1883.11.23
1.281 στίχοι · 9.919 λέξεις · 107 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 23 Νοεμβρίου 1883
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4½ Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἀναφορὰ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ζητούντων τὴν αὔξησιν τῆς συντάξεως αὐτῶν εἰς νέας δραχμὰς καὶ τὴν παραπομπὴν τῆς ἀναφορᾶς των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς παρούσης Συνόδου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει ἐπερώτησιν.
§2Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ τούτου, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον. Ἐὰν σεβώμεθα ὅλοι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἐρχώμεθα ὅλοι εἰς τὴν κεκανονισμένην ὥραν· ἄλλως, νὰ γείνῃ δι’ ὅλους γνωστόν, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν διὰ κανένα, καὶ ὅτι, ἐὰν δὲν γείνῃ ἀπαρτία, δὲν ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν ἔλθει ἐγκαίρως βουλευτής τις, τί πρέπει νὰ γείνῃ, καθόσον δὲν ὀφείλομεν ἡμεῖς μὲν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς δύω ἀκριβῶς, νὰ παραμένωμεν δὲ εἰς τὰς 3 καὶ 20 νὰ ἔρχωνται οἱ ἄλλοι, διὰ νὰ γίνεται ἀπαρτία. Τότε λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ἂς ἐρχώμεθα ὅλοι εἰς τὰς 4· ἂς κυττάζωμεν καὶ ἡμεῖς τὲς δουλιές μας, διὰ νὰ ἐρχώμεθα μὲ πᾶσαν ἄνεσιν εἰς τὰ καθήκοντά μας ἐδῶ, ὅπως συνειθίζουσι νὰ ἔρχωνται πολλοὶ καὶ ἐκ τῆς μιᾶς καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πτέρυγος. Λοιπὸν ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς δύω, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα, καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἔλθῃ οἱανδήποτε ὥραν θέλει. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας κάνομεν!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι βραδύνουσι νὰ ἔλθωσι.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ Προεδρεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται ἄλλο νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ ὑπομνήσῃ, ὅτι χρέος ἔχουν νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα ἐγκαίρως, καὶ τοῦτο δὲν παύει νὰ τὸ κάμνῃ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ὥρα δὲν εἶναι ἡ δευτέρα ἢ κατάλληλος, ἀλλ’ ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ συνέρχηται ἡ Βουλὴ εἰς τὰς τρεῖς, διότι παρατηρῶ πολλοὺς, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔρχωνται πρὸ τῶν τριῶν.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε εἰς τὰς δύω, εἴτε εἰς τὰς τρεῖς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνερχώμεθα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ λάβῃ τὸ μέτρον ὥστε ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς τετάρτου ἢ ἡμισείας ὥρας ἀπὸ τῆς προσδιωρισμένης δὲν γείνῃ συνεδρίασις, νὰ λύεται αὕτη, διότι τότε καὶ μόνον ἠμποροῦν νὰ ἔρχωνται οἱ βουλευταί· ἄλλως, οὐδὲν δύναται νὰ γείνῃ· αὐτὸ ἐγένετο πάντοτε. Ὅταν περιμένωνται πολλοὶ διὰ νὰ συνέλθουν εἰς προσδιωρισμένην ὥραν διὰ νὰ σκεφθῶσιν ἢ ἐνεργήσουν, ἐννοεῖται ὅτι οἱ συνερχόμενοι δὲν ἠμποροῦν νὰ περιμένουν ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλὰ τοὺς περιμένουν ἓν τέταρτον τῆς ὥρας ἢ ἡμίσειαν τὸ πολὺ ὥραν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λύετε τὴν συνεδρίασιν, κ. Πρόεδρε, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζωνται οἱ προσερχόμενοι νὰ περιμένουν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα καὶ κατὰ τὴν ἄλλην συνεδρίασιν ὅτε ἐφέρετε αὐτὰς τὰς σκέψεις, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται νὰ λύῃ μὴ ὑπάρχουσαν συνεδρίασιν.
§8ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέρχεται τὸ Προεδρεῖον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ ἀπέλθῃ ἢ ὄχι τὸ Προεδρεῖον, αὐτὸ δὲν περιέχεται ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ· καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἐνόσῳ οἱ βουλευταὶ παρακάθηνται, ἐνόσῳ ἔχουν ὑπομονὴν οἱ βουλευταὶ νὰ παραμένουσι, πρέπει καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ὑπομονήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι...
§10Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ν’ ἀρχίζῃ ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου καὶ ἐὰν μετὰ τὴν ἐκφώνησιν αὐτοῦ δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ λύεται ἡ συνεδρίασις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω προτιμότερον λοιπὸν νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὰς τρεῖς καὶ τότε θὰ δυνάμεθα νὰ ἤμεθα αὐστηρότεροι εἰς τὰς ἀπαιτήσεις μας. Συναινεῖ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὥστε νὰ συνεργώμεθα εἰς τὰς τρεῖς;
§12ΧΟΪΔΑΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§13ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάντες βέβαια οἱ βουλευταὶ ὀφείλουν νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσδιωρισμένην ὥραν καὶ νὰ ἐκπληρῶσιν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν των καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτιμώμεθα ἀπὸ κανένα (θόρυβος). Τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Χοϊδᾶς, εἶναι μέγα, εἶναι τὸ σπουδαιότερον, εἶναι Ἑλληνικὸν (θόρυβος). Ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Θεσσαλονίκης Ἕλληνες καὶ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν (θόρυβος).
§14ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Δουζίνας εἶπεν ὅτι θὰ φέρῃ πρότασιν περὶ τῶν ἐν φυλακαῖς τῆς Θεσσαλονίκης διατελούντων Ἑλλήνων, ἐπιφυλάσσομαι τότε νὰ δώσω τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν· ἀπὸ τοῦδε ὅμως νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ τὸν καθησυχάσω, διότι τὰ λεγόμενα εἶναι τοὐλάχιστον ὑπερβολικά.
§15ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀποτείνομαι καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα καὶ θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πρότασιν λαοσωτήριον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὥρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, κ. Στεφανίδη· κατόπιν λαμβάνετε τὸν λόγον διὰ τὴν πρότασίν σας.
§17ΧΟΪΔΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει ν’ ἀκουσθῇ ὁ κ. Στεφανίδης, ἀφοῦ πρόκειται νὰ σωθῇ ὁ λαός.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ θὰ ὁμιλήσῃ κατόπιν. Ἀποφασίζει λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἑξῆς αἱ συνεδριάσεις νὰ ἄρχωνται τὴν 3 Μ. Μ. ὥραν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς αὔριον εἰς τὰς 3. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω καὶ ἐγὼ, ὅπως καί τινες τῶν συναδέλφων εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, καθόσον ὁμολογουμένως ἔχομεν δικαστικοὺς φιλοτίμους καὶ ἐκτελοῦντας τὸν καθῆκόν των σύμφωνα μὲ τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν καὶ τὸ μέγα προνόμιον ὅπερ τοῖς ἐχορήγησε τὸ Σύνταγμα, μ’ ὅλα ταῦτα ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅλοι δὲν σκέπτονται οὕτω, πολλοὶ μάλιστα ἐξ αὐτῶν νομίζουν, ὅτι διὰ τῆς ἰσοβιότητος δύνανται νὰ ἐξασφαλίζωσι πάσας τὰς βιωτικάς των ἀνάγκας καὶ διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ δυσαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἔδειξε χθὲς περισσοτέραν στοργὴν ὑπὲρ τῶν ὑφισταμένων παρ’ ὅσην πατὴρ διὰ τὰ τέκνα του, ἐὰν φέρω ἐπικρίσεις τινὰς περὶ τῆς Πολιτείας δικαστικῶν τινων, καθόσον ἐνθυμεῖται καλῶς, ὅτι πέρυσιν ἔφερα ἐπερώτησιν συνεπεία τηλεγραφημάτων ἐξ Ἄρτης περὶ τῶν συμπροφυλακισμένων μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παχὺ, παραπονουμένων, ὅτι ἐπὶ 40 ἡμέρας τὸ Ἐφετεῖον Κερκύρας ἀπέφευγε νὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ ἀνακοπῆς τοῦ Εἰσαγγελέως Ἄρτης κατὰ βουλεύματος, ὅπερ ἠθώωσεν αὐτούς. Μόλις ἀφίχθη εἰς Κέρκυραν ἡ περὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης πληροφορία, καὶ ὁ μὲν Εἰσαγγελεὺς ἐντὸς 24 ὡρῶν ὑπέβαλε τὴν πρότασίν του, τὸ δὲ Ἐφετεῖον ἐντὸς 48 ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασιν καὶ οἱ παραπονούμενοι ἀπεφυλακίσθησαν. Βλέπετε λοιπὸν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τί χρησιμεύουν αἱ ἐπερωτήσεις κατὰ τῶν δικαστικῶν καὶ αἱ ἐπικρίσεις ἐπὶ τῆς διαγωγῆς των; Τὰ Δικαστήρια εἶναι ἰσόβια διὰ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται ὑπ’ οὐδενός, καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, θὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καὶ λυποῦμαι ὅτι θὰ ἔλθω εἰς ἀντίθεσιν καὶ μὲ αὐτὸν καὶ μὲ ἄλλους περὶ τῆς ἀρετῆς πολλῶν δικαστῶν καὶ ἰδίως ἐκείνων οἵτινες διαχειρίζονται τὴν τῆς προφυλακίσεως ὑπηρεσίαν, οἵτινες νομίζουσιν ὅλως ἀσήμαντον ζημίαν εἰς τὸν ἄνθρωπον τὴν στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, καὶ τοιαύτας ἰδέας ἔχουσιν οἱ διδαχθέντες Φυσικὸν δίκαιον καὶ φέροντες πτυχίον νομικοῦ. Κύριοι, εἰς τὰς ἐφημερίδας εἶδον κατὰ τὸν Αὔγουστον, νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Ἀγυιᾶν διεπράχθη στυγερὰ δολοφονία κατὰ τοῦ ἐκεῖ δημάρχου, καὶ ὅτι ἐπροφυλακίσθησαν ἀρκετοί. Ἐντούτοις δὲν παρῆλθον ἡμέραι καὶ αἱ ἐφημερίδες, μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγον, ὅτι ἀνεκαλύφθη ὁ δράστης τῆς δολοφονίας καὶ οὗτος ἦτον ἄνθρωπος ζητήσας καὶ μὴ λαβὼν ἔμμισθον ὑπηρεσίαν παρὰ τοῦ φονευθέντος, καὶ ἐντούτοις ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου, ἀντίπαλος τοῦ δημάρχου, προφυλακισθεὶς ἐξ ἁπλῆς ὑπονοίας πρὶν ἢ ἀνακαλυφθῇ ὁ ἀληθὴς δολοφόνος, μένει εἰσέτι προφυλακισμένος χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα. Πῶς τὸ νομίζετε τοῦτο, πῶς τὸ λέγετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μένῃ προφυλακισμένος δι’ ἁπλῆν ὑποψίαν δολοφονίας ἄνθρωπος, ἐνῷ τὴν δολοφονίαν ἐξετέλεσεν ἄλλος, ὅστις καὶ ἀνεκαλύφθη; Καὶ μάθε, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἡ ἄδικος καταδίωξις τινὸς ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις δὲν τὸν βλάπτει ἠθικῶς· τοὐναντίον, ἐρεθιζομένης τῆς κοινῆς γνώμης, τὸν ὠφελεῖ· Ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας μόλις ἐξῆλθον οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ἐξουσίαν αὐθαίρετον, τὸ τοιοῦτον ἔχει κακὰ ἀποτελέσματα διὰ τὸν καταδιωκόμενον· καὶ ἂν κρατηθῇ εἰς τὰς φυλακὰς μέχρι τῶν παραμονῶν μιᾶς ἐκλογῆς, μία ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ ἀποδίδῃ εἰς αὐτὸν ἡ ῥαδιουργία μομφὰς θὰ ἦναι καὶ ἡ κατηγορία, ὅτι «χθὲς ἐβγῆκ’ ἀπὸ τὴ χάψι», καὶ τοῦτο διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου τρέμουν ἀκόμη τὴν ἐξουσίαν, εἶναι τρομερὸς ἀφορισμός. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν τῆς Λαρίσσης ἢ καὶ τῶν Πλημμελειοδικῶν διατί δὲν ἐξέδωκεν ἀκόμη τὸ βούλευμα, καὶ ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου μένει ἀκόμη προφυλακισμένος. Ἐὰν εἶναι ἔνοχος, ἂς πάθῃ. Ἀποτείνομαι καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καταθέτω μίαν ἀναφορὰν φυλακισμένων ἐν τῷ Βουλευτικῷ τοῦ Ναυπλίου, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐπιστατῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τίνες εἶναι οἱ ἐπιστάται, πολὺ περισσότερον τῶν κεντρικῶν φυλακῶν, διωρισμένοι ἀπὸ ἰσχυροὺς, καὶ ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ ἄμεσον ἐπιτήρησιν βουλευτῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§23ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἶναι προσωπικόν, κ. Πρόεδρε, καὶ παραλῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος καὶ θὰ λάβετε τὸν λόγον κατόπιν κατὰ σειράν.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ἀπευθύνει μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν πιστεύω νὰ κατακριθῶ ὡς ζητῶν νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Νόμος, ψηφισθεὶς καὶ δημοσιευθεὶς κατὰ τὸ 1882, ἀνέθεσε τὴν ἐκδίκασιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὥρισε δὲ ρητὰς προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὀφείλουν τά τε Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Ἐφετεῖα νὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις των. Αἱ προθεσμίαι αὗται φρονῶ, ὅτι δὲν ἐδόθησαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖαι διὰ τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ νομοθέτης εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅπου ἐνεργεῖται ἐκλογὴ καὶ μάλιστα δημοτική, ἐπικρατεῖ κατ’ ἀνάγκην κοινωνικὸς σάλος, ὅστις δὲν καταπαύει εἰμὴ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἐκλογῆς, διότι τότε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι περατοῦται ἀκριβῶς ἡ ἐκλογή. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, τὰ Δικαστήρια, τοῦτο ἔχοντα ὑπ’ ὄψιν, καὶ συμμορφούμενα πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Νόμου, ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ἐκδώσουν τὰς ἀποφάσεις των πρὶν λήξωσιν αἱ κανονισμέναι προθεσμίαι. Ἐξαίρεσις ἐγένετο δυστυχῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω, καὶ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη ἐγέννησε λογομαχίας καὶ διαπληκτισμοὺς, καὶ ἐπὶ τέλους κατέληξεν εἰς τραύματα καὶ φόνους. Ἰδοὺ, κύριοι, τί συνέβη. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ μηνὸς Ἰουλίου ἔληγεν ἡ εἰκοσαήμερος προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας τὸ ἐν Κυπαρισίᾳ Δικαστήριον ὤφειλε νὰ ἐκδικάσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ὅλων τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Τρυφιλίας καὶ Ὀλυμπίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του· ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ἐξέδωκε καὶ ἐδημοσίευσε τὰς ἀποφάσεις του δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκλογὰς, καθυστέρησε δὲ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Κυπαρισίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπέτυχεν ὁ ὑποψήφιος τῆς ἀνθυπουργικῆς μερίδος καὶ πρώην βουλευτὴς κ. Κανάρης Γιαλιᾶς. Ἡ καθυστέρησις αὕτη ἐγέννησεν, ἀδίκως ἴσως, τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι δὲν εὕρισκε σύμφωνον κανένα ἐκ τῶν ἄλλων Δικαστῶν. Τὴν ὑπόνοιαν ταύτην ἐπηύξησαν καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἐπιτυχόντος, οἱ ὁποῖοι, καθ’ ὃ ὑπουργικοὶ, εὑρίσκοντο εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τὰς Ἀρχὰς, καὶ οἱ ὁποῖοι διέδιδον ἀπροκαλύπτως, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἔμελλε ν’ ἀκυρωθῇ, καὶ ἐφαίνοντο προπαρασκευαζόμενοι εἰς νέον ἐκλογικὸν ἀγῶνα· καθόσον δὲ παρήρχοντο αἱ ἡμέραι, ἐκυκλοφόρουν διάφοροι διαδόσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀνησύχουν ἔτι μᾶλλον τὰ πνεύματα τῶν κατοίκων, ἐλάμβανον χώραν πεισματώδεις συζητήσεις, ἐγίνοντο λογομαχίαι, διαπληκτισμοὶ, ἐτίθεντο στοιχήματα καὶ τὰ τοιαῦτα. Μανθάνων ταῦτα ἐτηλεγράφησα ἐκ τῆς ἐξοχῆς, ἔνθα διέμενον, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων του, διὰ νὰ δοθῇ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι ἡ ἐκκρεμότης ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πολλὰ δυσάρεστα. Δὲν γνωρίζω τὶ ἔπραξεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὴν 25 Αὐγούστου, ἤτοι ἀφοῦ παρῆλθον 25 ὁλόκληροι ἡμέραι ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς εἰκοσαημέρου προθεσμίας, ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου, μεταβὰς εἰς τὸ Δικαστικὸν κατάστημα, ἔγραψεν ἰδιοχείρως τεμάχιον χάρτου, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυπαρισίας ἐπικυροῦται, ἔδωσε δὲ τὸ τεμάχιον αὐτὸ εἰς ἕνα τῶν δικαστικῶν κλητήρων μὲ τὴν παραγγελίαν νὰ τὸ δημοσιεύσῃ εἰς ὅλην τὴν πόλιν καὶ τὸ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν ἐπιτυχόντα. Διεδόθη λοιπὸν ἀμέσως εἰς τὴν πόλιν ὁλόκληρον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυπαρισσίας ἐπεκυρώθη, εἰς τὸ ἄκουσμα δὲ τοῦτο ἐξεπλάγησαν καὶ οἱ ἐπιτυχόντες καὶ οἱ ἀποτυχόντες, διότι ὅλοι μετὰ τὴν ἀναβολὴν ἐπίστευον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Κυπαρισσίας ἔμελλε ν’ ἀκυρωθῇ. Καὶ οἱ μὲν φίλοι τοῦ ἐπιτυχόντος ἐπεδόθησαν εἰς ζητωκραυγὰς καὶ ἐπευφημίας, οἱ δὲ φίλοι τοῦ ἀποτυχόντος τοὐναντίον ἔγειναν κατηφεῖς καὶ ἤρχισαν νὰ ὑβρίζουν· εἷς δὲ δυστυχὴς ἐξ αὐτῶν, ὅστις σπανίως ἦτον ἀμέθυστος, εὑρεθεὶς εἰς ἓν καπνοπωλεῖον, τοῦ ὁποίου ὁ διευθυντὴς ἀνῆκεν εἰς τὴν ἐπιτυχοῦσαν μερίδα, καὶ ἀκούων τὰς ὑπὲρ τοῦ ἐπιτυχόντος ἐπευφημίας τοσοῦτον ἠρεθίσθη, ὥστε ἐξήγαγε πιστόλιον καὶ πυροβολήσας ἐπλήγωσεν εἰς τὴν κεφαλὴν τὸν καπνοπώλην· ἐνῷ δὲ ἡτοιμάζετο νὰ πυροβολήσῃ καὶ ἐκ δευτέρου, ὁ καπνοπώλης ἔλαβεν μάχαιραν, τῷ κατέφερε βαρεῖαν πληγὴν, καὶ τραπέντα εἰς φυγὴν τὸν ἐφόνευσεν. Ἕνεκα τοῦ συμβάντος τούτου ἡ πόλις ἔγεινεν ἀνάστατος, ἔλαβον πολλοὶ ὅπλα, ἤρχισαν πυροβολισμοί, ἐπληγώθη καὶ εἷς ἄλλος πολίτης. Ἤθελε δὲ λάβει τὸ πρᾶγμα μεγάλας διαστάσεις, ἐὰν δὲν παρενέβαινεν ὁ τότε εἰσαγγελεὺς κύριος Ἀποστολίδης, ὅστις μὲ κίνδυνον τῆς ἰδίας αὑτοῦ ζωῆς κατώρθωσε νὰ διαλύσῃ τὴν συμπλοκήν. Ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δὲν ἐφαίνετο. Ἀφοῦ ἡσύχασαν τὰ πράγματα, ὁ ἐπιτυχὼν ἐζήτησε τὴν ἀπόφασιν· ἀλλὰ προσελθὼν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἐρωτήσας τὸν γραμματέα, ἤκουσεν, ὅτι ἀπόφασις δὲν εἶχε κατατεθῆ· ἠρώτησε δὲ ἐὰν εἶναι κατακεχωρισμένη εἰς τὸ Πρωτόκολλον καὶ ἔλαβεν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Νέαι ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν ἀνησυχίαι καὶ νέος φόβος μήπως ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἄλλη παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διέδιδον ὅτι ἐξεδόθη. Ἐγένοντο λοιπὸν ἀναφοραὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ τότε δὲν ἠξεύρω μετὰ πόσας ἡμέρας κατετέθη ἡ ἀπόφασις εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ κατεχωρίσθη εἰς τὸ ἁρμόδιον βιβλίον. Τοιαῦτα σκάνδαλα συνέβησαν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα κατετάραξαν καὶ ἐκράτουν εἰς ἀναστάτωσιν τοὺς κατοίκους ὄχι μόνον τῆς πρωτευούσης, ἀλλὰ καὶ τῆς λοιπῆς Ἐπαρχίας, διότι, καθὼς γνωρίζετε, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας ἐνδιαφέρονται καὶ οἱ ἄλλοι δῆμοι. Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πῶς ἐθεώρησε τὴν διαγωγὴν ταύτην τοῦ δικαστηρίου· φρονεῖ, ὅτι ἡ μὴ ἐμπρόθεσμος ἔκδοσις ἀποφάσεως ἐπὶ δημοτικῆς ἐκλογῆς εἶναι ὅλως ἀδιάφορον καὶ ἐπουσιῶδες πρᾶγμα, καὶ ὅτι δύναται εἷς Πρόεδρος εἴτε ἓν δικαστήριον νὰ ἀναβάλλῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, ἢ φρονεῖ, ὅτι ἡ μὴ ἔγκαιρος ἐκδίκασις μιᾶς ἐκλογῆς εἶναι παράβασις καθήκοντος, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ, πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς; Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ἐφρόντισε νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖος ὁ ὑπαίτιος τῆς ἀναβολῆς καὶ ποίους λόγους εἶχε ν’ ἀναβάλλῃ ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐὰν θεωρῇ τὸ πρᾶγμα σπουδαῖον, τί ἐνήργησεν, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι τοιαῦτα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι.
§26ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Σωτηρόπουλος, ὁ συνήθως τόσον φειδωλὸς περὶ τὸν λόγον, ἐφάνη εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὑπὲρ τὸ δέον σπάταλος περὶ αὐτόν· διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἵνα καταδείξῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, καὶ ἑπομένως νὰ φροντίσῃ περὶ καταδιώξεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν, οἵτινες δὲν συμμορφοῦνται πρὸς τοὺς Νόμους κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἀπαντῶ δὲ ὡς εἰς μίαν καὶ μόνην εἰς τὰς τρεῖς προτάσεις αὐτοῦ, διότι πᾶσαι ἀφορῶσιν εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πρᾶξιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἅμα ἔλαβον πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων ἐν Κυπαρισσίᾳ, ἐζήτησα πάραυτα τὴν ἀπολογίαν, διὰ τοῦ εἰσαγγελέως, τοῦ Προέδρου τῶν αὐτόθι Πρωτοδικῶν, ἐπὶ τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἀναβολῇ τῆς ἐκδικάσεως τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐκλογῆς πέραν τῆς ὑπὸ τοῦ Νόμου τεταγμένης προθεσμίας.
§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Πρόεδρος;
§28ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ Βουδούρης.—Οὗτος δὲ μοὶ ἀπήντησεν ἀπολογούμενος· ἐγὼ ὅμως δὲν ἠθέλησα νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀπολογίας του ταύτης, καίτοι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ, ὡς ἀρκούντως εὐλογοφανὴς, ἔσπευσα νὰ διατάξω τὸν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς πρόκλησιν περαιτέρας ἀπολογίας αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, καὶ ἐν ἀνάγκῃ, εἰς τακτικὴν καταδίωξιν.
§29ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀνακρίσεων;
§30ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Αὗται ἀκόμη δὲν ἐπερατώθησαν.
§31ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου κύριος Σωτηρόπουλος, ἐξετάζων τὴν διαγωγὴν τῶν δικαστηρίων καὶ ἐπερωτῶν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς βραδύτητος τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κυπαρισσίας ἀποφάσεως τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν, εἶπεν, ὅτι οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο παραίτιοι τῆς βραδύτητος τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως, ἐννοῶν ἐμὲ, διότι ἐγὼ εἶμαι ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως.
§32ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§33ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος.—Εἴπατε, ὅτι διεβεβαίουν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ὅτι σήμερον ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ καὶ αὔριον ἀκυροῦται καὶ μεθαύριον ἀκυροῦται. Ὁ μόνος φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἐπαρχίας ἐκείνης εἶμαι ἐγὼ, ὅστις κατοικῶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι κατοικοῦσιν εἰς τοὺς δήμους. Λοιπὸν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Σωτηρόπουλον καὶ πάντας ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου κ. Βουδούρης εἶναι ὁ γνωστὸς εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὑπόληψιν, καὶ διὰ τὸ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρός του εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, καὶ ὅστις δὲν δύναται νὰ παρασυρθῇ οὔτε διὰ δώρων, οὔτε δι’ ἄλλου τινὸς μέσου, καὶ ὅστις δὲν εἶχε σχέσιν μὲ κανένα ἄνθρωπον, οὐδένα ἐπλησίαζεν εἰς τὸ σπῆτί του· ὁ Πρόεδρος λοιπὸν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος, βραδύνας νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Κυπαρισσίας καὶ ἐκδόσας αὐτὴν μετὰ 5 ἢ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς εἰκοσαημέρου προθεσμίας, δὲν τὸ ἔκαμεν ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἐζήτει νὰ εὕρῃ δικαστὰς πρὸς ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ διότι ἔλαβε πολὺ ἀργὰ ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς ἀπὸ τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, καθόσον εἶχον ὑποβληθῆ πλεῖσται ἐνστάσεις κατ’ αὐτῆς, καὶ διότι τὰς ἐνστάσεις καὶ ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν τὰς εἶχε δώσει πρὸς μελέτην εἰς δικαστήν, ὅστις κατόπιν τινῶν ἡμερῶν εἶπεν ὅτι δὲν λαμβάνει μέρος, διότι εἶχε λόγον ἐξαιρέσεως. Κατόπιν ἔλαβε τὴν δικογραφίαν ἄλλος δικαστής, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀνεχώρησε μετ’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ εἶπεν ὅτι δὲν λαμβάνει μέρος. Τέλος ἔμεινε μόνος ὁ κ. Πρόεδρος.
§34ΑΝΤΩΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὰ γνωρίζετε αὐτὰ τὰ πράγματα;
§35ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω πῶς τὰ γνωρίζω. Ὅταν λοιπὸν ἐγίνετο ὁ λόγος διὰ τὴν βραδύτητα καὶ τὴν μὴ ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς ἐκλογῆς, ἐγνώριζον πάντες ὅτι ἤθελεν ἐπικυρωθῆ καὶ εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἰδέα ἐκ τῶν δικαστῶν (Θόρυβος). Πράγματι μετὰ 5 ἢ 6 ἡμέρας ἐδημοσιεύθη ἡ ἀπόφασις. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε ἐν Κυπαρισσίᾳ, διότι ἤμην ἔξω καὶ δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀποφάσεως· ἔμαθον δὲ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως καὶ τὸ συμβὰν δυστύχημα εἰς τὸν πτωχὸν ἄνθρωπον Παντελῆ ἐξελθόντα νὰ ἀγοράσῃ καπνὸν, καὶ καθ’ οὗ ἐπετέθη πρῶτον εἰς τὸ παρακείμενον ἐργαστήριον ἔνθα παρεπονεῖτο ὅτι ἐκ τῆς χαρᾶς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἔθραυσε τὰς κεράμους τῆς οἰκίας του ὁ πλησίον καπνοπώλης καὶ τῷ εἶπε: καὶ τὰ κεραμίδια θὰ σᾶς χαλάσωμεν καὶ σᾶς θὰ σκοτώσωμεν, καὶ τὸν ἐπλήγωσε διὰ μαχαίρας· αὐτὸς δὲ διὰ νὰ σωθῇ ἐπυροβόλησεν εἰς τὸν ἀέρα καὶ ἔτρεξε φεύγων· τὸν κατεδίωξαν δὲ περὶ τοὺς 6 ἢ 8 καὶ φθάσαντες αὐτὸν τῷ ἐπέφερον τὸν θάνατον διὰ μαχαιρῶν, τεμάχια τῶν ὁποίων εὑρέθησαν εἰς τὴν κεφαλήν του κατὰ τὰς ἰατροδικαστικὰς ἐκθέσεις. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ τί ἐνήργησεν ἡ ἀνάκρισις καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης; Γνωρίζω ὅτι ἐξεδόθη ἔνταλμα μόνον κατὰ ἑνὸς καὶ οὐχὶ καὶ κατὰ τῶν ἄλλων. Οἱ πυροβολισμοὶ ἐκ τῆς χαρᾶς τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐῤῥίπτοντο ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ ἐπιτυχόντος δημάρχου, διότι αὐτοὶ εἶχον τὴν ἀφορμὴν νὰ χαίρωσι καὶ πυροβολῶσι, καὶ οἱονδήποτε ἔγκλημα ἔλαβε χώραν ἔλαβε παρ’ αὐτῶν. Τὰ περιστατικὰ ταῦτα δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν βραδύτητα τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀδίκως αἰτιᾶται ὁ συνάδελφός μου τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικαστηρίου, ὅστις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ἐκ τούτων, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἐκ τῶν ἄλλων παραστάσεων πείθεσθε ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ δικαστηρίου εἶνε οἰκτρά. Προχθὲς ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ δικηγόρου Κυρίου Βωβοῦ, ὅπερ ἀπεστάλη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ οὗ παρεπονεῖτο ὅτι τὸν κατεδίκασαν εἰς διετῆ φυλάκισιν, ἐβεβαιώθητε, κύριε Ὑπουργέ, τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ διατί τὸν κατεδίκασαν; Διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐπροκάλεσε τὴν ἔριδα· ἐνῷ τὸ δικαστήριον τῶν Συνέδρων ἐσκέπτετο ἐν τῷ δωματίῳ τῆς διασκέψεως, ὁ δὲ Βωβὸς ὡμίλει μετ’ ἄλλου ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ, ὁ Εἰσαγγελεὺς μένων ἐκεῖ τῷ εἶπει τί λέγεις βρέ; ἐκ δὲ τῶν ἐπισυμβασῶν φωνῶν μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ Βωβοῦ ἐξῆλθε τὸ δικαστήριον ἐκ τοῦ δωματίου τῶν διασκέψεων, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν του καὶ τὸ δικαστήριον ἀναπολόγητον τὸν κατεδίκασεν εἰς διετῆ φυλάκισιν. Εἶναι λοιπὸν αὐτὴ Δικαιοσύνη; Εἶναι κατάστασις δικαστηρίου; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀποστείλῃ εἰς Κυπαρισσίαν ἀνώτερον δικαστικὸν ὑπάλληλον ἢ νὰ διατάξῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἀναγκαίας ἀνακρίσεις καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεών του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐπέλθῃ βελτίωσις καὶ θεραπεία τοῦ κακοῦ. Πληροφορῶ τὸν συνάδελφόν μου κύριον Σωτηρόπουλον, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι σημερινὴ, ἀλλ’ εἶναι παλαιὰ καὶ τὴν γνωρίζει.
§36ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ὁποίας δαπάνας ὑπέστη τὸ Δημόσιον διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Σκουλούδη δι’ ἔξοδα μεταβάσεως καὶ ἀποκατάσεως αὐτοῦ καὶ τὴν μισθοδοσίαν.
§37ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἱ πληροφορίαι, ἅς τινας μετέδωσεν εἰς ὑμᾶς ὁ κ. Δημητρακάκης περὶ τοῦ προφυλακισμένου Ἀποστόλου Φιλίππου ἐν Λαρίσῃ, κατηγορουμένου ἐπὶ τῇ δολοφονίᾳ τοῦ μακαρίτου Ἰω. Δάλλα Δημάρχου Δωτίου, τοῦ ὅτι σήπεται ἐν τῇ φυλακῇ καὶ δὲν ἀποπερατοῦται ἡ ἐνεργουμένη ἀνάκρισις ὅπως ἐκδοθῇ τὸ ἀναγκαῖον βούλευμα, καὶ ὅτι ἐμποδίζεται ἡ ἔκδοσις τοῦ τοιούτου βουλεύματος ἐπὶ σκοπῷ, τῇ ραδιουργίᾳ τοῦ βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς, προκειμένου λόγου περὶ νέας ἐκλογῆς τοῦ δολοφονηθέντος Δημάρχου, αἱ τοιαῦται πληροφορίαι, κκ. βουλευταὶ, δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ἀκούσατε· οὐδέποτε οὐδόλως ἀνεμίχθην εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ἀνακρίσεως· καίτοι προσκληθεὶς παρὰ τῶν φίλων μου νὰ μεταβῶ εἰς Ἁγυιὰν καὶ συμπράξωμεν περὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν δολοφόνων, ἠρνήθην νὰ μεταβῶ ἐπιτοπίως, καθότι τὴν μετάβασίν μου εἰς Ἁγυιὰν ἤθελον τὴν παρεξηγήσει οἱ ἀντίπαλοι καὶ ὡς ἐπέμβασιν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀνακρίσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπέφυγον τὰς παρακλήσεις τῶν φίλων μου, καὶ τοὺς ὡδήγησα νὰ ἀφήσουν τὸν ἐπὶ τούτου μεταβάντα ἀνακριτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντά του περὶ τῆς ἀνακαλύψεως τῆς δολοφονίας. Ὅλος ὁ κόσμος, κύριοι, ἠτένισε τοὺς ὀφθαλμούς του, καὶ τὴν διάνοιάν του, ἅμα δολοφονηθέντος τοῦ Ἰω. Δάλλα, εἰς τὸν Ἀπόστολον Φιλίππου ὡς δράστην τῆς δολοφονίας, εἴτε ὡς ἠθικὸν συναυτουργὸν τῆς πράξεως ταύτης, καὶ σύσσωμος ὁ λαὸς ἠγέρθη νὰ πυρπολήσῃ τὴν οἰκίαν αὐτοῦ μετὰ τῆς οἰκογενείας του, καὶ ἡ ἔνοπλος δύναμις ἔσωσεν αὐτὸν, καὶ ἐμπόδισε τὸν λαὸν ἀπὸ μίαν δικαίαν αὐτοδικίαν οὕτως εἰπεῖν. Καὶ ὁ λαὸς δὲν εἶχεν ἄδικον νὰ ἐγερθῇ κατ’ αὐτοῦ, καθότι εἶχε προηγουμένας ἀφορμὰς, τουτέστι τὴν ἀποτυχίαν τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου ὡς ὑποψηφίου βουλευτοῦ, καὶ ὡς ὑποψηφίου δημάρχου, ἄρχοντος τοῦ τόπου, καὶ τὰς κατόπιν τῆς τηλικαύτης ἀποτυχίας του ἐνεργείας, τουτέστι νὰ κηρύττῃ, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον ὁ νῦν Δήμαρχος Δωτίου Ἰων. Δάλλας δὲν θὰ ἦναι δήμαρχος, καὶ περιεφέρετο εἰς τὰ χωρία καὶ ὥρκιζε μυστικῶς τοὺς κατοίκους διά τινος ἱερέως, καὶ συνέλεγε καὶ χρήματα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἄν τις τοῦ κόμματός των ἤθελε καταδικασθῆ, νὰ ἔχῃ τὸ κόμμα τὰς ἀναγκαίας δαπάνας διά τε τοὺς δικηγόρους καὶ ἐνόρκους ἐν τοῖς δικαστηρίοις. Τὰ τοιαῦτα κηρύγματα ἔπεισαν τὸν λαὸν καὶ ἐξηγέρθη ὁλόσωμος κατὰ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου, τὸν ὁποῖον, ἡ κοινὴ γνώμη ἐπαρουσίαζεν ὡς ἠθικὸν αὐτουργὸν τῆς δολοφονίας, καθόσον ἁπαξάπαντες οἱ ἄνθρωποι ἐθεώρουν αὐτὸν ὡς ἀρχηγὸν τῆς συστηθείσης ἑταιρίας τῶν μηδενιστῶν, πρὸς ἐξόντωσιν τοῦ Δημάρχου Ἰω. Δάλλα, καὶ ἐνομίζετο, ὅτι διὰ τοῦ θανάτου τοῦ δημάρχου ἠδύνατο ὁ ἄθλιος Ἀπόστολος Φιλίππου νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ δημοτικοῦ ἄρχοντος. Ὕστερον λοιπὸν ἀπὸ τοιαύτας πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ, ἡ ἀνάκρισις ἠδύνατο νὰ μὴ προβῇ καὶ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου; Βεβαίως ὤφειλε κατὰ καθῆκον ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως καὶ κατὰ τοῦ Ἀποστόλου Φιλίππου καὶ σύρῃ αὐτὸν ὑπόδικον ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης· ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἀγανακτῇ ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου περὶ τῆς μὴ δῆθεν ταχείας ἀποπερατώσεως τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, καθότι, κύριοι βουλευταὶ, εἰς τὰ μεγάλα ἐγκλήματα δὲν ὑπάρχουν συνήθως ἀποδείξεις ἐναργεῖς, καθότι τὰ μεγάλα ἐγκλήματα, ὡς ἡ δολοφονία, ἐνεργοῦνται μὲ ὅλας τὰς προφυλάξεις τῶν κακούργων, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάκρισις δὲν δύναται ταχυπετῶς νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συλλέξῃ, σταχυλογοῦσα ἀπὸ διάφορα γεγονότα καὶ περιστάσεις, τὰς πιθανὰς ἐκείνας ἐνδείξεις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν αὐτουργῶν, τῶν συνεργῶν καὶ συναιτίων τοῦ φρικαλέου ἐγκλήματος, ὅπερ ἐπὶ τοῦ προκειμένου γίνεται· ὥστε ὁ κ. Δημητρακάκης δὲν πρέπει νὰ κάμῃ λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς λειτουργίας τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς δολοφονίας, καθὸ ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία εἶναι αὐτοτελὴς καὶ ὅλως ἀνεξάρτητος τῆς πολιτικῆς τύρβης· καὶ ἂς ἔχῃ ὑπομονὴν διὰ νὰ ἴδῃ ἐντὸς ὀλίγου τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακρίσεως, ὅτι ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου δὲν συκοφαντεῖται, οὐδὲ ἀδικεῖται ἐπὶ τῇ δολοφονίᾳ τοῦ ἀτυχοῦς Ἰω. Δάλλα πρώην δημάρχου Δωτίου, καθότι καὶ οἱ λίθοι τῆς Ἁγυιᾶς μαρτυροῦν περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Ἂς ἔχῃ λοιπὸν ὑπομονὴν πᾶς τις τοῦ νὰ ἴδῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργουμένης ἀνακρίσεως, καὶ δὲν εἶναι πρέπον νὰ προπηλακίζηται ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ γίνεται λόγος περὶ ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου τὰ προηγούμενα εἶναι φαῦλα, καθὸ ἀποβλήτου καὶ ἐκ τοῦ στρατοῦ ὡς κακίστης διαγωγῆς. Κύριοι βουλευταί. Ὁ Ἀριστοτέλης, τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος φιλόσοφος, ἐξατάσας ἐμβριθῶς τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς κοινωνίας τῶν ἀνθρώπων, ἀνέγραψε τὴν εἰκόνα αὐτῆς εἰς τοὺς ὀλίγους τούτους στίχους, τοὺς ὁποίους ἀπαγγέλλω ὑμῖν: «Ὥσπερ γὰρ τελεωθὲν, βέλτιστον τῶν ζώων ἄνθρωπος ἐστὶν, οὕτω καὶ χωρισθὲν νόμου καὶ δίκης, χείριστον πάντων·» (ὅρα Ἀριστ. Πολιτικὰ Αʹ. κεφ. Βʹ). Τουτέστι, τελειωθεὶς, ὁ ἄνθρωπος ἐκ φύσεως εἶναι τὸ βέλτιστον τῶν ζώων· ἀλλὰ στερούμενος νόμου καὶ δικαιοσύνης, εἶναι τὸ χείριστον τῶν ζώων. Ὅθεν κοινωνία χωρὶς νόμων, ἡ κοινωνία αὕτη εἶναι μία κόλασις, συγκειμένη ἀπὸ δαίμονας. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενος ὑψώνω φωνὴν πρὸς ἅπαντας τοὺς βουλευτὰς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Πολιτικοῦ Κώδηκος, καθότι οἱ Ἕλληνες δὲν γνωρίζουν τοὺς νόμους μὲ τοὺς ὁποίους δικάζονται εἰς τὰς πολιτικάς των ὑποθέσεις, καὶ ἐπὶ 60 ἔτη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας της πολιτεύεται μὲ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἦναι γεγραμμένον εἰς τὴν ἐγχώριον Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ εἰς τὴν Λατινικὴν, ἐνῷ ἔχομεν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ νόμοι ἐν τῇ Ἑλλάδι πρέπει νὰ δημοσιεύωνται ἐν τῇ ἐγχωρίῳ γλώσσῃ, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον στοιχεῖον τῆς καταρτίσεως τῶν νόμων ἐν τῇ Ἑλλάδι, καθ’ ὅσον δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα νὰ προτείνῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἄγνοιαν τοῦ νόμου· ἀλλὰ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι τοῦτο σωστόν; Οἱ Ρωμαϊκοὶ νόμοι εἰσὶν εἰς γλῶσσαν Λατινικὴν, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν, καὶ οὐδέποτε ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν ἐγχώριον ἡμῶν γλῶσσαν, καὶ πολλαὶ εἰσέτι νεαραὶ τῶν αὐτοκρατόρων προσφάτως μόλις ἀνεκαλύφθησαν διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ζαχαρία, καὶ ἐκ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης τῶν διατάξεων τοῦ Ρωμαϊκοῦ καὶ Βυζαντινοῦ Δικαίου προέρχονται αἱ διαφωνίαι περὶ τὴν ἑρμηνείαν μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων καὶ τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, καὶ οὕτω διαιωνίζονται αἱ ὑποθέσεις τῶν συμπολιτῶν μας ἐπὶ 20–30 ἔτη καὶ τέλος δὲν εὑρίσκουν, φρονῶ ὅπως λέγει ὁ σοφὸς Βεκαρίας ὅτι «μέγα χαρακτηριστικὸν ἑνὸς τυραννουμένου Κράτους εἶναι τὸ πολύπλοκον καὶ ἀπέραντον τῆς νομοθεσίας τῶν πολιτῶν, καὶ τὸ ὀλιγόφυλλον τῆς νομοθεσίας πρὸς εἴσπραξιν τῶν δημοσίων φόρων». Λοιπὸν διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶμεν τῆς τοιαύτης ἰδιότητος, πρέπει νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸν προπαρασκευασθέντα Ἀστικὸν Πολιτικὸν Κώδηκα, διὰ τὸν ὁποῖον ἠσχολήθησαν οἱ διαπρεπέστεροι νομομαθεῖς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐδαπανήθησαν δραχμαὶ 600,000 εἰς ἀντιμισθίαν τῶν ἐργατῶν. Καὶ εἶναι ἄτοπον ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ νόμον, καὶ ἀφοῦ ὅλα τὰ ἔθνη ἔχουν ἰδικούς των νόμους, καθὼς ἡ Σερβία, ἡ Βλαχία, ἡ Τουρκία, μόνη ἡ Ἑλλὰς νὰ διέπηται ἡ μὲν παλαιὰ Ἑλλὰς μὲ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ἡ Ἑπτάννησος μὲ τὸν ἑπταννησιακόν της Κώδηκα, καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι μὲ τὸν Τουρκικόν. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι ἀνυπόφορος καὶ ἀπελπιστική. Ἑπομένως προτείνω νὰ διορισθῇ μία ἐπιτροπὴ πενταμελὴς καὶ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδηκος, καὶ παρακαλῶ νὰ διορισθῇ τὸ ἐρχόμενον Σάββατον πρὸς συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου.
§38ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐγνώριζον, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἦτο ἀδύνατον, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, διὰ τοῦ λόγου νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τοῦ κ. Στεφανίδου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα καταφύγιον μέχρι τοῦδε εἰς σιωπὴν, ἀλλὰ ματαίως, ὡς βλέπετε, διότι μοὶ ἀφαιρεῖ καὶ ταύτην διὰ τῆς ἀκαμάτου ἐπιμονῆς του. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν ἐπὶ τέλους νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησίν του ταύτην, τὴν ὁποίαν τοσάκις ἐπανέλαβεν. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀπετάθη καὶ ἄλλοτε πρὸς ἐμὲ, ἤτοι πρὸ 13 ἐτῶν, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὸ ἔτος 1870 νὰ διευθύνω τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον. Τότε ἀπήντησα ἀρνητικῶς, ἐξηγήσας ἐνταὐτῷ καὶ τοὺς λόγους τῆς ἀρνήσεώς μου ἐκείνης. Ἔκτοτε, ὁμολογῶ, ὅτι αἱ περιστάσεις καὶ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μετεβλήθησαν ὑπό τινας ἐπόψεις, καὶ δυνατὸν εἶναι ὅ,τι τότε ἐφαίνετο ὀρθὸν, νὰ μὴ ἦναι σήμερον τοιοῦτον ἢ τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἦναι τοιοῦτον εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Διὰ τοῦτο δὲ οὔτε ἐπικαλοῦμαι, οὔτε θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον τοὺς λόγους ἐκείνους καὶ περιορίζομαι μόνον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ἥτις στηρίζεται εἰς νεώτερόν τι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἐπῆλθε. Τὸ παρ’ ἡμῖν νομικὸν ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀνεγείρωμεν τὸ μέγα, τὸ μέγιστον οἰκοδόμημα τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου, ὡς καὶ τὸ ὑλικόν, διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται, νὰ ἀνεγείρωμεν αὐτὸ, ὑπάρχουν, ὡς γνωρίζετε, τὰ αὐτὰ περίπου, οἷα καὶ ἐν Γερμανίᾳ, διότι καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἰσχύει ἀπ’ αἰώνων τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον, ποὺ μὲν ἀποκλειστικῶς, ποὺ δὲ ἐν μέρει, καὶ πανταχοῦ ὡς σπουδαία ἐπιβοηθητικὴ πηγή. Ἐὰν ὀφείλωμεν ἑπομένως ἐν τῇ σχετικῇ ἡμῶν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἄλλο τι ἔθνος, ἵνα λάβωμεν παρ’ αὐτοῦ ὁδηγίαν καὶ παράδειγμα, τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι τὸ Γερμανικόν. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος τοῦτο, πρὸ ἑπταετίας περίπου, μετὰ παρέλευσιν πολλῶν αἰώνων, ἤρχισε τὴν μεγάλην ταύτην ἐργασίαν τῆς κωδικοποιήσεως τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ἥτις, καθ’ ὅλους τοὺς ὑπολογισμούς, πρόκειται νὰ συντελεσθῇ μετὰ 5 περίπου ἔτη. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν δὲν θεωρεῖτε ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς στηρίξωμεν τὴν καθ’ ὅλα ὁμοίαν ἡμετέραν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν διστάζω ν’ ἀπαντήσω καταφατικῶς εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην καὶ ἑπομένως νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Στεφανίδου περὶ τῆς ἐν τῷ νῦν εἰσαγωγῆς καὶ ψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ Ἀστικοῦ Κώδηκος, διότι φρονῶ, ὅτι ἁρμόζει μᾶλλον εἰς ἡμᾶς νὰ βαδίσωμεν εἰς τὸ μέγα τοῦτο ἔργον ἐπὶ τὰ φωτεινὰ ἴχνη τῆς σοφῆς καὶ μεγάλης Γερμανίας, παρὰ ἐν σπουδῇ ἀδικαιολογήτῳ νὰ προηγηθῶμεν αὐτῆς ἐπὶ προδήλῳ κινδύνῳ λίαν ἐπιβλαβοῦς ἀποπλανήσεως, ὡς πάντες οἱ μεταξὺ ἡμῶν νομικοὶ βεβαίως θὰ ἀναγνωρίσωσι. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐν τῷ νῦν εἰσαγωγῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Νομοσχεδίου.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τώρα.
§41ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀνάγκη νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§42ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον «ζῆσε μαῦρέ μου νὰ φᾷς τριφύλι».
§43ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν θέλετε;
§45ΤΙΝΕΣ. Τὸ Σάββατον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφεται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου. Ὁ κ. Σωτήριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶχον δηλώσει, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ἤθελον ἀναπτύξει τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ παρεισῆλθον ἄλλα ζητήματα· ἀλλὰ χθὲς ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ρούφου, τῆς ὁποίας ἔχει τὴν εὐθύνην, ἐῤῥίφθη μία ἰδέα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ὑπερβαίνει τὸ 1,250,000 δραχμῶν, ὥστε πλησιάζει ὀλίγον καὶ αὐτὸ τὰ Βελεντζικὰ, ἄν δὲν τὰ ὑπερβαίνῃ, καθὼς τοὐλάχιστον ἐκθέτει τὸ πρᾶγμα εἷς πρώην Ὑπουργός. Πρέπει λοιπὸν αὐτὸ νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν μελέτην καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία ἐμπρέπει εἰς τὸ Κοινοβούλιον δι’ ὑπόθεσιν ἀποβλέπουσαν σπουδαίως μὲν τὸν Δημόσιον Θησαυρὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν τιμὴν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχόμενον νὰ ἦναι καὶ ἀθῶοι. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ παρέλθῃ τοὐλάχιστον μία ἡμέρα, ὅπως οἱ ρήτορες ἑτοιμασθοῦν ἀπὸ τὰ νέα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός· διότι, συλλογισθῆτε, ὅτι ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν φόρον ἔχοντα ἀποτελέσματα τὰ παράπονα ὅλου τοῦ λαοῦ, καὶ προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐδίστασε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι καὶ νέους φόρους θὰ προτείνῃ καὶ μονοπώλιον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Ἀπέναντι τούτων παρουσιάζεται, ὅτι ἁρπάζονται τὰ Δημόσια Ταμεῖα, οἱ δὲ ὑπόλογοι διαχειρισταὶ ὑποβάλλονται εἰς ποινὰς κακουργήματος εἰς εἱρκτὴν, εἰς δεσμά. Ἐγὼ δὲν εἶδον τὰ ἔγγραφα· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὴν ἀνάπτυξιν· ἐὰν ὅμως ὑπάρχουν Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μελετήσουν τὰ ἔγγραφα, ἐγὼ εὐχαρίστως θὰ δεχθῶ νὰ προσδιωρισθῇ ἄλλη ἡμέρα συζητήσεως, διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς θεωρίας, εἰς ψεύδη καὶ εἰς πλάνας.
§48ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἐλλείμματος (θόρυβος). Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, πρόκειται περὶ ἐλέους, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπουν οἱ Νόμοι, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, διότι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δικαστήριον, εἶναι Πολιτικὸν Σῶμα, δὲν ἐξετάζει εἰμὴ τὰ κοινὰ συμφέροντα, τὰς παραβιάσεις τῶν Νόμων καὶ τίποτε ἄλλο. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Γεωργαντᾶ· δύναται ὁ Γεωργαντᾶς νὰ ἦνε ὁ ἀθωότερος τῶν ἀνθρώπων· ἔχω μερικὰς μόνον ἀποκαλύψεις ἐλλειμμάτων· ἂν δὲ ὁ κ. Χοϊδᾶς ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ὁ Γεωργαντᾶς λέγει εἰς ἔγγραφόν του, ὅτι τῷ λείπουν δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Διατί ἀποδίδει λοιπὸν ὁ κ. Χοϊδᾶς εἰς ἐμὲ τοιοῦτον πνεῦμα; Δὲν ἔχω κακὸν κατ’ οὐδενός. Σήμερον πρόκειται περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος, πρόκειται περὶ Ὑπουργείου.
§50ΧΟΪΔΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζῆ σας. Μωραΐτικο κεφάλι εἶναι εὐφυέστερον ἀπὸ τὸ Κεφαλλονήτικο.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν πότε θέλει ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο;
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τώρα, τώρα.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, θέλω νὰ φέρω ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρατηρήσεις τινάς. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου πρέπον εἶναι νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν μετὰ συστάσεως ὅμως φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της ταχέως· καὶ ἂν δὲν τὴν φέρῃ ταχέως, νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ;
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Δύω Νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὸν γενικὸν περὶ στρατολογίας Νόμον, τὸν ψηφισθέντα τῷ 1878· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ 3–4 ἄλλοι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων πολλαὶ διατάξεις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου συνεπληρώθησαν καὶ μετεβλήθησαν. Ἕνεκα τούτου ὁ στρατολογικὸς Νόμος κατήντησε Λαβύρινθος ἀκατάληπτος, οὐ μόνον εἰς τὸν ἁπλοῦν κόσμον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὸν γνωρίζῃ, ἵνα ἠξεύρῃ ποῖαι ὑποχρεώσεις ἐπιβάλλονται εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι ἀσχολούμεθα εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν μ’ ἐρωτήσῃ τις, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ δώσω πρόχειρον ἀπάντησιν, διότι πρέπει νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς Νόμους καὶ νὰ συναρμολογήσω ὅλας τὰς διατάξεις. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ σύγχυσις θ’ ἀποβῇ ἤδη ἔτι μεγαλειτέρα, φρονῶ ὅτι, θὰ ἦτο καλλίτερον ἐὰν εἴτε ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον, εἴτε ἄλλη εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διοριζομένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἤθελεν ἐνασχοληθῆ εἰς ὀλίγας ἡμέρας νὰ συγχωνεύσῃ τὸν περὶ στρατολογίας Νόμον μὲ ὅλους τοὺς μεταγενεστέρους συμπληρωτικοὺς, διὰ νὰ ἔχωμεν ἓν μόνον κείμενον, τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐννοῇ ἕκαστος πολίτης.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τοιαύτη συμπαγίωσις, ὅπως ὀνομάζεται, τῶν Νόμων θὰ ἦτο χρήσιμος, καὶ νομίζω, ὅτι καταλληλότερος, ἵνα ἐκτελέσῃ τοῦτο καὶ νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, θὰ ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν τὸ πράττει, εἶναι, ὅτι παρετηρήθη ἐν προηγουμέναις περιστάσεσιν, ὅτε τοιοῦτόν τι ἐγένετο, ὅτι ἤρξαντο ἀτελεύτητοι συζητήσεις ἐπὶ ἄρθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐγένοντο τροπολογίαι, καὶ ὅτε δὲν ἐγίνετο διάκρισις μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν καὶ τῶν κειμένων διατάξεων, ἀλλ’ ἐγίνετο συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νέου ἄρθρου Νόμου. Τοιαῦται συζητήσεις δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν εὐκόλως ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, ἡ ὁποία ἔχει τόσα ἄλλα ἔργα νὰ ἐκπεραιώσῃ, μὴ ψηφίσασα ἀκόμη τὸν Προϋπολογισμόν. Θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ προβῶμεν κατ’ ἄλλον τρόπον, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, ἢ μᾶλλον καὶ τὰ δύω Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀλληλένδετα, ὅτε θὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς ἡ Βουλὴ τί ἀποφασίζει περὶ τῶν τροποποιήσεων, κατόπιν δὲ νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις Νομοσχέδιον, περιέχον πάντας τοὺς ψηφισθέντας Νόμους, ὅπως ψηφισθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐν γνώσει διατελούσης, ὅτι οὐδὲν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περιέχει νέον, καὶ ἡ συζήτησις περιστραφῇ περὶ τὸν καλὸν καταρτισμὸν τοῦ Νομοσχεδίου, τουτέστιν ἄν περιέχῃ ἢ οὔ πιστῶς τὴν ἔννοιαν τῆς κειμένης νομοθεσίας, οὐδόλως δὲ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν διατάξεων τούτων. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν. Ὑποβάλλω ἤδη Νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς μεταῤῥύθμισιν διατάξεών τινων τοῦ Νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ κατὰ τὴν παρελοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ἐγένετο λόγος περὶ μεταῤῥυθμίσεων, αἵτινες ἐθεωροῦντο ἀναγκαῖαι. Ὁ Νόμος περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν περιέχει διάταξίν τινα, κατὰ μίμησιν τῶν ἐν ἄλλοις Κράτεσιν ὑπαρχουσῶν, περὶ Παγίου μητρώου· τὸ μητρῶον τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παράπονα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ὁσάκις ἐγένοντο ταῦτα, εἶχε δὲ ὑποβληθῆ καὶ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπήντα, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἐψηφίσθη ὁ τρόπος οὗτος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ἦτο πρέπον νὰ δοκιμασθῇ πρῶτον, καὶ κατόπιν νὰ προέλθωμεν εἰς συζήτησιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως. Νομίζω, ὅτι ἤδη ἐγένετο ἡ δοκιμασία ἐπαρκὴς καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ διατηρηθῇ τὸ διαρκὲς μητρῶον ἄνευ πολλῶν ἀτόπων, καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἀροτιῶντα κτήνη εἶναι πρέπον νὰ παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι παραδεδεγμένον ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Πλὴν τῆς διατάξεως ταύτης, τῆς ἀφορώσις εἰς τὸν φόρον τοῦ Δημοσίου, προτείνονται καὶ ἄλλαι, μεταῤῥυθμίζουσαι τὸν ἀρχικὸν Νόμον ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοτικὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ περὶ τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλε Νομοσχέδιον, κανονίζον τὴν ἐπιβολὴν τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ λόγον τῆς ἐν ἑκάστῳ Δήμῳ ἐργασίας αὐτῶν, καὶ φορολογοῦν τοὺς δι’ ἀξίνης καλλιεργοῦντας. Πλὴν τούτων, ἅτινα ἐπαναλαμβάνονται ἐν τῷ προκειμένῳ Νομοσχεδίῳ, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος κατὰ τὰς προηγουμένας Συνόδους. Εἶχε γείνει ἡ παρατήρησις ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς δημοτικῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐπιβαρύνονται ἐν τῷ αὐτῷ Δήμῳ πλειότερον τὰ κτήνη, τὰ καλλιεργοῦντα γαίας ἀγόνους, παρὰ τὰ κτήνη τὰ καλλιεργοῦντα γαίας γονιμωτέρας. Πρὸς διόρθωσιν τούτου προτείνομεν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἡ δημοτικὴ, δὲν κανονίζεται κατὰ δήμους λαμβανομένους ἐν συνόλῳ, ἀλλὰ κατὰ χωρίον ἐν ἑκάστῳ Δήμῳ. Καὶ τοῦτο τὸ Νομοσχέδιον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴν, ἵνα φέρῃ τὸ ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ ἐπερώτησις νὰ τελειώσῃ.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι τώρα.
§59ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάλλιον παντὸς ἄλλου ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἐν γένει ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθεσία ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, εἶναι ἐντελῶς ἀλατάληπτος καὶ ἀπρόσιτος καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς καταγινομένους περὶ τὰ νομικά. Δὲν εἶνε μόνος ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει αὐτὴν τὴν σύγχυσιν καὶ αὐτὸν τὸν κυκεῶνα, τὸν ὁποῖον προανέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας καὶ παρεδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός· ὅλοι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν, ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν σήμερον νόμον τινὰ, τὸν ὁποῖον νὰ κολλήσωμεν εἰς ἕνα ἄλλον νόμον· διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ ἡ κανονικὴ ἁρμονία εἰς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ διαφόρους περιστάσεις καὶ ὑπὸ διάφορον πνεῦμα ἐψηφίσθη. Εἶναι δὲ παραβίασις καὶ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, ἂν παραδεχθῶμεν καὶ εἰσαγάγωμεν κατὰ τὰς συζητήσεις τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Τί δὲ θὰ εἴπωμεν τότε; Πῶς θ’ ἀποκαλῶμεν τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν; Ποίου ἔτους εἶνε αὐτὸ τὸ ὅλον, ὅπερ θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ 1878, τοῦ 1881, τοῦ 1882 καὶ 1883; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθημεν καὶ ἐκάμαμεν ἑπτὰ νέους Νομικοὺς συμβούλους, ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσουν οἱ Ὑπουργοὶ τὴν προσοχήν των ἐφ’ ὅλης τῆς νομοθεσίας, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν σύγχυσιν καὶ τὸν κυκεῶνα. Εὑρέθην ἐφέτος εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστείλω νὰ ζητήσω διαφόρους νόμους εἰς μίαν Ἐπαρχίαν, ὅπου εὑρισκόμην, καὶ παρ’ ἐμοὶ εἶχον τρεῖς δικηγόρους, οἵτινες δὲν ἐγνώριζον ἐπὶ τίνος χαρτοσήμου ἔπρεπε νὰ γείνῃ μία πρᾶξις· διότι οἱ νόμοι περὶ χαρτοσήμου εἶνε τόσον πολλοὶ καὶ πολύπλοκοι, ὥστε δὲν γνωρίζουν, ὅταν ἐκτάκτως εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναζητήσωσι τὰς διατάξεις τὰς αὐστηρὰς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος. Καὶ αὐτοὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν πέρυσι, παραπέμπουν εἰς ἄλλους νόμους. Εἶνε ἀδύνατον λοιπὸν νὰ ἔχωμέν ποτε ἕνα νόμου τέλειον καὶ νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται κατὰ τὰς διαφόρους περιστάσεις τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τοὺς νόμους τοὺς στρατιωτικούς· οὐδεὶς εἶναι σήμερον εἰς κατάστασιν νὰ συμβουλεύσῃ τὸν συμπολίτην του τί πρέπει νὰ πράξῃ εἰς περίστασίν τινα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον—καὶ σήμερον ἔχει πολλὰ μέσα— νὰ καταρτίσῃ ἕνα νόμον· ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ὑποστῇ βεβαίως πολλὰς συζητήσεις· νὰ συγχωνεύσωμεν τοὺς προϋπάρχοντα καὶ νὰ κάμωμεν ἕνα στρατολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ γνωρίζωμεν ὅλοι, καὶ τόσον μᾶλλον, καθόσον ὁ νόμος αὐτὸς εἶνε ὁ φοβερώτερος τῶν νόμων, διότι ἐπιβάλλει τὰς μεγαλειτέρας ὑποχρεώσεις εἰς τὸν πολίτην. Τὸ σύστημα δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶνε ὀρθὸν, διότι ἀντίκειται εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συναρμολογήσωμεν πολλοὺς νόμους μὲ νέα νομοσχέδια καὶ νὰ ψηφίσωμεν συγχρόνως.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων παρενόησεν ἐντελῶς τὴν πρότασίν μου· ἐγὼ οὐδόλως προτείνω ἤδη νὰ προβῶμεν εἰς ψήφισιν Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει προσκολληθῆ εἰς ἄλλον Νόμον. Ἐγὼ ἐπρότεινα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, ὡς ἐπροτάθη, ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως ἀπὸ τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν. Εἶπον δὲ ὅτι, ἀφοῦ τοῦτο πράξωμεν, τότε δυνάμεθα νὰ φέρωμεν Νομοσχέδιον συμπαγιοῦν τοὺς ὑπάρχοντας Νόμους περὶ στρατολογίας· δυνάμεθα νὰ φέρωμεν νέον Νομοσχέδιον ὅλως ἄσχετον πρὸς τοῦτο, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ πάντας τοὺς Νόμους τοὺς ψηφισθέντας περὶ στρατολογίας· τὸ ἓν δὲν συνδέεται μετὰ τοῦ ἄλλου. Σήμερον πρόκειται ἁπλῶς νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ὑπεβάλομεν· ἂν δὲ, ὅταν κατόπιν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ πρέπον νὰ φέρῃ τὸ Νομοσχέδιον τὸ περιλαμβάνον πᾶσαν τὴν περὶ στρατολογίας Νομοθεσίαν, νομίσῃ τις, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πρέπον νὰ πράξωμεν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ψηφίσωμεν νέον Νόμον περιέχοντα ἁπλῶς τὰς διατάξεις τῶν παλαιῶν Νόμων, τότε δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου, διότι ἡμεῖς σήμερον οὐδένα ζητοῦμεν νεωτερισμόν· ζητοῦμεν ἁπλῶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προσηγάγομεν, καὶ ὅταν ὑποβληθῇ ἔκθεσις ἢ καὶ πρὶν ὑποβληθῇ ἔκθεσις, ἐὰν ἀργήσῃ, νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον.
§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει πρὸς ἑνοποίησιν τῶν Στρατολογικῶν Νόμων καὶ τῆς Νομοθεσίας ἐν γένει, οὐδόλως εἶναι ὁ κατάλληλος. Ἄτοπον φαίνεται νὰ εἰσαχθῇ εἰς ψήφησιν τῆς Βουλῆς κείμενον Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη Νόμος τοῦ Κράτους, καὶ νὰ ψηφίζεται ὡς Νόμος τοῦ Κράτους ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐψηφισμένον. Ἡ ἑνοποίησις τῆς ὑπαρχούσης Νομοθεσίας, φρονῶ, ὅτι ἐπιτυγχάνεται εὐχερέστερον κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Τὰ νέα εἰσαγόμενα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μεταῤῥυθμίζουσι διατάξεις προηγουμένων Νομοσχεδίων, δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωνται ὑπὸ νέαν ἀρίθμησιν ἄρθρων, ἀλλὰ πρέπει ῥητῶς νὰ γίνεται μνεία ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ τῶν νέων Νομοσχεδίων, ὅτι ἀντικαθιστᾷ τὸ δεῖνα ἄρθρον τοῦ προϋπάρχοντος Νόμου. Ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι, ὅτι δι’ ἁπλῆς μόνον ἀνατυπώσεως τοῦ ἀρχαίου Νόμου καὶ διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἐν αὐτῷ τῶν ἀρχαίων ἄρθρων διὰ τῶν νέων, θὰ ἔχωμεν πλήρη τὸν ἰσχύοντα Νόμον. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ Νομοθετεῖν δὲν εἶναι γνώμη ἰδική μου, τὸν ἀπήντησα ἐφαρμοζόμενον ἐν Γαλλίᾳ. Ἄν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅλους τοὺς Γαλλικοὺς νόμους, τὸν Ἀστικὸν Κώδηκα, τὸν Ποινικὸν Κώδηκα, τὴν Δικονομίαν κλπ. θέλετε ἴδει ὅτι πλείστας ὑπέστησαν μεταβολὰς, καὶ ὅμως ὅλαι αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις παρουσιάζονται ὡς κείμενον τοῦ ἤδη ἰσχύοντος Νόμου. Ἐὰν οὕτω ἔπραττον καὶ αἱ ἡμέτεραι Κυβερνήσεις, δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ σύγχυσις, ἥτις παρατηρεῖται εἰς τόσα ἀντικείμενα τῆς Νομοθεσίας, εἰς τοὺς Νόμους περὶ διανομῆς τῆς Ἐθνικῆς γῆς, εἰς τοὺς Νόμους περὶ χαρτοσήμου κτλ. ἀλλ’ ἤθελε διορθωθῆ τὸ κακόν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἡ περὶ τούτου συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ, ὅταν ἔλθῃ τὸ θέμα;
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος δὲν ἦτον εὔκαιρος, τὴν παρατήρησιν ὠφείλετε νὰ ἀπευθύνετε εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, οὗ ἐγὼ περιωρίσθην νὰ ἀντικρούσω τὴν γνώμην.
§64Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ νὰ μὴν χρονοτριβῶμεν, δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος.......
§66ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κ. Δουζίνα.
§68ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἠγωνίζετο νὰ ἐπιτύχῃ ἡμέραν ἢ ὥραν πρὸς συζήτησιν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἦτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν χθὲς καὶ εἰς τὴν σημερινὴν δὲν ὑπάρχει. Ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι περὶ τούτου τοῦ ζητήματος, ἤτοι τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ὑπουργῶν, ἐκρίθη περιττὴ ἡ περαιτέρω συζήτησις, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρὸς ἐπίτευξιν πρακτικωτέρων ἀποτελεσμάτων ἔπρεπε νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἀντίθετον, δηλαδὴ διατί δὲν εἰσεχώρησαν ὑπουργοὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἤτοι διατί δὲν συμπληροῦται τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τούτου ἡ ἐξέτασις ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν· διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἑπτὰ ὑπουργοὺς, τὸ δὲ 7 δὲν ὡρίσθη ἁπλῶς λόγῳ πολυτελείας, ἀλλὰ λόγῳ κατατμήσεως τοῦ μονοθελήτου, ὅπως ἀποκρούωμεν τὸν δεσποτισμὸν ἐκεῖνον, ὃν ἀκαταπαύστως ἀκούομεν ἐταῦθα ἀντηχοῦντα, καὶ διότι δὲν βλέπομεν νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὁ δὲ ὑπουργὸς ὁ ἔπηλυς κρύπτεται διαρκῶς. Λοιπὸν τὸ ζήτημα ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν καὶ διὰ τὸ Ἔθνος, ἑπομένως χρήζει ἐξετάσεως διατί δὲν συμπληροῦται τὸ ὑπουργεῖον. Τί σημαίνει τοῦτο; ἀναντιῤῥήτως ἡ μὴ συμπλήρωσις αὐτοῦ σημαίνει δεσποτίαν καὶ ἐξ ἀντικειμένου καὶ ἐξ ὑποκειμένου, δηλαδὴ ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον οὐδεὶς τῶν ὑπαρχόντων βουλευτῶν στέργει νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν ὑπαρχόντων ὑπουργῶν, ἄρα δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς τὸ ὑπουργεῖον, ἢ τὸ ἀντίθετον, ὅτι δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Βουλὴ παρὰ τῷ πρωθυπουργῷ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει οὐδένα ἐκ τῶν βουλευτῶν ὡς ὑπουργόν. Καὶ εἰς τὰς δύω περιστάσεις ὑπάρχει ἔλλειψις ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, καὶ ἢ πρέπει νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Καὶ ἀπορῶ πῶς τόσοι λογάδες ἐνταῦθα καὶ πρόβουλοι δὲν ἐπέστησαν εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν των διατί εἶνε ἠκρωτηριασμένη ἡ Κυβέρνησις. Ὅπως δήποτε, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ δίλημμα τοῦτο, ἢ ὅτι δὲν χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἢ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν χαίρει ἐμπιστοσύνην παρ’ αὐτῷ. Ἀλλ’ ἐκ τῶν δύω τούτων ὑποθέσεων ποία φαίνεται ἡ μᾶλλον ἐκ τῶν πραγμάτων παραδεκτοτέρα; Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν εὑρίσκει οὐδένα διὰ ὑπουργίαν ἄξιον βουλευτὴν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεκάλυψεν ἐν Ἀγγλίᾳ ἕνα ποντικὸν ὑπουργὸν (ἱλαρότης), ἤτοι τῶν ποντικῶν, καὶ δὲν εὕρισκεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τοιοῦτον, ὅπου εἶνε τόσοι ἱκανώτατοι, καὶ τὸν παρέστησεν αὐτὸν τὸν ποντικὸν ὡς τὸν μόνον ἄνθρωπον τῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ εἶναι ὁ σολοικισμὸς τῆς ὑπηρεσίας σεσαρκωμένος. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνορθογραφία εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, εἶναι ἡ προσωπικότης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἔχει βαθμὸν ὑποναυάρχου καὶ ἐν τούτοις καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸν βίον δὲν οἰακοστρόφησεν οὔτε σκάφην· αὐτὸς ἦτο ξοανογλύπτης, δὲν εἶναι ναυτικός, εἶναι ξυλουργός, εἶναι κατ’ εὐφημισμὸν ναυπηγός, καὶ ὄχι πράγματι ναυπηγός. Ἠξεύρετε πρὸ τοῦ 21, κατὰ τὸ 21 καὶ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὄθωνος καὶ κατόπιν ὀλίγον ἀπῃτεῖτο, ὅπως τὰ πλοῖα ἔχωσιν ἀνάγλυφα ἐν ταῖς πρώραις αὐτῶν· τὴν κατασκευὴν λοιπὸν τῶν τοιούτων ξοάνων ἐπηγγέλλετο ὁ κύριος οὗτος ξοανογλύπτης, ὁ ὁποῖος κατ’ εὐφημισμὸν ὠνομάσθη ναυπηγὸς μέχρι τινός· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε στάδιον εὐρὺ αὐτῷ ναυπηγίας, ἤρχισε νὰ βαδίζῃ τὸ στάδιον τοῦ μαχίμου ὁ ἀμαχιμώτατος αὐτὸς καὶ ἔφθασεν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου, ἐνῷ ἠμπορεῖ νὰ ἦνε τὸ πολὺ πολὺ ἕνας ναυπηγὸς, καὶ ναυπηγὸς ὄχι πάλιν· διότι, ὅτε ἐναυπηγήθη τὸ πλοῖον ὁ Λουδοβῖκος, ἦτο καὶ αὐτὸς ἐκεῖ καὶ εἶχε σχεδιάσει οὕτω τὸ πλοῖον, ὥστε, διὰ νὰ τὸ φέρουν κατόπιν εἰς ἰσομετρίαν οἱ ἀληθεῖς ναυπηγοὶ, τὸ ἐπελέκησαν ἀπ’ ἐδῶ, τὸ ἐπελέκησαν ἀπ’ ἐκεῖ, διότι τὸ πλοῖον εἶχε καμπούρες, καὶ οὕτω εἰς ἓν μέρος τὸ πλοῖον ἔχει πάχος δύω σπιθαμῶν, καὶ εἰς ἄλλο δύω δακτύλων. Λοιπὸν δὲν εἶνε προσβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ εὑρίσκωνται μεταξὺ 240 ἐκλεκτῶν τοῦ λαοῦ ἄξιοι δι’ ὑπουργοὺς καὶ νὰ γίνηται ὑπουργὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διὰ καταπατήσεως τῶν νόμων τῆς Πατρίδος ἔχει τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποναυάρχου; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καταπατεῖ τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος καὶ χάριν τοῦ ἀδελφοῦ του· διότι, ἐνῷ ἐγὼ ἠγωνίσθην ἀπὸ ἐτῶν νὰ φέρω κἄποιαν τάξιν εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικὸν, καὶ ἀπὸ τοῦ 1879 ἐνήργησα καὶ ἐψηφίσθη νόμος περὶ μηχανικῶν, οὗτος τὸν ἀδελφόν του καὶ τὸν Γιαλούσην, μηχανικοὺς ὄντας, τοὺς ἔκαμε ναυπηγοὺς, ἐνῶ ἔπρεπε νὰ τοὺς ταξινομήσῃ εἰς τὸν κλάδον τὸν μηχανικόν! Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον; τὸ αἴτιον εἶναι ὅτι ἡ μισθοδοσία εἶναι ὀλιγωτέρα εἰς τὸν μηχανικὸν κλάδον καὶ ἀνωτέρα εἰς τὸν ναυπηγικόν. Διὰ νὰ λάβῃ λοιπὸν ἀνώτερον μισθὸν ὁ ἀδελφός του, τὸν μεταθέτει εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον, ἐνῶ δὲν γνωρίζει τίποτε ὁ ἀνὴρ (ἱλαρότης), διότι δὲν οἶδεν οὔτε σκέπαρνον, οὔτε διαβήτην ἐπὶ πλοίου νὰ χειρίζηται.
§69ΧΟΪΔΑΣ. Οὐ μόνον διὰ νὰ δώσῃ μισθὸν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ προβιβάσῃ εἰς βαθμὸν ἀνώτερον τὸν ἀδελφόν του.
§70ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀλήθεια πανταχόθεν ἐπιβεβαιοῦται; Τούτων λοιπὸν οὕτως ἐχόντων καὶ σολοικισμοῦ πολιτικοῦ ἀποδεικνυομένης τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀπόσχῃ πάσης συνεδριάσεως ἕως οὗ συμπληρωθῇ τὸ ὑπουργεῖον· ἄλλως, νὰ μὴ καταδέχεται νὰ συζητῇ μὲ ἠκρωτηριασμένον ὑπουργεῖον, ὅπερ ἀποδεικνύει ἑκατέρωθεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης.
§71ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα)
§72Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα τοῦ προβιβασμοῦ του Λαζάρου Τομπάζη ἀπὸ ὑποναυπηγοῦ εἰς ναυπηγόν· ἐπίσης τὰ σχετικὰ τῆς κατατάξεως εἰς τὸ μηχανικόν. Αὐτὸς ὁ νόμος ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ δημοσιεύσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἥτις ἅπαξ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον, δὲν ἠδύνατο διὰ νεωτέρας ἐπιτροπῆς νὰ ἀναιρέσῃ ὅσα ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπεφάσισε. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, τῆς νεωτέρας ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐσύστησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροβιβάσθη ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, οὗτος δὲ νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις, πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ παράβασιν τοῦ Νόμου περὶ μηχανικῶν, πῶς ἠδυνήθη νὰ προβιβάσῃ τὸν ἀδελφόν του, ὅστις δὲν ἠδύνατο νὰ καθέξῃ ἄλλην θέσιν, παρὰ τὴν θέσιν τοῦ μηχανικοῦ, διότι δὲν εἶναι ναυπηγὸς, εἶναι μηχανικὸς, ὅπως καὶ ὁ Γιαλούσης.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ κατετέθησαν δύω ζητήματα ἐμπιστοσύνης, τὸ ἓν τοῦ κυρίου Δουζίνα ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, θεωροῦσα τὴν μὴ συμπλήρωσιν τοῦ Ὑπουργείου ὡς ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, ἀπέχει τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς μέχρι τῆς συμπληρώσεως αὐτοῦ». Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι τὸ προταθὲν παρὰ τοῦ κ. Χοϊδᾶ καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ Βουλὴ, θεωροῦσα τὸ Ὑπουργεῖον ὡς μὴ ἀπολαμβάνον τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν συμπληροῦται, προτείνει τὴν διάλυσιν αὐτοῦ.»
§74ΧΟΪΔΑΣ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τοῦ συντάξαντος τὴν πρότασιν αὐτήν· ἡ πρότασίς μου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, δύναται ν’ ἀντιγραφῇ παρὰ τοῦ στενογράφου καὶ γραμματέως, ὡς ἐγὼ τὴν ἀπήγγειλον· οὔτε παραλογίζομαι, οὔτε ἀμαθὴς περὶ τὴν γλῶσσαν τυγχάνω. Ἐὰν δὲν ἐνοήθην, ἐγὼ δὲν πταίω. Ἐγὼ ὑπέβαλον πρότασιν περὶ καταλύσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μὴ ἀπολαμβανούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, διότι μετὰ τῶν φίλων καὶ συναδέλφων μου δὲν ἀπολαμβάνομεν ἡμεῖς τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκείνης. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἀπολαμβάνομεν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δὲν ἀπολαμβάνουσι καὶ αὐτοὶ τῆς ἰδικῆς μας ἐμπιστοσύνης.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δόσατέ μοι τὴν πρότασίν σας ἐγγράφως.
§76ΧΟΪΔΑΣ. Δὲν τὴν γράφω τὴν πρότασίν μου, διότι δὲν ὑποβάλλω πρότασιν. Ἐγὼ δὲν φέρω πρότασιν περὶ ἐμπιστοσύνης, τοιαύτη πρότασις ὑπεβλήθη μία· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι παίζομεν ἐν οὐ παικτοῖς. Θέλεις νὰ φέρῃς πρότατιν; μάλιστα· ἀλλὰ πότε θὰ ἔλθῃ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης; ὅταν συζητήσωμεν διὰ μακρῶν πάντα τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἀποβλέποντα εἰς τὸ μέλλον, ὅτε θὰ καταδειχθῇ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ἡ Κυβέρνησις· ἐὰν καλῶς, θὰ δώσω ψῆφον λευκὴν, ἐὰν κακῶς, μέλαιναν. Πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις μακρὰ περὶ ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ περὶ πάσης τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅταν εὕρωμεν αὐτὴν ἔνοχον πολιτικῶς, τὴν καταλύομεν, ὅταν δὲ ἠθικῶς, τὴν μεμφόμεθα, ὅταν δὲ νομικῶς, ὑποβάλλομεν τότε κατηγορίαν καὶ μετὰ τὴν κατηγορίαν τὴν παραπέμπομεν ἐκεῖ ὅπου ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία φαίνεται ἀνωτέρα τῆς Νομοθετικῆς, καὶ τότε διὰ 12 δικαστῶν καὶ ἑνὸς προέδρου δικάζομεν καὶ καταδικάζομεν τὸν ἔνοχον.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Χοϊδᾶς ἀποσύρει τὴν πρότασίν του.
§78ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀνακοινώσω τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ τύπου τῶν προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπέθεσα ὅτι ἐπὶ τοῦ τύπου αὐτῶν ἁρμόζει μᾶλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφέρῃ πρώτη τὴν γνώμην της. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ οὐσία τῶν προτάσεων περιλαμβάνει τὴν ἔκφρασιν τῆς μειώσεως ἢ τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ δὲ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἐμειώθη, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον. Εἶναι λυπηρὸν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν ἐφέτος, τὴν ὁποίαν ἐσυνείθισε νὰ ἀκολουθῇ. Ἠθέλησεν ἐκ παντὸς τρόπου ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀναδρομὴν ἐπὶ τὸ παρελθόν. Δὲν γνωρίζω ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς συνέφερε νὰ κηρυχθῇ ἐφέτος διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον παρέστη ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, ἂν καὶ τοῦτο ἐπισήμως ἀνεγράφη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ ὡς ὑπουργικὸν δικαίωμα, διότι ἔγγραφον ἐξελθὸν τοῦ γραφείου του περιεῖχε τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς θέλει κηρύξει τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Στέμμα. Ἐὰν ἐκηρύσσετο ἡ ἔναρξις τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἡ Βουλὴ κατ’ ἀνάγκην ἤθελε κληθῆ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ Στέμμα, καὶ ἀπαντῶσα ἤθελε κατ’ ἀνάγκην κληθῆ ν’ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθὸν, νὰ ἐρευνήσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ Ὑπουργείου, νὰ ἐξετάσῃ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίου διαχειρίσεως, καὶ ἀναφέρῃ τὴν γνώμην της· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ἀνάγκη κἂν, ἀφοῦ αὐτοὶ ἀνέλαβον ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸν Ἡγεμόνα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνόμισαν οὔτε ἀναγκαῖον κἂν νὰ ποιήσωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου διεχειρίσαντο. Καὶ διεχειρίσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς μεγάλα συμφέροντα, καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινεν ἀποῦσα πέραν τοῦ τεταγμένου χρόνου, τὸ δὲ Κοινοβούλιον εἶχεν εὐλόγως τὴν προσδοκίαν καὶ ἠξίου νὰ ἀκούσῃ ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργείου περὶ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀκούσῃ τί τυχὸν ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου συνέβη, νὰ ἀκούσῃ ἂν αἱ προσδοκίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐνεποίησεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτε ὑπεστήριζε τὰ μέτρα αὐτῆς, ἂν ἐξετελέσθησαν ἢ τυχὸν ἀπέτυχον ἢ μήπως ἀφήκαμεν νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος ἀνωφελῶς, ἀντὶ νὰ διορθώσωμεν τὰ κακὰ τὰ μαστίζοντα τὴν χώραν, οὗ ἕνεκα ταῦτα ἀπέβησαν δυσκολοκατόρθωτα, καὶ τὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου ἀπέβησαν περισσότερον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἔβλεπε τὴν τοιαύτην τακτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, εἶχε καθῆκον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐνδείξῃ εἰς αὐτὸ ὅτι ὤφειλε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς γενόμενα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῶν πράξεών του. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολλοὶ συνάδελφοι ἀμέσως μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου καὶ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου, προσῆλθον καὶ ἀπηύθυνα ἐπερωτήσεις διαφόρους. Καὶ εἶχον μὲν ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, διὰ νὰ ἐξετάσω τὰ μέρη ἐκεῖνα, περὶ τὰ ὁποῖα περιεστρέφοντο αἱ ἐπερωτήσεις μου, ἀλλ’ εἶχον καὶ σκοπὸν νὰ ἐνδείξω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἂν δὲν θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν ἡμῶν γενομένων, ἀναγκαζόμεθα νὰ τραπῶμεν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν τὰς ἀπορίας ἡμῶν. Καὶ ἔχομεν πολλὰς καὶ ποικίλας ἀπορίας· καὶ δὲν εἶναι αὗται μόνον ἀπορίαι, ἀλλ’ εἶναι ἀληθὴς ἔκστασις, εἰς τὴν ὁποίαν διὰ πολλὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου εὑρισκόμεθα. Καὶ εἴδατε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον συντελεῖται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου ταύτης. Τὰ ¾ ἑκάστης συνεδριάσεως καταναλίσκονται εἰς ἐπερωτήσεις, καταδείκνυται δὲ δι’ αὐτοῦ ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς νὰ μάθῃ ὅ,τι τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε πρότερον νὰ ἐκθέσῃ εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ οὐ μόνον τοῦτο, συνέβη καὶ ἄλλο τι· περίεργός τις ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν δὲν ἠθέλησεν, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ τὰς δικαίως ζητηθείσας διὰ τῶν ἐπερωτήσεων πληροφορίας, δὲν προθυμοποιεῖται. Καὶ βλέπετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ἐνῷ εἶχε ζητηθῆ νὰ καταθέσῃ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῷ Ἀρχῶν ἢ καὶ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος κτλ., σᾶς εἶπεν ὅτι ἠρεύνησε καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ δὲν εὗρον οὐδὲν ἔγγραφον. Καὶ εἴδατε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔσπευσεν ἐν οὐ δέοντι, χωρὶς νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σῶμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ......
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσήχθη ὁλόκληρος καὶ κατετέθησαν πάντα, ὡς βεβαιοῦσι καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον ὅτι φαίνεται, ὅτι δὲν κατετέθησαν οἱ πίνακες, καὶ μοὶ εἴπατε ὅτι κατατίθενται.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην εἶπεν ὅτι κατατίθενται ἀλλὰ τρεῖς ὥρας κατόπιν κατετέθησαν.
§82Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὤφειλε νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τότε ἀπεστάθη εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ εἶπον, ὅτι δὲν μέμφομαι τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγγείλῃ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θέλουσι κατατεθῆ, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ πότε θὰ κατατεθῶσι· μέχρι τοῦδε ὅμως οὐδεμίαν τοιαύτην ἀναγγελίαν τοῦ Προέδρου ἠκούσαμεν.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ μαρτυροῦσι τὰ ἐπίσημα πρακτικά.
§84ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ εἴδατε, κύριοι, τὸν Πρωθυπουγὸν, ὅστις, εἰσαγαγὼν ἢ μὴ εἰσαγαγὼν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε πρόσφορον εὐκαιρίαν διὰ νὰ ἀπευθύνῃ μίαν προσλαλιὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, τὸν εἴδατε νὰ σᾶς δίδῃ τὴν εἴδησιν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 περιωρίσθη εἰς τρία ἑκατομμύρια. Ἀμέσως δὲ ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ἐζήτησα καταστάσεις πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς πληροφορίας ταύτης, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδεμίαν τοιαύτην μᾶς ὑπέβαλε. Καὶ πρὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, πρὶν ἢ εἰσαχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς, ῥητῶς ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατάστασιν τῶν πραγματοποιηθέντων ἐξόδων τοῦ 1882 κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, καὶ μ’ ὅλον ὅτι 15 παρῆλθον ἔκτοτε ἡμέραι, οὐδ’ ἡ κατάστασις αὕτη ὑπεβλήθη. Ἀλλ’ ἐζήτησε νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 3,000,000, διότι εἰσέπραξαν περισσότερα, ἀφ’ ὅσα προϋπελογίσθησαν. Καὶ εἴδατε, κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀπουσίαν ἡμῶν ἐκαυχήθη, τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς ὁδοποιΐας, ἀφοῦ αἱ δημοσιεύσεις τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἠνάγκαζον ὅλους νὰ δυσπιστῶμεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους, δι’ αὐτὸ τὸ ἔργον τῆς ὁδοποιΐας ἐζητήσαμεν πληροφορίας διὰ νὰ λύσωμεν τὰς ἀπορίας, αἵτινες ἐν ἡμῖν ἠγέρθησαν. Καὶ μόλα ταῦτα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς φέρῃ, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τὸν Μάρτιον τοῦ 1882 ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα ἔκτοτε ὑποβάλῃ ταύτας. Καὶ εἴδατε, κύριοι, ὅτι ἀριθμὸς οὐχὶ μικρὸς ἐπερωτήσεων γενομένων μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Κυβέρνησιν μένει ἀκόμη ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἡ δὲ τοιαύτη τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δύναται νὰ συναρμολογηθῇ μὲ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε κατὰ τὴν κήρυξιν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ ταύτην, ἀποφεύγουσα νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος. Ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ, οὔτε ἐν τῇ ἀξιοπρεπείᾳ τοῦ Κοινοβουλίου, οὔτε ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Κράτους, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἵνα θέσῃ τέρμα εἰς αὐτὴν, προαναγγέλλει ἀπὸ σήμερον, ὅτι αὔριον θέλει παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ παρελθόντος τοῦ Ὑπουργείου καὶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν μέχρι τοῦδε πεπραγμένων.
§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόκειται ν’ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου, καὶ βεβαίως τοῦτο θέλω κάμει ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης σᾶς λέγω ὅτι δὲν συζητῶ, διότι ὅλα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα ἔλλειψαν ἀπὸ τὸν φάκελλον· δὲν ὑπάρχουσι δὲ παρὰ πρωτόκολλά τινα ἀνάξια λόγου· θαυμάζω δὲ, διότι προχθὲς ἦσαν πολλὰ καὶ τώρα εἶναι ὀλίγα.
§86Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἴσως ἐγὼ χθὲς τὰ ἀνακάτευσα μὲ τὰ ἰδικά μου χαρτιά· θὰ ἴδω καὶ τότε θὰ τὰ φέρω.
§87Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λείπει καὶ ἓν ἄλλο ἔγγραφον σπουδαῖον.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τότε καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἔχει νὰ δώσῃ λογαριασμόν.
§89ΡΟΥΦΟΣ. Δέν μοι ἐζητήθη τοιοῦτον ἔγγραφον, ἀλλὰ ἄλλα πράγματα· τὸ ἔγγραφον, περὶ οὗ πρόκειται, δύναμαι νὰ τὸ ἐπιδείξω.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πάντα τὰ ἔγγραφα· τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἐπεστράφη.
§91ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε, τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἔχω· θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον..... ὅστις ἔχει τὸ πρωτότυπον νὰ μοὶ δώσῃ ἀντίγραφον. Δέν μοι ἐζητήθη τοιοῦτον ἔγγραφον, περὶ ἄλλων δὲ ἀπήντησα «ἵνα μὴ μὲ σκοτίζουν».
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ἔλθουν τὰ χαρτιὰ καὶ ἐσεῖς κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§93ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1882 ἐζήτησα τὸ συμβόλαιον τῆς Ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων τῆς Θεσσαλίας, εὗρον τὸ Διάταγμα, δὲν εὗρον ὅμως τετυπωμένον τὸ συμβόλαιον, δηλαδὴ τὸ Καταστατικόν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὸ συμβόλαιον τοῦτο καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ πόσα χιλιόμετρα εἶναι ὁ δρόμος οὗτος.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς Κωπαΐδος. Εἶπεν, ἔμαθον, προχθές, ἀπόντος ἐμοῦ, ὅτι οὐδὲν ἔχει ἔγγραφον· τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς.
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἔχω ἔγγραφον· εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω ἔγγραφον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς νομῆς τῆς βοσκῆς, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐζητήσατε.
§97ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ πᾶν ἔγγραφον σχετικὸν πρὸς τὴν Κωπαΐδα, εἴτε ἐκ τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου Λεβαδείας, εἴτε ἐξ ἄλλου ἀποσταλέν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§99ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀπορῶ δὲ πῶς σεῖς δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὅταν πρόκηται πολιτικὴ συζήτησις, δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὸ κατηγορίαν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι πρωτοφανές.
§101ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Αὐτὸ καθ’ ἑσπέραν προσπαθῆτε νὰ κατορθοῖτε ν’ ἀναχωρῶμεν, χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ βʹ. συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Φλογαΐτης ἔχει τὸν λόγον.
§103ΤΖΑΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§104ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§105Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἵνα φανῇ πόσοι μένομεν ἐδῶ βουλευόμενοι ὑπὲρ τῶν κοινῇ συμφερόντων. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).
§106Ρ. ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ Γεώργιος Φιλάρετος ἀσθενεῖ σπουδαίως, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀπών· δὲν ἐγκατέλειπε τὴν θέσιν του, καὶ δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ τοῦτο διὰ δημοκρατικόν. Θὰ παρακαλέσω δὲ θερμῶς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἵτινες προκαλοῦσι τὴν πάλην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωσιν· εἴμεθα ἐνταῦθα πολλοὶ ἀντιπολιτευόμενοι, ἀλλ’ ὄχι ὅσοι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα, πρὸ πάντων δὲ ὁ εἰρωνικῶς λεγόμενος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατέλειπε τὴν τάξιν του· δὲν συνείθισεν οὔτε ν’ ἀγωνίζηται, οὔτε νὰ παλαίῃ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες βουλευταὶ ἐν ὅλῳ εἶναι 109. Ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 6½ Μ. Μ).