1883.03.16
2,268 rows · 17,230 words · 81 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80
τῆς 16 Μαρτίου 1883
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Νικόλαος Σπυρόπουλος, Π. Σωτηρόπουλος κλπ. ἀντιπρόσωποι τῆς συνελεύσεως πολιτῶν Πατρῶν, διερμηνεύοντες τὸ φρόνημα τῆς συνελεύσεως ταύτης, ἀποδοκιμάζουσι τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· εὔχονται δὲ καὶ τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ οἴνου ὑπὸ τῆς Βουλῆς.— Ἡ Αἰκατερίνη θυγάτηρ τοῦ Στρατηγοῦ Ἀθανασίου Κουμουνδουράκη καὶ σύζυγος Μπακανοπούλου ζητεῖ διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεις τοῦ πατρός της νὰ τῇ χορηγηθῇ ἀνάλογον μηνιαῖον βοήθημα.— Ὁ Δημήτριος Λέριος, δευτεροβάθμιος διδάσκαλος, ἐξαιτεῖται, ὅπως ἐξομοιωθῶσιν οἱ παλαιοὶ δημοδιδάσκαλοι μὲ τοὺς νέους δημοδιδασκάλους καὶ τύχωσι καί οὗτοι τῶν αὐτῶν εὐεργετημάτων.— Ὁ Ἐμμανουὴλ Ψαράκης, πρώην λιμενικὸς ὑπάλληλος, παραπονεῖται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἀπέκλεισε τοὺς λιμενικοὺς βοηθοὺς τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως, καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ γείνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο νομοθετικῶς.— Ὁ ἐκ Καρδίτσης Βουλευτὴς Τιμολέων Ἀδαμόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν Νόμου περὶ τῶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας διαπραχθέντων ἀδικημάτων.— Πολλοὶ κάτοικοι τοῦ Δήμου Αἰγιέων ὑποστηρίζουσι καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως πραγματοποιηθῶσι τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ τοῦ κ. Στυμφαλιάδου ἀναφερόμενα περὶ καταργήσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.— Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ διαφόρων Νομοσχεδίων περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων διαφόρων Ὑπουργείων.—(Ὅρα Παράρτημα) Ὁ κ. Χ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§2Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἡμέτερος συνάδελφος ὁ ἐκ Δωρίδος βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Ἀναγνωστόπουλος μοὶ ἀναγγέλλει δι’ ἐπιστολῆς του, ὅτι, ἐπικειμένων τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἤρξατο ἡ συγκέντρωσις πολλῶν ἐντοπίων στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Δωρίδος, καὶ ὅτι ἡ συγκέντρωσις αὕτη γίνεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ χρησιμεύσῃ ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἔλαβον λοιπὸν παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐντολὴν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν διὰ τὸ φαινόμενον τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν παρακαλέσω νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἀπομακρύνῃ ὁπωσδήποτε τοὺς ἐντοπίους στρατιώτας καὶ ὑπαξιωματικούς, διότι ἡ ἐν παραμοναῖς τῶν ἐκλογῶν συγκέντρωσις εἰς μίαν Ἐπαρχίαν καὶ λόγῳ τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας ἐντοπίων στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν προξενεῖ σκάνδαλον καὶ χρησιμεύει πολλάκις ὡς ἀφορμὴ νὰ διαταράσσηται ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια. Πολὺ δὲ περισσότερον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς ἐντοπίους ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, καθόσον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸ ἔτος 1875 ἐψηφίσαμεν Νόμον περὶ τῶν ἐντοπίων, ὅστις δὲ ἐπιτρέπει τὴν τοποθέτησιν τοιούτων στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐν ταῖς ἰδίαις των Ἐπαρχίαις. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, δὲν ἠξεύρω πότε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς, εἴτε ἀπὸ τῆς θέσεώς του εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις των τοὺς ἐντοπίους χωροφύλακας, ὅπως ταχέως διδαχθῶσι καὶ μορφωθῶσιν· εἶχον τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε, τὸ εἶπε σπουδαίως καὶ ἐπρόκειτο δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ὑπεκρύπτετο ἄλλος σκοπὸς εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη ἕως τώρα, ἀλλὰ συνέβη εἰς ἄλλας περιστάσεις. Κατὰ τὸ 1880, καθ’ ὃ διεχειρίζετο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὰ κοινὰ, καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐνεργῶ μίαν δημοτικὴν ἐκλογὴν, συνεκεντρώθησαν ἐντόπιοι χωροφύλακες καὶ ἐγὼ γνωρίζω τί ἔπαθον. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντισταθῶ κατὰ τῶν στρατιωτῶν εἴς τι χωρίον καὶ ἐκινδύνευσα νὰ ἀπολέσω καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν μου. Ἀναγινώσκω τὴν περικοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου. «Ἡ Κυβέρνησις ἤρξατο ἀπὸ τοῦδε χάριν τῶν ἐπικειμένων δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐπιδρομὴν τῶν ἐντοπίων χωροφυλάκων, καὶ ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην διέρχονται ἐντεῦθεν (ἐξ Ἀμφίσσης) κατευθυνόμενοι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου Δωρίδα. Κρίνω ἑπομένως ἐπάναγκες νὰ ἀπευθύνῃς ἐπερώτησιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου....» Ἐκπληρώσας, κύριοι, τὴν ἐντολὴν, ἣν ὁ συνάδελφός μου ἀνέθηκέ μοι, μεταβαίνω εἰς ἕτερον Θέμα σχετικὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας ὑπάρχει Ἔπαρχος εἷς Κωτσάκης ὀνομαζόμενος, καὶ εἷς ταχυδρομικὸς Ἐπιστάτης Μαλάμης καλούμενος· ἀμφότεροι εἶναι ἄνθρωποι, οἵτινες ὑπηρετοῦν φατριαστικῶς· ὁ πρῶτος ὅμως εἶναι ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν ἐδιδάχθη νὰ ὑπηρετῇ ἐκ περιτροπῆς τοὺς φίλους ὅλων τῶν Κυβερνήσεων καὶ νὰ κατορθώνῃ νὰ ᾖναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῶν φίλων τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ὑπῆρξε φίλος στενότατος καὶ ἀφοσιωμένος πρὸς τὸν μακαρίτην κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ κατὰ συνέπειαν κατὰ τὰς διαφόρους περιόδους, καθ’ ἃς διεχειρίζετο τὰ δημόσια ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, πάντοτε διατέλει ὡς Ἔπαρχος καὶ πολλάκις ἐν τῇ ἰδικῇ μου Ἐπαρχίᾳ. Πεσούσης τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κουμουνδούρου πρὸ ἑνὸς ἔτους, κατώρθωσε νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι οἱ φίλοι καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τῆς παρελθούσης, εὑρίσκουσι συμφέροντα εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω τι ἐντεῦθεν χωρὶς νὰ τὸ ἀποδείξω, καὶ διὰ τοῦτο ἀναφέρω τὸ ἑξῆς περιστατικὸν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου ὡς ἐκ τῶν πολλῶν, ὅπερ πιστεύω εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος διετέλει πρό τινων ἐτῶν ὡς Ἔπαρχος Μεγαλοπόλεως, καὶ πρὸς τὰς καταχρήσεις ἀκατάσχετος ὢν καὶ λίαν ἐπιῤῥεπὴς, συνέταξε κατὰ τὴν θεώρησιν τῶν κληρούχων τιμολόγιον, ἤτοι διατίμησιν ἀμοιβῆς διὰ πᾶσαν ἐξαίρεσιν κληρούχου· καὶ διὰ μὲν τὰς ἐξαιρέσεις τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς φίλους τοῦ Ὑπουργείου βουλευτὰς ἀνέγραψεν εἰς τὴν διατίμησιν 75 φράγκα, τρία εἰκοσιπεντόφραγκα, διὰ δὲ τὰς ἐξαιρέσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐσημείωσε δύω εἰκοσιπεντόφραγκα. Ἐξηκολούθει λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς διατιμήσεως νὰ κάμῃ ἐξαιρέσεις, καὶ εἰς πολλοὺς Δήμους κατώρθωσε διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ἐξαιρέσεων νὰ ἐξαντλήσῃ τὸν στρατολογικὸν κατάλογον.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ἐλάμβανεν ὀλιγώτερα ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους;
§4Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ σᾶς τὸ εἴπω.—Κατώρθωσε διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων αὐτῶν ἐξαιρέσεων.......
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ ποῖον ἔτος;
§6Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔτος δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Κοσσονάκου, ὅστις θὰ τὸ ἐνθυμῆται καλῶς.—Κατώρθωσε λοιπὸν νὰ ἐξαντλήσῃ τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους καὶ πολλῶν Δήμων, καὶ ἐστερεῖτο οὕτω ἡ Ἐπικράτεια τοῦ ὀφειλομένου ὑπὸ τῶν Δήμων ἀριθμοῦ κληρούχων. Ὁ λόγος, κύριε Μποῦτε, δι’ ὃν ὁ συμπολίτης σας αὐτὸς Ἔπαρχος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἄνισον διατίμησιν ἦτο, διότι ἤθελε ν’ ἀνοίξῃ μεγαλείτερον στάδιον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν πολιτείαν του καὶ νὰ κάμῃ πλειοτέρας καταχρήσεις. Ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατηγγέλθη. Ὅταν κατηγγέλθη καὶ ὅταν διετάχθησαν ἀνακρίσεις περὶ τούτου, ἔσπευσε πρὸς τοὺς μηνυτὰς καὶ παρέστησε τὴν οἰκτρὰν αὑτοῦ θέσιν, τὴν δυστυχίαν του καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν νὰ τὸν συγχωρήσωσι καὶ νὰ μὴ ἀφήσουν τοὺς μάρτυρας νὰ ἐξετασθῶσι καὶ καταθέσωσι κατ’ αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ συγκαταβάντες ἐξ οἴκτου ἐδέχθησαν νὰ τὸν ἀπαλλάξωσιν ὅπως δύνανται, ἀλλ’ ἀπῄτησαν παρ’ αὐτοῦ ὅτι ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ δι’ ἑνὸς ἐγγράφου ὅτι τῷ ὄντι εἶναι ἔνοχος διὰ τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας, δι’ ἃς ἔλαβε τόσα εἰκοσιπεντόφραγκα διὰ τὴν παρὰ τοῦ δεῖνα ἐξαίρεσιν, τόσα παρὰ τοῦ δεῖνα καὶ τότε ἀνελάμβανον τὴν ὑπόσχεσιν νὰ τὸν ἀπαλλάξωσι διὰ τῶν μαρτύρων. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, τὸ κατασταθὲν ἱστορικὸν, ἐγένετο, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν Βουλευτῶν κυρίων Κατριβάνου καὶ Μπούτουνα, καθὼς καὶ τοῦ κυρίου Κοσσονάκου, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι ἐδῶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν σήμερον. Ἔπαρχος λοιπὸν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτης ποιότητος, Ἔπαρχος τοῦ ὁποίου ἡ διαγωγὴ εἶναι γνωστοτάτη, διότι εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις κατώρθωσε νὰ διατηρῆται διὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων, εἶναι δίκαιον, ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου νὰ διατηρῆται ὡς Ἔπαρχος; Ἄνθρωπος, ὅστις μέχρις ἐσχάτων διετέλει ὡς Δημοδιδάσκαλος καὶ ἰδὼν ὅτι ἡ θέσις αὕτη δὲν παρεῖχεν πρόσοδον ἱκανὴν, ὡς δὲν παρεῖχεν τὸ ἔργον τοῦ δημοδιδασκάλου, προσέφυγεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ κατώρθωσε νὰ γείνῃ Ἔπαρχος, καὶ ὡς τοιοῦτος ἐγγράφως ἐκήρυξεν ἑαυτὸν ἄτιμον, εἶναι ἄξιον νὰ διατηρῆται πλέον Ἔπαρχος; Ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ πάλιν τὸν κύριον Κοσσονάκον, ὅστις δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Νομίζω, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἔχετε χρέος τὸν Ἔπαρχον αὐτὸν νὰ τὸν ἀποπέμψητε ἐκ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ Ἐπάρχου Ὀλυμπίας Κωστάκη. Ἤδη δὲ περὶ τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου Μαλάμα. Ὁ ταχυδρομικὸς οὗτος ἐπιστάτης πρὸ ἑνὸς ἔτους ἢ δέκα μηνῶν διωρίσθη ἐν Ἀνδριτσαίνῃ, ἕδρα τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας, εἶχε δὲ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ μίαν ἀπόφασιν καταδικαστικὴν ἐπ’ ὤμου διὰ μίαν ὑπόθεσιν ἐγκληματικὴν, ἣν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω καὶ διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Κακουργοδικείου εἰς πρόσκαιρα δεσμά. Ἅμα δὲ τῷ διορισμῷ αὐτοῦ ὡς ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου, ἡ κοινωνία ἅπασα ἐξηγέρθη διὰ τὸ σκάνδαλον τοῦτο, διότι τὸ ἐθεώρει σπουδαῖον καὶ ἀπεδοκίμασε τὸν διορισμὸν αὐτοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τύπου. Τῳόντι ἡ Κυβέρνησις, ἅμα πληροφορηθεῖσα ὅτι τοιοῦτος ἄνθρωπος διετέλει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸν ἀπέλυσε. Δὲν παρῆλθον ὅμως δύω μῆνες καὶ τὸν ἐπανέφερε καὶ ἤδη εἶναι ταχυδρομικὸς ἐπιστάτης. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἄνθρωπος καταδικασθεὶς εἰς δεσμὰ, ἐκτίσας τὸ περισσότερον μέρος τῆς ποινῆς του ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοὺς ἠθικοὺς τοὐλάχιστον Νόμους νὰ διαχειρίζηται δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα τὴν τῆς ἀλληλογραφίας; Σᾶς ἐρωτῶ περιπλέον, ἀφοῦ τὸν ἐπαύσατε, ἴσα ἴσα ἐπειδὴ ἀνεκαλύψατε ὅτι ἦτο ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τοιαύτην θέσιν, πῶς τὸν ἐπανεφέρατε; Μήπως τάχα ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν φυλακὰς, ὅπου οἱ κατάδικοι διδάσκονται γράμματα, ἐκπαιδεύονται καὶ ἐξέρχονται πολῖται ὅμοιοι μὲ ἡμᾶς, καὶ κατὰ συνέπειαν δυνάμενοι νὰ χρησιμεύσωσι καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ; Ἀπεναντίας, αἱ φυλακαὶ εἶναι θηριοτροφεῖα, καὶ οἱ εἰσερχόμενοι ἐξέρχονται ἐξ αὐτῶν θηρία ἀγριώτερα καὶ διαπράττουσι τὰ αἴσχιστα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἣν δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω τὸ ἄδικον ὅτι γνωρίζει ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς, νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον αὐτὸ ἐκ τοῦ μέσου, διότι δὲν περιποιεῖ τιμὴν, οὔτε εἰς τὸ ἔθνος, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§7ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Οὔτε βεβαιῶ, οὔτε ἀμφισβητῶ ἂν ἐντόπιοι χωροφύλακες ἦλθον εἰς Δωρίδα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, οὐδένα χωροφύλακα μετέθεσα, οὔτε διὰ τὴν Δωρίδα, οὔτε δι’ ἄλλο μέρος. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποσιωπήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ ἐν Δωρίδι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των τιμιώτατα καὶ ἀμεροληπτότατα.
§8ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργὸν, ὅπως τὸ προσεχὲς Σάββατον δώσῃ λόγον, ποίαν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ὁμιλία του, ἣν ἄλλοτε εἶπεν ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν κατάταξιν τῶν χωροφυλάκων ἐπέτρεψεν ὥστε οὗτοι νὰ μένωσι καὶ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις των. Ἐννοεῖ αὐτὴν ἑρμηνείαν, ἣν ἔδωκε περὶ τῶν ἐντοπίων χωροφυλάκων, ἐννοεῖ νὰ τοὺς διατηρῇ εἰς τὰς Ἐπαρχίας καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ λήγει προσεχῶς ἡ Σύνοδος τῆς Βουλῆς, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ διαλείμματος τῶν Συνόδων ὁ Βασιλεὺς εἴτε διὰ λόγους ὑγείας, εἴτε διὰ λόγους ἄλλους νὰ θελήσῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ (τὸ καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον). (Ὅρα Παράρτημα).
§10ΤΖΑΝΕΣ. Δύω λέξεις κύριε, Πρόεδρε· Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐγγράψητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν μεταγωγὴν ὕδατος ἐν τῇ κωμοπόλει Γαργαλιάνων διὰ τῆς προσπορίσεως τῆς δαπάνης ἐκ προσθέτων φόρων, τοὺς ὁποίους προσφέρεται ἡ κοινότης νὰ δεχθῇ. Φρονῶ, ὅτι ἐπιτελῶ καθῆκον καὶ ἐξασκῶ δικαίωμα, καθόσον ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πᾶς τῶν κυρίων Βουλευτῶν δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαύτας προτάσεις, προκειμένου αὗται νὰ προστατεύωσι τὰς κωμοπόλεις, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἡ κωμόπολις Γαργαλιάνων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐκ τῶν ὡραιοτέρων καὶ πλουσιωτέρων κωμοπόλεων τῆς Πελοποννήσου· ἀφοῦ ἔχει τοσαῦτα ἄλλα κακὰ ἐπέρχεται καὶ ἀπόλυτος σχεδὸν στέρησις ὕδατος, καὶ τοσοῦτον στερεῖται μάλιστα, ὥστε πολλάκις ἐλλείπει καὶ τὸ ἀπαιτούμενον ὕδωρ, πρὸς τὴν καθημερινὴν χρῆσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ἡ πρότασις δὲν θέλει προκαλέσει συζήτησιν, διότι εἶναι πρότασις ἀφορῶσα εἰς τὰ συμφέροντα μόνον κοινότητος, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ οὕτω νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ θεραπευθῇ μία μεγάλη ἀνάγκη τῆς κωμοπόλεως ταύτης.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ φροντίσῃ τὸ Προεδρεῖον νὰ τὴν ἐγγράψῃ.
§12ΤΖΑΝΕΣ. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, Βουλευταὶ, ὑποτεθῇ ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην ἀπευθύνω ἔχων κατ’ ἐλάχιστον ἔστω ἢ κατ’ ἐπιφάνειαν τὴν ἰδέαν νὰ θίξω εἴτε τὴν φιλοτιμίαν, εἴτε τὸν ἐγωϊσμὸν τῶν ἀξιοτίμων ἀντιπροσώπων Τριφυλίας, ὁμολογῶ ὅτι πολὺ ἀπέχει τὸ τοιοῦτον τῆς καλῆς προθέσεώς μου.
§13ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν τῶν ἐν Σύρῳ ἐργοστασιαρχῶν ἀλευροποιῶν, οἵτινες ἀποκρούουσι καὶ διαμαρτύρονται διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀναφορᾷ λόγους κατὰ τῆς προτάσεως περὶ καταργήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἀλεύρων.
§14ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ σοβαροῦ καὶ λίαν ἀκανθώδους καταστάντος ζητήματος τοῦ ἀγροτικοῦ, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπίσης πολλοὶ ὡμίλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὑπεστήριξαν διαφόρους ἰδέας, ἀλλ’ οὐδὲν ἀποτέλεσμα μέχρι τοῦδε ἐγένετο, οὐδεμία λύσις εὑρέθη. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν συνέταξα Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ μέλλον. (Ὅρα Παράρτημα).
§15ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον, μάλιστα.
§16Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετ’ οὐ πολὺ συμπληροῦται διετία, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἓν τμῆμα Ἑλληνισμοῦ ἠξιώθη ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του βεβαίως ἀφ’ ὅτου κατελήφθη τὸ μέρος τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ἤρξατο ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος, ἔπαυσαν αἱ δημοτικαὶ περιφέρειαι καὶ αἱ ἐπὶ Τουρκοκρατίας διορισθεῖσαι Δημοτικαὶ Ἀρχαί. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς νομίμου δημοτικῆς ἀφομοιώσεως καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν ἐκλογικὸν Νόμον. Ἐπῆλθεν ὁ Νόμος τῆς ἀφομοιώσεως, δι’ οὗ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῶν λοιπῶν Ἐπαρχιῶν, δηλαδὴ πρὸ τῆς 8 Μαΐου 1883. Ἔτος ἔκτοτε παρῆλθε, καὶ ὁτὲ μὲν διὰ τὸν ἕνα λόγον, ὁτὲ δὲ διὰ τὸν ἕτερον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ δὲν ἐνηργήθησαν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀθέτησις ἐντολῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Ἤδη ὁ Νόμος τῆς ἀφομοιώσεως μένει κατὰ μέρος ὡς πρὸς τὴν ταχυτέραν ἐκλογὴν τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν. Ταύτης δὲ μὴ ἐνεργηθείσης, ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ἐξετάσωμεν τοὺς ἄλλους Νόμους τί λέγουσι περὶ τούτου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Νόμου τῆς ἀφομοιώσεως καὶ τὸ ἄρθρον 45 τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου ἐν συνδυασμῷ μετὰ τοῦ ἄρθρου 104, τὸ Διάταγμα περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ 50 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκκλογῆς. Καὶ ὅταν ὁ Νόμος ἔθετο τοιοῦτον ὅριον, βεβαίως ἐννοεῖ ὡς ὅριον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παραβῇ, ἀλλ’ εἶναι ἠθικῶς ὑποχρεωμένη νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα καὶ ἐνωρίτερον, ἵνα οἱ διαγωνιζόμενοι ὡς ὑποψήφιοι καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἑτοιμασθῶσι, πρὸ πάντων δὲ δικαιοῦνται νὰ γνωρίζωσι τὰς περιφερείας τόσον οἱ ἐκλόγιμοι ὅσον καὶ οἱ ἐκλογεῖς. Κατὰ τὸ ἄρθρ. 45 λοιπόν, αὔριον, ἂν καλῶς ὑπελόγισα, εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ ἀπαραιτήτως πλέον δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου.
§17ΤΙΝΕΣ. Τὸ Σάββατον, μεθαύριον.
§18ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἔστω καὶ τὸ Σάββατον, ἂν κακῶς ὑπελόγισα· εἶναι ζήτημα διαφορᾶς ὀλιγίστων ἡμερῶν, διότι μὲ τὸν ἰσχύοντα Νόμον αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἐνεργηθῶσι ταὐτοχρόνως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τὴν 8ην Μαΐου. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε Νομοσχέδιον δι’ οὗ παρατείνει τὴν προθεσμίαν ταύτην διὰ τὴν 29ην Μαΐου ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔτι Νομοσχέδιον, μέχρι δὲ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν γείνῃ Νόμος τοῦ Κράτους, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ὡς Νομοσχέδιον. Διὰ πολλοὺς δὲ καὶ ποικίλους λόγους ἐνδέχεται νὰ μὴ ψηφισθῇ. Οὕτω λοιπὸν εὑρισκόμεθα, ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις, ἥτις φέρει τὴν εὐθύνην, ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τοῦ νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία αὕτη χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ Διάταγμα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου παράπονον δὲν μοὶ ἐγένετο, οὔτε ἐκ τῆς Ἐπαρχίας μου, οὔτε ἐξ ἄλλης, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ διὰ λόγους, οὓς ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀναπτύξω, ἐθεώρησα καλὸν νὰ μὴ ἀναμιχθῶ εἰς τοὺς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μου δημοτικοὺς ἀγῶνας· δὲν νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις μοὶ ἐπιβάλλεται ὡς βουλευτῇ· ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλάκις εἶχον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα τῶν δημοτικῶν περιφερειῶν, ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω αὐτὴν σήμερον πότε θὰ δημοσιευθῇ αὐτὸ τὸ πολυθρύλλητον Διάταγμα. Καὶ δὲν εὑρίσκει ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις δικαίαν τὴν τοιαύτην ἀπαίτησιν; Δὲν εἶναι ἀκόμη καιρὸς νὰ μάθωσι καὶ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις οἱ κάτοικοι ποίας περιφερείας δημοτικὰς ἔχουσι; τίνας ἐκλογεῖς; καὶ ἐν γένει πῶς θ’ ἀγωνισθῶσι; Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατανοοῦσα ἐπὶ τέλους τὴν ὑποχρέωσίν της, θὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, διότι, καὶ ἂν ἐλάχιστον βραδύνῃ, θὰ καταστῇ ἐκπρόθεσμος. Καὶ ἂν ἀκόμη ὑποθέσωμεν, ὅτι κατεσπευσμένως ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, πάλιν, ἐὰν δὲν προεκδοθῇ τὸ Διάταγμα, ἡ δημοσίευσις τοῦ Νόμου δὲν θὰ προλάβῃ, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπασχολήσει ἀποκλειστικῶς τὸν τηλέγραφον καὶ ὅλα τὰ ταχυδρομεῖα. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἐὰν εὑρίσκῃ χρήσιμόν τι εἰς αὐτὰς, ἂς τὰς λάβῃ ὑπὸ σκέψιν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Νομοσχέδιον, καθ’ ἑαυτὸ, δὲν δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τὴν Κυβέρνησιν οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Διάταγμα περὶ ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν 8ην Μαΐου, θέλει ἐκδοθῆ κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν κειμένων Νόμων τεταγμένην προθεσμίαν. Ὡς πρὸς τὰς νέας Ἐπαρχίας, ἕνεκα τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, δὲν ἔχομεν νομικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ὡς πρὸς ἐκείνας τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου· ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ὅμως δὲν δυνάμεθα, διότι ὁ Νόμος ὁρίζει ἐπιτακτικῶς τὴν 8ην Μαΐου ὡς ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν. Τὸ Διάταγμα ἑπομένως θέλει ἐκδοθῆ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἐντὸς τῆς διορίας, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἡ Βουλὴ θέλει ἀσχολεῖσθαι εἰς τὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἐποχὴν ταχυτέραν διὰ τὰς ἐκλογὰς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἢ ἐν ταῖς ἄλλαις Ἐπαρχίαις, διότι ἐκεῖ, εὐθὺς ὡς ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα περὶ δημοτικῶν περιφερειῶν, εἶναι καὶ πρέπον νὰ ἐκδοθῇ καὶ τὸ Διάταγμα τὸ διατάττον τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐνῶ διὰ τὰς ἐν γένει ἐκλογὰς τοῦ Κράτους ὁρίζεται ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ὡς ἡμέρα ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἡ πρώτη Κυριακὴ τοῦ Ἰουλίου, διὰ τὰς ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἐκλογὰς ὁρίζεται ἡ 29 Μαΐου. Περὶ τούτου θέλει βεβαίως ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ τότε, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδεμίαν νομικὴν διάταξιν παραβιάζομεν.
§20ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ὅταν συζητηθῇ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλω νὰ μὴ σιωπήσω. Εἰς τὴν διχοτόμησιν τῶν ἐκλογῶν μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ νέων Ἐπαρχιῶν ὀφείλω ν’ ἀντιπαρατηρήσω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ διατάξεις οἱ ἀφορῶσαι τὰς ἐκλογάς. Βεβαίως ὑπάρχει Νόμος, ὅστις ἐκανόνισε τὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν Ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισεν, ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐνεργήσῃ μέχρι τοῦδε τὰς ἐκλογὰς ἐν αὐταῖς. Ἤδη ὅτε ἐπῆλθε πλέον ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἐνεργοῦνται αἱ ἐκλογαὶ ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις, ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως νὰ ἐνεργηθῶσιν αὗται συγχρόνως καὶ εἰς τὰς νέας, διότι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ εἶναι τὸ Κράτος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ συγχρόνου τῶν ἐκλογῶν δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς ἔχει θεμελιώδη χαρακτῆρα, διότι ἀφορᾷ εἰς σπουδαιοτάτους σκοποὺς καὶ προτίθεται νὰ προλάβῃ τὰ μεγάλα κακὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπήρχοντο, ἐὰν ἐπεβάλλετο τμηματικῶς καὶ ἐπὶ διάρκειαν χρόνου πολλοῦ εἰς τὸ Κράτος ὁ σάλος τῶν ἐκλογῶν, ὅστις εἶναι ἐπιζήμιος καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν παραγωγικὴν κίνησιν τῆς κοινωνίας· ἔχει δὲ καὶ ἄλλον σκοπὸν, τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐπιλογῶν, διότι ἡ δυσπιστία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε ἐπεκράτησε, καθόσον λόγοι σπουδαῖοι καὶ πεῖρα λυπηρὰ ὑπηγόρευσε εἰς τοὺς πολίτας νὰ δυσπιστῶσι πρὸς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐν πᾶσιν, ἰδίως δὲ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν. Διὰ τοῦτο ἐλήφθησαν πάντα τὰ προφυλακτικὰ ἐκεῖνα μέτρα, ἅτινα ἐξασφαλίζουσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν κατὰ πάσης ἀθετήσεως αὐτῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἓν δὲ ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων εἶναι τὸ σύγχρονον τῶν ἐκλογῶν, διότι αὐτὸ ἐγγυᾶται περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐνασχολουμένη περὶ τὴν διεύθυνσιν ὅλων τῶν ἐκλογῶν τοῦ Κράτους, δὲν θὰ ἔχῃ τὸν καιρὸν, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἐπιθυμίαν, νὰ ἐπηρεάσῃ κατὰ τόπους τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Διάταγμα, ὅπερ πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ, ἀφοῦ ὁ Νόμος δὲν ἐτροποποιήθη, πρέπει νὰ περιλάβῃ καὶ τὰς νέας Ἐπαρχίας. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα τὸ Νομοσχέδιον, ἀποφασίσει ἄλλως, τότε τὸ Διάταγμα θὰ θεωρηθῇ μὴ ὑπάρξαν.
§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ὀφείλω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Νόμος περὶ ἀφομοιώσεως, ὁ ἐκδοθεὶς τὸν Μάρτιον τοῦ 1882, σκοπὸν εἶχε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα διὰ νὰ παρασκευάσῃ οὕτω τὰς νέας Ἐπαρχίας, ὥστε νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν ἐν αὐταῖς πάντες οἱ Νόμοι. Ἡ δὲ προπαρασκευὴ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν συνίστατο εἰς τὴν διαίρεσιν αὐτῶν εἰς δημοτικὰς περιφερείας. Ἔκτοτε παρῆλθε πλήρης ἐνιαυτός· ἐὰν δὲ ὑπολογισθῇ ὁ χρόνος ἀπὸ τῆς καταλήψεως τοῦ τελευταίου μέρους τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, θέλομεν εὑρεῖ ἴσως 17 μῆνας παρελθόντας, καθ’ οὓς αἱ νέαι Ἐπαρχίαι εὑρίσκονται ἔτι εἰς αὐτὴν ἔτι κατάστασιν, οὐδὲ ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τί σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ, καὶ ἕως πότε σκοπεῖ νὰ κοινοποιήσῃ τὸ Διάταγμα περὶ δημοτικῶν διαιρέσεων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως ἐκφράζεται ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑπεβλήθη περὶ ἀναβολῆς τῶν ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ὡς πρὸς τὰς ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ἐκλογὰς ἔχομεν τυπικὸν δεσμὸν, καὶ διὰ τοῦτο, καί τοι ὑπαβαλόντες τὸ Νομοσχέδιον, θέλομεν ἐκδώσει καὶ τὸ Διάταγμα· ὡς πρὸς τὰς ἐκλογὰς ὅμως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν δὲν εἴμεθα δεσμευμένοι συγχρόνως νὰ ἐνεργήσωμεν αὐτὰς, διότι ὁ Νόμος περὶ ἀφομοιώσεως ἀφίνει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν. Ὁ Νόμος περὶ ἀφομοιώσεως ἔθεσεν, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μόνην ἐναπόκειται νὰ ἐκτιμήσῃ πότε δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ διαίρεσις τῶν Δήμων ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, καὶ ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ Δημοτικὴ διαίρεσις, νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἤθελον ἐνεργηθῆ αἱ πρῶται δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ διχοτόμησις αὕτη τῶν ἐκλογῶν εἶναί τι μὴ συνᾷδον πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῆς Νομοθεσίας, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ ἑνώσει νέων Ἐπαρχιῶν ἐθεώρησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσφύγῃ εἰς ἐξαιρετικὸν μέτρον. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐθεώρησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὡς ἐπικρατοῦσαν ἰδέαν νὰ μὴ γείνῃ ἡ διαίρεσις λίαν ἐσπευσμένως, οὐδὲ πάλιν, ἀφοῦ σχηματισθῶσιν οἱ Δῆμοι, νὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος πρὸς ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἐθεώρησεν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν Δήμων δέον νὰ γείνῃ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὥριμον, τὸ δὲ Νομοσχέδιον λέγει ποίαν ἰδέαν ἔχομεν περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν. Ὁρίζον τὴν 29 Μαΐου ὡς ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ γείνωσιν αἱ ἐκλογαί, μαρτυρεῖ περὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν Δήμων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν.
§23Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Νόμος, ὃν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω ἤδη ἐνώπιόν μου, ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ταχύτερα τὰς ἐκλογὰς ἀπὸ τὴν κοινὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅλον τὸ ἄλλο Κράτος· δὲν χορηγεῖ ὅμως εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου πέραν τῆς ἐποχῆς, ἣν ὥρισαν οἱ ὑπάρχοντες καὶ ὑφιστάμενοι Δημοτικοὶ Νόμοι διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰς ἄλλας Ἐπαρχίας. Αἱ δὲ διάφοροι πληροφορίαι, αἵτινες ἐδόθησαν κατὰ διαφόρους περιστάσεις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρωθυπουργὸν, ἦσαν τοιαῦται καὶ τοιαύτης φύσεως, ὥστε δικαιοῦται καὶ πᾶς Βουλευτὴς καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ μέχρι τοῦδε ἤθελον εἶσθαι ἐνεργημέναι. Ὅτε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου ἐγένετο ἐπερώτησις, ἀπήντησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τῶν Δήμων εἶναι σπουδαῖον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε σπουδαίως αὐτὸ, καὶ δὲν ὑπολείπονται παρὰ ἡμέραι τινὲς, μεθ’ ἃς θὰ ἦναι ἐντελῶς κατηρτισμένον τὸ σχέδιον, ὅπως δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα περὶ δημοτικῆς διαιρέσεως· καὶ μόλα ταῦτα παρῆλθον τρεῖς μῆνες καὶ πλέον, καὶ ἀκόμη τὸ Διάταγμα περὶ τῆς διαιρέσεως δὲν ἐδημοσιεύθη. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐδημοσιεύθη, ἂν καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι βούκινος, κύριε Πρόεδρε, καὶ δὲν χρειάζεται καὶ μεγάλη εὐφυΐα νὰ ἐννοήσῃ τις ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα περὶ δημοτικῆς διαιρέσεως· ἀλλ’ αὐτὰ, ἃ ἰσχυρίσθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ὀρθά· αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τὸ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ παρατείνῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν πέραν τοῦ ὁρίου τῆς ἐνεργείας τῶν λοιπῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ Κράτους.
§24Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶπον, κύριοι, καὶ προχθὲς, ὅτι ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς πολιτεύεται κατὰ τὰς ὁποίας ἔχει παραδόσεις. Αὐτὸ ἀποδεικνύει καὶ ὁ διϊσχυρισμὸς τοῦ νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἕνα μῆνα μετὰ ἢ πρὸ τῶν ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, ὅπερ ἐπιφέρει τὴν κατάργησιν τῆς συγχρόνου ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ τὸ μέτρον τοῦτο διέταξεν ἐν αὐτῷ τῷ Πολιτεύματι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862, ἔχουσα πεῖραν τῶν καταχρήσεων, ἃς ἡ πρώην Ἐξουσία διεπράξατο διὰ τῆς τμηματικῆς αὐτῶν ἐνεργείας. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι καὶ διὰ τὸ ἓν τμῆμα καὶ διὰ τὸ ἄλλο ἤθελεν ἔχει δεσμὰ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ συγχρόνῳ ἐνεργείᾳ, διότι ἤθελον τῇ λείψει τὰ ἐπιτήδεια ὄργανα τῆς ἐπεμβάσεως καὶ εἰς τὸ ἓν τμῆμα καὶ εἰς τὸ ἕτερον, διότι συνήθως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν ὅλα τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτήδεια πρὸς ἐκτέλεσιν παρανομιῶν. Εἶπον ὅτι ἐργαζόμεθα κατὰ παραδόσεις, καθόσον ἐνεθυμήθην, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1844, ὅτε ὁ περὶ τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν Νόμος δὲν καθιέρωνεν ὡρισμένως, ὅπως ὁ νῦν ἐν ἰσχύϊ, τὴν ταυτόχρονον ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ὠφελουμένη ἐκ τούτου ἡ τότε Κυβέρνησις, διέταξε τὴν χωριστὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ὄχι μόνον κατ’ ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ δήμους. Τοιαύτην μεμονωμένης κατὰ Δήμους ψηφοφορίας διαταγὴν ἐξέδοτο εἰς μὲν τὴν Λακεδαίμονα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Βουλευτῶν διὰ τὸν Δῆμον Θεραπνῶν, εἰς τὴν Μαντινείαν διὰ τὸν τοῦ Ὀρχομενοῦ, εἰς Λεβαδίαν διὰ τὸν τῆς Πέτρας καὶ εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας ἄλλων δήμων, διὰ νὰ δοκιμάσῃ τὴν δύναμίν της καὶ νὰ γνωρίζῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀναβάλῃ ἢ νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς ἐκλογὰς εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας. Ἰδοὺ τὸ ἴδιον σύστημα ἀκολουθεῖ καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἄλλου. Συνέβη μάλιστα τότε νὰ ἐγερθῇ διὰ τῶν ἐφημερίδων «Ἀθηνᾶς» καὶ «Ἐλπίδος» ἔρις μεταξὺ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν Ἀντωνιάδου καὶ Δραγούμη, ἀμφοτέρων φίλων τοῦ πρωθυπουργοῦ Μαυροκορδάτου. Τὸ παράδοξον ὅμως ὅτι ὁ Δραγούμης, πεισθεὶς ἐκ τῶν ἀντιῤῥήσεων τοῦ Ἀντωνιάδου περὶ τῆς παρεξηγήσεως τῆς ἐννοίας τοῦ Νόμου, ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην κατὰ Δήμους ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἀρχὴν, ἣν αὐτὸς ὡς Τμηματάρχης διέταξε τὸν Μάϊον τοῦ 1844, ἐν τοῖς ἀπομνημονεύμασί του φορτώνει ταύτην εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Κωλέτου, ὅστις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸν Αὔγουστον τοῦ 1844, καὶ ἀπεμάκρυνεν ἀμέσως τὸν Δραγούμην ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν· καὶ οὔτε ὁ Κωλέτης, οὔτε ἄλλος τις ὑπουργὸς ἐφήρμοσε πλέον τὴν τοιαύτην παράνομον ἀρχήν. Λοιπὸν, κύριοι, καὶ ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς προτίθεται νὰ ἐνεργήσῃ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τμηματικῶς, διὰ νὰ ἔχουν εὐκαιρίαν τὰ ἐπιτήδεια ὄργανά του νὰ ἐπέμβουν εἰς τὰ δύω τμήματα, καὶ ἰδίως εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ὅπου ἡ ἐπιτυχία εἶναι εὐκολωτέρα, καθόσον οἱ ἐκεῖ ἄνθρωποι δὲν ἀντελήφθησαν ἀκόμη καλῶς τῶν δικαιωμάτων, ἅπερ ἀπήλαυσαν μετὰ τῆς ἐλευθερίας.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει οὐδόλως τοιαύτη ἰδέα.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ὀπισθοβουλία, διατί νὰ γείνωσιν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ ἐκεῖ τμήματος; ἕνα μῆνα πρότερον τοῦ ἑτέρου; Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Διατί, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἐνῶ εἶχες τὰς πληροφορίας πρὸ τριῶν μηνῶν, δὲν ἐξέδωκες τὸ Διάταγμα περὶ διαιρέσεως τῶν Δήμων; (διάλογοι μεταξὺ Βουλευτῶν). Κύριοι, πρέπει νὰ δώσητε μεγάλην προσοχὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐννοήσωμεν τί μᾶς περιμένει εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, καὶ νὰ προπαρασκευασθῶμεν εἰς ἀντίδρασιν. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἀφιεροῖ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ καὶ τῶν Νόμων· διὰ τοῦτο θὰ περιμείνωμεν τὴν ἐπίθεσιν τῆς Κυβερνήσεως· ἔχομεν τὴν γενναιότητα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐξέλθωμεν νικηταὶ, ὅπως καὶ οἱ πατέρες μας κατὰ τῶν ὑπουργῶν τοῦ 1844. Λυποῦμαι ὅτι καθὼς τότε ἀνεῴχθησαν 800 τάφοι, θὰ ἀνοιχθῶσι καὶ τώρα! Καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἰς τὰ δημοτικὰ ἐνδιαφέρεται ἀμέσως ὁ λαός. Καὶ ὅτι ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο ὁ λαὸς, ἀπόδειξις ἡ μὴ πλήρης ἐπιτυχία τῆς Ἐξουσίας τῶν ἀξιώσεών της ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, τῶν ἐνεργηθεισῶν καὶ ἐπὶ Ὄθωνος ἀκόμη, ἂν καὶ κατὰ τὸν τότε Δημοτικὸν Νόμον ὁ Νομάρχης ὥριζε καὶ τοὺς ἐκλέκτορας τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καὶ τὰ ἡμίση μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπεκλογῆς τῶν ὑποψηφίων διὰ τὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου, διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν μᾶλλον φορολογουμένων· διὰ τοῦτο πολλάκις εἴδομεν κατὰ τὴν ἐπεκλογήν τοὺς μὲν Δημοτικοὺς Συμβούλους ἅπαντας ἀντικυβερνητικούς, τοὺς δὲ μᾶλλον φορολογουμένους ὑπὲρ τῶν ἀξιώσεων τῆς Κυβερνήσεως· τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν μάθημα διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ ἀμέσου ἐνδιαφέροντος τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημάρχων. Δὲν πιστεύω νὰ τολμήσῃ πλέον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παρουσιάσῃ τὴν πρόφασιν, ὅτι δὲν ἔχει ἑτοίμους τὰς πληροφορίας διὰ νὰ τακτοποιήσῃ τὰ περὶ κανονισμοῦ τῶν Δήμων εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν διὰ τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας τὴν ἀπαιτεῖ πάλιν διὰ τὸν λόγον τῆς τροποποιήσεως τινῶν δήμων· διότι γνωρίζετε ὅτι πολλὰ Ἐπαρχιακὰ Συμβούλια ἐκλήθησαν ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τροποποιήσεως ἢ διαιρέσεως τῶν Δήμων, ἀλλ’ ἡ τροποποίησις μόνη δὲν ἀρκεῖ διὰ νὰ παράσχῃ ψήφους, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ χρόνου καὶ πρέπει νὰ γείνῃ ἐνέργεια ὥστε νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ χρόνος. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦσι τὴν ἀναβολήν· ἀφοῦ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρεται καὶ εἷς συνάδελφος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἂς μάθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν συνδέεται τώρα καὶ μὲ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπέβαλε σήμερον περὶ Ἀντιβασιλείας, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ θὰ γείνῃ λόγος, καὶ λόγος σφοδρὸς, ἂν συμφέρῃ καὶ εἰς τὴν Βασιλείαν καὶ εἰς τὸν Τόπον ν’ ἀπουσιάζῃ ὁ Βασιλεὺς, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ παθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις διὰ τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐνεργειῶν της προδίδει, ὅτι ἑτοιμάζεται νὰ ἐπέμβῃ, καὶ ἡ τοιαύτη ἐπέμβασις θὰ προκαλέσῃ βεβαίως ἐνόπλους ῥήξεις, ὧν τὰς διαστάσεις οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ εἶναι βέβαιον.
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ περὶ τῆς συγχρόνου ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, ὅταν τὸ ζήτημα προτεθῇ εἰς συζήτησιν, θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον ἡμῶν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας, ὁσαιδήποτε ψῆφοι καὶ ἂν ἤθελον συντελέσει εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς. Σήμερον πρόκειται περὶ τῆς γνώμης τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν εἶναι τυπικῶς δεδεσμευμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Διάταγμα, οὔτε περὶ ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, οὔτε περὶ δημοτικῆς διαιρέσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἕνεκα τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν συμμερίζομαι· εὑρίσκω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δεδεσμευμένη κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπον νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους. Ὁ Νόμος περὶ ἀφομοιώσεως εἶναι Νόμος ἐξαιρετικός, οἱ δὲ ἐξαιρετικοὶ Νόμοι καθιεροῦσι τὰς διατάξεις αὐτῶν ἐφ’ ὅσον χρόνον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι· ὁ δὲ χρόνος ὁ μέχρι τοῦδε παρεληλυθὼς ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως Νόμου ἦτον τόσον ὑπεραρκῶν πρὸς παρασκευὴν τῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις ἀπαιτουμένων πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων, ὥστε οὐδεὶς λόγος θέλει ἀπαλλάξει τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐθύνης διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἐκκρεμότητος ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις καὶ τὴν μήπω ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων.
§29ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προετάχθη τὸ ζήτημα τῆς διχοτομήσεως τῶν ἐκλογῶν, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον κατεπεῖγον καὶ ἐπὶ τούτου ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν Νόμον περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν, τὸ Διάταγμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ ἐκδίδηται 50 ἡμέρας πρίν. Τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἡμῖν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, διότι ἡ πεντηκονθήμερος προθεσμία λήγει τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον καιρός· ἡ ἀνατρεπτικὴ προθεσμία τῶν 50 ἡμερῶν πρὸ τῶν ὁποίων, ὡς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα περὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, θέλει παρέλθει, καὶ δὲν θὰ ἦναι πλέον δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσι συγχρόνως καὶ αἱ ἐκλογαὶ τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον ζήτημα καὶ κατεπεῖγον ζήτημα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ· ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ἐνασχοληθῇ σοβαρῶς καὶ σπουδαίως.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐδώκαμεν ἀπάντησιν· εἴπομεν, ποία εἶναι ἡ ἡμετέρα γνώμη. Ἐὰν ὑμεῖς ἔχητε ἐναντίαν γνώμην, δύνασθε νὰ προτείνητε αὐτὴν καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ποίαν γνώμην παραδέχεται ἡ Βουλή. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος λέγει ὅτι ὁ Νόμος περὶ ἀφομοιώσεως θέτει χρονικὸν ὅριον εἰς τὸ δικαίωμα, ὅπερ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ διορία εἶναι βραχεῖα. Ἐὰν τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ συμμερίζηται ἡ Βουλή, ὀφείλομεν νὰ τὸ μάθωμεν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸ τοῦ Σαββάτου δέον νὰ ἐκδοθῶσι δύω Διατάγματα, Διάταγμα περὶ δημοτικῆς διαιρέσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, καὶ Διάταγμα περὶ ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, καθ’ ἣν ἡμέραν θὰ ἐνεργηθῶσι καὶ ἐν ταῖς παλαιαῖς. Ἐνόσῳ ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφανθῇ, ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Βουλευτοῦ, ἡ ἑρμηνεία, ἣν θὰ δίδωμεν εἰς τὸν Νόμον, πρέπει νὰ ἦναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς λέγομεν, ἤτοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δεσμεύεται εἰμὴ ἐκ τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Νόμου. Ὁ Νόμος λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα ὁπόταν θεωρήσῃ τὴν ὥραν εὔθετον, καὶ εὐθὺς κατόπιν δύνανται αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις νὰ διαταχθῶσιν ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς παλαιαῖς.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον. Οἱ ἀνυπομονοῦντες λοιπὸν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ φορολογικὸν Νομοσχέδιον τοῦ οἴνου, ἂς σταματήσωσιν ὀλίγον, διότι ὅ,τι σήμερον δύναται νὰ γείνῃ, ἴσως θὰ ἦναι ἀργὰ διὰ τὴν αὔριον, ἡ δὲ Κυβέρνησις, φωτιζομένη ἐκ τῆς συζητήσεως, δύναται νὰ προλάβῃ τὴν παράβασιν τῶν Νόμων. Ἔχω πεποίθησιν μεγάλην περὶ τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τοῦτο δὲν πείθομαι, ὅτι ἐξ ἀδυναμίας δὲν κατωρθώθη μέχρι τοῦδε τὸ ἔργον τοῦ σχηματισμοῦ τῶν δημοτικῶν περιφερειῶν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ ἐνιαύσιον διάστημα. Διὰ λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω συζήτησιν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπροτίμησε τὴν ἀναβολήν· ἡ δὲ ἀναβολὴ, οὖσα ἐναντία ῥητῶν διατάξεων τοῦ Νόμου τῆς ἀφομοιώσεως, ἔφερε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς ἀντίθεσιν. Πολλάκις, ὡς ἡ Βουλὴ γινώσκει, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις Διατάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε ὑπὸ τὴν μίαν πρόφασιν καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τὴν ἄλλην ἀνέβαλλε τοῦτο, καὶ τὸ ζήτημα ἔμεινε μετέωρον. Ὑπενθύμισα δὲ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ εἶπε τότε, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, ἀναμένουσα τὴν ἄφιξιν τῶν βουλευτῶν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἵνα, φωτιζομένη ἐκ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, ἐκτιμήσῃ ἐὰν αἱ δοθεῖσαι παρὰ τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν πληροφορίαι ἦσαν ἀκριβεῖς ἢ οὔ. Παρῆλθον ἔκτοτε πολλοὶ μῆνες, τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὰ πράγματα ἔμειναν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν· ἀγνοῶ λοιπὸν ἐὰν ἡ ἀπουσία τῶν βουλευτῶν, ὡς ἔλεγε τὸν Νοέμβριον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἔφερε τὴν ἀναβολὴν ἢ ἡ παρουσία αὐτῶν· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἔχομεν τὸ Διάταγμα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν πρό τινος εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐλευθέρα εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως νὰ προσδιορίσῃ διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας τὸν χρόνον τῆς ἐκλογῆς ὅν τινα δήποτε θελήσει. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον συζητήσεως πρὶν γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τούτου καὶ ἀντικρουσθῇ ἐπαρκῶς τὸ λεχθὲν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σφάλλει, καὶ σπουδαίως, ταῦτα λέγων. Ὅλα τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὅπως γείνωσιν ἐκλογαὶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας πρὸ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ὤφειλον νὰ γείνωσιν εἰς τὰς παλαιὰς, δηλαδὴ πρὸ τῆς 8 Μαΐου· διότι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ νομοθετήσωμεν εἰδικὰς διατάξεις. Μὴ ἐκπληρωθείσης ἐν τούτοις τῆς προγενεστέρας ἐκλογῆς, ἔρχεται ἀναγκαίως τὸ 1 ἄρθρον τοῦ Νόμου τῆς ἀφομοιώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ Νόμοι ἰσχύουσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, ἑπομένως καὶ ὁ ἐκλογικὸς, οὗτος δὲ ἰσχύει ἀναμφισβητήτως καὶ εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας. Πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἦναι ἕτοιμος εἰς συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν σήμερον....
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴμεθα ἕτοιμοι, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ συζητηθῇ σήμερον.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκηρύξατε τὴν συζήτησιν.
§34ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἀναγνώσῃ τις ἐπισταμένως τὸν περὶ ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας Νόμον εἰς τὰς προσαρτηθείσας Ἐπαρχίας τῆς Ἠπειροθεσσαλίας, θέλει ἀναντιῤῥήτως κατανοήσει τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, θέλει ἐξαγάγει ὅτι διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐπεδιώκετο ἡ ἐνέργεια τῶν πρώτων δημοτικῶν ἐκλογῶν τῶν μερῶν ἐκείνων πρὸ τῆς ὡρισμένης ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐποχῆς εἰς ἐνέργειαν τῶν δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου δημοτικῶν ἐκλογῶν τοῦ Κράτους, ἤτοι πρὸ τῆς 8 Μαΐου, καθ’ ἣν ἐνεργοῦνται αἱ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοτικαὶ ἐκλογαί· εἰς συμπλήρωσιν μάλιστα τῆς ἰδέας ταύτης προσετέθη ἐν τῷ περὶ ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας Νόμῳ καὶ εἰδικὴ διάταξις ὁρίζουσα, ὅτι ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐκλεχθησομένων ἐκ τῶν ἐκτάκτως ἐνεργηθησομένων ἐκλογῶν εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, θέλει παραταθῆ πέραν τῆς τετραετίας, μὴ λογιζομένου τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ μεσολαβήσοντος μεταξὺ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγκαταστάσεώς των, καὶ ἐκείνης καθ’ ἣν ἤθελον ἐγκατασταθῆ κατὰ τὸν Νόμον αἱ νέαι Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ κατὰ τὸ πρώην Βασίλειον. Ἐὰν ὁ περὶ ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας εἰς τὰς προσαρτηθείσας Ἐπαρχίας Νόμος δὲν εἶχε τὴν πρὸ τοῦ νομοθετημένου χρόνου ἐνέργειαν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν εἰς τὰς Ἐπαρχίας ταύτας, ἦτο περιττὴ ἡ εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ Νόμῳ τούτῳ, ἀφοῦ ἔμελλε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ὑπὸ τοῦ γενικοῦ Νόμου προσδιωρισμένη ἐποχὴ τῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος γενικῶς ἐνεργητέων δημοτικῶν ἐκλογῶν· ἐκ τούτων ἀριδήλως προκύπτει, ὅτι σκοπὸς τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ περὶ Ἠπειροθεσσαλίας Νόμου ἦτον ἡ ἐξαιρετικὴ κατὰ τὰ μέρη ταῦτα ἐνέργεια τῶν πρώτων δημοτικῶν ἐκλογῶν πρὸ τοῦ ὡρισμένου χρόνου ὑπὸ τοῦ γενικοῦ περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος Νόμου. Διὰ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Νόμου περὶ ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας εἰς τὰς προσαρτηθείσας νέας Ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας προέτεινον νὰ τεθῇ ἀνώτατος ὅρος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἤθελον ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὰ μέρη ταῦτα, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγε τὸν Νόμον, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν διὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, μὴ ἀντειπόντος, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δύνανται νὰ ἐνεργηθοῦν καὶ ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ ὅτι κακῶς ἐγὼ ὁρίζω διὰ τῆς προτάσεώς μου προθεσμίαν ἑξάμηνον. Ἐκ τῆς ῥητῆς καὶ σαφοῦς ταύτης δηλώσεως τοῦ Ὑπουργείου προκύπτει ἀριδήλως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσι πρὸ τῶν κατὰ τὸ λοιπὸν Βασίλειον, καὶ ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἐψηφίσθη ὁ Νόμος αὐτὸς, οὐδεὶς δ’ ἐφαντάσθη νὰ χορηγήσῃ τῇ Κυβερνήσει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὰς ἐκλογὰς διὰ Β. Διατάγματος, ἤτοι ὅταν ἤθελεν εἶσθαι ἀρεστὸν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἐσφαλμένην γνώμην, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὡς συνέπειαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους τούτου, ἢ καὶ τὸ ἐπιόν. Καὶ ἐκ τοῦ ἀτόπου τούτου κατανοεῖτε, ὅτι ἀνώτατος, οὕτως εἰπεῖν, ὅρος τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας εἶναι, κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ Νόμος προσδιορίζει τὰς γενικὰς ἐκλογὰς τοῦ Κράτους. Ἂν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ὁ εἰδικὸς περὶ Ἠπειροθεσσαλίας Νόμος δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ προνοήσῃ καὶ ὁρίσῃ, ὅτι ὁ χρόνος τῶν δυνάμει τούτου ἐγκατασταθησομένων ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ Δημοτικῶν Ἀρχῶν δὲν ἐμπεριλαμβάνεται εἰς τὴν τετραετῆ δημοτικὴν περίοδον, ἥτις θέλει λήξει συγχρόνως μὲ τὴν τῶν νέων Δημοτικῶν Ἀρχῶν τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, οὔτε ἤθελε περιλάβει ὁ εἰδικὸς ἄλλας τινὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι συναφεῖς. Ἀλλὰ δὲν δύνανται ἆρά γε αἱ ἐκλογαὶ νὰ ἐνεργηθοῦν ταυτοχρόνως; μάλιστα. Διατί; διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπὶ ἓν ἔτος συνέλεξε τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσῃ. Πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, συναισθανόμενον τὴν εὐθύνην του, ἐφρόντισε νὰ συλλέξῃ ἐντὸς ἑνὸς ὅλου ἔτους τὰς δεούσας πληροφορίας ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του, ἀπὸ τοὺς φίλους του καὶ ἀπὸ ἄλλους πολίτας. Τίς λοιπὸν ἡ αἰτία τῆς ἀναβολῆς; Διατί νὰ γείνῃ ἡ διχοτοτόμησις αὕτη; Διατί αἱ μὲν ἐκλογαὶ τῶν Ἐπαρχιῶν τῶν ἄλλων νὰ ἐνεργηθοῦν τὴν 29 Μαΐου, αἱ δὲ ἄλλαι τὴν 8, ἐνῶ ἔπρεπε κατὰ τὸν εἰδικὸν Νόμον τὸ ἀντίστροφον; Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον παρημέλησε τὸ οὐσιῶδες καθῆκόν του νὰ ἔχῃ ἕτοιμα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἐντὸς ἑνὸς μεσολαβοῦντος ἔτους, πῶς θέλει δυνηθῆ νὰ κατορθώσῃ ἐντὸς 20 ἡμερῶν ὅ,τι δὲν κατώρθωσε εἰς ὅλον ἓν ἔτος; Δυνατὸν βεβαίως εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ ἐπινοεῖτε σοφίσματα πρὸς δικαιολόγησιν, ποτὲ δὲ ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα δὲν λείπουν τὰ μέσα τῆς δικαιολογίας, διότι πάντοτε ὑπάρχουν λόγοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρίνωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἀληθὲς καὶ τὸ πραγματικὸν καὶ οὐχὶ νὰ παρασυρώμεθα εἰς τὰς ἀπαφάσεις μας ἀπὸ τὰ σοφίσματα. Ἄν ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργῇ ἐκλογὰς ὅταν θέλῃ, καὶ ἂν ἤθελε ποτὲ εὑρεθῇ Βουλὴ νὰ παραγνωρίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἀποστολήν της, ὥστε νὰ χορηγήσῃ τῇ Κυβερνήσει ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ δημοτικὰς ἐκλογὰς ὅταν θέλῃ καὶ οὐχὶ ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ, ἡ τοιαύτη Βουλὴ καθίσταται ἀναξία καὶ προδότρια τῆς ἐντολῆς της. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐβεβαίωσε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ Νόμου, ὅτι θέλει ἐνεργήσει τὰς κατὰ τὴν Ἠπειροθεσσαλίαν δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐντὸς τῶν τριῶν μηνῶν, νῦν δὲ μᾶς λέγει, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐφρόνει ὅτι ἤθελε πράξει πρὸ τῶν γενικῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, θέλει τὸ πράξει μετ’ αὐτάς. Διὰ τῆς τοιαύτης ὅμως πράξεώς της εἰς τίνα θέσιν τίθεται τὸ Ὑπουργεῖον; ἀγγέλλει ἐπισήμως, ὅτι ἀθετεῖ τὰς ὑποσχέσεις του, καὶ ἑπομένως γεννᾷ τὴν πρὸς αὐτὸ δυσπιστίαν, διότι ἐλέγχεται ἀνακόλουθον εἰς τὰς ὑποσχέσεις του περὶ ζωτικωτάτου ζητήματος, καὶ καταδεικνύεται ἀπατηλὸν καὶ ἄπιστον. Φρονῶ ἀκραδάντως, ὅτι Κυβέρνησις, συναισθανομένη τὴν ἀποστολήν της, τὴν εὐθύνην της, τὸ καθῆκόν της πρὸς τὴν πατρίδα, ὀφείλει πρωτίστως νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ καλοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δήμων, καὶ τακτοποιῇ τὰς Ἐπαρχίας. Τὸ ἐνεστὼς ὅμως Ὑπουργεῖον, παριδὸν τὸ σπουδαιότατον τοῦτο καθῆκον, ζητεῖ μετὰ ἓν ἔτος νέαν ἀναβολὴν, κύριος δὲ οἶδεν ἐκ ποίων δευτερευόντων ἐλατηρίων ὁρμᾶται πρὸς τοῦτο. Τοῦτο ὅμως νομίζω, ὅτι εἶναι ἐναντίον πάσης λογικῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει νῦν εἰς τὸ γραφεῖόν της πάσας τὰς πρὸς ὀργανισμὸν τῶν Ἐπαρχιῶν καὶ Δήμων ἀπαιτουμένας πληροφορίας αὐτῆς, δύναται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας νὰ συντάξῃ τοὺς ἀπαιτουμένους πίνακας τῆς συστάσεως τῶν Δήμων καὶ νὰ κατορθώσῃ, ἵνα αἱ ἐκλογαὶ τῶν νεωστὶ προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν γείνωσι συγχρόνως μὲ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον ὑπολείπεται καιρὸς τεσσάρων ἔτι ἡμερῶν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀπαιτουμένου Β. Διατάγματος περὶ ἐνεργείας δημοτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου.
§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τῷ ὄντι περίεργος ἡ πρόκλησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν, ὅτι, ἀφοῦ δι’ ἐπερωτήσεως ἦλθε τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ λύσῃ ἡ Βουλή.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ οὐδὲν εἶπον τοιοῦτον· εἶπον, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Φιλάρετον, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι θέλει νὰ συζητήσῃ καὶ ὅτι νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ τί θέλετε λοιπόν!
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς, ἂν δὲν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή ἄλλως, θὰ πράξωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὀρθόν. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν θεωρῇ ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεστήσαμεν ἡμεῖς ὡς τοιοῦτον, ὀφείλει νὰ ἐξενέγκῃ ἐναντίαν ἀπόφασιν.
§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὁμιλῶ.
§40Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωστὸν ὅτι πρό τινος καιροῦ συνῆλθε τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον τῆς Ἐπαρχίας Πατρῶν, ὅπως γνωμοδοτήσῃ περὶ διαιρέσεως δύω δήμων, Δύμης καὶ Φαρῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἦτο παρανόμως κατηρτισμένον τὸ Ἐπαρχιακὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον, ἡ πρᾶξίς του ἠκυρώθη. Τώρα πληροφοροῦμαι ὅτι συνῆλθεν ἐκ νέου τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, παραληφθέντων ἄλλων παραπληρωματικῶν Συμβούλων. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει προβῆ εἰς τὸ μέτρον τῆς διαιρέσεως τῶν δήμων Δύμης καὶ Φαρῶν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ γνωμοδότησις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, διότι τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ σχηματισμοῦ καὶ διαιρέσεως τῶν δήμων Νόμου λέγει ῥητῶς τοῦτο: «Προκειμένου περὶ μεταβολῆς τοῦ ἅπαξ προσδιωρισμένου διοργανισμοῦ τῶν Δήμων, ἀπαιτεῖται προηγουμένως ἡ γνωμοδότησις τοῦ ἁρμοδίου Δημοτικοῦ Συμβουλίου, καθὼς καὶ τοῦ Ἐπαρχιακοῦ». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ γνώμη τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ τὴν γνωμοδότησιν τῶν δημοτικῶν Συμβουλίων. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, τοὺς λόγους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους παρακινεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν διαίρεσιν, ἀδιαφορῶ οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οὗτοι. Δὲν κάμνω τὴν ἐπερώτησιν ταύτην ἐκ φατριαστικοῦ πνεύματος· δὲν ἐπεδίωξα ἐγὼ τὰς ψήφους τῶν πολιτῶν μου· οὗτοι ἀφ’ ἑαυτῶν εὐηρεστήθησαν νὰ μὲ ἐκλέξουν, καὶ θὰ ἐκπληρώσω πάντοτε τὸ καθῆκόν μου. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἂν ἐκτελεσθῇ ἡ διαίρεσις αὕτη, θὰ ἦναι ὀλέθριον καὶ εἰς τοὺς Δήμους αὐτοὺς καὶ εἰς τὰ συμφέροντα ἐν γένει τῆς Ἐπαρχίας Πατρῶν, διότι τὰ μὲν ἔσοδα αὐτῶν θὰ ἐλαττωθῶσι, θὰ αὐξήσωσι δὲ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως αὐτῶν. Ὅλοι σχεδὸν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐκείνων ἀποκρούουσι τὴν τοιαύτην διαίρεσιν. (Μετὰ τοῦτο γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1883).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ περὶ συνομολογήσεως δανείου 12 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν νομοσχεδίου.
§42Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολλάκις, κύριοι, ἔφερον, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων τῆς Θεσσαλίας καὶ Πατρῶν, καὶ δι’ ἐπερωτήσεως, καὶ ἐν ταῖς ὁμιλίαις μου, ὑπέδειξα ὅτι αὐτοὶ οἱ δύω σιδηρόδρομοι δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἢ ἐκτελεσθησόμενοι θὰ ὑποβάλωσι τοὺς μετόχους εἰς χρεωκοπίαν, διότι πρὶν ἢ ἀρχίσωσι, τοὺς ἐλήστευσαν οἱ ἱδρυταὶ αὐτῶν· μεγαλειτέρα δὲ ληστεία ἔγεινεν εἰς τὸν ἐν Θεσσαλίᾳ σιδηρόδρομον. Κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ποίαν ληστείαν διεπράξαντο οἱ ἱδρυταὶ οὗτοι, φέρω σημείωσιν τοῦ μηχανικοῦ Ledux, ὅστις κατεσκεύασε τὸν σιδηρόδρομον τοῦ Λαυρίου ἐπὶ τῆς ἑταιρίας Ροῦ καὶ Σας. Ἡ σημείωσις αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὴν Γαλλικὴν συλλογὴν τῶν Μηχανικῶν ἔργων ἐν Τόμ. Εʹ. ἣν ἕκαστος εὑρίσκει εἰς τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς. Ἐν αὐτῇ ἀναφέρεται, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος (ἀναγινώσκει τὴν σημείωσιν ταύτην) ἐστοίχισε 77,000 κατὰ χιλιόμετρον· ἀλλ’ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην συμπεριελήφθη καὶ ἡ δαπάνη τῶν διαφόρων παραφυάδων τοῦ δρόμου, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι τοὐλάχιστον αἱ 7000 κατὰ χιλιόμετρον, καὶ οὕτω στοιχίζει 70,000 περίπου. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώμαλον τόπον στοιχίζει 70 χιλιάδας· καὶ δι’ ἕτερον ἴσον ποσὸν ἀνέλαβεν ἡ Διεύθυνσις τῶν Μεταλουργείων νὰ κατασκευάσῃ τὸν ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας σιδηρόδρομον, εἰς ὃν ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑπερπηδήσῃ περισσότερα προσκόμματα, καὶ νὰ φέρῃ καὶ ἁμάξας εὐπρεπεῖς ὡς ὁδοιπορικάς. Τοῦτο δὲ βεβαιοῖ καὶ ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως Βουλευτὴς καὶ Πρόεδρος ἐν τοῖς Μεταλουργείοις κ. Μητσόπουλος. Ἐν τούτοις ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Πάτραις, ὅπου δὲν ἔχουν νὰ ὑπερπηδήσωσι προσκόμματα ὅσα εἰς τὰς Λαυριακὰς, τῆς μὲν πρώτης οἱ ἱδρυταὶ λαμβάνουσι διὰ δικαιώματα προμηθείας 40,000 δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον, οἱ δὲ τῶν Πατρῶν 30,000. Πῶς συμβαίνει τοῦτο, κύριοι; αἱ κυβερνήσεις ἔρχονται ἐπίκουροι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ ⅓ τῆς στοιχίσεως· λαμβάνουσαι δὲ αἱ ἑταιρίαι αὗται 20,000 δραχμὰς, ὑπελόγισαν ὅτι θὰ στοιχίσῃ ἕκαστον χιλιόμετρον 60 χιλιάδας. Πῶς ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐγνώριζε τὴν περίστασιν αὐτὴν καὶ ἐκ ταύτης ὅτι οἱ σιδηρόδρομος τῆς Θεσσαλίας καὶ Πατρῶν δὲν στοιχίζουσι παρὰ 60,000 τὸ χιλιόμετρον, ἐγκρίνει μετὰ ταῦτα τὸ καταστατικὸν αὐτῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρουσιάζουσιν 98,000 τὸ χιλιόμετρον ἡ μία, καὶ 110,000 ἡ ἑτέρα;
§43ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτὸ, ὅτι ἀπαιτοῦνται 60,000 κατὰ χιλιόμετρον; εἶναι ὑπόθεσις ἰδική σας.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ συγχύσῃ τοὺς ἄλλους βουλευτὰς τοὺς μὴ εἰδήμονας τῶν μηχανικῶν, καὶ οὐχὶ ὑμᾶς τὸν Συνταγματάρχην ἐπιστήμονος ὅπλου, ὅστις ἐννοεῖ εὔκολα ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐξάγεται ἀπὸ τὰ πράγματα. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅτι περὶ αὐτῶν τῶν δύο σιδηροδρόμων, πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν, δι’ ἐπερωτήσεως κατέστησα προσεκτικὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, μολονότι δὲν ἤμην τότε καλῶς πληροφορημένος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι τὸν μὲν σιδηρόδρομον Πατρῶν θὰ τὸν κατεσκεύαζον μὲ 80 χιλ. δραχμὰς, τὸν δὲ τῆς Θεσσαλίας μὲ 90 χιλιάδας, καὶ ἐπαραξενεύθην ὅταν εἶπε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἶναι περισσότερα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον προσέθηκεν ὅτι θὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα πρίν ἢ ἐκδώσῃ τὴν ἔγκρισιν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐνεργειῶν του ἀποδεικνύεται, ὅτι αἱ ἐξετάσεις του δὲν ἦσαν σπουδαῖαι. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔδειξε προθυμίαν νὰ δώσῃ ὤθησιν εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντρέξωσιν εἰς τὴν εὐκολίαν τοῦ Τόπου, καὶ τὴν ἐθαύμασε διὰ τοῦτο καὶ τὸ ἔθνος, καὶ ἐπικροτοῦν τὴν ἔφερεν εἰς τοὺς ὤμους του, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὴν ἐνεθρόνισεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἡ προθυμία της συνίσταται εἰς τὸ νὰ σπεύσῃ νὰ συσσωρεύσῃ τοσαῦτα διὰ μιᾶς, ὥστε νὰ μὴ γείνῃ τίποτε σωστόν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω, ὅπως ἄλλοι πονηροὶ, ὅτι ὑπάρχει ὀπισθοβουλία τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, σπεύσασαν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τόσον χονδροειδέστατον παράπτωμα· διότι παράπτωμα εἶναι, ὅταν μία Κυβέρνησις χαρίζῃ εἰς τοὺς ἱδρυτὰς μιᾶς Ἑταιρίας τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας ἑνὸς ἔργου, καὶ ἐκ τούτου οἱ ἱδρυταὶ, ἐκθέσαντες εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὰς μετοχὰς τῆς Ἑταιρίας τοῦ σιδηροδρόμου τῆς Θεσσαλίας, δὲν εὗρον εἰς τὰς Ἀθήνας εἰμὴ μόνον ἐπὶ 4 χιλιάδων μετοχῶν, ἤτοι ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τὰς περισσοτέρας ἔλαβον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνουν καὶ τοὺς ἄλλους καὶ οὕτω μένουν ἀδιάθετοι μετοχαὶ διὰ 27 ἑκατομμύρια ἀφοῦ στοιχίζει 28, διότι 23 ζητεῖ ἡ Ἑταιρία νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἔργον, καὶ 5, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὥστε ἔργον, τοῦ ὁποίου ὑπελογίσθη ἡ δαπάνη μόλις εἰς 15.000,000, ὑπερετιμήθη εἰς 28,000,000. Ἔπεται λοιπὸν, ὅτι οἱ ἱδρυταὶ ἐκ προκαταβολῆς προικίζονται μὲ 13,000,000, διὰ τοῦτο εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν δὲν εὗρον ἄλλους μετόχους παρὰ μόνον ἑαυτοὺς, καθόσον ἐκεῖ εἶναι τὸ μέγα σχολεῖον τῶν λαθροχειριῶν, καὶ ὁ εἷς γνωρίζει τὴν τοῦ ἑτέρου περὶ τὴν τέχνην ταύτην ἱκανότητα. Ἐνταῦθα πιστεύω νὰ εὗρον τινὰς, οὓς ἐξαπατήσαντες τοὺς ἔκλεψαν, διότι δυστυχῶς οἱ συμπολῖταί μας δὲν ἐσωφρονίσθησαν ἀπὸ τὴν ληστείαν, ἣν ὑπέστησαν τὸ 1873 διὰ τῶν Λαυριακῶν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μᾶς φέρει ἐκ τῶν Νομοσχεδίων τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων νὰ ψηφίσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον· διατί τοῦτο; διὰ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὸν ζῆλον τῶν ἱδρυτῶν ἢ νὰ ὠθήσωμεν εἰς τὴν πρόθυμον ἐγγραφὴν τοὺς ἔχοντας κεφάλαια τινὰ, καὶ νὰ γυμνωθῇ αὖθις ἡ ἀγορὰ τῶν Ἀθηνῶν ὡς ἐγένετο πρὸ τριῶν μηνῶν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ τὰ τοιαῦτα ναυάγια τῆς κοινωνίας.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤρχισαν τὸ ἔργον οἱ ἐργολάβοι καὶ θὰ τὸ τελειώσωσι ταχέως.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν τὴν ἱστορίαν τοῦ κατὰ τὸ 1873 ἐργολάβου τοῦ σιδηροδρόμου Λαμίας, καὶ μὴ ἀπατᾶσθε· ὁ ἐργολάβος, ὁ ἐπιχειρήσας τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, συνεκάλει τακτικῶς τοὺς ἐργάτας καθ’ ἕκαστον Σάββατον καὶ ἐπλήρωνε τὴν ἑβδομαδιαίαν ἐργασίαν των, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐγγραφὴν μετοχῶν, ἀλλ’ ὄντος προσφάτου τοῦ Λαυριακοῦ ναυαγίου, ἀπέτυχε, καὶ τὸ ἔργον ἐγκατελείφθη.
§47ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἶσθε ἀπὸ τὴν Σπάρτην καὶ δὲν γνωρίζετε τί γίνεται ἐν Θεσσαλίᾳ.
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω τὴν Θεσσαλίαν, ἐνῷ σεῖς δὲν ἠξεύρετε ποῦ κεῖται ἡ Σπάρτη.—Βλέπετε λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀμφίβολον ἂν τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἢ θὰ ἐπιτελεσθῶσιν ἐλεεινὰ, καὶ μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ ἔχωμεν ἔργα. Ὥστε ὑπέχει εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, ἐπικυρώσασα διὰ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ κανονισμοῦ τῆς Ἑταιρίας τὴν ληστείαν, ἣν αὕτη ἐπράξατο εἰς αὐτὰ τὰ ἔργα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἴδομεν οὔτε τὸν κύριον Τρικούπην, οὔτε τὸν κύριον Καραπάνον νὰ μᾶς εἴπωσι τὸν λόγον ὄχι διατί στοιχίζουν διπλασίως τὰ ἔργα, ἀλλὰ διατί τὰ κεφάλαια πρέπει νὰ γίνωσι διπλάσια εἰς τὰ ἔργα αὐτά· λέγουν μόνον ὅτι χρειάζονται προκαταβολαὶ καὶ προμήθειαι. Ἀλλ’ αἱ προκαταβολαὶ θὰ λάβουν τόκον καὶ προμήθειαν μέχρι διπλασίου πρὸς τὸ κεφάλαιον; Διατί τέλος δὲν ἀναβαίνει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις, ὡς εὐπαίδευτος, θὰ ἀνήκῃ βέβαια εἰς τὰ τεχνικὰ σώματα, καὶ ἑπομένως θὰ ἦναι καὶ μηχανικὸς δυνάμενος νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ διατί ὁ σιδηρόδρομος τῆς Θεσσαλίας, διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ὁποίου ὑπάρχουν ὅλαι αἱ εὐκολίαι, στοιχίζει 110 χιλ. τὸ χιλιόμετρον; Λοιπὸν ἐνόσῳ δὲν μᾶς ἐξηγεῖ καθαρῶς ὅτι πραγματικῶς ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς στοιχίζει 110 χιλ. τὸ χιλιόμετρον, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ φανῶμεν πολλοὶ προσεκτικοὶ, ψηφίζοντες πίστωσιν διὰ νὰ πληρώσωμεν τοὺς ἐργολάβους.
§49ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο πολὺ ἔντιμον, ἂν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἔπραττε τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ, ἀφοῦ ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἑταιριῶν. Ἡ ἀναβολὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Σπάρτης προτείνει, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ δικαιολογῆται ποσῶς. Ἀλλὰ ἕν τι θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χρυσοῦ δὲν προῆλθε κυρίως ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· προῆλθε, διότι συνήφθησαν ἀλλεπάλληλα δάνεια, ὁ ὅρος τῶν ὁποίων ἦτο ὅτι πρέπει νὰ καταβάλωμεν εἰς χρυσὸν τὸν τόκον καὶ τὸ χρεωλύσιον. Εἶναι ἀκριβῶς βεβαιωμένον ὅτι πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αὐτὰ τὰ δάνεια, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο εἰς ἐλάχιστον βαθμὸν ἐνοχλητικὴ εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ Κράτους. Κύριοι, ὁ χρυσὸς ἐκλείπει καθ’ ἡμέραν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην· ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ δάνειον τὸ Ἰταλικόν. Ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἡ Ἰταλία, ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ 4–5 ἑκατομμύρια φράγκα εἰς χρυσὸν (τὰ σήμερον εὑρισκόμενα κεκλεισμένα εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους) ἀπὸ ὅλας τὰς γωνίας τῆς γῆς. Ὅλοι οἱ Ἰταλοὶ (29,000,000) δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συνεισφέρουν ἄνω τῶν 75 ἢ 78 ἑκατομμυρίων· ἠναγκάσθησαν νὰ ζητήσουν ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς 75 ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα εἰς χρυσόν· ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους σχεδὸν τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀπὸ τοὺς Γάλλους ἐπίσης ὀλίγον ὀλιγώτερον, ἀπὸ τὴν Βιέννην περίπου τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἀπὸ τὸ Βερολῖνον ὡσαύτως, ἀπὸ τὰς πόλεις τὰς ἐμπορικὰς Τεργέστης καὶ Μασσαλίας ἐλάχιστα ποσά. Καὶ ποῦ δὲν κατέφυγον διὰ νὰ ζητήσουν χρυσὸν, καὶ χρυσὸς δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ἐπίσημον ὁμολογίαν τῶν καλλιτέρων τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας οἰκονομολόγων. Αὐτοὶ εὑρίσκουν ὅτι ὁ χρυσὸς ὅλος μεταφέρεται εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι μόνον Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ ἐνεργητικὸν εἰς τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου εἶναι τὰ Ἡνωμένα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς. Τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης ἀνέρχεται εἰς ἓν δισεκατομμύριον. Ἑξακόσια ἑκατομμύρια φράγκα εἰσέπραξεν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις ἐφέτος ἐκ φόρων πλειότερον παρὰ τ’ ἄλλα ἔτη· 60,000,000 ἐμπορεύματα ἐξήγαγε τὸν μῆνα Ὀκτώβριον ἐπέκεινα τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ 15,000,000 εἰς χρυσὸν ἐπέκεινα τοῦ εἰσαχθέντος· ἡ ἀναλογία δὲ αὐτὴ αὐξάνει καθ’ ἑκάστην. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πράξῃ ὅ,τι πράττουν οἱ τραπεζῖται ἐνταῦθα. Ὁσάκις ζητοῦν χρυσὸν εἰς ἐγγραφὴν μετοχῶν, λέγουν ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ δόσατέ μας τόσας νέας δραχμὰς εἰς χαρτονόμισμα. Αὐτὸ ἔπραξεν ἡ Τράπεζα τῆς Ἠπειροθεσσαλίας. Ἐὰν τοῦτο κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις, βεβαιότατα θὰ εὐεργετήσῃ τὸν Τόπον, διότι τὸ δάνειον τότε θὰ γείνῃ ὅλως διόλου ἐσωτερικὸν καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ καὶ πρόσθετον δάνειον ἐξωτερικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ αὐξήσῃ τὴν δεινότητα τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Αὐτὴν τὴν ταπεινὴν κρίσιν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ αὐξήσωσιν αἱ δυσχέρειαι τοῦ Κράτους.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς τοῦ χορηγήματος πρὸς τὴν Ἑταιρίαν δὲν ἐπάγεται καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς εὑρέσεως χρυσοῦ, διότι ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἀνελήφθη διὰ συμβάσεως, ἐν Ἑλλάδι ὑπογραφείσης, καὶ πᾶσαι αἱ συμβάσεις ἐννοοῦσιν ὡς νόμισμα τὸ νόμιμον Ἑλληνικὸν νόμισμα, τοῦτο δὲ εἶναι τὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἑπομένως ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἶναι ὑποχρέωσις πληρωμῆς διὰ νομίσματος ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν δὲ παρατήρησιν, ἂν ἐν τοῖς καταστατικοῖς τῶν Ἑταιριῶν ὡρίσθη ἡ ἀξία τοῦ σιδηροδρόμου ὑπερτέρα τῆς πραγματικῆς, τοῦτο οὐδόλως σχετίζεται πρὸς τὸ Νομοσχέδιον. Τὸ Νομοσχέδιον ἡμῶν ἀφορᾷ εἰς τὴν πραγματοποίησιν ὑποχρεώσεων ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους· κατὰ τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, ἐντὸς τοῦ ἔτους 1883 δύναται νὰ κληθῇ τὸ Δημόσιον εἰς καταβολὴν 5,600,000 δραχμῶν. Πρέπει ἑπομένως ἡ Βουλή, πρὶν ἀποχωρήσῃ, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέσον, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας, καὶ εἰς τοῦτο ἀφορᾷ τὸ Νομοσχέδιον. Ἐπὶ δὲ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἔργων τῶν σιδηροδρόμων παρατηρῶ, ὅτι τοῦτο, καίτοι ἀντικείμενον κανονικώτατον ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν αὕτη τουτέστιν ἐνέκρινεν ἐν τῷ καταστατικῷ ἐκτίμησιν ὑπερβολικὴν δυναμένην νὰ βλάψῃ τοὺς μετόχους, δὲν σχετίζεται πρὸς τὴν πραγματοποίησιν ἢ μὴ τῶν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐννοεῖται, ὅτι τὰ τοῦ χορηγήματος δὲν θέλουσι καταβληθῆ εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ὑποχρέωσις· ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν ἂν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἵνα ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ γείνῃ ἡ πληρωμή· ἡ πληρωμὴ θὰ γείνῃ ἅμα ὡς πραγματοποιηθῶσι τὰ ἔργα. Ἀλλὰ καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ἀποτύχει ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ὅπως κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπέτυχεν ἡ τῆς Ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, διότι ὀλίγος ἀριθμὸς μετοχῶν διετέθη, ἡ πραγματοποίησις τοῦ ἔργου διὰ τοῦτο οὐδόλως κινδυνεύει, διότι ἤδη ὑφίσταται ἡ ἀνώνυμος Ἑταιρία, εἰς ἣν θέλει μετενεχθῆ ἡ ἐπιχείρησις, καίτοι αἱ μετοχαὶ αὐτῆς δὲν διετέθησαν τὸ πλεῖστον ἐν τῇ δημοσίᾳ ἐγγραφῇ· τὰς μὴ διατεθείσας μετοχὰς λαμβάνει ἑτέρα Ἑταιρία οὐχὶ ἀνώνυμος, ἀλλὰ en Participation κατὰ τὸν Γαλλικὸν Νόμον, ἥτις ἔχει ὅλα τὰ μέσα εἰς ἐκπλήρωσιν ὧν ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐγγυῶνται περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἔργου.
§51ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑφίσταται καὶ ἡ ἀνώνυμος Ἑταιρία, ἥτις ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβῃ τὰς ἐγγραφάς.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ταύτην τὴν νέαν ἀνώνυμον Ἑταιρίαν δὲν ἔλαβε μετοχὰς ἢ διὰ μικρὸν ἀριθμὸν τὸ κοινόν· ὅλον τὸ ὑπόλοιπον ἐλήφθη ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς Ἑταιρίας. Ἐὰν ὑπάρχῃ ζημία, ταύτην ὑφίστανται αὐτοὶ οὗτοι οἱ τῆς ἀρχικῆς Ἑταιρίας, οἵτινες ἂν ὑπερβολικῶς ἐξετίμησαν τὸ ἔργον, δὲν ἠδυνήθησαν ἕνεκα τούτου νὰ διαθέσωσι τὰς μετοχὰς τῆς νέας Ἑταιρίας. Δὲν λέγω τοῦτο, ἵνα ἐλαττώσω τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀναγνωρίσει αὕτη τὴν ἀξίαν τῶν ἔργων ὑπερτέραν τῆς πραγματικῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προστατεύῃ τὸ κοινὸν ἀπέναντι τῶν ἱδρυτῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, διὰ τοῦτο καὶ τῇ ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν. Δὲν παραδεχόμεθα οὔτε ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Θεσσαλίας, οὔτε ὡς πρὸς τοὺς τῶν Πατρῶν Ναυπλίου καὶ Πύργου, ὅτι ἡ ἐκτίμησις ὑπῆρξεν ὑπερβολική. Κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τῶν ἐκτιμήσεων, τοὺς διέποντας τὰ τοιαῦτα, ἡ ἐκτίμησις δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν πραγματικὴν δαπάνην, ἀναγνωρίζεται καὶ ὠφέλεια ὑπὲρ τῶν ἀρχικῶς ἀναλαβόντων τὸ ἔργον ἀπέναντι τῶν κινδύνων καὶ τῶν κόπων αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἐγκρίνῃ τὰ καταστατικά, τὰ περιέχοντα τοιαύτας ἐκτιμήσεις, συνεβουλεύθη καὶ πάντας, οὓς ἔχει ἐκ τοῦ Νόμου παρ’ ἑαυτῇ τεταγμένους ὡς Συμβούλους, συνεβουλεύθη καὶ ἄλλους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ τὴν φωτίσωσι περὶ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῇ περὶ τὴν ἐκτίμησιν. Ἐῤῥέθη ὅτι ὁ σιδηρόδρομος τοῦ Λαυρίου δὲν θέλει στοιχίσει κατὰ χιλιόμετρον ὅσον ἐν τοῖς καταστατικοῖς ἐξετιμήθησαν οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν Πατρῶν· ἀλλ’ ὁ σιδηρόδρομος ἐκεῖνος κατασκευάζεται παρ’ αὐτῶν τῶν ἱδρυτῶν, διότι αἱ μετοχαὶ δὲν διετέθησαν δι’ ἐκδόσεως πρὸς τὸ κοινὸν, ἀλλὰ μένουσι κτῆμα τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἐπιχείρησιν Ἑταιρίας τοῦ Λαυρίου· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν αἱ δαπάναι τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ Λαυρίου νὰ ἦναι αἱ αὐταὶ μὲ τὰς δαπάνας τῶν σιδηροδρόμων τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν Πατρῶν, διότι ὁ σιδηρόδρομος τοῦ Λαυρίου θεωρεῖται ἐκ τῶν εὐκόλων, καὶ τούτου δύναται νὰ ἀντιληφθῇ πᾶς ὅστις ἐντεῦθεν μεταβῇ εἰς Λαύριον. Οὐδὲν ἔργον παρουσιάζεται σπουδαῖον, οὔτε τεχνικὸν, οὔτε ἐπιχωματώσεως ἢ ἐκχωματώσεως, ἐνῶ ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ ἔργα τῆς ἐπιχωματώσεως εἶναι ἔκτακτα, διότι τὸ πλεῖστον τῆς χώρας εἶναι χαμηλὸν καὶ τελματῶδες, ἰδίως ἐν τῷ μεταξὺ Βελεστίνου καὶ Καλαμπάκας, καὶ πρέπει ἡ ὁδὸς νὰ ὑψωθῇ ἀπὸ τοῦ συνήθους ἐδάφους, ἡ δὲ ὕψωσις αὕτη θέλει στοιχίσει πολλὰ εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις θὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλας δαπάνας διὰ τὴν γεφύρωσιν τῶν ποταμῶν καὶ ἰδίως διὰ τὴν κατασκευὴν μεγάλης γεφύρας ἐπὶ τοῦ Πηνειοῦ. Ὡσαύτως καὶ ὁ σιδηρόδρομος τῶν Πατρῶν εἶναι κατὰ πολὺ δαπανηρότερος τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος ἡ ἐξέτασις τῶν λεπτομερειῶν τῆς διαφορᾶς τῶν δαπανῶν· ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου δὲν δύνανται νὰ παραβληθῶσι πρὸς τὰς δαπάνας ἰδίως τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, τὰ δὲ ἔργα τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων οὐ μόνον δὲν εὑρίσκονται ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ εἶναι καὶ τοσούτῳ προκεχωρημένα, ὥστε ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κοινοῦ ὁ ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν σιδηρόδρομος.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, δὲν ἐσκόπει νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ δανείου τῶν 12,000,000, ἀλλὰ νὰ διατυπώσῃ ἐπερώτησιν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμα, τὸ ὑπὸ τοῦ Νόμου ἀνατεθειμένον εἰς αὐτὴν, τοῦ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν σύστασιν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, αἵτινες ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συστηθῶσιν. Ἐν ταῖς Ἐφημερίσι τῆς Κυβερνήσεως εὗρον ἀληθῶς τρία Διατάγματα, ἓν τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1882, δι’ οὗ ἐγκρίνεται τὸ Καταστατικὸν τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας»· εὗρον ἕτερον Διάταγμα τῆς 10ης Δεκεμβρίου 1882, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται τὸ Καταστατικὸν ἄλλης ἀνωνύμου Ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν, Πειραιῶς, Πελοποννήσου». Ἐκτὸς τούτου, εὗρον καὶ τρίτον Διάταγμα τῆς 14 Δεκεμβρίου 1882, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγκρίνεται τὸ Καταστατικὸν τῆς ἀνωνύμου Ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς· τρεῖς λοιπὸν σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις ἔχομεν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τρεῖς ἀνωνύμους μετοχικὰς Ἑταιρίας. Ἐπειδὴ δὲ αὗται σκοπὸν καὶ ἀντικείμενον ἔχουσι τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, διὰ τοῦτο προέβησαν εἰς τὴν εἰς ἐργολάβους παραχώρησιν τῶν ἔργων τῆς ἐκτελέσεως, τὰ δὲ καταστατικὰ αὐτῶν προσδιώρισαν τὰ χρηματικὰ ποσὰ, ἀντὶ τῶν ὁποίων παρεχωρήθησαν αἱ ἐργολαβίαι τῆς κατασκευῆς. Εὑρίσκω ἐν τῷ καταστατικῷ τῆς Ἑταιρίας τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ὅτι ὁ λαβὼν τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ, κατὰ τὸν Νόμον τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, συνεβλήθη μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μετὰ τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς Πίστεως, μετὰ τῆς Προνομιούχου Τραπέζης τῆς Ἠπειροθεσσαλίας καὶ μετὰ τῆς Τραπέζης Κωνσταντινουπόλεως καὶ συνέστησεν Ἑταιρίαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Σιδηρόδρομοι Θεσσαλίας»· ἡ Ἑταιρία δὲ αὕτη παρεχώρησε τὴν κατασκευὴν εἰς αὐτὸν ὡς ἐργολάβον ἀντὶ 22,400,000, ἐξαιρουμένων τῶν 20,000 νέων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θέλει πληρώσει δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἀπὸ Βελεστῖνον μέχρι Καλαμπάκας. Τὸ ποσὸν δὲ αὐτὸ ἀνέρχεται εἰς δρ. 2,920,000, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 10ον τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συμβαλλομένου ἡ ἔκτασις τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς ὑπελογίσθη εἰς 146 χιλιόμετρα. Ἐκτὸς δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἡ Ἑταιρία παρεχώρησε εἰς τὸν ἐργολάβον τὴν κατασκευὴν τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων ἀντὶ 22,500,000 φράγ. Τὸ Καταστατικὸν τοῦτο ἐνέκρινεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν Βουλὴν δὲ μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἐνησκήθη ἡ Κυβερνητικὴ ἀστυνομία καὶ ἂν αὕτη ἦτο τοσοῦτον ἄγρυπνος, ὥστε ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὰς ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ περιπέσῃ τὸ κοινὸν, ὅταν ἔμελλε νὰ ἐκδοθῶσιν αἱ μετοχαὶ καὶ νὰ προκληθῇ εἰς τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Εὐτυχῶς τὸ Ἑλληνικὸν κοινὸν διεκρίθη κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἐπὶ νοημοσύνῃ καὶ δὲν ἔλαβε παρὰ μικρὸν ἀριθμὸν μετοχῶν· ἀλλὰ μὄλον ὅτι τὸ κοινὸν ἀπέφυγε πάντα κίνδυνον, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ Κυβερνητικὴ ἀστυνομία ἦτο ἄγρυπνος καὶ ἂν ἐλήφθησαν πάντα τὰ μέτρα, ὅπως μὴ κατασταθῇ δυνατὴ ἀπάτη ἢ ἀποπλάνησις τοῦ κοινοῦ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς μίαν τῶν ἐρχομένων συνεδριάσεων νὰ καταστήσῃ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς πόσα χιλιόμετρα ὑπολογίζεται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν· ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο παραβολὴ τῶν τριῶν καταστατικῶν τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν, ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ πόσα χιλιόμμετρα θέλουσιν ἀποτελεῖσθαι ὡσαύτως οἱ σιδηρόδρομοι ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαυρίου μετὰ τῶν ἰδίων ἑκάτερος διακλαδόσεων. Ὅταν μάθωμεν τὴν ἔκτασιν αὐτῶν κατὰ χιλιόμετρον, τότε θέλομεν κρίνει ἂν τὰ ποσὰ, ἐφ’ οἷς παρεχωρήθησαν αἱ ἐργολαβίαι τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ἀνάλογα εἰς τὰς ἀνάγκας, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν βεβαίως καὶ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἡ κατασκευὴ ἑκάστης τῶν γραμμῶν τούτων παρεῖχε πρὸς αὔξησιν τῶν δαπανῶν, διότι ὡς οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας ἀπαιτοῦσιν ἔργα ἐπιχωματώσεων, καὶ ἡ γραμμὴ, ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας, ἀπαιτεῖ τεχνικὰ ἔργα γεφυροποιΐας. Ἡ αἴτησίς μου λοιπὸν συνίσταται εἰς τοῦτο, νὰ κατατεθῇ σημείωσις ἀπὸ πόσα χιλιόμετρα συνίσταται ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν καὶ ἀπὸ Βελεστίνου εἰς Καλαμπάκαν, ἀπὸ πόσα ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαύριον μετὰ τῶν διακλαδώσεων αὐτῆς, καὶ ἀπὸ πόσα ἡ ἀπὸ Πειραιῶς, Ἀθηνῶν εἰς Κόρινθον μέχρι τῶν τελευταίων σημείων αὐτῆς, ἤτοι μέχρι Ναυπλίου, Μύλων καὶ Πατρῶν.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς, ὅστις βεβαίως ἔχει ἀνὰ χεῖρας τὸ ἐκτετυπωμένον Νομοσχέδιον, ἔστρεφε τὸ φύλλον, ἤθελεν ἴδει ὅτι ταῦτα εἶναι σημειωμένα πλὴν τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν σιδηρόδρομον Λαυρίου ὑπὲρ οὗ οὔτε χορήγημα, οὔτε ἀποζημίωσις ὀφείλεται. Ἡ γραμμὴ ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν εἶναι σημειωμένη ὡς συνισταμένη ἐκ σταδίων 62, ἡ γραμμὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας εἶναι ὡσαύτως σημειωμένη· μόνον λείπει ἡ πληροφορία περὶ τοῦ σιδηροδρόμου Λαυρίου, καὶ τοῦτο δι’ ὃν ἐξέθηκα λόγον, ἀλλὰ θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν προσεχῶς σημείωσιν περὶ τῆς ἀναπτύξεως καὶ τοῦ σιδηροδρόμου τούτου.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τὰ σημειούμενα 62 χιλιόμετρα ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν δὲν ἦσαν τὸ ὅλον.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον πρῶτον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον δεύτερον (ἀναγινώσκεται).
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκδώσῃ ἀπευθείας τὸ δάνειον καὶ νὰ προκαλέσῃ ἐγγραφὴν ἢ ὄχι, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ δὲν ἐνόησε τοιοῦτόν τι· νομίζω δὲ ὅτι ἡ λέξις «ἐκδοθῇ», ὑπονοεῖ τὴν διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου. Τοῦτο φαίνεται λίαν περιοριστικὸν καὶ ἀσύμφορον. Ὅθεν προτείνω ὅπως ἡ λέξις «ἐκδοθῇ» ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως «πραγματοποιηθῇ» τόσον ἐν τῷ παρόντι ὡς καὶ ἐν τοῖς ἑπομένοις ἄρθροις, ἐν οἷς ἐπαναλαμβάνεται αὕτη.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τῆς λέξεως «ἐκδοθῇ» βεβαίως δὲν ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ διάταξιν περιοριστικὴν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελε πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον· καὶ ἂν ἡ λέξις «πραγματοποιηθῇ» δύναται νὰ θεωρηθῇ γενικωτέρα, δέχομαι ὅπως ἀντικατασταθῇ διὰ ταύτης ἐκείνη, ὥστε νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤθελον γείνει προτάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς ἂν θέλῃ νὰ ἐκδόσῃ τὸ δάνειον εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἢ ἂν θέλῃ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ πρὸς Ἑταιρίαν ἀναλαμβάνουσαν ἀμέσως τὴν πραγματοποίησιν. Ὅθεν ἐν τῷ ἄρθρῳ δευτέρῳ «τὸ ἀνωτέρω δάνειον θέλει ἐκδοθῆ» καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ τρίτῳ «ἐντὸς τοῦ 1883 θέλει ἐκδοθῆ» δυνάμεθα νὰ θέσωμεν «θέλει πραγματοποιηθῆ», ἴσως δὲ ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ ἀντὶ τοῦ «θέλει» προτιμότερον νὰ θέσωμεν «δύναται»· διότι, ἂν τυχὸν δὲν ἐκπεραιώσωσιν αἱ Ἑταιρίαι ἐντὸς τοῦ ἔτους ἁπάσας τὰς παρεχούσας αὐταῖς δικαίωμα ἀπαιτήσεως πληρωμῆς ὑποχρεώσεις, ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου δύναται νὰ γείνῃ καὶ βραδύτερον.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖτε.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσέτι ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ νὰ τεθῇ ἀντὶ «ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως» «ἡ τιμὴ τῆς πραγματοποιήσεως» ἐν τῇ αὐτῇ ἐννοίᾳ· καὶ ἐν ἄρθρῳ πέμπτῳ ἀντὶ «τῶν ἐκδοθησομένων ὁμολογιῶν» νὰ τεθῇ «τῶν πραγματοποιηθησομένων»· καὶ ἀντὶ «οἱ ὅροι τῆς ἐγγραφῆς» γράφε «οἱ ὅροι τῆς πραγματοποιήσεως».
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τρίτον μετὰ τῶν τροπολογιῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 μετὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ προταθεισῶν ἀνωτέρω τροπολογιῶν καθὼς καὶ τὸ σύνολον).
§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Τὸ θέμα εἶναι λίαν δυσχερὲς καὶ ἐδέησε νὰ γείνῃ μελέτη· ἀκούσαντες δὲ καὶ πολλὰς παραστάσεις, ἐνομίσαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ, ἵνα μὴ κατασταθῶμεν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν βιομηχανίαν. Διὰ τοῦτο φέρομεν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐθεωρήσαμεν κατάλληλον, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ τυπωθῇ καὶ χωριστὰ καὶ μετὰ τοῦ ἄλλου Νομοσχεδίου συνηρμολογημένη. Γίνεται ἀντικατάστασις μόνον τεσσάρων ἄρθρων. (Ὅρα Παράρτημα).
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὑπεβάλετο νέον Νομοσχέδιον.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί νέον; μεταβάλλομεν μόνον τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ 9.
§66ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν ἄν ὑπάρχῃ ἡ ἀφαίρεσις διὰ τοὺς μικροὺς λέβητας τῶν χωρίων· ἂν δὲν ὑπάρχῃ, τότε ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου· ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§68Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἦναι ὀρθὴ καὶ ἀσφαλὴς ἡ ἀρχὴ, ὅτι οἱ πολῖται συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των καὶ ὅτι τὸ καθαρὸν εἰσόδημα εἶναι ἡ μόνη δικαία βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηρίζεται πᾶσα φορολογία, τότε οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως εἶναι οἱ ἀδικώτεροι ὅλων τῶν φόρων, διότι οὗτοι διανέμονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν οὐχὶ κατὰ λόγον τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ κατὰ λόγον τῆς γενομένης ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου χρήσεως, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀναλογίαν πρὸς τὸ εἰσόδημα. Γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἀπὸ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἰσπράττει τὸ Κράτος 20 περίπου ἑκατομμύρια· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ταῦτα διανέμονται μεταξὺ τῶν πολιτῶν κατὰ λόγον τοῦ καθαρῶς εἰσοδήματος αὐτῶν. Ἀπέλθετε εἰς πόλιν τινὰ, εἰς ἣν πάντα τὰ πρὸς τὸ ζῆν εἰσάγονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἑπομένως ὑποβάλλονται εἰς τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ ἰσχύον δασμολόγιον μετὰ τῶν προσθέτων δεκατημορίων ἀναβιβάζεται εἰς 15%, εἰς τὴν Σύρον π. χ. ἐκεῖ θὰ ἀπαντήσητε πτωχοὺς βιομηχάνους, ὧν τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα μόλις φθάνει τὰς 1000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας δαπανῶσιν εἰς ἀγορὰν ἀντικειμένων εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ἑπομένως ἕκαστος τούτων πληρώνει 150 δραχμὰς δι’ εἰσαγωγικὰ τέλη, ἤτοι 15% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματός του. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ θέλετε εὕρει ἐκεῖ πλουσίους ἐμπόρους καὶ ἐργοστασιάρχας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καθαρὸν εἰσόδημα 100,000 δραχμῶν, ἐξ ὧν μόλις τὰς 20 χιλιάδας δαπανῶσιν εἰς ἀγορὰν διαφόρων ἀντικειμένων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἑπομένως πληρώνουσι 3 χιλιάδας δραχμὰς, δηλαδὴ 3% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ ἐπὶ τῶν νέων φόρων τῆς καταναλώτεως, οὓς ἐψηφίσαμεν. Τὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἐκ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ σιγαροχάρτου, δὲν θὰ πληρωθῶσι βεβαίως παρὰ τῶν πλουσιωτέρων, ἀλλὰ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὸν καπνὸν καὶ τὸ σιγαρόχαρτον. Ἀλλὰ μολονότι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ριζικὸν καὶ κύριον ἐλάττωμα, μόλον τοῦτο θεωροῦνται προτιμότεροι ἀπὸ τοὺς ἀμέσους, καὶ τοῦτο διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι συγχωνεύονται μὲ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τῶν πραγμάτων, εἰς ἃ ἐπιβάλλονται, καὶ ἑπομένως καταντῶσιν ἀνεπαίσθητοι· καὶ δεύτερον, διότι εἶναι προαιρετικοί· καθόσον, ἐὰν δὲν καταναλωθῇ τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλονται, δὲν πληρόνεται καὶ ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως. Λέγων δὲ τοῦτο, δὲν συμμερίζομαι βεβαίως τὴν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασαν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπιπίπτουσι ἐπὶ τῶν καταναλωτῶν. Τὸ μόνον βέβαιον εἶναι ὅτι καταβάλλονται ὑπὸ τῶν καταναλωτῶν καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτοι ἀγοράζουσι τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν εἶναι ἐπιβεβλημένοι. Συνήθως ὅμως ἐπιπίπτουσι ἐπὶ τῶν παραγωγῶν· διότι, ὅπως μὴ ὑπερτιμηθῶσι τὰ ἀντικείμενα καὶ ἐλαττωθῇ ἡ χρῆσις αὐτῶν, εἶναι ἠναγκασμένοι σχεδὸν πάντοτε οἱ παραγωγοὶ νὰ ἐλαττώνωσι τὴν τιμὴν, εἰς ἥν πωλοῦσι τὰ προϊόντα αὑτῶν. Ἐν τούτοις καὶ οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἀποβάλλουσι τὴν ἰδιότητα τοῦ προαιρετικοῦ, ὅταν ἐπιβάλλωνται εἰς ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης, διότι ταῦτα εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἄνθρωποι, θέλοντες μὴ θέλοντες, νὰ τὰ ἀγοράζωσι, καὶ ἑπομένως ὁ φόρος καθίστανται ὑποχρεωτικός. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως ἐπιβάλλονται εἰς ἀντικείμενα, ἅτινα δὲν θεωροῦνται τῆς πρώτης ἀνάγκης· ὅσα δὲ θεωροῦνται ἀπαραίτητα πρὸς το ζῆν δὲν ὑποβάλλονται εἰς τοιούτους φόρους. Προέταξα, κύριοι, ταῦτα διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐν Ἑλλάδι εἶναι φόρος ἀποκρουστέος κατ’ ἀρχήν. Εἰς ἄλλας χώρας ὁ οἶνος, εἴτε διότι δὲν παράγεται, εἴτε διότι ἔχει μεγάλην τιμὴν, εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀντικείμενον πολυτελείας· εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅμως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ οἶνος δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλαχοῦ οἱ πτωχοὶ ἄνθρωποι καὶ ἰδίως οἱ ἐργάται μεταχειρίζονται διάφορα ἄλλα ποτά· ἔχουσι ἄφθονον τὸ γάλα, τοῦ ὁποίου κάμνουσι καθ’ ἑκάστην χρῆσιν, πλεονάζει δὲ καὶ τὸ κρέας, δι’ οὗ τρέφονται καὶ διατηροῦσι τὰς δυνάμεις των· παρ’ ἡμῖν ὅμως ὁ πτωχὸς γεωργὸς, ὁ ἁπλοῦς ἐργάτης δὲν ἔχει ἄλλο ποτὸν, δὲν μεταχειρίζεται γάλα καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀγοράζῃ καθ’ ἡμέραν κρέας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ προσπαθεῖ νὰ διατηρῇ τὰς δυνάμεις του, εἶναι ὁ οἶνος. Ἑπομένως ἐπιβάλλοντες φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, φορολογοῦμεν πρᾶγμα τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ εἰσάγομεν φόρον ὑποχρεωτικὸν, ὃν δὲν δύνανται νὰ ἀποφύγωσι πρὸ πάντων οἱ ἄνθρωποι τῶν κατωτέρων τάξεων, οὓς ἐπιθυμοῦμεν νὰ μὴ βαρύνωμεν. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποῤῥίψει κατ’ ἀρχὴν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν διετέλει καὶ σήμερον ὑπὸ τὰς εὐφροσύνους ἐντυπώσεις, ἃς ἀνεποίησεν εἰς ὅλους ἡμᾶς ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτε ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς μᾶς ἔλεγε τότε, ὅτι, ἐὰν ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι, οὓς ἐπρότεινε καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἤλπιζε νὰ εἰσπραχθῶσι 15 περίπου ἑκατομμύρια, ὄχι μόνον ἤθελεν ἐξασφαλισθῆ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἤθελεν ἔχει καὶ περίσσευμα 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου. Ἐὰν ἡ διαβεβαίωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀληθής; βεβαίως ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀναστείλει τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν ἐπιβολὴν φόρου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξεγέρθη ἡ κοινωνία καὶ διετυπώθησαν τοσαῦτα παράπονα· διότι, καὶ ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο ὁ φόρος οὗτος, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔμελλον νὰ εἰσπραχθῶσι 4 ἑκατομμύρια, ἤθελε λείψει τὸ περίσσευμα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, καὶ ἤθελε μένει ἔλλειμμα 2½ ἑκατομμυρίων, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἤθελε καλυφθῆ ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου τῶν ἀμπέλων, καὶ οὕτω τὸ ἔλλειμμα ἤθελε περιορισθῆ εἰς 1,500,000. Φρονῶ δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ἐπιβάλλονται τόσοι ἄλλοι φόροι, ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον, παρὰ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου, νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν φέροντα ἔλλειμμα 1,500,000. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν αἱ ἐντυπώσεις ἐκεῖναι διελύθησαν ὡς πομφόλιγες. Τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἦτο ὄνειρον, τὸ ὁποῖον εἶδε κοιμώμενος, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν χαράν του ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν συνέλθῃ ἐκ τοῦ ὕπνου· διότι ἐκ τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε συζητήσεων ἐπείσθη, δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ αὐτὸς οὗτος, ὅτι, καὶ ἂν ὅλοι οἱ φόροι, οὓς ἐπρότεινεν, ἐπιψηφισθῶσι, καὶ ἂν φέρωσι τὰ ἀποτελέσματα, ἅτινα ὑπολόγισε, πάλιν εὑρισκόμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ ἰσοζύγιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε βεβαίως τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι εἶχεν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμούς του εἰς τὸν δίσκον ἐκεῖνον τῆς πλάστιγγος, ὁ ὁποῖος φέρει τὰ ἔσοδα, καὶ δὲν ἔβλεπε καθόλου τί ἐγίνετο εἰς τὸν ἕτερον δίσκον, τὸν φέροντα τὰ ἔξοδα· ἐνῶ δὲ ἐνόμιζε, ὅτι μὲ τὴν δραχμὴν, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν φορολογικῶν του νομοσχεδίων ἔμελλε νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῶν παραγωγῶν, καὶ μὲ τὸν ὀβολὸν, τὸν ὁποῖον προσεπάθει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὸν καταναλωτὴν, ἤθελεν κατορθώσει νὰ κλίνῃ τὴν πλάστιγγα πρὸς τὸ μέρος τῶν ἐσόδων, δὲν ἔβλεπεν ὅτι οἱ συνάδελφοί του ἔῤῥιπτον μὲ τοὺς καλάθους εἰς τὸν ἕτερον δίσκον τῆς πλάστιγγος νέα ἔξοδα, καὶ οὕτω ἡ πλάστιγξ ἔμενε πάντοτε κλίνουσα πρὸς αὐτόν· ἐλησμόνει ὅτι, διὰ νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον, δὲν ἀρκεῖ νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ ἐξογκώνωμεν καὶ τὰ ἔξοδα. Εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε παραδεχθῆ ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τὰς βάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτίθεντο πρὸ 3 ἐτῶν, ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία μὲ 65 ἑκατομμύρια. Ἐν τούτοις ἐψηφίσθησαν πέρυσιν 80 ἑκατομμύρια, ἄλλα τόσα προϋπολογίσθησαν καὶ ἐφέτος· ἐνῷ δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις προέτεινεν οἰκονομίας πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἔδωκε καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰς προτάσεις ταύτας, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔκαμε καὶ ἄλλας προσθήκας. Ὥστε ἕνεκα τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη, εὑρισκόμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ, τοὐλάχιστον ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, δὲν δύναται, ἀφοῦ παρεδέχθη τοσαῦτα ἔξοδα, νὰ ἀποῤῥίψῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἴνων. Προβλέπω μάλιστα μετὰ λύπης ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἴδιον σύστημα, ἐὰν δὲν μεταβάλλωμεν τὰς βάσεις τῶν ἐξόδων, ἃς παρεδέχθημεν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ ἐνεστὸς ἔτος, θέλομεν εὑρεθῆ πολὺ ταχέως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν ὄχι μόνον τὸν οἶνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἀντικείμενα πολὺ τούτου ἀναγκαιότερα καὶ χρησιμώτερα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὴν τετράωρον ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ Προϋπολογισμὸς, προσεπάθησε ν’ ἀναιρέσῃ καὶ πολλὰ ἐξ ὅσων ἐγὼ εἶπον τότε. Πρὸς τοῦτο μάλιστα ἐπεκαλέσθη καὶ ἀνύπαρκτα κείμενα, διότι ἀνύπαρκτον εἶναι τὸ λεχθὲν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι εἰς τοὺς παλαιοτέρους νόμους περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς ὑπάρχει διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέρχηται εἰς τὸ Δημόσιον ἡ ἀπαλλοτριωθεῖσα γῆ, ἐὰν δὲν πληρωθῶσι δύω δόσεις τοῦ τιμήματος· ἀλλ’ ἐνῷ κατέβαλε τοσαύτην προσπάθειαν πρὸς ἀναίρεσιν τῶν λόγων μου, συνεφώνησε μετ’ ἐμοῦ εἰς τὸ κυριώτερον, τοὐτέστιν εἰς τὸ συμπέρασμα. Ποῖον δ’ εἶναι τὸ συμπέρασμα τοῦτο; ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε, ἔλεγον ἐγώ, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δαπάναι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἴσως καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ φθάσωσι τὰ 90 ἑκατομμύρια· ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ ἦναι ὄχι μόνον 90, ἀλλὰ πολὺ περισσότερα, καὶ σᾶς ἀπηρίθμησε πολλὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ προστεθῶσιν εἰς ὅσα ἐγὼ ἀνέφερον. Ἔχετε λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε ὡμολογημένον καὶ βεβαιωμένον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους θὰ ὑπερβῇ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὰ 100 ἑκατομμύρια. Καὶ μὴ πλανᾶσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν τοσοῦτον ὑπέρογκον ποσὸν ἐξόδων νὰ καλυφθῇ διὰ τῆς λεγομένης plus value, ἤτοι τῆς κανονικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων. Ἐὰν μελετήσητε τοὺς Προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ κανονικὴ αὔξησις δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ εἰς ποσὸν ἀνώτερον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου κατ’ ἔτος· καὶ ἂν φαίνεται κατά τι ἀνωτέρα, τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ τῆς αὐξήσεως πολλῶν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ ἀφοῦ δυστυχῶς ἀκολουθοῦμεν τοιοῦτον οἰκονομικὸν σύστημα, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν καὶ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου, καθόσον μάλιστα φόρος τοιοῦτος ἐπροτάθη καὶ εἰς ἄλλας ἐποχὰς κατὰ τὰς ὁποίας τὰ οἰκονομικὰ δὲν εὑρίσκοντο εἰς τοσοῦτον δυσάρεστον κατάστασιν· ἀλλ’ ὁ τότε προταθεὶς φόρος καταναλώσεως ἦτο πρῶτον μικρὸς, ἦτο δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, δεύτερον ἦτο ἴσως καὶ ὁμοιόμορφος δι’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, καὶ τρίτον ἐπεβάλλετο εἰς μόνους τοὺς οἰνοπώλας καὶ δὲν παρενέβαλεν οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ὅσοι ἤθελον νὰ πωλήσωσι λιανικῶς τὸν οἶνόν των. Ἡ ἐνεστῶσα ὅμως Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ φορολογήσῃ βαρέως τὸν οἶνον, καὶ καθὼς ἐνθυμεῖσθε ὑπέβαλε κατ’ ἀρχὴν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπέβαλλεν εἰς τὸν οἶνον φόρον 5 λεπτῶν, τὸν ὁποῖον ὅμως διῄρει εἰς ἔγγειον φόρον καὶ δικαίωμα καταναλώσεως· ἀλλ’ ὅταν εἰς μίαν ἐν παρόδῳ συζήτησιν ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ οἱ δύω οὗτοι φόροι ἀποτελοῦσιν ἕνα καὶ μόνον φόρον καὶ ὅτι οὗτος ἦτο ἔγγειος, κατεδείχθη δὲ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ ἤθελεν ἐπιφέρει πολλὰς καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις, ἡ Κυβέρνησις ἀπέσυρε τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ εἰσήγαγε τὸ σήμερον συζητούμενον εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο Νομοσχέδιον ἔχει πολλὰς καὶ οὐσιώδεις ἀτελείας, ἕνεκα τῶν ὁποίων φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, οὔτε κατ’ ἀρχήν, οὐχὶ διότι ἀποκρούω ἀπολύτως τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ διότι τὸ Νομοσχέδιον εἶναι τοιουτοτρόπως κατεσκευασμένον, ὥστε πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ῥιζικῶς. Καὶ ἰδοὺ διατί. Τὸ Νομοσχέδιον δὲν ἐπιβάλλει τὸν αὐτὸν φόρον εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἀρχίζει ἀπὸ τῶν 6 λεπτῶν καὶ καταλήγει εἰς τὰ δύω. Ἤκουσα τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν λέγοντα, ὅτι τοιοῦτόν τι γίνεται καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ τῷ ὄντι ἐκεῖ εἷς ἐκ τῶν πολλῶν φόρων, εἰς οὓς ὑποβάλλεται ὁ οἶνος, κανονίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ πολλοὶ ἄλλοι φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν κανονίζονται κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ· ἐὰν δὲ γίνεται τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν δι’ ἕνα μόνον, ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν τοιαύτην διάκρισιν. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οὐδένα βλέπω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν διάκρισιν ταύτην. Τίνος ἕνεκα π. χ. ὁ οἶνος ὁ πωλούμενος εἰς τὸ Ἄργος πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς φόρον ἀνώτερον ἀπὸ τὸν πωλούμενον εἰς τὸ Ναύπλιον, ἐνῷ, ὡς πάντες γνωρίζετε, τὸ Ἄργος ἔχει μὲν ἀνώτερον πληθυσμὸν ἀπὸ τὸ Ναύπλιον, ἀλλ’ ὁ οἶνος πωλεῖται ἀκριβώτερον εἰς τὴν τελευταίαν ταύτην πόλιν; Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ εἴπῃ τις καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους. Ὁ οἶνος, ὡς προϊὸν παραγόμενον εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας καὶ καταναλισκόμενον πανταχοῦ, ἔχει ὡς ἔγγιστα τὴν αὐτὴν τιμήν· ἐὰν δὲ διαφέρῃ ἡ τιμή, τοῦτο ἐξαρτᾶται ὄχι ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἄλλων αἰτίων· τὰ Φιλιατρὰ π. χ. πρωτεύουσα τοῦ Δήμου εἰς ὃν ἀνήκω, παράγουσιν οἶνον καλλίτερον καὶ ἀκριβώτερον ἀπὸ τοὺς οἴνους τῆς Τριπόλεως, καὶ ὅμως τὰ Φιλιατρὰ δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως ταύτης, διότι εἰς τὴν Τρίπολιν, ὡς ἠκούσατε πολλάκις, καταντᾷ ὁ οἶνος εἰς τοιαύτην ὑποτίμησιν, ὥστε οἱ παραγωγοὶ τὸν ἐγκαταλείπουσιν ὡς μὴ ἔχοντες ἀρκετὰ ἀγγεῖα διὰ νὰ τὸν ἐναποταμιεύσωσιν· ὥστε δὲν βλέπω δικαιολογουμένην τὴν κατὰ πληθυσμὸν διάκρισιν. Ἐπίσης δὲν βλέπω ἀποχρώντως δικαιολογουμένην τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως Ἐπαρχιῶν τινων τοῦ Κράτους· ἐὰν μάλιστα ἦναι ὀρθὴ ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν ἐπανειλημμένως οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως θὰ βαρύνῃ τοὺς καταναλωτάς, δὲν ἐννοῶ ποίαν σχέσιν ἔχουσι τὰ βαλάντια τῶν καταναλωτῶν μὲ τοὺς παραγωγούς, διὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει εἰς τὰς Ἐπαρχίας ἐκείνας ἴδιον σύστημα φορολογίας. Ἐὰν τὰ προϊόντα τῆς Ἑπτανήσου λ. χ. ὑποβάλλωνται εἰς ἄλλην φορολογίαν, τοῦτο ἀφορᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους καὶ ὄχι τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως· ἐὰν διὰ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως θὰ πληρώσωσιν, ὡς φρονοῦσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, οἱ καταναλωταί, τί ὠφελοῦνται οἱ παραγωγοὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἐὰν ὁ οἶνος δὲν ὑποβληθῇ εἰς τὸν φόρον τοῦτον; Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι πρέπει νὰ διευκρινισθῇ ἀκριβῶς τί ἔστι λιανικὴ πώλησις, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι, ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον ἐπιψηφισθῇ, ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ δώσῃ καὶ περὶ τούτου διασάφησίν τινα· διότι, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀμπελοκτήμονες, οἱ ὁποῖοι ἀνοίγοντες μεγάλα δοχεῖα πωλοῦσι ἐξ αὐτῶν ἀνὰ δύω ἢ τρεῖς βαρέλλας εἰς λιανοπώλας τοῦ αὐτοῦ τόπου ἢ καὶ ἄλλου· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὸν φόρον καταναλώσεως πάντα πωλοῦντα οἶνον, ἀλλὰ πάντα πωλοῦντα λιανικῶς· ἑπομένως διὰ νὰ μὴ συμβῶσι διενέξεις καὶ καταθλίψεις πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ μέχρι τίνος ποσοῦ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πωλῇ τις οἶνον, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ ὅτι κάμνει λιανικὴν πώλησιν. Ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως θέλει παρουσιάσει πολλὰς δυσκολίας, καὶ φοβοῦμαι μήπως ματαιώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐκ τοῦ Νόμου τούτου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3, πᾶς ὁ θέλων νὰ πωλήσῃ λιανικῶς οἶνον εἴτε εἰς οἰνοπωλεῖα, εἴτε εἰς ἄλλα καταστήματα προσιτὰ εἰς τὸ κοινὸν, εἴτε εἰς ἰδιαιτέραν κατοικίαν, ξενῶνας, μεμονωμένους σταθμοὺς, παραπήγματα ἢ καὶ ἐν ὑπαίθρῳ, ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ἀπεταμίευσεν. Ἀλλ’ ὁ πωλῶν οἶνον ἐν ὑπαίθρῳ καὶ εἰς μεμονωμένους σταθμοὺς δὲν κάμνει οὐδεμίαν ἀποταμίευσιν· οἱ πωλοῦντες ἐν ὑπαίθρῳ λαμβάνουν ἓν βαρέλιον ἢ μίαν νταμιζάναν πλήρη οἴνου ἀπό τι τῶν οἰνοπωλείων καὶ μεταβαίνοντες εἴς τινα θέσιν τὸν πωλοῦσιν. Ἐννοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἕκαστος τῶν τοιούτων πωλητῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, νὰ ἀναφέρεται εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον; Ἐὰν π. χ. κατὰ τὴν πανήγυριν τῆς Πεντέλης θελήσῃ τις νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ ἓν ἢ δύω βαρέλια οἴνου διὰ νὰ τὰ πωλήσῃ λιανικῶς, τίνι τρόπῳ αὐτὸς θὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν Νόμον καὶ θὰ ἀποφύγῃ τὴν ποινήν; Οὗτος ἀποταμίευσιν δὲν κάμνει, οὔτε εἶναι εἰς καιρὸν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν. Ἀλλὰ περὶ τούτων εἶπεν ἀρκετὰ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μαντινείας κύριος Κωνσταντόπουλος, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλει φροντίσει νὰ τροποποιήσῃ δεόντως τὰ ἄρθρα ταῦτα. Ἐκεῖνο ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον θεωρῶ πρὸ πάντων ἀναγκαῖον, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον καθίσταται ἀνέφικτος ἡ λιανικὴ πώλησις διὰ τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν τοῦ λοιποῦ θὰ δύναται νὰ πωλήσῃ λιανικῶς οἶνον, ὥστε θέλει ἐκλείψει τὸ γινόμενον εἰς τὰ περισσότερα μέρη καὶ ἰδίως τῆς Πελοποννήσου, ἔνθα οἱ ἀμπελοκτήμονες συνειθίζουσι νὰ πωλῶσι λιανικῶς οἶνον. Καὶ ἰδοὺ διατί. Τὸ ἄρθρον 7 χορηγεῖ μὲν τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἀλλὰ ἡ τελευταία αὐτοῦ παράγραφος τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ ζητήσωσι προηγουμένως τὴν κατὰ τὸ ἐδάφιον 3 ἄδειαν, προσδιορίζοντες ἐν αὐτῇ, ἐκτὸς τῶν λοιπῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 5 λεπτομερειῶν, καὶ τὸν χρόνον διὰ τὸν ὁποῖον ἰσχύει ἡ ἄδεια· τὸ δὲ ἑπόμενον ἄρθρον διαλαμβάνει ὅτι ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, πρὶν ἢ χορηγήσῃ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἄδειαν, ἐκτελεῖ δαπάναις τοῦ αἰτοῦντος καταμέτρησιν κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ὁλοκλήρου τοῦ ἐναποταμιευμένου ποσοῦ τοῦ οἴνου· μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας ὅσον ποσὸν ἐλλείψει ὑποβάλλεται εἰς τὸ ἀναλογοῦν δικαίωμα καταναλώσεως. Ἀναγινώσκοντες τὸ ἄρθρον 11, παρατηροῦμεν ὅτι τὴν καταμέτρησιν ἐκτελεῖ εἰδήμων ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου ἢ τοῦ ἀντιπροσώπου του καὶ ἑνὸς δημοτικοῦ Παρέδρου ἢ Συμβούλου. Ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων τούτων προκύπτει ὅτι, διὰ νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τὸν ἀμπελοκτήμονα νὰ πωλήσῃ λιανικῶς οἶνον, πρέπει ἀφεύκτως νὰ προηγηθῇ καταμέτρησις, τὴν δὲ καταμέτρησιν ἐκτελεῖ εἰδήμων ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ Ἐφόρου ἢ ἀντιπροσώπου του καὶ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ἡ τοιαύτη δὲ καταμέτρησις θέλει ἐκτελεσθῆ ἐφ’ ὅλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὰς ἀποθήκας του. Ἀλλὰ τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα θέλουν πληρωθῆ ἀπὸ τὸν ἀμπελοκτήμονα, διότι ἡ δαπάνη εἶναι εἰς βάρος αὐτοῦ. Πόση δὲ ἔσεται ἡ δαπάνη αὕτη; Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 13 καὶ θέλετε ἴδει ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς καταμετρήσεως διοριζόμενος εἰδήμων λαμβάνει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀποζημίωσιν 8 δραχμὰς, οἱ δὲ μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντες δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ἀνὰ δραχ. 4 ἕκαστος· ὥστε ὁ εἰδήμων, ὁ μέλλων νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταμέτρησιν μετὰ τῶν δύω ἄλλων, ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ δι’ ἑκάστην ἡμέραν 16 δραχμὰς, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀμπελοκτήμων νὰ πληρώσῃ, ἐὰν ἀποπερατώσωσι τὴν καταμέτρησιν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ πολλὰ δοχεῖα, ἐνδέχεται νὰ χρειασθῇ περισσοτέρας ἡμέρας, καὶ τότε τὸ ἔξοδον θὰ διπλασιασθῇ ἢ θὰ τριπλασιασθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Διὰ νὰ προσδιορισθῇ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ, πρέπει μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας νὰ γείνῃ νέα καταμέτρησις, διότι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον δὲν προσδιορίζεται ἐκ τῶν προτέρων τὸ ποσὸν τοῦ πωληθησομένου οἴνου, ἀλλ’ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέλει ἐνεργηθῆ ἡ λιανικὴ πώλησις· μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας, ὅσον ποσὸν ἐλλείψει ὑποβάλλεται εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Ἑπομένως ὅπως εὑρεθῇ τὸ ποσὸν, ὅπερ ἔλειψε, πρέπει νὰ γείνῃ δευτέρα καταμέτρησις, καὶ ὁ ἀμπελοκτήμων εἶναι ὑποχρεωμένος, ἀφοῦ λήξῃ ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν ἄδειαν, νὰ ἀναφέρῃ καὶ πάλιν εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον ὅπως σταλῇ ἐκ νέου ὁ εἰδήμων μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς διοικητικῆς καὶ τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐνεργήσωσι νέαν καταμέτρησιν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐλλείποντος ποσοῦ. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην θέλει πληρώσει ὁ ἀμπελοκτήμων νέαν ἀποζημίωσιν ἐκ δραχμῶν τοὐλάχιστον δεκαέξ· οὐδεμίαν δὲ ἐξαίρεσιν κάμνει τὸ Νομοσχέδιον διὰ τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ὁ ἀμπελοκτήμων ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελε πωλήσει χονδρικῶς, ἢ τὸν ὁποῖον καταναλύσκει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἢ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του· γνωρίζετε δὲ, ὅτι οἱ ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες πωλοῦσι λιανικῶς οἶνον, πωλοῦσι συνήθως καὶ χονδρικῶς, πίνουν καὶ αὐτοὶ, δίδουν δὲ καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας των. Ὥστε ὁ ἀμπελοκτήμων ἀφ’ ἧς ἡμέρας λάβῃ τὴν ἄδειαν νὰ πωλήσῃ λιανικῶς οἶνον, δὲν δύναται νὰ πωλήσῃ χονδρικῶς οὔτε μίαν ὀκᾶν, διότι οἱ εἰδήμονες θέλουν καταλογίσει εἰς βάρος του ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας του· Θέλει δὲ πληρώσει τὸν φόρον καὶ δι’ ὅλον τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον ἐξώδευσε εἴτε πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν, εἴτε πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του. Ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς λοιπὸν τοῦ Νόμου τούτου θέλει εἶσθαι ἀνέφικτος εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἡ λιανικὴ πώλησις, καὶ θέλει καθιερωθῆ, δὲν ἠξεύρω τώρα ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, ἐὰν ἐπὶ ζημίᾳ ἢ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν παραγωγῶν, ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας εἰς τρόπον ὥστε ὁ παραγωγὸς τοῦ οἴνου δὲν θὰ ἦναι καὶ οἰνοπώλης, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τὸν πωλῇ χονδρικῶς καὶ εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπώλας. Ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω, διότι νομίζω, ὅτι ἀρκοῦν ὅσα σᾶς ἐξέθεσα διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀπόφασίν μου τοῦ νὰ μὴ ψηφίσω τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, καί τοι μὴ ἀποκρούων τὴν ἐπιβουλὴν φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§70ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὑποφέρω ἀπὸ τὸν λαιμόν μου, παραιτοῦμαι, τοῦτο δὲ μόνον λέγω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐξεφράσθην, εἶναι ἐπιβλαβὲς, καὶ κατὰ συνέπειαν εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς, καὶ θὰ τὸ καταψηφίσω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουτσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§72ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§73Α. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἤθελον, κύριοι βουλευταὶ, εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, ἐὰν ἄλλως ἦτο συντεταγμένον· διότι, ὑπάρχοντος τόσου σπουδαίου ἐλλείμματος, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, ἵνα καλυφθῇ τοῦτο ἢ τουλάχιστον νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι μὴ ἐπιβαρύνοντες ἐπὶ πολὺ τὸν λαόν. Τοσοῦτον μᾶλλον ἠδυνάμην νὰ ἦμαι ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων περὶ καπνοῦ καὶ πνευματωδῶν ποτῶν, καθ’ ὅσον καὶ ἐγὼ, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῶν φόρων αὐτῶν καὶ ἐσκέφθην καὶ πληροφορίας εἶχον ζητήσει, καὶ Νομοσχέδια εἶχον συντάξει, ἀλλ’ ἐπὶ βάσεων ὅλως διόλου διαφορετικῶν, αἵτινες κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν δὲν ἐπεβάρυνον τὸν λαὸν, οὐδ’ ἔφερον τὰ ἀδικήματα, ἃ δύνανται νὰ φέρωσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν φορολογικὰ Νομοσχέδια. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς ἀνέφερε ἄτοπα, ἀντιφάσεις, ἀνακολουθίας τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν αὐτὸ ἀνεπίδεκτον ἐφαρμογῆς καὶ ἐπιβλαβὲς μάλιστα. Δὲν θέλω ἐπαναλάβει τὰ λεχθέντα, φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς· θέλω ὅμως προσθέσει πολλὰς ἄλλας οὐσιώδεις καὶ σπουδαίας ἐλλείψεις, ἃς ὁ κ. Σωτηρόπουλος χάριν συντομίας παρέλειψε. Δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἄρθρον ἀναγράφει φορολογικὴν κλίμακα ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συνώδευσε τὸ Νομοσχέδιόν του δι’ ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς, ἵνα μάθωμεν τὸν λόγον, ὅστις παρεκίνησεν αὐτὸν νὰ συντάξῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο· ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, εὔλογον εὑρίσκει τὴν κλίμακα, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις γίνεται μεγαλειτέρα κατανάλωσις, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ πληρώνεται καὶ μεγαλείτερος φόρος. Ἐὰν ἡ βάσις αὕτη τοῦ φορολογεῖν ἦτον ἀληθὴς, διατί ἐφαρμόζετε αὐτὴν τὴν βάσιν ἐπὶ μόνον τῶν οἴνων, οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἄλλων εἰδῶν; Πλεῖστα τότε ἄλλα εἴδη, ἔνθα εἶναι ὁ πληθυσμὸς μεγαλείτερος, ἔπρεπε νὰ πληρώνουν φόρον περισσότερον. Ὅταν εἶναι μεγαλείτερος ὁ πληθυσμὸς, λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ, γίνεται μείζων κατανάλωσις, οἱ οἰνοπῶλαι κερδίζουσι πλείονα, ἄρα πρέπει νὰ πληρώνωσι καὶ μεγαλύτερον φόρον. Ἡ ἰδέα ὅμως αὕτη ἀντιφάσκει καὶ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν ἀρχὴν, ἣν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται καὶ πλεῖστοι ἔτι οἰκονομολόγοι, ὅτι οἱ φόροι καταναλώσεως ἐπιβαρύνουσι τοὺς καταναλωτάς· ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἀδιάφορον εἶναι, ἐὰν ὁ οἰνοπώλης κερδίζῃ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, διότι τὸν φόρον αὐτὸν δὲν θὰ πληρώσῃ αὐτός, ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῇ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ ὁ καταναλωτής. Ἑπομένως ὁ δικαιολογητικὸς λόγος, ὃν φέρει ἡ Ἐπιτροπὴ, οὐδαμῶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν κλίμακα· ἄλλως τε, δὲν εἶναι οὔτε εὔλογον, οὐδὲ δίκαιον οἱ καταναλωταὶ τῶν πολυπληθηστέρων πόλεων νὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ μεγαλείτερον φόρον· διότι, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι καὶ οὗτοι κερδαίνουσι πλείονα ἄλλοθεν, δαπανῶσιν ὅμως καὶ πλείονα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ συντάξας τὸν φόρον αὐτὸν ἐμιμήθη τὸν Γαλλικὸν Νόμον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ὑποβάλλεται ὁ οἶνος εἰς τρεῖς φορολογίας· εἶναι ὁ φόρος τῆς κυκλοφορίας «droit de circulation» ὁ φόρος τῆς εἰσόδου droit d’ entrée, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ φόρου ὑπάρχει ἀναλογία ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ, ὑπάρχει δὲ καὶ ὁ φόρος τῆς πωλήσεως τῆς λιανικῆς «droit de la vent en détial». Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ φόρου καὶ οἱ Γάλλοι αὐτοὶ δὲν ἔχουν τὴν κλίμακα κατὰ πληθυσμὸν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπιβάλλουν 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας. Δὲν δύναμαι δὲ οὔτε ἐκ τῆς μιμήσεως νὰ παραδεχθῶ τὴν κλίμακα αὐτήν. Φρονῶ λοιπὸν, καὶ διότι ἡ βάσις εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ διότι ἡ ἀπομίμησις τοῦ παραδείγματος δὲν εἶναι ἀληθὴς, ὅτι ἡ κλῖμαξ αὕτη πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Τοσοῦτον περισσότερον πρέπει νὰ ἐκλείψῃ καθ’ ὅσον δὲν ἐννοεῖται διατί ὁ κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν νὰ πληρώνῃ ἕξ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν φόρον καταναλώσεως καὶ ὁ κάτοικος ἑνὸς χωρίου νὰ πληρώνῃ δύω λεπτά. Μήπως ἐργάτης ἢ κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν τῆς πτωχοτέρας τάξεως κερδίζει περισσότερον καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ πληρώνῃ περισσότερα ἀπὸ τὸν ἐργάτην καὶ κάτοικον τῶν χωρίων; Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι κερδίζει περισσότερα, ὑφίσταται καὶ δαπάνας περισσοτέρας. Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ φορολογήσωμεν τὸν κάτοικον τῶν πόλεων περισσότερον καὶ τὸν κάτοικον τῶν χωρίων ὀλιγώτερον. Ἑπομένως πρέπει νὰ τροποιηθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ τεθῇ εἰς φόρος δι’ ὅλα τὰ μέρη 2 ἢ 3 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Τὸ ἄρθρον 3 περιέχει τὰς ἑπομένας ἐλλείψεις. Ὁ θέλων νὰ ἀποταμιεύσῃ οἶνον ἢ νὰ μεταφέρῃ, λέγει τὸ ἄρθρον.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λέγει μεταφέρῃ.
§75ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. «Ὁ ἀποταμιεύων ἢ μεταφέρων οἴνους» λέγει τὸ ἄρθρον. Ὁ θέλων λοιπὸν νὰ ἀποταμιεύσῃ ἢ νὰ μεταφέρῃ οἶνον ὀφείλει ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ δώσῃ τὴν δήλωσίν του κατὰ τὸ ἄρθρον 5. Ἂν λοιπὸν ὁ Νόμος αὐτὸς ἐντὸς 20 ἡμερῶν δημοσιευθῇ, δύναταί τις νὰ μεταφέρῃ τὸν οἶνόν του εἰς ἄλλο μέρος καὶ τὸν πωλήσῃ, διότι πρὸ τοῦ Ὀκτωβρίου δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ζητήσῃ ἄδειαν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ γραμματικὴ αὕτη ἔννοια ἀντίκειται τῇ ὑπονοουμένῃ, καὶ ὅμως φαίνεται ἰσχυροτέρα. Ἡ φράσις «ἄλλα καταστήματα προσιτὰ εἰς τὸ κοινόν» παρέλκει καὶ περιττεύει, ἀφοῦ ἀναφέρονται ὡρισμένως ἅπαντα τὰ μέρη ἔνθα πωλεῖται οἶνος. «Ἡ τοιαύτη ἄδεια θεωρεῖται δεδομένη καὶ ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως, ἐκτὸς ἂν ἰσχύοντες νόμοι ἀπαγορεύουσι ταύτην». τί σημαίνει τοῦτο «ἂν ἰσχύοντες νόμοι ἀπαγορεύουσι ταύτην»; ἀφοῦ αὐτὸς ὁ νόμος κανονίζει τὰ περὶ τῶν οἴνων, οὐδεὶς ἄλλος νόμος ὑπάρχει ἀπαγορεύων· ἑπομένως καὶ αὐτὴ ἡ φράσις εἶναι περιττὴ καὶ ἀπαλειπτέα. Ἄν τις συμπαραβάλῃ τὰ ἄρθρ. 4 καὶ 5 πρὸς τὸ 3, ἅτινα ὁμοῦ πρὸς ἕνα τείνουσι σκοπὸν, εὐχερῶς θέλει ἐννοήσει τὴν ἀδυναμίαν τοῦ συντάκτου τοῦ νὰ ἀναγράψῃ ἁπλουστάτην ἔννοιαν εὐκρινῶς καὶ συντόμως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ οἰνοποιοὺς τοὺς θέλοντας νὰ πωλήσωσιν λιανικῶς, ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀνέφερε πολλὰς οὐσιώδεις ἐλλείψεις, καὶ ἰδίως, ὅτι οὗτοι δὲν δύνανται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ πωλήσωσι λιανικῶς ἄνευ μεγίστης βλάβης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ἐνῶ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑποχρεοῖ τὸν ἀμπελοκτήμονα ἢ τὸν οἰνοποιὸν νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν κατὰ τὸ ἄρθρον 5, ἐν ᾗ ῥητῶς πρέπει ν’ ἀναφέρηται πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὀκάδων, διὰ τὸ τέλος τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ χρεωθῇ κατὰ τὸ ἄρθρον 6, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 ἐπιβάλλεται ἀναλογοῦν τέλος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας ἐπὶ τοῦ ἐλλείποντος ποσοῦ, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 μετρεῖται ὅλος ὁ ἀποταμιευμένος οἶνος, ἕπεται, ὅτι οὗτοι θέλουσι πληρώσει τέλος καὶ περὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἰς ἰδίαν χρῆσιν μεταχειρίσθησαν ἢ χονδρικῶς ἐπώλησαν, ὅστις εἶναι ἀφορολόγητος κατὰ τὸ ἄρθρον 3. Ἐντεῦθεν πρόδηλος εἶναι ἡ ἀντίφασις καὶ ἡ ἀδικία. Τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοὺς οἰνοποιοὺς τίθησιν ὁ Νόμος εἰς χείρονα θέσιν ἢ τοὺς λοιποὺς οἰνοπώλας, τοὺς ἀναφερομένους ἐν τοῖς ἄρθροις 3 καὶ 4· οἱ οἰνοπῶλαι ὑποβάλλουσι τὴν δήλωσίν των κατὰ τὸ ἄρθρον 5, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης κατὰ τὸ ἄρθρον 6 συντάσσεται τὸ πρωτόκολλον καὶ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος. Τοὺς οἰνοπώλας λοιπὸν τῶν ἄνθρων 3 καὶ 4 πιστεύει ὁ Νόμος, εἰς δὲ τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ τοὺς οἰνοποιοὺς δυσπιστεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβαρύνει αὐτοὺς μὲ δύω καταμετρήσεις κατὰ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 11, καὶ ὑποβάλλει εἰς τὰς βαρείας δαπάνας τῆς καταμετρήσεως· ἡ διαφορὰ δ’ αὕτη οὐδένα ἄλλον ἔχει λόγον ἢ τὴν ἐπιπολαιότητα τοῦ συντάκτου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 17, ἐνῶ πάντες οἱ ἄλλοι οἰνοπῶλαι πληρώνουσι τὸν φόρον εἰς τρεῖς δύσεις, οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἱ οἰνοποιοὶ πρέπει νὰ πληρώσωσι εἰς δύω δόσεις, τὴν μὲν μίαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀδείας, τὴν δ’ ἑτέραν μετὰ ἕνα μῆνα. Ἐντεῦθεν καὶ ἀνισότης ἄδικος ὑπάρχει, καὶ ἀντινομία πρὸς τὸ ἄρθρον 8, κατὰ τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀδείας καταβάλλεται τέλος ἐπὶ τοῦ ἐλλείποντος. Ἡ αὐτὴ δ’ ἀνισότης ὑπάρχει καὶ ὡς πρὸς τοὺς οἰνοπώλας τοῦ ἄρθρου 4. Ἄλλη διάταξις λίαν καταπιεστικὴ εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 11, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὁ εἷς πραγματογνώμων, ὁ Ἔφορος ἢ ὁ πληρεξούσιος αὐτοῦ καὶ εἷς Πάρεδρος Δημοτικὸς ἢ Σύμβουλος ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν οἰκίαν παντὸς, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν διατάξεων τῆς Δικονομίας, νὰ καταμετρῶσι, νὰ ἐξετάζωσι ἂν ἡ δήλωσίς του εἶναι ἀληθὴς, ἂν εἰσήγαγε ἢ οὔ νέον οἶνον, ἂν λαθραίως ἐξήγαγε, καὶ πρὸς ἀποζημίωσιν θέλουσιν οὗτοι λαμβάνει 20 δραχμὰς καθ’ ἡμέραν, κατὰ τὸ ἄρθρον 13. Γνωρίζετε, κύριοι, ποῖοι εἶναι οἱ Πάρεδροι καὶ οἱ Σύμβουλοι τῶν διαφόρων Δήμων, γνωρίζετε ποῖοι εἶναι καὶ ποῖοι θὰ ᾖναι οἱ διάφοροι Ἔφοροι. Ἄν λοιπὸν τινες θέλουσι νὰ καταπιέσωσι τοὺς ἐναντίους των, ὄντες καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως μάλιστα, τί θὰ κάμνουν; καθ’ ἡμέραν θὰ συμφωνοῦν μὲ τὸν Ἔφορον ἢ μὲ τὸν πληρεξούσιόν του, μὲ τὸν Πάρεδρον μὲ τὸν Σύμβουλον καὶ θὰ στέλλουν εἰς τοὺς ἐναντίους των νὰ κάμνουν τοιαύτας καταμετρήσεις, καὶ νὰ πληρώνουν οὗτοι 20 δραχμὰς καὶ τὸ πρόστιμον τοῦ ἄρθρου 19, διότι οὗτοι ψευδῶς ἢ ἀληθῶς θέλουσιν βεβαιώνει τὴν τυχὸν παράβασιν. Φαντασθῆτε λοιπὸν ποῖαι καταπιέσεις δύνανται νὰ γείνωσιν ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα κατὰ τῆς ἑτέρας! Ἄλλη διάταξις ἡ τοῦ ἄρθρου 15, καθ’ ὃ «οἶνος δηλωθεὶς πρὸς λιανικὴν πώλησιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετακομισθῇ πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου»· εἶναι ἀντιφατικὴ πρὸς τὸ 17 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει προθεσμίαν τῆς πληρωμῆς, καὶ καταπιεστική. Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς οἰνοπώλης ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει τὰ δεῖνα δοχεῖα πρὸς πώλησιν· δὲν θὰ πληρώσῃ ἀμέσως, διότι τίθεται προθεσμία, καὶ μετὰ ἕνα μῆνα θὰ πληρώσῃ τὴν πρώτην δόσιν· ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ μηνὸς αὐτοῦ τὸν δηλωθέντα αὐτὸν οἶνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐχρεώθη, ἢ μέρος τούτου θέλει νὰ μεταφέρῃ εἰς ἓν παράπηγμα πρὸς πώλησιν· δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν μετακομίσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ πληρώσῃ· ἐνῶ διὰ τοῦ ἄρθρου 17 ἔχει προθεσμίαν ἑνὸς μηνός. Τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο παρέχει καὶ ἑτέραν δυσχέρειαν· ὁ δηλώσας ἅπαξ καὶ χρεωθεὶς διὰ τὴν πώλησιν ποσοῦ τινος οἴνου, ἂν ἐξ αὐτοῦ μεταφέρῃ μέρος ἀλλαχοῦ διὰ νὰ πωλήσῃ, πρέπει νὰ ὑποβάλῃ πάλιν νέαν αἴτησιν, νέαν δήλωσιν καὶ νὰ χρεωθῇ αὖθις; κατὰ τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4 φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, καὶ νὰ χρεωθῇ, ἐνῶ τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον, ἀφοῦ ἐπληρώθη ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ὅλου. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, κατ’ ἐμὲ, αἱ μεγαλείτεραι ἀσυνέπειαι, αἱ μεγαλείτεραι ἀντιφάσεις καὶ καταπιέσεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, καὶ αἵτινες θέλουσι ἀναφανῆ, ἂν ἐφαρμοσθῇ ὡς Νόμος. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιψηφίσῃ τις τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς ἔχει· διότι, ἂν ἐπιψηφισθῇ καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν Νόμον, θέλουσι προκύψει ἅπασαι αἱ ῥηθεῖσαι ἀντινομίαι καὶ καταπιέσεις. Τούτου ἕνεκα θέλω καταψηφίσει.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν θεωριῶν περὶ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, περὶ φόρων καταναλώσεως, ποῖοι προσεγγίζουν μᾶλλον πρὸς τὴν ἰσότητα, ποῖοι εἶναι καταθλιπτικώτεροι καὶ ποῖοι ἐπιτυγχάνουν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν φόρων ζητεῖται. Περὶ αὐτῶν εὑρίσκει τις παντοῦ τὰ οἰκεῖα. Νομίζω δὲ ὅτι καθ’ ἡμᾶς ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως συνιστᾶται κατὰ πρῶτον, διότι συμπίπτει ὅσον ἔνεστι ἡ βεβαίωσις πρὸς τὴν εἴσπραξιν, καὶ ὅπως ἔχει τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα ἁπανταχοῦ σχεδὸν δεικνύεται ὅτι ταῦτα πολὺ ἀπέχουν ἀλλήλων, διότι ἔχομεν βεβαιώσεις φόρων, ἔχομεν ἐπισώρευσιν ἀριθμῶν, ἀλλ’ εἰσπράξεις βλέπομεν καθυστερούσας, καὶ τὰς καθυστερήσεις ἐπισωρευομένας ἀλλεπαλλήλως. Ἀπέχουν αἱ εἰσπράξεις πολὺ τοῦ χρόνου τῆς βεβαιώσεως, καὶ τοῦτο πρὸ πάντων συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐπιτείνεται ἡ καθυστέρησις. Ἂν λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον, ζητοῦν νὰ ἀνεύρῃ πόρους καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων νὰ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν, κατέφυγε εἰς φόρον καταναλώσεως, ὡρμήθη ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας, καὶ ἐξ αὐτῆς ἔκρινεν, ὅτι ἡ μετατροπὴ τοῦ ἀμέσου φόρου τοῦ στρεμματικοῦ εἰς φόρον καταναλώσεως μέλλει νὰ ἦναι καὶ εἰς τὸ Κράτος ὠφελιμωτέρα, μέλλει δὲ νὰ ἦναι καὶ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἴσως ὀλιγώτερον ἐπαχθής. Μᾶλλον ἐξετάζω λοιπὸν τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ καταδείξουν καὶ τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησαν. Ἰδίως ὁ πρῶτος τῶν ἀγορευσάντων σήμερον, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τριφυλλίας, ἠρώτησε διὰ ποῖον λόγον ἐδέχθημεν ὡς βάσιν κλίμακα, διατί αὐτὴ ἡ ἀνισότης. Δὲν ἐξηγήσαμεν, εἶπε, μέχρι τοῦδε ἀκριβῶς τὸν λόγον. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέφερε λόγους τινὰς, τοὺς ὁποίους ὁ ἔντιμος κ. Σωτηρόπουλος δὲν παραδέχεται, οὐδὲ εὑρίσκει ὀρθούς· θεωρεῖ ἑπομένως, ὅτι οὔτε κατ’ αὐθεντίαν τινὰ, οὔτε κατὰ μίμησιν τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων Νόμων δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν ἀνισότητα τῆς κλίμακος. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀνισότης τῆς κλίμακος ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς λόγους ἀποχρῶντας. Ἡ ἀνισότης τῆς κλίμακος παρακολουθεῖ ὡς μέτρον τὸν πληθυσμὸν, διότι ἡ συμπύκνωσις τοῦ πληθυσμοῦ, ὡς εἶναι γνωστὸν, συντελεῖ εἰς τὴν ζήτησιν τοῦ ἐμπορεύματος, τοῦ καταναλισκομένου προϊόντος, καὶ ἡ ζήτησις τοῦ προϊόντος παρέχει πάντοτε αὔξησιν τῆς ἀξίας αὐτοῦ· ἡ πολλὴ κατανάλωσις ἐπίσης συνεπάγεται καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐκ τῶν αὐτῶν προϊόντων τὰ κρείττονα κατὰ τὴν ποιότητα συῤῥέουν ἐκεῖ, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι πυκνότερος· οὐδένα διαφεύγει, ὅτι τὰ ἐκλεκτότερα πράγματα εὑρίσκονται ὅπου ὑπάρχουν αἱ μεγαλείτεραι πόλεις· βεβαίως δὲν θὰ ζητήσῃ τις τι σπάνιον εἰς ἀπόκεντρον μέρος, εἰς μέρος ὀλίγον κατῳκημένον. Ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ τὴν τιμὴν, ὑπάρχει διαφορὰ κατὰ τὴν εὐκολίαν τῆς καταναλώσεως, καὶ ὁ κύκλος, τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖ ἐν τῇ καταναλώσει ὁ ἐπιχειρῶν, εἶναι πολὺ εὐρύτερος, ὥστε καὶ ὁ μικρὸν κερδίζων, καθ’ ὅσον ἐπαναλαμβάνει δι’ ἀνακυκλώσεως, αὐτὸ τὸ κέρδος ἐπὶ τέλους συγκεφαλαιοῖ σπουδαῖον ποσόν. Ἐν ἄκρᾳ τινὶ ἀκατοικήτῳ δύναται νὰ πωλήσῃ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν τὸ προϊόν ὁ ἐπαγγελλόμενος τοιοῦτον ἔργον, ἀλλὰ θέλει τὸ πωλήσει ἅπαξ ἢ δὶς, ἐνῶ ὁ ἐν πρωτευούσῃ, ὅπου ὁ πληθυσμὸς εἶναι πυκνὸς, ἐπαναλαμβάνων μικρὸν κέρδος συχνὰ, δύναται νὰ πορισθῇ ἐξ αὐτοῦ μεγάλην ὠφέλειαν. Ἰδοὺ ἡ πρώτη αἰτία. Ἡ δευτέρα αἰτία εἶναι, διότι καὶ ἡ ἀπομίμησις τῆς Γαλλίας δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀποκλείεται. Ἐν Γαλλίᾳ, ὡς παρετηρήθη, τρεῖς εἶναι οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἐκ τῶν τριῶν οἱ δύω διαφέρουν κατὰ τὰς πόλεις καὶ τὸν πληθυσμόν. Ἀλλὰ διαφέρει ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος καὶ κατὰ τὰς ζώνας, διότι κατὰ τὰς ζώνας τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ποιότης τοῦ οἴνου εἶναι διάφορος· ἐὰν λοιπὸν προσέξωμεν, καὶ καθ’ ἡμᾶς θέλομεν εὕρει ὅτι ὡς ἔγγιστα ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ διαφοραί· καθ’ ἡμᾶς δὲ συνεχωνεύθησαν ὅλα τὰ τρία εἴδη εἰς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον προτείνομεν τῆς καταναλώσεως. Ἐνομίσαμεν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ συγχώνευσις ἐκείνων τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εὑρίσκομεν ἀλλαχοῦ, καὶ ἀντὶ νὰ διακρίνωμεν φόρον εἰσαγωγῆς, φόρον λιανικῆς πωλήσεως καὶ φόρον κυκλοφορίας, ἐνομίσαμεν, ὅτι δυνάμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δι’ αὐτῆς τῆς κλίμακος νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν οἴνων εἶναι διάφορος κατὰ τὰς πόλεις καὶ κατὰ τοὺς πληθυσμοὺς καὶ κατὰ τὴν συμπύκνωσιν τοῦ πληθυσμοῦ· καὶ μάλιστα ἐὰν ἤθελέ τις νὰ δεχθῇ ὁμοιόμορφον φόρον καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τότε ἤθελε εὕρει λόγον, νὰ παρατηρήσῃ περὶ ἀδικίας, διότι ἤθελον εἶσθαι ἄδικον νὰ ὑπάγωνται εἰς τὸν αὐτὸν φόρον ὁ οἶνος, ὅστις πωλεῖται ἐν οἱᾳδήποτε ἄκρᾳ ἢ γωνίᾳ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὁ οἶνος ὅστις πωλεῖται ἐν πρωτευούσῃ. Δὲν ὑπάρχει καθαυτὸ ἀνισότης, ἀλλ’ ἀναλογία, καὶ ἡ ἀναλογία συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐξαφανίσῃ τῆς ἀνισότητος τὴν ἀνωμαλίαν. Παρετήρησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλλίας, ὅτι μένει ἄδηλον, κατὰ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον, τὸ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἐνῷ οἱ φόροι πρέπει νὰ ἦναι ὡρισμένοι· τὸ ἀόριστον δὲ τοῦτο δύναται νὰ ἦναι αἰτία διενέξεων μὴ ἐπιτρεπομένων, ὅταν πρόκειται περὶ φόρου βεβαίου, φόρου ὅστις εἶναι ἀμέσως ἀπαιτητός. Τὸ περὶ λιανικῆς πωλήσεως ἐνομίσαμεν, ὅτι ἀρκούντως ἐκφράζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου· δὲν εἴμεθα ὅμως ἐναντίοι εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν καὶ μέτρον τι, κατὰ τὸ ὁποῖον διακρίνεται ἡ λιανικὴ πώλησις ἀπὸ τῆς χονδρικῆς. Βλέπω ὅτι καὶ οἱ οἰνοπῶλαι ἐνταῦθα, οἵτινες σήμερον παρέδωκαν, νομίζω, εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ παρέδωκαν ἀντίγραφον, ὑποβάλλοντες τὰς παραστάσεις αὑτῶν, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη δέχονται νὰ ὑπάρξῃ ὡρισμένον τὸ μέτρον τῆς λιανικῆς πωλήσεως, δέχονται δὲ 50 ὀκάδας· νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω κατὰ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ κύριος Κωνσταντόπουλος, ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὰς ἑκατὸν ὀκάδας, διὰ νὰ διακρίνωμεν τὴν λιανικὴν πώλησιν ἀπὸ τῆς χονδρικῆς, διότι χονδρικὴ πώλησις σημαίνει πώλησιν πρὸς ἐμπορίαν, οὐχὶ πρὸς ἄμεσον κατανάλωσιν. Ἄλλο εἶναι ἡ πώλησις ἐμπορεύματος καὶ ἄλλο ἡ πώλησις πρὸς καταναλωτήν· ὁ ἐφοδιαζόμενος οἶνον πρὸς ἰδίαν κατανάλωσιν, ἐφοδιάζεται ἐκ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἐνῷ ὁ ἀγοράζων ἐμπόρευμα ἀγοράζει σπουδαῖον ποσὸν πρὸς ἄλλην ἐπιχείρησιν ἐπικερδῆ. Ἐθεώρησαν, ὅτι εἶναι ὑπέρογκος ὁ φόρος, ὃν προσδιωρίσαμεν κατὰ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κλίμακα· νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπέρογκος· οὐχ ἧττον δὲν εἴμεθα ἐναντίοι εἰς τὸ νὰ μετριασθῇ ἡ κλῖμαξ, ἀλλ’ ἄνευ σπουδαίας ἐλαττώσεως τῆς προσδοκωμένης προσόδου· διὰ τοῦτο δὲν ἐναντιούμεθα εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ κλῖμαξ κατὰ σειρὰν κατὰ ἓν λεπτὸν, ἀρχομένη τουτέστι ἀπὸ 5 λεπτῶν καὶ καταβαίνουσα μέχρι τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ. Ὅπως ἐφάνη ἐκ τῶν διαφόρων ὑπολογισμῶν, ὑποτίθεται ὅτι τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον τοῦ οἴνου διὰ λιανικῆς πωλήσεως εἶναι ἄξιον λόγου, εἶναι τοσοῦτον ὥστε νὰ ἀποφέρῃ, ἂν ὄχι ὅσον ὡρίσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τουλάχιστον ὡς ἔγγιστα τὸ προϋπολογισθέν. Συνέχεται, ὡς γνωρίζετε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τῆς καταργήσεως τοῦ φόρου τοῦ στρεμματικοῦ· διατηροῦμεν ὅμως τὸν φόρον ἐξαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡς ἔγγειον, ἀλλ’ οὐχὶ τὸν φόρον τῆς μεταφορᾶς· αὐτὸς ὁ φόρος τῆς ἐξαγωγῆς, ὡς ἔγγειος φόρος, ἐν ταῖς νήσοις μέχρι τοῦδε ἦτο ἐκ δύω λεπτῶν, καὶ τοῦτο περιελάβομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ προϊόντων τῆς γῆς ἐν τῇ ἀκροτελευταίᾳ διατάξει, τὴν ὁποίαν ἐζητήσαμεν τότε νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ μάλιστα ὡς ἀκροτελεύτιον ἄρθρον, διότι συμπληροῦται τοιουτοτρόπως ὁλόκληρον τὸ σύστημα καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν πρὶν ἀποφασισθῇ περὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Ἤκουσα παραστάσεις πολλὰς ἐκ πολλῶν νήσων, ἰδίως ἐκ τῆς Κύμης ὅπου ἐφάνη τῷ ὄντι ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ ηὔξησε καὶ ἐλπίζεται νὰ προβαίνῃ αὐξάνουσα· ἂν περιορίσωμεν καὶ ἐνταῦθα, λαμβάνοντες τὸν ἐλάχιστον ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, τουτέστι ἀντὶ δύω λεπτῶν νὰ δεχθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς ἓν λεπτὸν, δὲν θέλει ἐπέλθει μεγάλη ἐλάττωσις, διότι βλέπομεν ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἡ Κύμη ἐξήγαγε περίπου 77,000 βαρέλας, διότι ζητεῖται ὁ οἶνος εἰς τοὺς τόπους ὅπου αἱ ἐκ τῆς φυλλοξήρας βλάβαι τῶν ἀμπέλων ἐπέφερον τὴν ἀνάγκην ἀναπληρώσεως διὰ ξενικοῦ οἴνου. Νομίζομεν λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐκεῖ, ἂν μετριάσωμεν εἰς ἓν λεπτὸν τὴν ὀκᾶν, θέλει ἐκλείψει πᾶσα αἰτία καταπιέσεως. Διατί ἐξῃρέθη διὰ τοῦ νόμου ἡ Ἑπτάνησος. Περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε ἔγεινε λόγος καὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις νομίζω ἀρκοῦσα, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν μετατροπὴν τῆς φορολογίας. Μετατρέπομεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν εἰς φόρον καταναλώσεως, ἐνῷ ἡ Ἑπτάνησος διατηρεῖ τὴν φορολογίαν, ἥτις ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἢ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὁλόκληρον ἀναθεώρησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑπτανήσου, ἢ πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν τὸν χρόνον, ὅτε θέλομεν ἀναθεωρήσει τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν.
§77ΜΑΝΕΤΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν εἶναι σπουδαῖον τὸ δικαιολόγημα. Δὲν εἶναι σπουδαῖον....
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὥστε τότε καὶ ἐκεῖ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰ αὐτὰ, ὅσα ἐφαρμόζομεν κατὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Ἐπεκρίθη ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, ὅτι ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις προηγουμένης ἀδείας. Τῆς ἀδείας προηγεῖται αἴτησις, ἥτις συντελεῖ εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως, ἥτις εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου. Ἡ δήλωσις ὡς συνέπειαν ἔχει, ὅτι ὁ φορολογούμενος ἀμέσως λογίζεται ὀφειλέτης ἀναμφισβητήτως ἐκείνου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν· τοῦτο ὅμως δὲν ἀποκλείει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ χρέωσις δύναται νὰ γείνῃ ἀμέσως ἐπὶ τῇ δηλώσει, καὶ ἡ εἴσπραξις προβαίνει, ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἐξέτασιν ἀκριβεστέραν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ χρεωστουμένου εἰς τὸ Κράτος φόρου. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον. Ἴσως φαίνεται κατά τι παρακωλῦον τὴν ἐλευθερίαν τῆς κινήσεως καὶ τῆς διαθέσεως μικρῶν τινων ποσῶν οἴνου πρὸς ἐκποίησιν ἐν ὑπαίθρῳ· τί μέλλει γενέσθαι π. χ. ἐν καιρῷ πανηγύρεως; εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ἡ μεταφορὰ οἴνου ἐκ τοῦ καταστήματος τῆς λιανικῆς πωλήσεως δὲν χρήζει ἀδείας, οὐδὲ ἑτέρας ἐξετάσεως· ἐὰν ὅμως τώρα πρώτην φορὰν πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃ λιανικὴν πώλησιν ὁ μεταφέρων, τότε πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ δήλωσις τοῦ ποσοῦ τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ μεταφέρῃ ὁ ἐπιχειρῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο γνωρίζει ὁ μέλλων νὰ πωλήσῃ εἰς πανήγυριν οἶνον, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ δηλώσῃ πόσον μεταφέρει. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει τόσας δυσκολίας, ὅσας παρέστησαν, οὐδὲ καθίσταται ἀνεφάρμοστον.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγετε περὶ τῆς δηλώσεως ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου;
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἐν τῷ Νόμῳ τρεῖς κατηγορίαι, ἡ πρώτη εἶναι ἐκείνων ὅσοι μετέρχονται τακτικῶς τὸ ἔργον τοῦ οἰνοπώλου, καὶ αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ δηλώσουν ἐντὸς τοῦ Ὀκτωβρίου· ὑπάρχουν ἄλλοι, οἵτινες ἐπιχειροῦσιν τὸ ἔργον μετὰ τὸν Ὀκτώβριον ὁπότε θέλουν, ὁπότε αἱ περιστάσεις τὸ καλέσουν· περὶ τούτων προβλέπει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 4ον· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 3ου καὶ 4ου· οὗτοι δίδουν μεταγενεστέραν δήλωσιν, διότι ἡ αἰτία τῆς δηλώσεως εἶναι μεταγενεστέρα. Τρίτον εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν μετέρχονται τὸ ἔργον οἰνοπώλου, οὔτε ἔχουν οἰνοπωλεῖα, οὔτε ἀνήκουν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐπιτηδευματιῶν, εἶναι ἀμπελοκτήμονες, οἵτινες ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον θέλουν νὰ πωλήσουν μέρος τοῦ οἴνου, ὃν ἔχουν· ὡς πρὸς τούτους, γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι καθίσταται δι’ αὐτοὺς δυσχέρεια, διότι πρέπει νὰ γείνουν 2 καταμετρήσεις μετὰ προηγουμένην ἄδειαν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητος συνέπεια, διότι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐπαγγέλματος οἰνοπῶλαι, θέλουν δὲ νὰ μετέλθουν τώρα τὸν οἰνοπώλην προσκαίρως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὑποστῶσι πλείονας ἐξετάσεις καὶ νὰ δώσωσι περισσότερα ἐχέγγυα, ὅπως βεβαιωθῇ ἀκριβέστερον τί ἀποχωρίζουσι διὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν καὶ τί κρατοῦσι δι’ ἑαυτούς. Σχεδὸν εἰς τὰ αὐτὰ περιεστράφη καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος, ὅστις κατὰ δεύτερον λόγον ὡμίλησε καὶ εὗρε καθ’ ὑπόθεσιν ὅτι ἐν ἄρθρῳ τρίτῳ δὲν ἔχει ἔννοιαν ἡ λέξις «μεταφορά»· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι λέγει ρητῶς ποῦ γίνεται ἡ μεταφορά· εἰς τόπους συχναζομένους ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, ὅπου ἐλευθέρως τὸ κοινὸν εἰσέρχεται καὶ δύναται νὰ καταναλώσῃ οἶνον. Διατί χρεωστοῦσι ἀμέσως τὴν πρώτην δόσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες; διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέστησα, ὅτι αὐτοὶ αἰφνηδίως ἀπεφάσισαν νὰ ἐκποιήσουν μέρος τοῦ οἴνου λιανικῶς· φοβούμενοι μὴ πάθῃ ὁ οἶνος μένων καὶ διὰ νὰ μὴ στερηθῶσι τῆς ἀξίας αὐτοῦ, προβαίνουν εἰς ἐκποίησιν μέρους. Αὐτοὶ προσδιορίζουν ἀπ’ ἀρχῆς τί ποσὸν ἔχουν σκοπὸν νὰ πωλήσωσι λιανικῶς, καὶ δὲν πράττουσι τοῦτο εἰς τὰς ὡρισμένας ὥρας τοῦ ἔτους, ὅταν γίνεται ἡ βεβαίωσις κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἀλλὰ καθ’ οἱανδήποτε ὥραν τοῦ χρόνου, πολὺ βραδέως. Διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι αὐτοὶ ἀμέσως εἶναι ὑπόχρεοι νὰ δώσουν τὴν πρώτην δόσιν, τὴν στηριζομένην ἐπὶ τῆς δηλώσεως. Ἐδήλωσαν ὅτι θέλουν νὰ πωλήσωσι 500 ὀκάδας, ἰδοὺ ὅτι ὁμολογοῦσιν ἑαυτοὺς ὀφειλέτας 500 ὀκάδων. Δὲν μοὶ ἐφάνησαν, ὅτι σπουδαῖα κατεδείχθησαν ἀτοπήματα τοῦ Νόμου, ὥστε νὰ πείσωσι τινὰς νὰ ψηφίσωσιν ἐναντίον τοῦ Νόμου, ἐνῶ εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς νὰ ἐπέλθῃ φορολογία ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου. Διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε νὰ καταψηφίσωσι τὸν Νόμον, τοῦ ὁποίου παρεδέχονται τὴν ἀρχὴν, πρέπει νὰ δείξωσιν ἐν τῷ Νόμῳ τοιαῦτα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν αὐτὸν ὅλως, ἀπαράδεκτον· ἄλλως, ἐναντιοῦνται εἰς τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος εἰσάγεται· τοιαῦτά τινα ὅμως δὲν παρέστησαν. Ἂν παραστήσωσι, δι’ ἀκριβεστέρας ρυθμίσεως δύνανται νὰ διωρθωθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ, ἀρκεῖ ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτης φύσεως ὥστε νὰ ματαιώσωσι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ, ἐὰν ὁ Νόμος ψηφισθῇ διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προστεθῇ σπουδαία πρόσοδος εἰς τὰς λοιπὰς τοῦ Κράτους προσόδους.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)