1883.03.18
2,012 rows · 15,753 words · 61 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82
τῆς 18 Μαρτίου 1883
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες τοῦ Αἰγίου Δικηγόροι τηλεγραφοῦσι κατὰ τοῦ ἐκεῖσε Εἰρηνοδίκου Χαραλ. Γκέκα, ὡς φονεύσαντος ἄνθρωπον ἐντὸς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ὡς πλαστογραφήσαντος ἀποφάσεις καὶ ἐν γένει ἐξουδετερώσαντος τὴν δικαιοσύνην. Ζητοῦσι δὲ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτοῦ δι’ ἄλλου καταλλήλου προσώπου.
§2ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω παρακαλέσει, κύριε Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τῷ ὄντι ἔχωνται ἀληθείας τὰ ἀναφερόμενα ἐν τῷ τηλεγραφήματι καὶ νὰ διατάξῃ μίαν ἀνάκρισιν κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν δέουσαν τιμωρίαν αὐτοῦ, ἐὰν ταῦτα εἶναι ἀληθῆ.
§3ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΤΖΑΝΕΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κύριοι, ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν περίστασίν τινα, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι λίαν σπουδαία, καὶ τὴν ὁποίαν, ἐλπίζω, θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλή, ἀφοῦ μὲ ἀκούσῃ μεθ’ ὑπομονῆς. Ἄνθρωπός τις φέρων ὄνομα, ἐπίθετον, πατρίδα καὶ ἰδιότητα ξένα, περιέρχεται τὴν Κωνσταντινούπολιν εἰσπράττων χρήματα, καὶ οὐχὶ μικρὰ ποσὰ, ἵνα ὑποτεθῇ, ὅτι ζητεῖ βοηθείας ἢ ἔλεος, ἀλλὰ ποσὰ ἄξια λόγου.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὄνομα αὐτοῦ;
§6ΤΖΑΝΕΣ. Τώρα θέλετε τὸ ἀκούσει. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι λίαν μορφωμένος καὶ δύναται νὰ ἐξαπατήσῃ· προσέφυγε, φαίνεται, εἰς πολλοὺς, προσέφυγεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν οἶκον τοῦ Μητροπολίτου ἢ Ἀρχιεπισκόπου Σκιθουπόλεως, παρ’ ᾧ διατελεῖ ὡς ἱεροδιάκονος εἷς ὁρμώμενος ἐκ Καλαμῶν, ὀνόματι Ἡσύχιος. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος, κύριοι βουλευταὶ, φέρει τὸ ὄνομά μου, τὸ ἐπίθετόν μου, τὴν πατρίδα μου καὶ τὴν ἰδιότητά μου. Ἐὰν ἐπρόκειτο, νὰ προσβληθῶ κατὰ μόνην τὴν ἀτομικότητά μου, δὲν ἤθελον ἀπασχολήσει τὰς στιγμάς σας. Πρόκειται ὅμως περὶ τῆς ἰδιότητός μου ὡς Βουλευτοῦ, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω ἱερὸν καθῆκον ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο, διότι ὑποθέτω ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν ἐξῆλθε πρὸς τὸν ἁπλοῦν σκοπὸν τοῦ χρηματισμοῦ, ἀλλ’ ἴσως ἐν τῇ τοιαύτῃ αὐτοῦ ἐργασίᾳ ὑπολανθάνει καὶ μυστήριόν τι, ὅπερ δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς. Ἐπέδωκα ἀναφορὰν ἀμέσως, ἅμα μοὶ ἐγνώσθη τὸ περιστατικὸν, πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν, καὶ, ὡς ἔμαθον σήμερον, ζητήσας πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Βλάχου, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐνηργήθη σπουδαίως καὶ ἀποστέλλεται αὔριον. Δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ εἴπω τι περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀναφορᾶς, διότι πιστεύω ὅτι αὔριον θ’ ἀποσταλῇ πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος κ. Κουντουριώτην, ὅστις θὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα. Ἐπαναλέγω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, ὅστις περιέρχεται τὴν Κωνσταντινούπολιν ζητῶν μεγάλας χρηματικὰς βοηθείας, ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τοιοῦτον.
§7ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ποίαν φυσιογνωμίαν ἔχει;
§8ΤΖΑΝΕΣ. Ὅπως μοὶ ἐγνώσθη ἡ φυσιογνωμία καὶ ὁ σχηματισμὸς αὐτοῦ, εἶναι ἀναστήματος ὑψηλοῦ, καὶ διατείνεται, ὅτι κατ’ ἐντολὴν ἐνεργεῖ, ὅπως ἐνεργεῖ μάλιστα ὁ ἱεροδιάκονος τοῦ ἁγίου Σκιθουπόλεως, ὅστις μοὶ ἀνήγγειλε τὸ γεγονὸς διά τινος συμπολίτου μου, ἐκ Κωνσταντινουπόλεως ἐλθόντος ἐσχάτως, μὲ διεβεβαίωσεν ὅτι καὶ οὗτος ἐφορολογήθη.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἱεροδιάκονος οὗτος δὲν σᾶς γνωρίζει;
§10ΤΖΑΝΕΣ. Οὐχί· διότι πρὸ πολλοῦ ἀπουσιάζει ἐκ Καλαμῶν ὡς αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶπεν εἰς τὸν κομίσαντα τὴν εἴδησιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον ὁ ἔντιμος οὗτος ἔμπορος τῆς ἐθνικῆς ὑπολήψεως μετὰ τῆς ἐμῆς νὰ ὠφελῆται σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἐξ ὁμοίας συμπτώσεως ἐκείνης, δι’ ἧς ὁ Μολιέρος ἐν τῷ Ἀμφιτρύωνι αὑτοῦ οἰκονομεῖ τὴν κωμῳδίαν του, νὰ κατέχῃ τὴν δύναμιν τοῦ Ἑρμοῦ, ὑποκλέψαντος τὴν μορφὴν τοῦ Σωσία, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ μετὰ τῆς αὐτῆς θρασύτητος καὶ τέχνης τὴν ἔντιμον τέχνην αὑτοῦ· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίς δύναται νὰ μὴ ἐρωτᾷ ὡς τὸν Σωσίαν τοῦ Μολιέρου ἂν τὸ ἐγὼ αὐτοῦ δὲν εἶναι τὸ ἐγὼ ἐκείνου, ἢ ἂν τὸ ἐγὼ ἐκείνου δὲν εἶναι τὸ ἐγὼ αὐτοῦ, ἢ τίς εἶναι τὸ ἐγώτερον τοῦ ἄλλου; Τέλος πάντων ἀνάγκη φρονῶ πάντες ὑμεῖς ὅσοι ἔχετε σχέσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει νὰ συντελέσητε εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐντίμου τούτου ἐμπόρου τῶν ὑπολήψεων, διότι, ὡς προεῖπον, πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Βουλῆς, περὶ ἧς πάντες ὀφείλομεν νὰ ἐνδιαφερώμεθα.
§11ΚΟΡΠΑΣ. Πρὸ τινῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν Νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως δύω ἐκ τῶν πινάκων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ Στρατιωτικὸν Ὀργανισμόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐγγραφῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πιστεύω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τοῦτο, διότι τὴν μίαν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν Ὑγειονομικὸν κλάδον, ἀνεγνώρισεν, ἀναγράψασα εἰς τὸν ψηφισθέντα ἤδη Προϋπολογισμὸν τὴν ἀναγκαίαν πρὸς τοῦτο πίστωσιν, τὴν δ’ ἀφορῶσαν εἰς τὸν Φαρμακευτικὸν κλάδον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπεδέξατο, ὅτε, συζητουμένου τοῦ οἰκείου κεφαλαίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέπτυξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγους, ὧν ἕνεκα ἐθεώρουν τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην ἀναγκαίαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ ἐγγραφῇ;
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπεβλήθη Νομοσχέδιον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ Κοινοτήτων. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐννοεῖται, ὅτι εἶναι λίαν κατεπεῖγον, διότι τῷ ὄντι σπουδαῖαι περιουσίαι κατεστράφησαν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ θέσιν ἀμέσως μετὰ τὰ φορολογικά.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν πολλῶν, κ. Πρόεδρε, εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, δυνάμει τίνος Νόμου προσεκάλεσε χιλίους ἐπιστράτους ἐκ τῆς Ἐπαρχίας ἡμῶν. Ἐγὼ φρονῶ τὴν πρόσκλησιν ταύτην παράνομον, διότι ἐπιστρατεία πλέον δὲν ὑπάρχει, δὲν προσεκλήθη δὲ ἄλλη ἐπιστρατεία. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν αὔριον νὰ ἀπαντήσῃ καὶ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τί συμβαίνει, διότι αὐστηρόταται διαταγαὶ ἐδόθησαν, ὅπως συλλαμβάνωνται.
§17ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 29 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένον, κ. Πρόεδρε, Νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ Ἀρχειοφυλάκων τῶν Δικαστηρίων. Αὐτὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ, ἂν ἦναι δυνατόν, νὰ συζητηθῇ, διότι εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ δὲν ἔχει παρὰ δύω μόνον λέξεις. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγγείλετε, κ. Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν μου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων λειτουργῶν. Δὲν τὴν ἀνηγγείλατε. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. — Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑξῆς Νομοσχέδια 1) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 10,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τῆς χρήσεως 1882· 2) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 18,000 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1882· 3) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 26,377 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1883· 4) περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 2,500 ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1882· 5) περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως, καὶ 6) εἰς δευτέραν συζήτησιν τὸ περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1883).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων. Ὁ κ. Ἰω. Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος βουλευτὴς Μαντινείας προτείνει νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νομοσχεδίου τούτου: εἰς τὸν ἐν Τριπόλει πωλούμενον οἶνον δικαίωμα καταναλώσεως δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι καὶ ἡ ἰδική μου τροπολογία, κ. Πρόεδρε.
§23Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδομεν μετὰ θάῤῥους, κύριοι, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, σπεύδομεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐπαχθῶν φόρων, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει, μὴ ὑπολογίζοντες ποσῶς τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τῶν τοιούτων βαρῶν, ἐνῶ προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φόρων, καὶ φόρων τόσῳ ἐπιβλαβῶν, τόσῳ καταστρεπτικῶν, ἔδει νὰ μετρῶμεν τὰ διαβήματα ἡμῶν, νὰ σταθμίζωμεν δὲ τὴν θέσιν, τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις ἐκείνων, καθ’ ὧν ἐπιβάλλονται οἱ φόροι· ἔτι περισσότερον σήμερον πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἔτι περισσότερον πρέπει νὰ μετρήσωμεν τὴν ἰσχὺν καὶ τὰς συνεπείας τῆς ψήφου, ἣν μετ’ ὀλίγον θὰ δώσωμεν, ὅτε πρόκειται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸν λαὸν ἕνα φόρον ἄδικον, ἄνισον, ἐπαχθῆ, φόρον ἀντισυνταγματικόν. Θέλω ἐκθέσει ὑμῖν, κύριοι, τοὺς λόγους, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος καὶ ἀντισυνταγματικός· ἀλλ’ ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν, νὰ μάθωμεν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπειγόμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ Νομοσχέδια ταῦτα. Ἐγὼ δὲ δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου δημοσίᾳ· ἐπειγόμεθα νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν τοιούτους φόρους, μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἡ Κυβέρνησις ἐξοικονομήσῃ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας διατελεῖ, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὴ καὶ μόνη ἐδημιούργησε διὰ τῆς ἐξογκώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ· σπεύδομεν πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπεδίωξεν ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς τὰς οἰκονομίας, καὶ ὄχι μόνον ἐξ ὑπαρχῆς δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ οὔτε καὶ ἐν τῇ γενικῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζητήσει, ὅτε ἡ ἀντιπολίτευσις πάσαις δυνάμεσιν ὕψωσε τὴν φωνὴν αὑτῆς ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ἠθέλησε νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις τὰς λογικὰς, εἰς τὰς προτροπὰς αὐτῆς, εἰς τὰς μακρὰς καὶ σπουδαίας ἐκείνας συζητήσεις, ἐξ ὧν προκύπτει ἡ ἀλήθεια τῶν λόγων της, ἡ ἀλήθεια τῶν προτάσεών της. Καὶ δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς προτροπὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὄχι διότι ἐπρέσβευεν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι, ἀλλὰ διότι εἶχε τὸ φρόνημα, εἶχε τὴν πεποίθησιν πλήρη, ὅτι τὰς δαπάνας ἐκείνας, ἃς ἡ ἀντιπολίτευσις προέβαλε καὶ ἀπέδειξε πληρέστατα, ὡς δαπάνας ματαίας καὶ περιττὰς, εἶχε τὴν πεποίθησιν, λέγω, ὅτι ἤθελεν ἀποκρούσει ὡς ἀπέκρουσε καὶ ἀποδείξει ὡς ἀπέδειξε διὰ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως, καὶ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ὡς δαπάνας ἀναγκαίας καὶ ἀπαραιτήτους. Δὲν ἠθέλησε λοιπὸν τὰς οἰκονομίας, διότι εὕρισκε καὶ εὑρίσκει τὴν ἑαυτῆς ζωὴν, τὴν ἑαυτῆς ὕπαρξιν ἐν τῇ σπατάλῃ· διὰ τῆς σπατάλης καὶ συναλλαγῆς ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε, δι’ αὐτῆς φροντίζει καὶ ἐλπίζει νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐνταῦθα, κύριοι, καλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὸν λαὸν, καὶ φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου τῆς πρωτίστης ἀνάγκης. Μᾶς εἶπεν οὐχ ἧττον ἡ Κυβέρνησις «ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν ὑμῶν, διότι διὰ τῶν φόρων ἐπιδιώκω τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ», τὸ ἰσοζύγιον τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς σπατάλης τουτέστιν, ἀλλὰ διὰ τῶν μέτρων τῶν προταθέντων ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐπιδιώκει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπιδιώκει δι’ οἰκονομιῶν, οὔτε διὰ τῶν φόρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις προέβαλεν εἰς τὴν σκέψιν καὶ τὴν μελέτην τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν φόρων δηλαδὴ τῶν δικαίων, τῶν ἐχόντων ἀληθῆ βάσιν τῆς ἰσότητος, τῶν φόρων τέλος τῶν συνταγματικῶν, ἀλλ’ ἐπιδιώκει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν φόρων, τῶν ἀντικειμένων εἰς τὸ δίκαιον, εἰς τὴν λογικὴν, τῶν ἀντικειμένων εἰς τὸ Πολίτευμα, τῶν ἀντικειμένων εἰς τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν· λέγω, κύριοι, εἰς τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν, διότι τὸ γνώρισμα πάσης ἐλευθέρας, πάσης εὐνομουμένης Ἐπικρατείας εἶναι ἡ ἰσότης τῶν δικαιωμάτων, ἡ ἰσότης τῶν ὑποχρεώσεων τῶν πολιτῶν, ὡς πρὸς τὰ βάρη τοῦ Κράτους, τὸ νὰ συνεισφέρῃ δηλαδὴ ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας, ἣν κέκτηται ἐν τῷ Κράτει· καὶ ὅσα τῶν ἐθνῶν ἐδυνήθησαν νὰ ἀποκτήσωσι τοιαύτας ἐλευθερίας, νὰ ἀποκτήσωσι τοιαῦτα δικαιώματα, ἀπολαύουσι τῷ ὄντι αὐτῶν, διότι οἱ ἄρχοντες τῶν Κρατῶν ἐκείνων γνωρίζουσι τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τοῦ τόπου των, πονοῦσι τοὺς λαοὺς των, ποθοῦσι τὴν ἐξ ἴσου ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, καὶ τέλος σέβονται τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν διὰ τῆς ἐλευθερίας. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, τοῦτο εἶναι φυσικὸν, τοῦτο ἔγκειται ἐν τῇ ὑπάρξει τῶν Κρατῶν, ἔγκειται ἐν τῇ φύσει τῶν κοινωνιῶν· διότι, ἂν ἐν τῇ φύσει τῶν κοινωνιῶν ἦτο ἀναγεγραμμένον ὡς δικαίωμα νὰ πλουτῇ μία τάξις ἀνθρώπων μὲ τὴν ζημίαν ἑτέρας τάξεως, τότε ὁ πλοῦτος, ἡ ἀπόκτησις τῶν ἀγαθῶν ἐν τῷ κόσμῳ ἤθελεν εἶσθαι τὸ βραβεῖον τῆς ἰσχύος, τὸ βραβεῖον τῶν κατακτητῶν, τὸ βραβεῖον τῆς βίας. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, ὅτε ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ ἐλευθερία ἐπιβάλλουσι τὰ τοιαῦτα δικαιώματα, δύνανται νὰ ὑπάρξωσι τοιαῦται ἀρχαί; Δύνανται νὰ λάβωσι πραγμάτωσιν τοιαῦται ἰδέαι; βεβαίως ὄχι· ἐκεῖ μάλιστα ἔνθα βασιλεύουσιν αἱ ἀληθεῖς ἐλευθερίαι, καὶ ἂν εὑρεθῶσι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ διαιρῶσι τὸν λαὸν εἰς τάξεις, οἱ λαοὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ δικαίου καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας νὰ κατασυντρίψωσιν αὐτάς. Καὶ τὸ ἡμέτερον Ἔθνος, κύριοι, εἶναι Ἔθνος, θεωρεῖται τοὐλάχιστον, ὅτι εἶναι ἔθνος ἐλεύθερον καὶ αὐτόνομον καὶ ἠδυνήθη πρὸς τούτοις νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ θεμελιώδη αὐτοῦ Χάρτῃ διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων κηρύσσονται ἴσοι οἱ Ἕλληνες ἐνώπιον τοῦ Νόμου, συνεισφέρουσι δ’ ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του ὡς πρὸς τὰ βάρη τοῦ Κράτους· Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτας ἔχομεν ἐλευθερίας καὶ τοιαῦτα ἀποκτήσει δικαιώματα, ἀπολαύουσι τάχα οἱ Ἕλληνες τῶν δικαιωμάκων αὐτῶν; Ἔχουσι τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπέναντι τῶν Νόμων; Καὶ περὶ μὲν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν πάντες γινώσκομεν· γνωρίζει ἀκριβῶς ἡ πτέρυξ αὕτη καὶ οἱ φίλοι αὐτῆς, ἐὰν ἔχωσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τοὺς φίλους τῆς ἑτέρας πτέρυγος. Ἐνθυμοῦμαι καὶ ἐν τῇ παρελθούσῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, ὅτι πολλοὶ ἀξιότιμοι βουλευταὶ ἠτήσαντο παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀνόρθωσιν τῶν καταπατηθέντων δικαιωμάτων ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν κκ. Ὑπουργῶν· ἀλλ’ οἱ ἐπερωτήσαντες κκ. βουλευταὶ ἐκινδύνευσαν νὰ γείνωσι κατηγορούμενοι, νὰ γείνωσι ὑπαίτιοι τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν κκ. Ὑπουργῶν. Δὲν πρόκειται σήμερον ν’ ἀναφέρω γεγονότα, οὔτε εἶναι τῆς παρούσης συζητήσεως· εἶναι ταῦτα γνωστὰ ὡς νωπὰ εἰς τὴν μνήμην ἡμῶν· ἀλλὰ καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω ταῦτα, διότι ἔχω τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς ἀπαντῶν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῶν κκ. βουλευτῶν, λέγει: τί φωνάζετε, λέγοντες ὅτι παραβιάζονται οἱ Νόμοι; καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε τοιαῦτα δικαιώματα; καὶ νομίζετε, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς σᾶς; τὰ δικαιώματα ἀνήκουσιν εἰς τὰ πτέρυγα ταύτην (ἀνήκουσι δηλαδὴ εἰς τοὺς φίλους της)· αὐτοὶ θέλουσι κανονίσει τὰς Ἀρχὰς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες ἐνώπιον τοῦ Νόμου. Καὶ ἐνθυμήθην χθὲς ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅτι, ὅταν ἐσχημάτισε τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ μᾶς ἔλεγεν: φρονεῖτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μου ἦλθε νὰ διορθώσῃ τὴν παρημελημένην διοίκησιν, νὰ διορθώσῃ τὴν μὴ ὑπάρχουσαν δικαιοσύνην, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν μόνον; δὲν εἶναι μόνον ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελέσῃ ἡ Κυβέρνησις· θέλομεν νὰ θέσωμεν φραγμὸν κατὰ πάσης ὑπερβασίας, κατὰ πάσης παρανομίας καὶ κατὰ παντὸς ἰσχύοντος. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, ἐφρόνουν τότε, ὅτι ταῦτα δὲν λέγονται πρὸς κοινὴν τέρψιν, ἀλλ’ ὅτι ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ ἔχουσιν ἀναγραφῆ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, δι’ ὧν θὰ κλεισθῶσιν ὅλαι αἱ θύραι τῶν καταχρήσεων. Ἀλλ’ ἀντὶ τῶν ὀνείρων ἐκείνων εἴδατε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, ψηφισθέντα Νομοσχέδια προσωπικά, Νομοσχέδια, ὧν εἶχεν ἀνάγκην, ἵνα θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῶν φίλων, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἀγάλλονται εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Ἐντεῦθεν λοιπὸν καλούμεθα σήμερον νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν, ἵνα πληρώσωμεν τὰς ἀνάγκας, ἃς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ παρὸν ἐψηφίσαμεν. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε: φρονεῖτε, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ζήτημα λογιστικόν; Εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν; τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα πίστεως· ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀποκτήσῃ τὴν πίστιν της διὰ τῆς ἀγαθῆς διοικήσεως καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τότε ὁ Τόπος βεβαίως θὰ εὐημερήσῃ. Ἀντὶ τῶν ὀνείρων ὅμως ἐκείνων σήμερον ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει: φόρους, φόρους διὰ νὰ ὑπάρξωμεν, ἄνευ φόρων δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν· θέλομεν τοὺς φόρους πλέον οὐχὶ ἵνα καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, διότι τοῦτο δὲν καλύπτεται, ἀλλ’ ἵνα ζήσωμεν. Φόρον λοιπὸν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, φόρον ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, φόρους ἐφ’ ὅλων συλλήβδην τῶν φόρων τοῦ Κράτους, καὶ τελευταῖον φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου... Ἀλλὰ δυνάμεθα, κύριοι, σήμερον νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ νὰ φορολογήσωμεν ἓν ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης εἰς βάρος μιᾶς τάξεως, ἀφίνοντες τὸν πλοῦτον, ἀφίνοντες τὰ κεφάλαια ἀφορολόγητα; Εὑρισκόμεθα τάχα ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ ὥστε νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ἔσχατον τοῦτον φόρον; Ἐξήντλησε τάχα ἡ Ἑλλὰς πάντας τοὺς ἄλλους φόρους καὶ πρέπει νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸν τελευταῖον ὀβολὸν τοῦ ἐργάτου; Ἐὰν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ τοιαύτη τις ἀνάγκη, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο ν’ ἀποκτήσῃ τὴν πίστιν της, ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἀπολεσθεῖσαν τιμήν της, ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, βεβαίως ὄχι μόνον φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, ἀλλὰ καὶ ὅλην τὴν περιουσίαν του, καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν του ἤθελε προσφέρει ἕκαστος Ἕλλην. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ θεραπεύσωμεν ἀνάγκας προσωπικὰς μόνον, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀρνηθῶμεν νὰ χορηγήσωμεν τοιοῦτον φόρον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε, δὲν ἐπιβάλλει φόρον νέον, ἀλλὰ μετατρέπει τὸν ὑπάρχοντα φόρον ἀπὸ ἄμεσον εἰς ἔμμεσον. Καὶ γνωρίζετε διατί ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην; μᾶς εἶπε, διότι εἶχε τὸ παράδειγμα, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων ἔχομεν καθυστερήματα. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἔμμεσοι φόροι δὲν ἔχουσι τοιαῦτα καθυστερήματα, ἐσκέφθη νὰ μεταβάλῃ τὸν φόρον αὐτόν. Παρέλειψε δὲ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται φόρος 4,000,000, ἐνῶ κατὰ τὸν φόρον τὸν ἄμεσον, τὸν στρεμματικὸν, ἡ φορολογία ἀνέρχεται εἰς 400 μόνον χιλιάδας δραχμάς. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθον ὀλίγαι στιγμαὶ καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνεκάλεσε τὴν γνώμην του ταύτην, εἰπὼν ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι ἔμμεσος, ἀλλ’ ἄμεσος καὶ φόρος στρεμματικῆς φορολογίας· καὶ γνωρίζετε διατί; διότι τῷ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις περὶ τῆς Ἑπτανήσου. Τῷ εἶπον τινὲς, ἀφοῦ εἶναι φόρος ἔμμεσος, φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, διατί δὲν ἐπιβάλλετε αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Μᾶς εἶπε τότε, ὅτι δὲν εἶναι φόρος ἔμμεσος, ἀλλὰ στρεμματικὸς, καὶ ἐπειδὴ ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν πληρόνεται φόρος στρεμματικὸς, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τὸν φόρον τοῦτον. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι ταῦτα καὶ μόνα τὰ ἐλαττώματα τοῦ Νομοσχεδίου τούτου· τὸ Νομοσχέδιον ἔχει ἄλλα μεγαλείτερα κακὰ, θὰ ἔχῃ συνεπείας ὀδυνηρὰς, εἶναι Νομοσχέδιον ὅλως ἄνισον, καὶ νομίζω ὅτι πᾶν σύστημα φορολογικὸν ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν τὴν ἰσότητα, πρέπει ἡ ἰσότης πρὸ παντὸς νὰ κανονίζῃ τὴν φορολογίαν, τὸ δὲ Νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις βάσιν ἔχον τὸν πληθυσμὸν, δὲν παρέχει τὰς προσδοκίας ταύτας, εἶναι πλῆρες ἀνισότητος· ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἀνέπτυξε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἐν ᾧ περιέχεται ἡ βάσις καὶ ἡ φορολογικὴ κλῖμαξ, θεωρίαν τινὰ, καὶ ἔφερε καὶ ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς, ὅπως μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει βάσιν τὴν ἰσότητα, μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ φορολογία, στηριζομένη εἰς τὸν πληθυσμὸν, εἶναι δικαία, διότι ἐν τῇ πυκνώσει, ἐν τῇ συγκροτήσει τοῦ πληθυσμοῦ ἐπέρχεται ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ θεωρία αὕτη ἔπεισεν ἄλλον τινὰ, ἐμὲ βεβαίως ὄχι. Ἡ θεωρία αὕτη, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀνέπτυξεν, εἶναι θεωρία ἀντιβαίνουσα εἰς ἕνα κανόνα παραδεδεγμένον εἰς τὸν Νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως· διότι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν ἐπέρχεται ἀναλόγως τῆς ζητήσεως· ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ὁ τοιοῦτος κανών· δὲν θέλω νὰ φέρω παραδείγματα ξένα, ἀλλ’ ἀρκεῖ ἓν καὶ μόνον νὰ σᾶς πείσῃ ἀδιστάκτως. Ἐν Τριπόλει εἶναι συγκέντρωσις πληθυσμοῦ, ἐν Ἄργει εἶναι συγκέντρωσις πληθυσμοῦ περισσοτέρα ἢ ἐν Ναυπλίῳ, καὶ εἰς ἄλλα τινὰ μέρη· ἐν τούτοις τοῦτο δὲν εἶναι λόγος αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου· ἐν Ναυπλίῳ εἶναι ὀλιγωτέρα συγκέντρωσις, καὶ μολαταῦτα ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου εἶναι μεγαλειτέρα, τῶν δὲ ἑτέρων πολυπληθεστέρων μερῶν εἶναι μικροτέρα, καὶ οὐχὶ κατὰ διαφοράν τινα, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον. Λοιπὸν ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιόν του στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμπυκνώσεως τοῦ πληθυσμοῦ, εἶναι ἐσφαλμένη. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἄλλοι λόγοι, οἵτινες χαρακτηρίζουσι τὴν ἀνισότητα τοῦ φόρου τούτου. Ὁ ἐργάτης τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ὁποῖος πίνει ρητινίτην, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἐνῶ 5 λεπτὰ πληρώνει καὶ ὁ ἄλλος ὁ πίνων καλλιτέρας ποιότητος οἶνον. Εἶναι λοιπὸν ἰσότης αὐτὴ καὶ δικαιοσύνη νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ ἐργάτης, ὁ ἁπλοῦς, ὁ ὁποῖος πίνει χειροτέρας ποιότητος οἶνον, ὁμοίως μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πίνει καλλιτέρας ποιότητος; Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ λογικόν· εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι πασιφανής. Πολλαὶ παρατηρήσεις ἐγένοντο περὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπήντησε μὲν εἴς τινας ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἔλυσεν οὐδὲν ζήτημα, ἰδίως δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνην, εἰς τὰς ἐρωτήσεις, ἃς ὑπέβαλον αὐτῷ οἱ κύριοι Κωνσταντόπουλος Βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας, καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας· ἀπήντησε μόνον εἰς ἐρώτησιν τινὰ, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησίς του ἐκείνη βεβαίως δὲν ἦτο ἀπάντητις Ὑπουργοῦ, ἔχοντος ἔργον μελετημένον καὶ σύστημα φορολογικὸν πλῆρες. Δὲν ἦτο ἀπάντησις, λέγω, Ὑπουργοῦ· διότι, μὴ ἔχων τί νὰ εἴπῃ, ὡμολόγησεν, ὅτι θὰ συμβῇ καὶ διπλῆ φορολογία, θὰ συμβῶσι καὶ ἀδικίαι, ἐνῶ ὁ Νόμος ὁ πλήρης δὲν παρέχει ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἀποδείξεις τῶν ἀδικημάτων. Δὲν εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν σᾶς ὁμιλῶ περὶ τῆς καταθλιπτικῆς βεβαιώσεως, διότι ἐλέχθησαν πολλὰ, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ προαγορεύσαντες ἀνέφερον. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἀναιρεῖται καὶ μία ἑτέρα θεμελιώδης διάταξις τοῦ Συντάγματος. Οἱ πολῖται δυνάμει διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἔχουσι τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας των, διὰ δὲ τῶν ἄρθρων 12 καὶ 14 τοῦ παρόντος Νόμου δὲν ὑπάρχει πλέον ἄσυλον τῆς κατοικίας τοῦ πολίτου. Χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα γραφέα, εἰς ἕνα δημοτικὸν Σύμβουλον νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν κατοικίαν τῶν κτηματιῶν, δηλωθέντων καὶ μὴ οἴνων, ἵνα καταμετρήσῃ αὐτούς. Ὑπάρχουσι, κύριοι, βεβαίως καὶ παρ’ ἡμῖν ἄνθρωποι, οἵτινες ἔχουσι διαιρέσεις προσωπικὰς, κομματικὰς, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι θέλουσι συμβῆ παρ’ ἡμῖν δυσάρεστα ἐπακόλουθα μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι ἐπὶ τοιαύταις τῆς φορολογίας προφάσεσι θέλουσι παραβιάζει τὴν οἰκίαν τῶν ἀντιφρονούντων, τὴν οἰκίαν τῶν ἐχθρῶν των. Μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ ἐντεῦθεν, ὅτι θέλουσι συμβῆ δυσάρεστα καὶ κακὰ ἀνεπανόρθωτα. Εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ οὐδὲν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι λίαν ταχέως θὰ ἐπέλθῃ μεταμέλεια καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκτὸς ὅμως τῶν λεχθέντων φρονῶ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι δημευτικόν· γνωρίζετε δὲ ἂν δύνανται οἱ νομοθετοῦντες νὰ δημεύωσι τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου. Ἀλλ’ ὅταν ἐπιβάλλωμεν φόρον 50 καὶ 60%, τί ἄλλο πράττομεν ἢ ἔμμεσον δήμευσιν τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν; Καὶ λέγει μὲν τὸ Νομοσχέδιον ὅτι τὸ ἐπιβαλλόμενον δικαίωμα εἶναι ἔμμεσος φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀλλ’ εἶναι πράγματι ἔμμεσος δήμευσις τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν. Τί ἄλλο πράττομεν ἢ δήμευσιν, ὅταν ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους ἐν Τριπόλει ἐπιβάλλωμεν φόρον 70%; Ἀμέσως ἅμα δημοσιευθῇ ὁ Νόμος οὗτος, οἱ ἔχοντες περιουσίαν 100,000 δραχμὰς θέλουσιν εὑρεθῆ τὴν πρωΐαν τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου τούτου μὲ περιουσίαν 30 ἢ 40 χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ διατί σεῖς, κύριοι, ἐννοεῖτε νὰ γείνωμεν ἀπηνεῖς διῶκται τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μετέφερον τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν γῆν, ἔδωκαν ἄρτον εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐργατῶν, παρέσχον πλοῦτον εἰς τὸ Δημόσιον; Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιστῶμεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὴν ἰσχὺν τῆς ψήφου ἡμῶν καὶ τὸ διάβημα τοῦτο, διότι εἶναι ἄξιον σπουδαιοτάτης σημασίας. Ἐγὼ συμβουλεύω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀποσύρῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, διότι δὲν καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὔτε διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ, οὔτε δι’ ἄλλων ἔτι φόρων, ὅπως ὁ Προϋπολογισμὸς ἐξωγκώθη. Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον ἕνα φόρον τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, νὰ σκεφθῶμεν δὲ ὥστε νὰ ἀναπληρώσωμεν κατὰ τὴν ἐρχομένην Σύνοδον τὸν φόρον τοῦτον δι’ ἄλλου φόρου καταλληλοτέρου. Ἄλλως τε, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ: πῶς θέλετε τὸν λαὸν εὐλαβῆ καὶ εὐγνώμονα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς θέλετε αὐτὸν εὐσεβῆ πρὸς τὸ καθεστὼς, ὅταν ὁ λαὸς αὐτὸς θέλει μάθει ὅτι οἱ κατέχοντες τὸν πλοῦτον συγκεντρώνουσι ὅλας αὑτῶν τὰς δυνάμεις ὥστε νὰ διατηρῶσι καὶ αὐξάνωσι τὰ προνόμιά των, αὐτὸς δὲ νὰ ὑφίσταται τὰ βάρη, τὰς ἀνάγκας τῆς διακρινομένης τάξεως; Δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε λαὸν εὐλαβῆ, διότι συναισθάνεται τὰ δικαιώματα εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται, συναισθάνεται ὅτι δὲν ἔχει θέσιν αὐτὸς εἰς τὴν Πολιτείαν, μανθάνει ἤδη ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ μόνον δὲν γινώσκει τὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ τὰς αἰτίας, αἵτινες κρατοῦσιν αὑτὸν εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ πτωχίαν, οὐχὶ μόνον ὅτι δὲν θέλει ποτὲ σκεφθῇ περὶ τῆς θεραπείας αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ἀδιαφορεῖ καὶ διὰ τὴν πλήρη αὐτοῦ ἐξόντωσιν. Ἐξόντωσις εἶναι, κύριοι, ἡ ἐπιψήφισις τῶν τοιούτων Νομοσχεδίων καὶ ἴσως σήμερον ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς, μεθ’ ἧς βαίνομεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, δὲν θέλομεν ἐκτιμήσει τὴν κατάστασιν ταύτην, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὅτι καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην, ὁ κατοικῶν ἐν τῇ ἐσχάτῃ καλύβῃ, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ οὔτε εἰς ὑμᾶς οὔτε εἴς τινα ἄτομα, νὰ πλουτῶσι μὲ τὴν ζημίαν ἢ τὸν ἱδρῶτα αὐτοῦ (εὖγε).
§24Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἤμην ὑπὲρ φόρου ἐν γένει ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἤρξαντο ἐπιβαλλόμενοι νέοι φόροι καὶ οἱ ὑπάρχοντες σχεδὸν πάντες αὐξανόμενοι, ἤρχισα διστάζων ἂν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καὶ ἐπὶ τῶν οἴνων. Πάντες οἱ νέοι φόροι καὶ πᾶσαι αἱ αὐξήσεις τῶν ὑπαρχόντων, μολονότι δὲν ἐπιβάλλονται ἀμέσως ἐπὶ τῶν οἴνων, ἀποτέλεσμα ἄφευκτον θέλουσιν ἔχει τὴν ὑπερτίμησιν τῆς τιμῆς τῶν οἴνων. Ἡ ὑπερτίμησις αὕτη θὰ ἐπιῤῥιφθῇ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, διότι παρ’ ἡμῖν ἀδύνατον εἶναι πάντες οὗτοι οἱ φόροι νὰ μὴ φέρωσιν αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων καὶ νὰ μὴ συνεπαγάγωσιν ὑπερτίμησιν πασῶν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ πασῶν τῶν ἐργασιῶν, αἵτινες εἰσέρχονται εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν οἴνων. Παρ’ ἡμῖν θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, διότι ἡ ἐργασία μᾶλλον ζητεῖται ἢ προσφέρεται. Ἂν ἡ παραγωγικὴ δαπάνη τῶν οἴνων πρόκειται ν’ αὐξήσῃ διὰ τῶν ἄλλων φόρων, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ διστάσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἴδιον φόρον ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ καθῆκον ἡμῶν καὶ δυνατὸν ἦτο ν’ ἀποφύγωμεν τὸν φόρον τοῦτον καὶ σώσωμεν τοὺς οἴνους ἀπὸ τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν φόρων. Ἠδυνάμεθα δὲ τοῦτο, οὐχὶ μόνον διὰ τοῦ τρόπου, ὃν ὑπέδειξε προχθὲς ὁ ἐκ Τριφυλίας ἔντιμος Βουλευτὴς, δηλαδὴ μὴ αὐξάνοντες τὰς δαπάνας καὶ τὰ ἐλλείμματα, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ συστήματι αὐτῷ τῷ οἰκονομικῷ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἤθελον ἀνδρικώτερον ἐπιληφθῆ τῶν ἄλλων φόρων. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐδείχθησαν πρόθυμοι νὰ ψηφήσωσι τὴν δυσμένειαν καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ θυσιάζουσαι τὴν ἰδίαν αὑτῶν δημοτικότητα, ὡς ἐκαυχήθησαν, νὰ ἐπιβάλωσι τῷ λαῷ βαρυτάτους φόρους καὶ πρὸς τοῦτο εἰσῆλθον εἰς τὸ σύστημα τῶν μονοπωλίων, ἦτο δυνατὸν δι’ αὐτῶν βελτίονα νὰ ἐπιτύχωμεν ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ὅπως τὸ σύστημα τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ διωργανίσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν προχθές, ἔχομεν ἤδη μονοπώλιον ἐλαττωματικόν, χωλόν, ἄγονον. Ἐνῷ δι’ αὐτοῦ θέλομεν ἤδη ἐπιβαρύνει σπουδαίως τὴν παραγωγὴν, ἐνῷ θέλομεν ἐπιβαρύνει φορτικώτατα τοὺς καταναλωτὰς, δὲν θὰ εἰσπράξωμεν ἔσοδον ἀνάλογον τῶν βαρῶν καὶ τῶν καταπιέσεων αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως διωργανίζετο τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ πλῆρες καὶ ἀκέραιον, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξελέξατο ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁδὸν τοῦ μονοπωλίου, θὰ ἦτο δυνατὸν, κατ’ ἐμέ, ἐκ μόνου τοῦ εἰσοδήματος τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος μεγαλείτερον καὶ βεβαιότερον εἰσόδημα, ἢ ἐξ ὅλων τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν. Δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ ὅτι καὶ πλέον τῶν 12,000,000 δρ. ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐντὸς χρόνου οὐχὶ ἀπωτέρου ἐκείνου, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις δέχεται διὰ τὰ 12 ἢ 13,000,000 τῶν νέων φόρων, οὓς ἐψήφισεν ἡ πλειονοψηφία. Ἂν τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ὠργανίζετο πλῆρες, θὰ ἠδυνάμεθα δι’ αὐτοῦ καί τινων ἄλλων φόρων, ὄχι μόνον τοὺς οἴνους ν’ ἀπαλλάξωμεν νέου φόρου, ἀλλὰ καὶ τὴν σταφίδα καὶ τὴν ναυτιλίαν. Ἡ καλλιέργια τῶν σταφίδων καὶ τῶν ἀμπέλων καὶ ἡ ναυτιλία εἶναι ἐκ τῶν Ἑλληνικωτάτων καὶ σπουδαιοτάτων ἐργασιῶν, διότι καὶ ἡ γῆ καὶ τὸ κλίμα καὶ ἡ τοποθεσία τῆς χώρας ἡμῶν εὐνοοῦσιν ἐξαιρετικῶς τὰς τρεῖς αὐτὰς μεγάλας ἐργασίας. Ἀπατᾷ ἡμᾶς ἡ ἰδέα ὅτι ἡ σταφὶς ἀληθῶς ἐξησφάλισε τὸ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρητηρούμενον σπουδαῖον κέρδος, καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς πᾶν νέον βάρος, καὶ ἕνεκα τούτου μετὰ πολλῆς ἀδιαφορίας ἐπιβαρύνομεν αὐτὴν, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀναζητήσεως ἐσόδων. Τὴν ἰδέαν ὅμως αὑτὴν οὐδόλως συμμερίζομαι. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις καὶ ἂν ἠθέλομεν ὑποθέσει ὡς βέβαιον, ὅτι ἡ σταφὶς ἐξησφάλισε σταθερὸν καὶ ἀξιόλογον κέρδος, τὸ κέρδος τοῦτο δὲν εἶναι κέρδος μόνον τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀλλ’ εἶναι κέρδος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, διότι ἡ σταφὶς εἶναι τὸ προϊόν, ὅπερ εἰσάγει τὰ περισσότερα χρήματα εἰς τὸν Τόπον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἶναι δὲ δύσκολον ν’ ἀναπληρωθῇ δι’ οὐδεμιᾶς ἄλλης, εἴτε βιομηχανικῆς, εἴτε γεωργικῆς, παραγωγῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ θεωρῶμεν ὡς σταθερὰ καὶ βέβαια τὰ κέρδη, ἅτινα ἡ σταφὶς φαίνεται ἐπιτυχοῦσα κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη; Γνωστὸν ὅτι ἡ μεγαλειτέρα τιμὴ, τὴν ὁποίαν πρό τινος ἡ σταφὶς ἀπέκτησε, δὲν ὀφείλεται τόσον εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς καταναλώσεως αὐτῆς ὡς καρποῦ τῆς τραπέζης ὡς πρὶν, ἀλλ’ εἰς τὴν χρησιμότητα αὐτῆς εἰς παραγωγὴν οἴνων, ἐν Γαλλίᾳ ἰδίως, ὅπου ἀπό τινος σπουδαίως περιωρίσθη τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς τῶν οἴνων. Εἶναι τολμηρὸν ὅμως νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ νέα αὕτη χρῆσις τῆς σταφίδος, ἥτις ηὔξησε τὰς τιμὰς καὶ τὴν κατανάλωσιν αὐτῆς καὶ προεκάλεσε τὴν ἐπέκτασιν τῆς σταφιδοφυτείας, οὐδένα διατρέχει κίνδυνον καὶ οὐδένα ἔχει ἐχθρὸν, καὶ ὅτι ἀκινδύνως δυνάμεθα νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτὴν διὰ νέων φόρων. Ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ἰδέα, καὶ προχθὲς ἀκόμη ἐῤῥέθη παρὰ τινος ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ φυλλοξήρα ἐποίησε καὶ ποιεῖ τοιαύτας καταστροφὰς εἰς τὰς ἀμπέλους τῆς Γαλλίας, ὥστε ἀδύνατον νὰ σταματήσῃ ἡ ζήτησις καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῆς σταφίδος πρὸς παραγωγὴν οἴνων ἐν Γαλλίᾳ, διότι οὐδεμία διέξοδος ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπως ἀναπληρωθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἡ φυλλοξήρα κατέστρεψε. Ἐν πρώτοις θεωρῶ ἐσφαλμένην τὴν πεποίθησιν, ἥτις ἐπικρατεῖ παρ’ ἅπαντι σχεδὸν τῷ Ἔθνει, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἡ μεγάλη τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη προῆλθε μόνον ἐκ τῆς φυλλοξήρας. Μέγα μέρος τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ ὀφείλεται εἰς καιρικὰς ἀνωμαλίας, εἰς κακοκαιρίας, αἵτινες κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν ἠλάττωσαν τὴν παραγωγὴν τοῦ οἴνου, καὶ αἵτινες προδήλως δὲν θέλουσιν ἐξακολουθήσει. Περὶ τούτου εὐκόλως δύναταί τις νὰ πεισθῇ. Ἐὰν παραβάλῃ τις τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων, ὅπερ ὑπῆρχεν ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1875 καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη μέχρι σήμερον, καὶ συγκρίνῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ οἴνου κατὰ τὰ διάφορα αὐτὰ ἔτη, θέλει πεισθῆ ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου δὲν ἠλαττώθη ἀναλόγως τῆς ἐλαττώσεως τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων, τῶν ἐκ τῆς φυλλοξήρας καταστραφεισῶν, ἀλλὰ κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται καὶ εἰς τὰς ἐναντίας κλιματολογικὰς περιστάσεις. Ἡ φυλλοξήρα βεβαίως κατέστρεψε σημαντικὸν ποσὸν ἀμπέλων· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1875 ἡ Γαλλία μὲ 2,421, 247 ἑκτάρια ἀμπέλων παρήγαγεν ὑπὸ εὐνοϊκὰς περιστάσεις ὑπὲρ τὰ 83,000,000 ἑκατολίτρων οἴνου, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 παρήγαγε μόνον 30,000,000 περίπου ἑκατολίτρων μὲ 2,204,459 ἑκτάρια ἀμπέλων, καὶ τῷ 1881 34,149,000 ἑκατολίτρων μὲ 2,099,000 ἑκτάρια, καὶ τοὺς 11 μῆνας τοῦ 1882 31,000,000 περίπου ἑκατολίτρων μὲ 2,135,349 ἑκτάρια ἀμπέλων. Κατὰ τὰ τρία λοιπὸν αὐτὰ τελευταῖα ἔτη ἡ διαφορὰ εἰς οἶνον ἐπὶ μεῖον εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρ’ ὅ,τι ἡ διαφορὰ εἰς στρέμματα ἕνεκα τῆς φυλλοξήρας. Ἡ ἐλάττωσις λοιπὸν τῆς παραγωγῆς τῶν οἴνων προῆλθε καὶ ἐκ τῶν κακοκαιριῶν καὶ οὐχὶ μόνον ἐκ τῆς ἀσθενείας. Ἐὰν ἑπομένως ἐπέλθῃ καὶ πάλιν σειρὰ εὐνοϊκῶν ἐτῶν ἐν Γαλλίᾳ, εἶναι βεβαιότατον, ὅτι θέλει ἐπανέλθει ἡ αὐτὴ περίπου παραγωγὴ, ἥτις ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1875. Καὶ κατὰ τῶν καταστροφῶν ὅμως τῆς νόσου τῶν ἀμπέλων εὑρέθη θεραπεία, καὶ κακῶς ἐῤῥέθη ἐνταῦθα, ὅτι τὸ Ἀμερικανικὸν κλῆμα ἀπέτυχεν ἐν Γαλλίᾳ. Ἐξ ἐναντίας, ἐπέτυχε καὶ πολλὰ Ἀμερικανικὰ ἐφυτεύθησαν κλήματα καὶ ἐνεκεντρίσθησαν καὶ ἐγκεντρίζονται καθ’ ἡμέραν καὶ ἡ ἐγκέντρισις ἐπέτυχε πληρέστατα. Ἐπειδὴ δὲ σχετικῶς πρὸς τὸ 1875 αἱ ἄμπελοι σήμερον τῆς Γαλλίας δὲν ἐλαττοῦνται ἢ κατὰ 300,000 στρέμματα μόνον, δὲν θὰ ἦναι μακρὰν ὁ καιρὸς, ὅτε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ φθάσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων εἰς τὰ στρέμματα, ἅτινα ὑπῆρχον πρότερον ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ ἡ σταφὶς ἡμῶν δὲν ἔχει αὐτὸν μόνον, ἔχει καὶ ἄλλους ἐχθρούς. Διὰ τῆς τέχνης κατασκευάζεται μέγα ποσὸν οἴνων, ἀναπληροῦν ἔτι μᾶλλον καθ’ ἡμέραν τὰ ἐκ τῆς φυλλοξήρας κενά. Αἱ πρὸς τοῦτο μέθοδοι εἶναι ὁ ἀλκοολισμὸς τῶν οἴνων, καὶ ὁ ζακχαρισμὸς τῶν στεμφύλων. Ὁ ἀλκοολισμὸς συνίσταται εἰς τὸ εἰσάγειν ἐντὸς τῶν τελειωθέντων ἤδη οἴνων οἰνόπνευμα καὶ πολλαπλασιάζειν ἔπειτα αὐτὸν δι’ ὕδατος. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ οἰνόπνευμα πληρώνει βαρὺν φόρον ἐν Γαλλίᾳ καὶ δὲν συμφέρει, ἡ μέθοδος αὕτη ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων οἴνων καὶ ἰδίως τῶν Ἱσπανικῶν. Ἡ Ἱσπανία, ὡς γείτων καὶ συνδεομένη διὰ συμβάσεως ἐμπορικῆς μετὰ τῆς Γαλλίας, κατορθώνει νὰ εἰσάγῃ τοὺς οἴνους αὐτῆς μέχρι 16 βαθμῶν οἰνοπνεύματος ἀντὶ 2 φράγκων τὸ ἑκατόλιτρον. Ὁ Γάλλος λοιπὸν, ὁ θέλων νὰ κατασκευάσῃ οἶνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ νὰ ἐμπορευθῇ αὐτὸν, εἰσάγει 10 ἑκατόλιτρα οἴνου Ἱσπανικοῦ, δι’ ὃν πληρώνει εἰσαγωγικὸν τέλος μόνον 2 φράγκων· ἀγοράζει ἔπειτα 10 ἑκατόλιτρα Γαλλικοῦ οἴνου 8 βαθμῶν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ῥίπτει 10 ἑκατόλιτρα ὕδατος, καὶ ἀναμιγνύων αὐτὰ μετὰ τοῦ Ἱσπανικοῦ οἴνου παράγει 30 ἑκατόλιτρα οἴνου Γαλλικοῦ 8 βαθμῶν, εἰς ὃν ἀρέσκονται οἱ καταναλωταὶ τῆς Γαλλίας, καὶ ἅτινα θὰ τῷ στοιχίσωσι πολὺ εὐθηνὰ, εὐθηνότερα, ἢ ἂν ἤθελε παραγάγει τὸν οἶνον ἐκεῖνον ἐκ σταφίδος ἢ ἄλλως. Διὰ τοῦτο ἡ εἰσαγωγὴ Ἱσπανικῶν οἴνων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνῆλθεν εἰς πλέον τῶν 5,000,000 ἑκατολίτρων, ὧν πολλὰ χρησιμεύουσιν εἰς πολλαπλασιασμὸν τῶν οἴνων δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου. Ἐπίσης εἰσάγεται καὶ ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν ἤδη σπουδαῖον ποσὸν οἴνου εἰς Γαλλίαν, ἡ δ’ Ἑλλὰς δύσκολον νὰ διαγωνισθῇ κατ’ αὐτῶν ἕνεκα τῆς μεγαλειτέρας ἀποστάσεως αὐτῆς. Ἄλλο μέσον πολλαπλασιασμοῦ τῶν οἴνων ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ εἶναι ἡ λεγομένη ζακχάρωσις, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφεληθῶμεν καὶ ἡμεῖς, αὐξάνοντες τὸ ποσὸν τῶν οἴνων ἡμῶν, ἕνεκα τῆς μεγάλης τιμῆς τῆς ζακχάρεως, ἥτις καθιστᾷ ἀσύμφορον τὴν μέθοδον ταύτην. Ἐν Γαλλίᾳ παράγεται ἡ ζάκχαρις καὶ εἶναι εὐθηνοτάτη, ἀφ’ ἧς μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἠλάττωσε τὸν ἐπ’ αὐτῆς φόρον κατὰ 60,000,000 φράγκων. Ἰδοὺ δὲ πῶς γίνεται ὁ οἶνος κατὰ τὴν μέθοδον αὐτήν. Ἀφοῦ πατηθῶσιν αἱ σταφυλαὶ καὶ ἐξέλθῃ ὁ πρῶτος μοῦστος, ῥίπτουσιν ἐντὸς τῶν στεμφύλων ὡρισμένον ποσὸν ὕδατος ζαχαρωμένου. Ἡ ζάκχαρις ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ προκαλῇ νέαν ζύμωσιν τῶν στεμφύλων, παρετηρήθη δ’ ὅτι τὰ στέμφυλα περιέχουσι πάντοτε ἀρκοῦσαν δόσιν χρωματιστικῆς ὕλης καὶ τῶν ἄλλων συστατικῶν τοῦ οἴνου, ὅπως δώσωσιν εἰς δεύτερον καὶ τρίτον πολλάκις οἶνον τὸ χρῶμα καὶ τὴν γεῦσιν τοῦ πρώτου οἴνου· πολλάκις ὁ δεύτερος μάλιστα αὐτὸς οἶνος εἶναι καλλίτερος τοῦ πρώτου, ὁσάκις τύχῃ, ὡς συχνάκις συμβαίνει ἐν Γαλλίᾳ, νὰ μὴ ὡριμάσωσιν ἀρκούντως αἱ σταφυλαί. Αὐτοὶ εἶναι οἱ οἶνοι οἱ λεγόμενος «οἶνοι Petiot» ἀπὸ τοῦ ἐπινοήσαντος τὴν μέθοδον αὐτήν· εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν αὐτὸν συντελεῖ ἐνίοτε καὶ ἡ σταφὶς τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἀφέψημα ῥίπτεται ἐντός. Ἀφ’ ὅτου ἠλαττώθη ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ἡ βιομηχανία αὕτη ἔτι μᾶλλον ἀνεπτύχθη ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐπεξετάθη καὶ ἐκτὸς τῆς Γαλλίας, εἰς Γερμανίαν καὶ Οὐγγαρίαν. Ἀπέναντι τοιούτων μεθόδων, ἃς ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἐπιστήμη, καὶ δι’ ὧν, ἐνῶ ἀφ’ ἑνὸς ἀναφυτεύονται αἱ καταστραφεῖσαι ἄμπελοι, ἀφ’ ἑτέρου πολλαπλασιάζεται ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου τεχνικῶς διά τε τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν τῶν Γαλλικῶν οἴνων, νομίζω ὅτι οὔτε ἡ σταφὶς ἡμῶν, οὔτε οἱ οἶνοι ἔχουσιν ἐξησφαλισμένην τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν, ὅπως τυφλοῖς ὄμμασιν ἐπιβαρύνωμεν αὐτὰ τὰ προϊόντα διὰ νέων φόρων. Δι’ αὐτῶν ἡ παραγωγὴ θὰ καταστῇ δαπανηροτέρα, ἄδηλον δ’ ἂν θὰ κατορθώσωμεν τὴν ὑπερτίμησιν νὰ τὴν ἐπιῤῥίψωμεν ἐπὶ τῶν ξένων ἀγοραστῶν. Τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου εἶναι νὰ παράγωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν εὐθηνότερον, διὰ νὰ πωλῶμεν εὐθηνότερον καὶ μὴ καταβληθῶμεν ἐν τῷ διαγωνισμῷ. Μὴ λησμονῶμεν ἐπίσης, ὅτι εἰς τὴν σταφίδα ἔχομεν ἀνταγωνιστὴν τὴν Τουρκίαν, ἧς αἱ ξηραὶ σταφίδες εἰσάγονται εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ ὅτι ἂν ἡμεῖς δὲν κατορθώσωμεν νὰ ἐλαττώσῃ ἡ Γαλλία τὴν τιμὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, κατορθώσῃ δὲ τοῦτο ἡ Τουρκία, θὰ ἤμεθα εἰς χείρονα θέσιν, διότι ἐν Τουρκίᾳ καὶ εὐθηνότερον ἡ σταφὶς παράγεται καὶ εὐθηνοτέρα αὕτη θὰ εἰσάγηται εἰς Γαλλίαν. Δυστυχῶς ὅμως ἐν τῷ φορολογικῷ αὐτῆς συστήματι ἡ Κυβέρνησις δὲν προενόησε περὶ τούτων, διότι ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ δὲν θὰ ὠφεληθῶμεν ὅσον ἠδυνάμεθα, καὶ ἐκ τούτου εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ προστρέξωμεν καὶ εἰς φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀλλ’ ἂν θὰ συνήνουν εἰς φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, δὲν δύναμαι νὰ συναινέσω εἰς τὸν φόρον, ὃν ἐπιβάλλει διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις. Τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀνέπτυξαν, καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος παραβιάζει καὶ σύστημα βεβαιώσεως δυσεκτέλεστον καὶ ἐπαχθέστατον εἰσάγει. Ἡ πρώτη μομφὴ, ἥτις κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπεῤῥίφθη, εἶναι ἡ κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὅπερ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως ἐπιβάλλει ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τῆς διακρίσεως κατὰ πληθυσμοὺς οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ, νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προχθὲς οὐδόλως ἠδυνήθη νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἅτινα ἔφερε, διότι δὲν ἦσαν σπουδαῖα καὶ ἰσχυρά. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὑπὲρ τῆς φορολογικῆς αὐτῆς κλίμακος, ὅτι ὁ φόρος εἶναι μεγαλείτερος καθ’ ὅσον ὁ πληθυσμὸς αὐξάνει, διότι καὶ ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις εἶναι μεγαλειτέρα· ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ἐδόθη ἡ εὐλογωτάτη ἀπάντησις, ὅτι ἂν ὁ οἶνος εἶναι ἀνωτέρας τιμῆς εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις, δὲν ἕπεται ὅτι ἀφίνει καὶ περισσότερον κέρδος. Ἐπειδὴ δὲ οἱ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἀναλόγως τοῦ κέρδους καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου τιμῆς, ἐὰν δὲν ἦναι βέβαιον ὅτι ὁ οἶνος ἀφίνει περισσότερον κέρδος ἐν Ἀθήναις ἢ ἀλλαχοῦ, εἶναι ἀδικαιολόγητον νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον ὁ οἶνος ἐν Ἀθήναις. Ἐὰν ἐν Ἀθήναις ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου ἦναι μεγαλειτέρα, ὑπάρχουσιν ἄλλοι λόγοι· ἐνταῦθα τὰ ἡμερομίσθια, οἱ μισθοὶ, τὰ ἐνοίκια, ἡ μεταφορὰ, εἶναι ἀκριβώτερα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἡ τιμὴ εἶναι μεγαλειτέρα. Ἂν τὸ ἐκ τοῦ οἴνου κέρδος ἦτο μεγαλείτερον ἐν Ἀθήναις, οἱ οἶνοι ἤθελον συῤῥεύσει ὁσάκις τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς τὸ ἐπιτρέπουν καὶ θὰ κατεβίβαζον τὴν τιμὴν καὶ τὸ κέρδος. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν ὑπάρχουν μεγαλείτεραι εὐκολίαι, κέρδη περισσότερα, μέσα περισσότερα, ἕνεκα δὲ τούτου πρέπει καὶ ὁ φόρος νὰ ἦναι μεγαλείτερος ἐν αὐταῖς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι γενικόν. Εἴς τινας μεγάλας πόλεις ὑπάρχει περισσοτέρα εὐπορία, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πτωχία· δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπατᾷ ἡ ἀριθμητικὴ πρόσοδος, διότι ὁ ἐργάτης λαμβάνει μεγαλείτερον ἡμερομίσθιον, ἀλλὰ πάντα τὰ χρειώδη τοῦ βίου εἶναι ἀκριβώτερα εἰς τὰς μεγάλας πόλεις· ἐὰν ἐργάτης λαμβάνῃ 5 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ἡμερομίσθιον ἐν Ἀθήναις, ἀλλαχοῦ δὲ 4, ἡ διαφορὰ αὕτη συμψηφίζεται διὰ τῆς ἄλλης διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰς τιμὰς τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ ἐνοικίου ἐν Ἀθήναις. Ἂν οἱ ἐργάται ἐκέρδιζον περισσότερα ἐν Ἀθήναις, πάντες ἤθελον βαθμηδὸν συῤῥεύσει ἐνταῦθα, καὶ τὰ ἡμερομίσθια ἤθελον ὑποτιμηθῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε καὶ ἄλλο τι ὡς λόγον δικαιολογοῦντα τὸν βαρύτερον φόρον ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν. Εἶπεν, ὅτι ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσιν αἱ πωλήσεις καὶ ἑπομένως καὶ τὸ κέρδος πυκνότερον· ἐν Ἀθήναις ὁ οἰνοπώλης πωλεῖ πυκνότερον καὶ ἑπομένως τὸ κέρδος εἶναι περισσότερον ἀπὸ τὸ κέρδος τὸ ἐν ταῖς μικραῖς πόλεσιν, ὅπου ἀραιότεραι αἱ πωλήσεις. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἔποψις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ μόνον δι’ ἄλλον φόρον, τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ οὐχὶ διὰ φόρους ἐπὶ τῶν καταναλωσίμων· ἐκεῖ βεβαίως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἡ πρόσοδος, ἡ μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα, τινῶν ἐπιτηδευμάτων εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι πρέπει γενικῶς νὰ φορολογηθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν μεγάλων πόλεων πλειότερον τῶν κατοίκων ἄλλων πόλεων, οἱ κάτοικοι τῆς Τριπόλεως π. χ. περισσότερον τῶν κατοίκων μικροτέρων αὐτῆς πόλεων, διότι οἱ οἰνοπῶλαι ἐν ταῖς πρώταις ἀπολαμβάνουσι περισσότερα. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ἐν ταῖς πολυπληθέσι πόλεσιν εἶναι δυνατὰ μεγαλείτερα κέρδη τῶν οἰνοπωλῶν. Ἀλλ’ εἶναι γενικὸν τοῦτο ἢ ποσῶς. Ἀληθῶς εἰς τὰς μεγάλας πόλεις ὑπάρχουσι κεντρικαί τινες καὶ λίαν συχναζόμεναι θέσεις, ἐν αἷς τὰ καταστήματα καὶ ἑπομένως οἱ οἰνοπῶλαι πωλοῦσι περισσότερον καὶ κερδίζουσι περισσότερον· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι κέρδος τῶν οἰνοπωλῶν, ὅπερ ἐξαγοράζουσι βεβαίως διὰ μεγαλειτέρων ἐνοικίων καὶ ἐξόδων· ὁπωσδήποτε τὸ κέρδος αὐτὸ δικαιολογεῖ μεγαλείτερον φόρον ἐπιτηδεύματος μόνον. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι καὶ ἀφανῆ καὶ πτωχὰ οἰνοπωλεῖα, καὶ ταῦτα εἶναι τὰ περισσότερα, ἅτινα πωλοῦσιν ὀλιγώτερον τῶν οἰνοπωλείων καὶ αὐτῶν τῶν μικροτέρων πόλεων καὶ ἅτινα διαψεύδουσι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἄλλο ἐπιχείρημα ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ τῆς κατὰ πληθυσμοὺς φορολογίας, τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Ἐκεῖ ἀληθῶς ὁ πρῶτος Ναπολέων, ὅστις εἰσήγαγε τὸ σύστημα τοῦτο, ἠθέλησε νὰ ἐξαπατήσῃ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς, ἀπαλλάττων τοῦ φόρου τοὺς Δήμους, τοὺς ἔχοντας πληθυσμὸν κατώτερον τῶν 2,000 ψυχῶν. Τοῦτο παρέλαβον καὶ διετήρησαν καὶ αἱ διάδοχοι Κυβερνήσεις διὰ τὸν αὐτὸν λόγον· ἀλλ’ ἡ εὔνοια αὕτη ὑπὲρ τῶν χωρίων καὶ τῶν μικρῶν πόλεων εἶναι φαινομένη μόνον. Ὅταν εἰς μεγάλας πόλεις πληρωνούσας φόρον βαρὺν παράκεινται χωρία, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἡ μεταφορὰ εἰς ἐκείνας καλύπτεται διὰ τῆς μεγαλειτέρας τιμῆς τοῦ οἴνου, ἄφευκτος συνέπεια θὰ ἦναι νὰ αὐξήσῃ καὶ εἰς τὰ χωρία αὐτὰ ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου. Καὶ παρ’ ἡμῖν πολλάκις θὰ συμβαίνῃ τοῦτο. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐν Χαλανδρίῳ ὁ οἶνος φορολογεῖται 2½ λεπτὰ, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις 5 λεπτὰ, ἑπομένως τιμᾶται κατὰ 2½ λεπτὰ περισσότερον. Νομίζετε, ὅτι ὁ κάτοικος τοῦ Χαλανδρίου δὲν θὰ ζητήσῃ νὰ μεταφέρῃ τὸν οἶνον αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις, ἂν δύναται νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς καὶ νὰ κερδήσῃ; Διὰ νὰ ἀφήσῃ δὲ τὸν οἶνον αὐτοῦ ἐν Χαλανδρίῳ, δὲν εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θὰ τὸν ὑπερτιμήσῃ ἀναλόγως; Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διαφοραί. Ἐκεῖ ὁ φόρος εἶναι διάφορος, οὐχὶ ἁπλῶς κατὰ τοὺς πληθυσμούς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν κλάσιν, εἰς ἣν ἀνήκει ἕκαστος πληθυσμός. Ἐκεῖ αἱ κλάσεις εἰσὶ τρεῖς σήμερον, καὶ ἑκάστη αὐτῶν περιλαμβάνει διαφόρους Νομοὺς τῆς Γαλλίας, καὶ τοὺς περιλαμβάνει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τοῦ οἴνου ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν, διότι πάντες οἱ Νομοὶ τῆς Γαλλίας δὲν παράγουσιν οἶνον, οὐδὲ τῆς αὐτῆς ποσότητος καὶ ποιότητος. Παραδείγματος χάριν, εἰς τὴν αʹ κλάσιν ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου εἶναι 51 λεπτὰ, εἰς τὴν βʹ 73 λεπτὰ καὶ εἰς τὴν γʹ 115 λεπτὰ. Ἀναλόγως τῶν τιμῶν αὐτῶν λοιπὸν ἔρχονται κατὰ πληθυσμὸν καὶ θέτουσι τὸν φόρον τῆς εἰσκομίσεως τοῦ οἴνου. Ὁ φόρος ἑπομένως αὐτὸς ὁ κατὰ πληθυσμὸν εἶναι ἀνάλογος ὁπωσοῦν πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου. Ἐπειδὴ δὲ πληρώνεται κατὰ τὴν εἰσκόμισιν τῶν οἴνων ἐν ταῖς πόλεσι, προστίθεται εἰς τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἀκολούθως λαμβάνεται ἐπὶ τοῦ λιανικῶς καταναλισκομένου οἴνου, ὁ ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως φόρος. Οὕτως ἀμφότεροι οἱ φόροι ἐν Γαλλίᾳ παρακολουθοῦσι καὶ τὰς τιμὰς τοῦ οἴνου πράγματι· ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τί γίνεται, κύριοι; ἀρκεῖ, λέγει τὸ Νομοσχέδιον, ὅτι ὁ οἶνος θὰ πωληθῇ ἐντὸς πληθυσμοῦ 10,000 κατοίκων, ὅπως πληρώσῃ τόσον φόρον· δὲν ἐξετάζει τὴν τοῦ οἴνου τιμὴν, ἥτις ἐξετάζεται ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἥτις βεβαίως δὲν πλησιάζει τὴν πραγματικὴν, ἀλλὰ πλησιάζει πολύ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη διαφορὰ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ δὲν πληρώνεται ὁ φόρος αὐτὸς τῆς εἰσκομίσεως κατὰ τοὺς πληθυσμούς ἀπὸ πάντας τοὺς πληθυσμούς· εἰς τὰ χωρία καὶ τὰς κώμας, αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν κάτω τῶν 4,000 κατοίκων, δύνασθε νὰ εἰσκομίσητε οἶνον χωρὶς νὰ φορολογηθῆτε. Φαντάζεσθε δὲ πόσα εἶναι τὰ χωρία καὶ αἱ πόλεις, αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν κάτω τῶν 4,000 κατοίκων! Μόνον 264 εἶναι αἱ πόλεις, αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν 4,000–10,000 κατοίκων, μόνον δὲ 145 αἱ πόλεις, αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10,000 ψυχῶν. Μόνον λοιπὸν 409 πόλεις καὶ προσέτι οἱ Παρίσιοι καὶ τὸ Λούγδουνον εἶναι ἐν Γαλλίᾳ αἱ πόλεις αἱ πληρώνουσαι πατὰ πληθυσμοὺς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς εἰσκομίσεως. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως δὲν ὑπάρχει κώμη καὶ χωρίον, ὅπου ὁ πληθυσμὸς δὲν θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ φόρου, ἀνεξαρτήτως τῆς τιμῆς αὑτοῦ. Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ὑπὲρ τὰς 4,000 πόλεις καὶ χωρία· ἐὰν ὑπολογίσωμεν δὲ καὶ τὰς Μονὰς, διότι καὶ αὗται θὰ φορολογηθῶσι, θὰ ἔχωμεν πέραν τῶν 4,000 πληθυσμοῦ διὰ νὰ φορολογήσωμεν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὁ πληθυσμός εἶναι ἄνω τῶν 37,000,000, ἔχουσι μόνον 411 κέντρα πληθυσμοῦ πρὸς φορολογίαν, ἐνῶ ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ὑπὲρ τὰ 4,000 μὲ πληθυσμὸν μόνον 2,000,000 κατοίκων. Τί θὰ συμβαίνῃ ἕνεκα τοῦ συστήματος, ὅπερ θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν; Ἐνῶ ἐν Γαλλίᾳ αἱ διαφοραὶ τῶν φόρων τοῦ οἴνου εἶναι ἀραιαί, παρ’ ἡμῖν θὰ ἔχωμεν ἀνὰ πᾶν βῆμα καὶ διαφορὰν φόρου καὶ συνεπῶς καὶ διάφορον τιμὴν τοῦ οἴνου, συχνότατα δ’ αἱ διαφοραὶ αὐταὶ θὰ ὦσιν ἀποτομώταται. Αὐτὴ δὲ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς θὰ παρατηρῆται ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς Ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Δήμου. Ἂν τοὐλάχιστον ἐκανόνιζε τὸν φόρον ἡ Κυβέρνησις κατὰ Δήμους, θὰ εἴχομεν ὀλιγωτέρας ἀνωμαλίας εἰς τὸν φόρον καὶ τὴν τιμὴν τοῦ οἴνου· διότι ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις ἔχομεν κατὰ τὴν ἀπογραφὴν Δήμους μέχρι χιλίων κατοίκων 13, ἀπὸ 1,000 ἕως 2,000 κατοίκων 43, ἀπὸ 2 μέχρι 5,000 κατοίκων 208, ἀπὸ 5 ἕως 10,000 κατοίκων 19. Ὥστε ἂν τοὐλάχιστον ἠκολουθοῦμεν αὐτὴν τὴν μέθοδον, θὰ εἴχομεν 208 Δήμους, ἐν οἷς θὰ ἦτο ὁμοιόβαθμος ὁ φόρος καὶ ἡ τιμή, δὲν θὰ παρήλλασσε δὲ εἰς πᾶν βῆμα, ὅπερ θὰ προκαλῇ μυρίας καταδολιεύσεις τοῦ Νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ βάσις αὕτη τῆς φορολογίας κατὰ πληθυσμὸν δὲν στηρίζεται ἐπὶ δικαίων λόγων. Ἄλλη μομφὴ ἐπεῤῥίφθη κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ποιεῖται διάκρισιν μεταξὺ τῆς λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως· προχθὲς ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέθηκε τὴν ἑξῆς διάκρισιν, ὅτι κάτω τῶν 100 ὀκάδων θὰ θεωρῆται λιανικὴ πώλησις. Ἐν πρώτοις δὲν ἐννοῶ διατί νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως. Γίνεται βεβαίως ἀλλαχοῦ τοῦτο, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ γίνεται οὐχὶ διὰ νὰ μὴ φορολογηθῇ ἡ χονδρικὴ πώλησις, ἀλλὰ διὰ νὰ φορολογηθῇ· φορολογεῖται ὀλιγώτερον τῆς λιανικῆς· ἡ χονδρικὴ πώλησις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε φορολογεῖται. Παρ’ ἡμῖν ὅμως γίνεται διάκρισις μεταξὺ λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως διὰ νὰ μείνῃ ἀφορολόγητος ἡ χονδρική, καὶ ὅταν λέγωμεν ἀφορολόγητον χονδρικὴν πώλησιν, τί ἐννοοῦμεν; ἐννοοῦμεν καθαρῶς ν’ ἀφήσωμεν ἀφορολογήτους τὰς εὐπόρους καὶ πλουσίας τάξεις. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπιβάλλουσι βαρὺν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς λιανικῆς ἢ μᾶλλον τῆς καπηλικῆς πωλήσεως, διότι ἠθέλησαν νὰ ἐνισχύσωσι τὴν κατ’ οἶκον παρὰ τῇ οἰκογενείᾳ κατανάλωσιν τοῦ οἴνου ἕνεκα τῶν μεγάλων καταχρήσεων, εἰς ἃς φέρουν τὰ καπηλεῖα, ἕνεκα τῆς διαφθορᾶς, εἰς ἣν ἐμπίπτουν ἰδίως αἱ ἐργατικαὶ τάξεις, διαβιοῦσαι ἐντὸς τῶν καπηλείων. Διὰ νὰ ἐνισχύσωσιν αὐτήν, ὥρισαν ὅτι ἄνω τῶν 25 λιτρῶν δηλαδὴ τῶν 19 ὀκάδων δὲν ὑποβάλλεται ἐν Γαλλίᾳ ὁ οἶνος εἰς φορολογίαν λιανικῆς πωλήσεως. Ἐκεῖ, ἂν οἰκογενειάρχης τις ἐργάτης θέλῃ μετὰ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ νὰ καταναλώσῃ οἶνον, δύναται ν’ ἀγοράσῃ ἐκ τοῦ καπηλείου ἄνω τῶν 19 ὀκάδων διά τινας ἡμέρας καὶ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν φόρον τὴν λιανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῆς κυκλοφορίας ἢ τῆς εἰσαγωγῆς, οἵτινες εἶναι πολὺ μικρότεροι. Παρ’ ἡμῖν ὅμως τί γίνεται διὰ τῆς διακρίσεως, ἣν θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις; ὅλως τὸ ἐναντίον· ἐνῶ ἀλλαχοῦ ἐνισχύουσι τὸν οἰκογενειακὸν βίον καὶ τὴν ἠθικοποίησιν τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, ἡμεῖς τοὐναντίον ἐνισχύομεν τὸν ἐν τοῖς καπηλείοις βίον τῶν πτωχοτέρων τάξεων πρὸς βλάβην τῆς οἰκογενείας. Παρ’ ἡμῖν οὐδεὶς ἐργάτης, καὶ ὄχι μόνον ἐργάτης, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἴσως τῆς ἀμέσως ἀνωτέρας τῶν ἐργατῶν τάξεως, θὰ δύναται ν’ ἀγοράσῃ, ὅπως καταναλώσῃ κατ’ οἶκον οἶνον, διότι πρέπει ν’ ἀγοράσῃ ἄνω τῶν 100 ὀκάδων, ὅπερ δὲν δύναται· ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐργατικαὶ τάξεις οὔτε πιστώσεως ἀπολαμβάνουσι διὰ τοιοῦτον ποσὸν οἴνου, δὲν θὰ εὑρίσκωσι συμφέρον νὰ προτιμῶσι τὴν κατ’ οἶκον κατανάλωσιν. Μόνον αἱ εὔποροι, αἱ πλούσιαι τάξεις θὰ διαφεύγωσι τὸν φόρον, ἀγοράζουσαι χονδρικῶς οἶνον. Ἀλλὰ τὸ ἀφορολόγητον τῆς χονδρικῆς πωλήσεως θὰ προκαλῇ καὶ ἄλλην καταδολίευσιν πέριξ τῶν πόλεων, ἐν αἷς ὁ φόρος καὶ ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου θὰ ὦσι μεγάλαι· π. χ. ἐν Ἀθήναις δύναται νὰ γείνῃ τὸ ἑξῆς: Νὰ ἱδρύσῃ τις μέγα οἰνοποιητικὸν κατάστημα εἰς ἓν τῶν πλησιοχώρων χωρίων, τὸ ὁποῖον νὰ πωλῇ μόνον χονδρικῶς καὶ οὐδένα νὰ πληρώνῃ φόρον· αὐτὸς ἐκ τῶν ἀποθηκῶν του θὰ στέλλῃ τακτικῶς οἶνον εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸς τοὺς εὐπόρους πελάτας του κατὰ 200 φιάλας, ἢ κατὰ βαρέλια μέχρις 100 ὀκάδων, καὶ οὐδένα θὰ πληρώνῃ φόρον· πρὸς τί αὐτὴ ἡ διαφορά; αὐτὴ ἡ προτίμησις; Ἐνόουν πρὶν τὸ Νομοσχέδιον, ἂν καὶ τὸ ἐπέκρινα, ἀλλ’ ὅπως εἶχε τὸ Νομοσχέδιον πρὶν, καὶ ἐν τῇ αὐστηρότητι αὑτοῦ, ἦν λογικώτερον· ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ναὶ μὲν δὲν ἐγίνετο οὐδεμία διάκρισις λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως, καὶ θὰ εὑρίσκοντο αἱ Ἀρχαὶ εἰς δυσχέρειαν νὰ διακρίνωσιν, ἐπὶ τέλους ὅμως ἤθελε κατισχύσει ἡ ἑρμηνεία, ὅτι ὁ Νόμος δὲν διακρίνει τὴν λιανικὴν καὶ φορολογητέαν πώλησιν τοῦ οἴνου ἐκ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀγοράζοντος οἶνον. Ὁ ἀγοράζων οἶνον πρὸς ἰδίαν κατανάλωσιν, ὅσον δήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ ποσὸν, ἀγοράζει λιανικῶς, ὁ δὲ πωλῶν πρὸς αὐτὸν πωλεῖ λιανικῶς οἶνον· ἐν τοιαύτη περιπτώσει ἀφορολόγητοι θὰ ἦσαν μόνον οἱ καταναλίσκοντες τὸν ἴδιον αὑτῶν οἶνον καὶ οἱ πωλοῦντες οἶνον πρὸς μεταπώλησιν, διότι ὁ σκοπῶν νὰ μεταπωλήσῃ τὸν οἶνον, ὅν ἀγοράζει, αὐτὸς θὰ πληρώσῃ ὡς λιανοπώλης τὸν φόρον. Ὡς ὅμως ἐτροποποιήθη τὸ Νομοσχέδιον, θὰ μείνῃ ἀφορολόγητον ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὅπερ θὰ καταναλίσκωσιν αἱ εὔποροι τάξεις, καὶ τοῦτο πρὸς βλάβην καὶ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον μικρότερον ποσὸν θὰ φορολογῇ, καὶ πρὸς βλάβην τῶν καταναλωτῶν καὶ τῶν παραγωγῶν, οἵτινες εἰς βαρύτερον ὑποβάλλονται φόρον διὰ ν’ αὐξήσῃ τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους· γενικώτερος φόρος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι μικρότερος. Ἕτερον ἐλάττωμα τοῦ Νομοσχεδίου εὑρίσκω τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως. Ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων, τῶν καταμετρήσεων καὶ τῶν ἐπισκέψεων. Ὁποίαν καταπληκτικὴν ἐργασίαν, ὁποῖον προσωπικὸν θὰ ἀπαιτήσῃ, ὁποίας ἐνοχλήσεις θὰ φέρῃ τοιοῦτο σύστημα, θὰ ἐννοήσῃ τις, ἐὰν φαντασθῇ ὅτι θὰ ἔχωμεν 4,000 χωρία καὶ πόλεις, ἐν οἷς θὰ γίνωνται δηλώσεις καὶ βεβαιώσεις· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν ταύτας εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ χωρία, διότι πολλαχοῦ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν ἴσως καπηλεῖα, θὰ τὰς ἔχωμεν ὁπωσδήποτε εἰς τὰ πλεῖστα. Ἂν ὅμως καὶ τὰ χωρία καὶ τὰς πόλεις αὐτὰς πολλαπλασιάσητε μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν αὐτοῖς καπηλείων, θέλετε εὐθὺς λάβει τὴν εἰκόνα τῆς νέας αὐτῆς ἐπιδρομῆς ὑπαλλήλων, οἵτινες πρόκειται νὰ εἰσέρχωνται παντοῦ καὶ νὰ ἐξελέγχωσι, νὰ καταμετρῶσι καὶ νὰ παρακολουθῶσι βῆμα πρὸς βῆμα τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου, τοῦ μᾶλλον συνήθους ποσοῦ. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὸ ἐν Γαλλίᾳ· ἐκεῖ ὑπάρχουσι 373,000 οἰνοπωλεῖα ἐπὶ 37,000,000 κατοίκων· ἂν λάβωμεν τὸ δέκατον ὄγδοον αὐτῶν διὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, θ’ ἀναλογῶσιν 20,000 οἰνοπωλεῖα παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἀκόμη περισσότερα ἀναλογοῦσι, διότι εἶναι πλέον διεσπαρμένος ὁ πληθυσμὸς, ὥστε θὰ ἔχωμεν 20 ἕως 25,000 οἰνοπωλεῖα, ἅτινα θὰ ὑπόκεινται εἰς ἐρεύνας καὶ ἐξετάσεις καθημερινὰς τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐντὸς αὐτῶν τῶν μικρῶν, τῶν πενιχρῶν χωρίων νὰ βεβαιωθῇ ἀζημίως ὁ φόρος; Ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν δύω χιλιάδας χωρία, ἅτινα ἔχουσι πληθυσμὸν ἐλλάσσονα τῶν 100 ψυχῶν, καὶ ταῦτα κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ὑπόκεινται εἰς φόρον δύω λεπτῶν· Θὰ ἦσθε ἠναγκασμένοι, ἐὰν θέλετε εὐσυνειδήτως καὶ ἀνεξαιρέτως νὰ ἐκτελέσητε τὸν Νόμον, νὰ ἔχητε ἐκεῖ, ἐπειδὴ θὰ ὑπάρχῃ τις πωλῶν λιανικῶς οἶνον, ὑπάλληλον ὅστις θὰ παρακολουθῇ καθημερινῶς τὴν πώλησιν τοῦ οἴνου, διότι ἂν δὲν παρακολουθῆτε, τίποτε δὲν ἐπράξατε. Δὲν ἀρκεῖ νὰ βεβαιώσητε ἐν ἀρχῇ κατὰ τὴν ἀποταμίευσιν τὸν οἶνον καὶ νὰ μεταβῆτε μετὰ ἕνα ἢ δύω μῆνας διὰ νὰ βεβαιώσητε τί ἐπώλησε, διότι αὐτὸς δυνατὸν νὰ εἰσήγαγεν ἐν τῷ μεταξὺ ὅσον ἤθελεν οἶνον. Ἂν ὅμως ἀναγκασθῆτε νὰ ἔχητε ἐκεῖ ὑπάλληλον ὅπως ἐπιτηρῇ, δὲν θὰ τὸν πληρώσητε 50 δραχμὰς τὸν μῆνα τοὐλάχιστον δηλαδὴ 600 δραχμὰς τὸ ἔτος, ἐνῶ δὲν θὰ εἰσπράξητε ἐκ φόρου πλέον τῶν 100 δραχμῶν; Ἂν πάλιν θελήσητε ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν ὑπάλληλον νὰ ἔχητε διὰ πολλὰ χωρία, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαλανθάνῃ τὸν φόρον σπουδαῖον ποσὸν οἴνου. Ἐπὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως καὶ εὔκολον εἶναι καὶ ἀξιοκατάκριτον δὲν θεωρεῖται τὸ ἐξαπατᾶν τὸ Δημόσιον. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἡ ὑπαλληλία εἶναι κάλλιστα ὠργανωμένη καὶ ἐμπειροτάτη, κατ’ ἔτος συντάσσονται 45, 50 ἕως 55,000 πρωτόκολλα παραβάσεως τοῦ Νόμου περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, 5 ἕως 6,000,000 φράγκα εἶναι κατ’ ἔτος τὸ ἔσοδον ἐκ προστίμων. Σημειώσατε δ’ ὅτι ἐκεῖ εἶναι εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν ἡμῶν· ναὶ μὲν ἐκεῖ ἔχουσιν ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας καὶ ἐπὶ τῆς εἰσκομίσεως, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ἐκεῖ ἡ βεβαίωσις ἠπλοποιήθη πολυτρόπως. Ἐν πρώτοις ὁ φόρος ἐπὶ τῆς εἰσκομίσεως δὲν εἰσπράττεται ἢ μόνον ἐν 249 πόλεσιν, ἐπειδὴ δ’ ὁ φόρος βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται μετὰ τῶν δημοτικῶν φόρων τῆς εἰσαγωγῆς, βοηθοῦν εἰς τοῦτο καὶ αἱ δημοτικαὶ Ἀρχαί. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἐξευρέθησαν πλεῖστοι τρόποι καὶ ἐπετράπησαν εὐκολίαι, αἵτινες ποὺ ἐξήλειψαν καὶ ποὺ ἠλάττωσαν τὰς ἐνοχλήσεις ἐκ τῶν ἐπισκέψεων καὶ καταμετρήσεων. Εἰς τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν 4–10,000 ψυχῶν, ἐπετράπη, ἂν θέλωσι, νὰ πληρώνωσι καὶ τὸν φόρον τῆς εἰσκομίσεως καὶ τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως κατὰ τὴν εἰσκόμισιν τῶν οἴνων ἐν αὐταῖς, ἄνευ οὐδεμιᾶς μετὰ τὴν εἰσκόμισιν ἐξετάσεως καὶ καταμετρήσεως. Διὰ δὲ τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10,000 κατοίκων, κατέστη ὑποχρεωτικὸν τοῦτο διὰ Νόμου τοῦ 1875, αἱ δὲ πόλεις αὗται ἐν Γαλλίᾳ σήμερον εἶναι 145, εἰς οὐδεμίαν ὑποκείμεναι ἐνόχλησιν διὰ τὸν φόρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ὅστις μόνος εἶναι ἐνοχλητικός. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς λεγόμενος φόρος. Εἰς πάσας ταύτας τὰς πόλεις πληρώνεται ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν εἰσκόμισιν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἐν Παρισίοις καὶ ἐν Λουγδούνῳ καὶ οἱ τρεῖς φόροι πληρώνονται διὰ μιᾶς κατὰ τὴν εἰσκόμισιν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λεγόμενος φόρος τῆς ἀντικαταστάσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόναι αὗται αἱ εὐκολίαι, αἵτινες ἀνεκούφισαν τοὺς φορολογουμένους· ὑπάρχει προσέτι τὸ σύστημα τοῦ κατ’ ἀποκοπὴν φόρου, τὸ σύστημα τῶν abonnements· κατ’ αὐτὸ οἱ λιανοπῶλαι δύνανται ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ἐπισκέψεων, πληρώνοντες κατ’ ἀποκοπὴν τὸ ἰσότιμον τοῦ φόρου τῆς λιανικῆς πωλήσεως, τοῦτο δὲ δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι δι’ ἕκαστον ἔτος ἢ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸ οἰνοπωλεῖον αὐτῶν ἢ καὶ δι’ ἓν μόνον ἐκ τῶν ποτῶν. Ἀλλ’ ὁ Νόμος ἐπιτρέπει γενικώτερον εἰς τὰς πόλεις ν’ ἀναντικαταστήσωσι τοὺς φόρους τῆς λιανικῆς πωλήσεως καὶ τῆς κυκλοφορίας δι’ ἑνὸς ἰσοτίμου ἐπίσης κατ’ ἀποκοπὴν ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πληρώνεται κατ’ ἴσα μέρη κατὰ δεκαπενθημερίαν· ἐπιτρέπει ἐπίσης εἰς τοὺς δήμους, ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῶν δύω τρίτων τῶν λιανοπωλῶν, ν’ ἀντικαταστήσωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως διὰ ποσοῦ, ὅπερ διανέμεται ἀναλόγως μεταξὺ τῶν λιανοπωλῶν. Ὡς βλέπετε, ἐν Γαλλίᾳ, ἣν θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν ὡς πρὸς τὰ τῶν οἴνων, τὰ πράγματα ἔχουσιν ἄλλως σήμερον. Βεβαίως τὰ abonnements δὲν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ εἰσαγάγωμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ὑπάρχοντα ἀποδεικνύουσι πόσον καταπιεστικὸν εἶναι τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως, ὅπερ ἐξελεξάμεθα. Εἶναι ἤδη πολιτικὸν, ἀφοῦ ἐν ἄλλοις τόποις, ὅπου οἱ φόροι οὗτοι λειτουργοῦσι πρὸ χρόνων, ἐξήγειραν τὴν κοινὴν ἀγανάκτησιν καὶ κατεκρίθησαν καὶ κατακρίνονται, νὰ λαμβάνωνται παρ’ ἡμῶν ἄνευ τοὐλάχιστον τῶν καλῶν, ἅτινα ἔχουσι, καὶ νὰ εἰσάγωνται μὲ τὸ εἰδεχθὲς σύστημα τῶν ἀεννάων βεβαιώσεων καὶ καταμετρήσεων; Ὅταν βλέπωμεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, μεθ’ ὅλας τὰς εὐκολίας, ἃς ἀνέφερον, ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα προσεκτικώτεροι. Ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1882 ἐζητήθη διὰ προτάσεως Νόμου ἡ κατάργησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, παρεπέμφθη εἰς Ἐπιτροπὴν καὶ προεκάλεσε μὲν τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ μένει ἐκκρεμὴς, καὶ δὲν εἶναι ἀδύνατον, μεθ’ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἴνων κατὰ τὸ 1880, νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡμέραν τινά. Ὅταν ἀλλαχοῦ ζητῶσι τὴν ἐντελῆ κατάργησιν, ἀξίζει τὸν κόπον μετὰ περισσοτέρας δειλίας νὰ εἰσάγωμεν τὴν φορολογίαν τῶν οἴνων. Ἂν ὁ νέος Νόμος λειτουργήσῃ ἐπαχθῶς, ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξεγείρῃ τὰ αἰσθήματα τοῦ Τόπου· ἂν δὲ δὲν λειτουργήσῃ ἐπαχθῶς, οὐδὲν θὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ ἐματαιοπονήσαμεν εἰσαγαγόντες αὐτόν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἶμαι ἐναντίος τοῦ Νομοσχεδίου, ὡς κανονίζει τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων.
§25Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρὶν ἢ προβῶ, κύριοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν πολεμῶ τὸ Νομοσχέδιον διότι ἀνήκω εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἂν εἰς τὰς τάξεις τῆς συμπολιτεύσεως ἀνῆκον καὶ ἤμην ὁ φανατικώτερος τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ πολεμήσω τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις· καὶ νὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Πολεμῶ τὸ Νομοσχέδιον, διότι, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, οὐδεὶς ἄλλος φόρος παρὰ τὸν φόρον, ὅστις ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, θὰ βαρύνῃ τὸν καθ’ αὑτὸ λαὸν, ὅσον ὁ φόρος οὗτος· καὶ δι’ ὀλίγων λέξεων νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν πεποίθησίν μου αὐτήν. Εἶναι, κύριοι, δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι ὁ φόρος αὐτός, καίτοι λέγεται φόρος καταναλώσεως, ἐπηρεάζει οὐσιωδῶς καὶ τὴν παραγωγήν; Ποῖοι εἶναι οἱ παραγωγοὶ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ; ὁ καθ’ αὑτὸ λαός, ἡ γεωργικὴ τάξις, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ μεριμνῶμεν. Ποῖοι παράγουν τοὺς οἴνους; οἱ ἔχοντες ὀλίγα καὶ μικρὰ κτήματα, ἅπερ μεταποιοῦσιν εἰς ἀμπέλους δι’ ἁδροτάτων δαπανῶν καὶ κόπων καὶ γίνονται οἰνοπαραγωγοί. Τώρα ἐρωτῶ, ὁ φόρος αὐτὸς, ὡς ἐπιβάλλεται, ἐπιβαρύνει ἢ ὄχι αὐτὴν τὴν παραγωγήν; Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Νομοσχεδίου λέγει, ὅτι δὲν ἐπιβάλλει φόρον παραγωγῆς, ἀλλὰ φόρον καταναλώσεως. Εἶναι ὅμως ἀκριβὴς ἡ ῥήτρα αὕτη τοῦ νόμου; Τῷ ὄντι εἶναι φόρος καταναλώσεως; Πάντες ἀνήκετε εἰς Ἐπαρχίας καὶ γινώσκετε τίνι τρόπῳ πωλοῦνται οἱ οἶνοι· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ οἶνοι πωλοῦνται εἰς γλεῦκος ἐν τοῖς χωρίοις. Μικροὶ οἰνοπῶλαι τῶν πόλεων μεταβαίνουσιν εἰς τὰ χωρία καὶ ἀγοράζουν τοὺς οἴνους εἰς μικρὰς ἢ μεγαλειτέρας ποσότητας· τώρα αὐτοὶ οἱ ἀγορασταὶ, μεταβαίνοντες εἰς τὰ χωρία, δὲν θὰ ζητοῦν, ἀγοράζοντες αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ πληρώσουν, νὰ τὸν φορτώσουν εἰς τοὺς παραγωγούς; Θὰ μετέλθουν ἀδιστάκτως ὅλα τὰ μέσα, ὥστε, εἰ δυνατὸν, τὸ ὅλον τοῦ φόρου νὰ φορτώσουν εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἀλλὰ δέχομαι ἐν μέρει τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι δὲν θὰ καταρθώσουν τὸ ὅλον· εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ μὴ ἐπιτύχουν ἐν μέρει καὶ νὰ ῥίψουν μέρος τοῦ φόρου εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν· ἄρα διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ βαρύνεται ἡ παραγωγή. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι ἡ κατανάλωσις θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ ὄχι ἡ παραγωγή. Ποῖοι θὰ ἦναι οἱ καταναλωταὶ φορολογούμενοι, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον; Θὰ ἦναι ἡ ἀνωτέρα τάξις; βεβαίως ὄχι. Θὰ ἦναι ἡ μεσαία; βεβαίως ὄχι. Θὰ ἦναι ἡ τάξις ἡ κατωτάτη, ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν, τῶν χειροτεχνῶν, θὰ ἦναι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ μὴ ἔχουσα ἀμπέλους καὶ περιοριζομένη εἰς τὴν παραγωγὴν μόνον δημητριακῶν καρπῶν, διότι ἡ τάξις αὕτη δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ οἴνου. Ἀξιόλογα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τριφυλίας ἀνέπτυξεν, ὅτι πρὸ πάντων τὴν χρῆσιν οἴνου ἐν Ἑλλάδι ποιεῖται ἡ ἐργατικὴ τάξις, διότι τῷ ὄντι δι’ αὐτὴν ὁ οἶνος εἶναι οὐσιωδέστατον στοιχεῖον τῆς ζωῆς καὶ εἶναι τὸ μόνον τονωτικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ τάξις αὕτη μεταχειρίζεται διὰ νὰ κρατήσῃ τὰς δυνάμεις της· οὐδὲν ἄλλο εἶναι τόσον ἀπαραίτητον εἰς αὐτήν, οὔτε τὸ κρέας, οὔτε ἑτέρα τροφή· ὁ ἐργάτης τρώγει ψωμὶ καὶ κρομμύδι ἢ ντομάτα, ἀλλὰ πίνει οἶνον. Εἴδατε ὅλοι τοὺς ἐργάτας ἐργαζομένους· ἐὰν τις δὲν εἶδε, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μεταβῇ ἐντὸς τῆς πόλεως εἰς οἰκοδομὰς διὰ νὰ ἴδῃ τίνι τρόπῳ ζῶσι καὶ πῶς τρέφονται οἱ ἐργάται ἢ χειροτέχναι. Θὰ ἰδῆτε ὅτι τρώγουν ψωμὶ καὶ κρομμύδι ἢ ἐλαίας, καὶ πίνουν οἶνον· ἢ ὅταν εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς ντομάτας, ψωμὶ, ντομάτα καὶ οἶνον. Ὅταν λοιπὸν εἰς τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τῆς ζωῆς αὐτῶν ἐπιβάλλετε φόρον, δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι καταπιέζετε τὴν τάξιν αὐτὴν, καὶ τὴν τάξιν αὐτὴν ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ ὁ ἀληθὴς λαὸς, ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνεισφέρει εἰς ὅλα τὰ ἄλλα βάρη, ὁ ὁποῖος πληρώνει ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§26ΕΙΣ (ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς συμπολιτεύσεως). Ὑγεία.
§27ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς τὸν ἐκστομίσαντα τὴν λέξιν «ὑγεία» ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν πλειονοψηφίαν) οἷος δήποτε καὶ ἂν ἦναι, διότι δὲν τὸν ἀντελήφθην, ἀπαντῶ, ὅτι οἰκτείρω τὴν Ἐπαρχίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύει, καὶ τὸν λαὸν αὐτῆς, οὗ τὴν δυστυχίαν διὰ τῆς λέξεως ταύτης εἰρωνεύεται. Ἐπανέρχομαι, κύριοι. Οὕτως λοιπὸν ἔχοντος τοῦ πράγματος, δηλαδὴ προφανῶς μέλλοντος τοῦ φόρου νὰ βαρύνῃ καὶ καταθλίψῃ τὸν λαόν, ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ὑπὲρ τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὅστις ἔχει καὶ τὰς καταθλίψεις καὶ τὰ ἐλαττώματα, ἅτινα συνεπάγεται ἡ βεβαίωσις; Πρὸ δύω ἐτῶν ὄχι μόνον μεθ’ ὅλης τῆς θερμότητος κατεψήφισα τῆς ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν λειτουργησάσης φορολογίας τῆς δεκάτης, ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τὰς καταθλίψεις καὶ τὰ μεγάλα βάρη, ἅτινα ὑπέφερεν, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπολέμησα ταύτην. Ἔχω λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἦμαι συνεπὴς πρὸς ἐμαυτὸν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης τῆς πρὸς ἐμαυτὸν συνεπείας, αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω ὕψιστον καθῆκον νὰ πολεμήσω τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως σωθῇ ἡ τάξις, ἥτις θέλει αἰσθανθῆ τὸν βαρύτατον τοῦτον φόρον. Ἀλλ’ ἀκόμη ἔχω καθῆκον νὰ πολεμήσω αὐτὸ καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως καὶ διὰ τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσάγει, τῆς βιαίας εἰσόδου τῆς Ἀρχῆς εἰς τὰς οἰκίας τῶν πωλητῶν πρὸς σκοπὸν ἐρεύνης ὅπως μὴ ἀπεκρύβη οἶνος φορολογητέος καὶ πρὸς σύνταξιν πρωτοκόλλων. Τὸ περὶ τούτου ἄρθρον, κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει περίστασιν ἐκλογικῆς ἐπεμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἀναλογιζόμενος φρίττω. Ἔχομεν τὸν περὶ δασῶν Νόμον, δίδοντα ἐξουσίαν εἰς τοὺς δασοφύλακας νὰ συντάσσωσι πρωτόκολλον παρανόμου ὑλοτομίας. Τὴν παραμονὴν μιᾶς δημοτικῆς ἐκλογῆς ἐπαναληπτικῆς, ἕνεκα τοῦ θανάτου τοῦ Δημάρχου, εἷς ἔφορος τί κάμνει; πηγαίνει μεθ’ ἑνὸς δασοφύλακος εἰς ἓν χωρίον, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι εἶναι σχεδὸν ὅλοι ὑλοτόμοι, ἐξ 70 οἰκογενειῶν, εἰσέρχεται εἰς τὰς οἰκίας 60 ἐξ αὐτῶν, αἵτινες ἀνῆκον πάντοτε φανατικῶς εἰς ἐμὲ, καὶ συντάσσει πρωτόκολλα, ὅτι ὑλοτόμησαν ἄνευ ἀδείας. Τὰ πρωτόκολλα δὲ ταῦτα, εἰ καὶ ὑπεχρεοῦτο νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, δὲν τὸ ἔπραξεν, ἀλλ’ ἐκράτει ταῦτα εἰς τὸ θυλάκιόν του πρὸς ἀπειλήν. Ὅταν δὲ ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ, ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κατεψήφισαν ἐκεῖνον, ὃν πρότερον ἐθεώρουν ὡς πατέρα. Τὸ σύστημα τοῦτο λοιπὸν τῆς νοθεύσεως τῶν ἐλευθεριῶν ζητοῦμεν καὶ ἤδη διὰ τοῦ Νομοσχεδίου νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ μάλιστα πλέον τελειοποιημένον. Ἀλλ’ ὡς εἶναι διατετυπωμένον, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον, οὐδεμίαν ἀφίνει ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι καὶ καταθλιπτικώτατον διὰ τὸν λαὸν, χωρὶς νὰ φορολογῇ τὴν μεσαίαν καὶ τὴν ἀνωτέραν τάξιν, αἵτινες ἔδει νὰ φορολογῶνται. Ὡς παράδειγμα φέρω τὴν στιγμὴν ταύτην ἐμαυτὸν καὶ τίθημι εἰς τὴν τάξιν τοῦ ἀπόρου λαοῦ, τὸν δὲ κ. Καλλιγᾶν εἰς τὴν ἀνωτάτην τάξιν. Μὴ ἔχων ἐγὼ τὰ μέσα ὅπως ἀγοράσω ἄνω τῶν 100 ὀκάδων οἴνου πρὸς χρῆσιν κατ’ οἶκον, θὰ ἀγοράζω 5 ἢ 10 ὀκάδας μόνον καὶ θὰ πληρώνω φόρον, ὁ δὲ κ. Καλλιγᾶς ὁ πλούσιος, ὅστις πίνει ἴσως τὸν ἄριστον οἶνον τῆς Κύπρου, θ’ ἀγοράζῃ 101 καὶ πλέον ὀκάδας καὶ θὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὸν οἶκόν του χωρὶς νὰ πληρώνῃ φόρον. Εἶναι δικαιοσύνη αὐτή; Εἶναι ἰσότης; Ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐξ ἴσου εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας; Τῆς ἀνισότητος δὲ οὔσης ἀμφισβητήτου, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν, εἶναι ὀρθὸν, εἶναι πρέπον, εἶναι συνταγματικὸν νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους μόνον εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν, εἰς τὸν ἀληθῆ λαόν; Ἀναντιῤῥήτως λοιπὸν ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀποκρουστέος, διότι φέρει πλεῖστα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἄριστα ἀνέπτυξαν ἐντεῦθεν οἱ προηγουμένως ἀγορεύσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, εἰ καὶ ἠδυνάμην νὰ ἀνεύρω καὶ ἄλλα. Ἀνελθὼν ὅμως τὸ βῆμα, ὀφείλω, κύριοι, νὰ πολεμήσω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου κυρίως τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, ὅπερ οὐδεὶς τῶν προαγορευσάντων ἔθιξε. Προτείνων τὴν κατάργησιν τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· ὁ κ. Ὑπουργὸς, ζητεῖ νὰ ἀντικαταστήσῃ ταύτην διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ οἴνου, ἣν κατ’ ἀρχὰς μὲν ὥρισε δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἶτα δὲ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν, ὡς εἶπε, τὰς ἐκ τοῦ βήματος τούτου παραστάσεις ἐμοῦ καὶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν συμπατριωτῶν μου, περιώρισεν εἰς ἓν λεπτόν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποῦ στηρίζει τὴν διάκρισιν ταύτην, ἣν εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργός; Καταργεῖ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν· ἔχει καλῶς τοῦτο, καὶ συμμερίζομαι τὴν στοργήν του ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, διότι ἡ φορολογία αὕτη ἦτο καταθλιπτικὴ καὶ συνεπεῖγε καὶ ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ, μὲ ὅλην τὴν κατάθλιψιν, τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ μεγάλα ποσά· ἀλλ’ ἀφοῦ προτείνει τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, διατί ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ τοῦτον εἰς ἓν εἶδος ἀμπέλων, δηλαδὴ εἰς ἐκείνας, αἵτινες παράγουσιν οἴνους, οἱ ὁποῖοι ἐξάγονται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν; Ποῦ στηρίζει τὴν διάκρισιν ταύτην;
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πόσον ἐπληρώνατε μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐξαγωγήν;
§29ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Λυποῦμαι, κύριε Πετσάλη, διότι δὲν γνωρίζετε τὴν ἰσχύουσαν φορολογίαν. Δὲν ἐπληρώναμεν, κύριε, τίποτε εἰς τὴν ἐξαγωγήν.
§30ΑΛ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αἱ νῆσοι Θήρα καὶ ἄλλαι ἐπλήρωναν.
§31ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω περὶ τούτου· ἔχετε ὑπομονήν. Θέλω σᾶς ἀποδείξει δι’ ἐγγράφων ἐπισήμων κατὰ πόσον μέλλει νὰ φορολογηθῇ πλειότερον ὁ Τόπος ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ· φαίνεται ὑποθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι καλλιτέρα ἡ θέσις τῶν ἐξαγόντων οἴνους εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν παρὰ ἡ τῶν καταναλισκόντων αὐτοὺς εἰς τὴν ἡμεδαπήν· οἱ ἐξάγοντες ὅμως οἴνους ὑπόκεινται εἰς πολὺ περισσοτέρους κινδύνους καὶ ζημίας ἐκ ναυαγίων, εἰς ὀξύνισιν καὶ ἄλλας βλάβας τῶν οἴνων καὶ ἔκπτωσιν τιμῶν, ἐξ οὗ πολλάκις ἀναγκάζονται νὰ μεταφέρωσιν ὀπίσω τοὺς οἴνους, καὶ τοῦτο ἠδύνατο νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι φορτία ὁλόκληρα πολλάκις ἐπιστρέφονται. Διατί λοιπὸν αὐτὸν τὸν Τόπον νὰ βαρύνητε μὲ φόρον, ὃν δὲν ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν λοιπῶν οἴνων; Οἱ φόροι πρέπει κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ἦναι ἴσοι. Διατί φορολογεῖτε ταύτας τὰς ἀμπέλους καὶ ἀφίνετε ἀφορολογήτους ἐκείνας; Πόθεν ἀρύεσθε τοιοῦτον δικαίωμα; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τοῦ ἐτησίως ἐξαγομένου ἐκ Κύμης οἴνου καὶ πίνακας ἐμφαίνοντας τὴν κατὰ στρέμμα ἔκτασιν τῶν ἀμπέλων τριῶν Δήμων, οἵτινες παράγουν τὸν ἐξαγόμενον ἐκ Κύμης οἶνον, τοῦ τῶν Κυμαίων, τοῦ τῶν Κοτυλαίων καὶ τοῦ τῶν Κονιστρίων, ὅπως ἔχω τὰ μέσα πρόχειρα νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται.
§32ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Καὶ ἀπὸ τὸν Δῆμον Νεμέας ἐξάγεται οἶνος.
§33ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ ὅλον τῆς παραγωγῆς ἐξάγεται, ἀλλὰ πολλοστημόριόν τι μόνον ἴσως.
§34ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἐξάγεται πολύ.
§35ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μὴ βιάζεσθε, τώρα θὰ ἀκούσητε τοὺς ἀριθμούς, οἵτινες εἶναι εὐγλωττότεροι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀποφασίσας ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν στρεμματικὸν φόρον διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν οἴνων, εἶχε πρώτιστον καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ποία διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Εἰς τοὺς τρεῖς Δήμους ἡ ἔκτασις τῶν ἀμπέλων κατὰ τοὺς ἐπισήμους πίνακας εἶναι 6.426 στρέμματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐβεβαιοῦτο φόρος 10,866 δραχμῶν. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ὅλον τὸ ποσὸν θὰ εἰσεπράττετο, διότι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν ἐκείνην δὲν ὑπάρχουν καθυστερήματα. Κατὰ τοὺς πίνακας ὡσαύτως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξήχθησαν ἐκ τοῦ Τελωνείου Κύμης ἐκ τῶν τριῶν Δήμων κατὰ τὸ 1882 βαρέλλες 71,460 οἴνου (ἡ βαρέλλα 54 ὀκάδες). Διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ἐξαχθὲν οὐδεὶς φόρος ἐξαγωγῆς ἐπληρώνετο, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τελωνιακὴ Ἀρχὴ δὲν εἶχε μεγάλην τὴν προσοχὴν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐξαγομένου, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ σημειούμενον εἰς τὸν πίνακα ποσόν· ἀλλὰ διαβεβαιῶ, ὅτι τὸ ἐξαχθὲν ποσὸν εἶναι ἀνώτερον, ὡς βεβαιοῦται ἀπὸ πιστοποιητικὸν τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ λιμενικοῦ φόρου, ἀνῆλθε δὲ εἰς 79 ἢ 80 χιλιάδας βαρέλλας. Ἐπὶ φόρου λοιπὸν ἐξαγωγῆς ἑνὸς λεπτοῦ πόσον θὰ πληρώνουν οἱ τρεῖς Δῆμοι; 42,000 δραχμῶν· πόσον ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε; 10,000· ὥστε θὰ πληρώνουν τὸ τετραπλάσιον.
§36ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Θὰ ἔχητε ἀδηλώτους ἀμπέλους, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν 6,000 στρέμματα νὰ παράγουν 80,000 βαρέλλας (θόρυβος).
§37ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι ἐζήτησα πολλάκις νὰ τυπωθῶσιν αἱ πράξεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, ἵνα ἴδητε ἐν αὐτοῖς πόσον ἀκριβῶς καὶ σαφῶς ὁρίζονται μέχρι λεπτοῦ αἱ δαπάναι, αἵτινες βαρύνουσι τὴν παραγωγὴν, ἥτις σᾶς φαίνεται μυθική. Εἶναι ἄμπελοι παράγουσαι καὶ 25 βαρέλλας, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθητε πῶς τοῦτο κατορθοῦται. Ὑπάρχουσιν ἐν Κύμῃ πλέον τῶν 60 πλοίων τῶν 100, 150, 200 καὶ 800 τόνων, τὰ ὁποῖα τὸ θέρος μεταφέρουσι λιπάσματα ἐκ διαφόρων τῆς Τουρκίας μερῶν εἰς Κύμην, φέρουν δὲ πλέον τῶν 100,000 φορτίων, τὰ ὁποῖα στοιχίζουν 600,000 δραχμῶν. Πρέπει δὲ νὰ μάθητε ὅτι, ἂν εἰς τὰς ἀμπέλους ἐκείνας κατὰ τετραετίαν δὲν βάλλουν λίπασμα 40 ἕως 50 φορτίων κατὰ στρέμμα, δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσι καὶ δὲν δίδουν οὔτε τρεῖς βαρέλλας κατὰ στρέμμα. Μόνον λοιπὸν διὰ τῆς τοιαύτης δαπάνης 250 ἕως 300 δραχμῶν κατὰ τετραετίαν κατορθώνουν νὰ ἔχουν εἰσόδημα, πλὴν τῶν ἄλλων δαπανῶν, αἵτινες εἶναι ἐπίσης ὑπερβολικαί. Ὁ τόπος ἐκεῖνος ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι λεπτὸς, εἶναι καὶ πετρώδης, καὶ ὅταν πρόκειται νὰ φυτεύσωσιν ἀμπέλους, πρέπει νὰ σκάψουν τὴν γῆν μέχρις ἑνὸς μέτρου βάθος καὶ νὰ τὴν καθαρίσουν ἀπὸ πέτρας καὶ ῥίζας διὰ νὰ κατασταθῇ ἐπιτηδεία πρὸς φυτουργίαν, ἀλλ’ ἡ ἐργασία αὕτη ἀπαιτεῖ δαπάνην 300 δραχμῶν κατὰ στρέμμα, διότι δὲν δύναται εἷς ἐργάτης νὰ ἑτοιμάσῃ πλειότερον τόπον τοῦ διὰ 15 κλήματα ἀναγκαιοῦντος· ποῦ καὶ ποῦ συμβαίνει νὰ κατορθώνουν νὰ ἑτοιμάζωσι καὶ διὰ 20 καὶ 25, ἀλλὰ τοῦτο σπάνιον· ἐκτὸς τούτων ὅμως καὶ διὰ τὴν μεταποίησιν τῶν σταφυλῶν εἰς οἶνον καὶ τὴν διατήρησιν αὐτοῦ ἀπαιτοῦνται ὡσαύτως μεγάλαι δαπάναι. Ἠξεύρετε, κύριοι, διατί οἱ οἶνοι τοῦ τόπου ἐκείνου εἶναι ἀποδεκτοὶ εἰς τὴν Εὐρώπην; Κυρίως διὰ τὸ χρῶμα· ἀλλὰ τοῦτο ἀποκτᾶται ὅταν τὸ γλεῦκος μένῃ μαζῆ μὲ τὰ στέμφυλα ἐπὶ 15 καὶ πλέον ἡμέρας καὶ συντελέσῃ μετ’ αὐτῶν τὴν πρώτην ζύμωσιν· ὅταν δὲ τελειώσῃ ἡ πρώτη ζύμωσις, μεταγγίζεται εἰς τὰ οἰνοδοχεῖα καὶ ἀφοῦ μείνῃ καὶ εἰς αὐτὰ ἡμέρας τινὰς, τότε προσέρχεται ὁ ἔμπορος ἢ ὁ πλοίαρχος καὶ τὸν ἐξετάζει πρὸς ἀγορὰν, διότι πρὸ τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἶναι ἐμπορεύσιμος. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνωσιν ὅλα ταῦτα ἀπαιτοῦνται δαπάναι πολλαί· ἐκεῖ δὲν ἔχουσι μικροὺς λινοὺς ὡς ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ μεγάλας δεξαμενὰς, ὅπου τίθεται ὅλον τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου, ὃν παράγει ἕκαστος ἀμπελοκτήμων ἀναμὶξ μὲ τὰ στέμφυλα ἐπὶ 15 ὡς εἶπον ἡμέρας, εἶτα δὲ τίθεται ὁ οἶνος εἰς τὰ οἰνοδοχεῖα· ἀλλὰ καὶ οἱ λινοὶ καὶ τὰ οἰνοδοχεῖα ἀπαιτοῦσι καὶ ἀποθήκας, διότι δὲν δύνανται νὰ ὦσιν ἐν ὑπαίθρῳ. Βαρύνουσι δὲ καὶ αἱ δαπάναι αὗται κατὰ 600 τουλάχιστον δραχμὰς τὸ στρέμμα τὰς ἀμπέλους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει βεβαίως εἰς ἄλλα μέρη.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσον πωλεῖτε τὴν ὀκᾶν τὸ κρασί;
§39ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. 12 δραχμὰς τὴν βαρέλλαν.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 17 δραχμάς.
§41ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐπωλήθη 17 ἓν μόνον βαρέλι, ἐπωλήθησαν δὲ καὶ ἄλλα ὀκτώ. Μέσος ὅμως ὅρος τιμῆς εἶναι 12 δραχμάς.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἡ φορολογία εἶναι 3%, ἐνῶ πάντα τὰ ἄλλα εἰσοδήματα φορολογοῦνται 12 καὶ 15%.
§43ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μάθετε πρῶτον ἂν ἀφίνῃ καθαρὰν πρόσοδον καὶ τότε εἴπατε πόσον θέλετε νὰ φορολογηθῇ ἡ ἀκατέργαστος πρόσοδος.
§44ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Τότε φορολογήσατε καὶ τὸ ἔλαιον.
§45ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἔπρεπε, κύριε Γεωργιάδη, νὰ ἐξετάσητε καὶ ἠθέλατε μάθει, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου, πρὶν τὸ συλλογισθῆτε σεῖς, τὸ ἔφερον ἐγὼ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ ὅτι εἶναι ἄδικος καὶ ἡ φορολογία αὕτη, τὸ ἀπέδειξα τότε· ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἄδικος ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου, εἶναι πολὺ ἀδικωτέρα ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε ἤδη ἐπὶ τοῦ οἴνου. Κύριοι, ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἑνὸς τῶν συναδέλφων χρεωστῶ ν’ ἀπαντήσω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζῃ ἡ Βουλὴ πόσον τοῖς ἑκατὸν ἀναλογεῖ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἀλλὰ τί δύναται νὰ ἔχῃ καθαρὸν πρόσοδον τὸ προϊὸν, καὶ ἂν ἔχῃ τῷ ὄντι τὸ προϊόν καθαρὰν πρόσοδον νὰ φορολογήσῃ ταύτην ἔστω καὶ βαρύτατα. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ἐὰν δὲν ἔχῃ καθαρὰν πρόσοδον, διατί ἐξακολουθοῦσι νὰ καλλιεργῶσι τὸ προϊόν τοῦτο; Νὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Εὑρόντες τὰς ἀμπέλους τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν γονέων, καλλιεργοῦσιν αὐτὰς οἱ ἴδιοι, αἱ δὲ γυναῖκές των συνάζουσι τὰ κλήματα, θειώνουν καὶ τρυγοῦν, κερδίζουν δὲ οὕτω τὰ ἡμερομίσθια των, καὶ διὰ τοῦτο ἐξακολουθοῦσι νὰ διατηρῶσι τὰς ἀμπέλους. Ἐὰν ὅμως θελήσητε νὰ τοὺς φορολογήσητε πλειότερον, θὰ φορολογήσητε τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, καὶ τότε θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκριζώσωσι τὰς ἀμπέλους· διότι πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν τοῖς μένει τίποτε ἀπολύτως. Καὶ δὲν πρόκηται, κύριοι, ἡ φορολογία αὕτη νὰ βλάψῃ τοὺς ἀμπελοκτήμονας μόνον, ἀλλὰ θὰ ἐξοντώσῃ καὶ 800 οἰκογενείας, αἵτινες ζῶσιν ἀπὸ τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς λιπάσματα καὶ μεταφέρουσι τοὺς οἴνους εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ πωλοῦσιν αὐτούς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἐὰν ἐναντίον τῆς ῥητῆς τοῦ Συντάγματος ῥήτρας δὲν παραιτηθῇ τοῦ φόρου τούτου τῆς ἐξαγωγῆς, νὰ περιορίσῃ τοὐλάχιστον τὸ ποσὸν αὐτοῦ εἰς 25 λεπτὰ τὴν βαρέλλαν· τὸ δὲ ποσὸν τοῦτο θὰ δίδῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ διπλάσιον καὶ πλέον τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνεν ὁ τόπος. Ἀνεξαρτήτως δὲ τούτου, κύριοι, ὅταν περιορισθῇ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀναπτυσσομένη ἡ καλλιέργεια τοῦ προϊόντος τούτου καὶ θέλει συντελέσει σπουδαίως εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀφ’ ὅτου ἐν Εὐρώπῃ ἐνέσκηψεν ἡ φυλλοξήρα, ἤρχισαν καὶ οἱ ἀμπελοκτήμονες, ὑψωθείσης τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος των, νὰ ἐκτίθενται εἰς ἐκτάκτους δαπάνας καλλιεργείας, ὥστε ἀκόμη δὲν ἤρχισαν αἱ ἄμπελοι νὰ δίδωσι πλῆρες τὸ ἐκ τῆς ἐκτάκτου καλλιεργείας εἰσόδημα· διότι αἱ ἄμπελοι ἦσαν ἀδύνατοι, ἐξησθενημέναι, καὶ τὸ πρῶτον λίπασμα ἐχρησίμευσεν εἰς τὸ νὰ ἐνδυναμώσῃ αὐτάς· πρέπει λοιπὸν καὶ δεύτερον λίπασμα νὰ ῥιφθῇ, ἵνα δώσωσι πλῆρες εἰσόδημα, καὶ μετὰ 2, 3 ἔτη θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τότε δὲ θὰ ἔχετε τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου τούτου καὶ τὸ τετραπλάσιον τοῦ στρεμματικοῦ. Θὰ ἦναι λοιπὸν δίκαιον νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ σήμερον εἰς τὸ διπλοῦν καὶ νὰ μὴ ζητῇ τὸ ἑξαπλοῦν, δεικνύουσα ὅτι πνέει κατὰ τοῦ τόπου ἐκδίκησιν, διότι ἐξάγων οὗτος τὸ προϊόν του εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν εἰσάγει εἰς τὸ Κράτος χρυσόν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ σύνεσις καὶ ὁ πατριωτισμὸς ὑπαγορεύουσι νὰ μὴ βαρύνωμεν τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἐμψυχώνωμεν ταύτην, διότι ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀνοίγωμεν πηγὰς εἰσαγωγῆς χρυσοῦ εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ μὴ κλείωμεν καὶ τὰς ὑπαρχούσας· αἱ δὲ φρόνιμοι Κυβερνήσεις εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν φορολογοῦσι τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλ’ ἀποδίδουσι καὶ ἀμοιβὰς ὅπως αὐξάνωσιν αὐτήν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§47ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν, τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων, ἂν ὑπάρχῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσητε ἐν τῇ σημειώσει σας, ἂν ὑπάρχῃ ἐγγεγραμμένος τις τῶν ἀντιφρονούντων, ἵνα δώσητε εἰς αὐτὸν, τὸν λόγον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζέγγελης ἔχει τὸν λόγον.
§49Δ. ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Γνωρίζετε, κύριοι, οἱ πλεῖστοι, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν πάντες, ὅτι ἡ Ἐπαρχία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι, εἶναι ἡ μᾶλλον οἰνοφόρος τοῦ Κράτους, καὶ καθῆκον αἰσθάνομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Σκοπὸν δ’ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ὅσον τὸ δυνατὸν στενότερον, περιοριζόμενος ἐντὸς τοῦ θέματος καὶ παραλείπων πᾶν θεωρητικὸν μέρος, ὅπερ ἢ ἀνεπτύχθη ἢ ἠδύνατο ν’ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν. Πάντες, κύριοι, οἱ ἔντιμοι ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέκριναν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο· εἶπον ὅτι καταστρέφει τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καταθλίβει τὴν ἐργατικὴν τάξιν, εἶναι ἐπαχθὲς, ἄνισον καὶ ἄδικον, καί τις, ἐὰν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, προσέθηκεν ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν, ὁ δὲ διακρινόμενος παρ’ ἡμῖν ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ὑπερέβαλε πάντας. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι οὐδὲν τῶν ἐλαττωμάτων τούτων ἔχει τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἐλπίζω ὅτι θ’ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς αὐτὴν τὴν κατ’ ἐμὲ ἀλήθειαν καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῶν ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ὁ προμνησθεὶς ἔντιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς ἀνέφερεν. Εἶπεν, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς φέρει τὸν χαρακτῆρα φόρου καταναλώσεως καὶ εἶναι ἀποκρουστέος· καὶ διατί; διότι ἀντιβαίνει εἰς τὴν καθολικὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες οἱ πολῖται συνεισφέρουσιν εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας ἐξ ἴσου καὶ κατὰ τὸν λόγον τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν, καὶ ἐν τῷ χαρακτῆρι τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως δὲν ἀπαντᾶται τοῦτο. Καὶ ἠδυνάμην ἴσως νὰ εἴπω εἰς τὸν εὐμαθῆ καὶ λίαν ἐντριβῆ συνάδελφόν μου: πῶς ἠκολούθησε τὸ σύστημα αὐτὸ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον ἄλλοτε εἰσήγαγεν; Ἠδυνάμην ἴσως νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ἂν δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀμέσους φόρους ὑπάρχει ἰσότης. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, πάντας καὶ πρὸ πάντων τὸν κύριον Σωτηρόπουλον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν κτηνῶν, ὁ βοῦς, ὁ ἵππος, ὁ χοῖρος, τὸ πρόβατον δίδουσιν ἕκαστον ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον, ἀλλ’ εἶναι βεβαίως κατὰ τὴν δύναμιν τὴν παραγωγικὴν διάφοροι ὁ εἷς τοῦ ἄλλου· εἷς βοῦς ὁ ὁποῖος καὶ ἀξίαν καὶ δύναμιν παραγωγικὴν μεγαλειτέραν δύναται νὰ ἔχῃ καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ κατὰ τριπλάσιον τρόπον εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ἐργασίας ἢ ἄλλος ἰσχνὸς καὶ ἀδύνατος· ἐπίσης καὶ ὁ ἰσχυρότερος ἵππος καὶ νεώτερος, ὁ χοῖρος καὶ τὸ πρόβατον, ὅταν ἔχωσι μεγαλείτερον βάρος καὶ ἀνήκουσιν εἰς καλλιτέραν φυλὴν, ἔχουσι μείζονα τῶν ὁμοειδῶν κτηνῶν παραγωγικὴν δύναμιν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τελοῦσιν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον πάντα τὰ ὁμοειδῆ. Ὑπάρχει ἰσότης ἐν αὐτοῖς; οὐχί. Ἠδυνάμην νὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι καὶ ὁ ἴδιος δὲν ἠμφισβητήσατε ὅτι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως εἰς πάντα τὰ ἔθνη θεωροῦνται προτιμητέοι, διότι οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως ἔχουσιν ἀρετὰς, διότι καὶ ὀλιγοδαπανώτεροι εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀνεπαίσθητοι, διότι ὁ λαὸς δὲν αἰσθάνεται τὸ βάρος, ὅπερ εἶναι τὸ ἐπαχθέστερον τοῦ Νόμου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων αἱ συνεταὶ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ προσεγγίσωσι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖ, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ: ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐν τῇ διατιμήσει τῶν χρησίμων εἰς τὸν ἄνθρωπον ἔχομεν ἰσότητα; βεβαίως ὄχι· τὰ μὲν ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὴν χρῆσιν τῆς δευτέρας τάξεως, τῆς ἐργατικῆς, φορολογοῦνται κατὰ 10,12%, τὰ δὲ λοιπὰ 20,25,30 καὶ μέχρις 80% τὰ τῆς πολυτελείας. Καὶ διὰ τοῦ φόρου τούτου τῆς καταναλώσεως δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς κάλλιον. Εἶπον προσέτι, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβάλλεται εἰς τὴν κατωτέραν τάξιν τοῦ λαοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ οἶνος εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, συντηρεῖ τὰς δυνάμεις τοῦ ἐργάτου, κρατύνει αὐτὸν καὶ καθεξῆς, καὶ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο εὗρεν καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς, ἀνεπιτυχῶς μὲν ἀλλὰ τυπικῶς ὀρθότερον τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ἐξηγοῦμαι. Δὲν παραδέχομαι, ὅπως θέλω ἀποδείξει, ὅτι ὁ φόρος τοῦ οἴνου βαρύνει τὴν τελευταίαν τάξιν τοῦ λαοῦ· ὑποθέτω ὅμως ὅτι τοῦτο ἀληθεύει καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς διακεκριμένους ἄνδρας, ἐνῶ δέχονται ὅτι οἱ φόροι ἐπιβάλλονται ὡς ἀνάγκη πρὸς ἐξυπηρέτησιν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας, νὰ ὑποβάλλωσι τοιαύτας ἀντιῤῥήσεις, ἂν δὲν δύνανται νὰ προτείνωσι φόρον τινὰ ἄλλον, ἔχοντα τὰς ἀρετὰς, τὰς ὁποίας ἀρνοῦνται εἰς τοῦτον τὸν φόρον, πρὸς πλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης; Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς ἄλλην Σύνοδον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦτο ἦτο ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἐπιχειρημάτων τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὅτε ἐπρόκειτο περί τινος ἄλλου φόρου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τώρα. Ὁ ἐκ Μαντινείας ὅμως ἀξιότιμος Βουλευτὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὀρθότερον ἐπολιτεύθη, ἀνέφερε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἀνεπιτυχῶς ἀνέφερε τὸν φόρον τοῦτον, διότι πρὸ αὐτοῦ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέδειξαν τοῦτον καὶ ἄλλοι ἔντιμοι ρήτορες, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἢ τουλάχιστον ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς δὲν ἐνέκρινε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν φόρον αὐτὸν κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἀπεδέχθη αὐτόν. Δὲν εἰσέρχομαι δὲ νὰ ἐξετάσω ἐὰν ὁ φόρος αὐτὸς ἐν τῇ καταστάσει ἡμῶν δύναται ἤδη νὰ ἐπιβληθῇ, καὶ ἐὰν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν φόρον, τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος. Ἀλ’ εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ αὐτὸν ἠκολούθησε καὶ ὁ ἔντιμος ρήτωρ ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει τὸ μέγα ἐλάττωμα τοῦ νὰ μὴ περιέχῃ ἰσότητα κατὰ τὴν φορολογίαν. Καὶ τῷ ὄντι ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπάρχῃ, ἐγὼ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔχω μεγάλην ὑπόληψιν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἤθελον τὸ καταψηφίσει. Ἀλλὰ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, κύριοι, οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, ἀλλὰ δύναται καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρετὴ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἰδοὺ, κύριοι, διατί. Ἐν τῇ διαφορᾷ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου κατὰ τὸν λόγον τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων ὑπάρχει ἡ δυνατὴ ἰσότης, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πλήρης, ὁ λόγος δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς· οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὅτι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις κατὰ τεκμήριον καὶ πράγματι καὶ αἱ πωλήσεις εἶναι μεγαλείτεραι καὶ αἱ καλίτεραι ποιότητες πάντων τῶν εἰδῶν καὶ τοῦ οἴνου εἰσάγονται καὶ πωλοῦνται· καὶ ὅπου, κύριοι, εἶναι μείζων πώλησις, ὑπάρχει καὶ μείζων ζήτησις, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ μείζων ζήτησις, ὑπάρχει καὶ μείζων αὔξησις τῶν τιμῶν, καὶ μείζων κατανάλωσις· τοῦτο τὸ ἀνεγνώρισεν, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι τῷ ὄντι μεγαλείτεραι εἶναι αἱ τιμαὶ, ἀλλ’ ἂν ἐξετάσωμεν αὐτὰς πρὸς τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ καταναλίσκουσαι αὐτὸν τάξεις καὶ ἔμποροι, αὕτη θὰ ἦναι μικροτέρα ἐκείνης, ἣν ἔχουσιν οἱ ἐμοὶ πατριῶται. Εἰς τοῦτο σφάλλουσι, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσωσι νὰ φέρω αὐτὴν τὴν ἀντίῤῥησιν, διότι πιστεύω, ὅτι εἰμὶ εἰς κρείττονα θέσιν ἀμφοτέρων, καθόσον πολλοὶ γνωρίζουσι, μάλιστα δὲ οἱ ἔντιμοι ἐκ Χαλκίδος καὶ Θηβῶν συνάδελφοι, ὅτι ἔχω ἓν μικρὸν κτῆμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχουσι καὶ ἄμπελοι, καὶ ἔχω οἴνους, τοὺς ὁποίους πωλῶ δι’ ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους ἔχω, καὶ γνωρίζω ἀκριβέστατα ὅλας τὰς δαπάνας, ὅσαι εἶναι ἀναγκαῖαι· καὶ ἰδοὺ, κύριοι, σᾶς φέρω δύω παραδείγματα, τὴν ἐμὴν πατρίδα, ὅπου ὁ οἶνος τῷ ὄντι τιμᾶται εἰς μικρὰν ἀξίαν, καὶ τὰς Ἀθήνας ὅπου ἀγοράζεται ἀκριβώτερα, καὶ θὰ λάβω ὡς βάσιν τὰς μπότσας, ἤτοι δύω ὀκάδας, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ αὐτὸ τὸ μέτρον διὰ τὸ εὐκολώτερον τῆς διακρίσεως. Ἀγοράζει ὁ οἰνοπώλης Τριπόλεως 25 λεπτὰ τὴν μπότσαν τὸ γλεῦκος· καὶ ὅταν ἀγοράζῃ 25, πωλεῖ 64· ἐὰν δὲ τὴν ἀγοράζῃ πλειότερον, πωλεῖ 80, ἀλλ’ εἰς τὸν αὐτὸν παρανομαστὴν θὰ εὑρεθῶμεν. Ἐὰν λάβωμεν αὐτὴν τὴν βάσιν τῶν 25 λεπτῶν, ὅ,τι δίδει ὁ οἰνοπώλης Τριπόλεως διὰ τὰς δύω ὀκάδας, θὰ ἐξοδεύσῃ μὲ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔξοδα τοῦ καταστήματος, ὑπηρέτου, τῆς ρητίνης καὶ πάντα ὅσα εἶναι χρήσιμα διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ὁ οἶνος τὸ πολὺ 15 λεπτὰ· ἡ μπότσα θὰ τῷ κοστίσῃ 40 λεπτά, τὴν πωλεῖ 64, κερδίζει ἄρα 24 λεπτὰ κατὰ μπότσαν· ὁ Ἀθηναῖος οἰνοπώλης καὶ ὁ ἐν Πειραιεῖ ἀγοράζει 50 λεπτὰ τὴν μπότσαν τὸ γλεῦκος κατ’ ἀνώτατον ὅρον, θὰ ὑποστῇ τὰς αὐτὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνταῦθα τὰ ἐνοίκια καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶναι μεγαλείτερα, προσθέτω 20 λεπτὰ ἀκόμη, θὰ τῷ κοστίσῃ 70 λεπτὰ· πωλεῖ τὸν οἶνον 110, 140, καί τινες 160 τὴν μπότσαν· ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸν μέσον ὅρον 140 καὶ εὑρίσκομεν, ὅτι εἰσπράττει 70 λεπτὰ πλειότεραν τοῦ Τριπολίτου, τουτέστι κερδίζει 35 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῶ ὁ ἐμὸς πατριώτης κερδίζει μόνον 12. Βλέπετε λοιπὸν τὴν διαφορὰν ἀμέσως· εἶναι δίκαιον, ὑπάρχει ἰσότης νὰ πληρώσωσιν ὅμοιον φόρον ὁ οἰνοπώλης τῆς Τριπόλεως καὶ ὁ οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς; οὐχὶ βεβαίως, διότι ὁ μὲν κερδίζει 12 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, οἱ δὲ 35· θὰ ἦτο ἄρα ἐσχάτη ἀδικία καὶ ἀνισότης, ἂν παρεδεχόμεθα τὴν γνώμην τῶν ἐντίμων βουλευτῶν Τριφυλίας καὶ Μεσολογγίου. Καὶ γνωρίζετε πάντες κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος. Ὁ οἰνοπώλης τῶν Ἀθηνῶν θὰ πωλήσῃ διπλάσιον, τριπλάσιον πρᾶγμα, ἢ ὅσον θὰ πωλήσῃ ὁ ἐν Τριπόλει, ἤτοι ἐὰν ὁ οἰνοπώλης Τριπόλεως πωλήσῃ 10 χιλιάδας ὀκάδας καὶ κερδήσῃ 1200 δραχμὰς, ὁ οἰνοπώλης Ἀθηνῶν, πωλῶν τὸ ἴδιον ποσόν, θὰ κερδήσῃ 3,500· πωλῶν δὲ τὸ τριπλάσιον, βεβαίως θὰ κερδήσῃ 10–11 χιλιάδων δραχμῶν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν σᾶς εἶπον, ὅτι ἐν τῇ διαφορᾷ ὑπάρχει ἡ ἰσότης. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος ἀναμφισβήτητος, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς ἀνέφερεν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀνέπτυξεν, ὁ λόγος ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἡ ἀξία τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων ἀπὸ τοῦ ἐργάτου μέχρι τοῦ ἐπαγγελματίου πάντοτε εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα, δηλαδὴ ὁ ἐργάτης ἐν Τριπόλει λαμβάνει 2 δραχμὰς ἢ τὸ πολὺ 2,50, ἐνταῦθα δὲ λαμβάνει 4–4,50· ὁ ξυλουργὸς ἐν Τριπόλει λαμβάνει 3,50 ἕως 4 δραχμὰς, ἐνταῦθα δὲ δραχμὰς 6–7, τοιουτοτρόπως ὁ λιθοξόος, ὁ ἔμπορος, ὁ ἰατρὸς, ὁ δικηγόρος, ὁ διδάσκαλος, καὶ οὕτως ἡ πρὸς τὰς δαπάνας δύναμις αὐτῶν εἶναι μείζων. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, ἐὰν ἔχῃ μεγαλειτέραν ἀξίαν ἡ παραγωγικὴ δύναμις ἐν Ἀθήναις, αὕτη καλύπτεται ἀπὸ τὰς μεγάλας δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔχει ἐνταῦθα ὁ κάτοικος. Τῷ ὄντι, κύριοι, ὁ ζῶν ἐνταῦθα ἔχει μεγαλειτέρας δαπάνας· ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσητε συγκριτικῶς μίαν ἑκάστην τῶν τάξεων τούτων, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ διαφορὰ, ὥστε νὰ ὑπερβάλῃ τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἐν Τριπόλει καὶ ὁ ἐνταῦθα πωλῶν τὴν ἀξίαν των, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὴν ὑλικὴν καὶ τὴν ἠθικὴν· ὑπάρχει διαφορὰ μεγίστη ἐπὶ πλέον εἰς τὸν κάτοικον τῶν Ἀθηνῶν. Ἠδυνάμην ἴσως νὰ εἴπω καὶ ἄλλα ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ ὅσα εἶπον. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν, διότι μ’ ἐνδιαφέρει καὶ προσωπικῶς. Καὶ κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν μερικὴν ἤκουσα ἐντίμους καὶ διακεκριμένους βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατακρίνοντας τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ πάντοτε ὡς παράδειγμα ἔφερον τὴν πατρίδα μου· ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι ἡ πατρίς μου θέλει καταστραφῆ· καὶ μάλιστα εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων βουλευτῶν ὁ κ. Δημητρακάκης συνηγόρησε πολὺ ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος καὶ τὸν εὐχαριστῶ ὡς καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους, διότι ἐμάχοντο ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος· ὁμολογῶ δὲ, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μὲ ἔκαμον νὰ ἐννοήσω, ὅτι γνωρίζουσι τὴν ἀληθῆ ἀποστολὴν τοῦ ἀξιώματός των· διότι, κατ’ ἐμὲ, ὅπως γνωρίζετε πάντες, ὁ βουλευτὴς ἐκλέγεται μὲν ἀπὸ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ Ἐπαρχίαν, ἀλλὰ ἐκλεγόμενος θεωρεῖται βουλευτὴς τοῦ Κράτους καὶ συνάμα ὀφείλει νὰ ἐπαγρυπνῇ ἐπὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος αὐτοῦ, ὡς π. χ. ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὤφειλον νὰ ἐπισκοπήσωσι ποία Ἐπαρχία δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου βλάπτεται. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀντίθετον σύστημα φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ ὀφείλομεν καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ συντρέξωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ψηφίσωμεν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα καὶ τοὺς φόρους, ὅσοι ἐπάγονται κατ’ ἀνάγκην, ὅταν ἔχωμεν τὴν συνείδησιν, ὅτι οἱ φόροι ἐπάγονται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πατρίδος. Καὶ τοῦτο λέγων, δὲν σκοπῶ νὰ διασείσω τὰς πεποιθήσεις οὐδενὸς, ἢ νὰ κατακρίνω τινά· τὸ ἀναφέρω ὅμως διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν ἐμάχοντο καὶ πολλὰ εἶπον ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου, ἤδη δὲ λέγουσι καὶ ὑποστηρίζουσιν, ὅτι ὁ Τριπολίτης θὰ πληρώσῃ 5 λεπτὰ καὶ ὁ ἐν Ἀθήναις ἄλλα τόσα, ἂς μὲ συγχωρήσωσι νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν δὲν πλανῶνται, δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι ταῦτα εἶπον ἢ πρὸς ἐπίδειξιν εὐρυτέρων γνώσεων, ἢ πρὸς ἐξυπηρέτησιν πολιτικῶν λόγων, οὐχὶ δὲ ἐκ τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς αἰτίας, ἥτις προέρχεται ἀπὸ τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι κατάδηλον. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὰ ἄλλα ἐλαττώματα. Ἐλεεινολόγησαν οἱ συνάδελφοι τοὺς ἀμπελοκτήμονας· δύναμαι ἴσως καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω περισσότερα εἰς τοὺς διακεκριμένους αὐτοὺς ῥήτορας, οἵτινες, τὸ ὁμολογῶ, εἶναι πολὺ ἀνώτεροι ἐμοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς διασκευῆς τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας δὲν ἐπιβάλλεται οὐδεὶς φόρος, διότι εἶναι φόρος καταναλώσεως, καὶ θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον αὐτὸν ὁ καταναλωτής. Δέχομαι ὅμως, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ μορφῇ του καὶ ὡς διεσκευάσθη τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅτι ποσόν τι θὰ βαρύνῃ τὴν παραγωγὴν, τουτέστι δέχομαι αὐτὸ, ὃ λέγετε, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ὕψωσις τῆς τιμῆς, καὶ ὅτι ὁ οἰνοπώλης ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ πληρώσῃ φόρον, θὰ προσφέρῃ τιμὴν ὀλιγωτέραν εἰς τὸ γλεῦκος, καὶ κατὰ ἓν λεπτὸν θέλει ὑποτιμηθῆ ἡ τιμὴ τοῦ γλεύκους. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅσον καὶ ἂν καταναλώσῃ ὁ ἀμπελοκτήμων δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, πληρώνει φόρον; βεβαίως ὄχι. Ἐρωτῶ τώρα τοὺς κυρίους ἐκείνους καὶ ὅλους τοὺς βουλευτὰς: εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει γεωργὸς, ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ ἰδιόκτητον ἄμπελον; Εἰς τὴν πατρίδα μου, κύριοι, ὅπου οἱ ἔξω δῆμοι ἀποτελοῦσι τὰ 4–5 τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι 10% δὲν ἔχουν ἀμπέλους, οἱ ἄλλοι ἔχουσι καὶ οὐδένα θὰ πληρώσωσι φόρον, καὶ ἐκ τοῦ φόρου, περὶ τοῦ ὁποίου σπουδαῖον ἔκαμεν λόγον ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἐπῆλθε μεγάλη ὠφέλεια εἰς τοὺς γεωργοὺς, καὶ προκαλῶ τοὺς συμπολίτας μου, κύριοι βουλευταὶ, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, νὰ σᾶς πληροφορήσωσιν ἐὰν δὲν ἐπῆλθε μεγάλη ὠφέλεια εἰς τοὺς γεωργοὺς, διότι θὰ μάθητε ὅτι ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἐνῷ πρότερον ἐδανείζοντο μὲ 30 καὶ 45%, σήμερον εὑρίσκονται εἰς τὸ εὐάρεστον σημεῖον νὰ λαμβάνωσι χρήματα μὲ 7,8 καὶ 9%, καὶ τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν. Τοῦτο ἀνέφερον, διότι ἔγεινε λόγος περὶ αὐτοῦ. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι οἱ γεωργοὶ ἔχουσι τὰς ἰδίας ἀμπέλους, κάμνουν μὲ ἄλλας λέξεις ὅλον τὸν οἶνον ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος δι’ αὐτούς. Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι καί τινες δὲν ἔχουν, ἀγοράζουν μοῦστον, τὸν βάζουν εἰς τὰ βαγένιά των, ὅπως λέγομεν ἡμεῖς, καὶ τὸν μεταχειρίζονται εἰς τὰς ἀνάγκας των· ἑπομένως ἐξ αὐτῶν δὲν θὰ δώσῃ τις οὔτε ἓν λεπτὸν, διότι λιανικῶς οὐδεὶς πωλεῖ. Εἶναί τινες, οἵτινες ἔχουσι περισσότερον, αὐτοὶ δὲ ἢ πωλοῦν τὸν μοῦστον ἢ τὸν ἀποταμιεύουν ἐνίοτε καὶ μέσα εἰς τὴν Τρίπολιν, ἀλλὰ τὸν μεταπωλοῦν εἰς ἄλλους οἰνοπώλας, ὥστε δὲν θὰ πληρώσουν, κύριοι, τίποτε· τοῦτο αὐτὸ, μοὶ φαίνεται, ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἐν γένει. Ἐὰν, κύριοι, οἱ πλείονες τῶν ἐχόντων ἀμπέλους δὲν πληρώνωσι ὅ,τι ἡ ἰδιαίτεροι συμπολῖταί μου, οἵτινες βεβαίως καταναλίσκουσι διὰ τὴν οἰκιακὴν χρῆσίν των καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν θὰ πληρώσωσι εἰμὴ δι’ ὅσον θὰ καταναλωθῇ λιανικῶς, ποῖα ἀδικία εἶναι; Τώρα ἐρωτῶ, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὅτε θὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ Νόμος, καὶ πληρώσωμεν καὶ ἡμεῖς κάτι τι, τί κακὸν θὰ πάθωμεν; Λοιπὸν ποῦ εἶναι αὐταὶ αἱ καταστροφαὶ, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος; Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι καταστρέφεται ἡ ἐργατικὴ τάξις, περὶ ἧς τῷ ὄντι ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ θαυμάζετε, ἐὰν εἴπω, ὅτι εὐτυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν κυρίαν ἔννοιαν, ἐργατικὴ τάξις, ὁποία εἶναι ἐν Εὐρώπῃ. Ἐκεῖ οἱ ἐργάται εἶναι ἀκτήμονες καὶ ἄστεγοι ἄνευ οὐδενὸς κεφαλαίου, καὶ οἵτινες περιμένουν πότε νὰ ἀνοίξουν τὰ ἐργαστάσια διὰ νὰ πάρουν τὸν μισθὸν τῆς ἡμέρας καὶ νὰ ζήσουν, καὶ ὄχι, κύριοι, ἵνα συντηρηθοῦν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος. Ἐργατικὴ τοιαύτη τάξις παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ταύτην κυρίως ἀποτελεῖ ἡ γεωργικὴ τάξις, καὶ οἱ γεωργοὶ ὅλοι ἔχουν κτήματα, καὶ τὸ γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἔχουν καὶ οἰκίας καὶ κτήνη καὶ τὰ πάντα, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην. Ἔχομεν ὀλίγους ἀπόρους ἢ καὶ ὀλιγίστους ἐργάτας· ἀλλὰ ποῖοι εἶναι καὶ αὐτοὶ οἱ ἐργάται; Εἶναι ὁ γεωργός. Ὁ φίλος μου Μεσσηνέζης καὶ ὅσοι ἔχουν σταφίδα γνωρίζουσιν, ὅτι ἀπὸ τὴν πατρίδα μου πηγαίνουν κατ’ ἔτος 3,000–4,000 ἄνθρωποι εἰς διάφορα μέρη ἐκ τῶν κατοίκων τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς ἐξ ἐκείνων μάλιστα, οἵτινες ἔχουσι κατάστασιν, πηγαίνει δηλαδὴ εἷς ἀπὸ μίαν οἰκογένειαν, ὅταν οἱ ἄλλοι ἐργάζωνται εἰς τὰ κτήματά των, διότι ὅλοι εἰς τὴν πατρίδα μου εἶναι φιλόπονοι καὶ καλλιεργοῦν τὰ κτήματα καὶ τῶν ἐν Κορίνθῳ, τῶν ἐν Αἰγίῳ, τῶν ἐν Πάτραις, πολλάκις δὲ καὶ εἰς τὰ Φιλιατρὰ πηγαίνουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργατικὴ τάξις. Ἀλλ’ ἔστω, κύριοι, ἂς ἀποδοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ ὀνομασία τοῦ ἐργάτου. Σᾶς ἐρωτῶ, νομίζετε, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι καταναλίσκουσιν οἶνον πληρώνοντες αὐτὸν οἱ ἴδιοι εἴτε εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα εἴτε ἐν Τριπόλει; Οὔτε 1 λεπτὸν δὲν πληρώνουν. Τὸν οἶνον τὸν δίδει ὁ ἀμπελοκτήμων καὶ οἱ σταφιδοκτήμονες, καὶ ἢ ἔχουν ἀμπέλους ἢ προμηθεύονται τὸν οἶνον καὶ δίδουν αὐτὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς καλλιεργείας· οἱ ἀμπελοκτήμονες δὲ, ὡς ἔχει τὸ Νομοσχέδιον, οὔτε λεπτὸν δὲν πληρώνουν φόρον διὰ τοιοῦτον οἶνον χρησιμεύοντα διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. Ποῖοι λοιπὸν ἐξοδεύουν τὸν οἶνον; Ποῖοι τὸν καταναλίσκουν; τὸν καταναλίσκουν οἱ βιομήχανοι ἐν γένει παντὸς ἔργου, οἱ ἔμποροι, οἱ ἐπαγγελματίαι, καὶ κατὰ μέγιστον μέρος ἐκεῖνοι, οἵτινες ζῶσιν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς μεγάλαις πόλεσι τοῦ Κράτους. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῖοι πίνουν τὸν οἶνον; Ἐρωτῶ τὸν κύριον Μουτσόπουλον νὰ μοὶ εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ ἐργατικὴ τοῦ Πειραιῶς τάξις; Ἐδῶ ἐν Ἀθήναις, ἐὰν ἐξετάσητε ὡς καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ, θὰ εὕρητε ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις εἶναι πολὺ μικρὰ, παραβαλλομένη πρὸς τὰς ἄλλας τάξεις· διότι, κύριοι, οἱ ἔχοντες κατάστασιν δὲν δύνανται νὰ ἀποταμιεύσουν οἶνον, ἀλλ’ ἀγοράζουν αὐτόν. Ἐγὼ, ὅστις ἔχω ἀμπέλους, οὔτε ὀκᾶν δὲν ἀποταμιεύω, ἀλλὰ τὸν ἀγοράζω. Βεβαίως γίνεται χρῆσις τοῦ οἴνου ἀπὸ τὴν κατωτέραν τάξιν, ἀλλ’ ὄχι μεγάλη. Εἰς τὴν πατρίδα μου κατὰ Σάββατον, ὅταν γίνεται τὸ παζάρι, ἡ ἀγορὰ τουτέστιν, ἔρχονται οἱ χωρικοί, πωλοῦν τὸ σιτάρι των ἢ ἄλλο τι προϊόν καὶ τότε τοὺς κερνοῦν αὐτοὺς κερνοῦν καὶ αὐτοὶ καὶ πίνουν. Εἶναι ἄξιον τώρα αὐτὸ ὥστε νὰ εἴπητε ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ ἡ ἐργατικὴ τάξις καταστρέφεται; Ἐὰν μὲ πείσητε, εἰμὶ ἕτοιμος νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ ὑμῶν. Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι εἶναι ἐπαχθὴς ὁ φόρος. Καὶ ἠκούσαμεν τοὺς λόγους, οὓς ἀνέφερον. Εἶπον, ὅτι εἶναι πολύπλοκον τὸ Νομοσχέδιον καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἐπιβλαβέστατον. Πολυπλοκώτερον ἦτο τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔφερεν· ἀφίνω ὅτι αὐτὸ, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ μὴ παραξηγηθῶ, εἶχε καὶ τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅτι διετήρει καὶ τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν. Ἐὰν θελήσητε τώρα νὰ συγκρίνητε τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ὡς πρὸς τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θὰ ἴδετε ὅτι εἶναι κατὰ πολλοὺς λόγους καλλίτερον τοῦτο. Ποία εἶναι ἡ διασκευὴ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, κύριοι; Βλέπω τρεῖς κατηγορίας. Βλέπω τοὺς λιανικῶς πωλοῦντας, βλέπω δευτέραν κατηγορίαν ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται μετ’ αὐτοὺς κατ’ ἐπάγγελμα, καὶ κατόπιν ἀπαντῶ τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἢ τοὺς οἰνοποιούς, καὶ τούτους βλέπω, ὅτι τοὺς ὑποχρεώνει τὸ Νομοσχέδιον νὰ κάμουν τὴν δήλωσίν των πότε; ὅταν θελήσωσι νὰ πωλήσωσι λιανικῶς μέρος ἐκ τῶν ἐναποταμιευμένων οἴνων, δηλαδὴ, ὅπως ἐννοῶ, ὅταν θελήσωσι νὰ ταυτισθῶσι μὲ τοὺς οἰνοπώλας. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δὲν ἔχει, κύριε Ὑπουργέ;
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§51ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Λοιπὸν θὰ κάμουν μίαν δήλωσιν, καὶ ἐὰν τοὺς ἀπαντήσωσι, καλῶς, εἰδεμὴ ἔχουσι δικαίωμα νὰ πωλήσωσι τὸν οἶνον. Δὲν λέγω διὰ τὸν οἰνοποιὸν, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν ἔφερον ἀντίῤῥησιν καμμίαν. Ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἔφερε μίαν ἀντίῤῥησιν ὥστε περιορίζομαι εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Εἶπεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ὅτι εἰς αὐτοὺς δίδουσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ δαπανήσωσιν ὅσον θέλουν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των, ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοὺς ὑποχρεώνουν ὅταν πωλήσωσι τὸν οἶνόν των νὰ κάμωσι τὴν δήλωσιν, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ὁ ὑπάλληλος τῆς Ἐφορίας καὶ καταμετρεῖ, καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς λήξεως τῆς ἀδείας πάλιν καταμετρεῖ, καὶ τότε θὰ πληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον· ἀλλὰ λέγει, ὅτι θὰ φορολογήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατηνάλωσε καὶ αὐτὸς καὶ ἐκεῖνο, ὃ ἐχρησίμευσε πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Ἐγὼ δὲν δίδω αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Λέγω ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ κτηματίας καὶ θὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκ τῶν 4 βαρελίων, ἃ ἔχω, θέλω νὰ πωλήσω τὸ ἕν· θὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ πωλήσῃ τὸ ἓν βαρέλιον.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐδιαβάσατε καλά.
§53ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κατόπιν θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ἔφορον: τὸ ἐπώλησα, ἢ δὲν θέλω πλέον νὰ πωλήσω, καὶ τότε ὁ Ἔφορος θὰ στείλῃ νὰ γείνῃ ἡ καταμέτρησις καὶ νὰ πληρωθῇ ὁ φόρος δι’ ἐκεῖνο μόνον τὸ ποσὸν, ὅπερ ἤθελε λείπει ἐκ τοῦ μετρηθέντος βαρελίου, τοῦ ὁρισθέντος εἰς λιανικὴν πώλησιν, ἂν τοῦτο δὲν ἐπωλήθη ὁλόκληρον. Ἐπίσης, κύριοι, καὶ πολὺν λόγον ἔκαμον, ὅτι αἱ δαπάναι εἶναι μεγάλαι, ὅτι θὰ πληρώνουν 8 δραχμὰς τὴν ἡμέραν τὸν καταμετρητὴν καὶ ἄλλας 4 δραχμὰς τοὺς ἄλλους 2 ὑπαλλήλους, καὶ ὡς ὑπελόγισεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος θὰ πληρώσῃ ἕκαστος ἀμπελοκτήμων 16 δραχμάς.
§54ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον 16 δραχμὰς, ἀλλὰ 32.
§55ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὴν τὴν λεπτομέρειαν. Ἐγὼ, κύριοι, ὑποθέτω, καὶ τοῦτο ἐννοεῖτε πάντες, ὅτι κατὰ τὸν Νόμον θὰ πληρώνεται 8 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ὁ καταμετρητὴς καὶ 8 δραχμὰς οἱ ἄλλοι δύω· ἀλλ’ εἰς μίαν ἡμέραν δύνανται νὰ καταμετρήσωσι τοὺς οἴνους 10 καὶ 20 ἀμπελοκτημόνων;
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἷς ζητεῖ τὴν ἄδειαν.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ κάμωσι τὰς δηλώσεις ὅλοι συγχρόνως, ἀλλ’ ἕκαστος χωριστὰ καὶ ὁπόταν θέλῃ· ἑπομένως ὁ καταμετρητὴς καὶ οἱ ὑπάλληλοι θὰ πληρωθῶσι δι’ ὅλην τὴν ἡμέραν.
§58ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς λέγω ὅ,τι γνωρίζω ἐκ τῆς πατρίδος μου, ὅτι θὰ ζητήσωσι 10 καὶ 15 καὶ τοὐλάχιστον 5 τὴν ἡμέραν, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀπαντήσωσιν εἰς τοῦτο οἱ συνάδελφοί μου. Καὶ τέλος πάντων ἀφίνω καὶ αὐτὸ καὶ ἔρχομαι εἰς ἓν ἄλλο διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴν κύριον Χατζόπουλον, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι δρακόντειον αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον· διατί; διότι ἐπιβάλλει χρηματικὰς ποινὰς καὶ ἀφίνει τὸν Ἔφορον καὶ τὸν Ὑπουργὸν νὰ κρίνουν. Καθόσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὰς ποινὰς, βεβαίως ἐννοῶ νὰ μετριασθῶσι καὶ ἐμετριάσθησαν, ὡς ἀπεδέχθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὑποστηρίζω ὅμως, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς φορολογικοὺς Νόμους πρέπει πάντοτε ἐκεῖνοι, οἵτινες κάμνουν καταχρήσεις, νὰ τιμωρῶνται. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῷ ὄντι, κύριοι, ἀναγνωρίζω, ὅτι αἱ ποιναὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται καὶ δικάζωνται ἀπὸ τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν, καὶ δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ σκεφθῆτε ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: ὅτι τὰ Δικαστήρια, ὡς ἠκούσατε, ἐπειδὴ πολλὰ ἐπεβλήθησαν ξένα ἔργα εἰς αὐτὰ, χωλαίνουσι· ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ θέσητε καὶ ταῦτα, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι τὰ Δικαστήρια ἐπὶ πολὺ θὰ ὀπισθοδρομήσωσι. Παραλείπω τώρα ὅτι καὶ ἐπικίνδυνον εἶναι νὰ μεταβάλητε εἰς διοικητικοὺς Δικαστὰς τοὺς κυρίους Δικαστάς. Ἀλλὰ σεῖς οἱ ἀσπαζόμενοι αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀφοῦ συντάξῃ τὸ πρωτόκολλον ὁ Ἔφορος, δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὅταν ἔλθῃ πρωτόκολλον συντεταγμένον κατὰ τὸν Νόμον οἱ Δικασταὶ θὰ καταδικάσωσι τὸν κατηγορούμενον. Καὶ ἐὰν ἦναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἕνεκα τοπικῶν παθῶν θὰ γίνωνται καὶ καταγγελίαι ἄδικοι, ποῦ θὰ φθάσητε, καὶ ποῖον εἶναι τὸ κέρδος; πάλιν σκεφθῆτε. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ τοῦ Νομοσχεδίου κέρδος, πρῶτον ἔχετε μίαν Ἀρχὴν, ἥτις παρέχει ἐγγύησιν σπουδαίαν, διότι πᾶς Ὑπουργὸς παρέχει ἐγγύησιν τοιαύτην, καὶ δὲν ἐννοῶ τοὺς σημερινοὺς φίλους μου, καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος πιστεύω Ὑπουργὸς δὲν θὰ καταδεχθῇ νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ ἄδικος. Ποῖον δὲ θὰ ἦναι τὸ κέρδος; ὅτι σήμερον κατὰ πρώτην φορὰν εἰσάγεται ὁ Νόμος καὶ δύναται νὰ παρερμηνεύσῃ τις αὐτὸν, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι μάλιστα, ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἀμφιβάλλει, δύναται, λέγω, νὰ σφάλῃ τις κατὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ καὶ νὰ κάμῃ μίαν μικρὰν παράλειψιν, ὁ Ὑπουργὸς θὰ τὸν ἀπαλλάξῃ, ἐνῶ τὸ Δικαστήριον θὰ τὸν καταδικάσῃ. Δύω λέξεις ἀκόμη καὶ παύω. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Δὲν εὑρίσκω τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ὀρθὸν ὡς πρὸς τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ὑποστάθμης· τὸ ποσὸν τῆς ὑποστάθμης πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς δέκα τοῖς ἑκατόν· ἕτερον, νὰ καταργήσητε τὴν τελευταίαν διάταξιν, καθ’ ἣν τὸ ἥμισυ τοῦ ἐκ τῶν παραλείψεων καὶ ἀδικημάτων εἰσπραττομένου τέλους δίδεται εἰς τὸν ἀνακαλύψαντα καὶ τὸ ἕτερον εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐκ τούτου, ἕνεκα τοπικῶν παθῶν καὶ τῆς ἐλπιζομένης ὠφελείας, θὰ γίνωνται πολλαὶ καὶ ἄδικοι καταγγελίαι, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἴδιον λόγον, ὅτι πρώτην φορὰν θὰ εἰσαγάγητε τὸν φόρον τοῦτον καὶ πρέπει νὰ λείψῃ. Καὶ τέλος θὰ εἴπω ὀλίγα, ἐφ’ ὧν ἀνέφερε θεωρημάτων καὶ παραδειγμάτων ὁ ἔντιμος φίλος μου καὶ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτής· ἀληθῶς πάντα ταῦτα εἶναι ἄξια μελέτης, καὶ πρέπει νὰ συμβουλευώμεθα ὅσα καλὰ παραδείγματα εὑρίσκομεν εἰς θεσμοὺς τῶν πεπολιτισμένων καὶ σοφῶν ἐθνῶν· οὐχ ἧττον ὅμως, κύριοι, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι οἱ Νόμοι δὲν μεταφυτεύονται· καὶ ὅσον ἀγαθοὶ καὶ ἂν ὦσιν εἰς ἄλλα μέρη δὲν εἶναι ὠφέλιμοι δι’ ἡμᾶς, ἄν οὗτοι δὲν συμβιβάζωνται μὲ τὰ ἤθη, τὰς ἀνάγκας, τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξιν ἡμῶν, καὶ τοιαῦτα εἰσὶν, ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος οὗτος φίλος μου, οὔτε δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι παρ’ ἡμῖν, καὶ τολμῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Νόμος πρέπει νὰ ἁρμόζῃ εἰς τὸ Ἔθνος, ὅπως πρέπει νὰ ἁρμόζῃ τὸ ἔνδυμα εἰς τὸ σῶμα· λάβετε τὸ καλλίτερον ἔνδυμα ἑνὸς ὑψηλοῦ καὶ θέσατέ το εἰς ἕνα κοντὸν, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι γελοῖος. Αὐτὸν τὸν κίνδυνον θὰ διατρέξετε. Εὔχομαι νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ Ἔθνος καὶ νὰ δυνάμεθα ὄχι τὸν φόρον αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ πάντας τοὺς ἄλλους φόρους νὰ μεταβάλωμεν οὐχὶ εἰς φόρους ἐμμέσους, ἀλλ’ εἰς φόρους κατ’ ἀποκοπὴν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, κατὰ πληθυσμὸν καὶ κατὰ σύστημα διανεμητικόν· πολὺ ὅμως ὑστεροῦμεν καὶ πολλὰ ἀπαιτοῦνται, καὶ ἀνάπτυξις καὶ εἰλικρινὴς πόθος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν πολιτῶν, διότι καὶ οἱ φόροι εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων τοῦ καλοῦ πολίτου. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καὶ θέλω νὰ φέρω τὴν εὐθύνην δι’ ὅσα σᾶς εἶπον, διότι ἐν τούτῳ κεῖται τὸ σθένος τοῦ βουλευτοῦ, διασώζω δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ νοήμων εἶναι καὶ δίκαιος καὶ πατριωτισμὸν ἔχει, καὶ διὰ τῶν πραγμάτων θέλει πεισθῆ, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἐπάγονται ὡς ἀναγκαῖοι πρὸς πλήρωσιν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας· καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐν μιᾷ λέξει παρατηρῶ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Καρυστίας, ὁ ὁποῖος προσεπάθησε νὰ σᾶς πείσῃ νὰ ἀπαλλάξητε ὅλως διόλου τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πατρίδα, θεωρῶ μάλιστα, ὅτι εἶναι ἀναξία προσοχῆς ἡ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου παρατήρησις, ὅτι οἱ πλούσιοι θὰ ὠφεληθῶσιν, ὅταν δώσητε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώνωσι φόρον οἱ ἀγοράζοντες 100 ὀκάδας οἴνου χονδρικῶς, διότι, εἶπεν, οἱ πλούσιοι θὰ κάμωσι τοῦτο. Ὁ πλούσιος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράσῃ 50 ἢ 100 ὀκάδας, θὰ ἦναι παράφρων, διότι ὁ οἶνος τὴν ἄλλην ἡμέραν θὰ χαλάσῃ. Τέλος, κύριοι, δύναται νὰ ἔχῃ καὶ ἐλαττώματά τινα τὸ Νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐγὼ παρακαλῶ ὑμᾶς τοὺς σπουδαιοτέρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθητε νὰ διοικήσητε τὸν Τόπον, ἂν δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ θέλετε νὰ τὰ διορθώσητε, θὰ ἔχητε καιρὸν νὰ τὰ διορθώσητε. Ἐλησμόνησα, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω τὴν τροπολογίαν, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος. Ἐγὼ τὴν ἀποκρούω, ὄχι μόνον διότι εἶναι πολύπλοκος καὶ ἐπαχθής, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ πολὺ βαρυτέρα. Τί λέγει; νὰ πληρώνωμεν 10% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ πωλουμένου οἴνου. Τώρα ἐδῶ αἱ Ἀθῆναι πωλοῦν 80 λεπτὰ, νὰ πληρώνουν 8 λεπτά;
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πατρίς μας θὰ πληρώνῃ 2 λεπτά.
§60ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Εἰς Τρίπολιν πωλοῦν 40 λεπτὰ κατ’ ὀκὰν, ἄρα θὰ πληρώσουν 4 λεπτὰ, ἐνῶ κατὰ τὸ Νομοσχέδιον θὰ πληρώσωσιν ὀλιγώτερον· ἐὰν δὲ πωλήσωσι πρὸς 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τὸν οἶνον, θὰ πληρώσωσι πέντε λεπτὰ φόρον, κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κωνσταντοπούλου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.).