1883.02.17
1.633 στίχοι · 12.350 λέξεις · 68 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60
τῆς 17 Φεβρουαρίου 1883.
(Πέμπτη)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἀσπασία Ν. Κόκλα, ἐκθέτουσα, ὅτι ὁ σύζυγος αὐτῆς ἀπεβίωσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ δὲν συνεπλήρωσεν ἐν αὐτῇ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, παρακαλεῖ νὰ συστηθῇ ἡ αἴτησίς της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως τῇ χορηγηθῇ ἀνάλογος σύνταξις. Κάτοικοί τινες τοῦ Χωρίου Κομπότη καὶ Πέττα παραπονοῦνται, ὅτι αἱ κατ’ αὐτῶν ἐκβιάσεις καὶ παρανομίαι ἐξακολουθοῦσι καὶ μάλιστα ὁλονὲν ἐπιτείνονται· ἐπανειλημμένως ἐπιχειρήσαντες νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των, ἀπεκρούσθησαν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Τζάνες προτείνει σχέδιον Νόμου περὶ ψευδορκίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον νῦν σᾶς ὑποβάλλω, ἀλλ’ ὄχι τόσον ἀργά, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα. Νομίζω δὲ, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων βουλευτῶν, ὅταν δὲν γίνηται ἀπαρτία.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· καθ’ ἑκάστην νὰ δημοσιεύωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§5ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου τοῦ Στρατιωτικοῦ Λογιστικοῦ ἐγεννήθη ἀπορία περὶ τῆς μεταγωγῆς τῶν καταδίκων καὶ φυγοδίκων, διότι πρὸ τοῦ Νόμου τούτου αἱ Μοιραρχίαι εἶχον προκαταβολὰς, ἀλλ’ ἔκτοτε πλέον πᾶσα προκαταβολὴ δὲν ἐπιτρέπεται· ὁ δὲ Νόμος ὁ Λογιστικὸς προβλέπει τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς γίνεται προπληρωμὴ, ἀλλὰ δὲν περιλαμβάνει τὰς περιστάσεις ταύτας. Ἑπομένως ὑποβάλλω Νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιτρέπεται τοιαύτη προπληρωμὴ εἰς τοὺς Μοιράρχους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, καθὼς καὶ διὰ τὴν μεταγωγὴν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ὑποχρεώσει ἐντὸς μηνὸς ἀποδόσεως λογαριασμοῦ. Παρακαλῶ δὲ, ἂν ἦναι δυνατὸν, τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι τῆς ὑπηρεσίας, νὰ κριθῇ ὡς κατεπεῖγον, καὶ ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πάλαι ἀνωμολογοῦμεν, ὅτι μία ἐκ τῶν πληγῶν, ἥτις μαστίζει τὴν ἡμετέραν πατρίδα, εἶναι καὶ ἡ μεγάλη πληθώρα τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐπιδιωκόντων δηλονότι ὅπως διορισθῶσιν εἰς ὑπηρεσίαν. Πάντες οἱ ἡμέτεροι συμπατριῶται ζητοῦν μίαν θέσιν. Τοῦτο δὲ ἔχει καὶ ἀλλοῦ μὲν τὴν ἀφορμὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἔλλειψιν σταδίου βιομηχανίας· πάντες δὲ ὀφείλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν ἐπὶ ἄλλα ἔργα τροπὴν τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν. Μετὰ λύπης ὅμως πληροφοροῦμαι σήμερον, ὅτι μία ἐργασία, ἥτις ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἐπὶ ἱκανὸν καιρὸν ἐργασίαν εἰς πολλοὺς βιομηχάνους, αὕτη ἐδόθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τιμὴν ἀκριβωτέραν. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν καλπῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς. Παρετήρησα, ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε εἷς νέος συμπολίτης μου φανοποιὸς ἦλθε καὶ μοὶ λέγει νὰ τὸν συστήσω νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸν Ναύσταθμον, δὲν ἠμπορῶ, τῷ λέγω, ἀλλὰ περίμενε ὀλίγας ἡμέρας, διότι πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν καλπῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἔλλειψις ἐργατῶν θὰ παρουσιασθῇ καὶ λαμβάνεις ἐκεῖ ἐργασίαν· ἡσύχασεν οὕτως ὁ δυστυχής· κατόπιν πληροφοροῦμαι, ὅτι μάταιαι οἱ ἐλπίδες διὰ τὸν λόγον, ὃν προεῖπον. Δεδόσθω, ὅτι ἐδῶ ἐζήτησαν μεγάλας τιμάς· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ καί τι συμφέρον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ὅταν ἡ ἐργασία αὕτη γείνῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, οὐχ ἧττον τὸ συμφέρον αὐτὸ πρέπει νὰ θυσιασθῇ, ὅταν πρόκηται περὶ ὠφελείας ὁλοκλήρου τάξεως ἀνθρώπων τοῦ Τόπου (θόρυβος). Ἄλλως τε δὲν ὑπολογίζετε, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἡ ἐργασία αὕτη δὲν θὰ πληρώσῃ τελώνιον, ὅτι δὲ ἤδη ἐδῶ οἱ βιομήχανοι οὗτοι ἔχουν πληρώσει τὸ τελώνιον διὰ τὸ ὑλικὸν τὸ κατεργασθησόμενον, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς κατηγορήσωμεν ὡς δῆθεν αἰσχροκερδεῖς, διότι ἡ ἐπὶ πλέον διαφορὰ εἶναι τὸ τελωνιακὸν βάρος, ὅπερ οὗτοι ἐπλήρωσαν, ἐνῷ ἡ ἀλλοδαπὴ βιομηχανία θὰ εἰσάξῃ ἀτελωνίστους κάλπας. Ἡ ἐργασία λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ ἐδῶ κατὰ προτίμησιν, καὶ μάλιστα ἐγὼ ἐπρότεινα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἵνα καὶ οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἐνδύωνται ἐνταῦθα διὰ τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας, ἵνα ἀνοίγηται στάδιον εἰς τοὺς ἡμετέρους συμπολίτας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐργασία πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς (θόρυβος)· ἐὰν δὲ θὰ δαπανηθῇ τι περισσότερον, ἀδιάφορον, οὐδεμία ζημία ὡς πρὸς τὸ Δημόσιον, διότι ἡμεῖς οἱ πολιτευταὶ πληρώνομεν τὰς κάλπας. Τῳόντι, κύριοι, ἡ δαπάνη αὕτη, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὑποστηρίζει τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι εἰμὴ εἰς βάρος τῶν δοξομανῶν ἢ κενοδόξων· δημοτικοὶ σύμβουλοι, δήμαρχοι, βουλευταὶ, ὁμάδες ἐπιβλαβεῖς, ἂς φορολογηθοῦν ἐπαισθητότερον. Συμπεραίνω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἐν τῷ Τόπῳ ἡ ἐργασία.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως θὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον κατέκρινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, καὶ θὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ἐγένετο μεταξὺ τῶν βιομηχάνων ἕνωσις πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ζημιώσωσι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, αἱ κάλπαι δὲν δύνανται νὰ στοιχίσωσι πλέον τῶν 2 φράγκων, εἶναι δὲ ἴσως δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖ ἡ κατασκευὴ αὐτῶν, προκειμένου περὶ 30,000, ἔτι εὐθηνότερον. Τί δὲ νομίζετε, ὅτι ἐζητήθη ἐνταῦθα; Ἐζητήθησαν διὰ τὴν γενικὴν ἐργολαβίαν τῶν καλπῶν ἀνὰ 6 φράγκα καὶ 95 λεπτὰ, τουτέστιν, ἐὰν ὑποθέσωμεν τὴν διαφορὰν καὶ τὴν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τιμὴν ἀνερχομένην εἰς 4 φράγκα πρὸς ἑκάστην κάλπην, ἔχομεν 120,000 δραχμὰς ζημίαν μόνον ἐπὶ τῶν καλπῶν, ἀλλ’ ἔχομεν ζημίαν καὶ ἐπὶ τῶν κιβωτίων καὶ ἐπὶ τῶν κλείθρων καὶ ἐπὶ τῶν δοχείων καὶ ἐπὶ τῶν ἀβάκων. Ἔπρεπεν ἑπομένως ν’ ἀποφασίσωμεν καὶ ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς ἐνταῦθα βιομηχάνους, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ τρόπος οὗτος τοῦ κέρδους, ὅτι ὑπάρχει στάδιον εἰς αὐτοὺς ἵνα πραγματοποιήσωσι κέρδος ἔντιμον. Πολλαὶ παραστάσεις ἐγένοντο ἰδιαιτέρως περὶ τούτου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἤδη δὲ γίνονται καὶ ἐπισήμως, ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν τῶν παραστάσεων θέλει ἐνδόσει ἡ Κυβέρνησις.
§8ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Δύω συμπολῖταί μου, ἐργαζόμενοι εἰς Πάτρας, ἦλθον ἐνταῦθα καὶ ἔδωσαν ὑποδεεστέραν προσφορὰν, ἔφθασαν εἰς δραχμὰς 6 καὶ 20 λεπτὰ δι’ ἑκάστην κάλπην. Αὐτοὶ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸν σύνδεσμον, ὅστις ἔγεινεν ἐδῶ τῶν ἄλλων βιομηχάνων.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ τιμὴ ἡ ζητηθεῖσα ἐν Πάτραις εἶναι δραχμὰς 7 καὶ 70 λεπτὰ, ἐνῷ ἐνταῦθα διὰ τὴν γενικὴν ἐργολαβίαν ἐζητήθησαν 6 καὶ 95. Ἐζητήθησαν δὲ εἰς ἄλλα μέρη ἔτι μεγαλείτεραι τιμαὶ, εἰς τὴν Λαμίαν 11 καὶ 90, ἀλλοῦ ἄλλαι· ἀλλ’ ἡ διαφορά, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν εἶναι διαφορὰ λεπτῶν· εἶναι ὅλως ἀδιάφορον ἐὰν ὁ εἷς ζητῇ 6 καὶ 95 καὶ ἄλλος 6 καὶ 20.
§10ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Διὰ διαγωνισμοῦ.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διαγωνισμὸς ἔγεινεν, ἀλλ’ ἀπέληξεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, διότι ὑπῆρξε συνεταιρισμός. Προσθέτω μάλιστα καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἦλθόν τινες, δὲν ἠξεύρω ἂν ἐκ Πατρῶν ἢ ἄλλοθεν, καὶ προσέφερον ἐλάττωσιν 20,000 δραχμὰς ἐπὶ τοῦ συνόλου, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἔδειξε διάθεσιν, ἵνα ἔλθῃ πρὸς αὐτοὺς εἰς διαπραγμάτευσιν, ἀλλ’ οὗτοι ἐξελθόντες τοῦ γραφείου ἦλθον εἰς συννενόησιν πρὸς τοὺς μειοδοτήσαντας καὶ ἀντὶ νὰ προσενέγκωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὠφέλειαν συνεβλήθησαν μετ’ ἐκείνων ἵνα, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου, μόνοι αὐτοὶ καὶ ἐκεῖνοι ὠφεληθῶσιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι, ἀφοῦ οἱ βιομήχανοι ἐν τῇ μειοδοσίᾳ ταύτῃ φέρωνται τοιουτοτρόπως καὶ ζητοῦσι τοιουτοτρόπως νὰ ὠφεληθῶσι, πρέπει καὶ ἡμεῖς ἐκτάκτως νὰ ἐργασθῶμεν εἰς ματαίωσιν τοιούτου εἴδους ἐργασίας.
§12ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἔν τινι ἐνταῦθα ἐφημερίδι ἐδημοσιεύθη πρὸ ἡμερῶν ὅτι «Παλαμίδης ὀργιάζει ἐν Τριπόλει, καὶ ὁ ἐπιστάτης τῶν ἐκεῖ φυλακῶν ἀπέλυσε κάποιον κατάδικον Σπῦρον Σπυρόπουλον, γενόμενος ὄργανόν του.» Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνεργήσῃ αὐστηροτάτας ἀνακρίσεις, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Σπυρόπουλος ἦναι φίλος μου, εἴτε ὅτι ὁ ἐπιστάτης τῶν φυλακῶν παρέβη τὸ καθῆκόν του, ὄχι μόνον νὰ τὸν τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς, ἀλλὰ καὶ νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Ἀλλ’ ἐὰν αὐτὰ ἀποδειχθοῦν ψευδῆ καὶ δημοσιεύωνται μόνον πρὸς πάταγον, τότε νὰ καταδιωχθῇ ἐκεῖνος, ὅστις διαβιβάζει τὰ ψευδῆ τηλεγραφήματα.
§13ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατ’ ἔθος, ὁσάκις δημοσιεύονται τοιαῦτα παρατράγῳδα εἰς τὰς ἐφημερίδας ἰδίως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τηλεγραφῶ εἰς τοὺς ἁρμοδίους. Περὶ τοῦ δημοσιευθέντος τηλεγραφήματος ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Τριπόλεως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Ἡ ἀπάντησίς του εἶναι ἡ ἑξῆς· Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τοῦ καταδίκου Σπύρου Σπυροπούλου, ὅτι πάσχει τὸ μονογενὲς τέκνον του ἐπικινδύνως κλπ. (ἀναγινώσκει).
§14ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὥστε βλέπετε ὅτι τὰ τηλεγραφηθέντα ἐκ Τριπόλεως περὶ ἐμοῦ εἶναι ψευδῆ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). — Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
§16Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα, κύριοι, διατί ἡ Κυβέρνησις, μεταβαλοῦσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Βουλῆς, προεκάλεσεν αὐτὴν εἰς γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐνόησα τοῦτο εὐθὺς ἐν ἀρχῇ· ἀλλὰ προϊούσης τῆς συζητήσεως καὶ ἰδίως μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἀπορία, ἐν ᾗ διετέλουν, διελευκάνθη. Ἤθελεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναγάγῃ εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὅπως ἀνάγει πάντα τὰ ζητήματα τῆς Διοικήσεως, τὴν ψήφισιν Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἀδιστάκτως δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀδηφάγον ἐν τοῖς ἐξόδοις, δι’ ὧν ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον, βουλιμιῶντα ἐν τοῖς φόροις, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἄλλοτε κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην ἀνεγράφη ὁ Προϋπολογισμὸς ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ παρατηρήσει ἐμοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον συνῄνεσε, καὶ ὤφειλε νὰ συναινέσῃ, διότι τοῦτο ἀπῄτει ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων, συνήνεσε νὰ προταχθῶσι τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην δὲν ἔχω σήμερον μόνον, δὲν εἶχον μόνον τότε, ὅτε προέβαλον τὴν ἀντίῤῥησιν ἐκείνην· τὴν εἶχον εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τουτέστι τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Εἶπον τότε, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐφετεινὸς δὲν εἶναι Προϋπολογισμὸς δαπανῶν, ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἐφετεινὸς εἶναι Προϋπολογισμὸς φόρων· εἶπον τότε ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Βουλή, ὅτι δὲν δύναται αὕτη νὰ ψηφίσῃ Προϋπολογισμὸν ἐσόδων μὴ στηριζόμενον εἰς Νόμους τοῦ Κράτους· εἶναι διάταξις Συνταγματικὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ παραβιάσῃ. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τῶν πραγμάτων δὲν ἐλήφθησαν ἤδη ὑπ’ ὄψει. Εἶχον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνάγκην νὰ καθιερώσωσι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας πολιτικῆς τὸ λεγόμενον οἰκονομικόν των σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ σπατάλη ἐν ταῖς δαπάναις καὶ ἐκμύζησις τοῦ λαοῦ μέχρις ὀστέων ἐν τοῖς φόροις. Ἤκουσα προχθὲς τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ῥίπτοντος, δὲν ἠξεύρω που τὴν λέξιν «λαθροχειρία.» Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν, ἂν δὲν δύναται νὰ τῷ ἐπιστραφῇ ἡ κακόηχος λέξις, ζητοῦντι πρὸ τῆς ἐρεύνης καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, τὴν ψήφισιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Μὴ νομίζητε δὲ ὅτι τὸ τέχνασμα δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν· τὸ τέχνασμα ἔχει μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν. Καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τεχνασμάτων τοιούτων, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπαράμιλλος. Ἀρκεῖ νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἀρκεῖ ν’ ἀναγραφῶσιν αἱ δαπάναι, ὅπως ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ, καὶ περὶ τῶν φόρων ἀδιαφορεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Καὶ ἐνῷ διασαλπίζει σήμερον τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εὑρὼν νέαν σημαίαν ἐπιδείξεως, ἐπιβαρύνει τὸν λαόν, εἰσάγων Προϋπολογισμόν, ἀναγράφοντα δαπάνας σπατάλης, ἀλλ’ ἀφίνων αὐτὸν ἄνευ μέσων, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ αὐτάς. Μήπως τοῦτο δὲν συνέβη πέρυσι; Μήπως πέρυσι τὸ μόνον φορολογικὸν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέσχετο ποσόν τι ὁπωσοῦν ἀξιοσημείωτον, δὲν τὸ ἐγκατέλειψε; Ταῦτα λέγων προτίθεμαι μόνον νὰ ἐξελέγξω τὴν τοιαύτην πρὸς τὴν Βουλὴν συμπεριφοράν. Ἀλλὰ δὲν οἰκτείρω βεβαίως ἐγώ τὴν περίστασιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ ἀπαλλάξῃ, ἔστω καὶ προσωρινῶς, τὸν λαὸν ἀπὸ τοὺς βαρεῖς φόρους, τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτοῦ. Λυποῦμαι ὅμως διαβλέπων μηχανοῤῥαφίαν, ἀναξίαν σπουδαίας Κυβερνήσεως. Λυποῦμαι δὲ ἔτι μᾶλλον, προβλέπων, ὅτι ἂν τὸ τέχνασμα ἐπιτύχῃ, ἡ μὲν οἰκονομικὴ κατάστασις ἡμῶν θὰ κατασταθῇ δεινοτέρα, ἐπικίνδυνος ἴσως, οἱ δὲ φόροι, οὓς θὰ κληθῇ νὰ πληρώσῃ αὔριον ὁ ἀτυχὴς Ἑλληνικὸς λαὸς, θὰ ἦναι ἔτι μᾶλλον δυσβάστακτοι, ἀφόρητοι. Ἀλλ’ ἐπροκάλεσεν ἡμᾶς εἰς πολιτικὴν συζήτησιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον, ἐὰν δὲν εἶπεν, ὑπέδειξεν ὅμως ἀσεβῶς ἐν τῇ προχθεσινῇ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ, ὅτε τετράκις ἢ πεντάκις, νομίζω, εἶπε κατὰ πρόσωπον τῆς μερίδος ταύτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἶναι διῃρημένη, ὅτι εἶναι κατατετμημένη εἰς τμήματα, εἰς ὁμάδας. Ἀπέναντι Κυβερνήσεως τοιαύτης, τῆς ὁποίας ἡ πολιτικὴ, ὡς θέλω ἀποδείξει, οὐδὲν ἄλλο ἦτον ἀνέκαθεν καὶ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ κερδοσκοπία προσωπικὴ, δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίθεσις γνωμῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει· πρέπει νὰ μὴ ἀγαπᾷ τις τὸν τόπον αὐτοῦ, πρέπει νὰ μὴ τιμᾷ ἑαυτὸν, ἵνα ἔχῃ περὶ τούτου ἀντίθετον φρόνημα, ὢν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Ἀλλ’ ἀνευλαβῶς ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ κερδοσκοπήσῃ καὶ ἐπὶ τῆς θλιβερᾶς περιστάσεως, ἥτις κατατρύχει οὐχὶ μόνον τὴν μερίδα ἡμῶν, ἀλλὰ τὴν Ἑλλάδα σύμπασαν, ἀλλὰ, δύναμαι εὐπαῤῥησιάστως νὰ εἴπω, τὸν Ἑλληνισμόν. Δὲν βλέπομεν κατὰ δυστυχίαν εἰς τὸ ἐδώλιον ἐκεῖνο τὸν σεβαστὸν ἡμῶν καὶ προσφιλῆ ἀρχηγόν! Ἀγωνιᾷ τὸν ἀγῶνα τοῦ θανάτου· ἐλπίζω, ὅτι ὁ ὕψιστος θὰ περιφυλάξῃ αὐτὸν διὰ τὴν πατρίδα καὶ δι’ ἡμᾶς. Σύμπασα δὲ ἡ Ἑλλὰς τὸ εὔχεται. Πῶς θέλετε, ἐν τοιαύτῃ εὑρισκόμενοι θλιβερᾷ ψυχολογικῇ στιγμῇ, πῶς θέλετε νὰ μὴ ἤμεθα τεταραγμένοι; Εἶναι εὔκολον ἆρά γε εἰς μερίδα μεγάλην, εἰς μερίδα ἐπὶ εἰκοσαετίαν λειτουργοῦσαν εἰς τὸν Τόπον, εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνεργοῦσα ἄνευ τῆς ἐλαχίστης συνταράξεως, ἐν ᾗ στιγμῇ ὁ ἐμψυχόνων αὐτὴν, ὁ διευθύνων αὐτὴν, ὁ ἐνθαῤῥύνων καὶ καθοδηγῶν αὐτὴν, δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ; Καὶ μὴ εἴπῃ τις, ὅτι εἴμεθα κόμμα προσωπικόν. Μεγάλη ἐγένετο κατάχρησις ἐκ πλάνης εἰς τὴν ἐπίκλησιν ταύτην τῶν ἐν Ἑλλάδι κομμάτων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εὐτυχίζω μάλιστα τὴν πατρίδα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ εἰμὴ κόμματα προσωπικά. Τί εἶναι τὰ κόμματα τῶν λεγομένων ἀρχῶν; εἶναι κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐκφράζουσι τὰς ὑπαρχούσας ἐν ταῖς κοινωνίαις καὶ ἐν ταῖς πολιτείαις καθολικὰς διαιρέσεις ἐπὶ πάντων τῶν μεγάλων καὶ γενικῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἐν Ἑλλάδι εὐτυχῶς ὅλα τὰ πολιτικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα εἶναι λελυμένα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίθεσις γνωμῶν ὡς πρὸς αὐτά. Μὴ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ζήτημα δυναστικόν; μὴ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι ζήτημα θεσμῶν; μὴ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ζήτημα θρησκευτικόν; ἢ μήπως ὑπάρχῃ ἐν τῷ Τόπῳ ἡμῶν οἱαδήποτε διάκρισις ἐν τῇ κοινωνίᾳ; Ποῖαι λοιπὸν εἶναι αἱ ἀρχαὶ, αἵτινες ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι; Τὰ πάντα παρ’ ἡμῖν εἶναι λελυμένα καὶ ἀναμφισβήτητα, πάντα τὰ συντελοῦντα εἰς τὴν καλὴν Διοίκησιν τοῦ τόπου, εἰς τὴν πρόολον καὶ τὴν προαγωγὴν τῆς χώρας, εἰς τὸ μέλλον αὐτῆς, τὰ πάντα εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν. Περὶ τίνος δὲ πρόκειται; περὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν· ἡ δὲ ἐφαρμογὴ δὲν ἐξαρτᾶται εἰμὴ ἐκ τῶν προσώπων, καὶ οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ ἐκφράζουσι τὴν πεποίθησιν τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν, ὅτι εἶναι οἱ ἱκανώτεροι πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν παραδεδεγμένων ἀρχῶν, ὅτι εἶναι οἱ ἠθικώτεροι περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς Ἐξουσίας καὶ ὅτι ὅπερ τὸ σπουδαιότατον, κέκτηνται τὴν μὴ ἀμφισβητήσιμον ἐκείνην καὶ μὴ ἀμφισβητουμένην προσωπικὴν ὑπεροχὴν, ἥτις εἶναι τὸ πρώτιστον προσὸν τοῦ ἀρχηγοῦ. Τοιοῦτος εἶναι ὁ πολιτικὸς ἀρχηγὸς τῶν ἐν Ἑλλάδι κομμάτων. Καὶ τοιοῦτος πολιτικὸς ἀρχηγὸς νομίζει ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐδύνατο νὰ καταλίπῃ τὴν ἕδραν αὑτοῦ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ χωρὶς νὰ ἀφήσῃ κενόν; Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἀνεγίνωσκον ἐν ἐφημερίσι τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ὅτι ἡ προσωρινὴ ἀπουσία τοῦ Γλάδστωνος ἐδύνατο νὰ προαγάγῃ κινδύνους τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ὁ Γλάδστων προΐσταται. Πρὸ δύω ἐτῶν ἀπεβίωσεν ὁ Λόρδος Βικονπφῆλδ, καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐπιδεξίως διηύθυνε, δὲν δύναται εἰσέτι νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτόν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Γλάδστων ἐπὶ πενταετίαν ἠσχολήθη, καὶ ἠσχολήθη εἰλικρινῶς—διότι ὅ,τι ὁ Γλάδστων πράττει, τὸ πράττει σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς· βαρυνθεὶς τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν καὶ ἐπιθυμῶν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν φιλολογικὸν αὑτοῦ, ἀλλ’ ἔνδοξον ἐπίσης βίον—ἠσχολήθη ν’ ἀναδείξῃ ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος ἔξοχον μέλος αὑτοῦ τὸν Λόρδον Hartigton. Καὶ ἀνεγνωρίσθη οὗτος ὡς τοιοῦτος καὶ διεῖπε μάλιστα ἐπὶ πενταετίαν ἐν τῇ Βουλῇ τὸ κόμμα τοῦ Γλάδστωνος, τὸ κόμμα δηλαδὴ τῶν φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν ἡ νίκη, καὶ ἡ Βασίλισσα, ἑπομένη ταῖς ἀποφάσεσι τοῦ κόμματος, ἐκάλεσεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τὸν Hartingtou, ἵνα ἀναθέσῃ αὑτῷ τὴν πρωθυπουργίαν, ὁ Hartington ἀπέσχε, τὸ δὲ κόμμα ὁλόκληρον, καὶ σύμπασα ἡ Ἀγγλία εἶπον: δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰμὴ εἰς τὸν Γλάδστωνα. Καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ ὁποία δὲν ἦτο βεβαίως ἐνθουσιασμένη ὑπὲρ τοῦ Γλάδστωνος, ἕνεκα προηγουμένων λόγων, ἐκάλεσεν αὐτὸν καὶ εἰς αὐτὸν ἀνέθεσε τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους. Τοιαύτης λοιπὸν κρισίμου στιγμῆς ἤθελε δειλῶς, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπωφεληθῇ! Τὰ πράγματα ὅμως θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι μηχανοῤῥαφίαι τοιαῦται εἶναι ὅσον ἀνάξιαι προσοχῆς, τοσοῦτον καὶ ἄγονοι. Ἀλλ’ ἐγὼ, ὁ τὴν πολιτικὴν ταύτην ἐλέγχων, δὲν δυσαρεστοῦμαι τὸ παράπαν, ὅτι προεκλήθημεν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐ μόνον τούτου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, διότι εἶπεν ἡμῖν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ παρελθόν. Καὶ τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἔλεγχον ἐθνικόν· καὶ ἐθνικὸς ἔλεγχος θὰ γείνῃ. Ἔχω, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν οἰκονομικήν μου πολιτικὴν, ἀλλὰ δὲν ἔχω αὐτὴν ὁλόκληρον· ὅ,τι ὅμως ἔχω πλῆρες, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων τῶν ἐπιβαρυνόντων τὴν παραγωγὴν, καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν διὰ φόρων καταναλώσεως. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν ἀληθῶς ποίαν ἔχει πολιτικὴν οἰκονομικήν· ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐξόγκωσις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους διὰ μέτρων, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν καὶ τῆς διοικήσεως καὶ τῶν θεσμῶν, τούτους μὲν νοθεύουσιν, ἐκείνην δὲ παραλύουσιν. Ἔχει πολιτικὴν σπατάλης, ἄλλης μὲν μεμελετημένης πρὸς τὸν σκοπὸν οὗ ἐμνήσθην, ἄλλης δὲ προωρισμένης νὰ θαμβώσῃ τοὺς ἁπλουστέρους καὶ νὰ προλειάνῃ τὴν ὁδὸν τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως. Διετυμπάνησεν ἐντεῦθεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνέγραψεν αὐτὸ ὡς σύμβολον τῆς σημαίας του. Καὶ πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ πολλαπλασιάζει τὰς δαπάνας ἄνευ μέτρου, ἄνευ σκοποῦ, καὶ ἄνευ ἀνάγκης! Τὸ ἁπλούστερον, ὅπερ ἤθελε πράξει πᾶσα Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ πονοῦσα τὸν Τόπον, ἦτο νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἐδύνατο, οὐχὶ μετὰ βλάβης—οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπιθυμεῖ τὴν βλάβην τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς—ἀλλὰ πρὸς ὠφέλειαν μάλιστα αὐτῆς, ἂν ἠδύνατο νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον δὲν ἔπραξε τοῦτο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ προέβη πέρυσι μὲν νομοθετικῶς, ἐφέτος δὲ διὰ τῶν ὑποβληθεισῶν προτάσεων εἰς αὔξησιν τῶν δαπανῶν διὰ πολυτελείας, ἡ ὁποία μόνον εἰς ὄλβια Κράτη δύναται νὰ προσήκῃ· ἀλλὰ τί λέγω ὄλβια; δὲν γνωρίζω ὀλβιώτερον ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Μετὰ τὸν καταστρεπτικὸν πόλεμον τοῦ 1870 ἀπέδειξεν ἡ εὐτυχὴς ἐκείνη χώρα, ὅτι ἔχει οἰκονομικὰ νεῦρα Ἡρακλέους. Τί ὅμως ἔλεγε χθὲς ἀκόμη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας, συζητουμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883; Ὁ κ. Say εἶπε τὰ ἑξῆς: «Διὰ τοῦτο κυρίως, ὅτι ἐσμὲν λίαν πλούσιοι, ὠθούμεθα εἰς τὸ νὰ ἀναλαμβάνωμεν πολλὰς δαπάνας. Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ περιορίζωμεν ὅσον οἷόν τε τὰς δαπάνας ἡμῶν· διότι, καίπερ λίαν πλούσιοι ὄντες, ἐὰν δαπανῶμεν πλειότερον ἢ ὅ,τι δυνάμεθα νὰ δαπανῶμεν, ὁ πλοῦτος ἡμῶν θέλει ἐλαττωθῆ. Οὕτω τὸ κυριώτατον πρὸς λύσιν ζήτημα εἶναι τοῦτο: Ἐὰν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὰς δαπάνας ἡμῶν ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν εἰσοδημάτων ἡμῶν· ἐὰν τὰ μέσα ἡμῶν ἐπιτρέπωσιν ἡμῖν νὰ καταβάλωμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας δὲν παυόμεθα ἀναλαμβάνοντες». Ὁ δὲ κύριος Τρικούπης, ὁ τῆς πτωχῆς Ἑλλάδος Πρωθυπουργὸς, ἠγωνίζετο μὲ τόλμην καὶ ἐπιμονὴν, ἀξίαν καλλιτέρας ὑποθέσεως, νὰ ὑπερασπίσῃ μίαν πρὸς μίαν πάσας τὰς δαπάνας, τὰς ἀγόνους, τὰς περιττὰς, τὰς μὴ ὠφελίμους, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπέδειξεν ὡς ἀπαλειπτέας! Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς ἀνάλυσιν τῶν δαπανῶν τούτων· ἡ ἀνάλυσις αὐτῶν ἐγένετο διὰ τρόπου οὐδένα καταλιπόντος δισταγμὸν περὶ τῆς ἀκρασίας ἀληθῶς, τὴν ὁποίαν πάσχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Δὲν ἠκούσατε ἐντεῦθεν τοῦ κυρίου Τρικούπη ἀγωνιζομένου νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ Ἐπαρχιακοὶ ἰατροὶ, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦνται 100 χιλιάδες δραχμαὶ, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι; Δὲν σᾶς ἔλεγεν, ὅπως σᾶς πείσῃ (ὁπόσον ἁπλοῦς μᾶς θεωρεῖ ὁ κύριος Τρικούπης!) ἰδοὺ ἡ εὐλογία, δὲν θέλετε νὰ σώσωμεν τὸν Τόπον ἀπὸ τὴν εὐλογίαν; Ἡ εὐλογία ἂν ἔκαμε θύματα, τὰ ἔκαμεν ἐν Ἀθήναις πρὸ πάντων, ὅπου ἔχομεν Ἰατρικὸν Συνέδριον, δημοτικοὺς ἰατροὺς, σμήνη ἀστυνομικῶν ἰατρῶν. Τί κατώρθωσαν οὗτοι πρὸς πρόληψιν αὐτῆς; Ὁ σκοπὸς ὅμως εἶναι νὰ προσθέσωμεν 50 ἔτι ἢ 60 θέσεις εἰς τὸ μαρτυρολόγιον τῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ θέσεων· λέγω μαρτυρολόγιον, διότι εἶναι μαρτυρολόγιον ἀληθῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν τὸν ἠκούσατε νὰ σχίζηται ὑπὲρ τῶν γραμματέων τῶν Ὑγειονομείων Κερκύρας, Πειραιῶς καὶ Σύρου, ὑπὲρ φυλάκων καὶ κλητήρων; Οὐδεμίαν τῶν οἰκονομιῶν εὗρεν ἀξίαν τῆς προσοχῆς αὐτοῦ, τὰς ὠνόμασε μάλιστα ἀνακριβεῖς καὶ εἰκονικάς. Δὲν ἐξύμνησε τοὺς ἐξ Εὐρώπης μετακληθέντας ὀργανωτάς; Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 30 χιλιάδες φράγκων θὰ μᾶς κοστίσῃ ὁ διοργανωτὴς τῶν Ταχυδρομείων· ἀλλ’ ἵνα κάμῃ, τί; ἵνα μᾶς ἐξευτελίσῃ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Τί εἶναι πρὸς Θεοῦ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία; εἶναι ὑπηρεσία τεχνική; Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς—ἀγνοεῖ ὅμως τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κλάδου, ὃν διευθύνει, διότι ἀσχολεῖται περὶ ὑψηλότερα—σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ εἰσαχθῶσι τὰ ἐπιστολικὰ δελτάρια, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ γραμματόσημον· σᾶς εἶπεν ὅτι θὰ στέλλωνται καὶ δέματα· σᾶς παρέστησε δὲ τοῦτο βελτίωσιν καὶ πρόοδον μεγάλην. Ἀλλ’ εἶναι ἔργον κλητῆρος. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Ταχυδρομεῖον θὰ μεταβιβάζῃ καὶ χρήματα, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ σπουδαῖον καὶ φοβερὸν, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ διοργανωτής. Καὶ τί εἶναι ἡ μεταβίβασις τῶν χρημάτων; κίνησις κεφαλαίων διὰ γραμματίων. Ὅσοι διηυθύνατε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὑπηρετήσατε εἰς ὑποδεεστέρας θέσεις οἰκονομικὰς γνωρίζετε, ὅτι τὴν ἐργασίαν ταύτην οἱ Ταμίαι θεωροῦσιν ὡς μίαν τῶν ἁπλουστέρων. Πρόκειται μόνον νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν καλὴν διαχείρισιν. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τις εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν εἶναι αὕτη, τὸ νὰ μεταβιβάζωνται ἀσφαλῶς καὶ ἐγκαίρως αἱ ἐπιστολαί. Ἀλλ’ ἐκ τίνος ἐξαρτᾶται τοῦτο; Ἐκ τῆς κινήσεως τῶν ταχυδρόμων. Τίς δὲ δύναται νὰ γνωρίζῃ τοῦτο, εἰμὴ ὁ Διευθυντὴς τῶν Ταχυδρομείων, ὅστις ὀφείλει νὰ γινώσκῃ κατὰ σπιθαμὴν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὁποίας τοπικὰς δυσκολίας ἀπαντῶσιν οἱ ταχυδρόμοι, ὅπως μεταφέρωσι τοὺς ταχυδρομικοὺς σάκκους; Ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν δὲ τῶν χρημάτων εἰς τί θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ ὁ ὀργανωτής; Εἰς ταύτην θὰ χρησιμεύσῃ μόνον ἡ ἠθικότης τῶν διεπόντων τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ αὐστηρότης αὐτῶν κατὰ πάσης παρεκτροπῆς τῶν ὑποδεεστέρων. Ἆρά γε στεροῦνται ταύτης καὶ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦσι τὰς ἐμπνεύσεις των ἀπὸ τὸν ξένον ὀργανωτήν; Αὐτὸς θὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἠθικοὺς καὶ αὐστηροὺς τιμωροὺς τῶν παραπτωμάτων τῶν ὑποδεεστέρων; Καὶ εἰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ἔχομεν διοργανωτὴν περιφερόμενον ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν καὶ ἀπὸ ξενοδοχείου εἰς ξενοδοχεῖον. Τί νὰ ὀργανώσῃ; Τὰς ἐναερίους γραμμάς; Τοὺς ὑπαλλήλους τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, ἢ θὰ εἰσαγάγῃ νέον τι σύστημα ἄγνωστον; Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι αὐτὸς ἐμερίμνησε περὶ τούτου, ὅτι ἔχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὑτοῦ τηλεγραφικὸν ὑπάλληλον ἔγκριτον, διδαχθέντα ἐν Εὐρώπῃ τὰς λεπτομερείας τῆς διευθύνσεως τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, τὸν κ. Σεμτέλον, ὅστις εἶχε σταλῆ εἰς Παρισίους, ὅπου ἔμεινεν ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος· ἐστάλη ὡσαύτως ὑπὸ τῆς διαδόχου Κυβερνήσεως ἕτερος ἔγκριτος ὑπάλληλος, διὰ νὰ σπουδάσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑποβρύχιον τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν, ὁ κ. Πρίντεζης. Διατί δὲν ἐχρησιμοποίησεν ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τὰς γνώσεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων; Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην ὀργανωτοῦ πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλὰ καὶ δαπάνην. Ἔχομεν ὀργανωτὴν τῶν φυλακῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον διελευκάνθη μέχρι τῶν τελευταίων αὐτοῦ λεπτομερειῶν, εἶναι τὸ τῶν φυλακῶν· ἂν ὑπάρχῃ δὲ ζήτημα ἁπλούστερον, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂν ὑπάρχῃ ἐπίσης ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ κλίματος, ἐκ τῶν ἠθῶν, ἐκ τῶν ἕξεων ἑκάστου τόπου, εἶναι τὸ τῶν φυλακῶν. Ὑπάρχουσι δὲ ἐν Ἑλλάδι ἄνδρες, εἰδικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο σπουδάσαντες, ὑπάρχουσιν οἱ δημοσιεύσαντες μονογραφίας, αἱ ὁποῖαι τοῖς περιποιοῦσι τιμήν· ὑπάρχει καὶ τμῆμα ἐν Συλλόγῳ φιλολογικῷ, ὅστις περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου, ἀσχολούμενον καὶ ἐπιστημονικῶς καὶ φιλανθρώπως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ρίψῃ εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἑτέρας 20 χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ποῦ δὲν ἔχομεν ὀργανωτάς; Ἀναγινώσκων τὸν Προϋπολογισμόν, ἐνόμιζον τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι δὲν εἶμαι Ἕλλην, ἀλλ’ ὅτι ἀνήκω εἰς Ἀφρικανικήν τινα φυλήν. Ἐφ’ ὅλων ξένους διοργανωτὰς μετὰ 50 ἐτῶν ἐλευθερίαν, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ Ἕλλην, τυχὼν ἀγωγῆς τινος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπεσκέφθη τὰς καλλιτέρας τῆς Εὐρώπης πόλεις. Μετὰ 50 ἐτῶν πολιτικὸν βίον περιτρέχουσι τὴν Ἑλλάδα ξένοι ὀργανωταὶ, ἵνα διοργανώσωσι δῆθεν καὶ αὐτὰς τὰς ἁπλουστάτας τῶν ὑπηρεσιῶν! Καὶ διατὶ νὰ μὴ φέρητε διοργανωτὰς τῶν Νομαρχῶν; Οἱ Νομάρχαι ἐπιτηροῦσιν ὅλα, καὶ τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ τὰ Τηλεγραφεῖα καὶ τὰς φυλακάς. Ἀλλὰ πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ φέρητε διοργανωτὰς τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν (ἱλαρότης).
§17ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διατί σεῖς ἐπὶ 30 ἔτη δὲν τὸν διωρθώσατε....
§18ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ μνημονεύσω ἄλλων δαπανῶν· αὗται καὶ μόναι ἀρκοῦσι νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι ἡ τάσις πρὸς τὴν σπατάλην κατέστη ἀχαλίνωτος παρὰ τοῖς κ. Ὑπουργοῖς. Ὄχι δὲ μόνον φρονῶ, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι δυναταὶ, οὐχὶ πρὸς ζημίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὠφέλειαν μάλιστα τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἔχω καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτο Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ διπλασιάσῃ τὰς οἰκονομίας ταύτας, καταργοῦσα τοὺς Νόμους ἐκείνους τῆς πολυτελείας, τοὺς ὁποίους ἡρπάσατε πέρυσιν, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ διπλασιάσῃ καὶ διὰ τρόπου σπουδαιοτέρου, ἀναθεωροῦσα τὸν διοικητικὸν ἡμῶν ὀργανισμὸν καὶ ἐπιφέρουσα τὰς βελτιώσεις ἐκείνας, αἵτινες, ἐξυπηρετοῦσαι τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰσὶ συγχρόνως προωρισμέναι νὰ προσφέρωσι μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πατρίδα, εἰς τοὺς θεσμοὺς αὐτῆς. Ὡμίλησαν περὶ συναλλαγῆς. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ μικρὰ ταῦτα καὶ ταπεινὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λέγωνται· ἐλυπήθην δὲ, ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅστις, ὡς Πρωθυπουργὸς, δὲν δικαιοῦται νὰ ἄγηται ὑπὸ ὁρμῶν καὶ ὀργῆς, ἔῤῥιψε κατὰ τῶν ἐντίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρώην φίλων του, μύδρους (ἐπειδὴ καὶ περὶ μύδρων ἐγένετο λόγος), οἵτινες ὅμως κατὰ δυστυχίαν ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Εἰλικρινῶς λυποῦμαι ἐπὶ τούτῳ, διότι τιμῶ τὰ πρόσωπα καὶ ὑπολήπτομαι τοὺς συναδέλφους πάντας ὅπου δήποτε καὶ ἂν κάθηνται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, προκειμένου περὶ συναλλαγῆς, ὅτι οἱ ἔντιμοι ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι ἐξήλεγχον αὐτὸν ἐπὶ ἀθετήσει τοῦ προγράμματός του, ὅτι αὐτοὶ ἔφυγον ἀληθῶς ἐπὶ τῇ συναλλαγῇ, ἀλλὰ συναλλαγῇ μὴ ἐκτελεσθείσῃ. Ἂς κρίνῃ καὶ ὁ ἁπλούστερος τῶν ἀνθρώπων ἄν οἱ μείναντες, δὲν ἔμειναν, κατ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐπὶ συναλλαγῇ τελεσθείσῃ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ μύδροι, τοὺς ὁποίους ἐξεσφενδόνισεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Τρικούπης. Εἶπε δὲ πρὸς τούτοις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ συναλλαγὴ εἶναι παράσιτον τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος. Νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο ἀνέβη ὑψηλότερον τοῦ δέοντος. Ἀλλοίμονον ἂν τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα εἶχε τοιούτους παρασίτους· ἤθελον καταφάγει αὐτὸ ἐντὸς ὀλίγου. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ—καὶ ἐκφέρω τὸ κακόηχον τοῦτο ὄνομα, διότι σεῖς τὸ ἐπενοήσατε, καὶ ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοηθῶμεν— ἔγκειται ἀλλαχοῦ, ἔγκειται ἐν τῇ ἀντιθέσει τῶν θεσμῶν ἡμῶν πρὸς τὸν Διοικητικὸν ὀργανισμόν. Ὁ Διοικητικὸς ὀργανισμὸς εἶναι προϊὸν Μοναρχικοῦ Πολιτεύματος, ἔχει ὡς ἀρχὴν τὴν συγκέντρωσιν· τὰ πάντα, κατ’ αὐτὸν, ἐκ τῆς Ἐξουσίας ἐκπορεύονται, τὸ ἄτομον οὐδεμίαν ἔχει πρωτοβουλίαν. Καὶ ἦτο λογικὸν, διότι ὁ Μονάρχης, οὐδεμίαν ἔχων ἄλλην ἀνάγκην παρὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιλεύει, ἂν ἦναι Μονάρχης ἀγαθὸς, θὰ μεριμνᾷ πάντοτε, ἵνα ἡ μεγάλη αὐτοῦ Ἐξουσία χρησιμεύῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐπελθόντων τῶν Συνταγματικῶν θεσμῶν, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Αἱ Κυβερνήσεις καθίστανται διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, οἱ δὲ βουλευταὶ, οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, οἱ βουλευταὶ πάντες, εἴς τε τὰ δημοτικὰ αὐτῶν συμφέροντα, εἰς τὰ εὐγενέστερα ἐξ αὐτῶν, εἰς ὅλα τὰ γενικὰ καὶ τοπικὰ συμφέροντα τῶν Ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς ἀνήκουσι, κινδυνεύουσι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ κατασυντριβῶνται ὑπὸ τὴν πτέρναν τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς, τοῦ Ταμίου, τοῦ Ἐφόρου, παντὸς τοῦ σμήνους τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ἐν Ἑλλάδι συγκέντρωσιν. Ἔχει λοιπὸν ὁ βουλευτὴς, ὁ συντελῶν εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ συντελῶν εἰς τὴν συντήρησιν αὐτῆς, ἔχει ἀνάγκην τοὐλάχιστον νὰ μὴ ἔχῃ ἐχθροὺς αὐτοὺς τοὺς παντοδυνάμους ὑπαλλήλους. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὀφείλει τὴν ἀναβίβασιν αὐτῆς εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὴν συντήρησίν της ἐν αὐτῇ εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν βουλευτῶν, εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῶν, ὀφείλει συγχρόνως νὰ προσέχῃ εἰς τὴν εὔλογον ταύτην τῶν βουλευτῶν ἀξίωσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι συναλλαγή. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ βουλευτής τις, ὁ ὁποῖος διὰ προσωπικὰ ἁπλῶς συμφέροντα ἑαυτοῦ ἢ οἰκείων γίνεται ὀχληρὸς εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς, ἢ μᾶλλον καταβιβάζει ἑαυτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅπως γείνῃ ὀχληρός. Ἀφαιρέσατε λοιπὸν τὴν ῥίζαν τοῦ κακοῦ, διὰ νὰ ἐκλείψῃ τὸ κακόν· ἐνόσῳ ὅμως ἡ αἰτία ὑπάρχει, τὸ κακὸν δὲν δύναται νὰ ἐξαλειφθῇ. Ἀλλὰ τίνες εἶναι ἆρά γε οἱ φόροι, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὕτω συλλήβδην καλούμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν; διότι περὶ τούτου κυρίως πρόκειται, καὶ αὐτὸν ἔχει τὸν πλάγιον σκοπὸν ἡ εὐρεῖα αὕτη, ἡ σπουδαία ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ δῆθεν συστήματος συζήτησις, εἰς ἣν προεκλήθη ἡ Βουλή. Τί εἶναι αὐτοὶ οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς ἐξυμνεῖ; Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἠθέλησε νὰ εὐνοήσῃ τὴν παραγωγὴν, καὶ σᾶς προσέθηκεν, ἀνασκάπτων τὰς δοξασίας τῶν φυσιοκρατῶν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μόνον ἡ γῆ παράγει! Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπήλλαξε μάλιστα τὴν παραγωγὴν καὶ ἐπέβαλε φόρον τῆς καταναλώσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ γῆ μόνον παράγει; Τὴν θεωρίαν ταύτην ἢ μᾶλλον τὴν πλάνην, τὴν πρὸ 200 ἐτῶν ἐπικρατήσασαν ἐπὶ βραχὺ, θέλει ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ συμβόλῳ τῆς οἰκονομικῆς του πίστεως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ἐνῶ τὴν ἀναγράφει, δὲν εἶναι συνεπὴς πρὸς αὐτήν! Οἱ φυσιοκράται τοὐλάχιστον ἔλεγον, ὅτι ἐπειδὴ μόνον ἡ γῆ παράγει, αὐτὴ μόνη πρέπει καὶ νὰ φορολογηθῇ. Καὶ τοῦτο ἦτο λογικὸν ἐν τῇ πλάνῃ αὐτῶν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὅμως λέγει, οὐχὶ μόνον πεπλανημένως, ἀλλὰ καὶ παραλόγως, ὅτι ἐπειδὴ μόνον ἡ γῆ παράγει, ἡ γῆ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ! Καὶ ἐξεστόμισε περὶ φόρων καταναλώσεως ἰδέας, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἐπεκράτουν ἢ ὅπου ἐπεκράτησαν, θὰ ἐπροξένουν τὴν δυστυχίαν τοῦ τόπου ἐκείνου. Σᾶς λέγει, ὅτι ἐπὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἐξετάσῃ σχετικὸν πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ φορολογουμένου πράγματος, δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἢ μόνον τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν τῶν καταναλωτῶν. Ἐὰν εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως ὑπάρχῃ ἡ δυσκολία τῆς διαιρέσεως τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων εἰς πλείονας τάξεις ἀναλόγως τῆς τιμῆς αὐτῶν, τοῦτο εἶναι ἓν τῶν ἐλαττωμάτων τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως καὶ οὐχὶ ἡ δικαιολογικὴ βάσις αὐτῶν, ὡς πλανώμενος φρονεῖ ἢ προσποιεῖται, ὅτι φρονεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἐν τῇ Γαλλίᾳ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν σᾶς λέγει ὅτι ἔλαβε τὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξέλεξε δυστυχῶς μόνον τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ Γαλλία ἀποῤῥίπτει, ἔχουσιν εἰς τέσσαρας τάξεις διῃρημένην τὴν χώραν, ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῶν ἐν ἑκάστῃ τῶν ζωνῶν παραγομένων οἴνων· ἐν Γαλλίᾳ οἰκτείρουσι μάλιστα πάντες ὅσοι καὶ ἔγραψαν καὶ ἐλάλησαν περὶ τούτου, εἴτε ὡς Ὑπουργοί, εἴτε ὡς οἰκονομολόγοι, τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες, ἐνῷ ἐπεβαρύνουσι τοὺς πλουσιωτέρους, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται χρῆσιν τῶν πολυτιμοτέρων οἴνων, μὲ ἐλαχίστην φορολογίαν, ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς ½%, κατασυντρίβουσι τοὺς πτωχοὺς καταναλωτὰς, τοὺς πίνοντας ἐκ τῶν εὐθηνοτέρων οἴνων, ἐπιβάλλουσαι αὐτοῖς φορολογίαν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς 18%. Πόσον δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπροσέκτως εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων μαρτυρεῖ αὐτὴ αὕτη ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν εἰς αὐτό· τί λέγω τροπολογίαν; Ἐπέφερεν εἰς αὐτὸ πλήρη ἀνασκευήν. Κύριε Πρωθυπουργέ, λέγετε ἡμῖν, ὅτι λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν τῶν καταναλωτῶν καὶ οὕτω φορολογεῖτε. Ἐὰν πράγματι αὐτὸ ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν, τότε ἢ τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον τῶν Νομοσχεδίων σας εἶναι παραλογισμός. Κατὰ τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον — καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο καλῶς οἱ ἀνήκοντες εἰς Ἐπαρχίας, ἔνθα παράγεται οἶνος — ἐζητεῖτε ἀπὸ τὸν οἶνον φόρον 3,800,000 δραχμὰς, ἐζητεῖτε δὲ τὸν φόρον τοῦτον κατὰ δύω μὲν ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν παραγωγὴν, κατὰ 1 δὲ καὶ 800,000 ἀπὸ τὴν κατανάλωσιν. Εἴχετε λοιπὸν ἐκτιμήσει τότε τὴν κατανάλωσιν ἱκανὴν, ἵνα πληρώσῃ εἰς τὸ Κράτος 1,800,000 δραχμάς. Τὸ Νομοσχέδιόν σας δὲν ἐγένετο εὐμενῶς δεκτὸν ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ φίλοι σας κατέκρινον αὐτὸ, ἠναγκάσθητε νὰ τὸ ἀποσύρητε, νὰ τὸ ἀνασκευάσητε. Καὶ ποίαν διόρθωσιν ἐπεφέρατε; Τὸν καταναλωτὴν τὸν δυστυχῆ, τοῦ ὁποίου εἴχετε ἤδη ἐκτιμήσει τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν, ἐπιβαρύνετε μὲ διπλάσιον φόρον, ζητεῖτε δηλαδὴ παρ’ αὐτοῦ 3,200,000 δραχμῶν! Ἀλλ’ εἶναι, πρὸς Θεοῦ, νομοθετικὴ ἡ ἐργασία αὕτη; Οὕτως ἐπιβάλλονται οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ πληρώσῃ ὁ λαός; Ἡ Κυβέρνησις, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἐννοεῖ ποῖαι εἶναι αἱ δυσκολίαι τῆς συντάξεως τῶν Νόμων, καὶ διὰ τοῦτο προσπαθεῖ νὰ μεταφέρῃ ἐνταῦθα ὅσον οἷόν τε προσηρμοσμένας εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου τὰς διατάξεις τῶν ξένων νομοθεσιῶν, ὅπου ἐμελέτησαν τὰ πράγματα. Καὶ ἐνῷ ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει τὰς δυσκολίας ταύτας, μὲ μίαν μονοκονδυλιὰν διπλασιάζει ἐν τῇ φαντασίᾳ αὑτοῦ τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν τοῦ καταναλωτοῦ! Ἀλλὰ καὶ ὅ,τι εἶπε περὶ θελήσεως, εἶναι καὶ τοῦτο πλάνη, διότι· ἐὰν τοῦτο ἀληθὲς, οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως δὲν θὰ ὑπῆρχον, θὰ ἦσαν ἐντελῶς ἀπρόσοδοι. Καὶ ὄντως, ἐὰν ἠδύνατο ὁ ἐπιβαρυνόμενος, θὰ ἤθελε βεβαίως νὰ παραιτηθῇ μιᾶς ἀπολαύσεως, τὴν ὁποίαν ἡ φορολογία καθιστᾷ δυσπρόσιτον εἰς τὸ βαλάντιον αὐτοῦ, καὶ δὲν θὰ εἴχομεν φόρους καταναλώσεως. Διατί ὁμιλεῖτε λοιπὸν περὶ θελήσεως; Ἠξεύρετε καλῶς, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παραιτηθῶσι τοῦ καπνοῦ οἱ ἔχοντες τὴν ἕξιν νὰ καπνίζωσιν. Ἠξεύρετε δὲ καλλίτερον, ὅτι ὁ οἶνος δὲν εἶναι ἀπόλαυσις, ἀλλ’ ἀνάγκη. Καὶ ὅμως ἐπιβάλλετε διὰ μιᾶς εἰς τὸν καταναλωτὴν τοῦ οἴνου καὶ τοῦ καπνοῦ εἴκοσι τουλάχιστον δραχμῶν φόρον καταναλώσεως κατ’ ἔτος καὶ κατ’ ἄτομον! Τὸ δὲ περὶ καπνοῦ Νομοσχέδιον εἶναι ἔτι τερατωδέστερον, διότι θέλει καταστρέψει τὴν παραγωγὴν, ἐπιβάλλον τριῶν νέων δραχμῶν φόρον, ἐπιβάλλον 80 λεπτὰ διὰ ταινίας, ἐπιβάλλον 50 ἔτι λεπτὰ διὰ τὴν ἐκκοπήν. Καὶ ἐπιβάλλει ταῦτα διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον εἰς Κράτος δὲν προσήκει, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν τελευταίαν τῶν βιομηχανικῶν ἑταιριῶν. Μετασχηματίζεται τὸ Κράτος εἰς κοπτεῖον καπνοῦ! Ἀλλ’ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν enquête (ἔρευναν), ἡ ὁποία πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ κατ’ ἀπόφασιν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἵνα ἴδῃ τί ἀπαιτεῖται διὰ νὰ καταρτισθῶσι καλῶς καὶ λειτουργήσωσι πρεπόντως τὰ ἐργοστάσια τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ; Ἐξήτασεν, ἵνα μάθῃ, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ σχολὴ, προσηρτημένη μάλιστα εἰς τὴν πολυτεχνικὴν σχολὴν τῆς Γαλλίας; (καὶ γνωρίζουσι πάντες τί εἶναι L’ école Polytechnique ἐν Γαλλίᾳ, ἧς οἱ ἐνδοξότεροι ἄνδρες σεμνύνονται τιτλοφορούμενοι ὡς ἀρχαῖοι μαθηταὶ αὐτῆς). Εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην σχολὴν ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν παρασκευάζονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι διευθύνει τὰς τεχνικὰς ἐργασίας τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ. Δὲν ἀνέγνωσεν ἵνα ἴδῃ, ὅτι πρὸ τῆς ἐκκοπῆς τοῦ ἐγχωρίου καπνοῦ ἀπαιτεῖται προκατεργασία 6 μηνῶν διὰ τὰ μεσημβρινὰ μέρη τῆς Γαλλίας καὶ 8 διὰ τὰ βόρεια; Καὶ ὅταν κατὰ πρῶτον ἐπιβάλλῃ τοιοῦτον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἀναλαμβάνῃ αὐτὸς ὡς Κυβέρνησις νὰ κόπτῃ τὸν καπνὸν καὶ ὑπόσχεται νὰ στήσῃ ἐργοστάσια πανταχοῦ, ὅπου παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νομίζει ἆρά γε, ὅτι τῷ ὄντι πράττει τι σπουδαῖον; Ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ φέρωμεν αὖθις καὶ διὰ τοῦτο ὀργανωτάς! Εἶναι, βλέπετε, μονομανία αὕτη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ πανταχόθεν καὶ δι’ ὅλα τὰ ἀντικείμενα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ξένους ὀργανωτάς. Ἀλλὰ ἐν τῇ βάσει αὐτοῦ ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἶναι ἆρά γε δίκαιος; εἶναι τῷ ὄντι φόρος, ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς εὐνοούμενα Κράτη; ἀναχωρεῖ παντοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν ἐσφαλμένην ἀρχὴν — καὶ νομίζω ὅτι σᾶς ὑπεραπέδειξα τοῦτο—ὅτι ἡ τιμὴ τῶν φορολογουμένων πραγμάτων ἐν τοῖς φόροις τῆς καταναλώσεως οὐδὲν σημαίνει, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τριῶν νέων δραχμῶν, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐξήταζε τουλάχιστον τοὺς καπνοπώλας τῶν Ἀθηνῶν, ἵνα μάθῃ, ὅτι εἶναι 10 εἰδῶν καὶ 10 τιμῶν καπνός; Τί εἶναι ὁ φόρος ἐν γένει; φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ἂν δὲ ταύτην δὲν ἔχῃ τὴν βάσιν, πᾶς φόρος εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος. Ὁ καταναλωτὴς ὁ πτωχός, ὁ ἔχων μικρὰ εἰσοδήματα, θὰ ἀγοράσῃ τὸν μικροτέρας ἀξίας καπνόν, καὶ ὑπάρχει καπνὸς ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος τιμᾶται 60 λεπτῶν, καὶ ὁ ὁποῖος ἀρκεῖ εἰς τὸν καπνίζοντα πτωχὸν ἐργάτην, ὑπάρχει δὲ καὶ καπνὸς, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς τιμᾶται 4 δραχμῶν. Ἐν Λαμίᾳ π. χ. ἂν θελήσητε νὰ ἀγοράσητε καπνὸν κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα τῆς ἐσοδείας, ὅτε εἶναι εὐθηνότερος, θὰ πληρώσητε 4 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, ἢ τοὐλάχιστον 3, ἤτοι τὸ ἑξαπλάσιον τῶν 60 λεπτῶν. Λοιπὸν φορολογεῖτε τὸν δυστυχῆ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μόνον 60 λεπτὰ δύναται νὰ διαθέσῃ διὰ καπνόν, μὲ 3 δραχμὰς ἢ μᾶλλον μὲ 4,30 περιλαμβανομένων τῶν ταινιῶν καὶ τῆς ἐκκοπῆς! Καὶ μὴ νομίσωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι δύνανται νὰ ἀπατήσωσιν ἐνταῦθα τινὰ, λέγοντες ἁπλῶς, ὅτι αὐτὰ τὰ ἔλαβον ἀπὸ τὴν Γαλλίαν. Ἠξεύρετε τί συμβαίνει ὡς πρὸς τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ; Ἐν Γαλλίᾳ παρασκευάζει τὸ μονοπώλιον καπνὸν 8 τιμῶν. Εἶναι 45, νομίζω, ἢ 50 εἰδῶν καὶ τιμῶν ὁ καπνὸς καὶ τὰ σιγάρα ἐν Γαλλίᾳ, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον αὐτῶν εἶναι ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ὁ καπνὸς, ὁ ἐν τῷ τόπῳ παραγόμενος, τοῦ ὁποίου τὸ μονοπώλιον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, διαιρεῖται εἰς 8 ποιότητας καὶ ἔχει 8 διαφόρους τιμάς. Ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ λεγομένου caporal snpérieur εἶναι 16 φράγκων, μετ’ αὐτὸν ἔρχεται ὁ ἁπλοῦς caporal 12 φράγκα κατὰ χιλιόγραμμον· Καταβιβάζεται δὲ ἡ ἀξία μέχρι τελευταίου εἴδους, τοῦ scaferlati, τοῦ στρατοῦ ὀνομαζομένου, εἰς 1½ φράγκον. Εἶναι λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ καπνὸς 1½, 2, 3, 4, 5, 6, 8, 12 καὶ 16 φράγκων.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ καπνὸς τοῦ 1½ φράγκου εἶναι διὰ τὰ σύνορα.
§20ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅταν ἀγοράσῃ τις εἰς τὰ σύνορα, ἤτοι ἐντὸς τῆς Γαλλίας, κύριε Πρωθυπουργὲ, δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ αὐτὸν, ὅταν θέλῃ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ;
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται· εἶναι μόνον διὰ τὰ σύνορα.
§22ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι ἐπιμένετε. Ἑνὸς καὶ ἡμίσεος φράγκου τιμὴν ἔχει καὶ ὁ καπνὸς τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν θὰ ζητήσητε ἐδῶ 4 καὶ ἡμίσεος φράγκων φόρον σεῖς, ὅστις μᾶς ὡμιλήσατε προχθὲς περὶ βελτιώσεως τῆς τροφῆς καὶ τῆς περιποιήσεως τῶν στρατιωτῶν!
§23ΤΙΝΕΣ. Ὁ καπνὸς δὲν εἶναι ἀναγκαῖος.
§24ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ καπνὸς δὲν εἶναι ἀναγκαῖος, εἶναι εὐτυχὴς, ὅτι δὲν εἶναι ὑποβεβλημένος εἰς τὴν ἕξιν ταύτην. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖος, λέγουσι· καὶ ἐν τούτοις 350 ἑκατομμύρια εἰσπράττει ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἡ Γαλλία, 200 ἡ Αὐστρία, 100 καὶ πλείονα ἡ Ἰταλία, δυσεκατομμύριον εἰσπράττει ἡ Εὐρώπη σύμπασα, ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη, ὅπου ὑπάρχει, πιστεύω, ἴσος τοὐλάχιστον νοῦς μὲ τὸν ἰδικόν μας. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖος ὁ καπνὸς! Εἶπε καὶ ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ ἄστοχον εἶναι ὅλως τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τίποτε σχεδὸν δὲν θὰ εἰσπράξῃ, θὰ εἰσπράξῃ μόνον τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τοῦ ὀλίγου καπνοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ διατίθεται ὑπὸ τῶν δυστυχῶν καπνοπωλῶν, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ καταναλίσκεται ὑπὸ τῶν ἔτι δυστυχεστέρων ἐργατῶν τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων. Οἱ ἄλλοι ὅλοι θὰ δύνανται νὰ ἔχωσιν εἰς τὴν οἰκίαν των φύλλα καπνοῦ. Αὐτοὶ ἄνευ τῶν ἐργαλείων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπιτίθετε λάβρος διὰ 500 δραχμῶν προστίμου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, θὰ κόπτωσι τὸν καπνὸν ἐν τῇ οἰκίᾳ των. Ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ψαλὶς, ἢ μάχαιρα τραπέζης, ἢ καὶ κονδυλομάχαιρον. Καὶ αὐτοὶ πόσοι εἶναι; Τὰ 9)10 τῆς Ἑλλάδος. Ποῖον δὲ θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι ἄφευκτος καταστροφὴ τῆς παραγωγῆς. Οἱ μικροὶ ἔμποροι, οἱ ἀγοράζοντες τὸν καπνὸν διὰ νὰ τὸν μεταπωλήσωσιν ἐν τοῖς καπνοπωλείοις, θὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ζήτησις θὰ περισταλῇ κατὰ πολὺ, ἴσως καὶ ἕνεκα ἀπορίας τινῶν, μὴ δυναμένων νὰ παρακολουθήσωσι τοιαύτας τιμὰς, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἕνεκα τοῦ ἄλλου λόγου τῆς ἐλλείψεως τῶν 9)10 τῶν καταναλωτῶν· Θὰ προσφέρωσι λοιπὸν τιμὰς ἐλαχίστας. Ἤκουσα, ὅτι τὸ κακὸν ἤρχισεν ἀπὸ τοῦδε ἐν Φθιώτιδι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐκεῖθεν ἀξιοτίμων βουλευτῶν.
§25ΤΡΑΚΑΣ. Οὐδεμία μάλιστα γίνεται πώλησις ἔκτοτε, καὶ οἱ καπνοὶ μένουσιν εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν καπνοφυτευτῶν.
§26ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Φθιώτιδι, ἅμα ἠκούσθη ὁ πολύτιμος αὐτὸς Νόμος, ὁ ὁποῖος καὶ οὗτος πρόκειται νὰ ἀναπτύξῃ τὴν μόνην παραγωγὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν γεωργίαν, ἤρχισεν, ὡς ἠκούσατε, ἀμέσως τὸ κακόν. Οἱ δυστυχεῖς παραγωγοὶ θὰ ἀναγκάζωνται νὰ πωλῶσιν εἰς ἐλάσσονα τιμὴν, ὄχι μόνον εἰς τοὺς καπνοπώλας, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς καταναλωτὰς, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ ἀγοράσωσι ποσόν τι, ἵνα μεταφέρωσιν αὐτὸ εἰς τὴν οἰκίαν των εἰς φύλλα. Ἐπειδὴ δὲ αἱ πωλήσεις αὗται θὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα παραβιάσεώς τινος, θὰ γίνωνται βεβαίως λάθρα, καὶ ἐν τῇ λαθραίᾳ τελέσει τῶν τοιούτων ἀγοραπωλησιῶν βλάπτεται συνήθως ὁ πωλῶν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί λαθραίως; διὰ διασκέδασιν; Ἡ πώλησις εἶναι ἐλευθέρα.
§28ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ πώλησις εἶναι ἐλευθέρα· περὶ τούτου δὲν πρόκειται, ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς τὰς δρακόντειους διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐθέσατε εἰς τὸ Νομοσχέδιον ὑμῶν. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ὑμῶν, δύνασθε νὰ εἰσέλθητε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν οἰκίαν οἱουδήποτε, ἵνα ἴδητε ἐὰν ἔχῃ ἐργαλεῖα. Ἐὰν δὲ φανερὰ ἀγοράσῃ τις 50 ἢ 100 ὀκάδας καπνοῦ—διότι εἶναι οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ 100 καὶ πλείονας ὀκάδας καταναλίσκουσι κατ’ ἔτος,—ὁ φορολόγος ὑμῶν θὰ συλλάβῃ ὑπονοίας περὶ ὑπάρξεως ἐργαλείων καὶ θὰ παρενοχλήσῃ τὸν πολίτην ἐκεῖνον. Ἰδοὺ διατί θὰ γίνωνται λάθρα αἱ τοιαῦται πωλήσεις. Αὕτη εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ ὑμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν φόρων, ἐκείνων ἰδίως τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους μᾶς προεβάλετε ὡς προστατευτικοὺς τῆς γεωργίας! Ἀλλ’ ἐπιβάλλετε καὶ ἕτερον φόρον, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου ἐπράξατε —διότι οὐδεὶς ἄλλος ὑπῆρχε λόγος— κοινωνικὸν οἰκονομικὸν ἔγκλημα. Αὐξάνετε ὅλα τὰ εἴδη τῶν φόρων, τῶν ἀμέσων καὶ τῶν ἐμμέσων, πλὴν τῶν τελωνειακῶν, κατὰ 12%, προσδιορίζοντες τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν εἰς νέας δραχμάς. Οὐδένα ἄλλον εἴχετε λόγον, ὅπως ἐκδώσητε ἐν σπουδῇ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον συνετάραξε τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ ἐκμυζοῦν ὡς βδέλα τὸ βαλάντιον τοῦ πτωχοῦ. Ηὔξησαν ἔκτοτε πᾶσαι αἱ τιμαί· δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι συνηύξησαν καὶ τὰ ἡμερομίσθια. Τῶν ἡμερομισθίων ἡ αὔξησις ἢ ὁ καταβιβασμὸς εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νόμου οἰκονομικοῦ. Ὅταν ζητῆτε ἐργασίαν, τότε πληρώνετε περισσότερον· ὅταν σᾶς προσφέρωσι, τότε πληρώνετε ὀλιγώτερον. Δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον ἐῤῥίψατε τὴν οἰκονομικὴν ταύτην πυρκαϊὰν εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Ἑλλάδος συμπάσης, διὰ νὰ λάβητε 3 ἢ 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν, διὰ μιᾶς λαθροχειρίας, διότι εἶναι τῳόντι φορολογικὴ λαθροχειρία. Εἴχετε καιρὸν νὰ ἀναθεωρήσητε τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι, πρὸ τόσων ἐτῶν λειτουργοῦντες, ὑπέστησαν ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν τοσαύτας μεταβολὰς, ὥστε δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς τροποποιήσεις, διπλασιαζούσας τὰς ἐξ αὐτῶν προσόδους. Τί μᾶς λέγετε σήμερον; ὅτι πρόκειται κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ μᾶς φέρητε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου. Διατί νὰ μὴ ἐργασθῆτε ἐπ’ αὐτοῦ; Ὅλα τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουσιν· ἡ ὕλη συνήχθη· εἶναι σύμπασα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι ὡρῶν σπουδαίας καὶ ἐμβριθοῦς ἐργασίας.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καμμία ἐργασία δὲν ἦτο.
§30ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἦτο, ἀλλὰ καὶ ἐπιτροπαὶ συνεσκέφθησαν καὶ πᾶσαι αἱ γνῶμαι ἐξεφράσθησαν καὶ συνεζητήθησαν, καὶ ἐπὶ ὅλων τῶν ἀντικειμένων ἐγένοντο σημειώσεις· παρευρέθην δὲ μάλιστα εἴς τινας τῶν ἐπιτροπῶν τούτων. Διατί διαψεύδετε ταῦτα; τότε δὲν εἶσθε Ὑπουργός· περιορίσθητε τοὐλάχιστον νὰ διαψεύδητε καὶ τὰ ἀληθῆ ὡς Ὑπουργός.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄνευ στατιστικῆς δὲν ἠξεύρομεν τί εἰσπράττομεν ἀπὸ τὸν σῖτον, ἀπὸ τὴν ζάκχαριν, ἀπὸ τὸν καφὲν, καὶ ἀρνεῖσθε ἀκόμη νὰ δώσητε πίστωσιν διὰ τοιαύτην στατιστικὴν, καὶ λέγετε, ὅτι εἶναι τὰ πάντα ἕτοιμα!
§32ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῳόντι ἐλησμόνησα καὶ εὐχαριστῶ διότι μοὶ τὸ ἐνθυμίσατε. Ἐλησμόνησα τῳόντι καὶ αὐτὸ τὸ κονδύλιον τῆς στατιστικῆς. Ἀλλ’ ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ στατιστικὴ τελεῖται καὶ φέρει τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς στατιστικῆς προσδοκῶμεν, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σεῖς μετήλθετε, διὰ τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον σεῖς διωρίσατε, ἢ ἀπατᾶσθε, ἢ ἡμᾶς καὶ τὸν Τόπον θέλετε νὰ ἀπατήσητε. Ἡ στατιστικὴ, καὶ ἐὰν ποτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ξένου ἁρμοδίου ἐνταῦθα, δύναται ἡ ἀνάγκη αὕτη νὰ παρουσιασθῇ, ἀπαιτεῖ πλεῖστα ὅσα, ὅπως δυνηθῇ νὰ παραγάγῃ τοὺς πράγματι πολυτίμους αὑτῆς καρπούς. Τούτων ὅμως ἢ ἠμελήσατε, ἢ οὐδὲ κἂν ἐσκέφθητε. Ἐσπεύσατε μόνον ν’ ἀναγράψητε δαπάνας διὰ νὰ διορίσητε πρόσωπα. Οὕτω δὲ ἡ λεγομένη αὕτη στατιστική σας θὰ σᾶς δώσῃ μύθους καὶ ὄχι ἀληθείας, καὶ ἐπὶ μύθων θὰ στηριχθῆτε. Νομίζετε, ὅτι 4 ἢ 5 ὑπάλληλοι πλειότεροι ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸ λέγεται καὶ εἶναι στατιστική; Πῶς θὰ συντελέσῃ, ὥστε τὰ δημόσια ὄργανα ἀπὸ τοῦ τελευταίου δημοσίου καὶ δημοτικοῦ ὑπαλλήλου μέχρι τοῦ ἀνωτάτου νὰ συνεισφέρωσι πρὸς τοῦτο; Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας σήμερον, ὡς μάλιστα κατηντήσατε αὐτὴν σεῖς δι’ ὧν δὲν παύεσθε ἐνεργοῦντες διορισμῶν καὶ παύσεων, ὥστε νὰ δυνηθῆτε νὰ ἔχητε ἐξ αὐτῆς στατιστικὰς πληροφορίας; Δὲν εἶναι ἄλλο ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει τελειοτέραν στατιστικὴν ὅσον εἶναι τὸ Βέλγιον. Ἐξητάσατε νὰ μάθητε τί γίνεται εἰς τὸ Βέλγιον; Ἐκεῖ ὑπάρχει διαρκὴς πολυμελὴς Ἐπιτροπὴ, καταρτιζομένη ἐξ ὅλων τῶν κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τῆς διοικητικῆς ἐν γένει καὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς, διδάσκουσα, καθοδηγοῦσα καὶ διευθύνουσα ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς πρὸς συλλογὴν στατιστικῶν πληροφοριῶν ἐνεργείας ἁπάντων τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Ἐνῶ δὲ ρίπτετε εἰς τὸν βόθρον τῆς σπατάλης 30,000 δραχμῶν, μᾶς ἐλέγχετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν αὐτήν! βεβαίως, διότι δὲν θέλομεν νὰ σπαταλῶνται τοῦ Δημοσίου τὰ χρήματα. Ἐφέρατε λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, διατί; διότι ἦτον εὔκολον ὑμῖν, διότι μὲ τρεῖς γραμμὰς λαμβάνετε 2,500,000 ἀπὸ τὴν παραγωγήν. Καὶ ἐνῶ ὁ κ. Τρικούπης μᾶς εἶπε προχθὲς, ὅτι αὐτὸς θέλει νὰ σώσει τὴν παραγωγὴν, ἐπιβάλλει πρόσθετον φορολογίαν ἐπ’ αὐτῆς 12%, ἀναβιβάζων οὕτω τὸν φόρον εἰς 70% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος πάντων μὲν τῶν προϊόντων τῆς γεωργίας, μάλιστα δὲ τοῦ πολυτιμοτάτου διὰ τὴν Ἑλλάδα προϊόντος τῆς σταφίδος. Δὲν εἶναι παραγωγὴ, κ. Τρικούπη, ἡ σταφίς; Καὶ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα, εἶναι ἡ μόνη ἴσως ἀξία λόγου παραγωγὴ ἐν Ἑλλάδι· ἐπιβάλλει πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ, δευτέραν ἤδη προτείνων αὔξησιν τοῦ περιλαλήτου φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν εἶναι ἆρά γε αὕτη παραγωγή; Δὲν εἶναι παραγωγὴ τῆς γῆς καὶ αὐτὴ ἡ κτηνοτροφία, ἥτις διὰ τοῦτο εἶναι ἀπηλλαγμένη πάσης φορολογίας εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Ἔθνη; Καὶ ρίπτετε ἐνταῦθα τοὺς μύθους αὐτοὺς, καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι θέλετε νὰ προστατεύσητε τὴν παραγωγὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπενοήσατε τὸ πρωτοφανὲς τάχα καὶ πρωτάκουστον πρᾶγμα, τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως! Καὶ πῶς δὲν ἠκούσατε τὴν γνώμην τῶν φίλων σας, καὶ φίλων μάλιστα ἐνθουσιωδῶν, τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, σαφῶς καὶ καθαρῶς διατυπωθεῖσαν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας; Διατί δὲν ἀνεθεωρήσατε, μήπως τὸ πρᾶγμα εἶχέ τινα δυσκολίαν, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων; Διατί δὲν ἀνεθεωρήσατε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν; Ἀλλ’ εἴχετε ἀνάγκην 2,500,000 δραχμῶν· ἔπρεπε νὰ τὰς λάβητε καὶ ἀδιάφορον ἐὰν πεινάσῃ ὁ γεωργὸς, ἐὰν γυμνητεύσῃ ὁ κτηνοτρόφος, ἐὰν καταστραφῇ τὸ πολυτιμότερον τῆς Ἑλλάδος προϊόν, τὸ μόνον, ἡ σταφίς. Αὐτὰ εἶναι τὰ φορολογικὰ ἐπινοήματα, δι’ ὧν θέλει νὰ καταρτίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ!!! Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομική του πολιτική!!! Σπατάλη ἀφ’ ἑνὸς, σπατάλη ἀμείλικτος τοῦ δημοσίου χρήματος, βουλιμία ἀφ’ ἑτέρου ἐν τοῖς φόροις, καὶ φόροις ἐπιβαλλομένοις ἐπὶ τῶν πενεστέρων τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Καὶ ἀπορεῖτε διατί ἐγείρονται αἱ φωναὶ, αἵτινες ἐγείρονται, καὶ ἀπορεῖτε διατί γεννῶνται καὶ παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς διαιρέσεις μεταξὺ τῶν τάξεων τῆς κοινωνίας ἡμῶν! ἀπορεῖτε, ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ αἴτιοι. Διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα λαμβάνετε, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα μετήλθετε πρὸς ὑποστήριξιν ἑαυτῶν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, καὶ διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους κατὰ προτίμησιν ἐπιβάλλετε ἐπὶ τῶν πτωχοτέρων τῆς κοινωνίας τάξεων, ἐγεννήσατε ἀντιζηλίας μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν εὐπόρων. Οὐαὶ δὲ ἡμῖν, κύριοι, ἐὰν εἰσχωρήσῃ ἐν Ἑλλάδι τὸ κακὸν τοῦτο. Ὅλαι αἱ παρεκτροπαὶ καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου δύνανται νὰ ᾖναι δυναταὶ τότε. Οὕτω συμβαίνει πάντοτε, τοῦτο διδάσκει ἡ ἱστορία, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπορῆτε, ὅταν ἔρχωνται καὶ σᾶς λέγωσι: φορολογήσατε τὰ κεφάλαια, φορολογήσατε τὴν πολυτέλειαν· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπερβολή τις εἰς ὅ,τι σᾶς λέγουσι, καὶ ὑπάρχει, αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἀγανακτήσεως καὶ τοῦ πόνου. Ἀλλ’ ἐὰν ἀντὶ νὰ ῥίπτησθε τυφλῶς καὶ ἁρπακτικῶς εἰς τοὺς καλάθους τοῦ σίτου τοῦ πτωχοῦ γεωργοῦ καὶ εἰς τὰ δοχεῖα τοῦ γάλακτος τοῦ πτωχοῦ κτηνοτρόφου, ἐὰν, λέγω, ἀναθεωρῆτε τοὺς φόρους, οἵτινες λειτουργοῦσιν ἐπὶ τῶν ἀνωτέρων τῆς κοινωνίας τάξεων—ἀδιάφορον ποῖον θὰ ἦναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξητε—ἠθέλατε προλάβει τὸ κακόν. Ἠκούσατε χθὲς τοῦ ἐντίμου ἐξ Εὐρυτανίας συναδέλφου μου ὁμολογήσαντος ὑμῖν, ὅτι ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὡς δικηγόρος ἐν Μεσολογγίῳ δὲν πληρώνει οὔτε ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ, ὅπερ ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός του λαμβάνει. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι, ἀναμφίῤῥηστον εἶναι, ὅτι ἐὰν μὴ τριπλασιασθῇ καὶ τετραπλασιασθῇ τὸ ποσὸν τὸ ἤδη εἰσπραττόμενον, ἀφεύκτως ὅμως ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων θέλει αὐξήσει μεγάλως. Τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ἐὰν ἀνεθεωρῆτε, ἠθέλατε ἀποκτήσει τριπλάσιον ποσόν. Καὶ περὶ τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ σᾶς ὡμίλησεν ἐγκαίρως. Εἴχετε μάλιστα τόσον καιρὸν, ὥστε, μὴ ἔχοντες πῶς νὰ τὸν δαπανήσητε ἐπωφελῶς, ἠθελήσατε καὶ αὐτὸν νὰ ῥίψητε κατὰ τῆς κεφαλῆς ἡμῶν, καὶ εἴπετε ὅτι ἡμεῖς παραλύομεν δῆθεν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡμεῖς δὲν προσερχόμεθα εἰς τὴν Βουλήν. Περὶ τούτου σᾶς ἐδόθη ἐγκαίρως ἡ πρόσφορος ἀπάντησις. Ἀλλὰ τέλος πάντων διατί δὲν ἐχρησιμοποιήσατε τὸν καιρὸν τοῦτον, ὅπως ἀναθεωρήσητε τοὺς Νόμους αὐτοὺς καὶ προλάβητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον, τυφλώττοντες πρὸ τῆς ἐναργείας τῶν πραγμάτων, προκαλεῖτε καὶ ἐπισπεύδετε; Καὶ μὴ λησμονήσητε ποτὲ, διότι εἶναι δίδαγμα τῆς ἱστορίας ἀλάνθαστον, ποτὲ μὴ λησμονήσητε, ὅτι αἱ καταστροφαὶ τότε κυρίως ἀπειλοῦνται, ὅταν ἡ ἀδικία φθάσῃ εἰς τὸ βαλάντιον τοῦ λαοῦ. Εἶναι ζητήματα πολλὰ, ἅτινα δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τῆς καρδίας καὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, εἶναι ἄλλα τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀπασχολήσωσι διανοίας ὑψηλοτέρας. Καὶ ταῦτα ἔχουσι δυσχερείας, καὶ ταῦτα δύνανται ν’ ἀπειλήσωσι κινδύνους. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ὑλικῆς ἀδικίας, τὸ ζήτημα τοῦ χρήματος, ὅπερ εἶναι ὁ ἄρτος τοῦ λαοῦ, αὐτὸ εἶναι ζήτημα τοὺς πάντας ἐνδιαφέρον, καὶ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θελήσετε νὰ πράξητε τὴν ἀδικίαν ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ εὑρεθῆτε ἀμέσως ἀντιμέτωποι τῆς ἀντιστάσεως. Διὰ τοῦτο εἶπον, οὐαὶ ἡμῖν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑμῶν, ἡ οἰκονομική. Ἀλλὰ μᾶς εἴπετε—καὶ χαίρω ὅτι μᾶς τὸ εἴπετε, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει τῷ ὄντι, ὅπως εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, τὰ πάντα νὰ λέγωνται, διὰ νὰ καθίσταται τὸ ἔθνος ἐν γνώσει τῶν πάντων, χαίρω διὰ τοῦτο— μᾶς εἴπετε «ποία εἶναι ἡ πολιτική σας; τίποτε δὲν ὡμιλήσατε περὶ πολιτικῆς· περιωρίσθητε εἰς τοὺς πίνακας τῶν ἀριθμῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐνομίσατε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ πολιτική». Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Τρικούπης παραγνωρίζει ἐπὶ τοσοῦτον τὴν θέσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὥστε νὰ φρονῇ, ὅτι μόνον τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι τὸ μέσον· οἱ ἀριθμοὶ ἐπροτάθησαν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς σπατάλης ὑμῶν καὶ τῆς ἀστοργίας ὑμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο πολιτική; Τίνες δὲ εἶσθε σεῖς, οἵτινες ἐξετάζετε ἡμᾶς ποίαν ἔχομεν πολιτικήν; Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἐπιφανοῦς πολιτευτοῦ καὶ πολυτίμου ἀρχηγοῦ ἡμῶν· εἶναι ἡ πολιτική, ἥτις ἐλειτούργησεν ἐπὶ εἰκοσαετίαν εἰς τὸν Τόπον καὶ ἥτις ἔπραξε πᾶν ὅτι ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἀγαθόν. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι ἡ ὑπεράσπισις τῶν θεσμῶν ἡμῶν, εἶναι τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος ἡμῶν, εἶναι ἡ ὁμόνοια, τὸ διαλλακτικὸν πνεῦμα, ἡ εἰρήνη ἐν τῷ Τόπῳ· εἶναι δηλαδὴ πᾶν ὅ,τι ἔχετε σεῖς ἀντίθετον (εὖγε). Καὶ γνωρίζετε καλῶς πάντες τὸν ἀρχηγὸν τοῦτον, διότι πάντες, καὶ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργοὶ, ὑπήρξατε ὀπαδοὶ αὐτοῦ. Γνωρίζει ὁ κύριος Τρικούπης ὁποῖον ἦτον, εἶναι καὶ θὰ ἦναι—τὸ εὔχομαι καὶ τὸ ἐλπίζω—τὸ πνεῦμα τὸ συνδιαλλακτικὸν τοῦ μεγαθύμου ἐκείνου ἀνδρός· τὸ γνωρίζει ἀπὸ τοῦ 1865. Ἐξηρχόμεθα τότε ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν, διότι ἦτον ἐπανάστασις καὶ ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἑπτανήσου. Ἐπὶ 50 ἔτη διήρκεσεν ἡ φιλόπατρις ἐκείνη πάλη, ἥτις κατέληξεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ νὰ πείσῃ τὴν μεγάλην, τὴν κραταιὰν, ἀλλὰ καὶ δικαίαν Ἀγγλίαν νὰ ἐνδώσῃ εἰς τοὺς πόθους τοῦ Ἑλληνικοῦ τῆς Ἑπτανήσου λαοῦ. Ἐξηρχόμεθα ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν, ἥτις ἦτον ἀδιάκοπος ἀγὼν, ἀγὼν εὐγενὴς, ἀλλ’ ὡς πάντες οἱ ἀγῶνες διῄρουν εἰς δύω ἐχθρικὰ στρατόπεδα τὰ παλαίοντα στοιχεῖα. Μετὰ τὴν ἕνωσιν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα ἔγειναν πάντα Ἑλληνικά. Ἀλλὰ τὰ μίση τῆς πολιτικῆς πάλης, ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα διαρκεσάσης, δὲν ἠδύναντο εὐκόλως νὰ ἐκλείψωσιν. Ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν, ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον καλῶς ἐγνώρισε τότε ὁ κύριος Τρικούπης, διότι τότε ἐν τῷ χειμῶνι ἐκείνῳ τῆς πολιτικῆς ἀσημότητος περιεθάλπετο φεῦ! ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ, ὁ ἀρχηγὸς ἐκεῖνος συνήνωσε τῆς Ἑπτανήσου τὰ ἀντίθετα στοιχεῖα, καὶ ἡ πρώτη αὐτοῦ Πρωθυπουργία ἐσημάνθη μὲ τὸ ὡραῖον ἐκεῖνο γεγονὸς τοῦ νὰ ἴδωμεν παρακαθημένους ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων τὸν κύριον Βράϊλαν καὶ τὸν κύριον Λομβάρδον. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἦτον ἀρχηγὸς τῶν ἐπαναστατῶν, ὁ κύριος Βράϊλας ἦτον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας. Εἶδε τὸν ἀρχηγὸν ἡμῶν ὁ Τρικούπης ἐν ταῖς πρώταις βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς καὶ ἤκουσε τὴν εὔγλωττον ἐκείνην φωνὴν, ἥτις δυστυχῶς δὲν ἀντηχεῖ πλέον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, τὴν φωνὴν τοῦ Δεληγεώργη· ἤκουσε τοὺς ἐπαίνους, οὓς ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξήνεγκεν ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῶν πρώτων βουλευτικῶν ἐκλογῶν ὑπὲρ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ἐγνώριζεν ὁ κύριος Τρικούπης τὸν ἀρχηγὸν ἐκεῖνον, ὅταν, ὁδηγούμενος ὑπ’ αὐτοῦ, κρατούμενος ἀπὸ τῆς χειρὸς αὐτοῦ, ἐποίει τὰ πρῶτα βήματα τοῦ πολιτικοῦ του σταδίου κατὰ τὸ 1869. Καὶ τότε εὑρισκόμεθα εἰς ἀνωμαλίας ἐσωτερικῶς. Ὑπῆρχον εἰσέτι αἱ διαστάσεις, αἱ διαφωνίαι, τὰ μίση τὰ ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν ἐπαναστάσεως τοῦ 1862. Εἴχομεν μάλιστα καί τι πλέον, τὸ ὁποῖον ὅσοι ἐπολιτεύοντο τότε ἐνθυμοῦντο βεβαίως, διετρέχομεν καὶ κινδύνους μεταξὺ τοῦ 1865 καὶ 1866, κινδύνους ἀφορῶντας εἰς τὴν νέαν ἡμῶν Βασιλείαν. Τί ἔπραξε, τί κατώρθωσεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, κληθεὶς καὶ τότε εἰς τὴν Ἀρχήν; Κατώρθωσε νὰ συνενώσῃ τὰ διεστῶτα καὶ νὰ καταστήσῃ συναδέλφους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐξέχοντα μέλη τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἐκπεσούσης Δυναστείας, καὶ ἕνα ἐκ τῶν πρωταγωνιστῶν τῆς ἐπαναστάσεως. Οὐδὲν ἔβλαψε πλειότερον τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν σημεριναῖς περιστάσεσι καὶ ἐν τοῖς ἀρχαίοις χρόνοις ὅσον ἡ διχόνοια. Πᾶσαι αἱ καταστροφαὶ ἕνεκα ταύτης ἐπῆλθον πάντοτε. Οὐδὲν δὲ ὠφέλησε πλειότερον ὅσον ἡ ὁμόνοια. Ἀλλὰ καὶ οὐδὲν εἶναι συμφωνότερον πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα. Τὸ ἄσπονδον μῖσος δὲν εἶναι πάθος Ἑλληνικόν· ὁ Ἕλλην ἀποτροπιάζεται τὴν πάλην τὴν ἀνένδοτον, τὴν ἀγρίαν. Ὁ δὲ Κουμουνδοῦρος ὑπῆρξε πάντοτε καὶ εἶναι ὁ τελειότερος ἀντιπρόσωπος αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς ἀρετῆς. Εἶπον, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι ἡ ὑπεράσπισις τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Εἶναι περιττὸν νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, διότι τὸ ἔθνος τὸ γινώσκει, τί ἐπράξαμεν καὶ τί ἐπάθομεν ἡμεῖς ὑπὲρ τῶν θεσμῶν, τί δὲ ὑπὲρ αὐτῶν κατωρθώσαμεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κύριον Λομβάρδον ἐὰν κατὰ τὴν 18 νομίζω, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου, ἂν κατὰ τὴν 18 Δεκεμβρίου τοῦ 1867, ὅτε δὲν ἐπρόκειτο μάλιστα περὶ ζητήματος πραγματικοῦ, ἀλλὰ περὶ προσωπικοῦ ἁπλῶς ζητήματος, ἐὰν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἀντέστη μετὰ παῤῥησίας, καὶ ἂν δὲν παρῃτήθη, ἕνεκα τούτου καὶ μόνου τοῦ ζητήματος, τὴν Ἐξουσίαν. Γνωρίζει δὲ ὁ κύριος Λομβάρδος, ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἔχει καὶ ταύτην τὴν ἀρετήν, ὅτι εἶναι ὁ εἰλικρινέστατος τῶν φίλων. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰργάσθημεν ὑπὲρ αὐτοῦ ὅσον οὐδὲν κόμμα ἐν Ἑλλάδι εἰργάσθη, οὐχὶ διότι τὰ λοιπὰ λοιπὰ κόμματα δὲν εἶχον τὴν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς φιλοπατρίαν, ἀλλὰ διότι δὲν ηὐτύχησαν νὰ μείνωσιν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὅσον ἡμεῖς εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ διότι δὲν συνέπεσεν ἴσως νὰ ἔχωσιν ἁρμοδίους περιστάσεις. Καὶ γνωρίζει ὁ κύριος Τρικούπης καλῶς ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν καὶ ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος. Τὸ γνωρίζει, διότι τότε, ὅτε ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος παρεσκεύαζε τὴν ἡγεμονίαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ἦτον Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κύριος Τρικούπης. Ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην δὲν τὴν ἔχομεν ἡμεῖς μυστήριον ἀπέναντι οὐδενός, οὔτε τὴν θεωροῦμεν ὡς προνόμιον ἡμῶν. Ἦλθον στιγμαί, κατὰ τὰς ὁποίας δημοσίᾳ κατὰ τὸ 1874 τὴν ἐξεθέσαμεν ἐν ἐγγράφῳ ἐπισημοτάτῳ εἰς γνῶσιν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ταύτης ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἰδική σας; Καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἐκαλέσατε νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἐκαλέσατε νὰ κρίνωμεν ὑμᾶς ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν, καὶ ὡς εἴπετε, κύριε Πρωθυπουργὲ, νὰ προβῶμεν εἰς ἔλεγχον ἐθνικὸν, ἰδοὺ ὅτι τὸ πράττομεν. Μὴ παρεξηγήσῃ τις τοὺς λόγους μου· δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ προσώπων· τὰ πρόσωπα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, τὰ πράγματα ὅμως ἀπομένουν. Τὰ πρόσωπα πάντα τὰ τιμῶ, τὰ πρόσωπα δύνανται νὰ ἀπατῶνται, δύνανται νὰ πλανῶνται. Καὶ διατί νὰ μὴ πλανῶνται, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐπλανήθη καὶ ἐπλανήθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἀνέμενεν εἰς τὸ πρόσωπον ὑμῶν τὸν πολιτικόν του Μεσσίαν (ψιθυρισμοί). Ἰσχυρίσθησαν πολλοὶ καὶ τὸ ἀπέδειξαν διὰ παῤῥησίας, τιμώσης τὸ Ἑλληνικὸν βῆμα, ἰσχυρίσθησαν πολλοί, ὅτι ἐγκατελείψατε τὰς ἀρχὰς ὑμῶν τοῦ 1880. Ἐγὼ συμφωνῶν ἐν οὐσίᾳ καὶ ἐν τοῖς ἀποτελέσμασι πρὸς τὴν δικαίαν ταύτην μομφήν, λέγω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδέποτε ἐγκατελείψατε τὰς ἀρχὰς ὑμῶν, διότι μίαν μόνην εἴχετε ἀνέκαθεν καὶ ἔχετε ἀρχήν, τὴν ἄνοδον εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὴν συντήρησιν ἐν αὐτῇ. Καὶ χάριν τῆς ἀρχῆς ταύτης δὲν διστάζετε νὰ θυσιάσητε καὶ τὰ τιμαλφέστατα τοῦ ἔθνους συμφέροντα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἐπικρίνω τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ κρίνω ἐπὶ τῶν πραγμάτων· λυποῦμαι μάλιστα πολύ, διότι πρόσωπα ἀνωτάτης ἀξίας, δυνάμενα νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐημερίαν τοῦ Τόπου τούτου τοῦ ἀτυχοῦς, δυνάμενα νὰ προσφέρωσι μεγίστας καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας, ἀπεδείχθησαν ὀλέθρια εἰς αὐτόν. Μίαν λοιπὸν καὶ μόνην ἔχετε ἀρχήν, τὴν κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας καὶ τὴν συντήρησιν ἐν αὐτῇ. Τί ἐπράξατε πρὸς τοῦτο; Ἐπράξατε πᾶν ὅ,τι συντελεῖ πρὸς τὸν σκοπόν, ἀδιαφοροῦντες ὄχι μόνον διὰ τὰ μέσα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεων ὑμῶν. Χάριν τοῦ σκοποῦ τούτου, τοῦ προσωπικοῦ, ἐβλάψατε τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν, ἐβλάψατε τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ἐβλάψατε τὴν τιμὴν ἡμῶν (τῆς πατρίδος ἐννοῶ λέγων ἡμῶν) καὶ ἤδη ἐξαντλεῖτε τὰ βαλάντια ἡμῶν, καταστρέφετε τὴν οἰκονομίαν ἡμῶν καὶ διακυβεύετε τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσεχώρησαν πλάναι, δοῦσαι ἀφορμὴν εἰς δυσπιστίαν μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλείας. Ὀνομάζω ταύτας πλάνας, διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ εὐόρκου τοῦ Ἡγεμόνος. Αἱ πλάναι ἐγέννησαν ἀνταγωνισμὸν καὶ κατέληξαν εἰς τὴν ἕνωσιν πάντων τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ κομμάτων. Ἡ πάλη ἐνηργεῖτο ὑπὸ τῶν κομμάτων, μεθ’ ὧν εἶχον ἑνωθῆ καὶ οἱ φίλοι ὑμῶν, διὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ μέσων ἐκτάκτων μὲν καὶ ἄκρων, ὡς ἔκτακτος καὶ μεστὴ κινδύνων ἦτο ἡ κατάστασις, ἀλλὰ εἰρηνικῶν. Ἡ δὲ νίκη τῶν ὑπὲρ τῶν θεσμῶν παλαιόντων ἦτο ἐξησφαλισμένη καὶ ἐγγύς. Ἀλλ’ ἡ προσωπικὴ πολιτικὴ δὲν ἄφινεν ὑμᾶς ἡσύχους, ἠθέλετε νὰ ὑπερφαλαγγίσητε πάντας καὶ τὸ κατωρθώσατε· τὸ κατωρθώσατε δέ, ὄχι διότι ἐπράξατέ τι τολμηρόν, ὄχι διότι εἴπετέ τι νέον, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀβουλίαν τῆς καταδιωξάσης ὑμᾶς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Καὶ τί εἴπετε τότε; Κατηγγείλατε τὸ Στέμμα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς προδίδον τὸ Πολίτευμα· καὶ ποίαν ἐφέρατε τούτου ἀπόδειξιν; ταύτην, ὅτι διὰ λόγους προσωπικοὺς καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς καταδολιεύσεως τῶν θεσμῶν ἡμῶν τὸ Στέμμα παρέχει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς εἰς τὰς μειονοψηφίας, διὰ νὰ κατατάμῃ τὰ κόμματα εἰς πολὺν ἀριθμὸν καὶ διὰ νὰ καταστήσῃ οὕτω τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου ἀδύνατον. Αὕτη ἦτον ἡ γενικῶς ἐπικρατοῦσα τότε ἐν Ἑλλάδι γνώμη, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν εἴπετε τίποτε νέον ὑμεῖς. Ἀλλὰ, τίς ἤθελε τὸ πιστεύσει; ἀπὸ τῶν φυλακῶν τοῦ Τριγγέτα, ὅπου ἐπιδεικτικῶς εἰσήλθετε, καὶ ὅθεν ἐπιδεικτικώτερον ἐξήλθετε, ἀπὸ τῶν φυλακῶν ἐκείνων ἤρξατο, φαίνεται, ἡ μηχανοῤῥαφία, ἡ ὁποία ἔφερεν ὑμᾶς εἰς τὴν Ἐξουσίαν δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον κατεστηλιτεύσατε, καὶ ἡ ὁποία ηὔξησε κατὰ ἓν ἔτι τὰ 4 τότε ἐν τῇ Βουλῇ κόμματα. Ἤρκει μόνον τοῦτο εἰς πάντα μὴ πλανώμενον εἰς τὰς κρίσεις του, ἤρκει τοῦτο μόνον, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ διὰ παντὸς τὸν τοιοῦτον πολιτευτήν. Καὶ ἐγένετο οὕτω Πρωθυπουργὸς ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ ἐσχημάτισε καὶ αὐτὸς κόμμα· ἀλλὰ ποίαν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς δυνάμεως αὐτοῦ; δυστυχῶς ἐποιήσατε τοιαύτην χρῆσιν, ὥστε ἕνεκα τῆς φιλαρχίας ὑμῶν, ὄχι τῆς ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ, — εἰς οὐδένα Ἕλληνα ἀρνοῦμαι φιλοπατρίαν, — ἀλλ’ ἕνεκα καὶ χάριν τῆς φιλαρχίας ὑμῶν κατεστράφησαν ἴσως διὰ παντὸς τὰ ὕψιστα τῆς Ἑλλάδος συμφέροντα.
§33ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῖα;
§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κόμμα ὑμῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἰς οὐδὲν ἄλλο ἠσχολεῖτο εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν διατήρησιν πάσης Κυβερνήσεως· καὶ ἂν Κυβέρνησίς τις κατώρθου νὰ ὑπάρχῃ, νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν σύμπραξιν αὐτῆς μετὰ τῆς Βουλῆς. Ἄλλοτε εὑρίσκετε, ὅτι οἱ προτεινόμενοι Νόμοι δὲν ἦσαν ἐπιστημονικοί, ἄλλοτε, ὅτι οἱ φόροι δὲν ἦσαν δίκαιοι, καὶ ἄλλοτε ἄλλο. Συνετελέσατε καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν νὰ ἀπολεσθῶσι τὰ πολυτιμότερα διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔτη. Ἀπὸ τοῦ 1875 ἤρξατο ὁ ἀγών, ὁ ὁποῖος κατέληξεν εἰς τὸν Ρωσσοτουρκικὸν πόλεμον. Ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἔπρεπε νὰ προπαρασκευάζηται, διότι ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ διακρίνῃ τὴν καταιγίδα, ἡ ὁποία ἐπήρχετο φοβερὰ κατὰ τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ. Ἀλλὰ σεῖς οὐδὲν ἀφήσατε νὰ τελεσθῇ. Συνετελέσατε ὁτὲ μὲν εἰς τὸ νὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, ὁτὲ εἰς τὸ νὰ πέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου καὶ πάλιν τὸ Ὑπουργεῖον Δεληγεώργη. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον γνωστὸν, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται ἀντίῤῥησιν. Ἀπωλέσαμεν τὰ ἔτη ἐκεῖνα. Ἡ Κυβέρνησις ἠγωνίζετο νὰ ψηφισθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ἀναγκαῖοι νόμοι, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἕνεκα ὑμῶν τίποτε δὲν κατωρθοῦτο. Μετὰ τὴν δευτέραν, νομίζω, πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ἦλθεν ὁ Δεληγεώργης ἐν ἀρχῇ τοῦ 1877. Τὰ πράγματα εἶχον προχωρήσει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε εἰς οὐδένα ἔμενε πλέον ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔμελλε νὰ εὑρεθῇ προσεχῶς εἰς ἀνάγκην ἐνεργείας, καὶ ὁ ἀείμνηστος ἀνὴρ, ἐν τῇ φιλοπατρίᾳ αὐτοῦ, ἐξηκολούθησε μετὰ ζήλου τὰ μέτρα τῆς προπαρασκευῆς τοῦ Ἔθνους. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἔκτακτον ἐφεδρείαν καὶ τὰς προμηθείας. Ἀλλὰ δὲν συνέφερε τοῦτο εἰς τὴν φιλοδοξίαν ὑμῶν, καὶ ἔπρεπε καὶ ὁ Δεληγεώργης νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον· τί ἐπράξατε; τὴν 27 Φεβρουαρίου, νομίζω, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος, εἴτε ἕνεκα τῶν ἑορτῶν, εἴτε ἄλλως, ἀπητήσατε διὰ λόγου νευρώδους, καὶ ἦτο τόσον νευρώδης, ὅσον μεγάλη ἦτο ἡ φιλαρχία ὑμῶν, ἀπητήσατε νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν του, ὅτι θὰ συγκαλέσῃ μετὰ τὰς ἑορτὰς τὴν Βουλήν· τὸ ἀπητήσατε δὲ διότι ἐγινώσκετε, ὅτι ὁ Δεληγεώργης δὲν εἶχε τότε τὴν πλειονοψηφίαν, ὡς δὲν εἶχεν αὐτὴν οὐδεὶς, τὸ ἀπητήσατε, διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ καταῤῥίψητε καὶ τοῦτον, καὶ νὰ φθάσητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἐμελετᾶτε, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον πρῶτοι σεῖς κατεστιγματίσατε, νομίζοντες ὅτι πλανᾶτε. Ἔπρεπε νὰ ἐπιδιωχθῇ ὁ σκοπὸς διὰ πάντων τῶν μέσων. Ἐπενοήσατε τότε τὴν κατάραν κατὰ τῶν συμμαχικῶν Κυβερνήσεων· διατί; διότι ἀδύνατον ἦτο νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ Κυβέρνησις μὴ συμμαχικὴ, ἀφοῦ οὐδεὶς εἶχε τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ἐν αὐτῇ. Ὁ Δεληγεώργης ἔφερε τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου κατεψηφίσατε αὐτὸν, καὶ ὁ Δεληγεώργης παρήτησε τὴν Ἐξουσίαν. Δὲν ἠθέλετε, εἴπετε τότε, νὰ προκληθῇ πολιτικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἀφοῦ προεκλήθη, κατεψηφίσατε!
§35ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν; Ὁ Εὐθυμιόπουλος!
§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς προτάσεως ἐκείνης, ἥτις ἦτο μάλιστα ἄλλης ἐποχῆς, μὴ ὁμιλῆτε. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀνέκαθεν οἱ ἀντίπαλοι τοῦ κόμματος τοῦ Δεληγεώργη, ἑπομένως ἐπολεμοῦμεν φανερῶς καὶ ἀξιοπρεπῶς.
§37ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς εἶσθε οἱ παραίτιοι ὅλων τῶν μεταβολῶν.
§38ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Ἀφοῦ τὸν ἐπεθάνατε, τώρα τὸν μελετᾶτε τὸν Δεληγεώργην.
§39ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤθελον νὰ ἀναμνήσω τοῦτο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιζήμιος φίλος σας μὲ διακόπτει, λέγω, ὅτι ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὸν Δεληγεώργην, ἀλλὰ τὸν ἐπολεμήσαμεν ὡς κόμμα πολιτικὸν, ὡς καὶ ἐκεῖνος ὡς κόμμα πολιτικὸν μᾶς ἐπολέμει· περὶ ἡμῶν ὅμως ὁ Δεληγεώργης δὲν εἶπεν ὅ,τι ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει εἶπε πρὸς τὸν κ. Τρικούπην. Ἤθελον δὲ νὰ ἐγνώριζον, ἤθελον νὰ ἤκουον τί θὰ ἔλεγεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος περὶ τῶν στενοτέρων ἐκείνων φίλων, οἱ ὁποῖοι, ἀποθαυμάζοντες τὸ παρὸν, κατεδίκαζον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰκοσαετὲς παρελθόν. Ὁ Δεληγεώργης λοιπὸν ἔπεσε διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, καὶ κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν τότε ἀρχὴν, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν σεῖς αὖθις ἐνεγράψατε, διὰ νὰ ματαιώσητε πᾶν ὅ,τι ἔχει ἀγαθὸν καὶ ἐθνωφελὲς ἐν Συνταγματικῷ Πολιτεύματι ἡ Ἐξουσία ἡ Βασιλικὴ, τὴν ἀρχὴν τῆς δεδηλωμένης, ἐκλήθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὰ πράγματα. Αἱ περιστάσεις ἔσπευδον, ὁ καιρὸς τῆς ἐνεργείας ἐπῆλθεν ἤδη, ἡ φιλοπατρία τῆς Βουλῆς ἤθελε παράσχει πάντα τὰ μέσα εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν. Ἐξηγριώθητε τότε ὁ σκοπὸς ὑμῶν δὲν ἐπετυγχάνετο, καὶ διὰ τρόπου, μαρτυροῦντος τὸν πόθον ὑμῶν καὶ τὸν πόνον, ἀπῃτήσατε ῥητῶς τὴν σύστασιν τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως.
§40ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς; Τοῦτο ἐπεβλήθη ἀπὸ τοὺς ἐδικούς σας εἰς τοὺς ἐδικούς μας.
§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔπειτα διεσύρατε...
§42ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ψεῦδος.
§43ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἶσθε κοινοβουλευτικώτερος εἰς τὰς φράσεις σας. Αὐτὴν δὲ, τὴν ὁποίαν ἐξεστομίσατε, σᾶς τὴν ἀποδίδω. Ὅ,τι λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ λέγω πάντοτε ἐν πλήρει γνώσει· ἰδοὺ τί εἶπε τότε ὁ κ. Τρικούπης...
§44ΡΑΛΛΗΣ. Τώρα θὰ διαβάσετε τὸν λόγον τοῦ κ. Τρικούπη, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησε μὲ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸν λαιμόν, τὸν γνωρίζομεν.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὗ ἐννοῶ τὴν στενοχωρίαν, διακόπτων με αὖθις, λέγει ὅτι τὸν λόγον ἐξεφώνησεν ὁ κ. Τρικούπης μὲ τὸ μαχαῖρι εἰς τὸν λαιμόν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον συνέβη στάσις τις· γνωρίζω μόνον τί ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ καὶ περὶ τούτου ὁμιλῶ. «Εὔχομαι (εἶπε τότε ὁ κ. Τρικούπης) νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὕπαρξις Κυβερνήσεως, ὁποία πάντες ἐπιθυμοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει, ἣν ἐξέφρασα, τῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων συνεννοήσεως. Ἐὰν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, ἡ κρίσις θὰ ᾖναι ἐπιβλαβής, διότι μίαν μόνην ἀποδεχόμεθα πάντες ὑπουργικὴν κρίσιν, τὴν σκοποῦσαν νὰ ἀντικαστήσῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ Κυβερνήσεως συμφώνου πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως προτάσεων δὲν ἐπιτυγχάνομεν τοῦ ἀποτελέσματος τούτου, διότι ἐὰν διατυπώσωμεν ἐν προτάσει τοὺς πόθους τούτους, φέρομεν ἀμέσως εἰς τὴν ὑπουργικὴν κρίσιν. Ἀλλ’ ἆρά γε γινώσκομεν, ὅτι φέρομεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ἐπιζητοῦμεν; Ἀπεναντίας, νομίζω, ὅτι διὰ τοιαύτης ψηφοφορίας ἀπομακρυνόμεθα τοῦ σκοποῦ ἡμῶν». Αὐτὴ, κύριε Ράλλη, εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων.
§46ΡΑΛΛΗΣ. Διαβάστε καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀδικῶ ἐγὼ τοσοῦτον τὸν κ. Τρικούπην, ὥστε νὰ τὸν θεωρῶ ἱκανὸν νὰ ἀναιρῇ αὐτὸς ἑαυτόν. Καὶ συνεκροτήθη οὕτω τὴν ἐπιοῦσαν ἡ Κυβέρνησις ἡ οἰκουμενική. Οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω περὶ τῶν προσώπων, οὐδὲ περὶ τῆς ἀναμφισβητήτου φιλοπατρίας αὐτῶν, οὐδὲ περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, οὐδὲ περὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς ἐκείνας, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπινοηθῇ Κυβέρνησις ἀτυχεστέρα.
§48ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ἐκ τῶν ὑστέρων τὰ λέγετε.
§49ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ εἶπον ἐκ τῶν προτέρων, καὶ ἄν ἦτο ἐδῶ ὁ ἀρχηγὸς καὶ φίλος μου, ἤθελε σᾶς βεβαιώσει, ὅτι καὶ τὰ εἶπον εἰς αὐτὸν, καθ’ ὃ εἶχον καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον, καὶ τὰ ἔγραψα. Ὑπάρχουσι δὲ, νομίζω, ἐνταῦθα φίλοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν τὴν ἐπιστολήν μου.
§50ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Μάλιστα, τὰ βεβαιῶ.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδύνατο, λέγω, νὰ γείνῃ Κυβέρνησις ἀτυχεστέρα. Ἐν τοιαύταις περιστάσεσι μία πρέπει νὰ ἦναι ἡ θέλησις, εἷς ὁ νοῦς. Ὅ,τι ἐν τοιαύταις στιγμαῖς δέον νὰ τελῆται, πρέπει νὰ τελῆται ἐν μυστικότητι καὶ ταχύτητι, μετεχούσαις τοῦ θαυμασίου. Πρέπει ὄχι μόνον ἑνότητα ἰδεῶν, ἀλλὰ ταὐτότητα ἐν πᾶσι νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις· διότι Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα ἑνότητα καὶ ταὐτότητα ἐν πᾶσι, δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλοπάτριδος φιλοδοξίας, τὸ ὁποῖον τελεῖ τὰ μεγάλα ἔργα. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐτάφη προσωρινῶς πᾶν ὅ,τι εἶχεν ἔξοχον ὁ Τόπος καὶ κατηναλώθη εἰς αὐτὴν ὁ πολυτιμότερος τῆς ἐνεργείας χρόνος. Δὲν ὁμιλῶ ἐγὼ, λέγων ταῦτα, ὡμίλησεν ὁ λαὸς τὴν ἐπιοῦσαν τῆς πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος ἄλλως ἐτίμα καὶ ἠγάπα πάντα τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέλη. Ἐκεῖνος δὲ ἦτο τῷ ὄντι λαὸς, ὅπως τολμήσῃ ὅ,τι τότε ἐτόλμησεν ἐν τῇ ἀγανακτήσει αὑτοῦ. Καὶ ἀπωλέσαμεν τότε εὐκαιρίαν πολύτιμον, εὐκαιρίαν, ἡ ὁποία κατὰ χιλιετηρίδας δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὰ Ἔθνη! Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος—γινώσκει καλῶς ὁ κ. Τρικούπης ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1867—ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀδιαλείπτως ἡ σύμπραξις αὐτῆς μετὰ τῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν ἄλλων φυλῶν τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου. Ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπασαι αἱ φυλαὶ αὗται ἐκινήθησαν κατὰ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ, ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς χωροφύλαξ τῆς Εὐρώπης στρατὸς ἑξακοσίων χιλιάδων ἐχθρῶν τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ εἰσέβαλεν εἰς τὴν χώραν αὐτοῦ, εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς ἠσχολούμεθα διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἡμῶν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς εἰς τὸ νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ Προξενεῖον τῆς Ἄρτης καὶ τὸ Προξενεῖον τοῦ Βώλου, καὶ ἠρκούμεθα νὰ μᾶς δώσωσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑπογράψωμεν διὰ τῆς ἰδίας ἡμῶν χειρὸς (ἂν ἦτο Ἑλληνικὴ χείρ, ἔπρεπε νὰ κοπῇ ἡ χεὶρ αὕτη), νὰ ὑπογράψωμεν, ὅτι ἀναγνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἐὰν μεταβληθῇ ὁ τίτλος τοῦ πασᾶ ἐν Τουρκίᾳ εἰς τίτλον Διοικητοῦ, ἐὰν μετονομασθῇ ὁ Χασὰν Ἰωάννης!! Ἡ Κρήτη, αὐτὴ ἡ μεγαλομάρτυς νῆσος, τὸ μαρτυρεῖ. Ταῦτα ὑπέμνησα, διότι πρέπει νὰ ἦναι διαρκῶς εἰς τὴν μνήμην ἁπάντων. Ἀλλ’ ἐνθύμησα ταῦτα καὶ διότι ἡ ἰδία ἀναλλοίωτος ἐπεκράτησε καὶ ἐφεξῆς πολιτικὴ, ἡ προσωπικὴ πολιτική, διότι καὶ ἐφεξῆς τιμαλφῆ ἐπίσης τοῦ Ἔθνους συμφέροντα κατεστράφησαν ἕνεκεν αὐτῆς. Ὡμίλησε περὶ τοῦ μέλλοντος ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἀλλὰ πρὶν ἢ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸ μέλλον, ἔπρεπε νὰ στρέψῃ αὐτοὺς κατὰ πρῶτον εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ τὸ παρελθὸν τοῦτο εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ παρελθὸν δὲ τοῦτο ἀναμιμνήσκω ἐγὼ, οὐδὲν ἄλλο πράττω, καὶ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος στηριζόμενος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δὲν δύναται νὰ πιστεύῃ πλέον εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῶν ἀναγκῶν τῆς στιγμῆς. Ποῦ εὑρισκόμεθα κατὰ τὸ 1879; εὑρισκόμεθα εἰς σημεῖον ὅσον οἷόν τε, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπραξίαν ὑμῶν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, ὅσον οἷόν τε εὐάρεστον. Εἴχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τίτλον, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης καὶ τὴν προσυπογραφὴν τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἐγνωρίζομεν μὲ τίνα ἀντίπαλον εἴχομεν νὰ παλαίσωμεν· εἴχομεν νὰ παλαίσωμεν μὲ τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία οὐδενὸς ἤθελε φεισθῆ, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης. Τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν; ἔπρεπε νὰ παρασκευασθῶμεν, ἵνα τῇ συνδρομῇ καὶ ἐπινεύσει τῆς Εὐρώπης πραγματοποιήσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Εἰς τοῦτο ἠσχολήθη ἡ Κυβέρνησις Κουμουνδούρου, καὶ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ πάντα τὰ οἰκονομικὰ Νομοσχέδια εἰς τοῦτον ἀπέβλεπον τὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ἄσπλαγχνος πάλη ἐξηγέρθη κατὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διαρκέσασα τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους οὐδὲν ἐπράχθη. Καὶ διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπικράτησις, ἐφευρέθη τὸ γνωστὸν ἐκεῖνο, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν εἶναι οὐδὲ εἰς τὸ ἄλφα, ἐπενοήθη ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, διεσαλπίσθη ἡ ἐλάττωσις τῆς στρατιωτικῆς θητείας, δηλαδὴ ἡ κατάργησις τοῦ στρατοῦ. Ἐν τούτοις, σᾶς ἔλεγε προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης, ῥίπτων πάλιν ἕνα μύδρον κατὰ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ κεφαλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πράττει ὅ,τι εἶναι ἀρεστὸν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλὰ τί ἔπραττε τότε ὁ κ. Τρικούπης, εἰμὴ τοῦτο; τί ἔπραττεν, εἰμὴ περιποιεῖτο τὰ πλήθη; τί ἔπραττεν, εἰμὴ ἐξεμεταλλεύετο τοὺς ἀσθενεῖς χαρακτῆρας, τί ἔπραττεν εἰμὴ ἐπλάνα τὸν λαόν; Καὶ ἐνθυμοῦμαι τί συνέβη ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ. Οὔτε 18, νομίζω, βουλευταὶ δὲν ἔμειναν, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δεκάτης· ἐτράπησαν ὅλοι εἰς φυγήν....
§52ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι σωτήρια......
§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δεικνύει, τὴν δημοκοπίαν, αὐτὸ μαρτυρεῖ τὴν ἀστοργίαν πρὸς τὰ μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδέποτε Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ πονοῦσα τὸν τόπον, ἡ ὁποία ἐν στιγμῇ καθ’ ἣν τὸ Ἔθνος ἐκαλεῖτο εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ἤθελεν ἐπιθέσει χεῖρα ἐπὶ τοῦ στρατοῦ, ὅπως παραλύσῃ αὐτὸν, καὶ ἤθελε προβῆ εἰς τὴν κατάργησιν φόρου, σπουδαῖον παρέχοντος εἰσόδημα, ὅστις, ἔστω καὶ κακὸς, ἐλειτούργει ὅμως πρὸ 50 ἐτῶν. Ἠδύνατο τὴν δεκάτην νὰ καταργήσῃ μετὰ ἓν ἔτος· δὲν ἤθελε καταστραφῆ ὁ Τόπος ἐκ τῆς ἀναβολῆς. Ἀλλὰ κατεστράφη, διότι ἡ δημοκοπία ἐκείνη παρέλυσε τὰς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους καὶ ἐταπείνωσε τὸ φρόνημα αὐτοῦ. Καὶ ὅμως διὰ νὰ σᾶς πείσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αὐτὸς δὲν κολακεύει τὰ πλήθη, σᾶς ἐπρόσθεσεν, ὅτι αὐτὸς οὗτος προσεκάλεσε τὴν ἐπιστρατείαν, ἡ ὁποία ἐπέβαλε βάρη εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ἴσως, ὅτι ἐλησμονήσαμεν καὶ τὸν χρόνον καὶ τὰς περιστάσεις. Καὶ ἡ ἐπιστρατεία τὸν ἴδιον εἶχε σκοπὸν, διότι τότε δι’ αὐτῆς ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Τότε οὐδεὶς ὑπῆρχε κίνδυνος. Ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀπέλθει τότε, ὁ Βασιλεὺς εἶχεν ἀποδημήσει, καὶ τὸ ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον δὲν ἔτρεχε τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον. Ἀλλ’ ἔβλαψε τῷ ὄντι, ἀλλ’ ἐθανάτωσε πράγματι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἡ πολιτικὴ τῆς μεταβολῆς τῆς θητείας καὶ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης; Κρίνατε. Τὰ πράγματα εἶναι τόσον καταφανῆ, ὥστε ἀρκεῖ ὑπόμνησις αὐτῶν, διὰ νὰ δυνηθῆτε πάντες ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἂν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα διέτρεξε κινδύνους καὶ ἂν ἐκολοβώθη, τὸ κακὸν ὀφείλεται εἰς τὴν δημοκοπίαν ἐκείνην. Ἦτο γνωστὸν πρὸ πολλοῦ, καὶ τόσον, ὥστε καὶ ἐξηγήσεις μεταξὺ μεγάλων Ἐθνῶν ἀντηλλάγησαν, ποία ἦτο μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου ἡ πολιτικὴ τῶν φιλελευθέρων τῆς Ἀγγλίας. Οἱ πάντες εὐθυμοῦνται τὸ πολύκροτον ἐκεῖνο λόγιον τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς καὶ μεγάλου φιλέλληνος, τοῦ Γλάδστωνος, «τὸ κάτω τὰς χεῖρας» πρὸς τὴν Αὐστρίαν ἀπευθυνθέν. Αὕτη εἶναι ἡ νέα Ἀνατολικὴ πολιτικὴ, οὐ μόνον τῶν φιλελευθέρων, ἀλλὰ τῆς Ἀγγλίας, καὶ ὡς τοιαύτη εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ εὐαγγέλιον αὐτῆς. Οἱ πάντες ἐγίνωσκον, πολὺ δὲ μᾶλλον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βικονσφὴλδ ἐκ Βερολίνου ἀνεγράφη ὡς πρόγραμμα πολιτικὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικόν. Εἴχομεν ἕως τότε φίλους ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ φίλους ἀτομικούς. Δὲν εἴχομεν ἆρά γε ἐν Γαλλίᾳ φίλον ἔνθερμον καὶ πανίσχυρον, ἡρωϊκῶς ὑπὲρ ἡμῶν ἀγωνισθέντα, τὸν μέγαν καὶ πολύκλαυστον Γαμβέτταν, τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ἐπὶ τοῦ τάφου τοῦ ὁποίου γονυπετὴς ἔχυσε πύρινα δάκρυα σύμπας ὁ Ἑλληνισμός! Καὶ ὅμως παρόντος τοῦ Γαμβέττα, γνωρίζετε τί ἔγραψεν ὁ Barthelemy Saint Hilaire περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Πρώτην τότε φορὰν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐγένετο πολιτικὸν πρόγραμμα τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, καὶ 195 ψῆφοι τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἦτο αὐτὸς ὁ Γλάδστων, ἐξήνεγκαν μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βικονσφὴλδ ὡς ἀθετησάτης τὰς ὑποσχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς βλάβην τῶν Ἀγγλικῶν συμφερόντων. Ἔκτοτε ἦτο γνωστὸν ποία θὰ ἦτο καὶ ποία θὰ ἦναι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Ἀγγλικὴ πολιτικὴ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔκτοτε ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πᾶς πολιτικὸς ἀνὴρ, τοῦ ὀνόματος ἄξιος, τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν ἡ παντοδύναμος Ἀγγλία, καὶ τοῦ Βικονσφὴλδ αὐτοῦ πρωθυπουργοῦντος ἔτι, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἐξ οὗ ἐξήρτα καὶ ἐξαρτᾷ ἐν οὐ σμικρῷ εἰμὴ κατὰ τὸ ὅλον τὴν μεγάλην αὐτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ πολιτικήν. Καὶ ἐπειδὴ ἐμνήσθην τοῦ Βικονσφὴλδ, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, πρὸς πληρεστέραν ἀπόδειξιν τοῦ πόσον μέγα κακὸν ἐπάθομεν, μὴ ἐργασθέντες κατὰ τὸ 1877, τὴν μεγάλην ἐκείνην πρᾶξιν τοῦ Ἄγγλου Πρωθυπουργοῦ, ἣν ἔπραττεν ἐν ὀνόματι τῶν Ἀγγλικῶν συμφερόντων, τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκ τοῦ μηδενὸς ἢ μᾶλλον διὰ βεβιασμένου πλάσματος καταρτίσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας. Λέγω διὰ πλάσματος, διότι ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία κινδυνεύει νὰ καταβροχθισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, ἤτοι κινδυνεύει νὰ πάθῃ ἤδη ὅ,τι πρὸ πενταετίας ἐπειράθη νὰ ματαιώσῃ ὁ Βικονσφὴλδ διὰ τῆς πολιτικωτάτης αὐτοῦ ἐπινοήσεως. Ἡ Ἀνατολικὴ Ρωμυλία ἐτέθη ὡς πρόχωμα κατὰ τῆς προόδου τῶν Σλαυϊκῶν φυλῶν. Ἐν δὲ τῇ Χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου ὑπάρχει ἐκτὸς ἐκείνων ἄλλη φυλὴ πλὴν τῆς Ἑλληνικῆς; Ἔπλασε μίαν μικρὰν Ἑλλάδα ἐκεῖ ὁ Βικονσφὴλδ, διότι δὲν εὗρεν οὐδαμοῦ Ἕλληνα ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ἀποδεικνύει ἡ στοργὴ, μεθ’ ἧς ἐδράξατο ὁ Βικονσφὴλδ αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ κίνημα τοῦ Δομοκοῦ, τὸ ὁποῖον σεῖς τοσοῦτον ἐμυκτηρίσατε (θόρυβος). Δὲν ἤξευρε τάχα ὁ Βικονσφὴλδ τί ἦτο τὸ κίνημα τοῦ Δομοκοῦ; ἀλλ’ ἤθελε γεγονός τι, ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῇ καὶ τὸ εὗρεν. Αὐτὰ τὰ ἐγίνωσκεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Εἶναι τοσοῦτον ἐντριβὴς περὶ τὰ διπλωματικὰ ὁ κύριος Τρικούπης, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀδικήσω ἐπὶ τοσοῦτον ὥστε νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν τὰ ἐγίνωσκεν. Ἀλλ’ ἐγίνωσκε καὶ ἄλλο τι, ἐγίνωσκεν, ὅτι ἀπὸ τῆς 23 Μαρτίου, 15 τουτέστιν ἢ 20 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεως αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὶν ἢ συμπράξῃ ἔτι μετὰ τῆς Βουλῆς—διότι ἔλαβεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, καὶ διακοπὴν—ἤρξαντο αἱ ἐν ταῖς βουλευτικαῖς ἐκλογαῖς τῆς Ἀγγλίας νίκαι τῶν φιλελευθέρων, αἵτινες ἀνηγγέλλοντο, τοὺς πάντας καταπλήττουσαι, δὶς καὶ τρὶς τῆς ἡμέρας. Ἐγίνωσκεν, ὅτι τὴν 14, νομίζω, Ἀπριλίου κατηρτίσθη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Γλάδστωνος, ἀλλ’ ὅτι ἡ πρόσκλησις αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν ἦτο βεβαία ἀπὸ τοῦ τέλους Μαρτίου· ἀναφυλλίσατε τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἡμῶν καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι οὐδὲ τὰ Νομοσχέδια, δι’ ὧν ἠλάττωσε τοὺς πόρους τοῦ Κράτους καὶ κατέλυσε τὸν στρατὸν ἡμῶν δὲν εἶχε εἰσέτι ὑποβάλει. Διατί δὲν ἔλεγε τότε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὴν Βουλήν; Διατί δὲν ἔλεγεν ἡμῖν: ἔλθετε νὰ ψηφίσητε δάνεια, φόρους, ἐπιστρατείαν, διότι ὁ καιρὸς τῆς ἐνεργείας ἐπῆλθεν; Ἀλλὰ πῶς νὰ τὸ εἴπῃ; ἐχάνετο ἡ Ἐξουσία! Καὶ ἀφῆκεν εἰς πλάνην οὐ μόνον τὴν Βουλὴν μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ἀλλὰ καὶ τὸν Βασιλέα μέχρι τῆς 10 Μαΐου, ὅτε ἀπῆλθεν ἐντεῦθεν ὁ Ἡγεμών. Τίς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τότε ὅτι δὲν ἐγίνωσκε ποῦ ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα; Τίς μάλιστα θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ, ὡς ἔπραξεν ὁ κύριος Τρικούπης, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι εἰς τὸ ἄλφα; Καὶ ὅμως τὸ εἶπεν, ἐνῶ καὶ πρὶν ἔτι ἀναχωρήσει ὁ Βασιλεὺς ἦτο γνωστὸν, ὅτι συνήρχετο, προκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Γλάδστωνος, ἡ Συνδιάσκεψις τοῦ Βερολίνου! Ἀλλὰ τότε εἴχομεν ἄλλην ἀνάγκην. Ἔπρεπε νὰ συντηρήσωμεν τὴν Ἐξουσίαν, καὶ χάριν αὐτῆς ἀπωλέσαμεν τὴν μεγάλην εὐκαιρίαν τοῦ Δουλτσίνου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ φιλελεύθερος Γλάδστων παρεσκεύασε, κατορθώσας νὰ σταλῶσιν εἰς τὰ ὕδατα τοῦ μικροῦ ἐκείνου χωρίου 20 μεγάλα πλοῖα τῶν Δυνάμεων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ πολεμήσωσι μίαν Αὐτοκρατορίαν. Δὲν ἐπρόκειτο βεβαίως περὶ τοῦ Δουλτσίνου μόνον, ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος ἡμῶν, τοῦ ἐνδιαφέροντος πλειότερον τὸν Γλάδστωνα καὶ ὡς φιλελεύθερον καὶ ὡς Ἄγγλον. Εἶχεν ἀνάγκην ὁ μέγας ἀνὴρ ὁμοίας ἀφορμῆς, πρὸς ἣν ἔδιδον οἱ ἀνδρεῖοι Μαυροβούνιοι. Ἐκεῖνοι ἐπάλαιον διαρκῶς κατὰ τῶν Τούρκων καὶ συνετάραττον τοὺς κύκλους τῆς Εὐρώπης. Οἱ προστάται αὐτῶν ἐδράξαντο τῆς περιστάσεως καὶ εἶπον: λύσατε τὸ ζήτημα, διότι δυνατὸν νὰ διαταραχθῇ ἕνεκεν αὐτοῦ ἡ εἰρήνη. Τὸ αὐτὸ ἤθελον πράξει βεβαίως καὶ οἱ ἀγαπῶντες τὴν Ἑλλάδα διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἂν καὶ ἡμεῖς ἠπειλοῦμεν τότε νὰ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἠσχολεῖτο εἰς τὴν δεκάτην, εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ καὶ εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν αὐτοῦ! Εἶπον, ὅτι ἡ προσωπικὴ αὕτη πολιτικὴ διεπόμπευσε καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τί ἄλλο ἦτο εἰμὴ διαπόμπευσις τῆς τιμῆς τῆς Ἑλλάδος τὸ ἐγερθὲν ἀπαίσιον ἐκεῖνο Θηβαϊκὸν ζήτημα. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἑνὸς Τόπου παρίσταται ὡς λῃστεύουσα τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀποτελῇ κόμμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὰ τῆς πατρίδος ἐπὶ εἰκοσαετίαν, τὸ ὁποῖον ἠρίθμει καὶ ἐν ταῖς ἀνιαραῖς ἐκείναις στιγμαῖς μέγαν ἀριθμὸν φίλων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μεγίστην μερίδα ἐν τῷ ἔθνει, ὅταν οὕτως πως διασύρηται ἡ τιμὴ τοιούτου κόμματος, δὲν συνδιασύρεται καὶ ἡ τιμὴ τῆς Πατρίδος; Καὶ κατὰ δυστυχίαν τὸ κακὸν ἐδιπλασιάσθη ἢ μᾶλλον ἐμυριοπλασιάσθη, ὅταν ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον, διὰ τῆς ὁμολογίας αὐτῶν τῶν ἰδίων, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ συκοφαντία (θόρυβος).
§54ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Σεβόμενοι τὴν θέσιν τοῦ πάσχοντος Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἀφορμὰς νὰ ὑποληπτώμεθα, ἀλλὰ πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ ὁποίου δὲν συμφωνοῦμεν, εὑρισκόμεθα εἰς δύσκολον θέσιν, ἀκούοντες αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, διότι θ’ ἀναγκασθῶμεν ν’ ἀντεπεξέλθωμεν.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Νὰ γείνῃ πέντε λεπτῶν διακοπή, κύριε Πρόεδρε.
§56ΕΤΕΡΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· εἶναι καλὸν νὰ κάμωμεν διακοπὴν ἐπὶ πέντε λεπτά. (Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ Συνεδρίασις.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ποῦ εἶναι ὁ κύριος Ζηνόπουλος;
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν προσεκάλεσα τρὶς καὶ μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ (θόρυβος).
§61ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ἡ ὥρα εἶναι 7¼, νὰ συναινέσῃ καὶ ἐξ ἁβρότητος πρὸς πάσχοντα συνάδελφον, διότι πρὸ 20 ἡμερῶν πάσχω ἐκ κρυολογήματος, ν’ ἀναβάλῃ δι’ αὔριον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω ἤδη· ἐὰν θέλετε δὲ νὰ μὲ ἀναγκάσητε, εἶναι ὡς νὰ μὲ ἀφαιρῆτε τὸν λόγον. Δὲν πιστεύω ὁ κύριος Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι τοῦ βήματος τούτου κάτοχος καὶ λάτρις τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, νὰ ἐπιμένῃ.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ἐκουράσθη ὁ ἀγορεύων, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἀναγκάσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καλὸν νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις· μὲ ὅλην τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν ἀπάθειαν σᾶς ἠκούσαμεν νὰ εἴπετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ νὰ μὴ παραλύετε περαιτέρω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· μὴ θέλετε νὰ δείξετε σεῖς ὁ κοινοβουλευτικὸς, ὅτι τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ προοδεύσῃ ἐν Ἑλλάδι.
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ συγχέετε τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα μὲ τὴν διακοπὴν τῆς ὁμιλίας μου.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ μὴ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§65ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω.
§66ΤΙΝΕΣ. Ἐκτὸς τούτου, καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ μείνωμεν περισσότερον (θόρυβος).
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἀκούεται ἡ φωνή μου, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 94. Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 καὶ 25).