1883.11.26
1,393 rows · 10,949 words · 86 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
τῆς 26 Νοεμβρίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσης φορολογουμένων δι’ ἀροτριῶντα κτήνη ζητοῦν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, λόγῳ τῶν ἐκεῖ συμβάντων δυστυχημάτων.
§2ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνων συμβάντων; τῶν ἐφετινῶν ἢ τῶν περυσινῶν;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν τελευταίων. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἐργάζεται;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα ὅλας τὰς Ἐπιτροπὰς νὰ συνέλθωσι νὰ κάμωσι τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας των.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους ἀναφορὰς τῶν ἀναφερομένων πολιτῶν, οἵτινες ἐνασκοῦσιν ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι (θόρυβος)· ἄλλως, ματαιοῦται τὸ δικαίωμά των τοῦτο, καὶ τότε εἶναι περιττὴ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ περιττὸν καὶ οἱ πολῖται νὰ ἀναφέρωνται (θόρυβος).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὶς ἐπανέλαβον τὰς παρακλήσεις μου καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπαναλαμβάνω αὐτὰς πρὸς ὅλας τὰς Ἐπιτροπὰς ἵνα συνέλθωσι.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐμὲ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὲ θεωρήσητε παρῃτημένον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐργασθῶ.
§9ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν διέταξε τὴν πληρωμὴν τῶν σιγαροχάρτων, τὰ ὁποῖα παρέλαβε τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὰ διάφορα καταστήματα, διότι εἰς τὴν Σπάρτην δὲν ἔγεινεν ἀκόμη ἡ πληρωμή.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα πληρωθῇ τὸ σιγαρόχαρτον, πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι πάντα τὰ τοῦ νόμου· ὁσάκις εἶναι συμπεπληρωμένη ἡ ἐργασία τῶν ὅσα κελεύει ὁ νόμος, γίνεται ἡ πληρωμή.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μεγάλη βραδύτης, κ. Πρόεδρε, παρατηρεῖται εἰς τὴν τύπωσιν σπουδαίων μάλιστα Νομοσχεδίων. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν εἰσήχθη ἡ σύμβασις περὶ τοῦ δανείου καὶ εἰσέτι δὲν ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη, ἐνῷ ἡ προθεσμία, καθ’ ἃ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ, εἶναι ὡρισμένη εἰς ἑνὸς μηνὸς διάστημα. Ἐὰν λοιπὸν χρειάζωνται ἓξ ἡμέραι μόνον διὰ τὴν τύπωσιν καὶ δὲν ἠξεύρω πόσαι ἄλλαι ἵνα συνέλθωσιν αἱ Ἐπιτροπαὶ, φαντασθῆτε ὅτι μόλις κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς συζητήσεως θὰ ἔχωμεν τὴν σύμβασιν. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι τὸ σπουδαιότερον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπισπευσθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἵνα μελετηθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν του καὶ νὰ κάμῃ τὴν δέουσαν σύστασιν εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὁσάκις πρόκειται περὶ τοιούτων Νομοσχεδίων, ἡ τύπωσις αὐτῶν νὰ γίνεται ἐγκαίρως καὶ τὰ Νομοσχέδια νὰ διανέμωνται ἐγκαίρως.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι τὸ ταχύτερον θὰ τὸ ἔχωμεν.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ἔκαμεν λόγον ὁ προαγορεύσας, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον. Δὲν ὑπεβλήθη πρὸ τριῶν ἡμερῶν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόλις προχθὲς, θὰ διανεμηθῇ δὲ μετ’ ὀλίγον, διότι τὸ εἶδον τυπωμένον. Ἀλλ’ ἐν γένει νομίζω τὴν παρατήρησιν δικαίαν, ὅτι ἡ τύπωσις τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβαλλομμένων δὲν γίνεται ἐγκαίρως, ἰδίως δὲ δὲν γίνεται ἐγκαίρως ἡ τύπωσις τῶν πρακτικῶν τῶν ἐστενογραφημένων καὶ τῶν ἐπισήμων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποκτήσῃ ἴδιόν τι τυπογραφεῖον. Ἡ ἀπόκτησις τυπογραφείου καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ λειτουργία αὐτοῦ δὲν ἐπάγεται ἄλλην δαπάνην πλὴν τῆς εἰς ἀπόκτησιν, διότι καὶ σήμερον πληρώνομεν τὸ προσωπικὸν τὸ ἔκτακτον, τὸ ὁποῖον ἐργάζεται διὰ τὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ Ἐθνικὸν τυπογραφεῖον χωριστὰ ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ· ἑπομένως δὲν θ’ ἀπαιτηθῇ ἄλλο τι παρὰ χῶρος, καὶ ἐλπίζω νὰ εὑρεθῇ χῶρος ἐντὸς τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ Βουλευτηρίου. Τὴν διεύθυνσιν νομίζω, ὅτι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς δύναται νὰ τὴν ἀναλάβῃ ὥστε εἴτε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐν τῷ οἰκείῳ κεφαλαίῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ περιληφθῇ πίστωσις πρὸς ἀγορὰν τυπογραφείου τῆς Βουλῆς. Εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἦναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεξάρτητος ἀπὸ τῆς Βουλῆς, διότι συμβαίνει ὁσάκις ὑπάρχῃ βραδύτης περὶ τὴν τύπωσιν βουλευτικῶν ἐγγράφων ν’ ἀκούωμεν λεγόντων ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπαίτιος τῆς βραδύτητος. Ἐὰν ἡ βραδύτης εἶναι ἀναγκαῖον παρακολούθημα τῆς ἀτελείας τῆς παρ’ ἡμῖν τυπογραφικῆς ἐργασίας, δίκαιον εἶνε νὰ εὐθύνεται ἐπ’ αὐτῇ ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἀποδίδωται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ μομφὴ ὅτι αὕτη δὲν θέλει ἐγκαίρως νὰ γίνεται ἡ ἐκτύπωσις καὶ διανομὴ τῶν πρακτικῶν καὶ τῶν νομοσχεδίων.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἴτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους εἴτε τῆς Βουλῆς θὰ γείνῃ ἡ ἐκτύπωσις, τοῦτο θέλει δώσει ἀφορμὴν εἰς συζήτησιν, καὶ οἱ κκ. βουλευταὶ θὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦδε ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους· αἱ δὲ δαπάναι τοῦ Κράτους δὲν ἐλαττοῦνται διὰ τῆς συστάσεως εἰδικῶν τυπογραφείων εἴτε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ ἄλλων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρηγόπολλος ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§16ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, κύριοι, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ προσπαθῶ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιῶ τῷ ὄντι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ πρόγονοί μας ἔλεγον, νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου. Τώρα θέλω ὑπενθυμίσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἐκπληρώσῃ ὁμοίαν ὑπόσχεσιν, ἣν ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ψηφισθέντας πέρυσι φόρους. Πολλοὶ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἰνοποιοὶ συμπολῖταί μου ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δι’ ἀναφορῶν καὶ διὰ τηλεγραφημάτων, ἐξαιτούμενοι, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τροποποιήσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἰδίως τὸν φόρον τοῦ οἴνου. Διατυπῶ λοιπὸν αὐτὴν τὴν αἴτησιν τῶν συμπολιτῶν μου εἰς μίαν ἐπερώτησιν. Ἡ ἑπομένη ἐπερώτησίς μου ἀφορᾷ ἰδίως τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔμαθον πρό τινων ἡμερῶν ὅτι ἐδαπανήθησαν πολλὰ καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὰς μεταθέσεις τοῦ ἔτους 1883 τῶν χωροφυλάκων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καθυποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον εἶναι δυνατὸν ταχύτερον σημείωσιν τῆς δαπάνης, ἥτις ἔγεινε κατὰ τὸ 1883 εἰς μεταθέσεις χωροφυλάκων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον καὶ ἐὰν αὗται αἱ μεταθέσεις ἐγένοντο ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῆς, ἢ χάριν προσώπων. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, αἱ ἐπερωτήσεις μου αὗται νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. (Ὄρα Παράρτημα).
§17ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς διακηρύξεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐνοικιάζεται ἰχθυοτροφεῖον ἐν θέσει τινὶ τῆς νήσου Πόρου, ἐγέλασα, διότι ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ τῇ παραλίᾳ Ἀσκελίου δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ ἰχθυοτροφεῖον, ἀλλ’ οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐκεῖ τοιοῦτον νὰ ὑποτεθῇ δυνατὸν νὰ σχηματισθῇ, καθόσον ὑποθέτω ὅτι ὁ ὅρος τοῦ ἰχθυοτροφείου ἢ θυννείου θὰ στηρίζεται ἐπί τινων στοιχείων τεχνικῶν ἢ φυσικῶν, βυθοῦ ἢ ἁλιπέδου, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν κατὰ φυσικὴν ἰδιότητα τὸ ἐπαγώγιμον διὰ τοὺς ἰχθῦς, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς μία συνήθης ἀκτή, ὡς αἱ ἀκταὶ αἱ ἀμμώδεις, ἢ ψηφιδωτοῦ βυθοῦ, καὶ διαυγεστάτων θαλάσσης ναμάτων, ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ κατὰ λογικοὺς καὶ νομικοὺς κανόνας ὡς θυννεῖον ἢ ἰχθυοτροφεῖον. Λοιπὸν εἰς τὴν διακήρυξιν τοῦ Ἐφόρου περὶ τῆς ἐνοικιάσεως ἰχθυοτροφείου ὑπάρχει καὶ ἡ θέσις Ἀσκέλι ἐπὶ τῆς νήσου Πόρου ὡς καὶ Ἁγίου Νικολάου ἐν Μεθάνοις. Τοῦτο ἐκίνησε τὴν περιέργειάν μου καὶ ἠρώτησα καὶ τοὺς ἐμπείρους καὶ ἔμαθον ὅτι ἡ θέσις αὕτη, ἥτις εἶναι βραχώδης καὶ εἴς τινας ἐκτάσεις ἀμμώδης μετὰ ψηφιδωτοῦ βυθοῦ, κατάλλευκος, εἶνε ὡραιοτάτη διὰ λουτρὰ θάλασσα· ἰχθεῖς ὅμως εἰς τὰ βάθη αὐτῆς τῆς θέσεως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ζήσουν· διότι, ὡς καὶ ἐγὼ γνωρίζω περὶ ἰχθυολογίας, μόνον εἰς μέρη μὴ διαφανῶν ὑδάτων, ἐνεχόντων δὲ φυτικὰς ἢ ζωϊκὰς σήψεις καὶ ὅπου δύνανται νὰ ὑπάρξωσι μικρά τινα ζωΐδια, καὶ ἄλλα θύματα, χαίρουσι καὶ δύνανται ἐκεῖ οἱ ἰχθῦς νὰ κάμνωσι τὰς ἑαυτῶν διαίτας· εἰς μέρη ὅμως ἀμμώδη δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν. Ἑπομένως τὸ μέρος αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἐνοικιασθῇ δι’ ἰχθυοτροφεῖον. Τὸ αὐτὸ περίπου συμβαίνει καὶ εἰς τὸν Δῆμον Μεθάνων εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον· πλησίον ἐκεῖ ἐπιπολάζουν καρχαρίαι, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἀφήσωσι νὰ πολλαπλασιάζωνται οἱ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ὀπαδοί, ὁ μικρὸς λαὸς, ἡ μαρίδα. Ἐκεῖ μόνον προνομιοῦχοί τινες ἰχθῦς δύνανται νὰ διέρχωνται καὶ νὰ ἐκφεύγωσι τοὺς ὀδόντας τοῦ καρχαρίου· οἱ μικροὶ δὲν πλησιάζουν, εἶναι βαθέα τὰ ὕδατα. Καὶ ποία εἶναι ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐξ αὐτῶν; διὰ τὴν θέσιν Ἀσκέλι εἶνε νομίζω 10 δραχμαὶ τὸ ἔτος. Τὸ ἐνοίκιον βεβαίως φαίνεται ἀβλαβῶν συνεπειῶν· τοιαύτας ὅμως ἐπιζημίους διὰ τὸν λαὸν διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἰχθύων συνεπάγεται ἡ εἴσπραξις τοῦ δικαιώματος πρὸς ἁλιείαν, ὄντος ἀφιμένου εἰς τὴν προαίρεσιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Διὰ ταῦτα λέγω ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ τοιοῦτος τῶν αἰγιαλῶν αὐτῶν, ἤτοι τοῦ Ἀσκελίου καθὼς καὶ εἰς τὸν Δῆμον Μεθάνων. Ὑπάρχει καὶ ἰχθυοτροφεῖον εἰς τὴν θέσιν Κουβαλαριό· καὶ περὶ τούτου ἠγέρθησαν ἔριδες, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα αὐτό· μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐδικαιώθη νὰ ἀποζημιωθῇ δεκάδας τινάς χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς δὲ τὰ Μέθανα ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν λουτρῶν, διὰ νὰ δύνανται καὶ οἱ πάσχοντες νὰ ἀπολαμβάνωσι τ’ ἀγαθὰ τῆς ὑγείας διὰ τῆς χρήσεως αὐτῶν τῶν ὑδάτων, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν σωστικὰ, οὕτως εἰπεῖν, εἰς τὴν ὑγείαν τῶν ἀνθρώπων. Ἐπειδὴ δὲ μανθάνω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προπαρασκευάζει Νομοσχέδια περὶ λογιστῶν, ὑπολογιστῶν, βοηθῶν πρώτης, δευτέρας τρίτης τάξεως καὶ καθεξῆς, πρέπει νὰ γείνῃ μία σύσκεψις γενικὴ καὶ περὶ τοῦ κλάδου τούτου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, διότι οἱ Νόμοι, τοὺς ὁποίους παρασκευάζει, εἰσάγουν πολίτας ἰδιώτας ἐν πολεμικῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ἂν ἐξετάσητε, θέλετε εὕρει 560 πολίτας ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ἀντὶ τοῦ κινητοῦ τούτου πληθυσμοῦ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σταθερὸν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ μαχίμου γένους τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, νὰ ὑπάρχωσι δηλονότι καὶ ἐν τῷ λογιστικῷ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ μάχιμοι, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ συγχύζωμεν ἐπὶ πολὺ τὰ πράγματα, τὰ ἄλλως ὅλως ἀῤῥύθμιστα τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ διὰ τῶν, ὡς βλέπομεν, καθημέραν παύσεων καὶ διορισμῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐν αὐτῷ, καὶ διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν εἰδικότητες καὶ ἱκανότητες ὅπως εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ὅπου βλέπομεν διδάκτορας, ἐπιστήμονας. Ἀνάγκη ἄρα νὰ ληφθῇ μία πρόνοια περὶ τούτου (θόρυβος). Λοιπὸν εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν ὑπάρχουν 560 ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι τὶ εἶναι; ἀμεριμνομέριμνοι. Καὶ ἐγὼ εἶχον δύω καὶ τοὺς ἔπαυσαν καὶ διώρισεν ἄλλους ὁ κ. Ἀντωνιάδης.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τώρα;
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι, ἀπὸ τὴν ἄλλην Σύνοδον τοὺς ἔπαυσαν καὶ τώρα διώρισαν. Λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἠδύναντο νὰ ἦναι ὑπαξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, λ. χ. δι’ ἕκαστον λιμεναρχεῖον εἷς κελευστὴς, δηλαδὴ ἐπιλοχίας, καὶ νὰ ἔχῃ βοηθοὺς ἕνα ὑποκελευστὴν, ἕνα δίοπον καὶ δύω ναύτας (θόρυβος). Ἀλλ’ ὅταν λαμβάνωνται, ὡς συμβαίνει τοῦτο ἐν Ὕδρᾳ — καὶ μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. Βούλγαρης —νὰ ἦναι ἕνας παντοπώλης Ῥογκόπουλος λογιστὴς τοῦ Λιμεναρχείου, καθὼς καὶ ἀλλαχοῦ νὰ ἦναι λογισταὶ παντοπῶλαι καὶ καθεξῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν καμμίαν ἐργασίαν, δὲν γίνεται τίποτε, διότι δὲν δύνανται νὰ παρέχωσιν οὐδεμίαν ὠφέλειαν εἰς τὴν ναυτιλίαν. Διὰ τοῦ τρόπου λοιπὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, θέλει συμβῆ, ὥστε νὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν τάξεων τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ θέλει αὐξήσει διὰ προσωπικοῦ εὐφυοῦς καὶ ἀνεπτυγμένου· ἐν περιπτώσει δὲ πολλαπλασιασμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ναυτικοῦ, θέλομεν ἔχει ἀμέσως ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, καὶ θέλομεν κατατάσσει αὐτοὺς εἰς τὸ ἐνεργὸν πολεμικὸν Ναυτικόν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τακτοποιηθῇ οὕτω πως τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν, καὶ θέλομεν οὕτως ἔχει καὶ ἐμπείρους ἡλικιωθέντας ὑπαξιωματικοὺς εἰς ἐπικουρίαν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, διότι εἰς τὸ Ναυτικὸν ὅσον ἡλικιωμένος εἶναι ὁ ὑπηρετῶν, τόσον καλλίτερος εἶναι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅσα γίνονται μέχρι τοῦδε εἶναι ἐμβαλώματα, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ τι συστηματικώτερον, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἕκαστος εἰς τὸν κλάδον του· διότι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ναύαρχον· ἀλλὰ δὲν εἶναι ναύαρχος· ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ναυπηγοὺς, καὶ δὲν εἶναι ναυπηγοὶ, ἀλλὰ μηχανικοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς περὶ τούτου δὲν λαμβάνεται ἡ συντονωτέρα καὶ σπουδαιοτέρα μέριμνα, ἀλλ’ ὑπάρχει ἀκόμη ἀδιαφορία. Βαρύνεταί τις βλέπων μόνον τὸν Δουζίναν ὁμιλοῦντα πάντοτε περὶ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου (θόρυβος). Ἅπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀμφίῤῥυτος· ποῦ λοιπὸν τῶν μερῶν ἐκείνων οἱ Ἀντιπρόσωποι;
§20ΤΙΝΕΣ. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πῶς λοιπὸν δὲν ζητεῖτε τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου;
§22ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ φέρῃ.
§23ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ματαιοπονεῖτε, κ. Δουζίνα, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περῃτήθη.
§25ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καλὸν εἶναι αὐτὸ, διότι θὰ ἔχωμεν κανένα καλλίτερον, ἵνα μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν θαλασσομάχων δεόντως. Ἠξεύρετε (θόρυβος) πῶς γίνεται σήμερον ἡ διαχείρισις αὐτοῦ τοῦ χρήματος τοῦ ἱεροῦ; Ποία εἶναι ἡ σύνταξις τῆς χήρας τοῦ ναύτου; 6½ δραχμαί (θόρυβος), ἐνόσῳ δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πᾶν ὅ,τι κατὰ καιροὺς ἐξέθεσα περὶ τοῦ ναυτικοῦ. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν καὶ διαβεβαιῶ ὅτι δὲν δύναται πλέον μὲ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν νὰ ὑπάρξῃ πολεμικὸν Ναυτικόν· ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Δεξαμενὴ, καὶ δὲν ἔχει Δεξαμενὴν, ἀλλὰ μόνον γραφεῖα, φέρετέ τα τότε εἰς τὴν πλατείαν τῆς Ὁμονοίας, καὶ τοῦ Συντάγματος. Τί Ναύσταθμον ἔχετε; τίποτε. Ὅταν λοιπὸν θέλητε νὰ ἔχετε γραφεῖα μόνον, φέρετέ τα εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος (θόρυβος). Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σᾶς ἀναπτύξω σήμερον περισσότερα, τοῦτο μόνον δηλοποιῶ ὅτι θὰ ἔλθῃ περίστασις, ὅπου δὲν θὰ ἔχωμεν μήτε μίαν φελούκαν. Φαντασθῆτε, κύριοι, ὅτι τὰ πλοῖα τὰ πολεμικὰ τὰ στέλλομεν εἰς τὴν Σύρον πρὸς ἐπισκευήν. Ἀλλ’ ἐὰν οἰκονομῶνται οὕτως αἱ ἀνάγκαι δι’ ὅλα τὰ μικρὰ πλοῖά μας τὰ πολεμικὰ, τὰ ὁποῖα στέλλομεν ἐκεῖ, καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ μεγάλα ἠξεύρετε τί γίνονται αὐτά; κατήντησαν ἄχρηστα, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία ἐν Σύρῳ, δὲν θὰ εἴχωμεν οὔτε μικρὰ, ὅλα μας δὲ τὰ πλοῖα θὰ ἐσήποντο (θόρυβος). Ἐγὼ, κύριοι, οὔτε ὕβρισα κανένα, οὔτε προσέβαλα· σᾶς ἀναφέρω μόνον τὰς κατὰ θάλασσαν Ἑλληνικὰς ἀνάγκας. Κανεὶς δὲν ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, κανεὶς δὲν ἐνδιαφέρεται, καὶ ὅταν εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς Πατρίδος, τότε λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν, διότι δὲν ἔχομεν στόλον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε αὐτὰ, διότι δὲν γίνεται......
§27ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί εἶναι συζήτησις καὶ τί ἐπερώτησις ἀδιαφορῶ· ἓν μόνον ἐπιδιώκω, τὴν διαφώτισιν τῆς Βουλῆς περὶ οὐσιωδεστάτων θεμάτων.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐπερώτησις, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§29ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀπὸ τοῦ 1878, ὅταν κατεστράφη ὁ Ναύσταθμος, δὲν ὑπάρχει πλέον τίποτε, διότι ἀπεφασίσθη νὰ τὸν μεταφέρωσιν εἰς τὸν Ἀράπην, ὅπου δὲν ἔχουσιν οὔτε νερὸν νὰ πίουν καὶ συνάζουν νερὸν ἀπὸ τὰς γαίας. Καὶ ἠξεύρετε τί συμβαίνει, κύριοι; Εἶναι φρίκη, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐσυστήθη Ἐπιτροπὴ ν’ ἀνιχνεύσῃ αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα. Εἶναι, κύριοι, καταβόθρα, ἄβυσσος τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου τὸ δρᾶμα τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐθνικὴ καταστροφή· ὅστις δὲν ἐπῆγεν ἐκεῖ δὲν ἔχει ἰδέαν. Τώρα δὲ οἰκοδομοῦν μεγάλας οἰκοδομὰς καὶ μὲ μεγάλας στέγας καὶ ζητοῦν νὰ ἔχωσιν ὕδωρ ἀπὸ τὰς βροχάς. Ἐκεῖ μέσα ἀναγκάζονται τὰ πλοῖα νὰ τὰ δένωσι ἀπὸ τὴν μύτην καὶ ἀπὸ τὴν οὐρὰν, οὕτως εἰπεῖν· ἐκεῖ τὸ πλοῖον πρέπει νὰ στρέφηται καὶ νὰ τὸ βλέπῃ ὁ ἥλιος καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο· διότι, ὅταν ἀκαταπαύστως τὸ κτυπᾷ ὁ ἥλιος ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, τὸ πλοῖον χαλνᾷ. Τοῦτο συνέβη εἰς ὅλα τὰ πλοῖά μας, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ σφοδρὸς ὁ ἄνεμος, τότε ἀμέσως ἀτμὸς εἰς ἐνέργειαν, διότι ἄλλως ἐξωκείλουν. Αὐτὴ εἶναι ὑπὸ τὴν ἀβλαβεστέραν ἔποψιν ἐν ὀλίγοις ἡ κατάστασις τοῦ Ναυστάθμου μετὰ ἀδυναμίας καταρτίσεως ὑπηρεσίας πρὸς ἐπισκευὴν πλοίων, διότι εἶναι ἐπισήμως ἀνωμολογημένον ὅτι Δεξαμενὴ ἀδύνατον ἐκεῖ νὰ γείνῃ· Ναύσταθμος δὲ ἄνευ Δεξαμενῆς, δηλαδὴ γραφειοκρατικὴ ὑπηρεσία, εἶναι μάταιον νὰ διατηρῆται ἐν ἐρημικαῖς δυστυχίαις ἐν Ἀράπῃ· καλλίτερον εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας ἢ τοῦ Συντάγματος τὰ γραφεῖα, καὶ οἰκονομικώτερον. Ἐλησμόνησα δὲ νὰ σᾶς προσθέσω, ὅτι ὁ ἔφορος τοῦ Ναυστάθμου κύριος Ἐμμανουὴλ Βουδούρης, ὅταν ἐπῆγε δι’ ὑπηρεσίαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πλοίων ἐπὶ τῆς προκυμαίας ἐν Ἀράπῃ ἐγένετο ἀνάρπαστος ὑπὸ τοῦ ἀνέμου καὶ ἐκσφενδονισθεὶς κατὰ πετρῶν συνέτριψε τοὺς ὀδόντας του καὶ ἔμεινεν ἡμιθανὴς σωθεὶς τῇ ἐγκαίρῳ συνδρομῇ τῶν ναυτῶν, ριφθέντων ἐν θαλάσσῃ καὶ σωσάντων αὐτὸν ἐκ τῶν βράχων. Τοιαύτη ἦν ἡ ἀσφάλεια ἐκεῖ οὐ μόνον διὰ τὰ πλοῖα, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας τοῦ Ναυτικοῦ. Τώρα, διὰ ποῖον λόγον ἔγεινεν ὁ Ναύσταθμος ἐκεῖ; Θὰ τὸ εἴπω παῤῥησίᾳ, τὸ θέλει ὁ βασιλεύς. Καὶ προχθὲς ἐπίτηδες ἠρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ποῖος ἠγόρασε, καὶ μοὶ ἀπήντησεν ὅτι ὄχι ἠγόρασεν ἀλλ’ ἐνοικίασε τὸν Σκαραμαγκᾶν· τὸν ἐνοικίασεν ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ ἔχῃ ἔπαυλιν, νὰ ἔχῃ τὸ κτῆμά του ἐκεῖ καὶ νὰ ᾖναι ὁ Ναύσταθμος αὐτὸς τῆς Αὐλῆς. Αὐτὰ εἶναι ἐγκλήματα. Καὶ, κύριοι, τὸ βλέπω ὅτι τοιαῦται ἀποκαλύψεις μὲ ἄγουν εἰς ὄλεθρον τὸ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν θέλω πλέον πολιτευθῆ, διότι βλέπετε καὶ τὴν πατρίδα μου καὶ τὸν ἑαυτόν μου βλάπτω οὕτω· διότι κινῶ τὴν ἀγανάκτασιν καὶ δυσμένειαν καὶ ἐκδίκησιν τῶν ἰσχυρῶν κατ’ ἐμοῦ. Θέλω νὰ σιωπήσω, ἀλλ’ ὁ χαρακτήρ μου μὲ ὠθεῖ εἰς ἀνεξαρτησίαν. Ἀλλὰ στενοχωροῦμαι καὶ λαλῶ, «τὸ γὰρ πολὺ τῆς θλίψεως γεννᾷ παραφροσύνην». Φαντασθῆτε τί ὑπηρεσία δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὸν Ἀράπην, ὅταν ἀνώτερον ἀξιωματικὸν τὸν παίρνει ὁ ἄνεμος καὶ τὸν ρίπτει εἰς τὸν βράχον καὶ τοῦ σπάζει τοὺς ὀδόντας (θόρυβος). Περὶ δὲ τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται ν’ ἀγορασθῶσι τώρα, πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις· τότε θὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ αὐτὴ ἡ δαπάνη, διότι εἶναι ματαία· διότι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πρῶτον περὶ τοῦ καταλλήλου χώρου τοῦ Ναυστάθμου καὶ τῆς καταλλήλου τοποθετήσεως αὐτοῦ, καὶ ἔπειτα περὶ τῆς ἀγορᾶς πλοίων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὥστε ταχέως νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Λοιπὸν πότε θέλει ἡ Βουλή;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν.
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χθὲς, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἦτο κανεὶς γραφεὺς εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ πρακτικὰ, ὥστε φρονῶ εἶνε ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§34Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶνε καὶ ἀνορθόγραφοι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιγραφέων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος ἐκ Θηβῶν βουλευτὴς Διαμάντης ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ καταγγελία τις ἀφορῶσα εἰς τὴν ἁλικὴν Δομβραίνης καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου ὡς καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν του. Καταθέτω τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ ἔλθῃ ὁλόκληρος ἡ δικογραφία, διότι ἡ περίληψις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, δὲν μὲ ὠφελεῖ πρὸς τὸν σκοπόν μου. Πρὸς τοῦτο νὰ μὴ λησμονήσητε τὴν παράκλησίν μου νὰ διατάξητε τὸν Εἰσαγγελέα νὰ στείλῃ πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ τὶ ἐγένετο ἐπὶ τῆς δολοφονίας. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω σημείωσιν περὶ τούτου.
§38Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐγγράφως ὑποβάλει εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς δαπάνης τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισε διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Αὐγούστου ὡς ἐθνικὰς ὁδούς· ἐπίσης καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ἡ χρησιμότης τῶν ὁδῶν τούτων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑπομνήσητε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶνε τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ καταθέτω.
§40ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σήμερον προωρίσθη ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδηκος.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶνε εἰς τὴν σειράν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§42ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα, ὅτι εἶνε προσδιωρισμένη ἡ ἡμέρα. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ τεθῇ πρὸ παντὸς ἄλλου ζητήματος· τὸ ζητεῖ ἁπαξάπασα ἡ Βουλή.
§43ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν τὰς ἔλαβον πλήρεις, διότι αἱ πληροφορίαι περιορίζονται εἰς τὸ περὶ ἁλικῆς, ἐνῶ ἐζητήθησαν καὶ περὶ λειβαδίων. Ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὑπέβαλεν ἔγγραφα νεώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἀρχῶν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις μέχρι σήμερον· καὶ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων ἔχομεν ἀνάγκην, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι δὲν εὑρίσκονται εἰς χεῖράς των. Ὑπάρχει δὲ καὶ μία ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου, ὅστις ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα τῆς ἑταιρίας. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ τὰ φέρῃ.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήσατε προχθὲς τὰ ἀφορῶντα τὴν νομὴν ἢ τὴν βοσκὴν καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει τοιαῦτα ἔγγραφα τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐὰν ὑπάρχουν, θὰ τὰ φέρω· καταθέτω δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα, ἃ ἐζήτησεν ὁ κ. Ροῦφος.
§46ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ἐρωτήσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀπαντήσῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μετανάστας, οἵτινες ἦλθον ἀπὸ τὸ Τουρκικὸν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτοὶ εἶνε 22 ἢ 23 οἰκογένειαι, αἱ ὁποῖαι εἰσῆλθον ἐντὸς τῶν συνόρων ἡμῶν. Ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ τοὺς ἠρώτησεν, ἐὰν θέλουν ἐργασίαν, νὰ φροντίσῃ νὰ τοῖς χορηγήσῃ, καὶ αὐτοὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἐργασίας ἀλλὰ χρημάτων, ἕως ὅτου ἐλευθερωθῶσι τὰ ποίμνιά των, διότι ἐκρατήθησαν ἀπὸ τὰς Τουρκικὰς Ἀρχὰς, ἕως ὅτου τὰ ἀφήσωσιν ἐλεύθερα. Τώρα ἐσχάτως ζητήσαντες τὰ ποίμνιά των ἠδύναντο νὰ τὰ παραλάβωσιν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ τὰ φέρωσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἕνεκα τῆς ἐπιζωοτίας, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγορεύθη ἡ ἐξαγωγή των ἐκεῖθεν.
§48ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Λοιπὸν τὴν Τετάρτην νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§49ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον θέμα εἶνε ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγγεγραμμένος εἶνε ὁ κ. Τζάνες.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Χθὲς, ὅτε κατελθόντος ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος κυρίου Δηλιγιάννη, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κύριος Παλαμήδης, βουλευτὴς ἐπίσης Γόρτυνος, ὅστις εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, παρετηρήθη ὅτι σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν).......
§52ΤΙΝΕΣ (Ἐξ ἀριστερῶν). Ὅλοι.
§53ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. — ἡγουμένου τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἀνεχώρησαν· ὑπέθεσα καὶ ὑπεθέσαμεν ὅλοι ἀπὸ τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης κεκμηκὼς, καὶ δικαίως, ἐκ τῆς μακρᾶς ἀγορεύσεώς του, ἀπῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα ν’ ἀναπαυθῇ καὶ οἱ ἄλλοι τὸν συνώδευσαν διὰ νὰ τὸν συγχαρῶσι, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς διεκόψαμεν τὴν συζήτησιν, ἵνα κατόπιν ἐξακολοθήσωμεν αὐτήν. Μετὰ τὴν διακοπὴν ὁ κ. Παλαμήδης ἐξηκολούθησε τὴν ὁμιλίαν του. Ἐπανῆλθον τότε τινὲς ἀπὸ τῆς πτέρυγος ταύτης (τῆς ἀριστερᾶς) καὶ ἐκάθησαν· ἀλλὰ μόνον μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Παλαμήδου εἰσῆλθον ἅπαντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης (τῆς ἀριστερᾶς) καὶ ἐξέβαλον φωνὰς διαμαρτυρίας καὶ ἔφερον προτάσεις νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Διατί; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς, ἔλεγον, μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμε, δὲν ἐπρόσβαλεν ἄλλον παρὰ τὸν ἑαυτόν του, ὁ δὲ κ. Χατζόπουλος, λαβὼν τελευταῖος, ἢ προτελευταῖος, τὸν λόγον, τραγικὸς ὅπως πάντοτε, ἀλλὰ τραγικώτατος χθὲς, σᾶς εἶπεν: «ἀπεκαλύφθη πλέον τὸ σχέδιον, θέλουσι νὰ ἐξευτελίσωσι πᾶν τὸ ἐξέχον, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ μένωμεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν ἔξω καὶ ἐκεῖ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα». Δὲν ἠξεύρω ἂν σπουδαίως ἐξέφρασε τοὺς λόγους τούτους ὁ ἀξιότιμος βουλευτής.
§54ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος, σπουδαίως τὸ λέγω.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε εἶμαι ὑπόχρεως καὶ ἐγὼ νὰ κάμω μίαν δήλωσιν, τὴν ἑπομένην: καίτοι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἑπομένως καθῆκον ἔχω νὰ ἐπιτηρῶ ἰδίως τὰ τῆς δημοσίου τάξεως, διαβεβαιῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι οὐδὲν ἐμπόδιον θὰ τοῦ φέρω, ἐὰν θέλῃ νὰ μεταφέρῃ τὴν ἐνέργειαν αὑτοῦ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, ἔξω· θέλω δὲ παραγγείλει καὶ εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ μὴ τοῦ ἀντενεργήσῃ, ὅταν θὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἔξω· καὶ κάμνω τοῦτο, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν παραβιάζω, ἐκπληρῶ μάλιστα τὸ καθῆκόν μου, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀποταθῇ ὁ κ. Χατζόπουλος, εἴτε ἐμπόρους, εἴτε βιομηχάνους, εἴτε ἐργάτας, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν σύμπραξίν των ὑπὲρ τοῦ σχεδίου του, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἐκεῖνοι, θὰ τοῦ εἴπουν «καλὸ παιδί, τί ἔβαλες εἰς τὸν νοῦν σου; ἔλα νὰ πᾶμε εἰς τὴν ἀστυνομίαν».
§56ΧΟΪΔΑΣ. Εἰς ποίαν πλάνην εὑρίσκεσθε, κ. Ὑπουργέ! (θόρυβος).
§57ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις (θόρυβος).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε!
§59ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. —Καὶ τόσον περισσότερον εἶμαι βέβαιος εἰς τοῦτο, καθ’ ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ διακόψας με πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Χοϊδᾶς, ὅστις ὅλους τοὺς ἀγαπᾷ καὶ ὅλους τοὺς ὑβρίζει, καὶ ὅστις, τὸ ἐνθυμεῖσθε, σᾶς εἶπεν ὅτι πρὶν παρέλθωσι 10 ἡμέραι, δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἐδῶ—παρῆλθον δὲ ἤδη ἔκτοτε 8 ἡμέρα καὶ ἑπομένως ἔχομεν ἑτέρας δύω ἀκόμη— (θόρυβος).
§60ΧΟΪΔΑΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε, θ’ ἀπαντήσω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§61ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὰ εἶσαι τύραννος, μὰ εἶσαι ὁ μεγαλείτερος τύραννος· σὲ ὑπομένομεν, σὲ ὑπομένομεν, σὲ ὑπομένομεν, ἀλλὰ....... (ἐπευφημίαι καὶ ἱλαρότης).
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ αὐτὸς, λέγω, ὁ Ρόκος, ἅμα κατελθόντος τοῦ βήματος τοῦ κ. βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ἀνῆλθε διὰ νὰ τοῦ εἴπῃ «δὲν ἐξερχόμεθα ἡμεῖς ἀπὸ ἐδῶ, θὰ μένωμεν ἐδῶ.» Καὶ καλῶς, ὡς πρὸς τοῦτο, εἶπεν ὁ Ρόκος. Ἀλλὰ τί ἔτρεξε, κύριοι; Διατί ἐγένετο ὅλος ἐκεῖνος ὁ θόρυβος; Διότι μετὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην ἦτο ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἦλθε καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Παλαμήδης! Καὶ εἶναι προσβολὴ, εἶναι ἐξευτελισμὸς τὸ νὰ ἔλθῃ ν’ ἀπαντήσῃ βουλευτὴς Γόρτυνος πρὸς βουλευτὴν Γόρτυνος; Καὶ ποῖος εἶναι ὁ κ. Παλαμήδης; Εἶναι βουλευτὴς, ὅπως ὅλοι ἡμεῖς, ὁ ὁποῖος ἐδῶ εἰς τὸ βῆμα, ὅπου ἐστάλη ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ πλήρη σεβασμὸν ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς, καθὼς καὶ ὅλοι ἡμεῖς ἀπὸ αὐτὸν (ἐπευφημίαι).
§63ΤΙΝΕΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ὁ βουλευτὴς ὁ ἐκλεχθεὶς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐκλογέων, οἵτινες ἐξέλεξαν καὶ τὸν κύριον Δηλιγιάννην. Δὲν εἶναι βεβαίως ὁ βουλευτὴς ὁ κοτσάμπασης, καὶ ἔσπευσε νὰ τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος, εἶναι ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἔχομεν εἰς τὸν Κανονισμὸν καμμίαν διάταξιν, ἥτις νὰ λέγῃ, ὅτι ὅταν ἔλθῃ ὁ κοτζάμπασης νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, κατόπιν πρέπει νὰ ἔλθῃ ἄλλος κοτζάμπασης νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ; Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἀγορεύει εἷς ἐξ ἑκατέρας μερίδος κατὰ τὴν τάξιν, καθ’ ἣν εἶναι ἐγγεγραμμένος· καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἀφοῦ ὡμίλησεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ πρῶτος ἐγγεγραμμένος ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος, ἤγουν ὁ κ. Παλαμήδης. Ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης θέλει καὶ καλὰ ὅτι εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ τοῦ ἀπαντήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἔστω, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀνεγνωρίσθη καὶ εὔχομαι νὰ ἦναι ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰσήγαγε ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ποῖα εἶναι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν προηγούμενα, ὁσάκις ἐτέθη ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Σχεδὸν πάντοτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπήντησε τελευταῖος. Διατί λοιπὸν αὕτη ἡ ταραχή; Διατί νὰ ἐγερθῶσιν ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι καὶ νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν πλέον ἐλευθερίαι, δὲν ὑπάρχει Πολίτευμα; Καὶ διατί; διότι εἷς βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἄλλον βουλευτήν! Ἀλλὰ διατί δὲν ὁμιλεῖτε, λέγουσι, σεῖς οἱ Ὑπουργοί; Διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον πρότερον καὶ τὸν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πάντοτε εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης, σχεδὸν πάντοτε, οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ἰδίως ὁ Πρωθυπουργὸς, ἔρχονται κατόπιν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ προτελευταῖον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὸν μακαρίτην τὸν Κουμουνδοῦρον, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις 15 ἡμέρας καὶ πλέον διήρκεσε, ὁ μακαρίτης μόνον πρὸ τῆς ψηφοφορίας ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἐσηκώθη τότε κανεὶς νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι προσβάλεις διότι δὲν ἦλθες ν’ ἀπαντήσῃς πρῶτος; Δὲν εἴχατε λοιπὸν δίκαιον, κύριοι συνάδελφοι, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Χατζόπουλος. Καὶ ἂν θέλῃ, δύναται νὰ κάμῃ ἀπόπειραν τῆς πραγματοποιήσεως ἐκείνου μὲ τὸ ὁποῖον ἠπείλησε, καὶ τότε θέλει ἰδεῖ ὅτι πρὸ τῆς Ἐξουσίας ὑπάρχουσιν οἱ φροντίζοντες ὑπὲρ τῆς τάξεως, οἱ μὴ ἀνεχόμενοι ταραχὰς καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ πολῖται ἄνευ ἐξαιρέσεως. Ἰδοὺ διατὶ οὔτε οἱ Ὑπουργοὶ οὔτε ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηντήσαμεν εἰς τὸν κ. Δηληγιάννην. Ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἄλλον λόγον· ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν εἴχομεν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι, καθ’ ἡμᾶς, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Δηληγιάννης, ἦσαν κατὰ τὰς ἐντυπώσεις ἡμῶν, κατάλληλα διὰ πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν, οὐχὶ ὅμως διὰ συζήτησιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν καὶ διαδεχθῇ αὐτήν. Ἂς ἀκολουθήσω τὸν κ. Δηληγιάννην κατὰ βῆμα εἰς τὴν ὁμιλίαν του. Πρώτην κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἔφερεν, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐκεῖ ὅπου κατήντησαν, ἀφαιροῦσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. «Σὺ εἶσαι, εἶπεν, ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο, σὺ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἔκαμες λόγον βασιλικόν· ὁ λόγος ὁ βασιλικὸς ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ, ἐπρόσθετε, διότι τότε ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ εἶχε νὰ συζητήσῃ καὶ δὲν θὰ παρεξετρέπετο εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἰδοὺ ἔλλειψις φανερὰ καθήκοντος, διὰ ὁποίαν πρέπει νὰ πέσῃς». Τί εἰς αὐτὰ ν’ ἀπαντήσωμεν; Ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἄνθρωπος τοσοῦτον πεπειραμένος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ καὶ ὁ ὁποῖος μᾶς ἐνθύμισεν, ὅτι εἴκοσι καὶ δύω ἔτη εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὁ βασιλικὸς λόγος δὲν εἶναι ἀναπόφευκτον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Προχθὲς ἀκόμη εἰς ἄλλο Κράτος καὶ εἰς ἄλλο Κοινοβούλιον, ὅπου ἤλλαξε ῥιζικῶς ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅπου, ὡς ἐκ τούτου, ἔγειναν τροποποιήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐγένετο ἔναρξις τοῦ Κοινοβουλίου διὰ βασιλικοῦ λόγου, ἀλλ’ ἄφησαν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὄχι, μᾶς λέγουν «ὠφείλετε νὰ κάμητε τὸν βασιλικὸν λόγον, διότι σεῖς ἀφότου ἀνεχώρησεν ἡ Βουλὴ ἕως τώρα, ἐκάμετε τόσα, διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀφῃρέθη ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ τόπου, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ βασιλικὸς λόγος διὰ νὰ γείνῃ ἀμέσως συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ψηφοφορία, ἵνα φανῇ ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς.» Τί ν’ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰς τοῦτο; Εἰς ἄλλον τόπον ἠμποροῦσαν αὐτὰ νὰ ἔχουν κάποιαν βάσιν· ἀλλ’ ἐδῶ, ὅπου τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς τίθεται ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐδῶ ὅπου καὶ ἡμεῖς ἐφέτος ἕνεκα τῶν ὅσων διεδίδοντο δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ θέσωμεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ μὴ εἴπητε, ὅτι ἀποφεύγομεν τὴν μυστικὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, μολονότι τὰ προηγούμενα τοῦ πέμπτου κόμματος, ἤτοι τοῦ κόμματος Τρικούπη, εἶναι ἀντίθετα, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἐκερδίσαμεν μὲ πολὺ μεγαλειτέραν πλειονοψηφίαν ἢ μὲ ὅσην πέρυσι, καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀντιπροέδρων καὶ γραμματέων, καθὼς καὶ τὸ τῶν ἐπιτροπῶν, ὁποίαν εἴχομεν πλέον ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν νὰ φανῶσιν αἱ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διαθέσεις τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἄλλη κατόπιν κατηγορία. «Ἀφοῦ δὲν ἐφέρατε βασιλικὸν λόγον, ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβαίνῃ εἰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν συζητήσεις, αἵτινες ἀφαιροῦν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο εἶσαι σὺ, Κυβέρνησις, διότι πρέπει νὰ διευθύνῃς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.» Τί νὰ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰς τοῦτο;
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἕκαστος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν ἑαυτόν του.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅμως θέλουσι νὰ καταστήσωσιν ἡμᾶς ὑπευθύνους, δι’ ὅσα πράττει ἡ πτέρυξ αὕτη (ἡ ἀριστερὰ), ἥτις οὔτε ἀκούει τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ἀκούεται παρ’ αὐτῆς. Πῶς διεξάγεται κατ’ αὐτὰς τὸ μέγα αὐτὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων; Διεξάγεται οὕτω, συγχωρήσατέ με νὰ τὸ εἴπω, ὥστε κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὴν ἀξίαν του. Εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια ἔχουσιν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. «Ἔρχεται ὁ βουλευτὴς καὶ ἄνευ ἀγορεύσεως καὶ προοιμίων ἐρωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν ὡρισμένως ἐπὶ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα· ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ἀμέσως διὰ βραχέων, καὶ ἂν ὁ βουλευτὴς εὐχαριστηθῇ, τὸ πρᾶγμα ἐτελείωσε, δὲν γίνεται συζήτησις· ἂν δὲν εὐχαριστηθῇ, τότε ἔρχεται ἡ ἐπερώτησις, δηλαδὴ ὁ βουλευτὴς δηλοῖ, ὅτι θὰ κάμῃ συζήτησιν, καὶ ὁρίζεται ἄλλη εἰδικῶς πρὸς τοῦτο ἡμέρα. Ἡμεῖς ἐδῶ συνεδριάζομεν ἤδη ἐπὶ ἕνα μῆνα· ἄρχεται καθ’ ἑκάστην ἡ συνεδρίασις καὶ ἀμέσως εἷς, δύω, τρεῖς, δεκαπέντε βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπερωτῶσι δῆθεν καὶ συζητοῦσι. Καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Δουζίνας μᾶς ἐβάστηξεν ἡμίσειαν ὥραν τὸ βῆμα διὰ τοὺς θύννους τοῦ Πόρου καὶ δι’ ἄλλα, ἐνῷ δὲν ἦτο τίποτε ἀπὸ αὐτὰ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δύω ἡμέραι κατηναλώθησαν, δύω πλήρεις συνεδριάσεις, ἵνα προκληθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐν συζητήσει, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναβληθῇ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς περὶ τῶν ἀνικάνων στρατιωτῶν, ἐπὶ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας, ἵνα συζητηθῇ μαζῆ μὲ τὸ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ ψηφοφορίας, τριάκοντα ἠγέρθησαν ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· καὶ ὅταν ἤρχισεν ὁ κατάλογος, ἄλλοι τριάκοντα ἐφώναζον, ὄχι νὰ μὴ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἡ κατάστασις αὕτη βεβαίως καταβιβάζει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς· συμφωνῶ εἰς τοῦτο μὲ τὸν κ. Δηλιγιάννην· ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἤθελε νὰ ἦναι δίκαιος, ἐνῷ ἐβεβαίωσε τὸ γεγονὸς, ὤφειλεν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ του νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ἐκτυλίσσομεν, δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν πτέρυγα τῆς Συμπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ἐγὼ ὀφείλω νὰ ἦμαι δικαιότερος τοῦ κ. Δηλιγιάννη καὶ λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν δύναται νὰ λείψῃ, εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον. Ἡ μία πτέρυξ δὲν εἶναι συντεταγμένη, δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁριστικῶς ἕνα ἀρχηγὸν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον νὰ πειθαρχῇ, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς βλέπετε σιγῶντας καὶ ὑποφέροντας μὲ τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ἰὼβ, ἕως ὅτου βάλῃ τις τὸ χέρι του εἰς τὴν συνείδησίν του καὶ εἴπῃ, ἂς ἀρχίσῃ ἡ ἡμερησία διάταξις συνήθως εἰς τὰς ἕξ ἢ εἰς τὰς ἑπτὰ, ὅτε συνήθως καὶ πάλιν ἔρχεται ἡ ἔνστασις τῆς μὴ ἀπαρτίας καὶ διαλυόμεθα. Ὅπου μία ὁμὰς ἐξ ἑβδομήκοντα ἢ ὀγδοήκοντα εἶναι ἀσύντακτος καὶ ἄνευ ἀρχηγοῦ, αὐτὰ συμβαίνουν. Ὁ Αʹ Ναπολέων, ὅταν τῷ ἔλεγον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, ἔλεγε «τί ζητεῖτε; εἰς, τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Γαλλία εἰς πόλεμον μὲ ὅλην τὴν Εὐρώπην, νὰ φέρητε ἐμπρὸς τοὺς δικηγόρους τοὺς εὐγλώττους (αὐτὸς ἔλεγεν ἄλλην λέξιν) οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ κάμωμεν τίποτε; Ποῖος θὰ τοὺς βάλῃ εἰς τὸν δρόμον;» Ὅταν δὲ τοῦ ἐδείκνυον τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας καὶ τοῦ ἔλεγον ὅτι εὔκολον εἶναι νὰ διορίσῃ δύω ἢ τρεῖς ἀρχηγούς, οἵτινες νὰ καθοδηγῶσι τὰς μερίδας ἐν τῷ σώματι, ἔλεγε, «δύναμαι νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν στρατὸν τοὺς ἀρχηγούς μὲ ἓν διάταγμα καὶ νὰ κάμω τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα Μαρεσάλον, ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ἀρχηγοὶ γεννῶνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, αὐτὴ πρέπει νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν κόμματα ὁδηγούμενα ἀπὸ ἕνα καὶ δύω καὶ τρεῖς.» Τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ προσθέσω, δὲν ἐννοῶ ὅτι συμβαίνει ἐντὸς τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλληνικῆς, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου καὶ λέγω ὅτι, ἂν μεταξὺ τῆς ἀσυντάκτου μερίδος παρουσιάζωνται ἄνθρωποι ἢ ἄνθρωπος δευτερευούσης ἢ τριτευούσης ἱκανότητος, οἱ ὁποῖοι λησμονοῦσι τὸ μέγα λόγιον τῶν Γάλλων: Tel brille au second rang qui s'ecclipse au premier, ἤγουν δύναταί τις νὰ λάμπῃ εἰς δευτέραν, ἀλλὰ χαντακόνεται ἂν ἀναβῇ εἰς τὴν πρώτην θέσιν· ὅπου λέγω συμβῇ, καὶ τοῦτο εἰς ἀσύντακτον μερίδα, ἡ σύγχυσις ἐξ ἀνάγκης πολλαπλασιάζεται. Δὲν κατηγορῶ λοιπὸν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἂν παρουσιάζῃ ἕνεκα τοῦ ἀσυντάκτου αὐτῆς τὴν εἰκόνα ταύτην, τὴν παρακαλῶ μόνον νὰ ἐργασθῇ, ὅπως κἄτι τι δυνηθῇ νὰ ἔβγῃ ἀπὸ τὴν Σύνοδον ταύτην καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ μὲ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἕως τώρα ἐξηκολούθησε, διότι τότε — καὶ οὐδεὶς περὶ τούτου ἀμφιβάλλει — ἡ Σύνοδος θὰ παρέλθῃ ἄγονος καὶ ὁ τόπος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρεται καὶ ἡ μία πτέρυξ καὶ ἡ ἄλλη, δὲν θὰ ὠφεληθῇ. Δὲν εἶχε δίκαιον λοιπὸν ὁ κ. Δηληγιάννης νὰ θέλῃ νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ νὰ ζητῇ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἕνεκα τῆς πτέρυγος ταύτης (τῆς ἀριστερᾶς) δὲν ἠμπορεῖ νὰ βαδίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ χάνεται ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀξιοπρέπειά της. Τί νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτά; Εἰσῆλθε κατόπιν εἰς κἄτι τι πραγματικόν. «Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ τὴν καταψηφίσητε.» Διατί; «διότι πρὸ 18 μηνῶν δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐκτελεστήρια εἰς 3 ἢ 4 προξένους, δὲν ἐλύθη τὸ ζήτημα τῶν ταχυδρομείων.» Δὲν ἀνέφερε δὲ τίποτε περὶ τῆς λύσεως τοῦ ὁροθετικοῦ ἡμῶν ζητήματος, ἐνῷ τὸ τοῦ Μαυροβουνίου μένει ἄλυτον, μεθ’ ὅλην τὴν ἀποστολὴν εἰς Δουλσῖνον τῶν στόλων τῆς Εὐρώπης. Αὐτῶν τῶν δύω μὴ λυθέντων, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ζήτημα θ’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον, ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα καταδείξῃ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὁποῖον ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν αὐτοῦ, τὸ λέγω, ὅτι ἀνὴρ σπουδαῖος, ἀντιποιούμενος τὴν ἀρχηγίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θέλων νὰ δείξῃ, ὅτι ἂν πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς θὰ τὴν διαδεχθῇ, ἐρχόμενος νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔκαμέ τι, ὤφειλε νὰ εἴπῃ ταυτοχρόνως, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ. Καὶ ἐγὼ τὸν ἐρωτῶ, ἂν αὐτὸς ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τί ἤθελε κάμει; Ἤθελε διακόψει τὰς σχέσεις μὲ τὴν Τουρκίαν; Ἤθελε κηρύξει τὸν πόλεμον;
§67Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε;
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μοῦ ἀπαντᾶτε ἔπειτα. Προσθέτω δὲ μόνον ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνάδελφός μου ν’ ἀπαντήσῃ, θὰ φανῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σήμερον ἔκαμε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀμφιβάλλω ἂν ἤθελε κάμει· ἔπρεπε δὲ, ἀφοῦ κατηγορεῖ, σαφῶς νὰ εἴπῃ τί αὐτὸς θέλει πράξει ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἔλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Τόπος καὶ ἡ Βουλή. Τί νὰ ἀπαντήσωμεν λοιπὸν εἰς ταῦτα;
§69ΜΑΝΕΤΑΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἐξηγήσητε ὑμεῖς.
§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴ διακόπτετε, διότι θέλω νὰ τελειώσω μίαν ὥραν ἀρχήτερα, καὶ ἔπειτα δὲν εἶμαι εἰς τὰ κέφια μου σήμερον διὰ ν’ ἀνταπαντῶ.
§71Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα, ἀλλὰ μὲ εἴχατε ἐρωτήσει, ἐκτὸς ἐὰν μετήρχεσθε ῥητορικὸν σχῆμα.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν θὰ λάβητε τὸν λόγον, μοὶ λέγετε τὶ ἠθέλατε κάμει, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶνέ τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν μας καὶ ἴσως σᾶς εἴπωμεν: ἐλᾶτε νὰ τὸ ἐκτελέσητε. «Δαπάναι στρατιωτικαὶ καὶ ναυτικαί, μᾶς εἶπε, τί παρήγαγον;» Καὶ ἐπὶ τοῦτο ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως; Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητηθῶσι τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, θέλομεν ἀπαντήσει ὡρισμένως εἰς ὡρισμένα ἂν προταθῶσιν· ἀλλ’ εἰς τὰ γενικὰ καὶ ἀόριστα τί ν’ ἀπαντήσωμεν; «Εἴκοσι μῆνας καὶ δὲν ἐκάματε τίποτε». Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος. Κατὰ τὰ 1869 μετὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ Χόβαρτ, μία προκήρυξις γεγραμμένη ἀπὸ τὴν ἰδίαν χεῖρα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀνεθεμάτιζεν ὅλους τοὺς παρελθόντας, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ ἑτοιμάσωσι τὸ Ἔθνος στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς καὶ ἐκήρυττεν, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἀποκλειστικὴ φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦναι ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ παρασκευή. Τότε ἔμεινε δέκα ἑπτὰ κατόπιν μῆνας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τί ἔκαμε; Τί νομίζει, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωμεν ἡμεῖς εἰς ἴσους μῆνας; Ὅταν ἔλθῃ ἡ περὶ τούτου συζήτησις, θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκάμαμεν πολὺ περισσότερα, ἀπὸ ὅ,τι ἔκαμε τότε, ἢ ἤθελε κάμει σήμερον αὐτός. Κατόπιν μετέβη εἰς τὴν συναλλαγήν. Ἐδῶ ὡμολόγησε καθαρὰ τὴν ἰδέαν του, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρισθῇ ἀποτόμως ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὴν διοίκησιν· πρέπει νὰ συμβαδίζῃ, διότι ἄλλως ἐγκαθιδρύεται ἡ γραφειοκρατία. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἂν φθάσῃ ὁ σύνδεσμος τῆς πολιτικῆς μετὰ τῆς διοικήσεως, ἄρχεται ἡ συναλλαγὴ καὶ τότε κατεστράφησαν τὰ πάντα. Καὶ ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπερεπήδησεν; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ὤφειλε νὰ μᾶς εἴπῃ «ὑπερέβητε τὸ ὅριον εἰς τοῦτο καὶ τοῦτο.» Ἀλλὰ τί μᾶς εἶπεν; Ἔπαρχοι, Νομάρχαι, Ἔφοροι, ἄλλοι ὑπάλληλοι, ὅλοι εἶναι φίλοι σας ἢ φίλοι τῶν φίλων σας. Ἀλλὰ οἱ Ὑπουργοὶ διορίζουν Νομάρχας καὶ Ἐπάρχους ἀπὸ τοὺς ἀντιθέτους αὑτῶν; Τί νὰ τοῦ ἀπαντήσω εἰς ταῦτα; Πῶς ἐννοεῖ τὸ ὅριον, εἰς ὃ δύναται νὰ φθάσῃ ὁ συνδυασμὸς τῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς, χωρὶς νὰ φθάσῃ εἰς τὴν συναλλαγήν; Καὶ εἰς τὸ ὅριον ἐκεῖνο δὲν ἐφθάσαμεν βεβαίως καί, ἂν ἠμπορῇ, ἂς τὸ ἀποδείξῃ. Ὡμίλησε κατόπιν περὶ δημοδιδασκάλων, περὶ Γυμναστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας συνάδελφός μου, ἂν τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον, θέλει ἀπαντήσει. Ἦτον ὅμως πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν κατεπείγουσαν ἀπάντησιν παρὰ τῶν Ὑπουργῶν; Ἐπέμβασις εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς! Εἰς τὴν ἐπαρχίαν του κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τρεῖς χωροφύλακες ὑπῆρχον εἰς ἕκαστον δῆμον· πόση δὲ στρατιωτικὴ δύναμις ὑπῆρχον ἐν Γορτυνίᾳ, ὅταν ἦτο ὁ κ. Δηλιγιάννης Ὑπουργός; τὸ ἠκούσατε χθές. Ἄλλη κατηγορία, ὅτι ἐσυστήθησαν βραδέως τὰ ἐργοστάσια τοῦ καπνοῦ, οὐχὶ διότι ἀπηντήθησαν δυσκολίαι εἰς τὴν σύστασιν, οὐχὶ διότι ἐδῶ ἐγένετο συνεννόησις καὶ σύστασις διὰ νὰ μὴ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, ἐξ ἧς ἠναγκάσθημεν νὰ φέρωμεν προσωπικὸν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν τὴν ἔναρξιν εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κοινοβουλίου! Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποκρούσω καὶ αὐτὴν τὴν μομφὴν καθ’ ὁλοκλήρου πτέρυγος, τῆς ὁποίας ὅμως ἐπικαλεῖται τὴν ψῆφον διὰ νὰ τὸν φέρῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν; Διάταγμα ὁδοποιΐας διὰ 76 ἐθνικὰς ὁδοὺς ἐξεδόθη κατ’ αὐτὰς χάριν συναλλαγῆς. Δὲν ἐκάμαμεν προηγουμένως οἰκονομικὸν σχέδιον· «ἔπρεπε, μᾶς εἶπε, νὰ κάμετε πρῶτα τὸ οἰκονομικὸν σχέδιον καὶ τὸν προϋπολογισμόν σας δι’ ἑκάστην ὁδόν, διότι αὐταὶ αἱ ὁδοὶ θὰ κοστίσουν 100 ἑκατομμύρια· ποῦ θὰ τὰ εὕρετε;» Ἐὰν ἄλλος τις ἔλεγε ταῦτα ὑπομονή, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων, γνωρίζει ὅτι τὸ σχέδιον τῶν 76 ἐθνικῶν ὁδῶν εἶχε μελετηθῆ ἀπὸ τὸν μακαρίτην Σκαλιστήρην, τοῦ ὁποίου τὴν γραφειοκρατικὴν τάσιν γνωρίζετε καὶ ὁ ὁποῖος, ὅταν ἤθελεν ἔλθει βουλευτὴς νὰ τοῦ συστήσῃ τι, ἀνετρίχιαζε. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἐπεξειργάσθη κατόπιν τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ ἐπεθεώρησεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Γάλλων μηχανικῶν. Καὶ τοῦτο ἐγένετο λόγῳ συναλλαγῆς!—Ἀλλὰ ποῦ τὰ χρήματα; — 20 ἑκατομ. ἐζητήθησαν δάνειον, εἰς τὸ διάστημα δέ, καθ’ ὃ αἱ ὁδοὶ θὰ κατασκευασθῶσι, θὰ ἔχωμεν τουλάχιστον ἄλλα 10 μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ἐπίλοιπον εἶνε δύσκολον νὰ εὑρεθῇ! Ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον χρῆμα; Πῶς δὲ θὰ κάμωμεν προϋπολογισμὸν, ἂν δὲν χαραχθῇ ἡ ὁδὸς διὰ νὰ γνωρίζωμεν ποῖα βουνὰ καὶ ποταμοὺς θ’ ἀπαντήσωμεν; Τί νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς αὐτὰ ἀμέσως; Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι βεβαίως θὰ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, ὡς κἄτι τι, μὴ δυνάμενον νὰ πραγματοποιηθῇ, αὐτὸ τὸ Διάταγμα τῶν 76 ἐθνικῶν ὁδῶν· ἀλλ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι δὲν κατέγεινεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων ὁδῶν· διότι ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὁπότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἓν δημόσιον φύλλον, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται τοὐλάχιστον ὅτι ἀνήκει πολλὰ πλησίον εἰς τὸν κ. Δηλιγιάννην, μεταξὺ τῶν ἐπικρίσεων τοῦ Διατάγματος εἶχε καὶ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ γίνονται αὐταὶ αἱ ὁδοὶ, μέχρι σήμερον ἡ Ἐπαρχία τῆς Γόρτυνος δὲν ἔχει οὔτε μίαν ἀτραπόν. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο συμπεριέλαβε καὶ τὴν Γορτυνίαν εἰς τὸ εὐεργέτημα τῶν δημοσίων ὁδῶν. «Πρέπει ἀκόμη νὰ καταψηφισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος.» Τί νὰ τοῦ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰς τοῦτο; Νὰ τοῦ εἴπωμεν ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα συνεζητήθη εἰς τὴν περασμένην Σύνοδον; Τί ἐπαναφέρεις πάλιν αὐτὸ τὸ πρὸ τῆς Συνόδου ζήτημα ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ὡς κατηγορητήριον διὰ τὰς πράξεις της μετὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην;
§73ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὰ ἀποτελέσματα.
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Πρέπει νὰ καταψηφισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ διότι ἐβράδυνε τὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ διότι προκύπτει ὅτι ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ δὲν θὰ εἰσπράξωμεν παρὰ τρία μόνον καθαρὰ ἑκατομμύρια.» Τί καὶ πρὸς τοῦτο ν’ ἀπαντήσωμεν; ὅτι δὲν εἶναι σωστὸς ὁ λογαριασμός; ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ὅλων τῶν εἰδικῶν ἀνθρώπων, ὁ καπνὸς καὶ τὸ σιγαρόχαρτον θὰ μᾶς δώσωσι τοὐλάχιστον ἐννέα ἑκατομμύρια, ἂν δὲ εἰς δύω ἑκατομμύρια ὑπολογίζεται ἡ δαπάνη, τὸ 1,200,000 εἶναι διὰ τὸ κόψιμον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπανέρχεται εἰς τὰ βαλάντια τοῦ ἐμπόρου, τὸ ὁποῖον κόψιμον τὸ πληρώνουν τώρα ἐδῶ εὐθηνότερον παρ’ ὅ,τι τὸ ἐπλήρωνον πρίν, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ὑπάρχουν δύω ἰδιωτικὰ ἐργοστάσια κοπῆς καπνοῦ καὶ οἱ καπνοπῶλαι φέρουν τὸν καπνὸν ἵνα κοπῇ εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἔστω ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ δώσῃ τρία μόνον ἑκατομμύρια καθαρὸν περίσσευμα εἰς τὸ Δημόσιον. Λοιπὸν διὰ τοῦτο πρέπει νὰ καταψηφισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ν’ ἀναγκασθῇ ν’ ἀπαντήσῃ ἀμέσως; διατί; διότι περισσεύει τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου κατὰ τρία ἔστω ἑκατομμύρια ἀπὸ φορολογίαν τοῦ καπνοῦ; «Ηὔξησαν τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν καὶ ἐκ τούτου θὰ καταστραφῇ ὁ Τόπος, καταψηφίσατε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶνε αἰτία, ὥστε οἱ ἐργάται νὰ πληρώνωνται τόσον καλά!» Καὶ εἶνε ἔγκλημα, διότι δὲν ἀπηντήσαμεν ἀμέσως καὶ εἰς αὐτό; Γνωρίζω ὅτι εἰς Κράτη ἄλλα ὑπάρχει ζήτημα καὶ ζήτημα μέγα, τὸ ζήτημα τῶν ἐργατῶν. Γνωρίζω ὅτι εἰς Κράτη ἄλλα ἐπαπειλεῖται ἡ τάξις, αὐτὴ ἡ ὕπαρξίς των, διὰ τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τῶν ἐργατῶν, ὅπου οὗτοι δὲν προσπορίζονται εἰμὴ ἕν, ἓν ἥμισυ, τὸ πολὺ δύω φράγκα τὴν ἡμέραν. Ἐνόουν, ἐὰν μοὶ ἐλέγετε ὅτι ἠλαττώθη ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν, οἵτινες δὲν ἔχουν πῶς νὰ ζήσωσι καὶ ποῦ θὰ ὑπάγωσιν’ ἀλλὰ νὰ μοῦ λέγετε, ὅτι εἶναι δυστύχημα, διότι σήμερον οἱ ἐργάται μας τρώγουν προσφάγι μὲ τὸ ψωμί των καὶ ἔχουν νὰ ἐνδυθῶσι καὶ πρέπει διὰ τοῦτο νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις, τί νὰ σᾶς ἀπαντήσω; «Ἡ βιομηχανία ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως πηγαίνει νὰ γείνῃ τραπεζιτικὴ ἐν Ἑλλάδι, καθὼς ἐγένετο καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἑπομένως ταχέως πρέπει νὰ πέσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ προλάβῃ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, καὶ διότι δὲν ἐφρόντισε τὰ τοῦ Χρημαιηστηρίου Ἀθηνῶν, καὶ διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἴδῃ τί κάμνουν οἱ κολλυβισταὶ καὶ οἱ μεσῖται». Περιμένω ν’ ἀκούσω καὶ ἐπερίμενα ν’ ἀκούσω τί νομίζει ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ παρέλειψεν ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου’ ἐπερίμενα νὰ τὸ ἀκούσω ἀπὸ τοὺς ἄλλους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἔχει διασαλπισθῆ καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων ὅτι συνῆλθον καὶ ἐμοιράσθησαν ἕκαστος τὰ μέρη των καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Δηλιγιάννης ἤθελε κάμει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εἰσήγησιν. Ἠκούομεν λοιπὸν ἐδῶ μία εἰσήγησιν καὶ ἐπεριμένομεν τοὺς ἄλλους νὰ ὁμιλήσουν, καὶ ἐπανειλημμένως μάλιστα εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Δηλιγιάννης προέτρεψε τοὺς ὁμόφρονάς του νὰ ἐξετάσωσι τοῦτο καὶ ἐκεῖνο τὸ ἀντικείμενον, καὶ ἐπεριμένομεν ν’ ἀκούσωμεν διὰ ν’ ἀπαντήσωμεν. «Πρέπει ἀκόμη νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις’ διατί; διότι ἀπὸ τῆς 25 Μαΐου ἠκούοντο διαπραγματεύσεις περὶ δανείου, ὅπερ μόνον προχθὲς ἐτελείωσε’ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐγένοντο ἀναβιβοκαταβιβάσεις τῶν χρεωγράφων καὶ ἐκ τούτου ἐγένετο ζημία». Τί καὶ εἰς τοῦτο ν’ ἀπαντήσωμεν; Ἕν δάνειον, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη, κύριοι, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ ἀγορὰ τῆς Εὐρώπης εὑρίσκεται εἰς ἥν γινώσκετε κατάστασιν, δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν ἄλλα Κράτη ἰσχυρὰ ἐζήτησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ δανεισθῶσι, ἦτον ὑπόθεσις, ἥτις ἠδύνατο νὰ τελειώσῃ εἰς μίαν ἑβδομάδα; Ἔπρεπε νὰ γείνωσι παρατεταμέναι διαπραγματεύσεις, καὶ διότι ἠκούσθησαν ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις, πταίει ἡ Κυβέρνησις καὶ πρέπει νὰ καταψηφισθῇ, καὶ σὺ, Κυβέρνησις, διότι δὲν ἀπήντησες ἀμέσως εἰς αὐτὸ ἔκαμες προσβολήν! Dulcis in fundo. «Ὄτε ἐγένετο, μᾶς εἶπεν, ἡ ἐπιστρατεία καὶ ὅτε προσεκαλεῖτε τοὺς Ἕλληνας πολίτας νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς σημαίας, σεῖς ἐκάμνετε τὴν σύμβασιν περὶ Κωπαΐδος, τὴν σύμβασιν περὶ Κωπαΐδος, διὰ τῆς ὁποίας ἐδώσατε τῷ Σκουλούδῃ 4,800,000 καὶ τὰ ἔθεσεν εἰς τὴν τσέπην του.» Πρέπει κἄτι τι πλέον ἐμπεριστατωμένα νὰ εἴπῃ τις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὰ ὁποῖα καλῶς ἠξεύρει ὁ κ. Δηλιγιάννης, θαυμάζω δὲ διὰ τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον εἰσῆλθεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπαναλάβῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ὅ,τι ἐγράφοντο εἰς τινας ἐφημερίδας, ἢ διὰ νὰ εἴπω κάλλιον εἴς τινα μελανωμένα χαρτιά. Ἀπὸ τὸ 1834 ὁ Ὄθων ἐπροσπάθησε νὰ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα, ἀλλ’ ἀπέτυχον ὅλαι αἱ προσπάθειαι, αἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ τῆς βασιλείας ἐκείνου. Εἰς τὸ 1865 παρακινούμενος ἀπὸ Ἕλληνα ἐδῶ ὁ Γάλλος Μομφεριέρος ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος· ὅ,τι συνέβη ἀργότερα ἐνταῦθα διὰ τὰ Λαυριωτικὰ, συνέβη καὶ τότε διὰ τὴν Κωπαΐδα. Ἐκεῖ εἶναι ὁ Πακτωλὸς, ἐφώναζον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ πλουτήσωμεν ὅλοι, καὶ ἦλθεν αὐτὸς ὁ Γάλλος νὰ μᾶς τὸν πάρῃ! Δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ τότε ἡ σύμβασις, διότι τοιαῦται ἠγέρθησαν φωναὶ ἔξωθεν, ὥστε οἱ βουλευταὶ ἐδίστασαν νὰ ψηφίσουν τὴν σύμβασιν. Μετὰ δύω ἔτη κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ σύμβασις μετὰ τοῦ Μομφεριέρου, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἠμπόρεσε νὰ καταρτίσῃ ἑταιρίαν καὶ ἐκηρύχθη ἔκπτωτος. Ἔμεινεν ἡ Κωπαΐς, ἡ δὲ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον δι’ οὗ ἔδιδε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κωπαΐδα εἰς οἷον δήποτε ἄλλον, ὅστις ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν ἀποξήρανσιν, ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως μετὰ τοῦ Μομφεριέρου. Τοῦτο ἐγένετο, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἰς τὰ 1869. Παρῆλθον ἔκτοτε ἓξ ἔτη, καὶ οὐδεὶς παρουσιάσθη· εἰς τὰ 1875 ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ Βιομηχανικὴ, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι καὶ ποία ἄλλη, συνῆλθον ὅπως ἀναλάβωσι τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος· ἔστειλαν νὰ ἐξετάσωσι καὶ νὰ σπουδάσωσιν ἐπὶ τόπου τὸ ζήτημα, ἀλλὰ οἱ ἀποσταλέντες μηχανικοὶ ἐπανῆλθον ὀπίσω, συμπεράναντες, ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς μετὰ τοῦ Μομφεριέρου συμβάσεως δὲν ἦτο συμφέρον νὰ ἐπιχειρισθῇ ἡ ἀποξήρανσις, καὶ αἱ Τράπεζαι ἀπέσχον ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν. Παρῆλθον ἔκτοτε πέντε ἔτη καὶ οὐδεὶς ἄλλος παρουσιάσθη· παρουσιάσθη κατὰ τὰ 1880 ὁ κ. Βοῦρος σύντροφος μὲ τὸν κ. Σκουλούδην. Φυσικὸν ἦτο νὰ περιμένῃ τις ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἤθελε παρουσιασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤθελεν εἰπεῖ «βλέπετε, ὅτι μὲ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν μὲ τὸν Μομφεριέρον, παρῆλθον δέκα καὶ περισσότερα ἔτη, δὲν παρουσιάσθη ὅμως οὐδεὶς ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος· αἱ Τράπεζαι μᾶς εἶπον ὅτι μὲ τὰς συνθήκας τῆς συμβάσεως τοῦ Μομφεριέρου δὲν ἀναδέχονται· λοιπὸν πρέπει νὰ κάμωμεν ὅ,τι γίνεται εἰς τὰς δημοπρασίας, ὅταν αὗται ἀποτυγχάνουν· πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς ὅρους.» Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο· ἐγένετο δὲ ἡ παραχώρησις μὲ ὅρους καλλιτέρους καὶ συμφερωτέρους διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἀπ’ ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ Μομφεριέρου, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἡ παραχώρησις, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸν Βοῦρον, ἐγένετο ὑπὸ ὅρους συμφερωτέρους διὰ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιείχοντο ἐν τῇ συμβάσει τοῦ Μομφεριέρου, ἥτις ἐπὶ 15 ἔτη ἔμενεν ἐκεῖ, χωρὶς ν’ ἀναδέχηται οὐδεὶς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Μετὰ τὴν παραχώρησιν πρὸς τὸν κ. Βοῦρον, ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ συσταθῇ ἑταιρία· συνεστάθη ἑταιρία, καὶ ἱδρυταὶ αὐτῆς εἶναι δώδεκα. Αὐτοὶ κατόπιν ἔλαβον καὶ τοὺς λεγομένους παρακοινωνοὺς participants. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς Ἑταιρίας οἱ ἱδρυταὶ καὶ οἱ λογιζόμενοι participants φυλάττουν διὰ τὸν ἑαυτόν των ἓν λεγόμενον apport κέρδος ἐπὶ τῶν μετοχῶν, τὰς ὁποίας ἤθελον ἐκδώσει. Ἡ Ἑταιρία αὐτὴ συνεστάθη κατὰ τὰς 14 Ὀκτωβρίου τοῦ 1880 εἰς Παρισίους, δηλαδὴ ἡμεῖς δὲν ἤμεθα τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν μεταβίβασιν, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι οὗτοι ἔκαμον εἰς τὴν Γαλλικὴν ἑταιρίαν, ἐφύλαξαν δι’ ἑαυτοὺς ὡς βραβεῖον 4,500,000 δραχμῶν· εἶναι εἰς τὸ Καταστατικὸν 4,800,000, ἀλλὰ 300 χιλιάδες εἶναι αἱ τῆς ἐγγυήσεως. Πιστεύουσί τινες, διότι οὕτως ἀκούουσιν, ὅτι τὰ 4,800,000 δραχμῶν τὰ ἔλαβεν ὁ κ. Σκουλούδης.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπῆρε καὶ ἄλλα.
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπῆρε τίποτε ἕως τώρα, οὔτε λεπτὸν, ἰδοὺ τί ἐπῆρε. Τὰ 4,500,000, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς κέρδος διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους τρέχουσιν, ἀφαιρούμενα ἀπὸ τὰς 30,000 μετοχὰς, τὰς ὁποίας αὐτοὶ ἔχουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιχειρήσεως, φέρουν ὡς ἀποτέλεσμα, ὥστε αἱ μετοχαὶ, τὰς ὁποίας ἐβάσταξαν καθεὶς ἀπὸ τοὺς ἱδρυτὰς καὶ καθεὶς ἀπὸ τοὺς participants, κοστίζουν εἰς αὐτοὺς ἀντὶ δραχμῶν ἑκατὸν μόνον· ἑπομένως ἔχουν τὸ κέρδος τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις ἐπιτύχῃ, αἱ μετοχαί των αὗται, αἱ ὁποῖαι ἕνεκα τοῦ συνδυασμοῦ τούτου τοῖς κοστίζουν 100 δραχμὰς, θὰ λαμβάνουν μέρισμα ὡς νὰ ἦσαν 250 δραχμῶν. Μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἑταιρίας, νομίζοντες ὁ κόσμος ὅτι πράγματι οἱ ἱδρυταὶ ἐπῆραν 4,800,000 ὡς βραβεῖον, ἐξηγέρθησαν καὶ ἀνενεώθη τὸ παλαιόν: «Πακτωλὸς ἢ Κωπαΐς, ἄλλο Λαύριον!» Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1881 ἠναγκάσθη ἀπὸ τὴν γενικὴν ἐξέγερσιν ν’ ἀπευθύνῃ ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, διὰ τοῦ ὁποίου τῆς ἀπῄτει κατὰ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως τοῦ Μομφεριέρου νὰ ἐκδώσῃ τὰς μετοχάς της ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν τυχὸν αἱ μετοχαὶ ὅλαι ἤθελον καλυφθῆ ἐν Ἑλλάδι, νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα νὰ δώσῃ ἀλλαχοῦ. Ἡ ἑταιρία ἀντέστη. Καὶ ἂν δὲν ἀνθίστατο πόσαι ἄλλαι φωναὶ θὰ ἠκούοντο τώρα διὰ τὰς μετοχὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπῆρχον εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἑλλήνων! Ἡ Ἑταιρία ἀντέστη, διότι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις, ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Ἑταιρίαν διὰ τὴν καλλιέργειαν τὴν σχηματισθησομένην μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν· καὶ ἔλεγεν ἡ Ἑταιρία, ὅτι καθ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς ἀποξηράνσεως, αὐτὰς τὰς μετοχὰς θὰ τὰς κρατήσω ἐγώ. Δεύτερον ὅμως ἔγγραφον ἀπηύθυνεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑταιρίαν· αὕτη δὲ διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τὰς πολλὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοῦ, ἐπώλησε 2,500 μετοχὰς, ὄχι διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς, ἀλλ’ ἐπωλήθησαν φιλικῶς ἀπὸ 5, ἀπὸ 10 μετοχαὶ πρὸς 250 δραχμὰς ἑκάστη. Κατόπιν ὁμὰς τραπεζιτῶν καὶ κεφαλαιούχων ἐνταῦθα ἀπεστάθη εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Ἑταιρίας εἰς Παρισίους καὶ ἐζήτησε ν’ ἀγοράσῃ 10 χιλιάδας μετοχάς· αἱ 10,000 αὗται μετοχαὶ ἐδόθησαν εἰς τοὺς τραπεζίτας πρὸς 200 δραχμάς. Αὐτοὶ οἱ ἀγοράσαντες τὰς 10,000 μετοχῶν ἐξέθηκαν αὐτὰς εἰς δημοσίαν πώλησιν ἐν Ἀθήναις εἰς τὰ καταστήματα τῆς Ἐθνικῆς καὶ Βιομηχανικῆς Τραπέζης καὶ ἀπὸ αὐτὰς ἐπωλήθησαν 1,000, ὥστε ἐν ὅλῳ 3,500 μετοχαὶ μόνον ἀπὸ τὰς 30,000, αἵτινες συγκεφαλαιοῦνται ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ταύτῃ, μένουν σήμερον εἰς χεῖρας τοῦ Δημοσίου· ὅλαι αἱ ἄλλαι εἶναι εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἱδρυτῶν καὶ τῶν participants. Ἠθέλησα νὰ ζητήσω πανταχόθεν πληροφορίας περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ νὰ βεβαιωθῶ πόσας ἀπὸ αὐτὰς τὰς μετοχὰς ἐπώλησεν ὁ κ. Σκουλούδης καὶ πόσας ἔχει σήμερον, καὶ ἂν τὰς ἐπώλησε πρὸς 250 φράγκα, ἐνῷ τῷ ἐκόστιζον 100, καὶ ἔλαβον τὴν βεβαίωσιν ὅτι ὁ Σκουλούδης σήμερον εἶνε κάτοχος 7,000 μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι αὐτοῦ μὲν κοστίζουν 100 φράγκα ἑκάστη, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι σήμερον κυκλοφοροῦν εἰς τὴν ἀγορὰν πρὸς 60 φράγκα. Ἑπομένως μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ κέρδος 4,800,000, χάνει ἀπὸ τὰς 7,000 μετοχὰς 300,000 περίπου δραχμάς.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ἱδρυταὶ καὶ οἱ participants κατέθεσαν τὰ 100 φράγκα δι’ ἑκάστην μετοχήν; Ἔπρεπε νὰ καταθέσουν τὸ ἀντίτιμον.
§78ΤΙΝΕΣ. Τὰ κατέθεσαν.
§79ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, κ. Σωτηρόπουλε, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡ Γαλλικὴ ἐμέτρησεν εἰς τὸν κ. Σκουλούδην 4,800,000 φράγκα καὶ αὐτὰ τὰ ἔλαβε καὶ ἦλθεν ἐδῶ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ λέγω δυστυχῶς, διότι ηὐχόμην εἰς Ἕλλην νὰ κερδήσῃ ἀπὸ μίαν Ἑταιρίαν ξένην οὐχὶ 4 ἀλλὰ 10 ἑκατομμύρια εἰς θεμιτὴν καὶ ἔντιμον ἐπιχείρησιν· αὐτὰ ἔχουν αἱ ἐμπορικαὶ ἐπιχειρήσεις· ἀλλὰ δυστυχῶς ἐδῶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Σήμερον ὁ κ. Σκουλούδης ζημιοῦται, δὲν κερδίζει τίποτε. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην, κατὰ τί νομίζει ὅτι ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἐλλιπὴς ὡς πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ; Τί ἠδύνατο ἢ ὤφειλε νὰ κάμῃ καὶ δὲν τὸ ἔκαμε, διὰ νὰ ἦναι ἀξία τῆς καταψηφίσεως τῆς Βουλῆς; περιμένω νὰ τὸ ἀκούσω, καὶ ἔπρεπε νὰ περιμένωμεν ν’ ἀκούσωμεν πρὶν ἢ ἀπαντήσωμεν. Τελευταία κατηγορία ἔρχεται ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρεσβευτοῦ· περιμένω ν’ ἀναπτυχθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, διότι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπε χθὲς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, δὲν ἐξάγεται τίποτε ὡρισμένον, εἰ μὴ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διορισθῇ ὁ κ. Σκουλούδης· καθ’ ἡμᾶς ἠδύνατο καὶ οὐδὲν ἐμπόδιον ὑπῆρχε. Βουλευτὴς χάνει τὴν θέσιν του, ὅταν διορισθῇ εἰς ἔμμισθον θέσιν. Ἔμμισθος θέσις τῶν Ἐκτάκτων Ἀπεσταλμένων δὲν ὑπάρχει οὔτε νομοθετημένη, οὔτε σημειοῦται μισθὸς εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Αἱ Ἔκτακτοι Πρεσβεῖαι εἶναι ἄμισθοι καὶ ἐκ τοῦ νόμου καὶ ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Σκουλούδης δὲν ἐπῆρεν οὔτε ἔξοδα ταξειδίου, οὔτε ἔξοδα ἐγκαταστάσεως, καίτοι ἠδύνατο καὶ τοῦτο ἴσως νὰ γείνῃ χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ἡ θέσις ἔμμισθος· ἀλλὰ δὲν ἐπῆρε τίποτε· ἑπομένως δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ θεωρήσωμεν κενὴν τὴν θέσιν. Καὶ ἐδῶ τελειόνουν ὅλα τὰ κατηγορητήρια, καὶ τὰ ὁποῖα συμπεραίνων, περιέλαβεν εἰς τρεῖς κατηγορίας, αʹ) ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τακτικὴν τραπεζιτικὴν, βʹ) ὅτι ἔχει τακτικὴν συναλλαγῆς, γʹ) ὅτι ἔχει τακτικὴν ψευδοϋποσχέσεων. Τί ἐννοεῖ μὲ αὐτά; Χθὲς μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως εἶπον εἰς ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφον, ἀντιπολιτευόμενον, παρόντα καὶ σήμερον ἐν τῇ συνεδριάσει· τῷ εἶπον «εἰπέ μοι νὰ ζῇς, πόσα ἀπὸ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐπίστευσας;» Μοὶ ἀπήντησε «εἰπέ μοι σὺ πόσα ἐκατάλαβες, διὰ νὰ σοῦ εἰπῶ ἐγὼ πόσα ἐπίστευσα.» Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἡ τραπεζιτική; Ποία εἶναι κύριοι, ἡ τακτικὴ τῆς συναλλαγῆς, ποία εἶναι ἡ τακτικὴ τῶν ψευδοϋποσχέσεων; Εἶναι πράγματα αὐτὰ, δυνάμενα νὰ τεθῶσιν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀπαντήσωμεν ἀμέσως, καὶ διότι δὲν ἀπηντήσαμεν ἀμέσως, προσεβάλομεν τὴν μεγαλοπρέπειαν τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος; Ἀλλ’ ἐνοήσατε καθαρῶς ἓν ἄλλο, κύριοι; Τὸ συμπέρασμά του εἶναι—καὶ σᾶς τὸ εἶπεν ἄνευ τῶν συνήθων περιστροφῶν— ὅτι εἶσθε πλειοψηφία, ἀντίθετος πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ «Ἔθνους, ἑπομένως ψηφίσατέ με, σᾶς εἶπε, νὰ ἔλθω νὰ σᾶς διαλύσω διὰ νὰ προσκαλέσω ἄλλην πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία νὰ ἦναι σύμφωνος μὲ τὴν πλειονοψηφίαν (κατ’ αὐτὸν) τοῦ Ἔθνους. Καὶ βεβαίως αὐτὸς, ἂν λάβῃ τὰς ψήφους σας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργασθῇ μὲ σᾶς τὴν ἀγορασμένην (κατ’ αὐτὸν) πλειοψηφίαν τῶν ἀντιπολιτευομένων πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Μὴ θορυβεῖσθε! Δὲν τὸ κρύπτετε, τὸ ἐπαναλαμβάνετε εἰς τὰς ἰδιαιτέρας ὁμιλίας σας· τοῦ ἐξέφυγε τοῦ ἀρχηγοῦ σας, καὶ ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅστις μάλιστα ἀπευθυνόμενος, πρὸς ἡμᾶς εἶπε «πόσον θὰ συλλογισθῆτε, ἐὰν αὔριον συγκρίνητε τὴν πλειονοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἔθνους». Ἂς τὸ ὁμολογήσω, κύριοι, ἐδῶ δὲν σᾶς ἔλειψεν ἡ καλὴ πίστις· ἐξεδηλώσατε καθαρὰ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀπηντήσαμεν εὐθὺς εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Δηλιγιάννην. Πιστεύω ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος ταύτης (τῆς ἀριστερᾶς) θὰ αἰσθάνωνται τώρα, ὅτι οὐδεμία αἰτία ἢ δικαιολογία ὑπῆρχε διὰ νὰ κάμουν τὸν θόρυβον, τὸν ὁποῖον ἔκαμον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου Παλαμήδη. Εἶπεν ἐν πολλοῖς ὁ κ. Παλαμήδης γεγονότα λυπηρά· ἀνέσυρε πέπλον, τὸν ὁποῖον ἐπεθύμει τις βουλευτὴς νὰ μὴ ἀνασυρθῇ, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο προσβολὴ κατ’ οὐδενὸς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον κατὰ τοῦ Πολιτεύματος. Τώρα, κύριοί μου, ἐὰν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, ἂς γείνῃ τοὐλάχιστον σοβαρωτέρα· ἂν ὅμως ἐπιμένετε ὡς χθὲς, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα μας ἔργα, ἡμεῖς καὶ αὐτὸ τὸ ἀποδεχόμεθα εὐχαρίστως.
§80Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπιλαμβανόμενος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου θέματος τοῦ ἀπασχολοῦντος τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἀπηξίωσεν ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ ἀρκετὴν ὥραν περὶ τῆς διαγωγῆς ἑνὸς παιδίου. Ὑπέθεσεν ὅτι ἐγὼ εἶπον καὶ ἠπείλησα ὅτι θέλω μεταφέρει τὸν ἀγῶνα ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι θέλω τὸν μεταφέρει ἀλλαχοῦ, καὶ ἠθέλησε νὰ προαναγγείλῃ τὰς συνεπείας ἑνὸς τοιούτου διαβήματός μου. Εἶπεν ὅτι αὐτὸς δὲν θέλει θεωρήσει ἄξιον νὰ λάβῃ κανὲν μέτρον, θέλει ἀφήσει ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους θέλω ὁμιλήσει νὰ μοὶ ἀπαντήσωσι, καὶ προβλέπει ποία θέλει εἶσθαι ἡ ἀπάντησις· ἡ ἀπάντησις θέλει εἶσθαι νὰ μὲ ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Καὶ ἠπόρησα, κύριοι, πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τόσον χρόνον λύων τὴν σιωπὴν καὶ ἐπιλαμβανόμενος ἐν σπουδαίαις ἐθνικαῖς περιστάσεσι σπουδαίας συζητήσεως, ἐθεώρησεν ἄξιον τῆς ἀξιοπρεπείας οὐχὶ αὑτοῦ καὶ τῆς θέσεώς του ὡς πολιτευομένου, ἀλλὰ τῆς θέσεως ἣν κατέχει, τοῦ ὑπουργοῦ, ἠπόρησα, λέγω, πῶς ἐθεώρησεν ἄξιον αὐτὸς ὁ σπουδαῖος καὶ ἐμβριθὴς νὰ ἐννοῇ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν κατ’ αὐτὸν συνεπειῶν τῆς διαγωγῆς ἑνὸς παιδίου. Καὶ δὲν ἐδίστασεν ἀκόμη, κατερχόμενος ἀκόμη χαμηλότερα, νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τοῦ ὕφους τοῦ παιδίου, νὰ σᾶς ὁμιλήσῃ περὶ τραγικοῦ ὕφους, ὑπομιμνήσκων πόσον τὸ ἰδικόν του εἶναι σοβαρὸν καὶ πόσον τῶν ἄλλων εἶναι ἄξιον μυκτηρισμοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε περὶ τοῦ ὕφους, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ σπουδαιότης του εἶναι γνωστὴ καὶ τὸ ὕφος αὐτοῦ ἐπίσης κατάδηλον. Εἶναι γνωστὸν ὁποῖον ὕφος μετέρχεται καὶ ὅταν εἰσέρχεται εἰς σπουδαίας συζητήσεις. Οὐδὲ θέλω νὰ ἐπιφέρω καὶ ὑπομνήσω κρίσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, ὅταν λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ μετέρχεται τὸ ὕφος τοῦτο. Ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ ἂν τὸ ὕφος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετέρχεται ἐν οἱαδήποτε περιστάσει καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος, ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ τραγικόν· ἀλλὰ πῶς νὰ ὀνομασθῇ τραγικὸν ὕφος τὸ προκαλοῦν συχνάκις τὸν γέλωτα; Ἠθέλησαν νὰ τὸ χαρακτηρίσωσιν ἄλλοι μᾶλλον ὡς κωμικὸν, ἐγὼ ὅμως διστάζω νὰ τὸ χαρακτηρίσω εἴτε ὡς τραγικὸν, εἴτε ὡς κωμικόν. Εἶναι μᾶλλον κωμικοτραγικόν. Εἶναι ὕφος, τὸ ὁποῖον ἀκούει ἐνίοτε πᾶς εὑρισκόμενος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὅταν θελήσῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς εἴδη τινὰ αἰθουσῶν ὅλως ἀλλότρια αἰθούσης Κοινοβουλίου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι κατ’ ἀνάγκην τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν, ὅταν ὡμίλει ὁ ὑπουργὸς, ἤκουσα παρά τινος συναδέλφου εἰπόντος «τώρα ἔχομεν καραγκιὸζ μπερντέ». Ἐγὼ ταῦτα πάντα τὰ ἀφίνω καὶ τὰ ἀποκρούω ἄλλως χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς θέσεως τοῦ ὑπουργοῦ· ἀλλὰ μοὶ ἠγέρθη ἀπορία, πῶς ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἄγων σιγὴν ἄκραν, ἀπεφάσισε νὰ ὁμιλήσῃ καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν. Ἠπόρουν ἀληθῶς διὰ τὴν ἐπὶ μακρὸν χρόνον σιγήν του, καὶ ἔδιδον διαφόρους εἰς αὐτὴν ἐξηγήσεις· ὑπέθεσα αὐτὸν κατανοήσαντα ὅτι τὰ πράγματα τοῦ Τόπου εἶναι ἀρκούντως σπουδαῖα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιδέχωνται οὔτε τὰς κρίσεις του, οὔτε τὰς ἀγορεύσεις του, κατανοήσαντα ὅτι εἰς ἄλλας ἐποχὰς ἠδύνατο νὰ συζητῇ, ἐνόησε δὲ νῦν τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν καὶ ἑπομένως ὀρθῶς ποιῶν, ἀποφεύγει νὰ ἀγορεύῃ· ἐνόησεν ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων τοῦ τόπου τούτου δι’ αὐτὸν δυσεξηγήτων, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶν ἄλλο δύναται νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ ἐννοήσῃ παρὰ τὸν Τόπον αὐτόν. Ἀλλὰ ἔδωσα καὶ ἄλλην ἐξήγησιν· ὑπώπτευσα μὴ τυχὸν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ὑπέστη τὸ νευρικόν του σύστημα ἐκ γνωστῆς τινος ἐπιῤῥοῆς, οὐχὶ τὴν πάθησιν ἄλλων, οἵτινες διαταραχθέντες ἀπεσκίρτησαν, οὐχὶ διέγερσιν καὶ ἐρεθισμὸν, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποχαύνωσιν, ὥστε ᾐσθάνθη ὅτι δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ πλέον! Ἀλλὰ τί ἆράγε εἶπον ἐγὼ καὶ ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὰς συνεπείας τῆς διαγωγῆς μου; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν πιστεύω νὰ λησμονῇ τί εἶπον· δὲν πιστεύω νὰ ὑπέλαβεν ὅτι διενοήθην καὶ εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο τῆς ἰδιοσυγκρασίας μου νὰ ἐκφράσω, ὅτι ἐγὼ ἤθελον ἐξέλθει ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ θέσει πολικὸν ζήτημα εἰς τὸν λαόν. Μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ αἱ τοιαῦται ἀξιώσεις. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόησε τί εἶπον καὶ ἔχει ἐναύλους, πιστεύω, εἰς τὰς ἀκοάς του τοὺς λόγους μου. Εἶπον ὅτι, ἐὰν παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ συμπεράνῃ ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶπον τοῦτο περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οὐχὶ περὶ ἐμοῦ, ἠδύνατο ἆρά γε ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ τολμήσῃ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε περὶ μόνου ἐμοῦ, νὰ τὸ εἴπῃ περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐὰν μεταβάλῃ θέσιν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι αὐτὸς μὲν ὡς ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ μέτρα, ἀλλὰ θὰ ἀφήσῃ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους αὐτῆς τῆς πτέρυγος νὰ τοὺς εἴπωσιν ἄλλοι «πηγαίνετε εἰς τὴν ἀστυνομίαν;» Ἐπεθύμουν ἀληθῶς νὰ ἦναι εἰς τοιαύτην θέσιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τόπου τούτου, ὥστε νὰ εἴπῃ δι’ ὅλους αὐτοὺς, ἐν τοιαύτῃ περιστάσει, τὴν ὁποίαν ἀπεύχομαι, ὅτι θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν· ἀμφιβάλλω ὅμως ἐὰν, ὅταν ὁ ἀγὼν ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου, τὸ μόνον ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν ἀστυνομίαν οἱ ἐξερχόμενοι. Ἴσως νομίζει ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ὅτι ἡ αὐτὴ συνέπεια θὰ ὑπάρχῃ, διότι διαφέρει ἡ πτέρυξ αὕτη ἀπὸ τῆς ἑτέρας κατὰ 10 ψήφους καὶ ὅτι ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ μετατόπισις τοῦ ἀγῶνος, οἱ ἐν τῇ Βουλῇ μειοψηφοῦντες θὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Ἀλλ’ εἶχε δίκαιον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετὰ τὸν ὁποῖον ἀπεπειράθησαν νὰ κάμουν ἐξευτελισμὸν, νὰ παραστήσῃ ἀδικαιολόγητον τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν; Σᾶς εἶπε μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησε «τὶ σημαίνει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντησεν; ὡμίλησεν ὁ ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας βουλευτής· τί κακὸν ἐκ τούτου συνέβη;» Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Παλαμήδη, ἐπῆλθε χασμῳδία καὶ ὅτι ἐπροκαλοῦμεν νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ὅτι δὲν ὡμίλουν, οὐδὲ ἐξήγησιν τῆς σιωπῆς των ἔκαμνον. Καὶ δὲν δύναται κανεὶς, κ. Ὑπουργὲ, διὰ σοφισμάτων νὰ μεταβάλλῃ ὅ,τι ὑπόκειται εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν· καὶ ἐνταῦθα μὲν νὰ λέγετε ὅτι οὐδὲν ἄξιον προσοχῆς συνέβη, εἰς δὲ τοὺς φίλους σας νὰ ἐπιτρέπητε νὰ λέγουν ὅτι ἠδύνασθε σεῖς νὰ περιφρονήσετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπαντᾶτε. Μὴ νομίζετε, ὅτι καλύπτονται αὐτὰ τὰ πράγματα διὰ τοιούτων ἀναξίων τεχνασμάτων. Ἠπόρησα, εἶπον ἐν ἀρχῇ, πῶς ἐπὶ μακρὸν ἐσιώπα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὅταν ἤκουσα τὴν ὁμιλίαν του, ἐνόησα διὰ τί ἔλαβε τὸν λόγον· ἔλαβε τὸν λόγον, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιδέχεται ἡ γενικὴ αὕτη συζήτησις τὴν εὐστροφίαν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐσυνείθιζεν ἄλλοτε νὰ ὁμιλῇ ἴσως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας θέσεις, αἵτινες δὲν ἔχουσί τι τὸ κοινὸν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον· ἐνόμισεν, ὅτι παρουσιάσθη περίστασις νὰ ἐνασκήσῃ ἁπλῶς αὐτὴν τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος, τῆς γλώσσης καὶ τῶν χειρονομιῶν καὶ νὰ ἐκφεύγῃ τῶν ζητημάτων δι’ ἑλιγμῶν καὶ περιστροφῶν. Ἐγὼ δὲν εἶπον βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ ἐπικρίνετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν· εἶπον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὑπάρχει ἐν ὑμῖν ἡ τοιαύτη πρόθεσις, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐδείξατε τοῦ νὰ παραστήσετε διὰ τῆς σιωπῆς σας, ὅτι ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ἀνάξια ἀπαντήσεως, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγκαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει πλέον θέσιν ἐνταῦθα. Ἀλλὰ πράγματι ἡ σιωπή σας ὑπῆρξε τὸ καταφύγιον ἐκείνων, οἵτινες ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλαμβάνονται, καὶ οὐδὲν ἔχουσι ν’ ἀπολογηθῶσι! Γίνονται καταγγελίαι καὶ ἀνακοινώσεις πολυαρίθμων ὡρισμένων πράξεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνεστατώθη καὶ παρέλυσεν ἡ Διοίκησις· καταγγέλλουσι τὰ τοιαῦτα καὶ Ὑπουργοὶ συμπράξαντες μεθ’ ὑμῶν, καὶ τὰ θεωρεῖτε ταῦτα ἀνάξια ἀπαντήσεως; Διατί τὰ θεωρεῖτε ἀνάξια ἀπαντήσεως; διότι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν! Καὶ ἀληθῶς κατωρθώσατε νὰ ἔχετε πλειονοψηφίαν! Κατωρθώσατε νὰ ἐμβαλώσητε τὸ κοινοβουλευτικόν σᾶς ὑπόδημα, τὸ ὁποῖον γνωστὸν ῥῆγμα ὑπέστη ἐσχάτως. Προσεκολλήσατε ἓν ἐμβάλωμα! Δὲν θέλω νὰ ἐκφέρω διὰ τοῦτο μομφὴν κατά τινος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀξιώσαντες νὰ ἐκφράσητε τὴν θέλησιν τοῦ Τόπου διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας καὶ προσκολλήσαντες τὸ ἐμβάλωμα κατεστήσατε εἰδεχθεστέραν τὴν ἐκ τοῦ ῥήγματος φθορὰν καὶ ἀσχημίαν· διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν ψῆφον τινῶν, οἵτινες ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ ὑμῶν χωρὶς νὰ δώσωσιν εἰσέτι τὸν λόγον τῆς μεταβολῆς καὶ οἵτινες παρουσιάζονται ὡς ἐκπροσωποῦντες μετὰ τῶν ἄλλων τὴν θέλησιν τοῦ Τόπου (θόρυβος), δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ θεωρήσωμεν τὴν τοιαύτην ψῆφον ὡς ἀναιροῦσαν τὰ ὅσα χθὲς ἀκόμη ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις ὡμίλησαν καθ’ ὑμῶν. Δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν καὶ εἰς τὴν κρίσιν οὐδενός, διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀνεξέλεγκτος (θόρυβος). Δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὴν κρίσιν προσώπων ἄλλως ἀξιοτίμων, πολλοὺς τῶν ὁποίων μάλιστα ἰδιαζόντως ὑπολήπτομαι καὶ ἀγαπῶ· δὲν θὰ ἐπέμβω εἰς τὴν κρίσιν τῶν μεταβάντων ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα· ὄχι! ἡ κρίσις καὶ ἡ συνείδησις τῶν βουλευτῶν εἶναι ἀνεξέλεγκτος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των, ἐφ’ ὅσον δὲν δικαιολογήσωσι τὴν τελευταίαν ψῆφόν των καὶ δὲν καταδείξωσι ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον τὸ μεταβαλὸν τὰς ἰδέας των, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῶ αὐτοὺς ὁμοφρονοῦντας πρὸς ἡμᾶς. Ὑμεῖς βεβαίως ἐλάβετε τὴν ψῆφόν των, ἀλλὰ τὴν πραγματικὴν των γνώμην τὴν ἔχομεν ἡμεῖς· καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους αὐτῶν, διότι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης Συνόδου ὑπῆρξαν μεθ’ ἡμῶν καὶ ὀφείλουσι νὰ ἐξηγήσωσι τοὺς λόγους αὐτῶν, καὶ τότε ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωμεν, ἐὰν οὐχὶ οἱ λόγοι καὶ αἱ κρίσεις των ἐκεῖναι, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ ψῆφος αὐτῶν, ἐκπροσωποῦσι τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους. Αὐτὸ εἶναι τὸ στήριγμά σας, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, αὐταὶ αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι σᾶς προσετέθησαν τώρα ἐν ψηφοφορίᾳ περὶ τοῦ Προέδρου· αὐτὸ εἶναι τὸ στήριγμά σας, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐμβάλωμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριζόμενοι νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἀποτελεῖτε τὴν ἔκφρασιν τοῦ Ἔθνους! Ἀλλὰ δὲν πιστεύω σπουδαίως νὰ φρονῆτε, ὅτι ἐὰν ἤθελε μετατοπισθῆ, ὅπερ ἀπεύχομαι, ὁ ἀγὼν ἐντεῦθεν ἀλλαχοῦ, ὅτι ἡ αὐτὴ ἀναλογία δυνάμεων εἶναι ἠσφαλισμένη· ἀλλὰ καὶ ἂν δύνασθε νὰ πλειονοψηφῆτε, τότε κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν 10 ψήφων δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε καὶ περὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅπως ὡμιλήσατε περὶ ἐμοῦ, ἀποχωρίζοντές με ἀπὸ τῶν ἄλλων, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταφέρουν τὸ πεδίον ἀλλαχοῦ, δὲν ἔχουν ἄλλο τι νὰ πάθουν, παρὰ νὰ ὁδηγηθοῦν εἰς τὴν ἀστυνομίαν. Εὐτυχῶς τοῦτο τὸ ἐνοήσατε, καὶ δὲν ἐτολμήσατε νὰ τὸ εἴπητε ἀποτεινόμενοι πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, καὶ ἐστρέψατε τὸ ζήτημα κατ’ ἐμοῦ. Τὴν τοιαύτην μετατόπισιν τοῦ ζητήματος τούτου τὴν ἀπεύχομαι, καὶ διὰ τοῦτο ἴσια ἴσια, ὁσάκις λαμβάνω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποβάλλω τὰς σκέψεις μου περὶ τῆς πορείας τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐπαπειλουμένων συνεπειῶν. Ἀπεναντίας δὲ τὴν μετατόπισιν τοῦ ἀγῶνος τὴν ἐπισπεύδουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀνερχόμενοι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἀγωνίζονται, οὐχὶ τίνι τρόπῳ νὰ φροντίσωσι περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ἀλλὰ τίνι τρόπῳ νὰ ὑπεκφεύγωσι πᾶσαν ἀληθῆ περὶ αὐτῶν συζήτησιν. Τὴν κατάστασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσατε ὅτι ἐγὼ εὔχομαι, τὴν ἀπεύχομαι καὶ τὴν ἀποκρούω. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἀκουσίως ἡμῶν ἐπέλθῃ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτεριτῶν, μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ θέσις σας εἶναι τόσον ἄνετος καὶ τόσον καθαρά. Πρέπει νὰ ἀγνοῇ τις ἐντελῶς τὸν Τόπον, διὰ νὰ νομίζῃ ὅτι ἔχετε τοιαῦτα στηρίγματα ἐν αὐτῷ, ὥστε νὰ μὴ φοβηθῆτε μίαν τοιαύτην μετατόπισιν τοῦ ἀγῶνος. Τὴν μετατόπισιν τοῦ ἀγῶνος ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν ἀποφεύγει, οὐχὶ διότι δύναται νὰ ὑποστῇ τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον εἴπατε, ἀλλὰ διότι συλλογίζεται τὰς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους συνεπείας μιᾶς τοιαύτης μετατοπίσεως. Ἐκεῖνοι μόνον δύνανται νὰ κρίνουν ἄλλως καὶ νὰ ἀδιαφορῶσι διὰ τὰς τοιαύτας συνεπείας, ὅσοι δὲν κήδονται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ ἐχρεωκόπησαν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει καὶ ὄχι ὅσοι εὑρίσκονται εἰς τὴν θέσιν τοῦ νὰ προσελκύωσιν ὁλονὲν τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν. Καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ἐπέλθει τοιαύτη κατάστασις, κύριε Ὑπουργὲ, κατάστασις, ἡ ὁποία παρουσιάζει ἀνυπολόγιστα τὰ ἐνδεχόμενα, δὲν πιστεύω νὰ ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσετε ὑμεῖς προσωπικῶς πρὸς ἐμὲ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, καθ’ ὃν ὡμιλήσατε προηγουμένως. Δὲν θὰ ἔχω ἀληθῶς νὰ πράξω ἄλλο τι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει πραγμάτων, οὔτε νὰ ἐμφανισθῶ εἰς τὰς πλατείας τῶν Ἀθηνῶν· θὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ θὰ εἴπω πρός τινας ὀλίγας λέξεις· θὰ εὕρω βεβαίως ἀντιῤῥήσεις καὶ σύγκρουσιν πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας καὶ συμφωνοῦντας μετ’ ἄλλου, οὐχὶ μετὰ προσώπου οἷον εἶσθε σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὴν σύγκρουσιν ἐκείνην ἴσως οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι τὴν μεταφέρουν ἐνταῦθα. Ἡ σύγκρουσις δ’ ἐκείνη δὲν θὰ γείνῃ μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνθουσιῶσιν ἐπὶ τῇ ὀσμῇ τῆς ταμβακοθήκης σας, ἀλλὰ μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθησαν νὰ ὀσφραίνωνται τὴν ὀσμὴν τῆς πυρίτιδος. Δὲν θὰ ἔχωμεν μέρος, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὔτε ἐγὼ, οὔτε ὑμεῖς εἰς τὴν σύγκρουσιν ἐκείνην. Ἀλλ’ αἱ μορφαὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων θὰ ἦναι ἀλλότριαι μᾶλλον εἰς ὑμᾶς· ἐγὼ θὰ ἔχω τοὐλάχιστον τὸ θάῤῥος νὰ τὰς πλησιάσω, καθὼς καὶ εἷς συνάδελφός σας. Εἰς τὴν σύγκρουσιν ἀνθρώπων τοιούτων μορφῶν δὲν θὰ ἔχετε βεβαίως κανὲν μέρος. Ἐν τῇ τοιαύτῃ καταστάσει θὰ ὑποστῆτε ἀληθῶς καὶ ὑμεῖς μεταβολήν τινα· ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη δὲν συνίσταται εἰμὴ εἰς τοῦτο μόνον, ὅτι τὰς κινήσεις τῶν χειρῶν ἐκείνας, τὰς τόσον ζωηρὰς, τὰς ὁποίας κάνετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θὰ τὰς μεταφέρετε εἰς τοὺς πόδας σας. (Χειροκροτήματα καὶ θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα διατάξω νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα. Συναινεῖ εἰς τοῦτο ἡ Βουλή;
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, διότι δὲν εἶναι κατάστασις αὕτη νὰ χειροκροτῶσι καὶ ποδοκροτῶσιν ἐν τοῖς θεωρείοις.
§84ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7½ Μ. Μ.).