1883.03.10
2.552 στίχοι · 19.554 λέξεις · 73 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 75
Τῆς 10 Μαρτίου 1883
(Πέμπτη)
(Ὥρᾳ 5 Μ. Μ.)
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέγα, ἀλλ’ ἱερὸν καθῆκον μοι ἔδωσε τὴν δύναμιν νὰ ἀφήσω πρὸς στιγμὴν τὸν ἔρημον οἶκον, τοῦ ὁποίου φέρω τὸ ὄνομα. Ὤφειλον νὰ ἐμφανισθῶ τεθλιμμένος καὶ ἔνδακρυς, ἀλλ’ εὐγνωμονῶν, ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τῶν προσφιλῶν συναδέλφων, διὰ νὰ ἐκφράσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἠγάπησεν ὁ σεβαστός μου πατήρ, τὸ βαθὺ τῆς εὐγνωμοσύνης αἴσθημα, τὸ κατέχον τὴν ψυχὴν ἁπάσης τῆς ὀρφανευθείσης οἰκογενείας μου. Ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου, ὅ,τι ἔπραξε σύμπασα ἡ Ἑλλὰς, δὲν ἦτο μόνον δικαιοσύνη ἀπονεμηθεῖσα πρὸς ἄνδρα, ἅπαντα τὸν βίον ἀφιερώσαντα εἰς τὴν Πατρίδα, ἦτο συγχρόνως ὑψίστη παραμυθία εἰς τὴν ἀπορφανευθεῖσαν οἰκογένειάν μου· ἀλλ’ εἶναι καί τι πλέον, εἶναι περιφανὴς ἀπόδειξις τῆς εὐγενείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δὲ καὶ ἐνθάῤῥυνσις πρὸς τοὺς τὰ κοινὰ πράττοντας, ὑπὲρ τῶν κοινῶν τὰ ἴδια παρορῶντας. Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐξ ὀνόματος τῆς οἰκογενείας καὶ ἐμοῦ σᾶς ἐκφράζω τὴν βοθεῖάν μου εὐγνωμοσύνην (εὖγε).
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολλοὶ δημόται τῶν δήμων Κλεπαΐδος καὶ Ὀφιονείας μὲ παρεκάλεσαν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου περὶ καταργήσεως τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδικείου. Καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπηρεσίας, φρονῶ, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ μέρη πρέπει νὰ συνιστῶνται Εἰρηνοδικεῖα καὶ οὐχὶ νὰ καταργῶνται, διότι ἡ τάξις ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ὅπως εἰς τὰς ἄλλας ὁμοίας θέσεως Ἐπαρχίας. Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ναυπακτίας, ὡς γνωρίζομεν, ὀρεινὴν οὖσαν, συνήθως συμβαίνουν μικρά τινα παραπτώματα, καὶ ἰδίως τῆς μικρᾶς ζωοκλοπῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ περιστέλλωνται διὰ νὰ μὴ γίνωνται μεγαλείτερα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν τοῦ εἰρημένου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, πρὸς ζημίαν μεγάλην τῶν κατοίκων τῶν διαληφθέντων Δήμων.
§4Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τῶν ἐν Βάρνῃ ὑπηκόων Ἑλλήνων μοὶ ἀπεστάλη ἀναφορὰ κατὰ τοῦ ἐκεῖ Ἕλληνος Προξένου Ἀλ. Πόγγη, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέτουσι τὰ κατ’ αὐτοῦ παράπονά των. Μὲ παρακαλοῦσι δὲ νὰ ὑποβάλω ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συγχρόνως νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα αὐτῶν, καὶ ἂν τὰ εὕρῃ ἔχοντα ὑποστάσεώς τινος, νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τοῦ Προξένου τούτου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἀνέγνωσα καὶ εἰς τὰς ἐνταῦθα ἐκδιδομένας Ἐφημερίδας ὡς καὶ εἰς ἐκείνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως πολλά, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὡς μὴ συναισθανόμενον τὴν ἀποστολήν του ἐν τῇ θέσει, ἥτις τὸ εἶναι διαπεπιστευμένη· περιπλέον δὲ καὶ κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ βίου πολλὰ λέγονται. Ὅλα αὐτά, περὶ ὧν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ἂν κατά τι ὑποτεθῶσιν ἀληθῆ, δίδουν καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτοῦ καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ σύντονον πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν πασχόντων ὑπηκόων.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ Πρόξενος αὐτός;
§6Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πόγγης.
§7Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρὸ ὀλίγων στιγμῶν συνέβη σκηνὴ βανδαλικωτάτη καὶ ἀντισυνταγματική. Ἕλληνες πολῖται φορολογούμενοι, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Νόμου ἤρχοντο ἡσύχως, ὅπως νομίμως ἐπιδώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, ἐν ᾗ ἐκτίθενται τὰ παράπονα αὐτῶν. Τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει ὅπως οἱ Ἕλληνες ἀνὰ εἷς ἕκαστος ἢ πολλοὶ ὁμοῦ ἀναφέρωνται εἰς τὰς Ἀρχάς· καὶ τὸ ἄρθρον 10 ἐπιτρέπει ὅπως οἱ Ἕλληνες συνέρχωνται ἡσύχως καὶ ἁπλῶς· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ Ἀστυνομία. Ἠξεύρετε, κύριοι, τί συνέβη; βιομήχανοι καὶ ἔμποροι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς περὶ τοὺς 300 ἀνήρχοντο τὴν ὁδὸν Σταδίου ἡσύχως καὶ εἰρηνικώτατα, ὅτε ἡ Ἀστυνομία ἐπὶ κεφαλῆς ἔχουσα τὸν Διευθυντὴν αὐτῆς, ἐπετέθη κατ’ αὐτῶν, καὶ δι’ ὕβρεων αἰσχίστων, οἷον λωποδύται, κλέπται, κακοήθεις, εἶπε: τί θέλετε σεῖς; νὰ ἐπιβληθῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Οἱ ἄνθρωποι ἀπήντησαν εἰρηνικώτατα, ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος ν’ ἀναφέρωνται εἰς τὰς Ἀρχὰς, καὶ ἐντὸς τοῦ Νόμου ὄντες ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιδώσωσι τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Τότε ὁ Διευθυντὴς καὶ οἱ Ἀστυνομικοὶ κλητῆρες ἐπετέθησαν κατὰ τῶν πολιτῶν τούτων, τοὺς ᾔκισαν, τοὺς ἔδειραν, τινὰς δὲ ἔχουν καὶ εἰς τὴν φυλακήν.
§8ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Καλὰ τοὺς ἔκαμαν.
§9ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἕλλην ἀντιπρόσωπος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τοιαύτην λέξιν, ἀφοῦ τοσαῦτα αἵματα ἐχύθησαν διὰ τὴν ἐλευθείραν αὐτοῦ τοῦ Τόπου. Καλὰ τοὺς ἔκαμαν, δύνανται νὰ τὸ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξωσιν ὁπωσδήποτε τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας· ὄχι ὅμως ποτὲ γνήσιος ἀντιπρόσωπος Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας. Ἐνταῦθα δὲν σᾶς προκαλῶ ν’ ἀποφανθῆτε εἰς ζήτημα κομματικὸν, ἀλλ’ εἰς ζήτημα καθαρῶς συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν μετέχει κομματισμοῦ. Πῶς δύνασθε νὰ ἐπιτρέψητε νὰ δέρωνται οἱ πολῖται, διότι ἔρχονται νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν; Τί κακὸν ἔπραξαν, ἀγαγόντες ἐνταῦθα τὴν ἀναφορὰν ταύτην; Ἔμαθον τὰ συμβαίνοντα· ἤμην εἰς τὰ προαύλια τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἔτρεξα ὅπως ἐμποδίσω τὴν Ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν ἀπὸ τῆς ἀντισυνταγματικῆς αὐτῆς πράξεως· εὗρον δὲ τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας ἄλλον ἐξ ἄλλου, εὗρον τοὺς Ἀστυνομικοὺς κλητῆρας καὶ τὸν Διευθυντὴν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπετίθεντο κατὰ τοῦ καπνοπώλου κ. Γελέκη καὶ ἔτυπτον αὐτὸν, καὶ γνωρίζετε σεῖς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀττικῆς, ἂν ὁ κ. Γελέκης εἶναι φιλήσυχος καὶ τίμιος οἰκοκύρης, γνωρίζετε ἂν ἦναι λωποδύτης, ὡς τὸν ἐχαρακτήρισαν. Τότε ἔσπευσα νὰ κρατήσω τὴν ὀργὴν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, καὶ τῷ παρετήρησα, μάλιστα ὅτι ἦτο καὶ πρώην βουλευτὴς καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς πολίτας ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσωσι τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἦτο ἔξαλλος καὶ τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας ἦσαν σχεδὸν ἐμμανῆ καὶ ἐπετέθησαν μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ καὶ κατ’ ἐμοῦ καὶ μᾶς ὤθησαν μεθ’ ὅλου τοῦ κόσμου εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομίας. Τότε ἔλαβε χώραν γεγονὸς τιμῶν τοὺς συμπολίτας μου, καὶ τὸ λέγω μεθ’ ὑπερηφανείας· ἐπαρουσιάζοντο εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἐκραύγαζον: καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ριφθῶ εἰς τὰς φυλακὰς μὲ τοὺς συντρόφους μου. Ὁ δὲ Διευθυντὴς τοῖς ἔλεγεν: μέσα καὶ σεῖς, καὶ μὲ μία σβερκιὰ καὶ πολλὰς ὠθήσεις καὶ ὕβρεις τοὺς ἔῤῥιπτον εἰς τὴν φυλακήν! Εἶναι νόμιμα αὐτά; Ἐν ποίᾳ ἐποχῇ καὶ ποῦ ζῶμεν; Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρῶτον νὰ διατάξῃ αὐθωρεὶ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες παρανόμως κρατοῦνται, περὶ τοὺς 10, δεύτερον νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρότητα τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προέβησαν εἰς τὰ ἔκνομα ταῦτα μέτρα. Νομίζω, ὅτι ἡ ἱκανοποίησις αὕτη ὀφείλεται καὶ εἰς τὸν Νόμον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν ἂν ἔχωμεν ἢ οὔ Σύνταγμα, διότι πρέπει νὰ σκεφθῆτε καλῶς, ὅτι ἂν θελήσητε νὰ δείξητε, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας ἐνήργησαν τῇ ἐμπνεύσει τῆς Κυβερνήσεως, τότε πλέον ὁ ἀγὼν εἶναι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ λαοῦ (εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα τῶν ἀκροατηρίων.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι.
§12ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἠκούσθησαν, εἶναι ἀληθὲς, δύω ἢ τρία χειροκροτήματα, ἀλλὰ ταῦτα δὲν εἶναι νομίζω ἀνάλογος ἀφορμὴ, ὥστε νὰ ἐκκενώσητε τὰ ἀκροατήρια.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον καὶ δικαίωμα τοῦ Προέδρου, ἐκτὸς ἂν ἀκυρώσητε τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἐκάματε.
§14ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ὅλοι ὅσοι δὲν εἶναι χωροφύλακες καὶ κλητῆρες εἰς τὰ ἀκροατήρια ἐχειροκρότησαν.
§15ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὄχι δὲν εἶναι δίκαιον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκκενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια, ἐπειδή τινες αὐθάδεις ἐθορύβησαν, τῶν ὁποίων κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ὁ Ζυγομαλᾶς καὶ ἡ εὐάριθμος μερίς του, ὁμιλοῦντες δημοκοπικῶς κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὅταν ὅμως ἐκτυλιχθῶσι τὰ καθέκαστα, θὰ ἴδωσι καὶ οἱ ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ἄνθρωποι ὅτι κακῶς ἔδωσαν πίστιν εἰς τὰ λεγόμενα αὐτῶν τῶν ὀλίγων, οἵτινες μάλιστα καὶ ἀνὰ τὰς ὁδοὺς κατελθόντες, παρὰ τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐντολὴν, προεκάλεσαν καὶ προκαλοῦσι τὰς γελοίας ταραχὰς, πολὺ δὲ δικαίως ἄλλοτε ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε περὶ τοῦ κόμματος αὐτοῦ ὅτι εἶναι ἡ μεταξὺ τῶν δύω λόφων μισγάγκεια, ὅπου πᾶν τὸ ἀκάθαρτον καταῤῥέει, ἂν καὶ ἐνίοτε, δυστυχῶς καταπίπτουν ἐντὸς τῆς μισγαγκείας καὶ πρόσωπα μὴ ὄντα ἄξια ταύτης, διότι δὲν δύνανται νὰ κρατηθῶσι καὶ σταματήσωσιν ἐπὶ τῶν παρακειμένων λόφων, καὶ οὕτω εὑρίσκονται καὶ αὐτὰ ἐντὸς τῆς νοσηρᾶς ἀτμοσφαίρας.
§16ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ δικαιολογήσητε ὅ,τι ἐγένετο ἔξω.
§17ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὁ κύριος Στράτος μοῦ λέγει νὰ δικαιολογήσω πρῶτον τὰ ἔξω γενόμενα, πλὴν ἡ σειρὰ τῆς ἐμῆς λογικῆς εἶναι τοιαύτη· ἐγὼ δὲ συνειθίζω οὕτω νὰ κανονίζω τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας μου.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διερεθίζετε τὰ πράγματα.
§19ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Τὰ διηρέθισαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπροκάλεσαν τὰ ὅσα ἔλαβον χώραν ἀτοπήματα· ἐγὼ δὲ νῦν ὁμιλῶ ὅπως καταδείξω καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς ὅλους, ὅτι ἡ συμπεριφορά των πάντοτε ἦτο καὶ εἶναι ἀπρεπὴς, ἀπόδειξις δὲ τῶν λόγων μου ὅτι, ἐνῶ τὸ κόμμα αὐτὸ φέρει ἐπὶ τῆς ῥάχεώς του δεκάδας ἐτῶν ἀπὸ τοῦ καταρτισμοῦ του, καὶ ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἐνθυμεῖται πολὺ καλῶς ἀπὸ τῆς νεαρᾶς του ἡλικίας, ὅτι ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα, τὸ ὅλον ἑπτὰ, ἦτο τὸ τοῦ κυρίου Δηλιγιάννη κόμμα, ὅσοι δηλαδὴ ἤρκουν πρὸς σχηματισμὸν ἑνὸς πλήρους Ὑπουργείου, μετὰ παρέλευσιν τόσων καὶ τόσων ἐτῶν, ἐν τῷ μεταξὺ ἐνῶ ἄλλα κόμματα ἐσχάτως ἀναφανέντα, πολὺ ταχέως ἀνεπτύχθησαν καὶ ἀνδρώθησαν, διότι εἶχον ἅπαντα τὰ πρὸς πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν συστατικὰ, παρίστανται δὲ σήμερον ἀκμαῖα καὶ ζωηρὰ, ἔχοντα ἤδη τὴν δύναμιν νὰ κρατῶσιν ἐπαξίως τὰ ἡνία τῆς Πολιτείας, τὸ γεγηρακὸς αὐτὸ κόμμα πάντοτε ἔμεινε στάσιμον, διότι ὁμοιάζει τοὺς χοιραδικοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἵτινες ὡς ἐκ τοῦ νοσήματος, ὅπερ τοὺς καταβιβρώσκει, μόνον κατὰ ἡλικίαν ἀναπτύσσονται, οὕτω καὶ αὐτὸ μεθ’ ὅλην τὴν πάροδον τοῦ χρόνου δὲν ἀριθμεῖ εἰς τὰς τάξεις του παρὰ μόνον 10–11 τὸ πολὺ, καὶ τοῦτο διότι, ὡς προεῖπον, ἡ διανοητικὴ χοιραδικὴ κατάστασίς του τοῦ παρακωλύει τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνάπτυξιν.
§20Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε; εἶναι συζήτησις;
§21ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Εἶναι βωμολοχίαι.
§22ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι ὁ Πετρίτσης;
§23ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Κύριε Ἀντωνόπουλε, οὔτε ἡ βραχνὴ φωνή σου δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν φωνήν μου, οὔτε ὁ ἁπλοῦς νοῦς σου δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ἀπέναντι τοῦ ἰδικοῦ μου, οὔτε ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς σου ἰσχύει ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς μου· ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω, θὰ συμπληρώσω τὴν ἰδέαν μου. Λοιπὸν ἔλεγον περὶ τῶν χοιραδικῶν σωμάτων τε καὶ πολιτικῶν κομμάτων, ἅτινα ἐκ τῆς καχεξίας των ἔμειναν στάσιμα. Χθὲς, κύριοι, διηρχόμην ἀπὸ τὴν ὁδὸν Σταδίου ἔξωθεν τῆς Βουλῆς, καὶ παρετήρησα ἕνα Βουλευτὴν τῆς χοιραδικῆς μερίδος, ἥτις προσπαθεῖ πάντοτε νὰ δημοκοπῇ, καὶ ἐν γένει νὰ παραλύῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὸν ἤκουσα νὰ λέγῃ εἰς ὁμάδα καπνοπωλῶν τὰ ἑξῆς: «ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν, ὁ Δηλιγιάννης ἐφρόντισεν, ὡμίλησε καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ἀκόμη ὑπὲρ τῶν δικαίων σας—δυστυχῶς ἦτο ὁ φίλος μου κύριος Ζυγομαλᾶς—πλὴν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πλειοψηφίαν της τὸν φόρον θὰ σᾶς τὸν ἐπιβάλῃ, καὶ ἠξεύρετε διατί ἐπιμένει; διότι ὁ Τρικούπης εἶναι συνεννοημένος μετὰ τοῦ Συγγροῦ, Κορωνιοῦ καὶ Σκουλούδη νὰ ὠφεληθῶσι μερικὰ ἑκατομμύρια». Ἀφίνω ὑμεῖς, κύριοι, νὰ κρίνετε περὶ τῶν λεγομένων.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι· διαμαρτύρομαι.
§25ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς τόσον, ὅσον ὅ,τι μὲ βλέπεις καὶ σὲ βλέπω.
§26ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ψεῦμα.
§27ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Εἶναι συκοφαντία ἀναξία μὲν ἀνθρώπου οἷος ὁ Ζυγομαλᾶς, ἀλλ’ ἀξία τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκει εἶναι ὅμως ὄντως καὶ κωμικὸν τὸ πρᾶγμα νὰ νομίζῃ ὁ κύριος Δηλιγιάννης ὅτι, δημοκοπῶν εἰς 100 καπνοπώλας, θὰ κατορθώσῃ τὸ στάδιόν του· ἐνῶ κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπέρμαχος τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον φόρον τὸν ἀναγνωρίζει ὡς δίκαιον, καὶ τὸν παραδέχεται, προσπαθεῖ νὰ ἐξαπατᾷ τοὺς ἁπλουστέρους ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ φόρου, διαφωνεῖ λέγει ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν. Πλὴν αὐτὸ εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον τοὺς καπνοπώλας; θὰ ἦτο συνεπὴς ἡ μερὶς αὕτη, ἐὰν ἔλεγεν: ἀποκρούω τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ. Ὁ κύριος οὗτος πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀγάπην καὶ ὑπόληψιν τῆς νοήμονος μερίδος, ἐὰν δύναται, καὶ οὐχὶ τῶν ἁπλοϊκῶν· τότε ἡ ἰσχύς του ἔσεται θετικὴ καὶ οὐχὶ ὡς νῦν γελοία. Περὶ δὲ τοῦ ἔξω συμβάντος ἤκουσα ὅτι ὁ Ἀστυνόμος ἔσπρωξε μετὰ τῶν ἄλλων ταραξιῶν καὶ τὸν κύριον Ζυγομαλᾶν· τὸ κίνημα αὐτὸ τὸ ἀποδοκιμάζω, πλὴν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Ἀστυνόμος, ἔγεινεν ἐν τῇ δικαίᾳ ἀγανακτήσει του. Καὶ ἐγὼ ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν του, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττον, καθόσον δὲν θὰ τῷ ἐπέτρεπον νὰ δημοκοπῇ εἰς βάρος τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁπωσδήποτε ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ τὸν ἐπιπλήξῃ. Ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐξετάσει περὶ τῶν ἀνενεχθέντων εἰς τὴν Βουλὴν συμβάντων, καὶ ἐννοεῖται ὅτι, ἂν παρεβιάσθη ὁ Νόμος, θέλει λάβει πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει αὐτῇ ὁ Νόμος· ἂν δὲ δὲν ἐγένετο παράβασις τοῦ Νόμου, ἀλλ’ ἁπλῆ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, δὲν δυνάμεθα νὰ παρεμβῶμεν εἰς τὰ Ἀστυνομικὰ καθήκοντα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
§29Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐθαύμασα διὰ τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μετῆλθεν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κυρίου Ζυγομαλᾶ. Γνωρίζω ὅτι καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον ταύτην, ὁσάκις ἀπηυθύνετο ἐπερώτησις ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὡς ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας, εὐθυνόμενος διὰ τὴν πολιτικὴν τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ἀντιφρονοῦντας ἐπαρχιακῶς πρὸς τοὺς ἐπερωτῶντας ν’ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα, καὶ νὰ ὑβρίζωσι τοὺς ἐπερωτῶντας, λησμονοῦντες ὅτι εἶναι ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ οὐχὶ ἐν ἄλλαις αἰθούσαις. Ἀλλ’ ἐθαύμασα, ὅταν εἶδον τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἀνεχόμενον ἵνα μεταβληθῇ τὸ βῆμα τοῦτο εἰς βῆμα ὕβρεων καὶ ἀδολεσχιῶν· ἐθαύμασα, ὅταν εἶδον, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὃν τιμῶ ἰδιαζόντως, νὰ ἐπιτρέπῃ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται ἐπερώτησις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι τοὺς πολίτας, καὶ περὶ προσβολῆς γενομένης κατὰ Βουλευτοῦ, νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ μεταβάλλεται τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἰς βῆμα ἐγκλητηρίων κατ’ ἐμοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν μου φίλων. Ἐπρόκειτο περὶ πράξεως, τὴν ὁποίαν ὡς πολιτευόμενος ἔπραξα; Ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετῆλθον; Αὐτὸ ἦτο ἡ τυζήτησις; ὄχι. Ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐγκαλουμένης, ὅτι τὰ ὄργανα αὐτῆς παρεκώλυσαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ ἐπετέθησαν κατὰ Βουλευτοῦ. Ἤλπιζον ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον σέβομαι διὰ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, καὶ τὴν ἔξοχον πολιτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, ὅτι ἤθελε περιστείλει τὴν βωμολοχίαν καὶ δὲν ἤθελεν ὑποκαταστήσει αὐτὴν εἰς τὴν σεμνὴν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἀνήγετο εἰς παραβίασιν συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ εἰς ἀθέτησιν τοῦ ὀφειλομένου σεβασμοῦ πρὸς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ. Ἐν ἄλλῳ χρόνῳ, ὅτε ἐν ταῖς φυλακαῖς διετέλει κατάδικος πρόσωπόν τι, διωργανίζοντο διαδηλώσεις, ἵνα ἀπολυτρώσωσιν αὐτὸ ἐκ τῶν φυλακῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις τῆς ἐνεστώσης ἐποχῆς οὐδεμίαν διωργάνωσε διαδήλωσιν· εἶχεν ὅμως δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ὑπερασπισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδόσεως ἀναφορῶν εἰς τὰς νομίμους Ἀρχὰς, ὅπερ καὶ τοῦτο εἶναι νόμιμον δικαίωμα τῶν πολιτῶν. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο τὰ ὄργανα τῆς Ἀρχῆς παρεκώλυσαν διὰ τρόπου περιέχοντος ἐπίθεσιν κατὰ τῶν Ἀντιπροσώπων. Καὶ ἀληθῶς δὲν πρέπει νὰ παραλείψω τὴν ἄλλην ἔννοιαν τῆς ἐπερωτήσεως, ἀναγομένην εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βουλευτοῦ. Ἂν ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν κατεδέχθη νὰ κάμῃ μνείαν τῆς γενομένης ἐπιθέσεως κατ’ αὐτοῦ, δὲν ὀφείλω ἐγὼ νὰ παραλείψω. Τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς μεταβάντα εἰς τὸν ὅμιλον, καὶ παρασταθέντα ἐνώπιον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, καὶ παριστῶντα, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παρακωλύουν τὴν ὁμήγυριν, τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας, οὐ μόνον ἀπώθησαν, ἀλλὰ καὶ παρέσυρον μέχρι τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι διεῤῥηγνύετε τὰ ἱμάτιά σας, ὅταν εἷς ὑπάλληλος τῆς Αὐλῆς ὑπέμνησεν εἰς ἕνα Βουλευτὴν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ μένῃ ἀσκεπὴς ἐν ταῖς αἰθούσαις τῶν Ἀνακτόρων, καὶ συνεταράσσετε τότε τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν ἀθέτησιν τῆς πρὸς Βουλευτὴν ὀφειλομένης ἁβρότητος; Καὶ ἀνέχεσθε τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἀπωθῶσι τοὺς Βουλευτὰς καὶ ἀπάγωσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν; Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν, οὔτε σκοποῦμεν νὰ μετατρέψωμεν τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ἐκεῖ ὅπου ὠθοῦσιν οἱ ἡγήτορες τῆς πλειοψηφίας· ὄχι, διότι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος...(θόρυβος ἀριστερά). Ἂν ἀναγκασθῶμεν, δυνάμεθα νὰ διδάξωμεν αὐτοὺς πόσον νάνοι εἶναι ἀπέναντι ἡμῶν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ εὐλαβώμεθα τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, διότι ὡς ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζομεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων καὶ ἀποκρούομεν πᾶσαν παράβασιν, οὐδὲ ζητοῦμεν τὴν Ἀρχὴν διὰ τῶν ὀχλαγωγιῶν ἢ δι’ ἀσεβοῦς πολιτείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ἣν ἔδωκεν ὑπόσχεσιν πρὸ μικροῦ ὁ Πρόεδρος αὐτῆς, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον, ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐρευνῶν, ἃς ἔκαμε.
§30ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι τῷ ὄντι ἡ σημερινὴ ἐμφάνισις τῆς ὄψεως τοῦ Κοινοβουλίου ἐξ ἐκείνων τῶν ἀγριωπῶν θυελλώδους συνεκκλησιάσεως τοῦ λαοῦ, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ πρόγονοι ἡμῶν, ὅταν εὑρίσκοντο ἐμπεπλεγμένοι, διέβρισκον λύσιν διά τινος τρόπου λεγομένου ἐκ μηχανῆς, δηλαδὴ διὰ τῆς ἐμφανίσεως ἐν τῷ μέσῳ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔζησεν ἐν παρελθούσαις ὁμοιοτύποις ἐποχαῖς, καὶ τὸ ὁποῖον ἀνέλυεν ἐνώπιον τοῦ πλήθους τί συνέβη ἐν παρελθόντι χρόνῳ, καὶ τίς ἐμεθοδεύθη διέξοδος. Ἐν τῷ Ὁμήρῳ τὸ τοιοῦτον ἔπραττεν ὁ Νέστωρ, ὅστις διέλυε τὸν ὑπάρχοντα σάλον καὶ τὴν ὑπάρχουσαν ἑκατέρωθεν ἑτοιμοπόλεμον σύγκρουσιν ἀπεσόβει. Τὰς ἡρωϊκὰς ἐκείνας ἐκκεχειρίας ἀνεπόλουν ἐν ἐμαυτῷ πρὸ στιγμῆς, καὶ μολονότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ὁ γέρων, μὅλα ταῦτα τολμῶ νὰ διαδραματίσω τὸν ἐκ μηχανῆς γέροντα, ἐνθυμηθεὶς τὸ σοφὸν ἔνταλμα ὅτι «πολιά ἐστὶ φρόνησις ἀνθρώποις», καὶ ἔρχομαι ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως διά τε τοὺς ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοὺς ἔξω νὰ εἴπω ποίαν διορῶ διέξοδον. Κύριοι, ὅταν πρό τινων ὡρῶν εἶδον ἀπὸ τοῦ παραθύρου τῆς οἰκίας μου στίφη πολιτῶν διερχόμενα τὴν ὁδὸν Σταδίου, καὶ ἐπληροφορήθην ὅτι ὑπῆρχε συγκέντρωσις τῶν φορολογουμένων, ὅπως παραστήσωσι τὰ δικαιώματά των, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἠγαλλιάσθην τῷ πνεύματι καὶ εἶπον ἰδοὺ τέλος πάντων καὶ ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἀπὸ καιροῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν, αὐτὴν ταύτην τὴν ζῶσαν φορολογουμένην τάξιν ἐνισχύουσαν τὰ δικαιώματά της διὰ τῆς ἁπλουστάτης ἐκφράσεως, ἥτις ἐπιβάλλεται μᾶλλον παρὰ τὴν πεπλασμένην καὶ τρόπον τινὰ τεχνικὴν τῶν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου συζητήσεων. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον βλέπω ἀντίθετον σκηνὴν, ἡ ὁποία μοὶ ἐνεθύμισε τὰς σκηνὰς τοῦ 59 τὰ Σκιαδικὰ, τὸν λαὸν συνωστιζόμενον καὶ πρὸς τὰ κάτω φερόμενον, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν διαῤῥηγνυομένην καὶ ἀσχάλλουσαν· τὸ πρᾶγμα ἐμποιεῖ βεβαίως θλῖψιν πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἀτενίζει εἰς ἓν εὐρύτερον μέλλον διὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἔθνους. Κατῆλθον τῆς οἰκίας μου ὅπως μεταβῶ ἐνταῦθα εἰς τὸ Βουλευτήριον, κατόπιν συνήντησα τὸν κ. Ζυγομαλᾶν ἐν μέσῳ τοῦ ὁμίλου ἐκείνου ἐν καταστάσει δυσπεριγράπτῳ. Ἐγὼ ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ ἐνταῦθα εἶδον ἐξελισσομένην ἐν μέσῳ ἡμῶν ἑτέραν σκηνὴν, ἐπιφόβους διαστάσεις λαμβάνουσαν, καὶ ἐδῶ ἐκπληρῶ τοῦ Νέστορος τὸ ἔργον, τὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος διδασκαλίαν ὑπομιμνήσκων ὑμῖν. Ἡ σκηνὴ αὕτη μοὶ ἐνθυμίζει τὴν ἐποχὴν τοῦ 74, ὅτε ὑπῆρχε μεγάλη πλειοψηφία, ὅτε αὐτῆς καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος· ἀλλ’ ὁποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα καὶ τῶν δύω αὐτῶν ἱστορικῶν γεγονότων; Λοιπὸν μὴ σπρόχνωμεν τὰ πράγματα, ἂς σταματήσωμεν ἕως ἐδῶ. Ὁ φόρος περὶ καπνοῦ, ὁ φόρος περὶ οἴνου καὶ ὁ περὶ πνευματωδῶν ποτῶν ἐξήγειρε τὴν κοινωνίαν. Λοιπὸν ἂς σταματήσωμεν. Ἡ Κυβέρνησις ἂς κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ταύτης μὲ ἕνα Νόμον, καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παρελθόντος Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὸν Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον ε. ε. ἀφοῦ καταρτίσῃ σύστημα Προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ 1884, τὸ ὁποῖον νὰ παρουσιάζῃ εἰς τὸ Ἔθνος σπουδαίας οἰκονομίας, ἐνοικίασιν Τελωνείων, κατάργησιν Ἐπαρχείων, ἐνοικίασιν ἁλυκῶν, ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, κατάργησιν τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, ἀναθεώρησιν ἐπὶ τῶν τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου, χρησιμοποίησιν τῶν καταδίκων, καὶ οὕτω κατ’ ἐλάχιστον ὅρον μόνον οἰκονομίας 30 ἑκατομμυρίων παρεκτὸς τῆς ὑπερδιπλασιάσεως τῶν ἐκ τῶν ὑφισταμένων πόρων προσόδων, καὶ τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν Νομοσχεδίων, ἀλλὰ τὰ ἐπιφυλάττομεν διὰ μελλούσας Ἐθνικὰς ἀνάγκας, καὶ τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως ἐξεγείρουν τὰ πνεύματα καὶ διὰ τῶν ὁποίων περιστέλλομεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, διότι βλέπετε τὸν κωλύομεν ἀπὸ τοῦ νὰ συνέρχεται καὶ ν’ ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις εἶναι κτῆμα αὐτοῦ τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τῶν Βουλευτῶν. Τί εἴμεθα ἡμεῖς ἀπέναντι χιλιάδων ἐκλογέων δυναμένων ἐν μιᾷ ῥοπῇ νὰ μᾶς ἀνακαλέσωσι τὴν ἐντολὴν, καὶ νὰ ἔλθωσιν οἱ ἴδιοι πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεών των ἐνταῦθα εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα; Ὅταν κλείετε τὴν θύραν εἰς τὸ ἀναφέρεσθαι, τότε αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου συντρίβονται ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τοῦ κυρίου τῶν ὑποθέσεων, τοῦ αὐθέντου μας, τοῦ κυριάρχου λαοῦ (θόρυβος). Ἐρχόμεθα ἐνταῦθα καὶ ἀνθυβριζόμεθα καὶ ἐπιδεικνύομεν γρόνθους καὶ ἰσχὺν, ἥτις ἁρμόζει εἰς ἄλλα πλάσματα· πότε καὶ τί ἐψηφίσαμεν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ; Πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ἥτις ἔχει καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν μονοκρατορίαν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις, νὰ φέρῃ τὴν διόρθωσιν τῶν κοινῶν, καὶ συνοδεύσῃ τὴν ἐμφάνισίν της μὲ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀντὶ ν’ ἀσχολώμεθα εἰς τὴν μέριμναν διὰ τὴν Μητέρα Ἀλβανίαν, ἥτις ῥᾳδιουργεῖται πανταχόθεν, συζητοῦμεν περὶ πραγμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θὰ ἐντρεπώμεθα, ὅταν θ’ ἀναμιμνησκώμεθα αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ἐναντιωθῇ κανεὶς νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὰ ἔσοδα τοῦ περυσινοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ παρουσιάσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 84 μὲ οἰκονομίας, καὶ νὰ γείνῃ μελέτη αὐτοῦ ἐμπρέπουσα, ἥτις νὰ συντρέχῃ μὲ τὸν προορισμὸν τοῦ Ἕλληνος καὶ μὲ τὴν κατάστασιν τῶν πνευμάτων ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι, τὸ ὁμολογῶ, ὑπαίτιος ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην· εἰς αὐτὴν μᾶς ἔφερεν ἡ κατάστασις ἡ δυστυχῶς ἐπὶ πεντηκονταετηρίδα ἤδη περίπου ἐξακολουθουμένη ἡ τῆς Βαυαροκρατίας, καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔθεσεν ἕνα τροχὸν εὔτακτον εἰς τὴν πολιτικὴν μηχανὴν, καὶ ἀναλογισθῆτε ἐν παραδείγματι τὸ φρικαλέον τῆς στασιμότητος. Ἐὰν λ. χ. ἐψηφίζετο νὰ μὴν ὑποστῇ οὐδεμίαν τροποποίησιν ἡ πρώτη εὑρεθεῖσα ἀτμομηχανὴ, καὶ οὐδεμίαν βελτίωσιν, θὰ ὑπῆρχε σήμερον πρόοδος; Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ Κράτη. Ἔχομεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἀναθεώρησιν, διότι ἔχομεν ἐν αὐτῷ τὸν ὅρον τοῦ Λυκούργου, νὰ μὴ ἀναθεωρηθῇ ἡ νομοθεσία τῆς Σπάρτης πρὶν ἐπανακάμψῃ ὁ Λυκοῦργος, τοῦ ὁποίου ἐν τούτοις καὶ ἡ τέφρα διεσκορπίσθη εἰς τοὺς 4 ἀνέμους, ἵνα μὴ δι’ Ἰουδαϊκῆς ἑρμηνείας ἡ κάθοδος αὐτῆς ἐν Σπάρτῃ λύσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν. Τοιοῦτον Σύνταγμα μᾶς ἀπαγορεύει πᾶσαν πρόοδον. Καὶ δὲν βλέπετε πανταχόθεν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, ὅτι πάντες τείνουν εἰς μεταῤῥυθμίσεις; Τί γίνεται εἰς τὴν Γαλλίαν; αὐτὸς ὁ μέγας πολίτης Γαμβέτας ἐπεδίωκε διαρκῶς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος· ἐν Ἀμερικῇ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος γίνονται ἀναθεωρήσεις τῶν πολιτευμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνθίστανται μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέδεσαν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν μὲ τὴν τοιαύτην ὀπισθοδρομικὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας καὶ Πολιτείας. Δὲν εἶναι πλέον ὑποφερτὴ ἡ τοιαύτη κατάστασις· πάντες ὁμολογοῦμεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναθεώρησις. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς θέλει ὀλιγόστευσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὁ κύριος Φλογαΐτης ζητεῖ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, ὁ κύριος Φιλάρετος ἐπιμόνως ζητεῖ ἐπιτροπὴν διὰ τὴν δικαιοσύνην. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἰδέαι δὲν δύνανται νὰ γείνουν δεκταὶ, διότι οὐδεὶς ὑποχωρεῖ εἰς τὸν ἄλλον· ἀλλὰ μία ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ μελετήσῃ ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ τί ποιητέον, τί τὸ λυσιτελές. Τότε ἡ Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Βασιλέως θὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν πρὸς ἐκλογὴν ἴσου ἄλλου πρὸς τοῖς ὑπάρχουσιν ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων διὰ τὴν ἀναθεώρησιν. Δὲν δύνασθε νὰ φύγετε ἀπὸ τὴν ἀναθεώρησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ Νόμον καθ’ ὃν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίου Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ ταῖς ὡς προδιείληπται συνεπείαις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Βασιλάκης προτείνει τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 318 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐξακολούθησις τῆς 3ης συζητήσεως τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.
§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐκ προηγουμένων συζητήσεων γνωρίζετε τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, τουτέστιν ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Δὲν χρονολογεῖται δὲ ἡ γνώμη μου αὕτη ἀπὸ σήμερον, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνέπραττον μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὗ τὴν ὁμιλίαν σᾶς ἀνέφερε χθὲς ἐν ἐκτάσει ὁ ἀγορεύσας Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας κύριος Ζηνόπουλος. Καὶ μὲ αὐτὰς τὰς ἀρχὰς κατήλθομεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, κατακρίνοντες τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, καὶ οὕτω μᾶς ἐνεπιστεύθη καὶ μᾶς ἀπέστειλεν ἀντιπροσώπους. Ἐλθόντες δὲ ἐνταῦθα ἔχομεν, καθῆκον καὶ καθῆκον ἀπαράβατον νὰ τηρήσωμεν καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ὅσας ἐδώσαμεν εἰς τὸν λαόν. Ἑπόμενος λοιπὸν τῇ ἀρχῇ ταύτῃ, κηρύσσομαι σήμερον κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου καὶ δι’ ἄλλους λόγους· διότι τὸ Νομοσχέδιον τὸ θεωρῶ ἄδικον, ἀδικώτατον, καὶ διότι προώρισται νὰ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, νὰ βλάψῃ τὸ ἐμπόριον, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ μόνον ὡς τελωνοφύλαξ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν τελωνιακῶν συμφερόντων τῆς γείτονος Ἐπικρατείας. Θὰ βλάψῃ, εἶπον, τὴν παραγωγὴν, τουτέστι τοὺς γεωργοὺς, οἵτινες καλλιεργοῦσι τοὺς καπνοὺς, καὶ θὰ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, διότι θὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ θὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Θέλει προσέτι διδάξει τὸν λαὸν εἰς τὴν καταδολίευσιν, διότι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν χρησιμεύει εἰς τίποτε ἄλλο, ἢ ὡς μία διδασκαλία, ἐξαναγκάζουσα τὸν λαὸν εἰς παραβίασιν αὐτοῦ. Θὰ βλάψῃ τὴν παραγωγὴν, διότι ἡ κατανάλωσις θὰ ἐλαττωθῇ ἐσωτερικῶς, ὁσαδήποτε ἂν λέγωσι· δὲν εἶναι δυνατὸν ἔπειτα ἀπὸ τὸν ὑπερβολικὸν φόρον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς τὴν κατανάλωσιν, νὰ μὴ περιορισθῇ αὐτὴ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ. Συλλογισθῆτε, ὅτι σήμερον διὰ νὰ καπνίσῃ τις 2 σιγάρα ἔχει ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ ἓν λεπτὸν καὶ αὔριον μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον τὸ Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει, δι’ ἕκαστον σιγαρέτον θὰ πληρώνῃ 10 λεπτά. Οἱ λόγοι αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους μᾶς ἀνέφερον ἐφ’ ὅλων τῶν Νομοσχεδίων, καὶ τοὺς ὁποίους ἤντλησαν ἀπὸ ξένας Νομοθεσίας, δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Αὐτὸ τοῦτο τὸ σύστημα ἠκολούθησαν ἐφ’ ὅλων τῶν Νομοσχεδίων, κρατοῦντες πάντοτε τὴν ἐπιστήμην ἀνὰ χεῖρας οἱ κύριοι Ὑπουργοί, καὶ ὅταν εἰσήγαγον τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος τοῦτο ἔπραξαν· ἀλλὰ σήμερον τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθημεν κατὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης, διὰ τὰς περιστάσεις, αἵτινες συνέτρεχον καὶ συντρέχουσιν εἰς τὸν Τόπον, ὅτι εἴχομεν πληρέστατον δίκαιον, καὶ σήμερον ὅλοι γογγύζουν διὰ τὴν μεταβολὴν ταύτην. Αὐτὸ τοῦτο θέλει ἀποδειχθῆ ἀναντιῤῥήτως καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου. Θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι ἡ παραγωγὴ θὰ ἐλαττωθῇ, καὶ ἐλαττουμένης τῆς παραγωγῆς, θὰ ζημιωθῇ μέγας ἀριθμὸς καλλιεργητῶν ἀποζώντων ἐκ τῆς καλλιεργείας τοῦ καπνοῦ. Θὰ ζημιωθῇ τὸ ἐμπόριον τοῦ Τόπου καὶ θὰ παύσῃ ἡ εἰσαγωγὴ ἑνὸς μεγάλου χρηματικοῦ ποσοῦ, εἰσαγομένου ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἀπὸ τοῦ πλουσιωτέρου παλατίου μέχρι τῆς τελευταίας καλύβης νὰ μὴ ἐλαττωθῇ ἐσωτερικῶς ἡ κατανάλωσις· διότι, ὡς ἄλλοτε σᾶς ἀπέδειξα, ἡ τιμὴ κατ’ ὀκᾶν τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι θὰ ὑψωθῇ εἰς 10 νέας δραχμὰς, τουτέστι κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα εἰς 11 καὶ 20 λεπτά. Δὲν εἶναι δὲ τόσον πλούσιοι οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐπιβάλητε ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἀντικειμένου, τοῦ ὁποίου κάμνει χρῆσιν ἀπὸ 3 δραχμὰς εἰς 11, δὲν εἶναι, λέγω, τόσον πλούσιοι, ὥστε νὰ μὴ αἰσθανθῶσι τὸ βάρος αὐτὸ καὶ νὰ μὴ ἐλαττωθῇ σπουδαίως ἡ κατανάλωσις. Τοῦτο, κύριοι, δὲν ἀνέγνωσα εἰς τὰς βίβλους τῆς ἐπιστήμης, τὸ εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν, ὅταν ἤμην καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἰς τὴν Αὐστρίαν καπνίζουσι σιγαρέτα ἢ ποῦρα σιγάρα, καὶ διότι ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ καὶ ὁ καπνὸς εἶναι ὑπερτιμημένος, ἅμα ρίπτετε τὸ σιγάρον σας, βλέπετε 10 ἢ 15 ἀνθρώπους συνωθουμένους τίς πρῶτος νὰ ἁρπάσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἀπεῤῥίψατε, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καπνίσῃ, ἀλλ’ ἡ ἀκρίβεια τοῦ καπνοῦ δὲν τὸ ἐπιτρέπει νὰ εὐχαριστήσῃ ὅπως θέλει τὴν ἐπιθυμίαν του αὐτήν. Θέλετε δὲ περιορίσει καὶ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν· καὶ μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὑποστηρίξας τὴν πρότασιν τῶν ἀξιοτίμων ἐκ Σύρου βουλευτῶν κ.κ. Σκουλούδη, Πετρίτση καὶ Γρυπάρη, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐξαγωγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν θὰ καταστῇ δυσκολωτάτη· διότι τί σᾶς λέγει ἡ τροπολογία αὐτή; ὅτι ὁ καπνὸς θὰ κόπτεται εἰς τὸ κατάστημα τῆς διαμετακομίσεως ὡς καὶ εἰς ἄλλα ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξομοιῶνται μὲ αὐτό. Ἀλλὰ τί εὐκολώτερον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν Τουρκίᾳ, ἵνα ἔχωσιν ὑπαλλήλους καὶ ἐν Σύρῳ νὰ γνωρίζωσι καὶ νὰ ἀναγέλλωσι πότε κόπτεται ὁ καπνὸς εἰς τὰ καταστήματα ταῦτα καὶ πρὸς ποῖον σκοπὸν ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Δὲν θὰ ἔχετε τότε εἰς τὸ ἐμπόριόν σας τὴν ξένην ἀστυνομίαν ἵνα ἐπιτηρῇ τοῦτο; Ἀλλὰ τί ἄλλο θέλετε ὑποστηρίξει ἀκόμη, ἐὰν παραδεχῆτε τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταὶ ἐκ Σύρου καὶ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; Θέλετε ὑποστηρίξει τὸ λαθρεμπόριον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, διότι ὁ κοπτόμενος οὗτος καπνὸς καὶ ἐπιβιβαζόμενος εἰς πλοιάρια δῆθεν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν, θέλει ἀποβιβάζεται εἰς πλεῖστα ὅσα παράλια τῆς Ἑλλάδος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλουσι νὰ καθιερώσωσιν ἢ τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ διορθώσωσι διὰ τῆς τροπολογίας των οἱ κύριοι βουλευταὶ Σύρου, καθόλου δὲν ἐξασφαλίζει τὸ ἐμπόριον, ἀπεναντίας μάλιστα χρησιμεύει καὶ τοῦτο ὡς μία νέα διδασκαλία πρὸς καταδολίευσιν τῶν Νόμων τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι; οὐχὶ, κύριοι. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο μόνον θὰ ἔχῃ βαρείας συνεπείας διὰ τὸν Τόπον, ὅταν παραχωρηθῇ δι’ ἐνοικιάσεως τὸ δικαίωμα εἰς ἐνοικιαστήν, τότε βαρέως βεβαίως ὁ Τόπος θὰ τὸ αἰσθανθῇ. Ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἔφερε τὸν ὅρον τῆς ἐνοικιάσεως, δὲν ἤθελον μετὰ τόσης ἐπιμονῆς ἐπιτεθῆ κατ’ αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι ἄξιον ἀντιῤῥήσεως μεγαλειτέρας ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιον περὶ σιγαροχάρτου· ὁποῖα δὲ θὰ ὦσι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Νομοσχεδίου περὶ σιγαροχάρτου, τὰ αὐτὰ θὰ ὦσι καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὁ μέγιστος φόβος εἶναι μήπως ἐνοικιασθῇ τὸ δικαίωμα, καὶ ἡ ἐνοικίασις θὰ καταστῇ ἐπαχθεστάτη· διότι οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ κανονίζωσι τὴν παραγωγὴν, θὰ περιστέλλωσι τὸ ἐμπόριον καὶ θὰ ἐμποδίζωσι καὶ αὐτὴν τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἔχουσι, λέγουσι, τὰ Νομοσχέδια τὴν σοβαρότητα καὶ σοβαρότητα ἐπιστημονικήν· μᾶς παρουσίασαν Νομοσχέδιον, δι’ οὗ μᾶς εἶπον, ὅτι θὰ εἰσπράξωσιν 1,500,000 δραχμῶν ἀπὸ τὸ σιγαρόχαρτον· ἀφίνω τώρα τοὺς ἀριθμητικοὺς λογαριασμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐσφαλμένοι, διότι, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν αὐτῶν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ ὅπως τὸ εἰσήγαγον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναβῇ ἄνω τοῦ 1,000,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὅταν τὸ Νομοσχέδιόν σας αὐτὸ τὸ περὶ σιγαροχάρτου τὸ θεωρεῖτε σπουδαῖον, τὸ θεωρεῖτε ἐπιστημονικὸν, καὶ ὅταν ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο προσδοκᾶτε νὰ εἰσπράξητε 1,000,000 φράγκων, δὲν πενταπλασιάζετε τότε τὴν ἀξίαν τοῦ σιγαροχάρτου, ὅπως εἰσπράξητε 5 ἑκατομμύρια καὶ οὕτως ἀπαλλάξητε τὸν Τόπον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ βάρη, ἀπὸ αὐτὴν τὴν περίπλοκον διοίκησιν, τὴν ὁποίαν καθιερώνετε διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ; Φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· εἶναι πάντοτε φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι σιγαρόχαρτον ἄνευ καπνοῦ εἶναι τίποτε· θέλετε ἔχει τότε τουλάχιστον τὸ καλὸν νὰ μὴ δαπανήσητε τόσον πολλὰ, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσητε διὰ τὴν διοίκησιν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Εἶμαι δὲ πληρέστατα σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι, ὅταν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε φόρον εἰς τὴν κατανάλωσιν, πρέπει νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὴν πηγὴν τῆς παραγωγῆς καὶ ἐκεῖ νὰ βεβαιώσητε τὸν φόρον, ὅπως ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβαρύνῃ ὁλόκληρον τὸν λαὸν καὶ ὅπως μὴ ἐπιβαρύνῃ μόνον ἓν μέρος αὐτοῦ· καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον καὶ φανερώτατον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχετε ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ; ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη πῶς καὶ ποῦ θὰ κόπτεται ὁ καπνός. Ἡ Κυβέρνησις λέγει, θὰ ἔχῃ ἰδίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι μόνοι θὰ κόπτουν τὸν καπνόν. Ἀλλ’ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ καὶ τὰ ἐργοστάσια, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ κόπτεται ὁ καπνὸς, θὰ εὑρίσκωνται ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν Ἐπαρχιῶν, καὶ ὅπου ἐγκρίνει ἀλλαχοῦ. Ἐὰν θελήσητε ἵνα ἱδρύσητε ἐργοστάσια τοιαῦτα καὶ ὑπαλλήλους καθ’ ἅπαντας τοὺς Δήμους, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὅλον τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον προσδοκᾶτε διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Λαμβάνω, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν τὴν ἰδικήν μου Ἐπαρχίαν, ἢ ἐὰν θέλετε, λαμβάνω τὴν Ἐπαρχίαν Κορινθίας, καὶ προκαλῶ τοὺς συμπολιτευομένους βουλευτὰς τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς νὰ μὲ διαψεύσωσιν ἐὰν τὰ πράγματα δὲν ἔχωσιν οὕτως. Ὁ ὑπάλληλος καὶ τὸ ἐργαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κόπτεται ὁ καπνός, θὰ ὑπάρχουν, εἰς τὴν Κόρινθον· ὁ καπνοπώλης, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ κόψῃ τὸν καπνόν του, εὑρίσκεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Δήμου Φαινεοῦ εἰς τὸ χωρίον Γκοῦρα, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Κανελλόπουλος γνωρίζει καλῶς, διότι ἐκεῖθεν κατήγετο καὶ ἡ μήτηρ του. Ὁ ἔμπορος ἔχει ἀνάγκην νὰ κόψῃ 80 ὀκάδας καπνοῦ· εἶναι ἠναγκασμένος νὰ φορτώσῃ τὸν καπνὸν ἀπὸ τοῦ χωρίου του Γκοῦρα καὶ νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὴν Κόρινθον, καὶ ἔχει ἀνάγκην πρὸς τοῦτο ἐν καιρῷ χειμῶνος μάλιστα νὰ κάμῃ δρόμον δύω ἡμερῶν, βαδίζων ταχέως. Θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Κόρινθον, θὰ βρέξῃ τὸν καπνὸν καὶ θὰ τὸν παρασκευάσῃ διὰ νὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὸ ἐργαστήριον τῆς Κυβερνήσεως· ἀφοῦ δὲ κοπῇ, ὀφείλει νὰ κάμῃ νέαν παρασκευὴν ἐκεῖ, διότι ὁ καπνὸς δὲν εἶναι ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ κόψητε καὶ διαθέσητε μετὰ ταῦτα, ὅπως θέλετε· πρέπει νὰ βραχῇ, νὰ παρέλθῃ ὁ ἀπαιτούμενος καιρός, ἵνα κοπῇ, νὰ ἀερισθῇ μετὰ ταῦτα καὶ τοποθετηθῇ καταλλήλως· διότι, ἐὰν ἡ περιποίησις δὲν γείνῃ καλῶς, καὶ ἐὰν ᾖναι πολὺ νωπὸς καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὰ σακκίδια, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ Νομοσχέδιον, θὰ λάβῃ μίαν ζύμωσιν, ἥτις θὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἄχρηστον. Τί δὲ λέγει τὸ Νομοσχέδιόν σας περὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ; εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, ν’ ἀναγνώσω τὰ ἄρθρα αὐτοῦ, διότι ἐκ τούτων θέλετε πεισθῆ, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο οὐδόλως εἶχον γνῶσιν περὶ τοῦ τοιούτου Νομοθετήματος (ἀναγινώσκει) Ἄρθρον 9. Πᾶς κάτοχος καπνοῦ μὴ κεκομμένου, θέλων νὰ παραδώσῃ αὐτὸν εἰς τὴν κατανάλωσιν, ὀφείλει νὰ τὸν προσαγάγῃ εἰς ἓν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 4 Ἐργοστασίων παρεσκευασμένον καὶ ἕτοιμον δι’ ἐκκοπὴν, ὁμοῦ δὲ καὶ τὰ ἀνάλογα πρὸς ἐναπόθεσιν σακκίδια ἢ ἄλλα δοχεῖα. Ἄρθρον 10. Ἄν τὸ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν προσαχθὲν ποσὸν ὑπερβαίνῃ τὰς δυνάμεις τοῦ Ἐργοστασίου, προτιμᾶται ἀνάλογον ποσὸν ἑκάστου τῶν προσελθόντων». Συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι προσήχθησαν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῆς Κυβερνήσεως 1,000 ὀκάδες καποῦ, παρεσκευασμένου κατὰ τὸ ἄρθρον 9, καὶ κόπτει κατ’ ἀναλογίαν 10 ὀκάδας ἀπὸ ἕνα ἕκαστον· τί θὰ γείνῃ ὁ ἄλλος ὁ βρεγμένος καπνός; Ὅσοι καπνίζετε καὶ ὅσοι ἐξοδεύετε καπνὸν γνωρίζετε τί θὰ γείνῃ· γνωρίζετε, ὅτι ὁ καπνὸς οὗτος εἶναι πλέον ἄχρηστος διὰ τὸν ἔμπορον Αὐτὸ εἶναι τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξύμνησαν καὶ εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐρχόμεθα νὰ εἰσπράξωμεν πολλὰ χρήματα, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν παραγωγήν· Ἀλλ’ ὁ ἐλθὼν ἀπὸ τοῦ Γκούρα εἰς τὴν Κόρινθον καὶ κόψας τὸν καπνόν του ἔχει ἀνάγκην νὰ μείνῃ εἰς Κόρινθον, ὅπως παρασκευάσῃ αὐτὸν ἐπὶ 5, ἐπὶ 8 ἡμέρας.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριε Βουλευτὰ; εἰς τὴν Κορινθίαν δὲν ὑπάρχει οὐδαμοῦ ἀλλοῦ κόπτης ἢ εἰς τὴν Κόρινθον, ἴσως καὶ εἰς τοῦ Κιάτου· περὶ τούτου δύναται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κύριος Τουρνάκης, ὥστε εἰς τὴν Κόρινθον φέρουν καὶ τώρα ἐξ ὅλων τῶν Δήμων τὸν καπνὸν, ἵνα τὸν κόψωσι.
§34Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Σταυρόπουλος δύναται νὰ εἶπε πλήρη τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον. Ὁ καπνὸς σήμερον παρασκευάζεται καὶ δύναται ἕκαστος κύριος νὰ τὸν κόψῃ, ὁπόταν θέλῃ, νὰ τὸν παρασκευάσῃ, ὁπόταν θέλῃ, καὶ νὰ τὸν μεταφέρῃ, ὁπόταν θέλῃ. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νομίζω, ὅτι οὔτε ἀνεγνώσατε τὸ Νομοσχέδιον, ὑμεῖς οἱ λέγοντες αὐτά. Τί δὲ ἀκόμη θὰ συμβῇ; Ὁ καπνὸς εἰς φύλλα εἶναι ἐλεύθερος νὰ περιέρχηται, ὡς μεταβατικός, καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδεὶς τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κυκλοφορίαν αὐτοῦ· δύναται νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ ἐργαστήρια, εἰς τὰς οἰκίας καὶ εἰς τὴν καλύβην τοῦ ποιμένος ἐλευθέρως. Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ ποιμὴν, ὁ γεωργὸς, ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὰ πλέον ἀπόκεντρα μέρη, θέλει ἔλθει ν’ ἀναζητήσῃ τὰ ἰδικά σας σακκίδια μὲ τὰς ταινίας τῶν δύω λεπτῶν; Εἰς ὅλα λοιπὸν τὰ μέρη ταῦτα ἡ κατανάλωσις θὰ γίνηται διὰ καπνοῦ κεκομμένου διὰ τοῦ μαχαιρίου ἐπάνω εἰς τὴν σανίδα. Ἢ νομίζετε, ὅτι θὰ προσέλθῃ ν’ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὰ φυλλάδια τοῦ σιγαροχάρτου τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ καὶ δὲν θὰ πάρῃ φύλλα τῶν κώνων τοῦ ἀραβοσίτου διὰ νὰ καπνίσῃ; Εἰς μεγάλην πλάνην εὑρίσκεσθε. Ἀφοῦ, λέγουσιν, κοπῇ ὁ καπνὸς, ἀμέσως ἀπὸ τὸ ἐργοστάσιον τίθεται εἰς σακκίδια, εἰς δοχεῖα, εἰς ἄλλα μέρη καὶ περιβάλλεται διὰ τῶν ταινιῶν τῶν 10 δραμίων καὶ τῶν πολλαπλασίων αὐτῶν μέχρι τῶν 100 καὶ μεταφέρεται. Δύνανται αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ γείνωσιν εἰς τὴν ἐφαρμογήν; Δύναταί τίς ποτε νὰ μεταχειρισθῇ τὸ χρῆμα, τὸ ὁποῖον δαπανᾷ πρὸς ἀγορὰν καπνοῦ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Νομοσχέδιον θέλει; Εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον, διότι οὐδεὶς ἐτρελλάθη ποτὲ νὰ δώσῃ τὰ χρήματά του πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὴν θάλασσαν ἢ τὸν ποταμὸν, διότι τὸ ἐμπόρευμα αὐτὸ, περιποιούμενον καθ’ ὃν τρόπον διατυποῖτε, θὰ καταστῇ ἄχρηστον ἐντελῶς. Εἰς 1,300,000 ὀκάδας ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τὸ καταναλισκόμενον καπνοῦ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν Ἑλλάδι, καὶ διὰ τῆς στατιστικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴδατε, ὅτι εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα παράγεται καπνὸς 4,000,000 ὀκάδων· κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν δὲ, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκ Σύρου, ὁ ἐξαγόμενος καπνὸς, διότι ἐκεῖθεν πρὸ πάντων ἐξάγεται, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 900,000 ἢ 1,000,000 ὀκάδων. Ἔχομεν λοιπὸν ἐξ ἑνὸς μὲν τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐξαγωγῆς, εἰς τὴν ὁποίαν πείθομαι, διότι οἱ κύριοι Βουλευταὶ τῆς Σύρου εἶναι εἰς κατάστασιν, ἐλθόντες πολλάκις εἰς συνάφειαν καὶ ὁμιλίαν μὲ τοὺς ἐμπορευομένους ἐν Σύρῳ τὸν καπνὸν, νὰ γνωρίζωσι περίπου ποῖον εἶναι τὸ ἐξαγόμενον ποσόν· ἐὰν λάβωμεν ὡς ἀληθὲς, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καταναλίσκεται τὸ ἐξηκρίβωσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ προσέγγισιν, τότε ἡ παραγωγὴ δὲν ἀνέρχεται βεβαίως εἰς 4,000,000 ἀλλ’ εἰς 2,300,000. Μεταξὺ τῶν μὲν πληροφοριῶν καὶ τῶν δὲ ὑπάρχει μία ἀντίφασις· τί πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποθέσωμεν; Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς ἐν Ἑλλάδι ὑπεοβαίνει τὰ 2½ ἑκατομμύρια ὀκάδων. Στατιστικὴν βεβαίως οὐδεμίαν ἔχομεν, ὥστε διὰ νὰ κρίνωμεν ὀφείλομεν νὰ συγκρίνωμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Ἔχομεν προσέτι δύω ἑκατομμύρια ὀκάδων ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν· αἱ νέαι Ἐπαρχίαι, ἐὰν θέλομεν νὰ κρατήσωμεν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ εἰς τὰς παλαιὰς, ἐπειδὴ εἰς αὐτὰς εἶναι τὸ ⅕ τῶν κατοίκων τῶν παλαιῶν, θὰ δαπανήσωσι 500,000 ὀκάδες. Θὰ ἐξαχθῇ λοιπὸν καὶ ἐκ τῆς Θεσσαλίας καπνὸς 1,500,000 ὀκάδες. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ Νομοσχέδιον, ὄχι μόνον περιορίζομεν τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀλλὰ περιορίζομεν καὶ τὴν ἐξαγωγὴν, διότι αὕτη, οὕτω πως γινομένη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὴν ὑποπτείαν καὶ τὸν θόρυβον ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως — καὶ ἡ ἀστυνομία ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι πρᾶγμά τι, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ ἐγγύησιν, ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθῇ τις, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσῆλθεν ἐν ταῖς φυλακαῖς τοῦ Κόκλα ὁ διαβόητος κακοῦργος Κορτζακὼφ, φέρων μεθ’ ἑαυτοῦ ὅπλον ὁλόκληρον — ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν λοιπὸν τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων, νομίζετε σεῖς, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ἐπὶ μιᾶς τόσῳ περιπλόκου μηχανῆς, ἡ ὁποία καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν θὰ κινῆται, νὰ τηρήσωμεν ἀστυνομίαν ἀκριβῆ ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἐσωτερικῶς, καὶ νὰ μὴν παρεμποδίσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικόν; ἀπατᾶσθε. Ἀλλ’ ἂν ἐνοικιάσωμεν τὸν φόρον τοῦτον, τί θὰ γείνῃ; Θὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος κ. Τράκας. Αὐτοὶ θὰ ἔχουν τοὺς ὑπαλλήλους, αὐτοὶ θὰ ἔχουν τὰ ἐργοστάσια, αὐτοὶ θὰ διευθύνουν κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριον, διότι αὐτοὶ θὰ κόπτουν ὁπότε θέλουν, καὶ θὰ ἀναβάλλουν ὁπότε θέλουν τὴν κοπὴν, ἢ θὰ παρεμβάλλουν τοιαῦτα προσκόμματα, ὥστε τὸ ἐμπόριον ἐντὸς τοῦ τόπου θὰ ναυαγήσῃ. Τί δὲ ἄλλο θὰ συμβῇ; Θὰ ἔχωμεν αὐτὸν τὸν Νόμον ἕνα ἀστυνόμον ἢ ἕνα τελωνοφύλακα, ἄξιον νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν Σῦρον, ὄχι μόνον εἰς τὴν Σῦρον ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας Ἐπαρχίας γίνεται ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προστατεύσωμεν τὸ λαθρεμπόριον, ὅπερ γίνεται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, καὶ εἶναι πλάνη νὰ νομίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι σήμερον ἔθεσε τέρμα εἰς τὰς καταχρήσεις τοῦ λαθρεμπορίου. Δὲν χρειάζεται παρὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὰ παράλια μέρη τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν Χαλκίδα, εἰς πολλὰς νήσους, εἰς τὰς παραλίους πόλεις καὶ θέλει ἰδεῖ, κυρίως δὲ εἰς τὰς παραλίους πόλεις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Στερεᾶς, ὅτι ὁ καφὲς καὶ ἡ ζάκχαρις καὶ τὸ πετρέλαιον ἀγοράζονται εὐθηνότερα παρ’ ὅ,τι τὰ ἀγοράζομεν ἡμεῖς· καὶ ἐκλήθημεν νὰ προστατεύσωμεν τὸ λαθρεμπόριον ἄλλων! Τὸ Νομοσχέδιόν σας λοιπὸν δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον καὶ μόνον θὰ καταστρέψῃ ἓν εἶδος, ἓν προϊόν, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιτυχῶς καλλιεργεῖται ἐν Ἑλλάδι· θὰ καταστρέψῃ τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ καπνοῦ, θὰ καταστρέψῃ καὶ τοὺς διαφόρους βιομηχάνους, οἵτινες κατεργάζονται διαφοροτρόπως τὸν καπνόν. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς εἴπω τὰς κρίσεις, ἃς ἔκαμον πρότερον περὶ τῆς παραβολῆς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι εἶπον, ὅτι καταναλίσκεται 1,300,000 ὀκάδες· ἀλλὰ ἐκ τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, ἃς ἔχομεν, ἀνατρέπεται ἡ πληροφορία των αὕτη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ἀνὰ πᾶν βῆμα ἀπαντᾶτε ἓν καπνοπωλεῖον. Πόσα θέλετε, ἀφοῦ ἀνὰ πᾶν βῆμα ἢ 10 βήματα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀπαντᾶτε ἓν καπνοπωλεῖον, πόσα θέλετε νὰ ἦναι τὰ καπνοπωλεῖα ἐν Ἑλλάδι; Εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὰ καπνοπωλεῖα δὲν δύνανται νὰ ἦναι ὀλιγώτερα τῶν 800. Ἀλλὰ εἷς καπνοπώλης διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ διὰ νὰ ζήσῃ δὲν δύναται νὰ μὴ ἐξοδεύσῃ 4,000 ὀκάδας κατ’ ἔτος· ἄλλως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Καὶ ἐξ αὐτοῦ, κύριοι, τοῦ ἰσχυρισμοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ ἐνοικίασις λοιπὸν θὰ ἦναι τὸ φοβερώτατον ξίφος, ὃ θὰ δοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐνοικιαστῶν, θέλει μεταβάλει τοὺς πολίτας εἰς κατασκόπους, ὅπως καταγγέλλωσιν ἑκάστοτε τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν, ὅτι παρέβησαν τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, καὶ θέλει χρησιμεύει εἰς χεῖρας αὐτῶν μία τοιαύτη πίεσις, καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο, ὥστε καὶ αὐταὶ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ Τόπου, νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν θέλησιν αὐτὴν τῶν ἐνοικιαστῶν· διότι αἱ ποιναί, αἱ ἐπιβαλλόμεναι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ μέχρι τῶν πεντακοσίων καὶ χιλίων δραχμῶν, δὲν εἶναι ποιναί, κύριοι, μικραί. Εὔκολον σᾶς εἶναι νὰ γνωρίζητε ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας σας, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ὑπάρχουσι τὰ πάθη ἐξημμένα, καὶ ὅταν ὁ Νόμος παρέχει τοιαῦτα μέσα, διαφθείρει τὰ ἤθη, καὶ μεταβάλλει τοὺς πολίτας εἰς κατασκόπους, οἵτινες διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔρχονται νὰ διεκδικήσωσι τὰ πάθη αὐτῶν κατὰ τῶν ἀντιθέτων. Καθιστᾶτε, κύριοι, ἀδύνατον τὴν προσέγγισιν τοῦ ἐπιθυμοῦντος ἀκόμη νὰ μὴ παραβιάσῃ τὸν Νόμον, καθιστᾶτε ἀδύνατον τὴν προσέγγισιν τοῦ πολίτου εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ τοιούτου Νομοσχεδίου· διότι ὁ κάτοικος τοῦ Γκούρα, ὑποβαλλόμενος εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Κόρινθον νὰ κόψῃ τὸν καπνὸν, θὰ ἐξαναγκάζηται νὰ κόπτῃ ὁ ἴδιος τὰ φύλλα τοῦ καπνοῦ καὶ νὰ μεταχειρίζηται αὐτὰ διὰ τὴν ἐπιθυμίαν του. Οὕτω ἀδύνατον καθιστᾶτε τὴν νόμιμον προσέγγισιν τοῦ καπνοῦ πρὸς τὸν ἀγαθὸν πολίτην, τὸν ἐπιθυμοῦντα νὰ καπνίσῃ. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξητε, καὶ νὰ προσέξητε σπουδαίως· καὶ ἂν θελήσητε νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου, νὰ ἀπαλείψητε τὰς διατάξεις περὶ ἐνοικιάσεως. Μὴ θελήσητε νὰ παραδώσητε τὴν Ἑλλάδα σιδηροδέσμιον εἰς ἐκείνους τοὺς κερδοσκόπους, οὓς δὲν εἰξεύρω ποῖος τόπος ἐξήμεσεν εἰς τὴν πατρίδα μας. Πρέπει οἱ νόμοι αὐτοὶ οἱ τόσον ἐπιβλαβεῖς, οἱ ἐπιβάλλοντες τοιούτους φόρους, νὰ μελετῶνται καὶ νὰ μελετῶνται μετὰ σπουδαιότητος. Δὲν πρόκειται περὶ παρονυχίδος· πρόκειται περὶ βαρῶν καὶ ὄχι βαρῶν χρηματικῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ βαρῶν, τὰ ὁποῖα θίγουσιν αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Ἐπιθυμῶ οἱ κατοικοῦντες μάλιστα εἰς Ἐπαρχίας καπνοφόρους, οἱ ὁποῖοι εἰδικώτερον ἐμελέτησαν τὸ ζήτημα, νὰ ἔλθωσιν νὰ μᾶς φωτίσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου· τὸ ν’ ἀποσύρωνται τὴν ὥραν αὐτὴν δὲν ὠφελεῖ· διότι προτιμότερον εἶναι νὰ μείνουν καὶ νὰ ὑπερψηφίσουν, παρὰ νὰ θελήσουν διὰ τῆς ἀπουσίας των νὰ ἐξαπατήσωσι τὸν λαὸν, ὅστις τοῖς ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ τὸν προστατεύσωσι. Τοῦτο εἶναι προδοσία! Ἀπὸ τῶν ἀρχῶν ὁρμώμενος τούτων, ὡς ἐκηρύχθην κατὰ τὸ 1880, ἐπίσης καὶ σήμερον κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, κρίνων αὐτὸ ἐπαχθέστατον, καὶ προσβάλλον τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τόπου.
§35Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὡς πρώτιστον πάντων, κύριοι, καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ διαψεύσω λέξεις τινὰς, ἃς εἶπε Βουλευτής τις προαγορεύσας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προσῆλθον εἰς ἐμὲ οἱ καπνοπῶλαι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν Βουλευτῶν, ὅπως παρακωλύσω τὴν ψήφισιν τοῦ καταστρεπτικωτάτου τούτου Νομοσχεδίου, καὶ τοῖς εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν, ὅτι καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ πάντα τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰργάσθησαν ἐκθύμως, ὅπως πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ Νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, ἀλλ’ εἰς μάτην· ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἐννοεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον ὅπως ἔχει· ἑπομένως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τίποτε. Καὶ σήμερον πάλιν θὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας, ἀλλὰ μὴ ἀπατᾶσθε, τοῖς εἶπον, οὐδεμίαν ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι θὰ καμφθῶσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Τότε μοὶ εἶπον, διατί νὰ δώσητε τὸ προνόμιον εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, διατί νὰ ἐνοικιάσητε τὸν φόρον αὐτὸν εἰς αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι γνωστοὶ, διότι καὶ ἄλλοτε ἔπραξαν ἐν Ἑλλάδι πράξεις κερδοσκοπικὰς, αἵτινες εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἔβλαψαν τὸν Τόπον; Τότε τοῖς εἶπον, ὅτι πράγματι ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ εἶναι ἄρθρον ῥητὸν, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν προτίμησιν εἴς τινας, καὶ εἶναι οὗτοι ὁ κ. Κορωνιὸς, ὁ κ. Συγγρὸς καὶ ὁ συνάδελφός μας κ. Σκουλούδης. Ἀλλὰ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς διαβεβαιώσεως, ἣν ὁ Βουλευτὴς Σύρου εἶπεν ὅτι ἤκουσε. Δὲν θέλω δὲ καὶ νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην, ὄχι· διαμαρτύρομαι ὑπὲρ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργῶν τῆς πατρίδος μου. Οὐδέποτε εἰσῆλθεν ὑπόνοια εἰς τὸν νοῦν μου, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι, ἤθελεν ἐξευτελισθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐμπορεύηται. Θέλω τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ἵσταται ὑψηλά· οὐδέποτε δὲ εἰς αὐτὸν θέλω ἀποδώσει ἀρχὰς τόσῳ ταπεινάς. Καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω ὅτι μὲ ηὐχαρίστησεν ἡ ἰδέα, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι εἶναι προτιμότερον εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ζητῇ δάνειον, νὰ ἀφίνωμεν αὐτὴν ἐλευθέραν, νὰ μὴ θέτωμεν δηλαδὴ τὸν κατώτερον καὶ ἀνώτερον ὅρον τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς δανείου, διότι θὰ δανεισθῇ ὅταν ἔχῃ ἀπόλυτον ἀνάγκην, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἦναι ἐλευθέρα, ἰδίως δὲ νὰ μὴ ἐκφράζηται ἡ δυσπιστία, ὅτι θὰ σκεφθῇ σύμφωνα πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικά. Ὀφείλω κατὰ καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσαν οἱ καπνοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἵτινες προσῆλθον ἐνταῦθα καὶ τοὺς ὁποίους παραλόγως ἐμπόδισαν καί τινας δὲ αὐτῶν καθεῖρξαν. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφοράν). Εἶναι δὲ ὑπογεγραμμένη παρ’ ἁπάντων τῶν καταστηματαρχῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἑκάστη δὲ ὑπογραφὴ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὄχι μόνον πολίτας, ἀλλὰ καὶ κεφάλαια· ἕκαστος αὐτῶν εἶναι καταστηματάρχης, ἔχει περιουσίαν καὶ μετέρχεται ἐμπόριον. Παρακαλῶ νὰ ἀποβλέψητε εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ σεβασθῆτε τὸν κλάδον αὐτὸν, ὅπως μὴ καταστρέψητε ὁλόκληρον τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὴ ἤρχετο ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς βαρυτάτους τούτους φόρους· ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἰσήκουε τῶν εὐχῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς βαρεῖς καὶ καταστρεπτικοὺς τούτους φόρους, δὲν θὰ ἠναγκαζόμεθα δὲ καὶ ἡμεῖς νὰ παρακωλύωμεν τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι καὶ νὰ βλάψωσι τὸν Ἑλληνισμὸν ὅλον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχετο τὰς προτάσεις τὰς εἰλικρινεῖς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχετο καὶ ἀνεγνώριζε τὸ πολυήμερον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσεν ἀρχικῶς ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐδέχετο 7,000,000 οἰκονομίας, σήμερον δὲν θὰ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλετε 16,000,000 φόρους εἰς τὸν λαὸν, ἀλλὰ θὰ ἐζητεῖτε τὸ ἥμισυ τῶν ἤδη ζητουμένων φόρων. Φόρους ἀνηκούστους ζητεῖτε, φόρους βαρεῖς, καταστρεπτικοὺς καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ἐνῶ ἠλπίζαμεν εἰς τὴν βελτίωσιν, ἐμμένομεν εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα. Κατηγόρει ἡ νῦν Κυβέρνησις τοὺς προκατόχους ἐπὶ σπατάλῃ, ἐπὶ συναλλαγῇ, καὶ ὅμως εἴδαμεν τὰ οἰκτρότερα, εἴδομεν τὴν ἀποθέωσιν τῆς σπατάλης αὐτῆς καὶ τῆς συναλλαγῆς, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγόρουν τοὺς προηγουμένους. Καὶ αὐτὴ ἡ σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων ὡς ἐκ τῆς συναλλαγῆς εἶναι ἡ κυρία αἰτία, ἥτις μᾶς ἔκαμε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων τούτων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσιζεν ἀνδρικῶς νὰ κόψῃ πλέον πάσας αὐτὰς τὰς περιττὰς δαπάνας, τὰς πολυτελεῖς, τὰς καταστρεπτικὰς, θὰ ἠδύνατο, οὐχὶ μόνον 7,000,000, ἀλλὰ καὶ 10,000,000 νὰ φέρῃ οἰκονομίας. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε, καὶ δὲν ἠθέλησε, διότι δὲν ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ τὴν ἀνδρικὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἐλαττώσῃ τὰς θέσεις, θὰ περικόψῃ τὴν σπατάλην. Ὄχι μόνον δὲ τοῦτο δὲν ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ νέας θέσεις ἐδημιούργησε· δὲν ἠθέλησε, ἀλλ’ ἐπροτίμησε τὴν τετριμμένην ὁδὸν τοῦ παρελθόντος· τί λέγω; χειροτέραν, διότι δὲν δύναταί τις νὰ συγκρίνῃ τὸ παρελθὸν πρὸς τὸ παρόν· τὸ παρελθὸν, συγκρινόμενον πρὸς τὸ παρὸν, ἐξαγνίζεται καὶ ἐξαγιάζεται. Δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ τὰς οἰκονομίας, καὶ διὰ τοῦτο εἴδατε, ὅτι ἐπέμενε νὰ ψηφισθῶσιν αἱ δαπάναι, νὰ ψηφισθῶσιν αἱ θέσεις, καὶ οὐχὶ νὰ ψηφισθῶσι μόνον αἱ θέσεις αἱ ὑπάρχουσαι, ἀλλὰ καὶ νέαι νὰ προστεθῶσι, καὶ οὕτω ἀπήντησεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἐζήτει οἰκονομίας 7,000,000. Ἀντὶ οἰκονομιῶν ἐπέτυχεν αὐξήσεις δαπανῶν κατὰ ἥμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύριον. Βεβαίως ὅταν, ἀντὶ νὰ οἰκονομῆτε τὸ χρῆμα τοῦ Τόπου τὸ σπαταλᾶτε, ἔχετε ἀνάγκην φόρων, καὶ χρημάτων, καὶ ἕνεκα τούτου ἔρχεσθε σήμερον νὰ ἐπιβάληται αὐτοὺς τοὺς φόρους. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δικαιοῦται νὰ ἦναι κατὰ παντὸς φόρου προτεινομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δικαιοῦται νὰ πολεμήσῃ πάντα φόρον, καὶ τὸν ἐλάχιστον, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδέχθη τὸν πρώτιστον ὅρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς οἰκονομίας. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κυρίως διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐφεῦρε, οὕτως εἰπεῖν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅπως εἶπεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐφεῦρε, τὰ ἀντέγραψεν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ ὅμορον Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὸ τὸ σύστημα, ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι καταθλιπτικός. Φόρος ἀνώτερος τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος οὐχὶ κατὰ 50 ἢ 60 λεπτὰ, ἀλλὰ κατὰ τὸ διπλάσιον, πενταπλάσιον καὶ πολλάκις δεκαπλάσιον. Εἶναι, κύριοι, ἀνήκουστον, εἶναι πρωτοφανὲς, ὅταν τὸ ἐμπόρευμα ἔχῃ ἀξίαν 80 λεπτῶν, νὰ ἐπιβάλλωμεν τὸ δεκαπλάσιον τῆς ἀξίας αὐτοῦ ὡς φόρον· αὐτὸ οὐδέποτε ἠκούσθη. Ἡ μεγάλη αὐτὴ ἐπιβολὴ τῶν φόρων θέλει κυρίως συντελέσει εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς παραγωγῆς. Ὅταν τὸ ἐμπόρευμα ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐξήσεως τῆς τιμῆς δὲν δύναται νὰ καταναλωθῇ, εἶναι φυσικὸν, ὅτι εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς θέλει πλεονάσει ἡ προσφορὰ, καὶ θέλει ἐλαττωθῆ ἡ παραγωγή. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσητε ἢ εἰς ὑποστήριξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσατε φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τουμπεκίου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ φόρος οὗτος, ἀκριβῶς ἤρχισε τὸ λαθρεμπόριον πλῆρες τελούμενον ἐν μέσαις Ἀθήναις. Ἐν τῇ πρωτευούσῃ, κύριοι, οὐδεὶς πληρόνει τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τῆς Τουρκίας ἢ ἄλλοθεν. Πηγαίνετε εἰς οἱονδήποτε κατάστημα, εἰς οἱονδήποτε καπνοπώλην, καὶ ἐκεῖ θὰ λάβητε τὸν Τούρκικον καπνὸν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἐλαμβάνετε πρὶν ψηφισθῇ ὁ Νόμος, ἐνῶ ὁ φόρος ἔπρεπε νὰ διπλασιάσῃ, νὰ τριπλασιάσῃ καὶ νὰ πενταπλασιάσῃ τὴν τιμήν του.
§36ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπῆρχεν εἰσηγμένος, καὶ δὲν εἰσήχθη ἔκτοτε.
§37ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἰσάγεται, καὶ σεῖς μάλιστα ἔχετε σχετικὸν ἕνα ζαχαροπλάστην, ὁ ὁποῖος εἰξεύρει πόσος καπνὸς Τουρκικὸς καὶ τουμπεκίον εἰσάγεται λάθρα, καὶ διὰ τίνων μέσων ἀπατῶσι τὰ Τελωνεῖα. Πῶς τις δύναται νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν καθ’ ἑκάστην δὲν εἰσάγεται καπνὸς λαθρεμπορικῶς. Ἄλλως τε ἐρωτήσατε τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τί εἰσέπραττε τὸ ταμεῖον πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐκ τοῦ καπνοῦ, τουμπεκίου καὶ σιγάρων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ τί εἰσπράττει σήμερον, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι, ἐνῷ πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τὸ εἰσπραττόμενον ἦτο ἄνω τῶν χιλίων δραχμῶν, νῦν εἶναι μόνον 100, δηλαδὴ ἀντὶ ν’ αὐξήσωσιν αἱ πρόσοδοι ἠλαττώθησαν πενταπλασίως καὶ δεκαπλασίως. Αὐτὸ τοῦτο θέλει συμβῆ, κύριοι, διὰ τῶν ἐπιβαλλομένων μεγάλων καὶ ὑπερόγκων φόρων ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· οὐδεὶς θέλει πληρώσει τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, ἢ ἐλάχιστοι. Οἱ πλεῖστοι θὰ δυνηθῶσι νὰ εὕρωσι τρόπον κρύφα νὰ κόπτωσι τὸν καπνὸν, τὸ δὲ Δημόσιον θὰ ἐπιβάλλῃ φόρον βαρύτατον μόνον εἰς ὀλίγους καταστηματάρχας τῶν μεγάλων πόλεων, εἰς ὅλην δὲ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ὁ καπνὸς θὰ καπνίζεται κοπτόμενος εἰς τὰς οἰκίας, καὶ οὐδεὶς θὰ τελῇ τὸν φόρον αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε χθὲς τὴν ἀλήθειαν, τὴν εἶπεν ὅμως κεκαλυμμένην, δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ τὴν εἴπῃ καθαρὰ εἰς τί τείνει τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ τί σκοπεῖ. Σᾶς εἶπεν ὅτι, ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νομοθετικὴ τροποποιήσεως, αὕτη δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Ἠξεύρετε τίς εἶναι ἡ ἀνάγκη αὐτή, καὶ ποία θὰ ἦναι ἡ τροποποίησις; τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον ἢ τὸ μονοπώλιον. Οὐδὲν ἄλλο ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ μονοπώλιον. Καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα ὑπεξέφυγεν ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κύριον Καραπάνον, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σιγαροχάρτου. Εἶπε διατί ἀσχάλετε; αὐτὴ εἶναι μία ὁδὸς, ἄγουσα εἰς τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδὸς, ἥτις μᾶς ἄγει, ὡς ἂν ἔλεγε, εἰς τὸν παράδεισον, εἰς τὴν εὐδαιμονίαν. Τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ εἶναι τὸ καταστρεπτικὸν μέσον τῆς παραγωγῆς εἰς τόπους ἔνθα ὑπάρχει παραγωγὴ τοῦ προϊόντος τούτου. Καὶ εἰς τὰ μέρη αὐτὰ ἔνθα εἶναι ἡ παραγωγὴ πάντες οἱ νομοθέται ἐπροστάτευσαν αὐτήν. Τὸ μονοπώλιον ἐν Ἑλλάδι εἶναι καταστρεπτικόν, διότι φέρει τὴν σύγκρουσιν τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν πολιτῶν, συγχρόνως θὰ περιορίσῃ τὴν παραγωγήν· ἐκτὸς τούτου, δὲν θέλει δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμποδίσῃ τὸ λαθρεμπόριον. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ κατανάλωσις δὲν θὰ πάθῃ καὶ ὅτι θέλει ἐξασφαλίσει εἰς τὸ Κράτος πρόσοδον 8,000,000 ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές· ἀρέσκεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐξάνων τοὺς ἀριθμοὺς, ὅταν συμφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐλαττόνων δὲ αὐτοὺς ὅταν δὲν τὴν συμφέρῃ. Ἔχω ἐνταῦθα σεβαστὸν καθηγητὴν, τὸν ὁποῖον πιστεύω ὅτι πάντες θὰ πιστεύσωσι, εἶναι ὁ σεβαστὸς καθηγητής μας κ. Σοῦτσος· ἐνταῦθα εἶναι ὁριστικῶς βεβαιωμένη καὶ ἡ ὅλη παραγωγὴ καὶ ἡ ἐξαγωγὴ (ἀναγινώσκει). «Ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ ὑπελογίσθη εἰς ὀκάδας 3,130,000, ἀξίας 2,500,000· ἐξ αὐτῶν ἡ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἐξαγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς ὀκάδας 1,120,000, ἀξίας δραχμῶν 1,180,000». Αὐτὰ ἦσαν εἰς τὰ 1875 κατ’ ἐπισήμους ὑπολογισμούς. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ηὔξησεν ἡ ἐξαγωγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ διπλασιάσωμεν, ἔχομεν 2,000,000 ὀκάδας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀξίαν 2,000,000 δραχμῶν. Πόσον θέλετε διὰ τοὺς ναύλους, διὰ τὴν μεταφοράν, διὰ τὸ κέρδος τοῦ ἐμπορίου; Πόσον θέλετε ἐπὶ τῶν 2 ἑκατομμυρίων; Θέλετε 50%, θέλετε 100%; βεβαίως εἶναι πολύ· 4 ἑκατομμύρια ἂν ὑποθέσητε ὅτι τὸ ἐμπόριον εἰσφέρη εἰς τὸ Κράτος ἀκριβῶς τὴν ἀξίαν του, δηλ. ὅτι ἡ ἀξία τοῦ ἐμπορεύματος διπλασιάζεται μεταφερομένη ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὥστε δὲν ἔχετε παρὰ 2 ἢ 3 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ σᾶς ηὔξησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑκατομμυρίων τῶν ἐρχομένων ἔξωθεν διὰ νὰ σᾶς ἱκανοποιήσῃ διὰ τὴν ἀπώλειαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Δὲν ἠδυνήθη ὅμως νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις θέλει ἐπηρεασθῆ μεγάλως, ὅτι δὲν θέλει ἀντέχει ὁ κάτοικος τῆς Ἑλλάδος νὰ καπνίζῃ, ὅταν πρόκηται νὰ πληρόνῃ τὸ πενταπλάσιον, τὸ ὀκταπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε πρίν. Ὅταν ἐλαττωθῶσιν οἱ καταναλωταί, βεβαίως δὲν δύναται παρὰ ἡ παραγωγὴ ἀμέσως νὰ νεκρωθῇ· ἕκαστον μικρὸν καπνοπωλεῖον κλειόμενον ἐν Ἀθήναις τηλεγραφικῶς οὕτως εἰπεῖν, ἀμέσως νεκρόνει δέκα ἢ δεκαπέντε ἐργάτας καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ. Ὅσον εὐκολωτέρα εἶναι ἡ κατανάλωσις, τόσον καὶ ἡ παραγωγὴ αὐξάνει, καὶ τοὐναντίον δυσκολευομένης τῆς καταναλώσεως ἡ παραγωγὴ νεκροῦται. Ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι μόνον νὰ εἰσπράξῃ χρήματα, ἀλλὰ θέλει νὰ ἠθικοποιήσῃ τὸν λαὸν καὶ νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ὑγείας τοῦ Τόπου. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εὔλογον ἀφορμὴν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως, ἀτυχῶς πολὺ ἀργὰ ἔλαβε τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔσωζον τὴν πόλιν, ἂν ἐλαμβάνοντο ἀπ’ ἀρχῆς. Ἡ εὐλογία κατελάμβανε τὴν πόλιν καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἐλήφθησαν ἔγκαιρα μέτρα. Ἀλλὰ φροντίζει νὰ σώσῃ τὸν Τόπον διὰ τῆς καταστολῆς τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ· βεβαίως τὸ ἐπιχείρημα εἶναι εὐφυὲς καὶ εὐφάνταστον καὶ θὰ πείσῃ ἡμᾶς μὲν νὰ εὐχαριστώμεθα, διότι θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, εἰς δὲ τὰς καρδίας τῶν παραγωγῶν τοῦ καπνοῦ παρέχει ἱκανοποίησιν, ὅπως μὴ ἀσχάλωσιν ἐναντίον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διὰ τὴν ἀθέτησιν τῶν ὑποσχέσεων, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἀφθόνως παρέσχεν εἰς αὐτούς. Δὲν ἐνθυμεῖσθε, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅταν εἰς τὸ Ἀγρίνιον ἀπηγγέλλετε τοὺς λόγους ἐκείνους τοὺς δημοφιλεῖς καὶ ὅταν παρεσύρετε τοὺς κατοίκους ἐκείνους ὅπως ψηφίσωσι τοὺς βουλευτάς, τοὺς ὁποίους ἔχετε σήμερον ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων ἵνα συντελέσητε δι’ αὐτῶν ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καταστρεπτικός; Τότε ὅλοι οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι ἦσαν ἐνθουσιώδεις καὶ σᾶς ὑπεδέχοντο μὲ ζητωκραυγάς· σήμερον τί λόγον θὰ δώσητε εἰς αὐτούς, καὶ τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἀργολίδος, τῆς Φθιώτιδος καὶ τῆς ἰδικῆς σας ἀκόμη;
§38ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν πηγαίνει.
§39ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τί θὰ εἰπῆτε εἰς αὐτούς; ὅτι αἴφνης ἀνεκαλύψατε ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ μεριμνήσητε διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ Τόπου, ὅπως τὸν ἀπαλλάξητε ἀπὸ μελλούσης καταστροφῆς, δὲν εἶναι αὐτό; Τότε ἐχρησίμευεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς ὅπλον ὁ πόλεμος κατὰ τῶν φόρων, διότι τοῦτο εἶναι δημοτικόν, ἀλλὰ σήμερον ὡς Κυβέρνησις ἐλθὼν εἶδες τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχεις, καὶ ἐπιβάλλεις φόρους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ἐπιβάλλεις φόρους δικαίως καὶ ἀναλόγως. Δὲν θὰ εἶχε παράπονον οὐδεὶς Ἕλλην νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρου οἱουδήποτε, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰλικρινὴς ἐν τῇ ἐπιβολῇ τῶν φόρων, ὅτι εἶναι δικαία, ἐὰν ἔβλεπεν ὅτι κατὰ πρώτιστον λόγον ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι 16,000,000 νέοι φόροι, πρώτιστον πάντων ζητεῖται ὁ φόρος ἐπὶ ἐκείνων τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε δὲν φορολογοῦνται. Ὑπάρχει τάξις ἀνθρώπων πολυπληθὴς, πλουσιωτάτη, ἡ ὁποία ὅμως ἀτυχῶς, καίτοι ἀπολαμβάνοντες πάντων τῶν ἀγαθῶν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν εὐημερίαν καὶ τὰς δόξας καὶ τὰς τιμὰς, δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ ὑποχρέωσιν, οὐδὲ ἕνα φόρον πληρώνουσι, καὶ ὅμως ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δαπανῶμεν μόνοι ὑπὲρ τοῦ Τόπου. Πῶς θέλετε νὰ δικαιολογηθῇ ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τὸν καπνὸν, εἰς τὸν οἶνον, εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, εἰς τὰ ζῷα, εἰς τὰ ἐπιτηδεύματα τῶν πτωχῶν ἀνθρώπων, ὅταν ἀφίνετε αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν πλουσιωτάτων ἀνθρώπων ἀφορολόγητον; Πάντες, κύριοι, καὶ ὁ κοινότατος τῶν ἀνθρώπων γνωρίζει τοὺς κανόνας οἵτινες διέπουσι τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων· οἱ κανόνες οὗτοι, ἀναγραφέντες ὑπὸ τοῦ ἀρχαιοτέρου καὶ δοκιμωτέρου τῶν οἰκονομολόγων τοῦ Adams Smith, σήμερον κατέστησαν πλέον ἀξιώματα, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις νὰ ἐναντιοροπῇ· καὶ τὸ πρώτιστον πάντων εἶναι ἡ ἰσότης, καὶ τὸ ἀνάλογον τῶν φόρων. Ποία ἰσότης, ποία ἀναλογία ὑπάρχει εἰς τοὺς φόρους, ὅταν ὁ μὲν πτωχὸς πολίτης φορολογῆται μὲ χιλίας δραχμὰς, ὁ δὲ ὑπέρπλουτος δὲν φορολογεῖται οὐδὲ κατὰ λεπτόν; Λοιπὸν ἔχομεν δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, καὶ ἔχει δικαίωμα ὁ φορολογούμενος νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατὸν, ὅπως ἀποφύγῃ φόρον ἄδικον καὶ ἄνισον. Ἐκαυχήθη διὰ τὸ σύστημά του ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ καὶ ἕτερον καλὸν, δηλ. τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ ἐκτελεῖται διὰ πολλῶν προσώπων, τὰ κέρδη ἐκ τοῦ ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ διανέμονται εἰς πολλὰ πρόσωπα ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτὸ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τὸ θεωρεῖ ἀτύχημα, καὶ ἑπομένως διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ τί ζητεῖ; ζητεῖ τὴν περιστολὴν τῶν κερδῶν εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστοὶ κερδοσκόποι. «Σήμερον τὰ κέρδη ἐκ τοῦ ἐμπορίου τούτου διανέμονται εἰς πολλὰ πρόσωπα καὶ πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἰς ὀλίγα, τὰ τυχὸν δὲ παύσοντα τὸ ἔργον τοῦτο θὰ δοθῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα». Καὶ εἰς τίνα ἔργα, κύριε Πρωθυπουργὲ, θέλετε νὰ ἐπιδοθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ μικρέμποροι, οἱ καπνοκόπται οἱ ὁποῖοι θέλουσι στερηθῆ τὸν ἄρτον αὐτῶν ἐκ τῆς στερήσεως τοῦ ἔργου των; Θέλετε νὰ προσληφθῶσιν ὡς ἡμερομίσθιοι ἐργάται, ἢ θέλετε νὰ τοὺς λάβωσιν ὑπηρέτας ἐκεῖνοι οἵτινες πρόκειται διὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ νὰ ἀγοράσωσι τὸ προνόμιον τοῦ καπνοῦ; Οἱ Ἕλληνες ἔμποροι καὶ βιομήχανοι δὲν καταδέχονται νὰ γίνουν ὑπηρέται τῶν πλουσίων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράσωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, οὔτε ὁ προορισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ συγκεντρώνῃ τὰ κέρδη εἰς ὀλίγα πρόσωπα καὶ κατόπιν νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἄλλους τοὺς πολλοὺς τοὺς κερδίζοντας διὰ τοῦ ἱδρῶτός των καὶ τοῦ ἐμπορίου: καταβῆτε καὶ γίνετε ὑπηρέται, δοῦλοι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀγοράσωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ. Οὐδέποτε ἀνέμενον τοιαύτην ἰδέαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδέποτε ἐφρόνουν, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ συγκεντρώσῃ τὰ πλούτη εἰς ὀλίγα πρόσωπα, καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους τοὺς μετερχομένους τὸ ἐμπόριον οἱουδήποτε εἴδους νὰ τοὺς ὑποδουλώσῃ εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα πρόσωπα· καὶ ἂν εἶναι σκέψις τῆς Κυβερνήσεως αὐτὸ, ἡμεῖς δὲν θὰ τὸν ἀνεχθῶμεν, οὔτε ἡμεῖς οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ καταδεχθῇ νὰ ὑποδουλωθῇ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, τὸ λέγω δημοσίᾳ, οὐδὲν κέκτηνται δικαίωμα ἐν τῷ Τόπῳ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος τῆς γνώμης τοῦ κ. Δηλιγιάννη ἐπὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· ἐνόμισεν, ὅτι καὶ ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει Νομοσχέδιον, προτείνει φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς καταναλώσεως, ἄνευ μονοπωλίου ἐκκοπῆς καὶ ἄνευ ἐνοικιάσεως, μόνον καὶ μόνον, ὅπως ἀντιπολιτευθῇ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι διότι ἐμπνέεται ἀπὸ τὰ ἀληθῆ νάματα τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ Τόπου καὶ τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς παραπέμπω, καὶ πιστεύω ὅτι τὴν γνώμην ταύτην πολὺ τὴν σέβεσθε, διότι εἶναι τοῦ σεβαστοῦ καθηγητοῦ σχεδὸν πάντων ἡμῶν· καὶ ὁ κ. Σοῦτσος διαμαρτύρεται ἐντόνως καὶ κατὰ τῶν ἄλλων συστημάτων, ἀλλ’ ἰδίως κατὰ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ἀνέφικτον παρ’ ἡμῖν καὶ καταστρεπτικόν, καὶ ὄχι μόνον τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ (ἀναγινώσκει), ἀλλὰ τὸ τᾶν κοπτήρων ὥσπερ εἶναι λίαν ἐπισφαλὲς καὶ ἀδύνατον σχεδὸν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ἐξακολουθεῖ κατακρίνων τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου. Ἔχετε τὸν μόνον ἐπιστήμονα, τὸν ὁποῖον ἅπασα ἡ γενεὰ ἡμῶν ἐγνώρισεν ὡς καθηγητὴν, τὸν ἔχετε ἐναντίον ὑμῶν καὶ τοῦ Νομοσχεδίου σας· ῥητῶς σᾶς λέγει ὁ σεβαστὸς καθηγητής: μὴ τολμήσετε νὰ φέρητε μονοπώλιον, διότι καταστρέφετε τὸν Τόπον, μὴ τολμήσετε δὲ νὰ φέρετε ἄλλο εἶδος μονοπωλίου τῶν κοπτήρων, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι καταστρεπτικόν. Εἶναι λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία φέρει ἐκ κομματικοῦ συμφέροντος κωλύματα; εἶναι ἁπλῆ καὶ καθαρὰ ἐπιστήμη, καθηγητὴς ἀμερόληπτος, καὶ μάλιστα ὡς ἄνθρωπος συμπαθῶν μᾶλλον πρὸς ὑμᾶς ἢ πρὸς ἡμᾶς; Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ ἐν γένει πάντων τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων δὲν εἶναι κομματικόν· σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀποβάλετε πᾶσαν ἰδέαν κομματισμοῦ, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφίσετε τὸ Νομοσχέδιον αὐτό· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπ’ οὐδενὸς αἰσθήματος κομματισμοῦ ἐμπνεόμενος εἶπον ὅσα εἶπον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀποβλέψετε παρὰ μόνον εἰς τὸ καθαρὸν συμφέρον τοῦ Τόπου, εἰς τὸ συμφέρον τῶν παραγωγῶν, τῶν ἐμπόρων τῆς ἐλευθερίας τοῦ συναγωνισμοῦ, μὴ φέρετε κωλύματα, μὴ δώσητε εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τὸ προνόμιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, διότι, κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν σήμερον συζητοῦμεν ἂν θὰ δώσωμεν ναὶ ἢ οὐ τὸ προνόμιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, ὑπάρχουν ἀντιπρόσωποι, οἵτινες ἐστάλησαν μόνον καὶ μόνον νὰ βεβαιωθῶσιν ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως τηλεγραφικῶς θέλει ἀγορασθῆ τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ τῆς Τουρκίας καὶ εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐνταῦθα, ὅπως βεβαιωθῶσι περὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ συστήματος τούτου. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ, δὲν θέλει συντελέσει παρὰ εἰς τὴν καταστροφὴν μόνον τοῦ ἐμπορίου, καὶ εἰς τὴν παρακώλυσιν καὶ πλήρη καταστροφὴν τῆς παραγωγῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἓν καὶ μόνον θέλει κατορθώσει, νὰ αὐξήσῃ τὴν περιουσίαν ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ ἐν Τουρκίᾳ· εἰς οὐδὲν ἄλλο θέλει χρησιμεύσει παρὰ μόνον πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ οὕτως ὑπάρχει ἀσφάλεια, ὅτι δὲν θέλουσιν ὑποστῆ μεγάλας καταστροφὰς ἐκ τῆς τελουμένης εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα λαθρεμπορίας. Μοὶ εἶπέ τις εἰδικός, ὅτι ὑπολογίζεται ἡ ζημία τῶν μελλόντων ν’ ἀγοράσωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ, καὶ τῶν ἤδη κατεχόντων τὸ προνόμιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, εἰς 10 ἑκατομμύρια, τόσα λέγουσιν ὅτι ζημιοῦνται οἱ ἐκεῖ ἐκ τοῦ εἰσαγομένου εἰς Τουρκίαν καπνοῦ ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Εὐρώπης. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἑταιρία ἐκείνη ζημιοῦται 10 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν εἰσαγομένων ἐκεῖ καπνῶν, βεβαίως πρώτη ἡ ἑταιρία αὐτὴ θέλει παρουσιασθῆ, ὅπως παράσχῃ οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἀγοράσῃ τὸ προνόμιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, διότι καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ζημιωθοῦν κατὰ 500 χιλιάδας ἢ καὶ κατὰ ἓν ἑκατομμύριον ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ μονοπωλίου ἐν Ἑλλάδι, θέλουσιν ὠφεληθῆ ἀφ’ ἑτέρου 9 καὶ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἤδη ζημιοῦνται ἐν Τουρκίᾳ· ὥστε δὲν δύνανται οἱ Ἕλληνες ἔμποροι, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Τόπου νὰ συναγωνισθῶσι, διότι οὗτοι θ’ ἀποβλέψωσιν εἰς ἓν νόμιμον κέρδος ἐνταῦθα, ἐνῷ ἐκεῖνοι θὰ ἔχωσι τὸ συμφέρον ὄχι νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης ἀλλὰ νὰ ὠφεληθῶσι τὴν μεγάλην ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤδη ὑφίστανται ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα· καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἄριστον μέσον βεβαίως πρὸ ἐξέλεγξιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξερχομένου ἐκ τῆς Ἑλλάδος παρὰ ἀκριβῶς ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σκουλούδη καὶ τοῦ συναδέλφου του, Πετρίτση. Θέλει κόπτεσθε ὁ καπνὸς εἰς τὰς διαμετακομίσεις τὰς ἐπισήμους, ἐκεῖ θὰ γείνωσι δηλώσεις διπλώματα, καὶ ὅπως ἄριστα ἀπέδειξεν ὁ κ. Δεληγεώργης, θὰ ἔχετε ἄριστον δείκτην τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐξερχομένου κεκομμένου καπνοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὰς πράξεις τὰς τελουμένας ἐν ταῖς ἀποθήκαις καὶ τῇ διαμετακομίσει τῆς Σύρου. Δὲν ἔχει ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τουρκικῆς ἑταιρίας ἐν Σύρῳ παρὰ τηλεγραφικῶς τὸ ἑσπέρας νὰ εἰδοποιήσῃ, ὅτι τόσος καπνὸς ὑπὸ τοῦ τάδε ἐκκόπη εἰς τὴν διαμετακόμησιν, ἐφορτώθη εἰς τὸ τάδε ἀτμόπλοιον, διότι ταῦτα δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἦναι δεδηλωμένα, καὶ φροντίσατε περὶ τῆς διευθύνσεώς του ὥστε δὲν πρόκειται διὰ τῆς τροποποιήσεως ταύτης παρὰ νὰ δηλώσητε εἰς τὴν ἐκεῖ ἐγκατεστημένην ἑταιρίαν ὅτι ἐξέρχεται ἑλληνικὸς καπνὸς καὶ λάβετε τὰ μέτρα σας. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὴ ἀποβλέψητε εἰς οὐδὲν κοινωνικὸν συμφέρον, ἀλλ’ ἁγνῶς καὶ εἰλικρινῶς νὰ δώσητε ψῆφον ἐναντίον τοῦ μονοπωλίου τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ καὶ ἐναντίον τῆς ἐνοικιάσεως. Μὴ ἐπιτρέψητε τὴν καταστροφὴν τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐμπορίου, μὴ ἐπιτρέψητε τὴν παῦσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ συναγωνισμοῦ, μὴ ἐπιτρέψητε ὅπως ὀλίγα πρόσωπα ὠφεληθῶσιν εἰς βάρος ἁπαξάπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§40Δ. ΤΖΑΝΕΣ. Ὅταν ἤκουσα τοῦ προλαλήσαντος εἰπόντος ὅτι τὸ παρελθὸν ἐξαγνίζεται καὶ ἐξηγνίσθη ἐνώπιον τοῦ παρόντος, ἠρπάχθην ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ μομφῇ, καὶ ἠρπάχθην δικαίως, διότι ἐν τῷ παρελθόντι ἀνήκω, καὶ σεμνύνομαι διότι ἀνήκω καὶ τὸ λέγω ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω ἐκεῖ (δεικνύων τὴν ἀριστερὰν) ὅπου τὰ ὕψιστα τῆς πατρίδος συμφέροντα ἐξυπηρετήθησαν, ἡγουμένου τοῦ ἐπιφανεστάτου ἀνδρὸς ἐκείνου, ὃν ἀπεστέρησε τῇ πατρίδι κακὴ μοῖρα. Εὔχομαι ἐξ ὅλης καρδίας, ἄν ποτε δυνηθῇ ὁ προλαλήσας νὰ παρακαθήσῃ ἐκεῖ (δεικνύει τὰ ἐδώλια τῶν Ὑπουργῶν) νὰ ἀλλάξῃ σύστημα, καὶ εὔχομαι αὐτῷ νὰ δυνηθῇ τοῦτο. Δὲν ἔγκειται ἡ κακοδαιμονία τοῦ Τόπου ἐκεῖ ὅπου τὴν ἀνευρίσκει ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής· ἔρχεται ἄλλοθεν· καὶ ἂν ἐμελέτα σπουδαιότερον τὰ πράγματα τοῦ Τόπου, ἤθελεν εὕρει ποῦ ἔγκειται ἡ κακοδαιμονία αὐτοῦ. Εὔχομαι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τῆς πατρίδος, μιμουμένη τὴν προκάτοχον, νὰ βαδίσῃ τὴν αὐτὴν ὁδὸν μετὰ τῆς αὐτῆς περισκέψεως· εὔχομαι ἐπὶ τέλους νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα, νὰ ἀνεύρῃ τὰς αἰτίας καὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς ποθουμένας βελτιώσεις· ἀλλ’ αἱ βελτιώσεις, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι κατὰ τὸ μέλλον διὰ νὰ ἰθύνωσι τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας, ἀπαντῶσι δυσχερείας καὶ ἀπαιτοῦσι κόπους καὶ θυσίας. Ἐν τούτοις εἶχον σκοπὸν, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων ἤδη τοῦτο μόνον ἐπιτρέπει πρὸς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν τῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένων· ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, καὶ ἡ θέλησις αὐτῆς εἶναι Νόμος διὰ τὴν σημερινὴν τῆς Βουλῆς πλειοψηφίαν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ πολλοὶ ἀπεδείχθησαν ὄντες κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Δὲν εἰσέρχομαι ἄλλως εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος παντὸς νέου φόρου, ἐπιβαλλομένου ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐνῶ κατ’ ἐμὴν γνώμην τὸ Κράτος καὶ οἱ ἰθύνοντες τὰ τοῦ Κράτους ἠδύναντο νὰ ἀνεύρωσι φόρους εἰς τὰς οἰκονομίας· καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι θέλει εἶσθαι ἀνωφελὲς καὶ μάταιον· διότι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται οὔτε νὰ σκεφθῶ περὶ ἀνισότητος φόρων, ἀφοῦ ὀφείλω νὰ φρονῶ, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐσμὲν ἐνώπιον τοῦ Νόμου ἴσοι, ἔχομεν τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι πάντες ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσφέρωμεν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους ἀναλόγως καὶ ἐξ ἴσου, οὐδεμία τάξις—διότι δὲν ἀναγνωρίζω τάξεις ἐν τῇ Ἑλλάδι—οὐδεμία, λέγω, τάξις δύναται νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς τυιαύτης ὑποχρεώσεως· ὁπόταν βλέπω κατόχους μεγάλων περιουσιῶν, μεγάλων κεφαλαίων ἀφορολογήτους πῶς θέλετε σεῖς, κύριοι Βουλευταὶ, νὰ συναινέσω νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ φόρου ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν κατωτέραν τάξιν τῶν συμπολιτῶν μας; Πῶς θέλετε σεῖς νὰ ψηφοφορήσω ἐγὼ φόρον ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, φόρον, ὅστις ἀποβλέπει ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες, ἐπαγγελλόμενοι τὸν καπνοπώλην, μόλις δύνανται νὰ ζῶσιν αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν; Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς ἀντιπρόσωπον Ἕλληνα νὰ ψηφίσῃ νέους φόρους, ὁπόταν, ὡς προεῖπον, τάξεις ὁλόκληροι ὄχι μόνον ἐξαιροῦνται τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ν’ ἀποδίδωσι φόρους εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὴν θρασύτητα νὰ χλευάζωσιν ἐκείνους, οἵτινες καθ’ ἑκάστην καταβάλλουσι φόρους καὶ ὑφίστανται ὅλα τὰ βάρη. Ἔμαθον μετὰ βεβαιότητος ὅτι εἷς τῶν μεγαλοσχήμων ἐκείνων, οἵτινες κακῇ μοίρᾳ τοῦ Τόπου ἐξεβράσθησαν ἐκ τοῦ χαβιαροχανίου τοῦ Σταμποὺλ, νὰ λέγῃ θαυμαστικῶς ἐν γεύματι μάλιστα πρός τινα ὁμοτράπεζον αὐτοῦ: «πῶς δὲν θέλετε σεῖς νὰ πληρώσητε τοὺς φόρους σας;» Καὶ εὑρέθη εὐτυχῶς ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἔφραξεν αὐτοῦ τὸ στόμα εἰπών: «τίνι δικαιώματι ὁμιλεῖς σὺ περὶ Ἑλλάδος καὶ περὶ φόρων, πόθεν εἶσαι;» Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες ὄχι μόνον δὲν φορολογοῦνται ἀλλὰ καὶ μᾶς χλευάζουσι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ οὐδέποτε, ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εὑρισκόμενος, θέλω ψηφίσει ὑπὲρ φόρου ἐπιβαρύνοντος τὰς πτωχὰς ἐκείνας τάξεις τοῦ λαοῦ, αἵτινες καταφορολογοῦνται εἰς ὅλα αὐτῶν τὰ εἰσοδήματα, ἐνῶ ἀσίδωτοι μένουσιν ἄλλοι, οἵτινες νὰ πλουτίζωνται ἐπιδιώκουσι μάλιστα ἐκ τῆς δυστυχίας τοῦ φορολογουμένου ἀνυπολογίστως λαοῦ τῶν Ἐπαρχιῶν! Καὶ ἂν ἔτι ἀνεγνώριζον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι, δὲν ἠδυνάμην πώποτε νὰ συλλάβω τελείαν τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι φοβερὸν κατ’ ἐμὲ, πολὺ φοβερὸν νὰ παραδοθῇ τὸ ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως μονοπώλιον τοῦ καπνοῦ εἰς χεῖρας ἑταιρίας, ἥτις οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ κακῶς νὰ ἐκμεταλλευθῇ τοὺς πόρους τοῦ Τόπου. Τὸ μονοπώλιον τῆς ἐνοικιάσεως εὔχομαι νὰ μὴ γεννήσῃ συμφοράς· ἂν δὲν γεννήσῃ συμφορὰς, θὰ γεννήσῃ ὅμως ἄλλας περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων θέλουσι μεταμεληθῆ ὅσοι ὑπὲρ τοῦ τοιούτου φόρου ἔδωσαν τὴν ψῆφον αὑτῶν. Ἐν τούτοις, κύριοι Βουλευταὶ, οἱ ψηφιζόμενοι Νόμοι ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις δὲν εἶναι Νόμοι, ἐὰν δὲν συνάδωσι μὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν ὁποίων θέλουσι λειτουργήσει. Τοιοῦτοι Νόμοι, ἀντικείμενοι εἰς τὸν ἀνωτέρω κανόνα, μόνον εἰς τοὺς Ἀβδηρίτας τοῦ Βιλλάνδου καὶ Βουλὴν τῶν Ἀβδηριτῶν δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν. Ὁ συζητούμενος περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, περὶ ὧν εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, ἐλλείψεων, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀσχημιῶν, ἐκτὸς τῶν, δύναμαι εἰπεῖν, συμφορῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται, θέλει διδάξει καὶ τὴν ἀνηθικότητα καὶ τὴν ἐξαχρείωσιν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι κληθῆ πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἔτι τοὺς φορολογουμένους. Ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ αὐστηρότης τῶν Νόμων εἰσὶν οἱ πρῶτοι ἐργάται τῆς καταδολιεύσεως αὐτῶν· καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν γινόμεθα μάρτυρες τοιούτων ἀσχημιῶν. Τίς ἐσπούδασε, κύριοι Βουλευταὶ, τὴν ἱστορίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων; Ἂν ἐξ ἡμῶν τις ἐφρόντισε νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς φορολογίας τοῦ Νόμου τούτου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ὅλοι οἱ Νόμοι, οἵτινες δὲν συνάδουσι μὲ τὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ φορολογήσωσιν, εἰσὶ Νόμοι ἐπιβλαβεῖς καὶ ἠθικῶς. Τοιαύτη εἶναι ἡ τύχη καὶ τοῦ Νόμου περὶ παιγνιοχάρτων· τί δὲ ἐνέγραψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς κεφάλαιον εἰσπραχθησόμενον ἐκ τούτου, καὶ τί εἰσέπραξεν; οὔτε εἰς ὑπολογισμὸν οἰκονομικὸν σπουδαῖον δύναται νὰ ὑποληφθῇ.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴχομεν ἐγγράψει 150 χιλιάδας, εἰσεπράξαμεν 100.
§42ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν ὅμως ὁ Νόμος ἦτο καταλληλότερος, ἠθέλατε εἰσπράξει περισσότερα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Τέλος πάντων, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, θέλω καταψηφίσει τοῦ Νόμου τούτου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ὡς καὶ τοῦ Νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου καὶ τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν. Οὕτω δὲ ψηφίζων, ἐκπληρῶ ἀκριβῶς τὴν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ τὴν εὐχὴν ἅπαντος τοῦ φορολογουμένου λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§43ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διαβεβαιῶ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι δὲν ἐσκόπουν ποσῶς νὰ προσβάλω τὸ παρελθὸν ἀπέναντι τῶν ἀπελθόντων ἀφ’ ἡμῶν ἀτυχῶς, καὶ σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ γεραίρω τὴν τιμὴν αὐτῶν, ὥστε δὲν πρόκειται νὰ καταδικάσω τὸ παρελθόν. Ὡμίλησα μόνον περὶ τοῦ συστήματος τῆς συναλλαγῆς, τὸ ὁποῖον κατέκρινεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον ἐνασκεῖ περισσότερον παρ’ ὅσον ἐξήσκησαν αὐτὸ ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἐὰν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦ Κωλέττου.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν λέγω πρᾶγμα ἀπίθανον, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἔμελλε τὸ Ὑπουργεῖον ν’ ἀπαντήσῃ τὴν αὐτὴν ἀντίστασιν καὶ τὴν αὐτὴν πικρὰν κατάκρισιν, οἱονδήποτε σύστημα καὶ ἂν ὑπέβαλε περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ. Τεκμήριον τούτου ἔχω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ προβαλλόμενον διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ἐπινόημα αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Τοιοῦτον εὗρε προϋπάρχον καὶ περιέχον αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ μονοπώλιον, καθ’ οὗ γίνεται τόση κατακραυγή, τῆς συσκευῆς τοῦ καπνοῦ, κοπτομένου δι’ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιεῖχε καὶ τὴν ἀπόκτησιν ὅλου τοῦ πρὸς ἀνάλωσιν προϊόντος τοῦ καπνοῦ, ὅπως ἡ πώλησις γείνῃ διὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅστις ἐπεξῆλθε μετὰ τοσαύτης αὐστηρότητος τὸ παρὸν Νομοσχέδιον, εὑρισκόμενος ἐν τῇ αὐτῇ τάξει, ἐν ᾗ εὑρίσκεται σήμερον, ἤθελε γείνει ὁ συνήγορος τοῦ Νομοσχεδίου, ἐνῶ σήμερον φαίνεται τόσον ἀνηλεὴς κατήγορος. Ἐκ τῶν διαφόρων συστημάτων, ὅσα ἐγένοντο γνωστά, δυνάμεθα διὰ συγκρίσεως ν’ ἀνεύρωμεν ἂν ἦναι ἀσθενέστερον τὸ προκείμενον, ἂν ἔχῃ πλείονα ἐλαττώματα, ἢ ὅσα ἠδύναντο νὰ καταδειχθῶσιν ἐν τοῖς λοιποῖς. Ἔφερεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἀπὸ τοῦ 1879, καὶ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὄντως ἠπιώτερον, διότι δὲν μεταβάλλει πολὺ τὴν σημερινὴν διαχείρισιν αὐτοῦ τοῦ ἐμπορεύματος, καὶ ἐν αὐτῷ ὑπόσχεται, ὅτι προσπορίζει εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἴσως πολὺ ἀνώτερον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται τὸ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέν. Ἐὰν λάβωμεν ὡς γνώρισμα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ τὸ ποσὸν τὸ σημειούμενον ὅτι εἰσπράττεται ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἀνὰ 12 λεπτ. ἐν γένει καὶ ἀνὰ 7 Ἀργολίδος καὶ Ναυπλίας, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀποτελεῖται ἐκ δραχμῶν 350 χιλιάδων περίπου. Ἐκ τούτου ἐξάγεται, ὅτι ὅλη ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ εἶναι ὡς ἔγγιστα 3 ἑκατομμύρια. Ἐκ τούτων τὸ τρίτον καὶ πλέον ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἑπομένως ἓν καὶ ἥμισυ περίπου μένει διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ἀναθεωρηθὲν ἤδη ὑπὸ τοῦ προβαλόντος, ἐπιβάλλεται φόρος μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἑπομένως ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι 2 ἑκατομμύρια περίπου τὰ τῆς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἔχομεν ἀμέσως ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου 3 ἑκατομμύρια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ, ὥστε τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 4½ ἑκατομμύρια. Κατὰ τίνα τρόπον ὅμως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται τὸ σύστημα τοῦτο, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον; Τὸ κύριον πρόβλημα παντὸς φόρου εἶναι τί εἰσέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ ἂν ἀπευθείας εἰσέρχηται ἢ ἂν εἰσέρχηται διὰ πολλῶν περιστροφῶν, μεθ’ ἃς τὸ εἰσερχόμενον δὲν εἶναι πλέον τὸ κατ’ ἀρχὰς ὑπολογισθέν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ὁ καπνὸς φορολογεῖται κατὰ τὴν μεταφορὰν ἐν τοῖς Ταμείοις καὶ τοῖς Τελωνείοις τοῦ τόπου ὅπου διευθύνεται. Ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἀποστολῆς, ἀπαιτεῖται ἀποχρῶσα ἐγγύησις. Τί θέλομεν ἔχει λοιπὸν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ φόρου; ἐγγύησιν 4 ἑκατομμυρίων καὶ ἡμίσεος κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὑπάρχει πιθανότης ἀξιοχρέων ἐγγυητῶν 4 καὶ ½ ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν εἴσπραξιν τοῦ φορολογητέου καπνοῦ; Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τοῦ ὅλου συστήματος. Ἢ μήπως ἀφίνεται ἐλευθέρα ἡ ἐμπορία τοῦ καπνοῦ; οὐδαμῶς. Ὁ καπνὸς ἀποστέλλεται ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἐγγυήσεως καὶ μένει ὡς ἀσφάλεια τῆς ἀποδοτέας φορολογίας. Πρέπει νὰ ἐναποτίθεται ἑκάστοτε· ὅταν δὲ πρόκηται νὰ διατεθῇ, διότι παραδίδοται εἰς τὸ ἐμπόριον, ἐπαναλαμβάνονται ὅλαι αἱ διατυπώσεις καὶ αἱ πράξεις, αἵτινες καθιστῶσιν ὅλην τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ καπνοῦ λίαν ἐπισφαλῆ καὶ δυσχερῆ, διότι παρεμβάλλονται προσκόμματα καθιστῶντα ἀβέβαιον τὸ ἔργον, καὶ ἔργον Σισύφειον. Ὅμοιόν τι σύστημα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, εἶναι καὶ τὸ καταδειχθὲν ἐν σχεδίῳ μόνον παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη, ὅστις προέτεινεν, ὅτι ἕκαστος παραγωγὸς καπνοῦ χρεοῦται καθ’ ὃ ποσὸν παράγει καὶ παραδίδει εἰς τὸ ἐμπόριον. Κατόπιν ὅταν ὁ φόρος πληρώνεται, ἀπαλλάσσεται ὁ φορολογούμενος τῆς χρεώσεως. Ἔχομεν οὕτω ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου 4½ ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ὁ δὲ Ταμίας ἐργάζεται ἀδιαλείπτως καθαρίζων τὰς χρεώσεις καὶ τὰς πιστώσεις, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Τοιαῦτα εἶναι ὡς ἔγγιστα τὰ προβληθέντα συστήματα. Ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχει τὸ προταθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπέβλεψε νὰ μὴ παρενοχλήσῃ τὴν καλλιέργειαν· τοὐναντίον, ν’ ἀφήσῃ τὴν καλλιέργειαν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ, καὶ νὰ μὴ δεσμεύσῃ τινὰ κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Δι’ αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας ὁ καλλιεργητὴς ἐκλέγει τὴν ἐποχὴν, ἐκλέγει τὸν τρόπον τῆς ἀποστολῆς, πράττει ὅ,τι τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ὑπαγορεύουν· συμβουλεύεται τὰς περιστάσεις καὶ οὐδέποτε πάσχει ἐξ αἰτίας τῆς φορολογίας τοῦ Νόμου. Δὲν παρεμβαίνει ὁ Νόμος διὰ διατυπώσεων καὶ ἑτέρων παρενοχλήσεων νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὸν ν’ ἀκολουθήσῃ ὅ,τι διδάσκει ἡ περίστασις. Ἀφῃρέθη ἐκ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου τὸ σύστημα τοῦ ν’ ἀγοράζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅλον τὸν δυνατὸν τὰ καταναλωθῇ καπνὸν, προσδιορίζουσα αὐτὴ τὸ τίμημα τοῦ καπνοῦ οὕτως, ὥστε οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ νομίζῃ ἑαυτὸν ἐξησφαλισμένον ὁ καλλιεργητὴς, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ διατελῇ ἥσυχος ὅτι εὑρέθη τὸ ἀληθὲς τίμημα. Δὲν εἶναι τὸ τίμημα τοῦ καπνοῦ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα τὸ αὐτὸ, οὐδὲ ὑπάρχει ἓν τίμημα. Εἶναι ἀνάλογον τὸ τίμημα πρὸς τὴν ποιότητα· συντρέχουσι δὲ καὶ ἄλλα στοιχεῖα καθιστῶντα τὸ ἔργον τῆς ἐκτιμήσεως ἐπισφαλέστατον, διότι δὲν παρέχει ἐγγύησιν καὶ ἀσφάλειαν εἰς τὸν διαφερόμενον. Ἐξ ἑνὸς ἀπεβλέψαμεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου ἀπεβλέψαμεν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ν’ ἀφήσωμεν καὶ μετὰ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς καταναλώσεως. Πρέπει νὰ χωρίσωμεν ἐδῶ δύω ἐμπόρια, τὸ τοῦ καπνεμπόρου καὶ τὸ τοῦ καπνοπωλητοῦ, τοῦ κατὰ μικρὸν πωλοῦντος διὰ τὴν κατανάλωσιν. Δύω τρόποι ἐμπορεύσεως τοῦ καπνοῦ παρεμβαίνουν, ὧν ἕκαστος ἱκανοποιεῖ ἴδια συμφέροντα, ἔχει ἴδιον κύκλον καὶ ἄλλας ἐργασίας. Ἄλλη εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ καπνεμπόρου, ὅστις προβλέπει ποσὰ σπουδαῖα, συγκεντρώνει εἰς χεῖράς του καὶ ἀποταμιεύει καπνὸν, καὶ ἄλλη εἶναι ἐκείνου, ὅστις κατὰ μικρὸν προμηθεύεται ὅσον προβαίνει ἡ κατανάλωσις. Ἀλλὰ κατεκρίθη τὸ Νομοσχέδιον κυρίως δι’ ἄλλους τινὰς λόγους, διὰ τὸ ὑπέρογκον ποσὸν τοῦ φόρου, καὶ δεύτερον διὰ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκκοπῆς. Ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος εἶναι τάχα τοσοῦτον δυσανάλογος πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ καπνοῦ ἐν γένει; δὲν πιστεύω ὅτι δὲν ἐτηρήθη πᾶσα ἡ ἀναλογία· διότι, ἂν ὑπολογίσωμεν μετ’ ἀκριβείας τί συνεπάγεται ἡ φορολογία αὕτη τοῦ Νομοσχεδίου, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι δὲν συνεπάγεται τὸ ποσὸν, ὅσον τινὲς καταδεικνύουν, ἐπαυξάνουν δὲ διὰ προσθήκης, ἐνῶ δὲν ἀναφέρονται τοιαῦτα ἐν τῷ Νόμῳ, ἢ οὐδὲ εἶναι ἑπόμενον ὅτι θέλουσι παρακολουθήσει. Ὡς βέβαιον ἔχομεν πρῶτον τὸ τῆς ἐκκοπῆς 50 λεπτῶν, ἀλλ’ ἡ δαπάνη τῆς ἐκκοπῆς καὶ σήμερον ὑπάρχει, οὐδὲ εἶναι δαπάνη κατὰ πρῶτον ἐπιβαλλομένη παρὰ τοῦ Νόμου. Ἐνδέχεται σήμερον νὰ μὴ ἦναι τοσαύτη, ἀλλ’ ἡ δαπάνη πάντοτε ὑπάρχει, ἔστω καὶ εἰς σμικροτέραν τιμήν. Ἡ ἐκκοπὴ τοῦ καπνοῦ δὲν εἶναι τὸ μόνον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνεδέχεται ἡ δημοσία ὑπηρεσία, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν συσκευὴν εἰς σακκίδια ἢ κουτία, εἰς ἐκεῖνα τὰ περιβλήματα, ὑπὸ τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ γείνῃ ἡ ἐκποίησις καὶ κατανάλωσις. Πρόσθετος εἶναι ἡ ταινία, ἣν ὑπελόγισαν ὅτι ἡ ταινία ἐπαυξάνει τὰ βάρη κατὰ 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὸ Νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἕκαστον σακκίδιον περιβάλλεται μὲ ταινίαν 2 λεπτῶν, οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν περιέχῃ τὸ σακκίδιον, διότι καὶ τὰ 10 δράμια περιβάλλονται μὲ ταινίαν 2 λεπτῶν καὶ τὰ 100. Ποῦ εἶναι λοιπὸν τὰ 80 λεπτὰ, τὰ ὁποῖα εὗρεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ναυπλίας;
§45ΑΛΕΞ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπελόγισα, κύριε Ὑπουργὲ, τὴν ἀξίαν τῶν ταινιῶν πρὸς 80 λεπτὰ; διότι τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 συνδυαζομένου πρὸς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Νομοσχεδίου· διότι, ἂν διὰ τὰ σακκίδια τῶν 10 δραμίων καὶ διὰ τὰ σακκίδια τῶν 100 δραμίων θὰ πληρώνῃ τις 2 λεπτὰ διὰ τὴν ταινίαν, βεβαίως θὰ προτιμᾷ νὰ ἀγοράζῃ σακκίδια τῶν 100 δραμίων, διότι θὰ ἔχῃ ὄφελος τὴν διαφορὰν, καὶ τότε ἡ ὑποδιαίρεσις εἰς σακκίδια 10 δραμίων ἦτο περριτὴ, διότι δὲν θὰ ἐξοδεύωνται· ὥστε τὸ ἄρθρον εἶναι ἀσαφὲς καὶ παρακαλῶ νὰ διευκρινισθῇ.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τῆς ἐκλογῆς ἑκάστου· ἂν θέλῃ ν’ ἀγοράσῃ 10 δράμια ἢ 100, θὰ πράξῃ κατὰ τὸ συμφέρον του. Ἐὰν τὸ ἄρθρον εἶναι ἀσαφὲς τὸ διευκρινίζομεν, ἀλλ’ ἡ ἔννοια ὡς πρὸς τὰς ταινίας εἶναι αὕτη, ἣν σᾶς ἀνέφερα. Τὰ μετακομιστικὰ εἰς τὸ ἐργοστάσιον πρὸς ἐκκοπὴν τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλα τινὰ τοιαῦτα ἔξοδα ἕκαστος δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ κατὰ τὴν δεξιότητα αὐτοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ σήμερον ὅταν κόπτεται ὁ καπνὸς ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις πάντοτε ὑπάρχουν δαπάναι τινὲς, οὐδὲ ἕπεται ὅτι μέλλουν νὰ ἦναι τόσον σπουδαῖαι ὥστε νὰ προστεθῶσι 3 ἢ 4 δραχμαὶ δι’ ἑκάστην ὀκᾶν. Δὲν εἶναι ἑπομένως πιθανὸν νὰ ὑπερβῇ ἡ δαπάνη τὰς 4 δραχμὰς, ἐὰν ὅλα ὑπολογήσωμεν. Εἶναι λίαν φυσικὸν, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἕκαστος θέλει τακτοποιήσει οὕτω πως τὴν ὑπηρεσίαν, ὥστε ὅσον ἔνεστι νὰ περιορίσῃ τὴν δαπάνην διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον. Δὲν πρέπει νὰ ἐπαυξάνωμεν ἐνταῦθα ἄνευ λόγου τὰς δαπάνας καὶ ἄνευ λόγου νὰ ταραττώμεθα, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὅτι φθάνομεν εἰς ὑπέρογκον ποσόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπολογήσωμεν τὰς 4 δραχμὰς, δὲν εἴμεθα εἰς τὸ πολλαπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ καπνοῦ, ὅστις ἔχει διάφορον τιμὴν κατὰ τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς καὶ καταναλώσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον τὰς 3 δραχμὰς καὶ τότε δὲν ἔχομεν εἰμὴ τὸ διπλάσιον. Ἠκούσατε παρ’ ἄλλων πρὸ ἐμοῦ λαλησάντων, ὅτι καὶ μέχρι τοῦ πενταπλασίου φθάνει ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ εἴς τινας χώρας, καὶ ὅμως τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν κατανάλωσιν, οὐδὲ ἠλάττωσε τὸ καταναλισκόμενον ποσὸν, ἀλλ’ ἐξεναντίας κατ’ ἔτος καὶ κατὰ περιόδους αὐξάνει ἡ κατανάλωσις. Ὑπάρχει ὅμως ποιότης καπνοῦ ἐνταῦθα, ἥτις δυσαναλόγως μέλλει νὰ φορολογηθῇ· τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὸν καπνὸν τῆς Ἀργολίδος. Ἀλλ’ ὁ καπνὸς τῆς Ἀργολίδος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐξάγεται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀποστελλόμενος πρὸ πάντων εἰς τὴν Ὁλλανδίαν. Ἀλλ’ ἔστω, ἄς ὑποθέσωμεν, ὅτι καταναλίσκεται εἰς τὸ ἐσωτερικόν.
§47ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἥμισυ.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξάγεται. Δὲν θέλει ἐλαττωθῆ ἡ παραγωγὴ ἐν Ἀργολίδι πρῶτον, διότι ὁ καπνὸς τῆς Ἀργολίδος, καὶ ἂν ἐπιβαρυνθῇ διὰ τοῦ φόρου, θέλει συμφέρει πάντοτε ὡς κατώτερος κατὰ τὴν ἀξίαν παραβαλλόμενος πρὸς τὸν καπνὸν τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἂν ὑποθέσητε ὅτι πωλεῖται σήμερον πρὸς μίαν δραχμὴν, θὰ πωλεῖται τότε πρὸς 4 ἢ 5, ἐνῶ οἱ ἄλλοι καπνοί, πωλούμενοι πρὸς 3 δραχμὰς, θὰ πωλοῦνται 7 ἢ 8, θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε διαφορὰ εἰς τὴν τιμὴν, καὶ ἑπομένως οἱ μὴ ἔχοντες τὰ μέσα νὰ καταναλώσωσι καλλιτέρας ποιότητος καπνὸν θὰ καταφεύγουν εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος, ὅτι ὁ καπνὸς τῆς Ἀργολίδος συνήθως ἀναμιγνύεται μετὰ τῶν ἄλλων καπνῶν· δὲν καταναλίσκεται μονομερῶς, καὶ ἀναμιγνυόμενος μετὰ τῶν ἄλλων μετριάζει τὰς τιμὰς αὐτῶν καὶ δίδει κέρδος εἰς τοὺς καπνεμπόρους, τοῦ ὁποίου δὲν θέλουν στερηθῆ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου. Δὲν βλέπω λοιπὸν βλάβην εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ ἐν Ἀργολίδι ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θέλει ἐλαττωθῆ ἐν γένει ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε καὶ ἡ καλλιέργεια ἐπαισθητῶς νὰ περιορισθῇ, διότι τοῦτο προβάλλουν ὡς φόβητρον καὶ τοῦτο λέγουν ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ ὅτι ἠδιαφόρησε, οὐδὲ ἔκρινε κἂν ἄξιον νὰ σκεφθῇ. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτόν τι, οὐδεὶς εἶπεν ὅτι εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγὴ καὶ ἂν αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐνασχολοῦνται εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ, εὑρεθοῦν μετ’ ὀλίγον ἀπεστερημέναι αὐτοῦ τοῦ προϊόντος καὶ τῆς ἐξ αὐτοῦ ὠφελείας. Πρέπει τις βέβαια νὰ ᾖναι λίαν ἀνάλγητος καὶ νὰ παραγνωρίζῃ τὰ κυριώτερα συμφέροντα τῆς χώρας, ἀπαθῶς βλέπων τοὺς ἄλλους πάσχοντας, ἐὰν δὲν φροντίζῃ νὰ μὴ ἐπέλθῃ τοιαύτη βλάβη εἰς τοὺς πολίτας. Ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον κατά τι ἐν ἀρχῇ νὰ περισταλῇ ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ. Πάντοτε ἡ μετάβασις ἀπὸ ἑνὸς συστήματος εἰς ἕτερον τρόπον, καθ’ ὃν γίνεται ἡ κατανάλωσις, συνεπάγεται διατάραξιν στιγμιαίαν· ἀλλ’ ἡ διατάραξις εἶναί τι διαβατικὸν, δὲν εἶναι μόνιμος. Καθ’ ὅλας τὰς χώρας ἀνεφάνη τοῦτο, ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Καὶ ἂν ἀφήσητε τὸ προτεινόμενον σύστημα, ψηφίσητε δὲ ἄλλο οἱονδήποτε, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αὐξήσητε τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ· ἅμα αὐξήσητε τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἐλάττωσις καὶ χαλάρωσις εἰς τὴν κατανάλωσιν. Θὰ ἀποστερηθῶσι τῆς ἀπολαύσεως τοῦ καπνοῦ οἱ ἀπορώτεροι, ὅσοι δὲν θὰ ἔχωσι τὰ μέσα, ὡς πρὸ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, νὰ μετέχωσι τῆς ἀπολαύσεως ταύτης κατὰ τὸ αὐτὸ μέτρον. Ἀλλ’ ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ ὀλιγώτερον καταναλίσκουσα καὶ ἴσως ἡ ὀλιγώτερον ἔχουσα ἀνάγκην νὰ καταναλίσκῃ. Ὁμιλοῦμεν πάντοτε περὶ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, ἀλλ’ αὐτὴ καπνίζει σπανίως, τὰς Κυριακὰς, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐργασίαν· μόνον οἱ ἐργάται τῶν πόλεων καπνίζουσι συνεχέστερον, ἀλλ’ οὗτοι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποστερηθῶσιν αὐτῆς τῆς ἀπολαύσεως διὰ τὴν μεγάλην αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, διότι ὡς ηὔξησαν σήμερον τὰ ἡμερομίσθια παρέχουσιν αὐτοῖς τὰ μέσα τῆς ἀπολαύσεως ταύτης. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ εἴδομεν ὅτι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἡ Ἰταλία εἰσπράττει ἄνω τῶν 100,000,000 κατ’ ἔτος, δὲν ἠλαττώθη τὸ ποσὸν τῆς καταναλώσεως· τοὐναντίον, αἱ στατιστικαὶ τῆς Ἰταλίας δεικνύουσιν ὅτι προβαίνει αὐξανόμενον. Τὸ αὐτὸ συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, τὸ αὐτὸ βλέπομεν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ· καὶ ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ Γαλλίας, περὶ Αὐστρίας, πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἐκεῖναι αἱ χῶραι εὑρίσκονται, ὡς ἔγγιστα, εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς, τουτέστι παράγουσι καπνὸν, ἐνῶ ἡ Ἀγγλία δὲν παράγει· καὶ ἡ Ἰταλία παράγει καπνὸν καὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ ἐνασχολεῖται τάξις γεωργικὴ, ἀπολαμβάνουσα τὰ ἐκ τῆς καλλιεργείας ταύτης εὐεργετήματα, οὐχ ἧττον ἡ ἐφαρμογὴ τοιούτου Νόμου φορολογικοῦ οὔτε τὴν παραγωγὴν ἠλάττωσεν οὔτε τὴν κατανάλωσιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ταραχθῶμεν ἐκ τοῦ στιγμιαίου καὶ διαβατικοῦ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ Νόμου, ὅστις φέρει ἐλάττωσιν κατ’ ἀρχὰς, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι αὐτὴ ἡ ἐλάττωσις μέλλει νὰ ᾖ μόνιμος, οὐδὲ μέλλει ν’ ἀποστερήσῃ τάξεις ὁλοκλήρους ἐργασίας γεωργικῆς τοσοῦτον ὠφελίμου, ὅσον εἶναι ἡ τοῦ καπνοῦ, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς καταναλώσεως. Κατὰ δεύτερον λόγον κατακρίνεται τὸ Νομοσχέδιον διὰ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ. Ὁ τρόπος οὗτος θεωρεῖται, πλὴν τῆς μεγάλης φορολογίας, ὡς ἀλλοιῶν τὸν καπνὸν, ἰδίως τὸν Ἑλληνικὸν διὰ τὰς ἰδιότητας τὰς ὁποίας ἔχει, διότι μέλλει ὁ καπνὸς οὗτος ν’ ἀποξηραίνηται καὶ νὰ καθίσταται δυσάρεστος εἰς τὴν γεῦσιν. Ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τούτου τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποβαίνει ἀπολύτως ἀδύνατον ὅ,τι ἐζήτει καὶ ὁ κύριος βουλευτὴς Ναυπλίου, τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ φόρος ἐλαφρότερος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατωτέρας ποιότητος, ὡς εἶναι τῆς Ἀργολίδος· διότι κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα ὁ καπνὸς κόπτεται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὅπου προσάγεται, καὶ δὲν δύναται ἐκεῖ ὅπου προσάγεται νὰ γίνεται διάκρισις τῆς ποιότητος. Εἰς ποῖον θέλετε ἀναθέσει αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ποιότητος, ὥστε κατ’ αὐτὴν νὰ προσδιορίζεται ἀναλόγως ἐλαφρότερος φόρος;
§49ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ. Περὶ τούτου εἶπον, ὅτι ὁ καπνὸς τῆς Ἀργολίδος νὰ τίθεται εἰς δέματα καὶ νὰ σφραγίζεται ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν τοῦ Τόπου, καὶ οὕτω ἐσφραγισμένος νὰ προσάγεται εἰς τὰ ἐργοστάσια.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρέπει νὰ γίνωσι τοιαῦται προφυλάξεις, ὥστε θὰ καθίσταται λίαν δυσχερὲς νὰ τηρῆται ἡ διάκρισις τῶν καπνῶν τῆς Ἀργολίδος. Ἄλλως τε μέλλει πάντοτε ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ αὐτοῦ νὰ ἦναι σχετικῶς κατωτέρα πάσης ἄλλης παραγωγῆς. Τῳόντι ἡ σύστασις Δημοσίων ἐργοστασίων ἔχει τὸ δυσχερές· οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ· ἀλλὰ διότι ἔχει αὐτὰς τὰς δυσχερείας, ἕπεται ὅτι πρέπει τις νὰ θεωρήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο τερατῶδες ἢ τοὐλάχιστον ἀνεφάρμοστον, ὥστε νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς δύναται νὰ καταστῇ χρήσιμον καὶ νὰ παρέξῃ ἐκείνας τὰς ὠφελείας, ὅσας ὁ Νόμος ὑπόσχεται; Τὸ νὰ μεταφέρεται ὁ καπνὸς εἰς τὰ Δημόσια ἐργοστάσια δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν δυσχερές. Πάλιν λέγω ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν θέλομεν ἀκούσει πλεῖστα ὅσα περὶ τούτου, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἑκάστου καπνοπώλου, διὰ τῆς μεγάλης αὐτοῦ δεξιότητος, διὰ τῆς ἐπιτηδειότητος, μεθ’ ἧς πάντες οἱ καπνοπῶλαι μετέρχονται τὸ ἔργον αὑτῶν πρὸς τιμὴν αὐτῶν, θὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, ὥστε ὅλα νὰ ἐξομαλύνῃ. Ἀφοῦ ἕκαστος προπαρασκευάσῃ τὸν καπνὸν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν, ἥτις εἶναι ἡ προσφορωτέρα διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἐκκοπή, ἅμα προδιαθέσῃ τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ γείνῃ αὕτη, θέλει φέρει τὸν καπνὸν εἰς τὸ ἐργοστάσιον ἕτοιμον πρὸς ἐκκοπὴν, ἥτις ἀμέσως θέλει προβῆ διὰ νὰ συντελεσθῇ τὸ ἔργον καὶ ἡ συσκευὴ ἐντὸς τῶν σακκιδίων, ὥστε νὰ παραληφθῇ ὁ καπνὸς διὰ τὴν κατανάλωσιν. Δὲν νομίζω λοιπὸν τὸ πρᾶγμα τοσοῦτον δυσχερές. Ἀλλὰ λέγουσι μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῶν ἐπαρχιῶν θὰ ὑπάρχωσιν ἐργοστάσια, εἰς δὲ τὰ χωρία καὶ κώμας καὶ τοὺς ἀγροτικοὺς δήμους τί μέλλει γενέσθαι; Ἐκεῖ μέλλει γενέσθαι ὅ,τι καὶ σήμερον γίνεται, διότι εἰς οὐδὲν χωρίον σχεδὸν ἢ εἰς οὐδεμίαν πρωτεύουσαν τῶν ἀγροτικῶν δήμων ὑπάρχουσι κοπτικαὶ μηχαναί· αἱ πλεῖσται δὲ τούτων εὑρίσκοντο, ὡς παρετηρήσαμεν, ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σύρῳ, ἐν ταῖς ἄλλαις δὲ πόλεσιν ὀλίγισται ὑπάρχουσιν. Ὡς πρὸς τοὺς τόπους λοιπὸν ὅπου δὲν ὑπάρχουσι κοπτήρια, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὰ τὰ ἐργοστάσια δὲν μέλλουσι νὰ νεωτερίσωσιν, ἀλλὰ θὰ φέρωσι καὶ εὐκολίαν, διότι οἱ ἔχοντες καπνὸν θὰ εὑρίσκωσιν ἐκεῖ πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκκοπὴν αὐτοῦ. Μᾶλλον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐν ταῖς πρωτευούσαις ὅπου ἕκαστος καπνέμπορος ἔχει ἰδίαν κοπτικὴν μηχανὴν ἐνδέχεται νὰ συναντηθῇ δυσχέρεια, διότι δὲν θὰ κόπτῃ τὸν καπνὸν πρὸ τῶν ἰδίων ὀφθαλμῶν καθ’ ἣν ὥραν ἕκαστος θέλει ὑπὸ τὴν ἀποκλειστικὴν αὐτοῦ ἐπίβλεψιν, ἐνῷ ἐξ ἐναντίας ὁ ἐξ ἄλλου τόπου ἢ χωρίου μεταφέρων καπνὸν εὑρίσκει ἀμέσως τὸ Δημόσιον ἐργοστάσιον καὶ διευθύνεται ἐκεῖ ἔχων τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἐκκοπὴν, μὴ ἀναγκαζόμενος νὰ προστρέχῃ εἰς ἄλλον καπνοπώλην, ὡς ἤδη γίνεται, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν κοπτικὴν μηχανήν. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ στενοχωρία ἐπιτείνεται. Ἀλλ’ ὁ καπνὸς κλείεται ἐντὸς τῶν περιβλημάτων καὶ περιβάλλεται καὶ ἡ ταινία· οὕτω ὁ καπνὸς μέλλει ν’ ἀποξηραίνεται, καθιστάμενος δυσάρεστος εἰς τὴν γεῦσιν, ὡς ἰσχυρίζονται, μὴ παρέχων ἐκείνην τὴν γλυκύτητα καὶ τὸ εὐχάριστον, ὅπερ παρέχει ὅταν δὲν ξηραίνεται. Τὸ παράδειγμα τοῦ συμβαίνοντος ἐν τῇ γείτονι Ἐπικρατείᾳ, ὅπου ὁ καπνὸς οὕτω κλείεται καὶ περιβάλλεται, ἀποδεικνύει τὸ ἐναντίον. Μήπως ὁ καπνὸς οὗτος τῆς γείτονος χώρας δὲν ἔχει τὰς αὐτὰς ἰδιότητας τοῦ ἡμετέρου; καὶ ἐν τοσούτῳ βλέπομεν ὅτι δὲν βλάπτει, ἐὰν ὑποστῇ ὀλίγην ξηρασίαν· λέγω ὀλίγην ξηρασίαν, διότι δὲν θὰ φέρῃ ὅλην τὴν προμήθειαν τοῦ καπνοῦ ἕκαστος ἀπερισκέπτως, διὰ νὰ κόψῃ αὐτὸν καὶ κλείσῃ εἰς τὰ δοχεῖα· ἕκαστος καπνοπώλης θὰ κόπτῃ ἐκ διαλειμμάτων κατὰ περιόδους δεκαπενθημέρους ἢ ὀκταημέρους, καὶ οὕτω θὰ ἔχῃ πάντοτε νωπὸν καπνόν. Ἀπαιτεῖται βεβαίως πολὺ προσοχὴ, ἀπαιτεῖται ἐπιτήρησις, ὑπάρχουν καὶ περιπλοκαὶ καὶ δυσχέρειαι τῆς διαχειρίσεως, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ πᾶς τρόπος ἐπιβολῆς φόρου ἔχει τὰς δυσχερείας του εἴτε ταύτας εἴτ’ ἄλλας. Ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ ὅταν γίνεται ἡ ἐκκοπὴ εἰς Δημόσιον ἐργοστάσιον, ὅπου πάντες εἰσέρχονται, ὅπου ἀφόβως ἐπιτηροῦνται, ὅπου γίνεται γνωστὸν τί εἰσήχθη καὶ τί ἐξήχθη, ὅπου γίνεται ἡ ζύγισις ἐπὶ παρουσίᾳ ὅλων, ἔχει τις λόγους νὰ πιστεύῃ ὅτι τοῦτο μέλλει κατὰ τι νὰ συντελέσῃ εἰς περιστολὴν τῶν καταχρήσεων. Αὐτὰς ἀπολύτως δὲν δύναταί τις ν’ ἀποφύγῃ. Τὸ πλεονέκτημα τοῦ συστήματος τούτου εἶναι ὅτι ἡ εἴσπραξις γίνεται ἅμα τῇ βεβαιώσει, ὅτι τὸ βεβαιωθὲν αὐτὸ εἰσπράττεται καὶ εἰσέρχεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ Δημόσια ταμεῖα. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργοστασίων δὲν θέλει εἶναι περισσότερος κατὰ τὸ παρὸν ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν πρωτευουσῶν τῶν ἐπαρχιῶν· ἀλλ’ ἴσως καὶ ὅλαι αἱ πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐργοστασίων, καὶ μόνον αἱ μεγάλαι πόλεις δύνανται ν’ ἀπαιτήσωσι πλείονα, δύω τοὐλάχιστον, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης καταναλώσεως. Μήπως ἁπανταχοῦ τὰ ἐνοίκια εἶναι τόσῳ μεγάλα, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις τὰς δαπάνας ὑπερβολικὰς καὶ μὴ ἱκανοποιουμένας ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται διὰ τὰ κοπτικά; Ἀλλὰ λέγουσι, θὰ προτιμήσῃ ἕκαστος, ὅστις δύναται νὰ καταδολιευθῇ τὸν Νόμον, νὰ κόπτῃ κατ’ οἶκον, νὰ κόπτῃ καὶ διὰ μαχαιριδίου του. Ὁ τοιοῦτος δὲν θὰ βλάψῃ πολὺ τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ κόψῃ πολὺν καπνόν· καὶ ἂν βλάψῃ τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν πρὸς βλάβην τῆς καλλιεργείας, ἀλλὰ κόπτων τὸν καπνὸν διὰ κοπτῆρος, δύναται νὰ βλάψῃ τὸ Δημόσιον, ἐὰν προβῇ εἰς πώλησιν· διότι τότε θὰ ἔχῃ καπνὸν καλῆς ποιότητος κεκομμένον, καὶ πρέπει, διὰ νὰ ἦναι εὐχάριστος νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς περιποιήσεις· τοῦτο ὅμως δὲν νομίζω, ὅτι μέλλει νὰ ἐπιταθῇ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ βλάψῃ καιρίως καὶ σπουδαίως τὴν φορολογίαν· δὲν θὰ τολμήσῃ βεβαίως νὰ πράξῃ τις τοῦτο ὡς ἔργον, διότι ταχέως θέλει ἀνακαλυφθῆ, καὶ τὸ συμφέρον ὅλων, ὅσοι μετέρχονται τὸ ἔργον τοῦ καπνοπώλου, θέλει ἐξυπνήσει αὐτοὺς ὅπως προκαλέσωσι τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν παῦσιν τῆς καταχρήσεως. Τοιαῦται καταχρήσεις κατὰ μέρος δὲν δύνανται νὰ ἐκλείψωσιν ἐπὶ οἱουδήποτε θέλετε συστήματος περὶ φορολογίας. Ἅμα ἡ φορολογία ἔχει σπουδαιότητά τινα, παρακολουθεῖ ἡ κατάχρησις ὡς ἡ σκιὰ τὸ σῶμα. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται ἐὰν ἐκ τούτου προσδοκᾶται τοσαύτη ἔκτασις τῆς καταχρήσεως, ὥστε νὰ κινδυνεύῃ ἡ εἴσπραξις ὁλόκληρος, καὶ τότε μετὰ πολλὰς δαπάνας, μετὰ πολλὰς στενοχωρίας, μετὰ τὴν ὑποτιθεμένην ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν εἴσπραξιν ἀνάλογον καὶ τοιαύτην, ὁποίαν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην φορολογίαν, νὰ ἔχωμεν πρόσοδον ἐλαχίστην καὶ μηδαμινήν. Τοιοῦτόν τι δὲν νομίζω, ὅτι δύναταί τις νὰ προΐδῃ· διότι, ὡς παρετήρησα, ἡ μεγάλη κατανάλωσις γίνεται ἐν ταῖς πόλεσιν ὅπου ὑπάρχει ἡ συμπύκνωσις πληθυσμοῦ, ὅπου ὑπάρχει ἀργία, καὶ ὅπου αἱ ἀπολαύσεις ἐπιδιώκονται μετὰ πλείονος ζέσεως, ἢ ἐν τοῖς ἀγροῖς καὶ τοῖς χωρίοις, ὅπου αἱ γεωργικαὶ τάξεις ἐνασχολοῦνται εἰς τὰ τῆς γεωργίας. Ἐν ταῖς πόλεσιν ὅμως δὲν δύναταί τις εὐκόλως νὰ ἀποκρύψῃ τοιαύτην κατάχρησιν, οὐδὲ ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἀνακάλυψιν· δι’ ὀλίγον καιρὸν ἴσως ἐπιτύχῃ, ἀλλὰ θὰ περισταλῇ, καὶ τὸ παράδειγμα θὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ μὴ εὕρῃ μιμητάς. Κατακρίνουσιν ἐπὶ τέλους τὸν Νόμον καὶ διὰ τὴν προτεινομένην εὐκολίαν τῆς ἐξαγωγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅτι δῆθεν καὶ αὐτὴ μέλλει νὰ περισταλῇ καὶ μέλλει νὰ περισταλῇ, διότι μέλλει, ὡς εἶπον, νὰ καταγγέλληται ἡ γινομένη ἐξαγωγή. Δὲν ἐνόησα καλῶς, τί νεώτερον εἰσάγει αὐτὸς ὁ Νόμος· αὐτὸς ἐπιτρέπει μόνον ἀτέλειαν τῆς ἐξαγωγῆς. Παρετήρησαν ἐκ Σύρου ἰδίως, ἐκ Φθιώτιδος καὶ ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι ὁ καπνὸς δὲν ἐξάγεται ἐκ τῆς Ἑλλάδος πάντοτε εἰς φύλλα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πολλάκις νὰ ἐξάγηται κακομμένος. Ἐπειδὴ ἡ βάσις τοῦ Νόμου εἶναι τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ αἰτία νὰ προβλέψῃ ὁ Νόμος περὶ ἐλευθέρας ἐξαγωγῆς κεκομμένου καπνοῦ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκκοπῆς, οὐδεμία ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ πρόβλεψις αὕτη· δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ἐξαγωγὴ ἄλλως, ἢ ὡς γίνεται κατὰ τὸ ἐνεστώς. Ἐν ἑκάστῳ πλοίῳ, τὸ ὁποῖον ἀποπλέει τοῦ λιμένος τῆς Σύρου, παραλαμβάνεται καπνὸς διὰ τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ, καὶ ὁ καπνὸς οὗτος εἶναι κεκομμένος. Δὲν ἦτο δίκαιον αὐτὸς ὁ ἔξω τῆς Ἑλλάδος καταναλισκόμενος καπνὸς νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν φορολογίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν διατί συνιστᾶται αὐτὴ ἡ πρότασις, ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν Σύρου, κατά τι μέλλουσα νὰ τροποποιηθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου· δὲν περιέχει ἄλλως τε διάταξιν ἄλλην ἢ τὴν διάταξιν τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ ὡρισμένην ἐγγύησιν· προβλέπει μόνον, ὅπως ὁ κοπτόμενος καπνὸς πρὸς ἐξαγωγὴν μὴ καταναλίσκηται ἐντὸς τῆς χώρας.
§51ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐντὸς τῶν πλοίων;
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐντὸς τῶν ἀποπλεόντων πλοίων εἶναι ἐλεύθερος.
§53ΚΡΙΕΖΗΣ. Δύναται ἓν πλοῖον νὰ προσβλέψῃ τὸν ἐν αὐτῷ καταναλισκόμενον καπνὸν, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολογίαν;
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρόκειται περὶ πλοίου ἀποπλέοντος.
§55ΚΡΙΕΖΗΣ. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ διάκρισις;
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ πλοίου πιστοποιεῖται ὁ ἀπόπλους.
§57ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὅταν τὸ πλοῖον πρόκηται ν’ ἀποπλεύσῃ...
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν τροπολογίαν, εἰς τὰ καθέκαστα συζητοῦμεν τοῦτο. Σχεδὸν πάντες σφόδρα ἐπετέθησαν κατὰ τῆς προτεινομένης ἐνοικιάσεως, καὶ ἐνόμισαν, συνδέσαντες τοῦτο μετ’ ἄλλων, ὅτι ἐτέθη ἐπὶ σκοπῷ ἵνα γείνῃ ὡρισμένη ἐνοικίασις αὐτοῦ τοῦ φόρου. Τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται ὑπὸ τοῦ κράτους μιᾶς ὑποχρεώσεως· ἐνδέχεται τινες νὰ παραγνωρίζωσι τὴν ἰσχὺν τῆς ὑποχρεώσεως, συνομολογηθείσης διὰ συμβάσεως καὶ κυρωθείσης διὰ Νόμου πρὸς τοὺς παρασχόντας τὸ δάνειον. Δὲν ἔγεινε λοιπὸν ἐπὶ σκοπῷ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐνοικίασιν, ἀλλὰ πρὸς ἐκλήρωσιν ὑποχρεώσεως, μὴ τεθέντος ἄλλου τινὸς ὅρου ἢ ἐκείνου ὅστις περιέχεται ἤδη ἐν προγενεστέρᾳ συμβάσει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ γείνῃ ἡ ἐνοικίασις, διότι εἴπατε ὅτι μέλλουσιν οἱ ἀναληψόμενοι τὴν ἐνοικίασιν ταύτην νὰ συνεταιρισθῶσι μετὰ τῶν ἐχόντων τὸ μονοπώλιον ἐν Τουρκίᾳ. Τοιοῦτον μονοπώλιον ἐν Τουρκίᾳ δὲν ὑφίσταται· ἡ Τουρκία παρεχώρησε μόνον 6 φόρους εἰς διαχείρισιν Εὐρωπαϊκὴν, ἥτις ἐπιτηροῦσα τοὺς φόρους τούτους λαμβάνει τὸ προϊὸν τῆς εἰσπράξεως πρὸς ἀπόδοσιν τῶν χρεῶν εἰς τοὺς δανειστὰς τῆς Τουρκίας· δὲν ὑπάρχει λοιπὸν μονοπώλιον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ φόρος εἰσπραττόμενος, διπλοῦς μάλιστα, φόρος μεταφορᾶς καὶ φόρος καταναλώσεως. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑποπτεύεταί τις ὅτι εὐθὺς ἤδη τὸ πρῶτον θὰ γείνῃ ἐνοικίασις, οὐδ’ ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ θὰ συντελέσωσι νὰ σχηματισθῇ μονοπώλιον. Ἐξ ἐσφαλμένων ὑποθέσεων συνέλαβον τοιαύτην ἰδέαν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅσα σᾶς εἶπον. Ἀμφιβάλλω πολὺ, ὅτι θέλουν εὑρεθῆ οἱοιδήποτε νὰ κινδυνεύσουν τὰ κεφάλαιά των διὰ νὰ ἀναλάβωσι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα αὐτὸ τὸ δυσχερὲς ἔργον, ἀπαιτοῦν μέσα διοικητικὰ καὶ ἐξουσίαν ἄγρυπνον, ὥστε διὰ τῆς ἰσχύος καὶ δι’ ὅλων τῶν ἄλλων μέσων νὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπερνικήσωσιν ἁπάσας τὰς δυσχερείας. Εἶναι ἀδύνατον ἐπ’ ἀδήλῳ ἰδιώτης νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ δυσχερὲς ἔργον καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ κινδυνεύσῃ κεφάλαια πρὶν δοκιμασθῇ ἀμέσως ἐν ἀρχῇ. Τὸ πρῶτον ἔτος καὶ τὸ δεύτερον ἔτος οὐδὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν συμφέρει νὰ γείνῃ ἐνοικίασις. Κατόπιν ἀπόκειται εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἐν πλήρει γνώσει νὰ σκεφθῇ ὑπὸ ποίους ὅρους συμφέρει νὰ γείνῃ ἐνοικίασις, ἢ ἂν τοὐναντίον δὲν συμφέρῃ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε συνεζητεῖτο ἄλλοτε πρότασις περὶ ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων, ὅτι ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀντετάχθησαν ἐπὶ τῇ σκέψει, ὅτι δὲν συμφέρει δι’ ἄλλους λόγους νὰ ἐνοικιασθῶσι τὰ τελωνεῖα εἰς οἱανδήποτε ἑταιρίαν, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραχωρηθῇ ἡ τοιαύτη πολύπλοκος διαχείρισις διαθέτουσα πληθὺν ὀργάνων καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ δυναμένη νὰ ἐνασκῇ σπαιδαίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ Κράτους. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ ἔχει τὴν αὐτὴν σπουδαιότητα. Καὶ ὅμως δὲν εἶδον τότε νὰ γείνῃ τοσοῦτος θόρυβος ἐναντίον τῆς ἐνοικιάσεως ὅπως τώρα ὅτε γίνεται συνεπείᾳ ὑποχρεώσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ παραβάλῃ τις τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ πρὸς τὴν διαχείρισιν ὅλων τῶν τελωνείων, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι τὴν αὐτὴν δύναμιν δύναται νὰ ἔχῃ ὅστις ἐνοικιάσῃ τὸν καπνὸν καὶ ὅστις ἐνοικιάσῃ τὰ τελωνεῖα; Καὶ ποῖα ἔχουν μέσα εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν διὰ τῆς τοιαύτης ἐνοικιάσεως; Ποῖα ἐλατήρια δύνανται νὰ κινήσωσι; θέλουσιν ἐκλέξει πρόσωπα πρὸς ὑπηρεσίαν, καὶ θέλουσι προτιμήσει τὸν Α ἀντὶ τοῦ Β ἢ θέλουν παρέχει πλείονας εὐκολίας εἴς τινας καπνοπώλας· ἰδοὺ ὅλη ἡ σπουδαιότης. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἢ νὰ ἀναδεχθῶμεν τὴν εὐθύνην τῆς ἐνοικιάσεως· τὴν ἐνοικίασιν θεωροῦμεν ἀπίθανον, περιελάβομεν ὅμως, διότι ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις, ἀλλὰ τοιαύτη ἐνοικίασις εἶναι ἐκ τῶν ἀδυνάτων ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν κατὰ μέρος πᾶσαν ὑπόνοιαν καὶ ἂς μὴ προσπαθῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὸ κακὸν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει. Ἠθέλησαν νὰ σᾶς παραστήσωσιν, ὡς ἠκούσατε, ὅτι ἐταράχθησαν οἱ καπνοπῶλαι, ὅτι μέλλει νὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτοὺς μεγάλη βλάβη. Διατί μέλλει νὰ ἐπέλθῃ μεγάλη βλάβη; διότι μέλλουν νὰ μεταβάλουν τὰς ἕξεις των, διότι μέλλουν νὰ μετέρχωνται κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ ἔργον των καὶ ὄχι ὅπως σήμερον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πιθανὸν ὅτι μέλλει νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐργασίας τῶν καπνοπωλῶν; δὲν πρόκειται νὰ περιορίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῶν. Ἡ ἀνησυχία αὐτὴ δὲν λέγω ὅτι εἶναι ἐπίπλαστος, ἀλλὰ εἶναι ἀνησυχία, προερχομένη ἐκ τῆς πλάνης ὅτι τὸ ἔργον αὐτῶν θέλει εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικερδὲς ἢ ὅτι θέλει ἀπαιτήσει μεγαλείτερα κεφάλαια ἢ νῦν. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ καπνοπώλης θὰ λάβῃ ἀνάγκην μεγαλειτέρων κεφαλαίων. Ὁ καπνέμπορος κυρίως ἐργάζεται διὰ τῶν κεφαλαίων· δὲν λέγω δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι καὶ καπνοπῶλαι ἔχοντες κεφάλαια, ἀλλὰ δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τοὺς καπνοπώλας ἡ καταβολὴ μεγάλων κεφαλαίων. Τὰ καπνοπωλεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα συντελοῦν εἰς τὴν κατὰ μικρὸν κατανάλωσιν καὶ εἰς τὸ νὰ ἐξοδεύηται ὁ καπνὸς ὁ ἐναποταμιευόμενος ἀπὸ τοὺς καπνεμπόρους. Ὁ καπνέμπορος ὡς ἐκ τοῦ ἔργου του ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ διαθέσιμα κεφάλαια, ὅπως καὶ ὁ σιτέμπορος. Τὸ αὐτὸ γίνεται εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ σίτου. Ὁ σιτέμπορος δίδει πίστιν εἰς τὸν ἀλέθοντα τὸν σῖτον εἰς τὰ καταστήματα τῶν ἀλευροπωλῶν καὶ πιστόνων αὐτὰ εἰσπράττει κατὰ μικρόν· τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ διὰ τοὺς καπνοπώλας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ καταβάλωσι μεγάλα κεφάλαια, διότι διὰ τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ θὰ εἰσπράττωσι καὶ θὰ δίδωσι πρὸς τοὺς πιστωτὰς αὑτῶν. Διὰ προκαταβολῆς ἀναλόγου τοῦ καπνεμπόρου θέλει προχωρεῖ τοῦ καπνοπώλου ἡ ἐργασία ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε. Μὴ ἀνησυχῶμεν λοιπὸν καὶ μὴ νομίζωμεν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ζημία, μὴ ἐπιδιώκομεν νὰ ἀνεύρωμεν συνεπείας ἀνυπάρκτους καὶ μὴ ταράττωμεν τὴν φαντασίαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τῶν ἐργατικῶν τάξεων τῆς κοινωνίας. Ἐὰν θέλωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ ἀποστερήσωμεν τὸ Ἔθνος τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ προβῶμεν θαῤῥαλέως. Δὲν ἐπενοήσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι, οὔτε προτείνεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἀναφανῇ τίς μεταξὺ ἡμῶν εἶναι ὁ ὑπέρτερος κατὰ τὴν νοημοσύνην· παρεστήσαμεν ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὅλα τὰ νομοσχέδια περὶ φόρων δὲν εἶναι πρωτότυπα κατὰ τὴν ἀρχὴν αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν συναρμολογίαν διαφέρουν. Τοιαῦτα νομοσχέδια δὲν δύνανται νὰ ὦσι πρωτότυπα, ἐνῶ καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσιν ἐφηρμοσμένα. Παρ’ ἡμῶν μόνον διεσκευάσθησαν. Μὴ ἀποδίδωμεν λοιπὸν τὰ νομοσχέδια εἰς προσωπικὴν φιλοτιμίαν διὰ νὰ ἐπιῤῥίψωμεν ἀνωτέραν εὐθύνην ἐκείνης ἥτις ἕπεται ἐκ τῶν τοιούτων προτάσεων, διότι αὐτὴ ἡ εὐθύνη εἶναι ἀρκοῦσα, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸ ἔργον ἐκτάκτως δυσχερές.
§59Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσῳ πλειότερον σέβω καὶ τιμῶ τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ὅσῳ πλειότερον ἀναγνωρίζω ἐν αὐτῷ τὸν πρύτανιν τῆς ἐπιστήμης ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅσῳ προθυμότερον ἀνομολογῶ τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ, τοσούτῳ βαθύτερον κατανοῶ τὴν δυσκολίαν, εἰς ἣν εὑρέθη. Ἐπρόκειτο νὰ ὑπερασπισθῇ κακὴν ὑπόθεσιν, καθ’ ἣν ἠγανάκτει ἡ ἐπιστημονικὴ αὐτοῦ συνείδησις. Καὶ δὲν ἠκούετε ἐντεῦθεν τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ἠκούετέ τινα ὅστις ἐξετέλει ἀγγαρείαν! Διὰ τοῦτο δὲ ἀντὶ νὰ εἰσέλθῃ ἐν ἀρχῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ Νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ὑποστήριξιν αὐτοῦ, ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν. Ἐξήτασε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος Βουλευτοῦ· ἐξήτασε καὶ τὴν τροπολογίαν τὴν σκιαγραφεῖσαν, ὅπως εἶπεν, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου βουλευτοῦ. Οὐδεμία ἐξ αὐτῶν εὗρε χάριν παρὰ τῷ κυρίῳ Καλλιγᾷ, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν σπουδαῖον εἶπε κατ’ αὐτῶν· ὅ,τι δὲ εἶπεν, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, εἶναι ὑπὲρ ἐκείνων· διότι ὑπέμνησεν ἐπανειλημμένως ἀρχὴν, ἥτις εἶναι ἀναλλοίωτος ἀρχὴ ἐν τῇ φορολογίᾳ, ὅτι οἱ φόροι ὑπολογίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ τοῦ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἰσερχομένου. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἔχωσιν αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι πλεονέκτημα βεβαιότερον, εἶναι ἡ ἀρετὴ αὕτη, διότι οὐδὲν ἐπάγουσιν ἔξοδον βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Ἀπαιτοῦνται, ἐπρόσθεσε, νομίζων ὅτι πολεμεῖ τὰς τροπολογίας ἐκείνας, τόσαι ἐγγυήσεις. Ποῦ θὰ εὕρητε τοὺς ἐγγυητάς; Καὶ εἶπεν, ἀπορῶ δὲ πῶς τὸ εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἐγγυηταὶ 4,000,000 ἢ 4,500,000 δρ., ὅσον θὰ ἦναι τὸ εἰσαχθησόμενον ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Ἀλλοίμονον, κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν μεθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν παραγωγικὴν, τὴν ἐμπορικὴν, τὴν βιομηχανικὴν δραστηριότητα, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ προσωρινὰς ἐγγυήσεις 4,000,000 δραχμῶν! Μετὰ τὴν διεκδρομὴν ταύτην εἰσῆλθεν εἰς τὸ νομοσχέδιόν του καὶ ἐπειράθη νὰ ἀπαντήσῃ μίαν πρὸς μίαν εἰς ὅλας τὰς κατ’ αὐτοῦ αἰτιάσεις. Νομίζω, ὅτι ἤρχισεν ὑποστηρίζων, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του δὲν θέλει περιστείλει τὴν παραγωγὴν, ὅτι δὲν θέλει βλάψει αὐτὴν, καὶ ὀφείλω ἐκεῖθεν ν’ ἀρχίσω· διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐπινοήσασα τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως, οἵτινες ἦσαν ἄγνωστοι μέχρι τοῦδε εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἐπινοήσασα αὐτοὺς χάριν τῆς παραγωγῆς, χάριν τῆς γῆς, ἥτις καὶ μόνη παράγει, κατὰ τὴν παράδοξον θεωρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὐτὴ προπαρασκευάζει καὶ ἐπιδιώκει τὴν ἐξόντωσιν τῆς παραγωγῆς. Πῶς δὲ ἠθέλησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ σᾶς ἀποδείξῃ ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν θέλει βλαφθῆ; σᾶς εἶπεν ὅτι ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου θέλει βεβαίως ἐπέλθει σύγχυσις, ἀλλ’ ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἡ σύγχυσις θέλει ἐκλείψει καὶ τὰ πράγματα θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν φυσικὸν αὐτῶν ῥοῦν, καὶ θὰ αὐξάνωσι μάλιστα καθ’ ἕκαστον ἔτος τὰ εἰσοδήματα τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ κατανάλωσις, ἑπομένως καὶ ἡ παραγωγή. Τόσον εὔκολον εἶναι εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν νὰ προεξοφλῇ καὶ ἐπὶ τῶν βαλαντίων ἐκείνων τῶν δυστυχῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἕξιν τοῦ καπνοῦ! Δὲν ἠμέλησε μάλιστα νὰ σᾶς φέρῃ καὶ παράδειγμα τὰ ἔθνη, εἰς ἃ ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον. Καὶ σᾶς εἶπε, λυποῦμαι ὅτι τὸ εἶπεν ἀνὴρ οἷος ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὅπου τὸ μονοπώλιον ὑπάρχει, προβαίνει αὔξουσα ἡ κατανάλωσις τοῦ καπνοῦ. Βεβαίως προβαίνει, ἀλλὰ διότι προβαίνουσι πάντα, διότι προβαίνει ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, προβαίνει ἡ εὐπορία, ἥτις ἐπαυξάνει τὸν πόθον τῶν ἀπολαύσεων. Εἶναι οὗτοι ἐσωτερικοὶ λόγοι, λόγοι ἀναπόδραστοι, οἵτινες ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῆς φύσεως καὶ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Ἡ Γαλλία, ὅτε εἰσήγαγε τὸν Νόμον περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, εἶχε προϋπολογισμὸν ἐν ὅλῳ 600,000,000, σήμερον ὅμως πόσα νομίζετε ὅτι εἰσπράττει; εἰσπράττει 3,200,000,000. Αὕτη εἶναι ἡ φυσικὴ καὶ ἀναπόδραστος πρόοδος, καὶ αὐτὸ μᾶς προτείνει ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡς ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ κατανάλωσις δὲν θέλει περιορισθῆ! Ἡ κατανάλωσις θέλει βεβαίως περιορισθῆ, ἀλλ’ ἡ σύγκρισις, ἡ εἰλικρινὴς, ἡ σπουδαία, ἡ ἀληθὴς σύγκρισις, ἥτις θ’ ἀποδείξῃ τοῦτο, πρέπει νὰ γείνῃ μεταξὺ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν εἰσάγεται τὸ μονοπώλιον, καὶ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον. Ἰδοὺ δὲ τίς εἶναι ἡ σύγκρισις αὕτη μεταξὺ τῶν ἐθνῶν τῆς δυτικῆς Εὐρώπης· λαμβάνω δύω ἔθνη γνωστότατα ἡμῖν, ὧν τὸ μὲν ἔχει τὸ μονοπώλιον, τὸ δὲ οὐχὶ, καὶ ἅτινα εἶναι σχεδὸν ταὐτὰ, τὴν Γαλλίαν καὶ τὸ Βέλγιον· λέγω ὅτι εἶναι ταὐτὰ, διότι καὶ εἰς τὰς ἕξεις δὲν ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν καὶ εἰς τὸν πλοῦτον, εἶναι δὲ γείτονα, ὥστε ἔχουσιν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν κλίμα. Τί νομίζετε, ὅτι γίνεται ἐν Γαλλίᾳ; ἐν Γαλλίᾳ ὁ μέσος ὅρος τῆς καταναλώσεως εἶναι 85 χιλιόγραμμα· 85 δὲ χιλιόγραμμα κατ’ ἔτος καὶ κατὰ 100 ἄτομα εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς χιλιογράμμου κατ’ ἄτομον· γνωρίζετε δὲ ὅτι τὸ χιλιόγραμμον ἔχει βάρος 312 δραμίων. Λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ μόνον ἡμίσεια ὀκᾶ καπνοῦ ἀναλογεῖ κατ’ ἔτος εἰς ἕκαστον ἄτομον. Ἐν Βελγίῳ δὲ πόσον νομίζετε ὅτι ἀναλογεῖ; 250 χιλιόγραμμα καθ’ ἑκατοστὺν ἀνθρώπων, ἑπομένως δύω ὀκάδες κατ’ ἄτομον. Αὐτὴ εἶναι ἡ σύγκρισις ἡ ἀληθὴς, καὶ τοῦτο συμβαίνει σήμερον ἐν Ἑλλάδι. Σήμερον ἐν Ἑλλάδι δαπανᾶται καπνὸς, ὅστις ἀναλογεῖ βεβαίως εἰς δύω ὀκάδας κατ’ ἄτομον καὶ κατ’ ἔτος. Καὶ εἶχον δίκαιον πάντες οἱ τοῦτο ὑποστηρίξαντες, ἐξ ὧν οἱ πλεῖστοι γινώσκουσι μάλιστα καλῶς τὰ συμβαίνοντα, διότι κατοικοῦσιν ἐν Ἐπαρχίαις ἔνθα παράγεται ὁ καπνός. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸ μονοπώλιον ἀκολουθήσῃ τὸν Νόμον εἰς ὃν ἡ Γαλλία ὑπέκυψεν, ποῦ θὰ καταντήσῃ ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις; εἰς ποσὸν ὀλιγώτερον τοῦ ⅓. Καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ δημοσίου εἰσοδήματος, τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τούτου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὡς εἶναι τὸ Νομοσχέδιον, οὐδὲν θέλομεν εἰσπράξει εἰσόδημα, θὰ δαπανήσωμεν δὲ περισσότερα ἀφ’ ὅσα θὰ εἰσπράξωμεν, καὶ θὰ οἰκτείρω τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἐκ τῆς Βουλῆς θὰ ἐξέλθῃ Νόμος, ὅστις θέλει ἐπιφέρει διὰ μιᾶς τηλικαύτην εἰς τὸν Τόπον ζημίαν. Ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχει ἐπίσης τὸ μονοπώλιον. Ἠξεύρετε δὲ ποία εἶναι ἡ ἀναλογία ἐν Ἰταλίᾳ; 59 χιλιόγραμμα καθ’ ἑκατὸν ἄτομα, ἑπομένως 130 δράμια καθ’ ἕκαστον ἄτομον καὶ κατ’ ἔτος. Ἐὰν δὲ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλὰς, διότι καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ κλίμακος, ἀλλοίμονον εἰς τὴν παραγωγὴν, εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ καπνοῦ!
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μερικαὶ Ἐπαρχίαι τοῦ Βελγίου ποίαν ἀναλογίαν ἔχουσι;
§61ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Βέλγιον, εἶπον, καταναλίσκει 250 χιλιόγραμμα καθ’ ἑκατοστὺν ἀτόμων, ἐνῷ ἡ Γαλλία 85. Ἡ μεταξὺ τῶν Ἐπαρχιῶν διαφορὰ οὐδὲν ἀφαιρεῖ ἐκ τῆς σημασίας τοῦ στατιστικοῦ τούτου φαινομένου, διότι καὶ ἐν Βελγίῳ, καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἐν Ἑλλάδι μεγίστη ὑπάρχει διαφορὰ τῆς καταναλώσεως μεταξὺ τῶν διαφόρων Ἐπαρχιῶν.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν Γαλλικὴν Ἐπαρχίαν Pas-de-Calais καταναλίσκονται καθ’ ἑκατοστὺν ἀτόμου 247 χιλιόγραμμα· ὑπάρχει δὲ ἄλλη Ἐπαρχία τῆς Γαλλίας, ἐν ᾗ 28 μόνον καταναλίσκονται.
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω. Ἐπειδὴ δὲ εἴπετε περὶ τοῦ Pas-de-Calais, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἐκεῖθεν διέρχονται τὰ σμήνη τῶν ἐπισκεπτομένων τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ὁ καπνὸς εἶναι ἀκριβώτερος. Λοιπὸν αὕτη εἶναι ἡ σύγκρισις, ἣν ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ κύριος Καλλιγᾶς. Ἑπομένως ὑποστηρίζω, καὶ οὐδεὶς τοῦτο δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ παραγωγὴ θέλει περιορισθῆ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ μονοπωλίου. Ὡμίλησεν ἔπειτα ὁ κύριος Καλλιγᾶς περὶ τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν ζημιῶν, ἃς ὑπεστηρίξαμεν ὅτι θέλουσιν ὑφίστασθαι οἱ καπνοπῶλαι διὰ τοῦ συστήματος τῆς διὰ κυβερνητικοῦ μονοπωλίου κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Τί δὲ σᾶς εἶπεν ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι δυσκολίαι καὶ ζημίαι; Σᾶς εἶπε τὸ ἑξῆς ἁπλούστατον, ὅπερ μάλιστα παρέλαβεν ἀπὸ διακοπήν τινα, γενομένην παρὰ τοῦ ἐκ Κορινθίας Βουλευτοῦ πρὸς τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ συμβαίνῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει καὶ σήμερον. Καὶ σήμερον, λέγει ὁ κύριος Καλλιγᾶς, δὲν ὑπάρχουσιν ἆρά γε εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη μικρὰ καπνοπωλεῖα τοῦ καπνοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων στέλλεται εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἐπαρχίας ὁ καπνὸς καὶ κόπτεται καὶ ἐπαναστέλλεται; Εἶναι, κύριοι, μῦθος αὐτὸ διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὴν Ἑλλάδα. Πρῶτον τίνες εἶναι αἱ μηχαναὶ διὰ τῶν ὁποίων κόπτεται ὁ καπνὸς, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσιν αὗται εἰς τὰ ἀπώτερα μέρη; Γνωρίζετε πάντες τὸ χαβάνι, καὶ εἴπατε ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς κἂν Δῆμος τοῦ Κράτους, ἐν ᾧ νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἓν καὶ πλειότερα χαβάνια. Τί γίνεται δὲ ἤδη; Ὁ καπνὸς στέλλεται διὰ τῆς ἐμπορίας ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι καπνέμποροι. Ὑπὸ τούτων πωλεῖται εἰς πάντας τοὺς καπνοπώλας, οἵτινες δύνανται νὰ κόπτωσι τὸν καπνὸν καὶ νὰ τὸν πωλῶσιν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Τοῦτο εἶναι εὐκολώτατον, δὲν παρέχει εἰς κανένα τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν, διότι ὁ καπνοπώλης, καὶ ὁ μεγάλος καὶ ὁ μικρὸς, γινώσκει πῶς πρέπει νὰ διατηρήσῃ τὸν καπνόν του, γινώσκει τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ᾖναι κατάλληλος πρὸς κατανάλωσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Νομοσχεδίου θὰ ᾖναι ὑποχρεωμένος πᾶς, ὅστις ἔχει μικρὸν καπνοπωλεῖον εἰς ἀπώτατόν τι χωρίον, νὰ λάβῃ εἰς φύλλα τὸν καπνόν του, νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἐπαρχίας, νὰ τὸν ἀνοίξῃ ἐκεῖ, νὰ τὸν βρέξῃ, νὰ τὸν δώσῃ πρὸς κοπὴν εἰς τὸ ἐργοστάσιον τοῦ δημοσίου, νὰ τὸν ξηράνῃ ἔπειτα, νὰ περιμείνῃ νὰ τεθῇ εἰς τὰ σακκίδια, καὶ τότε μόνον νὰ τὸν παραλάβῃ. Αὐτὰ εἶναι πράγματα ἀτελείωτα, εἶναι ἀδύνατα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ὡμίλησεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς περὶ τοῦ φόρου, ὅστις ἐξεδηλώθη ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἣν ἀπέκρουσε μὲν κατ’ ἀρχὴν ὡς περιττὴν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς, ἀλλ’ ἣν ἀπεδέχθη συνάμα ὡς ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ, περὶ κοπῆς τοῦ καπνοῦ ἐν τῇ διαμετακομίσει. Εἶπεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς περὶ αὐτῆς, ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἁπλούστατον, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἢ καὶ τὸ σήμερον συμβαῖνον! ἑπομένως, προσέθηκε, διατί ἐπεξέρχεσθε κατ’ αὐτοῦ; Καὶ ἠθέλησε ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπάρχει μονοπώλιον ἐν Τουρκίᾳ, ὡμίλησε δηλαδὴ περὶ πράγματος ἀσχέτου πρὸς τὸ προκείμενον. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ θὰ συμβῇ μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὅπερ συμβαίνει σήμερον· σήμερον τὰ πάντα εἶναι ἐλεύθερα, ὁ καπνὸς κόπτεται ὁπουδήποτε, διότι εἰς τὴν ἐξαγωγὴν δὲν ἔχομεν οὐδένα περιορισμόν. Ἀλλὰ καθιεροῦμεν ἤδη τὸ μονοπώλιον τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ. Ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ μονοπωλίου δὲν δύναταί τις νὰ κόψῃ καπνὸν, προσέξατε καλῶς εἰς τοῦτο, δὲν δύναταί τις νὰ κόψῃ καπνὸν εἰμὴ ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τῆς Κυβερνήσεως· δὲν κόπτεται δ’ ἐν αὐτοῖς ὁ καπνὸς εἰμὴ ὅταν πληρωθῇ ὁ φόρος τῶν τριῶν δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ Νόμος, ὅστις ἐὰν ἦναι Νόμος, καὶ εἶναι, πρέπει νὰ ἐκτελῆται πανταχοῦ ἄνευ διακρίσεως. Διὰ τῆς τροπολογίας ὅμως γίνεται ἐξαίρεσις καὶ κόπτεται κατ’ αὐτὴν ὁ καπνὸς ἐν τοῖς ἐργοστασίοις τοῦ δημοσίου μόνον ἐπὶ τῇ πληρωμῇ τῶν 50 λεπτῶν. Διατί γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; Ὁποῖον πρόσωπον θὰ παριστᾷ ἐν τούτῳ ἡ Κυβέρνησις, ἢ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τοῦ Κράτους; Δὲν δύνανται ἆρά γε ἐκ τούτου νὰ προκύψωσι μομφαὶ, νὰ προκύψωσι παράπονα, νὰ προκύψωσι διπλωματικαὶ δυσχέρειαι;
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διπλωματικαί!
§65ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διπλωματικαὶ βεβαίως δυσχέρειαι, διότι αἱ πλεῖσται τῶν διπλωματικῶν δυσχερειῶν ἀπὸ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν πηγάζουσι, καθόσον οἱ κυβερνῆται τῶν ἐθνῶν μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων τῶν Κρατῶν, ἅτινα κυβερνῶσι, πονοῦσιν αὐτὰ καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἀγωνίζονται. Ὡμίλησε, νομίζω, ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ περὶ τῆς ἐνοικιάσεως. Εἶχε μέγα δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, κατακρίνας τὸ μέτρον τοῦτο, εἶχε δὲ πολὺ πλειότερον δίκαιον ὑποδείξας λίαν σαφῶς καὶ λίαν εὐλόγως τοὺς ἐκ τούτου κινδύνους, κινδύνους οἰκονομικοὺς, κινδύνους πολιτικοὺς, διότι εἶναι πολιτικοὶ κίνδυνοι, καὶ ὁ μέγιστος μάλιστα τῶν πολιτικῶν κινδύνων, ὅταν δύναμις ξένη τῆς κυβερνήσεως τοῦ Τόπου, τῆς ἐπιδρώσης μὲν ἐπὶ ὑλικὰ συμφέροντα τοσοῦτον σπουδαῖα, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου ἐλεγχομένης, ὅταν δύναμις τοιαύτη δύναται νὰ μεταχειρίζεται τὴν θέσιν αὑτῆς πρὸς ἐπιδίωξιν πολιτικῶν σκοπῶν, εἴτε ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, εἴτε μερικώτερον ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις. Τί δὲ σᾶς εἶπεν; ἐφάνη πρὸς στιγμὴν ἀπολογούμενος, καὶ εἶχε δίκαιον ν’ ἀπολογῆται· εἶπεν, ὅτι κατεκρίναμεν αὐτὸν, ὅτι ἐπὶ πλαγίῳ σκοπῷ ἔπραξε τοῦτο, ἐνῶ δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ὑπάρχει δῆθεν ὑποχρέωσις διὰ συμβάσεως, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν. Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν διὰ συμβάσεων ὑποχρεώσεων; Ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους, ἀντιπροσωπευθέντος τότε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, αὐτὴ εἶναι ἐκτεθειμένη· ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τοῦτο ἀληθές; οὐδεμίαν ἔχομεν ὑποχρέωσιν, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν, τὸ ὁμολογεῖ αὐτὸς οὗτος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ῥητῶς, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἂν τὸ ἐπιθυμήσῃ, ἂν μάλιστα τὸ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, (ἔχετε, ὡς βλέπετε, καὶ περιορισμὸν,) δύναται —αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις τοῦ Νομοσχεδίου— νὰ δώσῃ τὸ ἔργον εἰς ἐνοικίασιν· ἐν τοιαύτῃ δὲ μόνον περιπτώσει προτιμῶνται ἐκεῖνοι, οἵτινες συνωμολόγησαν μεθ’ ἡμῶν τὴν σύμβασιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Νομοσχεδίου, ποῦ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις; Ἄν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ πράξῃ, δὲν δύναται ἆρα καὶ νὰ μὴ τὸ πράξῃ; Λοιπὸν ἐχάσαμεν πλέον τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς ὁμιλεῖ ὁ κ. Καλλιγᾶς περὶ ὑποχρεώσεων; Ἢ ἠθέλησε νὰ συγκαλύψῃ ὄπισθεν ὑποχρεώσεων φαντασιωδῶν τὴν ὑποψίαν, ἧς τὸ εὔλογον αὐτὸς ὡμολόγησε; διότι ὁ ὑπονοῶν τι ἀνομολογεῖ περὶ τοῦ ὑπονοουμένου. Τὸ Νομοσχέδιόν σας, κύριοι Ὑπουργοί, εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον, εἶναι καταστρεπτικὸν διὰ τὴν γεωργίαν, εἶναι ἐπιβαρυντικώτατον εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἶναι δὲ καὶ ἀντισυνταγματικόν, ἀναιροῦν τὰς βάσεις τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν, καταργοῦν αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον, οὗ ἐνώπιον μετὰ σεβασμοῦ ὁμιλῶ. Αὐτὸ εἶναι τὸ Νομοσχέδιόν σας. Εἶπον χθὲς, ὅτι δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὰς λεπτομερείας· δὲν θέλω βεβαίως καὶ σήμερον εἰσέλθει εἰς αὐτάς· διότι, ἀποκρούων τὴν ἀρχὴν, οὐδεμίαν δίδω προσοχὴν εἰς τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, διότι, ὡς καὶ χθὲς εἶπον, τὸ σύνολον τῶν λεπτομερειῶν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς πάντας, τοὺς συμπολιτευομένους ἰδίως, νὰ προσέξωσι. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρόκειται νὰ συσταθῶσιν ἐργοστάσια, ὄχι μόνον εἰς πάσας τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ· εἶχε δὲ δίκαιον καὶ εἶχε καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ ἀλλαχοῦ· λέγω δ’ ἐγὼ πρὸς αὐτὸν, ὅστις γνωρίζω τὴν Ἑλλάδα καλλίτερον αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἀλλαχοῦ θὰ ἦναι τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον, ἐν τῇ ἀνάγκῃ τῆς συστάσεως τῶν καταστημάτων τούτων, ἀπὸ τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν. Εἰξεύρετε τίς εἶναι κατὰ τὸν πληθυσμὸν ἡ τάξις τῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος; Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τοὺς εἰδικοὺς πληθυσμοὺς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει τὴν τελευταίαν ἀπογραφὴν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος· κατὰ τὴν ἀπογραφὴν ταύτην τὴν ἐπίσημον, ἔχομεν πόλεις 9, ὑπερβαινούσας τὰς 10,000 ψυχῶν, μεταξὺ δ’ αὐτῶν εἶναι πληθυσμοὶ 60,000 τῶν Ἀθηνῶν, 25,000 τῶν Πατρῶν, 25,000 ἐπίσης τῆς Σύρου κλπ., ἔχομεν 17 ὑπερβαινούσας τὰς 5–10,000 κατοίκους, ἔχομεν 48 ὑπερβαινούσας τὰς 2–5,000, ἔχομεν δὲ καὶ κωμοπόλεις 147, ὑπερβαινούσας τὰς 1,000 ἕως 2,000 ψυχῶν. Ὑπάρχουσι πρωτεύουσαι Ἐπαρχιῶν, καὶ μία τούτων εἶναι καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἐπαρχίας εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, αἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν καὶ εἰς τὸν κατώτατον μάλιστα ὅρον αὐτῆς· ἀλλ’ ὑπάρχουσι κωμοπόλεις, καὶ εἶναι πολλαὶ αἱ κωμοπόλεις αὗται, ὡς μαρτυρεῖται ἐκ τῆς στατιστικῆς, αἵτινες δὲν εἶναι μὲν πρωτεύουσαι Ἐπαρχιῶν ἀλλ’ αἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν τριπλάσιον ἀπὸ τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν. Ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ ὑπάρχουσι δύω ἢ τρεῖς κωμοπόλεις πολὺ πολυπληθέστεραι τῆς πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας. Ἂν θεωρεῖτε ἀναγκαῖον νὰ συσταθῶσιν ἐργοστάσια κοπῆς καπνοῦ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν Ἐπαρχιῶν, τὸ θεωρεῖτε οὐχὶ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ὅτι εἶναι πρωτεύουσαι, ἀλλὰ διὰ τὸν πληθυσμὸν αὐτῶν· ὑποθέτετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι πλειοτέρα κατανάλωσις, ὑποθέτετε ὅτι ἐκεῖ εἶναι ἀφθονώτερα κεφάλαια, ὑποθέτετε ὅτι εἶναι μεγαλειτέρα συγκοινωνία. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ τῆς στατιστικῆς, ἣν σεῖς ὑπεγράψατε, καὶ ἣν ὅτε συνετάττετε τὸ Νομοσχέδιόν σας δὲν συνεβουλεύθητε, καίτοι ὑποχρεοῦντες ἡμᾶς νὰ δαπανῶμεν ῥίπτοντες αὐτὰς εἰς τὴν θάλασσαν χιλιάδας δραχμῶν, ὅτε συνετάττετε τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν εἴδετε τὴν στατιστικήν. Ἀνέρχονται λοιπὸν αἱ κωμοπόλεις, αἱ ἔχουσαι ἀνώτερον τῶν χιλίων κατοίκων πληθυσμὸν, εἰς τριακοσίας καὶ ἐπέκεινα, περιλαμβανομένων καὶ τῶν μεγάλων πόλεων. Ἂν δὲν θέλετε νὰ καταστήσητε ἀπρόσιτον τὸ προϊὸν τοῦ καπνοῦ, ἂν τουτέστι δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν χθεσινήν σας ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἠθικοποιήσητε τέλος πάντων καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸν τόπον αὐτὸν, ὑπὲρ τῆς ἠθικοποιήσεως τοῦ ὁποίου τόσῳ εἰργάσθητε μέχρι τοῦδε, ἂν δὲν ἐπιμένετε νὰ καταργήσητε τὴν ἕξιν ταύτην, τὴν καθ’ ὑμᾶς μυσαρὰν, τότε εἶσθε ἠναγκασμένοι ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν νὰ συστήσητε 300 τοὐλάχιστον ἐργοστάσια. Ἀνεγράψατε δὲ τὰ περὶ ἐργοστασίων τοσοῦτον ἀπροσέκτως καὶ τοσοῦτον ἐπιπολαίως, ὥστε δὲν ἐννοεῖτε οὔτε σήμερον ἔτι ὁποίας ὑποχρεώσεις σᾶς ἐπιβάλλουσι. Τί πρέπει νὰ πράξητε διὰ νὰ λειτουργήσωσιν αὐτὰ τὰ ἐργοστάσια; Δὲν ἐσυλλογίσθητε, ὅτι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα εἶναι καὶ Ταμεῖα, ὅτι ἐκεῖ πληρώνεται ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ; Δὲν ἐσυλλογίσθητε, ὅτι τὰ ἐργοστάσια ταῦτα εἶναι φυλακεῖα περιουσιῶν μεγάλων τῶν πολιτῶν; Διατί δὲν ἐξετάζετε νὰ μάθητε τί γίνεται ἀλλαχοῦ περὶ τῶν ἐργοστασίων αὐτῶν; Ἐν Γαλλίᾳ ὅπου ὑπάρχει τὸ ἴδιον σύστημα, προστιθεμένης ὅμως τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ ἥτις τὸ καθιστᾷ σῶμα ἄρτιον, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν σεῖς ἀπεκόψατε διὰ νὰ μᾶς παραδώσετε ἐξάμβλωμα, ἐν Γαλλίᾳ, ἐξαιρουμένων τῶν τῆς προμηθείας καὶ ἀγορᾶς τοῦ καπνοῦ, τὰ τῶν ἐργοστασίων εἶναι τὰ αὐτὰ ὡς θέλουσιν εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν. Σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι διὰ νὰ παρασκευάσωσι τοὺς διευθυντὰς, τοὺς ἐπιτηροῦντας καὶ ἐπιβλέποντας τὴν κοπὴν τοῦ καπνοῦ, ἔχουσιν ἐκεῖ εἰδικὰς σχολάς· προσθέτω ἤδη, ὅτι ἔχουσιν ἐκεῖ καὶ δοκιμασίαν ἑνὸς ἔτους διὰ τοὺς ἐργάτας, ἀπαιτοῦσι νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, ἔχουσι δὲ προσωπικὸν σπουδαῖον καὶ πολυάριθμον, ἔχουσι διευθυντὰς, ἔχουσιν ὑποδιευθυντὰς, ἔχουσι ingenieurs, ἄλλοτε ἐλέγοντο ἐπιθεωρηταὶ (inspectreurs), ἔχουσι γραφεῖς, λογιστάς. Ὅλα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ ἀποφύγωμεν, διότι, ὡς εἰξεύρετε, σεῖς πρὸ πάντων, κ. Πρωθυπουργὲ, ὁ ἀσχοληθεὶς εἰς τὰ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὰ γενικὰ ἔξοδα εἶναι πάντοτε καὶ πανταχοῦ τὰ αὐτὰ, ἀδιάφορον ἂν εἶναι μικρὰ τὰ καταστήματα. Ἔχετε ἀνάγκην καταστήματος, ἔχετε ἀνάγκην διευθυντοῦ, Ταμίου ἢ Εἰσπράκτορος, Γραφέων, φυλάκων. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται ἀναγκαίως, ὑπελόγισα εἰς τὸν ἐλάχιστον ἀριθμόν. Δὲν ἀπαιτεῖται εἷς ἐπιστάτης τοῦ καταστήματός σας; Δὲν ἀπαιτεῖται εἷς εἰσπράκτωρ; πρέπει μάλιστα νὰ ἦναι Ταμίας, διότι θὰ εἰσπράττωνται 4,000,000· δὲν ἀπαιτοῦνται γραφεῖς, φύλακες, ἐργάται; ἐξαιρῶ μάλιστα τοὺς ἐργάτας, διότι οἱ ἐργάται ἀνήκουσιν εἰς τὰ εἰδικὰ λεγόμενα ἔξοδα, καὶ τὰ δαπανηθησόμενα ὑπὲρ αὐτῶν προσδιορίζονται ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας, ἑπομένως καὶ τοῦ εἰσοδήματός των· περιορίζομαι εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα. Ὑπελόγισα δὲ εἰς ἐλαχίστην ποσότητα τοὺς μισθοὺς τοῦ προσωπικοῦ· 150 δραχμὰς ὥρισα διὰ τὸν διευθυντὴν κατὰ μέσον ὅρον, 100 διὰ τὸν λογιστὴν, ὅστις θὰ ἦναι ὁ Ταμίας· ποῦ θὰ εὕρετε ὅμως Ταμίαν μὲ 100 δραχμὰς, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ καὶ ἐγγυήσεις κατὰ τὸν Νόμον; διὰ τοὺς γραφεῖς καὶ διὰ τοὺς φύλακας 150 μόνον δραχμὰς, ἐν ὅλῳ· ἀπαιτοῦνται λοιπὸν δι’ ἕκαστον τῶν καταστημάτων αὐτῶν τοὐλάχιστον 5000 δραχμαὶ κατ’ ἔτος, καὶ τοὐλάχιστον 1500 ὑπάλληλοι. Ἐὰν πολλαπλασιάσητε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 5000 δραχμῶν πρὸς τὰ 300 ἐργοστάσια, ἅτινα ὀφείλετε νὰ ἱδρύσητε, ὁποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, ὅπερ θὰ δαπανήσητε; εἶναι νομίζω 1,500,000.
§66ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐνοίκια τῶν καταστημάτων;
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν ὁμιλῶ, περὶ τῶν ἐργατῶν, περὶ οὐδενὸς ἐξ αὐτῶν λέγω τι· ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὅπερ αὐτὸ δὰ θὰ ἦναι ἀνεξάντλητος ροσφετίων πηγή· εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθετε ἀπὸ τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἀδύνατον ἀπολύτως· διότι, ἂν θελήσητε νὰ περιστείλητε τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ κόπτηται ὁ καπνὸς, κατηργήσατε τὴν ἕξιν ταύτην ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐφθάσατε εἰς τὸν ἠθικὸν ἐκεῖνον σκοπόν. Ἐν ᾧ δὲ περὶ τοιούτων δαπανῶν πρόκειται, ἐνῷ περὶ τοιούτου προσωπικοῦ πρόκειται, ἐνῷ πρόκειται περὶ διορισμοῦ διευθυντοῦ, ὑποδιευθυντοῦ, Ταμίου καὶ τόσων ἄλλων ὑπαλλήλων, διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς παραδίδετε ταῦτα ἢ ἁρπάζετε ταῦτα ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐλησμονήσατε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐλησμονήσατε ὅτι οὐδεὶς διορίζεται εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην, καὶ νομίζετε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ εἰς ὑμᾶς αὐτὴν τὴν ἐντολὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ πράξῃ αὐτοκτονίαν, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ συστήσῃ ἔστω καὶ 60, ὅσαι εἶναι αἱ Ἐπαρχίαι, ἱδρύματα, ἔχοντα δημόσιον χαρακτῆρα καὶ περιλαμβάνοντα ἑκατοστύας ὑπαλλήλων, ὑπαλλήλων ὑπευθύνων ἐνώπιον τοῦ Κράτους! Τοιοῦτον Νόμον μᾶς καλοῦσι νὰ ψηφίσωμεν! Δὲν πρόκειται δὲ περὶ εἰσοδήματός τινος τοῦ Δημοσίου· θὰ ἐξοδεύσωμεν περισσότερα ὅσων θὰ εἰσπράξωμεν. Εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, ὅτι μόνον τὸ ⅓ τῶν καταναλωτῶν θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον τοῦτον· ἐγὼ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι μόνον ⅒ θὰ ὑποβληθῇ, καὶ σᾶς τὸ διαβεβαιῶ ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ ἀδικαιολόγητον τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῆς καθιερουμένης κοπῆς τοῦ καπνοῦ, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι αὗται θέλουσιν ὑπάρξει μόνον εἰς πόλεις, τὰς ἐχούσας μέγαν πληθυσμὸν, ἀλλ’ ὅτι ἐκεῖ τὰ καταστήματα εἶναι μεγαλείτερα, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὰ πράγματα θὰ διεξάγωνται καλῶς. Ἀλλὰ πόσος εἶναι ἐν ὅλῳ ὁ πληθυσμὸς τῶν μεγάλων πόλεων ἐν Ἑλλάδι; δὲν ὑπεοβαίνει τὰς 300,000 Λοιπὸν μόνον τὸ ⅒ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην.
§68ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσῳ καλλίτερον.
§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μὲ τὸ ⅒ θὰ εἰσπράττωμεν μόνον 400,000 καὶ θὰ δαπανῶμεν 1,500,000 εἰς προσωπικόν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ μεγαλοπρέπεια ὑμῶν αὕτη, κ. Στεφανόπουλε, εἶναι ἄνευ ὑστεροβουλίας· πιστεύω ὅτι εἶναι· ἀλλ’ ἂν ἦναι τοιαύτη, ἂν δηλαδὴ δὲν προσβλέπετε ἀπὸ τοῦδε πρὸς αὐτὸ τὸ προσωπικὸν, πλανᾶσθε. Τοιοῦτος εἶναι καὶ τοιοῦτος θ’ ἀναφανῇ ἐν τῇ ἐκτελέσει, ἂν, ὅπερ ἀπεύχομαι, ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν τοιοῦτον τέρας, τοιοῦτος εἶναι ὁ Νόμος ὁ προβαλλόμενος ἡμῖν. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἡμεῖς καὶ δικαίωμα νὰ τὸν ψηφίσωμεν, διότι εἶναι ἀντισυνταγματικός· ἔχομεν μάλιστα καθῆκον νὰ μὴ τὸν ψηφίσωμεν, διότι καταστρέφει τὴν παραγωγήν· ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ τὸν ψηφίσωμεν, διότι καταστρέφει τὸ ἐμπόριον· ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ τὸν ψηφίσωμεν, διότι ἀπὸ χιλιάδων οἰκογενειῶν, ὧν οἱ ἀρχηγοὶ μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καπνοπώλου, ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον αὐτῶν. Καὶ ἐνῶ ταῦτα πάντα τὰ κακὰ θὰ ἐπράττομεν, οὐδὲν θὰ προσεπορίζομεν κέρδος εἰς τὸ Δημόσιον. Ἐπιβάλλομεν μόνον εἰς αὐτὸ βάρη, καὶ καταστρέφομεν τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὲρ τοῦ ἰσοζυγίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κόπτεται τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ προσθέτει δαπάνας ἐπὶ δαπανῶν καὶ ἐπιβαρύνει αὐτὸν μὲ τὰ κολοσσιαῖα ποσά, ἅτινα δὲν θέλουσι καλυφθῆ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου. Εἶναι δὲ καί τι ἀνοίκειον τῇ Ἑλλάδι, Τόπῳ εὐνομουμένῳ, ὅστις δύναται ἐπὶ νοημοσύνῃ νὰ συγκριθῇ πρὸς τὰ ἐξηυγενισμένα ἔθνη, Νόμος τοιοῦτος, ὅστις μεταβάλλει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους εἰς κόπτην καπνοῦ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς· ὡς δὲ καὶ χθὲς εἶπον, ἀπευθύνομαι πρὸς πάντας τοὺς Βουλευτὰς, καὶ τοὺς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοὺς τῆς συμπολιτεύσεως. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ πολιτικῆς συζητήσεως, τὸ ἐπαναλαμβάνω· πρόκειται περὶ συζητήσεως νομοθετικῆς· δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ πάθους, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἔχομεν πρὸς τὸν λαὸν, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν· ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα, οὔτε θέλομεν ἀρνηθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας πᾶσαν εὔλογον, δικαίαν, πρέπουσαν συνδρομὴν οὐχὶ πρὸς ἀνόρθωσιν—δυστυχῶς διὰ τοιούτων μέτρων ἀνόρθωσις δὲν γίνεται — ἀλλὰ πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν δυσοικονομήτων οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἀλλὰ τοιαῦτα Νομοσχέδια εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφίσωμεν, χωρὶς νὰ παραβιάσωμεν τὰ ἱερώτερα τῶν καθηκόντων ἡμῶν. Θέλει τὸ Ὑπουργεῖον, θέλει ἡ συμπολίτευσις νὰ φορολογήσῃ τὸν καπνόν; Καὶ ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι φορολογήσιμον, ὅτι καὶ ἐκ τούτου τοῦ ἀντικειμένου δύναται νὰ ζητήτῃ μέσα, δικαίως καὶ εὐλόγως, τὸ πτωχὸν Δημόσιον· ἀλλὰ δικαίως καὶ εὐλόγως καὶ ἄνευ καταστροφῆς. Καὶ ἡμεῖς, λέγω, εἴμεθα σύμφωνοι· ἀποσύρατε αὐτὸ τὸ ἄθλιον Νομοσχέδιον, καὶ ὑποσχόμεθα νὰ συνεργασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν, ὅπως παρασκευασθῇ ἕτερον, τὸ μὲν σκοπὸν τελεσφόρως ἐξυπηρετοῦν, μὴ καταστρέφον δὲ οὐδὲ τὴν παραγωγὴν, οὐδὲ τὴν κατανάλωσιν, οὐδὲ τὸ ἐμπόριον, οὐδὲ τὴν βιομηχανίαν.
§70ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν θὰ ἀποκρούσω τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν· Θ’ ἀποκρούσω μόνον ὅλαις δυνάμεσι τὴν γνώμην τῆς ἐνοικιάσεως (θόρυβος δεξιά). Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω (θόρυβος).
§71ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ὀγδόη ἡ ὥρα· δὲν δυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν περισσότερον (θόρυβος). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (ἀναχωροῦσι πολλοὶ τῶν ἀντιπολιτευομένων).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· καθήσατε, θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 116. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 8½.