1883.03.21
2,224 rows · 17,419 words · 173 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84
Τῆς 21 Μαρτίου 1883.
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Τριανταφυλλιὰ Γ. Μπασδέκη ἐκθέτει τὰς μεγάλας κατὰ τὸν ἀγῶνα θυσίας τοῦ ὁπλαρχηγοῦ συζύγου της καὶ ἐξαιτεῖται νὰ τῇ χορηγηθῇ ἡ εἰς τὸν σύζυγόν της, ἐν ὅσῳ ἔζη, διδομένη σύνταξις ἐκ δραχμῶν 150.
§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ δικαιωθῇ ἡ ἀναφερομένη, διότι στερεῖται καὶ τοῦ ἡμερησίου ἄρτου.
§3ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἄλλοι ἀνετράφησαν ἐν καλύβαις καὶ χωρίοις καὶ σὺ ἐν παλατίοις καὶ πόλεσι, δὲν ἔχεις διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα νὰ δαπανᾷς ἐκ τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ἐνδύῃς πολυτελῶς τὰ δωμάτια τοῦ Ὑπουργείου, ἐν οἷς κατοικεῖς. Πήγαινε νὰ κατοικήσῃς εἰς ἰδιαίτερον οἴκημα, ὅπως κατοικοῦν πάντες οἱ Ὑπουργοί.
§5ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν κατοικῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κανὲν ὑπουργεῖον δὲν ἦτο περιποιημένον, ὅπως τὸ τῶν Ναυτικῶν· ἑπομένως ὅσα ἐξοδεύετε πρὸς ἐπίπλωσιν αὐτοῦ εἶναι καθαρὰ κατάχρησις. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, πιστεύω ὅτι ἐλάβετε καὶ ὑμεῖς τηλεγράφημα ἐκ Σφὰξ, ὅπου εἷς Ἕλλην Δ. Ζερβὸς ἐφυλακίσθη παρανόμως ὑπὸ τοῦ ἐκεῖσε Προξένου· θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ ἐγὼ νὰ διατάξητε τὰ πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ φυλακισθέντος ἀναγκαῖα.
§7Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν, νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐγχώριον τῆς Κεφαλληνίας περιουσίαν. Ἡ Βουλὴ τὸ ἐδέχθη καὶ τὸ Νομοσχέδιον ἐνεγράφη ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ δὶς ἐπεψηφίσθη. Σήμερον ἐλήφθη παρὰ τῶν παρόντων βουλευτῶν τῆς Κεφαλληνίας τηλεγράφημα τῆς Ἐπιτροπῆς, δι’ οὗ παρακαλεῖ τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ἤδη εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, καθόσον τὰ καταστήματα τὰ φιλανθρωπικὰ τοῦ Νοσοκομείου καὶ Βρεφοκομείου, ἅτινα διατηροῦνται διὰ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας, πρόκειται νὰ κλεισθῶσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπειγόντως πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ἰδοὺ τὶ λέγει καὶ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει αὐτό). Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, καθόσον καὶ οὐδεμία ὑπάρχει κατ’ αὐτοῦ ἀντίῤῥησις, διότι ὅλοι οἱ ἐκ Κεφαλληνίας παρόντες βουλευταὶ εἴμεθα σύμφωνοι, καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὀλίγα ἄλλα κατεπείγοντα θὰ ὑποβληθῶσιν ἀμέσως, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῶν θὰ ψηφισθῶσιν.
§9ΑΝΔ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθόσον, κατὰ τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ἐλάβομεν σήμερον, φαίνεται, ὅτι τὸ Νοσοκομεῖον ἐκεῖ ὑπάρχει εἰς πολὺ κακὴν θέσιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ προταχθῇ, διότι καὶ ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐξ ὀλίγων σύγκειται ἄρθρων.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Συμφωνῶ, κύριοι, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μεταξᾶ, ὅπως νομοσχέδιά τινα, ἀποβλέποντα εἰς τοπικὰ συμφέροντα καὶ κατεπείγοντα, ψηφισθῶσι. Τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον εἶναι καὶ ἐκεῖνο, τὸ προωρισμένον νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκην σπουδαίαν, ὄχι μόνον δημοτικήν, ἀλλὰ καὶ ἐπαρχιακήν, εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τροιζηνίας ὑπέβαλε περὶ καταργήσεως λιμενικῶν τινων φόρων, καὶ ἐλαττώσεως ἄλλων· ἐπίσης καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἄλλοτε εἶχον συστήσει, καὶ ἀφορᾷ συμφέροντα οὐ μόνον τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας, ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ τῆς Πελοποννήσου, τὸ περὶ ἀναγορεύσεως τῆς βοσκῆς (Θόρυβος). Ἤκουσά τινα λέγοντα, εἰς τὴν ἄλλην Σύνοδον, ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν ἄλλην Σύνοδον, ἐννοοῦμεν νὰ παραδώσωμεν ἐπὶ ἓν καὶ ἄλλο ἥμισυ ἔτος εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ποιμένων τὰ κτήματα, καὶ ἑπομένως τοὺς ἱδρῶτας καὶ τοὺς κόπους τῶν γεωργῶν, κατὰ συνέπειαν δὲ ν’ ἀνοίξωμεν ἴσως τὰς πύλας τοῦ Κακουργοδικείου εἰς ἀρκετὸν ἀριθμὸν τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν, διότι ὅταν ἡ βοσκὴ ἐνεργῆται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.... (Θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀκούω ἕτερος συνάδελφος νὰ λέγῃ, ὅτι θὰ εἶχον περάσει τόσα νομοσχέδια μέχρι τοῦδε· ὑποθέτει ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὰ νομοσχέδια εἶναι τεθειμένα εἰς μίαν μηχανήν, ὥστε νὰ κόπτωνται καὶ νὰ ῥάπτωνται καὶ νὰ περνοῦν διὰ μηχανῆς. Τὰ νομοσχέδια, κύριοι, πρέπει νὰ μελετηθῶσι καὶ νὰ συζητηθῶσι· καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν ἀπό τινος γινόμενον, ν’ ἀναγινώσκωνται ἐντὸς τῶν χειλέων τῶν Γραμματέων, δὲν εἶναι νομοθετικὴ πρᾶξις, εἶναι μία πρᾶξις, ἥτις θέλει κατόπιν ἀντανακλάσει εἰς συνεπείας ἐπιβλαβεῖς δι’ ὅλον τὸ ἔθνος, διότι ψηφίζονται νόμοι ἄχρηστοι, καὶ κατόπιν θεσπίζομεν ἄλλους πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῶν τῶν νόμων. Καὶ δὲν βλέπετε τὴν πληθὺν τῶν νόμων ἐκείνων, ἥτις παρουσιάζεται, καὶ ἥτις καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ἀνακάθαρσιν τῶν νόμων; Ἐγὼ δὲν θέλω πληθὺν νόμων, ἀλλὰ ποιότητα νόμων. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι συνιστῶν ἕνα νόμον ἁπλούστατον, τὸν περὶ τελῶν λιμενικῶν, ὅπως ψηφισθῇ, ἵνα μὴ ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ὑποφέρῃ, καὶ δεύτερον τὸν νόμον περὶ βοσκῆς, ὅπως μὴ σύμπασα ἡ Ἑλλὰς καὶ ἰδίᾳ ἡ Πελοπόννησος ὑποφέρῃ.
§13ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἕτερος νόμος, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐπίσης χρῄζει ἐπιψηφίσεως ὅσον οἷόν τε ταχυτέρας, εἶναι ὁ νόμος περὶ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, διότι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐγγίζομεν τὰ κεφάλαια (Θόρυβος). Κύριοι, μετὰ λύπης τῳόντι ἀναλογίζομαι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν τῶν ἀκροτελευταίων ἴσως συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, καὶ εὑρισκόμενοι πρὸ τοῦ σημείου τούτου τοῦ χρόνου, τοῦ τοσοῦτον σπουδαίου καὶ τοῦ τοσοῦτον σοβαροῦ, ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν βλέμμα ἔμπροσθεν ἡμῶν λίαν μελαγχολικόν, ὅταν θὰ λάβωμεν τὴν πρὸς τὰς Ἐπαρχίας μας ἄγουσαν ὁδόν. Ποίας ἐργασίας θὰ παρουσιάσωμεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας μας; Ποία θὰ ἦναι ἡ πρὸς τοὺς συμπολίτας μας ἀπολογία, ὅταν μεταβῶμεν ἐκεῖ; (Θόρυβος). Ἤκουσα τινά λέγοντα, ὅτι εἶναι δικός του λογαριασμός· ἀλλ’ ὅταν οἱ κατὰ μέρος λογαριασμοὶ εἶναι ψεύτικοι, ἀτελεῖς, καὶ τὸ ὅλον τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τοιοῦτον· καὶ ὅταν τὸ ὅλον τοῦ Κοινοβουλίου παρουσιάζει τοιαύτην ὄψιν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θέλει ἐπὶ πολὺ σταθῆ εἰς τὸ ἔδαφος αὐτὸ τὸ πολιτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἵσταται, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσῃ διαφορετικὰς ὁδούς, καὶ κύριοι φυλάξαι ἡμᾶς, μὴ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν Χημικὴν πολιτικήν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ σπεύδωσιν, ὅπως ἀρχίσωσι τὴν ὁδὸν τὴν πρὸς τὰς Ἐπαρχίας, ἵνα μὴ ὑποστοῦν τι ἀπευκταῖον, ἀπροπαράσκευοι πρὸς ἀπολογίαν ὄντες. Ἐννοῶ, ὅτι ὡς ἐπολιτεύθημεν, εἶναι ἤδη ἀργὰ νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς κείμενα· ἀλλ’ ὅμως πρέπει τοὐλάχιστον νὰ θέσωμεν μίαν καλὴν ἀρχὴν διὰ τὸ μέλλον, ὅπως ὑποδείξωμεν τὴν εἰς τὸ μέλλον ἐλπιζομένην βελτίωσιν καὶ νὰ ᾖναι οὕτως οἱ κύριοι βουλευταὶ εἰς θέσιν ἐπὶ τῆς καλῆς ἐκείνης ἀρχῆς ἐστηριγμένοι ἐπὶ στερεῶν θεμελίων ν’ ἀπαντήσωσιν ἀφόβως· ὅταν μεταβάντες εἰς τὰς ἐπαρχίας των ἐρωτηθῶσι: συνεδριάσατε ἐπὶ— ποία συνεδρίασις εἶναι ἡ σημερινὴ, κ. Πρόεδρε; εἶναι ἡ 150ὴ, δηλ. ἔχομεν κάμει 150 συνεδριάσεις καὶ ἀπὸ 4 ἢ 5 ὥρας ἑκάστην, λογίσατε ὑμεῖς πόσαι ὧραι ἀποτελοῦνται· θὰ ἐρωτηθῶσι λοιπὸν ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας των: τί παρηγάγετε ἐκ τῆς ἐργασίας ὑμῶν ταύτης; Τέσσαρα νομοσχέδια φορολογικὰ ἢ πέντε περὶ δὲ τῶν ἄλλων τίποτε. Ἐψηφίσατε μέτρα βελτιώσεως δικαιοσύνης, μέτρα καλῆς ὑπηρεσίας οἰκονομικῆς; μέτρα καλῆς διοικητικῆς; ἐμεριμνήσατε ὅπως ἔχωμεν στρατιωτικὸν καταρτισμὸν ἀζήμιον; ὅπως ἔχωμεν Ἐκκλησίαν; ὅπως ἔχωμεν ἠθικήν; οὐδὲν τούτων. Ἐψηφίσατε μόνον ὡς δυνάσται, ἐψηφίσατε, ὅπως ἐψήφιζεν ὁ δυνάστης ὁ Ὀθωμανὸς πολλὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ὄχι πρὸς ἀνάπτυξιν πόρων, ὄχι πρὸς βελτίωσιν εἴτε ἠθικὴν εἴτε ὑλικὴν, εἴτε διανοητικὴν (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§16ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Χάνεται ὁ καιρὸς μὲ αὐτὰ (θόρυβος).
§17ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης λέγει ὅτι χάνομεν τὸν καιρόν μας μὲ αὐτὰς τὰς ἀγορεύσεις· ὁμοιάζει τὸν ἀσθενῆ, ὅστις ἐνῷ συζητοῦν οἱ ἰατροὶ περὶ διαγνώσεως τῆς ἀσθενείας, λέγει, δόσατέ μοι ὀγλήγωρα τὰ ἰατρικὰ, ἵνα θεραπευθῶ, οἱ δὲ ἰατροὶ τῷ λέγουν, θὰ σκεφθῶμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὰ ἰατρικά· ἀλλ’ αὐτὸς ἐξακολουθεῖ νὰ φωνάζῃ, δόσατέ μοι ἰατρικά. Ἀφήσατέ μας λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν.
§18ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ ἰατρὸς εἶναι πάσχων, ποῖος θὰ τὸν θεραπεύσῃ.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ ὅμοιος τὸν ὅμοιον, ὁ πάσχων τὸν πάσχοντα· ἐὰν δὲν ἐπάσχετε ὑμεῖς, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἰατρός. Καιρὸς λοιπὸν, κύριοι, ὅπως σκεφθῶμεν καὶ ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ μέλλοντος καὶ προβλέψωμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τὴν ἑπομένην Σύνοδον, τὸ τί δυνάμεθα νὰ προπαρασκευάσωμεν ἐν τῷ μεταξὺ, ἵνα ὑπάρξῃ ἡ προσήκουσα μελέτη πρὸς ἐργασίαν ἐν τῇ μελλούσῃ Συνόδῳ. — Κύριοι, ἡ ἐνεστῶσα Σύνοδος τῷ ὄντι παρουσίασε κάπως ἓν βῆμα προόδου, παρουσίασε τὴν ἀναφανδὸν συζήτησιν περὶ τῆς νόσου, τὴν συζήτησιν περὶ τῆς συναλλαγῆς· ἐγνώσθη λοιπὸν ὅτι ἐκεῖνο, εἰς ὃ χωλαίνει ἡ ἡμετέρα Πολιτεία, εἶναι ἡ συναλλαγή· κατὰ συνέπειαν, ἀφοῦ γνωρίζομεν ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πάσχομεν, δυνάμεθα ἤδη, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν πρὸς τοὺς ἡμετέρους ἐκλογεῖς λογοδοσίαν, νὰ εἴπωμεν εὐπροσώπως ὅτι, ἀδελφοὶ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος μελετήσαντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εὕρομεν χωλαίνουσαν τὴν ἡμετέραν Πολιτείαν ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς (θόρυβος). Καὶ τί ἐπὶ τούτῳ ἐπράξατε, θὰ μᾶς ἐρωτήσωσι; Δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καμμίαν ἀπάντησιν; ὄχι βέβαια. Πότε ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν; ὁπόταν σκεφθῶμεν ὀλίγον ἐπὶ τῶν διαφόρων βελτιώσεων, ἃς πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων προέτειναν, ὁπόταν συγκροτήσωμεν ἓν σωματεῖον, ὅπερ ἐν τῇ ἀπουσίᾳ ἡμῶν θέλει ἐργάζεται ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν Σύνοδον θέλει ὑποβάλει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν πόρισμα τῶν σκέψεών του καὶ τῶν ἑαυτοῦ μελετῶν. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν συνιστῶν ὑμῖν τὴν σύστασιν τῆς τριακονταμελοῦς Ἐπιτροπῆς (θόρυβος). Δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδον, ἐὰν μὴ τοῦτο πράξητε, διότι ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ δύω ὁδοὺς θὰ τραπῆτε, ἢ τὴν ὁδὸν τὴν πρὸς τὴν δουλείαν, ἢ τὴν πρὸς χρῆσιν χημικῶν ἐπιχειρημάτων πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων· καὶ τοιαῦτά τινα εἴδατε ἀναφυόμενα ἄπορα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπί τινων ῥήξεων, αἵτινες συνέβησαν εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν. Μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ πολιτευθῶμεν χημικῶς καὶ ἐνταῦθα· διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅπως παρηγορήσωμεν τὸν λαὸν, ὅπως ῥίψωμεν βάλσαμον ἐπὶ τῶν πληγῶν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν μίαν Ἐπιτροπὴν ἐκ τριάκοντα μελῶν, εἴτε ὀλιγωτέρων εἴτε πλειοτέρων, ἥτις κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀπουσίαν θέλει μελετήσει τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ θέλει κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν Σύνοδον ὑποβάλει εἰς τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, κύριοι, δὲν εὑρίσκω ἀπολογίαν εὐπρόσωπον πρὸς τοὺς ἐντολεῖς μου, ὅταν θὰ μεταβῶ πρὸς δικαιολογίαν τῶν ὅσα διεπράξαμεν ἐνταῦθα, παρὰ μόνον τοῦτο τὸ μέτρον. Καὶ συνομολογῶ, καὶ εἶναι ἀληθὲς, καὶ τοῦτο ἡ φυσιολογία τῆς κοινωνιολογίας μαρτυρεῖ, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν τελειοποιοῦνται διὰ μιᾶς· εἶναι ἕνας νόμος ἀκατανόητος τῆς φύσεως καὶ τῆς λογικῆς, ὅτι τὸ πνεῦμα δὲν δύναται νὰ νικήσῃ τὴν ὕλην, εἰμὴ ἐὰν λάβῃ σύμμαχον τὴν ὕλην (Θόρυβος). Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία, τοῦτο καὶ ἐν τῷ Ὁμήρῳ βλέπομεν περιγραφόμενον· ἐνῷ ἠδύνατο ὁ πόλεμος τοῦ Ἰλίου νὰ περατωθῇ ἐν συντόμῳ, ἐδέησεν ὅμως νὰ διαδραματισθῶσι τόσαι σκηναὶ καὶ νὰ γείνωσι τόσαι αἱματοχυσίαι καὶ σφαγαὶ καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα (Θόρυβος). Τὸ αὐτὸ ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἐξόδου τοῦ Ἰσραήλ· ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπέλθωσιν αἱ ἑπτὰ πληγαὶ τοῦ Φαραὼ, ὅπως ἐκεῖνος ἐννοήσῃ τὸ τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ· τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπανάστασιν μὲ τοὺς Ναυαρίνους (Θόρυβος). Παρατηρεῖται, ὅτι ὁ δάκτυλος τῆς θείας προνοίας δὲν ἀποκαθιστᾷ τὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν ἀπ’ εὐθείας καὶ ὡς ἐκ μηχανῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ κατ’ ὀλίγον ποτὲ μὲν ἐπὶ τὰ πρόσω, ποτὲ δὲ ἐπὶ τὰ ὀπίσω βηματισμοῦ τῶν ἐθνῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν τὴν πρότασιν περὶ βελτιώσεως, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλοι μὴ θεωροῦντες αὐτὴν ἐπείγουσαν (Θόρυβος, διάφοροι διάλογοι μεταξὺ τῶν βουλευτῶν). Καταλήγω, κύριοι, συνιστῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ λιμενικῶν τελῶν τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας εἰσαχθῇ εἰς συζήτησιν, δεύτερον ὅπως ἐν τῷ περὶ βοσκῆς νομοσχεδίῳ περιορισθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἐδαφίου, νὰ τιμωρῆται διὰ φυλακίσεως ὁ βόσκων παρανόμως, καὶ τοιοῦτόν τι ἔχω ὑποβάλει πρὸ καιροῦ εἰς τὴν Βουλὴν «εἰς τὸ ἄρθρον 422 τοῦ ποινικοῦ νόμου νὰ προστεθῇ ὡς ἐδάφιον 7 τὸ ἑξῆς· ὁ κύριος ζώων ἢ καὶ ποιμνίων καὶ ὁ ἐπὶ μισθῷ ἢ ἄλλῃ συμφωνίᾳ βοσκὸς ἢ φύλαξ τοιούτων εἰσελαυνόντων ἢ βοσκόντων εἰς κτήματα οἱαδήποτε ἀλλότρια ἐναντίον ἢ ἄνευ τῆς ἐγγράφου ἀδείας τοῦ ἰδιοκτήτου, καταγινοσκομένης καὶ ἀποζημιώσεως ἐκ δρ. 50, ἐκτὸς μείζονος ἐκτιμήσεως, ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος.» Τὸ ἐδάφιον τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα οὔτε τοῦ κ. Πετσάλη, οὔτε εἰς τοὺς κ. ἐκ Λαμίας βουλευτὰς, οὔτε κανενὸς, εἶναι ἀπόλυτον, εἶναι ἀφῃρημένον, καὶ ἑπομένως πᾶς τις ὅστις ἤθελε βοσκήσει παρανόμως τιμωρεῖται. Δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου θέλει περισταλῆ ἡ κατάχρησις τῆς βοσκῆς. Καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας δέχεται τοὺς πατριώτας τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου καὶ τοῦ κ. Ζέγγελη μὲ χιλιάδας ποιμνίων κατὰ πᾶν φθινόπωρον, καὶ οἱ κύριοι αὐτῶν, μὴ ἔχοντες τὰς γνώσεις τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου περὶ ἀδίκου ἢ δικαίου, βόσκουν τὰ ποίμνιά των ἐντὸς τῶν κτημάτων τῶν ξένων καὶ καταστρέφουσιν αὐτὰ, καὶ ἐφέτος μάλιστα, ὅτε ἦτο ἐλαιοπαραγωγὴ, ἔγεινε μεγάλη καταστροφὴ τοῦ ἐλαιοκαρποῦ. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν νὰ προλάβωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν; τὸν χειμῶνα μόλις ἠδυνήθην νὰ κρατήσω τοὺς συμπολίτας μου ἀπὸ τὴν αὐτοδικίαν.
§20ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλὰ, εἰς τὸν νόμον θὰ συζητηθοῦν ὅλα αὐτά.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μεταξὺ λοιπὸν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ὀφείλουν νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὰς ἀκροτελευταίας ταύτας συνεδριάσεις, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ ταῦτα τὰ νομοσχέδια· πρὸ πάντων δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ μέλλοντος· διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐφεξῆς Κοινοβούλιον, ἐὰν πρόκειται νὰ πολιτευώμεθα τοιουτοτρόπως· νὰ συνεδριάσωμεν 150 φορὰς καὶ νὰ ψηφίσωμεν τέσσαρα μόνον φορολογικὰ νομοσχέδια! (Θόρυβος)
§22ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Προστατεύσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀγορεύοντα, νὰ μὴ διακόπτωσιν.
§23ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγορεύων προστασίας, διότι γνωρίζει ποία εἶναι ἡ κατάστασις ἐν τῇ Βουλῇ. Καταλήγω λοιπὸν, ἐφιστῶν κυρίως τὴν προσοχὴν πάντων εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, διότι θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ μεταμεληθῶμεν.
§24ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων, τῶν ἐχόντων τεσσαρακονταετῆ ὑπηρεσίαν. (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν... (Ἀναγνωσθέντα ψηφίζονται εἰς γʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· ά.) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1882. βʹ.) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 18,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1882. γʹ.) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 26,377 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1883. δʹ.) Περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1882).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως.
§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἀποκρούσῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον, δύναται ὅμως καὶ ὀφείλει, ἐκπληροῦσα καθῆκον παῤῥησιαστικῆς πολιτικῆς ἁρμοζούσης αὐτῇ, νὰ ὑποβάλῃ μετὰ σεβασμοῦ παραστάσεις τινὰς κατ’ αὐτοῦ, ὅτι αἱ ἀποδημίαι τῆς Α. Μ. αἱ συνεχεῖς παραβλάπτουσι τὸν Τόπον, ὅτι παρέβλαψε τὸν Τόπον ἡ ἀποδημία Αὐτῆς ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1880, ὅτι πιθανὸν νὰ παρέβλαψε τὸν Τόπον καὶ ἡ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος λαβοῦσα ἐπίσης χώραν ἀποδημία, καὶ ὅτι πολὺ πιθανὸν νὰ παραβλάψῃ τὸν Τόπον ἡ μελετωμένη ἀποδημία τῆς Α. Μ. κατὰ τὸ ὁποῖον διανύομεν ἔτος, διότι πρόκειται κατ’ αὐτὸ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ δημοτικαὶ, ὁ δὲ περὶ αὐτῶν ἀγὼν προμηνύεται πεισματώδης. Ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἂν ὁποιονδήποτε πρόσωπον ἀδικηθῇ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τούτων, ποῦ θὰ καταφύγῃ ὁ ἀδικηθεὶς ὅπως ζητήσῃ δικαιοσύνην, ἐὰν ἡ Βασιλεία ἀργῇ, ἀπουσιάζουσα; (Ἀναγνωσθὲν τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς γʹ. συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν. Ὁ κ. Γρυπάρης ἔχει τὸν λόγον.
§29Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· παραιτοῦμαι.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιβανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὑποστηρίξας πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι πάντα τὰ φορολογικὰ αὐτοῦ νομοσχέδια ὑπάγονται εἰς τὸ σύστημα τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως, εἶπε καὶ ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, προτιμᾷ νὰ συμφωνῇ μετὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ταύτης ἀείποτε τὸ παράδειγμα νὰ ἀκολουθῇ, ἐπεκαλέσθη δὲ καὶ τὰ ἐν Γαλλίᾳ συμβαίνοντα. Ὁ ἐπιχειρῶν ὅμως νὰ καθυποτάξῃ τοὺς καταναλωτὰς ὑπὸ τὸν φορολογικὸν ζυγὸν, πρέπει νὰ προβαίνῃ μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ περισκέψεως, διότι οἱ βαρεῖς καὶ δυσανάλογοι φόροι πρὸς καιρὸν μόνον πληροῦσι τὸ βαλάντιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπὶ τέλους ὅμως καταξηραίνουσι τὰς πηγὰς τοῦ δημοσίου πλούτου. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ὑπῆρξαν ἐνίοτε ὑπέρογκα φορολογικὰ συστήματα, συμβαδίζοντα μετὰ μεγάλης παραγωγικῆς ἀναπτύξεως καὶ βιομηχανικῆς προόδου, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἣν ἐτελείωσεν ἐνδόξως ὁ μεγαλοφυὴς Πὴλ (1845). Τὰ τοιαῦτα ὑπέρογκα φορολογικὰ συστήματα, δὲν ἐξήντλησαν βεβαίως τὰς πηγὰς τοῦ δημοσίου πλούτου τῶν μεγάλων ἐκείνων Ἐπικρατειῶν, διότι ἐκεῖναι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις μεγάλης ἐμπορικῆς ἰσχύος καὶ τεραστίας βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως, καὶ οἱ ὑπέρογκοι αὐτῶν φόροι προήρχοντο τὸ μὲν ἐκ τῆς ἰδιαζούσης καταστάσεως τῆς ὑπ’ αὐτῶν κατακτήσεως ἄλλων ἐθνῶν, οἵα ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἀγγλίας ἐπὶ τῶν ἀποικιῶν αὐτῆς, τὸ δὲ καὶ ἐξ αἰτίας τῶν μεγάλων ἀποκλεισμῶν, δι’ ὧν ἐδίδετο μεγάλη ὤθησις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας αὐτῶν. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, κύριοι, ἡ μικρὰ καὶ πτωχὴ Ἑλλὰς, ἐν ᾗ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία δὲν προώδευσαν εἰσέτι ἀρκούντως, ἐξηντλημένη οὖσα καὶ ἐξ ἄλλων δυσβαστάκτων φόρων, δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ τοὺς προτεινομένους φόρους ἄνευ σπουδαίας διαταράξεως τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν ἄνευ μεγάλης βλάβης τῆς βιομηχανίας αὐτῶν. Ὁ περιώνυμος Πὴλ ἀπέδειξεν, ὅτι φόρος μέτριος ἀναλόγως διαμενόμενος καὶ μὴ καταπιέζων τὴν κατανάλωσιν, ἀλλ’ ἐπιτρέπων, ὅπως αὕτη γίνηται προσιτὴ τοῖς πᾶσιν, εἶναι μᾶλλον παραγωγικὸς ἢ ὁ ὑπέρογκος φόρος· διότι καθ’ ὅσον τὰ καταναλώσιμα εἶναι προσιτὰ εἰς τὸ μέγα πλῆθος τοῦ λαοῦ, κατὰ τοσοῦτον καὶ ὁ μικρὸς ἐπ’ αὐτῶν φόρος καθίσταται μείζων. Ἡ δὲ πεῖρα καὶ ἡ στατιστικὴ ἐπεκύρωσαν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ μεγάλου ἀνδρός. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, πῶς δύνασθε νὰ ἐλπίζητε, ὅτι ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ὑπέρογκος φόρος δύναται προσηκόντως νὰ λειτουργήσῃ; Πῶς δύνασθε νὰ ἐλπίσητε, ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς, πρὸς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τούτου; Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ χρῆσις ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἡ κατανάλωσις τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ὅταν μία μὲν ὀκᾶ ζύθου μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου τιμᾶται ἀντὶ μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς, μία δὲ ὀκᾶ ῥακῆς ἀντὶ 2 δραχμῶν; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς βάσιν τῶν σκέψεων αὐτοῦ περὶ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ εἰσπράξιμα ἐκ τῶν νέων τούτων φόρων κατὰ τοὺς κανόνας τῆς κοινῆς πείρας καὶ οὐχὶ τῆς ὑπερβολῆς τῆς αἰσιοδοξίας. Ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς καταχρήσεις τῶν φορολογουμένων καὶ τὰς καθυστερήσεις αὐτῶν, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψωσιν, ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων τούτων, μεθ’ ὅσην προσοχὴν καὶ ἂν δώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς εἰσπράξεις, μεθ’ ὅσην ἐπιμέλειαν καὶ αὐστηρότητα καὶ ἂν δείξωσι τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν νέων τούτων φόρων. Ἐὰν ταῦτα πάντα ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελε βεβαίως πεισθῆ, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ πρό τινος χρόνου παρέστησεν ἡμῖν, ἔσεται κατ’ ὄνομα μόνον ἰσοζύγιον, πράγματι δὲ ἔλλειμμα, καὶ ἔλλειμμα σημαντικὸν, ὅπερ θέλει ἔχει ὡς αἰτίαν τὴν διαφορὰν τῶν ὑπολογισθέντων ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν πράγματι εἰσπραχθησομένων. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, κύριοι, ἐκ τοῦ νέου φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζεται ἐν τῷ ἐπιβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν μεγάλην πρόσοδον εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν θὰ ἔχωμεν σπουδαίαν πρόσοδον, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν θὰ στερηθῶμεν καὶ τῆς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσης, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων τούτων καταθλιπτικῶν φόρων, τῶν συνεπαγόντων ὅπως δήποτε μεγάλα προσκόμματα ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ἔτι μᾶλλον ἐν τῇ βιομηχανίᾳ τῶν φορολογηθησομένων τούτων εἰδῶν. Βεβαίως, ἐὰν δι’ οἰκονομιῶν μόνον δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλουσιν ἀπαιτηθῆ καὶ νέοι φόροι καὶ νέαι θυσίαι. Ἀλλὰ διατί οἱ φόροι οὗτοι νὰ ἐπιπέσωσι βαρύτατοι μόνον ἐπὶ τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ λαοῦ; Καὶ δὲν ἦτο ἆρά γε προτιμότερον νὰ καθιερωθῇ καὶ ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τῆς γενικῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον καὶ ἐπανέλαβον; Ἐὰν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐπησχόλει ἐπὶ τούτου τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ καὶ ἐφρόντιζε νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἴτε διὰ διαδικασίας τινὸς, στηριζομένης ἐπὶ δηλώσεως τῶν φορολογουμένων κεφαλαιούχων, εἴτε ἐπὶ ἄλλης τινὸς πράξεως πρὸς ὅσον ἔνεστι ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τοῦ πληρωτέου ὑπ’ αὐτῶν φόρου, ἠδύνατο βεβαίως νὰ ὠφελήσῃ ἔτι μᾶλλον τὸ Δημόσιον. Ἀφοῦ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν προτιμᾷ νὰ μιμῆται τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, διατί δὲν μιμεῖται τὸ παράδειγμα τοῦτο καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἥτις κατέστη μόνιμος ἐν Ἀγγλίᾳ; Μὴ τυχὸν εὗρεν ἑαυτὸν πρόσκομμα ἀνυπέρβλητον εἰς τὴν τρίτην τάξιν τοῦ νόμου τοῦ 1842 τῆς Ἀγγλίας, ἐν ᾗ περιλαμβάνονται ὡς φορολογητέα καὶ τὰ ἐκ τῶν προσόδων εἰσοδήματα καὶ τὰ ἐκ τῶν μετοχῶν μερίσματα; Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ εὑρέσεως τῶν καταλλήλων μέτρων πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ πράξῃ τοῦτο, διὰ τοῦ συζητουμένου σήμερον φορολογικοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν, ἐπιφέρει θανάσιμον τραῦμα καὶ κατὰ τῶν δύω τούτων κλάδων τῆς εἰς τὰ σπάργανα εἰσέτι εὑρισκομένης ἐγχωρίου βιομηχανίας, ἤτοι κατὰ τῆς ζυθοποιΐας καὶ οἰνοπνευματοποιΐας, ὡς ἔπραξε προχθὲς καὶ κατὰ τῶν ἄλλων αὐτῆς κλάδων. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὡς πρὸς τὸν ζύθον διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου παρεμβάλλονται μέγιστα προσκόμματα ἔν τε τῇ παραγωγῇ καὶ τῇ βιομηχανίᾳ τοῦ ὑπερόγκως φορολογουμένου τούτου εἴδους. Μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε μόνον εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν δύω πρώτων ὑλῶν, τῶν χρησίμων πρὸς κατασκευὴν τοῦ ζύθου, τουτέστι ἐπὶ τῆς κριθῆς καὶ τοῦ λυκίσκου, καὶ τοῦτο ἐπεβάρυνε κατὰ ἓξ μόνον λεπτὰ ἑκάστην ὀκᾶν ζύθου· καὶ ἐν τούτοις τὸ εἰσαγωγικὸν τοῦτο τέλος ἐθεωρεῖτο βαρὺ, καὶ ἐθεωρεῖτο βαρὺ, διότι πρὸς παραγωγὴν μιᾶς ὀκᾶς ζύθου ἀπαιτεῖται δαπάνη 55 λεπτῶν, πωλεῖται δὲ οὗτος πρὸς τοὺς μεταπωλητὰς ἀντὶ λεπτῶν 60, ὥστε τὸ καθαρὸν κέρδος τῶν ζυθοποιῶν δὲν ὑπερτερεῖ τὰ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· ἐκ τοῦ κέρδους δὲ τούτου ἀποζημιοῦται ὁ ζυθοποιὸς καὶ διὰ τὸν χυνόμενον ζύθον, οὗτινος ἡ κατασκευὴ ἤθελεν ἀποτύχει ἐξ ἀτμοσφαιρικῶν ἐπιδράσεων, καὶ διὰ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος· πληρόνεται δ’ ὡς φόρος ἐπιτηδεύματος τριακόσιαι δραχμαὶ κατ’ ἔτος παρ’ ἑκάστου ζυθοποιείου, καὶ τοιαῦτα ζυθοποιεῖα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουσιν ἑπτὰ, καὶ ἅπαντα ταῦτα ἐν Ἀθήναις· οἱ δὲ μεταπωληταὶ ἢ ζιθοπῶλαι πληρόνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος 160–180 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις 20 ζυθοπωλεῖα· ἀποζῶσι δὲ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης 1000 περίπου πρόσωπα. Διὰ δὲ τοῦ συζητουμένου, κύριοι, νομοσχεδίου, ἀντὶ τοῦ μέχρι τοῦ ἐκπληρωνομένου εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν 6 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει φόρον ὑπεροκταπλάσιον μὲν, τουτέστι 50 λεπτῶν κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, πενταπλάσιον δὲ, ἤτοι 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ. Ποῖον δὲ ἔσεται τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ βαρυτάτου τούτου φόρου; Ἀναντιῤῥήτως ἕπεται ὁ μέγας περιορισμὸς τῆς καταναλώσεως, διότι οἱ πλεῖστοι θὰ ἀποφεύγωσι τὴν χρῆσιν αὐτοῦ, ἀπαιτοῦντος δαπάνην σημαντικὴν καὶ ἀξίαν λόγου· περιοριζομένης δ’ οὕτω τῆς καταναλώσεως, παρέπεται ἡ ἄφευκτος καταστροφὴ τοῦ κλάδου τούτου τῆς βιομηχανίας, διότι ἡ ἀναλόγως τῆς καταναλώσεως διατήρησις τοῦ παραγομένου ζύθου ἔσεται ἀδύνατος· τὸ μὲν, ἕνεκα τῆς ἐπηρείας τοῦ θερμοῦ κλίματος, ἐπιφέροντος ὀξείδωσιν καὶ μὴ ἐπιτρέποντος τὴν διατήρησιν τοῦ ζύθου πλέον τοῦ μηνὸς, τὸ δὲ καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἀγγείων μεγάλης χωρητικότητος, δυναμένων νὰ περιλάβωσι τὸν ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τῆς καταναλώσεως μὴ καλιστανακόμενον ζύθον· πρὸς δὲ τούτοις ἡ κατασκευὴ τοῦ ζύθου θέλει ἀποβῆ ἀδύνατος καὶ ἐκ τῆς καταστροφῆς τοῦ προζυμίου (τῆς μαγιᾶς) τοῦ ζύθου, ὅπερ ἐνόσῳ δὲν τεθῇ εἰς νέον ζύθον ἀποβάλλει τὴν παραγωγικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου. Ἡ κατασκευὴ δὲ τοῦ ζύθου ἐν Ἑλλάδι εἶναι δαπανηροτέρα ἢ ἐν Εὐρώπῃ, διότι εἰς τὰ βόρεια κλίματα ἐκ μιᾶς ὀκᾶς κριθῆς παράγονται τρεῖς ὀκάδες ζύθου, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις μία ὀκᾶ κριθῆς παράγει δύω μόνον ὀκάδες ζύθου, καὶ τοῦτο διότι ὁ ζύθος ἐνταῦθα, ὅπως διατηρηθῇ, πρέπει νὰ κατασκευάζηται παχύτερος· ὁ δὲ πάγος, ὁ χρησιμεύων εἴς τε τὴν ζύμωσιν τοῦ ζύθου καὶ τὴν διατήρησιν αὐτοῦ, εἶναι εἰς τὰ βόρεια κλίματα εὐθηνότερος ἢ ἐν τῷ μεσημβρινῷ κλίματι τῆς Ἑλλάδος. Ὡσαύτως, κύριοι, εὐθηνότερα εἶναι καὶ αἱ πρῶται ὗλαι αἱ χρησιμεύουσαι πρὸς παραγωγὴν ζύθου, ἡ κριθὴ δηλονότι καὶ ὁ λυκίσκος, καθὸ ἐγχώριοι ἐκεῖ.
§32ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Καλλίτερον θὰ ἦτο, ἐὰν ἐθέτομεν μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ζύθου· οὗτος δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ποτὸν ἐν Ἑλλάδι.
§33ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαλαβάνης λέγει ὅτι ὁ ζύθος δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ποτὸν ἐν Ἑλλάδι· ἐγὼ ὅμως παρατηρῶ τῷ ἀξιοτίμῳ βουλευτῇ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, διότι, ἐὰν ἡ ῥακὴ δὲν χρησιμεύῃ εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ζύθος ὅμως εἶναι λίαν ὠφέλιμος· τὸ μὲν, διότι περιέχει τὴν θρεπτικὴν οὐσίαν τῆς κριθῆς, τὸ δὲ διὰ τὴν ἐν αὐτῷ τονωτικὴν οὐσίαν τοῦ λυκίσκου· διὰ τοῦτο οἱ ἐργάται λαμβάνουσι τὴν ὑγρὰν ταύτην τροφὴν, ὡς ἀποκαλεῖται ὁ ζύθος. Παρατηρῶ λοιπὸν ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου δὲν ἐπιβαρύνει πλέον τοὺς καταναλωτὰς, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπανέλαβε προχθὲς ὁ κ. πρωθυπουργός, ἀλλὰ τοὺς παραγωγούς, οἵτινες θὰ πληρώνωσι φόρον καὶ διὰ τὸν χυνόμενον ζύθον, οὗτινος ἡ κατασκευὴ ἤθελεν, ὡς προεῖπον, ἐνίοτε ἀποτύχει ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ θερμοῦ κλίματος τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ ἀναγκασθῶσιν ἕνεκεν ἐλλείψεως καταναλώσεως νὰ κλείσωσι τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν καὶ ὑποστῶσι μεγάλας ζημίας, στερούμενοι τῆς χρήσεως τῶν μηχανῶν καὶ τῶν καταστημάτων αὐτῶν, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς οὐδὲν ἄλλο εἶδος· οὕτω δὲ θέλει συμβῆ ὥστε ὁ φόρος αὐτὸς ἀπὸ ἐμμέσου (δηλ. φόρου τῆς καταναλώσεως) νὰ κατασταθῇ ἄμεσος (φόρος ἐπιτηδεύματος)· δὲν ἐπιπίπτει δὲ ἐπὶ τὸν ἀναλωτὴν διὰ τῶν καταναλισκομένων παρ’ αὐτοῦ πραγμάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν παραγωγήν. Εἶναι δ’ ἀπολύτως ὑποχρεωτικὸς, διότι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πληρώνῃ πάντοτε ἀναλόγως τοῦ παραγομένου ὑπ’ αὐτοῦ πράγματος, καὶ οὐχὶ δυνητικὸς, ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς καταναλώσεως, ἐκ τῆς θελήσεως τῶν φορολογουμένων. Ἡ φορολογία δ’ αὕτη, ἥτις ὡς ἀπεδείξαμεν, ἐπιβαρύνει τοὺς παραγωγούς, προδήλως ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην, εἶναι ἄδικος, διότι εἶναι τῷ ὄντι ἄδικον οἱ ζυθοποιοὶ νὰ φορολογῶνται ὑπερμέτρως καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰς παραγωγικὰς αὐτῶν δυνάμεις καὶ τὰ πραγματικὰ αὐτῶν κέρδη. Καὶ ἂν ἐπιβάλωμεν, κύριοι, τὸν ὑπέρογκον αὐτὸν φόρον, οὗτινος ἄμεσος συνέπεια ἔσεται ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ κατὰ πρῶτον ὑπὸ τῶν παραγωγῶν καὶ ἡ μετ’ ὀλίγον καταστροφὴ τῆς βιομηχανικῆς αὐτῶν ἐπιχειρήσεως, ἐφαρμόζεται ἆρά γε τὸ Συνταγματικὸν ἀξίωμα, καθ’ ὃ ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ὀφείλουσι νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας αὐτῶν; Μέχρι σήμερον, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραττε κατὰ μέσον ὅρον 5–6 χιλιάδας δραχ. ἐκ φόρου ἐπιτηδεύματος, καὶ 15– 20 χιλιάδας δραχμῶν ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἡ δὲ σημερινὴ παραγωγὴ ἀνέρχεται ὡς ἔγγιστα εἰς 300–400 χιλιάδας ὀκάδων ζύθου κατ’ ἔτος, καὶ ἂν μείνῃ ἡ αὐτὴ παραγωγὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ Κυβέρνησις θέλει εἰσπράττει 150–200 χιλιάδας κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καὶ 90–120 χιλιάδας δραχμῶν κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ· ἀλλὰ δὲν θέλει εἰσπράξει τὸ ποσὸν τοῦτο, οὐδὲ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, διότι οἱ παραγωγοὶ δι’ ἔλλειψιν καταναλώσεως δὲν δύνανται εἰμὴ νὰ παύσωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Οὕτω λοιπὸν διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου καὶ ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη καταπατεῖται καὶ ὁ ταμιευτικὸς αὐτοῦ σκοπὸς δὲν πραγματοποιεῖται. Τοιαῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω περὶ τοῦ ζύθου, περὶ δὲ τοῦ οἰνοπνεύματος, τουτέστι τῆς ῥακῆς, παρατηρῶ, ὅτι ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι εἶναι κοινοτάτη, καὶ ἡ πώλησις δ’ αὐτοῦ παρὰ τῶν παραγωγῶν λίαν διαδεδομένη. Τὸ δὲ ποσὸν τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου καὶ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου εἶναι βαρὺ, διότι ἀποτελεῖ κατὰ μὲν τὸ νομοσχέδιον τὸ ½, κατὰ δὲ τὴν τροπολογίαν αὐτοῦ τὸ ⅓ τῆς ὅλης δαπάνης τῆς παραγωγῆς. Ἡ δὲ πραγματοποίησις τοῦ φόρου τούτου θέλει γείνει διὰ μεγάλης πιέσεως τῶν παραγωγῶν, καὶ στηρίζεται ἐπὶ ἐπισφαλεστάτης βάσεως· διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ παραγομένου ποσοῦ τοῦ τε ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, κατὰ τὸν ὑποδεικνυόμενον διὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου τρόπον, γίνεται διὰ δηλώσεως τῶν παραγωγῶν, ἡ δὲ ἐξέλεγξις τῆς δηλώσεως, κατὰ πλειονοψηφίαν, ὑπὸ Ἐπιτροπῆς, μεταβαινούσης ἐπιτοπίως καὶ ἀποτελουμένης, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, ἐκ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου, τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ δύω εἰδημόνων, διοριζομένων ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς· ἀποβαίνει δὲ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη ἀδύνατος, διότι πρὸ πάντων ἐπὶ τοῦ ζύθου εἰδήμονες ἄνθρωποι, ὅπως βεβαιώσωσι τὴν ἀκρίβειαν τῆς γενομένης δηλώσεως, δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι παρὰ τοὺς παραγωγούς, οἵτινες ἔχουσι πρόδηλον συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς συναδέλφους αὑτῶν, ἀπεκδεχόμενοι παρομοίαν ὑποστήριξιν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἰδίας αὑτῶν παραγωγῆς. Ἐν Ἀγγλίᾳ, Αὐστρίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, κύριοι, ὅπου εὑρίσκονται ἄνθρωποι εἰδήμονες μὲν, ἀλλὰ μὴ μετερχόμενοι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ζυθοπώλου ἢ τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ, δύνανται οὗτοι νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 5. Ἀλλ’ ἐνταῦθα τίς ἄλλος παρὰ τοὺς παραγωγούς; δύναται νὰ παράσχῃ τοιαύτην τεχνικὴν συνδρομήν; Καίτοι δ’ ἐν Αὐστρίᾳ ὑπάρχουσι πολλοὶ τοιοῦτοι εἰδήμονες, ἐπάναγκες κρίνουσι, πρὸς ἀποφυγὴν καταδολιεύσεων, νὰ ἔχωσιν ἐν ἑκάστῳ παραγωγικῷ καταστήματι ζύθου διαρκῶς διαμένοντα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατασκευῆς τοῦ ζύθου ὑπάλληλον δημόσιον, ἔχοντα καὶ τοῦτον εἰδικὰς γνώσεις. Τοῦτ’ αὐτὸ πράττουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ ὡς πρὸς τὰ πνευματώδη ποτὰ, τὴν δὲ προφύλαξιν τούτων, ἧς ἐμνήσθη πρό τινων ἡμερῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, παραδόξως πως ἀποσιωπᾷ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Ὡς πρὸς ἀμφότερα δὲ τὰ φορολογούμενα ἤδη τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν παρατηροῦμεν, ὅτι μεγίστη δυσκολία ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τοῦ καταναλισκομένου ὑπὸ τῶν βιομηχάνων ποσοῦ, οὗ τινος θέλει νὰ γείνῃ συμμέτοχον τὸ Κράτος διὰ τῆς φορολογίας, διότι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ, ὅπερ δύναται νὰ δώσῃ ἡ βιομηχανία, καὶ τοῦ ἀληθῶς καταναλισκομένου, ἐξ οὗ καὶ πορίζεται τὰ κέρδη ὁ βιομήχανος, καὶ εἶναι κίνδυνος μήπως ὁ νόμος φορολογήσῃ οὐχὶ τὸ πραγματικῶς καταναλισκόμενον ποσὸν, ἀλλ’ ὅ,τι πιθανῶς ἤθελε παράγει ὁ βιομήχανος, ὅ,τι πιθανῶς ἤθελε καταναλωθῆ. Ἡ ἐξακρίβωσις δὲ οὐχὶ τοῦ παραγομένου, ἀλλὰ τοῦ καταναλισκομένου ζύθου παρ’ ἑκάστου βιομηχάνου, εἶναι τὸ δυσκολώτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναγκαιότερον συμβεβηκὸς ἐπὶ τῶν φόρων τούτων, οἵτινες πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς καταναλωτάς. Ἡ βάσις τῆς δηλώσεως διὰ τῆς ὁμολογίας τῶν ἰδίων φορολογουμένων, ἣν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι πάντοτε ἀσφαλής· διότι, ἕνεκα τῆς ὑπερμέτρου φορολογία, ὡς εἴπομεν, τινὲς παραγωγοὶ θέλουσι διαπαίζει τὴν ἐπιβαλλομένην αὐτοῖς ὑποχρέωσιν, καὶ θέλουσι καταφεύγει εἰς τὸν δόλον, ἵνα ἀποφεύγωσι τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νομίμου φόρου, καὶ οὕτω οἱ μὴ δόλιοι παραγωγοὶ θὰ μειονεκτῶσιν ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Εὐκταῖον θὰ ἦτο, κύριοι, ὁ φορολογούμενος νὰ μὴ θέλῃ νὰ διαπαίζῃ τὴν ἐπιβαλλομένην αὐτῷ ὑποχρέωσιν πρὸς ἀκριβῆ δήλωσιν, καὶ τὸ Κράτος νὰ ἠρκεῖτο μόνον εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· τὰ δὲ μέτρα, τὰ καθιερούμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἀληθείας, τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς ἀκριβείας τῆς δηλώσεως, οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀποχρῶντα, καθ’ ἃ προσείπομεν, ὅπως ματαιώσωσι τὰς καταδολιεύσεις τῶν παραγωγῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐνταυτῷ ἐπαχθῆ καὶ καταστρεπτικά, διότι ἀποτελοῦσιν αὐστηρὰν, φορτικὴν καὶ ἐπικίνδυνον ἔρευναν. Ἡ ἀτομικὴ ἐλευθερία ἑκάστου πολίτου ἀποκρούει τὴν τοιαύτην αὐστηρὰν κατεξέτασιν τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Αὐτὴ ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον ἀπωθοῦσι τὴν δημοσιότητα, εἰς ἣν θέλει νὰ ὑποβάλῃ ὁ φορολόγος τὴν ἐμπορικὴν κατάστασιν τοῦ βιομηχάνου, διότι ὁ βιομήχανος πολλάκις εὑρίσκεται εἰς προσωρινὰς δυσκολίας, καὶ ἡ ἐξακρίβωσις καὶ δημοσίευσις αὐτῶν δύναται νὰ φέρῃ μεγάλας καταστροφάς. Ἐπανερχόμενος δὲ, κύριοι, εἰς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, παρατηρῶ, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ζύθου, οὗ ἡ ἀξία εἶναι ἴση πρὸς τὸν φόρον, εἶναι ἄδικος παραβαλλομένη πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς ῥακῆς καὶ τοῦ ῥουμίου, ὧν ἡ ἀξία εἶναι 2 σχεδὸν δραχμῶν τὴν ὀκᾶν, ἀδικωτάτη δὲ παραβαλλομένη πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ κονιὰκ, ἀψινθίου, βερμουτίου, κλπ. ὧν ἀξία εἶναι 8–10 φράγκων κατ’ ὀκᾶν· διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ αὐτὸς φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ πάντων τῶν εἰδῶν τούτων, ἤτοι 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ μεγαλειτέρα δὲ, κύριοι, κατανάλωσις τοῦ ἐγχωρίου ζύθου καὶ τῆς ῥακῆς γίνεται ὑπὸ τῆς κατωτέρας τάξεως, διότι οἱ τῆς ἀνωτέρας μεταχειρίζονται ζύθον τῆς Γερμανίας ἢ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἀντὶ ῥακῆς μεταχειρίζονται κονιὰκ, βερμούτιον, ἀψίνθιον καὶ ῥοσόλια· καὶ ἂν μὲν ἡ ῥακὴ ἢ τὸ ῥοῦμι δὲν χρησιμεύῃ εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ ἀνθρώπου, συντελεῖ ὅμως εἰς τὴν ψυχαγωγίαν τοῦ ἐργάτου κατὰ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ. Ὁ ζύθος ὅμως ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι λίαν ὠφέλιμος εἰς τὴν ὑγείαν, διότι ἔχει καὶ τὴν θρεπτικὴν οὐσίαν τῆς κριθῆς καὶ τὴν τονωτικὴν τοῦ λυκίσκου. Ἐπιβαρύνοντες λοιπὸν τὸν ζύθον διὰ τοῦ τοιούτου φόρου, ἀποστερεῖτε τὸν ἐργάτην καθημερινῆς τροφῆς, τοῦ ὑγροῦ καλουμένου ἄρτου. Καὶ ἡ λογικὴ, κύριοι, καὶ ἡ ἱστορία καὶ τὰ παραγγέλματα σοφῶν διδασκάλων τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας διδάσκουσιν, ὅτι ἡ ἐγχώριος βιομηχανία κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς νηπιότητος αὐτῆς δεῖται συνδρομῆς, προστασίας καὶ ἐμψυχώσεως, ὅπως μὴ μαρανθῇ καὶ ἀποθάνῃ ἐν τῇ γενέσει αὐτῆς, καὶ ὅτι ἀπαιτεῖ συνδρομὴν μέχρις οὗ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς ὡριμότητος καὶ τῆς προόδου, ὅτε ἀσφαλῶς δύναται νὰ ἐγκαταλειφθῇ εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις. Ἡ Ἀγγλία, τῆς ὁποίας ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκολουθῇ πάντοτε τὸ παράδειγμα ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔφθασεν εἰς τὴν σημερινὴν ἀκμὴν τῆς βιομηχανικῆς αὐτῆς προόδου, διὰ τῆς διηνεκοῦς ἐπιδράσεως τῆς Ἐξουσίας καὶ τῶν προστατευτικῶν νόμων καὶ θεσμῶν μέχρι τοῦ 1845 ἐπὶ τοῦ ἐνδόξου Ῥοβέρτου Πὴλ, ὅτε ἠνδρώθη ἡ βιομηχανία αὐτῆς καὶ ἐγκατελείφθη εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις καὶ ἐτέλεσε νέας προόδους καὶ νέας βιομηχανικὰς κατακτήσεις. Εἰς πάντα δὲ τὰ εὐνομούμενα κράτη ἡ Νομοθεσία καὶ Ἐξουσία πρώτιστον καθῆκον κρίνουσι νὰ ἐξασφαλίζωσι τοὺς παραγωγοὺς ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν τῶν προϊόντων αὐτῶν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν, αἵτινες παρακολουθοῦσι τὰς πρώτας αὐτῶν βιομηχανικὰς ἀποπείρας, διότι διὰ τῆς Κυβερνητικῆς συνδρομῆς πρὸς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς βιομηχανίας διανοίγονται ἐν τῇ χώρᾳ νέαι πηγαὶ κοινωνικοῦ πλούτου καὶ ἐργασίας. Εἰς τοὺς διέποντας δὲ τὰς τύχας ἀρτισυστάτου ἔθνους δέδοται ἀναγκαίως ἡ αἵρεσις ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσι διὰ παντὸς τὴν παραγωγὴν προϊόντων τινῶν, φονεύοντες αὐτὴν, οὕτως εἰπεῖν, δι’ ὑπερόγκων φόρων, ἀποκλειόντων τὴν κατανάλωσιν, ἢ νὰ ἀρκεσθῶσι πρὸς καιρὸν εἰς ἐλάχιστον φόρον, ἀπολαμβάνοντες βραδύτερον πλειότερον καὶ δημιουργοῦντες οὕτω νέους παραγωγοὺς, ἑτοίμους νὰ προαλειφθῶσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ γενικοῦ συναγωνισμοῦ. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προετίμησε φορολογίαν, ἥτις προσλαμβάνει χαρακτῆρα μηχανῆς πρὸς ἐξάντλησιν, προετίμησε τὴν ἐξόντωσιν καὶ δύω προσέτι κλάδων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, καὶ οὕτω ῥίπτει εἰς τὰς ἀγυιὰς χιλιάδας πτωχῶν ἀνθρώπων, ἀποζώντων ἐκ τῆς βιομηχανίας τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν· διότι ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς, ἡ προκύπτουσα ἐκ τοῦ ὑπερόγκου φόρου, σταματᾷ σχεδὸν πάντοτε τὴν ζήτησιν τοῦ ἐπιβεβαρημένου εἴδους. Πασίγνωστον δ’ εἶναι ὅτι αἱ ὀλιγώτερον προοδεύουσαι βιομηχανίαι εἶναι αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν παρέμβασιν τοῦ δημοσίου εἰσπράκτορος, καὶ ὅτι ἐν γένει οὐδὲν ἄλλο δίδει ὤθησιν ἰσχυροτέραν εἰς τὴν παραγωγὴν εἴδους τινὸς παρὰ τὴν κατάργησιν παντὸς φόρου, περιορίζοντος τὴν πώλησιν αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἐπουσιῶδες πρᾶγμα, κύριοι, ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων. Οἱ φόροι οὗτοι πρέπει αὐστηρότατα νὰ κριθῶσιν· διότι οἱ ὑπάρχοντες φόροι, καὶ ἂν στηρίζωνται ἐπὶ ἀδίκου βάσεως, ἔχουσιν οὐδὲν ἧττον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὰς ἕξεις τῶν φορολογουμένων καὶ τὴν ἐξοικείωσιν αὐτῶν πρὸς τοὺς φόρους τούτους, ἐνῷ, ἐὰν οἱ νέοι φόροι ὦσιν ἄδικοι, ἐὰν ὦσιν ἄνισοι καὶ ἐπαχθεῖς, πολλὰ θέλουσι διεγείρει παράπονα, πολλὰς ἀνωμαλίας, πολλὰς ἀντιπράξεις. Ἰδίως δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου θέλουσι διεγερθῆ τὰ παράπονα τῆς κατωτέρας τάξεως τῆς κοινωνίας, τοῦ πτωχοῦ λαοῦ· διότι, ὡς εἴπομεν, οἱ τῆς ἀνωτέρας τάξεως μεταχειρίζονται, ἀντὶ τοῦ ἐγχωρίου ζύθου, ζύθον τῆς Γερμανίας ἢ Ἀγγλίας, καὶ ἀντὶ τῆς ῥακῆς κονιάκ. Ἀντὶ δὲ νὰ ἐπιβάλλητε τοιούτους φόρους, ὠφείλετε, Κύριοι, ὑπουργοί, νὰ ἀποκόψητε τὰς ἐξογκούσας τὸν προϋπολογισμὸν περιττὰς δαπάνας καὶ νὰ ἀφήσητε τὸν δυστυχῆ λαὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ οὗτος τὴν τροφὴν τοῦ ζύθου καὶ νὰ ποιῆται πρὸς εὐχαρίστησιν αὑτοῦ μετρίαν χρῆσιν πνευματωδῶν ποτῶν, δαπανῶν πρὸς τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα χρήματα ἐξ ὅσων ἀπολαμβάνει ἐκ τῶν διὰ τῶν αἱματηρῶν αὑτοῦ ἱδρώτων καταβρεχομένων κόλπων τῆς γῆς. Νέφος πικρίας καὶ θλίψεως ἐπικαλύπτει τὴν καρδίαν παντὸς εὐαισθήτου ἀνθρώπου, βλέποντος ὅτι ὁρμαθοὶ φορολογικῶν νομοσχεδίων ἀγγέλλουσι τὴν ἐπιβολὴν φόρων, ἐπιβαρυνόντων οὐχὶ τοὺς πλουσίους καὶ κεφαλαιούχους, ἀλλὰ τὸν δυστυχῆ λαὸν τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἀθλητὴν τοῦτον τῆς πενίας, τὸν τροφὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Ναί, κύριοι, ὑπὸ ἀπελπισίας καταλαμβάνεταί τις, ἀναλογιζόμενος, ὅτι ἡ ἀπληστία τῶν φορολογούντων ἐπιπίπτει ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὅτι αὐτοῦ τὴν πενιχρὰν καλύβην πολιορκοῦσι τὰ ὄργανα τῆς εἰσπράξεως, ὅπως πρὸς πληρωμὴν φόρου κατάσχωσι καὶ τὸν τελευταῖον κόκκον τοῦ καρποῦ, ὃν ἠδυνήθη νὰ συλλέξῃ, μὴ ἀφίνοντες αὐτὸν οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἥσυχον νὰ τρώγῃ τοὐλάχιστον ἐν πικρίᾳ καὶ θλίψει τὸν ξηρὸν ἄρτον, ὃν διὰ πολλῶν κόπων καὶ μόχθων ἀπέκτησεν· ἐπὶ τῆς γῆς δὲ τῆς Ἑλληνικῆς, ἐπὶ τῆς γῆς ταύτης, ἣν ὁ λαὸς διὰ τοῦ ἰδίου αὑτοῦ αἵματος ἀπέσπασεν ἀπὸ τῶν χειρῶν τῶν τυράννων αὑτοῦ, κατασύρεται σήμερον εἰς ἀφόρητον κατάστασιν, σύρων χαμαὶ ἐλεεινὴν καὶ ἀβίωτον ὕπαρξιν, ἀδιακόπως αὐτὸς, αὐτὸς καὶ μόνος ὑποβαλλόμενος ὑπὸ τὸν φορολογικὸν ζυγὸν ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἣν διὰ τῶν ἱδρώτων αὑτοῦ διατρέφει· ὁ δὲ κατ’ αὐτοῦ φορολογικὸς πόλεμος δυστυχῶς οὐδεμίαν ἔχει ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἀνακωχήν. Ἀλλ’ ἡ πανταχόθεν ἀκουομένη, κύριοι, κατακραυγὴ τοῦ λαοῦ ἐκδηλοῖ σφοδρὸν ἐρεθισμὸν καὶ μεγίστην ἀγανάκτησιν καὶ προαγγέλλει, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν οὗτος θέλει ζητήσει νὰ καθαρίσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸν λογαριασμὸν αὑτοῦ πρὸς Ἐξουσίαν, ἀσυνειδήτως καὶ ἀπανθρώπως καταθλίβουσαν αὐτὸν δι’ ὑπερόγκων φορολογιῶν· ὅταν δὲ ὁλόκληρος λαὸς λαλῇ, κύριοι ὑπουργοί, ἡ φωνή, ἡ κραυγὴ αὐτοῦ πρέπει νὰ βαρύνῃ πολὺ ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς κρίσεως ἡμῶν περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὅσον ἐβάρυνεν ἄλλοτε ἐν Ῥώμῃ τὸ ξίφος τοῦ Βρέννου.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δώσω ὀλίγας ἐξηγήσεις περὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ἑκάστου ἄρθρου;
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι, ἐὰν δώσωμεν ταύτας τὰς ἐξηγήσεις ἤδη ἐν συνόλῳ, δυνάμεθα νὰ τὰς διατάξωμεν εὐμεθοδώτερον καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ δίδωμεν ἑρμηνείας εἰς τὰς κατ’ ἄρθρον συζητήσεις, ἐπανερχόμενοι ἑκάστοτε ἐπὶ τὰ αὐτά. Κυρίως ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ὑπῆρχε δισταγμός τις, διότι ὁ καθιερούμενος τρόπος τῆς βεβαιώσεως ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ δὲν παρεῖχεν ἴσως ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ὑπῆρχε κίνδυνος μὴ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐγγυήσεων καταστῇ καταθλιπτικὸς ὁ φόρος πρὸς τοὺς ἐργοστασιάρχας, διότι θὰ ἀναγκάζηται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπιδιώκῃ, ἐν τῇ αὐστηρότητι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν, τὴν ἀναπλήρωσιν τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, ὁ φόρος θὰ ἐπεβάλλετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῆς μηχανῆς, καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ. Ἀλλ’ ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς μηχανῆς δύναται νὰ παράγῃ προϊόν πλειότερον ἢ ὀλιγώτερον ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τοῦ πλούτου τῆς πρώτης ὕλης, τὴν ὁποίαν θέλει ἀποστάξει, ἀναλόγως τῆς δραστηριότητος, μεθ’ ἧς θέλει λειτουργεῖ. Ἐκτὸς δὲ τῶν εἰς τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς μηχανῆς ἀφορώντων θὰ ἦτο συντελεστικὸν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ὑποχρέωσις, ὅπως δηλῶται καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἑκάστοτε παραγωγῆς καὶ τὸ ποσὸν τῆς πρὸς τὴν παραγωγὴν καταναλωθείσης πρώτης ὕλης, ὅπως ἐκ τῶν τριῶν τούτων στοιχείων δύνηται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξελέγχῃ τὰ τοῦ καταλογιζομένου φόρου. Ὅταν ἔχωμεν δήλωσιν περὶ τοῦ εἴδους τῶν πρώτων ὑλῶν, αἵτινες ἑκάστοτε εἰσάγονται εἰς τὸ κατάστημα καὶ καταναλίσκονται, ὅταν γινώσκομεν τὴν περιεχομένην ἀναλογίαν οἰνοπνεύματος ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ πρώτης ὕλης, ὅταν συμπληρῶται ἡ περὶ καταναλωθείσης πρώτης ὕλης δήλωσις διὰ δηλώσεως περὶ τῆς ἐκ ταύτης ἀποκομισθείσης παραγωγῆς, ὅταν ἔχωμεν βεβαιωμένην τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς μηχανῆς, οὐδὲν ὑπολείπεται πρὸς ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν ἢ ὁ συνδυασμὸς τῶν στοιχείων τούτων. Ἀλλ’ ἔχοντες τοιαῦτα στοιχεῖα ἐλέγχου, προσφορώτερον εἶναι τὸν φόρον νὰ καταλογίσωμεν οὐχὶ πλέον ἐπὶ τῆς δυνάμεως τῆς μηχανῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου οἰνοπνεύματος ἐν τῇ καταναλισκομένῃ πρώτῃ ὕλῃ, διὰ τῶν ἄλλων δὲ στοιχείων νὰ βασανίζωμεν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ καταλογισμοῦ. Ἵνα δύνηται δὲ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ πρώτη ὕλη ὡς βάσις τοῦ καταλογισμοῦ τοῦ φόρου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν πίνακα ἀναλογικόν, δηλοῦντα ὁπόσον οἰνόπνευμα ἐξ ἑκάστου εἴδους πρώτης ὕλης δύναται νὰ παραχθῇ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ τροπολογία καθορίζει τὸν τρόπον τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πίνακος. Πρὸς βεβαίωσιν τῆς καταναλωθείσης πρώτης ὕλης ἀπαιτεῖ τὸ τροπολογηθὲν νομοσχέδιον δήλωσιν τοῦ ποσοῦ καὶ τοῦ εἴδους, κατὰ τεταγμένας διορίας γινομένην, καὶ δήλωσιν περὶ τῆς παραγωγῆς, πρὸς δὲ καὶ ὅλας τὰς ἄλλας πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ἀπῄτει· ἀναθέτει δὲ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ὅπως, συνδυάζων τὰ διδόμενα ταῦτα πρὸς τὸν ἀναλογικὸν πίνακα τοῦ περιεχομένου ἐν ταῖς πρώταις ὕλαις οἰνοπνεύματος, προσδιορίσῃ τὸν καταλογιστέον φόρον. Ἀλλὰ κανονιζομένου τοῦ φόρου διὰ τοῦ τεκμηρίου τῆς καταναλωθείσης πρώτης ὕλης, δέον νὰ καθορισθῇ καὶ ἡ μονὰς τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν τῇ πρώτῃ ὕλῃ περιεχομένου οἰνοπνεύματος, ἐπὶ τῇ αὐτῇ φορολογικῇ ἀναλογίᾳ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου. Ποία εἶναι ἡ μονὰς τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου; Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ἔθετε μονάδα φόρου 50 λ. κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς ῥακῆς, τοῦ ῥουμίου καὶ τῶν ἄλλων πνευματωδῶν ποτῶν. Τὰ πνευματώδη ποτά, κατὰ μέσον ὅρον, ἔχουσι περιεκτικότητα ἀνύδρου οἰνοπνεύματος περὶ τὰ 50%, τουτέστι, κατὰ τὸ ὑγρόμετρον τοῦ Καρτιέρου, ἔχουσι δύναμιν 19 βαθμῶν. Ἀλλὰ τὸ ὑγρόμετρον τοῦ Καρτιέρου, ὅπερ εἶναι τὸ παρ’ ἡμῖν ἐν χρήσει, δὲν παρέχει ἀκρίβειαν, διότι εἶναι μέτρον μᾶλλον ἐμπειρικόν· τὸ παρέχον ἀκρίβειαν εἶναι τὸ ἑκατοντάβαθμον. Τοῦτο λοιπόν, ἀντὶ τοῦ ὑγρομέτρου τοῦ Καρτιέρου, λαμβάνει ὡς βάσιν ἡ τροπολογία· εἶναι εὔκολον δὲ διὰ τοῦ πίνακος τῆς ἀναγωγῆς νὰ προσδιορισθῇ ὁ πρὸς ἕκαστον βαθμὸν τοῦ ὑγρομέτρου τούτου ἀντιστοιχῶν βαθμὸς τοῦ ὑγρομέτρου τοῦ Καρτιέρου. Ἀφοῦ ἡ ῥακὴ καὶ τὰ ἄλλα πνευματώδη ποτὰ κατὰ μέσον ὅρον ἔχουσι δύναμιν 19 βαθμῶν τοῦ ὑγρομέτρου τοῦ Καρτιέρου, ἤτοι περιεκτικότητα 50% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ προσδιορίζεται ὁ φόρος οὐχὶ πλέον ἐπὶ τῆς ῥακῆς, τοῦ ῥουμίου καὶ τῶν λοιπῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, τοῦ κατὰ μέσον ὅρον περιεχομένου ἐντὸς ἑκάστης ὀκᾶς αὐτῶν. Τοῦτο ἐξεφράσθη ἐν τῇ τροπολογίᾳ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ἣν προσδιορίζεται ὁ φόρος εἰς 50 λεπτὰ, ὡς καὶ ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ, ἐπὶ παντὸς πνευματώδους ὑγροῦ ἐφ’ ὅσον περιέχει 50% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Προετιμήθη ἡ τοιαύτη ἔκφρασις, ὡς διατρανοῦσα τὴν σχέσιν τῆς νεωτέρας διατάξεως πρὸς τὴν ἀρχικήν· ἀλλ’ ἡ αὐτὴ ἰδέα δύναται νὰ ἐκφρασθῇ ἐπιστημονικώτερον, καὶ νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν ἐν τοιούτῳ πνεύματι τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως. Θέλοντες ἵνα μείνωμεν ἐγγὺς εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, διετηρήσαμεν ὡς μονάδα φορολογικὴν τὰ 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, προσθέσαντες ὅμως ὅτι ἀντεστοίχει αὕτη πρὸς τὰ ἐν τῇ ὀκᾶ τοῦ πνευματώδους ὑγροῦ περιεχόμενα 50 ἑκατοστὰ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος· ἀλλ’ ἀφοῦ κατὰ ταῦτα οὐχὶ ἡ ὀκᾶ, ἀλλ’ ἡ ἡμίσεια ὀκᾶ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος ὑποβάλλεται εἰς φόρον 50 λεπτῶν, κυριολεκτικώτερον θὰ ἐξεφραζώμεθα, ἂν, ἀντὶ μονάδος 50 λεπτῶν ἐπὶ ὑγροῦ περιέχοντος ἡμίσειαν ὀκᾶν ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, ὡρίζωμεν τὴν μονάδα εἰς μίαν δραχμὴν ἐπὶ τῆς ἀκεραίας ὀκᾶς τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Ἡ 1 δρ. ἐπὶ τῆς ὀκᾶς τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, τουτέστι τῆς περιεχούσης 100% οἰνοπνεύματος, εἶναι αὐτὸς ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἔχομεν οὕτω φορολογίαν πρὸς ἣν δυνάμεθα νὰ σχετίσωμεν καὶ τὰς πρώτας ὕλας κατὰ λόγον τοῦ ἐν αὐταῖς περιεχομένου οἰνοπνεύματος. Οὕτω καθορίζοντες τὰ τῆς φορολογίας, ἁπλοποιοῦμεν τὴν λύσιν καὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδίως τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τοῦ προϊόντος τῶν λεβήτων, τῶν ἐργαζομένων οὐχὶ πρὸς παραγωγὴν ῥακῆς, οὐχὶ πρὸς παραγωγὴν ἄλλων ποτῶν πνευματωδῶν, ἀλλὰ πρὸς παραγωγὴν πρώτου ἀποστάγματος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς πρώτη ὕλη εἰς τὰ καταστήματα, τὰ ἐκ περαιτέρας ἀποστάξεως παράγοντα πνευματώδη ποτά. Ἀφοῦ ἡ φορολογία ἤδη δὲν καταλογίζεται ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν λεβήτων, ἀλλ’ ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου ἐν τῇ πρώτῃ ὕλῃ καὶ τοῦ ἐκ ταύτης παραγομένου οἰνοπνεύματος, δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν, ὅτι πάντα τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα πρῶτον ἀπόσταγμα (σοῦμαν) δυνάμεως κάτω τῶν 14 βαθμῶν Καρτιέρου, — διότι τοῦτο ὀνομάζεται σούμα παρ’ ἡμῖν, — εἶναι ἀφορολόγητα, δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, εἶναι ἐντελῶς ἐλεύθερα ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν εἰς τὰ χωρία τὸ πρῶτον στάλαγμα, ἔχει δύναμιν πολὺ μεγαλειτέραν ἀπὸ 14 βαθμούς· νομίζω δὲ ὅτι αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καταστήματα ἐκ πρώτης ἀποστάξεως παράγοντα ῥακὴν δὲν ὑπάρχουσιν· ἀλλ’ ἐὰν τοῦ πρώτου ἀποστάγματος μικρὸν ποσὸν ἔχει δύναμιν μεγαλειτέραν τῆς κανονικῆς, τοῦτο δὲν δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς φορολογήσιμον τὸ κατάστημα.
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλονται εἰς φόρον τὰ καταστήματα, τὰ παράγοντα πνευματώδη ὑγρὰ, δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ποτὰ, ἢ οἰνοπνεύματα δυνάμεως μεγάλης, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ἄνευ νεωτέρας ἀποστάξεως εἰς κατασκευὴν ποτῶν.
§41ΤΡΑΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν παρατήρησιν. Ὀλιγώτερον τῶν 14 βαθμῶν δὲν εἶναι τίποτε, οὔτε σούμα, οὔτε τίποτε· ἀπὸ 14–17 βαθμῶν εἶναι ἡ σούμα.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐκαλέσαμεν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδημόνων, ἠρωτήσαμεν αὐτοὺς καὶ παρ’ αὐτῆς ἠκούσαμεν, ὅτι ὡς σούμα ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ὑγρὸν μέχρι τοῦ βαθμοῦ 14 Καρτιέρου· δύναται νὰ φθάσῃ ἡ σούμα καὶ εἰς δύναμιν 15 βαθμῶν ἢ καὶ ἀνωτέραν, δὲν θὰ ἔχωμεν δὲ δυσκολίαν ἀντὶ τῶν 14 βαθμῶν ν’ ἀναγράψωμεν 15 ἢ καί τι πλέον, διότι ἐκ τῆς σούμας τῶν 15 βαθμῶν δὲν δύναται ἄνευ νεωτέρας ἀποστάξεως νὰ κατασκευασθῇ ποτόν· ἀποβλέπομεν δὲ εἰς τὴν γενικὴν παραγωγὴν τοῦ καταστήματος, ἵνα χαρακτηρίσωμεν αὐτὸ ὡς ἀφορολόγητον, οὐχὶ δὲ εἰς τὰ μικρὰ ποσὰ ἀνωτέρας δυνάμεως, ἅπερ παράγει ἐξαιρετικῶς. Ἕν μόνον κατάστημα ὑπάρχει παράγον πρῶτον ἀπόσταγμα ἀνωτέρας δυνάμεως τῆς συνήθους σούμας, καὶ εἶναι τὸ ἐν Κερκύρᾳ κατάστημα τοῦ Μπράουν. Τοῦτο παράγει πρῶτον ἀπόσταγμα ἔχον δύναμιν 36 βαθμῶν, καὶ χρησιμεῦον εἰς ἄλλα καταστήματα, παράγοντα οἰνοπνευματώδη ποτὰ, ὡς πρώτη ὕλη. Κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ παραγωγὴ τοῦ Κερκυραϊκοῦ καταστήματος, ὑποβαλλομένη ἀμέσως εἰς φορολογίαν, διατελεῖ ἐν ἴσῃ φορολογικῇ μοίρᾳ πρὸς τὴν σούμαν, ὅταν ταύτης γίνεται χρῆσις εἰς παραγωγὴν ποτῶν· ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ κατάστημα τοῦ Μπράουν θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς φορολογίαν διὰ πᾶσαν τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ συνήθης σούμα δὲν ὑποβάλλει εἰς φορολογίαν τὰ παράγοντα αὐτὴν καταστήματα, ἀλλὰ φορολογεῖται ὡς πρώτη ὕλη ἐν τοῖς καταστήμασιν, ἔνθα μεταποιεῖται εἰς ποτὸν ἢ εἰς οἰνόπνευμα. Εἶναι δὲ καὶ τὸ μέτρον τοῦ φόρου τὸ αὐτό· διότι, ὅπως τὸ Κερκυραϊκὸν κατάστημα φορολογεῖται κατὰ λόγον τοῦ παραχθέντος ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, οὕτω καὶ ἡ συνήθης σούμα θέλει φορολογηθῆ ὡς πρώτη ὕλη κατὰ λόγον τοῦ ἐν αὐτῇ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος· τοῦ δὲ καταστήματος τοῦ Μπράουν τὸ προϊὸν, ἐξοφλῆσαν τὸν φόρον ἐν τῷ καταστήματι τῆς παραγωγῆς, ἀπαλλάσσεται αὐτοῦ ἐν τοῖς καταστήμασιν, ἔνθα εἰσάγεται ὡς πρώτη ὕλη. Ἡ ἀπαλλαγὴ αὕτη ἀπὸ τῆς φορολογίας ὡς πρώτης ὕλης τοῦ πρώτου ἀποστάγματος, τοῦ ἔχοντος δύναμιν ἀνωτέραν τῆς συνήθους σούμας, δεικνύει, ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐκείνου καὶ ταύτης ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, ἐπιβαλλομένης ὡς πρὸς ἐκεῖνο μὲν ἐν τῷ καταστήματι τῆς παραγωγῆς, ὡς πρὸς ταύτην δὲ ἐν τῷ καταστήματι τῆς μεταποιήσεως, οὐδέποτε δὲ δὶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ προϊόντος. Ἐὰν ἄρα κατάστημά τι παράγει ἀντὶ σούμας ποτὰ ἢ πρώτην ἀπόσταξιν, ἀνωτέραν τῆς συνήθους δυνάμεως, θέλει ὑποβληθῆ εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ τὸ προϊόν τοῦ καταστήματος τούτου, εἰσαγόμενον εἰς κατάστημα μεταποιήσεως, θέλει εἶσθαι ἀπηλλαγμένον τοῦ φόρου τῆς πρώτης ὕλης, ἐνῷ ἡ συνήθης σοῦμα, ὡς μὴ φορολογηθεῖσα ἐν τῷ καταστήματι τῆς παραγωγῆς, θέλει καταλογισθῆ ὡς φορολογητέα πρώτη ὕλη.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν φορολογεῖται ἡ σοῦμα.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνόσῳ δὲν γίνεται χρῆσις τῆς σούμας πρὸς κατασκευὴν ποτοῦ, δὲν φορολογεῖται· εὐθὺς ὅμως ὡς χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη, φορολογεῖται κατὰ λόγον τοῦ ἐν αὐτῇ ποσοῦ τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος.
§45ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς δήλωσιν ὑποχρεοῦνται οἱ κατασκευάζοντες σοῦμαν;
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἔχων κατάστημα παράγον σοῦμαν θέλει δηλώσει τὰ τοῦ καταστήματος οὐχὶ ἵνα ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν, ἀλλ’ ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν καὶ χάριν τῆς στατιστικῆς· ὅταν δὲ ἡ σοῦμα εἰσαχθῇ εἰς κατάστημα, μεταποιοῦν τὰς πρώτας ὕλας εἰς ποτὰ, ὁ διευθυντὴς τοῦ καταστήματος ὅπως ὑποβάλῃ δήλωσιν περὶ τῶν στεμφύλων, τοῦ ἀραβοσίτου, τῶν σύκων καὶ λοιπῶν εἰδῶν, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ὡς πρώτης ὕλης, οὕτως ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν καὶ περὶ τῆς σούμας, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὡς πρώτην ὕλην. Ὅπως δὲ ὁ Ἔφορος θὰ καταλογίζῃ κατὰ τὸν ἀναλογικὸν πίνακα ἐπὶ τῶν ἄλλων εἰδῶν τὸ ποσὸν τοῦ περιεχομένου ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, οὕτω, προκειμένου περὶ σούμας, θὰ προσδιορίζῃ τὸν φόρον κατὰ λόγον τῆς δυνάμεως τοῦ ὑγροῦ, ἤτοι ἐπὶ τοῦ περιεχομένου ἑκάστοτε ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Ἀφοῦ οὕτω καθωρίσθη τὸ τέλος, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, εἶναι εὔκολον νὰ καθορισθῇ καὶ τὸ τέλος, ἐπὶ τῇ αὐτῇ βάσει, τοῦ ποσοῦ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου. Τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα οἰνοπνεύματα ὑποβάλλονται εἰς τέλος δυνάμει τοῦ δασμολογίου, τὸ ὁποῖον μένει ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιβάλλομεν φόρον καταναλώσεως, πρέπει νὰ προστεθῇ ὁ φόρος οὗτος καὶ εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ποτά· ἐνῷ ὅμως εἰς τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν ὁ φόρος καταλογίζεται ἐπὶ τοῦ περιεχομένου οἰνοπνεύματος ἐν τῇ πρώτῃ ὕλῃ, ὁ ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων φόρος δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης, ἥτις δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν Τελωνιακῶν Ἀρχῶν, ἀλλὰ δέον νὰ καταλογισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Εἴπομεν ἐν ἄρθρῳ 2, ὅτι ὁ φόρος θέλει εἶσθαι μία δραχμὴ, ἐὰν ἐντὸς ἑκάστης ὀκᾶς ὑγροῦ περιέχηται οἰνόπνευμα 100%. Τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ποτὰ καὶ οἰνοπνεύματα ἐπὶ ταύτῃ τῇ βάσει πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν, ἤτοι πρὸς μίαν δραχμὴν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτοῖς ἀνύδρου οἰνοπνεύματος· ἀλλὰ χάριν ἁπλοποιήσεως καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται, κατετάξαμεν αὐτὰ εἰς κατηγορίας. Εἰς τὴν πρώτην ἀνήκει τὸ οἰνόπνευμα, ὅπερ θέλει φορολογεῖσθαι πάντοτε ὡς ἄνυδρον, διότι τὸ εἰσαγόμενον ἐν Ἑλλάδι εἶναι περίπου τὸ ἄνυδρον· ἑπομένως δυνάμεθα ὡς πρὸς τοῦτο νὰ μὴ ὑποβάλωμεν τὰς Τελωνιακὰς Ἀρχὰς εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ κατέρχωνται εἰς ἐξέτασιν περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ εἰσαγομένου οἰνοπνεύματος· τὰ εἰσαγόμενα οἰνοπνεύματα πάντα θέλουσι φορολογεῖσθαι διὰ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου, ὡς ἂν ἦσαν καθαρὸν οἰνόπνευμα. Τὰ δὲ πνευματώδη ποτὰ διαιροῦνται εἰς δύω κατηγορίας, εἰς τὰ περιέχοντα κάτω τῶν 70% ἄνυδρον οἰνόπνευμα, καὶ εἰς τὰ περιέχοντα πλέον των 70% ἄνυδρον οἰνόπνευμα· ὅσα περιέχουσιν ἄνυδρον οἰνόπνευμα κάτω τῶν 70% φορολογοῦνται διὰ 70 λεπτῶν, διότι αὕτη εἶναι ἡ ἀναλογία τῆς φορολογίας μιᾶς δραχμῆς ἐπὶ τοῦ ἀνύδρου· ὅσα δὲ περιέχουσιν οἰνόπνευμα ἄνω τῶν 70% θεωροῦνται ὡς οἰνόπνευμα καὶ φορολογοῦνται διὰ μιᾶς δραχμῆς, διότι τὸ κονιὰκ, ὅταν περιέχῃ ἄνω τῶν 70%, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ποτόν.
§47ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διατί νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸν ἴδιον κανόνα...;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀνθρώπινος ἀδυναμία αὕτη, ὁσάκις πρόκηται περὶ διακρίσεων, ὅτι μετέχουσιν αὗται πάντοτε αὐθαιρεσίας ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν τῆς διαιρέσεως· ἰδίως δὲ εἶναι τοῦτο ἐπαισθητὸν προκειμένου περὶ ἀριθμῶν. Ἐὰν ἠκολουθοῦμεν ὁμοιόμορφον κανόνα, πάλιν, ὁριζομένου κατὰ μέσον ὅρον τοῦ φόρου ἐπὶ κατηγορίας ἑνιαίας, τὰ μὲν ὑγρὰ τὰ ἀνωτέρας δυνάμεως τῆς ἀντιστοιχούσης πρὸς τὸν μέσον ὅρον θὰ ὠφελοῦντο, ἐνῷ θὰ ἐπεβαρύνοντο τὰ κατωτέρας δυνάμεως. Προσεπαθήσαμεν νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὴν ἀνισότητα, διαιροῦντες φορολογικῶς τὰ ὑγρὰ εἰς δύω κατηγορίας καὶ ὁρίζοντες ἐν ἑκάστῃ τὸν φόρον τῆς ἀνωτέρας δυνάμεως, ἀφοῦ οἱ πίνακες τῶν τελωνείων μαρτυροῦσιν ὅτι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ συνήθης εἰσαγωγή.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν ἓν πνευματῶδες ποτὸν εἰσάγεται ἔξωθεν καὶ ἔχῃ ἄνω τῶν 70 βαθμῶν δύναμιν, εἶναι ἐκ τῶν λεγομένων διπλῶν ποτῶν, εἰς τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ προσθέσητε ἄλλο τόσον ὕδωρ πρὶν τὸ ἐμπορευθῆτε· ἑπομένως δικαίως τὸ νομοσχέδιον φορολογεῖ αὐτὰ μὲ μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν τὸ εἰσαγόμενον εἶδος περιέχει ὀλιγώτερον τῶν 70 ἑκατοστῶν οἰνοπνεύματος, θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ παρατήρησις, ὅτι φορολογούμενον διὰ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῶν 70 λεπτῶν ἐπιβαρύνεται δυσαναλόγως· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα ποτὰ εἶναι δυνάμεως μεγαλειτέρας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς κατὰ μέσον ὅρον. Ἂν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐθέσαμεν τοὺς ὅρους πολὺ ὑψηλὰ, κατὰ τοῦτο δὲν ἐβλάψαμεν, ἀλλ’ ὠφελήσαμεν, τὴν ἐγχώριον παραγωγήν· ἠθελήσαμεν ὅμως νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν ὅρον ἐν δικαιοσύνῃ. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν ἐξωτερικὴν παραγωγὴν περισσότερον τῆς ἐσωτερικῆς, ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἐπιτύχωμεν, αὐξάνοντες τὸ δασμολόγιον· ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἠθέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ὅρον ἐν ἰσότητι, καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως εἰς κατηγορίας δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν κανόνα ἐν ἰσότητι καὶ ἐν ἁπλότητι παρεχούσῃ μεγάλην εὐκολίαν καὶ εἰς τοὺς εἰσάγοντας καὶ εἰς τὰς Τελωνιακὰς Ἀρχάς. Ταῦτα περὶ οἰνοπνευμάτων. Τὰ τοῦ ζύθου δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ κανονίσωμεν, ὅπως καὶ τὰ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Παρά τισιν Ἐπικρατείαις καὶ ὁ ζύθος φορολογεῖται ἀναλόγως τοῦ περιεχομένου ἐν αὐτῷ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν τοῦ ζύθου γίνεται χρῆσις διάφορος ἢ ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις· παρ’ ἡμῖν, μεθ’ ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὁ ζύθος εἶναι μᾶλλον κατανάλωσις πολυτελείας ἢ κατανάλωσις τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ.
§51ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ κακοηθείας συνάμα.
§52ΤΙΝΕΣ. Ἰδοὺ ὅπου εὑρέθητε ἐπὶ τέλους σύμφωνοι εἰς ἓν πρᾶγμα (ἱλαρότης).
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸν ζῦθον ἄρα δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν διὰ τρόπου ἁπλουστέρου, διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον κανονίζει τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον· ὡς πρὸς τὸν ζύθον εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, ἡ δὲ ἐλάττωσις, ἥτις ἐγένετο τοῦ φόρου ἀπὸ 50 λεπτῶν εἰς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, φαίνεται λίαν ἐπαρκὴς, ἀφοῦ μάλιστα παρατηροῦμεν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἡ γενικωτέρα γνώμη εἶναι, ὅτι ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ βαρέως ὁ ζῦθος.
§54ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. 50 λεπτὰ τοὐλάχιστον.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ φορολογία δὲ αὕτη, ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ ἁπλουστέρου ἐκείνου τρόπου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἔσται ἡ αὐτὴ καὶ ὡς πρὸς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον ζῦθον. Ἄλλως τε εἰς τὰ τοῦ ζύθου, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν πολλὴν σημασίαν, διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ ζύθου δὲν εἶναι μεγάλη· ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἀπεκδεχόμεθα ὡς ἐνδεχομένην ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἴσπραξιν 2,140,000, ὑποθέτω δὲ, ὅτι ἐξ ὅλου τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν εἰς τὸν ζῦθον οὐδὲ τὰς 140,000 δραχμάς· ὥστε ἡ φορολογία τοῦ νομοσχεδίου κυρίως ἀφορᾶ εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα λαμβάνομεν πάντα τὰ ἐξασφαλιστικὰ τῆς βεβαιώσεως μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων θέλω δώσει τὰς ζητηθησομένας ἐξηγήσεις.
§56ΤΡΑΚΑΣ. Οἱ χωρικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καζάνια χωρητικότητος 40–50 ὀκάδων καὶ ἀπὸ τὰ τσίπουρα κάμνουν τὴν σοῦμαν, τὴν ὁποίαν μεταφέρουν καὶ δίδουν εἰς τὰ ἐργοστάσια, αὐτοὶ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσουν;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πλὴν τῆς ἅπαξ γενησομένης δηλώσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἄλλην ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ὁ παράγων ἐκ πρώτης ἀποστάξεως πνευματῶδες ὑγρόν, δυνάμεως οὐχὶ ἀνωτέρας τῆς συνήθους σούμας. Τοῦτο ὅταν εἰσαχθῇ εἰς τὸ κατάστημα, τὸ μεταποιοῦν αὐτὸ εἰς πνευματῶδες ποτόν, θέλει φορολογηθῆ, τῇ ἐπιμελείᾳ καὶ εἰς βάρος τοῦ ἐργοστασιάρχου τούτου καὶ οὐχὶ τοῦ ἀρχικοῦ παραγωγοῦ.
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ σοῦμα, ἡ ὁποία παράγεται ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως, δὲν ὑποβάλλεται κατὰ τὴν νέαν τροπολογίαν εἰς οὐδεμίαν φορολογίαν, ἀλλ’ ὅταν ἡ σοῦμα αὕτη μεταφερθῇ εἰς τὰ ἐργοστάσια, ἔνθα πρόκειται νὰ μεταβληθῇ εἰς οἰνόπνευμα ἀνωτέρου βαθμοῦ, τότε θέλει φορολογηθῆ. Ἐρωτῶ λοιπὸν, θέλει γείνει ἡ φορολογία πρὶν μεταποιηθῇ ἡ σοῦμα εἰς οἰνόπνευμα, ὑποχρέου ὄντος δηλ. τοῦ ἐργοστασιάρχου νὰ κάμῃ δήλωσιν, καὶ νὰ καλέσῃ Ἀρχήν τινα πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ καὶ τῆς περιεκτικότητος αὐτῆς, ἢ θέλει γείνει ἡ φορολογία, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ, μετὰ τὴν μεταποίησιν; τὸ πρῶτον τὸ βλέπω καὶ περιττὸν καὶ δύσκολον· ἐὰν ὅμως παραδεχθῆτε, νὰ φορολογηθῇ μετὰ τὴν μεταποίησιν εἰς οἰνόπνευμα, τότε πλέον εἶναι περιττὸν νὰ λέγωμεν ὅτι θὰ φορολογηθῇ ἡ σοῦμα, διότι τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξαχθῆ, θέλει περιέχει καὶ τὸ πνεῦμα τῆς σούμας, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θέλει χάσει τίποτε, ἀφίνον ἀφορολόγητον τὴν σοῦμαν. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ἐργοστασιάρχης μεταχειρίζεται χιλίας ὀκάδας σίκαλης, ἀραβοσίτου ἢ κριθῆς, καὶ χιλίας ὀκάδας σούμας· αὐτὸς βεβαίως θέλει ἐξαγάγει ποσότητα οἰνοπνεύματος, ἔχοντος τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς θέλει νὰ δώσῃ· ἀφοῦ δὲ θὰ φορολογήσητε τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγε, φορολογεῖται καὶ ἡ σοῦμα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν φορολογήσητε ὡς πρώτην ὕλην χωριστὰ, διότι ἄλλως εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ὑποχρεώσητε εἴτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τὴν ἐπώλησεν, εἴτε ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὴν ἠγόρασε, νὰ δώσῃ δήλωσιν καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις δυσκόλους καὶ ὀχληράς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, κατὰ τὸ ὁποῖον Ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδημόνων θέλει προσδιορίσει ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἀπὸ ἕκαστον εἶδος πρώτης ὕλης, παρατηρῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θέλει ἀπαντήσει πρόσκομμα εἰς τὴν ἐφαρμογήν· διότι, καθ’ ἃς ἔλαβον καὶ σήμερον ἀκόμη πληροφορίας, ἀπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ εἶδος δὲν ἐξάγεται πάντοτε τὸ αὐτὸ κατὰ ποσὸν καὶ βαθμὸν οἰνόπνευμα. 100 ὀκ. ἀραβοσίτου ἐξάγουν οἰνόπνευμα τῶν 50 βαθμῶν 6–8 ὀκάδας, ἀλλ’ ἐνίοτε συμβαίνει νὰ δώσουν καὶ 12 ὀκάδας· ἂν δὲ ἀντὶ ἀραβοσίτου μεταχειρισθῆτε σταφίδα, ἡ διαφορὰ εἶναι ὡς ἓν πρὸς τέσσαρα, ὡς ἓν πρὸς ἕξ· διότι, ἐὰν βάλετε εἰς τοὺς λέβητας καλὴν σταφίδα, ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἀβλαβὴς καὶ περιέχει πολλὴν ζάκχαριν, θέλει δώσει πολὺ οἰνόπνευμα· ἐὰν ὅμως μεταχειρισθῆτε σταφίδα βεβλαμμένην, αὕτη θέλει δώσει μόλις τὸ τέταρτον ἢ τὸ πέμπτον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη ἀπὸ τὴν ἀβλαβῆ. Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ εἰς τὰ σῦκα καὶ εἰς ὅλας ἐν γένει τὰς πρώτας ὕλας· ὅλαι αἱ σταφυλαὶ, ὅλοι οἱ οἶνοι δὲν ἐξάγουν τὸ αὐτὸ ποσὸν οἰνοπνεύματος, διότι οἱ οἶνοι δὲν ἔχουν πάντοτε τὸ αὐτὸ οἰνόπνευμα, ἄλλοι εἶναι δυνατοὶ, ἄλλοι δὲ ἀσθενέστεροι. Ἑπομένως ἡ βάσις, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ λάβητε, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης, εἶναι πλημμελὴς καὶ δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἰδίως ἄρθρου παρατηρῶ ὅτι, ἀφοῦ ἀπεφασίσατε νὰ φορολογήσητε τὸ οἰνόπνευμα κατὰ τὴν βαθμολογίαν, τὴν ὁποίαν περιέχει, τότε εἶναι περιττὸν νὰ σημειώσητε ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ «καὶ τὰ πνευματώδη ἐν γένει ποτά» διότι τὰ πνευματώδη ποτὰ κατασκευάζονται ἀπὸ τὸ οἰνόπνευμα. Ἂν ὁ ἐργοστασιάρχης μετὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος αὐτοῦ θέλει νὰ κατασκευάσῃ διάφορα ποτὰ, διότι ἡ κατασκευὴ τῶν ποτῶν δὲν γίνεται συγχρόνως μὲ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, εἶναι ἐργασία μεταγενεστέρα, αὐτὰ τὰ πνευματώδη ποτὰ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθοῦν πλέον· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφοῦν αὐταὶ αἱ λέξεις.
§59ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ διατηρηθοῦν ὅμως ὡς πρὸς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τοῦτο· κατ’ ἐμὲ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῶσιν ἐνταῦθα εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, διότι τὸ δεύτερον ἄρθρον ἐξηγεῖται οὕτω πως «τὸ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον δικαίωμα ὁρίζεται ὡς ἑξῆς....» ὁ δὲ ὁρισμὸς, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς τὸ 2 ἄρθρον, ἀφορᾷ μόνον τὰ ἐγχώρια· ἔπρεπε λοιπὸν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον μόνον περὶ ἐγχωρίων νὰ ὁμιλήσητε, διὰ νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸ δεύτερον, περὶ δὲ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένω· ἔπρεπε νὰ ἔχητε χωριστὸν ἄρθρον ὅπως καὶ ἔχετε, τεθειμένον ὅμως ἐν καταλληλοτέρᾳ θέσει. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 πρέπει νὰ διασκευασθῇ, ἀφαιρουμένων συνάμα καὶ τῶν λέξεων «ὑπαγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐμμέσων φόρων», διότι καὶ αὐτὸ εἶναι καινοτομία πρωτοφανὴς καὶ περιττή· ἕκαστος φόρος ὑπάγεται ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ὑπαχθῇ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔλαβε σημείωσιν τῶν ὅσα εἶπον ἄλλοτε, ὅτι δηλ. ὁ φόρος, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλεται, εἶναι ἄμεσος, καὶ θέλει νὰ τὸν βαπτίσῃ εἰς ἔμμεσον. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐννοοῦμεν καὶ ἡμεῖς τί σημαίνει τὸ 50%· διότι, προκειμένου περὶ πνευματωδῶν ποτῶν, ποτὲ δὲν λέγουν πόσα τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ τόσων βαθμῶν· ὥστε ἀντὶ τῶν 50% πρέπει νὰ τεθῇ 50 βαθμῶν. Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὸ 3 ἄρθρον· διὰ τούτου κηρύττετε ὡς ἐξῃρημένον πάσης φορολογίας τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον ἀναμιγνύεται μετὰ τοῦ οἴνου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν καὶ μεταφοράν. Φρονῶ, ὅτι τὴν ἀτέλειαν αὐτὴν πρέπει νὰ ἐπεκτείνετε καὶ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται τινες πρὸς βελτίωσιν καὶ συντήρησιν τῶν οἴνων καὶ ὅταν δὲν πρόκειται νὰ ἐξαχθῶσιν ἢ νὰ μεταφερθῶσι· διότι δὲν ἐννοῶ διατὶ π. χ. ἐπιτρέπετε εἰς τὸν κάτοικον τῆς Κέας ἢ τῆς Θήρας, ὅταν θὰ μεταφέρῃ τὸν οἶνόν του εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ δύναται νὰ ῥίπτῃ οἰνόπνευμα διὰ νὰ διατηρῇ καὶ βελτιόνῃ τὸν οἶνόν του...
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ διαγραφῇ τὸ «μεταφοράν».
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ διαγράψετε τὸ «μεταφορὰν» πρέπει νὰ ἐπεκτείνετε τὴν ἀτέλειαν καὶ ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν οἴνων, διότι ἐν Ἀθήναις μανθάνω ὅτι γίνεται πολὺ συχνὴ χρῆσις τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τοὺς οἴνους· εἰς τὰ μέρη τὰ ἐδικά μας δὲν γίνεται, διότι ἐκεῖ οἱ οἶνοι εἶναι πολὺ δυνατοὶ, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην οἰνοπνεύματος· ἐδῶ ὅμως πληροφοροῦμαι ὅτι πολλοὶ οἰνοπῶλαι ῥίπτουν οἰνόπνευμα εἰς τοὺς οἴνους διὰ νὰ τοὺς καταστήσουν ἰσχυροὺς καὶ τοὺς διατηρήσουν. Λοιπὸν διατὶ νὰ τοὺς στερήσωμεν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τοὺς ἄλλους; Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ 25%, κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἐξήγησιν, ἔχει ἔννοιαν 25 βαθμῶν;
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐξηγῶ ἀμέσως, εἶναι 14 βαθμῶν Καρτιέρου.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μένει λοιπὸν κατὰ τοῦτο ἀφορολόγητος ἡ σοῦμα τῶν 14 βαθμῶν· ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι, ὅταν οἱ χωρικοὶ ἐξάγουν ἀπὸ τὰ στέμφυλα σοῦμαν, μόνον τὸ τελευταῖον ἐξαγόμενον ὑγρὸν, ἐὰν χωρισθῇ, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ βαθμοὺς 14· ἐὰν ὅμως ἀναμιχθῇ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται, τότε ὑπερβαίνει τοὺς 16 ἢ 17 βαθμούς· διότι, ὅταν ἀρχίσῃ νὰ ἐξάγηται οἰνόπνευμα, ἡ πρώτη λεγομένη στάλα ὑπερβαίνει τὸν 30 βαθμόν· μετὰ ταῦτα καταβαίνει, καὶ μόλις τὸ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν ἀπόῤῥακον, καὶ εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον, αὐτὸ εἶναι τῶν 14 βαθμῶν, οὐδέποτε δὲ εὑρίσκεται σοῦμα τῶν 14 βαθμῶν, καθόσον εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ἀγοραστὴς δι’ αὐτὴν, ὡς μὴ χρησιμεύουσαν πολὺ εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιΐαν. Ἡ σοῦμα, ἡ ὁποία μεταφέρεται, εἶναι βαθμῶν 16, καὶ αὐτὴν συνήθως ἀγοράζουν οἱ ἐργοστασιάρχαι. Τώρα ἐρωτῶ, ἡ σοῦμα, τὴν ὁποίαν ἐξάγει ὁ χωρικὸς καὶ ἡ ὁποία θέλει ἔχει κατὰ κανόνα 16 βαθμῶν δύναμιν, αὐτὴ ἡ σοῦμα θὰ μείνῃ ἀφορολόγητος; καὶ ἂν δὲν μείνῃ ἀφορολόγητος κατὰ ποῖον τρόπον θὰ φορολογῆται; Πῶς θὰ γίνεται ἡ βεβαίωσις; Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ χωρικοὶ νὰ κάμουν δήλωσιν ἐκ τῶν προτέρων τῶν λεβήτων των καὶ νὰ προκαλέσουν τὰς ἐρεύνας τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ προσδιορίζουν τὴν πρώτην ὕλην, ἢ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ γίνεται ἡ βεβαίωσις;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 παρετήρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας, ὅτι περιττὸν εἶναι νὰ σημειώσωμεν πνευματώδη ποτὰ καὶ οἰνόπνευμα, ἀφοῦ ἡ μόνη λέξις οἰνόπνευμα εἶναι ἐπαρκής· καὶ τοῦτο ἐστήριξεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῆς ἐσωτερικῆς φορολογίας. Ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής· διότι, προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως, κατ’ ἀρχὴν, ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν καὶ εἰς τὴν ἔξωθεν εἰσαγωγήν· ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ ὑποβάλλεται καὶ εἰς ἕτερον φόρον ἀνεξάρτητον ἐκείνου, τὸν φόρον τοῦ δασμολογίου· φόρον ὅμως καταναλώσεως εὐθὺς ὡς ἐπιβάλλομεν, ἐπιβάλλομεν αὐτὸν καὶ εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ Κράτους παραγόμενα καὶ ἐν αὐτῷ καταναλισκόμενα, καὶ εἰς τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα πρὸς ἐπιτόπιον κατανάλωσιν. Ἔπρεπεν ἄρα πάντως τὸ ἄρθρον 1 ν’ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τὰς δύω κατηγορίας· καὶ ἐπειδὴ ἡ κατηγορία τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ φορολογεῖται ὑπὸ μορφὴν ποτῶν, ἔπρεπε νὰ περιλάβωμεν τὴν λέξιν ἐν τῇ διατάξει, ἵνα πᾶσα ἡ ὕλη, ἡ ὑπαγομένη εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, ἀναφέρηται ἐν αὐτῇ. Δευτέραν παρατήρησιν ὑπέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἀφορῶσαν εἰς τὸ πρῶτον ἀπόσταγμα τὸ παρ’ ἄλλων παραγόμενον καὶ παρ’ ἄλλων μεταποιούμενον εἰς ποτόν. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας, ὅτι τὸ ἀπόσταγμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ φορολογῆται ὡς πρώτη ὕλη, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον φορολογεῖται ἡ παραγωγή, καὶ ἀφοῦ φορολογήσωμεν τὸ ἐξ αὐτῆς παραχθὲν ἐν τῷ καταστήματι τῷ μεταποιοῦντι τὰς πρώτας ὕλας, δὲν δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν αὐτὰ καὶ ὡς πρώτην ὕλην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιμετρεῖται φόρος ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης κατὰ λόγον τῆς ἐξ αὐτῆς παραγωγῆς· περὶ τῆς παραγωγῆς ἀπαιτεῖ δήλωσιν τὸ νομοσχέδιον εἰς ἔλεγχον καὶ συμπλήρωσιν τοῦ ἐκ τῆς καταναλωθείσης πρώτης ὕλης τεκμηρίου, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐξακριβοῦται καὶ ἡ δύναμις τῶν μηχανῶν· τὴν δύναμιν τῶν μηχανῶν ἐξετάζομεν μόνον ὡς μέσον ἐλέγχου τῶν ἐκ τῶν ἄλλων δηλώσεων τεκμηρίων, ἀλλ’ ἡ φορολογία εἶναι μία, ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῆς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δηλώσεων ἐμφαινομένης ἀποστάξεως ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Ἀφοῦ εἰσαγομένη εἰς κατάστημα, μεταποιοῦν τὰς πρώτας ὕλας εἰς πνευματώδη ποτὰ, ἡ σοῦμα δὲν θέλει φορολογηθῆ εἰμὴ ὡς ἐκ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐξ αὐτῆς παραχθέντος οἰνοπνεύματος, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι θ’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὴν ἀπὸ ἑτέρας φορολογίας, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν φορολογίαν ὑπάγεται μόνον τὸ κατάστημα τῆς μεταποιήσεως, τεκμήριον δὲ εἰς προσδιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου παρέχει ἡ καταναλωθεῖσα ἐν τῇ μεταποιήσει σοῦμα. Εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν περὶ τούτου ἀφορῶσι τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15. Τὸ μὲν ἄρθρον 14 λέγει, ὅτι πενταμελὴς Ἐπιτροπή, συγκροτουμένη κατὰ τρόπον, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁριζόμενον, θέλει κανονίσει τὴν περιεκτικότητα ἑκάστου εἴδους πρώτης ὕλης καὶ συντάξει τὸν ἀναλογικὸν πίνακα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου, ὅπως χρησιμεύσῃ οὗτος ὡς βάσις τῆς φορολογίας κατὰ τὸ ἄρθρον 2. Τὸ δὲ ἄρθρον 15 λέγει, ὅτι οἱ ὑποβαλλόμενοι εἰς τὴν φορολογίαν ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσι δηλώσεις περὶ τῆς πρώτης ὕλης, τὴν ὁποίαν εἰσάγουσι καὶ τὴν ὁποίαν καταναλίσκουσι, καὶ ὅτι ἡ πρώτη αὕτη ὕλη, ἀναλογιζομένη εἰς παραγωγὴν κατὰ τὰς βάσεις τῆς κλίμακος, θέλει χρησιμεύσει συνάμα μετὰ τῶν ἐκ τῶν ἄλλων δηλώσεων πληροφοριῶν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ εἰσπρακτέου φόρου· ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ἀναγράψωμεν ἐξαίρεσιν.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε θὰ φορολογηθῇ ἡ σούμα ἀναλόγως τοῦ ἐν αὐτῇ περιεχομένου οἰνοπνεύματος....;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ νέον φορολογεῖ τὸ ἐν τῇ πρώτῃ ὕλῃ οἰνόπνευμα.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σοῦμα δὲν εἶναι πρώτη ὕλη; Τὰ στέμφυλα καὶ τὸν ἀραβόσιτον δὲν τὰ φορολογεῖτε;
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φορολογοῦμεν τὰ στέμφυλα, τὸν ἀραβόσιτον καὶ τὴν σοῦμαν κατὰ τὴν δύναμιν τοῦ οἰνοπνεύματος.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγεται λοιπὸν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται καὶ αἱ δύω ἄλλαι ὕλαι. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν ἀναλογικὸν πίνακα, τὸν καθορίζοντα τὴν φορολογικὴν δύναμιν ἑκάστης πρώτης ὕλης, ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅτι ὁ πίναξ οὗτος δὲν δύναται νὰ καταρτισθῇ ἀκριβὴς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ εὔλογος μέσος ὅρος, διότι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου καὶ κατωτάτου ὅρου εἶναι μεγίστη. Περὶ τούτου ἠκούσαμεν τὰς γνώμας τῶν ἁρμοδιωτέρων καὶ τοῦ καθηγητοῦ, ὅστις εἰς ταῦτα ἰδίως καταγίνεται· ἀπεκτήσαμεν δὲ ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ ἀνωτάτης καὶ κατωτάτης ποιότητος ἐν ἑκάστῃ τῶν κατὰ τὸν καταρτισθησόμενον πίνακα κατηγοριῶν, ὥστε ὁ μέσος ὅρος ν’ ἀπέχῃ ὑπερμέτρως τῶν δύω ἄκρων, καὶ τοῦτο γινώσκομεν πάντες ἐκ τῆς τιμῆς διαφόρων κατηγοριῶν τῶν πρώτων ὑλῶν. Ἐὰν αἱ πρῶται ὗλαι, αἱ πωλούμεναι εἰς τὰ καταστήματα τὰ ἀποστάζοντα αὐτάς, εἶχον μεγάλην πρὸς τὰς τῆς αὐτῆς κατηγορίας διαφορὰν περιεκτικότητος, θὰ εἶχον καὶ μεγάλην διαφορὰν τιμῆς, καὶ ὅμως ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῶν τῆς αὐτῆς κατηγορίας πρώτων ὑλῶν δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἀναντιῤῥήτως ὁ καταρτισμὸς τοῦ ἀναλογικοῦ πίνακος θέλει παράσχει δυσχερείας, ἀλλὰ διαμορφούμενος βαθμηδὸν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀποκτωμένης πείρας θέλει δυνηθῆ ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου. Ἑτέραν παρατήρησιν ὑπέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας, ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς πρώτης ἀποστάξεως, τῆς ἀπαλλασσομένης ἀπὸ τῆς φορολογίας· καὶ πρῶτον εἶπεν, ὅτι κακῶς ὁρίζομεν 25%, ἔπρεπε νὰ ὁρίσωμεν βαθμούς. Τὸ «ἑκατοστὰ» ἐῤῥέθη ἐκ προθέσεως, διότι πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ περιεχόμενον οἰνόπνευμα κατὰ τὸ ἑκατοντάβαθμον, τοῦ ὁποίου ἕκαστος βαθμὸς ἀντιστοιχεῖ πρὸς 1% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, ὥστε δυνάμεθα νὰ ἐκφρασθῶμεν καὶ κατὰ τοὺς δύω τρόπους· τὴν φράσιν ταύτην συνέταξεν ὁ καθηγητὴς τῆς χημείας κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, καθ’ ἣν εὐηρεστήθη νὰ παραστήσῃ τὰ τοῦ ὑδρομέτρου τοῦ Καρτιέρου καὶ τοῦ ἑκατονταβάθμου, ἀποφανθεὶς ὑπὲρ τῆς χρήσεως τοῦ ἑκατονταβάθμου, οὗτινος ἕκαστος βαθμὸς ἀντιστοιχεῖ πρὸς 1% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Τὸ ἑκατοντάβαθμον διαβαθμίζεται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ καθαροῦ ὕδατος πρὸς τὸ περιεχόμενον οἰνόπνευμα, ἐνῷ τὸ ἐλάττωμα τοῦ ὑδρομέτρου τοῦ Καρτιέρου εἶναι ὅτι διαβαθμίζεται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἁλατούχου ὕδατος πρὸς τὸ καθαρόν. Ἀφοῦ διὰ τοῦ ἑκατονταβάθμου δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν ἀκριβῶς τὰ ἑκατοστὰ τοῦ ἐν τῷ ὑγρῷ οἰνοπνεύματος, μεταχειριζόμεθα τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἑκατοστοῦ ἀντὶ τῆς τοῦ βαθμοῦ, διότι εἶναι μᾶλλον εὔληπτος· ἕκαστος ἐννοεῖ τί ἐστὶ μία ὀκὰ ὑγροῦ ἐμπεριέχουσα 25 ἑκατοστὰ οἰνοπνεύματος, ἐνῷ ἐὰν ἐλέγομεν βαθμούς, μόνον οἱ εἰδότες τὰ τοῦ ἑκατονταβάθμου θὰ ἐνόουν τὸν ὅρον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας εἶπεν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἀδίκημά τι, ὅτι οἱ παράγοντες πρώτην ἀπόσταξιν ἀνωτέραν τῶν 25 βαθμῶν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν φορολογίαν. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, καθ’ ἃς ἐλάβομεν πληροφορίας, ὅτι ἡ περιεκτικότης τῆς σούμας δὲν εἶναι τοιαύτη ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτή; ὅτι κατὰ τὸ ὑγρόμετρον τοῦ Καρτιέρου δὲν ἀνέρχεται κανονικῶς εἰς 16 βαθμούς, ἀλλ’ ὅτι συνήθως ἔχει ὅρον τὸν βαθμὸν 14, ὑπερβαίνει δὲ αὐτὸν μόνον ἐξαιρετικῶς· τὴν ἐξαιρετικὴν δὲ ταύτην ὑπέρβασιν ἐθεωρήσαμεν ἀδιάφορον, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν παραχθεῖσαν σοῦμαν, ἀλλὰ νὰ καθορίσωμεν τὰ καταστήματα τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν φορολογίαν, ὅπως ταῦτα φορολογηθῶσι διὰ πᾶσαν ἐν αὐτοῖς παραγωγήν, εἴτε εἶναι ἀνωτέρα τῶν 14 βαθμῶν, εἴτε εἶναι κατωτέρα. Κατάστημά τι ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φορολογουμένων κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν παράγῃ οἰνοπνευματώδη ποτά, ἢ οἰνοπνευματώδη ὑγρὰ δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν 14 βαθμῶν ἢ τῶν 15, ἢ τῶν 16, ἂν τοὺς βαθμοὺς τούτους ἀντικαταστήσωμεν εἰς τὸν βαθμὸν 14· ἂν παράγῃ καὶ ποτὰ ἢ ὑγρὰ κατωτέρας δυνάμεως τῶν 14, δηλ. 11, ἢ 12 βαθμῶν, θέλει φορολογηθῆ· διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐξετάζει τίνα τὰ παραγόμενα εἴδη ἢ μόνον πρὸς σκοπὸν ἐλέγχου· πρὸς σκοποὺς φορολογικοὺς ἐξετάζει τὸ νομοσχέδιον τίς ἡ εἰσαγομένη πρώτη ὕλη καὶ τίς ἡ ἐκ ταύτης παραγομένη ποσότης ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, ἀδιαφόρου ὄντος, ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, τοῦ εἴδους καὶ τῆς ποσότητος τοῦ ὑγροῦ, ἐν ᾧ τὸ οἰνόπνευμα περιέχεται. Οὕτω καὶ ἀντιστρόφως, ἂν κατάστημά τι χαρακτηρισθὲν ὡς παράγον πρώτην ἀπόσταξιν κάτω τῶν 14 βαθμῶν, ἤθελε παράγει καὶ ἀπόσταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, οὐχὶ ὅμως εἰς ποσότητας ἱκανὰς ὥστε νὰ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατάστημα παράγον συνήθως πνευματώδη ὑγρὰ δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν 14 βαθμῶν, πᾶσα παραγωγὴ τοῦ καταστήματος τούτου ἔσεται ἀφορολόγητος· διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναζητοῦμεν, δὲν εἶναι τὸ φορολογητέον προϊὸν, εἶναι ἡ ὑπαγωγὴ τοῦ καταστήματος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φορολογουμένων ἢ μή· καὶ φορολογούμενα μὲν εἶναι τὰ καταστήματα τὰ παράγοντα ποτὰ δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν 14 βαθμῶν, μὴ φορολογούμενα δὲ εἶναι τὰ μὴ παράγοντα σπουδαῖα ποσὰ δυνάμεως ἀνωτέρας τῶν 14 βαθμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου. Τώρα, ὡς πρὸς τοὺς 14 βαθμοὺς, αὐθαιρέτως ἐσύραμεν τὴν γραμμὴν ὡς γίνεται πάντοτε, προκειμένου περὶ κατηγοριῶν κατ’ ἀριθμούς· ἄλλοι προτείνουσι τὸν βαθμὸν 13, ἄλλοι ἀναβαίνουσι μέχρι τοῦ 15½, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου δὲν ἔχουσι μεγάλην σημασίαν, ἰδίως μάλιστα μετὰ τὴν ἐξήγησιν, ἣν ἔδωκα περὶ τοῦ σκοποῦ πρὸς ὃν τίθεται ὁ ὅρος, τουτέστιν οὐχὶ ὅπως προσδιορίζηται ἑκάστοτε τὸ φορολογητέον προϊὸν, ἀλλ’ εἰς διάκρισιν τῶν καταστημάτων, τῶν ὑποβληθησομένων εἰς τὴν φορολογίαν, ἀπὸ τῶν καταστημάτων τῶν διαφευγόντων αὐτήν.
§72Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁρμαθὸς Νομοσχεδίων κατέκλυσε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου (θόρυβος). Ὀφείλω νὰ δικαιολογηθῶ διατί τετράκις ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου· καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὰ ἀλλεπάλληλα Νομοσχέδια, ἅτινα ἐπῆλθον, καὶ εἶχον δίκαιον τετράκις νὰ ὁμιλήσω, διότι εἶναι φόρος δυσχερέστατος, καὶ ἔπραξα τοῦτο, ὅπως φωτίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ βάσις ἐπὶ τέλους, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ, εἶναι ἡ πρώτη παραγωγὴ, ἤτοι ἡ ἀκατέργαστος ὕλη. Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ τρόπου τούτου· ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἐτίθετο ὁ φόρος τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐπὶ τῆς ἐσχάτης καταναλώσεως, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὁ φόρος εἰς τὸ στόμα τοῦ καταναλωτοῦ. Ἤδη διὰ τοῦ φόρου τούτου θέλομεν καταστρέψει τὴν παραγωγὴν, θέλομεν ἰδίως καταστρέψει τοὺς μικροὺς παραγωγοὺς, τοὺς ἔχοντας τὴν πρώτην ἀκατέργαστον ὕλην. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι ἓν σύστημα, ἐφ’ οὗ δύναταί τις νὰ βασισθῇ, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τι· νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν ἰδέαν περὶ τῆς σούμας, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέσχον αὐτῷ τὰς πληροφορίας, δὲν ἦσαν εἰλικρινεῖς. Ἡ σούμα εἶναι 16 βαθμῶν· κάτω τῶν 16 βαθμῶν δὲν εἶναι τίποτε, εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, 12 ὕδωρ καὶ 2 πνεῦμα. Ἐν πολλαῖς Ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχουν τὰ λεγόμενα ῥακοκάζανα, καὶ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς ὑπάρχουν οἱ παράγοντες σούμαν καὶ ῥακήν· αὐτοὶ θὰ φορολογηθῶσιν ἢ ὄχι; μένει ἐκκρεμές. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πᾶν πνευματῶδες ποτὸν πλέον τῶν 25 ἑκατοστῶν, ἤτοι 14 βαθμῶν, εἶναι φορολογητέον, ἐξαιρεῖται δηλαδὴ τῆς φορολογίας τὸ ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων παραγόμενον περιέχον 25 ἑκατοστά, ἤτοι 14 Καρτιέρου· ἅμα εἶναι ἀνώτερον τῶν 14, ἤτοι ἄνω τῶν 25, καὶ συνήθως εἶναι 36 ἡ σούμα, τότε φορολογεῖται. Ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις τί θὰ συμβῇ; Ἐγὼ τοῦτο ἐζήτησα νὰ καθαρισθῇ· διότι οἱ μεγάλοι βιομήχανοι ἀκριβῶς εἶχον τὸ παράπονον, ὅτι ἔμενεν ἀφορολόγητος ἡ σούμα, καὶ εἰς τοῦτο ὑπάρχει διαφορά. Εἰς τὰ χωρία ἠδύναντο νὰ κατασκευάζωσι ποτὰ διὰ ψυχρᾶς κατασκευῆς καὶ ῥακίον καὶ κονιὰκ διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναμίξεως. Σούμα 14 βαθμῶν δὲν ὑπάρχει· ἐπειδὴ δὲ εἶναι παραδεδεγμένον, ὅτι 16 βαθμῶν ὑπάρχει, πᾶσα τοιαύτη σούμα θὰ φορολογῆται. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ βλάψῃ τὴν βιομηχανίαν τοῦ Πειραιῶς, τῶν Πατρῶν, τῆς Σύρου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἄλλοτε ἐλάλησα, καὶ θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν πρώτην παραγωγήν. Ὅτι δὲ ἡ σούμα, ἡ ἐκ τῶν στεμφύλων παραγομένη, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἧττον τῶν 16 βαθμῶν Καρτιέρου, ἤτοι τῶν 36 βαθμῶν τοῦ Γεϊλουσὰκ, εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ ἔχω περὶ τούτου ἐπιστολὴν ἀπὸ ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων Καθηγητῶν τῆς χημείας, παρὰ τοῦ ὁποίου εἶχον ζητήσει πληροφορίας, ὅστις μοὶ γράφει: «Τὸ ζήτημα, ὅπερ μοὶ ἐθέσατε, εἶναι δύσκολον εἰς ἀπάντησιν. Βεβαιωμένον μόνον ὑπάρχει, ὅτι ἐκ πρώτης ἀποστάξεως στεμφύλων παράγεται οἰνόπνευμα 36 βαθμῶν Γεϊλουσὰκ, ἤτοι 16 Καρτιέρου, ἤτοι ἡ κοινῶς καλουμένη σούμα κτλ». Ἅμα παραδεχθῆτε αὐτὸ, δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἡ σούμα θὰ φορολογηθῇ ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρώτη ὕλη εἰς τὰ Καταστήματα καὶ θὰ φορολογηθῇ κατὰ τὸν πίνακα τὸν φορολογικὸν τῆς πρώτης ἀκατεργάστου ὕλης, ὥστε ἡ διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ν’ ἀφήσῃ ἀφορολόγητον τὴν ἐντὸς μικρῶν κωμοπόλεων παραγομένην σούμαν, ἀλλ’ ἡ σούμα εἶναι ἀνωτέρα τῶν 14 βαθμῶν. Ὥστε παρακαλῶ νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, διότι θὰ ψηφίσωμεν Νόμον, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς τὰς συνεπείας, διότι εἰς τὰ χωρία γίνεται παραγωγὴ σούμας μεγάλης. Ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς χωρικούς, ὅτι δὲν δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ φορολογήσῃ, ἀλλὰ τὸ Δημόσιον θὰ εἴπῃ, ἐγὼ θὰ φορολογήσω, διότι ἡ σούμα σου εἶναι ἄνω τῶν 14)00. Ὥστε τὸ ζήτημα πρέπει νὰ καθαρισθῇ ῥητῶς, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ γνωρίζωμεν πάντες τί ψηφίζομεν διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τείνει νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φορολογήσῃ τὰ ῥακοκάζανα, ἀλλὰ τὰ καταστήματα τὰ μεγάλα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ὑφῆς τοῦ Νομοσχεδίου δὲν ἐξάγεται (θόρυβος)... Θὰ παρακαλέσω εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ καθαρισθῇ ἡ λέξις alcool, πάντα τὰ πνευματώδη ὑγρὰ καὶ λοιπά. Ἐπὶ τοῦ 12 ἄρθρου «ζύθος, οἰνόπνευμα καὶ ἄλλα πνευματώδη ποτὰ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ κατασκευαστοῦ ἐξαγόμενα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἀπαλλάσσονται τοῦ δικαιώματος τῆς καταναλώσεως κλπ». Ἐνταῦθα θὰ παρακαλέσω ν’ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξαγωγὴν ἀφορολόγητον καὶ εἰς τοὺς ἐξάγοντας διὰ δευτέρας ἢ τρίτης χειρός. Ἐν Πειραιεῖ π. χ. ἀγοράζει τις παρὰ τοῦ Καταστηματάρχου Β 1,000 ὀκάδας οἰνοπνεύματος, ζητῶ, ὅπως ἐλευθέρως δύναται νὰ τὸ ἐξαγάγῃ· διότι, ἂν τὸ περιορίσητε εἰς τὸν κατασκευαστὴν μόνον, καθιεροῦτε ἓν μονοπώλιον καὶ ἐμποδίζετε τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν.
§73ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ δὲν δύναται νὰ δηλώνῃ ὁ Καταστηματάρχης ὡς ἐξάγων;
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀλλὰ τότε διδάσκετε εἰς τὸν πολίτην νὰ λέγῃ ψεύματα· καὶ καλὸν εἶναι νὰ καθαρισθῇ τὸ τοιοῦτον ἐνταῦθα. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐδέχθη τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ βασισθῇ εἰς τὸν μέσον ὅρον τῆς περιεκτικότητος. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ ἡ λέξις «κατὰ μέσον ὅρον», διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, τὰ στέμφυλα, ἡ σταφὶς δύνανται, πρώτης ποιότητος, ὄντα, νὰ παραγάγωσι 10, ἐνῶ ἅμα εἶναι κακῆς ποιότητος μόνον 2–3 παράγουσιν.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοεῖται ὁ μέσος ὅρος.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς τεθῇ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐξήγησις, ἣν ἔδοσεν ὁ προλαλήσας εἶναι ὀρθὴ, διότι θὰ φορολογῆται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, ἡ πρώτη ἀπόσταξις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι δὲν θέλει νὰ πράξῃ τοῦτο. Τῳόντι δύσκολον εἶναι ἄνευ ζημίας ὁ ἀποστάζων ἐν τοῖς χωρίοις, εἴτε ἴδια προϊόντα, εἴτε ξένα, ν’ ἀποστάξῃ μέχρι τῶν 14 βαθμῶν, ὡς ὁρίζει τὸ τροποποιηθὲν νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι ὅταν γίνεται ἀπόσταξις πρώτης τινὸς ὕλης κατὰ πρῶτον ἀρχίζει ἡ ἀπόσταξις τοῦ καθαροῦ οἰνοπνεύματος τοῦ περιεχομένου ἐν τῇ ὕλῃ, καὶ ἡ αἰτία τούτου εἶναι προφανής· τὸ οἰνόπνευμα βράζει εἰς πολὺ κατωτέραν θερμοκρασίαν παρὰ τὸ ὕδωρ. Ὡς γνωστὸν, τὸ ὕδωρ βράζει εἰς θερμοκρασίαν 100 βαθμῶν, ἐνῷ τὸ οἰνόπνευμα τὸ περιεχόμενον καὶ τὰ στέμφυλα π. χ. βράζει εἰς θερμοκρασίαν 78°, 3 μόνον. Ὅταν λοιπὸν ἡ θερμότης φθάσῃ 78°, 3 βαθμοὺς, ἀρχίζει τὸ οἰνόπνευμα νὰ ἐξατμίζεται καὶ ἀποστάζεται· τοιουτοτρόπως ἔπρεπεν ἐν ἀρχῇ νὰ ἐξέρχεται καθαρὸν οἰνόπνευμα, ἀλλὰ δὲν ἐξέρχεται καθαρὸν, διότι ἕνεκα τῆς μεγάλης συγγενείας, συμπαθείας αὐτοῦ πρὸς τὸ ὕδωρ, τὸ οἰνόπνευμα ἀνερχόμενον εἰς ἀτμοὺς συμπαρασύρει καὶ ὕδωρ· ὁπωσδήποτε ἡ πρώτη ἀπόσταξις περιέχει πολὺ οἰνόπνευμα καὶ ὀλίγον ὕδωρ· καθ’ ὅσον δ’ ὁ βαθμὸς τῆς θερμότητος αὐξάνει, ἐξατμίζεται περισσότερον ὕδωρ καὶ ὀλιγώτερον οἰνόπνευμα ἕως οὗ μείνῃ μόνον ὕδωρ. Ὁ ἀποστάζων σταματᾷ τὴν ἀπόσταξιν ὅπου τον συμφέρει. Ἵνα ἐπιτύχῃ ὅμως ὁ γεωργὸς 14 βαθμῶν οἰνόπνευμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξοδεύσῃ καύσιμον ὕλην πλειοτέραν, ἵνα ἔχῃ ἀφορολόγητον ἀποστάλλαγμα. Νομίζω, ὅτι 25 βαθμοὶ ἑκατονταβάθμου, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀντιστοιχοῦν κυρίως πρὸς 13 καὶ ⅞ τοῦ Καρτιέρου καὶ οὐχὶ πρὸς 14, καὶ ὁ βαθμὸς αὐτὸς εἶναι μικρὸς λίαν, καὶ ἕνεκα τούτου θὰ καταστήσωμεν ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ ἀνωφελῆ τὴν σοῦμαν, τὴν ὁποίαν κατασκευάζουν ἐν τοῖς χωρίοις, μολονότι φαινόμεθα θέλοντες νὰ προστατεύσωμεν αὐτήν. Ἄνω τῶν 13 καὶ ⅞ βαθμῶν θὰ ὑποβάλληται εἰς τέλος 50 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν. Ἡ βιομηχανία, ἡ μεγάλη βιομηχανία τῶν οἰνοπνευμάτων ἴσως δὲν προσφέρῃ τὰ 50 λεπτὰ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται νέα ὕλη ἐν Ἑλλάδι πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνεύματος, ὁ ἀραβόσιτος. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσεται παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους ὁ ἀραβόσιτος, ὁ χρησιμεύων εἰς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος. Τίς εἶναι αὐτὸς ὁ ἀραβόσιτος; Εἶναι ὁ ἀραβόσιτος ὁ βεβλαμμένος, ὁ κακῆς ποιότητος, ὁ σεσηπὼς καὶ ἄχρηστος διὰ τροφὴν τῶν ἀνθρώπων, ὁ εἰσαγόμενος μόνον ὅπου ὑπάρχουν καταστήματα οἰνοπνευμάτων ἀποσταλάζοντα αὐτόν· ἐπειδὴ εἶναι εὐθηνὸς καὶ περιέχει πολὺ οἰνόπνευμα, εἶναι ἐπικερδής. Ἀλλὰ τοῦτο δυνατὸν νὰ βλάψῃ τὴν ἐγχωρίαν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐκ τῶν στεμφύλων καὶ νὰ περιορίσῃ τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ ἀντὶ ὠφελείας θὰ ἐπέλθῃ ζημία· ἐκ τῆς νέας αὐτῆς βιομηχανίας θέλει ἐπέλθει καὶ ἄλλη βλάβη, τὸ νὰ διαδοθῇ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐκ τοῦ ἀραβοσίτου οἰνόπνευμα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δύω τινὰ πρέπει νὰ πράξωμεν· πρῶτον ν’ αὐξήσωμεν τὸν βαθμὸν μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ ᾖναι ἀφορολόγητον τὸ ἐκ τῶν στεμφύλων οἰνόπνευμα, καὶ δεύτερον, ἂν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀτέλεια τοῦ ἀραβοσίτου, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, εἴτε βραδύτερον διὰ διατάγματος, ὅτι τὸ ἐκ τοῦ ἀραβοσίτου οἰνόπνευμα θὰ ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐν τῷ Τόπῳ κατανάλωσις αὐτοῦ. Ὡς εἶπον, τὸ ἐξ ἀραβοσίτου παραγόμενον οἰνόπνευμα εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν, ἐνῷ τὸ ἐξ οἴνου ἢ στεμφύλων δὲν βλάπτει, ὅταν δὲν γίνεται κατάχρησις· τὸ ἐκ τοῦ ἀραβοσίτου οἰνόπνευμα ἐν Εὐρώπῃ ὑφίσταται διαφόρους καθαρισμοὺς, ὡς καὶ τὸ ἐξ ἄλλων δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἐκ γεωμήλων οἰνόπνευμα καὶ καθίσταται σχετικῶς ὀλιγώτερον ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν. Εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ μέσων τεχνικῶν καὶ διὰ τελειοποιημένων μηχανῶν ἀποκαθαρίζεται τὸ οἰνόπνευμα αὐτὸ πάσης ὕλης ἐπιβλαβοῦς ἐν Ἑλλάδι ὅμως, ὅπου δὲν ἐτελειοποιήθη ἡ βιομηχανία αὕτη, θὰ ἔχωμεν οἰνόπνευμα ἐπιβλαβέστατον εἰς τοὺς κατοίκους. Διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον νομίζω ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλαχθῇ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ διὰ Διατάγματος κατὰ τίνα τρόπον ὁ ἀραβόσιτος, ὁ εἰσαγόμενος ἀτελὴς καὶ χρησιμεύων πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, θὰ βεβαιοῦται ὅπως τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἐξ αὐτοῦ ἀποσταλαχθὲν ἐξάγεται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Αὐτὸ θὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς βιομηχάνους, διότι θὰ καταστήσητε εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπικερδῆ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος ἐκ στεμφύλων, ἀναβιβάζοντες εἰς 16 βαθμοὺς τὸ ἀφορολόγητον· αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ κυρίως διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν· ὁ ἀραβόσιτος θὰ δίδῃ οἰνόπνευμα διὰ τὴν ἐξαγωγήν. Σήμερον ἐκ Κερκύρας γίνεται σπουδαία ἐξαγωγὴ οἰνοπνεύματος ἐξ ἀραβοσίτου......
§78ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοεῖτε νὰ ἀπαγορεύσητε τὴν εἰσαγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀραβοσίτου;
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ ν’ ἀπαγορευθῇ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν μόνον κατανάλωσιν τὸ ἐξ ἀραβοσίτου οἰνόπνευμα, νὰ ἐπιτραπῇ δὲ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κανονισθῇ τοῦτο· ἡ ἐπιτήρησις εἶναι εὔκολος τῶν καταστημάτων· θὰ διατηρῆτε ὑπαλλήλους νυχθημερὸν εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ᾖναι 5 ἢ 10 τὸν ἀριθμόν. Ἡ δαπάνη δὲν εἶναι μεγάλη ἀναλόγως· τοιαῦτα μεγάλα οἰνοπνευματοποιεῖα, παράγοντα μεγάλα ποσὰ καθ’ ἑκάστην καὶ παράγοντα μὲ ἀτέλειαν τοῦ ἀραβοσίτου, δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι χάριν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς καὶ εἰς πρόσθετόν τινα φόρον.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατάστημα παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀραβοσίτου ἓν μόνον ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, τὸ κατάστημα τοῦ Μπράουν ἐν Κερκύρᾳ· τοῦτο δὲ εἰδικῶς εἶναι διεσκευασμένον πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος ἐκ σιτηρῶν, δὲν δύναται ἑπομένως νὰ γείνῃ ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ παραγωγὴ οἰνοπνεύματος ἐκ στεμφύλων, ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας. Ὥστε καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ καθ’ οὓς θὰ δύναται νὰ κερδίζῃ ἐκ τῆς παραγωγῆς οἰνοπνεύματος ἐκ στεμφύλων ὅ,τι θὰ ζημιῶται ἐκ τῆς ἐν τῇ χώρᾳ ἀπαγορεύσεως τῆς καταναλώσεως τοῦ ἐκ σιτηρῶν οἰνοπνεύματος, δὲν χωροῦσιν. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπῆρχε τὸ κατάστημα τοῦ Μπράουν τὸ ἐν Κερκύρᾳ, ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν σοῦμαν, θὰ ἦτο ἁπλουστάτη· ἕνεκεν ὅμως τοῦ καταστήματος τούτου εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θέσωμεν ἀνώτατον ὅρον, καὶ ὡς τοιοῦτον δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὸν 15 καὶ τὸν 16 βαθμόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἶναι, ὅπως τὰ καταστήματα τὰ ὅμοια πρὸς τὸ τοῦ Μπράουν, ὡς καὶ αὐτὸ τὸ τοῦ Μπράουν ὑποβάλλωνται εἰς τὴν φορολογίαν. Εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ διάταξις, ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καὶ οὐχὶ εἰς τὸ νὰ φορολογήσωμεν τὴν σοῦμαν, ἂν τυχὸν εἶναι δυνάμεως ὀλίγον ἀνωτέρας τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὡρισμένου ἐν τῷ νόμῳ· διότι, καθ’ ἃς ἐλάβομεν πληροφορίας, δὲν δύναται νὰ παραχθῇ ἐκ τῆς σούμας ποτὸν, τοῦ ὁποίου νὰ γίνηται σπουδαία χρῆσις· δὲν θὰ ἦναι εὐχάριστον εἰς τὴν γεῦσιν. Βεβαίως τοιοῦτο ποιοῦτο ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα ἀνεχείας δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ ποτοῦ τούτου, ἀλλὰ τοὺς πίνοντας τὴν ἐκ τῆς σούμας ῥακὴν, δὲν πρέπει καὶ νὰ φορολογήσωμεν, διότι δὲν εἶναι σκοπὸς ἡμῶν νὰ φορολογήσωμεν τοὺς μὴ ἔχοντας ἱκανοὺς πόρους, ὅπως καταναλίσκωσι καθαρὸν ποτόν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἐπρόκητο περὶ καταστήματος ὑπάρχοντος ἐνταῦθα, περὶ βιομηχανίας λειτουργούση, θὰ ἠδυνάμεθα τὴν διάταξιν ταύτην νὰ καθορίσωμεν ἁπλούστατα. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἀποχρῶντας λόγους, ἵνα παραδεχθῶμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῶσι παρ’ ἡμῖν τοιαῦτα καταστήματα, νὰ ἐπιτραπῶσι δὲ ταῦτα μόνον ἐφ’ ὅσον παράγουσιν οἰνόπνευμα διὰ τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ τοιαύτη περιωρισμένη ἄδεια εἶναι ταὐτόσημος πρὸς ἐντελῆ ἀπαγόρευσιν· τοῦτο δὲ ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντες, εἰπόντος, ὅτι τοιαῦτα καταστήματα ἐν Ἑλλάδι δὲν δύνανται νὰ παραγάγωσιν οἰνόπνευμα ἐπίσης καθαρόν, ὡς ἐν Εὐρώπῃ. Πῶς λοιπὸν δύνανται νὰ ἐλπίσωσι τὰ τοιαῦτα καταστήματα, ὅτι θὰ ζητῆται τὸ προϊὸν αὐτῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀφοῦ παράγουσι χειροτέρας ποιότητος οἰνόπνευμα καὶ ἀφοῦ ἡ χώρα εἰσάγει μέγα ποσὸν σιτηρῶν διὰ τὰς πρώτας αὐτῆς ἀνάγκας καὶ ἑπομένως τὰ ἴδια αὐτῆς σιτηρὰ δὲν ἐπαρκῶσι καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν ταύτην: Πῶς δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ἀφοῦ παρ’ ἡμῖν ἡ βιομηχανία αὕτη τοσοῦτον ὑστερεῖ, ὅτι σιτηρὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ θὰ στέλλωνται ἐνταῦθα πρὸς ἀποστάλαξιν οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάγηται πάλιν πρὸς πώλησιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Ἡ ἀπαγόρευσις ἄρα τῆς ἐκ σιτηρῶν ἀποσταλάξεως οἰνοπνεύματος πρὸς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἐπιτρεπομένης μόνον τῆς ἐξαγωγῆς ἐκτὸς τοῦ Κράτους, εἶναι πλήρης ἀπαγόρευσις. Ἑπομένως, ἐὰν ὑπάρχωσι λόγοι ἀποχρῶντες πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἡ διάταξις περὶ ἀδείας ἐξαγωγῆς εἶναι ἄσκοπον νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ νόμῳ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀποχρῶντες οἱ προβαλλόμενοι λόγοι πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ἐν τῷ Κράτει παραγωγῆς προϊόντος, οὗτινος ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγωγή· ἐθεωρήσαμεν μάλιστα προτιμότερον νὰ παράγηται ἐν τῇ χώρᾳ τὸ προϊόν, καὶ διὰ τοῦτο προετείναμεν καὶ τὴν ἀτέλειαν τῶν πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν εἰσαγομένων σιτηρῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι τὸ ἐκ στεμφύλων οἰνόπνευμα εἶναι πολὺ ὑγιεινότερον τοῦ ἐκ σιτηρῶν, ἀλλὰ μὴ ἀπαρκούντων τῶν στεμφύλων εἰς τὴν παραγωγὴν πράττομεν καὶ ἡμεῖς ὅ,τι καὶ τὰ ἄλλα Κράτη, μὴ ἀπαγορεύοντες τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐκ σιτηρῶν οἰνοπνεύματος. Ἀπαγορευτικὰς διατάξεις κατὰ τῆς παραγωγῆς τοιούτου οἰνοπνεύματος δὲν γινώσκω ὑπαρχούσας ἀλλαχοῦ. Νομίζω δὲ καὶ ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη δὲν προώρισται νὰ λάβῃ μεγάλην ἀνάπτυξιν παρ’ ἡμῖν, διότι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σιτηρὰ πλεονάζοντα εἰς χρῆσιν τοιαύτης βιομηχανίας. Ἀνάπτυξιν λαμβάνουσι τοιαῦτα καταστήματα ἰδίως ἐν χώραις ἐχούσαις σιτηρὰ πλεονάζοντα ἢ μὴ ἐχούσαις ἄλλο ὑλικὸν πρὸς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος, ὡς ἔχομεν ἡμεῖς τὰ στέμφυλα. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι εἰς βιομηχανίαν, ἥτις δὲν θεωρεῖται ἀπαγορευτέα ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις, δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἤτοι τοὺς αὐτοὺς κανόνας τοὺς ἰσχύοντας ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀποσταλακτηρίων, καὶ ἀφοῦ διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου εἴχομεν προτείνει κατάργησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν χρησίμων εἰς τὰ ἀποσταλακτήρια ταῦτα πρώτων ὑλῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνωμεν τὴν κατάργησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν σιτηρῶν, τῶν εἰσαγομένων πρὸς ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος. Ἀποφασίσαντες νὰ μὴ ἀπαγορεύσωμεν τὴν ἐκ τῶν σιτηρῶν ἀπόσταξιν οἰνοπνεύματος καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς λειτουργούσης ταύτης βιομηχανίας, ἐδέησε νὰ σύρωμεν γραμμὴν μεταξὺ τῆς βιομηχανίας ταύτης, τῆς παραγούσης ὑγρὸν δυνάμεως μεγάλης, καὶ τῆς συνήθους ἐγχωρίου βιομηχανίας, τῆς παραγούσης ὑγρὸν δυνάμεως μικροτέρας. Τὸ ὑγρόν, τὸ παραγόμενον ἐν τῷ καταστήματι τοῦ Μπράουν, δὲν εἶναι ἀκαθάριστον ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ἀπ’ ἐναντίας θεωρεῖται τὸ κατάστημα τοῦτο ὡς ἀρκούντως ἐντελές, διότι κατεβλήθησαν πολλὰ κεφάλαια διὰ τὴν κατάρτισιν αὐτοῦ καὶ εἶναι ὅμοιον πρὸς τὰ καταστήματα τὰ ἀλλαχοῦ ὑπάρχοντα καὶ ἐκ σιτηρῶν παράγοντα οἰνόπνευμα, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ ἐκ τούτου παραγόμενον οἰνόπνευμα εἶναι ἀκριβώτερον, διότι δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα τὰς εὐκολίας, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ. Ὡς πρὸς τὴν ἐγχώριον δὲ σοῦμαν, παρατηρῶ, ὅτι: ἐθέσαμεν τὸν ἀνώτερον ὅρον εἰς 14 βαθμούς, ἀφοῦ πρῶτον ἀπεδέχθημεν ὡς ἀρχήν, ὅτι θὰ ἐξετάζωμεν οὐχὶ τὴν παραγωγὴν μιᾶς ἑκάστης ὀκᾶς, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῆς παραγωγῆς τοῦ καταστήματος, ἵνα ἐκ τούτου ἀποφασίζηται ἐὰν τὸ κατάστημα θὰ ὑποβάλληται εἰς φορολογίαν ἢ οὔ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλομεν θέσει τὸν ὅρον ἀνώτερον, ὁ κίνδυνος τῆς καταχρήσεως δὲν θὰ ἦτο μέγας· ἂν τυχὸν τὸ κατάστημα ἤθελε παραγάγει ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως ὑγρόν, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μετατραπῇ εἰς ποτόν, τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις πρὸς πρόληψιν τῆς καταχρήσεως· διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς πάντα νὰ μεταποιῇ τὸ ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως οἰνόπνευμα εἰς πνευματῶδες ποτόν· κατὰ τὸ ἄρθρ. 4, συνδυαζόμενον πρὸς τὸ ἄρθρ. 17, τιμωρεῖται ὁ μεταποιῶν οἰνόπνευμα εἰς ῥακὴν, ἐὰν μὴ ποιήσηται τὴν δήλωσιν ὅπως ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν. Ἑπομένως, καὶ ἂν οὐδεμίαν ἐθέτωμεν διάταξιν περὶ ἀνωτάτου ὅρου, πάλιν θὰ εἴχωμεν ἐκ τοῦ νόμου ἐγγυήσεις κατὰ τῆς καταχρήσεως. Ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ἐκ τῆς ποινῆς, δὲ, εἶναι ἀποχρῶσαι· πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐγγυήσεις προληπτικὰς ἐκ ῥητῶν καὶ ἀμέσων διατάξεων τοῦ νόμου’ καὶ διὰ τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν ἀνώτατον ὅρον καὶ προσδιωρίσωμεν αὐτὸν εἰς 14 βαθμούς. Ἀποβλέποντες ὅμως εἰς τὴν ἐγγύησιν, τὴν ἐκ τῆς ποινῆς τοῦ νόμου, ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἀνώτερον βαθμόν. Ἔχω ἐνταῦθα τὸν πίνακα, καθ’ ὃν οἱ 14 βαθμοὶ Καρτιέρου ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 25.02 τοῦ ἑκατονταβάθμου, ἔχομεν δὲ θέσει 25 ὡς στρογγύλον ἀριθμόν, ἐνῷ 25 τοῦ ἑκατονταβάθμου ἀντιστοιχοῦσιν ἀκριβῶς πρὸς 13. 27 τοῦ ὑδρομέτρου Καρτιέρου’ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν ὅρον εἰς 15 βαθμοὺς Καρτιέρου, ὀφείλομεν ἀντὶ τῶν 25 ἑκατονταβάθμου ν’ ἀναγράψωμεν 32, οἱ δὲ 16 βαθμοὶ Καρτιέρου ἀντιστοιχοῦσι πρὸς 36. 90 ἑκατονταβάθμου.
§81ΤΙΝΕΣ. 37 νὰ θέσητε.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς εἶπον, εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον δὲν ἀποδίδομεν πολλὴν σημασίαν, διότι ἡ ποινὴ τοῦ ἄρθρου 17 ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἀφορολογήτως μεταποιοῦντα τὴν σοῦμαν εἰς ποτόν.
§83Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἀλλὰ τότε ἡ ἑκουσία κατανάλωσις τῆς σούμας, ἢ κατ’ οἶκον μεταποίησις καὶ κατανάλωσις αὐτῆς δὲν θὰ φορολογῆται.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐάν τις τὴν σοῦμαν ἐν τῷ οἴκῳ του μεταποιῇ εἰς ῥακὴν ἵνα τὴν καταναλώσῃ, βεβαίως δὲν τιμωρεῖται, διότι ὁ νόμος τιμωρεῖ μόνον τὴν μεταποίησιν πρὸς ἐμπορίαν. Καθ’ ἃς ὅμως ἔχομεν πληροφορίας, ὅπως σήμερον κατασκευάζηται ἡ σοῦμα, τοῦτο δὲν δύναται νὰ γείνῃ· δύναται νὰ γείνῃ μόνον διὰ τοῦ πρώτου ἀποστάγματος τοῦ καταστήματος τῆς Κερκύρας, ὅπερ εἶναι ἀρκούντως καθαρὸν, ὅπως μεταποιηθῇ εἰς ποτὸν, ἀλλὰ τὸ ἀπόσταγμα ἐκεῖνο φορολογεῖται ἐν τῷ καταστήματι τῆς παραγωγῆς. Ἐκ τῆς συνήθους ὅμως σούμας δὲν δύναται νὰ κατασκευασθῇ ποτὸν εὐχάριστον εἰς τὴν γεῦσιν· ἀλλ’ ἐὰν ὅπως δήποτε κατασκευασθῇ, δὲν ἐπάγεται ποινὴν, ἂν ἡ μεταποίησις ἐγένετο πρὸς ἰδίαν χρῆσιν· ἐπάγεται δὲ ποινὴν, ἂν μετεποιήθη πρὸς ἐμπορίαν. Κατὰ ταῦτα δυνάμεθα ν’ ἀντικαταστήσωμεν 36 ἀντὶ τῶν 25%, τὸ δὲ ἐδάφιον θὰ ἔχῃ οὕτω «καθὼς καὶ τὸ ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων παραγόμενον οἰνόπνευμα, περιέχον 36% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος.»
§85ΤΡΑΚΑΣ. Οἱ λόγοι τῶν διαφόρων προαγορευσάντων μὲ ἔφεραν εἰς μεγάλην ἀπορίαν ὡς πρὸς τὴν σοῦμαν. Σοῦμα ἐν γένει λέγεται αὐτὴ, ἡ ὁποία ἐξάγεται ἀπὸ τὰ στέμφυλα καὶ ἡ ὁποία ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν σταφυλῶν δύναται νὰ ᾖναι 16–19 βαθμῶν. Αὐτὴ ἡ σοῦμα δὲν πίνεται ἢ μόνον ὑπὸ τῶν πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται καὶ κρατοῦσιν εἰς τὴν καζανιὰν ½ ἢ 1 ὀκᾶν τῆς τοιαύτης σούμας καὶ τὸ φυλάττουσι δι’ ἰδίαν χρῆσιν. Τώρα κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δι’ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἕκαστος εἰς τὴν οἰκίαν του, θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρόνῃ φόρον;
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «πρὸς ἐμπορίαν.»
§87ΤΡΑΚΑΣ. Τότε θὰ φορολογῆται μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πηγαίνει εἰς τὸ κατάστημα, καὶ οἱ χωρικοὶ δὲν θὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν.
§88ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§90ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. «Ἐπὶ τοῦ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καταναλισκομένου ζύθου, οἰνοπνεύματος καὶ πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν, ἐγχωρίων τε καὶ ἔξωθεν εἰσαγομένων, ἐπιβάλλεται δικαίωμα καταναλώσεως, ὑπαγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐμμέσων φόρων, καὶ ἄσχετον πρὸς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ εἰσπραττόμενα ἀπὸ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα τοιαῦτα εἴδη.»
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἡ ἑξῆς «ἐπὶ παντὸς πνευματώδους ὑγροῦ, εἰς δραχμὴν μίαν κατ’ ὀκᾶν τοῦ περιεχομένου ἀνύδρου οἰνοπνεύματος.» Ἡ φορολογία εἶναι 50 λεπτῶν τὴν ὀκᾶν, τὴν περιέχουσαν 50% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος· ἑπομένως τὴν ὀκᾶν, τὴν περιέχουσαν 100%, θὰ φορολογήσωμεν διὰ μιᾶς δραχμῆς. Τοῦτο ἀντικαθιστῶμεν.
§93ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἂς σημειωθῇ ἓν λεπτὸν κατὰ ἓν ἑκατοστόν.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα φορολογεῖται 100%, τὰ 60 ἑκατοστὰ θὰ φορολογῶνται 60 λεπτά, τὰ 30 ἑκατοστὰ 30 λεπτά, καὶ οὕτω καθεξῆς.
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μέχρι 36% δὲν θὰ φορολογῆται.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῶν καταστημάτων, τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν φορολογίαν, ἡ παραγωγὴ θὰ φορολογῆται ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ δύναμις αὐτῆς.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§98Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην § τοῦ ἄρθρου 2. «Ἐπὶ τοῦ ζύθου ἐν γένει, εἰς λεπτὰ 30 κατ’ ὀκᾶν.» Ἐννοεῖτε τὸ καθαρὸν βάρος, καὶ δὲν θὰ λογίζηται τὸ βάρος τοῦ σκεύους;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§100ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ βάρος τοῦ σκεύους, διότι τὸ δασμολόγιον ὁρίζει μέχρι 10%.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου οὐχὶ ἐπὶ τοῦ σκεύους· κατὰ τίνας δὲ κανόνας ἡ ὑπηρεσία θέλει ἀνεύρει τὸ βάρος τοῦ σκεύους τούτου, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος περὶ δασμολογίου καθορίζει.
§102Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἐξήγησις, ὅτι καταμετρεῖται ἐπὶ θερμοκρασίας 15 βαθμῶν.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἑκατονταβάθμου, ἐννοεῖται ὅτι ἐπὶ 15 βαθμῶν θερμοκρασίας γίνεται ἡ καταμέτρησις.
§104ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 3).
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ «ἢ μεταφορὰν» διαγράφεται, τὸ δὲ 25% γίνεται 36%.
§106ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι κακῶς ἐσβέσθη τὸ «ἢ μεταφορὰν», διότι πρέπει νὰ τεθῇ περιορισμὸς διὰ Διατάγματος, ὅτι μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ δύναται νὰ εἰσαχθῇ οἰνόπνευμα ἐντὸς τοῦ οἴνου, διότι δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις, νὰ εἰσάγηται εἰς τὸν οἶνον τὸ οἰνόπνευμα. Λοιπὸν νὰ δύναται νὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, ὅτι μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ οἰνόπνευμα ἐπιτρέπεται νὰ εἰσαχθῇ ἐντὸς τοῦ οἴνου.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθόσον γινώσκω, εἰς οἶνον μεταφερόμενον ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐγχέεται οἰνόπνευμα. Δὲν εὑρέθησαν ἀκόμη εἰς τὴν ἀνάγκην οἱ παράγοντες οἶνον ἐν Ἑλλάδι νὰ προστρέχωσι συστηματικῶς διὰ τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καταναλισκομένους οἴνους εἰς τὸ οἰνόπνευμα· γίνεται δὲ μόνον χρῆσις τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τὴν πρὸς ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν παραγωγὴν, καὶ διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγαλειτέρα, καὶ διότι προτιμῶνται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ οἱ οἶνοι, οἱ περιέχοντες πλειότερον οἰνόπνευμα. Ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ μεταφερομένους, καὶ ἡ ἀπόστασις εἶναι ἀσήμαντος, καὶ τὸ κοινὸν δὲν ἀγαπᾷ τοὺς λίαν πνευματώδεις οἴνους.
§108ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐπειδὴ ἤρχισαν καὶ εἰς τοὺς οἴνους, τοὺς ἐν τῷ Κράτει, νὰ ῥίπτουν οἰνόπνευμα διὰ νὰ διατηρηθοῦν, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Παπαγεωργίου ἀφορᾷ οὐχὶ εἰς τὴν μεταφορὰν, ἀλλὰ εἰς τὴν διατήρησιν· ἀλλ’ ἀφοῦ φορολογεῖται τὸ οἰνόπνευμα ὑπὸ τύπον οἱονδήποτε, πρέπει νὰ φορολογηθῇ καὶ ἐντὸς τοῦ οἴνου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς ἄλλα Κράτη ἐπιτρέπεται τὸ ἀφορολόγητον τοῦ εἰς τοιαύτην χρῆσιν διατιθεμένου οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ἐδῶ ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι δὲν προστίθεται τὸ οἰνόπνευμα εἰμὴ εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπομακρυνθῶμεν τοῦ γενικοῦ μέτρου.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὅπως ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§111ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 4).
§112ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ νὰ φορολογῆται τὸ οἰνόπνευμα, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθοῦν ἀπὸ τὸ 1ον ἄρθρον τὰ ἄλλα πνευματώδη ποτά· ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ διὰ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἐὰν οὗτος ἦναι ὁ λόγος, τότε πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸ ἄρθρον 4, ὅπου γίνεται λόγος μόνον περὶ τῶν ἐγχωρίων ποτῶν, νὰ τροποποιηθῇ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε νὰ μὴ περιέχῃ εἰμὴ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἔρχομαι ἔπειτα εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως, τὸν ὁποῖον τὸ κεφάλαιον τοῦτο καθιεροῖ. Πρόκειται περὶ φόρων πολὺ μεγάλων, οἵτινες θέλουν ἐπιβαρύνει τα κατασκευαζόμενα εἴδη· ὅταν δὲ ὁ φόρος ἦναι τόσον μέγας, ἡ βεβαίωσις πρέπει νὰ παρακολουθῇ τὴν πραγματικὴν παραγωγὴν, καὶ νὰ μὴ στηρίζηται εἰς εἰκασίας, διότι αἱ εἰκασίαι εἶναι πάντοτε ἐπισφαλεῖς, πᾶσα δὲ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον διαφορὰ ἔχει μεγίστην ἐπιῤῥοὴν τόσον διὰ τὸ Δημόσιον, ὅσον καὶ διὰ τὸν παραγωγόν. Διὰ τοῦτο εἰς τ’ ἄλλα Κράτη οἱ τοιοῦτοι φόροι ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ πραγματικῶς παραγομένου ποσοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς ἐκτιμήσεως, ἐνεργουμένης ἀπὸ Ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἀπὸ μέλη, ἃ δὲν ἔχουν μάλιστα τὴν ἀναγκαίαν εἰδικότητα καὶ πεῖραν. Εἰς πρόσωπα τοιαῦτα δίδεται ἡ ἐξουσία νὰ προσδιορίζωσι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἕκαστον κατάστημα παράγει. Ἀκολούθως χορηγεῖ τὸ δικαίωμα ἐφέσεως κατὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο δίδεται εἰς μόνον τὸν φορολογούμενον, ὅστις ἤθελε νομίσει ἑαυτὸν ἀδικούμενον, ὥστε οἱ φορολογούμενοι, οἵτινες ἤθελον κατορθώσει δι’ οἱωνδήποτε μέσων νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς, ἐκεῖνοι βεβαίως δὲν ὑποβάλλονται εἰς κανένα περαιτέρω ἔλεγχον, διότι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἔφεσιν κατὰ τοῦ σχετικοῦ πρωτοκόλλου· τρέχομεν λοιπὸν τὸν κίνδυνον νὰ ἀφίνωμεν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἀναρμοδίων προσώπων τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὸ ποσὸν, ὃ ἕκαστος ἐργοστασιάρχης θέλει παραγάγει, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ πληρώνηται φόρος. Ποίας δὲ ἐγγυήσεις δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἀδικηθέντες ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, ὅστις θὰ δικάζῃ τὰς ἐφέσεις; Εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐπισκεφθῇ ὅλα τὰ ἐργοστάσιά των, ἔχει δὲ τὰς ἀναγκαίας γνώσεις, ὅπως ἀποφανθῇ δικαίως; Πρώτην φορὰν, προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως, δίδεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ ἀνεκκλήτως ἐπὶ φόρων. Δὲν ἀρκεῖ δὲ τοῦτο, ἀλλὰ δίδεται εἰς αὐτὸν καὶ ἕτερον δικαίωμα, τὸ τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἐνεργῇ ἀναθεωρήσεις δι’ εἰδημόνων τῆς ἐκλογῆς του καὶ νὰ αὐξομειόνῃ τὸν φόρον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συγκεντρώνομεν ἡμεῖς οἱ ἀποκεντροτικοὶ μεγίστην ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, χορηγοῦντες εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβιβάζῃ καὶ καταβιβάζῃ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς ἑκάστου βιομηχάνου καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ἀνύτερον ἢ κατώτερον φόρον· εὐτυχῶς διὰ τῶν γενομένων τροπολογιῶν, αἱ τοιαῦται ἀποφάσεις τοῦ ὑπουργοῦ θὰ ᾖναι ὑποχρεωτικαὶ μόνον διὰ τοὺς παραγωγοὺς τοῦ ζύθου, μόνοι δὲ οὗτοι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἔχουσι κρεμάμενον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των ὡς ἄλλο ξίφος Δαμοκλέους τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ· καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργοστασιάρχας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, αἱ ἀνωτέρω ἐκτεθεῖσαι ἐργασίαι θέλουν χρησιμεύσει ὡς μέσον ἐλέγχου, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ παραγομένου ποσοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο ἄρθρον ὑπάρχει διάταξις δυναμένη νὰ βλάψῃ τὸ δημόσιον, διότι ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅστις ἤθελε κατορθώσει νὰ προσδιορισθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἑαυτοῦ παραγωγῆς κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ, δύναται νὰ μὴ κάμῃ δήλωσιν, ἡ δὲ παράλειψις τῆς δηλώσεως οὐδεμίαν ἄλλην ἔχει συνέπειαν ἢ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσδιορισθέντος ποσοῦ κατὰ τὰ ἄρθρα 4–6· ἑπομένως, ἐὰν ἐργοστασιάρχης, ὅστις παράγει 200,000 ὀκάδας οἰνοπνεύματος, δι’ ὃ ὀφείλει νὰ πληρώσῃ 200,000 δραχμὰς, κατορθώσῃ νὰ προσδιορισθῇ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ἡ παραγωγή του εἰς 100,000 ἢ 50,000 ὀκάδας, οὗτος θέλει παραλείψει τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 15 δήλωσιν, καὶ θέλει οὕτω ὠφεληθῆ 100, ἢ 150 χιλιάδας.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρυφυλίας παρατηρεῖ, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἔλλογος ἡ παρατήρησις, ἣν ἐξήνεγκον ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ πνευματώδη ποτὰ, διότι ἐκεῖ δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν καὶ τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 4, διότι τοῦτο ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγήν. Ἀλλ’ εἶπον πρὸ ὀλίγου διατί ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 περιλαμβάνονται τὰ περὶ ποτῶν, ἐφαρμοζομένης καὶ ἐπὶ τῆς μεταποιήσεως τῶν ὑγρῶν εἰς ποτὰ τῆς ποινικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 17. Πρέπει νὰ ὑπάρχωσι μέσα προληπτικὰ καὶ κατασταλτικὰ τῆς ἀφορολογήτου χρήσεως τῆς σούμας εἰς παραγωγὴν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἡ μνεία τούτων ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 εἶναι ἀναγκαία, ἵνα ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τὴν μεταποίησιν τοῦ πρώτου ἀποσταλάγματος εἰς ποτὸν ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τιμωρία παντὸς παραβαίνοντος τὸ ἄρθρον 4. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, ἀκριβῶς εἰς ταῦτα ἀφορῶσιν αἱ τροποποιήσεις, ἃς εἰσηγάγομεν. Ἐνομίσαμεν, ὅτι, περιορίζοντες εἰς μόνον τὸν ζύθον τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, δὲν κινδυνεύομεν νὰ ἐκθέσωμεν τὸ Δημόσιον εἰς μεγάλην ζημίαν, οὐδὲ νὰ στερήσωμεν ἐγγυήσεων τὸν ἐργοστασιάρχην ἐπὶ ποσοῦ σπουδαίου, διότι ἡ παραγωγὴ τοῦ ζύθου δὲν ἔχει παρ’ ἡμῖν διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ καθίσταται ἀνεπαρκὴς ἡ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου πρόνοια. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιβάλωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην διὰ πλειόνων ἐγγυήσεων, καὶ διὰ τοῦτο προσεθέσαμεν εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν δύναμιν τῶν λεβήτων καὶ τῶν μηχανημάτων, τὴν δήλωσιν τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν παραγωγὴν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς πρώτης ὕλης. Ὡς πρὸς ταῦτα δύναται ἡ δήλωσις νὰ μὴ γείνῃ ἀκριβής· ἀλλὰ τὴν ἀνακριβῆ δήλωσιν τιμωρεῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ ἐξελέγξῃ τὰ τῆς δηλώσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον αὕτη ἤθελεν ἀποδειχθῆ μὴ ἀκριβής, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀληθῆ, καὶ πρόστιμον 20% ἐπὶ πλέον τοῦ νομίμου φόρου. Ἆρα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας θεωρεῖ τὸ 20% ἀνεπαρκές;
§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει «ὁ παραλείψας τὴν δήλωσιν»· ἀφοῦ δὲν κάμει δήλωσιν, τίνι τρόπῳ θέλει ἐξελέγξει αὐτὴν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος;
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἄρθρου 15, κανονίζοντος τὰ τοῦ παραλείποντος τὴν δήλωσιν.
§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δύναται νὰ παραλείψῃ.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 15 §. βʹ. λέγει· «Ὁ παραλείψας τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν ὑποβάλλεται εἰς τὸ ἀναλογοῦν δικαίωμα ἐφ’ ὅλης τῆς παραγωγῆς πνευματώδους ὑγροῦ, ἣν ἠδύναντο ν’ ἀποφέρουν τὰ μηχανήματά του, διαρκῶς ἐργαζόμενα καθ’ ὅλην τὴν τριμηνίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 5 γενομένης ἐκτιμήσεως». Τοῦτο φαίνεται ἱκανὴ τιμωρία. Ἀλλ’ ἂν ἐπιμένῃ ὁ κ. βουλευτὴς, δυνάμεθα, συμπληροῦντες τὸ ἄρθρον 16, νὰ προσθέσωμεν ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, καὶ παραλειπομένης τῆς δηλώσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χρεώσῃ τὸν παραλείψαντα τὴν δήλωσιν διὰ προστίμου, ἐπιπροστιθεμένου εἰς τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 15 δικαίωμα. Ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 16, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου δευτέρου τοῦ ἄρθρου 15 δὲν εἶναι ἐπαρκής, καὶ ἄνευ εἰδικοῦ προστίμου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§119ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 5).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης ἔχει τὴν ἑξῆς πρότασιν (ἀναγινώσκει).
§121ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ τροπολογία μου, κύριοι, ἀφορᾶ εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὀλίγων χωρικῶν, οἵτινες ἔχουν μικροὺς λέβητας, ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμουν δήλωσιν· δὲν πρόκειται περὶ τῆς πληρωμῆς, διότι ἀπαλάσσονται, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς καὶ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς δηλώσεως. Λοιπὸν ὁ ἔχων πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου εἶναι ὡς νὰ ἔκαμε δήλωσιν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ὅστις δὲν κάμει δήλωσιν τιμωρεῖται, πρέπει ν’ ἀπαλλάξωμεν τῆς τοιαύτης δηλώσεως τοὺς ἔχοντας πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ τροπολογία μου (ἀναγινώσκει.) Λοιπὸν δὲν ἀρκεῖ ὁ ἀτυχὴς ὁ χωρικός, ὅστις ἔχει ἕνα μικρὸν λέβητα, ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ τέλους, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ καὶ αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως τῆς δηλώσεως, νὰ ᾖναι δὲ ὑπόχρεως μόνον νὰ ἔχῃ πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου. Λοιπὸν ἐλπίζω, ὅτι δὲν θ’ ἀφήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ τιμωρῶνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κατασκευάζων σοῦμαν πρὸς ἐμπορίαν, εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλεται φορολογίαν, ἀλλὰ δὲν ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ὑποβάλλῃ δήλωσιν. Ἡ δήλωσις δὲν ἐπιβάλλεται χάριν εἰσπράξεως, ἀλλὰ χάριν τῆς στατιστικῆς καὶ χάριν τοῦ ἐλέγχου. Πρέπει νὰ γινώσκῃ ἡ ὑπηρεσία πόσα τοιαῦτα καταστήματα ὑπάρχουσι καὶ τίνος παραγωγικῆς δυνάμεως εἶναι ἕκαστον. Ἐκ τούτου ἡ ὑποχρέωσις τῆς ὑποβολῆς δηλώσεως περὶ τῶν λεβήτων, τῶν μηχανημάτων καὶ τῆς παραγωγικότητος ἑκάστου καταστήματος. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ πληροφοριῶν χρησίμων τῇ ὑπηρεσίᾳ, εἴτε πρὸς ἔλεγχον τῆς καταναλισκομένης σούμας ἐν τοῖς μεταποιοῦσιν αὐτὴν καταστήμασιν, εἴτε πρὸς διαφωτισμὸν περὶ τῆς ἐν γένει παραγωγῆς τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς δηλώσεως τὰ καταστήματα, τὰ μὴ ὑποβαλλόμενα εἰς φορολογίαν, βεβαίως ὡς πρὸς τὸν φόρον δὲν ζημιούμεθα, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς πληροφορίας, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς πολιτειακοὺς σκοποὺς, καὶ θὰ ἦναι στοιχεῖον ἐλέγχου τῶν ἄλλων καταστημάτων, ἅτινα ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν.
§123ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τὰς δηλώσεις θεωρεῖ ἀναγκαίας χάριν τῆς στατιστικῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ Δημάρχου δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτὴν τὴν στατιστικήν.
§124ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ χωρία δὲν ἔχουν ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται καζάνια, ἀλλ’ ἔχουν εἷς ἢ δύω, οἵτινες τὰ ἐνοικιάζουν. Τί θὰ συμβῇ;
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ δήλωσις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν φορολογίαν ἀλλ’ εἰς τὴν στατιστικήν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§127ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 6).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§129ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 7).
§130ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει προθεσμία ἐντὸς πόσου χρόνου ἐπιτρέπεται ἡ ἔφεσις.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς τεθῇ «ἐπιτρέπεται ἔφεσις ἐντὸς 15 ἡμερῶν».
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 μὲ τὴν γενομένην τροποποίησιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8).
§133ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 9).
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μίαν διόρθωσιν ἑνὸς ἀριθμοῦ· ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 ἐν τέλει πρέπει νὰ τεθῇ ἄρθρ. 6 καὶ ὄχι 5, διότι εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐν τῷ ἄρθρ. 6. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρ. 9, ὡς διωρθώθη, ὁμοίως τὸ 10 καὶ 11).
§135ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 12).
§136ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ζυγομαλᾶς, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀπαλλάττεται τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως καὶ τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ὡς καὶ τοῦ ζύθου, τὸ ὁποῖον ἀποστέλλεται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δι’ ἄλλου προσώπου παρὰ τὸν κατασκευαστήν· οἱ κατασκευάζοντες τοιαῦτα ποτὰ δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἔμποροι βεβαίως, ἄλλοι εἶναι οἱ ἐμπορευόμενοι τὰ ἀντικείμενα ταῦτα. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ δύναται ὁ ἐργοστασιάρχης νὰ πωλήσῃ τὸ οἰνόπνευμά του εἴς τινα μεγαλέμπορον, λαμβάνων χρήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην, καὶ διατὶ ὁ ἀγοραστὴς, ἐὰν εὑρίσκῃ συμφέρον, νὰ μὴ δύναται νὰ τὸ ἐξαγάγῃ, ἀπαλλασσόμενος τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Δεύτερον παρατηρῶ, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ φόρος ἐπιβάλλεται κατὰ τὸν βαθμὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε, ὅταν γίνεται ἐξαγωγὴ, νὰ βεβαιοῦται καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸν ὁποῖον περιέχουν τὰ ἐξαγόμενα ποτὰ, διότι χίλιαι π. χ. ὀκάδες ποτῶν δύνανται νὰ περιέχουν ἄλλοτε μὲν 500 ὀκάδες οἰνοπνεύματος, ἄλλοτε 800 ἢ καὶ χιλίας, ὅταν ἦναι καθαρὸν οἰνόπνευμα· οὐδεμίαν ἑπομένως ἔννοιαν θέλει ἔχει ἡ ἀπαίτησις τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν ὁ ἐξάγων ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τὴν φορτωτικὴν μετὰ τρεῖς ἡμέρας, διότι ἡ φορτωτικὴ δὲν δύναται περιλαμβάνῃ ἄλλο τι εἰμὴ μόνον τὸ ποσὸν τῶν ποτῶν, ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν βαθμὸν οὔτε ἡ Λιμενικὴ Ἀρχὴ, οὔτε ὁ Τελώνης δύναται νὰ τὸν βεβαιώσῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σχετισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὰς ἄλλας σχετικὰς διατάξεις εἰς τρόπον ὥστε νὰ κανονίζεται καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ οἰνοπνεύματος.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου, πρέπει ὁ ἐξάγων τὸ οἰνόπνευμα νὰ φέρῃ πιστοποίησιν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐξάγει, διότι, κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον ὅ,τι φορολογεῖται εἶναι τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα· εὐθὺς ὡς δὲν φέρῃ ἀπόδειξιν περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν τῷ ἐξαχθέντι ὑγρῷ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος δὲν δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ. Δὲν ἐτέθησαν ἐνταῦθα εἰδικαὶ διατάξεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει βεβαιώσει τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, ἂν δὲν τὴν βεβαιώσῃ κατὰ τὰ κανονισθησόμενα, δὲν θέλει ἀπαλλαγῆ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἐξαχθῇ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ βεβαιώσῃ ἡ Ἀρχὴ εἶναι τὸ ποσὸν τῶν περιεχομένων ἐν αὐτῷ ὀκάδων τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Ὑποθέτω, ὅτι ἐξάγει τις 100 ὀκάδας ὑγροῦ περιέχοντος 15 ὀκάδας οἰνοπνεύματος, ἐπὶ τῶν 100 ὀκάδων ὑγροῦ δὲν θέλει ἀπαλλαγῆ τοῦ φόρου 100 ὀκάδων, ἀλλὰ θέλει ἀπαλλαγῆ τοῦ φόρου 15 ὀκάδων. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ αὐτὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν καταστηματάρχην, ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὸν ἔμπορον, ἀπαντῶ, ὅτι ὁ καταστηματάρχης παρέχει ἐγγυήσεις, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔλεγχον, ἀλλὰ πᾶς ἔμπορος δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔλεγχον......
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαιτεῖται ἔλεγχος ὡς πρὸς τὸ κατάστημα ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἔλαβε τὸ ἐξαγόμενον, διότι ἐνδέχεται......
§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποδόσεως φόρου, πρόκειται περὶ ἀπαλλαγῆς, περὶ συμψηφισμοῦ. Τὸ κατάστημα χρεοῦται καὶ χρεούμενον ἀπαλλάσσεται, ὅταν φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν τῆς φορολογίας.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ζημίας ἐκ καταχρήσεως, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν ἔμπορον, διότι θὰ δύναται οὗτος νὰ πραγματοποιῇ αὐτὸ, ἐξάγων σοῦμαν. Πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν ὅτι τὸ ἐξαγόμενον ὑγρὸν παρήχθη ἐν καταστήματι, ὑποβαλλομένῳ εἰς τὴν φορολογίαν, διότι ἔχομεν ἐν τῷ τόπῳ δύω εἰδῶν πνευματώδη ὑγρὰ, ἔχομεν φορολογημένα καὶ ἀφορολόγητα· τὰ ἀφορολόγητα εἶναι ἡ σοῦμα, ἡ παραχθεῖσα ἐκτὸς τῶν καταστημάτων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ παρόντος νόμου. Ἂν λοιπὸν ἐπιτρέψωμεν εἰς πάντα ἔμπορον νὰ ἀπολαμβάνῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου διὰ τὰς ὀκάδας, τὰς ὁποίας θέλει ἐξάγει, τίς θέλει ἐμποδίσει τὸν ἔμπορον νὰ ἐξάγῃ σοῦμαν ἀφορολόγητον, παριστῶν αὐτὴν ὡς φορολογηθεῖσαν καὶ νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τοῦ Τελώνου τὴν ἀπόληψιν τοῦ φόρου διὰ τόσας ὀκάδας; Ὁ μόνος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔλεγχον ὡς πρὸς τὴν ἀπόληψιν ταύτην, εἶναι ὁ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἤτοι ὁ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου ὑπὲρ τοῦ κατασκευαστοῦ καὶ οὐχὶ ὁ τῆς ἀποδόσεως ὑπὲρ τοῦ ἐμπόρου.
§142ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστροφῆς, ἀλλὰ περὶ ἀπαλλαγῆς, καὶ ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θέλει ἐξαγάγει, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ ἀπὸ ποῖον ἐργοστασιάρχην τὸ ἠγόρασεν, ὥστε ὁ ἐργοστασιάρχης νὰ ἀπαλλαχθῇ· ὁ ἐργοστασιάρχης λοιπὸν, ὁ ὁποῖος ἐπώλησεν αὐτὸ, θέλει λάβει τὴν ἀπόδειξιν διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ.
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ ἐργοστασιάρχης καὶ παραδέχεσθε ὅτι μόνον περὶ ἀπαλλαγῆς πρόκειται, διότι μέχρι τοῦδε ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἐζητεῖτο νὰ περιληφθῇ διάταξις καὶ περὶ ἐπιστροφῆς, τίνα βλέπετε περιορισμὸν ἐν τῇ διατάξει τοῦ ἄρθρου τούτου; Ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅστις θ’ ἀπαλλαγῇ τοῦ φόρου, αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ ἐξάγων, πῶς δὲ δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ ἐργοστασιάρχης διὰ πράξεως ἄλλου; Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἔχει, ὁμοίως τὸ 13 καὶ 14).
§144ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ 15 ἄρθρον).
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. «Ἀνύδρου οἰνοπνεύματος» καὶ ὄχι «ἀνύδρου πνεύματος» καὶ κατωτέρω πρέπει νὰ θέτωμεν «τὸ ὅλον ποσὸν τῶν παραχθεισῶν ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος» ἀντὶ τοῦ «τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ παραχθέντος οἰνοπνευματώδους ὑγροῦ, λογιζόμενον εἰς ὀκάδας περιεχούσας 50% ἀνύδρου οἰνοπνεύματος». (Γίνεται δεκτὸν τὸ 15 ὡς διωρθώθη· ὁμοίως τὸ 16, 17, 18 καὶ 19 ἐν τῷ ὁποίῳ τὸ «ἐντὸς δέκα ἡμερῶν» γίνεται «ἐντὸς 15 ἡμερῶν»· ὁμοίως τὸ 20 καὶ 21).
§146ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 22).
§147ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὶ πέντε δραχμαὶ εἶναι αὐταί; ὁλονὲν μισθοὺς, μισθοὺς;
§148ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς γείνῃ δραχμὰς 4. (Γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη· ὁμοίως τὸ 23).
§149ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ 24 ἄρθρον).
§150ΚΑΛΛΙΓΑΣ. «Τοὺς κατὰ τὰ ἄρθρον 8 καὶ 16» ὄχι μόνον 16. (Γίνεται δεκτὸν ὡς διωρθώθη, ὡς καὶ τὰ 25, 26, 27 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ διάφορα Κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων). (Εἶτα ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων).
§152ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, πρὶν κυρωθῇ ὁ νόμος τῶν ἐξόδων, νὰ δεχθῇ διόρθωσιν εἰς τὸ Κεφ. τῶν δασῶν. Ἐγένετο μία παραδρομὴ, καὶ νομίζω, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ διόρθωσις, διότι πίνακας μόνον ἐψηφίσαμεν. Εἰς τὸ Κεφάλαιον περὶ Δασῶν ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ, ὅτι περιωρίσθημεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰ ποσὰ τοῦ 82, ἀλλὰ εἰς τὸν Πρϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου ὑπῆρχον δύω Κεφάλαια, ἓν κύριον Κεφάλαιον καὶ ἕτερον διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας· τοῦτο τὸ τελευταῖον δὲν τὸ περιλάβομεν, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δασῶν· ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ δύναται νὰ φέρῃ δυσχερείας, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ· εἶναι 5,727.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§154ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐγγραφῇ, εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας τοῦ ἀοιδίμου Κουμουνδούρου· ἕνδεκα χιλιάδες ἐξηκριβώθησαν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι καλύψει τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ ἐπιτροπῆς.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§157ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχομεν νὰ ἐγγράψωμεν καὶ τὸ περὶ καπνοῦ ἔξοδον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1883 μετὰ τῶν γενομένων ἐπ’ αὐτοῦ αὐξομοιώσεων τῶν κονδυλίων).
§158ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ νόμος περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν (θόρυβος).
§159ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ὅπως διάφορα νομοσχέδια συζητηθῶσι εὐθὺς μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν· ἤδη πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὴν σειράν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐν ἀρχῇ ἑκάστης ἡμερησίας διατάξεως δυνάμεθα νὰ καταχωρίζωμεν μικρόν τινα ἀριθμὸν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ὅπως εἶναι συμβάσεις πρὸς ξένας Ἐπικρατείας, καὶ τὰ ὅμοια· μετὰ ταῦτα δέον νὰ ταχθῶσι τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως συζητηθῶσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τοιαῦτα εἶναι τὸ περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτ. ἐκλογῶν, τὸ περὶ παρατάσεως προθεσμίας δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν.
§160ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ νὰ προηγηθῇ.
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ καθυστερούντων ἐκ δόσεων τιμήματος γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τὸ περὶ τῶν μέχρι τέλους τοῦ 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§162ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Τὸ περὶ προσόντων.
§163ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τούτων πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τίνα θέλει νὰ προτάξῃ.
§164ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ περὶ φυτειῶν.
§165ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ περὶ καθυστερούντων.
§166ΕΤΕΡΟΙ. Τὸ περὶ Δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§167ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας προχθὲς εἶχε ζητήσει, ὅπως τὸ περὶ ἀναβολῆς τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν προταχθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα ἐκφρασθῇ ἡ Βουλή, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως· νομίζω, ὅτι τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρέπει νὰ προτάξωμεν παντὸς ἄλλου, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ ἢ οὔ (Θόρυβος).
§168ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς ἀπόψε (θόρυβος).
§169ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἂν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν εὐθὺς ἀμέσως νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν Δημαιρεσιῶν, ὅτι εἴμεθα τινὲς ἐκ τῶν Βουλευτῶν διατεθειμένοι νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν καὶ ἐν ἀνάγκῃ, ἐπειδὴ εἴμεθα ἐν μειονοψηφίᾳ, νὰ παρεμβάλλωμεν μύρια προσκόμματα, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ μὴ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ἀντισυνταγματικόν, ὅπερ καθιεροῖ ἓν προηγούμενον κάκιστον, διότι ἑκάστοτε δύναται μία Κυβέρνησις νὰ ἔρχεται καὶ ν’ ἀναβάλλῃ τὰς Δημοτικὰς ἐκλογάς· διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ παρατείνῃ τὴν ἀρχὴν τῶν δημάρχων πλέον τῶν 4 ἐτῶν· οὐδεμία δὲ ἔκτακτος περίστασις παρουσιάζεται σήμερον. Καὶ ἰδοὺ φέρω ἤδη τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας.
§170ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω καὶ ἐγὼ....
§171ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐταὶ εἶναι δηλώσεις ἀτομικαί, δὲν ἀντιπροσωπεύουν κανὲν κόμμα (θόρυβος καὶ διαλέξεις θορυβώδεις μεταξὺ Ῥίτσου καὶ Παπαμιχαλοπούλου ἀφ’ ἑνὸς καὶ Παπαγεωργίου ἀφ’ ἑτέρου).
§172ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Γίνεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 117. Δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτία. (Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 8½ Μ. Μ.)