἐβασανίσθησαν οὗτοι ἐνώπιον τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς. Περὶ τούτου ἴσως ἄλλοτε· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐρωτήσω σήμερον ἄνευ ἀναβολῆς, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐγένοντο ἐφέσεις κατὰ τῶν τοιούτων Προϋπολογισμῶν τοῦ ἔτους 1883 ἔκτοτε, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐξεδικάσθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν 7 Δεκεμβρίου 1883 καὶ μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμεῖς. Ἕως πότε......
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σημειώσατέ μοι τὰ μέρη.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ὀφείλει νὰ τὰ γινώσκῃ. Ἐν τούτοις σᾶς λέγω περὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν δήμων Μακρυνίτσης, Σπαλάθρων, Σηπιάδος, Αἰαντείου.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἦλθον εἰσέτι τὰ ἔγγραφα.
§18ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ. Διατί νὰ καθυστερῶσι τὴν ἀποστολήν; Ἰδοὺ σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἐπερώτησίν μου, ἵνα κάλλιον ἐννοήσητε: «Κατὰ τίνων Προϋπολογισμῶν τοῦ ἔτους 1883 ἐκ τῶν «ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βώλου δήμων ἐγένοντο ἐφέσεις, πότε καὶ «ἐὰν ὑπεβλήθησαν αὗται παρὰ τοῦ κ. Νομάρχου εἰς τὸ «Ὑπουργεῖον, ἐὰν καὶ πότε τοῦτο ἀπεφάνθη;»
§19ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Πολλῶν δήμων Προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει οὔτε παρὰ τῇ Νομαρχίᾳ.
§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Περὶ τοῦ κυκεῶνος, ὅστις ὑπάρχει ἐν ταῖς Νέαις Ἐπαρχίαις ἔν τε τῇ δικαιοσύνῃ, τῇ διοικήσει καὶ πρὸ πάντων ἐν τῇ ἐκπαιδεύσει, ἄλλοτε θέλω λαλήσει. Ἀγνοῶ δὲ τίνες ἐκ τῶν ὁμιλησάντων ἕως τώρα, παρέστησαν τὴν εἰκόνα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἵνα τοῖς διαψεύσω, διότι ὡς ἐκ τῆς ἀσθενείας μου ἀπουσίασα ἐπί τινας ἡμέρας. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται οἱ Νόμοι, καὶ ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ κατασκευάζωνται μόνον, ἀλλ’ ὅτι πρέπει καὶ νὰ τηρῶνται, εἶχα παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ἀποζημιώσεων, αἵτινες πληρώνονται παρὰ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐὰν ἐγένοντο ἀνακοινώσεις κατὰ τῶν ὑπευθύνων καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αὗται. Ἔχω τὴν ἰδιοτροπίαν νὰ θέλω αἱ ἐπερωτήσεις μου νὰ μὴ μένουν ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ μάλιστα ὅταν ἀφορῶσιν εἰς γενικὸν καλόν. Ἰδοὺ διὰ τί ἔχω τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην (ἀναγινώσκει) «Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον, ὃν καὶ κατὰ τὴν Βαν βουλευτικὴν Σύνοδον ἐζήτησα, ὅσον οἷόν τε ἀκριβῆ, κατὰ τόπον, χρόνον, ὀνόματα δικαιούχων καὶ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου πληρωθεισῶν ἢ ἀναγνωρισθεισῶν ἀποζημιώσεων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 ἕως σήμερον διὰ παραβιάσεις τοῦ Συντάγματος, τῶν Νόμων καὶ τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων παρ’ Ὑπουργῶν ἢ δημοσίων λειτουργῶν, καὶ κατὰ τίνων ἐκ τῶν ὑπευθύνων ἢ ὑπαιτίων ἐγένετο ἀνακοίνωσις, ὡς καὶ τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται τοιαύτη τυχὸν ἀνακοίνωσις;» Ὅταν ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν τὰς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις καὶ σκέψεις μου, θέλετε δὲ τότε, πιστεύω, πεισθῆ ὅτι δὲν εἶναι ἀνωφελὴς ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἐπερώτησίς μου. Εἰς δύω κατὰ συνέχειαν Συνόδους ὑπέβαλα καὶ μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν, εἰς ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντησεν, ὡς ὤφειλεν, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω, τὸ μὲν διότι πρέπει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ πρός με καθυστέρημά της ἡ Κυβέρνησις, τὸ δὲ διότι ἐμφοροῦμαι ἐκ πόθου τῆς ἰσότητος πάντων, μικρῶν τε καὶ μεγάλων, ἐνώπιον τῶν κειμένων καὶ ἐν ἰσχύϊ Νόμων. Δὲν πρέπει λοιπόν, παρεξηγοῦντες τὴν ἐπερώτησίν μου, ν’ ἀποδώσητε ὡς ὑπαγορευθεῖσαν ὑπ’ ἄλλου πνεύματος (ἀναγινώσκει) «Τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· διατί δὲν ἀπήντησεν ἔτι εἰς τὴν ἐπανειλημμένην κατὰ τὰς δύω προηγουμένης Συνόδους ἐπερώτησίν μου, ἐὰν καὶ ἀπὸ τίνος ἐποχῆς ἡ Βασιλικὴ χορηγία ὑποβάλληται εἰς χαρτοσήμανσιν κατὰ τὸν περὶ χαρτοσήμου Νόμον;» Ὅτε ἐψηφίσατε τὸν περὶ χαλκίνων νομισμάτων Νόμον, εἰς ὃν ἐγὼ ἤμην ἐναντίος, πολλοὶ παρετήρησαν ὅτι οὗτος ἤθελεν εἰσάξει τὴν κυβείαν εἰς τὰ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις Δημόσια ταμεῖα, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς διεμαρτύρετο· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐψηφίσθη ὁ Νόμος καὶ ἤρξατο πάραυτα ἡ κυβεία. Κατὰ συνέπειαν τούτου ὑπέβαλον τὸν τελευταῖον Μάρτιον ἐπερώτησιν, καὶ τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν ὅτι πρώτην φορὰν ἤκουσε τοιαῦτα παράπονα καὶ θέλει προσπαθήσει νὰ προλάβῃ πᾶσαν κατάχρησιν. Οὐδὲν ὅμως ἐγένετο, καὶ ἡ κυβεία τῶν Δημοσίων ταμείων φέρει μεγάλας ζημίας καὶ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς πολίτας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ (ἀναγινώσκει) «Ἐὰν καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε συνεπείᾳ τῆς ἀπὸ 12 Μαρτίου 1883 ἐπερωτήσεώς μου πρὸς πρόληψιν τῶν ἐν τοῖς Δημοσίοις ταμείοις τῶν νέων ἐπαρχιῶν καταχρήσεων μὲ ζημίαν τοῦ τε Δημοσίου, τῶν πολιτῶν καὶ τῶν Δημοσίων λειτουργῶν διὰ παραβιάσεως τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Νόμου τῆς 11ης Ἀπριλίου 1867, ὅστις ἤρξατο ἰσχύων ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου 1882 καὶ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1883 Νόμου;»
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀδελφότητος τοῦ Νεκροταφείου τῆς Ἑλληνικῆς Συναγωγῆς ἐν Κερκύρᾳ, δι’ ἧς αἰτεῖται, ὅπως τὸ παρακείμενον εἰς τὸ Νεκροταφεῖον γήπεδον εἴτε νὰ δωρηθῇ πρὸς τὴν Ἀδελφότητα ταύτην, εἴτε νὰ πωληθῇ πρὸς αὐτὴν ἐπὶ δικαίῳ τιμήματι, ἀποδοτέῳ εἰς δέκα ἴσας δόσεις.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ καταργήσεως τῆς κατὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν τῆς ξηρᾶς ζώνης ὡς πρὸς τὰ κτήνη ἐν γένη, καὶ ὡς πρὸς ἄλλα τινὰ εἴδη ἐγχωρίου παραγωγῆς. Συνοδεύεται τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως καὶ πίνακος. Παρακαλῶ νὰ δημοσιευθῶσι καὶ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. (Ὅρα Παράρτημα).
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δηλώσῃ, ἐὰν θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ οἴνου, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς ῥητῶς ὑπεσχέθη.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπεσχέθην νὰ φέρω νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὑπεσχέθην ὅτι θὰ δώσω τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητήσῃ περὶ τούτου. Ἐννοεῖτε ὅτι ὑφισταμένου τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν αὐτὸ παρεμβάλλοντες τὴν συζήτησιν ἄλλων θεμάτων.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σ. Ἀντωνόπουλος μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν· «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ ὀνομαστικὴν κατὰ δῆμον σημείωσιν τῶν μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν νέων Δημοτικῶν Ἀρχῶν προταθέντων εἰς θέσιν ἀστυνόμων, πότε αἱ προτάσεις αὗται περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τίνες ἐξ αὐτῶν καὶ πότε ἐνεκρίθησαν, τίνες δὲ μένουσιν ἐκκρεμεῖς καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ. Τὴν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν καὶ περὶ προτάσεων περὶ διορισμῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων». Ἔχω ἐδῶ τὸν ζητηθέντα πίνακα, τὸν ὁποῖον καὶ καταθέτω. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐγένετο ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸν μόνον ἀστυνόμον Παμίσου. Ὁ δήμαρχος Παμίσου ἐζήτησε τὴν παῦσιν τῶν δύω ὑπαρχόντων ἀστυνόμων καὶ τὸν διορισμὸν δύω ἄλλων, ἐξ ὧν ὁ εἷς στερεῖται τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Τοῦτον δὲν ἠδυνάμην νὰ διορίσω. Ἐνῷ δὲ ἐπρόκειτο νὰ κοινοποιήσω τὸν διορισμὸν τοῦ ἄλλου, ἔλαβον ἔγγραφον τοῦ Νομάρχου, τὸ ὁποῖον μοὶ λέγει νὰ σταματήσω, διότι καὶ αὐτὸς ρέπει εἰς ἀτακτήματα καὶ εἶναι ἐκκρεμεῖς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίαι. Ἕως ὅτου λοιπὸν πληροφορηθῶ δὲν προβαίνω.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὴν Δημοτικὴν Ἀρχὴν Κυπαρισσίας δὲν ἐγένετο πρότασις;
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω εἴδησιν.
§28ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ τυπωθῇ ὁ κατάλογος αὐτός.
§29ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κεραμοποιῶν τοῦ Πόρου ζητούντων, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἡ φορολογία, ἥτις ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Τροιζῆνος, νὰ μὴ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν βιομηχανίαν αὐτῶν. Ὑποβάλλω δὲ καὶ τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν·
«ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΙΣ.
Πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Αʹ.) Διατί ἔθεσεν εἰς διαθεσιμότητα ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς, καταργήσας οὕτω τὸ πρὸς θαλασσίαν διετῆ ὑπηρεσίαν δικαίωμά των; Βʹ.) Τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀναβάλλει τὴν τακτοποίησιν τοῦ ἰατρικοῦ καὶ φαρμακευτικοῦ κλάδου τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας; Γʹ.) Διὰ τίνα λόγον ἐπιχειρεῖ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἐν Πόρῳ Νεωλκείου; Δʹ.) Ποία ἡ κρίσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὡς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως (γνωμοδοτήσεως) τῶν Γάλλων μετακεκλημένων; Εʹ.) Τὰ πληρώματα τῶν πλοίων εἰσὶν ἄρτια, ὡς προϋπελογίσθη; Ἐπίσης καὶ τὸ τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ὑπηρεσιῶν; Νὰ κατατεθῇ κατάστασις εἰδικὴ, (οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τροφοδοτικῶν μερίδων) δι’ ἕκαστον πλοῖον καὶ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν τόσον διὰ ναύτας, ὅσον καὶ δι’ ὑπαξιωματικούς, ἀξιωματικοὺς καὶ παντὸς ἄλλου εἴδους προσωπικόν, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους μέχρι τέλους Νοεμβρίου ἐ. ἔ. Ϛʹ.) Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς φέρει βαθμὸν μαχίμου ἀξιωματικοῦ, ἐνῷ ἀνήκει εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον, καὶ διατί δὲν μεριμνᾷ περὶ συστηματοποιήσεως, ὀργανώσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ ξυλουργικοῦ κλάδου, ὥστε ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ κλάδου τούτου προαχθῶσιν εἰς ἀνθυποναυπηγοὺς καὶ ἐφεξῆς; Ζʹ.) Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρόκειται νὰ σταλῇ ὁ ἀδελφὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Λάζαρος Τομπάζης (μηχανοναυπηγὸς) εἰς τὴν Ἑσπερίαν δι’ ἐπιστασίαν πλοίων; Ηʹ.) Τί εἶδος πλοῖα παρηγγέλθησαν, καὶ πότε ἔσονται ἕτοιμα εἰς πλοῦν; Θʹ.) Ἐπερατώθησαν αἱ ἐξετάσεις τῶν ναυτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν; Νὰ κατατεθῇ ὁ πίναξ τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τίνι βάσει ἐννοεῖ νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐξετάσεων τούτων. Ἀθῆναι, τῇ 7 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ ἐκ Τροιζηνίας βουλευτὴς
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ.»
Ἤδη δὲ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς πάντας, ὅπως ἐγὼ σκέπτομαι, εἰρήνη ὑμῖν καὶ γενήσεσθε μία ποίμνη εἷς ποιμήν». Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν κόμμα ἐφεξῆς, οὔτε Συμπολίτευσις οὔτε Ἀντιπολίτευσις· αὐτὸ τὸ θαυματουργὸν χαρτὶ ἐπιδιώκει τοῦτο τὸ τέλος. Εἶναι τροπολογία ἐπὶ τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων νομοσχεδίου· διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης θέλομεν κατορθώσει νὰ διορίζωμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ Συμπολιτευόμενοι καὶ Ἀντιπολιτευόμενοι. (ἱλαρότης). Οὕτω δὲ ἐπιτυγχάνομεν πρῶτον τὴν κατάργησιν τῆς συναλλαγῆς καὶ τῆς ὑποχειριώσεως τῶν βουλευτῶν, δεύτερον ἐπιτυγχάνομεν τὴν διὰ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἀνάδειξιν τῶν ὑπαλλήλων, καὶ τρίτον καταλύομεν τὴν τυραννίδα τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦδε ἕνεκα τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἐν τοῖς ἑξῆς διὰ τῶν προσόντων των μονιμότητος ἔτι μᾶλλον, βλέπομεν φερομένους πρὸς τοὺς φορολογουμένους Ἕλληνας ὡς δεσπότας. Ὅταν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἴσως τύχει τῆς ἐγκρίσεώς σας. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Ζηνόπουλος ἔκαμε διαφόρους ἐπερωτήσεις περὶ τῆς Κωπαΐδος, ἐπὶ νομικῶν ζητημάτων· εἶναι ἐδῶ ἡ ἀπάντησις ἐκ μέρους τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Ἐζήτησε πρὸς τούτοις νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἤρχισεν ἐργασίας τοιαύτας ἡ ἑταιρία, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ κυρηχθῇ αὕτη ἔκπτωτος. Ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς Κωπαΐδα πρὸς τοῦτο ἀπὸ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1882· ὑπέβαλεν ἔκτοτε ἔκθεσιν. Καταθέτω λοιπὸν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθοῦν. (Ὅρα Παράρτημα).
§31ΙΩ. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως, τῆς ἀφορώσης τὰ τοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὐ μόνον διότι αὕτη ἀναρμοδίως εἰσαχθεῖσα ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου δὲν ἠδύνατο νὰ τύχῃ τῆς δεούσης καὶ λεπτομεροῦς ἐκτιμήσεως, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἤθελον ἐγὼ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ προσώπου, ὅπερ φέρει κατὰ σύμπτωσιν τὸ αὐτὸ μετ’ ἐμοῦ ὄνομα. Ἄλλως τε, κύριοι, ἤλπιζον ὅτι ὑπόθεσις, ἣν εἰσηγήσατο ὁ γνωστὸς ἐκεῖνος βουλευτής, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος τῆς Ἀττικῆς ἀντιπρόσωπος κ. Χοϊδᾶς μετὰ τῆς ἰδιαζούσης αὐτῷ παῤῥησίας δεόντως ἐχαρακτήρισε, δὲν ἤθελεν ἀβασανίστως υἱοθετηθῆ παρ’ οὐδενὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐρευνηθῇ εὐσυνειδήτως. Ἀλλ’ ὅταν ἔγκριτα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου παρεσύρθησαν ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ ἤρξαντο νὰ ποιῶσιν ἐκδρομὰς καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἴσως μὲ τὸν σκοπὸν νὰ δρέψωσι δάφνας ρητορικῆς δεινότητος ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπολήψεως τῶν ἄλλων, νομίζω ὅτι ὤφειλον πλέον νὰ λύσω τὴν σιγὴν, καὶ ἀντὶ τῆς περιφρονήσεως, ἥτις ὠφείλετο εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἰσηγήσαντο τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐξεμεταλλεύθησαν αὐτὴν, ἐπ’ ἐλπίδι τοῦ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξαγνισθῶσιν ἀπὸ τῶν πολλῶν αὐτῶν ἀνομημάτων, νομίζω ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς δεούσας ἐξηγήσεις, ὅπως αὕτη προβῇ εἰς τὴν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Καὶ εἰς τοῦτο φρονῶ, κύριοι, ὅτι δικαιοῦμαι ὑπὲρ πάντα, διότι ἀνέκαθεν ἐπρέσβευσα, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κερδοσκοπῇ τις ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ὑπολήψεως τῶν ἄλλων, καὶ τοῦτο τὸ ἀπέδειξα διὰ πραγμάτων. Ἴσως ὅμως μοὶ εἴπῃ τις, ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑπάρχουσιν ἀποδείξεις, ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν σκοπῶ ν’ ἀμφισβητήσω τὸ γεγονὸς τοῦ καταλογισμοῦ· σκοπῶ μόνον νὰ ἐξετάσω τὸν τρόπον τῆς ἐξελέγξεως καὶ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Ὅταν, κύριοι, πρόκηται νὰ ἐξελέγξωμεν ὑπόλογον, δὲν πρέπει νὰ ποιήσωμεν τὸν ἔλεγχον μετὰ τῆς καταπληκτικῆς ἐκείνης ταχύτητος, μεθ’ ἧς ἐνηργήθη οὗτος ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, οὔτε νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου τῆς τυπικότητος, παραβλέποντες τὴν οὐσίαν. Πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν κυρίως εἰς τὴν οὐσίαν, διότι ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξαγάγωμεν οὐσιαστικὰ συμπεράσματα. Καὶ ἂν πεισθῶμεν περὶ τοῦ εἰδεχθοῦς τῆς πράξεως, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον θὰ ἦναι ἴσως ἐπιτετραμμένον νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν διὰ τῶν κοσμίων ἐκείνων ἐπιθέτων, ἅτινα ἀπὸ ἡμερῶν συστηματικῶς ἀντηχοῦσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἔλαβον, κύριοι, ὑπ’ ὄψει τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα· τί παρετήρησα ἐν αὐτοῖς; τὸ μέγιστον μέρος τοῦ καταλογισθέντος ποσοῦ χαρακτηρίζεται ὡς πληρωθὲν παρατύπως καὶ παρὰ τὸν Νόμον τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, αἱ πληρωμαὶ ἐγένοντο; Τὸ χρῆμα μετεβιβάσθη εἰς χεῖρας τρίτων; Τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Μὴ λησμονῶμεν δὲ, ὅτι ταῦτα πάντα ἐνηργοῦντο κατὰ τὸ ἔτος 1881, ἤτοι κατὰ τὰς παραμονὰς ὑποτιθεμένου πολέμου, ὅτι ἐνηργοῦντο πυρετωδῶς, καὶ ὅτι ὁ ἐνεργῶν αὐτὰς, ὅστις εἶνε καὶ ὀγδοηκοντούτης, ἦτον ἐπιφορτισμένος καὶ μὲ πλείστας ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ μὲ τὴν διεύθυνσιν τριῶν ναυτικῶν ταμείων. Ἐπίσης, κύριοι, δέον νὰ γνωρίζητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς ὑποθέσεως ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διέπεται ἀπὸ ἰδίους Κανονισμοὺς, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἶναι τὸ ἀκαταμέριστον τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀταξία. Ἐπίσης ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὑμεῖς αὐτοὶ πολλάκις ἐνομιμοποιήσατε πληρωμὰς ἑκατομμυρίων παρὰ τὸν νόμον δαπανηθέντων, μόνον καὶ μόνον, διότι ἀπεβλέψατε εἰς τὴν οὐσίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τοῦ καταλογισθέντος εἰς τὸν ὑπόλογον, μέρος χαρακτηρίζεται ὡς καθαρὸν ἔλλειμμα· καὶ τὸ ποσὸν ὅμως τοῦτο ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ ὑπολόγου, ὅστις δι’ ἐγγράφων του, ἁρμοδίως ὑποβληθέντων, ὑπέδειξε τὸν τρόπον τῆς ἀνευρέσεως αὐτοῦ ἐν ἄλλοις λογαριασμοῖς· οὔτε τόσον μέγα εἶνε, ὥστε νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εὑρέθησαν ἄνθρωποι κηδόμενοι τῆς ὑπολήψεως τοῦ ὑπολόγου, οἵτινες ἅμα τῇ νομίμῳ κοινοποιήσει τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐξησφάλισαν τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ, μήπως ἡ ἐπίθεσις ἐγένετο μόνον κατὰ τοῦ ὑπολόγου; ἐῤῥίφθησαν βέλη καὶ κατὰ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δῆθεν διὰ τῆς προστασίας αὐτῶν ἐσώθη οὗτος ἀπὸ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως. Ὅσον, κύριοι, ἀφορᾷ ἐμὲ, προκαλῶ καὶ τοὺς νῦν Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς μεταστάντας Ὑπουργοὺς καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ πάντα ἄλλον νὰ εἴπῃ κατηγορηματικῶς ἐάν ποτε ἐγὼ ἐλάλησα πρὸς αὐτοὺς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἢ ἐζήτησα τὴν προστασίαν αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ ὑπολόγου. Ἀλλὰ διατί ζητεῖται παρ’ ἄλλων ἡ εὐθύνη τοῦ ἀκαταδιώκτου, καὶ οὐχὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ὑπῆρξε δολία προαίρεσις, ὤφειλον ἀμέσως νὰ παραπέμψωσι τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον; Καὶ ἐπιτρέπομεν μὲν τοῦτο εἰς τὸν εἰσηγητὴν, δὲν τὸ ἐπιτρέπομεν δὲ εἰς τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διαδόχους αὐτοῦ! Ἀλλ’ ἐῤῥέθη, κύριοι, καὶ ἄλλο, ὅπερ ὀφείλω νὰ μὴ παραλείψω, ἐῤῥέθη ὅτι διὰ τῆς ὀλιγωρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐδόθη καιρὸς εἰς τὸν ὑπόλογον νὰ διαθέσῃ τὰ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, καὶ μάλιστα φιλοστόργως. Ἀλλὰ ποίας περιουσίας; ἡ περιουσία τοῦ ὑπολόγου πρὸ διετίας ἐξεποιήθη ἐπὶ δημοπρασίας ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· ὁ μισθός του εἶναι κατεσχημένος πρὸ διετίας, 100 δὲ χιλιάδας δραχμὰς ὀφείλει εἰς τὸν Σκουζὲν καὶ ἄλλους· ἀλλ’ ἔστω, ἂς παρουσιασθῶσιν αἱ ἀποδείξεις, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλετε πεισθῆ περί τε τῆς ἁγνότητος τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο καὶ περὶ τοῦ ἀναξίου τῆς κατηγορίας. Τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς κατὰ καθῆκον, ἀφοῦ μάλιστα πρεσβεύομεν ὅτι ὁ βουλευτὴς ἀνήκει πλέον εἰς τὸ κοινὸν, εἰς τὸν δῆμον, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδέποτε νὰ σιγᾷ. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀνακοινώσω ἐν τῇ πεποιθήσει τῆς κατ’ οὐσίαν ἁγνότητος τοῦ ὑπολόγου, πεποιθήσει, ἣν ἐσχημάτισα ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, καὶ ἀφίνω πάντας, ὅσοι γνωρίζουσι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, νὰ ὁμολογήσωσιν ἐν συνειδήσει, ἐὰν τὸν νομίζωσιν ἱκανὸν νὰ διαπράξῃ τὸ ἀποδιδόμενον εἰς αὐτὸν ἔγκλημα. Ἐὰν, κύριοι, καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἐσχημάτιζα τὴν γνώμην ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ἀποστρέψει ἀπ’ αὐτοῦ τὸ πρόσωπον· διότι φρονῶ, ὅτι ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις καὶ ἑπομένως διὰ τὰς συνεπείας αὐτῶν.
§32Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τὴν σύγκλησιν ἑκάστης Συνόδου πάσης Βουλευτικῆς Περιόδου πρῶτον καθῆκον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἂν ἐν τῷ ἐλέγχῳ τούτῳ καταφανῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ Κράτους διοίκησιν ἢ ἀσφάλειαν, ἐὰν κακῶς διεχειρίσατο τὰ οἰκονομικὰ αὑτοῦ συμφέροντα, ἐὰν ἀνεπιτηδείως καὶ ἀναξιοπρεπῶς ἐπολιτεύθη ἐν ζητήμασιν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐὰν παρέλυσε τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἢ παρέφθειρε τὴν λειτουργίαν τῶν Νόμων ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, τότε τὸ Κοινοβούλιον αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ μελαίνης ψήφου. Ἀλλ’ ἂν διὰ τοῦ ἐλέγχου τούτου οὐδὲν δύναται νὰ καταδειχθῇ, τότε ἄρχεται ἄλλο στάδιον δι’ ἀντιπολιτεύσεις σπουδαίας καὶ ἐμβριθεῖς, ὧν προΐστανται ἡγέται ρέκται καὶ μεγαλεπήβολοι. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, μὴ δυναμένη διὰ τοῦ ἐλέγχου νὰ καταῤῥίψῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀναπεταννύει τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος αὑτῆς, ἐν ᾗ καταδεικνύει ἀρχὰς ὑγιεστέρας, δημοφιλεστέρας δι’ ὑποσχέσεως μεταβολῆς τινος, εἴτε ἐν τῷ συστήματι τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἴτε ἐν τῷ συστήματι τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους, εἴτε ἐν τῇ συντάξει τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν δυνάμεων αὐτοῦ, καὶ διὰ τοιούτου προγράμματος προσελκύει τὰς συμπαθείας τῆς κοινῆς γνώμης, κλονίζει τὰς πεποιθήσεις βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ οὕτω κατορθοῖ νὰ συγκεντρώσῃ περὶ τὴν σημαίαν τοῦ προγράμματος αὑτῆς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἤρξατο, κύριοι, ἡ πολιτικὴ συζήτησις, καὶ κατ’ ἀρχὰς οὐδὲν ἐῤῥέθη σπουδαῖον καὶ ἄξιον λόγου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἠκούομεν φωνὰς, ὀλολυγμοὺς, σχετλιασμοὺς, ἀλλὰ δὲν ἠκούσαμεν πρᾶξίν τινα τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας νὰ κλονισθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη ἡμῶν πρὸς αὐτήν· ἀντὶ ἐλέγχου, ἠκούομεν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶν ἐπιτιμῶντα τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως ὡς ταπεινοὺς δούλους τοῦ Πρωθυπουργοῦ· καὶ ἐνῷ αὐτὸς οὗτος, ὡς καὶ ἄλλοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὁ κ. Μίλησης, ἀνωμολόγουν τὰ ἔξοχα πλεονεκτήματα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὴν ἄπειρον αὐτοῦ ἱκανότητα, τὸ σθένος τῆς θελήσεώς του, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἐμπιστευώμεθα αὐτὸν ἡμεῖς, καθόσον ἔχει ἐλαττώματά τινα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, τὸ τοῦ Σατραπισμοῦ, ἢ καθόσον δὲν ἔχει ἐν τῷ κόμματι αὐτοῦ ἐπιτελεῖς, μεθ’ ὧν νὰ συσκέπτηται, ὡς ἠξίου ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ὑμεῖς ὅμως μὴ ἀνευρίσκοντες ἐλαττώματα ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐννοοῦντες ὅτι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος ἀπαιτεῖται ἡ συγκέντρωσις τῶν πεποιθήσεων περὶ ἀρχηγόν τινα, ἐξελεξάμεθα ὡς τοιοῦτον τὸν κύριον Τρικούπην, οὐ μόνον διὰ τὰ πλεονεκτήματα, ἃ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνωμολόγησαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ χρηστότητα, καὶ διὰ τὸ μεγαλεπήβολον αὐτοῦ, ἐξ οὗ πολλὰ ἐλπίζει ἡ Ἑλλάς. Μετὰ τὰς ἐπιτιμήσεις τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ἦλθον ἐπὶ τὸ βῆμα οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Εὐρυτανίας καὶ Ἀττικῆς, Χαντζόπουλος καὶ Ζυγομαλᾶς, οἵτινες, ὑστεροῦντες ἐπιχειρημάτων διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, κατέφυγον εἰς ἀπειλὰς, εἰπόντες ὅτι θὰ μεταφέρωσι τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ ὑποδείξαντες, ὅτι θὰ ἦναι θλιβεραὶ διὰ τὸν Τόπον αἱ συνέπειαι. Ἔπρεπε νὰ προσπαθήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ καὶ φίλοι μου νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐκνόμου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἔπρεπε νὰ καταδείξωσιν, ὅτι προδίδονται τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, ὅτι κατεστράφησαν τὰ οἰκονομικά του, ὅτι παρέλυσεν ὁ στρατὸς, ὅτι ἡ διοίκησις ἀδικεῖ, ὅτι ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια σαλεύονται, καὶ τότε μόνον ἔπρεπε νὰ ἐκφράσωσι τὰς ἀπειλάς των· ἀλλὰ καὶ τότε ὄχι. Πρὶν ἢ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἐμφανίσωσι τὰς ἀγρίας ἐκείνας μορφὰς, δι’ ὧν ἤθελον συνταράξει τὴν φαντασίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔδει νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ βῆμα τῆς Πνυκὸς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὄχι ὅτι ὁ Ἀννίβας εἶναι πρὸ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς προδίδει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, λυμαίνεται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅτι 140 ἢ 150 βουλευταὶ, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶναι συνένοχοι εἰς τὴν προδοσίαν ταύτην, καὶ ἀφοῦ ἔπειθον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τούτου, τότε ἔπρεπε νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των ὅπως φέρωσι τὰς ἀγρίας ἐκείνας μορφὰς, δι’ ὧν νὰ συνταράξωσι τὴν τάξιν· πρὸ τούτου αἱ ἄγριαι ἐκεῖναι μορφαὶ ἤθελον συναντήσει ἄλλας μορφὰς ἀγερώχους καὶ ὑπερηφάνους, ὑποστηριζούσας τὴν ἔννομον τάξιν καὶ τὸ Πολίτευμα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων αἱ μορφαὶ τοῦ κ. Χατζοπούλου ἤθελον ὠχριάσει καὶ τραπῆ εἰς φυγήν. Οἱ ἀπειλητικοὶ λόγοι τοῦ κ. Χατζοπούλου καὶ τοῦ Ζυγομαλᾶ μοὶ ἀνεπόλησαν τὰς συζητήσεις τῆς πρώτης Συνόδου τῆς ἐνεστώσης βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὸν ἀληθῶς ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον.......
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν ὁποῖον σεῖς ἀπεκαλέσατε....
§34ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν τῇ θέρμῃ τῶν συζητήσεων ἐκείνων, ἐν τῇ πολιτικῇ ἐκείνῃ διαμάχῃ, ἐν τῷ ἀγῶνι ἐκείνῳ, πολλαὶ πικραὶ λέξεις ἔφυγον ἀπὸ τῶν χειλέων πολλῶν κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἀπὸ τῶν χειλέων ἐμοῦ, δι’ ἃς μεταμέλλομαι. Καὶ ὅμως, κκ. βουλευταὶ, ἐνῷ τοιοῦτος διεξήγετο κατὰ τοῦ ἀνδρὸς ἀγὼν, ὁ Κουμουνδοῦρος ἔχων 90 βουλευτὰς περὶ ἑαυτὸν, ἔχων τὸ ἥμισυ τοῦ Ἔθνους ὑπὲρ αὐτοῦ, ὑφίστατο τὸν ἀγῶνα ἐκεῖνον, χωρὶς νὰ ἐκφράσῃ ἀπειλήν τινα, διότι ἦτο γνήσιον τοῦ Κοινοβουλίου τέκνον, ἐν αὐτῷ ἀνεπτύχθη, καὶ δι’ αὐτοῦ διέλαμψε.
§35ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρερμηνεύετε τοὺς λόγους.
§36ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, μετὰ τὰς πρώτας ἐκείνας ἀγορεύσεις, μετὰ τὰς ἀπειλὰς ἐκείνας, αἵτινες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἀνάγνωσμα, οὐχὶ βεβαίως τῆς κολάσεως τοῦ Δάντου, παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ βουλευταὶ ἐξελέγξαντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὴ καὶ ἴδιον πρόγραμμα ἐκτιθέντες, ὅπερ εἶπον ὅτι εἶναι τοῦ προαποβιώσαντος ἀρχηγοῦ των Κουμουνδούρου· παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τὸ διαπρεπὲς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παρεπονέθη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει παρ’ ἑαυτῷ ἐπιτελεῖς — καὶ ἀληθῶς δὲν ἔχει, διότι ἡ Συμπολίτευσις οὐδένα ἀνέχεται ἐπιτελῆ — τὸ μὲν ἤλεγξε τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ ἐξέθηκε τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ, ὅπερ συνίσταται εἰς τὰς οἰκονομίας. Ἡ λέξις «οἰκονομίαι» προσελκύει τὰς συμπαθείας τῆς κοινῆς γνώμης, σαγηνεύει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν τὸ πρόγραμμα καὶ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν εἶναι σημερινὸν ἢ παρῳχημένης ἐποχῆς. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος κατὰ τὸ πλεῖστον διεχειρίσατο τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διατί δὲν ἐφήρμοσε τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο; Ἂν ἐφήρμοζε τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ σύστημα τοῦτο, πρὸ πολλοῦ ἤθελε κατορθώσει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, νὰ ἴδωμεν Προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ καὶ νὰ μὴ καθορῶμεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος τὸ ἔλλειμμα ἐξογκούμενον. Ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐπιτυγχάνει εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του ὅσον ἐπέτυχε καὶ πέρυσιν, ὅτε, ὑποβληθέντος τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς ἔλεγεν, ὅτι «εἶναι ἀδύνατον ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐπαληθεύσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ εἰσπραχθῶσιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον».
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ποτὲ αὐτό· εἶναι γεγραμμένα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ βεβαιωθησόμενα εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι.
§38ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὰ προϋπολογισθέντα· ἄλλως ἀδιάφορον, καὶ τὰ βεβαιωθησόμενα.......
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γεγραμμένα ὅσα εἶπον.
§40ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἴπετε καὶ τὰ προϋπολογισθέντα.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§42ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ὅμως σᾶς βεβαιῶ καὶ τὸ βλέπομεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅτι καὶ τὰ προϋπολογισθέντα καὶ τὰ βεβαιωθέντα σχεδὸν εἰσεπράχθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶπε τοῦτο μόνον ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπε καὶ ὁ Πρωθυπουργός.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀνέγνωσα ἐκ τῶν πρακτικῶν καὶ οὐδὲν ἄλλο εἶπον περὶ ὑμῶν.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεγνώσατε τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ὁμιλίας μου, παρελείψατε δὲ τὸ πρῶτον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγον ρητῶς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τὰ βεβαιωθησόμενα· διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πέρυσιν, ὅτι δὲν ἀφῆκεν ὁ Προϋπολογισμὸς καθυστερήματα ἐκ τῶν βεβαιωθέντων καὶ ὄχι ἐκ τῶν προϋπολογισθέντων.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ περὶ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Σωτηροπούλου οὐδὲν εἶπον, ἁπλῶς ἀνέγνωσα. Τώρα λέγει ὁ κ. Σωτηρόπουλος ὅτι εἶπεν ἄλλο ὁ κ. Σωτηρόπουλος πιθανὸν νὰ εἶπεν ἄλλο, ἐγὼ ὅμως ἀνέγνωσα τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ καὶ οὐδὲν ἄλλο.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς εἶναι, κατόπιν ὁμιλῶ, διὰ νὰ μὴ διακόπτω.
§48ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι εἴπετε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι πολὺ μεγαλείτερον· ὡς ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ δ’ ἐμφαίνεται, ἐσφάλετε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας. Ἀλλ’ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἐκτὸς τοῦ προγράμματός του, ἐξήλεγξε τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐπιβάλλουσαν φόρους ἐπὶ φόρων, καὶ ἐξεγείρεται ὁ λαὸς ὅταν ἀκούῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἐννοεῖ νὰ τὸν κυβερνᾷ διὰ φόρων, διαρκῶς ἐπιβαλλομένων εἰς αὐτόν. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ ἀπορία, διατί ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἥτις ἀνεκούφισε τὸν λαὸν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἐπιβάλλει φόρους; Ἴδωμεν ποῖοι φόροι οἱ ἐπιβληθέντες; Τίς ἡ οὐσία αὐτῶν; Τίνα βαρύνουσιν; Ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, φόρος τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, φόρος ὅστις δὲν ἐπιβαρύνει τὸν παραγωγὸν, ἀλλὰ τὸν καταναλωτήν· δὲν ἐξαντλεῖ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου φόρος δι’ οὗ δὲν βαρύνεται οὔτε ὁ ἐργάτης, οὔτε ὁ γεωργὸς, οὔτε ὁ ποιμὴν, οὔτε ὁ βιομήχανος· φόρος, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἐλαττωματίας· ὁ θέλων νὰ καπνίζῃ καὶ νὰ καταστρέφῃ τὸν ὑγείαν του, ἂς πληρώνῃ μικρὸν φόρον χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους· ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου, ἔχων τὴν αὐτὴν δικαιολογητικὴν βάσιν· ἐπεβλήθη φόρος ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ οὗτος ἐπιβαρύνει τοὺς ἐλαττωματίας, ἔχων τὴν αὐτὴν φύσιν, καὶ τὰς αὐτὰς ἰδιότητας, καὶ ὅμως διὰ τῶν φόρων τούτων, δι’ ὧν δὲν βλάπτονται αἱ παραγωγικαὶ δυνάμεις τοῦ τόπου, δι’ ὧν δὲν βαρύνονται αἱ ἐργατικαὶ τάξεις τοῦ λαοῦ, ἐπῆλθε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ θέλει ἀνοιγῆ νέον στάδιον οἰκονομικῆς ζωῆς διὰ τὸ Κράτος. Ὀφείλω ὅμως, κύριοι, ἐφ’ ἑνὸς φόρου, καὶ οὗτος εἶναι ὁ τοῦ οἴνου, νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησίν μου· ὁ φόρος οὗτος εἶναι βαρύ; διά τινας πόλεις τῆς Ἑλλάδος· ἀληθῶς αἱ Ἀθῆναι, ὁ Πειραιεὺς δὲν αἰσθάνονται τὸν φόρον τοῦτον, καθόσον ἡ παραγωγὴ εἶναι σχετικῶς μικροτέρα πρὸς τὰς ἄλλας πόλεις, ἡ προσφορὰ μικρά, ἡ δὲ ζήτησις μεγίστη, ἕνεκεν τῆς πυκνότητος τοῦ πληθυσμοῦ. Ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς προσφορᾶς καὶ τῆς μεγάλης ζητήσεως εἶναι ὑπερτίμησις εἰς τοὺς οἴνους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ζημιοῦνται οἱ οἰνοπαραγωγοί· δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ αὐτὸ καὶ δι’ ἄλλας πόλεις, ὡς π. χ. διὰ τὰς Πάτρας, διὰ τὸ Αἴγιον, διὰ τὸν Πύργον, πρὸ πάντων δὲ διὰ τὴν Τρίπολιν. Ἐκεῖ ἡ παραγωγὴ εἶνε μεγίστη· ἡ προσφορὰ ἐπίσης μεγάλη καὶ ἡ ζήτησις μικρά, ὡς ἐκ τοῦ νόμου δὲ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, τοῦ κανονίζοντος τὴν ἀξίαν τῶν πραγμάτων, ἐπέρχεται ἡ ὑποτίμησις εἰς τοὺς οἴνους, καὶ ἐνῷ ὑπάρχει ὑποτίμησις, ὁ φόρος εἶναι βαρύς. Ἐν Πάτραις π. χ. εἷς κτηματίας παράγων πέντε χιλιάδας ὀκάδας οἴνου, ἤτοι ἑκατὸν βαρέλας, καὶ λαμβάνω ὡς παράδειγμα μεγάλον παραγωγόν, ὅπως παράξῃ τὸν οἶνον τοῦτον ἐξ ἀμπέλου ἐκτάσεως εἴκοσι τουλάχιστον στρεμμάτων, δέον νὰ δαπανήσῃ πρὸς καλλιέργειαν χιλίας δραχμάς· τὸ τίμημα τοῦ παραχθέντος οἴνου τῶν πέντε χιλιάδων ὀκάδων εἶναι, καὶ ἂν λάβωμεν τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς τιμῆς κατ’ ὀκάν, ἤτοι 40 λεπτὰ κατ’ ὀκάν, ἐνῷ ἤδη τιμᾶται πρὸς 30 μόνον λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι χίλιαι δραχμαί, καὶ ἐπὶ καθαροῦ εἰσοδήματος χιλίων δραχμῶν ἐπιβάλλεται φόρος 250 δραχμῶν. Ἐν Τριπόλει δὲ ὁ οἶνος τιμᾶται μόλις 15 λεπτὰ ἡ ὀκᾶ, συνήθως δὲ καὶ ἐν Τριπόλει καὶ ἐν Πάτραις οἱ οἰνοπαραγωγοὶ εἶναι καὶ οἰνέμποροι, ὥστε τούτους βαρύνει ὁ φόρος. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν μόνον τὸν κ. Σωτηρόπουλον, εἴχομεν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλον, ὁ ὁποῖος ἤρξατο τοῦ ἐλέγχου τοῦ Κυβερνητικοῦ ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέτρα περὶ αὐτῆς. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀληθῶς ἐν πολλοῖς χωλαίνει ἡ δικαιοσύνη, ἀλλὰ χωλαίνει, κατὰ γνώμην καὶ πεποίθησίν μου, ἕνεκα τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος. Ὅσῳ μέγα χρῆμα, κύριοι βουλευταί, καὶ πολύτιμον εἶναι ἡ ἰσοβιότης τοῦ δικαστοῦ, ἄλλο τόσῳ μέγα καὶ ἀντίπαλον κακὸν εἶναι, ὅταν οἱ λειτουργοὶ ταύτης δὲν αἰσθάνωνται τὴν εὐρύτητα τῆς ἀποστολῆς των, τὸ ὕψος τῶν καθηκόντων των. Ἔπρεπε, κύριοι, πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ ἰσοβιότης νὰ ὁρισθῶσι τὰ προσόντα, νὰ δοκιμασθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν ναὸν τῆς δικαιοσύνης. Δυστυχῶς, κύριοι, συμβαίνει τὸ ἑξῆς· ἐνῷ ὑπάρχουσι δικασταὶ φιλόπονοι, δικασταὶ φιλότιμοι, δικασταὶ ἐργαζόμενοι, ὑπάρχουσιν ἀφ’ ἑτέρου δικασταὶ μὴ ἔχοντες οὔτε γνῶσιν τῆς νομοθεσίας, οὔτε συνείδησιν τῆς ἀποστολῆς των, ὀχυρωθέντες δ’ ὄπισθεν τῆς ἰσοβιότητος ἐγένοντο ἐριννύες, μαστίζοντες τὴν κοινωνίαν, καθόσον ἡ ἐπιπολαιότης καὶ ἡ πτωχαλαζονεία κατέλαβε τὸν νοῦν τῶν προσπαθούντων διὰ τῆς αὐστηρότητος νὰ ἐπιδείξωσιν, ὅτι εἶναι τίμιοι. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν κ. Κωνσταντόπουλον, ποῖα μέτρα νομίζει, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὅπως σωθῇ ἡ κοινωνία ἀπὸ τοῦ κακοῦ τούτου; Ἓν μόνον ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον ἐντελῶς δὲν ἐφηρμόσθη· ἔπρεπε ν’ ἀσκῆται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τῶν ἀνωτέρων δικαστηρίων ἐπὶ τῶν κατωτέρων. Ἀλλὰ πότε εἴδομεν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ Ἐφετείου τινὸς τιμωροῦσαν πειθαρχικῶς δικαστήν τινα; οὐδέ ποτε. Προχθὲς, κύριοι βουλευταί, κατεδικάσθη δικηγόρος εἰς διετῆ φυλάκισιν ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας ἐν Κυπαρισσίᾳ, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγνώσητε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην, διὰ νὰ φρίξητε διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τὸν τρόπον, δι’ οὗ νομίζουσι μέλη τινὰ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ὅτι πρέπει νὰ ἐνασκῶσι τὴν ἱερὰν αὑτῶν λειτουργίαν. Ἀλλὰ κατὰ τί ἔσφαλεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ὅπως ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως;
§49Π. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ὥστε εἶναι περιττὸς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§50ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὡμίλησαν βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ παιδείας, καὶ κατηγόρησαν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι συνέστησε πολλὰ δημοτικὰ Σχολεῖα. Τοῦτο εἶναι τὸ κεφάλαιον τῆς κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατηγορίας, καὶ ὅμως ἐγὼ ἤθελον ἐκφράσει τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐξέφρασε, νὰ συστηθῶσι πλειότερα δημοτικὰ σχολεῖα.
§51ΖΩΤΟΣ. Χωρὶς διδασκάλου;
§52ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἴδομεν ἐκ τῶν πινάκων ὅτι ἐὰν εἶναι περισσότερα δημοτικὰ σχολεῖα, εἶναι κατὰ 260 ὀλιγώτεροι διδάσκαλοι· ἤθελον ὅμως νὰ ἴδω πόσοι ἦσαν οἱ διδάσκαλοι, ὅτε ἦσαν ὀλιγώτερα τὰ σχολεῖα, καὶ πιστεύω ὅτι ἐὰν ἦταν ὀλιγώτερα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, οἱ διδάσκαλοι θὰ ἦταν κατὰ μείζονα λόγον ὀλιγώτεροι.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν σχολεῖον ἄνευ διδασκάλων.
§54ΦΩΤΗΛΑΣ. Σᾶς ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οὐδὲν ζήτημα δράσεως καὶ ἐνεργείας παρουσιάσθη ἐπὶ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἢ δύω μόνον, τὸ ζήτημα Αἰγυπτιακόν, ὅπου τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀπῄτουν προστασίαν, κινδυνεύοντα, καὶ τὸ ὁροθετικόν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προστασίας τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἡ Κυβέρνησις ἐπέδειξε καὶ πρόνοιαν καὶ δύναμιν θελήσεως, διὰ τῆς ἀποστολῆς πλοίων, τοιαύτην, οἵαν αἱ προσδοκίαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀνέμενον, συγχαρεῖσα ἐπὶ τούτῳ παρ’ ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἦλθε τὸ ζήτημα τὸ ὁροθετικόν, καὶ ἡ Κυβέρνησις μετὰ μεγίστης ἀξιοπρεπείας καὶ μοναδικοῦ θάῤῥους ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν της, λύσασα ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως τὸ ἐκκρεμὲς ἐκεῖνο ζήτημα τῶν ὁρίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Μίλησης ἐν τῷ λόγῳ του ἐπειράθη νὰ ὑποδείξῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιφάσκει πρὸς ἑαυτὴν, μὴ ἀκολουθοῦσα τὸ πρόγραμμά της, ὡς ἐκ τῆς εἰρηνικῆς ὁμιλίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ τί ἔδει νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἔπρεπε ν’ ἀναπετάσῃ τὴν σημαίαν τοῦ πολέμου, ἔπρεπε νὰ τονίσῃ παιᾶνας, ἔπρεπε νὰ τονίσῃ θούριον, ἔπρεπε νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς καθ’ ἑαυτὴν καὶ δι’ ἑαυτῆς θὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς λύσεως τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ζητημάτων; Ἠξίου ὁ κ. Μίλησης, ὅπως ὁ ἡμέτερος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπερακοντίσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας, οἵτινες, ἔχοντες ὄπισθεν αὐτῶν στρατιὰς καὶ στόλους ὁλοκλήρους, ὁμιλοῦντες δ’ ἐν τοῖς κοινοβουλίοις, ἐκφράζουσι φιλειρηνικὰς τάσεις; Σᾶς ὡμίλησαν, κύριοι, περὶ ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ὅτι διαιροῦνται οἱ πολῖται εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ ποίαν πρᾶξιν ἔφερον πρὸς ἀπόδειξιν τοιούτων ἰσχυρισμῶν; Ποῖος πολίτης ἐπιέσθη; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις διέκρινε τοὺς πολίτας εἰς εὐνοουμένους καὶ μή, ἠθέλατε τὸ κρίνει ἐκ γενικῶν τινων φαινομένων, ἠθέλατε τὸ κρίνει καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ὅταν, κύριοι, ἐκ τοῦ ἀπολογισμοῦ καταφαίνεται, ὅτι εἰσεπράχθησαν ὅλα τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα, τοῦτο εἶναι ζῶσα καὶ ἀναντίῤῥητος ἀπόδειξις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ διακρίνῃ εὐνοουμένους καὶ μή, ἀλλ’ ἐννοεῖ πάντας ἴσους ἀπέναντι τοῦ Νόμου, εἰσπράττουσα παρὰ πάντων τοὺς φόρους. Ἄλλοτε ὑπῆρχον μεγάλα ἐλείμματα, διότι πράγματι ὑπῆρχον εὐνοούμενοι καὶ μὴ εὐνοούμενοι, πιέζοντες καὶ πιεζόμενοι, καὶ παρὰ τῶν εὐνοουμένων δὲν εἰσπράττοντο οἱ φόροι. Σᾶς ὡμίλησεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος περὶ συναλλαγῆς. Ποία εἶναι ἡ συναλλαγή; Ἐὰν βουλευτής τις κάμνῃ παραστάσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ διορισμοῦ συμπολίτου του τινὸς πενομένου καὶ ἐντίμου, ἀποτελεῖ τοῦτο συναλλαγήν; Καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις συναλλαγῆς, διατί δεσμεύει τὰς ἰδίας αὑτῆς χεῖρας, εἰσάγουσα νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων; Καὶ διατί ἡ Συμπολίτευσις θέλει νὰ ἔχῃ δεσμευμένας τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§55ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἔχητε αὐτοὺς, τοὺς ὁποίους διωρίσατε, ἀσφαλισμένους.
§56ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἠδυνήθη ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐλέγξῃ ἀληθῶς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀναπτύξῃ ἴδιον πρόγραμμα, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ μεταπείσῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀκολουθήσῃ τὰς γνώμας της καὶ ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ της κατέφυγεν εἰς δύω ἕτερα ζητήματα· κατέφυγεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρεσβευτοῦ ἐν Μαδρίτῃ, καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος. Εἰμὶ σύμφωνος, κύριοι, μετὰ μελῶν τινων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ πλουτοκρατία δὲν πρέπει νὰ ἐπικρατῇ, τόσον τὰ ἄτομα, ὅσον καὶ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐστραμμένον τὸν νοῦν των καὶ τὴν προσοχήν των πρὸς τὸ χρῆμα, ἐκπίπτουσι καὶ ἐξευτελίζονται. Αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ Ρώμη τότε κατέπεσαν, ὅτε ὁ ὑλισμὸς κατάλαβε τὸν νοῦν των καὶ τὴν καρδίαν των. Ἡ πανίσχυρος Γαλλία κατέῤῥευσε τότε, ὅτε ὁ πλοῦτος εἶχε κατακλύσει αὐτὴν κατὰ τὸν τελευταῖον Γαλλογερμανικὸν πόλεμον. Ἐγώ, κύριοι, καὶ ὡς ἐκ τοῦ ὀνόματός μου καὶ ὡς ἐκ τῶν οἰκογενειακῶν μου παραδόσεων ἀποκρούω τὴν πλουτοκρατίαν, ἀλλὰ τὸν κύριον Σκουλούδην ἐγνώρισα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὡς ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους δὶς ἐκλεχθέντα παρὰ μιᾶς τῶν πρωτευουσῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἔχῃ τὰ ἠθικὰ ἐκεῖνα προσόντα καὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως καθέξῃ τις τοιαύτην διαπρεπῆ θέσιν, τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως· βεβαίως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μόνον τὸν πλοῦτον ἔλαβεν ὡς προσὸν καὶ στοιχεῖον, ἵνα διορίσῃ τὸν κ. Σκουλούδην Πρεσβευτήν, ἔσφαλε κατὰ τὴν γνώμην μου.
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, καθ’ ἣν ἐποχὴν διεδόθη ὅτι ἐφονεύθη ὁ Αὐτοκράτωρ.....
§58ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς εἶπον, ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ὁ τίτλος δὲ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀντιπροσώπου δὲν εἶναι μικρὸν χρῆμα διὰ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἐκτίμησιν μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ τίτλου τούτου, ὅστις εἶναι σπουδαῖος καὶ εὐλόγως ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ καὶ ἄλλους λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὴν, ὅπως προβῇ εἰς τὸ διάβημα τοῦτο.
§59ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀνώτερος τοῦ Πρεσβευτοῦ.
§60ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀφίνω λοιπὸν τὸ ζήτημα τῆς ἐρεύνης τῶν προσόντων καὶ ἰδιοτήτων λαῶν ὡς ἀναγόμενον εἰς τὸν κύκλον τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ἧς μέλλομεν ν’ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους, καὶ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, ἐφ’ ὅσον ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, μὴ διαταξάσης νέαν ἐκλογὴν, καὶ ἔχω πληρεστάτην πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος ἠδύνατο νὰ διορίσῃ βουλευτὴν εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν διώρισε τὸν κ. Σκουλούδην, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ παύσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ κατέχῃ καὶ τὴν θέσιν βουλευτοῦ. Κατὰ τὸ 72 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, βουλευταὶ διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Ἠπόρησα τῇ ἀληθείᾳ διὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τὰς κρίσεις, ἃς ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κοντογούρης καὶ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Μαντινείας, καὶ Ἑρμιονίδος κκ. Κωνσταντόπουλος καὶ Μίλησης. Ὅπου τὸ γράμμα τοῦ Νόμου εἶναι σαφὲς, ὅπου δὲν ἀφίνει οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, εἶναι περιττὴ καὶ ἡ λογικὴ καὶ ἡ ἱστορικὴ καὶ ἡ συνταγματικὴ ἑρμηνεία· τότε μόνον δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς αὐτὰς, ὅταν τὸ γράμμα τοῦ Νόμου εἶναι ἀσαφὲς, ἢ ἀμφίβολον· ὅταν ὅμως εἶναι σαφὲς, πᾶσα ἑρμηνεία εἶναι περιττὴ καὶ ἀπόζει σχολαστικότητος. Ἂς ἐρωτήσωμεν, εἶναι ἔμμισθος ἡ θέσις ἢ οὔ;
§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν ἐρώτησιν. Ὁ ἐν Μαδρίτῃ Πρέσβυς ἔχει εἰδικὴν ἀποστολὴν περί τινος ἀντικειμένου εἰδικῶς, καὶ ξένου πρὸς τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν ἢ ἐνεργεῖ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους;
§62ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὴν τρέχουσαν.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὑπάλληλος συνεπῶς ἢ ὄχι;
§64ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ εἴπω ἤδη περὶ ὅλων αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ΣΞΑʹ νόμου τοῦ 1852 περὶ συστάσεως Πρεσβειῶν ὁρίζεται, ὅτι «Ὄπου καὶ ὁσάκις τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτήσωσι τὴν σύστασιν τῶν Πρεσβειῶν δύνανται νὰ συστηθῶσιν δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ νὰ ὁρισθῶσι δι’ αὐτοῦ ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Πρέσβεως.» Καθορᾶται ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει τὴν λέξιν «μισθός.» Ἐξηρτήθη λοιπὸν ὁ βαθμὸς καὶ αἱ ἀποδοχαὶ ἐκ τοῦ Διατάγματος, τουτέστιν ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἀφοῦ αἱ ἀποδοχαὶ κανονίζονται ἀπὸ τὸ Διάταγμα ἐν τῇ θελήσει τῆς Κυβερνήσεως κεῖται νὰ προσδώσῃ ἢ μὴ ἀποδοχάς· δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ, ἐν τῷ Διατάγματι νὰ μὴ ὁρίσῃ ἀποδοχὰς, καὶ τότε ἡ θέσις τοῦ Πρεσβευτοῦ δὲν εἶναι ἔμμισθος. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ συστάσεως Πρεσβειῶν γίνεται λόγος περὶ μισθοῦ, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γραμματεῖς καὶ ὑπαλλήλους πρεσβείας γραμματέων....
§65ΤΙΝΕΣ. Ἔχετε λάθος, διαβάσατέ το.
§66ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν τὸ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ κείμενον, ἀλλὰ τοιοῦτον εἶναι καὶ ἀναγνώσατέ το ὑμεῖς. Ἀλλὰ κύριοι, ἐν τῷ μέσῳ τῶν γνωμῶν ἡμῶν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰς γνώμας καὶ τὴν ἑρμηνείαν διακεκριμένων συγγραφέων, δημοσιολόγων, οἵτινες ἡρμήνευσαν παρομοίας διατάξεις ἄλλων Συνταγμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν περὶ ἑρμηνείας ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ δημοσίου δικαίου ὑπόληψιν, ἣν ἔχω ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων πρὸς τὸν κ. Κοντογούρην καὶ Κωνσταντόπουλον, τὴν ὑπόληψιν, ἥν ἔχω πρὸς τὸν Thonissen καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γούβεν καὶ ἑρμηνευτὴν τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος ἐπὶ λέξεσιν ἔχει: «Τὸ μέλος τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἑτέρας Βουλῆς, τὸ διορισθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἣν ἀποδέχεται, παύει ἀμέσως τοῦ νὰ ἑδρεύῃ ἐν αὐτῇ.» Ὁ Τονισσὲν, ἑρμηνεύων τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν σελίδι 149 παραγράφῳ 191, ὅπερ εἶναι παρόμοιον τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ἐπὶ λέξεσι γράφει «ἡ δημοσία λειτουργία δὲν δύναται νὰ ἀναχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δημοσίων θέσεων, καθόσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐξουσιοδοτημένη νὰ προσδώσῃ εἰς τὴν δημοσίαν λειτουργίαν ἀμοιβήν». Κυρίως δὲ εἰπεῖν τότε μόνον ἡ θέσις εἶναι ἔμμισθος, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προσδίδῃ μισθόν· ἐὰν ὁ Προϋπολογισμὸς προσδίδῃ μισθοὺς καὶ ἀνοίγῃ καὶ πιστώσεις, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν αὐτῶν.
§67ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἡ γνώμη τοῦ συγγραφέως, δὲν προκύπτει ὅμως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τὸ Βελγικόν.
§68ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀγορεύοντες, κ. Κοντογούρη, εἴπετε, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι σημειωμένον κονδύλιον περὶ Πρεσβειῶν, ἐνῷ ἡ ἐν Ἱσπανίᾳ Πρεσβεία ἐσυστήθη μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§69ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἄρα ἠμπορεῖ νὰ διορίσῃ καὶ Νομάρχην ἄνευ μισθοῦ!
§70ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς, κ. Παπαγεωργίου, ἐννοεῖτε βεβαίως καλλίτερον τοῦ συγγραφέως.
§71ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὡς συμπέρασμα αὐτὸ ἔρχεται κατὰ τὸ λέγειν σας.
§72ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ἐκτὸς τῆς ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου, παρὰ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην δοκίμου συγγραφέως, ἀμετόχου παντὸς πολιτικοῦ πάθους. Ἀλλ’ εἶπον ὁ κ. Κωνσταντόπουλος καὶ ὁ κ. Μίλησης «ἀκολουθήσωμεν τὴν ἱστορικὴν ἑρμηνείαν». Ἀλλὰ καὶ διὰ ταύτης δὲν δυνάμεθα ἢ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα νὰ καταλήξωμεν. Ποῖος ὁ ἱστορικὸς λόγος τῆς διατάξεως ταύτης; Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ διαφθείρωνται ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν διὰ μισθοῦ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μισθὸς, δὲν ὑπάρχει τὸ κώλυμα τοῦ Νόμου. Ἐν Ἀγγλίᾳ μάλιστα, ὡς ἀνέγνων ἐσχάτως διατριβὴν δικηγόρου τινὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἔμμισθος ἐὰν ἦναι ἡ θέσις, ὁ βουλευτὴς δύναται καὶ μετὰ τὸ ψήφισμα τῆς βασιλίσσης Ἄννης, δι’ οὗ ἐθέσπισεν ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστον τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ μὲ τὸ τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, ὁ βουλευτὴς, καίπερ διοριζόμενος εἰς δημοσίαν ἔμμισθον θέσιν, δύναται παραιτούμενος τοῦ μισθοῦ νὰ καθέξῃ ἐννόμως καὶ τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ καὶ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ· παραδείγματα ὑπάρχουσι πολλὰ, ἐν οἷς καὶ τὸ τοῦ Μπουτὰστ, μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνασκήσαντος δημοσίαν ὑπηρεσίαν σὺν τῇ ἐνασκήσει τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ.
§73ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὶν δώσωσι τὸν ὅρκον;
§74ΦΩΤΗΛΑΣ. Μετὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου, διότι ὁ βουλευτὴς δὲν θεωρεῖται τοιοῦτος πρὸ τῆς δόσεως τοῦ ὅρκου.
§75ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μοὶ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν;
§76ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα.
§77ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρῶτον, κατὰ τὸν συγγραφέα σας εἰς ἀριθμὸν 193, ὅπου σᾶς παραπέμπω, μόνον μετὰ τὸν ὅρκον καθίσταταί τις βουλευτὴς ἐν ἐνεργείᾳ. Δεύτερον ἡμεῖς ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸν καθηγητὴν κ. Σαρίπολον, εἰσηγητὴν τοῦ Συντάγματος, ὅστις ἐξελέχθη μέλος τοῦ Ἰνστιτούτου τῆς Γαλλίας ἀντεπιστέλλον, ἀντὶ τοῦ ἐνδόξου Μὸλ, ἐνῷ τοιοῦτος δὲν ἐγένετο ὁ συγγραφεύς σας.
§78ΦΩΤΗΛΑΣ. Μάλιστα, κύριε Κοντογούρη, μετὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου εἶνε τίς βουλευτής· ἀνομολογῶ καὶ τὴν ἔξοχον παιδείαν καὶ τὴν ὑπόληψιν, ἧς ἀπολαύει ὁ ἀξιοσέβαστος καθηγητής μου κ. Σαρίπολος, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ποία ἡ ἐν τῷ συγγράμματί του γνώμη, καθόσον δὲν ἐμελέτησα τοῦτο ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, ἀρκεσθεὶς εἰς τὸν Τονισσέν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ Τονισσὲν ἠρώτησα καὶ δόκιμον παρ’ ἡμῖν δημοσιολόγον καὶ συγγραφέα, ὄντα ἀντεπέστελλον μέλος πολλῶν ἀκαδημιῶν, ὅστις — καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι ὑπόληψιν — μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἄδικον, ἐμμένουσα εἰς τὸ ζήτημα δευτέρας ἐκλογῆς ἐν Σύρῳ ἀντὶ τοῦ κ. Σκουλούδη, καὶ παρακαλῶ τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Φλογαΐτην, ἐὰν εἶναι παρὼν, νὰ ἐκφράσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην του.
§79ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Μάλιστα.
§80ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τὸ ζήτημα μόνον τοῦτο, ὅπερ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ὡς σπουδαῖον σημεῖον τῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀντιδράσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον ζήτημα, πρὸς ὃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔστρεψε τὰ βλέμματά της καὶ τὴν προσοχήν της, μᾶλλον ἀκανθῶδες οὐχὶ καθ’ ἑαυτὸ καὶ κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ καθόσον συνδέεται μετὰ τοῦ κ. Σκουλούδη, ὃν ἔλαβεν ὡς σημεῖον σκοποβολῆς ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ λόγους ἀντιδράσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ καθ’ ὅσον εἶναι χρηματιστικὸν, τὸ δὲ χρῆμα δυστυχῶς ἐξεγείρει τὴν κοινὴν περιέργειαν, συγκινεῖ τὰ πλήθη καὶ τὰ μίση αὐτῶν πρὸς πάντα πλούσιον. Καὶ οἱ ἀξιότιμοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥήτορες, ἐνῷ δὲν καταγίνονται νὰ δείξωσι τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσιν ὅλαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, ἡ ἑταιρία τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ τῶν μαρμάρων τῆς Πάρου, ἡ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, ἡ τοῦ Λαυρίου, ἡ τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν, ἡ τῆς Ἀγκύρας, ἡ τῆς Κύμης, τῶν ὁποίων ἑταιριῶν, οἱ ἱδρυταὶ λαμβάνουν κέρδη μεγάλα τυγχάνοντες εἰσφορῶν, ἤτοι τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐπιχειρήσεως πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν δι’ ἐκδόσεως μετοχῶν, ἐνῷ οἱ μέτοχοι ἀγνοοῦσιν ὅτι οἱ ἱδρυταὶ διὰ τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας καὶ ἀντὶ οὐδεμιᾶς οὐσίας πολλὰ ἀποκερδαίνουσιν ἀδιαφοροῦντες περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ πέρατος τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τῶν ἐνδεχομένων ζημιῶν τῶν συνεισφερόντων ἀτυχῶν μετόχων, οἱ ῥήτορες, λέγομεν, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καταγίνονται νὰ καταδείξωσι μόνον τ’ ἀποτελέσματα τοῦ apport εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Κωπαΐδος, ἐνῷ ταῦτα εἶναι φοβερώτερα ἐφ’ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι ἑταιριῶν καὶ ἐπιχειρήσεων, διότι θέλουσιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κωπαΐδος νὰ δώσωσι πολιτικὴν χροιὰν καὶ διότι νομίζουσιν, ὅτι ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ εἰσφορά, ἤτοι τὸ apport, τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος εἶναι μεγάλον, ἐὰν αἱ μετοχαὶ αὐτῆς κατέπεσαν τῆς ὀνομαστικῆς των ἀξίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔχει εὐθύνην καὶ δέον νὰ στερηθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἦτον ὑπεύθυνος διὰ τὴν αὔξησιν ἢ τὴν μείωσιν τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν, οἱασδήποτε ἑταιρίας, ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκανόνιζε τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν καὶ οὐχὶ ἡ ὑπόληψις τῶν ἱδρυτῶν, ἡ σπουδαιότης τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ αἱ μηχανοῤῥαφίαι τῶν κερδοσκόπων. Παρεχωρήθη ἡ Κωπαΐς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραχωρήσεως ταύτης συνέστη ἑταιρία, ἥτις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον, ὡς βοηθουμένη ἐκ τοῦ ὑπάρχοντος Νόμου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τοῦ κυρώσαντος τὴν σύμβασιν αὐτοῦ μετὰ τοῦ Μομφεριέρου καὶ ἥτις νόμιμος σύμβασις ἐλήφθη ὡς βάσις τῆς ὑπὸ ὠφελιμωτέρους διὰ τὸ Δημόσιον ὅρους παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος πρὸς τὸν κ. Βοῦρον, ἐνόμισε, λέγομεν, ἀναγκαῖον νὰ καταρτισθῇ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ λάβῃ τὸν τύπον καὶ τὴν νόμιμον ὕπαρξιν Γαλλικῆς Ἑταιρίας, ἐπωφελουμένη πάλιν ἡ Ἑταιρία αὕτη τοῦ νόμου ΠΚΑʹ τῆς 13 Μαρτίου 1881 περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 10 Αὐγούστου 1861 ΧΠΑʹ Νόμου περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καθ’ ὃν νόμον πᾶσαι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι παντὸς εἴδους, ὅσαι ἐν Γαλλίᾳ συνέστησαν νομίμως, δύνανται νὰ ἐνασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου, ἐὰν αἱ ὁμοίας φύσεως ἑταιρίαι, αἱ νομίμως συστᾶσαι ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαύωσι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἐν Γαλλίᾳ. Ἡ δὲ σύστασις τῆς Ἑταιρίας ταύτης ἐν Γαλλίᾳ ἀποδεικνύει ἐναργῶς, καταφανῶς, ἀναμφισβητήτως τὴν χρηστότητα, τὸ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, καθόσον ἀνεξαρτήτως τοῦ σκοποῦ καὶ τῶν αἰτιῶν, δι’ ἃ ἡ Ἑταιρία ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ συστήσῃ ἑαυτὴν ἐν Γαλλίᾳ καὶ νὰ λάβῃ τὴν νόμιμον ὕπαρξιν Γαλλικῆς καὶ οὐχὶ Ἑλληνικῆς ἑταιρίας, ἀποδεικνύει, λέγομεν, ἀναμφισβητήτως, ὅτι ἡ Ἑταιρία αὕτη ἀπέφευγε τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἐφαρμοζομένους ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη· διότι, ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης συνεπάθει ὑπὲρ τῶν προσώπων τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἑταιρίαν ταύτην, ἠδύναντο οὗτοι νὰ λάβωσι τὸ θάῤῥος νὰ συστήσωσιν ἐν Ἑλλάδι τὴν Ἑταιρίαν των, καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας των ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη· ἀλλὰ φαίνεται διὰ λόγους, οὓς αὐτοὶ οἴδασι, δὲν ἤθελον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, δὲν ἤθελον νὰ ὑποβληθῇ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρίας των ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη καὶ ἐτράπησαν τὴν ἐπὶ τὴν Γαλλίαν ἄγουσαν, ὅπως ἐκεῖ καταρτίσωσι τὴν Ἑταιρίαν των. Ἀλλὰ, καὶ ἂν ἐνταῦθα κατήρτιζον τὴν Ἑταιρίαν των καὶ ἂν ἐνεκρίνετο τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρίας των παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἐννοούντων κεφάλαιον μομφῆς διὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταστατικοῦ, ἐνῷ οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑταιρίας, ὄντες συγχρόνως καὶ μέτοχοι αὑτῆς, ἐλάμβανον συγχρόνως ὡς εἰσφορὰν διὰ μετοχῶν καὶ οὐχὶ διὰ χρημάτων τρίτων προσώπων ποσὸν δραχμῶν 4,800,000; Ποία Ἑταιρία, ἔχουσα ἀντικείμενον μεγάλην ἐπιχείρησιν, συνέστη, εἴτε ἐν Ἑλλάδι, εἴτε ἐν Εὐρώπῃ, ἥτις δὲν ἔλαβεν ὡς εἰσφορὰν ποσοστὸν μέρος ἐκ τοῦ ὑποτιθεμένου μέρους τῆς ἐπιχειρήσεως, (ἤτοι τὸ λεγόμενον apport; ἡ Ἑταιρία τοῦ Σουὲζ ἔλαβεν ὡς apport 200,000,000 φράγκα, ἡ ἑταιρία τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου ἔλαβε 3 ἕως 4 ἑκατομμύρια, ἡ ἑταιρία τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας ἔλαβεν ὡς apport μετὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Κυβερνήσεως, συνισταμένου ἐκ 3,000,000 δραχμῶν, πέντε ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον· ἡ Ἑταιρία τῶν μαρμάρων τῆς Πάρου ἐπὶ ἐλαχίστου κεφαλαίου 3 ἢ 4 ἑκατομμυρίων ἔλαβεν ὡς apport ἓν καὶ πλέον ἑκατομμύριον· ἡ Ἑταιρία τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν ἔλαβεν ὡς apport πλέον τῶν 3 ἑκατομμυρίων, ἐκτὸς τῆς διαφορᾶς τῆς ἀξίας, ἣν μέλλουσι νὰ κερδήσωσιν οἱ ἱδρυταὶ ἀπὸ τῆς μεταπωλήσεως τῆς κατασκευῆς, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ὀλεθρίων συνεπειῶν τῶν λαβόντων μετοχὰς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τούτου· ἡ ἑταιρία τῆς Κύμης ἔλαβεν ὡς apport μέγα ποσόν· δὲν λαλῶ δὲ περὶ ἑταιριῶν Ἀγκύρας καὶ Ἀρχαγγέλου, ἐν αἷς τὸ apport εἶναι ἴσον τῇ ἀξίᾳ τῶν μετοχῶν, καὶ οἱ μέτοχοι ἔχουσιν ἀνὰ χεῖρας ξηρὰς τὰς μετοχάς. Ἀλλ’ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν συζητεῖ περὶ τούτων, δὲν ἐνδιαφέρεται διὰ τὰς ζημίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τὸ apport τῆς Κωπαΐδος, διότι νομίζει φαντασιοκοποῦσα, ὅτι τὸ apport τῆς Κωπαΐδος δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μετὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέκρινε τὸ apport τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, ὡς μὴ ὑποβληθέντος τοῦ καταστατικοῦ τῆς ἑταιρίας, καθ’ ὃ Γαλλικῆς, εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου Τρικούπη. Καὶ ὑπομονὴ, ἐὰν τὸ apport τοῦτο ἐλάμβανον οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος παρὰ τρίτων μετόχων, τουτέστι παρὰ προσώπων ἱδρυσάντων τὴν Ἑταιρίαν· ἀλλ’ οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος εἶναι καὶ οἱ μέτοχοι τῆς Ἑταιρίας ἐξ ὅσων αὐτοὶ κατέβαλον, οὗτοι ἦσαν κύριοι τῆς ἐπιχειρήσεως, κύριοι τῶν κεφαλαίων των, ἐν Γαλλίᾳ συνέστησαν τὴν Ἑταιρίαν των, ἐκεῖ κατέθηκαν τὰ κεφάλαιά των, ἐκεῖ ἀνέλαβον ὡς apport μέρος τοῦ κεφαλαίου των.
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω· διότι ἡ δημοσία ἐγγραφὴ διὰ λαθροχειρίας ἐγένετο ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§82ΦΩΤΗΛΑΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε Ζυγομαλᾶ, ἢ ὅτι ἀγνοεῖτε τοὺς καθεστῶτας νόμους ἢ δὲν ἐννοεῖτε τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Κυβερνήσεως συνῳδὰ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε καὶ νὰ μοὶ ὑποδείξητε ποῖος νόμος τοῦ Κράτους ὁμιλεῖ περὶ δημοσίας ἐγγραφῆς, ἤτοι περὶ ἀπολήψεως μετοχῶν, καὶ ποῖα τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως· νομίζω, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Ζυγομαλᾶ, καθόσον σᾶς ἀγαπῶ ὡς φίλον μου, ὅτι ἀγνοεῖτε τὰς στοιχειώδεις περὶ ἑταιριῶν ἀρχὰς, ὅτι ἀγνοεῖτε τὰ καθήκοντα, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκ τοῦ νόμου ἔχει ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν· μόνον, κύριε Ζυγομαλᾶ, γνωρίζετε νὰ λέγητε λαὸς, μετοχαὶ, κερδοσκοπία.
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας δὲν ἐδημοσιεύθη.
§84ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀνεγνώσατε, κύριε Ζυγομαλᾶ, τὸν νόμον ΠΚΑʹ τῆς 13 Μαρτίου 1881 περὶ ξένων ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ λαλεῖτε ἐν ἐπιγνώσει τί λέγει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ νομικὸς κ. Κωνσταντόπουλος;
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γαλλικὸς νόμος λέγει ὅτι αἱ ξέναι ἑταιρίαι δύνανται νὰ παρίστανται συμφώνως μὲ τοὺς νόμους. Ὁ ἰδικός μας νόμος εἶναι μετάφρασις· ἐπὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ καὶ ῥητῶς ἐγένετο δεκτὸν, ὅτι ὁ περιορισμὸς πρέπει νὰ λάβῃ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν la plus large. Ὅ,τι λοιπὸν γίνεται ἐν Γαλλίᾳ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἐνταῦθα, πρέπει νὰ γείνῃ δημοσίευσις τοῦ καταστατικοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας.
§86ΦΩΤΗΛΑΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, κύριε Κωνσταντόπουλε, καὶ λυποῦμαι διὰ τὴν γνώμην σας, ὅτι ἡ δημοσίευσις τοῦ καταστατικοῦ ἀνάγεται εἰς τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ νομίμου ὑπάρξεως τῆς Ἑταιρίας. Ἐν Γαλλίᾳ κατηργήθη ἡ διάταξις περὶ δημοσιεύσεως τοῦ καταστατικοῦ, ἐφαρμοσθεισῶν πολλῶν ἄλλων διατυπώσεων πρὸς ἀσφάλειαν τῶν συμφερόντων τοῦ τρίτου, ἤτοι τῆς ἐγγραφῆς ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, τῆς καταβολῆς τοῦ τετάρτου ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ, τῶν διπλῶν συνελεύσεων διὰ τὴν χορήγησιν εἰσφορᾶς, ἤτοι τοῦ apport, καὶ πληθὺς ἄλλων διατυπώσεων, ἃς παραλείπω ὅπως μὴ κουράζω ὑμᾶς, κ. βουλευταί.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Φωτήλα, ὅτι συγχέετε τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας μὲ τὰς λοιπάς.
§88ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς). Νὰ παύσουν αἱ διακοπαὶ, κ. Πρόεδρε, ἐκ μέρους τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου.
§89ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπατᾶσθε, κύριε Κωνσταντόπουλε, καὶ σᾶς λέγω στηριζόμενος εἰς τὰ κείμενα τῶν Νόμων, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν εἶχεν ἀνάγκην δημοσιεύσεως τοῦ καταστατικοῦ της.—Καὶ ἐξακολουθῶν τὴν ὁμιλίαν μου, ἀφ’ ἧς ἀπετράπην ἐκ τῶν γενομένων μοι διακοπῶν, ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Ἑταιρία αὕτη, ἡ νομίμως καὶ κατὰ τοὺς Γαλλικοὺς Νόμους συστᾶσα ἐν Γαλλίᾳ, ἐκδοῦσα δ’ ἐν Γαλλίᾳ μετοχὰς, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῶν μετοχῶν· σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρίας ὑπεγράφη ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1880, τὰς δὲ μετοχὰς της ἔφερεν ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἐκποίησιν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη κατέθετε τὴν Ἐξουσίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἀνελάμβανε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἐπακριβῶς ἐπωλοῦντο καὶ ἠγοράζοντο μετοχαὶ τῆς Ἑταιρίας Κωπαΐδος· δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν πρώτη ἦτον ἡ Ἑταιρία, ἡ προσφέρουσα τὰς μετοχὰς, ἢ πρῶτοι προσῆλθον κερδοσκόποι πρὸς ἀγορὰν τῶν μετοχῶν· ποῖος ἦτον ὁ δολιχόδρομος, ἂς τὸν ἀνεύρῃ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐζήτουν νὰ κερδοσκοπήσωσι, καὶ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἀντὶ νὰ λαλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ παθημάτων τοῦ λαοῦ, ἐνῷ οὐδεὶς ἐκ τοῦ λαοῦ ἠγόρασε μετοχὰς, ἀλλ’ ἐκερδοσκόπει, ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ὡς ἀντιπρόσωπος μάλιστα τῆς Ἀττικῆς, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦ λαοῦ καὶ νὰ διδάξῃ τὸν λαὸν τῆς Ἀττικῆς, ὅτι δέον νὰ μὴ προσεγγίζῃ εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὅτι δέον νὰ ζῇ διὰ τῆς ἐργασίας του. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου εἴδομεν τὸν κ. Ζυγομαλᾶν παρελθόντα ἐπὶ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ κραυγάζοντα ἐν ἀγνοίᾳ παντὸς Νόμου, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν εἰθισμένων, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συμβαινόντων, ὅτι ἰδοὺ παρελείφθη ἐν ταῖς μετοχαῖς τῆς Ἑταιρίας ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ καταστατικοῦ τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος. Μὰ τὸν Δία, κύριοι βουλευταὶ, βαίνομεν ἄνω ποταμῶν, καὶ εἰσήλθομεν διὰ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ εἰς τὸ πέλαγος συζητήσεως, ἧς δὲν ἐννοοῦμεν οὔτε τὴν ἀρχὴν, οὔτε τὸν σκοπὸν, οὔτε τὸ τέλος. Διότι παρελείφθη ἓν ἢ καὶ πολλὰ ἄρθρα εἰς τὰς μετοχὰς μιᾶς Ἑταιρίας, πρέπει νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις συναλλάσσεται μετὰ τῶν κερδοσκόπων!
§90ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν εἶπον συναλλάσσεται.
§91ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ Ἑταιρία, κύριοι, οὐδεμίαν, οὔτε ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, οὔτε ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ Νόμου ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ καταχωρίσῃ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ καταστατικοῦ της εἰς τὰς μετοχάς της· συνήθως εἰς τὰς μετοχὰς καταχωρίζονται ἐκεῖνα μόνον τὰ ἄρθρα, ἅπερ ἔχουσι σχέσεις μὲ τὰς μελλούσας ὑποχρεώσεις τοῦ μετόχου· ἐν οὐδεμιᾷ μετοχῇ καταχωρίζεται τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν εἰσφορὰν, ἤτοι τὸ apport, καὶ εἰς τὰς μετοχὰς τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων καὶ εἰς τὰς τῶν 60 καὶ εἰς τὰς μετοχὰς τὰς λαχειοφόρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰς μετοχὰς τοῦ ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου δὲν κατεχωρίσθη τὸ ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν εἰσφορὰν, ἤτοι τὸ apport. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τύπων, κατ’ οὐσίαν ποῖοι ἀγοράζουσι μετοχὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταστατικοῦ; Ἡ ὑπόληψις τῶν ἑταίρων τῶν ἀπαρτιζόντων ἑταιρίαν τινὰ, τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ διάφοροι ἄλλαι περιστάσεις χρηματικαὶ καὶ πολιτικαὶ κανονίζουσι τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ποίαν ἔννοιαν καὶ ποίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἃς ὀλοφύρονται ἢ ἃς χαίρουσιν οἱ κερδοσκόποι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Σύρου, οἵτινες ἠγόρασαν μετοχὰς πιστεύσαντες εἰς τὰς παραστάσεις καὶ τὰς ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἵτινες ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Κωπαΐδος ἐν τῇ Βουλῇ, ἔλεγον ὅτι ἐκεῖ εἶναι θησαυρὸς ἀκένωτος.
§92ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ὁ Παυλίδης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, κερδοσκόπος εἶναι;
§93ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Σαράβας;
§94ΕΤΕΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς;
§95ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀγνοῶ διὰ τὸν κύριον Παυλίδην καὶ τὸν κύριον Σαράβαν· ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνδεχόμενον νὰ ἠγόρασε πρὸς κερδοσκοπίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, εἶναι ὅτι ἡ Ἑταιρία, ἡ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πάντων συστᾶσα ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τοὺς καθεστῶτας Γαλλικοὺς Νόμους, ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰς μετοχὰς ὅτε ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἀνελάμβανε τὰ ἡνία τοῦ Κράτους· καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου συνέταξε μετὰ τῆς Γαλλικῆς ταύτης Ἑταιρίας σύμβασιν συμπληρωματικὴν περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀρχικῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἔπεσε τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ἀναλαμβόντος τοῦ κ. Τρικούπη τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ σύμβασις ἐκείνη τροπολογηθεῖσα ὑπὸ ὠφελιμωτέρους διὰ τὸ Δημόσιον ὅρους εἰσήχθη πρὸς κύρωσιν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Διατί τότε δὲν ἐλάλει ὁ κ. Κωνσταντόπολος, δὲν ἐλάλει ὁ κ. Μίλησης, δὲν ἐλάλει ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, ἀλλ’ ἐτήρουν νεκρικὴν σιγὴν, ἀφίνοντες ν’ ἀποπλανᾶται ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐπικυροῦσα σύμβασιν μεταξὺ Γαλλικῆς Ἑταιρίας, ἧς ἀρνοῦνται σήμερον τὴν νόμιμον ὕπαρξιν ὡς ἐκ τῆς μὴ δημοσιεύσεως τοῦ καταστατικοῦ της;
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς τότε τίποτε.
§97ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ὅμως εἶσθε βουλευτὴς, καὶ ὅμως ἐνεκρίνατε τὴν σύμβασιν τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας, ἧς Γαλλικῆς Ἑταιρίας ἀρνεῖσθε σήμερον τὴν ὕπαρξιν ἐπὶ σκοπῷ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§98ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σώζετε οὕτω τὴν Κυβέρνησιν......
§99ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὴν ἐψηφίσατε τότε.
§100ΦΩΤΗΛΑΣ. Διατί, κύριε Δημητρακάκη, διαμαρτυρόμενος τότε κατὰ τῆς συμβάσεως δὲν ἠρνήθητε τὴν ὕπαρξιν Γαλλικῆς Ἑταιρίας; Διότι τότε δὲν ἦτον ὁ καταλληλότερος καιρὸς νὰ δοθῇ πολιτικὴ χροιὰ εἰς ὑπόθεσιν ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, διότι τότε δὲν ἐνομίζετε ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ ὅπως δώσῃ ψῆφον δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, μὲ συγχωρεῖτε, ἐκουράσθην, ἔχω ἀνάγκην ἀναψυχῆς ἐπί τινα λεπτά.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ διακοπή.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ κατατεθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκθέσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Μηχανικῶν, ἀφορῶσαι εἰς τὰ τῆς Κωπαΐδος θὰ σταλῶσιν εἰς τύπωσιν καὶ ἔχουν ὡς ἑξῆς·
«ΕΚΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΠΕΡΙ ΚΩΠΑΪΔΟΣ.
Κληθέντες οἱ ὑποφαινόμενοι δικαστικοὶ καὶ νομικοὶ σύμβουλοι, πλὴν τοῦ Δ. Στεφάνου ἀπόντος, ὅπως γνωμοδοτήσωμεν ἐπὶ τῶν διατυπωθέντων διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 34,828 τῆς 3 Δεκεμβρίου 1883 ε. ε. ἐγγράφου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου θεμάτων, ἤτοι: 1) Ἡ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος νομίμως ἐν Γαλλίᾳ συστᾶσα ἑταιρία, ἔχουσα δὲ ἐν Ἀθήναις ἁπλοῦν γραφεῖον διὰ τὰς ἐν Κωπαΐδι ἐργασίας αὐτῆς, οὐχὶ δὲ ἐμπορικὸν οἶκον, ἦτον ὑπόχρεως νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἄλλας διατυπώσεις, ἤ τὰς ὑπὸ τοῦ Γαλλικοῦ περὶ ἑταιριῶν νόμου τοῦ ἔτους 1867 ἐπιβαλλομένας; 2) Ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ ἑταιρία αὕτη νὰ δημοσιεύσῃ τὸ καταστατικόν της ἐν Ἑλλάδι, καθὰ ὁρίζει διὰ τὴν Γαλλίαν τὸ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν 56 ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐν τῷ δικαστηρίῳ τῆς περιφερείας, ἔνθα ἐνεργεῖ ἐργασίας; Τούτου μὴ γενομένου, παρέβη οὐσιώδη διάταξιν τοῦ νόμου, ὑποχρεοῦται δὲ πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1881 περὶ Γαλλικῶν ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι; 3) Ὄπισθεν ἑκάστης μετοχῆς ὤφειλε ν’ ἀντιγράφῃ ὁλόκληρον αὐτῆς τὸ καταστατικόν, παρέβη δὲ διάταξίν τινα νομικήν, μὴ σημειώσασα ὄπισθεν τῆς μετοχῆς μετ’ ἄλλων ἄρθρων τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς καὶ τὸ τοῦ ἄρθρου, δι’ οὗ παρέχεται ἀμοιβὴ 4,800,000 τῷ κ. Σκουλούδῃ; 4) Πρέπει νὰ προσκληθῶσι καὶ αἱ λοιπαὶ ἑταιρίαι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἐνεργοῦσαι διαφόρους ἐργασίας, οἷαι εἶναι ἡ τοῦ Loyd, τοῦ Messageries, τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου κλπ. νὰ καταθέσωσι τὰ καταστατικά των ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς δικαστηρίοις; Ἀναγκαῖον κρίνομεν νὰ προτάξωμεν τὰς ἑξῆς σχετικὰς παρατηρήσεις. Οὔτε διὰ τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΡΟΓʹ νόμου τῆς 24 Ἰανουαρίου 1867 ἀρχικῆς συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Σ. Μομφεριέρου καὶ τῶν συμπληρωτικῶν διατάξεων τοῦ κυρώσαντος ταύτην νόμου, οὔτε διὰ τῆς συναφθείσης μετὰ τοῦ Ἰω. Βούρου, ἥτις κυρίως στηρίζεται ἐπὶ τῆς πρώτης, μετά τινων παραλλαγῶν, ἐπεβλήθη περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν τόπον, ἔνθα ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ ἡ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος ἑταιρία καὶ ἔνθα ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν αὐτῆς, ἂν αὕτη ἔπρεπε ν’ ἀπαρτισθῇ ἀπὸ κεφαλαιούχους ἡμεδαπούς, ἢ νὰ περιλαμβάνῃ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν καὶ τοιούτους, κυρίως δὲ δι’ οὐδεμιᾶς διατάξεως ἐπεβλήθη ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συστηθησομένη ἑταιρία ἕδραν ἤθελεν ἔχει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, συστήσῃ καὶ ὑποκατάστημα ἐν Ἑλλάδι. Ὑπ’ ὄψει ἔχουσα ἔκτοτε ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἔχρῃζε σπουδαίων κεφαλαίων καὶ ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔποψιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου, πολλαὶ ἤθελον παρεμπέσει δυσχέρειαι, τὴν εὐόδωσιν δὲ τοῦ ἔργου ἐπιδιώκουσα, μίαν καὶ μόνην ἀνέγραψε σχετικῶς πρὸς τὰ προϋποδειχθέντα ὑποχρέωσιν, περιληφθεῖσαν καὶ ἐν τῇ μετὰ τοῦ Βούρου συναφθείσῃ συμβάσει, τὸ ὅτι ἡ συσταθησομένη ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ἐν Ἀθήναις γραφεῖον ὑπηρεσίας, τὴν σύστασιν τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ὡς κύρωσιν δὲ τῆς διατάξεως ταύτης οὐδεμίαν ἄλλην ἀνέγραψεν, ἢ ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν ἤθελε συστήσει τοιοῦτον γραφεῖον, ἡ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν γενομένη κοινοποίησις τῶν εἰς τὴν ἀνωτέρω ἑταιρίαν ἀπευθυνομένων ἐγγράφων, ἤθελε παρέχει τὰς αὐτὰς συνεπείας, οἷας καὶ ἡ πρὸς αὐτὴν τὴν ἰδίαν. Τὸ ἀνωτέρω ἑπομένως γραφεῖον ἤθελε χρησιμεύει ὡς ὁ ἐπὶ τῆς διεξαγωγῆς δικαστικῶν διαφορῶν διοριστέος ἀντίκλητος, ἐν ἐλλείψει τοῦ ὁποίου νόμιμος τοιοῦτος εἶναι ὁ παρὰ τῷ ἁρμοδίῳ δικαστηρίῳ Εἰσαγγελεύς. Συνεπῶς πρὸς τὰ ἐκτεθέντα, ὁπουδήποτε τῆς ὑφηλίου ἠδύνατο ἐντὸς τῶν συνομολογηθέντων νὰ συστηθῇ ἡ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος ἑταιρία, ὁρίζουσα κατ’ οἰκείαν βούλησιν καὶ τὴν ἕδραν αὐτῆς, ἤρκει μόνον νὰ τηρήσῃ τοὺς νόμους τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ συνέστη, νὰ ἐκτελέσῃ δὲ καὶ πᾶν ὅ,τι διὰ τὴν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἀναγνώρισίν της ὡς νομικοῦ προσώπου ἐπεβάλλετο ἀπὸ τοὺς ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντας νόμους. Κατὰ τὸ ὑπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ συμβουλίου ὑποβληθὲν καταστατικόν, ἡ ἑταιρία συνέστη ἐν Γαλλίᾳ, ἕδραν ἔχουσα τοὺς Παρισίους. Σχετικῶς ἄρα πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν διατυπώσεων, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων ἐπετρέπετο νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἑταιρία αὕτη ἐν Ἑλλάδι, ἐξεταστέαι εἰσὶν αἱ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 10 Αὐγούστου 1861 περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν Γαλλικῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ϠΚΑʹ. τῆς 13 Μαρτίου 1881, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη ἐν μέρει ὁ τοῦ 1861, κατὰ τοσοῦτον μόνον, καθ’ ὅσον περιελήφθησαν ὑπὸ τὰς αὐτὰς διατάξεις, ἐκτὸς τῶν ἐμπορικῶν, βιομηχανικῶν καὶ γεωργικῶν, καὶ ἅπασαι ἐν γένει αἱ παντὸς εἴδους χρηματικαί, δὲν ἐγένετο δὲ πλέον ἐν τῷ μεταγενεστέρῳ νόμῳ εἰδικὴ μνεία περὶ τῆς πρὸς νόμιμον σύστασίν των ἀδείας τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐτέθη ἡ γενικὴ ἔκφρασις, ὅσαι ἐν Γαλλίᾳ συνέστησαν νομίμως, καθόσον ἐν Γαλλίᾳ ὡς πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἑταιρίας δὲν ἀπῃτεῖτο ὡς πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως, ἄρθρον 21 τοῦ νόμου τοῦ 1867 sans l’ autorisation du gouvernement. Κατὰ τὰ ἀνωτέρω κείμενα, ἡ Ἑλλὰς ὑπ’ ὄψει ἔχουσα τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῆς συστάσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἰσχύοντα, ἀποχρῶσαν ἀνεῦρεν ἐγγύησιν διὰ τοὺς μετὰ τοιούτων ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι συναλλαττομένους τὴν παρὰ τούτων ἐκπλήρωσιν τῶν παρὰ τῶν Γαλλικῶν νόμων ἐπιβαλλομένων διατυπώσεων, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ἀναγνωρίζονται καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὡς νομίμως συσταθεῖσαι. Ἡ ἐν ἀμφοτέροις τοῖς προμνησθεῖσι νόμοις περιεχομένη φράσις «συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Βασιλείου», ἥτις προφανῶς ἀνάγεται εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἀφορῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ περὶ ὧν αἱ γενικαὶ διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων ἐπὶ ὡρισμένων περιπτώσεων, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν πρόκηται περὶ ἀλλοδαπῶν (ἄρθρον 3, 4, 5 καὶ 8) καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς τὰς ἐκχωρήσεις τῶν ἑταιριῶν τούτων συνεχομένων κατ’ ἰδίαν πράξεων, ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀφορᾷ εἰς τὴν σύστασιν καὶ τὴν ἐν Ἑλλάδι νομιμοποίησιν τῶν τοιούτων ἑταιριῶν, διότι ἄλλως ἐντελῶς ἄσκοποι εἶναι οἱ ἀνωτέρω νόμοι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἑπομένως οὐδὲν ἄλλο παρίσταται ἐξεταστέον, εἰμὴ ἂν κατὰ τὴν σύστασιν τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος καταρτισθείσης ἑταιρίας ἐξετελέσθη πᾶν ὅ,τι πρὸς τοῦτο διατάσσεται ἀπὸ τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα, οὐδεμία δὲ ἐπεβάλλετο ὑποχρέωσις, οὐδ’ ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἑταιρίας, πρὶν ἢ ἐκτελέσῃ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ πᾶν ὅ,τι αἱ διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ Νόμου διατάσσουσι διὰ τὰς ἐν Ἑλλάδι καταρτιζομένας Ἑταιρίας. Τὸ διατυπωθὲν πρὸς ἐξέτασιν παρὰ τοῦ Συμβουλίου θέμα περιορίζεται εἰς τὸ ἂν ἰδίως ὑπεχρεοῦτο ἡ ἀνωτέρω Ἑταιρία νὰ καταθέσῃ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς ἔν τινι τῶν δικαστηρίων τῆς ἡμεδαπῆς, ἢ νὰ τοιχοκολλήσῃ τοῦτο. Κατὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχύοντα (ἄρθρ. 59 1867), ἐὰν ἡ Ἑταιρία ἔχῃ πλείονα τοῦ ἑνὸς ὑποκαταστήματα, κείμενα εἰς διάφορα διοικητικὰ διαμερίσματα (Ἐπαρχίας arrondissements), ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 55 διαγεγραμμένη παρακατάθεσις, καὶ ἡ ἐν ἄρθρ. 56 ὁριζομένη δημοσίευσις πρέπει νὰ γείνῃ ἐν ἑκάστῳ διαμερίσματι, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Ἑταιρίας, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ τῶν διατάξεων τοῦ ἀνωτέρω Νόμου ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς παρακαταθέσεως ἢ τοιχοκολλήσεως καὶ ἐν τῷ διαμερίσματι τοῦ τόπου, ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀντικείμενον, εἰς ὃ περιστρέφονται αἱ τῆς Ἑταιρίας ἐργασίαι ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν ὑπάρχῃ αὐτόθι συστημένον καὶ ὑποκατάστημα (maisou de commerce)· ἑπομένως, μὴ ὑπάρχοντος ὑποκαταστήματος ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀπῃτεῖτο ἡ παρακατάθεσις καὶ δημοσίευσις τοῦ καταστατικοῦ ἐν αὐτῇ, καί τοι τὸ ἀντικείμενον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἑταιρίας κεῖται ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς ἡ ἀνωτέρω Ἑταιρία προέβαινεν εἰς τὴν σύστασιν ὑποκαταστήματος καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ὑφίστατο ἆρα ὑποχρέωσις πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων; Ἐν τῷ συγγράμματι τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐμπορικοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος Alauzet § 608 τόμος 1, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν § 373, ἀνευρίσκομεν, ὅτι, ἐὰν ἡ καταρτισθεῖσα μεταξὺ Γάλλου καὶ ἀλλοδαποῦ Ἑταιρία ἢ καὶ μεταξὺ Γάλλων δὲν ἔχῃ τὴν ἕδραν αὐτῆς ἐν Γαλλίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἀπὸ τοὺς Γαλλικοὺς Νόμους διατυπώσεις, ἑπομένως οὔτε αἱ διατασσόμεναι ἀκυρότητες ἐπάγονται ἐν τῇ λύσει τοῦ ζητήματος τούτου περιέχεται ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις πρὸς δημοσίευσιν τοῦ καταστατικοῦ, καὶ ἂν ἡ ἕδρα μὲν ὑπάρχῃ ἐν Γαλλίᾳ, ὑποκατάστημά τι δὲ ἐν ἀλλοδαπῇ. Καὶ τῷ ὄντι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρέωσις διατυπώσεως ἐκτελεσθησομένης ἐν ἄλλῃ Ἐπικρατείᾳ, καθ’ ἣν μάλιστα περίπτωσιν δὲν συνέτρεχον αἱ νομοθεσίαι ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ ἐκπλήρωσις ταύτης ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ ἂν καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Ἐπικρατείᾳ, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς Νομοθεσίας, ἦτον ἐφαρμοστέα. Τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα περιέχουσι τὰς λύσεις ἐπὶ τῶν ὑπὸ στοιχ. 1 καὶ 2 θεμάτων· (ὅρα καὶ Delangle No 526 Boitel σελ. 262 § 349). Ἀνεξαρτήτως ὅμως πρὸς πάντα ταῦτα, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐν Ἑλλάδι ἀνεγνώρισε τὴν σύστασιν τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρίας διὰ τῆς ἐπικυρωθείσης διὰ τοῦ Νόμου ϠΠΒʹ συμβάσεως τοῦ ἔτους 1882. Ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 3. Ἡ ἐν τοῖς ἐκδιδομέναις μετοχαῖς ἀντιγραφὴ ὅρων τινῶν ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῶν Ἑταιριῶν ἐπικρατήσασα ἐν τῇ πρακτικῇ καὶ παρ’ οὐδεμιᾶς διατάξεως τῶν κειμένων Νόμων ἐπιβαλλομένη, κύριον σκοπὸν ἐπιδιώκει τὸ νὰ καταδειχθῶσιν οἱ σπουδαιότεροι ὅροι, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὸν διὰ τὸ μέλλον κανονισμὸν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν κατόχων τοιούτων μετοχῶν καὶ τῶν ἐκδοσασῶν ταύτας Ἑταιριῶν πρὸς ἀλλήλους. Ἡ ἐπὶ τοῦ σώματος τῶν μετοχῶν διαστροφὴ τῶν ὅρων τοῦ καταστατικοῦ, ἀφορῶσα εἰς παράβασιν τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς καλῆς πίστεως, δύναται βεβαίως ν’ ἀναχθῇ, ἂν συντρέχωσι καὶ ἄλλαι πρὸς τοῦτο περιστάσεις, καὶ εἰς ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ τοιαύτη διαστροφὴ ὁμολογουμένως ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑφίσταται, παραλειφθέντος ὁλοκλήρου ὅρου μὴ ὑπαγομένου εἰς τὴν προεκτεθεῖσαν κατηγορίαν· κατ’ οὐδεμίαν ὅμως περίπτωσιν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος τῆς νομίμως καταρτισθείσης Ἑταιρίας, διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι δὲν ἀντεγράφησαν ἐπὶ τῶν ἐκδοθεισῶν μετοχῶν ἅπαντες οἱ ἐν τῷ καταστατικῷ περιλαμβανόμενοι ὅροι. Ἐν Γαλλίᾳ διὰ τοῦ ἄρθρου 4ου τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1867 ὁρίζονται εἰδικαὶ διατυπώσεις περὶ τὴν συνομολόγησιν τῶν ὑπὸ τὸν ὅρον apport ἀναγομένων, οὐδεμία ὅμως ἐξ αὐτῶν συνίσταται εἰς τὸ νὰ ὑποχρεῶται ἡ ἐκδοῦσα τὰς μετοχὰς, ἐπὶ τῇ βάσει καταστατικοῦ περιέχοντος τοιοῦτον ὅρον, ν’ ἀντιγράψῃ ἐπὶ τοῦ σώματος αὐτῶν τὸν ὅρον τοῦτον. Ἡ λύσις τοῦ τελευταίου ζητήματος ἤρτηται ἐξ ὅσων ἐξεθέσαμεν ἀνωτέρω. Ἂν μὲν πρόκειται περὶ ἑταιριῶν, ἐν Γαλλίᾳ συσταθεισῶν, ἐφαρμοστέαι εἰσὶν αἱ τοῦ νόμου τοῦ ἔτους 1881 διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ἂν ἐξετελέσθη πᾶν ὅ,τι ἐν Γαλλίᾳ διατάσσεται διὰ τὴν σύστασιν τοιούτων ἑταιριῶν, ἀκωλύτως δύνανται αὗται νὰ ἐξασκῶσι τὰ δικαιώματά των ἐν Ἑλλάδι· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις συσταθείσας Ἑταιρίας, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας δὲν ἐπεξετάθη διὰ Β. Διατάγματος ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τοῦ ἀνωτέρω νόμου, ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξέτασις τῶν ὅρων τοῦ καταστατικοῦ δὲν ἀπαιτεῖται ὡς πρὸς ἐκείνας ἐξ αὐτῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς συνάφειαν διὰ καταρτίσεως συμβάσεως, κανονισάσης δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, καθόσον ὑποτίθεται, ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν νομιμότητα τῆς συστάσεώς των. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1883. Μ. Ταταράκης, Α. Πάγκαλος, Α. Σκιόπουλος, Γ. Ἀντωνόπουλος, Μ. Ράλλης, Ι. Καλογερόπουλος, Χ. Πετρόπουλος. Ἀκριβὲς ἀντίγραφον Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Δεκεμβρίου 1883.
Ὁ δικαστικὸς Σύμβουλος
Μ. ΤΑΤΑΡΑΚΗΣ.»
ΕΚΘΕΣΙΣ
τῆς ἐπὶ τῆς Κωπαΐδος λίμνης Ἐπιτροπῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀνέθετο εἰς Ἐπιτροπὴν, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν Ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοσίων ἔργων Λ. Βλάσση, ὡς πρόεδρον, καὶ τοὺς νομομηχανικοὺς Κ. Φλέγγαν καὶ Α. Τριανταφυλλίδην, τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ ἐπὶ τόπου τὰ μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος ἐκτελεσθέντα ἔργα καὶ ν’ ἀποφανθῇ ἂν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτῆς αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1865 συμβάσεως, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ ΡΟΓʹ. νόμου. Ἡ Ἐπιτροπὴ μετέβη κατὰ πρῶτον εἰς Θήβας πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ γραφείου τῆς Ἑταιρίας. Ἐκεῖ ἔλαβε γνῶσιν τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος γενομένων μελετῶν, τῶν διαγραμμάτων, προϋπολογισμῶν καὶ λοιπῶν σχετικῶν σημειώσεων. Πλήρεις εἰσὶν αἱ μελέται πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους καὶ διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων εἰς τὸν ὅρμον Λαρύμνης κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ μηχανικοῦ Σοβάζ. Ἡ ἑταιρία, ὡς ἐπληροφορήθημεν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπωφεληθῇ τῶν μελετῶν τοῦ Σοβάζ, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὰς ποιήσασα νέας παρατηρήσεις καὶ συντάξασα νέα διαγράμματα, τοῦθ’ ὅπερ ἀπεῤῥόφησεν οὐκ ὀλίγον χρόνον. Μόνον τὰ χωροσταθμηθέντα μήκη κατὰ τὴν περίμετρον τῆς λίμνης καὶ κατὰ τὰς κατὰ πλάτος διατομὰς ἀνέρχονται εἰς διακόσια χιλιόμετρα περίπου, καὶ ἐντεῦθεν δύναταί τις νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ μεγέθους τῶν καταβληθεισῶν δαπανῶν καὶ τοῦ ἀπαιτηθέντος χρόνου πρὸς καταρτισμὸν τῶν σχεδίων. Ἐπιδιώκουσα ἡ Ἑταιρία τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας διὰ τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους, ἀπησχολεῖτο συνάμα καὶ μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος διὰ τῶν λιμνῶν Λίκερι καὶ Παραλίμνης. Αἱ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον μελέται εἰσὶν ἐκτεταμέναι καὶ πλήρεις. Ἀμφότεραι αἱ ἰδέαι τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, εἴτε διὰ τοῦ Πτώου ὄρους, εἴτε διὰ τῶν δύω λιμνῶν, ἔδωσαν ἀφορμὴν εἰς μελέτας καὶ παρατηρήσεις ἐπιστημονικὰς σπουδαιοτάτας περατωθείσας σχετικῶς ἐν βραχεῖ χρόνῳ. Συνετάχθησαν δὲ ὀγκώδη τεύχη σημειώσεων καὶ διαγραμμάτων ἀξίας, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, τοὐλάχιστον 300,000 δραχμῶν. Ἀκολούθως μετέβη ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Κωπαΐδα λίμνην, ὅπως ἐξετάσῃ ἐπὶ τόπου τὰ ἐκτελεσθέντα ἔργα. Ἐπὶ τοῦ λαιμοῦ ἀπὸ τῆς μεγάλης καταβάθρας τῆς Κωπαΐδος καὶ Κεφαλάρι πρὸς τὸν ὅρμον Λαρίμνης σώζονται δεκαὲξ πανάρχαια φρέατα, οὐχὶ ὅμως ἐπ’ εὐθείας γραμμῆς κείμενα. Ἡ ἑταιρία ἐχρησιμοποίησεν ἑπτὰ τούτων ὡς συμπίπτοντα μὲ τὴν ὑπ’ αὐτῆς ὁρισθεῖσαν διεύθυνσιν τῆς σύριγγος. Οὕτω, ἠδύνατο διὰ τῶν φρεάτων τούτων νὰ προχωρῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὑπογείου διώρυγος, ἐξ ἑπτὰ συγχρόνως σημείων. Ἡ ἑταιρία ἐπελήφθη τῆς ἀποφράξεως τῶν ἀνωτέρω φρεάτων κατὰ τὸ ἔτος 1881 καὶ ἐξηκολούθη αὐτὴν τὴν ἐργασίαν μέχρις ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτε ἔπαυσεν αὐτὴν, ἐπιψηφισθέντος ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ ϠΠΒʹ Νόμου, δι’ οὗ ἐπετρέπετο ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος εἰς τὸν ὅρμον Ἀνθηδῶνος διὰ τῶν δύω λιμνῶν Λίκερι καὶ Παραλίμνης. Τὸ βάθος τῶν φρεάτων τούτων δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητον, παραλλάσσον μεταξὺ 21 καὶ 47 μέτρων. Τὸ δὲ μῆκος τῶν εἰς τὸ βάθος ἑκάστου τούτων ἔνθεν καὶ ἔνθεν ὁριζοντίων στοῶν παραλλάσσει μεταξὺ 1 καὶ 10 μέτρων. Αἱ νεωστὶ ἐξαχθεῖσαι ὗλαι εἰσὶν εὐδιάκριτοι καὶ τοποθετημέναι πέριξ τῶν στομίων τῶν φρεάτων. Ἡ ἑταιρία δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους ἄνευ μέσων συγκοινωνίας. Ἐβελτίωσεν ἑπομένως διαφόρους βατὰς ὁδοὺς, ἤτοι τὴν ἀπὸ μεγάλης καταβάθρας πρὸς Κεφαλάρι καὶ Κόκκινον, τὴν ἀπὸ Κεφαλάρι εἰς Λάριμναν, τὴν ἀπὸ Κόκκινον εἰς Καρδίτσαν, ἐπεσκεύασε δὲ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδὸν ἀπὸ Θηβῶν εἰς Καρδίτσαν, ἐφ’ ἧς κατεσκευάσθη λιθόκτιστος γέφυρα ἀνοίγματος 3 μέτρων. Τέλος ἐβελτίωσε τὴν ἐπὶ τῆς λίμνης ἀρχαίαν ὁδὸν, τὴν ἑνοῦσαν τὴν Τοπόλιαν μετὰ τῶν Θηβῶν διὰ τῆς ὁδοῦ Λεβαδείας. Διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης ἐδαπανήθησαν περὶ τὰς ὀκτὼ χιλιάδας δραχμῶν. Ἐν συνόλῳ δὲ ἐβελτιώθησαν περὶ τὰ 25 χιλιόμετρα ὁδῶν, τὸ πλεῖστον βατῶν. Ἐντὸς τοῦ ἔτους 1881 ἡ Ἑταιρία προέβη προσέτι εἰς τὸν κανονισμὸν τοῦ ποταμοῦ Μέλανος ἐπὶ μῆκος 14 χιλιομέτρων ἀνορύξασα νέαν κοίτην, ἔχουσαν πλάτος τεσσάρων μέτρων εἰς τὸν πυθμένα, καὶ μέσον βάθος 1,50, μ. Διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐγένετο μετακίνησις περίπου 80,000 κυβικῶν μέτρων γαιῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἄχρι τοῦδε προπαρασκευαστικὰς καὶ ἐπὶ τόπου ἐκτελεσθείσας ἐργασίας τεινούσας πρὸς διατήρησιν τοῦ Πτώου ὄρους, τὸν χρόνον καὶ τὰς ἁδρὰς δαπάνας, ἃς ἀπῄτησεν ὁ καταρτισμὸς τῶν σχεδίων τῆς ἀποξηράνσεως τῶν πεπειραμένων μηχανικῶν, ἀποφαίνεται ὁμοφώνως καὶ ἀδιστάκτως ὅτι ἡ Ἑταιρία εἰργάσθη ἄχρι τοῦδε σπουδαίως καὶ εὐσυνειδήτως, ὅτι δὲν κατέστη ἐκπρόθεσμος, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἐφαρμοσθῶσι κατ’ αὐτῆς αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τῆς ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1865 συμβάσεως. Φρονεῖ ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι τὰ πρὸς διάτρησιν κυρίως τοῦ Πτώου ὄρους ἔργα, ἤθελον εἶσθαι ἔτι μᾶλλον προκεχωρημένα, ἐὰν ἡ Ἑταιρία δὲν διετέλει ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ τροποποιηθῇ ἡ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασις, θὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ Πτῶον ὄρος, καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος διὰ τῶν δύω λιμνῶν Λίκερι καὶ Παραλίμνης εἰς τὸν ὅρμον Ἀνθηδῶνος. Ἡ ἰδέα τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ὑποδεικνυομένη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 τῆς ἀπὸ 30 Μαΐου 1880 συμβάσεως καὶ ἀποδεκτὴ γενομένη ἐσχάτως διὰ τοῦ ΠΒʹ. νόμου, ἐπήνεγκε βεβαίως χαλάρωσίν τινα εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς ὑπὸ τὸ Πτῶον διώρυγος. Ἐν Χαλκίδι, τὴν 8 Ἰουλίου 1882. Ἡ Ἐπιτροπὴ
Ὁ πρόεδρος
Α. ΒΛΑΣΣΗΣ.
Τὰ μέλη. Κ. Φλέγγας Ἀλ. Τριανταφυλλίδης (Γίνεται διακοπὴ, ἀλλ’ ἀποχωρησάντων πολλῶν βουλευτῶν, λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 8 μ. μ).