1883.11.28
912 στίχοι · 6.896 λέξεις · 63 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 28 Νοεμβρίου 1883.
(Δευτέρα)
(Ὥρα 4 μ. μ.)
(Εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπικυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δουζίνας ὑποβάλλει ἐγγράφους ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, αἵτινες θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα) Ὁ κ. Ρηγόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον πρὸς ἐπερώτησιν.
§2ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ.
§3ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς δύω ἀναφορὰς, ὧν ἡ μία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ εἶναι τῶν κρεωπωλῶν Πόρου ἐπιζητούντων τὴν διόρθωσιν ἑνὸς, κατ’ αὐτοὺς, σφάλματος, τὸ ὁποῖον διεπράξατο ὁ δήμαρχος Τροιζηνίων, φορολογήσας τὰ θρέμματα κατὰ τρόπον μὴ προσήκοντα ὡς αὐτοὶ ἰσχυρίζονται· ἡ δὲ ἑτέρα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, περιέχουσα παρατηρήσεις, διὰ τίνα λόγον, ἐνῷ πέντε ἰατροὶ εἶναι ἐν Πόρῳ, ὁ Οἰκονομικὸς ἔφορος ὑπέβαλεν εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος ἰατροῦ μόνον ἕνα, τὸν ἀναφερόμενον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς. Κεφάλαιον Α. Βουλή. Ἄρθρ. 1. Ἀποζημιώσεις βουλευτῶν πρὸς δραχ. 1800, δραχ. 439,200.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐνταῦθα βλέπω ἀντισυνταγματικόν τι. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ βουλευταὶ λαμβάνουν 2 χιλιάδας δραχμὰς, ὄχι 1800.
§6Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι σωστὸν, ἔχει δίκαιον.
§7ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν νομίζω νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ συνάδελφος, εἶναι δὲ ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§8ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλοῦμεν μὴ τὸ συζητῆτε.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρῶτον ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀνάξιον, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀντάξιον· πλὴν τὸ ἂν εἶναι ἀνάξιον ἢ ἀντισυνταγματικὸν, φρονῶ ὅτι δὲν εἴμεθα οἱ ἁρμόδιοι νὰ τὸ κρίνωμεν, διότι θίγομεν ζήτημα Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἡ ὁποία ἀπεφάσισε, τὸ ἔλυσεν ἂν ἦναι ἀνάξιον καὶ ἀντισυνταγματικόν· τώρα τὸ νὰ ποιῶμεν λόγον περὶ τῆς κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος ἱκανοποιήσεως τῶν βουλευομένων περὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων εἶναί τι, τὸ ὁποῖον μειοῖ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος; οὐδόλως· διότι τότε θὰ ἦτον αἰσχρὸν τὸ ἐφαρμόζειν τὸ Σύνταγμα. Πλὴν καὶ κατ’ ἀρχήν, ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, οὐδεμίαν παρουσιάζει ὄψιν χρήζουσαν σιωπῆς· ἡ ἀποζημίωσις τῶν προβούλων ἐν ἐλευθέραις πολιτείαις εἶναι ὁ ἄνευ ἐξαιρέσεως κανών. Μάλιστα οἱ πρόγονοι ἡμῶν, καὶ ἰδίως οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι, οἱ πάντων ἐλευθεροφρονέστεροι, ἐλάμβανον καὶ αὐτοὶ ἕκαστος δι’ ἑαυτοὺς ἀμέσως καὶ οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωποι λειτουργοῦντες λεπτὰ διὰ νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ λαοῦ. Ἐν ταῖς ἐλευθέραις πολιτείαις, ἐν αἷς ἕκαστος πολίτης εἶναι ἴσος ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ δὲν ὑπάρχει μέγας ἢ μικρός, ἀλλ’ ἅπαντες εἶναι μικροὶ μὲν ἐὰν μικροπρεπῶς τὰ ἐθνικὰ διευθύνουν, μεγάλοι δὲ ἐὰν μεγαλουργὸν πολιτείαν ἔχωσιν, ἐν αὐταῖς ταῖς πολιτείαις ἐθεωρήθη πάντοτε καὶ ἁπανταχοῦ παρομαρτοῦν πρὸς τὸ βουλεύεσθαι καὶ τὸ ἀποζημιοῦσθαι. Οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι οὐ μόνον ἐπληρώνοντο διὰ νὰ πηγαίνουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐπληρώνοντο διὰ νὰ πηγαίνουν καὶ εἰς τὸ θέατρον. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς ἐπόψεις τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μὴ εὐπρεπές, ἵνα συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ τὸ Σύνταγμα λέγῃ 2,000 δραχμάς, ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν τὰς 2,000, ἡ δὲ διάκρισις παλαιῶν ἢ νέων εἶναι ἔργον οὐχὶ νομοθετικόν, ἀλλὰ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἀναγωγή, ἡ ἀριθμητικὴ αὕτη πρᾶξις, εἶναι ἔργον τοῦ Ταμείου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Δουζίνα νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς). Ἄρθρον 2. Ἐνοίκιον τῆς ἁμάξης τοῦ κ. Προέδρου δραχ. 3,000.
§11ΧΟΪΔΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ 2 ἄρθρον διὰ τὴν ἅμαξαν τοῦ Προέδρου, διότι ἤκουσα παρὰ ἰατρῶν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀναιμικὸς ὤν, ἔχει ἀνάγκην νὰ βαδίζῃ πεζῇ. Χάριν τῆς ὑγείας τοῦ κ. Προέδρου, διακρινομένου μεταξὺ ἡμῶν διὰ τὴν σοφίαν του, τὴν εὐφυΐαν του καὶ τὴν κρίσιν του, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν Πρόεδρον ἀναιμικόν, ἀλλὰ πτῶμα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τοῦ κ. Χοϊδᾶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει. Κεφ. Βʹ. Κεντρικὸν Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Γίνεται δεκτὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 2. Ἔξοδα Γραφείου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ ἔξοδα γραφείου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ μίαν μικρὰν δαπάνην δραχμῶν πεντακοσίων διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εὑρέθησαν τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς παρελθούσης καὶ προπαρελθούσης Συνόδου μὴ ἀντιγεγραμμένα, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τυπωθῶσιν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ γείνῃ ἡ ἀντιγραφὴ αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἡ πίστωσις τῶν 500 δραχμῶν.
§14ΤΙΝΕΣ. Διατί δὲν ἀντεγράφησαν;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ οὕτω τὰ εὗρον, βεβαιῶ τὸ γεγονός· τοῦτο δὲ προῆλθεν, ὡς μοὶ εἶπον, ἕνεκεν ἀνεπαρκείας προσωπικοῦ. Τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀπησχολημένον εἰς τὴν τακτικὴν ἐργασίαν, αὐτὴ δὲ εἶναι ἔκτακτος. Σᾶς παρατηρῶ δὲ ὅτι πέρυσιν εἴχομεν δέκα γραφεῖς καὶ ἐφέτος μόνον ὀκτώ.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου διατὶ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα δὲν ἀντεγράφησαν.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἀντεγράφησαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι πάντες οἱ γραφεῖς οἱ διοριζόμενοι καὶ τότε διορισθέντες ἐνησχολοῦντο εἰς τὸ Στενογραφικὸν γραφεῖον· ὁ δὲ Διευθυντὴς δὲν ἔχει παρὰ τὸν Ρουσόπουλον εἰς τὰς διαταγάς του.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι αὐτὸ παντάπασιν ἀληθὲς, διότι ὑπάρχει, διωρισμένος εἰδικὸς Γραφεὺς διὰ τὴν ἀντιγραφὴν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν· οἱ δὲ ἀντιγραφεῖς τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου ἀσχολοῦνται εἰδικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἀντιγραφὴν τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη τῆς δαπάνης ταύτης, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ Κεφαλαίου Βου). Ἄρθρον 3ον. Στενογραφικὸν γραφεῖον.
§19ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ὦμεν δίκαιοι· ἀφοῦ ἀνηγάγομεν τὰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ πράξωμεν τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς στενογράφους, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐλάμβανον 320 δραχμάς, ἡ δὲ ἀναγωγὴ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐγένετο μόνον εἰς 300. Εἶναι δίκαιον, νομίζω, νὰ δώσωμεν καὶ εἰς τοὺς στενογράφους 320, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πλείους, διότι οὗτοι προσφέρουσι, κατ’ ἐμὲ, τὴν μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Πῶς θ’ ἀνεγινώσκομεν τοὺς ὡραίους λόγους τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου, τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη καὶ ἄλλων ρητόρων, οἵτινες διέπρεψαν μεταξὺ τῶν πρώτων καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον οἱ στενογράφοι οἱ ὑπάρχοντες; Ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἐδιδασκόμεθα ἐκ τῶν λόγων, τῶν ἀγαθῶν ἐκείνων ρητόρων καὶ τῶν Κυβερνώντων καὶ τῶν Ἀντιπολιτευομένων, μεταξὺ τῶν ὁποίων διεκρίθησαν ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Τρικούπης, ὁ Δεληγεώργης, ὁ Ζαΐμης καὶ τόσοι ἄλλοι. Νομίζω λοιπὸν δίκαιον ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἀναγωγὴ τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, νὰ γείνῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς στενογράφους, καὶ κατὰ συνέπειαν προτείνω ν’ ἀναβιβασθῶσιν αἱ 300 δραχμαὶ εἰς 320.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ γεγονὸς, ὅπερ ὁ κ. Χοϊδᾶς ἀνέφερεν, εἶναι ἀληθές· αἱ παλαιαὶ δραχμαὶ ὡς καὶ πρὸς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Στενογραφικοῦ γραφείου καὶ τοὺς στενογράφους δὲν μετετράπησαν εἰς νέας, διότι ὁ μὲν Διευθυντὴς ἐλάμβανε 340 καὶ νῦν λαμβάνει 330, ἕκαστος δὲ στενογράφος ἐλάμβανε 320, νῦν δὲ 300. Ἀπόκειται νῦν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
§21ΤΖΑΝΕΣ. Ἄν ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ γείνῃ δεκτὴ, παρακαλῶ διὰ τὸν αὐτὸν δίκαιον λόγον νὰ γείνῃ ἡ ἀναγωγὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ μισθοῦ, ὃν ἐλάμβανον, καὶ ὡς πρὸς τὸν κύριον Διευθυντὴν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Χοϊδᾶ......
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸ Σύνταγμα, Βουλευταὶ νὰ ζητῶσιν αὐξήσεις μισθοδοσιῶν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ποσοῦ καὶ οὐχὶ περὶ νέας δαπάνης.
§25ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς πένητας αὐτοὺς στενογράφους, τοὺς ἐργαζομένους ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας πρὸς τήρησιν τῶν ὡραίων λόγων καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς, χάριν αὐτοῦ τοῦ λαοῦ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Χοϊδᾶ, ὥστε ὁ μισθὸς οὗτος ἀντὶ 300 νὰ γείνῃ 320, νὰ ἐγερθῶσι· (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίστροφον.
§27Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπεῤῥίφθη. Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Οἱ κύριοι στενογράφοι ἐργάζονται μόνον ἐπὶ τέσσαρας μῆνας κατ’ ἔτος, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι λίαν εὐχαριστημένοι, λαμβάνοντες καθ’ ὅλον τὸ ἔτος τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει ἀμφιβολίας.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν δέχεται ἡ Βουλή;
§31ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Οἱ κύριοι στενογράφοι ἐλάμβανον μέχρι τοῦ 1875 250 δραχμὰς καὶ τώρα λαμβάνουν 300.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν δέχεται ἡ Βουλή.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπεῤῥίφθη καὶ μένει τὸ κεφάλαιον ὡς ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κεφάλαιον Δον. Βιβλιοθήκη Βουλῆς.
§35ΤΖΑΝΕΣ. Ἐννοῶ νὰ μὴ λαμβάνωσι μισθοὺς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται, ἀλλ’ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐργάζονται ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ὀφείλομεν νὰ μεριμνήσωμεν; Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω ἐδῶ πρόσωπα, οὐδὲ ψῆφον ζητῶ ἀπὸ κανένα ἐδῶ· ἀλλ’ οἱ κλητῆρες, κύριοι, τῆς βιβλιοθήκης ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ πρέπει ν’ ἀμειφθῶσιν· εἷς μάλιστα, ὅστις χρησιμεύει ὡς λεπτουργὸς, λαμβάνει 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα· δύναται νὰ ζήσῃ;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ πληρόνεται. (Γίνεται δεκτὸν τὸ κεφάλαιον Δον ὡς ἔχει. Ὁμοίως καὶ τὸ Εον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ηὐξημένον κατὰ 500 δραχμάς).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως.
§38Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρετηρήσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον γίνεται, καὶ τὴν προσβολὴν, ἥτις γίνεται εἰς ὁλόκληρον τὸ Σῶμα; Διανέμονται ἐνταῦθα τὰ προσκλητήρια διὰ τὸν βασιλικὸν χορόν. Ἀγοραίους μᾶς ἐθεώρησαν καὶ στέλλουν τὰ προσκλητήρια ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τὰ διανέμουν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ; Καὶ δὲν ἔχομεν οἰκήματα ἡμεῖς; Δὲν εἴμεθα ἴσοι πρὸς τοὺς τελευταίους, οὓς προσκαλοῦσι, καὶ ἔρχονται οἱ κλητῆρες ἐδῶ καὶ πετοῦν φανερὰ τὰ προσκλητήρια; Τοιοῦτος ἐξευτελισμὸς δὲν ὑπῆρξε ποτέ! Ἐὰν νομίζουν εἰς τὴν Αὐλὴν, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέρχωνται εἰς τοὺς χοροὺς τοῦ Βασιλέως, πρέπει νὰ προσκαλῶνται κατὰ τὴν ἀξίαν, ἣν ἔχουν· ἄλλως, θὰ ἦναι ἀνίκανοι, νὰ προσέλθωσιν εἰς χορὸν, προσκαλούμενοι κατ’ αὐτὸν τὸν ποταπώτατον τρόπον.
§39ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ παρατηρήσω αὐτὸ μόνον εἰς τὰ λεχθέντα, ὅτι αὐτὰ γίνονται ἐκ τοῦ Γραφείου κατὰ τὸ σύνηθες ἐν ἀγνοίᾳ μάλιστα τοῦ Προεδρείου.
§41ΡΟΥΚΗΣ. Καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι ἐγένετο, καὶ ὄχι ἐν ἀγνοίᾳ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πταῖσμα δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἀποδοθῇ, παρὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν θέλετε, καὶ εἰς τὴν προεδρείαν τῆς Βουλῆς, ἥτις δὲν ἐφρόντισεν ἐγκαίρως νὰ μάθῃ, ὅτι ἦλθον προσκλητήρια, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ διανεμηθῶσιν.
§43ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύνασθε, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναλάβητε σεῖς τὴν εὐθύνην αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος· εἶναι ἡ ἄκρα περιφρόνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπέσαμεν· εἴμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ παραίτιοι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥηγόπουλος εἶχεν ἐγγραφῆ πρὸς ἐπερώτησιν.
§45ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ νόμοι τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἔχουσί τι σκοτεινόν. Ὑποβάλλω σχετικῶς μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν καταθέτω ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον. (Ὅρα Παράρτημα).
§46ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§47ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας κυρίου Χατζοπούλου τὴν χθεσινὴν, ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω, καὶ διὰ τοῦτο παρεκάλεσα τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ μὲ ἐγγράψῃ, ἵνα εἴπω μάλιστα καὶ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Εἶχον σκοπὸν νὰ μὴ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀσθενεῖς γνώμας καὶ σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ζητήματος· ἀλλὰ καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἐῤῥίφθησαν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, μομφαὶ κατὰ τῆς πολιτείας ἐμοῦ καὶ ἄλλων λοιπῶν συναδέλφων μου, ἐχόντων τὴν αὐτὴν τιμὴν νὰ ὀνομάζωνται πρὶν Κουμουνδουρικοί. Κύριοι βουλευταὶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω λόγον τῆς πολιτικῆς μου· δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος λέγω, ν’ ἀπαντήσω εἰς ἀκαίρους εὐφυολογίας, πολὺ δὲ μᾶλλον εἰς ὕβρεις. Ἀλλ’ ὅμως νομίζω, ὅτι ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐμνήσθησαν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ αὐτῶν τοῦ παρελθόντος, ἡ μνήμη τῶν ὁποίων δι’ ἐμὲ εἶναι σεβαστή. Δὲν θὰ φέρω συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀπαντῶν ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς εὐφυολογίας ἐκείνων, θέλω μόνον ἐν τῇ ὁμιλίᾳ μου, ἐνώπιον ὑμῶν, ἀπαντήσει πρὸς αὐτοὺς, διατί ἐγκατέλιπον τὸ ἑδώλιόν μου, ὅπερ ἐπὶ 5 ὅλα ἔτη ἐκράτησα, καὶ διατί ἔλαβον ἑδώλιον ἐκεῖ πρὸς τὰ δεξιά. Δὲν ἔχει οὐδεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγχῃ τὴν πολιτείαν οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν, ἀναγομένην μάλιστα εἰς τὸ παρελθὸν, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου, ὅτε δύναται ν’ ἀπευθύνεται πρὸς συναδέλφους, οἵτινες ἔσχον τὸ ἀτύχημα ν’ ἀπολέσωσι τὸν πολιτικὸν ἡγέτην των, οὗτινος τὴν πολιτικὴν ἐξυπηρέτουν οὕτως. Καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀναβάλω τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ ὅταν ἐπιχειρήσω νὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαινιγμῶν ἐκείνων, θέλω παρακαλέσει τοὺς ζητήσαντας τὸν λόγον τῆς μετατοπίσεως ἡμῶν νὰ λάβωσι τὸν κόπον νὰ μὲ συνοδεύσωσι μέχρι τοῦ Νεκροταφείου, καὶ ἐκεῖ παρακειμένως ἐπὶ ἑνὸς λόφου, ἐπὶ ἑνὸς τάφου θὰ ἀνεύρωσιν ὅ,τι ἐπεζήτησαν, πρὸς δὲ καὶ ὅτι καὶ τὸ παρελθὸν εἶναι σεβαστὸν, καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐσμὲν δικαιολογημένοι, διότι μετέβημεν εἰς ἄλλην θέσιν.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί. «Δεινοὶ γὰρ πάντες ἐσμὲν πρὸς τὸ ψέγειν ἄνδρα εὐκλεῶς ζῶντα φθονῆσαι καὶ θανόντα δ’ αἰνέσαι», εἶπεν ἀρχαῖος σοφὸς Κολοφώνιος. Ὥστε δὲν εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, εἰς κατόπιν τοῦ ἄλλου ψέγουσι τὴν πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου τοῦ κ. Χ. Τρικούπη Πρωθυπουργοῦ. Ἐγὼ ὡς βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, εἶμαι φίλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ πεποίθησιν, διότι καθορῶ εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ταύτης τὴν εὐνομίαν, ὡς λέγει ὁ σοφὸς Βίας «εὐνομίης ἴδμονα θῆκε πόλιν.» Ὥστε τὸ ψέγειν εἶναι σύνηθες πατροπαράδοτον κατὰ τῶν εὐκλεῶς ζώντων ἀνδρῶν· ἀπορῶ πῶς δὲν ἤκουσά τινα μέχρι τοῦδε ψέγοντα καὶ τὸ γάλα τῆς μητρὸς τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἦτο τσαγκόν. Ὥστε δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἁπαξάπαντες οἱ βουλευταὶ Θεσσαλίας εἴμεθα φίλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναμένομεν ἐν σθενερᾷ ὑπομονῇ τὴν πραγματοποίησιν τῆς καλῶς ἐννοουμένης εὐνομίας, πρὸς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ ὀλβιότητα τοῦ Τόπου μας, καὶ βεβαίως τὰ μεγάλα σχέδια, καὶ ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι χρόνον μακρὸν καὶ δαπάνης οὐ μικρᾶς, καὶ καθόσον ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔχει τὴν θείαν ἐκείνην χάριν τοῦ Μωϋσέως, ἵνα διὰ τῆς ῥάβδου του κτυπήσῃ τὴν θάλασσαν καὶ ἀνοίξῃ τὰς ὁδοὺς τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ Ἡρακλῆς ἐστὶ νὰ ἔχῃ ἀνὰ χεῖράς του τὸ κέρας τῆς Ἀμαλθείας, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε εἰς τὸν ᾅδην, καὶ κατώρθωνε πᾶν δυσκολοκατόρθωτον τῇ ἀνθρωπίνῃ δυνάμει, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς, ὅστις εἶναι παντοδύναμος, καὶ ἐποίησε τὰ πάντα ἐντὸς ἓξ ἡμερῶν καὶ ἂν ἐβράδυνεν ἐπὶ μικρόν τινα χρόνον ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του, ἴσως θὰ ἐποίει τὰ ποιήματά του ἔτι σοφώτερα. Λοιπὸν ἂν ὁ ποιητὴς τῶν πάντων ἐχρειάσθη ἓξ ἡμέρας, ὁ ἄνθρωπος ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ του χρειάζεται ἓξ χρόνους καὶ πάλιν νὰ ἴδωμεν. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν, πρέπει νὰ δώσωμεν πᾶσαν ὑποστήριξιν εἰς τὴν ἀγαθὴν Κυβέρνησιν τοῦ Χ. Τρικούπη, καὶ εὐχηθῶμεν τὴν στερέωσιν αὐτῆς ἐπί τινας χρόνους πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ Τόπου, καὶ ἐφαρμογὴν τῶν τόσων λαοσωτηρίων μέτρων πρὸς τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους κατὰ ξηρὰν καὶ θάλατταν. Καὶ εἴθε ἡ ταπεινή μου φωνὴ καὶ παράκλησις ἀκουσθῇ ἀποτελεσματικῶς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων. Ἔρχομαι ἐν ὀλίγοις νὰ ἐρωτήσω ἤδη τὸν δημοκράτην, τὸν καὶ κοινωνιστὴν κύριον Χοϊδᾶν Ρόκον, βουλευτὴν Ἀττικῆς, εἶναι τάχα σοφώτερος τοῦ Πλάτωνος, καὶ τοῦ θείου Ὁμήρου ποιητοῦ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος; δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ ὁ κ. Χοϊδᾶς Ρόκος τοιοῦτον ἐγωϊσμὸν ὅτι εἶναι ὑπέρτερος κατὰ τὰς γνώσεις καὶ σοφίαν Πλάτωνος καὶ Ὁμήρου, τοὺς ὁποίους σέβονται οἱ αἰῶνες καὶ μέχρι συντελείας κόσμου, δὲν πιστεύω νὰ ἀντικαταστήσῃ τις σοφὸς κατὰ τὰς γνώσεις καὶ ποίησιν. Ἂν λοιπὸν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, πρέπει νὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Χοϊδᾶς τί λέγει ὁ Πλάτων περὶ δημοκρατίας καὶ ὀχλαγωγίας. «Ἡ λίαν ἄγαν ἐλευθερία οὐκ εἰς ἄλλο μεταβαλεῖν, ἢ εἰς ἄγαν δουλείαν ἰδιώτην καὶ πόλιν». Καὶ ἐρωτηθεὶς ὑπό τινος σοφιστοῦ, ἀπεκρίθη ὅτι «ἡ ὀχλαγωγία κατὰ ἓν βῆμα ἀπέχει τῆς δημοκρατίας». Ὁ δὲ θεῖος Ὅμηρος ἔγραψε τοὺς ἑξῆς στίχους· «Οὐ μέν πως πάντες βασιλεύσομεν ἐνθάδ’ Ἀχαιοί· οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη. Εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεὺς, ᾧ ἔδωκε Κρόνου παῖς ἀγκυλομήτεω σκῆπτρον τ’ ἠδὲ θέμιστας, ἵνα σφίσιν ἐμβασιλεύῃ». Τουτέστιν, δὲν ἤλθομεν ἐδῶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες νὰ βασιλεύσωμεν. Δὲν εἶναι καλὸν πρᾶγμα ἡ πολυαρχία. Εἷς ἄρχων ἔστω, εἷς βασιλεὺς, εἰς τὸν ὁποῖον ἔδωκεν ὁ υἱὸς τοῦ πολυμηχάνου Κρόνου τὸ σκῆπτρον καὶ τοὺς νόμους, ἵνα δι’ αὐτῶν βασιλεύῃ. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ σοφοὶ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος τί ἐφρόνουν περὶ Βασιλείας, περὶ Πολιτεύματος ἑνὸς καλῶς διοικουμένου Κράτους. Ποῦ λοιπὸν, κ. Χοϊδᾶ, εἶδες ὅτι ἡ Δημοκρατία ἐν Ἑλλάδι δύναται νὰ φέρῃ ἀγλαοὺς καρπούς; Ἡ Δημοκρατία ἐν Ἑλλάδι εἶναι, ὥς τις ἀπονενοημένος ἤθελε διορίσει παιδαγωγὸν εἰς τὰ τέκνα του μίαν ἀρκούδα καὶ τὸν σκύλον του μάγειρα τῆς οἰκογενείας του. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Χοϊδᾶ, τί ἔχουν νὰ χάσουν οἱ λεγόμενοι σύντροφοί σου δημοκρατικοὶ καὶ κοινωνισταί, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία σύγκειται ἀπὸ ἕνα κολάρον ἀπὸ χάρτην ἐγκλέζικον, καὶ ἀπὸ ἕνα χιτῶνα, τοῦ ὁποίου τὸ ἀρχικόν του ὕφασμα δὲν διακρίνεται ἀπὸ τὰ πολλὰ ἐμβαλώματα, καὶ κατοικίαν ἔχουν τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν, ἢ τὸ ὡρολόγιον τῆς πόλεως; Ὅθεν, κ. Χοϊδᾶ, παῦσε ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπικαλῆσαι δημοκρατικὰς ἰδέας, διότι οὐδεὶς θέλει σᾶς ἀκολουθήσει, ἔστω καὶ τῆς ἐσχάτης πενίας, ἐκτὸς μόνον ὁ ἐκ Πόρου βουλευτὴς Δουζίνας, ὅστις ἄλλοτε, καθὸ δημοκρατικός, δὲν ἤθελε νὰ ὁρκισθῇ σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ σᾶς μετρήσωμεν μὲ τὸ νοόμετρον τοῦ κ. Κασιμάτη ἂν τὰ ἔχετε σωστά· διότι ἂν εἴχετε μυαλά, δὲν θὰ ἐκηρύττετε τοιαύτας δημοκρατικὰς καὶ κοινωνιστικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ὁ λαὸς καὶ πᾶς φρόνιμος ἄνθρωπος μετὰ φρίκης ἀποστρέφεται, καθὸ ἐδοκίμασεν ἐμπράκτως κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1863 ὅπου ἐφονεύοντο ὁ εἷς παρ’ ἄλλου χωρὶς νὰ ἠξεύρουν καὶ τὸν λόγον τῆς ἀλληλοκτονίας των· ὥστε οὐδεὶς ἐκ τοῦ λαοῦ εὔχεται νὰ ἐπανίδῃ τὴν φρικαλέαν ἐκείνην ἐποχὴν τῆς μεσοβασιλείας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἠξεύρῃς, κύριε δημοκράτα κοινωνιστά, ὅτι πλεῖστοι φίλοι σοῦ, οὐχὶ φίλοι τῶν ἰδεῶν σου, μὲ παρήγγειλον νὰ δηλώσω εἰς ὑμᾶς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων, καὶ πλήθοντος τοῦ ἀκροατηρίου, ὅτι ἂν θέλῃς ἔξελθε εἰς τὰς ἀγυιὰς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, καὶ κήρυξε πανδήμως τὰς δημοκρατικὰς καὶ κοινωνιστικάς σου ἰδέας, καὶ ἐστὲ βέβαιος ἐκ προϊμίων ὅτι οὐδεὶς θὰ σᾶς ἀκολουθήσῃ συμμεριζόμενος τὰς χιμαιρικὰς ἰδέας σας· καὶ ἂν ἐκδυθῇς τὴν περιβολὴν τῆς βουλευτίας, καὶ ἐγκαταλείψῃς τὴν ἀσυλίαν τοῦ ἐλευθέρου λόγου τῆς Βουλῆς καὶ κηρύξῃς πανδήμως τὴν κατάλυσιν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος καὶ φληναφείας καὶ ἐρεσχελείας κατὰ τῆς βασιλείας τῆς Ἑλλάδος, τότε θὰ ὑποστῇς ἓν ἐκ τῶν δύω ἢ τὴν εἰς φιλανθρωπικὸν κατάστημα ἄφιξίν σας, ἵνα σοῦ ἔλθῃ ὁ νοῦς, ἢ εἴς τινα φυλακὴν ὡς ὑπόδικος ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ τοῦ Πολιτεύματος κατηγορούμενος. Ὅθεν παῦσε τοῦ νὰ φρονῇς περὶ Δημοκρατίας, καὶ κοινοκτημοσύνης, διότι ἔπαυσεν ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ὅπου ἐτιμῶντο τὰ λευκὰ γένεια, καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἀγοράζουν τόσον εὐκόλως κωλοφωτιές διὰ φανάρια. Περαίνων τὸν λόγον μου εὔχομαι εἰς ὑμᾶς εἰλικρινῶς, κύριε Χοϊδᾶ, νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν σώφρονα ὁδὸν τῆς ἀρίστης πολιτείας πρὸς τὴν εὐδαιμονίαν καὶ ὀλβιότητα τοῦ Τόπου μας, καὶ ἄφες τὰς δημοκρατικὰς καὶ κοινωνιστικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τὸ Ἔθνος μετὰ μεγίστης φρίκης ὁλόσωμον ἀποκρούει, καὶ μὴ θέλῃς νὰ διαψεύσῃς τὰ λεγόμενα περὶ γερόντων τοῦ θείου Ὁμήρου ἀπέναντι τῆς λευκῆς σου κόμης καὶ βαθυτάτου πώγωνός σου: «Αἰεὶ δ’ ὁελοτέρων ἀνδρῶν φρένες ἠερέθονται, οῖς δ’ ὁ γέρων μετέησεν, ἅμα πρόσσω καὶ ὀπίσσω λεύσει, ὅπως ὄχ’ ἄριστα μετ’ ἀμφοτέροισι γένηται». Τουτέστι συνήθως τῶν νέων ὁ νοῦς δὲν εἶναι σταθερός· εἰς ὅσους δὲ ἀνάμεσα ὑπάρχει ὁ γέρων, συνηθίζει ἐκ τῆς πείρας του νὰ κρίνῃ περὶ τῶν μελλόντων, καὶ φροντίζει πῶς νὰ ἀποβῇ τὸ πρᾶγμα πρὸς μεγίστην ὠφέλειαν καὶ τῶν δύω μερῶν. Λοιπὸν ἢ ὁ Ὅμηρος ἐλανθάσθη εἰς τὴν στιχουργίαν, ἢ δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τοιοῦτον γέροντα ὡς τὸν κ. Χοϊδᾶν.
§50ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Πρὶν ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ἔχω ἀνάγκην μιᾶς διασαφηνίσεως. Ἐζήτησα τὸν λόγον καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπαντῶν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσσεως, ἔφθασεν εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καθ’ ὅσον δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς συζητήσεως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ εἰσηγησάμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πολιτικὸν ζήτημα κ. Δηλιγιάννης κατέδειξε μόνον τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγξῃ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπέρανεν ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ὅλα συλλήβδην, ἀλλὰ χωριστὰ ἕκαστον καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη, ὡς Πρεσβευτοῦ, εἶνε συναφῆ, καὶ ἑπομένως ἀπαρτίζουν ζήτημα κύριον διὰ μίαν εἰδικὴν συζήτησιν. Πλὴν τούτου, δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς δὲν ἀπήντησεν ἀκόμη εἰς μίαν ἐπερώτησίν μου, ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαγωγὴν τῶν ἐν Δωρίδι δημοσίων Ἀρχῶν. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ διευκρινισθῇ τοῦτο, ἂν δηλαδὴ ὅλα τὰ ζητήματα θὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ ἢ κεχωρισμένως τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Σκουλούδη.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Δωρίδος.
§52ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Θέλω μελετήσει αὐτά.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ζυγομαλᾶς.
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα· ἐπανειλημμένως ἐζητήσαμεν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἐπανειλημμένως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἢ δὲν ἤκουσεν ἢ δὲν ἀντελήφθη, ἢ λέγει ὅτι ἐνόμιζεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ βοσκῆς ἢ λειμώνων. Λοιπὸν τὸν παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποῖα ἔγγραφα;
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰς τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον κατεθέσατε, δὲν περιλαμβάνονται τὰ ἔγγραφα τοῦ 1882 καὶ 1883, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχε ζητήσει ἕτερος βουλευτὴς κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν Σύνοδον κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ Κωπαΐδος, ἐνῷ κατόπιν ἀντηλλάγησαν σπουδαῖα ἔγγραφα μεταξὺ Κυβερνήσεως, τῶν διαφόρων Ἀρχῶν καὶ τῆς ἑταιρίας Κωπαΐδος, καὶ ἰδίως ἐφέτος, καὶ αὐτῶν ἀκριβῶς ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην.
§57ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπίσης θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροκαλέσατε τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐκδώσῃ μετοχάς. Ἐπίσης ἔγγραφον μεταξὺ τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου καὶ ἑταιρίας· ὁ Κουμουνδοῦρος δὲν ἀνεγνώριζε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ὡς μὲ ἐβεβαίωσαν.
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν δυσκολίαν νὰ ἔλθετε καὶ ὁ ἴδιος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ σᾶς συνοδεύσω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ τμῆμα· ἐπανειλημμένως διέταξα τὸ τμῆμα ὅσα ἔγγραφα ὑπάρχουν περὶ Κωπαΐδος νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ ἑταιρίας, τὰ ἔχω μέσα.
§60ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως ἔργον ἐμὸν δὲν εἶναι νὰ μεταβῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐρευνήσω ἂν ὑπάρχουν ἔγγραφα. Πρῶτον δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ τοιοῦτον, καὶ δεύτερον ὅπως ἀποκρύπτουσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ζητῶ, κατὰ μείζονα λόγον θὰ τὰ ἀποκρύψωσι καὶ εἰς ἐμέ. Βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὁ Νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας μετέβη εἰς τὴν Λεβαδείαν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1883, καὶ εἶδε καὶ ἔφριξεν· ἦσαν ἄνθρωποι καὶ ἐνέπαιζον τὸν Νομάρχην. Τί κάμνετε ἐδῶ, ἠρώτα ὁ Νομάρχης; Ἐδῶ ἔχομεν τρεῖς χιλιάδας ἐργάτας· ἐγύριζε νὰ ἰδῇ καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτε. Ὁ Νομάρχης κατὰ καθῆκον, ἐκτελῶν τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τοῦ ἔδωκαν οἱ νόμοι τῆς ἀστυνομίας ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἐζήτησε νὰ μάθῃ τί ἐργασίαι γίνονται, καὶ δὲν κατώρθωσε τίποτε νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἦλθεν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπικαρπίαν καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει παρανόμως ἡ ἑταιρία· ὑπάρχει πολυσέλιδος ἔκθεσις· αὕτη μετεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὸν κ. Σανόπουλον τὸν δικαστικὸν σύμβουλον. Βεβαίως αὐτὸς θὰ ἐξέφερε γνώμην ἐπὶ ταύτης. Βλέπετε ὅτι ὑπάρχει σειρὰ ἐγγράφων· πῶς δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Μετὰ τὰς πληροφορίας αὐτὰς παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ τῷ φέρωσι τὰ αἰτούμενα ἔγγραφα.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς μείνῃ βέβαιος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ὅτι ὅσα ἔγγραφα εἶναι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ θὰ τὰ φέρω ἅπαντα· δὲν ἔχομεν κανὲν συμφέρον νὰ τὰ κρύπτωμεν.
§62Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι καιρὸς, νομίζω, νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα καὶ λεπτομερέστερον. Ἠμφισβητήθη παρά τινων ἡ χρησιμότης τῆς πολιτικῆς ταύτης συζητήσεως· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καὶ συνταγματικωτάτη καὶ χρησιμωτάτη εἶναι πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ νῦν ἡ ἔρευνα τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τῆς πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὸ παρελθόν. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐῤῥέθησαν καὶ ἐγράφησαν, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ἡμερῶν ἤδη ἀκούομεν τόσα καὶ τόσα, ὥστε τὰ ἡμίση μόνον ἂν ὦσιν ἀληθῆ, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον παρὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, διεχειρίσατο τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ Στέμμα καὶ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους τὸ περιέβαλον. Ἐθαύμασα ἀκούσας προχθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξηγήσαντος τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐθεώρησε κενὴν τὴν ἕδραν τοῦ βουλευτοῦ Σύρου. Μᾶς εἶπεν ὅτι κενὸν δὲν ὑφίσταται, καὶ διότι ἡ θέσις τοῦ Πρέσβεως, εἰς ἣν ἐκλήθη ὁ κ. Σκουλούδης, εἶναι ἄμισθος, καὶ προηγούμενον ὑπάρχει δικαιολογοῦν τὴν τοιαύτην τῆς Κυβερνήσεως ἐνέργειαν. Ἀπήντησε μετὰ στενοχωρίας, καὶ ὡς νὰ ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο πρέπον νὰ γένηται λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· εἶπεν ὀλίγα τινὰ μετὰ σπουδῆς, καὶ μετὰ σπουδῆς κατῆλθε τοῦ βήματος. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα σπουδαιότερον τοῦ προκειμένου, καὶ δέν ἐπίστευον ὅτι ἄνδρες φιλελεύθεροι ἤθελον ἐπιτρέψει εἰς ἑαυτοὺς τοσοῦτον οἰκτρῶς νὰ διαψεύσωσι τὸ παρελθόν των. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ γνησίου καταρτισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου· πρόκειται περὶ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου τὰ θεμέλια διασαλεύονται, καὶ μετ’ αὐτῶν πᾶσαι αἱ ἐλευθερίαι καὶ πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀπροσκόπτου αὐτοῦ λειτουργίας· καὶ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει πολλὰ κατὰ τῆς τάξεως βυσσοδομοῦνται, καὶ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα, διότι μᾶς γνωρίζει ἐκ παρελθόντων χρόνων, καὶ ὤφειλε ν’ ἀναμνησθῇ ὅτι ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὑπάρχουσιν ἄνδρες ἐκ συστήματος φιλελεύθεροι, καὶ οἵτινες, δημοκρατικοὶ καὶ οὗτοι τὸ φρόνημα, σέβονται τὸ καθεστὼς ὡς ἔντιμοι καὶ εὔορκοι τοῦ καθήκοντος μαχηταὶ, ὡς ὀφείλουσι νὰ σεβασθῶσι καὶ πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας. Καὶ ὅταν ὁμιλῆτε περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δέον νὰ ὁμιλῆτε μετά τινος εὐλαβείας, διότι δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς ὑμᾶς κανὲν προνόμιον, οὔτε ἱκανότητος, οὔτε πατριωτισμοῦ, καὶ διότι, σεβόμενοι τὰ νόμιμα καὶ συνταγματικὰ δικαιώματά σας, ἀξιοῦμεν νὰ σέβησθε καὶ τὰ ἐδικά μας. Ὑψίστης λοιπὸν σημασίας εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ κ. Σκουλούδη, καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν καὶ ἡ ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Βουλευτοῦ ἀνεγνωρίσθησαν παρ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων λαῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ, μετὰ τοὺς μακροὺς ἀγῶνας, ἀπὸ Γουλιέλμου τοῦ Γʹ. ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἤδη αἰῶνος, καθιερώθη τὸ ἀσυμβίβαστον. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 89 καὶ κατόπιν τὰ Συντάγματα τοῦ 1830, 48, 52, ὅτε οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ ἠδύναντο νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῶν Βουλῶν, καὶ τοῦ 1872 καθιέρωσαν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, ἤτοι τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς πᾶσαν δημοσίαν λειτουργίαν. Κατὰ τὸ 1876 μάλιστα ὁ βουλευτὴς Δουβὰλ ἔκαμεν ἐπερώτησιν διατὶ ἐδόθη τὸ παράσημον τῶν Ταξιαρχῶν εἰς τὸν κ. Δεκάζ· ἀλλ’ ἐπελθούσης τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔμεινεν ἄνευ ἀποτελέσματος ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη. Ἐπίσης τὸ ἀσυμβίβαστον ὑφίσταται ἐν Βελγίῳ, Ἑλβετίᾳ, Ἀμερικῇ. Μόνον ἐν Ἰταλίᾳ ὁρίζονται ἐν τῷ καταστατικῷ νόμῳ ἐξαιρέσεις τινὲς διά τινας ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ἐπιτρέπεται νὰ ὦσι καὶ βουλευταὶ, ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχει ἐξαίρεσις, ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ περιλαμβανομένη. Καὶ τῳόντι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι εὐεργετικωτάτη. Ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται σύγχρονος δημοσιολόγος περὶ τούτου, ὁ κ. Dréolle, ἐν λεξικῷ Block, εἰς λέξιν député. «Μεγίστη ἠθικὴ κατάκτησις ἡ χειραφέτησις τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ παντὸς δεσμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ σύγχυσις τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπαλλήλου πρὸς τὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐμπεριέχει τι τὸ σλανδαλῶδες, ὅπερ μειοῖ τὸ κῦρος καὶ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ ὑπαλλήλου. Καὶ τῳόντι, ἡ κοινωνία ἐν τοῖς ὑπαλλήλοις βουλευταῖς δὲν διαβλέπει ἐν τοῖς ἐντολοδόχοις αὑτῆς εἰμὴ ὑπαλλήλους διατελοῦντας ὑπὸ τὰ νεύματα τῆς Κυβερνήσεως». Ἂν οὕτως ἔχῃ ἡ ἀρχὴ, ἂς ἐξετάσωμεν α) ποῖον τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος παρ’ ἡμῖν, καὶ β) ἂν εἰς πάντα ἄλλον ἐπετρέπετο, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἀμίσθου πρεσβευτοῦ. Καὶ πρῶτον. Ἡ θέσις τοῦ Πρέσβεως δύναται διὰ Β. Δ. νὰ δημιουργηθῇ ἔμμισθος ἢ ἄμισθος, ἢ νόμῳ τυγχάνει ἔμμισθος; Ἡ ἀπὸ τοῦ μισθοῦ παραίτησις μεταβάλλει τὸν χαρακτῆρα τῆς προσφερομένης δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τὴν καθιστᾷ συμβιβαστέαν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ; Ἐξετάζω ἀμφότερα συγχρόνως. Ἐκ τοῦ γράμματος καὶ πνεύματος τοῦ νόμου, τοῦ Συντάγματος, καὶ τῶν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσῃ συζητήσεων ἐξάγεται ὅτι οὐδεμίαν δύναται ν’ ἀναλάβῃ δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὁ βουλευτὴς, ἔστω καὶ παραιτούμενος τοῦ μισθοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρῆται ἔμμισθος ἡ θέσις τοῦ Πρέσβεως, ἀφοῦ ὁ ὑπέρτατος νόμος τοῦ Κράτους, ὁ Προϋπολογισμὸς, ἐγγράφει πίστωσιν δι’ ἀντιμισθίαν Πρέσβεων; Πᾶσα δὲ θέσις, δι’ ἣν ἐγγράφεται ἐν τοῖς Προϋπολογισμοῖς γενικὴ ἢ εἰδικὴ πίστωσις, εἶναι ἔμμισθος. Ἄμισθος δὲ εἶναι ἐκείνη, δι’ ἣν οὐδὲν ὡρίσθη· π. χ. ἡ θέσις μέλους λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτροπῆς θεάτρου, ἐπὶ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς βιομηχανίας, κτλ. Ὅτι δὲ τοιοῦτον τὸ πνεῦμα τοῦ Νομοθέτου ἐξάγεται ἐκ τοῦ νόμου τῆς 25 Ὀκτωβρίου 1853 περὶ συστάσεως Πρεσβειῶν, ἐφ’ οὗ παραδόξως στηρίζεται καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἐπιπολαίως συνδυάσαν αὐτὸν πρὸς τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος. Ὁ νόμος τοῦ 1853 ἐξεδόθη ἐν στιγμαῖς ἐθνικῶν περιπετειῶν. Ἦσαν αἱ παραμοναὶ τοῦ 54. Ἡ Βουλὴ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ἐψήφισε τότε 5 ἑκατομμύρια διὰ τοὺς ἐθνικοὺς σκοπούς. Ὁ Ὄθων ἐζήτησε καὶ τὴν ἄδειαν νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ διορίσῃ Πρέσβεις. Καὶ ἐγένετο ὁ εἰρημένος νόμος. Δύνασαι νὰ διορίσῃς, τοῦ εἶπεν ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐμμίσθως ἐκτὸς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Πρεσβείας, μόνον ἕνα γραμματέα. Τὸ ἄρθρον 3 ἐπιβαρύνει τὸν Πρέσβυν μὲ τὴν διατροφὴν τοῦ γραμματέως καὶ κατοικίαν· ἄλλως, λέγει, ἐκπίπτεται ἀνάλογον ποσὸν ἐκ τῶν ἀποδοχῶν του. Ἐκ τοῦ νόμου τούτου προκύπτει ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄμισθοι ὑπάλληλοι ἐν ταῖς Πρεσβείαις, ἀλλὰ τίνες; Τοὺς ὁρίζουν τὰ ἄρθρα 19, 21–24 τοῦ νόμου τοῦ 1877 περὶ προσόντων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Πάντες οἱ ὑπάλληλοι, καὶ αὐτὸς ὁ γραμματεὺς, ἐκτὸς τοῦ Πρέσβεως, δύνανται νὰ ὦσιν ἄμισθοι, καὶ οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα δημοσίων λειτουργῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς συναρμολογήσεως τῶν ἄρθρων τούτων πρὸς ἄλληλα καταφαίνεται ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Πρεσβευτοῦ, περὶ οὗ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους γίνεται λόγος, καὶ ἰδίως ὅτι παρ’ αὐτοῦ ἐπιβάλλονται αἱ ποιναὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Πρεσβείας. Ἐπίσης ὁ νόμος τοῦ 1861 περὶ συντάξεως πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐκεῖ ἐν ἄρθρῳ 5 ρητῶς λέγεται ὅτι αἱ συντάξεις τῶν Πρέσβεων λογίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μισθοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἐξαιρεῖ μόνους τοὺς στρατιωτικούς, οἵτινες δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι, καὶ τοὺς ἐξαιρεῖ ὄχι ὡς λαμβάνοντας μισθὸν, διότι μισθὸν δὲν λαμβάνουσιν, ἀλλ’ ὡς δημοσίους ὑπαλλήλους· διότι ἄλλως, ἂν ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι οἱ μὴ λαμβάνοντες μισθὸν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἦτο περιττὸν διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ γείνῃ ἡ ἐξαίρεσις. Ἐπίσης ἐκ τοῦ Β. Διατάγ. ἢ νόμου τῆς 19 Ἰουνίου 1836 ἐξάγεται ὅτι εἶναι ἔμμισθος ἡ θέσις, ἀφοῦ ρητῶς δι’ αὐτοῦ ἐπεκτείνεται ἡ ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ἐξαίρεσις τῶν ἄρθρων 885 § 2 καὶ 920 § 5 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν Πρέσβεων, κτλ. 3) Ἴδε καὶ ἄρθρον 3 περὶ δημαιρεσιῶν, ὅπου ὁ νόμος μόνους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἀναφέρει· μόνον ἡ ἰδιότης τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, καθιστᾷ αὐτὸν ἀνίκανον διὰ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου κ. τ. λ. Καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τοιαύτην θεωρεῖ τὴν θέσιν αὐτήν. Ἴδε Β. Διάταγμα τῆς 12 Νοεμβρίου ε. ε. Ἑπομένως, κατὰ ταῦτα, ἡ θέσις αὕτη εἶναι νόμῳ ἔμμισθος, καὶ δὲν δύναται τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ ἦναι καὶ Βουλευτὴς καὶ Πρέσβυς, ἔστω καὶ ἄμισθος. Πῶς θέλετε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ λέγων πρὸς τὸν Ἀλφόνσον «ὁ Βασιλεὺς καὶ κύριός μου» νὰ ἦναι συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ; Πῶς θέλετε ἀντιπρόσωπον καλούμενον ἐνταῦθα νὰ βουλευθῇ μεθ’ ἡμῶν περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων, καὶ μὴ δυνάμενον νὰ τὸ πράξῃ; Καὶ δὲν καταργεῖται οὕτω μία βουλευτικὴ ἕδρα, καὶ δὲν στερεῖται ἡ ἐπαρχία ἐκείνη τῆς φωνῆς καὶ τῆς ψήφου ἑνὸς βουλευτοῦ; Καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς προσβολὴ κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ ἡ ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου; διότι, ἀποδεχόμενος ἄλλην θέσιν, ἐξηγεῖ τὰ φρονήματά του, ἐξηγεῖ ὅτι, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας του, προτιμᾷ νὰ μεταβῇ, πρὸς ἄλλους σκοποὺς, ἀλλαχόσε, ἀφίνων ἔρημα προστασίας τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἐντολέων του. Ἐκτὸς τούτων, ῥητῶς οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἀπαλλάττουσι τοὺς Πρέσβεις τῶν ὑποχρεώσεων ἀπὸ τοῦ νὰ ἐμφανίζωνται ὡς μάρτυρες εἴτε εἰς πολιτικὰς δίκας (ἄρθρον 320 Πολ. Δικ.) εἴτε εἰς ποινικὰς (ἄρ. 118–120), διότι ἐσκέφθη ὁ Νομοθέτης ὅτι πρέπει νὰ παρεμποδισθῇ πᾶν σπουδαῖον κώλυμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν σοβαρῶν καὶ ὑψηλῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων. Προσέτι καὶ ἐκ πάσης ἐπιτροπείας καὶ κηδεμονίας ἀπαλλάσσεται (Ν. 17 5. Πανδεκ. 27. 1), καὶ πασῶν ἐν γένει τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου. Καὶ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ μένῃ ἀδιαλείπτως ἐκεῖ, ὅπου ἐτάχθη. Καὶ βεβαίως δὲν δύναται, ἄνευ τῆς διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀπέλθῃ ἐκ τῆς θέσεώς του, καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ὅπως βουλευθῇ μεθ’ ἡμῶν. Τοιοῦτόν τι ἀναφέρεται ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1849 ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ πολέμου εἶπε, καὶ ἡ Συνέλευσις ἀπεδέχθη τὰ ἑξῆς: «Μόνη ἡ Κυβέρνησις εἶναι κριτὴς τῆς ἀξίας τῆς ἀποστολῆς. Ὁ ἀποδεχόμενος ὑποχρεοῦται διὰ μόνης τῆς ἀποδοχῆς. Μεταβὰς ὁ Ἀπεσταλμένος εἰς τὴν θέσιν του, ὀφείλει νὰ συμβουλεύηται τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶναι πλέον ἐκεῖ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ, l n’ est plus la representant du penple. (Ἴδε poudra κοινοβ. δίκαιον, ἀρ. 224, ἔκδ. 1879). Εἶναι ὅθεν ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς θέσιν ἔμμισθον διωρίσθη ὁ κ. Σκουλούδης. Ἑπομένως ὤφειλε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ ἐκλογὴν ἐν Σύρῳ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος καὶ 96 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ ταῦτα μὴ πράξαν παρεβίασε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται προηγούμενα. Καὶ ὑπάρχουσι τῳόντι τοιαῦτα. Ἀλλ’ ὁποῖά τινά εἰσιν; Εἶναι τοῦ Σχινᾶ, τοῦ Σίνα, τοῦ Ὑψηλάντου. Ὁ Σχινᾶς διωρίσθη πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1853, ὑπὸ τὸ κράτος ἄλλων ἰδεῶν καὶ περιστάσεων, καὶ δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Μετὰ δὲ τὸν νόμον τοῦ 1853, διωρίσθη ἄμισθος ἐν Βιέννῃ Πρέσβυς ὁ βαρῶνος Σίνας. Ἦτον ἡ ἐποχὴ τῶν μεγάλων εὐεργετῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις διεκρίνοντο ὁ Βερναδάκης, ὁ Ἀρσάκης, ὁ Σίνας. Εἰς τὸν ἕνα ὀφείλεται τὸ Μουσεῖον, εἰς τὸν ἕτερον τὸ Ἀρσάκειον, εἰς τὸν ἄλλον τὸ Ἀστεροσκοπεῖον καὶ ἄλλα. Ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε διὰ Νόμου νὰ τοὺς περιβάλῃ μὲ τιμάς. Διὰ Νόμου λοιπὸν τοῖς ἀπένειμε τὸν τίτλον τῆς γενικῆς πολιτογραφήσεως, τοὺς ὠνόμασε πολίτας Ἕλληνας. Ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθη εἰς τοῦτο· τοῖς ἀπένειμε καὶ ἄλλας τιμάς, παράσημα, καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸν Σίναν οὔτε εἰς ταῦτα ἠρκέσθη’ τοῦ ἀπέδωκε τιμητικῶς καὶ τὸν τίτλον τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ Βασιλέως παρὰ τῇ Αὐλῇ τῆς Βιέννης. Αὐτὸ εἶναι τὸ προηγούμενον τοῦ Σίνα, ἀνερχόμενον εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐθνικοὶ λόγοι ἀπῄτουν τὴν ἔκτακτον ἐκείνην περιποίησιν τῶν ἰσχυρῶν, καὶ ἐν τούτοις κατετάσσετο τότε καὶ ὁ Σίνας. Ἄλλως τε καὶ τίς εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδύνατο νὰ ἐξελέγξῃ τὴν παρανομίαν; Ἐγίνετο τότε ἔλεγχος, καὶ ὑπῆρχε κυριολεκτικῶς Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις; Ἡ αὐθαιρεσία ἦτον ὁ κανὼν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Ἑλλάδος ἐγένετο πολλάκις χρῆσις τῆς τοιαύτης αὐθαιρεσίας. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον προηγούμενον, καὶ τοῦτο ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, τὸ προηγούμενον τοῦ Ὑψηλάντου. Οὐδεμίαν καὶ τοῦτο σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὡς θέλω σᾶς ἀποδείξει. Ὁ Ὑψηλάντης ἐξελέχθη βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας τὸ 1865. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἦλθε. Ναὶ μὲν δὲν παρῃτήθη, ἀλλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει τεταγμένη προθεσμία πρὸς παραίτησιν. Καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον τοῦ 1865, καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον τοῦ 1866, οὔτε προσῆλθεν, οὔτε τὸ ὄνομά του ἀνεγινώσκετο κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου. Εἰς τὰ 1867 ἡ Βουλὴ διελύθη. Δὲν ἀνέλαβε λοιπὸν τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, δὲν ὑπῆρξε βουλευτὴς ἐν ἐνεργείᾳ. Καὶ τί λέγει τὸ Σύνταγμα; Τὸ ἄρθρον 71 λέγει ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Δημοσίου λειτουργοῦ. Ἀλλὰ πότε ἄρχονται τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ; Καὶ τοῦτο ῥητῶς διατάσσει τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 64 λέγει: «Οἱ βουλευταὶ ὀμνύουσι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, κτλ.» Ὑπάρχει τι σαφέστερον τούτου; Λοιπὸν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μία παρανομία δὲν δημιουργεῖ ἔννομον λόγον πρὸς ἄλλην παρανομίαν, ὁ Ὑψηλάντης οὔτε προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε καθήκοντα βουλευτοῦ ἀνέλαβεν, οὔτε σχέσιν τινὰ ἔχει ἡ περίστασις ἐκείνη πρὸς τὴν προκειμένην, ἥτις ἄλλως τε, πρώτην φορὰν ὑποβάλλεται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 δὲν ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι οὔτε κἂν ἐγένετο λόγος ἐν αὐτῇ. Τί προηγούμενον λοιπὸν ἐπικαλοῦνται, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν; Ἐπικαλοῦνται Νομολογίαν τῆς Βουλῆς; οὐχί. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦνται Κυβερνητικὴν παρανομίαν, τὴν ὁποίαν τώρα θέλουν νὰ νομιμοποιήσωμεν. Καὶ ταῦτα, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ γράμμα τῶν διεπόντων ἡμᾶς Νόμων περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς θέσεως τοῦ Πρέσβεως. Εἶναι Νόμῳ ἔμμισθος θέσις, εἶναι Δημοσία λειτουργία; Ὅτι δὲ εἶναι Δημοσία λειτουργία, τὸ βεβαιοῖ αὐτὸς ὁ διορισθεὶς ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς ὁρκωμοσίας του. «Ὁρκίζομαι, λέγει, νὰ διαχειρίζωμαι εὐσυνειδήτως τὴν διαπιστευθεῖσάν μοι Δημοσίαν λειτουργίαν κ.τ.λ.» Ἀλλ’ ἄν καὶ τοιοῦτο δὲν ἦτο τὸ γράμμα καὶ πνεῦμα τοῦ Νόμου, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ῥητῶς ὁ Νόμος ἐπέτρεπε νὰ διορισθῇ τις Πρέσβυς ἀμίσθως, ἠδύνατο ὁ κ. Τρικούπης, σεβόμενος ἑαυτὸν, νὰ τὸ πράξῃ; οὐχὶ, μυριάκις οὐχὶ, καὶ ἀκούσατε διατί. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καὶ ἡ ἐποχὴ αὕτη δὲν ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν—διότι ἀνέρχεται μόλις εἰς τὰ 1875· ἐγὼ τότε βουλευτὴς δὲν ἤμην, ἀλλὰ μετ’ ἐνδιαφέροντος παρηκολούθουν τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου—ἦτον ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ’ ἣν πολλοὺς ἐξ ἡμῶν ἐνεθουσίασεν ὁ κ. Τρικούπης. Τότε διὰ τῶν δοξασιῶν του, διὰ τῶν ἀρχῶν του, τὰς ὁποίας μετὰ δυνάμεως καὶ πειθοῦς ἀνέπτυσσεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, μᾶς κατέστησεν ὀπαδούς του. Ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, καὶ ὑπεδείκνυε τὴν ἀνάγκην τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων· ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς αὐστηρᾶς διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως καὶ ἀναμορφώσεως τῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ τοῦ καταλληλοτέρου διοργανισμοῦ τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν δυνάμεων, διὰ τρόπου μὴ ἐξαντλοῦντος τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου πηγὰς, καὶ παρακωλύοντος τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου. Ἐξωτερικῶς διεξεδίκει τὴν ἀξιοπρεπῆ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπερήφανον παράστασιν. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἠκούσατε πῶς ἐν τῇ πράξει ἐννοεῖ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν! Ἔφερεν, εἶναι ἀληθὲς, ἓν νομοσχέδιον περὶ προσόντων· ἀλλὰ τίς φέρει τὴν εὐθύνην τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ; ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδοὺ διατί. Πέρυσι τὸ ἀτελὲς καὶ ἀσυνάρτητον αὐτὸ Νομοσχέδιον ἐψηφίσθη ἄνευ συζητήσεως, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συμπραττούσης, εἰς δύω ἀναγνώσεις. Τὴν 24 Μαρτίου ἐπέκειτο ἡ τρίτη· ἦτον ἡ τελευταία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Ἀντικείμενον ἐκκρεμὲς δὲν εἴχομεν παρὰ τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ ὑπῆρχε καιρὸς νὰ ψηφισθῇ καὶ ἐκεῖνο, διότι ἀντιῤῥήσεις δὲν ὑπῆρχον. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη νὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ προσόντων! Ἐγένετο ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ 30 μόνον ἐξ ἡμῶν ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον μὲ 114 φίλους του ἀντετάχθη, μεθ’ ἡμῶν δὲ συνεψήφισαν καί τινες ὑπουργικοί, ἐν οἷς οἱ φίλοι μου κκ. Βαλέττας, Ψύλλας, Κανελλόπουλος, Παπαηλιόπουλος καὶ Φλέσσας. Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; Ὅτι δὲν ἐσπουδαιολογεῖ τὸ Ὑπουργεῖον. Καὶ ἐφέτος ἡ Ἀντιπολίτευσις, μέγα μέρος αὐτῆς, θὰ τὸ ψηφίσῃ. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι εἰμὶ διατεθειμένος νὰ τὸ ψηφίσω καὶ ὡς ἔχει· καὶ θὰ ὑποβάλω μὲν παρατηρήσεις τινὰς, παραπλησίας πρὸς ἐκείνας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κωνσταντοπούλου, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τὰς ἀποκρούσῃ, θὰ ψηφίσω τὸ Νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ἰδίως εὑρίσκω ἔλλειψιν σπουδαίαν τὴν μὴ κύρωσιν τῶν προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος. Νόμος ἄνευ κυρώσεως δὲν ἔχει ἀξίαν. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο οὔτε σκιὰν κἂν κυρώσεως ἔχει, ἐπαναφέρον τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν ἐν τοῖς νόμοις περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν καὶ προξενικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ ἀδικηθεὶς ὑπάλληλος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἐναντίον τῶν περὶ τοῦ προστήσαντος ἀρχῶν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Συντάγματος. Καὶ συγχωρεῖται μὲν ἀγωγὴ κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος Ὑπουργοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 61 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης, ἀλλ’ ἀναγκαῖον στοιχεῖον τῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων εἶναι ἡ ποινικὴ δίκη. Ἡ ἀστικὴ εὐθύνη συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν ποινικὴν, ἀποτελοῦσαν προδικαστικὸν ἐκείνης ζήτημα. Πρέπει λοιπὸν, ὅταν παρὰ τὸν νόμον παυθῇ τις ὑπάλληλος, νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀδικίας, νὰ παραπεμφθῇ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον νὰ καταδικασθῇ, καὶ τότε, ἀλλὰ μόνον τότε, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐναγάγῃ. Καὶ ἂν ἦναι πτωχὸς, τί νὰ λάβῃ παρ’ αὐτοῦ; Ἀκούσατε ἤδη πῶς ἐνόει ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ 1875 τὴν ἀξιοπρεπῆ παράστασιν τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, καὶ πῶς ἀπέκρουε τὰ προνόμια καὶ τὰς διακρίσεις, καὶ πῶς ἔκρινε περὶ τῆς πλουτοκρατίας. «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρέπει ποτὲ, ἐξ οἱασδήποτε ἀφορμῆς πιεζόμενοι, νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι δύνανται ἐν Ἑλλάδι οἱ ἔχοντες πλοῦτον νὰ προτιμῶνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν τῶν μὴ εὐπορούντων. Τὰ προνόμια τῆς πλουτοκρατίας ἀποκρούονται καὶ ἐκ τῶν θεσμῶν καὶ ἐκ τῶν ἐθίμων τοῦ Τόπου. Τί ἄλλο θὰ ἐπράττομεν, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι οὐδεμίαν δίδομεν ἀποζημίωσιν πρὸς ἀνθρώπους προσενεγκόντας εἰς τὸν Τόπον ὑπηρεσίαν, ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοιαύτη ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ προσφερθῇ εἰς τὸν Τόπον ἢ παρὰ τῶν ἐχόντων χρήματα; Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, εἶναι διάκρισις καὶ προνόμιον ἡ ἄμισθος ὑπηρεσία. Καὶ ἂν θελήσωμεν εἰς τὰς Πρεσβείας νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμίσθου ὑπηρεσίας, θὰ ἔχωμεν πολλοὺς τοὺς ζητοῦντας ν’ ἀποκτήσωσι τὴν διάκρισιν ταύτην, καὶ θὰ ἐγείρωμεν μέγαν συναγωνισμὸν, ἐπωφελῆ μὲν οἰκονομικῶς, ὀλέθριον δὲ ἄλλως· διότι παρίσταται τὸ ζήτημα τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Τόπου. Ὅσον καὶ ἂν ὦμεν πτωχοὶ, δὲν διατελοῦμεν εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀποδεχθῶμεν ὑπηρεσίαν ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἑπομένως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Τόπου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης πρὸς ἀνθρώπους, οἵτινες προσέφεραν ὑπηρεσίας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀρχῆς, ἥτις ἀποκρούει τὰ προνόμια τῆς πλουτοκρατίας, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν προτεινομένην πίστωσιν». Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε ὅτι καὶ τότε εἶχε δίκαιον ὁ κ. Τρικούπης ταῦτα λέγων, καὶ τώρα, τὰ ἐναντία φρονῶν, εὑρίσκεται πάλιν ἐν τῷ δικαίῳ; Ἐὰν τώρα ἔχῃ δίκαιον, ἐζήτει τότε νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ· ἐὰν τότε εἶχε δίκαιον, ἤδη αὐτὸς ἑαυτὸν καταδικάζει, διότι νομιμοποιεῖ τὰ προνόμια τῆς πλουτοκρατίας, τὰ ὁποῖα ἀποκρούονται, κατὰ τὴν ὁμολογίαν του, ἀπὸ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ ἔθιμα τοῦ Τόπου, τὸν ὁποῖον ἐκλήθη νὰ κυβερνήσῃ. Καὶ φαντασθῆτε πρὸς στιγμὴν κυβερνήτην θέλοντα νὰ διοικήσῃ τὸν Τόπον ἐναντίον τῶν θεσμῶν τοῦ Τόπου αὐτοῦ, ἐναντίον τῶν ἐθίμων του! Εἰς τὸν πατριώτην τῆς Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἐναπόκειται νὰ ἀποκαλέσῃ τὸν κυβερνήτην ἐκεῖνον μὲ τὸ ὄνομα, ὅπερ ἁρμόζει. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς κουράσω πλειότερον. Μόνη ἡ παρανομία αὕτη ἀρκεῖ, ἵνα δικαιολογήσῃ μίαν ψῆφον ἀποδοκιμασίας, καὶ διὰ τοῦτο ἠρκέσθην εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς καὶ μόνης. Πρὸς τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πέρυσιν ἐξεδήλωσα μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ περιλαλήτου οἰκονομολογικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, προστίθενται ἐφέτος νέοι φόροι, νέα δάνεια. Καὶ μάλιστα δάνεια ὡς τῶν 170 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον βεβαίως δύναται νὰ ὀνομασθῇ δάνειον τῆς ἐσχάτης ἀνάγκης, δάνειον τῶν χρεωκόπων! Ὡς θὰ ἴδητε δι’ αὐτοῦ ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος στιγματίζεται καὶ ἐπισήμως μάλιστα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἐκαυχᾶτο ἄλλοτε ὅτι μόνη ἡ ἄνοδός της ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἀνώρθου τὴν πίστιν καὶ ἀνύψου τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ σήμερον ἡ Ἑλλὰς, ἐν τοιούτοις χαλεποῖς καιροῖς καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην, κρίνει φρόνιμον καὶ ἀξιοπρεπὲς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὁμολογεῖ ὅτι ἔχει ἐγγυήσεις ἀσφαλεῖς νὰ προσφέρῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς δανείου 15 ἑκατομ. δημοσίας προσόδους, δανείζεται πρὸς 50%, διότι, ὡς θὰ πεισθῆτε κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐκ τῶν 170 ἑκατομ. ὀνοματικῶν, δὲν θὰ λάβωμεν πλέον τῶν 85 πραγματικῶν. Βεβαίως ὄχι ἡ Βουλὴ αὕτη, ἀλλ’ οὐδὲ Βουλὴ Φελλάχων δύναται νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην σύμβασιν εἰσαχθεῖσαν ἴσως πρὸς τὸ θεαθῆναι. Ἐξακολουθεῖ τὸ ἴδιον σύστημα, καὶ μετὰ μείζονος ἐπιμονῆς, διότι τὰ ἔξοδα ἀναβιβάζονται ἀπὸ 72 εἰς 84 ἑκατομμύρια. Καὶ βαδίζει ἡ Κυβέρνησις ἀπαρεγκλίτως εἰς ἐφαρμογὴν τῶν σχεδίων της, μὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν φωνὴν τῶν φορολογουμένων! Καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος, ἐναντίον τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, νὰ καλῇ τὸν λαὸν νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς τῶν θυσιῶν του. Ἀλλὰ τίνες οἱ καρποὶ οὗτοι; φωναὶ ἀπειθείας πρὸς τοὺς ψηφισθέντας νόμους, διαμαρτυρίαι, παράπονα, καὶ γενικὴ εὐχὴ, ὅπως ταχέως ἡ Βουλὴ αὕτη τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἐγωϊστικὴν καὶ ῥιψοκίνδυνον πολιτικὴν, ἥτις ἀπειλεῖ νὰ καταστῇ πρόξενος μειζόνων συμφορῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.).