1883.11.29
2.069 στίχοι · 16.306 λέξεις · 85 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
τῆς 29 Νοεμβρίου 1883
(Τρίτη)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔδωσεν ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Α). Τίνα ἔργα ἐν Ἀράπῃ ἔμειναν ἀνεπιχείριστα ἢ ἡμιτελῆ μέχρι σήμερον καὶ διατί; Β). Διατί, ἀφοῦ ἡ συσκευὴ νεωλκείου ἔφθασεν ἤδη πρὸ πολλοῦ ἐν Ἀράπῃ ἐκ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, στερεῖται ἤδη τοιούτου αὐτόθι τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν; Γ). Ἡ συσκευὴ αὕτη εἶναι τοποθετημένη προσηκόντως ὑπὸ τὰς διὰ ξυλείας προφύλαξιν στέγας; καὶ ὑπάρχουσι τοιαῦτα στεγάσματα ἐν Ἀράπῃ; καὶ πόσον κοστίζει ἡ συσκευὴ αὕτη, ὡς καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῆς; πόσον δὲ ἐκόστισεν ἡ προπαρασκευὴ τοῦ ἐδάφους πρὸς τοποθέτησιν τῆς ἐσχάρας ταύτης; Δ). Ὑπάρχει ἐν Ἀράπῃ τὸ ἀναγκαιοῦν καὶ ὑγιεινὸν ὕδωρ διά τε τὴν ἐκεῖ ὑπηρεσίαν, ὡς καὶ πρὸς ὕδρευσιν τῶν πλοίων; καὶ ποῦ ὑδρεύονται σήμερον πλοῖα; Ε). Πόσαι οἰκοδομαὶ, κτισθεῖσαι ἅπαξ ἐν Ἀράπῃ, κατηδαφίσθησαν, καὶ ὁποῖαι; ΣΤ). Ποία ἡ προσωπικὴ γνώμη τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς διπλῆς του ἰδιότητος χωριστὰ, περὶ Ναυστάθμου ἐν Πόρῳ καὶ Ναυστάθμου ἐν Ἀράπῃ; Ζ). Ἐπεχείρησέ ποτε ὁ Ὑπουργὸς, ὡς διευθυντὴς τοῦ ἐν Πόρῳ Ναυστάθμου, προπαρασκευαστικὰς διὰ Δεξαμενὴν αὐτόθι ἐργασίας; καὶ ποῖαι αἱ περὶ τούτου τοῦ θέματος ἰδέαι του καὶ πεποιθήσεις; Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 9βρίου 1883.
Ὁ βουλευτὴς Τροιζηνίας
Χ. ΔΟΥΖΙΝΑΣ».
§2ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω μίαν διασάφησιν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ λέγωνται φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφίνουν ἀμφιβολίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Χοϊδᾶς ἀγορεύων χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, μεταξὺ τῶν περιποιήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἀφῆκε νὰ διαφύγωσι τῶν χειλέων του δύω φράσεις, ἀφίνουσαι ἀμφιβολίας· ἡ μία εἶναι ἡ ἑξῆς· ἀναφερόμενος ἐν τῇ ἀγορεύσει μου κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, εἶπεν ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Παλαμήδης προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ἀληθείας, καλῶς ἔπραξεν· ἐὰν δὲν εἶπεν ἀληθείας, τότε ὁ κύριος Παλαμήδης εἶναι συκοφάντης, καὶ καθ’ ἑξῆς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὑποθέσεις ἐπὶ γνωστῶν καὶ τετελεσμένων γεγονότων δὲν ἐπιτρέπονται· αἱ ὑποθέσεις ἐπιτρέπονται ἐπὶ ἀγνώστων. Ἐγὼ πᾶν ὅ,τι εἶπον, τὸ ἀνέγνωσα, δὲν τὸ διέψευσε δὲ κανείς. Ἑπομένως ὁ κ. Χοϊδᾶς δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὸ ἐὰν καὶ ἐάν. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἰς τὸν ὁποῖον κυρίως ἀπευθύνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Δεύτερον, ἀφῆκε καὶ μίαν ἄλλην φράσιν νὰ τὸν διαφύγῃ, ἐνῷ λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ὁμιλῇ. Ἀλλ’ ἐν τέλει, ἀφοῦ ἐξέθηκεν αὐτὴν τὴν ὀρθὴν ἰδέαν, προσέθηκε μίαν παροιμίαν Ῥωμαϊκήν.
§3ΤΙΝΕΣ. Ποίαν;
§4ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις πιθανὸν νὰ ἐπέβαλεν εἰς τὸν κ. Παλαμήδην, νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁ κ. Χοϊδᾶς πιστεύω θὰ ἔμαθεν ὅτι, ὅταν ἐξελέγην ὡς βουλευτὴς, ἐξελέγην ὡς ἀντιπολιτευόμενος, καὶ μόνος ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ἀντιπολιτευομένου τῶν ἄλλων πέντε ἀποτυχόντων· ἑπομένως εἰς καμμίαν Κυβέρνησιν δὲν ὤφειλόν τι. Ὅταν δὲ ἐπρόκειτο νὰ ἔλθω εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐζήτησα προηγουμένως τὴν γνώμην τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ αὕτη ἦτο νὰ προσέλθω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν προσῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἠθέλησα νὰ ἐπιδιώξω, προσκολλώμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπάρχους καὶ ἄλλα ρουσφέτια προσωπικὰ, ἀλλὰ προσῆλθον εἰς τὸν τότε ἐκτὸς τῆς Ἐξουσίας ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ὃν ἐδήλωσα, ὅτι ἡ ἐπαρχία μου μοὶ εἶπε νὰ προσέλθω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ δὲν μοὶ ὀφείλει τίποτε· πᾶν ὅ,τι ὀφείλει, τὸ ὀφείλει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Κατὰ συνέπειαν βουλευτὴς, ὅστις δὲν ὀφείλει τίποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐξελέχθη ὅπως ἐγὼ ἐξελέγην, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον; Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν νοῦν τινος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ὑποδείξῃ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα βουλευτὴν, ἀφοῦ πᾶς βουλευτὴς καὶ ἄνευ διακρίσεως προνομιακῆς δύναται ν’ ἀπαντᾷ, καὶ μάλιστα ὁσάκις τὰ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματα θίγωσι τὸ ἐνδιαφέρον του, δύναται νὰ ἀνέρχηται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀπαντᾷ. Εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα βασιζόμενος καὶ ἐγὼ, ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐλάλησα ὅσα ἐλάλησα. Ἑπομένως τοῦτο δὲν εἶχε σχέσιν μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς. Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὁ κ. Χοϊδᾶς δὲν εἶναι παρὼν νὰ ἀκούσῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, διότι αὐτὸν ἰδίως ἀφορῶσι.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἄθωνι καταδιωκομένων Ἑλλήνων Μοναχῶν, παρατηρῶ ὅτι μέχρι τινὸς ἐγνωρίζομεν ὅτι ἐκ Βοῤῥᾶ ἠμφισβητεῖτο εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν ἡ Θράκη, ἤδη ὅμως καὶ ἐκ Βοῤῥᾶ καὶ ἐκ Νότου ἀπειλεῖται ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐκεῖ τὸ κέντρον καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι τὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου κεῖνται αἱ Μοναί, διῳκεῖτο δι’ Ἑλλήνων καὶ Ἑλληνικῶν γραμμάτων καὶ εἶχε προνόμια ὑπὸ τῆς Ἐξουσίας μεγάλα, ὥστε ὄχι μόνον οἱ Σλαῦοι Μοναχοὶ διῃτῶντο Ἑλληνιστί, ἀλλ’ οὔτε εἰς Ἀρχιερέως τὴν δικαιοδοσίαν ὑπήγοντο αἱ Μοναὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὖσαι αὐτοδιοίκητοι. Ἀπό τινων ἐτῶν οἱ Σλαῦοι Μοναχοὶ ἥρπασαν τὴν ἐπισημοτέραν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος· ἤδη θέλουν νὰ ἁρπάσωσι καὶ τὰς σκήτας (κελία), εἰς τὰς ὁποίας ἀσκητεύουσι μόνοι Ἕλληνες, καὶ οἱ πλεῖστοι ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔστειλε νὰ πληροφορηθῇ τί τρέχει καὶ νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν, ὄχι σοβαρὸν καὶ ἐντριβῆ πολιτικὸν, ἀλλὰ διδάσκαλον ἄνευ σθένους καὶ πείρας περὶ τὰ τοιαῦτα, σεβαστὸν διδάσκαλον καὶ μάλιστα φίλον μου, ὅστις ἀντὶ νὰ διορθώσῃ τὰ πράγματα ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων Ἑλλήνων τὰ ἐχειροτέρευσε, καὶ πολλοὶ τῶν ἀσκητῶν τούτων ἐφυλακίσθησαν εἰς Θεσσαλονίκην. Οἱ ἀποφυγόντες τὴν φυλάκισιν, προσέφυγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῖς λέγει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ τοὺς προστατεύσῃ, διότι γενόμενοι ἐκεῖ κληρικοὶ ἀπώλεσαν τὴν ἐθνικότητά των. Βλέπετε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον συντρέχει εἰς τὴν ἀποθάῤῥυνσιν τῶν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνισμοῦ μας παλαιόντων ἐκεῖ Ἑλλήνων καὶ μάλιστα κληρικῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα, ἵνα συζητηθῇ σπουδαιότατα τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ εἶναι τὸ ἐπισημότερον πάντων τῶν ἐν Τουρκίᾳ ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων τὸν Ἑλληνισμόν.
§6ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, ἀφορᾷ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας Ἑλλήνων ὑπηκόων, κατὰ παράβασιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἔθεσεν, ὑπὸ τὴν προστασίαν πάσης ἐθνικότητος, ὅλους τοὺς Μοναχοὺς τοὺς καταβιοῦντας ἐν ταῖς Μοναῖς τοῦ Ἁγίου Ὄρους· ἑπομένως καὶ οἱ Μοναχοὶ, οἱ ἕλκοντες τὸ γένος ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ὄντες Ἕλληνες, ἀπολαμβάνουν πλήρη τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν ὅλοι οἱ ἄλλοι Μοναχοὶ οἵας δήποτε ἐθνικότητος. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἰς ὡρισμένην ἡμέραν, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς ἐγὼ ἔχω, μεγίστη δείκνυται ἀδιαφορία ἔκ τε τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ ὁρισθῇ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν.
§7ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, ὅτε θὰ προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα τῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζητήσεως, θὰ ἔχῃ τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος, τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης εὑρισκομένων ὑπηκόων Ἑλλήνων. Μεταξὺ τούτων, κ. Πρόεδρε, θέλουσιν εὑρεθῆ ἄνθρωποι, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, φέροντες σχῆμα Μοναχοῦ, σχῆμα μεγαλοσχήμου Καλογήρου. Εἷς συμπολίτης μου, ἐκ τοῦ Δήμου Ἀλαγωνίας, τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, καλόγηρος, εὑρίσκεται πρὸ μηνῶν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν παραταθῇ ἡ φυλάκισίς του θέλει ἀφήσει ἐκεῖ τὰ κῶλα ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐκείνῃ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ τὸν κατάλογον, διότι θέλομεν ἰδεῖ πάντες ἐξ αὐτοῦ πόσοι εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ ποῖον λόγον καὶ ἂν ἦναι ἄξιοι τοιαύτης τιμωρίας, ἀφοῦ εἰσι καὶ ὑπήκοοι Ἕλληνες, ἔχοντες πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλληνικῆς.
§8ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Τὸν κατάλογον, ὃν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος κ. Τζάνες, κατὰ τύχην ἔχω ἐνταῦθα μετ’ ἐμοῦ καὶ ἀπαντῶ, ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην Ἕλληνες πολῖται ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατοῦνται μόνον οἱ ἑξῆς· Κωνσταντῖνος Ρουμόπουλος ἐπὶ κλοπῇ κατηγορούμενος, Κώσταν’ Ἀναγνώστου, Σωφρόνιος Κωνσταντίνου καὶ Γεράσιμος καὶ Πολύκαρπος μοναχοί· ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι οὐχὶ ὑπὸ τῆς τοπικῆς Ἀρχῆς καταγγελθέντες, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἱερᾶς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἔριδος μεταξὺ Ἑλλήνων περὶ ζητήματος Ἐθνικοῦ, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν διοίκησιν τῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους πραγμάτων, καὶ πρώτην φορὰν βλέπω νὰ ἐγείρηται φωνὴ ἐν τῇ Βουλῇ, δι’ ἧς νὰ ζητῆται δημοσία συζήτησις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων. Ἐπαναλέγω, ὅτι οἱ περὶ ὧν εἴρηται Μοναχοὶ κρατοῦνται ἐν ταῖς φυλακαῖς, καταγγελθέντες ὑπὸ τῆς ἱερᾶς κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ἐπὶ παραβάσει τοῦ αὐτόθι κρατοῦντος ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ζητήματος, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν τάξιν καὶ ὑφισταμένου μεταξὺ ἐπιτοπίου Ἑλληνικῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς καὶ τῶν Μοναχῶν, περὶ ὧν ὁ λόγος. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐπιλαμβανώμεθα τοιούτων ζητημάτων καὶ ἐν δημοσίᾳ μάλιστα συζητήσει; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν φρόνησίν σας.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα. Δὲν πρόκειται τώρα συζήτησις.
§11ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ναὶ, κύριε, Πρόεδρε, θὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, ἀλλὰ νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Ἑλλήνων καλογήρων καὶ ὑπηκόων.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ποίαν ἡμέραν νομίζετε κατάλληλον;
§13ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τὸ Σάββατον.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ γνώμη μας, κ. Πρόεδρε, εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλῃ νὰ δώσῃ προστασίαν εἰς Ἕλληνας, καθὸ ὑπηκόους τοῦ Κράτους, ἀπέναντι Ἑλλήνων, διότι δὲν εἶνε ὑπήκοοι τοῦ Κράτους ἐν ζητήματι ἐκκλησιαστικῷ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ.
§15ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοιούτου θέματος ποσῶς, ἀλλὰ περὶ θέματος, ὅπερ θέλει ἐξετασθῆ κατὰ τίνα τρόπον αὐτοὶ ἐφυλακίσθησαν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὰ καθαρῶς ἐκκλησιαστικὰ καὶ ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐκτὸς, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα διαφεύγουσιν ἐντελῶς τὴν ἁρμοδιότητα ἡμῶν. Ἦτο περιττὸν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ ὁποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἡ Κυβέρνησις παρενέβη καὶ ἐπάταξε τὴν Ἐκκλησίαν, εὑροῦσα Ἐπισκόπους τινὰς ταπεινοὺς, οἵτινες ὑπέκυψαν, καὶ ἐταπείνωσε τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἀξίωμα. Ἀλλ’ εἰς ἄλλην ἡμέραν θέλω ὁμιλήσει ἐκτενέστερον περὶ τούτου· ἤδη ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἐπίσης τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τοῦ Τόπου μας. Ἂς πεισθῶσιν ὅτι δὲν εἶναι μονοπώλιον ὁ πατριωτισμὸς καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κατάλογον, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κατεθέσατε;
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ τὸν καθυποβάλω.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα ἢ ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ἢ ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας, νομίζω ὅτι καλλίτερον πρέπει νὰ διατυπωθῇ, καὶ μετὰ τὴν διατύπωσιν νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἡμέραν.
§19ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὸ Σάββατον νὰ διατυπώσω τὸ θέμα, διότι τῷ ὄντι τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, διότι δὲν γνωρίζομεν τώρα περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ κύριος Σπήλιος Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§21ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν τῶν διορισθέντων ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1882 μέχρι σήμερον· παρακαλῶ λοιπὸν, ἂν ᾖνε δυνατὸν, νὰ τὴν ὑποβάλῃ. Δεύτερον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ ὀνομαστικὴν κατὰ δῆμον σημείωσιν τῶν μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν νέων δημοτικῶν Ἀρχῶν προταθέντων εἰς θέσιν Ἀστυνόμων, πότε αἱ προτάσεις αὗται περιῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τίνες ἐξ αὐτῶν καὶ πότε ἐνεκρίθησαν, τίνες δὲ μένουσιν ἐκκρεμεῖς καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ. Τὴν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν καὶ περὶ προτάσεων περὶ διορισμῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς· ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε τὰ ἔγγραφα;
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχουσιν οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι, καὶ ἅμα ἐπιστραφῶσιν θὰ τὰ φέρω ἀμέσως.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πολὺ λυποῦμαι ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ ἔρευνα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω μῆνας.
§27Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλομεν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπευθύνωμεν μίαν παρατήρησιν. Ὅταν ζητῶνται παρὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔγγραφα ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὀφείλουσι νὰ τὰ καταθέτωσιν εἰς τὴν Βουλήν· δὲν εἶναι δὲ συγκεχωρημένον νὰ πράττωσιν ἀναβολάς. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχουν, διότι ἀνερευνήσας δὲν εὗρεν. Ἦτο εὐκολώτατον πρᾶγμα. Ἐὰν ἐλάμβανεν ὁ τελευταῖος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ Εὑρετήριον, ἤθελεν ἀνεύρει τὰ ζητούμενα ἔγγραφα. Νὰ λέγῃ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς, ὅτι ἀνερευνήσας, δὲν εὗρε καὶ δὲν γνωρίζει ἐὰν ὑπάρχουν εἰσέτι, ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀναίρεσις τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι πρὸς τὴν Βουλήν.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐγνώριζα τὴν συμβουλὴν τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ἐγνώριζα, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν ἤθελε μὲ βοηθήσει διόλου, διότι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα στέλλομεν εἰς τοὺς Νιμικοὺς Συμβούλους, συνοδεύονται μὲ ὅλον τὸν φάκελλον, ὅπως φέρωσι τὴν γνώμην των, καὶ ἀφοῦ οὗτοι γνωμοδοτήσωσι, τότε τὰ ἐπιστρέφουσι. Λοιπὸν αὐτὰ εἶχον σταλεῖ εἰς τὸν Νομικὸν Σύμβουλον, ἀμέσως δ’ ὡς ἐπιστραφοῦν θὰ τὰ ὑποβάλωμεν.
§29ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Τί εἶναι αὐτά; Τί δικαιολογήσεις εἶναι αὐταί;
§30Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι εὐνόητον διατί οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν θέλουσι νὰ φέρωσι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα εἶναι τὰ πειστήρια διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑποδείξωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μας· διότι θὰ μᾶς ἀπαντήσωσιν ὡς προχθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: τί νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτά· δὲν εἶναι ἀληθῆ. Καὶ θὰ λάβῃ ὡς βάσιν τῶν λόγων του τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παλαμήδου καὶ θὰ προβῇ τὰ αὐτὰ θὰ ἐπαναλάβωσι καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί: δὲν εἶναι ἀληθῆ, μὴ τὰ πιστεύετε, λέγονται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀληθῆ εἶναι μόνον τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὰ ἔγγραφα, διότι εἶναι τὰ πειστήρια τῶν λόγων μας, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δυνηθῆτε τότε νὰ διαψεύσητε, κύριοι Ὑπουργοί. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς Κωπαΐδος, τὸ ὁποῖον τόσον ἐλαφρῶς ἀντιπαρῆλθεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, εἶναι, σᾶς βεβαιῶ, βρωμερὸν ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν καὶ ἐὰν ἐγγίσητε αὐτό. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἦτο γενικὴ ἐπιθυμία νὰ τελειώσῃ τέλος πάντων ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος. Πολλαὶ ἑταιρίαι ἀπεπειράθησαν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ προνομίου αὐτοῦ, ἰδίως δὲ ἐδόθη διὰ συμβάσεως εἰς τὴν ἑταιρίαν Μομφεριέρου καὶ Σεραζήνου, ἥτις, καί τοι εἶχε καλοὺς ὅρους, δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἐγένετο ἔκπτωτος. Πάντες ἐνομίζομεν, ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ κ. Τρικούπης, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἰδίου κ. Τρικούπη, ὅτι οὐδεμία παραχώρησις λιμνῶν ἢ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεων πρέπει νὰ γίνηται ἄνευ εἰδικοῦ Νόμου, καὶ μετὰ τὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν Ἐθνικὸν, ὁ ὁποῖος τότε ἐπεκράτει, δὲν ἠλπίζομεν, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐφρόντιζε περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος. Αἴφνης ἐμάθομεν, ὅτι ἡ Κωπαΐς παρεχωρήθη εἰς ἓν ἄτομον, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ κ. Βοῦρος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπανειλημμένως ἀνεμάσσα προχθές. Ὁ κ. Βοῦρος ἀπεναντίας ἔχει ἔγγραφον ἐνταῦθα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἂν τὸ ἐβλέπατε, κύριε Ὑπουργὲ, ἠθέλατε πεισθῆ, ὅτι τὴν παραχώρησιν ἔλαβεν ὁ κ. Σκουλούδης. Ὁ δὲ κ. Βοῦρος εἶναι ἁπλοῦς prêt-nome, ἐδάνεισε δηλαδὴ τὸ ὄνομά του, ἐπειδὴ ἦτο δύσηχον τὸ ὄνομα τοῦ Σκουλούδη, ἢ καὶ ἐπειδὴ ἦτο βουλευτὴς καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐθεωρεῖτο κακὸν νὰ λάβῃ ἀποδείξεις, ὡς ὅταν ἦλθεν ἡ ὑλικὴ ἀποζημίωσις, ἀμέσως ὁ κ. Βοῦρος ὑπεκατέστη διὰ τοῦ λαβόντος τὴν παραχώρησιν κ. Σκουλούδη, καὶ ἔχετε τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων δηλοῖ ὁ κ. Σκουλούδης, ὅτι αὐτὸς εἶναι πράγματι ὁ λαβὼν τὴν Κωπαΐδα. Δι’ ἐπερωτήσεως ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας, διότι ἄπειροι διαδόσεις ἤρχισαν νὰ διασπείρωνται πανταχόθεν, ὅτι ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν εἶχε σκοπὸν τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ βαλαντίου. Βεβαίως ἡ κατηγορία ἦτο δεινὴ, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν εἰς τοιαύτας διαδόσεις, ἂν δὲν ἐθέτομεν τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τέλους μᾶς ἔφερεν ἓν ἔντυπον ὡς δῆθεν καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας, τὸ ὁποῖον ὅταν ἀνοίξῃ τις, ἀμέσως καταλαμβάνεται ὑπὸ τῆς ἀγανακτήσεως τιμίου ἀνθρώπου ἀπέναντι μιᾶς δολιότητος. Ὁ Νόμος λέγει ὅτι οἱ ἱδρυταὶ ἑταιρίας συμβάλλονται διὰ Δημοσίου ἐγγράφου, καὶ σεῖς εἴπατε προχθὲς ὅτι οἱ ἱδρυταὶ εἶναι δώδεκα, ἀλλὰ ποῦ εἶναι; ἐν τῷ καταστατικῷ τούτῳ οὐδὲν φαίνεται. Καὶ ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς Νόμος καὶ ὁ Γαλλικὸς Νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη ἡ Ἑταιρία, ἐπιβάλλουσι ῥητῶς τὸ Δημόσιον τοῦτο ἔγγραφον. Ἐνταῦθα δὲ οὐδεὶς ἄλλος φαίνεται ὁ συμβαλλόμενος ἢ μόνον ὁ Σκουλούδης, οὗτινος τὸ ὄνομα διαλάμπει εἰς πᾶν ἄρθρον, ὅταν πρόκηται νὰ παραχωρηθῇ ὑλική τις ἀμοιβή! Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν μᾶς ἔφερε τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ μᾶς φέρῃ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πραγματικόν. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐντύπου δύνασθε νὰ ἐννοήσητε πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν τῶν λαβόντων τὴν παραχώρησιν ταύτην. Αὐτοὶ πραγματικῶς οὔτε ἐσκόπουν, οὔτε σκοποῦσι τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος. Ἔλαβον τὸ προνόμιον, μετέβησαν εἰς Παρισίους, διότι διὰ νὰ ἱδρύσωσιν ἐνταῦθα Ἑταιρίαν, ὤφειλον κατὰ τὸν Νόμον νὰ ὑποβάλωσι τὸ καταστατικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ τὸ δημοσιεύσωσι διὰ τοιχοκολλήσεως, ἀλλὰ τότε ὁ σκοπὸς ἐχάνετο, διότι τὴν δημοσιότητα φοβοῦνται οἱ δολιευόμενοι τὴν καλὴν πίστιν τῶν πρὸς οὓς θὰ συναλλαχθῶσι. Μετέβησαν λοιπὸν εἰς Παρισίους, διότι ὁ Νόμος ἐκεῖ τοῦ 67 δὲν ἀπαιτεῖ ἄδειαν πρὸς σύστασιν ἑταιρίας ἀνωνύμου, καὶ κατήρτισαν ἓν εἶδος ἑταιρίας μεταξὺ των οἱ γνωστοὶ τρεῖς, Σκουλούδης, Συγρὸς καὶ Κορωνιὸς, λαβόντες καί τινας ὑπαλλήλους, ἴσως τῆς αὐτόθι Τραπέζης των, μὲ κεφάλαιον 15,000,000, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται διὰ 30,000 μετοχῶν. Αἱ μετοχαὶ ἐξεδόθησαν ἀντὶ 7,500,000, διότι ἡ πρώτη δόσις, ἡ ἀπαιτηθεῖσα μέχρι τοῦδε, εἶναι 25 φράγκα δι’ ἑκάστην μετοχήν. Οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ γνωστοὶ κερδοσκόποι, οἵτινες ἀπὸ τῆς Λαυριωτικῆς ἐποχῆς συνέλεξαν ἀρκετὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ ἱδρῶτος καὶ οἰκονομίας ἐναποταμίευεν, ἔλαβον τὰς μετοχὰς ταύτας καὶ εἶπον εἰς τὴν Ἑταιρίαν, δηλαδὴ αὐτοὶ εἰς ἑαυτοὺς, λαμβάνομεν ἡμεῖς τὰς 30,000 μετοχὰς καὶ καταθέτομεν 7,500,000, ἀλλ’ ἀφοῦ καταθέτομεν ταῦτα, σᾶς παρακαλοῦμεν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8ου τοῦ καταστατικοῦ νὰ μᾶς δώσητε 4,800,000 φράγκων ὡς ἀμοιβὴν τῆς παραχωρήσεως τοῦ προνομίου τῆς Κωπαΐδος. Ἡ ὁμὰς λοιπὸν αὐτὴ, ὁ κ. Σκουλούδης, ὁ κ. Κορωνιὸς καὶ ὁ κ. Συγγρὸς ἔλαβον 4,800,000 ὡς ἀμοιβὴν διὰ τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἐδώκατε. Ἡ ἀξία οὕτω τῶν μετοχῶν, τῶν ληφθεισῶν παρ’ αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 2,700,000· αὐτοὶ ἔλαβον 30,000 μετοχὰς ἀντὶ 2,700,000· προσέξατε εἰς τὸν ὑπολογισμόν, διότι ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐννοήσητε ποία ἡ λαθροχειρία καὶ ποῖον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀφηρπάγη παρ’ αὐτῶν ἀπὸ τὸν ἐνταῦθα ἁπλοϊκὸν κόσμον· καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ τραπεζῖται, οἱ ὁποῖοι ἠπατήθησαν, ἀλλὰ καὶ πολῖται, μικροὶ κεφαλαιοῦχοι· ἰδοὺ, κύριοι, ἓν θῦμα, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Παυλίδης εἶχε μικρὰς οἰκονομίας καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ Κωπαΐς εἶναι Πακτωλός· εἶδε τὰς ἀγγελίας τῆς Τραπέζης περὶ δημοσίας ἐγγραφῆς, εἶχε 3,000 δραχμὰς καὶ ἠγόρασε μετοχὰς, καὶ σήμερον δὲν ἔχει σχεδὸν τίποτε· ὥστε ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας ἐμβῆκαν εἰς αὐτὸ τὸ παιγνίδι. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζητε ὅτι οὐδεμία μετοχὴ ὑπάρχει εἰς χεῖρας ξένας· ὅλαι εὑρίσκονται εἰς χεῖρας Ἑλληνικάς· μόνον 14,000 μετοχαὶ ἢ 13,000 εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν ἱδρυτῶν· 16,000 ἢ 17,000 εὑρίσκονται εἰς τὰς χεῖρας τῶν θυμάτων τῶν Ἀθηνῶν, τῶν Πατρῶν, ἢ τῆς Σύρου καὶ ἄλλων μεγάλων πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνταῦθα ἄρχεται ὁ τρόπος τῆς σαγήνης καὶ τῆς ἀπάτης· ὁσάκις συνήντα οἷον δήποτε εἷς ἐκ τῶν ἑταίρων αὐτῶν παρίστα ἀμέσως εἰς τὰ ὄμματα τῶν πλείστων οἰκοκυραίων, οὓς ἐγνώριζεν, ὅτι καλλιτέρα ἐπιχείρησις δὲν ὑπάρχει, ὅτι θέλει παράσχει ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι εἶναι εὐτυχὴς ἐκεῖνος, ὅστις δυνηθῇ νὰ ἀπολαύσῃ ἔστω καὶ μίαν μετοχὴν, διότι ἐκ 250 δραχμῶν θὰ φθάσῃ εἰς 1,000 καὶ πλέον. Πρῶτα θύματα ὑπῆρξαν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ κ. Σκουλούδη, οἱ Σύριοι· διότι ἅπαντες ἐπίστευον εἰς αὐτὸν ὡς εἰς τὸν ἄριστον οἰκονομολόγον καὶ ὡς τὸν μόνον δυνάμενον νὰ δώσῃ τὰς ἀρίστας συμβουλὰς εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, καὶ οὗτος παρίστα εἰς αὐτοὺς τὸ σπουδαῖον τῆς ἐπιχειρήσεως.
§31ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας.
§32ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κατόπιν ὁμιλεῖτε.—Καὶ ἔλαβον οἱ Σύριοι 6,000 μετοχῶν. Ἀλλ’ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωσι καὶ ἄλλας μετοχὰς καὶ λάβωσιν ὅσον οἷόν τε τὰ πλεῖστα χρήματα· τότε κατήρτισαν ὁμάδα τινὰ καὶ προεκήρυξαν δημοσίαν ἐγγραφὴν, ἥτις ἐγένετο παρ’ ὡρισμένης Τραπέζης, τῆς Βιομηχανικῆς. Ἡ δημοσία αὐτὴ ἐγγραφὴ δὲν ἦτο διὰ λογαριασμὸν τῶν ἱδρυτῶν, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἀκριβῶς ἐξηπάτησαν, ἄθροισμα τραπεζιτῶν καὶ ἐμπόρων, εἰς τοὺς ὁποίους παρέστησαν τὰ κέρδη ὡς μυθώδη καὶ φιλικῶς τοῖς παρεχώρησαν τὴν μετοχὴν εἰς 200 φράγκα χρυσᾶ. Τοῖς εἶπον, μὴ φοβεῖσθε, ἡμεῖς εἴμεθα ἐδῶ γνωστοὶ, νὰ μᾶς δώσητε 200 φράγκα τὴν μετοχὴν καὶ σᾶς κάνωμεν χάριν καὶ ἀναλαμβάνομεν τὰς μετοχὰς εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν· πράγματι αὐτοὶ ἐδελεάσθησαν καὶ ἀπὸ τὸ κέρδος, καὶ ὑποθέτω ἔδωκαν πίστιν εἰς τὰς γνώσεις τὰς οἰκονομικὰς καὶ εἰς τὴν φιλίαν, ἣν εἶχον μετὰ τῶν κυρίων αὐτῶν, καὶ ἠγόρασαν τὰς 10,000 μετοχὰς, αὗται δὲ δὲν ἀνήκουσι πλέον οὔτε εἰς τὸν κ. Σκουλούδην, οὔτε εἰς τὸν κ. Κορωνιὸν, οὔτε εἰς τὸν κ. Συγγρὸν, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπήρτισαν τὸ Συνδικάτον, τοῦτο δὲ εἶναι ἄθροισμα θυμάτων εἰς ὀλιγώτερον ποσὸν, εἰς 200 φράγκα καὶ ὄχι εἰς 250. Βλέπετε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι δὲν ἔχετε ἀκριβεῖς πληροφορίας· ἢ σᾶς ἠπάτησαν ἢ δὲν ἐννοεῖτε τὰ ζητήματα αὐτά. Δέκα χιλιάδες μετοχαὶ ἐξεδόθησαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὴν 14)26 Δεκεμβρίου 1882, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπωλήθησαν μόνον 1044 πρὸς 250 φράγκα, αἱ ὑπόλοιπαι 8,954 ἐπωλήθησαν πρὸς 200 φράγκα εἰς τοὺς τοῦ Συνδικάτου. Ἂν θέλετε νῦν νὰ ἰδῆτε τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἀπέκτησαν, ἀθροίσατε τὰ ἄνω ποσά· διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, προχθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπε νὰ τοὺς λυπούμεθα διότι ἐζημιώθησαν, λησμονήσας ὅ,τι πρὶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι δώδεκα ἱδρυταὶ, καὶ δὲν ἠξεύρω πόσοι participants, καὶ μᾶς ἐβεβαίου, ὅτι ὁ θεὶς ἔχει 7000 μετοχάς· ἂν πολλαπλασιάσητε τὸ 1,000 ἐπὶ 12 ἱδρυτὰς, θὰ εὑρεθῶσι 34,000 μετοχῶν, ἐνῷ τότε οἱ ἄλλοι πόσας μετοχὰς ἔχουν; τὸ ὅλον αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 30,000· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι αὐτοὶ δὲν ἔχουν παρὰ ἐλάχιστον ποσὸν, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ διαθέσωσιν. Ἐγένοντο ἀπόπειραι, καὶ ἐγὼ πληροφοροῦμαι, ὅτι ἐπῆγαν μεσῖται καὶ ἐπρότειναν εἰς πώλησιν μετοχὰς ὡς δῆθεν προερχομένας ἀπὸ πτωχοὺς εἰς ἄλλους 300 καὶ εἰς ἄλλους 500 ἐκ τῶν πλουσίων. Τί ἀνεκάλυψαν δὲ οἱ ἀγορασταί; ὅτι αὐταὶ αἱ μετοχαὶ προσεφέροντο παρὰ τῶν ἱδρυτῶν, διότι δὲν ἤθελον νὰ ἔχωσι καμμίαν μετοχὴν καὶ μὴ ὑποχρεωθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν καταβολήν. Ἡ τριὰς αὐτὴ λοιπὸν ὠφελήθη τὰ ἑξῆς ποσὰ, κ. Ὑπουργὲ, καὶ λάβετε σημείωσιν, διότι σεῖς μᾶς εἴπατε ὅτι ἐζημιώθησαν. Ἐξεποίησαν εἰς διαφόρους ἐν Σύρῳ, Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἄλλαις πόλεσι 6,000 μετοχὰς πρὸς 250 φράγκα, ἓν ἑκατομμύριον καὶ πεντακοσίας χιλιάδας· εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν 1044 πρὸς φράγκα 250 ἤτοι 260,000, εἰς τὴν ὁμάδα τοῦ Συνδικάτου 8,954 πρὸς 200 φράγκα ἤτοι 1,790,000. Ἑπομένως τὸ ὅλον ποσὸν εἶναι 3,550,000. Τί ἐπλήρωσαν διὰ 30,000 μετοχάς; 2,700,000. Τί περισσεύει εἰς αὐτούς; 850,000 φράγκα μετρητὰ καθαρὸν κέρδος. Πρὸς τούτοις 14,000 μετοχαὶ, αἵτινες μένουν ἤδη εἰς αὐτοὺς δωρεὰν καὶ ὡς δῶρον 1,000 ἱδρυτικοὶ τίτλοι. Βεβαίως, κύριοι, πάντες θὰ ἀπορήσητε πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπατηθῶσι τόσοι πλούσιοι ἄνθρωποι μεγαλέμποροι, ἱκανοὶ περὶ τὰ οἰκονομικά. Τοῦτο βεβαίως εἶναι δύσκολον, καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων ἠδύνατο νὰ ἀπατηθῇ, ἀλλ’ ἡ τέχνη ἦτο ἔκτακτος, ἀκούσατε. Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος (δεικνύει μίαν μετοχὴν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος), εἶναι μετοχὴ τῆς Κωπαΐδος, ἔχει καὶ τοκομερίδια κεκομμένα ὡς νὰ παράγῃ ἡ Κωπαΐς κέρδη. Ἐδῶ εἶναι ὁ τρόπος τῆς ἀπάτης, εἶναι ἔγκλημα, καὶ ὀφείλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ἂν κατεδίωξαν τοὺς δράστας, διότι ἐλήστευσαν τὸν Τόπον. Ἐπορεύοντο εἰς ἐπίσκεψιν τοῦ κ. Σκουλούδη οἱ πλούσιοι φίλοι του καὶ τοὺς παρίστα ὅτι ἡ ἐπιχείρησις εἶναι λαμπρὰ καὶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωσιν, ἂν εὕρωσι νὰ ἀγοράσωσι, μετοχὰς, διότι θὰ ἐξηντλήθησαν, καὶ τότε παρεκάλουν οἱ ἀτυχεῖς φίλοι τὸν φίλον νὰ τοῖς κάμῃ τὴν χάριν νὰ δώσῃ αὐτοῖς ἐλάχιστον μέρος τοιούτων· τότε αὐτὸς ἐδυσκολεύετο μεγάλως, λέγων ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραχωρήσωσι τοιαῦτα κέρδη τόσον εὔκολα, ἀλλὰ μόλον τοῦτο θὰ γράψω εἰς τοὺς συντρόφους μου· ἔλεγεν ὁ εἷς ἐν Σύρῳ, ὁ ἄλλος ἀπήντα ἐξ Ἀθηνῶν ἢ ἀλλαχόθεν ὄχι, μετὰ δυσκολίας νὰ δώσῃς· ἂν σοῦ ζητήσουν 1,000 μετοχὰς, δὸς μόνον 100. Καὶ οὕτω ὁ κ. Σκουλούδης, ἐπειδὴ ἦτο ὑποχρεωμένος εἰς τοὺς Συριανοὺς, κατὰ χάριν ἐνέδωκε καὶ οὕτως οἱ Συριανοὶ καὶ ἄλλοι μέτοχοι ἐσαγηνεύθησαν.
§33ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀνύπαρκτα καὶ τώρα θὰ σοῦ ἀπαντήσω.
§34ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰς πληροφορίας καὶ τοὺς τρόπους τῆς σαγήνης, δι’ ἧς κατώρθωσαν νὰ εἰσπράξωσιν ἑκατομμύρια, μᾶς ἀφηγήθησαν ἄνθρωποι ἔντιμοι καὶ λαβόντες πικρὰν πεῖραν τῆς μεθόδου· εἷς μάλιστα ἐξ αὐτῶν ὑφιστάμενος ἀπώλεσε σπουδαῖον μέρος τῆς περιουσίας του· «ἔγεινα θῦμα, ἔλεγε, τοῦ ἀρίστου τῶν φίλων μου! Εἶχον πεποίθησιν εἰς τὸν Σκουλούδην, καὶ ὅταν ἤκουσα διαδόσεις τινὰς περὶ 4,800,000 ἐκτὸς τῶν χιλίων ἱδρυτικῶν τίτλων, ἐπορεύθην εἰς αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε, φίλτατε, μανθάνω ὅτι κἄτι τρέχει εἰς τὴν Κωπαΐδα, λέγουν ὅτι λαμβάνετε 4,800,000· σὲ παρακαλῶ δὲν μὲ φωτίζῃς, ὥστε σήμερον ὅτε ὑπάρχει καλὴ τιμὴ νὰ ζημιωθῶ μόνον 10 φράγκα ἀνὰ μετοχήν.» Τί τοῦ ἀπήντησε νομίζετε, es tu bête mon cher ami? εἶσαι κουτὸς φίλε μου, εἶναι δυνατὸν αὐτό; Καὶ ἐπείσθη ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν φίλον του καὶ ἐκράτησε τὰς μετοχὰς καὶ ἤδη ζημιοῦται σπουδαίως. Ἀλλὰ πῶς ἠπατήθησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ εὐφυεῖς, οἱ εἰδικοὶ εἰς τὰ τραπεζικά; ἁπλούστατα· τοὺς ἔλεγε, «θέλετε τὸ καταστατικὸν διὰ νὰ ἰδῆτε τοὺς ὅρους; εἶναι ὄπισθεν ἑκάστης μετοχῆς.» Παρετήρουν εἰς τὸ καταστατικὸν ἐκεῖνο μὲ μικρὰ γράμματα, ὅπερ βλέπετε ἐνταῦθα (δεικνύει τὴν μετοχὴν) ὑπάρχει ἓν ἄρθρον, ὅπερ λέγει ῥητῶς ὅτι οἱ ἐκχωροῦντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος δικαιοῦνται ὡς ἱδρυταὶ νὰ λάβωσι 1,000 τίτλους ἱδρυτικούς, ἤτοι δύω περίπου ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ περισσεύματος τῶν κερδῶν· ἕκαστος ἔμπορος, ἕκαστος βιομήχανος ἔβλεπεν ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ἱδρυταί, διὰ τοὺς κόπους καὶ τὰς δαπάνας αὐτῶν, διότι ἐφρόντισαν νὰ ἔχωσιν ἓν σχέδιον καὶ ὑψηλὰς σχέσεις καὶ διότι κατώρθωσαν νὰ λάβωσι τὸ προνόμιον, πρέπει νὰ λάβωσι μίαν ὑλικὴν ἀμοιβήν, καὶ ταύτην ἐλάμβανον διὰ τῶν 1,000 τίτλων τῶν ἱδρυτικῶν, πρέπει δὲ νὰ ὑπολογίσητε ἕκαστον τίτλον ἱδρυτικὸν εἰς τὸ τετραπλάσιον τουλάχιστον τῆς ἀρχικῆς μετοχῆς, ὥστε 1000 τίτλοι εἶναι τοὐλάχιστον 2,000000. Πᾶς τις δὲ ἔλεγεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ λάβωσι ταῦτα, ἀφοῦ ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς καὶ ἀρχίσωσι τὰ εἰσοδήματα καὶ ὀρθῶς ἀνεγνώριζεν ἕκαστος ἀγοραστὴς μετοχῶν ὅτι, ἀφοῦ λάβῃ αὐτὸς ὁ μέτοχος 6%, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ λάβῃ καὶ ὁ ἱδρυτὴς 7½% ἐκ τῶν περισσευμάτων, καὶ δι’ αὐτοῦ ἠπατήθησαν. ἠπατήθησαν, διότι τὸ καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη διὰ τῶν μετοχῶν —διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐδημοσιεύθη καταστατικόν, οὔτε τὸ Γαλλικὸν κείμενον ἐδίδετο εἰς τοὺς ζητήσαντας —τὸ ἄρθρον 8 δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ διὰ τῶν μετοχῶν δημοσιευθέντι καταστατικῷ.
§35Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐδημοσιεύθη! αὐτὸ εἶναι ἀπάτη, πλαστογραφία. Οἱ εἰσαγγελεῖς τί κάμνουν;
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει (ἀναγινώσκει). «Comme prix de l’ apport qui précéde, la présente société paiera à M. Vouro (δηλ. Σκουλούδη) un somme de quatre millions huit cent mile francs. Gette somme ne sera remise etc......» Ἤτοι «ὡς τιμὴν τῆς ἐκχωρήσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ἡ παροῦσα Ἑταιρία θὰ πληρώσῃ εἰς τὸν κ. Σκουλούδην ἕν ποσὸν 4,800,000 φράγκων· κατόπιν ὁρίζει ὅτι θὰ δοθῇ τὸ ποσόν, ἀφοῦ γείνῃ ἡ πρᾶξις τῆς ἐκχωρήσεως τοῦ προνομίου, καὶ ἔγεινεν ἡ ἐκχώρησις· διότι, εἶχε διπλᾶ πληρεξούσια ὁ κ. Σκουλούδης· ἐνταῦθα ἦτο πληρεξούσιος τῶν μετόχων τῶν Παρισίων, ἐν Παρισίοις ἦτο πληρεξούσιος τῶν ἐνταῦθα. Ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον αὐτό, κύριοι, ἐλλείπει ἀπὸ τὸ καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς μετόχους διὰ τῶν μετοχῶν. Λοιπὸν δικαιοῦσθε νὰ κατακρίνετε τοὺς ἀπατηθέντας ἐπὶ βλακίᾳ, ἢ ἐπὶ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων! ὄχι· εἶναι θύματα καθαρᾶς ἀπάτης. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους ἐπὶ τούτου, διότι εἰς ἄλλα Κράτη, ἐὰν ἐγίνοντο αὐτά, ἤδη πρὸ πολλοῦ θὰ ἦσαν ἐν ταῖς φυλακαῖς οἱ αἴτιοι.
§37Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Φυλακίζονται οἱ Πρέσβεις;
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅταν ἔλθουν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ.— Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τί πταίομεν ἡμεῖς; Πρῶτον δὲν ἔγεινε τίποτε, ἀλλὰ καὶ ἂν ἔγεινε, τί πταίομεν ἡμεῖς; Δὲν πιστεύω σπουδαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατείνηται ὅτι δὲν πταίει αὐτὸς, διότι ἐγένετο δημοσία ἐγγραφὴ μετοχῶν ἑταιρίας ἀνωνύμου ἐν Ἑλλάδι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν γνῶσιν! καὶ νὰ σᾶς λέγῃ δὲν ἠξεύρω ἂν ἐπωλήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπωλήθησαν, τί μὲ μέλλει; τί σᾶς μέλλει; Ἀνώνυμος Ἑταιρία πωλεῖ εἰς τὴν Ἑλλάδα μετοχὰς καὶ σεῖς δὲν γνωρίζετε τοῦτο; Δὲν γνωρίζετε ὅτι ἐκ τοῦ Νόμου ἐπιβάλλεται ὑμῖν καθῆκον νὰ ἀστυνομεύσητε τὴν ἐγγραφήν;
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δημοσία ἐγγραφὴ δὲν ἐγένετο.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγένετο ἐν τῇ Βιομηχανικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος δημοσία ἐγγραφὴ συνεπείᾳ δημοσιεύσεως ἐν ταῖς ἐφημερίσι. Τί, ἀρνεῖσθε ὅτι ἐγένετο δημοσία ἐγγραφή; νὰ σᾶς φέρω τὰ πρωτότυπα τῆς Βιομηχανικῆς τραπέζης ὑπογεγραμμένα παρὰ τοῦ κ. Θεολόγη, διευθυντοῦ, καὶ τοῦ ταμίου κ. Α. Πρεζάνη, νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ἐγένετο; Τώρα ἐξακολουθῆτε νὰ ἀποκρούετε πᾶσαν εὐθύνην ἀπ’ αὐτὴν τὴν λήστευσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν; Ἡμεῖς, λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν εὐθύνην, διότι δυνάμει ἑνὸς Νόμου αὐταὶ αἱ ξέναι ἑταιρίαι ἀφομοιοῦνται μὲ τὰς Ἑλληνικάς. Ὁ Νόμος τοῦ 1861, ὁ τροποποιηθεὶς τῷ 1881 δυνάμει τοῦ ὁποίου οὗτοι ἐκυκλοφόρησαν μετοχὰς, ἐπιτάσσει ὅτι πρέπει νὰ ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους «συμμορφούμενοι μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου» ἰδού· (ἀναγινώσκει) «Αἱ ἀνώνυμοι Ἑταιρίαι, αἱ Βιομηχανικαὶ καὶ γεωργικαί, (κατόπιν τῷ 1881 προσετέθησαν καὶ χρηματιστικαὶ) ὅσαι ἔχουν ἀνάγκην πρὸς νόμιμον σύστασιν τῆς ἀδείας τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔτυχον ταύτης, δύνανται νὰ ἐξασκῶσι πάντα τὰ δικαιώματά των καὶ νὰ παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίου ἐν Ἑλλάδι, συμμορφούμενοι μὲ τοὺς Νόμους τοῦ Βασιλείου, ἐὰν αἱ ὁμοίας φύσεως Ἑταιρίαι, αἱ νομίμως συστᾶσαι ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαύωσι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἐν Γαλλίᾳ...» Συνεμορφώθησαν οὗτοι πρὸς τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους; Τί λέγει ὁ ἐμπορικὸς Νόμος; Ὁ ἐμπορικὸς Νόμος λέγει ῥητῶς ὅτι ἀνώνυμαι Ἑταιρίαι δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκδόσεως Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐγκρίνοντος τὸ καταστατικόν· πρέπει τὸ καταστατικὸν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγκρίνῃ τὴν σύστασιν τῆς ἑταιρίας ταύτης. Ἐὰν ἑταιρία τις ξένη ἔλθῃ ἐνταῦθα, ὅπως διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς ἐκδώσῃ μετοχὰς, νομίζετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὸ καταστατικὸν, καὶ οὕτω νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δημοσίαν ἐγγραφὴν μετοχῶν τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρίας; Διότι, κύριοι, ἀνώνυμος Ἑταιρία εἶναι αὐτόχρημα δόλος καὶ ἀπάτη, ἅμα δὲν ὑπάρχῃ ἡ δημοσιότης· λάβετε οἱονδήποτε συγγραφέα εἴτε τοῦ ἐμπορικοῦ Δικαίου, εἴτε τῆς Πολιτικῆς οἰκονομίας Ἄγγλον, ἂν θέλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ Γάλλον, ἂν θέλωσι οἱ λοιποὶ Ὑπουργοὶ, οἱονδήποτε συγγραφέα λάβετε, θὰ ἰδῆτε ὅτι ὁ πρώτιστος καὶ κύριος ὅρος τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν εἶναι ἡ δημοσιότης· διότι, ὡς γνωρίζετε πάντες, ἐνῷ αἱ ἄλλαι Ἑταιρίαι, ἑτερόῤῥυθμοι ἢ ὁμόῤῥυθμοι, ἔχουσι προσωπικῶς ὑποχρέους τοὺς ἱδρυτὰς μὲ ὅλην τὴν περιουσίαν αὐτῶν ἀπέναντι τῶν τρίτων, οἱ διαχειρισταὶ καὶ οἱ μέτοχοι τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν δὲν εἶναι ὑπόλογοι ἀπέναντι τῶν τρίτων παρὰ καθόσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς των. Λοιπὸν ὅταν εἶναι τοιαύτη, ἐλαχίστη ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀνώνυμον Ἑταιρίαν, ὁ νόμος ἀπαιτεῖ κυρίως δημοσιότητα, ὥστε πᾶς ὁ συναλλαττόμενος μετὰ τῆς Ἑταιρίας αὐτῆς νὰ γνωρίζῃ ποῦ εὑρίσκεται ἡ Ἑταιρία αὕτη, νὰ γνωρίζῃ ὁ μέτοχος ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι τῆς συστάσεως τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρίας, νὰ δύναται νὰ τὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἢ εἰς τὸ Ἐμποροδικεῖον, ἐπίσης νὰ γνωρίζῃ ὁ τρίτος συναλλαττόμενος ποία εἶναι τῆς Ἑταιρίας ἡ κατάστασις. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποχρεοῦνται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι νὰ δημοσιεύσωσι τὸ Καταστατικόν των, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ δημοσιεύσωσι καὶ χρηματικὰς καταστάσεις, ἰσολογισμοὺς ἑξαμηνιαίους καὶ ἐνιαυσίους, ὥστε ἡ βάσις εἶναι ἡ δημοσιότης· ἀλλ’ ἡ βάσις τῆς Ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος εἶναι τὸ μυστήριον καὶ ἡ κάλυψις. Οὐδὲν ἐδημοσιεύθη περὶ Κωπαΐδος, τίποτε ἀπολύτως, παρὰ μόνον τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Καταστατικοῦ ὄπισθεν τῶν μετοχῶν πρὸς ἀπάτην τοῦ Κοινοῦ. Φρονοῦμεν ἑπομένως ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, διότι ἐπέτρεψε νὰ κυκλοφορήσουν αἱ μετοχαὶ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἀνωνύμου Ἑταιρίας, καὶ δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς τοιαύτης ἀνομίας. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἶναι ὑπεύθυνος καθ’ ἡμᾶς καὶ δι’ ἄλλας πράξεις ἀπέναντι τῆς Ἑταιρίας ταύτης. Εἶναι ὑπεύθυνος διότι ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ εἰσπράττῃ δικαιώματα ἐπικαρπίας ἀπὸ γαίας πρὸ αἰώνων ἀπεξηραμένας, ἐνῷ τὸ δικαίωμα αὐτὸ αἱ συμβάσεις δὲν τὸ δίδουσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, εἰμὴ μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν. Ἡ Ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος ἔχει δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ 240 χιλ. στρεμμάτων, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς πραγματοποιήσεως, δηλαδὴ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης, ὄχι δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παραχωρήσεως τοῦ προνομίου. Ὡς τί ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἑνὸς τρίτου; Ἐδόθη ἁπλῶς ὡς δωρεὰ μετὰ τοῦ προνομίου ἢ ἐδόθη ὡς ἀμοιβὴ διὰ τὰς δαπάνας καὶ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστῶσι τὰ κεφάλαια εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην; Βεβαίως οὐδεὶς θ’ ἀρνηθῇ ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐδόθησαν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ἀφοῦ αὕτη ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποξηράνσεως. Ἤδη ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀτελῶς, καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀποκρύπτει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, φανερῶς καταφαίνεται ὅτι ἡ Ἑταιρία, ἐλθοῦσα εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰς Ἀρχὰς ἥρπασε, βεβαίως τῇ ἐπενεύσει τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπικαρπίαν ὅλων τῶν γαιῶν τῶν ἀπεξηραμένων, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς 90 χιλ. στρέμματα. Καὶ ἔλαβεν ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν γαιῶν, ἀλλὰ καὶ ἕτερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δι’ Ἑταιρίαν ἀποξηραντικὴν εἶναι γελοῖον. Ἔλαβε τὸ δικαίωμα ἁλιείας ἐν τῇ λίμνῃ, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποξηράνῃ· καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποξηραίνει καὶ δὲν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην, δι’ αὐτὸ ἐζήτησε καὶ τὸ προνόμιον τοῦτο, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀπολαμβάνει 8 χιλ. δραχ. κατ’ ἔτος, καὶ τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 10 χιλιάδας περίπου δραχμὰς κατ’ ἔτος, διότι ἔλυσε τὰς ἐνοικιάσεις πρὸς ἰδιώτας. Διατί ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψε τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχεν ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν μέχρι τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος; Ἔμαθον παρὰ φίλου τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὅτι ὁ μακαρίτης Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχεν ἐπιτρέψει εἰς τὴν Ἑταιρίαν ταύτην τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, καὶ ὅτι ἐπὶ πολὺν χρόνον δὲν ἐνόει ν’ ἀναγνωρίσῃ τοιοῦτο δικαίωμα, καὶ ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίποτε, διότι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν φαίνεται χάσμα μέγα, ἀπὸ τοῦ 1880–82 δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἔγγραφον, ἀπὸ 9 Νοεμβρίου 1880 ὁ Ἔφορος ἀναφέρει ὅτι ἐξωδίκως πληροφορεῖται ὅτι ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν ἡ Ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν, καὶ ἐρωτᾷ ἂν πρέπῃ νὰ λύσῃ τὴν σύμβασιν τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ ἰχθυοτροφείου Κηφισσοῦ Μέλανος Ἐρκίνου καὶ Κοραλίου. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον τοῦ 1880, καὶ κατόπιν ὑπάρχουσιν ἕτερα ἔγγραφα τοῦ 1882· πολλὰ ἔγγραφα ῥητῶς ἐρωτοῦν ἐὰν πρέπῃ νὰ καταδιώξωσι τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ἂν δύνανται νὰ εἰσπράξουν τὰς δόσεις, ἢ ἂν ὀφείλουν ν’ ἀναγνωρίσουν δικαιώματα εἰς τὴν Ἑταιρίαν. Αἱ πλεῖσται ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶναι ταλαντευόμεναι καὶ ἐπὶ τέλους ἓν ἔγγραφον λέγει ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελῶνται τὰ διατασσόμενα καὶ ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ πλέον ἡ ἀλληλογραφία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου! Βεβαίως, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος διὰ νὰ ἐξετασθῇ ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, ἰδίως δὲ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν κερδοσκοπικήν, εἶναι τόσον δυσῶδες, εἶναι τόσον δύσκολον εἰς κατάληψιν, ὥστε ὄχι ἐγώ, ὅστις δὲν ἔχω τὴν πεῖραν, οὐδὲ θ’ ἀποκτήσω τὴν πεῖραν τῶν χρηματιστικῶν παιγνιδίων, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐμπειρότατος περὶ τὰ τοιαῦτα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κατανοήσῃ τὸν τεχνικὸν τρόπον, οὔτε νὰ ἐξιστορήσῃ καὶ βεβαιώσῃ ἀκριβῶς ὅλας τὰς γωνίας καὶ τοὺς τρόπους τῆς τέχνης τοῦ ὑφαρπάζειν τὰ χρήματα τῶν ἐργαζομένων ἐντίμως καὶ δι’ οἰκονομίαν πρὸς ἀπόκτησιν αὐτῶν. Πολλαὶ ἡμέραι βεβαίως δὲν θὰ ἐξαρκέσωσιν εἰς οἷον δήποτε νὰ ἐξιστορήσῃ ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τῆς Κωπαΐδος, ἥτις θὰ ἐφαίνετο καθαρὰ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς ἔφερε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τῷ ἐζήτησα· διότι ἔμαθον, κύριοι, ὅτι μέλη τινὰ τῆς Ἑταιρίας αὐτῆς εἶχον πικρὰ παράπονα ἐναντίον τοῦ ἀξιοτίμου καὶ θαῤῥαλέου Νομάρχου Ἀττικῆς κ. Δημητριάδου, ὅστις εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας ἡμᾶς, διότι ὑπῆρξε βουλευτὴς καὶ ἐκ τῶν διακεκριμένων· εἶχον παράπονα ἐναντίον αὐτοῦ ὅτι ἦτο ἀπότομος καὶ αὐθάδης. Βεβαίως πάντες οἱ κερδίζοντες χρήματα διὰ τοῦ τρόπου, ὃν σᾶς ὑπέδειξα, νομίζουν ὅτι πᾶς Ἕλλην εἶναι αὐθάδης, ὅταν τολμᾷ ν’ ἀντιτείνῃ εἰς τὰς κατακτητικὰς ἀπαιτήσεις των. Ὁ κ. Δημητριάδης εἶχε καθῆκον, τὸ καθῆκον, ὅπερ τῷ ἐπιβάλλει ὁ νόμος περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν. Τὸ ἄρθρον 29 ἐπιβάλλει εἰς τὸν Νομάρχην ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ νὰ ἐπαγρυπνῇ, ὥστε αὐθαιρέτως νὰ μὴ μεταβάλλωνται οἱ Κανονισμοὶ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, νὰ μὴ κρύπτηται ἡ περιουσία των καὶ νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ αὐτῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων... Ὁ νόμος τοῦ 1867 καὶ οἱ διάφοροι ἄλλοι νόμοι ἔχουσι ῥητὰς διατάξεις περὶ τῶν καθηκόντων τῆς Ἑταιρίας αὐτῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποξήρανσιν. Βεβαίως ὁ Νομάρχης ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντος ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ἂν αὐτὴ ἡ Ἑταιρία ἐκτελῇ ἔργον τι ἐν Κωπαΐδι, ἐὰν ἐκτελῇ τοὺς ὅρους καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε, καὶ ὡς ἐπληροφορήθην, ὅλως τυχαίως μετέβη ἐκεῖ καὶ εὑρέθη ἀμέσως εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας. Ἐργασίας σχεδὸν δὲν εὗρεν ἢ ἐλαχίστας, εἴς τινα δὲ μέρη ἐνέπαιζον αὐτόν· διότι, ἐνῷ διήρχετο τὸν ἐγνώριζον ὅτι ἦτο ὁ Νομάρχης, καὶ τοὺς ἠρώτησε τί κάμνετε ἐδῶ; Τῷ ἀπήντησαν «ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν δύω χιλιάδας ἐργάτας, παρακάτω χιλίους ἐργάτας» ἐνῶ οὐδεὶς ἐργάτης ἐφαίνετο, καὶ δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἐργασία μέχρι τοῦδε εἰμὴ ἐλαχίστη μόνον πρὸς ἐπίδειξιν. Καὶ εἶδε καὶ ἔμαθεν ὁ κ. Νομάρχης ὅτι ἡ Ἑταιρία εἰσπράττει δικαιώματα ἐπικαρπίας, ὅτι εἰσπράττει καὶ ἄλλα δικαιώματα, τὰς δόσεις, τὰς ὁποίας οἱ Ἕλληνες κάτοχοι ἢ μὴ κάτοχοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ὅτι τὰς καταβάλλουσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ καὶ ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, ἐθνικὰ κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα διάφοροι πολῖται ἐπλήρονον εἰς τὸ Δημόσιον, ἤδη πληρόνουσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν Κωπαΐδος πρὶν ἔτι βεβαιωθῇ ὅτι αὐτὴ θ’ ἀποξηράνῃ ἢ ὄχι. Καὶ ἐνῶ ἤδη ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι ὅλως ἀφερέγγυος, δυνάμει τίνος νόμου παραχωροῦνται αὐτὰ τὰ δικαιώματα; Ἀλλ’ ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν ὁ Νομάρχης πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, διότι οὗτος εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ἡ Ἑταιρία νὰ εἰσπράττῃ δικαίωμα ἐπικαρπίας ἐπὶ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον αὐτὴ δὲν ἀπεξήρανε, καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀποξηράνσεως. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰ πειστήρια θέλομεν, αὐτῶν ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, καὶ αὐτὰ ἀκριβῶς ἀπαιτοῦμεν νὰ κατατεθῶσι. Βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας εἰς τὴν σύγκρουσιν ταύτην, καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ἑταιρία ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττῃ δικαιώματα ἐπικαρπίας· ἄλλως, δὲν ἦτο δυνατόν. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὡρισμένα πρόσωπα, ἐν Ἑλλάδι ἐκβρασθέντα, καθὼς εἶπεν ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐντεῦθεν, ἀγνοῶ διὰ τίνος ἀτυχίας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἀγνώστους ἀκτὰς, ἐκμεταλλεύονται τὸν Τόπον, καὶ εἰσπράττουν τὰ χρήματα δολίως ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες ἐργάζονται ἐντίμως καὶ οἰκονομοῦσι τὰ χρήματα διὰ στερήσεων πολλῶν. Τὰ εὔκολα κέρδη εἶναι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει αὐτὴ ἡ ὁμὰς, καὶ αὐτὸ τὸ μάθημα ἐδίδαξαν ἀπὸ τῆς Λαυριωτικῆς ἐποχῆς, καὶ ὁ σπόρος ἔπεσεν ἀτυχῶς εἰς γόνιμον ἔδαφος, καὶ βλέπομεν ἤδη ὅτι τὸ Χρηματιστήριον τῶν Ἀθηνῶν κατέστη κέντρον δολοπλοκιῶν, κέντρον ἀπάτης καὶ ἁρπαγῆς, καὶ πάντες τείνουσι πῶς νὰ κατορθώσουν, ἀπατῶντες τοὺς ἁπλουστέρους οἰκοκυραίους, ν’ ἁρπάσωσιν ἀπὸ αὐτοὺς ὅ,τι ἔχουσι καὶ νὰ θησαυρίσουν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ διδάσκαλοι, καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις παρέχει νέα μέσα κερδοσκοπίας διὰ νὰ ληστεύωσι τὴν κοινωνίαν· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Λαυριωτικῆς καὶ τὰς συμβάσεις εἰς τὰς ἑταιρίας καὶ τὰ δάνεια καὶ τὰ πάντα αὐτὰ ἡ ὁμὰς, αὐτοὶ οἱ διδάσκαλοι τῆς κυβείας τὰ λαμβάνουν ὡς προνόμιον, καὶ εἰς αὐτοὺς δίδονται καὶ ἐλπίδες προηγουμένως περὶ ὑπογραφῶν συμβάσεων δανείων, διὰ νὰ κατορθώσουν οὕτω διὰ τῶν γνωστῶν ὀργάνων των νὰ προετοιμάζουν τὰς πτώσεις τῶν χρεωγράφων καὶ τῶν λοιπῶν βιομηχανικῶν ἑταιριῶν. Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι ζημίαν 30–35 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐργάζονται νῦν εἰς ἀνύψωσιν τῶν χρεωγράφων, διότι, τίς οἶδε, τί σχέδια ἔχουσιν ἐν τῷ νῷ. Ληστρικὴ συμμορία ἑδρεύει ἐν Ἀθήναις πρὸς λήστευσιν τοῦ Τόπου, καὶ ἡμεῖς οὐδὲν νομοθετικὸν μέσον προετοιμάζομεν, οὐδὲν ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ φέρῃ διὰ νὰ κλείσῃ αὐτὴν τὴν καταβόθραν, ἔνθα εἰσρέει ὁ Ἑλληνικὸς πλοῦτος. Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς οἱονδήποτε κοινωνικὸν κλάδον, εἴτε εἰς τὸν στρατὸν, εἴτε εἰς τὴν ὑπαλληλίαν, εἴτε εἰς τὰ ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα, θὰ ἴδητε ἐκεῖ δακτυλοδεικτούμενα τὰ θύματα τῆς ἀπάτης καὶ τοῦ ἐγκλήματος αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Θὰ ἴδητε δικηγόρον ἱκανὸν, εὐφυᾶ καὶ εὐφάνταστον, δυνάμενον νὰ κερδίζῃ καὶ νὰ ζῇ ἐν εὐτυχίᾳ, ν’ αὐτοκτονῇ· αὐτοκτονεῖ δὲ, διότι ἐγένετο θῦμα τῶν διδασκάλων αὐτῶν, διότι τὸν ἠπάτησαν.
§41ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Διεδόθη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές.
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἀληθές. Βεβαίως ἠθέλησαν νὰ καλύψουν τὸν λόγον τῆς αὐτοκτονίας, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον καλὸν, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, διότι τοὐλάχιστον ἐσώθη μία ἀξιότιμος οἰκογένεια τοῦ Τόπου μας· ἔπρεπεν ὅμως νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐβλέπομεν, ἂν αὐτοὶ θὰ ἄφινον τὸ θῦμά των· τὸ ἄφησαν δὲ, ὄχι διότι εἶναι εὐγενεῖς τὴν καρδίαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσωσι τὰ κέρδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπραγματοποίουν ἂν ἔζη. Εἰς τὸν στρατὸν βλέπετε ἤδη νὰ ἀναφαίνωνται σημεῖα μαρασμοῦ· βλέπετε ἀξιωματικὸν ἔντιμον καὶ εὐπαίδευτον νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ γείνῃ τραπεζίτης. Τὸ χρῆμα ἔλαμψεν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς πάντων, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς οὐδὲν γόητρον παρέχει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ. Δὲν θέλει νὰ ἦναί τις λοχαγὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ εὑρίσκει μεγαλειτέραν εὐτυχίαν νὰ ἦναι κερδοσκόπος. Δὲν ἔμεινεν οὐδὲν γόητρον. Τί θέλετε νὰ αἰσθάνηται ὁ Ἕλλην ἀξιωματικὸς, ὅταν βλέπῃ ὅτι ἀτυχῶς προορισμὸν δὲν ἔχει ἄλλον, παρὰ νὰ εἰσπράττῃ τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου, νὰ πιέζηται ἑκάστοτε ἀπὸ τὰ διάφορα κόμματα, νὰ κάμνῃ καταλύματα, καὶ νὰ γίνηται ὄργανον ἢ ἀντικείμενον τῆς ἐμπαθείας τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων; Τί αἴσθημα θέλετε νὰ ἔχῃ φιλοδοξίας ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὅταν βλέπῃ ὅτι μαραίνεται ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν ἔχει τὴν ἐλπίδα οὐδὲν γενναῖον νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἑπομένως καὶ αὐτὸς ἐν τῇ Ἑλλάδι; Ὅταν βλέπῃ ὅτι αἱ μόναι τιμαὶ, αἵτινες ἄλλοτε ἐδίδοντο εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ τοὺς ἀγωνιστὰς, εἴτε ἐν τῇ πολιτικῇ, εἴτε ἐν τῷ στρατῷ, αἱ τιμαὶ αἱ ἄνωθεν διδόμεναι, σήμερον δίδονται εἰς τοὺς χρυσοκανθάρους! Ἕκαστος Ἕλλην ἔχει σήμερον προσβεβλημένην τὴν φιλοτιμίαν, καὶ βεβαίως δὲν δύναται παρὰ μετ’ ἄλγους νὰ βλέπῃ τὰς προτιμήσεις τὰς γενομένας εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδὲν ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ ἐθυσίασαν, εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν, πάντας δ’ ἐκείνους, οἵτινες τὰ πάντα διέπραξαν διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ Τόπου, καὶ τὰ πάντα ἐθυσίασαν διὰ τὴν ἀνίδρυσιν τοῦ βασιλείου αὐτοῦ, σχεδὸν νὰ περιφρονῶνται. Καὶ οὗτος, κύριοι, εἶνε ὁ ἀνὴρ, ὅστις ἀνυψώθη εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἱσπανίᾳ ἄμισθος! Ὑπάρχει ἄμισθος Πρέσβυς; Ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν ὅτι δὲν λαμβάνει μισθόν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναθέσητε δημοσίαν λειτουργίαν εἴτε ἄμισθον, εἴτε ἔμμισθον εἰς μέλη τῆς Βουλῆς· διότι, ἂν ἐπιτρέψητε, κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ τοιούτους ὑπαλλήλους, δύναται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ εἷς ἀξιοσέβαστος πολιτευόμενος, ὁ μακαρίτης Βούλγαρης, ἀνέφερε τὴν λέξιν μετασχηματισμὸς, τότε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μετασχηματίσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν διορίσῃ πέντε ἢ δέκα βουλευτὰς ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐνταῦθα. Τότε σᾶς ἐρωτῶ, ποῦ εἶνε ἡ πλειονοψηφία ἢ μειονοψηφία; Δύνασθε νὰ καταρτίσητε παμψηφίαν διὰ τοιούτων διορισμῶν! Αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι συνταγματικόν. Ἐὰν ἀνεγνωρίζατε ὅτι εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ διατάξητε νέαν ἐκλογὴν, τότε θὰ ἐβλέπατε τοὺς ἀληθεῖς ἀντιπροσώπους νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δι’ αὐτὸ δὲν διετάξετε νέας ἐκλογὰς, διότι οἷος δήποτε καὶ ἂν ἤθελεν ἐκλεχθῆ εἰς ἀντικατάστασιν διορισθέντος εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν βουλευτοῦ, θὰ ἦτο ἀντιπολιτευόμενος· διότι πάντες οἱ ἐσχάτως ἐνταῦθα εἰς ἀντικατάστασιν, τῶν ὅπως δήποτε ἐκλειψάντων βουλευτῶν ἐλθόντες καὶ ἐκλεχθέντες βουλευταὶ προσῆλθον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὑποχρεωθέντες παρὰ τῶν ἐκλογέων, ὡς τοιοῦτος εἶναι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ἐξ Ἀττικῆς ἄκρως ἀντιπολιτευόμενος· τοιοῦτος εἶναι καὶ θὰ ἦναι καὶ ὑπεχρεώθη παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ ἦναι ἐπίσης ὁ ἐκ Μεγάρων νεωστὶ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς, ἐπίσης ὁ τῆς Γόρτυνος, καὶ πᾶς οἱοσδήποτε βουλευτὴς ἐκλεχθῇ εἰς τὸ μέλλον. Οἷος δήποτε καὶ ἂν ἐκλεχθῇ σήμερον δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι ἀντιπολιτευόμενος, διότι σήμερον ὁ λαὸς ἅπας ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν πρέπει νὰ διατηρηθῇ, πρέπει νὰ πέσῃ.
§43ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐλησμόνησες τὸν Τακιατζῆ.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν Θεσσαλῶν, ἀλλὰ περὶ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.
§45ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον περὶ τοῦ Τακιατζῆ καὶ ὄχι περὶ τῶν Θεσσαλῶν.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐλπίζω προσεχῶς νὰ λάβω εὐχάριστον εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε εἶχε κατακρίνει τὸν διορισμὸν τῶν πλουσίων καὶ ἰδίως κατέκρινε τὸν ἄμισθον διορισμόν. Ἔλεγε τότε ὅτι ἡ ἄμισθος ὑπηρεσία δὲν πρέπει νὰ ἦναι δεκτὴ, οὔτε ἡ Πολιτεία ἀνέχεται τὴν πλουτοκρατίαν, οὔτε ὁ νόμος· δὲν πρέπει νὰ δέχηται ἄμισθον ὑπηρεσίαν τὸ Κράτος, διότι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές. Ὅστις θέλει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Κράτος, πρέπει νὰ λαμβάνῃ μισθὸν, καὶ διὰ λόγον πειθαρχίας, διότι πρέπει ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὸν διοριζόμενον ὅ,τι ἐκ τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ. Καὶ εἶχεν ἀφορμὰς ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς λαβὼν ταύτας ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτουν καὶ ἐξεφράζετο οὕτω. Σήμερον διότι ἔχει ἄλλας ἀφορμὰς συμπαθειῶν, διώρισε τὸν κ. Σκουλούδην δῆθεν ἄμισθον. Οὔτε θὰ παραδεχθῶ, κύριοι, ὅτι ὁ προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα νὰ κατέχουν καὶ νὰ καταλαμβάνουν δῆθεν ἀμισθὶ οἱ πλούσιοι αὐτοὶ, οἵτινες τεχνιέντως δύνανται ν’ ἀπολαύωσι περισσότερα τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει ἕτερος διοριζόμενος εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ ἐξ ἡμῶν ὅτι δὲν θὰ ἐκμεταλλευθῶσι καὶ τὴν θέσιν αὐτὴν, ἀφοῦ ἐκμεταλλεύωνται τὰ πάντα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τὰ δύω αὐτὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ συναφῆ, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι μετ’ ἄλγους εἰσῆλθον εἰς τὸ τέλμα αὐτὸ καὶ σπεύδω νὰ ἐξέλθω, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀνθέξω. Ἂς ἀφήσωμεν τὰ νέα δάνεια, τὰ νέα βάρη, διὰ τῶν ὁποίων ἑτοιμάζεται νὰ βαρύνῃ τὸν λαὸν ἡ Κυβέρνησις, διότι θὰ ὁμιλήσωμεν ἐν καιρῷ, καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰδίως ἐνδιαφέρουν τὸν Ἑλληνισμόν. Ὁ ὑπουργὸς ἄλλοτε τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Πρωθυπουργὸς, εἰς ρητὴν παρατήρησίν μου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τοῦ νόμου περὶ Προξενείων, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συστήσῃ Προξενεῖα τινὰ εἰς Ἤπειρον, Ἀλβανίαν καὶ Μακεδονίαν, ἔχουσα ὡς ἑξῆς «κύριε ὑπουργὲ, ἐὰν σεῖς συνιστᾶτε Προξενεῖα, ἡ δὲ Τουρκία δὲν ἐκδίδῃ ἐκτελεστήρια, τότε οὐδὲν ὄφελος θὰ ἐπέλθῃ, ἀπεναντίας περιφρόνησις νέα θὰ προσγένηται εἰς τὸ Κράτος·» ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὅτι εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐξεδόθησαν τινα ἐκτελεστήρια, ἀλλ’ ὅτι ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἐκδοθῶσι, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ πράξωμέν τι, καὶ μᾶς ὑπέδειξεν ὅτι ἔχει Προξενεῖα καὶ ἡ Τουρκία ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐκδώσῃ καὶ αὐτὸς ἐκτελεστήρια, ἐὰν δὲν ἐκδώσῃ καὶ ἡ Τουρκία. Ἀλλ’ ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ ἢ δι’ ἄλλου τινὸς, τὸ ὁποῖον ἀπέκρυπτεν ἴσως, θὰ κατορθώσῃ καὶ θὰ λάβῃ τὰ ἐκτελεστήρια. Δὲν κατώρθωσεν ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ οὐδὲν ἐκτελεστήριον. Καὶ δὲν εἶναι ἀσήμαντον, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν ἐκδοθῶσιν ἐκτελεστήρια εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, ἔνθα ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει μεγάλην ἀνάγκην. Θέλετε νὰ μάθητε εἰς ποῖα Προξενεῖα καθυστεροῦσιν ἐκτελεστήρια; ἀκούσατε, εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὴν Ἀλβανίαν, εἰς τὴν Ἤπειρον, εἰς τὴν Ἐλασσῶνα, ἔνθα ἐσυστήθη Προξενεῖον τὴν 5 Ἰανουαρίου τοῦ 1882, διωρίσθη δὲ ὁ κ. Μελετόπουλος. Τὴν 16 Σεπτεμβρίου π.ἔ. ἐν Ἐλμπασάνι διωρίσθη ὁ κ. Πολυμέρης. Ἐν Κοριτζιᾷ συνέστη Προξενεῖον, διωρίσθη ὁ μετατεθεὶς κ. Γ. Φιλήμων τὴν 22 φεβρουαρίου ε. ε. Ἐν Φιλιππάδαις διωρίσθη ὁ κ. Γκολεμᾶς τὴν 16 Σεπτεμβρίου π. ἔ. Ἐν Γρεβενοῖς διωρίσθη ὁ κ. Εὐαγγελίδης τῇ 4 Ὀκτωβρίου π. ἔ. ἐν Βεῤῥοίᾳ, ὅστις, ἀντὶ τῆς Βεῤῥοίας, διετάχθη νὰ διευθύνῃ τὸ ἐν Χανίοις Γεν. Προξενεῖον διωρίσθη ὁ κ. Μαρ. Δάτσικας· δι’ ἅπαντα τ’ ἀνωτέρω Προξενεῖα δὲν ἐξεδόθησαν ἐκτελεστήρια καὶ ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐκεῖ μένει ἄνευ προστασίας. Τὸ ἐν Χανίοις Γεν. Προξενεῖον ἔμεινε κενὸν, διότι ὁ προϊστάμενος αὐτοῦ κύριος Μαυρομμάτης ἀξιοπρεπῶς χάριν τῆς πατρίδος του προσενεχθεὶς ἤγειρε τὴν ἀντιπάθειαν Ὀθωμανῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐκήδετο τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλλάδος, δὲν ὤφειλε νὰ παύσῃ τὸν ἄξιον προβιβασμοῦ κ. Μαυρομμάτην, καὶ ὤφειλε νὰ σέβηται τοιούτους ὑπαλλήλους ἡ Κυβέρνησις, διότι σᾶς βεβαιῶ ὡς ἐκ τῆς ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἔχομεν τόσον ὀλίγους Προξένους καλοὺς, ὥστε ὡς ἀδάμαντας πρέπει νὰ περιφυλάττῃ αὐτοὺς ὁ κύριος ὑπουργός· δὲν ἔπρεπε δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ μικρόν τι παράπτωμα, νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσίν του καὶ δὴ καὶ παρανόμως.
§47Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε περὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὁ Ναθαναὴλ, ὅστις εἶναι ἱκανώτατος προξενικὸς ὑπάλληλος, ἐπίσης ἐπαύθη. Τοιούτους ὑπαλλήλους δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, γνωρίζω ὅτι εἶναι γενναῖος, εἰλικρινὴς, καὶ εἶχε μεγάλον ζῆλον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἐπαύθη, καὶ εἶναι διωρισμένα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Προξενείων ἄτομα, τὰ ὁποῖα βεβαίως πᾶς τις ἐξ ἡμῶν δὲν δύναται ἢ νὰ περιφρονήσῃ. Ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, καλῶν Προξένων πανταχοῦ, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὅπου εἶναι αἱ ἰσχυραὶ ἐνέργειαι κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔχομεν πρόσωπα, καὶ ἔχομεν Πρόξενον εἰς τὴν Βουλγαρίαν εἰς ἓν μόνον κέντρον Ἑλληνισμοῦ ἐν αὐτῇ πρόσωπον ἀνάξιον λόγου· πρόσωπον περὶ τοῦ ὁποίου ἐπανειλημμένως ἔλαβεν ἀναφορὰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ γνωρίζω πολλὰ, καὶ οἱ πλεῖστοι γνωρίζετε. Ἀσχάλλει ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, περιφρονοῦνται αἱ Ἑλληνικαὶ σημαῖαι τσαλαπατούμεναι παρὰ τῶν Βουλγάρων, κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου ἐφέτος. Ἰδοὺ ποῦ κατηντήσατε τὴν προξενικὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ Μακεδονία τρέχει τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, καὶ ὅσοι δὲν γνωρίζουσιν ἂς μάθωσιν ὅτι σήμερον διὰ τῆς ἀνοχῆς των κατωρθώθη νὰ χάσωμεν τὸ γόητρον ἡμῶν εἰς μέγιστον μέρος τῶν βορείων διαμερισμάτων αὐτῆς. Οἱ Βούλγαροι εἰσρέουν εἰς τὴν Μακεδονίαν· οἱ δὲ Ἑλληνόβλαχοι, οἵτινες ἦσαν τὸ στήριγμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὰ διαμερίσματα ἐκεῖνα, καταῤῥαδιοργοῦνται παρὰ τῆς Ρωμουνίας καὶ τῆς Αὐστρίας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ φροντίσῃ νὰ κατορθώσῃ νὰ συστηθῶσι καὶ ἀναγνωρισθῶσι τὰ Προξενεῖα καὶ νὰ ἔχῃ τοὺς ἀρίστους τῶν Προξένων μας ὅπως ἐκπροσωπῶσι τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ παράσχωσι ζωὴν καὶ θάῤῥος εἰς τὸν καταδιωκόμενον Ἑλληνισμόν, τί πράττει; Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τί σημαίνει 3 ἢ 4 ἐκτελεστήρια; Ἔπρεπε μετὰ τῆς ἐμπρεπούσης σοβαρότητος νὰ ὁμιλῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν ὁμιλῇ περὶ τοιούτων ζητημάτων. Οἱ Βούλγαροι μᾶς ἀπέστειλαν ἐνταῦθα καὶ τὸν ἡγεμόνα αὐτῶν καὶ ἔγραφον ἐν ταῖς ἐφημερίσιν αὐτῶν περὶ συνεννοήσεως μετὰ τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς. Εἰς ποίαν συνεννόησιν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῶν ἄλλων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς, ὅταν δὲν σέβωνται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς παραδόσεως, ὡς καὶ ἐκ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ ἐν ἀριθμῷ ἐπιβλητικῷ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Θρᾴκῃ; Καὶ ὁμιλεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἐνῷ ὑποδέχεται τὸν Ἡγεμόνα τῆς Βουλγαρίας καὶ οὐδὲν μᾶς λέγει περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἐπισκέψεως μετὰ τόσα γραφέντα. Ἀγνοοῦμεν τὴν πολιτικήν της καὶ πᾶς τις ἀγνοεῖ ταύτην, ἀφοῦ οὐδὲν ἐνεργεῖται. Ὁ δὲ Μακεδὼν ἀνέρχεται τὰ ὄρη τῆς Πιερίας καὶ τὴν κορυφὴν τοῦ Ὀλύμπου ἵνα ἴδῃ τὴν μητέρα Ἑλλάδα καὶ ἀναθαῤῥήσῃ, ἀλλ’ ἀποστρέφει δακρύων τὸ πρόσωπον, διότι βλέπει τοὺς ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος περιβεβλημένους τὰ παράσημα τοῦ Ἀλεξάνδρου τῆς Βουλγαρίας! Εἰς οἷον δήποτε ζήτημα καὶ ἐὰν ρίψητε τὸ βλέμμα εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἴδητε ἐξωτερικὸν ἐξευτελισμόν. Διὰ τὰ ταχυδρομεῖα οἱ Τοῦρκοι, ἐνῷ σέβονται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων Δυνάμεων καὶ ἐνῷ ὑπάρχει συνθήκη ἀφομοιοῦσα ἡμᾶς πρὸς πάντα τὰ μᾶλλον εὐνοούμενα ἔθνη ἔρχονται καὶ καταῤῥίπτουσι βαναύσως ἐθνικὰ σήματα καὶ κλείουσι τὰ Ταχυδρομεῖά μας καὶ ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν κατώρθωσεν, ἐνῷ ἐκαυχᾶτο ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό. Καὶ ἔλθετε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ὁποίου τὴν λύσιν ἡ Τουρκία σήμερον ἐπιδιώκει, τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως τῶν Ἑλλήνων πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτῆς ὑπηκόους. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι οὐδεὶς ξένος ὑπήκοος πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος, καὶ οἱ Ἕλληνες μόνον ἰδιαιτέρως ἠναγκάσθησαν καὶ ἀναγκάζονται νὰ πληρώνωσι φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ φόρους βαρυτάτους. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν θέλουν ν’ ἀναγνωρίσουν οὐδένα ὡς Ἕλληνα εὑρισκόμενον ἐν Τουρκίᾳ. Τὸ ζήτημα τῆς Ἰθαγενείας, τὸ ὁποῖον βεβαίως τοσοῦτον χρόνον ὑπάρχει, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον χάρις εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν διῃρέθη εἰς δύω, εἰς ζήτημα ὑπάρχον καὶ εἰς ζήτημα νέον. Τὸ ζήτημα τῆς Ἰθαγενείας εἶναι πράγματι ἀρχαιότατον καὶ ἔχει τὴν ἀρχήν του ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Τουρκία ζητεῖ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ Ἕλληνας παρὰ μόνον ἐκείνους, οἵτινες δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου τῶν εὐεργετίδων Δυνάμεων ὤφειλον νὰ μεταναστεύσωσιν ἐντός τινος ἐποχῆς. Καὶ ἡ μὲν Τουρκία ἐπιμένει εἰς τὰ πρωτόκολλα, ἡμεῖς δὲ εἰς τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς κυριαρχίας ἡμῶν, ὅτι δυνάμεθα νὰ δώσωμεν δικαίωμα Ἰθαγενείας. Καὶ πολλαὶ ἀπόπειραι ἐγένοντο ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα, καὶ εἰς ἐποχήν τινα ἐκλείσθη ἡ διάσημος συνθήκη τοῦ Ζωγράφου κατὰ τὸ 1840. Τότε ὁ μακαρίτης Ζωγράφος ὑπέγραψε συνθήκην, ἐνῷ δὲν εἶχε πληρεξουσιότητα. Τότε ἀπεδοκιμάσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ σύμβασις δὲν ἐγένετο. Ἔκτοτε ἄλλαι πολλαὶ διαπραγματεύσεις περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔλαβον χώραν. Ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ σχεδὸν καὶ οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρέσβεις εἰργάσθησαν, καὶ τελευταῖον εἶναι σχέδιόν τι συμβάσεως, καθ’ ἣν ἀναγνωρίζει ἡ Τουρκία τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου ἀποκτήσεως Ἰθαγενείας διὰ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τῷ δημοτολογίῳ μετὰ τριετῆ διαμονήν. Αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν ἤθελε νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἠναγκάσθη καὶ τὸ ἀνεγνώρισε. Σύμβασις ὅμως δὲν ὑπεγράφη καὶ μένει πάντοτε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, δυσχερεστέρας καταστάσης τῆς λύσεως μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Τουρκικοῦ Νόμου περὶ Ἰθαγενείας. Μετὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλῶν. Οὐδένα Θεσσαλὸν θέλει ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Τουρκία, ἐνῷ κατὰ τὴν συνθήκην πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ πάντας τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καταγομένους ὡς ὑπηκόους Ἕλληνας. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; οὐδέν. Πάντες οἱ Θεσσαλοί, ἂν καὶ ἐλευθερωθέντες, λογίζονται ὡς ὑπήκοοι τοῦ Σουλτάνου, πληρόνουσι φόρους, φυλακίζονται, καὶ οἱ Πρόξενοι τῆς Ἑλλάδος οὐδὲν δύνανται! Ἐν Γαλλίᾳ ἀντὶ νὰ ὑπογράψῃ συνθήκην ἐμπορίας ἡ Ἑλλὰς περιεφρονήθη διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου τῆς σταφίδος. Ὅπου δήποτε καὶ ἂν ρίψητε τὸ βλέμμα σας, εἴτε ἐσωτερικῶς, εἴτε ἐξωτερικῶς, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατήντησε τὸν Τόπον εἰς ἀθλίαν κατάστασιν· καὶ ἔρχεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ σᾶς λέγει: «δρέψατε τοὺς καρπούς». Τί νὰ δρέψωμεν; ἐξωτερικῶς ἐξευτελισμένοι καὶ ἐσωτερικῶς χρεωκοπημένοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ὠφείλαμεν νὰ περιμένωμεν ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ Πολιτικοῦ καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἡμεῖς τὰ ἐγνωρίζομεν καὶ τὰ προείπομεν. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ σύστημα ἐθνοφθόρον, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ ὑπομονὴ ἔχει τὰ ὅριά της. Δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν δρόμον της, ἀλλὰ πρέπει νὰ συλλογισθῇ ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ ἦνε πικραὶ, πικρότεραι διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ διὰ τὸν Τόπον. (Εὖγε, εὖγε). (Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας.)
§49Α. ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Δὲν προὐτιθέμην, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἀντικειμένου, ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ προλαλήσας κ. Ζυγομαλᾶς ἐκ συστήματος παρεμόρφου τὰ πράγματα, καὶ τὴν ἀλήθειαν προσεπάθει νὰ στρεβλώσῃ, ἀπὸ ἀνακριβείας εἰς ἀνακρίβειαν περιπίπτων, καὶ ταῦτα πάντα, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, σκοπίμως διέπραττε, μὲ ἠνάγκασε χάριν τῆς ἀληθείας νὰ τὸν διακόψω καὶ παρατηρήσω τὰ δέοντα, ὡς ἐκ τούτου δὲ προεκλήθην ἀπὸ διαφόρους, μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ νὰ ἔλθω εἰς ἀνασκευὴν τῶν ὅσων αὐτὸς ἀνακριβειῶν εἶπε, καὶ συνεπῶς ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐν πρώτοις σᾶς λέγω ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης, ζητήσας τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος, οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει, εἰμὴ πῶς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς τῆς ἀποξηράνσεως ζήτημα νὰ φέρῃ εἰς πέρας, καὶ συνεπῶς καρπωθῇ τὴν τιμὴν τῆς συντελέσεως τοῦ τόσον ποθητοῦ ἔργου, ὁ κύριος σκοπὸς τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης αὐτὸς καθαρῶς ἦτο· ὁ δὲ κ. Ζυγομαλᾶς ὡς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης προσωπικὰς ταπεινὰς ἔχοντες κατὰ τοῦ κ. Σκουλούδη ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας καὶ αὐτοὶ γνωρίζουσι καὶ ἡμεῖς δὲν ἀγνοοῦμεν, παραγνωρίζοντες τὴν ἑαυτῶν ἀποστολὴν, καὶ οὐδόλως ἑαυτοὺς σεβόμενοι, ἐζήτησαν νὰ παραστήσουν εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι διὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος κερδοσκοπικὴν παράνομον ἐπεχείρησαν πρᾶξιν ἥ τε παραχωρήσασα Κυβέρνησις καὶ αὐτὸς ὁ κ. Σκουλούδης μετὰ τῶν φίλων του, ἐγὼ δὲ καὶ ἐξ ἀγανακτήσεως κατὰ τῶν ἀναιδῶν αὐτῶν συκοφαντῶν καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὸν συνάδελφον καὶ φίλον μου κ. Σκουλούδην, ὅστις ἀναιδῶς ὑβρίζεται, ἀναλαμβάνω τὴν ἀναίρεσιν τῶν ὅσων ἐσκευωρήθησαν, θέλω δὲ ἀναπτύξει τὴν ὑπόθεσιν ὅσον δυνηθῶ σαφέστερον, καὶ ἐστὲ βέβαιοι ὅτι θέλω σᾶς εἴπει καθαρῶς αὐτὰ τὰ πράγματα μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαιτουμένης ἀκριβολογίας, παρακαλῶ δὲ (ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ μεταδώσω ὑμῖν τὴν ὁποίαν ἔχω πεποίθησιν) τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν κ. Ζηνόπουλον, τὸν κ. Πετιμεζᾶν καὶ λοιποὺς ἐκ τῶν εἰδημονεστέρων, ἐὰν εἰς τὴν ὁμιλίαν μου εἴπω τί τὸ ἀνακριβὲς, τί τὸ ὑπερβολικὸν, ἢ τί τὸ ἀντιφατικὸν καὶ τὸ μὴ καλῶς διασαφηνιζόμενον, νὰ μὲ διακόπτωσι καὶ ζητῶσι τὰς δεούσας ἐξηγήσεις. Βεβαίως δὲν ζητῶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀπὸ τοὺς κ. Ζυγομαλᾶν καὶ Δηλιγιάννην, διότι αὐτοὶ εἶναι κάλλιον ἐμοῦ πεπεισμένοι ὅτι τὰ ὅσα διενεργοῦσιν, εἶναι συκοφαντία, εἶναι αὐτόχρημα ψεύδη, καὶ ὅτι ἐν γνώσει ἀδικοῦσι· μέσος ὅρος δι’ αὐτοὺς δὲν χωρεῖ, ἢ κακῆς πίστεως εἶναι, ἢ ἐστερημένοι τοῦ κοινοῦ νοός· ἄλλως τε, οἱ κύριοι αὐτοὶ λέγουσιν «οὐ μὲ πείσῃς, κἂν μὲ πείσῃς». Ἐπὶ τοῦ βήματος ἀνελθὼν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἔφερε τόση πληθὺν χαρτίων ἐντύπων καὶ διὰ χειρὸς γεγραμμένων ὥστε καὶ αὐτὸς διὰ τῶν δύω του χειρῶν καὶ τὸ βῆμα ὁλόκληρον ἦσαν καταφορτωμένα· ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέρχομαι κρατῶν μόνον τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ αὐτὸν τὸν κ. Ζυγομαλᾶν ἐδανείσθην. Ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος ἦτο ἀνέκαθεν ἓν ἐκ τῶν μᾶλλον ἀπασχολούντων τὴν κοινωνίαν ζητημάτων, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον τὸ κοινὸν εἶχε πάντοτε μετὰ πολλοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος τὴν προσοχήν του, εἰς τὸ ἐλάχιστον δὲ ἄκουσμα ὅτι ἑταιρία τις μελετᾷ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν, οἱ πάντες μετ’ ἐλπίδος ἠτένιζον καὶ ἀνησύχως ἀνέμενον τὸ ἀποτέλεσμα· πλὴν ἀλληλοδιαδόχως αἱ τῶν ἑταιριῶν μελέται, ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἐναυάγουν, πρὸς μεγίστην τῆς κοινωνίας στενοχωρίαν. Πρῶτος ὅστις ἐπιτοπίως εἰργάσθη καὶ σχεδιάγραμμα ἐξεπόνησεν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου καὶ ἡ σήμερον παραχώρησις ἐγένετο, ἦτο ὁ Σοβὰζ, ὅστις καὶ μακρὰν ἔκθεσιν περὶ ταύτης ἔκαμε, σὺν τοῖς ἄλλοις δὲ προσέθηκεν ὅτι διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος, πρέπει νὰ κατοικηθῇ προηγουμένως ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ 10 ἑκατομμύρια κατοίκων, καὶ ταῦτα ἦσαν λογικώτατα διὰ τὴν τότε ἐποχὴν, ὅτε τὴν ἔκθεσίν του ἔγραφε, καθόσον ἡ τέχνη τῆς διατρήσεως τῶν ὀρέων ἦτο τότε δυσκωλοτάτη. Ἔκτοτε ἀλληλοδιαδόχως ἤρχισαν νὰ παρουσιάζωνται ἑταιρίαι ζητοῦσαι τὴν ἀποξήρανσιν, πλὴν κατόπιν τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμνον, ἀλληλοδιαδόχως ἀπέσχον τοῦ ἔργου, ἕως οὗ ὁ Μομφεριέρος ζητήσας νὰ τοῦ παραχωρηθῇ ἡ Κωπαΐς, συνηλλάχθη μετὰ τῆς τότε Κυβερνήσεως κατὰ τὸ 1867, ὅτε ἐγένετο σύμβασις καὶ ἐψηφίσθη ὁ ΡΟΓ. νόμος τῆς 24 Ἰανουαρίου 1867 ἐξ ἄρθρων 11. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ῥηθεὶς Μομφεριέρος ἐδαπάνησεν οὐκ ὀλίγα διὰ τὰς ἐπιτοπίους μελέτας του, ἀπέσχε καὶ αὐτός. Ἐν τῷ ῥηθέντι νόμῳ ΡΟΓʹ. ἐγένετο μνεία, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κωπαΐδα εἰς ὅντινα ἄλλον, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις αὕτη τοῦ Μομφεριέρου ναυαγήσῃ· ὥστε, ὡς βλέπετε, ὑπῆρχον πλέον διὰ νόμου διατετυπωμένοι οἱ ὅροι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ παρεχωρεῖτο ἡ Κωπαΐς εἰς τὸν ζητήσαντα τὴν παραχώρησιν· αἴφνης κατὰ τὸ 1875 παρουσιάζεται ἑταιρία, συνισταμένη ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὴν Πιστωτικὴν, Βιομηχανικὴν, Ἰονικὴν καὶ τὸν στρατηγὸν Σοῦτζον, ἥτις ἑταιρία ἐζήτησε τὴν παραχώρησιν πρὸς ἀποξήρανσιν. Οἱ πάντες τότε μετ’ ἐλπίδος ἠτένισαν, καὶ δὲν εἶχον καὶ ἀφορμὰς νὰ δυσπιστῶσι, καθόσον ἔβλεπον ὅτι ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ πλοῦτος συνέπραττον· ἀλλὰ καὶ οὗτοι κατόπιν τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον, ἀπέσχον καὶ αὐτοί, πρὸς μεγίστην θλῖψιν ὅλων· τότε μάλιστα ἐσχηματίσθη, καὶ πολὺ δικαίως, ἡ πεποίθησις ὅτι, ἀφοῦ καὶ ὁ συνασπισμὸς τῶν Τραπεζῶν δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατόρθωτον, καὶ πάντες ἀπεφάσισαν νὰ λησμονήσωσι τὸν Πακτωλὸν αὐτόν, ὅτε αἴφνης παρουσιάζεται ὁ κ. Ι. Βοῦρος, ὅστις ζητεῖ πρὸς ἀποξήρανσιν τὴν Κωπαΐδα, ἡ δὲ τότε Κυβέρνησις, ἐνῷ ἦτο φυσικώτατον μετὰ τὰς ἀλλεπαλλήλους τῶν διαφόρων ἑταιριῶν ἀποτυχίας, καὶ τὴν σχηματισθεῖσαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμος, νὰ φανῇ ἐπιεικεστέρα εἰς τὸν κ. Βοῦρον, καὶ παράσχῃ περισσότερα πλεονεκτήματα, ἤτοι ὅρους ἄλλους πολὺ ἐλαφροτέρους παρὰ τοὺς διαγεγραμμένους ἐν τῷ νόμῳ, αὕτη δὲν ἠξεύρω πῶς ἐσκέφθη, καὶ ἀντὶ τούτου, διενήργησε τὴν παραχώρησιν ὑπὸ ἄλλους βαρυτέρους ὅρους, ἀπήλειψε τὴν ἐν τῷ νόμῳ εὐνοϊκὴν ρήτραν τῆς δεκαετοῦς ἀτελείας, ὑπεχρέωσε νὰ διατηρῶσι γεωργικὴν σχολὴν, ἱπποφορβεῖα, καὶ ἄλλα διάφορα. Ὅπως δήποτε ἡ σύμβασις ἐγένετο, καὶ ἡ παραχώρησις ἐξετελέσθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Βούρου, ὅστις καὶ κατέθεσε τὴν ἐκ 300,000 φράγκων ἐγγύησιν, πλὴν τὸ ἀληθὲς πρόσωπον, τὸ ζητῆσαν τὴν Κωπαΐδα, εἶναι τὸ ὄπισθεν τοῦ κ. Βούρου, ἤτοι ὁ κ. Σκουλούδης, ὅστις μεταβὰς εἰς Παρισίους ἐφωδιασμένος μὲ ὅλας τὰς ἔκπαλαι περὶ ἀποξηράνσεως μελέτας, ἅστινας δι’ ἁδρῶν ποσῶν ἠγόρασε, καὶ τὰς ὁποίας αὐτὸς δι’ ἐγχωρίων μηχανικῶν διενήργησε, ἔπεισε διαφόρους Γάλλους καὶ Ἕλληνας κεφαλαιούχους νὰ συμμετάσχωσι τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ οὕτω κατηρτίσθη ἡ σήμερον ἀποξηραίνουσα τὴν Κωπαΐδα Γαλλικὴ ἑταιρία. Ταῦτα πάντα ὁ κ. Δηλιγιάννης γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου, διότι εἶναι παρόμοια μὲ τὰ συμβάντα σχετικῶς πρὸς τὴν παραχώρησιν τοῦ Φενεοῦ.
§50ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κἄτι εἴπατε περὶ ἐμοῦ.
§51ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Μάλιστα, εἶπον περὶ τῆς παραχωρήσεως τοῦ Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας λίμνης.
§52ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἄλλος Δηλιγιάννης ἐκεῖνος.
§53ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Μάλιστα, τῷ παρατηρῶ ὅτι κρύπτεται ὄπισθεν ἑνὸς Βούρου. Ταῦτα λοιπὸν ἔλαβον χώραν, καὶ ἡ ἑταιρία σήμερον δραστηρίως ἐργαζομένη, ἐντὸς τῆς πενταετοῦς πρὸς ἀποξήρανσιν προθεσμίας, θὰ ἔχῃ τὸ ἔργον συντετελεσμένον· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός της, τὸ συμφέρον της, καὶ συνάμα ἡ πεποίθησίς της, βασιζομένη ἐπὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν εἰδικώτερον τῆς πτέρυγος ταύτης, νὰ μὲ διακόψῃ, ἐάν τι ἀνακριβὲς εἴπω.
§54Σ. ΖΕΡΒΟΣ. Διατί ἐπικαλεῖσθε πάντοτε τὸν κ. Σωτηρόπουλον;
§55ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Σὲ θὰ ἐπικαλεσθῶ; Σὲ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ δι’ ἄλλου εἴδους μαρτυρίαν.
§56ΖΕΡΒΟΣ. Διὰ μονομαχίαν ἢ διὰ δολοφονίαν; Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε δολοφόνος οὔτε μονομάχος.
§57ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Εἶσαι ὅμως ἕνας ἄτιμος καὶ ἄνανδρος, παρόμοιος ἀσέμνου γυναικὸς, ὅστις τεθωρακισμένος μὲ τὸν θώρακα τοῦ κακοήθους καὶ ἀνάνδρου ὄπισθεν αὐτοῦ, δολοφόνε, ὑβρίζεις, χωρὶς νὰ ἔχῃς τὸ θάῤῥος αὔριον νὰ μὲ ἀτενίσῃς (θόρυβος).
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε, ἐξακολουθήσατε.
§59ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὅπως καταρτισθῇ ἀνώνυμός τις ἑταιρία, πρὸ πάντων ἐξετάζεται ποῖον τὸ προκῦψον ὄφελος διὰ τοὺς ἀναλαμβάνοντας τὸν καταρτισμὸν ἱδρυτὰς, αὐτὸ δὲ τὸ ὄφελος, εἶναι τὸ πολυθρύλλητον apport, δηλαδὴ ἰδανικὸν κέρδος, ὅπερ ἐλπίζουσιν οἱ ἱδρυταὶ νὰ πραγματοποιήσωσιν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν των· σημειωτέον δ’ ὅτι τὸ χρῆμα δὲν ἔχει οὔτε πατρίδα, οὔτε θρησκείαν, εἶναι ἄπατρι, εἶναι ἄθρησκον· τὸ μόνον του ἐλατήριον εἶναι ὁ τόκος, τὸ συμφέρον. Ταῦτα λέγων, ἐννοῶ τὸ χρῆμα καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα· ὅταν τις σκέπτηται περὶ κερδοσκοπικῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ κέρδος καὶ μόνον τὸ κέρδος ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν· τί θὰ πράξῃ κατόπιν ὡς πρὸς τὴν πατρίδα καὶ θρησκείαν, τοῦτο εἶναι ὅλως ξένον τῶν πρώτων σκέψεων. Τὸ apport δὲ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνεθάῤῥυνε τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν, τοὺς δαπανήσαντας, τοὺς καταβαλόντας 300,000 δραχ. ὡς ἐγγύησιν, ὑποκειμένους δὲ εἰς τὰς τυχὸν ζημίας, τοὺς ἐπιχειροῦντας τέλος ἐπιχείρησιν, ἥτις εἶναι καὶ πιθανὸν νὰ τοὺς κάμῃ ν’ ἀπολέσωσι κεφάλαια. Τοῦτο προστεθὲν εἰς τὰ 10½ ἑκατομμύρια, ἅτινα ἀπαιτοῦνται κατὰ τὰς ἐκθέσεις καὶ ὑπολογισμοὺς τῶν εἰδημόνων διὰ τὴν συντέλεσιν τῶν ἔργων, ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν 15 ἑκατομμυρίων, ὥστε τὸ κέρδος, ὅπερ δι’ ὅλα τὰ ὡς ἄνω θὰ ἔχωσιν, εἶναι 4½ ἑκατομμύρια. Ὅπως δὲ διασαφήσω καλλίτερον τὸ πρᾶγμα καὶ ἐννοηθῇ πληρέστατα τὸ apport, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω διὰ παραδειγμάτων τὴν ἐξήγησιν. Διὰ τὸν σιδηρόδρομον τῆς Θεσσαλίας, ὅστις εἶναι τόσα χιλιόμετρα, καὶ ὅστις, πρὸς τόσα τὸ χιλιόμετρον διὰ τὴν κατασκευήν του, ἐκόστισε 16 ἑκατομμύρια δραχμῶν, οἱ ἀναλαβόντες καὶ ἐκτελέσαντες τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, οἱ ἱδρυταὶ, τί ποσὸν νομίζετε ὅτι προσέθεσαν ὡς apport; Προσέθεσαν, κύριοι, τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τῶν 7 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 16, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν, καὶ 7 τουτέστιν apport, τὸ ὅλον 23 ἑκατομ. προεκήρυξαν δι’ ὅλων τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐξέθεσαν τὸ ποσὸν εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν· τὸ κοινὸν, θεωρῆσαν τὴν ἐπιχείρησιν οὐχὶ ἐπωφελῆ, ἀπέσχε τοῦ νὰ ἐγγραφῇ καὶ λάβῃ μετοχὰς, ὥστε ἅπας ὁ σιδηρόδρομος ἔμεινε, εἰς βάρος τῶν ἱδρυτῶν ἐκείνων, δηλαδὴ οἵτινες προκατέβαλον τὸ πρὸς κατασκευὴν ποσὸν, διατρέχουν δὲ αὐτοὶ οἱ κύριοι τὸν κίνδυνον σήμερον, εἴτε ἐκτάκτου πλημμύρας νὰ συμπαρασύρῃ τὰ 16 ἑκατομμύριά των, ἤτοι τὸν σιδηρόδρομόν των, καὶ νὰ τὸν ρίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν, εἴτε εἰσβολῆς ἐχθροῦ νὰ τοῖς τὸν καταστρέψῃ, εἴτε ὅ,τι ἄλλο δήποτε, ἀλλὰ καὶ τἀνάπαλιν, ἐὰν ἡ συγκοινωνία ἀναπτυχθῇ ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς μέγιστον βαθμὸν, τότε ὄχι 7 apport θὰ λάβωσιν ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν των, ἀλλὰ 17, καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἡ συγκοινωνία ἀναπτυχθῇ ὅπως ἀπὸ Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ, τότε ὄχι 17, ἀλλὰ 107 θὰ κερδήσωσιν οἱ ἱδρυταὶ, καὶ οὐδὲν τὸ ἄδικον οὐδὲν τὸ ἐπιλήψιμον. Ἄλλο παράδειγμα· ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Πατρῶν εἶναι μήκους 401 χιλιομέτρων· τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ διακεκριμένος Ἕλλην μηχανικὸς κ. Βλάγκαλης πρὸς 80 χιλιάδας δραχ. κατὰ χιλιόμετρον, ἤτοι ἐν συνόλῳ ποσὸν 32 ἑκατομ. καὶ 80 χιλιάδων· ἀπὸ τὸ ποσὸν ὅμως αὐτὸ ἀφαιρέσατε 8 ἑκατομ. καὶ 20 χιλιάδας τὰ ὁποῖα θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν Ἑταιρίαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς 20 χιλ. δραχ. τὸ χιλιόμετρον, τότε τοῖς ἀντιστοιχεῖ 24 περίπου ἑκατομύρια· εἰς τί ποσὸν νομίζετε, ὅτι ἐξετίμασαν καὶ ἔχουν ἑτοίμους πρὸς ἔκδοσιν καὶ τὰς μετοχάς; εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45 περίπου ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ εἰσέτι ἀμφιβάλλουν ἐὰν θὰ γείνουν εὐπρόσδεκτοι εἰς τὸ κοινὸν αἱ μετοχαὶ, καὶ ὡς ἐκ τούτου μετέβη μάλιστα ἐσχάτως εἰς Παρισίους ὁ διευθυντὴς τῆς ἀναλαβούσης ὁμάδος τῶν ἱδρυτῶν κ. Δούμας πρὸς ἐξομάλυνσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, νὰ γείνῃ ἐπιχείρησις χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ apport, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀνέρχετοι εἰς μέγα ποσὸν· αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐπιχειρήσεως· τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, τὸ apport εἶναι 20% ἐπὶ τῶν κερδῶν καὶ κἄτι ἄλλο, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἡ δὲ ἑταιρία τῆς τομῆς τοῦ Σουὲζ εἶχεν apport 200 ἑκατομ. εἰς κεφάλαιον 500 ἑκατ. αἱ δὲ μετοχαὶ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ἀπὸ 1000 φράγ. ἀρχικῆς ἀξίας, εἶχον ὑποτιμηθῆ εἰς 80 μόνον φράγκα, χωρὶς ὁ Λεσὲψ νὰ ἐνοχοποιηθῇ δι’ αὐτό· ἦτο τὸ ἔργον ἐν τῷ γίγνεσθαι, καὶ συνεπῶς ὑπῆρχον καὶ ἐκεῖ οἱ Ζυγομαλάδες οἱ δυσφημοῦντες αὐτό, Κατόπιν ὅμως ὅταν τὸ ἔργον συνετελέσθη, ἤρχισε καὶ ἡ ὕψωσις, καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, σήμερον ἀξίζουν αἱ μετοχαὶ 4000 φράγκα ἑκάστη. Εἰς τὸ προκείμενον. Κατηρτίσθη λοιπὸν Ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος ἐκ κεφαλαίου 15 ἑκατομμυρίων ὀνομαστικῶν, τὰ ὁποῖα διῃρέθησαν εἰς 30,000 μετοχὰς πρὸς 500 φράγ. τὴν μετοχήν· οἱ τὴν ἐπιχείρησιν ἀναλαβόντες, ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἐθεώρει τὸ πρᾶγμα ὡς Πακτωλὸν, μάλιστα τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἐζήτει ἐπιμόνως ὅπως ἅπασαι αἱ μετοχαὶ αὗται ἐκδοθῶσι πρὸς ἐγγραφὴν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐπέμενε πρὸς τοῦτο ὅπως τὰ προσδοκώμενα μεγάλα κέρδη ἐπιδαψιλευθῶσιν εἰς τοὺς Ἕλληνας, ὅλον δὲ τὸ ἄνω ποσὸν ἔλαβον αὐτοὶ οἱ ἱδρυταὶ εἰς μετοχὰς τιμωμένας δι’ αὐτοὺς οὐχὶ 500 φράγκα, ἀλλὰ μόνον 350· διότι, ὡς ἐῤῥέθη, ἡ πραγματικὴ ἐκτίμησις καὶ ἀξία τῆς ἐπιχειρήσεως ἀνέρχεται εἰς 10½ μόνον ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ὑπολειπόμενα 4½ εἶναι τὸ apport· ὥστε αὐτοὶ οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἑταιρίας, αὐτοὶ οἱ μέτοχοι, αὐτοὶ οἱ καταβαλόντες τὸ ὅσον κατέβαλον χρῆμα, πολλοὶ δὲ ἐκ Σύρου ἐκ τῶν κεφαλαιούχων συμπολιτῶν μου, ὡς ὁ κ. Βαφειαδάκης, ὁ κ. Νεγρεπόντης καὶ ἄλλοι, ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Σκουλούδην νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, τοῦ ἐφάνη ἄτοπον νὰ τοῖς ἀρνηθῇ τὸ τοιοῦτον. Τοῖς παρεχώρησε λοιπὸν ἐκ τῆς ἑαυτοῦ μερίδος, ἤτοι ἐκ τῶν ἑκατοστῶν, τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶχε ἑκατοστά τινα, ἅτινα λαβόντες διενεμήθησαν, ἀκριβῶς δὲ οἱ ρηθέντες εἶναι εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην· διότι καὶ αὐτοὶ ὡς ἱδρυταὶ ἔλαβον τὰς μετοχὰς εἰς τὴν αὐτὴν ἀξίαν μὲ τοὺς λοιποὺς ἱδρυτάς· συνεπῶς, ἐὰν ὁ κ. Σκουλούδης ἠδίκησε ἢ ὠφελήθη, ἢ ἐζημιώθη, ἢ ἠδικήθη, καὶ αὐτοὶ τὰ αὐτὰ ἔπαθον, οἱ δὲ Ζυγομαλάδες ἐξηκολούθουν ἐνταυτῷ νὰ φωνάζωσι τότε καὶ νὰ ὀδύρωνται διὰ τὸν ἀμύθητον τῆς Κωπαΐδος πλοῦτον, ὃν ὁ κ. Τρικούπης ἐδώρησε δῆθεν εἰς τὸν Σκουλούδην καὶ συνεταίρους του, διὰ τὸν Πακτωλὸν αὐτὸν τὴν Κωπαΐδα. Ἐν τούτοις ὁ κ. Σκουλούδης ἦλθε εἰς Σῦρον ἕνεκεν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν· προκατειλημμένοι δὲ πάντες ἐκ τῶν ἄνω φωνῶν, τοῦ ἐζήτουν μετοχὰς, οὐχὶ βεβαίως ἱδρυτικὰς, ἀλλ’ ὅσον ἐτιμῶντο τότε, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν οἱ ζητοῦντες νὰ διενοοῦντο, ὅτι θὰ τὰς ἐλάμβανον εἰς τὴν ἀρχικήν τῶν ἀξίαν, καθόσον μάλιστα αἱ πρὸς ἐκποίησιν μετοχαὶ ἀνῆκον εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν αὐτὰς ὁμάδα, ἥτις ἠγόρασε δεκακισχιλίας μετοχὰς πρὸς 200 φράγ. ἑκάστην διὰ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας των, ἵνα τὰς ἐκθέσῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν, καὶ τοῦτο διότι οἱ Δηλιγιάνναι καὶ Ζυγομαλάδες ἐξηκολούθουν νὰ φωνάζωσι διὰ τὸν εἰς τὸν Σκουλούδην δῆθεν δωρηθέντα ἀμύθητον τῆς Κωπαΐδος πλοῦτον, τὸν ὁποῖον μόνοι αὐτοὶ θὰ καρπωθῶσι, χωρὶς νὰ συμμετάσχῃ καὶ τὸ κοινόν. Ἔγραψε λοιπὸν ὁ κ. Σκουλούδης εἰς τὴν ἄνω ὁμάδα καὶ ἐστάλησαν αἱ παρὰ διαφόρων ζητηθεῖσαι ἑκατοστύες τινὲς μετοχῶν· βεβαιωθῆτε ὅτι, ἐὰν τοῖς ἠρνεῖτο νὰ δώσῃ μετοχὰς, θὰ δυσηρέστει πολλοὺς καὶ θὰ εἶχε πολλοὺς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν του ὡς βουλευτοῦ δισταγμοὺς, τοσοῦτον εἶχον διατυμπανίσει οἱ σήμερον κατήγοροι τὰ πλούσια προσδεκώμενα κέρδη, ὁ δὲ κ. Σκουλούδης ὡς καὶ πάντες οἱ τὰ τῆς Ἑταιρίας καλῶς γνωρίζουσι, καὶ τότε, ὅτε ἔδιδε τὰς μετοχὰς, καὶ σήμερον τὴν αὐτὴν ἔχει πεποίθησιν περὶ τῶν πολλῶν κερδῶν, ἅτινα συγκομίσουσιν οἱ μέτοχοι μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου, ὅπερ ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας συντελεσθήσεται· προχθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης ἔχει εἰς τὴν κατοχήν του 7,000 μετοχὰς, καὶ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἔχει ἓν τοιοῦτον ποσόν· συνεπῶς καὶ αὐτὸς σήμερον εἶναι ἐκ τῶν ζημιωθέντων, καθόσον σήμερον, ὡς λέγουν, τιμῶνται 50–60 φράγκων ἑκάστη, ἐνῶ πλέον τοῦ διπλασίου κοστίζουν εἰς αὐτόν· ὅταν δὲ προσκληθῶσιν οἱ μέτοχοι διὰ νὰ καταθέσωσι καὶ τὴν ἄλλην δόσιν, τί ποσὸν θὰ καταθέσῃ αὐτός; Ποία ἔσται τότε ἡ ζημία του; Πλὴν, ὡς καὶ ἄνω εἶπον, καὶ αὐτὸς ὁ Σκουλούδης καὶ πάντες οἱ τὰ τῆς Ἑταιρίας γνωρίζοντες εἰσὶν πεπεισμένοι ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη θὰ τοῖς δώσῃ πλούσια κέρδη. Φαντασθῆτε, κύριοι, κατόπιν τῶν φωνῶν τῶν Ζυγομαλάδων, ἐὰν αἱ μετοχαὶ τῆς Κωπαΐδος ἀντὶ τοῦ νὰ ὑπετιμῶντο ὡς συνέβη, ἐδιπλασιάζετο ἢ καὶ ἐτριπλασιάζετο ἡ ἀξία των, τί θὰ ἔλεγον τότε αὐτοί; «ἰδοὺ οἱ λόγοι μας, ἰδοὺ αἱ μετοχαὶ τῆς Κωπαΐδος ἐδιπλασιάσθησαν τῆς ἀξίας των, ἰδοὺ ὄντως ἦτο Πακτωλὸς ὁ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δωρηθεὶς εἰς τὸν Σκουλούδην!» Σήμερον, ὅτε ὑπετιμήθησαν, πάλιν φωνάζουσιν· ὥστε κατ’ αὐτοὺς εἴτε ὑποτίμησις, εἴτε ὑπερτίμησις εἶναι, τοὺς πταίει ὁ Σκουλούδης! Πλὴν κατ’ ἐμέ, κύριοι, οὐδεὶς ἄλλος πταίει εἰμὴ ἡ μοχθηρία καὶ κακοήθεια. Ὁ κ. Σκουλούδης τὸ βλέμμα του ρίπτει εἰς ἐπιχειρήσεις, αἵτινες ἔχουσι κοινωφελῆ σκοπὸν, ἐστὲ δὲ βέβαιοι ὅτι ἥ τε μοχθηρία καὶ κακοήθεια θὰ ποδοπατηθῶσι πρὶν κατορθώσωσι νὰ ναυαγήσωσι τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε διατί παρελείφθη τὸ 8 ἄρθρον;
§61ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὰς ὄπισθεν τῶν μετοχῶν γεγραμμένας ὁδηγίας θέτουσιν ὅπως ὁδηγῶνται οἱ κάτοχοι τῶν μετοχῶν διὰ τὰς μελλούσας σχέσεις των πρὸς τὴν Διεύθυνσιν, ἐνῷ τὸ apport εἶναι ἤδη ἱστορικὸν διὰ τὴν Ἑταιρίαν γεγονός· ἄλλως τε δύνασθε νὰ παρατηρήσητε εἰς ἁπάσας τὰς μετοχὰς τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, ἐὰν εἰς καμμίαν ἐξ αὐτῶν εἶναι τὸ apport γεγραμμένον, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς μετοχὰς τῶν ἐθνικῶν δανείων ἐλλείπει, μόνον ὁ Ζυγομαλᾶς ἀγνοεῖ αὐτό. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, πρὸς σύστασιν ἀνωνύμου Ἑταιρίας δὲν προαπαιτεῖται ἔγκρισις Κυβερνητική· ἐκεῖ διὰ νόμου ἔχουν κανονίσει περὶ ἀνωνύμων Ἑταιριῶν οὕτως, ὥστε οἱ συμβαλλόμενοι παρουσιάζονται μόνον εἰς τὸν συμβολαιογράφον καὶ καταρτίζουν ταύτην· νόμος δὲ ἡμέτερος ὑπάρχει, ὅστις θεωρεῖ τὰς οὕτω συμφώνως τῷ ἐκεῖ νόμῳ καταρτιζομένας Ἑταιρίας, ἰσχυούσας καὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀπολαυούσας ὅ,τι καὶ αἱ ἡμέτεραι Ἑταιρίαι. Συνεπῶς, ἀφοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἡ Ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος νομίμως κατηρτίσθη, καὶ αἱ μετοχαί της καὶ πάντα τὰ κατ’ αὐτὴν καὶ τὰ ταύτῃ συμπαρομαρτοῦντα νόμιμα εἰσίν.
§62ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ποῦ εἶναι τὸ καταστατικόν της;
§63ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅτι ὑπάρχουν κεφαλαιοῦχοι τόσον ἁπλοϊκοί, οἵτινες τυφλοῖς ὄμμασι νὰ γίνωνται μέτοχοι; Χωρὶς δηλαδὴ νὰ ἐξετάσωσι τὰ καθέκαστα;
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μικροὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἠγόραζον μετοχὰς, ἐγνώριζον τὸ καταστατικόν;
§65ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τί ἄλλο καλλίτερον καταστατικὸν ἤθελεν ὁ κόσμος ἀπὸ τὰς ἀκαταλογίστους φωνάς σας καὶ τὰς τοῦ Ζυγομαλᾶ, οἵτινες στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ ἐκηρύττετε ὅτι ὁ ἐθνικὸς αὐτὸς πλοῦτος, ἡ Κωπαΐς, παρεχωρήθη εἰς τὸν Σκουλούδην καὶ τοὺς συνεταίρους του; οὐχ ἧττον ἐγὼ εἶδον πολλὰ ἀντίτυπα τοῦ καταστατικοῦ, εἶδον μάλιστα καὶ χειρόγραφον ἐπισημοποιημένον, ἀλλ’ ἐδῶ κυκλοφοροῦν πλείστων ὅσων ἀνωνύμων Ἑταιριῶν μετοχαὶ, τοῦ Αὐστριακοῦ Λόϋδ, τοῦ Μεσσαζερί, τοῦ Ἰσθμοῦ Σουέζ, ἄλλων Ἀγγλικῶν Ἑταιριῶν· τίς οἶδεν αὐτὰ τὰ καταστατικὰ ποῦ ἐδημοσιεύθησαν ἢ ἐτοιχοκολλήθησαν ταῦτα; ὁ βουλόμενος ὅμως ὅ,τι δήποτε καταστατικὸν εὐκολώτατα δύναται νὰ προμηθευθῇ ἅμα ζητήσῃ τοιοῦτον. Λυποῦμαι πολὺ διότι εὑρίσκομαι εἰς δύσκολον θέσιν ἀπέναντι τοῦ φίλου μου κ. Ζυγομαλᾶ, καθόσον ἐκ τῶν λεγομένων του ἐξάγω ὅτι ἢ κακῆς πίστεως εἶναι, ἢ ὅτι ἔχει ἔλλειψιν τοῦ κοινοῦ νοός· τὸ μόνον δυνάμενον νὰ τὸν δικαιολογήσῃ εἶναι ὅτι, ὅτε ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν προσεκλήθη νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους της, ἐξελέξατο τὸν σοφὸν κ. Καλλιγᾶν, κατόπιν προσέθεσε καὶ πέντε ἄλλους διδάκτορας, ἤτοι ἀνθρώπους πεπαιδευμένους, προσέθεσε δὲ πλησίον αὐτῶν καὶ τὸν πεῖραν καὶ γνώσεις ἔχοντα ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς τὸν κ. Μουτσόπουλον, ἔμενεν εἰσέτι μία θέσις κενή, καὶ κάποιος ἐπρότεινε νὰ πέμψουν καὶ ἕνα φοιτητὴν τοῦ Πανεπιστημίου· ἡ πρότασις ἐγένετο ἀσπαστὴ καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξέλεξαν τὸν κ. Ζυγομαλᾶν. Ὥστε ὅταν καὶ αὐτὸς σὺν τῷ χρόνῳ δώσῃ τὰς κεκανονισμένας ἐξετάσεις καὶ λάβῃ τὸ δίπλωμά του, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ περιπίπτῃ εἰς τοιαῦτα χονδροειδῆ λάθη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος συνηγορῶν λόγος ὑπὲρ τῆς τοιαύτης περιέργου συμπεριφορᾶς του· αὐτὸς ἔχει, οὐχὶ εἰς Ἀθήνας, ἀλλ’ εἴς τι χωρίον, ἓν μέγιστον ἐνδιαφέρον, ὑποθέτει δὲ ὅτι ὁ κ. Σκουλούδης εἶναι τὸ ἐμπόδιον τῆς ἐπιτυχίας τοῦ σκοποῦ του.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτό;
§67ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὅλα δὲν λέγονται. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἤδη συζητεῖται τὸ λεγόμενον πολιτικὸν ζήτημα, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ λέξεις τινὰς σχετικῶς πρὸς τὴν δῆθεν Ἀντιπολίτευσιν. Οὐδὲν, κύριοι, τὸ κινδυνωδέστερον παρὰ νὰ διοικῇ τὸ Κράτος εἷς Πρωθυπουργὸς ἄνευ Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσον σοφὸς, ὅσον ἐνάρετος καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι· ἔστω ἐὰν Φωκίων, ἐὰν Περικλῆς εἶναι, ἀδύνατον νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς λάθη, ἅτινα θὰ προκαλέσωσιν ἄλλα καὶ ἄλλα λάθη ἕως ὅτου ὑπὸ τὸ βάρος αὐτῶν, νὰ κατασυντρίψῃ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ φέρῃ φορτίον. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ὑποδεικνύει καὶ ἐπιβάλλει τὴν νόμιμον ὁδὸν, αὐτὴ εἶναι ἡ διαρκῶς ἐλέγχουσα καὶ μεμψιμοίρως, ἐποπτεύουσα, πλὴν ἀτυχῶς σήμερον ὁ τὸν τίτλον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντιποιούμενος κ. Δηλιγιάννης διὰ τῆς πολιτείας του διακωμωδεῖ αὐτὸν, θέτει πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἐνδιατρίβει καὶ ἀνυψοῖ εἰς τὸν λόγον του τὴν μετάθεσιν δημοδιδασκάλου ἢ ἄλλου ὑπαλλήλου, λησμονεῖ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, λησμονεῖ τὰ τόσα καὶ τόσα ὕψιστα συμφέροντα καὶ πολυπραγμονεῖ εἰς τὰ ἐπουσιώδη!
§68Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ εὐρείας ἔδωκε διαστάσεις ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἰσηγησαμένη αὐτὸ διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ της, ἕκαστον δὲ τῶν ζητημάτων δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἡμερῶν, ὡς τοῦτο ἀποδεικνύουσιν αἱ παρεκβάσεις τῶν διαφόρων ἀγορευσάντων, οἵτινες δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, ἅπερ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλεν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτῆς ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου μέχρι σήμερον, ἀλλ’ ἀνέτρεξαν εἰς τὸν χρόνον τῆς γεννήσεώς της καὶ ἐπαναφέρουσιν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς Βουλῆς πᾶσαν αὐτῆς πρᾶξιν καὶ αὐτὰς ἔτι, τὰς ὁποίας διὰ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας αὐτῆς ἐκύρωσεν ὡς ἀσπαζομένας ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, καὶ ἀπορῶ, ὅτι φέρονται αὗται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς, ἥτις ἐπῆλθεν εἰς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας, καλοῦνται νὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔδωκαν λευκὴν ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑπεστήριξαν εἰς τὴν διεξαγωγὴν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτικοῦ αὐτῆς προγράμματος. Ἀλλ’ ἐνῶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς ἐτέθη, παρέχει τοιοῦτον στάδιον εἰς τὴν εὐγλωττίαν τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐχ ἧττον ἐνόμισαν νὰ θέσωσι καὶ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τοὺς φίλους τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου, ἐκείνους, οἵτινες δὲν εὑρίσκονται μεταξὺ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπεφάσισαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τοσούτῳ δὲ σπουδαῖον ἐθεώρησαν τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ φαντασία ἐξήφθη καὶ παρέσυρε τοὺς ἀγορεύσαντας, ὥστε ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου εἷς τῶν ἐπιφανῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶδεν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν Ἰμπραΐμην, καταστρέφοντα τὴν Πελοπόννησον, εἰς δὲ τοὺς φίλους τοῦ Κουμουνδούρου τοὺς μουτίσαντας καὶ ἐγκαταλείψαντας τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὅπως ἐπιβοηθήσωσι τὴν καταστροφήν. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐν τῇ ἐντυπώσει καὶ ἀπελπισίᾳ, ἣν προὐξένει ἡ τοιαύτη ζωηρὰ εἰκὼν, παρεστάθη συνάμα ἐνώπιόν σας ὁ Κολοκοτρώνης, ὅπως σώσῃ τὴν Πελοπόννησον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἰδίου ἀγορεύοντος. Κύριοι, ἐπιφανεῖς ἄνδρες δὲν παρακάθηνται μεταξὺ ἡμῶν, τοὺς ἀφήρπασεν ὁ Χάρος· ὁ Βούλγαρης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζαΐμης, ἅπαντες ἦσαν ἀρχηγοὶ κομμάτων, διῴκησαν πολλάκις τὸ Κράτος ὡς προϊστάμενοι κομμάτων ἰσχυρῶν, εἶχον φίλους ἐνθέρμους, καὶ μάλιστα ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης τοιούτους ἀφωσιωμένους μέχρι λατρείας. Μετὰ τὴν ἀποβίωσίν των τί ἔπραξαν οἱ φίλοι των; ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, ἐθρήνησαν μὲν ἐπὶ τῶν τάφων των, ἀνεμνήσθησαν ὅμως, ὅτι ἦσαν καὶ ἐντολεῖς τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν ἐπαρχιῶν των· καὶ ὅταν εὑρέθησαν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐσκέφθησαν πῶς νὰ πολιτευθῶσιν, ὅπως ἀποδῶσιν ὠφελιμώτεροι εἰς τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐξαπέστειλεν εἰς αὐτὸ, καὶ ἕκαστος ἐσκέφθη καὶ κατὰ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν ἐκάθησε δεξιὰ ἢ ἀριστερά. Καὶ διατί τὸ τοιοῦτον; διότι ἡμεῖς εὐτυχῶς δὲν ἔχομεν τὰς διαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἱ ἐν Εὐρώπῃ πεπαλαιωμέναι κοινωνίαι· δὲν μᾶς διαιροῦσι, κύριοι, οὔτε πολιτειακαὶ, οὔτε κοινωνικαὶ ἀρχαί· τὰ κόμματα, τὰ παλαίοντα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἶναι μᾶλλον προσωπικά· τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον τὰ διέπει, δίδει καὶ τὸ ὄνομα πρὸς τὸ κόμμα, καὶ δὲν λέγονται ὀπαδοὶ τῆς Α ἢ Β ἀρχῆς, ἀλλὰ τοῦ Κουμουνδούρου, τοῦ Τρικούπη, τοῦ Δεληγιάννη κτλ. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ τυφλῶς παρακολουθοῦσι τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος οἱ ὀπαδοί του, ἀλλὰ δέον νὰ ἀσπάζωνται τὰς ἰδέας του καὶ νὰ ὦσιν ὁμόφρονες, τοὐλάχιστον εἰς τὰ κύρια σημεῖα τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, δι’ ὃ πρὶν ἢ ἀποφασίσωσι νὰ συνεργασθῶσι μετ’ αὐτοῦ ὀφείλουσι πρωτίστως νὰ σχηματίσωσι πεποίθησιν τοιαύτην ὑπὲρ αὐτοῦ, ἥτις νὰ τοὺς ἐπιβάλλῃ τὴν θυσίαν πολλάκις τῆς ἰδίας γνώμης εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ, διότι ἄνευ τοιαύτης θυσίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα καὶ Κυβέρνησις ἰσχυρά· διότι, ἐὰν ἕκαστος ἡμῶν προτάσσῃ ἑκάστοτε καὶ εἰς πᾶν ζήτημα τὰς ἰδίας ἰδέας του, καὶ ἀπαιτῇ νὰ τὰς ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς λοιποὺς, μεθ’ ὧν συνεργάζεται, καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὃν καὶ αὐτὸς μετ’ αὐτῶν ἀναγνωρίζει ὡς ἀρχηγὸν, τότε ἑκάστοτε θὰ τρέπεται πρὸς τὸ ἓν μέρος ἢ πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις καὶ κατὰ συνέπειαν Συνταγματικὸν Πολίτευμα. Μετὰ τὸν θάνατον ἄρα τοῦ ἀρχηγοῦ ἑκάστου κόμματος ἐξ ἀνάγκης τὰ μέλη αὐτοῦ θὰ εὑρεθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα, ὁσάκις δὲν ὑπάρχει διάδοχος, ὅστις νὰ συγκρατήσῃ ἐν αὐτῷ τὴν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν πεποίθησιν, θὰ ταχθῶσιν ἑπομένως εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μερίδων καὶ θὰ ἀναγνωρίσῃ ἕκαστος κατὰ συνέπειαν τὸν ἀρχηγὸν αὐτῆς ὡς ἀρχηγόν του, ἐκτὸς ἐὰν προτιμᾷ ἢ κρίνῃ ὠφελιμώτερον νὰ μένῃ καὶ νὰ ψηφίζῃ κατὰ τὴν ἰδίαν ἑκάστοτε βούλησιν. Ἀλλὰ διατί, ἐνῷ εἶναι τόσον φυσικὸν τὸ πρᾶγμα, ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδεμία παρατήρησις ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ταχθῶσιν εἰς μίαν τῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ μερίδων ἕνεκα τοῦ θανάτου τῶν ἀρχηγῶν των, ἐνῷ δὲν ἐγένετο τοιαύτη καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐγκατέλειψαν αὐτὸν ζῶντα καὶ πολιτευόμενον καὶ ἀφοῦ τὸν παρηκολούθησαν καὶ τὸν ὑπεστήριξαν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος καὶ τὸν ἐνίσχυσαν εἰς τὴν διοίκησίν του, διατί ὁ τοσοῦτος θόρυβος διὰ τοὺς ὑποστηρίζοντας νῦν τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ἐπολέμουν μέχρις οὗ ἔζη ὁ ἀρχηγός των; Αἱ μεταστάσεις εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ θεώμεθα ταύτας μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀπαθείας, καὶ οὐδεὶς μέχρι τοῦδε ἐμέμφθη τινὰ ἐξ αὐτῶν, ὁ δὲ λόγος εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας ἐπικληθεὶς, διότι βεβαίως οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἄλλου, διότι ἡ συνείδησις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀνεξέλεγκτος. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἐπεκαλέσθη, αὐτὸς πρῶτος μετὰ δριμύτητος παρεβίασε.
§69ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρις ὅτου δὲν ἐξηγηθῆτε περὶ τῶν λόγων τοῦ χωρισμοῦ, σᾶς θεωροῦμεν ὁμοφρονοῦντας.
§70ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐλησμονήσατε τὸ στιβάλι καὶ τὸ ἐμβάλωμα καὶ τὸ εἰδεχθὲς τοῦ ρήγματος.
§71ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον προσβλητικῶς· ὑπόδημα κυβερνητικὸν εἶναι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις.
§72ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, τὸ φαινόμενον τοῦτο χρήζει ἐξηγήσεως. Δὲν θέλω, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους, τοὺς κατ’ ἰδίαν πρὸς ἐξήγησιν ὑποδεικνυομένους. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ πᾶσα ἰδέα μομφῆς· ἀείποτε ἐσεβάσθην καὶ σέβομαι πάντα Ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους· ὅπως καὶ δὲν θέλω, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὰ αἴτια, εἰς ἃ ἀποδίδεται ἡ ὁρμὴ καὶ τὸ πάθος, καὶ ἡ ζωηρότης ἡ ἀναπτυχθεῖσα καὶ ὑπὸ ἐξόχων μελῶν τῆς πτέρυγος ταύτης, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαγωγήν τινων ἐξ ἡμῶν. Ἐπικαλοῦμαι ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κοινοῦ καὶ θέτω ὑπὸ τὴν σκέψιν αὐτοῦ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπετέθησαν καθ’ ἡμῶν, δὲν εἶναι οἱ παλαιοὶ συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο ἴσως νὰ μᾶς ἀπευθύνωσι παράπονόν τι, ὡς καὶ ἡμεῖς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ πράξωμεν τὸ αὐτό· οὐχὶ, δὲν εἶναι οὗτοι, ἀλλ’ εἰσὶν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπετίθεντο καθ’ ἡμῶν καὶ ὅτε ἔτι ἱστάμεθα εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ὅπου ἵστανται αὐτοὶ σήμερον (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ἄν τὰ σχέδιά των, ἂν οἱ σκοποί των, ἂν τέλος οἱ λογαριασμοί των, οἱ πόθοι καὶ αἱ ἐπιθυμίαι των ἀφοροῦν μόνον τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος καὶ τοῦτο ἐμπνέει τὰς καθ’ ἡμῶν ἐπιθέσεις, καὶ θέλουσι νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἔστω· ἀλλ’ ὀφείλουσι καὶ αὐτοὶ νὰ σέβωνται τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν καὶ νὰ παραδεχθῶσιν ὅτι καὶ ἡμεῖς σκεπτόμεθα καὶ μεριμνῶμεν διὰ τὸ ἀγαθὸν τῆς πατρίδος, ὡς αὐτοὶ, ἐκ τῶν ἔργων πάντες θὰ κρίνωσι, τὶς σκέπτεται ὀρθότερον. Καὶ, κύριοι, δὲν εἶναι ἀρκετὰ περίεργον σήμερον νὰ ὀδύρωνται, ὅτι ἀσεβοῦμεν εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐξέφραζον δημοσίως τὴν λύπην αὐτῶν καὶ ἀγανάκτησιν, ὅτι δὲν εἶχον δεκαενέα ὀπαδοὺς διὰ νὰ πράξωσιν αὐτοὶ ὅ,τι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπέκρουε, καὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ καταστήσωσιν ὑπόδικον τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον καὶ τοὺς φίλους του; Ἄν λοιπὸν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ ὅλως προσωπικὴν ἔποψιν, ἂν τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀποθανόντος ἀρχηγοῦ μας, ἀναγκαίως θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν, ὅ,τι ἐπράξαμεν, διότι ἐπὶ τέλους ἡ πτέρυξ αὕτη εἶχε τὴν δύναμιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ οὗτον σχέδιον, ἂν τὸ εἶχε κατὰ νοῦν, ἐνῷ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης κατεδείχθη ἡ ἐπιθυμία πρὸς πραγματοποίησιν τοιούτου σχεδίου, ἀλλ’ ἔλλειψεν ἡ δύναμις καὶ μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ τοιαύτη πρόθεσις καὶ διάθεσις ἐξωτερικεύετο ἐπισήμως παρὰ τῶν τέως μετὰ τοῦ ἀποθανόντος συνεργαζομένων. Ἡμεῖς λοιπὸν, κύριοι, ὑποστηρίζοντες σήμερον τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐγκατελείψαμεν τὸ κόμμα μας, οὔτε τὴν θέσιν μας, διότι εἰς τὴν θέσιν ταύτην προΐσταται ἄλλος ἀρχηγός.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§74ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡμεῖς, κύριοι, δὲν μετεβάλομεν θέσιν, διότι μένομεν ὡς καὶ πρὶν ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν μας καὶ τοῦ ἔθνους, ὑπόχρεοι νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς ἐξεπληρώσαμεν αὐτὸ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔζη ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν. Ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ οὐχὶ νὰ μένωμεν ὑπὸ μίαν σκιὰν θρηνοῦντες· ναὶ, ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ διὰ νὰ ἐργασθῶμεν, ὀφείλομεν νὰ ἐκλέξωμεν τὴν θέσιν μας· ἐκλέξαντες δὲ τὴν θέσιν μας, ἣν κατέχομεν σήμερον, φρονοῦμεν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὰς εὐχὰς τῶν ἐντολέων ἡμῶν, καὶ φρονοῦμεν τοῦτο, διότι πιστεύομεν, ὅτι ἐκτελοῦμεν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, διότι οἱ ἐντολεῖς μας ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι πραγματοποιούμενα ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ διὰ τοῦ προγράμματός της καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μελλουσῶν ἐργασιῶν της νὰ ἐφαρμόσῃ, καὶ ἡμεῖς ταχθέντες, ὡς ἐτάχθημεν, προσφέρομεν τὴν σύμπραξίν μας εἰς τὰ ἔργα της. Ἀλλά, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἔλεγεν ἀγορεύων, ἂν δὲν σᾶς ἔχωμεν μεθ’ ἡμῶν, ἔχομεν ὅμως τὴν ψῆφόν σας, ἤτοι, ἐὰν δὲν παρακολουθῆτε τὴν Ἀντιπολίτευσιν ψηφίζοντες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως μεθ’ ἡμῶν, ἔχομεν τὴν ἔγγραφον ψῆφόν σας, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν καθ’ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἔσφαλεν ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας καὶ θὰ πεισθῇ, ὅτι καὶ ἂν ἐκαθήμην εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, καὶ ἂν δὲν εἶχον ταχθῆ ὑπὲρ τῆς πτέρυγος ταύτης, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ παρακολουθήσω αὐτὸν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἐὰν δὲν ἔδιδον ψῆφον λευκὴν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἠρνούμην ὅμως νὰ δώσω τοιαύτην ψῆφον ὑπὲρ τῆς καταλύσεως αὐτῆς. Λυποῦμαι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅ,τι αἰσθάνομαι, ἀλλὰ θὰ τὸ εἴπω· δὲν ὑπάρχει σήμερον Ἀντιπολίτευσις πρὸς οἰκοδομὴν, εἶναι Ἀντιπολίτευσις πρὸς κατάλυσιν μόνον· συμφωνεῖτε ἵνα καταλύσητε μίαν Κυβέρνησιν, πρὶν ἢ συνεννοηθῆτε διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς διαδόχου, καὶ δικαιοῦμαι νὰ τὸ εἴπω, διότι ὅ,τι σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος λέγω, καὶ τὸ ἔγραψα ἀπαντῶν εἰς ἐπιστολὰς, καὶ ὅ,τι σήμερον πρεσβεύω τὸ ἐξέφρασα καὶ ὅτε εἰς ὁμοίαν περίστασιν εὑρέθην. Ἠδυνάμην λοιπὸν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Εὐρυτανίας, νὰ ἀποτελέσω καὶ ἐγὼ μέρος τοῦ μωσαϊκοῦ ἐκείνου (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἀλλ’ ἐὰν ἀπετέλουν μέρος, θὰ ἔμενον ἐλεύθερος μὲ τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς πεποιθήσεις μου, ὡς οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν εἶναι, καὶ θὰ ἔδιδον τὴν ψῆφόν μου ὡς ἐγὼ ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω αὐτήν, διότι καὶ σήμερον καὶ πάντοτε ἀπέκρουον ἐνέργειαν ἔχουσαν σκοπὸν τὴν ἐπίθεσιν μόνον ἢ τὴν κατάλυσιν μιᾶς Κυβερνήσεως. Καὶ τοιαῦτα ἐφρόνει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ ὁ ἀποβιώσας ἀρχηγός μου. Οὐδέποτε, κύριοι, ὁ Κουμουνδοῦρος ἐπροκάλει πολιτικὸν ζήτημα διὰ νὰ γεννήσῃ ἁπλῶς πολιτικὴν συζήτησιν, καὶ οὐδέποτε ἐπεζήτει τὴν πτῶσιν Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν διαδεχθῇ· καὶ ἐὰν πολλάκις ἐγεννῶντο συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, αἵτινες ἐλάμβανον χαρακτῆρα πολιτικοῦ ζητήματος, ἀπεύφευγεν ἀπὸ τοῦ νὰ καθιστᾷ τοιοῦτον καὶ πολλάκις ὑπεχρεοῦτο νὰ τὸ δεχθῇ τιθέμενον. Διαφωνοῦμεν λοιπὸν, ἀξιότιμε βουλευτὰ Εὐρυτανίας, καὶ ἀρκεῖ αὐτὸ καὶ μόνον τὸ ζήτημα ὅπως σᾶς καταδείξῃ, ὅτι ἡ ψῆφος ἡμῶν οὔτε ἔγγραφος, οὔτε προφορικὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ψῆφος ὡς τὴν ἰδικήν σας, καὶ ἐὰν παρεκαθήμην μεταξὺ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἀκούω φωνὴν, ἥτις ἀπαιτεῖ ἀπάντησιν: «καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν εἶσαι σὺ, ὅστις ἐπολέμησας αὐτό; Δὲν ἔδωσες ψῆφον κατ’ αὐτοῦ, ὅτε προσεκλήθης νὰ ψηφίσῃς τὸ οἰκονομολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε παρουσιάσει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νομισματικοῦ νόμου νομοσχεδίου αὐτῆς;» Καὶ ἀπαντῶ. Κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἠμφισβήτησεν τοὺς φόρους, διότι ἠσπάζετο τὴν ἀρχὴν τοῦ ἰσοζυγίου· δὲι ἠμφισβήτησε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ παρεδέχετο κατὰ συνέπειαν τὸ δάνειον. Ταῦτα ἐφρόνει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ταῦτα ἐφρόνει καὶ ὁ ἀρχηγὸς αὐτῆς Διὰ νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὠφείλομεν νὰ κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον, ὠφείλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ φόρους. Ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην ἀρχὴν δὲν ὑπῆρχε διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν· ὑπῆρχον ὅμως ριζικαὶ διαφωνίαι, καὶ ἡ πρώτη ἦτο ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος· ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν πρότασιν, ἥν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε. Πρόκειται δὲ νῦν νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον ζήτημα; οὐχὶ βεβαίως· καὶ ἐὰν ἐπανήρχετο εἰς συζήτησιν καὶ ἂν ἤμην ἀντιπολιτευόμενος, δὲν θὰ ἐψήφιζον πλέον ὑπὲρ τῆς προτάσεως, διότι ἡ μὲν βλάβη ἐπῆλθε, ψηφίζων δὲ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, θὰ ἐψήφιζον πλέον κατὰ τῶν ἀγαθῶν τοῦ μέτρου ἐκείνου. Ἡ πρότασις, κύριοι, ἦτον ἀναβλητικὴ, ἤτοι νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ μέχρις οὗ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· διότι ἐπιστεύομεν, ὅτι τ’ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐπεδίωκεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἄνευ τῆς ἄρσεως. Ἀλλὰ σήμερον ἐργαζόμεθα διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Συνεπὴς λοιπὸν πρὸς ἐμαυτὸν ἤθελον καταψηφίσει ὅ,τι ἄλλοτε ὑπερεψήφισα, ἀφοῦ κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἄρσεως. Τὰ λοιπὰ Νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τ’ ἀφορῶντα τὸν φόρον ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπολεμήθησαν παρ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων· οἱ φόροι οὗτοι καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου. Εἰς τὰ καθέκαστα μόνον ὑπῆρξαν διαφωνίαι. Καὶ δὲν ἠδύνατο, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν νὰ πολεμηθῶσιν οἱ φόροι, ἀφοῦ ἐπεδιώκετο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἐθεωρήθησαν ἀείποτε ὡς ἀντικείμενον τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἐκ τῶν τοιούτων δὲ φόρων πολλὰ καὶ πλούσια εἰσοδήματα ἔχουσι τὰ Κράτη. Ἀλλ’ ἔχουσιν ἐλλείψεις οἱ Νόμοι οὗτοι. Ὡς ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγένοντο Νόμοι, καὶ εἰσὶν ὑποχρεωτικοὶ, ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διορθώσῃ αὐτοὺς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ τὰς ἐλλείψεις, ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ αὐτοὺς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν καὶ νὰ διδαχθῇ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ οὐχὶ ἐκ τῶν θεωριῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις, πρέπει νὰ μένῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις τὰ ἐμελέτησε, τὰ ἐπρότεινε καὶ τὰ ἐφαρμόζει. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς καταλύσεως τῶν Νόμων, οὓς ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον; Καὶ τὴν κατάλυσιν ἐπιδιώκει ἡ Ἀντιπολίτευσις ὡς διόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν μας; Καὶ ἐὰν δὲν ψηφίσωσιν οἱ ψηφίσαντες κατὰ τῶν Νομοσχεδίων ὅταν ὑπεβλήθησαν, θὰ ὦσιν ἀσυνεπεῖς εἰς τὴν διαγωγήν των; Δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ παροῦσα καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ φέρῃ πᾶσαν μεταῤῥύθμισιν, νὰ προτείνῃ πᾶσαν βελτίωσιν, καὶ τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἀποτελεῖ νομοθετικὸν ἀντικείμενον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ Νόμοι δὲν εἶναι τὰ Νομοσχέδια ὡς κατὰ πρῶτον ὑπεβλήθησαν· καθ’ ὅσον μάλιστα ἀφορᾷ τὸν Νόμον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, ὀλίγην σχέσιν ἔχει μὲ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἀπεκρούσθη· ἐκεῖνο μὲν ἐπεβάρυνε τὴν γεωργίαν καὶ τὸν γεωργικὸν κυρίως πληθυσμὸν, ὁ δὲ Νόμος ἀνακουφίζει αὐτὴν καὶ βαρύνει μόνον τὸν κάτοικον τῆς πόλεως, ὅστις εἶναι καὶ ὁ εὐπορώτερος. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὰ πνευματώδη ποτά· διότι ἀπηλλάγη σχεδὸν τοῦ φόρου ἡ μικρὰ παραγωγὴ καὶ μὲ τὴν βελτίωσιν τοῦ Νομοσχεδίου ὁ χωρικὸς δύναται νὰ ἔχῃ τὸν λέβητά του καὶ νὰ παράγῃ τὴν μικρὰν ποσότητα, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας του. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, ἀφορῶσι τὸ παρελθόν, ἀφορῶσιν ἔργα ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πολιτικὸν ζήτημα καὶ ἐκ τούτου θὰ εὕρῃ ἀντιφάσκουσαν τὴν ψῆφόν μας; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπαναφέρει εἰς συζήτησιν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἀπησχόλησαν τὸ Κοινοβούλιον ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας, καὶ ἄρχεται ἀπὸ τῆς γεννήσεως τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ τοιαύτην συζήτησιν. Ἐννοῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ψέγουσαν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰς πράξεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας ἐνήργησε κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς· ἐννοῶ πολιτικὸν ζήτημα τιθέμενον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα· ἄλλως, πᾶσα ἄλλη συζήτησις εἶναι κατανάλωσις χρόνου ματαία, καὶ ὄχι μόνον κατανάλωσις τοῦ χρόνου ματαία, εἶναι, ἀλλὰ καὶ δὲν συνάδει μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐπανέρχηται ἐπὶ τῶν ἀποφασισμένων καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἀκύρωσιν τῶν παρ’ αὐτῆς κυρωθέντων διὰ τῶν ψήφων ἐκείνων, οἵτινες μετὰ ἐλευθέρας βουλήσεως καὶ ἐσχηματισμένης πεποιθήσεως τὰ ἐψήφισαν. Ἔχομεν νέας προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐννοῶ τὴν συζήτησιν καὶ τὸν παραλληλισμόν. Ἤκουσα, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφερομένην τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ βίου ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος· ἀλλὰ τοιαύτη γνώμη ἀντίκειται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἐφαρμογὴ συνέτεινε κατά τι, ἀλλ’ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ βίου, κύριοι, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ δὲν εἶναι πραγματικὴ ὑπερτίμησις, εἶναι εἰκονικὴ, διότι δὲν εἶναι ὑπερτίμησις τῶν εἰδῶν, ἀλλ’ ὑποτίμησις τοῦ μέσου τῆς ἀνταλλαγῆς, διότι ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς συκλοφορίας τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον πρὸ 10 ἡμερῶν εἶχε μίαν ἀξίαν, μετὰ 5, 6 καὶ 20 ἡμέρας ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τοιαύτην καὶ ἀπέκτησε μικροτέραν. Ἡμεῖς οἱ μὴ παρακολουθοῦντες τὴν πορείαν τῆς νομισματικῆς ἀξίας δὲν ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι τὸ νόμισμα ἀπὸ 100 δραχμὰς ἠλαττώθη εἰς 90 ἢ 80, καὶ ἑπομένως ὅ,τι ἠγοράζομεν ἄλλοτε μὲ 80 δραχμὰς, ὀφείλομεν νὰ τὸ ἀγοράσωμεν 90 ἢ 110· καὶ ἀποδίδομεν τὴν διαφορὰν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῶν εἰδῶν, ἐνῶ αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ κακὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ μείωσις τῆς χρηματικῆς περιουσίας, ἄπειρα εἰσὶν καὶ ὀλέθρια τὰ ἀποτελέσματά της καὶ τὴν θεραπείαν αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει διὰ τῆς ἄρσεως. Αὐτά εἰσι τὰ μέτρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν πρέπῃ ἢ οὔ νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τῶν τοιούτων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῶν παρ’ αὐτῆς προτεινομένων νομοθετημάτων ὀφείλετε, κύριοι, νὰ ἐξελέγξητε τὴν διαγωγήν μας καὶ νὰ εἴπητε ἐὰν καλῶς κάμνωμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ τίς εἶναι ὁ ἀμφισβητῶν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Μὴ τάχα ἡ Ἀντιπολίτευσις περὶ αὐτῆς δὲν εἶναι σύμφωνος; Ἀλλ’ ἐνῶ θέλει τὴν ἄρσιν, ἔρχεται ἐκ τῶν προτέρων καὶ κατηγορεῖ τοῦ δανείου καὶ ἐπιτίθεται κατὰ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τοῦδε φωνεῖ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπονειδίστου συμβάσεως! Θέλουν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ δὲν θέλουν τὴν συνομολόγησιν δανείου· ἐγὼ ὅμως καὶ συνεπὴς πρὸς ὅσα ἐφρόνει ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος, θὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ δανείου, διότι τὴν δίδω ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν μετὰ θέρμης συζητήσαντα κατὰ τοῦ δανείου, καὶ ἀνεμνήσθην, ὅ,τι εἶχον ἀναγνώσει καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰργάζοντο καὶ ἐν Ἰταλίᾳ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ τότε, ὅτε ὁ ὑπουργὸς Μαλλιάνης ἐνεφανίσθη κατὰ πρῶτον ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ πρότασις αὐτοῦ μετὰ γέλωτος ἐγένετο δεκτή, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἠγέρθησαν φωναὶ κατὰ τοῦ σχεδίου τούτου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε ἐπεκαλοῦντο τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τότε ἐνόμιζον τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὡς ἀδύνατον καὶ ἐπιβλαβῆ, καὶ περὶ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν χρεωγράφων ἐλάλουν καὶ τὸ ζήτημα τῆς Αἰγύπτου ἐπεκαλοῦντο καὶ τὸν κλονισμὸν εἰς τὰ Χρηματιστήρια. Ἀλλ’ ὁ Μαλλιάνης ἐπέμενε εἰς τὴν ἰδέαν του, διότι εἰργάζετο μετὰ πεποιθήσεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον, καὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, καὶ συνωμολόγησε τοιοῦτον ἐξ 600 ἑκατομμυρίων καὶ ἐπέκεινα. Καὶ τότε φωναὶ ἠγέρθησαν ἐκ μέρους τῆς βιομηχανίας, ὅτι ἐπίκειται καταστροφή, ὅτι τὸ χρῆμα θὰ φυγαδευθῇ, ἅμα ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ταμείων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ὁ Μαλλιάνης πεποιθὼς εἰς ὅ,τι ἔπραττεν, ἦρε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τώρα ἡ Ἰταλία ἀπηλλάγη τῆς γαγγραίνης, ἥτις ἔφθειρε τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου καὶ ἠπείλει ἑκάστοτε οἰκονομικὴν κρίσιν.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπὸ ποίους ὅρους;
§76ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς μὲ ἐρωτᾷ ὑπὸ ποίους ὅρους. Πρὸς ἀπάντησιν τὸν παραπέμπω εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τῷ προσθέτω δὲ ὅτι ἡ Ἰταλία, λαμβάνουσα ὡς βάσιν τὴν τιμὴν τῶν χρεωγράφων της, ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ αὐτὸ κατὰ 5 ἢ 6 κάτω τῆς τιμῆς αὐτῶν, ἐνῷ ἡμεῖς, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τῶν ἰδικῶν μας, τὸ συνομολογοῦμεν μόνον εἰς 1½ ἢ δύω.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ½% μόνον.
§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά, παραβαλλομένου τοῦ δανείου τούτου πρὸς ἐκεῖνο. Παραβαλλομένου δὲ τοῦ προτεινομένου δανείου μὲ τὸ τῶν 120 ἑκατομμυρίων, ἀνευρίσκομεν τὰ πλεονεκτήματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ὀφείλει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν μόνον τὴν οἰκονομικήν· αὕτη συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὰς προπαρασκευάς, περὶ τῶν ὁποίων συμφέρον καὶ καθῆκον καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἑκάστοτε εἶναι νὰ φροντίζῃ. Ἐὰν δὲ δίδω σήμερον τὴν ψῆφόν μου, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἤθελον δώσει, ἐὰν ἔζη καὶ ὁ ἀποβιώσας ἀρχηγός μου, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην ἤκουσα καὶ ἀπεδέχθην, ὅτε ἐπρόβαλον πρὸς αὐτὸν ἀπορίαν ὡς πρὸς τὴν ἄρσιν αὐτῆς καὶ διὰ δανείου, μὲ βαρεῖς ὅρους συνομολογουμένου. «Φίλε, Βαλσαμάκη, μοὶ εἶπεν, ἐνόσῳ ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐξωτερικῶς· ἐὰν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντά μας, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν χρήματα· ἄνευ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας θὰ ἤμεθα πάντοτε εἰς θέσιν καὶ δάνεια νὰ εὕρωμεν καὶ χρήματα νὰ προμηθευθῶμεν εὐκόλως». Ψηφίζων λοιπὸν τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον εἶμαι συνεπής, ἀλλὰ συγχρόνως πράττω ὅ,τι θὰ ἔπραττον, ἐὰν ἔζη ὁ ἀρχηγός μου. Καὶ πείθεται βεβαίως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ συναντηθῇ ἡ ψῆφος ἡ ἰδική μου μὲ τὴν ἰδικήν του, καὶ ἐὰν ἔτι εὑρισκόμην ἐν ᾗ καὶ αὐτὸς θέσει. Ἀλλά, κύριοι, δεύτερον μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἣν σήμερον ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Συμπολίτευσιν, εἶναι τὸ δασμολόγιον, ὅπερ ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου εἶναι σπουδαιότατον ἔργον, ἔχει σχέσιν μεγάλην καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόοδον τῆς ἐσωτερικῆς οἰκονομίας μας· διὰ τοῦ δασμολογίου δύναται νὰ βελτιωθῇ σπουδαίως ὁ βίος τοῦ ἐργάτου καὶ νὰ ὠφεληθῇ ἡ βιομηχανία τοῦ τόπου. Καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου ἀείποτε ἠσθάνθημεν, καὶ τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐξ αὐτοῦ πάντοτε ὡμολογήσαμεν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τοιαύτη πρότασις δὲν ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ. Τοιαύτην φέρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις· καὶ διότι τὴν φέρει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὀφείλω νὰ ἀντιστρατευθῶ κατὰ τοῦ μέτρου τούτου; οὐχί, κ. βουλευτὰ Εὐρυτανίας. Καὶ ἂν ἔτι παρέμενον μεταξὺ ὑμῶν, ἐγὼ ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς Κυβερνήσεως. Ζήτημα ἕτερον πολυθρύλλητον κατέστη ἑτέρα πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ μόνη, κατὰ τὸ λέγειν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρκεῖ νὰ προκαλέσῃ μέλαιναν ψῆφον κατ’ αὐτῆς, αὐτὴ καὶ μόνη ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς μεριμνῶντος ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου. Καὶ ποία ἡ πρᾶξις αὕτη; ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρέσβεως. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ προσοχῆς τοῦ εἰδικῶς ἀγορεύσαντος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν καὶ βεβαίως ἐθαύμασα τὴν εὐφυΐαν του καὶ τὴν λεπτότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ δυστυχῶς οὐδαμῶς ἐκλονίσθην εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ τῆς ἀγορεύσεώς του εἶχον. Ἀνεμνήσθην δὲ, ἀκούων αὐτὸν ἀγορεύοντα, σοφοῦ τινος, ὅστις γράφων περὶ τῶν νόμων, λέγει «πρώτιστον καὶ κύριον στοιχεῖον τοῦ τελείου νόμου εἶναι ἡ εὐκρίνεια· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ὅταν ὁ Νομοθέτης κατορθώσῃ τὸ τοιοῦτον, τ’ ἀντίθετα συμφέροντα καὶ ἡ στρεψοδικία τῶν δικηγόρων κατορθοῦν ἐνίοτε νὰ ἐπισκοτίσωσι τὴν ἔννοιαν.» Προκειμένου, κύριοι, νὰ ὑποκύψωμεν εἰς μίαν ἑρμηνείαν καὶ ἰδίως τοῦ θεμελιώδους νόμου, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ· ὅτε τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς, ἀπαγορεύεται ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, διότι τοιαύτη ἑρμηνεία ἔχει τοὺς κινδύνους της. Κρίνω δὲ περιττὸν, κύριοι, νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν ἑρμηνευτικὴν τοῦ νόμου, καὶ τὸ κρίνω περιττὸν, πρῶτον διότι φρονῶ ὅτι ὅσοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἑρμηνευτοῦ ὅπως ἐξηγήσωσι τὸν νόμον, καὶ δεύτερον διότι ἡ ἀνάγνωσις καὶ μόνη τοῖς δίδει πᾶσαν ἐξήγησιν, καὶ οὐδεμία ρητορικὴ δεινότης δύναται νὰ τοὺς μεταπείσῃ ἀπὸ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσωσιν ἀπὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἀλλά, κύριοι, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶμαι σύμφωνος, ψηφίζων ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν γνώμην, ἣν εἶχεν ὁ ἀποβιώσας Κουμουνδοῦρος, διότι τοιαύτην εἶχεν ἐκφράσει καὶ ἄλλοτε γνώμην.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ δὲ νῦν ἀρχηγός σας ποίαν εἶχε τότε;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν αὐτὴν εἶχον.
§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἐξετάζω τὸ τοιοῦτον, κ. Μίληση πρόκειται ἤδη νὰ δώσω ἐγὼ ψῆφον, ἐξετάζω τὴν ψῆφόν μου· καὶ ἂν ἀνέφερα τὴν γνώμην ἄλλου, τὸ πράττω, διότι, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα ὑποχρεωθεὶς νὰ λάβω τὸν λόγον ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων ἐπιθέσεων τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ τί ἐφρόνει ὁ ἀποθανών. «Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι «βουλευταὶ δὲν διορίζονται εἰς ἔμμισθον θέσιν. Δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ προσληφθῶσιν ἄμισθοι βουλευταὶ εἰς ὑπηρεσίαν ἄνευ δικαιώματός τινος. Τοῦτο ἐγένετο ἄλλοτε παραδεκτὸν, τοῦτο ζητοῦμεν καὶ τώρα. «(Εἷς βουλευτὴς ἐπιθυμεῖ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι οὐ μόνον ἀμισθὶ θὰ ὑπηρετήσωσιν, ἀλλ’ οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως θὰ λάβωσιν. «Ἕτερος βουλευτὴς ἀναφέρει ἀγγλικὰ προηγούμενα τοῦ Γκόσεν Γοὺλφ κτλ.»
§82ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ ταῦτα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 10 Νοεμβρίου 1880, κατὰ δὲ τὴν συνεδρίασιν τῆς 27 Φεβρουαρίου 1881 ἐπιμένει ἐκφράζων τοιαύτην γνώμην, εἰς ἣν βουλευτὴς ἁρμόδιος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων προσθέτει, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1878, ὅτε τὸ αὐτὸ ζήτημα παρουσιάσθη, ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ὅτι οἱοσδήποτε βουλευτὴς, καλούμενος εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ μὴ λαμβάνων ἀντιμισθίαν, δὲν θεωρεῖται ὡς ἀποβαλὼν τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ κτλ. Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα, θὰ ἰδῆτε, ὅτι, ὅτε ἀπαθῶς συνεζήτει ἡ Βουλὴ, δὲν ἐγεννήθη ζήτημα, ἂν ἠδύνατο νὰ διορισθῇ εἰς ἄμισθον θέσιν ἢ εἰς ὑπηρεσίαν δημοσίαν ἄνευ μισθοῦ βουλευτὴς, χωρὶς ν’ ἀπολέσῃ τὴν ἰδιότητά του, ἀλλὰ τὸ μόνον ζήτημα, ὅπερ ἀνεφύη καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη νὰ γείνῃ λόγος ὡρισμένος καὶ ῥητὸς εἰς τὰ πρακτικὰ, ἦτο νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία ἀποζημίωσις· καὶ ὁ λόγος εἶνε προφανὴς, προέθεντο νὰ προλάβωσι τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου διὰ τῆς χορηγήσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ μισθοῦ ἀποζημιώσεων εἰς τὸν ἀποστελλόμενον, λόγῳ ἐξόδων κτλ. Ἐθεώρησε δηλ. ἡ Βουλὴ ὡς παράβασιν τοῦ Συντάγματος τὸν μισθὸν, καὶ τὴν καταδολίευσιν τοῦ νόμου διὰ τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἄρα ἐκείνης οὐδὲν ἄλλο πόρισμα ἐξάγεται παρ’ ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται σήμερον, τότε, ὅτε ἀπαθῶς συνεζήτει ἡ Βουλὴ, οὔτε ζήτημα ἦτο, οὔτε θόρυβος ἐγένετο, οὔτε συζήτησις τόσον σπουδαία ἔλαβε χώραν, διότι τότε περὶ πολιτικοῦ ζητήματος δὲν ἐπρόκειτο, ἀντίθετα συμφέροντα δὲν ἐπάλαιον καὶ ἡ δικηγορικὴ λεπτολογία δὲν εὕρισκε τροφήν. Ἤθελον καταλήξει ἀμέσως τὸν λόγον, ἂν δὲν ἐφρόνουν ὅτι ὤφειλον ὁπωσδήποτε πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος νὰ ὁμιλήσω ὀλίγα ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ὤφειλε νὰ γίνεται ἀντικείμενον συζητήσεως, πολὺ δὲ μᾶλλον δὲν ὤφειλε νὰ τεθῇ ἐπὶ τοῦ τάπητος ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, ἐῤῥίφθη ἡ λέξις τῆς συναλλαγῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, καὶ τότε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ εἶπον ὅ,τι σήμερον ἐπαναλαμβάνω.
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπὸ ποίαν μερίδα ἐῤῥίφθη;
§84ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι εἰς τὸν μὴ διοικήσαντα εἰσέτι τὸ Κράτος ἐπιτρέπεται νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ διοικήσῃ αὐτὸ ἀνεξαρτήτως πάσης ἐπιδράσεως πολιτικῆς· ἀλλ’ ὅστις ἐστάθη εἰς τὴν διοίκησιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποκύπτῃ πᾶσα Κυβέρνησις, ὄχι διὰ λόγους συναλλαγῆς — διότι εἶναι εὐτελὲς καὶ ἀνάξιον σπουδαίων ἀνδρῶν τοιοῦτόν τι νὰ ῥίπτηται ἐν τῇ Βουλῇ· οὐδὲ ἐπίστευσα, οὐδὲ πιστεύω, ὅτι βουλευτὴς δύναται νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὴν μίαν πτέρυγα εἰς τὴν ἄλλην χάριν μικρῶν εὐτελῶν ὑπαλληλίας ἀπαιτήσεων—δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅ,τι ἄλλοτε κατεδίκασε, τοσούτῳ μᾶλλον, ἀφοῦ ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ μένῃ ἀνεξάρτητος κατὰ τὴν διοίκησιν τῆς πολιτικῆς, πολὺ δὲ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τῆς λέξεως τῆς συναλλαγῆς, διότι ἂν τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁμολογῆτε, ὅριον δὲν θὰ εὕρητε νὰ σταματήσητε, διότι πᾶσα Κυβέρνησις κύπτει εἰς τὴν πολιτικὴν, καθ’ ὅσον ἐπιδιώκει τὴν ὑπερίσχυσιν συστήματος διὰ τοῦ ὁποίου φρονεῖ ὅτι δύναται νὰ κατορθώσῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου, καὶ νὰ ἐργασθῇ πατριωτικῶς ὑπὲρ αὐτοῦ· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ὄχι μόνον πᾶσα ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸν τοιοῦτον σκοπὸν, ἀλλὰ καὶ μικρὰ θὰ θεωρηθῇ ἡ θυσία, ὅτι ἡ ἐπιδιωκομένη πολιτικὴ ἀπαιτεῖ τὴν ἀτομικὴν θυσίαν τοῦ βουλευτοῦ χάριν τοῦ τόπου. Οἱ συνάδελφοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ῥίπτουσι τοιαύτας φράσεις ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, δεικνύουσιν, ὅτι δὲν σέβονται ἑαυτούς· διότι, ἐὰν ἐσέβοντο ἑαυτοὺς, ἤθελον σεβασθῆ καὶ τοὺς ἀντιθέτους των, οἵτινες δικαιοῦνται, ἀντεπεξερχόμενοι, νὰ ἀποδώσωσι τὰ ἴσα, καὶ ἐὰν δὲν θέλωσιν νὰ σεβασθῶσι τοὺς ἀντιθέτους των, καθῆκον ἔχουν νὰ σεβασθῶσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Καὶ εἰς τοιαύτην ῥῆσιν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἀπαντήσας ἔδωσε τὴν ἀπόδειξιν, διότι καὶ νῦν καὶ πάντοτε εἰς τοιαύτην κατηγορίαν, ἡ ἀπάντησις ἔσεται μία, ἤτοι κατηγορία τοῦ Κοινοβουλίου. Ὀδυρόμεθα, κύριοι, διότι κατέπεσεν ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου, θρηνοῦμεν διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν καὶ λυπούμεθα, διότι μᾶς ἐγκαταλείπει ἡ κοινὴ γνώμη, ἐνῷ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐρχόμεθα ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου προσπαθοῦντες παντὶ τρόπῳ νὰ σβέσωμεν τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ Κοινοβούλιόν του. Καὶ, κύριοι, καταλήγων τὸν λόγον, ὑποχρεοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι λαλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν λαλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, διότι προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαγωγήν μου· εἶσθε μάρτυρες οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ὅτι δεχθεὶς νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὴν Ἐπαρχίαν μου, οὐδὲν ἄλλο ἐπεζήτησα, ἀρκούμενος εἰς τὴν τιμὴν ταύτην. Ὑπῆρξα συνεργάτης τοῦ ἀειμνήστου Κουμουνδούρου ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεώς του, ἀλλὰ τὸ ἔπραξα διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω, διότι δὶς καὶ τρὶς μὲ ἐτίμησε διὰ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, καὶ τελευταῖον, ἂν καὶ διεφώνησα πρὸς αὐτὸν εἰς ῥιζικὰ ζητήματα, οἷον τὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς λύσεως τοῦ Ἐθνικοῦ ζητήματος, δὲν τὸν ἐγκατέλειψα ὅμως, διότι δὲν ἐξέλιπεν ἀπ’ ἐμοῦ ἡ εἰς αὐτὸν πεποίθησις· καὶ καλῶς ἔπραξα, διότι κατόπιν ἐπείσθην ὅτι εἶχε δίκαιον νὰ λύσῃ ὡς ἔλυσε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἦλθον δὲ ἐνταῦθα καὶ δὲν ἐγκατέλειψα τὴν θέσιν μου· τὸν εὗρον καταδιωκόμενον καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς φίλους του, καὶ ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου, παρασχὼν τὴν ὑποστήριξίν μου καὶ διὰ τῆς ψήφου μου καὶ διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων. Ἀπὸ τοῦ 1875, ἀφ’ ἧς κατὰ πρῶτον ἡ ἐπαρχία μου μοὶ ἀνέθεσε τὴν τιμὴν νὰ τὴν ἀντιπροσωπεύσω, μίαν θέσιν ἐτήρησα, καὶ αἱ προσωπικαὶ δυσαρέσκειαι οὐδέποτε μετέβαλον τὴν γνώμην μου. Παύσατε ἄρα τῶν τοιούτων μέσων τῆς ἐπιθέσεως, διότι ἄλλως δεικνύετε ὅτι ἐπαύσατε σεβόμενοι ἑαυτοὺς, καὶ συντελεῖτε, ἀγόμενοι ἐκ τῆς πολιτικῆς θέρμης, εἰς τὴν κατάπτωσιν παντὸς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἠθικοῦ στοιχείου καὶ εἰς τὴν κατάπτωσιν αὐτοῦ (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 Μ. Μ.)