1883.11.22
1.523 στίχοι · 11.464 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 22 Νοεμβρίου 1883.
(Τρίτη).
(Ὥρᾳ 2 Μ. Μ).
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς παρελθούσης Συνόδου ἀνακοινοῖ τὸν Ἀπολογισμόν, ὅστις θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς. — Ὑπάρχει ἀναφορὰ ἐκ Κυπαρισσίας τοῦ Κωνσταντίνου Βωδοῦ λέγοντος ὅτι κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων ἐπὶ ἐξυβρίσει, καὶ αἰτοῦντος ὥστε νὰ προκληθῇ ἐξέτασις δι’ ἀποστολῆς ἀνακριτοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. Βωβὸς εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐγκριτοτέρων δικηγόρων τῶν Δικαστηρίων· κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων τοῦ ἐν Κυπαρισσίᾳ Κακουργιοδικείου εἰς διετῆ φυλάκισιν. Ἐκ τοῦ παρελθόντος συνάγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις περὶ τοῦ κ. Βωδοῦ ὅτι ἥμαρτεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ἄξιος τοιαύτης τιμωρίας. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Δικαστηρίου ἐκείνου δὲν εἶναι εἰλικρινὴς, μᾶλλον δ’ ἔνοχος· ἔχει αἰτίαν, περὶ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ μεριμνήσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μετέλθῃ αὐστηρὰ καὶ σύντονα μέτρα, καὶ ἐὰν οὕτως ὁ κ. Βωβὸς ἥμαρτε, νὰ θεωρηθῇ ἄξιος τοιαύτης τιμωρίας· ἐὰν τοὐναντίον αἱ ὑπόνοιαί μου ἐπαληθεύσωσι, νὰ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτόλμησε νὰ τιμωρήσῃ ἀδίκως δικηγόρον, ὅστις ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐξήσκησεν ἐντιμότατα καὶ διὰ τῆς πιστοτέρας ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τὸ ἐπάγγελμα αὑτοῦ ἐν τοῖς Δικαστηρίοις.
§3ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἤκουσα ὅτι δικηγόρος τις κατεδικάσθη εἰς διετῆ φυλάκισιν ὡς ἂν ἐπρόκειτο περὶ βαρυτάτου τινὸς κακουργήματος· θὰ ἱκετεύσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τῆς δίκης ἐκείνης διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἔκαμεν ὁ δικηγόρος ἐκεῖνος εἰς τὸ Δικαστήριον, ὥστε νὰ δικασθῇ εἰς διετῆ φυλάκισιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νικοκάβουρας ἀπευθύνει ἐγγράφως ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Παρακαλεῖται ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν συνέταξε τὸ Νομοσχέδιον, καὶ πότε θὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἀφορῶν τὴν ἄρσιν τῆς ἀμέσου δημοτικῆς φορολογίας τῶν δύω ἐπαρχιῶν Ὄρους καὶ Μέσης, προκληθὲν συνεπείᾳ ψηφισμάτων καὶ γνωμοδοτήσεων ἁπάντων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων τῶν δύω τούτων ἐπαρχιῶν, τοῦ Νομοσχεδίου τούτου τυγχάνοντος λίαν κατεπείγοντος, ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἀποσυνθέσεως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν ἁπάντων τῶν Δήμων τούτων».
§5ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σχετικῶς, κύριοι βουλευταὶ, πρὸς τὰ περὶ τοῦ κ. Βωβοῦ εἰρημένα, βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον θὰ λάβῃ πᾶσαν πρόνοιαν ὅπως γνωσθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παραδέχονταί τινες τῶν κκ. βουλευτῶν νὰ ἐπιῤῥίπτωσιν ἀνεξετάστως καὶ ἐκ τῶν προτέρων κατὰ τῶν Δικαστηρίων τοιαύτας ὑπονοίας, οἷα εἶναι, καὶ τὴν ὁποίαν ἠκούσατε κατὰ τοῦ δικαστηρίου Κυπαρισίας. Ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἡ πρωτίστη καὶ ἀσφαλεστάτη ἄγκυρα τῆς Πολιτείας, καὶ δὲν πρέπει οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἐπιτίθενται ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος κατὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς, ἤτοι τῶν δικαστῶν καὶ μάλιστα ἄνευ ἀποδείξεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν διαδόσεων, προερχομένων ἀπὸ τοὺς δυσηρεστημένους, διότι οὕτω προσφερόμενοι διαπράτουσι τὴν μεγίστην κατὰ τῆς πατρίδος αὑτῶν ἀδικίαν.—Καταθέτω ἀντίγραφον ἐπικυρωμένον τοῦ Διατάγματος, ὅπερ ἐζητήθη προχθὲς περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Σκουλούδη ὡς Πρέσβεως ἐν Ἱσπανίᾳ.
§6Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ κ. Σκουλούδη εἴπομεν κ. Ὑπουργέ.
§7ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ φέρω καὶ τοῦτο, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐζητήθη· προχθὲς μόνον τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ἐζητήθη.—Καταθέτω ἐπίσης τὸ πρακτικὸν τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῷ δήμῳ Μεσσηνίας καὶ ἰδίως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Καλαμῶν καὶ Μεσσήνης. Ἐβράδυνα νὰ καταθέσω τὸ πρακτικὸν τοῦτο, διότι καθ’ ἣν ἡμέραν ἐζητήθη δὲν ἤμην παρών· ἔκτοτε δὲ τὸ Προεδρεῖον κατὰ λάθος ἔστειλε τὴν εἰς αὐτὸ ἀφορῶσαν ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐθεώρησε τὸ ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὰ τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, καὶ διὰ τοῦτο ἐβράδυνεν ἡ προσαγωγὴ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται πρακτικοῦ.
§8ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι διὰ προσωπικοὺς λόγους, μάλιστα· ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον συζήτησις.
§10ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπετίμησε καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Τζάνε καὶ ἐμέ.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Παρηκούσατε τὸν κ. Ὑπουργόν· ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν τολμᾷ νὰ ἐπιτιμήσῃ.
§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Ζητοῦνται πληροφορίαι περὶ τῆς καταδίκης ἑνὸς δικηγόρου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ὅπως ὁ δικαστὴς οὕτω καὶ ὁ δικηγόρος εἶναι λειτουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι καὶ οἱ δικηγόροι ἔχουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰ αὐτὰ καθήκοντα ἐπίσης, διότι ἐπίσης εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δημόσιοι λειτουργοί, καὶ ὅπως οἱ δικασταὶ ἐξυπηρετοῦσι τὴν Δικαιοσύνην ἐμμίσθως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οἱ δικηγόροι ἀμισθί. Ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ ἡ Βουλὴ ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἐφήρμοσε τὸν νόμον, τιμωρῆσαν ἕνα δικηγόρον εἰς δύω ἐτῶν φυλάκισιν. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἐπιστήμονος, δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν. Ἐγὼ λοιπὸν ὡς βουλευτὴς ἔχω ἀνάγκην νὰ κατατεθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς δίκης ἁπάσης, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὸ Δικαστήριον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἕνα δικηγόρον τοιαύτην ποινήν, ὅστις ἴσως ὡμίλησε μὲ γλῶσσαν τραχεῖαν, ἀλλὰ δὲν ἔπραξε καὶ ἔγκλημα τόσον βαρὺ, ὥστε νὰ τῷ ἐπιβληθῇ τοιαύτη τιμωρία. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ μὲ γλῶσσαν καλλιτέραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§14ΧΟΪΔΑΣ. Ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι αὐτοτελής.
§15ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅλα ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας.
§16ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καὶ δικαιώματα ἐπιτιμήσεως ἐὰν εἶχον κατὰ τῶν συναδέλφων, οὐδέποτε ἤθελον κάμει χρῆσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπετίμησα, ἁπλῶς εἶπον ὅτι δὲν πρέπει ἐπιπολαίως καὶ ἄνευ ἀποδείξεως ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποδίδωνται τοιαῦται ὑπόνοιαι.
§18ΤΖΑΝΕΣ. Ὁμολογουμένως, κύριοι Βουλευταί, ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία, ἑνιαία οὖσα καὶ αὐτοτελής, δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον οὔτε τοῦ Ὑπουργείου, οὔτε τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, καὶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ὁ Βουλευτὴς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερωτήσεις πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ δεδομένως ἤδη πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν παρατηρήσεις ἐπὶ πράξεως οὐχὶ Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ Δικαστῶν. Δὲν ἐπετίμησεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, διότι δὲν τολμᾷ νὰ ἐπιτιμήσῃ· παρετήρησεν ὅμως ἐσφαλμένως, ὅτι ἐκ τῶν προτέρων μηδὲν κρίνεται ἡ διαγωγὴ τῶν Δικαστηρίων· διότι, ὡς εἶπεν, ἡ Δικαιοσύνη εἶναι ἡ ἄγκυρα τῆς Πολιτείας. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τοῦτο· ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Βωβὸς ἐπὶ εἰκοσαετίαν ὅλην ἐξασκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Δικηγόρου ἐντιμότατα, εἶναι ἐκ τῶν διακεκριμένων Δικηγόρων τοῦ Κράτους καὶ τῶν μᾶλλον εὐπαιδεύτων, συνετώτατος δὲ κατὰ τὰς παραστάσεις του ἐν τοῖς Δικαστηρίοις. Ἔχων δὲ τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι φίλος τοῦ κ. Βωβοῦ, νὰ γνωρίζω ἐκ τοῦ σύνεγγυς αὐτὸν, ἠδυνάμην νὰ μὴ ἀπευθύνω ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὶ ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως συμβαίνει; Ἠκούσθη ὅτι ὁ κ. Βωβὸς ἐτιμωρήθη μὲ διετῆ φυλάκισιν....
§19ΧΟΪΔΑΣ. Διὰ νὰ μὴ φέρῃ ἁπλῶς τὸ ὄνομα, ἀλλ’ ἐπὶ διετίαν νὰ τελῇ βωβός.
§20ΤΖΑΝΕΣ. Θέλω λοιπὸν νὰ μάθω ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς τοιαύτης τιμωρίας του. Δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Βωβὸς ἔπειτα ἀπὸ εἰκοσιπενταετῆ ἐξάσκησιν τοῦ Δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος τοσοῦτον ἐμφρόνως καὶ ἐντίμως ν’ ἀπώλεσε τὰς φρένας, ὥστε νὰ παρεκτραπῇ εἰς παράπτωμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπισύρῃ τοιαύτην τιμωρίαν. Ὀφείλει λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τοῦ γεγονότος καὶ ἂν ἀνεύρῃ ὅτι τὸ Δικαστήριον παρέβη τὸ καθῆκόν του νὰ ἐπιφέρῃ κατ’ αὐτοῦ αὐστηρὰν τιμωρίαν. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς δικαιοσύνης ἐὰν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ὑψώθη φωνὴ ὑπὲρ αὐτῆς, φρονῶ ὅτι ἡ φωνή μου ὑψώθη ἐκ τῶν πρώτων.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κακῶς ἐῤῥέθη, ὅτι τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς διαφεύγει ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία· δὲν ὑπάρχει Ἐξουσία, ἡ ὁποία διαφεύγει τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς.
§22Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν: Αʹ) Νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν ἐπὶ τοῦ νῦν Ὑπουργείου ἀποσταλέντων εἰς Ἀγγλίαν ἀξιωματικῶν καὶ μηχανικῶν τοῦ Ναυτικοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν παραγγελίας ναυπηγήσεως πολεμικῶν πλοίων θωρηκτῶν, καταδρομικῶν, τορπιλλοφόρων, τορπιλλοθετῶν ἢ καὶ πλοίων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ Κράτους· Βʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσα καὶ ποίου εἴδους πλοῖα ἐναυπηγήθησαν καὶ ποία ἡ δαπάνη αὐτῶν· Γʹ) Νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λογαριασμὸν τῆς ὅλης δαπάνης τῆς εἰς Ἀγγλίαν ἀποστολῆς καὶ διαμονῆς τῶν ἀνωτέρω ἀξιωματικῶν, συνισταμένης εἰς ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικὰ ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν κεχωρισμένως· Δʹ) Νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ πρωτότυπα ἢ ἀντίγραφα τῶν συμβολαίων τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου ἐναυπηγήθησαν, καὶ ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν παρεδόθησαν ταῦτα· Εʹ) Νὰ καταθέσῃ τὸν λογαριασμὸν τῆς δαπάνης τῶν ναυπηγηθέντων πλοίων, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ σημειῶται χωριστὰ ἡ δαπάνη, εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ Δημόσιον εἰς ἀπότισιν ποινικῶν ρητρῶν ἕνεκεν τῆς ὑπερημερίας τῆς ναυπηγήσεως τῶν εἰρημένων πλοίων, καὶ τὸ κέρδος, ὅπερ ἀπήλαυσεν ἐκ τῶν ὑπερημεριῶν τῆς ναυπηγήσεως αὐτῶν· ΣΤʹ) Νὰ καταθέσῃ τὸ συμβόλαιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ ἐν Γαλλίᾳ Ναυπηγείου τῆς Forges et Chantier διὰ τὴν κατασκευὴν ἑνὸς νεωλκείου, δι’ ὑδραυλικῆς πιέσεως ἐργαζομένου, καὶ νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν Βουλὴν πότε ἐπερατώθη καὶ ἐτοποθετήθη εἰς τὸν ἐν Σαλαμῖνι Ναύσταθμον τὸ εἰρημένον νεωλκεῖον, καὶ τί ποσὸν ἐπληρώθη διὰ τὴν ἀξίαν καὶ τοποθέτησιν αὐτοῦ, καὶ τίνος ἕνεκεν δὲν εἶναι ἤδη ἐν χρήσει· Ζʹ. Νὰ καταθέσῃ τὰς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐκθέσεις τῶν κατὰ καιροὺς ἐφόρων τοῦ Ναυστάθμου περὶ τοῦ νεωλκείου Πόρου, ὡς καὶ τὴν πρὸς τὸν Ναύσταθμον ἔκθεσιν τοῦ ὑποναυπηγοῦ Σ. Μαυριπλῆ, ἀφορώσας τὴν κατάστασιν τοῦ ναυπηγείου τοῦ Πόρου· Ηʹ) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ποῖοι οἱ ἀναγκάσαντες αὐτὸν λόγοι νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ νεωλκείου τοῦ Ναυστάθμου Πόρου, ποῖα πλοῖα θὰ ἀνελκύωνται εἰς τὸ νεωλκεῖον τοῦτο καὶ ποῖα εἰς τὸ νεωλκεῖον τοῦ Ναυστάθμου· Θʹ) Νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ νεωλκείου τοῦ Πόρου· Ιʹ) Νὰ κατατεθῇ ἀντίγραφον τῆς διαταγῆς, δι’ ἧς ἀπεστάλη ὁ ναυπηγὸς Τρικαλιώτης εἰς Γαλλίαν, μετὰ τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ ἐμφαίνοντος τὰ ποσὰ, ἅπερ μέχρι τέλους τοῦ παρελθόντος μηνὸς ἔχει λάβει οὗτος ὡς ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικά· ΙΑʹ) Νὰ κατατεθῇ ἡ μετὰ τοῦ ἀνωτέρω ναυπηγοῦ Τρικαλιώτου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀλληλογραφία, ἡ ἀφορῶσα τὴν παραγγελθεῖσαν πλωτὴν δεξαμενὴν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῆς Forges et Chantier καὶ εἰς ποῖον στάδιον τῆς ναυπηγήσεως αὐτῆς εὑρίσκεται ἡ δεξαμενὴ αὕτη· ΙΒʹ) Νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν λογαριασμὸν τὸν ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν, ὅπερ ὁ ἴδιος ἔχει λάβει εἰς ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικὰ ἀφ’ ἧς καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης καὶ ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀπεστάλη εἰς Ἀγγλίαν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ναυπηγήσεως ἢ τῆς ἀγορᾶς πλοίων.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἵν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ἦλθε καὶ χθὲς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν φέρων τὰ ἔγγραφα τὰ ζητηθέντα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνταῦθα.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ἦναι ὁ ἴδιος.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια βραδύτερον· ἀλλ’ ἐγὼ ἤδη θέλω καταθέσει τὰ ἔγγραφα. Εἶχεν ὑποβληθῆ ἐπερώτησις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως δηλώσῃ τί γίνεται ἡ ἀγορασθεῖσα δεξαμενὴ καὶ ποῖον τὸ μέρος ὅπου θέλει τοποθετηθῆ ἡ πλωτὴ δεξαμενή. Πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ εἰς τὴν πλωτὴν δεξαμενὴν ἀφορῶντα, περιέχονται ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ, τὸν ὁποῖον καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ποῦ θέλει τοποθετηθῆ ἡ δεξαμενὴ εἶναι ζήτημα λίαν δυσχερές. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο αὐτὸς νὰ παραγγείλῃ τὴν δεξαμενὴν, δὲν θὰ τὴν παρήγγελλε καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Σαλαμῖνος ὡς Ναυστάθμου καθίσταται λίαν δυσχερὴς ἡ τοποθέτησις τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς ἐν αὐτῷ· θὰ ἦτο δὲ πολὺ δυσχερεστέρα, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδεχθῆ ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τῆς μεγεθύνσεως τῆς δεξαμενῆς. Ὁπωσδήποτε εἶναι ἤδη ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως τῆς πλωτῆς δεξαμενῆς. Περὶ τῶν συρμάτων τῶν ὑποβρυχίων τηλεγράφων παρατηρῶ ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐν καιρῷ ἐκθέσεις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὰ σύρματα ταῦτα ἦσαν εἰς κακὴν κατάστασιν, καὶ τοῦτο διότι εἶχον ἐκτεθῆ εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐνῷ διὰ νὰ διατηρῶνται ἔπρεπε νὰ ἦναι τοποθετημένα ἐν ὑγρῷ. Ἐγένετο ἐξέτασις καὶ πράγματι εὑρέθησαν σχεδὸν κατεστραμμένα. Τότε ἐκ συνενοήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν οἱ τοῦ Τηλεγραφικοῦ Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἠσχολήθησαν εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ σύρματος, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι πρὸς συντήρησιν αὐτοῦ θὰ ἦτο καταλληλότατον νὰ τοποθετηθῇ ἐντὸς τῆς θαλάσσης καὶ ἐτοποθετήθη μεταξὺ Σαλαμῖνος καὶ Αἰγίνης καὶ λειτουργεῖ διὰ τῆς Αἰγίνης τὴν τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν καὶ μεταξὺ Σκυάθου καὶ Σκοπέλου χάριν τῆς τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ εἰς ἄλλα τινὰ μέρη. Ὑπέβαλεν ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς καὶ ἄλλην ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως καταθέσῃ κατάλογον τῶν ἀποσταλέντων εἰς Εὐρώπην ἀξιωματικῶν πρὸς παραλαβὴν πλοίων, καὶ προσέτι τὴν γενικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κατάλογος οὗτος συνταχθεὶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλεται ὧδε. Γενικὴ ἔκθεσις παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ὑπεβλήθη· ὑπάρχει ὅμως ὁλόκληρος ἡ ἀλληλογραφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται ἡ ἐργασία αὐτῆς συνεπεία τῆς ὁποίας εἶναι ἡ πρόκλησις διαφόρων καταστημάτων ναυπηγικῶν τῆς Εὐρώπης, ὅπως ὑποβάλωσι προτάσεις περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν πλοίων. Τὰ ἔγγραφα, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ παρὰ τίνος ἐλάβομεν συμβουλὰς καὶ ἐν γένει πᾶσαν ἄλλην λεπτομέρειαν· ταῦτα εἶναι ἀντικείμενα τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων, τὰ δὲ ἀποτελέσματα βεβαίως θὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ καὶ τὰς ἐπὶ τούτου πιστώσεις. Εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων περιέχονται καί τινα, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχονται εἰς ταῦτα· θέλουσι παραβληθῆ τὰ ὑπολειφθέντα πρὸς τὰ ζητούμενα καὶ ὅ,τι ἐλλείπει, θέλει συμπληρωθῆ. Εἶχον ὑποσχεθῆ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν χθεσινὴν αὐτῆς συνεδρίασιν, ἐὰν ἐγίνετο, τὸ Νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ στρατολογίας Νόμων, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν συνεδρίασεν ἡ Βουλὴ χθές· ἑπομένως ἐφρόντισα, ἵνα τυπωθῶσι τὰ δύο ταῦτα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον φέρει πρὸς ὑποβολὴν, τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐφεδρείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ παρεπόμενον εἰς αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ στρατολογίας νόμων, ὥστε σήμερον ὑποβάλλω αὐτὰ τετυπωμένα καὶ θέλουσι διανεμηθῆ εὐθύς. Πλὴν τῶν δύο τούτων Νομοσχεδίων εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θέλω ὑποβάλει καὶ ἄλλα Νομοσχέδια περὶ στρατοῦ· θέλω ὑποβάλει Νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ μισθολογίου τῶν ἀξιωματικῶν ἀσχέτως πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς παλαιᾶς δραχμῆς εἰς νέαν· Νομοσχέδιον περὶ Σχολῆς προπαρασκευαστικῆς ὑπαξιωματικῶν, καὶ Νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν νόμων περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ταῦτα εἶναι τὰ κυριώτατα ἐκ τῶν Νομοσχεδίων περὶ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα θέλω ὑποβάλει εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν Ναύσταθμον. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν πάντοτε αὐτὸ εἶπον, καὶ ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι δεξαμενὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Σαλαμῖνα, ὄχι παγίαν ἀλλ’ οὔτε πλωτὴν, καὶ ἐνταῦθα ἐφιστῶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη· ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ Ναυστάθμου, ὁ κ. Μαυρομιχάλης μὲ ἀντέκρουσε λέγων ὅτι ἐπιστήμονες Γάλλοι ἐξέλεξαν τὸν τόπον αὐτόν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι οἱ ἐπιστήμονες ἦσαν ἀνεπιστήμονες. Ἐγὼ δὲ ὁ ἀνεπιστήμων ἐπρόβλεψα, καὶ λυποῦμαι διότι εἶχον δίκαιον.
§27Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἴπω ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀπολυθῇ ἢ οὔ ὁ παράφρων στρατιώτης, περὶ τούτου ἀδιαφορῶ ἐντελῶς, οὔτε πρόκειται νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν μὴ ἀπόλυσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ μᾶς παρουσίασε τοιοῦτον τοῦ ἰατροῦ ἔγγραφον, καίτοι ἀμφιβάλλω ἐὰν τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως ἢ καθ’ ὑπαγόρευσιν ἀνωτέραν, ἀλλὰ πόκειται νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἐγὼ ὁμιλήσας ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ εἰρημένου στρατιώτου, εἶπον ἀλήθειαν ἢ ψεῦδος· πρόκειται νὰ ἐρευνηθῇ κατὰ πόσον ἐξετάζονται εἰλικρινῶς καὶ ἐπιμελῶς οἱ νοσοῦντες στρατιῶται ὑπὸ τῶν ἰατρῶν, καὶ πρόκειται νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν ἀληθῶς ἐγὼ προσεπάθησα νὰ παραπείσω τὸν ἰατρὸν νὰ παραστήσῃ ὡς ἠλίθιον στρατιώτην ὑγιᾶ, ἢ ὁ ἰατρὸς ἐψεύσθη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ψευδῆ ἀφορμὴν νὰ μὲ προσβάλῃ ἀδίκως. Ἐπὶ δύω ἡμέρας κρυφοφυλάττοντες κατ’ ἐντολήν μου συγγενεῖς τοῦ στρατιώτου κατώρθωσαν νὰ τὸν λάβωσι χθὲς κρυφίως καὶ μοὶ τὸν ἔφεραν. Ἐπρόκειτο νὰ τὸν παρουσιάσω χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐν ᾧ χρόνῳ τὸν ἔφερα εἶχε διαλυθῆ ἡ συνεδρίασις. Μετέβην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὸν παρουσιάσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὸν εὗρον. Ἕνεκα τούτου τὸν περιέφερα ἐφ’ ἁμάξης εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν ἐξέθεσα εἰς τὰ δημοσιώτερα μέρη, τὸν παρετήρησαν δὲ βουλευταὶ μὲν περὶ τοὺς 100 ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων, πολῖται δὲ ὑπὲρ τοὺς 1000, καὶ ἐξετίμησαν πάντες δεόντως καὶ τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἰατροῦ καὶ τὴν ἀξίαν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶν νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι μία κἂν λέξις μου δὲν ἦτο ἀληθὴς, παρακαλῶ ἐπιμόνως τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρῶτον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος, ἐὰν ὁ περὶ οὗ πρόκειται στρατιώτης εἶνε ἐντελῶς παράφρων καὶ ἠλίθιος καὶ ἐὰν ἐξετέλεσέ ποτε ἢ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ βοηθητικήν τινα ὑπηρεσίαν· δεύτερον νὰ διατάξῃ νὰ τὸν παρουσιάσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι πλέον νὰ τὸν φέρω, καθόσον χθὲς ἔσπευδον ὄπισθεν τῆς ἁμάξης ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἐντεταλμένοι νὰ τὸν συλλάβωσι, καὶ ἤδη ἡ φύλαξις αὐτοῦ γίνεται αὐστηρά· τρίτον νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ Δημάρχου Κορθίου πιστοποιητικὸν ἐὰν ἐκ γενετῆς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει. Ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπαντήσωσιν ὅτι εἶνε μὲν παράφρων καὶ ἠλίθιος, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν, ὡς ἐγὼ λέγω, θὰ ὁμολογήσω ἐμαυτὸν ἡττημένον. Ἐὰν ὅμως βεβαιώσωσιν ὅτι εἶνε ἐντελῶς παράφρων καὶ ἠλίθιος, ὅτι οὐδόλως χρησιμεύει εἰς τὸν στρατὸν καὶ ὅτι δεινῶς βασανίζεται ἐν αὐτῷ, τότε ἀναντιῤῥήτως θέλει ἐξελεγχθῆ ψευδόμενος ὁ ἰατρός· διότι βεβαίως δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ζητήσω νὰ παραπείσω αὐτὸν, προκειμένου περὶ τοιούτου στρατιώτου, θὰ ἀναγνωρισθῇ δὲ ὅτι ἀδίκως μὲ ἐμέμφθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ὅτι ἀνάγκη ὑφίσταται νὰ τιμωρηθῇ ὁ ψευσθεὶς ἰατρός. Λέγει ὁ ἰατρὸς ἐν τῷ ἐγγράφῳ του, ὅτι τὸν εἶδον καὶ οἱ ἰατροὶ τοῦ Νοσοκομείου· ἀλλ’ οἱ συγγενεῖς τοῦ στρατιώτου μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι οὐδέποτε ἐστάλη εἰς τὸ Νοσοκομεῖον. Ἐὰν ἀληθῶς ἐστάλη καὶ ἂν περὶ τούτου ἐγὼ εἶχον παρακαλέσει, ὡς ὁ ἰατρὸς λέγει, δὲν ἤθελε μοὶ τὸ εἴπει, ἀφοῦ τοσάκις μὲ συνήντησεν; Οὐδέποτε ὡμίλησα εἰς τὸν ἰατρὸν ἀπὸ τῆς κατατάξεως τοῦ στρατιώτου, πρὸ τεσσάρων μηνῶν γενομένης, παρὰ μόνον κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, εὑρεθεὶς εἰς τοὺς στρατῶνας μετὰ τοῦ ἰατροῦ, παρετηρήσαμεν τὸν παράφρονα καὶ ἐλεεινολογήσαμεν ἀμφότεροι καὶ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἀνωτάτην Ἐπιτροπήν. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μὲ ἐνίκησε καὶ ἱκανοποιήθη, διότι μᾶς ἔφερεν ἐδῶ ἓν παληόχαρτον τοῦ ἰατροῦ, ἀπέναντι ἀναμφισβητήτων ἀποδείξεων!
§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οἱ στρατιῶται μοὶ εἶπον ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα εἴπατε.
§29ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἤθελον σταματήσει, καὶ δὲν γνωρίζει ὅτι θὰ μεταχειρισθῶ πᾶν μέσον πρὸς βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις πρὸς ἐκτίμησιν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· διότι φρονῶ, ὅτι κατὰ τύπους μόνον ὀχυροῦται ὄπισθεν τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἰατροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ εἶνε ἀδύνατον μετὰ τοιαύτας συζητήσεις, νὰ μὴ ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἐπιμένει, διότι εἶνε τὸ σύστημά του τοιοῦτον καὶ διὰ νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδικον κατ’ ἐμοῦ προσβολήν.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶνε ἀληθὲς, ὅτι ἐφρόντισα νὰ μάθω τὴν ἀλήθειαν καὶ σήμερον ἐκάλεσα τὸν Διοικητὴν τοῦ Τάγματος καὶ τὸν ἠρώτησα τί συμβαίνει. Ὁ Διοικητὴς ἀπήντησεν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην του ὁ εἰρημένος στρατιώτης δὲν εἶνε ἀνίκανος, ὅτι ἐὰν κληθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον ἔκθεσιν θὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι ὁ ἴδιος ὑπέβαλε τὸν στρατιώτην εἰς ἐξετάσεις διὰ νὰ ἴδῃ ὁποῖαι εἶνε αἱ διανοητικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις, καὶ τὸν εἶδε καθ’ ὅλα ὅμοιον πρὸς τοὺς ἄλλους στρατιώτας, ὅτι ὅμως δὲν ἔχει διανοητικὴν ἀνάπτυξιν ἱκανὴν, ὥστε νὰ δύνηται νὰ διαπρέψῃ εἰς τὰς ἀσκήσεις, ὅτι δύναται, ἐάν τις θελήσῃ νὰ ὠθήσῃ τὰ πράγματα ἕως τοῦ ἄκρου, νὰ τὸν θεωρήσῃ ὡς μὴ ἐπιδεικτικὸν σπουδαίας μορφώσεως, ἀλλὰ περὶ ἠλιθιότητος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος. Ταῦτα μοὶ εἶπεν ὁ Διοικητὴς τοῦ Τάγματος, ἀντισυνταγματάρχης Πλαπούτας, πρώην συνάδελφος ἡμῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται τώρα περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐξευτελίζειν τοὺς θεσμοὺς τοῦ Κράτους. Πρὸς τί αὕτη ἡ ἐπερώτησις, κύριοι, ἡ καθ’ ἑκάστην ἐπαναλαμβανομένη; Ἐὰν τῷ ὄντι τὸ Ὑπουργεῖον κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην εἴτε ἐκ μεροληψίας, εἴτε ἐξ ἀμελείας ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ κρατοῦν ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ἄνθρωπον ἐλλειπῆ, ἐννοῶ, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαῤῥαγῇ ἀπὸ τοῦ Βήματος, ἕως ὅτου ἐπιτύχῃ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ στρατιώτου· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι οὐδὲ δύναταί τις νὰ διανοηθῇ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ· διότι τί δύναταί τις νὰ ζητήσῃ πλειότερα παρὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐκείνου, περὶ οὗ ὁ ὑγειονομικὸς ἀξιωματικὸς ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν εἶνε κατάλληλος διὰ τὸν στρατόν; Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεμία νομοθεσία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀπολυθῇ ἐκ τοῦ στρατοῦ δι’ ἀνικανότητα ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει ὡς ἱκανὸν ὁ ἁρμόδιος ὑγειονομικὸς ἀξιωματικός. Ἐὰν ὁ ὑγειονομικὸς ἀξιωματικὸς δὲν ἔκρινεν ὀρθῶς, εἶνε τοῦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐνταῦθα; Καὶ συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ στρατοῦ, μὲ τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς νὰ φέρῃ ἐνταῦθα ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν προτέρων καθωδηγήσαμεν, ἵνα παραστήσῃ ἑαυτὸ ὡς ἠλίθιον καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν εἶνε ἠλίθιον ἢ οὔ; Εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ ἐλέγχου πράξεων Κυβερνητικῶν, ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐδέποτε θ’ ἀρνηθῶμεν πᾶσαν συζήτησιν ὁσονδήποτε καὶ ἄν αὕτη δύναται ν’ ἀποβαίνῃ ἐπιβλαβὴς ἢ δύναται νὰ καταδαπανᾷ χρόνον χρήσιμον δι’ ἄλλα ἔργα. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ ἀνέλθῃ μέχρι Κυβερνητικῆς εὐθύνης — διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο το ἢ ὅ,τι πράττει—πρὸς τί αἱ συζητήσεις αὗται; Νομίζω μάλιστα, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει καθῆκον νὰ προνοῇ περὶ τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ εἰς τὸν στρατὸν καὶ ν’ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ταύτης.
§31Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐδῶ εἶναι Νόμοι· πῶς θὰ ἀρνηθῆτε;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἅμα ὡς βουλευτὴς ἀξιοῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι παρεβιάσθη Νόμος, βεβαίως ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν συζήτησιν· ὅταν ὅμως τοιαύτη ἀξίωσις δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ, ὅταν οἱ ἁρμόδιοι ἀπεφάνθησαν περὶ τοῦ προσώπου, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ διαμένον ἐν τῷ στρατῷ, τί δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ; Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ διὰ τῆς ψήφου αὑτῆς ἢ διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς τοῦ εἰδικοῦ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἰατροῦ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ; Ἀλλὰ σᾶς εἶπον δὲν εἶναι ἡ γνώμη ἑνὸς μόνον ἰατροῦ, εἶναι καὶ ἡ γνώμη δύο ἄλλων ἰατρῶν, τῶν ἁρμοδιωτέρων πάντων, τῶν ἰατρῶν τοῦ Νοσοκομείου. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ἐπιπροσθέτως ἔλαβον καὶ τὴν γνώμην καὶ αὐτοῦ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Τάγματος, τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν γνώμην, ὑποθέτω, πάντων τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβαλε περὶ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου εἰς ἐπερώτησιν περὶ τοῦ στρατιώτου, ὁ ὁποῖος προτίθεται ὡς ἠλίθιος, ἔλυσεν αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου· διότι εἶπε σήμερον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ στρατιώτου, οὐδὲ ἐπανέφερε τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ πείσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ ἢ νὰ διατηρήσῃ αὐτὸν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὸν λόγον διὰ ν’ ἀποκρούσῃ μομφὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀπηύθυνε πρὸς αὐτόν. Ἐὰν αἱ ἐπερωτήσεις ἐπαναλαμβάνωνται, καὶ ἐὰν αἱ περὶ αὐτῶν συζητήσεις μηκύνωνται, νομίζω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ εἰσὶν αἴτιοι τοῦ τοιούτου ἀτόπου, διότι λησμονοῦσιν, ὅτι οἱ ἐπερωτῶντες ἐνασκοῦσι δικαίωμα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπονεμηθὲν εἰς αὐτοὺς, οἱ δὲ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των. Ὅταν λοιπὸν οἱ βουλευταὶ ἐπερωτῶσιν, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δικαίωμα ν’ ἀπαντῶσι μετ’ ἀνευλαβείας πρὸς τοὺς βουλευτάς. Τίς εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἠδύνατο προχθὲς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου, νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ἐζήτησε νὰ παραπείσῃ τὸν ἰατρὸν τοῦ Τάγματος ἵ ν’ ἀπολύσῃ τὸν στρατιώτην ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι ἠλίθιος; Ἡ φράσις δὲν ἦτο προσβλητικὴ πρὸς τὸν βουλευτήν; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅστις ὤφειλε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ, εἶχε δικαίωμα νὰ ὑβρίσῃ τὸν βουλευτήν; Τὸ τοιοῦτον εἶναι τρόπος συζητήσεως, εἰσαχθεὶς κατὰ παρελθοῦσαν Σύνοδον ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νῦν δὲ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅστις καὶ τότε ἀνευλαβῶς ὡμίλησε πρὸς ἀξιότιμον συνάδελφον. Ἐὰν λοιπὸν μηκύνωνται αἱ συζητήσεις καὶ παρατείνωνται, πρέπει οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι αὐτοί εἰσιν αἴτιοι, καὶ ζητοῦμεν παρ’ αὐτῶν, ὁσάκις ἀπαντῶσιν εἰς ἐπερωτήσεις, νὰ δίδωσι πληροφορίας εὐλαβῶς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνουσιν ἐπερωτήσεις.
§34ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Διοικητὴς τοῦ Τάγματος μετὰ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁμιλίαν τῆς σήμερον ἐκάλεσε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοῖς εἶπεν: αὐτὸν τὸν στρατιώτην νὰ τὸν βάλουν εἰς τὰ γυμνάσια. Τῷ εἶπον, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς τρελλός. Βάλλετέ τον ὅπως εἶναι, εἶπε. Μὰ τῷ ἀπήντησαν, πρόκειται νὰ παίξωμεν τῆς κοῦκλες; Βάλλετέ τον νὰ φαίνεται ὅτι κἄτι κάμνει. Ἀναφέρω δὲ τοῦτο διὰ νὰ συμπεράνητε τί συμβαίνει.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ μόνος λόγος, ὅστις μὲ ἠνάγκασε νὰ ἔλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶναι αἱ ὀλίγαι λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, σχετικῶς πρὸς τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον οἱ βουλευταὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν πρὸς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τῆς ἀρνήσεως τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸν στρατὸν ἔδωκεν αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔκτοτε ἐπεζήτησε καὶ ἐξακολουθεῖ ἐπιδιώκων, ὅπως παραλύσῃ ἡ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ. Τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς, τὸ σύστημα τῶν παραχωρήσεων εἰς τοὺς φίλους καὶ τῶν καταδιώξεων εἰς τοὺς ἀντιπάλους, εἰσήγαγεν ἤδη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ κατόπιν τῆς τοιαύτης τάσεως αὐτοῦ, ἀπαιτεῖ σεβασμὸν πρὸς τὸν στρατὸν ἐκ μέρους Βουλευτοῦ ἀδικουμένου εἰς τὸ πρόσωπον στρατιώτου συμπολίτου του, ἀφοῦ αὐτὸς πρῶτος ἀναιρεῖ καθ’ ἑκάστην διὰ τῆς διοικήσεώς του καὶ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐνεργεῖ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν στρατόν! Ἐπὶ τῆς προκειμένης δὲ ὑποθέσεως ἐνήργησεν οὐχὶ δι’ ἐγγράφων, ἀλλὰ διὰ σημειώσεων τοῦ ὑγειονομικοῦ τμήματος καὶ διὰ προφορικῶν πληροφοριῶν. Οὕτως ἐνεργήσας κατέστησε τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν προσωπικὴν, καὶ οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει ὅτι τὴν θέλησίν του δὲν θέλει νὰ μεταβάλῃ εἰς Νόμον. Οὕτω πως διοικουμένου τοῦ στρατοῦ, δύναται νὰ ὑπάρχῃ πειθαρχία; Ἡ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δυσπιστία μου εἶναι πλήρης, διότι ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν ἐνασκεῖ τοιαύτην πίεσιν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, ὥστε ἀναγκάζει αὐτὰς ν’ ἀποσύρωσιν ἐπισήμως τὰς ἐκθέσεις των. Ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπηρώτησα τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐνταῦθα φρουρᾶς ὑπέβαλεν ἔκθεσιν περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, ἀπήντησεν ὅτι τοιαύτη ἔκθεσις δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἶπε τότε τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐξηνάγκασε τὸν ὑποβαλόντα τὴν ἔκθεσιν νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§38Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ κ. Ῥοῦφος, πρώην συνάδελφός σας.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς τὸ πιστεύετε!
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ τοιοῦτον εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· ἐγὼ ἔκτοτε ἐπίστευον ὅτι ὁ κ. Σαπουντζάκης ὑπέβαλε τοιαύτην ἔκθεσιν.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θαυμάζω ὅτι ὑμεῖς τὸ ἐπιστεύσατε καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνετε.
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε δίκαιον νὰ ἀπαιτῆτε νὰ μὴ πιστεύω ἐγὼ, ὅταν σεῖς ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ μακαρίτου Κουμουνδούρου εἴχετε ἐπὶ τοσοῦτον ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ὥστε ν’ ἀποδώσητε εἰς ἐμὲ ὅτι ἐν γνώσει ἐξέθετον τὰ ἐνδύματα τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Τελωνείου καὶ εἰς τὴν βροχὴν νὰ ἀποδείξω ὅτι αἱ προμήθειαί σας δὲν ἦσαν καλαί!
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον τοῦτο. Ὅ,τι εἶπον, ὡς ρηθὲν ἐν τῇ Βουλῇ, εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§44Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὑπάρχουσι (θόρυβος) τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ταῦτα σεῖς καὶ οἱ φίλοι σας ἐλέγετε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ἐξηγμένους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀπεκαλέσατε ψευδεῖς, καὶ σᾶς εἶπον τότε ὅτι βλασφημεῖτε. Συμπεραίνων λέγω ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, παραλύει τὴν πειθαρχίαν καὶ καθιστᾷ τὴν ὑπηρεσίαν προσωπικὴν διὰ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν παρὰ τοὺς νόμους καὶ τοὺς κανονισμοὺς αὐτῆς ἐνασκεῖ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, ἐξαναγκάζων αὐτὰς μέχρι τοῦ βαθμοῦ νὰ ἀποσύρωσι καὶ τὰς ἐκ τῶν καθηκόντων των ὑποβαλλομένας τῷ Ὑπουργείῳ ἐκθέσεις, ὁσάκις αὗται ἀντιστρατεύονται πρὸς τὸ στρατιωτικὸν σύστημα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις σχετικῶ πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὄχι τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἀφορῶν πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ. Ὅτι σήμερον ἐν ὅλῃ τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχει πλήρης ἀναρχία, περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, διότι δύνασθε νὰ ἐξετάσητε ὁποιονδήποτε ἐκ τῶν ἀρχηγῶν, ὁποιονδήποτε ἐκ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, ὁποιονδήποτε ἐκ τῶν Διοικητῶν τῶν Ταγμάτων, καὶ θέλετε ἀκούσει αὐτῶν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ φωνῇ νὰ καταδικάζωσι τὸ σύστημα τῆς θητείας· οὐδεὶς δὲ ἔσχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἐνθυμοῦμαι μίαν περίστασιν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ νομίζω κατὰ τὸ 1854 ὅτε ὁ μακαρίτης καὶ ἀοίδιμος στρατηγὸς Καλλέργης ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ δὲ μακαρίτης Πασχάλης Διοικητὴς Τάγματος ἐνταῦθα, ὁ δὲ νῦν στρατηγὸς καὶ τότε λοχαγὸς καὶ συγγενής μου κύριος Πετιμεζᾶς ἦτον ὑπασπιστὴς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δὲν ἠξεύρω πόθεν μία σύστασις ἐδόθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως χορηγηθῇ ἄδεια εἰς λοχίαν τινὰ, καὶ ὁ Καλλέργης διέταξε τὸν ὑπασπιστήν του νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Τάγμα καὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Διοικητὴν ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν λοχίαν ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν ἄδειαν. Ὁ μακαρίτης Πασχάλης ἐγύμναζε τὸ Τάγμα εἰς τὴν πλατείαν τοῦ Λουδοβίκου, νῦν δὲ τῆς Ἐλευθερίας· ὅτε ἔφθασεν ὁ ὑπασπιστὴς καὶ εἶπεν ὅτι διετάχθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ τῷ εἴπῃ νὰ δώσῃ ἄδειαν εἰς τὸν λοχίαν, ὁ Διοικητὴς τοῦ Τάγματος λέγει ἀμέσως εἰς τὸν Ὑποδιοικητὴν: ὁδήγησον ἀμέσως τὸ Τάγμα εἰς τὸν Στρατῶνα καὶ ἀμέσως, τοῦτο ἐγένετο, ὁ δὲ Πασχάλης παρουσιάσθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ τῷ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἦμαι Διοικητὴς Τάγματος, καὶ νὰ μὲ ἀντικαταστήσητε, διότι ἐφ’ ὅσον ἄλλοι διευθύνουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τάγματός μου, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι Διοικητὴς αὐτοῦ. Ὁ μακαρίτης Καλλέργης εἶπεν εἰς αὐτὸν «ἦτον ἀστεῖον, πήγαινε εἰς τὴ δουλιά σου». Οὕτω ἐνόουν τότε τὴν πειθαρχίαν καὶ ὄχι ὅπως σήμερον νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Σωμάτων καὶ νὰ τοὺς διατάττωμεν κατὰ τὰς ὀρέξεις μας. Ἀπαιτεῖται σιδηρᾶ πειθαρχία εἰς τὸν στρατὸν· ὅταν δὲ ἡ ὑπηρεσία διευθύνεται ὅπως διευθύνεται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τότε σᾶς λέγω ὅτι οὔτε εἴχατε οὔτε θὰ ἔχετε ποτὲ στρατὸν, καὶ μάτην δαπανῶνται τὰ 20 ἑκατομμύρια, ὅταν ὁ στρατὸς ὑπηρετῇ τὰς ἰδιοτροπίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἔλαβον ἓν τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν μου καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ὀφείλω νὰ τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν· δὲν πιστεύω νὰ σᾶς ἀνεκοίνωσα ποτὲ τοιαῦτα πράγματα. Ἀκούσατε, κύριοι, παρακαλῶ καὶ μὴ ἐνοχλῆσθε· διότι ὅταν εἰς ἕνα τόπον βλέπετε ὅτι πάσχουν οἱ συμπολῖταί σας, νὰ ἠξεύρετε, ὅτι θὰ τὸ περιμένετε καὶ σεῖς. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει)· «Καλάβρυτα, τῇ 2 Νοεμβρίου 1883. Σωτήριον Πετιμεζᾶν, βουλευτὴν Καλαβρύτων Ἀθήνας. Ταγματάρχης Δουμπιώτης εἰσέβαλεν Ἐπαρχίαν Καλαβρύτων μὲ στρατὸν Ἰμβραὴμ πασᾶ, ἐν χωρίῳ Καρούσι ἐφόνευσαν ἕνα χοῖρον τοῦ Παπαδοπούλου, 30 ὄρνιθας Ἀνδριοπούλου, Κωστούλια, Γεντέκη, Πολυζώη ἔχυσαν ὅσον ἠθέλησαν οἶνον, κριθὴν, ἔδειραν γυναῖκας, ἀνηκούστους ὠμότητας, προξενήσαντες ζημίαν δραχμῶν 100. Δεμέστιχα ἔδειραν ἀσπλάχνως τὸν Ἡλιόπουλον, προξενήσαντες ζημίαν δραχμῶν 30· Κάτω Βλασία ἔσφαξαν τρία αἰγίδια Βλάση Παπαδοπούλου καὶ εἰς ἄρτον καὶ οἶνον ζημίαν δραχμῶν 50. Ἔλαβον μαζῆ των ὁλόκληρον τὸ ποίμνιόν του, ὅπερ μετέφερον εἰς Γουμένιτζαν κατακρατοῦντες 60 πρόβατα. Μάνεσι, λαβόντες δήμαρχον κατέλαβον οἰκίας Παπατζουδαίων, Μανταίων, Τζαούση, ἔμειναν 2 ἡμέρας ζημιώσαντες αὐτοὺς δραχμὰς 200. Ἔδειραν Μανταίους, ἐπλήρωσαν καὶ δραχμὰς 200 δημάρχου. Ἀσάνη, ἔδειραν ἀνηλεῶς Λιαρομμάτην, Ἀναστασόπουλον, Κούλιαν, Καραπάνον, Σκούραν, κρεμάσαντες ὅλους, ἀπέβαλε γυνὴ Λιαρομμάτη, ζημιώσαντες μετὰ ἵππων αὐτοὺς, ὄρνιθας δραχμὰς 150. Τρεκλήστρα ἀφήρεσαν Νικολοπούλου 5 αἶγας, 70 δραχμὰς, σφάξαντες 2 τράγους ἔδειραν αὐτόν. Λαπάτα ἀφήρεσαν 15 πρόβατα, 4 κουδούνια Μπουνουτᾶ, ἔδειραν αὐτὸν καὶ τὸν υἱόν του Γεώργιον. Γουμένιτζα ἐκρέμασαν Σωτήριον Ροδάκινον, Παναγιωτέους, Τερζέους, κακώσεις, ὠμότητες ἐξακολουθοῦν. Προλάβετε, ἄλλως εὑρισκόμεθα εἰς ἀναπόφευκτον ἀνάγκην νὰ λάβωμεν τὰ ὅπλα εἰς χεῖρας. Αὔριον σπεῖρα μεταβαίνει εἰς Κούτελην.
Γ. ΝΙΚΑΣ.
Π. ΓΕΝΤΕΚΗΣ.
ΑΝ. ΤΖΟΥΔΑΣ.
Ν. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΟΟΣ.
ΒΛ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
Ἐγὼ, κύριοι, θέλω τὰ πράγματα νὰ λέγωνται εἰλικρινῶς καὶ τιμίως. Μονογράφω τὸ τηλεγράφημα καὶ τὸ παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἰδοὺ, κ. Πρόεδρε, λάβετέ το. (Τὸ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τὰς δημοτικὰς ἐξελέγη δημοτικὸς σύμβουλος Τριπόλεως εἷς τῶν Συμβολαιογράφων, κατὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου ἐγένετο εἰς τὸ Δικαστήριον ἔνστασις, ἀλλ’ αὐτὸ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔνστασιν ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν καὶ κατὰ συνέπειαν προσῆλθεν εἰς τὴν Νομαρχίαν, ἵνα δώσῃ τὸν ὅρκον· ὁ Νομάρχης ὅμως δὲν τὸν ἐδέχθη καὶ ἦλθεν ὁ ἐπιλαχὼν καὶ ἔδωκε τὸν ὅρκον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ περὶ τούτου καὶ καταθέσῃ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλοδαποὶ πολιτογραφόμενοι ἕνεκα εἰδικῶν περιστάσεων δι’ εἰδικοῦ νόμου, ὅπως λάβωσι τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου Ἕλληνος ὀφείλουσι νὰ δώσωσιν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ δημάρχου· ὑπάρχουσιν ὅμως περιπτώσεις καθ’ ἃς οἱ κύριοι οὗτοι δυσκολεύονται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον· διὰ τοῦτο προτείνω νομοσχέδιον, ὅπως οὗτοι οἱ πολιτογραφούμενοι εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἔλθωσιν εἰς Ἑλλάδα καὶ δώσωσι τὸν ὅρκον, δύνανται νὰ ὁρκίζωνται ἐνώπιον τοῦ προξένου. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ κηρύξῃ κατεπεῖγον. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καταθέτω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα παράρτημα).
§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι συμπολῖταί μου, ὅπως καὶ συμπολῖται τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Σωτηρίου Πετιμεζᾶ, ἀπεπλάνησαν αὐτόν. Δὲν γνωρίζω προσωπικῶς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ μεταβατικοῦ κύριον Δουμπιώτην· ἐν Πάτραις ἤκουσα, ὅτι εἶναι εἷς τῶν μᾶλλον διακεκριμένων καὶ τῶν μᾶλλον ἐντίμων στρατιωτικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἐπαρχία τῶν Πατρῶν — διότι κατοικῶ εἰς Πάτρας καὶ ἐκεῖ ἐνασκῶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου — ὅπως καὶ ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ἔχει πολλοὺς φυγοδίκους καὶ ζωοκλόπους.
§52ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Περὶ τούτων θὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ.
§53ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω καὶ ἐγώ. Ἐστάλησαν λοιπὸν μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, ἵνα καταστείλωσι τὴν φυγοδικίαν καὶ ζωοκλοπὴν, καὶ ὄντως εἰς τὰς δύω ἐπαρχίας κατεστάλη καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς καὶ ἡ φυγοδικία.
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν....
§55ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρὸ ὀκτὼ μηνῶν εἶχε μεταβῆ ἕτερος ἀξιωματικός, ὁ κ. Καραβίδας, συνέπεσε δὲ νὰ μεταβῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν καὶ ἀντιληφθῶ ἰδίαις αἰσθήσεσι καὶ εἶδον, ὅτι ὁ κ. Καραβίδας ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του· ἐνῷ δὲ ἐγὼ αὐτὸς παραπλανηθεὶς ἐξ ἄλλων εἰσηγήσεων, ἔγραψα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατ’ αὐτοῦ, ὕστερον ἠναγκάσθην νὰ γράψω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ νὰ τὸν ἐπαινέσω, ὅτε ἔμαθον τὴν ἀλήθειαν. Τὸ γεγονὸς, ὅπερ ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ροῦφος, τὸ γνωρίζω. Ἠρχόμην ἀπὸ Καλάβρυτα εἰς Πάτρας καὶ εἰς τὸ Πανδοχεῖον τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου παρεπονοῦντο οἱ κρεοπῶλαι ἀδελφοὶ Γαλάναι, ὅτι οἱ Πολυδωρόπουλοι τοὺς ἔκλεψαν ζῷα. Διὰ τοῦτο μετέβη τὸ ἀπόσπασμα ἐκεῖ εἰς τὴν οἰκίαν τῶν Πολυδωροπούλων καὶ κατέσχε τὰ κλοπιμαῖα ζῷα. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖοι παραπονοῦνται διὰ τοῦ κυρίου Ρούφου.
§56ΡΟΥΦΟΣ. Ὑπῆρχε δικαστικὸν ἔνταλμα; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Εἰσαγγελίας νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ὅλα τῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρανομιῶν, ἐπικαλοῦμαι δὲ μάρτυρα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἔγραψα ἰδιαιτέρως, ὅτι δὲν εἶναι κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ὁ τόπος καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, διότι ἂν τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα συνοδεύῃ ἀνακριτὴς, δὲν θὰ τολμήσωσι νὰ κάμωσι παρεμβάσεις.
§57ΦΩΤΗΛΑΣ. Οἱ ἀδελφοὶ Γαλαναῖοι εὐχαρίστησαν δι’ ἐγγράφου των τὸ ἀπόσπασμα, δημοσιευθέντος εἰς τὰς ἐφημερίδας Πατρῶν.
§58ΡΟΥΦΟΣ. Θέλει πληροφορηθῆ περὶ τούτου ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅταν θὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ ἔγγραφα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς παραιτήσεως μελῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Ροῦφος ἔχει τὸν λόγον.
§60Γ. ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§61ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀνέβην τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸ Ὑπουργεῖον ἐναντίον ὅσων εἶπεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἵνα ἀποκαθάρω τὴν πολιτικὴν ἀτμόσφαιραν ἀπὸ τοῦ ῥύπου τῶν ὅσων ἠκούσατε, καὶ τὴν ψυχὴν ἡμῶν ν’ ἀπαλλάξω τοῦ αἰσθήματος, ὅπερ πάντες βεβαίως ᾐσθάνθητε. Καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ᾐσθάνθη, ἀντὶ τοῦ αἰσθήματος ἡμῶν τῶν ἄλλων, λύπην ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ἂς χρησιμεύσῃ τὸ αἴσθημα τοῦτο καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ μεταμέλεια καὶ δι’ αὐτὸν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους πολιτευομένους ὡς πεῖρα πικρὰ, διδάσκουσα αὐτοὺς ὅπως ἐκτιμῶσι πρότερον κατ’ ἄλλο μέτρον, ὅσους καλοῦσιν, ἵνα συνεργασθῶσι μετ’ αὐτῶν. Ἀνέμενα—καὶ ἐχάρην ἰδὼν τὸν φόβον μου ψευσθέντα—ἀνέμενα νὰ ἴδω μήπως τις ἐκ τῶν ἐγκρίτων ἀνδρῶν τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς ἀριστερᾶς, υἱοθετήσῃ καὶ ἄπωθεν τὴν κατάκριτον πολεμικὴν ἐκείνου, καὶ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ὅσων εἶπεν, ὅτι συνέβησαν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν πρώην συναδέλφων του. Εὐτυχῶς δὲν ἐγένετο τοῦτο, καὶ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι οὐδὲ γενήσεται, καὶ ὅτι τὰ ῥηθέντα θέλουσι μείνει ἔργον ἔκθετον ἑνὸς μόνου. Ἀκούων τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν, ἐνόμιζον ὅτι ἔβλεπόν τινα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες, ὑπὸ τὸ κράτος τυφλοῦ πάθους ἢ μέθης, πλήττουσιν ἑαυτοὺς δι’ ἐγχειριδίου, ἵνα ἐκδικηθῶσιν ἄλλους. Εἶναι θηρία τινὰ ἐν τῇ ὀργῇ αὑτῶν δάκνοντα τὰς ἰδίας σάρκας, καὶ λέγουσιν, ὅτι οἱ Δερβίσαι ἐν τῷ οἴστρῳ τοῦ φανατισμοῦ τραυματίζουσι τὸ ἴδιον αὑτῶν σῶμα. Οὕτως ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, θέλων νὰ ἐκδικηθῇ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπήγγειλεν αὐτὸς καθ’ ἑαυτοῦ κατηγορητήριον πλῆρες, ἀλλ’ ὀδυνηρὸν καὶ κατάκριτον. Καὶ ὅταν ἄλλος τις ἔλεγεν, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς φαινόμενον τὸ νὰ παρίσταται Ὑπουργὸς κατηγορῶν τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ ἔκπληξιν μᾶλλον διὰ τὸ ἔτι πρωτοφανέστερον, ὅτι εὑρίσκεται Ὑπουργὸς κατηγορῶν αὐτὸς ἑαυτὸν, ἵνα δῆθεν ἐκδικηθῇ τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ. Δὲν θέλω ν’ ἀναπτύξω ὅσα ὁ Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἶπε, διότι τὰ μὲν πλεῖστα εἶναι ἄσημα, ἢ ἔχουσι τοῦτο μόνον τὸ ἠθικὸν δι’ αὐτὸν βάρος, ὅτι δὲν ἐδειλίασε νὰ εἴπῃ τοιαῦτα πράγματα, καὶ ὅτι δὲν ἐδειλίασε καὶ ἐνώπιον ἡμῶν νὰ εἴπῃ αὐτὰ, δι’ ἓν δὲ, διὰ τὸ ἔλλειμμα δηλονότι, ὅπερ ἡ διαχείρισις τοῦ ἀρχιφροντιστοῦ Γεωργαντᾶ παρουσίασε καὶ ὅπερ ἔταξεν ὡς βάσιν τῆς ἀπολογίας αὑτοῦ, δι’ αὐτὸ εὑρέθην ἐνώπιον πολλῶν ἀποριῶν, πασῶν κατ’ αὐτοῦ στρεφομένων. Πῶς, ἀφοῦ ἀνεκάλυψεν αὐτὸ δὲν ἐξηγεῖ διατί δὲν ἔφερεν αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ πῶς κατηγορεῖ τὸν Πρωθυπουργὸν ὅτι αὐτὸς δὲν τὸ ἔφερε; Σᾶς εἶπεν, ὅτι παρέμεινεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐσυκοφάντει, ὡς κατηγόρησαν αὐτὸν—καὶ τίς κατηγόρησεν αὐτοῦ καὶ πότε μέχρι τοῦδε—ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, ἐρωτῶ, δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ αὐτὸς τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἰδιαιτέρου αὑτοῦ, ὡς εἶπε, λογιστικοῦ ἐπείσθη περὶ τοῦ ἐλλείμματος; Μὴ τάχα ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκδώσῃ πρότερον τὴν ἀπόφασίν του, καὶ μὴ δὲν ἠδύνατο συγχρόνως νὰ κάμῃ ἀμφότερα; Δὲν ἐχρειάζετο ἄλλο, ἤρκει νὰ πέμψῃ μίαν διαταγὴν πρὸς τὸν Βασιλικὸν Ἐπίτροπον τοῦ Ναυτοδικείου, παραγγέλλων αὐτῷ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐχρειάζετο καιρός τις πρὸς τοῦτο, δὲν εἶχεν αὐτὸν ἀφ’ ἧς ἐβεβαιώθη τὴν ὕπαρξιν ἐλλείμματος μέχρις ὅτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη; Ἀλλ’ ἂν ἐχρειάζετο καιρὸς, θὰ τὸ κρίνετε σεῖς οἱ γνωρίζοντες τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ θὰ σκεφθῆτε, ἂν δὲν ἤρκει ἓν ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ καὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς συναπτόμενον εἰς ἁπλῆν διαταγὴν, ὅπως δώσῃ ὤθησιν εἰς τὴν ποινικὴν ἀγωγήν. Εἶπεν ἡμῖν, ὅτι παρεκώλυσε τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ὁ Πρωθυπουργός; Εἶπεν, ὅτι ἐζήτησέ τις νὰ παρελκύσῃ ἢ νὰ συγκαλύψῃ τὸ πρᾶγμα; ὄχι! Λοιπὸν τίνα ἀξίαν ἔχει διὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ἂν εἷς ὑπάλληλος, ὁποιασδήποτε ἔχων σχέσεις μεθ’ οἱωνδήποτε φίλων τῆς δεξιᾶς, ὑπάλληλος ἀρχαῖος, διὰ διαχείρισιν προγενεστέραν, ἄγνωστον τοῖς Ὑπουργοῖς, εὑρέθη ἐλλειμματίας; Καὶ τίς ἐνεπιστεύθη εἰς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων ἐκείνων; Μὴ ὁ Πρωθυπουργός; Μὴ κἂν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις; οὐδαμῶς· ἀλλὰ τὸ προηγούμενον Ὑπουργεῖον.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Αὐτὸ μᾶς ἔλιπε, νὰ μᾶς φέρητε κατηγορητήριον καὶ διὰ τοῦτο.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ...
§64ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ κατηγορήσω, τοῦτο λέγων, οὐδένα, καὶ οὐδὲ τὸ πρώην Ὑπουργεῖον· διότι ἀνώτερος ὑπάλληλος πεντήκοντα ἔτη ὑπηρετῶν, ὡς ὁ ἀρχιφροντιστὴς Γεωργαντᾶς, καὶ ὑπὸ πάντων πάντοτε σεβασθεὶς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἦτο ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης καὶ παρὰ τὸ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἐνόουν ν’ ἀποκρούσω τὴν μορφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτησεν ὁ Βουλευτὴς Πατρῶν νὰ ρίψῃ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ καταχρήσει τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, καὶ νὰ δείξω, ὅτι οὔτ’ ἐλαχίστη, οὐδὲ σκιὰ εὐθύνης δύναται νὰ ριφθῇ. Ὅθεν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διαμαρτυρηθῆτε. Ἀλλὰ θὰ ἠκούσατε τὸν πρώην Ὑπουργὸν καὶ εἰς ἄλλο θέμα, θέλοντα νὰ κατηγορήσῃ τοὺς πρώην συναδέλφους αὐτοῦ, καὶ κατηγοροῦντα ἑαυτὸν μόνον. Θὰ ἠκούσατε, ὅτι ἀνεκάλυψεν ἐν ταῖς καταστάσεσι τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων, ταῖς στελλομέναις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καταχρήσεις κατὰ τὴν θεώρησιν, ὅτι αὐτὸς καλῇ τῇ πίστει ὑπέγραφε τὰς καταστάσεις αὐτὰς καὶ ὅτι ἀνεκάλυψε τοῦτο κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1882. Τί ἐσήμαινε τοῦτο; Καὶ πῶς, ἀφοῦ ἀνεκάλυψας κατάχρησιν καὶ ἔκτοτε ἔμεινες Ὑπουργὸς ἐπὶ ἓν ἔτι ἔτος, οὐδὲν ἐνήργησες; Διατί δὲν κατήγγειλας τοὺς καταχρηστὰς, τοὺς ἀπατῶντας τὸν ὑπουργόν; Διατί δὲν ἐξεπλήρωσας τὸ σὸν χρέος κατὰ τῶν ἐξαπατησάντων καὶ σὲ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν; Τίς παρεκώλυέ σε νὰ πράξῃς τοῦτο; οὐδείς. Καὶ ὅμως προσέρχεσαι κατήγορος. Προσέθηκεν ὅτι διὰ τὴν πληθὺν τῶν ἐργατῶν τοῦ Ναυστάθμου, ἡ ὑπηρεσία ἐξαντλήσασα τὸ ποσὸν τὸ δι’ αὐτοὺς ὡρισμένον, ἐπλήρωνεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῶν πληρωμάτων, καὶ αἴφνης εὑρέθη κατὰ Δεκέμβριον π. ε. ἐξηντλημμένη ἡ πίστωσις τῶν πληρωμάτων, καὶ οἱ ναῦται ἄνευ μισθοῦ· ταῦτα δὲ διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου, μὴ ἀκούων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐκείνων, ὅσοι θέλοντες νὰ μορφώσωσιν ἐπιῤῥοὴν ἔγραφον αὐτῷ νὰ προσλαμβάνῃ ἡμερομισθίους ἐργάτας ἐκ Σαλαμῖνος ἢ Μεγάρων, προσέλαβε πολλοὺς καὶ ηὔξησε τὰς δαπάνας πέραν τῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ κεχορηγημένης πιστώσεως. Καὶ τὴν δεινὴν κατάχρησιν ἀνεκάλυψε κατὰ Δεκέμβριον π. ε. καὶ παρητήθη κατὰ Ἰούλιον ε. ε. Λοιπὸν ἔμεινες ἀδρανὴς, ἀνακαλύψας τὴν κατάχρησιν; Δὲν ἐτιμώρεις τὸν Διευθυντήν; Δὲν κατεδίωκες τὴν πρᾶξιν; Οὐδὲν ἔπραξε καὶ οὐδὲ κἂν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀνήγγειλε ταῦτα εἰς τοὺς συναδέλφους του καὶ αὐτοὶ τῷ ἠρνήθησαν συνδρομήν. Οὐδὲ τοῦτο εἶπε. Δὲν εἶπεν ὅτι τῷ ἐπεβάλλετο νὰ ὑποκύπτῃ εἰς ἔξωθεν ἐνεργείας. Δὲν εἶπεν κἂν ὅτι τὸ κατήγγειλεν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐγνώριζε τὸ γεγονὸς, οὐδόλως ἐξηγεῖ τὴν γεννωμένην ἀπορίαν περὶ τῆς ἀπραξίας αὐτοῦ καὶ τὴν ἐρώτησιν, διατί λοιπὸν δὲν παρῃτήθη τότε; καὶ διατί δὲν ἔσπευσε τότε νὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ τὸ ἀναγγείλῃ εἰς ἡμᾶς; Διατί λοιπὸν λέγει ἤδη ταῦτα; διὰ νὰ κατηγορήσῃ τὸν Πρωθυπουργόν; Πῶς ὅμως; Οὐδ’ ὁ ἴδιος ἐνόησε νὰ διεξέλθῃ τὴν ἀπορίαν. Καὶ δὲν ἐνόησεν, ὅτι ἐν ἑκάστῳ τούτων παρίστα ἑαυτὸν πρωταγωνιστοῦντα καλυπτὴν τῶν ἀνακαλυπτομένων καταχρήσεων. Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου —τὸ ἐπανέλαβε δὶς καὶ τρὶς—αἱ σχέσεις του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον εἶχον διακοπῆ, καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον συνάφεια συναδέλφων μετ’ αὐτοῦ, καὶ ὅμως παρέμεινεν, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς συκοφάντης, ἀλλὰ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἐγνώριζε τότε καλῶς. Καὶ ὑπὸ τίνος ἠδύνατο νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα αὐτό; Ἄν τοῦτο ἐφοβεῖτο, δὲν εἶχε τὸ λόγιον τοῦτο «Ὄλυμπον ἄλλον», ἀφ’ οὗ νὰ βάλῃ κεραυνοὺς κατὰ τοῦ καλύψοντος αὐτό; Δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ, ἂν ἀπεπειρᾶτό τις νὰ καλύψῃ αὐτὸ, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, καὶ νὰ συντρίψῃ τότε ἀληθῶς πάντα, ὅστις ἤθελεν ἀποπειραθῆ τὴν συγκάλυψιν; Ἐνεθυμήθην καὶ ἄλλο. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ καταχρασθῇ τῆς ἁγνότητος αὐτοῦ καὶ τῷ ἔστειλε σημείωσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅτι ἐξεκαθαρίσθησαν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Σπάρταλη, καὶ αὐτὸς κατεχώρισεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ κονδύλιον· ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ἀνεκάλυψε τὴν ἀπάτην. Δὲν ἤθελε διὰ τούτων ν’ ἀπολογηθῇ, ἀλλὰ νὰ κατηγορήσῃ. Δὲν ὑπερασπίζω ἄλλους, κατηγορῶ αὐτόν. Ἐπὶ ἁπλῇ σημειώσει, ἄνευ ἐγγράφου, ἄνευ δικαιολογητικῶν, ἄνευ λογαρισμοῦ, πῶς ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν 500 χιλιάδων δραχμῶν ὡς ὀφειλόμενον εἰς τὸν Σπάρταλην καὶ πληρωτέον; Ἦτο τόσον ἀμαθής; Καὶ δὲν ἐφώτιζεν αὐτὸν ὁ ἰδιαίτερος λογιστικός του; Καὶ πῶς δὲν ἦτο τόσον ἁπλοῦς, ὅταν ἐζήτει, ὡς εἶπε, παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ συνυπογράψῃ τὴν διαταγὴν, δι’ ἧς ἐστέλλετο ἡ ναυτικὴ ἐπιτροπὴ εἰς Εὐρώπην πρὸς προμήθειαν πλοίων; Ἀλλ’ ἔστω, ἐπίστευσε τότε. Ὅμως ἐλθὼν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδὼν τὴν ἀπάτην, πῶς δὲν ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ καὶ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδειξε πρὸς αὐτὸν ἄνανδρον ἀπάτην καὶ πρέπει ν’ ἀποβληθῇ; Πῶς δὲν ἀπεσύρετο αὐτὸς τότε ἀμέσως καὶ δὲν ἤρχετο ἐδῶ νὰ καταγγείλῃ τὴν ἀπάτην καὶ νὰ εὕρῃ τὴν Βουλὴν ὁμόφωνον βοηθὸν αὐτοῦ καὶ τιμωρὸν τοῦ ἀπαταιῶνος; Πῶς ἔρχεσαι ἤδη μετὰ ἓν ἔτος, ἀφοῦ παρέμεινας ἓν ἔτος ἔκτοτε, καὶ λέγεις ταῦτα καὶ θέλεις νὰ γείνῃς πιστευτός; Δὲν ἔπραξες ὅ,τι ὤφειλες, δὲν κατήγγειλες τὰς πράξεις ἐν ἀρχῇ τῆς Ὑπουργίας σου καὶ μετὰ ἓν ἔτος, καὶ μετὰ τὴν ῥῆξιν, καὶ μεθ’ ὅσα συνέβησαν, πῶς ἔρχεσαι σήμερον νὰ εἴπῃς πρὸς ἡμᾶς ταῦτα πάντα; (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§66ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§69ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἡμεῖς θ’ ἀποχωρήσωμεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη (θόρυβος).
§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴχατε δικαίωμα νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δι’ ἀναστάσεως τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δὲν τὸ παρεδέχθη (θόρυβος).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠδύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν προεκαλέσατε συζήτησιν, διότι οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην, θὰ ἔφερον τοὺς λόγους των ἐπ’ αὐτοῦ.
§76ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια χωρὶς νὰ προκαλέσητε συζήτησιν ἐπὶ τῆς παρεμπιπτούσης προτάσεως, ἡμεῖς δηλοῦμεν ὅτι θ’ ἀποχωρήσωμεν ἐν σώματι.
§77ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετε μίαν λέξιν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀφήσῃ τὰ ἀκροατήρια.
§78ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ ὁποία σήμερον κατήντησεν· ὅ,τι δήποτε εἴπῃ τις ἀντηχοῦσιν ἀπὸ τῶν ἀκροατηρίων ἀκράτητα χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα. Αὔριον θ’ ἀκούσητε «μπὶζ» καὶ μεθαύριον «γιούχα». Πρέπει νὰ κενωθῶσι τ’ ἀκροατήρια.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος;
§80ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον, κύριε Πρόεδρε, ζητεῖτε νὰ κενώσητε τ’ ἀκροατήρια; Οἱ ἀκροαταὶ πρέπει νὰ μείνωσι· διότι, ἐὰν τ’ ἀκροατήρια ἔκαμόν τι, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀπαιτουμένην εὐπρέπειαν αὐτῶν, δὲν πταίει οὐδεὶς ἄλλος ἢ τὸ Προεδρεῖον. Κατ’ ἐπανάληψιν παρετηρήσαμεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δίδει ρουσφετολογικῶς τὰ εἰσιτήρια καὶ εἰσέρχονται εἰς τὰ θεωρεῖα τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἐπιτρέπει νὰ κάθηνται εἰς τὰ θεωρεῖα τῶν πρώην βουλευτῶν ἄνθρωποι, οἵτινες οὐδέποτε ὑπῆρξαν βουλευταί, προχθὲς ἔτι ἔντιμος κύριος πρώην βουλευτὴς εἶπεν ὅτι ἔγεινε ρῆξις ἐν τῷ θεωρείῳ αὐτῷ μεταξὺ τῶν ἀκροατῶν. Καὶ τί πταίουν οἱ ἀκροαταί, οἵτινες ἔρχονται ἡσύχως ν’ ἀκροασθῶσιν, ὅταν οἱ ἐγκάθετοι τοῦ Προεδρείου ποδοκροτοῦσι; Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὶν ὅταν κατῆλθε τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν, τὰ μίσθαρνα ὄργανα ἐποδοκρότουν. Μᾶλλον λοιπὸν τὸν κύριον Πρόεδρον, τὸν τακτικόν, πρέπει νὰ ἐπιπλήξητε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὰ θεωρεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε, δὲν προῆλθε καμμία ἀταξία.
§82ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν ἔγεινε ταραχή· σᾶς ἐρωτῶ ἐὰν ἦναι οἱ ἐν τῷ θεωρείῳ τῶν πρώην βουλευτῶν πρώην βουλευταὶ ἢ ὄχι. Ἀπαντήσατε ὡς τίμιος ἄνθρωπος.
§83ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὁμολογουμένως ὁ πατὴρ τῶν χειροκροτημάτων, ὁ πρῶτος διοργανωτὴς, εἶναι ὁ νῦν Πρωθυπουργός. Ἐνθυμεῖσθε ποίαν ταραχὴν ἔφερον κατὰ τὰ 1879 τὰ ἀκροατήρια εἰς τὰς συζητήσεις ἡμῶν· προχθὲς δὲ, ὅτε ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ εἴπομεν ὅτι τὰ ἀκροατήρια γέμουσιν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα στρατιωτικῶν μετημφιεσμένων, τί κατωρθώσαμεν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἐζήτησε τὴν τιμωρίαν ἐκείνων, οἵτινες κατεμηνύθησαν ὀνομαστὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ; Ἔκαμεν ἀνακρίσεις, ἐξήτασε τὰ πράγματα; Λοιπὸν ἐὰν τὸ Προεδρεῖον δὲν ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του εἴτε ἐξ ἰδίας ἀσθενείας, εἴτε ἐκ στερήσεως αὐθυπαρξίας, ὢν δοριάλωτος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἦτο καὶ ἐπὶ τοῦ πρώην Προέδρου, ἀναμένων τὸ νεῦμα τῶν Ὑπουργῶν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως εἴδομεν πρὸ στιγμῆς ἀνεβοκαταιβαίνοντας τὸν κ. Πετρίτσην ἢ τὸν κ. Πήληκα, καὶ μεταδίδοντας τῷ Προεδρεύοντι τὰς διαταγὰς τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἐνόσῳ ἔχετε Προεδρεῖον ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ χορηγήσῃ ἡ Βουλὴ ἄδειαν διαλύσεως τῶν ἀκροατηρίων; Πῶς ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ διοικῇ τὰς συνεδριάσεις μας; Καὶ ποίαν ἀξίαν ἔχουσιν αἱ τοιαῦται συνεδριάσεις, ἀφοῦ κατήντησε τὸ Προεδρεῖον δοῦλον τῆς Κυβερνήσεως; Αἱ διαλύσεις διατάττονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἂς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος ἂν διέλυσέ ποτε συνεδρίασιν χωρὶς νὰ λάβῃ προηγουμένως τὴν ἰδιαιτέραν διαταγὴν ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν. Ἄν ἐβλέπομεν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον διαττάττει τὴν ἐκκένωσιν τῶν θεωρείων, μάλιστα· ἀλλὰ νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα, διότι τὸ θέλει ὁ κ. Τρικούπης, δὲν τὸ δεχόμεθα, διότι αἱ ἐπαρχίαι μας δὲν μᾶς ἔστειλαν ἵνα γείνωμεν δοῦλοι ἑνὸς ἀτόμου· διότι ἄτομον εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν ἔχῃ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, τὴν ἔχει ἀλλαχοῦ· ἐδῶ ἓν μόνον προνόμιον χορηγεῖ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ Σύνταγμα, νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, ὁσάκις θελήσωσι. Πολὺ περισσότερον δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συγκροτῶσι διὰ μισθοδοτουμένων ὀργάνων τὰ ἀκροατήρια, ἵνα φωνάζωσι μπράβο εἰς τὸν ὑπουργικὸν βουλευτὴν καὶ γιούχα εἰς τὸν ἀντιπολιτευόμενον. Ἀλλ’ ἴσως μοὶ εἴπωσιν οἱ Ὑπουργοί, ἀφοῦ ἡμεῖς ἔχομε θέσει ἐμμίσθους ἀνθρώπους εἰς τὰ θεωρεῖα, διατί νὰ ζητῶμεν τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων; Τὴν πονηρίαν σας τὴν ἐννοοῦμεν, διότι δὲν εἴμεθα τόσον εὐήθεις ὅσῳ μᾶς νομίζετε. Σεῖς δὲν θέλετε νὰ ἔχετε οὐδένα μάρτυρα, ἐνῷ ἡμεῖς μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας σας καὶ τὰς εἰσβολὰς τῶν ἀνθρώπω σας πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων τῶν θεωρείων κατορθοῦμεν νὰ ἔχωμεν τὸ ⅒ τοὐλάχιστον τῶν ἀκροατηρίων ἐξ ἀνθρώπων ἀμερολήπτων, οἱ ὁποῖοι ἀναχωροῦντες ἐντεῦθεν, θὰ εἴπωσιν εἰς τοὺς συνδημότας των τί ἐγένετο εἰς τὴν Βουλήν, ποῖαι αἱ ἀξιώσεις τῶν Πολιτευομένων καὶ ποῖαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ καλλίτερος μάρτυς εἶναι ὁ στενογράφος ἐκεῖ.
§85ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο προπαρασκευάζει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς διαταράξεως τῶν ἀκροατηρίων τὸ κλείσιμον αὐτῶν, διότι τοῦτο τῇ συμφέρει, ἀλλὰ δὲν συμφέρει καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι ἐνόσῳ τὸ Προεδρεῖον εἶνε ὑπὸ τὰ νεύματα τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόσῳ δὲν δώσει δείγματα ἀνεξαρτησίας, ἡμεῖς θ’ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν θεωρείων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν ἡμῶν, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Κωλέτης εἶχεν ἕνα Μπουζέλον, ὅστις συναθροίζων περὶ ἑαυτὸν παιδία παρηκολούθει εἰς τὸν περίπατον τὸν Βασιλέα καὶ ἐζητωκραύγαζεν· ἐν τούτοις ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Πρωθυπουργὸς ὑποστηρίζει διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου νὰ γίνεται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὅ,τι ἔπραττεν ὁ Μπουζέλος εἰς τὰς ἀγυιάς. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτε ἔστειλε τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐκκενώσῃ τὰ ἀκροατήρια, διέταξε νὰ κενωθῶσι τὰ κάτω θεωρεῖα, ἐνῷ ἡ φωνὴ τοῦ μπράβο δὲν ἐξήρχετο ἀπ’ ἐκεῖ· τὸ μπράβο ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ ἐπάνω θεωρεῖα, ἀπὸ τὰ μετέωρα, ὅπου ἐτοποθετήθησαν οἱ ἔμμισθοι τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀφοῦ ἡσύχασαν τὰ ἀκροατήρια, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ διαλύσωμεν τὴν φορὰν ταύτην.
§86ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Θὰ τελειώσῃς ἀπόψε;
§87ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, πρέπει πρῶτον νὰ διώξωμεν ἐντεῦθεν τοὺς ταραχοποιοὺς ἐξ ἡμῶν, τοὺς διαρκῶς διακόπτοντας.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Στεφανίδην.
§89ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τελείωνε τώρα.
§90ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν ὑποστηρίζω ὅτι τὰ ἀκροατήρια δὲν δύνανται νὰ διαλυθῶσι πρὶν ἢ τὸ Προεδρεῖον διὰ τῶν πράξεών του ἀποδείξῃ ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του αὐστηρῶς, καὶ ὅτι δὲν ὑπακούει εἰς τὰ νεύματα τῆς Κυβερνήσεως.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὰς ἀταξίας κατὰ τὰς συνεδριάσεις δὲν πιστεύω νὰ ἐνδιαφέρεται κανεὶς οὐδὲ πιστεύω ὅτι ἡ ἀταξία συμφέρει εἰς κἀνένα, οὔτε εἰς τὴν μίαν πτέρυγα οὔτε εἰς τὴν ἄλλην. Συζήτησις μὲ ἐπέμβασιν ἀκροατηρίων δὲν εἶναι συζήτησις· τοῦτο βεβαίως τὸ αἰσθάνονται ὅλοι, καὶ ἂν τυχὸν ἴσως ὄχι ὅλοι—ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ὅλοι—οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος· καὶ χαίρω ὅτι ἡ πρώτη φωνὴ ἐναντίον τῆς ἐπεμβάσεως τῶν ἀκροατηρίων ἦτο ἡ τοῦ συμπολίτου μου Κυρίου Ρώμα. Ἤλπιζον ὅτι τὴν φωνὴν ἐκείνην ἤθελον ἀκολουθήσει καὶ ἄλλαι, ἀλλ’ ἕως τώρα καὶ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερίδων ἐπεκράτησεν ἡ μεγαλειτέρα ἀνοχὴ, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι ἄλλο, εἰς τὰς ἀθεμίτους ἐπεμβάσεις τῶν ἀκροατηρίων εἰς τὰς συνεδριάσεις. Ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ὅτι αἱ ἀταξίαι προέρχονται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ροῦφος τὴν ἀγόρευσίν του ἐτελείωσεν ἐν μέσῳ τῆς μεγαλειτέρας σιγῆς· οὐδεὶς ἐκινήθη ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους λέγετε ὅτι πληρώνει ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ἦσαν ἐκεῖ χωροφύλακες, ἂν ἦσαν κλητῆρες μετημφιεσμένοι, δὲν ἤθελον ταράξει τὴν ἡσυχίαν, εἰς τὸν ἐκτεταμένον λόγον τοῦ κυρίου Ρούφου; Ἀπὸ πότε ἤρχισαν αἱ ταραχαὶ καὶ τὰ ποδοκροτήματα; ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Ποταμιάνος. Ἦτο λοιπὸν χωροφύλακες ἢ μετημφιεσμένοι κλητῆρες ἢ πληρωνόμενοι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότησαν ἢ ἐποδοκρότησαν; Δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν οὕτω πως εἰς τὰς συζητήσεις· αὐτὸ δὲν εἶνε ἀξιοπρέπεια τοῦ Βουλευτικοῦ σώματος καὶ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Τόπου. Θέλετε νὰ διώξητε τὰ ἀκροατήρια, διότι δὲν θέλετε μάρτυρας, μᾶς εἶπον. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν τὴν διαγωγήν σας αἱ Ἐπαρχίαι ἤθελον περιμένει νὰ μάθωσιν ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἤθελον δώσει οἱ θορυβοῦντες ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, καὶ χειροκροτοῦντες τὸν ἕνα καὶ ποδοκροτοῦντες τὸν ἄλλον! Ἐκεῖ εἶναι οἱ μάρτυρες, τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ὅσοι εἴδατε ἀκροατήρια ξένων Βουλευτηρίων, θὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ ἰδικόν μας εἶνε τὸ μᾶλλον ἐκτεταμένον· ἀλλ’ οἱ ἀκροαταὶ ἔρχονται ἐδῶ ὄχι ἵνα δικάσουν διὰ ποδοκροτημάτων ἢ χειροκροτημάτων, ἀλλὰ ν’ ἀκούσουν, καὶ ἔπειτα, ἂς ὑπάγουν ἔξω, ὅπου ἕκαστος ἔχει τὴν θέσιν του, εἰς τὰ καφενεῖα, εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα, νὰ θορυβήσουν. Νὰ μακρύνω περισσότερον τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι θὰ κάμω προσβολὴν εἰς ὑμᾶς, καὶ θὰ προσβάλω ἐξέχοντα μέλη τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀντιπολίτευσιν)· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει πάντες νὰ συναινέσουν εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, ἂν θέλουν εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἔχωμεν συζητήσεις σοβαράς. Καὶ μήπως τοῦτο εἶνε πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ζητεῖται; Ὅσοι εἶσθε πολὺν καιρὸν ἐν τῇ Βουλῇ, γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ τάξις δὲν ἠδυνήθη νὰ διατηρηθῇ παρὰ μόνον ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἐφάνη αὐστηρά. Ἤκουσα ἀπὸ ἀξιότιμον μέλος τῆς πτέρυγος ταύτης, ὅτι, ἐὰν κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, «ἡμεῖς θ’ ἀποχωρήσωμεν.»
§92ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ἐγὼ εἶμαι κατὰ πάσης ἀταξίας συμβαινούσης εἰς τ’ ἀκροατήρια.
§93ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§94ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λοιπὸν οἱ ἀτακτοῦντες πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶσιν, ἐὰν θέλετε νὰ τηρήσητε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς.
§95ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, διὰ νὰ κενωθῶσι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή· ἄλλως ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θ’ ἀποχωρήσωμεν.
§96ΧΟΪΔΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀποχωρῶ· ἕκαστος ἐκπροσωπεῖ τὴν ἰδέαν του.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν—συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν τὴν τετριμμένην—οἱ ἀτακτοῦντες ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Μεγαλειότητος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύετε. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἐστάθημεν σιωπηλοὶ ἀρκούντως ἕως τώρα, ἀφοῦ εἴπατε ὅτι εἰς τὰ ἀκροατήρια ἔρχονται οἱ δεῖνα καὶ δεῖνα, ὡς καὶ κλητῆρες καὶ χωροφύλακες, τὸ ὁποῖον ἀποκρούω ὡς μὴ ἀληθές. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν ποῖοι εἰσέρχονται, νομίζετε, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν τί λέγουν καὶ ποῦ συνέρχονται; νομίζετε, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τὰ σχέδια; Θέλετε νὰ τὰ ὑποστηρίξητε σεῖς; δὲν τὸ πιστεύω· ἴσως ὑπάρχει μικρὸς ἀριθμὸς εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην τοιοῦτος, καὶ ἂν γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀρκετὸς ἀριθμὸς τῆς πτέρυγος ταύτης θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων.
§98ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε ὡς ἐκ τῆς θέσεώς σας, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἀποκαλύψητε δημοσίᾳ, διότι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν κανὲν σχέδιον.
§99ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λίαν συγκεκινημένος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐστιγμάτισε διὰ τῆς εὐφραδοῦς τῳόντι ὁμιλίας του τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπό τινος καιροῦ βλέπομεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἦλθεν ἐντεῦθεν νὰ καταγγείλῃ τὰ ἀποτελέσματα καὶ οὐχὶ τὰ αἴτια, ἐξ ὧν παράγονται τὰ ἀποτελέσματα. Καὶ εἶνε ἀληθές, ὅτι ἦλθε πρὸ ὀλίγου νέος Ἡρακλῆς, ὁ ὁποῖος ἤθελε ν’ ἀποκαθάρῃ τὴν μεμολυσμένην αὐτὴν ἀτμόσφαιραν τοῦ περιβόλου τούτου, ὡς ὁ ἀρχαῖος ἀπὸ τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, ἀλλὰ δὲν ἐπρόσεξε πόθεν προέρχονται ὅλα αὐτὰ τὰ διαδραματιζόμενα ἐνώπιόν μας. Ὑπάρχει νόμος διέπων τὰ τῆς συνεδριάσεως ὅλων τῶν πολυμελῶν Σωμάτων καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἔπεσεν εἰς χεῖράς σας εἰς ἀχρηστίαν. Μάτην ἐπικαλεῖσθε σήμερον, ὅτι εἶσθε ὑπὲρ τῆς τάξεως, διότι ταύτην μόνον ἐπικαλοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες τηροῦσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν ὑπερτάτην ἀστυνομίαν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου. Ἀπὸ τῆς κλίμακος τοῦ Βουλευτηρίου οὐδεὶς ἔχει τὴν ἄδειαν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς αὐτοῦ, παρὰ οἱ ἄνδρες οἱ διωρισμένοι ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς· ἐξέλθετε εἰς τοὺς διαδρόμους καὶ θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐπὶ τῆς προεδρείας τῆς ἰδικῆς σας μετεβλήθησαν εἰς καφὲ Σαντάν. Χθὲς παρεπονεῖτο Βουλευτὴς, ὅτι ἐζήτησεν εἰσιτήριον τῶν ἀνωτάτων ὑπαλλήλων καὶ ἠρνήθη νὰ τῷ δώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, εἰπὼν αὐτῷ: δεῖξόν μοι τίς εἶνε αὐτός· καὶ ὅταν τῷ ἐπεδείκνυε τὸ θεωρεῖον, ὅτι δὲν ἐμπεριέχει κανένα ἀνώτερον ὑπάλληλον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐσιώπα. Καὶ ἀπέναντι τοιαύτης φατριαστικῆς διαγωγῆς τοῦ Προέδρου πῶς θὰ τηρηθῇ ἡ τάξις; Καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ καταγγέλλετε σεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὅτι τὰ πρακτικὰ θὰ μᾶς κρίνουν; Φίλε παλαιὲ κύριε Λομβάρδε, τὰ πρακτικὰ θὰ κρίνουν βεβαίως περὶ ἑνὸς ἑκάστου, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ καταγγείλετε ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀταξίας. Σεβασθῆτε σεῖς τὴν τάξιν, καὶ πρὸς τοῦτο σεβασθῆτε τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, τὸν νόμον, τὸν διέποντα τὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, τὸν Κανονισμόν. Ὑπάρχει ἄλλη Ἀρχὴ ἐνταῦθα πλὴν τῆς τοῦ κ. Προέδρου; ἐν τούτοις ἐξέλθετε ἔξω νὰ ἰδῆτε τοὺς μοιράρχους, τοὺς ὑπομοιράρχους, τοὺς ἐνωμοτάρχας, τοὺς ἀστυνόμους, τοὺς ὑπαστυνόμους διευθύνοντας τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς! Καὶ ὁμιλεῖτε σεῖς περὶ τάξεως καὶ ἐπικαλεῖσθε τὴν κοινὴν γνώμην, ὅπως κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν! Ἡμεῖς πρεσβεύομεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν, οὔτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλήν· καὶ ἄν ποτε τὸ Προεδρεῖον ἤθελε νὰ προστατεύσῃ, ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ τὴν μειονοψηφίαν, ἤγουν τὸν ἀδύνατον. Ἀλλ’ ὅταν ἔχητε Προεδρεῖον φατριαστικόν, πῶς τολμᾶτε νὰ κατακρίνητε τὴν μειονοψηφίαν; Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμὸν καὶ θέλετε ἔχει τὴν ὑποστήριξιν ὅλων ὑπὲρ τῆς τάξεως· δείξατε ὅτι θέλετε τὴν τάξιν καὶ εἰς τὰ ἔργα καὶ ὄχι μόνον εἰς τοὺς λόγους, καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις θέλει ὑποστηρίξει αὐτήν.
§100Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνέβην εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ εὗρον ἐκεῖ 4 βοηθοὺς καὶ κλητῆρας μετημφιεσμένους· σᾶς ὀνομάζω τοὺς βοηθοὺς, εἷς εἶναι ὁ Φιλιππίδης, ὁ Μαντζοῦνος.... Αὐτοὶ εἶναι ἄγνωστα πρόσωπα εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν (θόρυβος).
§101ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πῶς ἀποκαλοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζουν συκοφάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν ἄλλο παρὰ νὰ ἐπαναλαμβάνουν ὅ,τι ἐγράφη δημοσίᾳ εἰς ἐφημερίδας ἀντιπολιτευομένας; ὅ,τι ἐγράφη καὶ διετυμπανίσθη ἐπανειλημμένως, ὅτι, ἀφοῦ τὰ ἀκροατήρια ποδοκροτοῦν, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ; Ἄρα δὲν ἔμεινεν ἄλλη ἐλπὶς παρὰ ἡ ἀπὸ τὸν θόρυβον τῶν ἀκροατηρίων (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§103ΧΟΪΔΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ἀναβαίνει τὸ βῆμα ν’ ἀγορεύσῃ).
§104Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπόθεσις, καὶ ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, δὲν θέλουσι συντελέσει νὰ διαφωτίσωσι περισσότερον τὴν Βουλὴν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων διηρμήνευσε τὰς ἰδέας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ συντελῇ εἰς τὴν διατάραξιν τῆς τάξεως. Μετ’ ἐκπλήξεως δὲ εἶδον, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συμφωνεῖ πρὸς αὐτήν, ὢν καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τῆς τάξεως. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠγέρθη κατὰ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ, διότι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἦτο διατάραξις τῆς τάξεως, προκληθεῖσα πρὶν ἢ προηγηθῇ συζήτησις. Ἠγέρθημεν καὶ ἐφωνάξαμεν κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, εἰς ἣν οἱ τῆς πτέρυγος ταύτης προέβησαν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν πρῶτος ἠγέρθη δυστυχῶς ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας. Ἡμεῖς εἴμεθα τεταγμένοι, ἵνα ὑποστηρίζωμεν τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, καὶ ἵνα ἐπιβλέπωμεν καὶ ζητῶμεν τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων· ἠγέρθημεν δ’ ὅταν εἴδομεν ὅτι ἤθελον νὰ καταλύσωσι τὸν μόνον τίτλον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τοῦ Νόμου καὶ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Δὲν περιεμένομεν δ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς διδάξῃ τὴν τάξιν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὑπηρέτησε τὴν τάξιν.
§105ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐξηγέρθημεν καὶ ἠγανακτήσαμεν, ὅταν εἴδομεν τὴν πτέρυγα ταύτην (δεικνύει τὴν Συμπολίτευσιν) προβαίνουσαν νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν παρανομίαν, ἣν ὁ Πρόεδρος ἐξ ἀπειρίας βεβαίως διέπραξεν. Ἐξηγέρθημεν καὶ ἐμποδίσαμεν νὰ γείνῃ ἡ παρανομία τοῦ νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι μόνον συναινέσει τῆς Βουλῆς δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων ὁ Πρόεδρος. Διατί θέλετε νὰ ἐκκενώσετε τὰ ἀκροατήρια χωρὶς κἂν νὰ φανῇ ἂν ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἐκκενώσεως τῶν ἀκροατηρίων; Ἐπίσης θέλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ τακτικὴ ἤλλαξε· τώρα ἀντὶ νὰ προτάσσωνται ἐν τοῖς θεωρείοις τὰ ἔμμισθα ὄργανα τῆς Ἐξουσίας, ἐπιτάσσονται. Ἐπειδὴ τὰ εἶδον ἐγὼ καὶ τὰ γνωίζω τὰ πλεῖστα καὶ τὰ ὑπέδειξα ἀτακτοῦντα εἰς ἕκαστον τῶν θεωρείων, διστάχθησαν νὰ ἦναι εἰς τὰς ὄπισθεν γραμμάς, διὰ νὰ μὴ ὑποπίπτουν εἰς τὰς αἰσθήσεις ὑμῶν, καὶ δι’ αὐτὸ ἠκούσατε τὰς φωνὰς ἐρχομένας ἐκ τῶν ὄπισθεν. Σεῖς θέλετε νὰ ἐπιτύχετε ὅπως λάβετε ἄδειαν νὰ κενώσητε τὰ ἀκροατήρια· τὸ θέλετε αὐτὸ καὶ τὸ παρασκευάζετε μόνον καὶ μόνον διότι ἐννοεῖτε, ὅτι πᾶς πολίτης, ἐρχόμενος ἐνταῦθα διὰ νὰ ἀκούσῃ, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀγανακτήσῃ διὰ τὰ φαινόμενα καὶ ἀποκαλυπτόμενα.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα (θόρυβος).
§107ΧΟΪΔΑΣ. Σεῖς τώρα δὲν ἀτακτεῖτε; (ἀποτείνεται πρὸς τὴν Ὑπουργικὴν πτέρυγα).
§108ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἐπιστάτην τὸν ἔχομεν....
§109ΧΟΪΔΑΣ. Ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν θὰ σὲ διορίσω ἐγὼ σέ.
§110ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Εἶσαι ἐπιστάτης διὰ Φρενοκομεῖον ................................................
§111ΧΟΪΔΑΣ. Τί, σὺ δοῦλε, λέγεις; θὰ σὲ μάθω μετὰ μικρὸν πῶς ὑβρίζεις,............ Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὀπαδοί σου, κ. Τρικούπη; δὲν ἀδικῶ ὅλους, διότι ἔχεις καὶ λαμπροὺς ὀπαδούς.
§112ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Δὲν ἠμπορεῖς νὰ ὑβρίζῃς.
§113ΧΟΪΔΑΣ. Μὲ ὕβρισε, μὲ ὕβρισε.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀτακτησάντων ἀκροατηρίων νὰ ἐγερθῶσιν’ (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀτακτησάντων ἀκροατηρίων. (Ἐκκενοῦνται τὰ ἀτακτήσαντα ἀκροατήρια).
§115ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν θέλω προσθέσει πολλὰ ἀκόμη, διότι νομίζω, ὅτι ὁ γενικὸς χαρακτὴρ τῆς ὁμιλίας τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ εἶναι οἷος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σκιαγραφήσω αὐτὸν πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν τοῖς πλείστοις τῶν θεμάτων εὑρίσκετο ἐνεχόμενος καὶ αὐτοκατηγορούμενος, εὐτυχῶς δὲ καὶ μόνος ὑπεύθυνος, καὶ ὅμως θέλων νὰ βλάψῃ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐνθυμεῖσθε δὲ, ὅτι παρενέβαλε καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι ἔστειλεν ὑπαλλήλους, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὸν δεῖνα ἢ τὸν ἄλλον κατὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ἔπραττον τοῦτο καὶ ἄλλοι ὑπουργοί. Στιγματίσας ἑαυτὸν, ἐνόμισεν, ὅτι κατηγορεῖ οὕτω καὶ τοὺς ἄλλους. Τίς ὅμως δύναται νὰ πιστεύσῃ αὐτόν; Πῶς ἔπραττε τοῦτο τὸν Ἰούλιον χάριν τοῦ ὑπουργείου, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου δὲν ἦτο πλέον Ὑπουργὸς ἐν ἀληθείᾳ; Ἐνθυμηθῆτε δὲ, ὅτι ὡσεὶ συνησθάνετο τὰ ἄτοπα ταῦτα, ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐπιείκειαν ἡμῶν, καὶ θέλων νὰ τύχῃ αὐτῆς πρόσβαλε πάντοτε τὴν ἀθώαν καὶ ἀφελῆ αὐτοῦ καρδίαν. Τῷ ὄντι ἐὰν δὲν ἔτυχε τῆς ἐπιεικείας σας, ἔτυχεν ὅμως ἑτέρου τινὸς αἰσθήματος πλησιάζοντος τὴν ἐπιείκειαν, ἔτυχε τοῦ ἐλέου ὑμῶν, διότι ἐλησμόνει, ὅτι «ἔνοχος ἔνοχον οὐ ποιεῖ,» καὶ διότι ἐζήτει νὰ ὑποστηρίξῃ πάντας τοὺς ἐν ἐφημερίσι καταχωρισθέντας ψόγους κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ παραστήσῃ ἐν πᾶσι ἑαυτὸν ὡς μάρτυρα, ἵνα δώσῃ εἰς τὰ γραφέντα μεῖζον κῦρος, καὶ οὕτω νὰ ἐπιδιώξῃ δημοτικότητα, λησμονῶν ὁπόσον αὐστηρὰ καὶ ἀκανθώδης εἶναι ἡ θεὰ αὕτη, ὅταν οὕτως ἐκζητεῖται. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως, ἐν πᾶσι τούτοις καὶ ἐν ὅσοις ἄλλοις ἐξέθηκεν, εἴδατέ που τὴν Κυβέρνησιν ἐνεχομένην, ὑπεύθυνον, ἀμελῆ; Εἴδατε αὐτὴν παραμελήσασαν ὅπως δήποτε νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα; Ἐπεθύμουν νὰ τὰ ἔβλεπον ἀποδεδειγμένον, καὶ ἂν ἔβλεπον τοῦτο, ἐγὼ πρῶτος θὰ ἐψήφιζον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. (Ἀριστερόθεν θόρυβος).
§116ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μὴ γελᾶτε, διότι ἀδικεῖτε ἑαυτοὺς δεικνύοντες, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε πῶς δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο· μάθετε ὅμως παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ὄχι ὅσοι κάθηνται εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἢ εἰς ταύτην ἀνήκουν εἰς πρόσωπα· εἰσὶ πολλοὶ ἀνήκοντες εἰς ἑαυτοὺς καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν συνείδησιν ἔχοντες ρυθμιστῆρα τῶν πράξεών των καὶ σᾶς τὸ ἀπέδειξαν. Ἂν γελάσητε πάλιν, θὰ εἴπω ὅτι οὐδὲ ταῦτα αἰσθάνεσθε.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς συμβιβάζετε παρακαλῶ τὸ ἑξῆς· ὁ Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος κατηγορήθη διὰ τὸ ἔλλειμμα Θηβῶν, ὅτι εἶχε γνῶσιν πόῤῥωθεν, πῶς συμβιβάζετε τὸν Πρωθυπουργὸν ἀναπληροῦντα προσωρινῶς τὸν τῶν Ναυτικῶν, καὶ μὴ παραπέμποντα εἰς τὰ δικαστήρια τὸν Γεωργαντᾶν;
§118ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν κατηγορήθῃ ὁ Πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος δι’ ὅ,τι λέγετε· ἠξεύρω, ὅτι πολιτικὴ συζήτησις ἐγένετο, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐλέγετο περὶ τοῦ Κουμουνδούρου ὅτι, ἐνῷ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἐνῷ εἶχε τρόπον νὰ τὸ προλάβῃ, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ εἶπεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἐβεβαίωσε καὶ τὸ ἔλλειμμα καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ καταδιώξῃ, διὰ τὸν κ. Τρικούπην, οὐδὲ ἠρνήθη ὅτι οὗτος τῷ εἶπε νὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ νὰ τὸ καταδιώξῃ.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης ἔκαμεν ἰδίαν ἀπόφασιν, καὶ μετὰ τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν παρέλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προσωρινῶς· πῶς δὲν τὸν παρέπεμψε;
§120ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε ὅτι ἦτο τότε ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· διατί νὰ τὸν παραπέμψῃ; Ἀντὶ τούτων, ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· ἀφοῦ τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς παραιτήσεώς του ἢ τέσσαρας, ἐβεβαιώθη περὶ τοῦ ἐλλείμματος, ποῖα ἔκτοτε ἔλαβε συντηρητικὰ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ ἵνα ὁ Γεωργαντᾶς μὴ μεταβιβάσῃ τὴν περιουσίαν του; Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω τὰ ἔγγραφα καὶ εἶδον διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς 15 Ἰουλίου πρὸς τὸν Κεντρικὸν ταμίαν, ὅπως λάβῃ πάντα τὰ μέτρα καὶ ἐξασφαλίσῃ τὸ Δημόσιον, ἤτοι ἑπτὰ ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ρούφου. Τότε εἶχε μεταβιβασθῆ ἡ περιουσία τοῦ Γεωργαντᾶ, καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ροῦφος, ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχε γείνει τοῦτο. Ἄρα πρὸ τοῦ διορισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ μετ’ αὐτήν; ἦτο ἐξετάσιμον τοῦτο διὰ νὰ κριθῇ μὴ αὐτὸς ἔπταισε, μὴ ἐξασφαλίσας τὸ Δημόσιον ἐνωρίς. Ἀφοῦ μετεβιβάσθη πρὸ πολλοῦ, ἄρα ἦτο αὐτὸς Ὑπουργὸς ἀκόμη, διατί τότε δὲν ἐλάμβανε τοιαῦτα μέτρα; Ὅμως, ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τούτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἂν ὑποπτεύῃ εὐθύνην, ὀφείλει νὰ τὴν ἀναζητήσῃ, διότι, σᾶς εἶπον, δὲν ὑπερασπίζω, ἀλλ’ ἐξελέγχω—ὁμολογῶ ἐν τούτοις, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τοῖς κατατεθεῖσιν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν εὗρον οὔτε ὑπαιτιότητος, οὔτε ἀμελείας εὐθύνην—ἐκτὸς τούτου, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὁ κ. Ροῦφος ὅσα ἐξέθηκεν, ἐπεκαλέσθη αὐτῶν, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον διάστασίν του. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι σᾶς ἀνήγγειλε μετὰ στόμφου, ὅτι ὁ Γεωργαντᾶς εἶναι ἐλλειμματίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου, καὶ ἐνῷ σᾶς ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, πόθεν ἤντλησε τὴν πληροφορίαν ταύτην, καὶ περὶ τίνος διαχειρίσεως ἐπρόκειτο, ὁ κ. Ροῦφος, ὅστις ἴσως γνωρίζει ταῦτα— διότι δὲν προκύπτει βεβαίως ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν κατατεθέντων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς—διεξέφυγε νὰ δώσῃ ἐξήγησιν. Τί ἠθέλησε νὰ πράξῃ, τὸ ἀόριστον τοῦτο ρίψας; Ἐνθυμήθητε προσέτι τὰ κοσμήματα ἐκεῖνα, τὴν μετάνοιαν διὰ τὸν Νόμον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς νομισματικῆς μονάδος. Ἐνθυμήθητε τὴν ἀντίστασίν του ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν Ναυτικῶν Σχολῶν, ἐνθυμήθητε ὅλα τὰ λεχθέντα καὶ μὴ βεβαιωθέντα καὶ σχηματίσατε γνώμην. Ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι λέγω ταῦτα ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸ Ὑπουργεῖον, οὐδὲ τὸν Πρωθυπουργὸν, διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἔπρεπε νὰ διδαχθῇ διὰ τῆς πείρας, καὶ ἔπεπρε νὰ διδαχθῇ πικρῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐλέγξω τὸν τοιοῦτον κατήγορον. Σεῖς ὅμως μὴ παρίδητε ποτὲ, ὅτι ὅλα τὰ λεχθέντα δὲν ἔπρεπε νὰ ρηθῶσιν οὔτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, οὔτε πολλῷ πλέον ἐνώπιον αὐτῆς, καὶ τοῦτο ἐνόουν, ὅταν ἔλεγον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι ἀνηρχόμην ἵνα ἀποκαθάρω τὴν ἀτμόσφαιραν. Τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν ἐξιστορηθέντων ἦσαν καὶ νοήματος ἐστερημένα, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων τοιαῦτα, ὥστε νὰ δείξωσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζουσιν αὐτά· διότι ἀλλοίμονον, ἄν ἀφῶμεν νὰ παραγνωρίζωνται οὕτως οἱ στοιχειωδέστεροι κανόνες τῆς πολιτικῆς συνεννοήσεως καὶ συνεργασίας. Ἐξορκίζω καὶ ἐκείνους, ὅσοι θελήσωσι τυχὸν ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ρούφου νὰ ἀντλήσωσιν οἱονδήποτε λόγον κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ λείψωσι χάριν ἑαυτῶν, χάριν τῆς Βουλῆς, χάριν τοῦ Τόπου, νὰ μὴ λείψωσι νὰ χαρακτηρίσωσι τὰς τοιαύτας μικροπολιτικὰς ἐπιδείξεις παρὰ πρώην Ὑπουργοῦ κατὰ τῶν πρώην συναδέλφων αὐτοῦ, τὰς μὴ ἐχούσας οὐδεμίαν ὑπόστασιν, ὡς τὸ τελευταῖον δύσηχον γεγονὸς ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Αὐτὸς δὲ ὁ δῆθεν κατήγορος θέλει ἔλθει χρόνος, καθ’ ὃν θέλει μεταμεληθῆ. Παρέφερεν αὐτὸν τὸ πάθος, πέραν παντὸς ὁρίου πολιτικοῦ χρέους, καὶ ἐν τῇ παραφορᾷ ἔπληξεν ἑαυτὸν, καὶ ἐπλήγη καιρίως· θέλει αἰσθανθῆ τὴν ὀδύνην καὶ τὰς συνεπείας τῶν τραυμάτων τούτων, ἀλλὰ τότε θὰ ἦναι ἴσως ἀργὰ, καὶ δὲν θὰ χρησιμεύῃ εἰμὴ ὡς παράδειγμα διδακτικὸν εἰς ἄλλους. Ἔχετε εὐρὺ στάδιον ἐν τῇ πολιτικῇ συζητήσει, ἢ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐκεῖ ἐξετάσατε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ βάθος. Μὴ ἀφῆτε τὰς πράξεις αὐτῆς ἀνεξελέγκτους. Ἔχετε καὶ σεῖς, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς τοῦτο χρέος· ἀλλὰ καὶ κατ’ αὐτὴν φυλάξατε τοὺς ὅρους, οὓς αὐτὸς παρέβη καὶ κατεπάτησε καὶ καθύβρισεν, οἱ ὁποῖοι ἐν τοσούτῳ εἶναι ἀπαραίτητοι παντὶ Συνταγματικῷ Πολιτεύματι, καὶ ὧν ἄνευ, οὔτε Κοινοβούλιον, οὔτε μερίδες Κοινοβουλευτικαί, οὔτε Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, οὔτε Ὑπουργικὸν ἀξίωμα δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλέον ἐν Ἑλλάδι.
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι ὅτι πέρυσι καὶ προπέρυσιν, ὅτε ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα τοῦ Βελέντζα, δὲν ἐξέφρασες τὴν αὐτὴν γνώμην. Τότε οὐδεὶς εὑρέθη νὰ εἴπῃ τι, ἵνα πέσῃ ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὑπάγῃ εἰς τὸν τάφον· σήμερον ὅμως εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοιαῦτα λόγια! Τότε λέγω, οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ποταμιάνος.
§122ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ποταμιάνος δὲν θέλω ἐνδιατρίψει παρὰ μόνον εἰς τὸ περιστατικὸν, τὸ λαβὸν χώραν ἐν Χαλκίδι, δηλαδὴ ὅτι ἐγένετο ἡ παῦσις τοῦ Λιμενάρχου Εὐβοίας. Ἐγὼ μόνον ᾐσθάνθην τὶ ἤθελεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ποιήσας μνείαν ταύτης. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μόλις ἐγένετο τοιοῦτος ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο ἐμμέσως ἢ νὰ μειώσῃ τὴν ἐπιῤῥοήν μου ἢ νὰ μὲ ἐγγίσῃ πως πολεμῶν με· διὰ τοῦτο, ἅμα ὡς τοιοῦτος ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, καὶ εὐθὺς ἔπαυσε πάντας ὅσοι ἦσαν φίλοι μου· δὲν ἠρκέσθη δὲ εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἠδύνατο νὰ κορέσῃ τὰ κατ’ ἐμοῦ πάθη του. Ὅτε αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι χώραν, ἔλαβον ἐπιστολὴν ἐξ Ἀθηνῶν, δι’ ἧς εἰδοποιούμην, ὅτι ὁ Λιμενάρχης Χαλκίδος Ποθητὸς Χριστοδούλου ἤθελε ζητήσει ἄδειαν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ὅπως μὲ ἀντιπολιτευθῇ συναινέσει τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν ἐπίστευα ποτὲ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον ἠθικῶς ἔχει τὴν αὐτὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέναντι τῶν Νόμων, ἀφοῦ ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον διὰ τῆς ὁποίας πᾶς ἀξιωματικὸς ἐν ἐνεργείᾳ δὲν ἠδύνατο ἐγκαταλιμπάνων τὴν θέσιν του νὰ μεταβῇ ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἢ εἰς ἐκλογικὸν τόπον, δὲν ἐπίστευα ποτέ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἤθελεν ἐπιτρέψει τὸ τοιοῦτον· ἐν τούτοις ὁ πρώην Λιμενάρχης Ποθητὸς Χριστοδούλου ἔλαβεν ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν δῆθεν, ὅπως κάμῃ τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ ἐγκαταλιμπάνων τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσιν, οὐχὶ μίαν ὥραν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ροῦφος, ἀλλὰ 5 ὥρας, διότι τὸ χωρίον Καμάρα τοῦ Δήμου Τελεθρίων, ὅπου ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ, πολλῷ δὲ περισσότερον τὸ χωρίον Μισόντα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ Ποθητὸς Χριστοδούλου, ἀπέχει τῶν λουτρῶν τῆς Αἰδηψοῦ 5 ὥρας· ἐν τούτοις ἐγκαταλιμπάνων τὰ λουτρὰ ὁ κύριος Λιμενάρχης, μεταβαίνει εἰς τὸ κτῆμά του καὶ ἀναμιγνύεται εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἐγὼ τοῦτο δὲν τὸ ἔλαβον ποσῶς ὑπ’ ὄψιν· ἀλλ’ ὅτε ἡ ἐκλογὴ ἐνηργεῖτο, ἀπὸ πρωΐας ἦλθον εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ τραύματα τὰ διάφορα κόμματα, ἔλαβε δὲ ἐνεργὸν μέρος καὶ ὁ κ. Π. Χριστοδούλου καὶ παρώτρυνεν, αὐτὸς δὲ ἐγένετο ἡ ἀφορμὴ τῆς λαβούσης χώραν ρήξεως. Τότε ὁ ἐνωμοτάρχης καὶ οὐχὶ ὁ ὑπενωμοτάρχης, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ροῦφος, δι’ ἀναφορᾶς τηλεγραφικῶς πρὸς τὴν Μοιραρχίαν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέφερε τὸ τοιοῦτον, ἡ δὲ Μοιραρχία διέταξε τὸν ἐνωμοτάρχην νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν τοῦ Ναυτικοῦ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου. Γνωρίζετε δέ τί οὗτος ἀπήντησεν; ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδὲ ἤθελε νὰ ἀκούῃ κἂν τὰς διαταγάς του· προσέθηκε μάλιστα, ὅτι «θὰ καθίσω ἐδῶ καὶ ὅ,τι θέλεις κάμε». Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀποταθῶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ ἐκφράσω τὰ παράπονά μου δι’ ὑπάλληλον ὅστις ἐγκαταλιμπάνων τὴν θέσιν του, ἦλθεν ἐκεῖ νὰ διεκδικήσῃ πολιτικὰ δικαιώματα. Ἂν ὁ Ποθητὸς Χριστοδούλου θέλῃ νὰ διεκδικήσῃ τοιαῦτα δικαιώματα, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὑπάλληλος, δὲν πρέπει νὰ μεταχειρίζηται ξένην ἐξουσίαν· δύναται νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἐκεῖ νὰ μετρηθῇ. Δὲν ἐνόησα τί ἤθελε νὰ καταδείξῃ μὲ τοῦτο ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργός· τὸν φατριασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔδειξε; τὴν κατ’ ἐμοῦ ἔχθραν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε; τοῦτο ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε. Ὁ νέος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θέσας εἰς ἀργίαν τὸν Χριστοδούλου ἕνεκα λόγων πειθαρχικῶν, ἔπραξε τὸ τοιοῦτον, ἀφοῦ ἔκαμεν ἀνάκρισιν καὶ εὗρεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος παρέβη τὸν Νόμον· ἄλλως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τοιοῦτον μέτρον. Αὐτὴ δὲ αὕτη ἡ ὁμολογία, ἣν ἔκαμεν αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπάλληλος ὁμολογήσας δημοσίως, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν ὅτι προέκειτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἀποπεμφθῇ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι ἄλλως ἦτο βέβαιος, ὅτι ἤθελε τιμωρηθῆ, καὶ αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν πρόθεσιν καὶ συνενοχὴν ἀμφοτέρων. Καὶ τὶ ἄλλο ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ μὲ τοῦτο, ἢ ὅτι εἶχε ἐκ προοιμίων τὴν τοῦ Ρούφου συγκατάθεσιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου διὰ νὰ μὲ πολεμήσῃ; Ἐν τούτοις τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἀπέδειξε κατὰ πόσον αἱ τοιαῦται σκευωρίαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ πνεῦμα τῶν ἐπαρχιωτῶν μου.
§123ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου· ἐπρόκειτο ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διευθύνων τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, παρέβη τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμον. Λοιπὸν ὁ κ. Πετσάλης δὲν εἶχε δίκαιον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Χριστοδούλου ἀπεστάλη ἐκεῖ. Ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ἐφροντίσαμεν περὶ τῶν ἐπαρχιῶν μας. Ἐγὼ ἀπέτυχον χάριν τῶν συναδέλφων μου (Θόρυβος).
§124ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος τις ἔχει τὸν λόγον; Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον· ἑπομένως ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§126ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 καὶ 30′ Μ. Μ).