1883.02.14
2,801 rows · 20,885 words · 16 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58
Τῆς 14 Φεβρουαρίου 1883
(Δευτέρα)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Πατρῶν «Ἑρμῆς» εὔχεται νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πρότασις Νόμου περὶ καταργήσεως τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ Ἐπιμελητοῦ τῶν χειρογράφων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης· συνοδεύεται καὶ μὲ ἔκθεσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παλαμίδης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν Δημοδιδασκάλων τῆς Ἐπαρχίας Γορτυνίας τῶν παλαιῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἠλαττώθη ἡ μισθοδοσία των κατὰ 10% ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς νέους Δημοδιδασκάλους μὲ τὸν Νόμον τοῦ 1877.
§5ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Γκέρμπεση καὶ Μακρυχωρίου τῆς Ἐπαρχίας Καρδίτσης μοὶ ἀπέστειλαν δύω ἀναφορὰς, διευθυνομένας πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Δι’ αὐτῶν παραπονοῦνται ὅτι κατὰ τὴν γενομένην διαίρεσιν τῶν Δήμων τῆς Ἐπαρχίας πρόκειται ν’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὸν Δῆμον Καρδίτσης, εἰς ὃν πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ὑπήγοντο, καὶ νὰ ὑπαχθῶσι τὸ μὲν ἓν εἰς τὸν σχηματισθησόμενον Δῆμον τοῦ Παλαμᾶ, τὸ δ’ ἕτερον εἰς τὸν τοῦ Καλλιφωνίου· ἐνῷ, καθὸ προάστεια τῆς πόλεως Καρδίτσης ἀμφότερα καὶ μόλις ἀπέχοντα αὐτῆς κατὰ μίαν ὥραν, ἔπρεπε αὐτοδικαίως νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν Δῆμον Καρδίτσης, εἰς ὃν καὶ τὰ συμφέροντά των ἀνέκαθεν ἔχουσιν. Τὰς ἀναφορὰς ταύτας ὑποβάλλων πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κύριον Ὑπουργὸν, παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς διόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ὅπερ προσγίνεται εἰς τοὺς ἐν λόγῳ χωρικούς. Ἐπίσης παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν αὐτὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ ὅσον τάχιστα τὴν μετακίνησιν τῶν ὑπαστυνόμων καὶ βοηθῶν τῆς αὐτῆς Ἐπαρχίας, καὶ ἂν ὄχι ὅλων τοὐλάχιστον τριῶν, ἤτοι τῶν Τόπα, Χρ. Τζιμπίδα καὶ Μπαλάσκα, οἵτινες φέρονται μᾶλλον σκανδαλωδῶς πρὸν τοὺς συμπολίτας των· ἄλλως τε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ὑπαστυνόμοι Διοικητικῆς Ἀστυνομίας καὶ οὐχὶ Δημοτικῆς νὰ ἐνασκῶσι δύω καθήκοντα, ἤτοι τὸ τοῦ Ὑπαστυνόμου καὶ τὸ τοῦ ὑποψηφίου Δημάρχου, ἐν παραμοναῖς μάλιστα ἐκλογῶν, εἰς τὰ τμήματα, ἐξ ὧν κατάγονται καὶ ὅπου κατὰ φυσικὸν λόγον ἔχουσι τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας των.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς, ἴσως καὶ πλέον, ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ Πόρου μετὰ τοῦ Ἐπάρχου ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος συνέστησα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναφορᾶς οὐδὲν ἀποτέλεσμα παρουσιάσθη εἰσέτι. Καὶ ἐπειδὴ τὸ αἰτούμενον διὰ τῆς ἀναφορᾶς εἶναι ἐκ τῶν λίαν κατεπειγόντων, διότι ἀπὸ τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου ἔχουσιν ἐργασθῆ ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει τοῦ λιμένος Πόρου ἱκανοὶ τὸν ἀριθμὸν ἐργάται, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν ἔχουσι πληρωθῆ, διὰ τοῦτο ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ὑπόθεσιν, συνιστῶν τὴν ταχεῖαν λύσιν τῆς διαφορᾶς. Ζητεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ Λιμενικὴ Πόρου παρὰ τοῦ ὑποκαταστήματος τοῦ αὐτόθι τῆς Τραπέζης τὴν ἐξόφλησιν τῶν ποσοτήτων, αἵτινες παρουσιάζονται δικαιολογημέναι δι’ ἀποδείξεων τῶν δικαιούχων, καὶ τὸ Ὑποκατάστημα παρεμβάλλει δυσκολίας. Ἡ ἀναφορὰ λοιπὸν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν δυσκολιῶν τούτων κατά τινα μέθοδον καὶ τρόπον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ἔπαρχος μετὰ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεδείκνυε. Σήμερον, ἐνῷ ὡς πάντοτε ἐνῃσχολούμην καὶ ἐζήτουν πληροφορίας περὶ τῆς ἐκβάσεως καὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀναφορᾶς, ἐπληροφορήθην εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅτι εἰς οὐδὲν ἀπέληξεν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὅτι τὸ ἔργον θέλει διακοπῆ, ἐνῷ τὰ χρήματα τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου εἶναι ἀργὰ, καὶ ἄνευ τόκου μένουσιν εἰς τὸ Ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης, διότι τὸ Ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης θέλει, ὅπως τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα διαβιβασθῶσιν εἰς τὸ Ταμεῖον Ὕδρας καὶ τοῦτο τ’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑποκατάστημα, καὶ τότε νὰ κάμῃ τὰς πληρωμὰς, δηλαδὴ προτείνει μίαν, τρόπον τινὰ, διαδικασίαν πολύπλοκον, ἥτις δὲν ἀπολήγει εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δώσῃ μίαν ὤθησιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διότι τὸ ἔργον μένει ἤδη μετέωρον, ἐνῷ τὰ χρήματα ἀφ’ ἑτέρου μένουσιν ἄτοκα. Δεύτερον, γνωρίζομεν οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ποῖον σκάνδαλον ἀπὸ δεκαετηρίδων παρουσιάζει ἡ πενταετὴς παραγραφὴ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Ἐπὶ τῆς παραγραφῆς ταύτης οἱ δικαστικοὶ ἐκυμαίνοντο κατὰ διαφόρους ἐποχάς· ἐπὶ τέλους εἰσήχθη μία νομολογία, ἡ ὁποία εἶναι ὅλως διόλου παράλογος καὶ τὴν ὁποίαν ἤδη καὶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατήρτισαν τὴν νομολογίαν ταύτην, ἐν τοῖς κατωτέροις Δικαστηρίοις, εἰσαχθέντα ἤδη καὶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, καθιέρωσαν. Διὰ τῆς πενταετοῦς αὐτῆς παραγραφῆς καταστρέφονται πολλὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὁ λόγος ὁ ὀρθὸς τοιοῦτος τοῦ Νόμου. Φρονῶ, ὅτι καλὸν ἦτο, ἵνα ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ἓν μέτρον περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου. Περὶ τούτου καὶ ἄλλοτε ὑπεβλήθησαν μέτρα, τὰ ὁποῖα εἴτε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, εἴτε ἄλλως πως ἔμεναν ἀνεκτέλεστα καὶ ἐκκρεμῆ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νομοθετικόν τι μέτρον νὰ ληφθῇ περὶ τούτου, νὰ γείνῃ μία ἑρμηνεία, ἥτις νὰ ὁρίζῃ τὰς περιπτώσεις τῆς παραγραφῆς αὐτῆς τῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου αἰτήσεων τῶν πολιτῶν. Ἐπὶ τέλους μίαν σύντομον παρατήρησιν ἔχω ἀκόμη νὰ κάμω ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Σταμούλη περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἀλβανικῆς γλώσσης ὡς διδασκαλίας ἐν τῷ Γυμνασίῳ Κερκύρας.
§7ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Συστάσεως.
§8ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα. Ἐν τοῖς παραπλεύρως τῆς Ἀλβανίας κειμένοις τόποις ἐν Κερκύρᾳ. Πράγματι ἡ μελέτη αὕτη τοῦ κυρίου Σταμούλη ἔχει σπουδαιότητα, εἰ καὶ εἰς τὴν ἀρχήν της φαίνεται ἀνεπίδεκτος ἐκτελέσεως. Ἀλλὰ θεωρῶ περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοῦτο τὸ μέτρον δὲν θὰ λειτουργήσῃ τόσῳ ὑπὸ γραμματικὴν ἔποψιν, ὅσῳ ὑπὸ πολιτικήν. Βεβαίως καὶ ἡ φιλολογία τῆς γλώσσης αὐτῆς εἶναι σχεδὸν μηδαμινὴ σήμερον, καὶ πᾶς ὁ ἀσχολούμενος εἰς τὴν ἐκμάθησιν τῆς γλώσσης αὐτῆς μέχρι τοῦδε δὲν θὰ ἐδύνατο παντελῶς νὰ προβῇ εἰς εὐχάριστον ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ προεῖπον, ὅτι εἶναι πολιτικὴ ἀνάγκη καὶ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἀποφεύγω νὰ εἴπω πόσα ἀγαθὰ θέλομεν ἐπιτύχει ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅστις δὲν ἔχει ἀδιάθετον σήμερον ἐξ ὅλων τῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας χωρῶν παρὰ μόνην τὴν Ἀλβανίαν· πάντες οἱ ἄλλοι λαοὶ διετέθησαν. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ 1856, ἐπὶ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ὅτι δὲν ὑπῆρχε οὔτε Σερβία, οὔτε Μαυροβούνιον, οὔτε Ῥουμανία. Εἰς τὰ 1821 ἡ ἐπανάστασις ἐν Βασσαραβίᾳ ἦτο Ἑλληνικὴ μέχρι τοῦ Ταινάρου καὶ τοῦ Ἀδρία, ἀλλ’ ἐκ τῆς κακῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος ἐσχηματίσθησαν τόσοι νέοι λαοὶ καὶ τόσαι Ἐπικράτειαι, διότι δὲν ἐφρόντισεν ἡ Ἑλλὰς περὶ τούτων. Φροντίσατε τουλάχιστον λοιπὸν τώρα καὶ περὶ τῆς Ἀλβανίας.
§9ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κύριος Παππαμιχαλόπουλος ἐζήτησε πληροφορίας· καὶ πρῶτον ποῖαι εἶναι αἱ κατὰ κεφάλαιον ἀδιάθετοι πιστώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1882, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ τελευταίᾳ προσωρινῇ καταστάσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Εἶναι ἐν συνόλῳ ἐκ δραχμῶν 3,907,000, εἶναι σημειωμέναι ἑκάστου Ὑπουργείου κατὰ κεφάλαιον. Δεύτερον ἐζήτησε κατάλογον ἐκείνων τῶν πιστώσεων τῶν ἐκτάκτων καὶ συμπληρωτικῶν, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1882. Φέρω ἐπίσης αὐτὸν τὸν κατάλογον, καὶ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 204,000· αἱ δὲ πιστώσεις αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς ἐπιψήφισιν πρὸς τὴν Βουλήν.
§10Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀγορεύων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν, σᾶς ἐδήλωσα τὸν διπλοῦν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις προετίθετο, ζητήσασα νὰ μειώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883 κατὰ 6,700,000. Σᾶς εἶπον τὸν οἰκονομικὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐλπίζουσα, ὅτι, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων, ἤθελεν ἐπέλθει ἀνάλογος ἡ ἐλλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἤθελε μειώσει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς τοσούτων φόρων, ὅσους ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλῃ. Σᾶς ἀνέπτυξα καὶ τὸν πολιτικὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπιδιώκει, τὸν σκοπὸν νὰ περιορίσῃ τὰ μέσα, ἅτινα θέλει χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὰ ἀπολύτως ἀναπόφευκτα εἰς τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας· διότι ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι ἡ περίσσεια τῶν μέσων, ἡ ἀφθονία τῶν μέσων, ἐνῷ δὲν εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, συντελεῖ ὅμως εἰς τὴν παραποίησιν, εἰς τὴν νοθείαν τοῦ Πολιτεύματος, διότι διατίθεται πρὸς συγκράτησιν τῆς πλειοψηφίας, ἥτις ὑποστηρίζει ἐν τῇ Βουλῇ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν σᾶς ἀπέκρυψα δὲ ποῖον δεινὸν διὰ τῆς συναλλαγῆς συντελεῖται, καὶ σᾶς παρέστησα, ὅτι καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παραποιεῖται δι’ αὐτῆς, μεταποιούμενον εἰς ἀχρεῖον εἶδος Μοναρχίας, καὶ τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ διαφθείρονται, διότι διδάσκεται ὁ λαὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἰσχὺν τὸν νόμων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζῃ ἐπὶ τὴν ἰσότητα τῆς διοικήσεως, τέλος, ὅτι πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ἐνίοτε καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τὰ πολιτεύματα, κύριοι, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν Πολιτειῶν. Τὰ Πολιτεύματα εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὰ Κράτη παρασκευάζουσιν ἑαυτὰ, ἵνα δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ἀποστολὴν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἱστορίας ἢ ἐκ τῶν παραδόσεων ἀναλαμβάνουσι. Λοιπὸν, τί σημαίνει ἐὰν ἐπιβαρυνθῇ ἐφέτος ἡ χώρα δι’ ἀνίσου καὶ ἀδίκου φορολογίας; Τί σημαίνει, ἐὰν τὸ Κοιονοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν λειτουργῇ, ἀφοῦ, ἄνευ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου τῶν κακῶν τούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ Κυβέρνησις, ἥτις ἀνέλαβε νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Κράτος εὐθέως εἰς τὸν προορισμόν του, καὶ νὰ εὐφράνῃ οὕτω τὰς καρδίας ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἠσχολήθη πράγματι ἀνενδότως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν τοῦ Κράτους εὐθὺς ἀπὸ τῆς συστάσεώς της. Ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Ἀγησιλάου καὶ τοῦ Κίμωνος, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐθάμβωσε διὰ τῆς πανοπλίας αὐτῆς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν λαῶν τῆς Αἰγύπτου· διότι δὲν πρέπει νὰ καταλέξητε μετὰ τῶν τολμημάτων, ἅτινα ἡ ἱστορία μᾶς ἀφηγεῖται ὅτι διεπράχθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, τὸ τολμηρὸν ἐπινόημα τῶν δύω Ναυάρχων τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες συνέλαβον τὸ σχέδιον τοῦ ἐμπρησμοῦ τοῦ Αἰγυπτιακοῦ στόλου ἐν αὐτῷ τῷ λιμένι τῆς Ἀλεξανδρείας. Τὴν τολμηρὰν ἐκείνην ἐπινόησιν δὲν πρέπει νὰ τὴν καταῤῥυθμίσητε μεταξὺ τῶν κατορθωμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλὰς κατήγαγε κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπὶ τῶν χρόνων ἐκείνων. Οἱ Ναύαρχοι ἐκεῖνοι εἰσήγαγον λάθρα τὰ πυρπολικὰ ἐν τῷ λιμένι τῆς Ἀλεξανδρείας καὶ λάθρα ἐξῆλθον τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1882 τὰ δύω πλοῖα τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου εἰσῆλθον ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἐπεδείχθη ὄχι μόνον κατὰ τῶν στασιαστῶν, τῶν πειραθέντων νὰ διαταράξωσι τὴν νόμιμον ἐν Αἰγύπτῳ τάξιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ὑποκινησάντων ἐκείνους εἰς τὴν στάσιν. Μετὰ τὴν ἀπαισίαν τῆς 31 Μαρτίου ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ἀνεθεμάτισε, κατηράσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ θεόπνευστος βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, μετὰ τὴν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐξευτέλισιν τῶν Ἑλληνικῶν ὅπλων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς δόξης, ἐμένομεν κατηφεῖς καὶ κεκυφότες, ἕως ἂν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐπετέλεσε τὸ μέγα κατόρθωμα τῆς τολμηρᾶς ἐκείνης στρατιωτικῆς κινήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέλυσε τὸ μέγα μεθοριακὸν ζήτημα, εἰς τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἐτόλμα νὰ προσβλέψῃ πρὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἀπεκαλύφθη πᾶσα ἡ αἴγλη τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἥτις ἐτύγχανε περικεκαλυμμένη, ἥτις εἶχεν ἀμαυρωθῆ ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ προκάτοχος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ δύω τῷ ὄντι κατορθώματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἄξια νὰ παρακωλύσωσι τὴν Βουλὴν νὰ προσβλέψῃ εἰς τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλλωσι σήμερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὅταν συνέβησαν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ αἱ σφαγαὶ, Δημοσιογράφος διάσημος, γράφων συνήθως ἐν τῇ Γαλλικῇ ἐφημερίδι τῶν Debats, ἔγραφε περὶ τῶν ἐκεῖ συμβάντων τὰ ἑξῆς. «Τυχηρὸς καὶ δεξιὸς στρατιώτης κατέλαβε τὴν χώραν, ἐδίωξεν ἐξ αὐτῆς τὸν πολιτισμὸν, ἔδωκε τὸ σύνθημα τῆς σφαγῆς τῶν Εὐρωπαίων, καὶ, ἐν διαστήματι ὀλίγων ἑβδομάδων, κατέστρεψε τὸ ἔργον ἡμίσεος αἰῶνος. Ἅπαν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς βαρβαρότητος διεπράχθη ἀσυνέτως καὶ ἀτιμωτικῶς, ἐπὶ παρουσίᾳ δύω μεγάλων στόλων, οἵτινες ἐχρησίμευσαν μόνον εἰς τὴν παραλαβὴν τῶν προσφύγων». Οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Τζὼν Λεμοὲν ἐδημοσίευσε διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων περὶ τοῦ μέτρου τῆς Ναυτικῆς διαδηλώσεως, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγον αἱ δύω Δυνάμεις τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας, οἱ ὑπαινιγμοὶ οὗτοι δὲν ἐξεδηλώθησαν μόνον ὑπὸ τοῦ διασήμου δημοσιογράφου. Τῶν δύω στόλων ὁ εἰς Ἀλεξάνδρειαν κατάπλους ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεων ἀλλεπαλλήλων ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις τῶν διαφόρων Εὐρωϊκῶν Κρατῶν. Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῇ Γαλλικῇ συζητήσεις ἐγένοντο σφοδραὶ καὶ ἐπερωτήσεις ἀπηυθύνθησαν ἄπειροι κατὰ τῶν οἰκείων Κυβερνήσεων, διατὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς μέτρον, περὶ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου δὲν ἦσαν βέβαιαι αἱ Κυβερνήσεις. Τῷ ὄντι οἱ δύω μεγάλοι στόλοι, οἵτινες κατέπλευσαν εἰς Ἀλεξάνδρειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσιν ὁδηγίας, ἵνα ἀντιτάξωσι τὴν ὑλικὴν δύναμιν κατὰ τῶν στασιαστῶν καὶ νὰ προστατεύσωσι διὰ ταύτης ἀπὸ τῶν ὠμοτήτων, καὶ τῶν κακώσεων, εἰς τὰς ὁποίας οἱ στασιασταὶ ἠδύνατο νὰ προβῶσι, τοὺς ὑπηκόους των καὶ τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ ἀποκαταστημένους ἄλλους Εὐρωπαίους. Ἡ ναυτικὴ διαδήλωσις ἦτο μέτρον ἀνάγκης, καὶ κατέφυγον εἰς αὐτὸ αἱ δύω μεγάλαι Δυνάμεις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶσιν, οὔτε μετ’ ἀλλήλων, οὔτε μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἵνα λάβωσιν ἔκτακτα μέτρα δραστήρια καὶ τελεσφόρα, δυνάμενα νὰ ἐπιφέρωσιν ἀμέσως τὴν εἰρήνευσιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ἦτο ἀνάγκη ἐντελῶς εἰδικὴ διὰ τὰς μεγάλας ἐκείνας Δυνάμεις, διότι ἐκεῖναι ὤφειλον νὰ προστατεύσωσι τὴν καθεστῶσαν ἐν Αἰγύπτῳ τάξιν, διότι μετ’ αὐτῆς συνεδέοντο δικαιώματα, ἅτινα ἡ ἐν Αἰγύπτῳ Κυβέρνησις εἶχε παραχωρήσει εἰς αὐτὰς, εἴτε ἡ Εὐρώπη διὰ Συμβάσεων ἢ διὰ τῆς ἀνοχῆς εἶχεν ἀναγνωρίσει. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅμως οὐδὲ ἐκ Συνθήκης τινὸς εἶχεν ἀποκτήσει δικαίωμα, ἵνα ἀναμιγνύηται εἰς τὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς τῆς Αἰγύπτου, οὐδὲ τῇ ἀνοχῇ τῆς Εὐρώπης ἢ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως εἶχε παρασχεθῆ εἰς αὐτῆς ἡ εὔλογος ἀξίωσις νὰ τύχῃ τῆς συνδρομῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἐν Αἰγύπτῳ, ἢ εἶχεν ἐπιβληθῆ εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐκείνης. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις αὐτοβούλως καὶ ἑκοῦσα ἀπετάθη πρὸς τὰς δύω μεγάλας Δυνάμεις καὶ ἐδήλωσεν εἰς αὐτὰς τὴν ἑαυτῆς προθυμίαν, ἵνα καὶ αὕτη μετάσχῃ τῆς ναυτικῆς διαδηλώσεως. Αἱ δύω μεγάλαι Δυνάμεις δὲν εἶχον βεβαίως καμμίαν δυσκολίαν νὰ συναινέσωσιν, ἵνα καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀποστείλῃ εἰς Ἀλεξάνδρειαν πλοῖα μετὰ τῶν ἄλλων στόλων, οἵτινες κατέπλευσαν εἰς Ἀλεξάνδρειαν. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσε τὴν ἑαυτῆς προθυμίαν πρὸς τινα ἐν Ἀθήναις Πρεσβείαν, εἴτε τῆς μιᾶς εἴτε καὶ τῶν δύω μεγάλων Δυνάμεων, τὴν ἑαυτῆς προθυμίαν νὰ ἐπιβιβάσῃ ἐπὶ τῶν πλοίων, ἅτινα ἀπέστελλεν εἰς Αἴγυπτον, καὶ στρατὸν ἀποβατικὸν, ἵνα οὕτω προσφέρῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἔνοπλον ἐπικουρίαν εἰς τὴν ἄλλην στρατιωτικὴν δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἀγγλία ἔμελλον νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν. Τὰς διαδόσεις ταύτας δὲν ἠρύσθημεν ἐκ τῶν φημῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκυκλοφόρουν τότε ἐν τῷ μέσῳ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐξ ἐγκρίτου δημοσιογραφικοῦ φύλλου, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω, ὅτι πάντες ὑμεῖς εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι εἶναι καλῶς πληροφορημένον πάντοτε, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου, καὶ κἂν ἤθελον διστάζει τινὲς ἐξ ὑμῶν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θέλει διστάσει, νὰ σᾶς δώσῃ τὴν βεβαίωσιν, ἵνα περιβάλῃ διὰ κύρους τὰς ὑπὸ τοῦ δημοσιογραφικοῦ τούτου ὀργάνου δημοσιευθείσας εἰδήσεις. «Ἡ Κυβέρνησις, ἅμα τῷ πρώτῳ ἀκούσματι τῶν γενομένων ἀταξιῶν, διέταξε νὰ ἑτοιμασθῶσι δύω πολεμικὰ πλοῖα εἰς ἀπόπλουν, καὶ εἶχεν ἑτοίμους εἰς ἐπιβίβασιν λόχους τινὰς τοῦ Πεζικοῦ, Πυροβολικοῦ καὶ Εὐζώνων διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον. Περιεμένοντο ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν πληροφορίαι ἐξ Ἀλεξανδρείας· ἀλλ’ ὁ ἡμέτερος Πράκτωρ ἐτηλεγράφησεν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ νέων πλοίων καὶ στρατοῦ δὲν κρίνεται ὡς ἐπείγουσα, ἀπεναντίας δὲ χρησιμωτάτη ἡ ἀποστολὴ μεταγωγικοῦ, ἐντολὴν ἔχοντος νὰ μεταβιβάσῃ εἰς Ἑλλάδα τὸ πλῆθος τῶν θελόντων νὰ φύγωσιν ἀπόρων». Τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος, τὸ ὁποῖον ἀναγινώσκω, εἶναι τῆς Τεργεσταίας «Ἡμέρας». Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὁμιλήσω δημοσίως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συστήσω εἰς αὐτὴν τὴν περίσκεψιν, ἥτις πάντοτε πρέπει νὰ διέπῃ τὰ διαβήματα, εἰς ἃ αἱ Κυβερνήσεις προβαίνουσι κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῶν πολιτικὴν, ἢ ὅταν πρόκηται νὰ προνοήσωσι περὶ τῆς τύχης τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ συμπολιτῶν ἡμῶν. Οἱ λόγοι, οὓς ἀπηύθυνα εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῶν ὁποίων διηρμήνευσα τὴν ἐμὴν γνώμην, ἦσαν λόγοι περιεσκεμμένοι, οἵτινες οὐδεμίαν ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, οἵτινες οὐδεμίαν ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι ζημίαν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, τῶν ὁποίων τὴν ὑποστήριξιν εἶχεν ἐπιχειρήσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναλάβῃ διὰ τῶν μέτρων, εἰς ἃ προέβη. «Ἐνόμισα, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν τότε, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς παρατηρήσεις ταύτας. Δὲν σκοπῶ δὲ νὰ προκαλέσω ἔκφρασιν ἐπ’ αὐτῶν. Ἐσκόπουν δι’ αὐτῶν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα εἰς τὸ μέλλον, ὁσάκις πρόκηται νὰ προβῶσιν αἱ Κυβερνήσεις εἰς διαβήματα, ἐφαπτόμενα τῶν διεθνῶν σχέσεων, ἢ σκοποῦντα τὴν προστασίαν τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ὁμοφύλων, λαμβάνωσιν αὐτὰ μετὰ προηγουμένην μελέτην καὶ ἐμβριθῆ σκέψιν· διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν ἐπιδείξεων, ἡ πολιτικὴ τῶν ματαιοδοξιῶν, παρέχει ἰσχυρὰν προστασίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος». Αἱ παρατηρήσεις μου αὗται ἤγειραν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ἀμέσως μὲ διέκοψε, καὶ ἀπευθυνόμενος πρός με καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, εἶπε: «Θὰ προκαλέσωμεν ἡμεῖς δι’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀποδοκιμασίαν καθ’ ὑμῶν.... Ἐὰν ἡ Βουλὴ προέβαινεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, χωρὶς νὰ ἀποδοκιμάσῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, νομίζω, ὅτι ἤθελε βλάψει σπουδαίως τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι τοιοῦτοι λόγοι ἠδύναντο νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, χωρὶς νὰ ἐξεγείρωσι φωνὰς ἀποδοκιμασίας». Εὐτυχῶς διὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν σύστημα, εὐτυχῶς διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τοιοῦτον παράδειγμα δὲν ἔδωκεν οὔτε ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων, οὔτε ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων τῆς Ἀγγλίας. Ἀνέφερα τὰ δύω ταῦτα πολιτικὰ Σώματα, διότι ἐν αὐτοῖς ἰδίως ἀπηυθύνθησαν τότε καθ’ ἑκάστην σχεδὸν ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ γλώσσης λίαν αὐστηρᾶς, διὰ φράσεων, αἵτινες, ἐὰν δὲν ἦσαν ὑβριστικαί, ἦσαν ὅμως ὀνειδιστικαὶ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Τὴν 1)13 Ἰουνίου, δηλαδὴ πέντε ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος, ὁ Μαρκήσιος Σώλσβουρυ ἔλεγεν ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων: «Ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ συμβαίνουσι, περὶ αὐτῶν δὲ ἡ σιωπὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄτοπος. Μεγάλη ποσότης Ἀγγλικῶν βιομηχανικῶν ἔργων κατεστράφη, μεγάλα Βρεταννικὰ κεφάλαια οὐ μόνον διακινδυνεύουσιν, ἀλλὰ καὶ ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν, ἡ ἀναπτυχθεῖσα διὰ πολυχρονίου ἐμπιστοσύνης, ὁλοσχερῶς κατεστράφη, καὶ, ἐνῷ ἡ ζωὴ Βρεταννῶν ὑπηκόων, Βρεταννῶν ἀξιωματικῶν, ἀξιωματικῶν τοῦ Βρεταννικοῦ Στόλου θυσιάζεται ἐν Πόλει παραθαλασσίᾳ, καὶ πρὸ τῆς ὁποίας σταθμεύει ὁ Στόλος, βεβαίως, Λόρδοι μου, δὲν εἶναι μεγάλη ἀπαίτησις τὸ νὰ ἐπιθυμῇ τις νὰ μάθῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τίνα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ πρὸς προστασίαν τῶν διακινδυνευόντων ἐκείνων συμφερόντων καὶ ἀτόμων, καὶ τίς ἡ θέσις τοῦ Στόλου καὶ ἡ ἀνατεθεῖσα αὐτῷ ἀποστολή. Πρὸς τίνα σκοπὸν ἀπεστάλη ὁ Στόλος εἰς Ἀλεξάνδρειαν; Πρὸς τίνα σκοπὸν σταθμεύει εἰς τὰ ὕδατα ἐκεῖνα; Ἐὰν ἀπεστάλη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἀντιβασιλέως, τὸν σκοπὸν τοῦτον δὲν ἐξεπλήρωσεν. Ἐὰν ἀπεστάλη πρὸς ἀπόδειξιν τῆς δυνάμεως τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, τὸ ἀντίθετον ἀπέδειξεν... Ὁ Στόλος λοιπὸν οὐδὲν ἔπραξε πρὸς ἐπίσπευσιν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνάσσης· ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὑπετίθει τις ὅτι θὰ ἐξεπλήρου τὸ ταπεινότερον ἀλλ’ ἐπωφελέστερον καὶ ἀναγκαιότερον καθῆκον τῆς προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας Βρεταννῶν πολιτῶν. Εἰς οὐδὲν ὅμως ἄλλο ἐχρησίμευσεν εἰμὴ ὡς ἀσφαλὲς μέρος, ἐξ οὗ οἱ Βρεταννοὶ ἀξιωματικοὶ, μὴ δυνάμενοι νὰ παράσχωσι συνδρομήν τινα μακρόθεν, ἔβλεπον τὴν οἰκτρὰν σκηνὴν τῆς σφαγῆς Βρεταννῶν ὑπηκόων. Λόρδοι, ἐὰν ταῦτα πάντα ἦναι ἀληθῆ, τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν εἰμὴ ἀδυναμίαν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῶν Ὑπουργῶν αὐτῆς; Ἐὰν αἱ σκηναὶ ἐκεῖναι δὲν συνέβησαν ἀποκλειστικῶς συνεπείᾳ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Στόλου, οὐδὲν ἧττον ἡ παρουσία αὐτοῦ μεγάλως συνετέλεσε πρὸς κορύφωσιν τῆς ἐξάψεως τοῦ Αἰγυπτιακοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ τὸ λέγειν, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ αἵματος δέον νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς ἀποστείλαντας τὰ πλοῖα ἄνευ ἀποφάσεως νὰ ἐνεργήσωσι μετὰ τῆς ἀναγκαίας δυνάμεως πρὸς πραγμάτωσιν τῆς πολιτικῆς αὐτῶν». Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων ὀνειδιστικὰς ἀπηύθυνεν ἐπερωτήσεις ὁ βουλευτὴς κ. Δρουμμὸν Οὐόλφ. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Ὑπουργὸς κ. Βέννερμαν, ἀπαντῶν εἰς αὐτὰς εἶπεν: «ἐὰν ὁ ἐπερωτῶν ἐπιθυμῇ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς εἴτε τοῦ Ναυάρχου εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, δέον τοῦτο νὰ γείνῃ δι’ ἀμέσου προτάσεως καὶ οὐχὶ ἐμμέσως», ὁ κ. Οὐόλφ, ἐγερθεὶς, ἀπήντησεν αὐτῷ «ἀρκεῖ πλέον ἡ σιγὴ, ἡ ἀποχὴ καὶ ἡ αὐθάδεια τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκ προθέσεως ἀπεπλάνησε τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεπλανήθη ἐκ τῶν περιοδικῶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δοθεισῶν αὐτῇ πληροφοριῶν.... Ὁ Τόπος διατελεῖ ἐν ἀδημονίᾳ μεγίστῃ, πράγματι δὲ ἀγνοεῖ τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, διότι δύναται ἡ Ἀγγλία νὰ περιπλακῇ εἰς πόλεμον οὐ μόνον πρὸς τὴν Αἴγυπτον, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλην τινὰ Δύναμιν». Εἶπον, ὅτι εὐτυχῶς ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ δὲν ἐμιμήθησαν τὴν τακτικὴν, ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐνεκαινίασεν ἐν τῇ Βουλῇ τῇ Ἑλληνικῇ. Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἐλέγετο πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐθεωροῦμεν συντελεστικὸν εἰς δημόσιόν τι συμφέρον τὸ μέτρον τῆς ἀποστολῆς τῶν δύω πλοίων εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις καθῆκον νὰ ἀποστείλῃ αὐτὰ, καθόσον δὲν εἶχε νὰ προστατεύσῃ δικαίωμά τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία εἶχον νὰ ὑπερασπίσωσιν. Ἔστω· ἐστάλησαν αὐτὰ, ἀλλὰ, ἐλέγομεν, μὴ προβῆτε περαιτέρω εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι βλάβην εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς ἀπάντησιν ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀποδοκιμάσῃ τοὺς λόγους ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ κινδυνεύουσι, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀπελπιστικὸν εἰς τὸν Ἑλληνισμὸν νὰ ἀκούσῃ, ὅτι τοιαῦτα ἄτοπα ἐλέγοντο εἰς τὸ Κοινοβούλιον, χωρὶς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐκπέμψῃ κραυγὰς ἀποδοκιμασίας κατ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῶν πλοίων εἶχε διπλοῦν σκοπὸν, σκοπὸν φιλανθρωπικὸν καὶ σκοπὸν ἐθνικόν. Καὶ ἐλέγομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἴχετε σκοπὸν φιλανθρωπικὸν, πῶς ἠθέλετε ἐκτελέσει αὐτόν; Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος, εἰμὴ ἂν τὰ ἀποσταλέντα πολεμικὰ πλοῖα ἐδέχοντο τοὺς εἰς αὐτὰ προσελθόντας, καὶ παρελάμβανον ἵνα διαπορθμεύσωσιν αὐτοὺς εἰς ἄλλα μέρη, ὅπως τοὺς σώσωσιν. Ἀλλὰ τότε, ἀντὶ νὰ στείλητε πολεμικὰ πλοῖα, διατί δὲν ἐπέμπετε ταχυδρομικὰ, τὰ ὁποῖα καὶ μεγαλειτέραν χωρητικότητα ἔχουσι, καὶ ταχύτερον ἤθελον διανύσει τὸν πλοῦν, καὶ προχειροτέραν βοήθειαν ἤθελον δώσει εἰς τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ διαμένοντας ὑπηκόους ἡμῶν; Διατί ἐπέμψατε πλοῖα πολεμικὰ, τὰ ὁποῖα οὔτε τὸν φιλάνθρωπον τοῦτον σκοπὸν ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσωσι, διότι οὔτε ἠδύναντο νὰ χωρήσωσιν ὅσους τὰ ταχυδρομικὰ, ἀλλὰ καὶ διότι καθίσταντο πλέον ἀνίκανα νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς πολεμικὰ, μεταβαλλόμενα εἰς ξενοδοχεῖα, οὐδεὶς δὲ ἐκ τῶν στρατιωτῶν ἤθελε πλέον δύνασθαι νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθῆκον αὑτοῦ, οὐδὲ τὰ πλοῖα νὰ λειτουργήσωσιν, ἀφοῦ εἶχον πληρωθῆ ἐκ προσφύγων ἐπιβατῶν; Ἀλλὰ τέλος πάντων ταῦτα πάντα ἐγένοντο. Ἐγὼ δὲν ἤθελον ἀναμνησθῆ τῶν συμβάντων τούτων, διότι ἐμὲ ἥκιστα ἐνδιαφέρουσιν. Ἴσως ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι διαφέρουσι μόνον τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις παρεσύρθη ἀπὸ τὰς εἰσηγήσεις, τὰς τότε γενομένας κατ’ ἐμοῦ ὡς ἐπικρίναντος τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ρίψω πέπλον ἐπ’ ἐκείνων, ἵνα μήποτε χρησιμεύσωσιν ὡς προηγούμενον παρόμοιαι ἀτασθαλίαι, οὐδέποτε δὲ νὰ ἀναμνησθῶ τῶν περιστάσεων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ πραγματευθῶ περὶ αὐτῶν, διότι μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂν ὄχι ἐμὲ προσωπικῶς, ἀλλὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ἤλεγξεν αὐτὴν διότι ἐτήρησε σιγὴν περὶ τοῦ μεγάλου ἐκείνου κατορθώματος, ὅπερ ἐτελέσθη ἐν Αἰγύπτῳ! Διατί δὲν θέλουσι ν’ ἀναγνωρίσωσιν ἐξ ἐθελοκακίας τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον περιεποίησεν ἡ Κυβέρνησις τότε εἰς τὸ Κράτος; Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς τώρα, ὅτε τὰ πράγματα παρῆλθον, ὅτε οὐδὲν συμφέρον ἐπιβάλλει πλέον τὴν μιστικότητα, ὅτε εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀπεκαλύφθησαν πάντα τὰ γενόμενα διὰ τῶν δημοσιεύσεων πάντων τῶν ἀνταλλαγέντων κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἐγγράφων, νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν τώρα ποῖον εἶχε σκοπὸν ἐθνικὸν νὰ ἐκτελέσῃ, ὡς ἔλεγε τότε, διὰ τῆς ἐκστρατείας αὐτῆς εἰς τὴν Αἴγυπτον; Ἢ μήπως ἐσκανδάλισεν αὐτὴν ἡ μετοχὴ, τὴν ὁποίαν τὸ παλαιὸν βασίλειον τῆς Σαρδηνίας ἔλαβεν εἰς τὴν ἐπὶ Κριμαίαν ἐκστρατείαν τῶν Δυνάμεων, τῶν μετασχουσῶν τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου; Μήπως ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ ἀντιγράψῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν, ἣν ἠκολούθησεν ὁ μέγας Ὑπουργὸς καὶ ὁ μέγας Βασιλεὺς τῆς Σαρδηνίας, οἵτινες τότε κατὰ πρώτην φορὰν διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας των ἔθηκαν τὰς βάσεις τῆς συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων; Ἀλλὰ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Σαρδηνιακοῦ στρατοῦ εἰς τὸν πόλεμον τῆς Κριμαίας ἐζήτησαν ἡ Γαλλία καὶ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις παρὰ τοῦ Βασιλέως τῆς Σαρδηνίας, ἐξησφάλισε δὲ τὸ ἀντάλλαγμα αὐτῆς ὁ ἀποδεχθεὶς τὴν πρότασιν μέγας ἀληθῶς Πρωθυπουργὸς τῆς Σαρδηνίας. Ἡμῶν τὴν ἐπικουρίαν οὐδεὶς ἐζήτησεν, οὔτε νὰ συμπαραπλεύσωμεν μὲ τοὺς δύω στόλους ἐπρότεινέ τις εἰς ἡμᾶς, οὔτε νὰ ἀποστείλωμεν στρατὸν ἀποβατικὸν, οὔτε νὰ μετάσχωμεν τῶν ἄλλων ἑπομένως ἐνεργειῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης καὶ τῆς τάξεως ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις. Ἀλλ’ ἴσως ἄλλον εἶχε σκοπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καὶ ἴσως δύναται νὰ μᾶς φέρῃ ἀπόδειξιν τοῦ σκοποῦ, ὅν εἶχε συλλάβει ὅτε ἀπεφάσιζε τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἐκστρατείαν, τὴν ταχεῖαν καὶ εὐχάριστον λύσιν τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος. Ἐὰν δὲν ἐλαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν ἐκστρατείαν ταύτην, ἴσως εἴπωσι, πῶς ἠθέλομεν ἀποκτήσει δικαίωμα ἐπὶ τῆς προστασίας τῆς ἰσχυρᾶς Ἀγγλίας, καὶ πῶς ἠθέλομεν δυνηθῆ, ἄνευ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ Δύναμις αὕτη ἐν τῇ Ἀνατολῇ, νὰ λύσωμεν αἰσίως καὶ κατὰ τοὺς ἡμετέρους πόθους τὸ μέγα ὁροθετικὸν ζήτημα; Τῳόντι, κύριοι, τὴν αἰσίαν λύσιν τοῦ μεγάλου ὁροθετικοῦ ζητήματος ὀφείλομεν κυρίως εἰς τὴν συνδρομὴν, ἣν τελεσφόρως ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν μεγάλην Δύναμιν ἐκείνην· ἀλλὰ ὀφείλομεν αὐτὴν προσέτι καὶ εἰς τὴν τολμηρὰν στρατιωτικὴν κίνησιν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐπενόησεν νὰ διατάξῃ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον. Πέραν τοῦ Καραλῆ– Δερβὲν, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν Καραλῆ–Δερβὲν ἢ ἐπὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν Καραλῆ–Ταμποὺρ, ἀλλὰ πέραν τοῦ Καραλῆ–Δερβὲν ὑπῆρχεν εἷς σταθμὸς, ὅν ἡ Τουρκία εἶχεν ἀφήσει ἀφρούρητον. Ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἔμαθε τὸ συμβὰν, διέταξεν ἀμέσως καὶ διὰ τολμηρᾶς στρατιωτικῆς κινήσεως κατέλαβε τὸν σταθμόν, καὶ τοιουτοτρόπως μᾶς προήγαγε τὴν Ἑλληνικὴν κατοχὴν πέραν μέτρων πολλῶν τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς ὃ μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης ὑπῆρχεν. Τῳόντι ἡ ὀξυδέρκεια εἶναι τὸ πρώτιστον προσὸν εἰς τοὺς Κυβερνήτας. Αὐτοὶ πρέπει ἀτενῶς νὰ παρατηρῶσι τὰ συμβαίνοντα, καὶ νὰ σπεύδωσιν νὰ ὠφελῶνται ἐξ αὐτῶν, διότι τοιουτοτρόπως δύνανται καὶ νὰ σώζωσι τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐνεπιστεύθησαν εἰς αὐτοὺς, καὶ νὰ περιφρουρῶσιν αὐτὰ, καὶ νέα ἄγνωστα συμφέροντα εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα κυβερνῶσι, νὰ προσπορίζωσι. Καὶ εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν τολμηρὰν ἐκείνην στρατιωτικὴν κίνησιν, καὶ μόλις ἔμαθε τὸ ἀποτέλεσμα, ἤτοι ὅτι κατελήφθη ὁ σταθμὸς ἐκεῖνος, ἀμέσως αἱ ἐφημερίδες τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλαν τὸ γεγονὸς, καὶ ἐχαροποίησαν οὐ μόνον ἡμᾶς τὰ φύλλα τῶν ἐν Ἀθήναις φιλικῶν αὐτῆς ἐφημερίδων, ἀλλὰ ἐχαροποίησαν καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν τὰ φύλλα τῆς Τεργεσταίας ἐκείνης ἐφημερίδος, ἥτις εἶναι πάντοτε καλῶς πληροφορημένη, ὡς ἐκ τῶν φιλικωτάτων σχέσεων, ἐν αἷς τυγχάνει μετὰ τῶν ἐξεχόντων προσώπων τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀνέγνων τὴν εἴδησιν ἐκείνην, ἐνθυμήθην συμβὰν, τὸ ὁποῖον οἱ ἱστορήσαντες τὸν τελευταῖον Γαλλογερμανικὸν πόλεμον ἀφηγήθησαν. Κατὰ τὸ 1870 τὴν 13 Ἰουλίου, ὁ νῦν Αὐτοκράτωρ τῆς Γερμανίας, Βασιλεὺς τότε τῆς Πρωσσίας, εὑρίσκετο εἰς τὰ λουτρὰ τοῦ Ἔμς. Ὁ Πρεσβευτὴς τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. ἐζήτει παρὰ τοῦ Βασιλέως Γουλιέλμου νὰ συντελέσῃ, διὰ νὰ μὴ δεχθῇ ὁ πατὴρ τοῦ ὑποψηφίου Βασιλέως τῆς Ἱσπανίας τὸ στέμμα τῆς Ἱσπανίας διὰ τὸν υἱόν του Πρίγκηπα Χοεντσόλερν. Ὁ Βασιλεὺς τῆς Πρωσσίας ἀνεκοίνωσε πράγματι εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅτι ἐνέκρινε τὴν ὑπὸ τοῦ Πρίγκηπος Ἀντωνίου Χοεντσόλερν ἀναγγελθεῖσαν αὐτῷ παραίτησιν τοῦ υἱοῦ του Λεοπόλδου, ἀπὸ τοῦ θρόνου τῆς Ἱσπανίας. Μόλις δὲ ἡ εἴδησις αὕτη μετεβιβάσθη τηλεγραφικῶς εἰς Παρισίους, ἡ ἡμιεπίσημος τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως ἐφημερὶς ὁ Constitutionnel ἐδημοσίευσεν αὐθημερὸν τὴν εἴδησιν διὰ τοῦ ἑξῆς ἀγγέλματος: «Ὁ Πρίγκηψ τοῦ Χοεντσόλερν δὲν θέλει βασιλεύσει ἐπὶ τῆς Ἱσπανίας. Δὲν ἐζητοῦμεν πλειότερα, καὶ μεθ’ ὑπερηφανείας ἀπεδέχθημεν τὴν εἰρηνικὴν ταύτην λύσιν. Εἶναι μεγάλη ἡ νίκη ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐχύθη οὐδ’ ἓν δάκρυ, οὐδὲ μία σταγμὼν αἵματος». Ὁ ἀφηγούμενος τὰ περὶ τούτου ἱστορικὸς καὶ πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Γαλλίας Ἰούλιος Σιμὼν χαρακτηρίζει τὴν ἀναγγελίαν ταύτην τῆς Αὐτοκρατορικῆς Κυβερνήσεως Comme une nouvelle imprudence, ὡς μίαν νέαν ἀφροσύνην. Τῳόντι ἀφροσύνη ὑπῆρξε διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ναπολέοντος νὰ ἀναγγείλῃ τὸ γεγονὸς μετὰ τοιαύτης ὑπεροψίας, παριστῶσα τὴν ταπείνωσιν, εἰς ἣν ὑπέβαλε τὸν Βασιλέα τῆς Πρωσσίας, ἀναγκάσασα αὐτὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὸν ἀνεψιόν του νὰ ἀναβῇ ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἰσπανίας. Δὲν πρέπει ἴσως ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἐχαρακτήρισα τὰς περὶ τῆς τολμηρᾶς στρατιωτικῆς κινήσεως τοῦ Καραλῆ–Δερβὲν ἀναγγελίας τῶν ὑπουργικῶν ἐφημερίδων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Τεργέστῃ, αἵτινες ἐδημοσίευον τοὺς ὕμνους τοῦ κατορθώματος, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν πρέπει ἴσως νὰ σᾶς εἴπω ἐὰν ἐνέπλησεν εὐφροσύνης καὶ ἐμὲ τότε ἡ τολμηρὰ ἐκείνη στρατιωτικὴ κίνησις καὶ ἐκστρατεία, ὅτε κατελάβομεν τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ὁροθετικὸν σταθμόν. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον, μόλις ἐμάθομεν ὅτι ἐγένετο ἡ κατοχὴ τοῦ σταθμοῦ ἐκείνου, ἄλλη ἀνηγγέλθη ἡμῖν εἴδησις, ὅτι εἶχον ἐκεῖ ἀνάγκην στρατιωτικῶν δυνάμεων· διότι, μετὰ τὴν ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων κατοχὴν τοῦ σταθμοῦ, ἠπειλεῖτο ἐπίθεσις κατ’ αὐτῶν ὑπὸ Τουρκικῶν στρατευμάτων. Ἐξήτασα τότε νὰ μάθω πόσας στρατιωτικὰς δυνάμεις εἶχεν ἡ Κυβέρνησις θέσει, μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας. Ἐβεβαιώθην δὲ ὅτι κατά τινα διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς 20 Ἀπριλίου 1882, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ἔντυπον καὶ ἡ ὁποία φέρει ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον ἔχω σημειώσει 143, ἐβεβαιώθην, λέγω, ὅτι εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλλίας εἶχον ταχθῆ δώδεκα τάγματα πεζικοῦ, ἑπτὰ τάγματα εὐζώνων, δύω ἱππαρχίαι καὶ ἀνάλογος δύναμις χωροφυλακῆς. Δώδεκα τάγματα πεζικοῦ πόσον ἀριθμὸν στρατιωτῶν περιελάμβανον; Κατὰ τὸν προσηρτημένον εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ὑπὸ στίχ. Γ. πίνακα, ἕκαστον τάγμα περιλαμβάνει τέσσαρας λόχους, ἕκαστος δὲ λόχος ἀποτελεῖται ἀπὸ 80 ἄνδρας καὶ 30 ὑπαξιωματικοὺς καὶ ἀξιωματικούς, τὸ ὅλον 110· προστιθεμένων εἰς τοὺς 440 τούτους ἄνδρας ἑκάστου τάγματος, τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν αὐτοῦ ἐπιτελῶν, τῶν 12 ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ ἡ δύναμις ἀνήρχετο εἰς 5,880 ἄνδρας. Ἐζήτησα εἰς τὸν πίνακα τὴν σύνθεσιν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καὶ εὗρον, ὅτι ἕκαστον τάγμα εὐζώνων σύγκειται ἐκ τεσσάρων λόχων, ἕκαστος δὲ λόχος ἐξ 100 ἀνδρῶν καὶ 30 ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν· ἑπομένως, ὅτι οἱ τέσσαρες λόχοι, ἤτοι τὸ τάγμα ἀποτελεῖται ἐκ 520 ἀνδρῶν· προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος ἐπιτελῶν, τὰ ἑπτὰ τάγματα τῶν εὐζώνων παρίστων δύναμιν 3,724 ἀνδρῶν. Ἐξετάζων ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ καὶ τὴν σύνθεσιν τῶν ἱππαρχιῶν, εὗρον, ὅτι ἑκάστη ἱππαρχία ἔχει περίπου 500 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, ἐκλεκτοὺς, καὶ ἱππεῖς, καὶ ἑπομένως ὅτι αἱ δύω ἱππαρχίαι συνίστανται ἐκ χιλίων ἀνδρῶν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι μικροτέρα τῶν 1,500, εὗρον, ὅτι ὁ στρατὸς, ὁ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας, ἀνήρχετο εἰς 12,104 ἄνδρας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ Ἀρχηγεῖον εἶχε τόσην δύναμιν, πῶς ἐζητεῖτο βοήθεια καὶ ἐπικουρία παρὰ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ; Ἐπικουρίαι ἐστάλησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν 8 Αὐγούστου ἐστάλησαν ἐπικουρίαι ἐκτὸς 100 ἀνδρῶν πεζικοῦ καὶ 50 χωροφύλακες. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐμάθομεν, ὅτι, ἕνεκα τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἐπικουρίας τῶν 100 ἀνδρῶν τοῦ πεζικοῦ, τὰ ἐν Ἀθήναις διαμένοντα τάγματα αὐτοῦ εἶχον ἀποσυντεθῆ, καὶ δὲν εἶχον δύναμιν νὰ στείλωσιν οὐδὲ τὴν ἐκ 12 ἀνδρῶν φρουρὰν εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἠναγκάσθη δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἀναθέσῃ τὴν φρούρησιν τῶν Ἀνακτόρων εἰς τὸ πυροβολικόν. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπικουρίας φαίνεται, ὅτι ἦτο μεγάλη. Τὴν 15 Αὐγούστου ἐμάθομεν, ὅτι ἐγένοτο συμπλοκὴ ἐπὶ τοῦ Καραλῆ Δερβὲν, καὶ ὅτι ὁ σταθμὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἀπετελεῖτο ἐκ 33 μόνων ἀνδρῶν. Πῶς ἦτο δυνατὸν, ἀφοῦ ὑπῆρχε τόση δύναμις στρατοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ ἐπικαιρότερος σταθμὸς νὰ ἀποτελῆται ἐκ 33 μόνων ἀνδρῶν; Ἀλλ’ αἱ συμπλοκαὶ ἐξηκολούθουν, καὶ ἡ ἀνάγκη ἐνισχύσεως τῆς ὑπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Θεσσαλίας δυνάμεως καθίσταται ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἀναγκαιοτάτη. Κατὰ τὴν 16 Αὐγούστου ἀπεστάλησαν εἰς Θεσσαλίαν δύω διλοχίαι τοῦ πυροβολικοῦ, ὧν ἀμφοτέρων ἡ δύναμις ἀνήρχετο εἰς 250 ἄνδρας, καὶ ἑτέρα διλοχία πεζικοῦ, ἔχουσα 200 ἄνδρας, καὶ 50 χωροφύλακες, τὸ ὅλον 500 ἄνδρες. Κατερχόμενος δὲ εἰς τὸ Φάληρον εἶδον αὐτοὺς μεταβιβαζομένους εἰς Πειραιᾶ, ἵνα ἐπιβιβασθῶσιν εἰς τὰ πλοῖα διὰ νὰ ἀπέλθουν. Ἀλλ’ εἰς τὸ Φάληρον τότε ἔμαθον, ὅτι μετὰ τῆς δυνάμεως ταύτης ἀπεστέλλοντο καὶ κιβώτια ὅπλων, ἐντελῶς ἄθικτα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀκόμη τὸ λίπος, τὸ ἐν αὐτοῖς τιθέμενον ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν φθορὰν τῶν ὅπλων· ἐδόθη δὲ ἡ διαταγὴ ν’ ἀνοίξωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τὰ κιβώτια κατὰ τὸν διάπλουν, καὶ νὰ διανείμωσιν εἰς τοὺς στρατιώτας, ἵνα καταγείνωσιν οἱ στρατιῶται νὰ ἀσκηθῶσι κατὰ τὸν διάπλουν εἰς τὴν χρῆσιν αὐτῶν, διότι πάντες οἱ στρατιῶται ἦσαν νεοσύλλεκτοι, τινὲς δ’ ἐξ αὐτῶν, οἱ ἐκ τοῦ 20 τάγματος ληφθέντες, μόλις εἶχον ἐνδυθῆ τὴν στολὴν πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν. Καὶ τὰς ἀποσταλείσας δύω διλοχίας τοῦ πυροβολικοῦ διῴκουν οὐχὶ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, καὶ τέσσαρες λοχαγοὶ, ὅσοι ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὰς δύω διλοχίας τέσσαρες λόχοι, καὶ 4 ὑπολοχαγοὶ καὶ 8 ἀνθυπολοχαγοὶ, κατὰ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ἀλλὰ μόνον δύω διλοχιάρχαι, οἱ κ.κ. Κωλέττης καὶ Ἀντωνόπουλος, καὶ 3 ἀνθυπολοχαγοί. Καὶ τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν Σούρπην μετέφερεν εἰς τὸ Τσάγεσι ἡ Μπουμπουλίνα, καὶ αὐτὸ κατὰ δυστυχίαν ἀπεβιβάσθη τοσοῦτον δρομαίως, ὥστε δὲν εἶχε πολεμεφόδια, καὶ ἐδέησε νὰ παρακληθῇ παρ’ αὐτοῦ ὁ κυβερνήτης τῆς Μπουμπουλίνας, ἵνα δανείσῃ εἰς τὸ τάγμα πολεμεφόδια ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ πλοίου. Ὅταν λοιπὸν κατὰ τὸν Ἰούλιον διέτασσον τὴν τολμηρὰν ἐκείνην στρατιωτικὴν κίνησιν, ἐγνώριζον καὶ ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Θεσσαλίας εἶχε ὑπὸ τὰς διαταγάς του 12,104 ἄνδρας, καὶ μετὰ τοιαύτης πλάνης προέβησαν εἰς τὸ τολμηρὸν ἐκεῖνο μέτρον, πεποιθότες, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει συγκεντρωμένη ἀρκοῦσα δύναμις, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τολμηρὰν ἐκείνην κίνησιν; Ἀλλὰ τότε εἶναι τῳόντι λυπηρὸν πῶς δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις, τὰς ὁποίας διέθετε ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας, καὶ πῶς ἐπλανᾶτο περὶ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ μετὰ πλάνης τοιαύτης προέβη εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχρῃζον παρουσίας ἰσχυροτέρας δυνάμεως. Ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς διαταγῆς του εἶχε θέσει εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Θεσσαλίας, καὶ μὅλα ταῦτα προέβη εἰς τὴν τολμηρὰν ἐκείνην στρατιωτικὴν κίνησιν; Ἐὰν ἐγνώριζεν, ὅτι ὄχι 12,104, ἀλλὰ μόνον δύω ἕως τρεῖς χιλιάδες ἄνδρες εὑρίσκοντο ἐν Θεσσαλίᾳ, εἶναι λυπηρὸν τῷ ὄντι πῶς ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ ἰδία ἐχαρακτήριζε τολμηρὰν στρατιωτικὴν κίνησιν, χωρὶς νὰ ἦναι προσηκόντως παρεσκευασμένη, διὰ νὰ διεξαγάγῃ αὐτὴν αἰσίως μέχρι τέλους. Ἄς δοξάσωμεν, κύριοι, τὸν ὕψιστον, διότι ἐπὶ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Καραλῆ Δερβὲν συνέπεσε νὰ εὑρεθῶσι τριάκοντα ἥρωες, οἱ ὁποῖοι προέταξαν τὰ στέρνα των κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῶν Τουρκικῶν Σωμάτων, καὶ ἠδυνήθησαν νὰ σώσωσι καὶ τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας (εὖγε, εὖγε ἀριστερόθεν). Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠννόησε μετὰ τὴν 15 Αὐγούστου εἰς πόσον δύσκολον θέσιν εὑρέθη, καὶ πολλάκις ἴσως ᾐσθάνθη τὴν ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ πόθος τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναγγείλῃ, ὅτι προέβη εἰς τολμηρὰν στρατιωτικὴν κίνησιν, ὁ πόθος τοῦ νὰ καταπλήξῃ τὴν φαντασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ διὰ τοιούτων κινημάτων, ὤθησεν αὐτήν. Τότε ἐπῆλθον αἱ σπασμωδικαὶ καὶ δραστήριαι κινήσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ συγκεντρώσῃ στρατὸν ἐπαρκῆ εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Κατὰ τὰς 24 Αὐγούστου αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι τῶν Ἀθηνῶν, αἵτινες εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἶναι καλῶς πληροφορημέναι, μᾶς ἀνήγγελλον, ὅτι τοσαῦται ἐπικουρίαι ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Θεσσαλίας, ὥστε ἡ δύναμις, ἡ ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, κατωρθώθη νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸν ἀριθμὸν 9,460 ἀνδρῶν. Καὶ ἐλησμόνουν αἱ φιλικαὶ αὗται τοῦ Ὑπουργείου ἐφημερίδες, αἱ ἀναγγέλλουσαι τὴν εἴδησιν ταύτην, ὅτι αἱ δυνάμεις τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Θεσσαλίας ἔπρεπε νὰ ἦσαν 12,104. Καὶ ἄν, μετὰ τοσαύτας ἐπικουρίας, τὰς ὁποίας ἀπέστειλαν, ἀνεβιβάσθη ἡ δύναμις τοῦ Ἀρχηγείου ἐκείνου εἰς 9,460, φαντασθῆτε πρὸ τῶν ἐπικουριῶν ἐκείνων εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Θεσσκαλίας, καὶ φαντασθῆτε τὸν βαθμὸν τῆς τόλμης, μεθ’ ἧς ἀπεφασίσθη ἡ κατάληψις τοῦ περιλαλήτου ὁροθετικοῦ σταθμοῦ, ἐν χρόνῳ, καθ’ ὃν τὸ Ἀρχηγεῖον ἦτο γυμνὸν πάσης στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ καταφύγητε εἰς εἰκασίας τοιαύτας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου μετεσταθμεύετο ἐκ Θεσσαλίας εἰς Σπάρτην ἓν τάγμα, τὸ 25 τοῦ Πεζικοῦ, ὑπὸ τὸν Διοικητὴν Ἀντισυνταγματάρχην κ. Μπάρμπανον, καὶ ἀπεβιβάζετο εἰς Πειραιᾶ ἡ δύναμις τοῦ τάγματος, ἀποτελουμένη ἀπὸ 6 ἄνδρας πλὴν τῶν βαθμοφόρων (ἱλαρότης ἐν τῇ ἀριστερᾷ). Ἄλλως πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη συγκίνησις καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ ὅλῃ, ὅταν ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ὁ ἅγιος Πλαταμῶνος ἐπῆλθε μετὰ 80 πολιτῶν πρὸς ἐπικουρίαν τῶν μαχομένων εἰς τὸ Καραλῆ Δερβέν; Μήπως τὸ ἑνδέκατον τάγμα, τὸ ὑπὸ τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἢ τὸ 18ον, τὸ ὑπὸ τὸν Διοικητὴν Πλαπούταν, δὲν ἐμέτρουν δύναμιν ἑκάτερον ἐκ 15 ἢ 18 ἀνδρῶν; Καὶ ἔπρεπε νὰ κινηθῶσι τάγματα τοῦ Πεζικοῦ καὶ ἐκ Καλαμῶν, καὶ ἐκ Ναυπλίου, καὶ ἐκ Γυθείου, καὶ ἐκ Κορίνθου, καὶ νὰ μετασταθμεύσωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ αἱ φρουραὶ τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου καὶ τῆς Ρετσώνης ἔπρεπεν ὡσαύτως νὰ ἐκστρατεύσωσιν εἰς Θεσσαλίαν. Καὶ ὅσοι κατοικεῖτε τὰς Θήβας καὶ τὰ μέρη ἐκεῖνα, καὶ εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ διέρχησθε διὰ τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου καὶ τῆς Ρετσώνης, γνωρίζετε πόσην παριστῶσι δύναμιν αἱ φρουραὶ τοῦ Ἁγίου Μερκουρίου καὶ τῆς Ρετσώνης. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν οἱ χωροφύλακες, νὰ ἀποσταλῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ νὰ δοθῇ τῳόντι ἡ πολύφροντις μέριμνα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὕρῃ πολίτας εἰς τὰς Ἐπαρχίας, διὰ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δασοφυλακῆς! Καὶ ἔπρεπε τὰ ἐν Ναυπάκτῳ καὶ νέα Μιζέλη τάγματα τῶν εὐζώνων νὰ σταλῶσιν ἐκεῖ. Καὶ ἔπρεπε καὶ τὸ ὑπὸ τὸν κ. Μαμούρην δεύτερον ὀρειβατικὸν τάγμα τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἡ τρίτη πυροβολαρχία τοῦ 3 πυροβολικοῦ τάγματος νὰ ἀποσταλῶσιν ἐκεῖ. Καὶ ἔπρεπε καὶ ἡ Ἀμφιτρίτη καὶ πάντα τὰ πλοῖα τοῦ στόλου νὰ καταπλεύσωσι μεταφέροντα ἐκεῖσε στρατόν. Καὶ ἔπρεπε καὶ αἱ τορπιλλοφόροι νὰ πληρώσωσι τοὺς λιμένας τοῦ Βώλου καὶ τοῦ Τσάγεσι. Καὶ μόλα ταῦτα μόλις κατωρθώθη, κατὰ τὰ ἀναγγελλόμενα ὑπὸ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου ἐφημερίδων, νὰ ἀναβιβασθῇ ὁ στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς 9,460 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἀναφέρων εἰς ὑμᾶς τὸν ἀριθμὸν 9,460, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ὑπολάβητε, ὅτι ἐγὼ ἐπίστευσα, ὅτι τοσαύτη συνεκεντρώθη καὶ μετὰ τὰς τοσαύτας ἀποστολὰς δύναμις ὑπὸ τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Θεσσαλίας. Πληροφορίας ἔχω, ὅτι κατὰ τὴν 3 7βρίου ὁ Συνταγματάρχης Τσῆρος κατεῖχε τὸ ἀνατολικὸν μέρος τῆς γραμμῆς καὶ τὰς θέσεις, ἐφ’ ὧν ἐγένοντο αἱ συμπλοκαὶ τοῦ Αὐγούστου, μετὰ χιλίων ἀνδρῶν καὶ ἓξ πυροβόλων ὀρειβατικῶν. Ἦσαν δὲ χίλιοι ὑπ’ αὐτὸν ἄνδρες, χωροφύλακες, πυροβοληταὶ πεζοπόροι, μηχανικοὶ καὶ εὔζωνοι. Καὶ ἂν ἐπήρκει ἡ δύναμις αὕτη εἰς τὴν φρούρησιν τῶν θέσεων αὐτῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἔμενεν οὐδὲ εἷς, ἵνα ἀποτελέσῃ τὴν ἐφεδρείαν. Ὁ Διοικητὴς τοῦ ἐν Τυρνάβῳ τάγματος κ. Γ. Μαυρομιχάλης ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπὸ Κουτσόχειρον μέχρι Λυγαριᾶς γραμμὴν, καὶ εἶχε 500 πεζοὺς, 300 ἱππεῖς καὶ δύω πεδινὰ καὶ ἕτερα δύω ὀρειβατικὰ πυροβόλα. Οἱ διάφοροι τῆς γραμμῆς σταθμοὶ καὶ αἱ θέσεις ἐφρουροῦντο ὑπὸ 300 πεζῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ γραμμὴ καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῆς διαβάσεις ἦσαν ἀνοικταὶ εἰς τὸν ἐχθρὸν, ἰδίως κατὰ τὴν θέσιν Λυγαριὰν, μέχρι τῆς θέσεως, καθ’ ἣν ἑνοῦται αὕτη μετὰ τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἐφρούρει ἡ δύναμις ἡ ὑπὸ τὸν Συνταγματάρχην Τσῆρον. Καὶ ἐν Καλαμπάκᾳ, καὶ εἰς τὸ πρὸς δυσμὰς μέρος καὶ εἰς τὸ πρὸς ἀνατολὰς, εὑρίσκετο δύναμις ὑπὸ τὸν κ. Παρνασσίδην μετὰ 1,200 ἀνδρῶν, καὶ δύω πυροβόλων ὀρειβατικῶν. Ἐν Λαρίσσῃ ἥδρευεν ἡ λοιπὴ δύναμις, ἧς τὰ ⅔ ἦσαν νεοσύλλεκτοι, ἀγνοοῦντες τὴν χρῆσιν τοῦ ὅπλου. Καὶ αἱ δυνάμεις αὗται, αἵτινες δὲν ὑπερέβαινον τοὺς 6,000, ἔζων, θὰ μεταχειρισθῶ ἕνα ὅρον κατ’ ἀνάγκην, λιαπικῶς. Τὰ πολεμοφόδια συνεκεντροῦντο ἐν Λαρίσσῃ, πάντα τὰ ἀσθενῆ σημεῖα ἔμενον ἄνευ ὑπερασπίσεως, τὸ Ζάρκον ἦτο ἐγκαταλελειμμένον, τὸ Δαμάσιον ἦτο εἰς τὴν διάκρισιν παντὸς, αἱ πυροβολαρχίαι διεμελίζοντο καὶ ἀνετίθετο ἡ Διοίκησις αὐτῶν εἰς Λοχίας, Ἀνθυπασπιστὰς καὶ Ἀνθυπολοχαγοὺς, τὸ πυροβολικὸν μετετρέπετο εἰς Σῶμα εὐζώνων, τὸ δὲ πεζικὸν συνεχωνεύετο ἐντελῶς μετὰ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὁ στρατὸς εἶχε συνταχθῆ κατὰ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἴσως ὀνομάζουσιν εἰς τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα μὲ εἰδικὸν ὄνομα, σύστημα κοκορετσίου. Λοιπὸν εἴχομεν πάταγον, κίνησιν στρατοῦ σπασμωδικὴν, κατανάλωσιν ὑλικοῦ ἄσκοπον, σπατάλην φυσιγγίων, ταλαιπωρίαν στρατοῦ, ἔλλειψιν πεποιθήσεως ἐπὶ τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ, ἡ δὲ ἔλλειψις τῆς πεποιθήσεως ἀφαιρεῖ τὸ μεγαλείτερον σθένος ἀπὸ τὸν στρατόν. Ἀλλὰ μὅλα ταῦτα, κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ μεθοριακὸν ἐλύθη. Καὶ ἐλύθη κατὰ τοὺς πόθους τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν τολμηρὰν ἐκείνην στρατιωτικὴν κίνησιν, δι’ ἧς κατελήφθη παρὰ τῶν ἡμετέρων ὁ ὑπὸ τῶν Τούρκων καταληφθεὶς ἀφρούρητος σταθμός. Τὸ ὀφείλομεν δὲ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῆς Αἰγύπτου, διότι ἕνεκα ταύτης ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις συνησθάνθη τοσαύτην χάριν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε μόλις ἔμαθεν, ὅτι ἠπειλοῦντο συγκρούσεις εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα ἔσπευσε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ὅμορον Δύναμιν τὴν παραδοχὴν τῆς γραμμῆς ἐκείνης, ἥτις εἶχεν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης προσδιορισθῆ. Ὅλα ταῦτα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι συλλογισμοὶ σαθροί. Ἡ παραχώρησις τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ὡς προσδιωρίσθη ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐν Κωσταντινουπόλει, τὴν ὁποίαν γραμμὴν ἡ Εὐρώπη σύμπασα ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν 31 Μαρτίου, ἦτο ἀναπόφευκτος καὶ βεβαία· οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἀποκοπῶσι ἀκόμη σημεῖα τινὰ ἐξ αὐτῆς, νὰ ἀποκοπῶσιν ἀκόμη ἐκτάσεις μέτρων τινῶν ἀπὸ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν διὰ τὴν Ἑλλάδα προσδιώρισεν ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ τῆς 31 Μαρτίου. Ἡ ἐκστρατεία ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον οὐδὲν δικαίωμα περιεποίησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ Ἀγγλία, τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας προΐστατο ὁ μέγας τῳόντι πολίτης τῆς Ἀγγλίας, ὁ κ. Γλάδστων, ἡ Ἀγγλία ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διὰ νὰ παραχωρηθῇ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ, ἡ ὁποία ὑπὸ τῆς Εὐρώπης προσδιωρίσθη; Καὶ, κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ τῆς 31 Μαρτίου ἦτο ὁ πρῶτος σταθμὸς τῶν παραχωρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν διεξαγωγὴν καὶ τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου τῳόντι ὁροθετικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐκ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου; Ἄν ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς κυανῆς βίβλου τῆς Ἀγγλίας ἐδημοσιεύθησαν, περὶ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ἐν Κωνσταντινουπόλει, συνεπεία τῶν ὁποίων προσδιωρίσθη ἡ γραμμὴ τῆς 31 Μαρτίου, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐπέμενε μέχρις ἐσχάτων, ἵνα παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Πρέβεζα καὶ ἡ Κρήτη, καὶ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν γραμμὴν τῆς 31 Μαρτίου, ὅταν ἀπερίσκεπτοι πάλιν φράσεις, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἀπαγγελθεῖσαι, ἀφῄρεσαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν ἀξίωσιν ἐκείνην, ὑπερασπίζουσα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Μοὶ ἐπιτρέπετε, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔγγραφά τινα, διαφωτίζοντα ἐπαρκῶς τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ τὸ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην σας, καὶ ὅτι εἶναι ἄξιον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ὡς συνέπειαι τῶν ἀπερισκέπτων ἐκείνων ἀποκαλύψεων, τῶν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ γενομένων, ἂν ὄχι διὰ πρακτικόν τινα σκοπὸν, διότι οὐδένα πλέον τοιοῦτον ἐπιζητοῦμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἦναι κατὰ τοῦτο σκοτεινὴ ἡ γνωστὴ εἰς ἡμᾶς ἱστορία τοῦ τελευταίου σταδίου τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς λύσιν τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς τῇ 10 Μαρτίου 1881, ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγε «παρασκευαζόμεθα, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, μετὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἡ Εὐρώπη, νὰ μὴ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν ἓξ Δυνάμεων μία τοὐλάχιστον, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ. Καὶ ἀρκεῖ νὰ ἦναι μία, ὅταν ἦναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠξεύρομεν, ὅτι θὰ ἦναι. (Ραγδαῖα χειροκροτήματα τότε ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ ἐπευφημίαι). Δὲν εὑρισκόμεθα σήμερον ἐν τῷ σκότει. Ἐδημοσιεύθη ἐσχάτως ἡ κυανῆ βίβλος τῆς Ἀγγλίας, εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀνοίξῃ τὰ ὄμματα καὶ τῶν μᾶλλον διατεθειμένων νὰ μὴ ἴδωσι τὸ φῶς. Ἡ κυανῆ βίβλος τῆς Ἀγγλίας μαρτυρεῖ, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει ὑποχωρήσει ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, ἐὰν ἠξεύρῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑποχωρεῖ ἀπὸ τῆς γραμμῆς ἐκείνης.....» Τὰ ἀκροατήρια διεῤῥήγνυντο εἰς χειροκροτήματα, καὶ οἱ βουλευταὶ οἱ ἀκούοντες ἐνεθουσιάζοντο ἐκ τοῦ χαρμοσύνου τούτου ἀγγέλματος. «Δὲν εὑρισκόμεθα σήμερον ἐν τῷ σκότει. Ἐδημοσιεύθη ἐσχάτως ἡ κυανῆ βίβλος τῆς Ἀγγλίας, ἥτις εἶναι ἱκανὴ νὰ ἀνοίξῃ τὰ ὄμματα καὶ τῶν μᾶλλον διατεθειμένων νὰ μὴ ἴδωσι τὸ φῶς. Ἡ κυανῆ βίβλος, ἔλεγεν ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μαρτυρεῖ, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν θέλει ὑποχωρήσει ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, ἐὰν ἠξεύρῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ὑποχωρεῖ ἀπὸ τῆς γραμμῆς ἐκείνης.» Αὐτὰ ἐλέγοντο εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν 10 Μαρτίου. Ἀλλὰ τῇ 12 Μαρτίου ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ, μέλος αὐτῆς, ὁ Βαρῶνος Worms ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξηγήσεις περὶ τοῦ λόγου τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ κ. Δίλκε ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα βουλευτὴν, καὶ ἀνέγνων τὴν μετάφρασιν αὐτῆς ἔν τινι ἐφημερίδι, τῆς ὁποίας εἶναι γνωσταὶ αἱ σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος μετάφρασις τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Δίλκε δέν εἶναι πιστὴ μετάφρασις, κατὰ παράδοξον, ἀλλὰ συνήθη τακτικήν. (ἀναγινώσκει) «Ἐβεβαίωσα ἤδη, ἐδημοσίευσεν ἡ Ἑλληνικὴ ἐφημερὶς ὡς μετάφρασιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Δίλκε, ὅτι, ὡς φρονῶ, θὰ ἦτον τὰ μάλιστα εὐκταῖον, ὅπως δοθῶσι πληροφορίαι περὶ τῶν ζητημάτων τούτων. Ἀλλ’ ὅσῳ ἀφορᾷ εἰς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ζήτημα, ἀπαντῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀκολουθεῖ ἀπαράβατον τακτικὴν νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰ λεγόμενα ἐν ξένοις Κοινοβουλίοις». Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Δίλκε ὡς ἐδημοσιεύθη ὑπὸ τοῦ «Χρόνου» τῆς Ἀγγλίας, εἶχεν ὡς ἑξῆς: «ἐξέθηκα ἤδη, ὅτι θὰ ἀπέβαινεν λίαν ἐπιθυμητὸν τὸ νὰ δίδηται προειδοποίησις τῶν τοιούτων ἐπερωτήσεων. Πλὴν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου (ὁ Βαρῶνος Βόρμς) μοὶ ἀπέτεινε, δύναμαι ἀμέσως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀπαράβατος συνήθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἐν ξένοις Κοινοβουλίοις ἀπαγγελλομένους λόγους». Ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ κ. Δίλκε εἶπεν, ὅτι, ἂν, καὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐπερώτησιν, ἔπρεπε προηγουμένως νὰ προειδοποιηθῶ, διὰ νὰ παρασκευασθῶ καὶ σκεφθῶ τί ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσω, ἡ ἐπερώτησις ὅμως αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδὲ κἂν νὰ σκεφθῶ χρειάζεται· «δὲν προσέχομεν εἰς τὰ ἐν τοῖς ξένοις Κοινοβουλίοις λεγόμενα». Ὁ τρόπος τοῦ λέγειν τοῦ εὐφυοῦς Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας εἶχε τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν κατεδήλωσαν κατόπιν αἱ πράξεις αὐτοῦ. Ὁ ἐν Ἀθήναις Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐνετάλη ἀμέσως νὰ μεταβῇ εἰς τὸν οἶκον τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νὰ εἴπῃ αὐτῷ, ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος· ὁ δὲ λόρδος Γράμβιλλ ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν τότε Πρωθυπουργὸν κ. Κουμουνδοῦρον, βεβαιοῦν, ὅτι αἱ συνεννοήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλία ἔλαβε μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἦσαν συνεννοήσεις, μιτὰ πάσης καλῆς πίστεως γενόμεναι, ὅτι δὲν συνεβούλευσε τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὰς συστάσεις τῆς Εὐρώπης, οὐδ’ ὑπεσχέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι θέλει πολεμήσει εἰς τὸ πλευρὸν αὐτῆς, ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπεδέχετο ἄλλην γραμμὴν ἐκτὸς τῆς τοῦ Βερολίνου. Καὶ εὑρέθη τῳόντι εἰς δυσχερῆ θέσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας. Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας φρονοῦσιν, ὅτι καθῆκον πρὸ παντὸς ἔχουσιν ὅ,τι οἱ Ὑπουργοὶ ἀλλαχοῦ νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν, ὅταν τὸ συμφέρον τοῖς ὑπαγορεύῃ τοιοῦτόν τι. Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ἀγγλίας ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ λέγωσι τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἦναι ἀγαθῆς πίστεως, νὰ μὴ διαστρέφωσι τὰ πράγματα καὶ νὰ ἦναι εἰλικρινεῖς εἰς τὰς συνεννοήσεις των. Ὁ λόρδος Γράμβιλλ καὶ ὁ κ. Γλάδστων εἶχον ἤδη συνεννοηθῆ μετὰ τῆς Γερμανίας περὶ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ στηριχθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, πρὸς λύσιν τέλος πάντων τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν συνεννοήσεων ἐκείνων εἶχον ἀναλάβει ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων συνεννοήθησαν, βεβαίως ἐταράχθησαν, ὅτα, εἶδον, ὅτι ἔτρεχον τὸν κίνδυνον ἕνεκα τῶν ἐξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ ἐκληφθῶσιν, ὅτι ἐπιβουλεύονται ἐκείνους, μεθ’ ὧν εἶχον συνεννοηθῆ, πρὸς ματαίωσιν τῶν συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας μετ’ αὐτῶν εἶχον συντελέσει. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω, δὲν εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους συνάγω ἐκ μόνον εἱκασιῶν ἢ κρίσεων. Τὰ στηρίζω ἐπὶ δημοσιευθέντων ἐγγράφων, καὶ δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἄν ἡμεῖς, δημαγωγοῦντες καὶ ἐν τῇ δημαγωγίᾳ κερδοσκοποῦντες καταγγέλλωμεν ἐν τῇ Βουλῇ τὴν Ἀγγλίαν, ὡς ἐργαζομένην ἰδίᾳ καὶ κρύφα τῆς Γερμανίας καὶ τῶν ἄλλων Δυνάμεων ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων, ἡ Ἀγγλία στενοχωρουμένη ἕνεκα τούτου καὶ ἐγκαταλείπουσα διὰ τοῦτο τὰς περὶ Πρεβέζης καὶ Κρήτης ἀξιώσεις της, ἐζήτει νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παραίτησιν τῶν ἀξιώσεων τούτων πρὸ τῆς ἱστορίας. Διὰ τοῦτο ὁ Λόρδος Γράμβιλλ, ὡς ἔγραφε πρὸς τὸν κύριον Γκόσσεν κατὰ τὴν 16)28 Μαρτίου διαμαρτυρόμενος, ἔγραφε κατὰ τὴν 20 Μαρτίου (ά Ἀπριλίου) πρὸς τὸν Σὶρ Ἑῤῥῖκον Ἔλλιοτ «ό κόμης Κάρολυ μοὶ ἐπρότεινε νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις «τῆς Ἀνάσσης τὴν ἐκβίασιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποδοχὴν τῆς γραμμῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Παρετήρησα τῷ Κόμητι, ὅτι προηγουμένως, ἐλπίζοντες εἰς τὴν ἐπίτευξιν εὐαρέστου γραμμῆς, ἀναπληρούσης ἐπαρκῶς τὴν τῆς Βερολινείου συνδιασκέψεως, ἀπετάθημεν ἀληθῶς πρὸς τὸν Πρίγκηπα Βίσμαρκ, ὅπως, ἐὰν εὐηρεστεῖτο, λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ἐν Ἀθήναις διαβημάτων. Ἀλλὰ νῦν τὴν ὁρισθεῖσαν γραμμὴν ἀπεδέχθημεν ἁπλῶς ἐκ πόθου πρὸς τὴν εἰρήνην καὶ ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις». Τοσοῦτον δὲ ἐπόθει ὁ Λόρδος Γράμβιλλ νὰ ἀποδείξῃ πρὸς τὴν λοιπὴν Εὐρώπην τὴν καλὴν πίστιν του, καὶ νὰ καταστήσῃ κατάδηλον, ὅτι οὐδέποτε διενοήθη νὰ ἀπατήσῃ αὐτὴν, ὥστε μετὰ τέσσαρας μῆνας, τὴν 30 Ἰουνίου 1881, ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ἔλεγε· «πάντοτε ἀπέσχομεν, ὡς ὡμολόγησεν αὐτὸς οὗτος ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν βοηθήσει αὐτὴν καὶ πέραν τῆς ὑπὸ τῆς συνηνωμένης ἐνεργείας τῶν Δυνάμεων ἐν τῇ Βερολινείῳ Συνδιασκέψει ἐπιβαλλομένης». Καὶ τὴν γλώσσαν, τὴν ὁποίαν μετήρχετο ὁ Λόρδος Γράμβιλλ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, καὶ τὴν ὁποίαν μετεχειρίζετο εἰς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὸν κύριον Γκόσσεν, αὐτὴν μετήρχοντο καὶ τὰ ἐγκριτώτερα δημοσιογραφικὰ φύλλα τοῦ Λονδίνου, ὡς ὁ «Χρόνος»· (ἀναγινώσκει) «ἡ πεποίθησις τῶν Ἑλλήνων, ἐδημοσίευσεν ὁ Ἀγγλικὸς «Χρόνος» κατὰ τὴν 22 Μαρτίου (3 Ἀπριλίου) 1881, ὅτι ἡ Ἀγγλία ὑποχρεώθη δῆθεν νὰ βοηθήσῃ αὐτοὺς πρὸς ἀνόρθωσιν ἀδικήματος, ὅπερ εἶναι κυρίως δημιούργημα τῆς φαντασίας των, ὑπῆρξε μία τῶν λυπηρῶν παρεξηγήσεων, αἵτινες ἐδείνωσαν τὴν ἐνεστῶσαν διένεξιν. Τοιαύτη ὑπόσχεσις δὲν ἐδόθη, οὔτε κατὰ τὴν εἰς Λονδῖνον ἐπίσκεψιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, οὔτε κατ’ ἄλλην τινὰ ἐποχήν....... Οἱ ἀρειμάνιοι λόγοι καὶ αἱ παρασκευαὶ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλονται ἐν μέρει εἰς τὴν πεποίθησιν ταύτην, ἥτις, ὡς ἐξάγεται ἐξ ἀγορεύσεώς τινος τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὑφίστατο μέχρις ἐσχάτων». Καὶ ὅταν ἠκούσθη, ὅτι τέλος πάντων οἱ Πρέσβεις ἐν Κωνσταντινουπόλει συνεφώνησαν εἴς τινα γραμμὴν, ἄγνωστον μὲν τότε, ἀλλὰ κατόπιν γνωσθεῖσαν εἰς τὸ κοινὸν, τὴν γενομένην ἀποδεκτὴν γραμμὴν τῆς 31 Μαρτίου, εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος ἐδίδετο ἡ πληροφορία ὑπὸ ἐκείνων τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς θέσιν νὰ μεταδίδωσιν ὅσα ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμιζεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταδώσῃ εἰς τὸ κοινὸν, «ὅτι ἡ Πύλη, ἅμα ἀκούσασα τὴν βροντώδη φωνὴν τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ, ἐπέσπευσε τὰς ἀποφάσεις της». Καὶ τότε ἡ Πύλη δὲν ἐπέσπευσεν ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἐζήτει παρὰ τῆς Γερμανίας διαλεύκανσιν τῶν περὶ τῆς εἰλικρινοῦς πρὸς ἀποδοχὴν τῆς γραμμῆς συμπράξεως τῆς Ἀγγλίας δισταγμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ λόγοι τοῦ κυρίου Τρικούπη παρήγαγον ἐν τῇ Εὐρώπῃ διὰ τῶν ἀποκαλύψεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων τὴν 30 Ἰουνίου 1881 ἔλεγεν ὁ Λόρδος Γράμβιλλ: «Τὴν διαμαρτύρησιν τῆς Τουρκίας οὐδόλως ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν αἱ Δυνάμεις. Ἡμεῖς ἰσχυρῶς ἐπιέσαμεν τοὺς Τούρκους, ὅπως ἀποδεχθῶσι τὴν λύσιν, καὶ ὁ κύριος Φρεϋσινὲτ εἶπεν, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ ἄρξωνται νέαι διαπραγματεύσεις, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ἦτο ἀνέκκλητος. Ἡ Ρωσσία, ἡ Γερμανία καὶ ἡ Ἰταλία εἶπον ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως δέον νὰ διατηρηθῇ. Δύναμαι νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα, ἐπειδὴ ἐνίοτε ἐλέχθη, ὅτι ἡ Αὐστρία ἀκουσίως ἀπεδέξατο τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνδιασκέψεως, ὅτι ὁ Σὶρ Ἑῤῥῖκος Ἔλλιοτ, κατά τινα συνέντευξιν, ἣν ἔσχε μετὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Αὐστρίας, ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἐπεδοκίμασε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην. Ἐὰν ἐτηρεῖτο ἡ στάσις αὕτη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, πιθανὸν νὰ ἦναι ἐσφαλμένη, ἡ ἀπόφασις ἐκείνη θὰ ἐξετελεῖτο, διότι φρονῶ, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἦναι σταθερὰ καὶ ἡνωμένη ἐπὶ ζητημάτων, θιγόντων τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, ἀδύνατον οἱονδήποτε Κράτος, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι ἰσχυρότατον, νὰ παρίδῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Δέον ὅμως νὰ ἐνθυμώμεθα, ὅτι αἱ περιστάσεις μεταβάλλονται. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἡ λαβοῦσα πρώτιστον μέρος ἐν τῷ Συνεδρίῳ καὶ ἐν τῇ συνδιασκέψει, ἡ προτρέψασα ἡμᾶς νὰ ἐπιδείξωμεν μείζονα δραστηριότητα, ἡ τάξασα ὡς ὅρον ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς συμμετοχῆς αὑτῆς ἐν τῇ πρὸ τοῦ Δουλτσίνου ναυτικῇ ἐπιδείξει, ὅτι τὰ αὐτὰ μέτρα θὰ ἐφηρμόζοντο καὶ εἰς τὴν λύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἡ Γαλλία, λέγομεν, διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ δημοσία γνώμη τῆς χώρας ἀνθίστατο λίαν ὅπως τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα λυθῇ διὰ τοιούτου δραστηρίου τρόπου». Ἡ ἀπομόνωσις τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μετὰ τὸν χωρισμὸν τῆς Γαλλίας ἀπ’ αὐτῆς, ἠνάγκασε τὸν προϊστάμενον τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ πρὸς λύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος τὴν συνδρομὴν τῆς Γερμανίας. Καὶ ἦλθεν ἀληθῶς εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ πρίγκιπος Βίσμαρκ, καὶ ἐτέθησαν αἱ βάσεις τῶν μελλουσῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ἐπανελήφθησαν αὗται ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἐξηκολούθησαν. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον εἶχον περατωθῆ δὲν ἔμενε δὲ ἐκκρεμὴς εἰμὴ ἡ ἐπίμονος ἀπαίτησις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Πρέβεζα μετὰ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου καὶ ἡ Κρήτη, ἦλθεν ἡ ἀποκάλυψις ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ὅτι ἡ Ἀγγλία θέλει πολεμήσει μεθ’ ἡμῶν, ἐὰν δὲν συναινέσῃ ἡ Τουρκία. Μόλις τοῦτο ἐγένετο γνωστόν, ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, περὶ ἧς εἶπον, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ διαταγὰς, νὰ παραιτήσωσιν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπρόσωποί της τὴν ἀξίωσιν τῆς παραχωρήσεως τῆς Πρεβέζης καὶ νὰ δεχθῶσι τὴν γραμμὴν, ὡς ἐπρότεινον οἱ Τοῦρκοι αὐτήν. Κατὰ τὴν 10)22 Μαρτίου, καθ’ ἣν ἐγέγοντο αἱ ἀποκαλύψεις ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος, οἱ Ὀθωμανοὶ προσήνεγκον μὲν τὴν Κρήτην, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Στερεᾶς ἔδιδον λωρίδα μόνον γῆς, μὴ περιλαμβάνουσαν τὸν Βῶλον. Οἱ Πρέσβεις εἶχον κηρύξει ἀπαράδεκτον τὴν γραμμὴν ταύτην, ἀπειλήσαντες, ὅτι ἤθελον προβῆ αὐτοὶ εἰς τὴν διαχάραξιν τῆς γραμμῆς. Ἀλλὰ ποίαν ἔμελλον νὰ διαχαράξωσι γραμμὴν οἱ Πρέσβεις; Διεφώνουν. Ὁ κύριος Χάτσφελδ καὶ τρεῖς ἄλλοι, ὧν τὰ ὀνόματα δὲν ἀναφέρει ἡ Κυανῆ Βίβλος, ἀλλ’ οἵτινες εἰκάζεται ἐξ ὑπαινιγμῶν, ὅτι ἦσαν ὁ τῆς Αὐστρίας, ὁ τῆς Γαλλίας καὶ ὁ τρίτος ὁ τῆς Ῥωσσίας ἢ ὁ τῆς Ἰταλίας, ἐθεώρουν ἀρκοῦσαν τὴν γραμμὴν τῆς 3 Ὀκτωβρίου ἐπὶ τῆς Στερεᾶς, καὶ ὡς ἀντάλλαγμα διὰ τὴν μείωσιν διὰ τούτου τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, τὴν Κρήτην. Ὁ δὲ κ. Γκόσσεν ἐπέμενε νὰ παραχωρηθῇ ἐκ μὲν τῆς Θεσσαλίας ὁλόκληρος ἡ γραμμὴ τοῦ Βερολίνου, ἐκ δὲ τῆς Ἠπείρου ἡ Πρέβεζα, καὶ νὰ δοθῇ προσέτι ὡς ἀντάλλαγμα, διὰ τὴν μείωσιν τῆς ἐν Ἠπείρῳ γραμμῆς, ἡ Κρήτη. Ἐπειδὴ δὲ οἱ ἄλλοι Πρέσβεις ἐπέμενον, ὁ κ. Γκόσσεν συγκατετέθη εἴτε νὰ παραχωρηθῇ ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία μετὰ τῆς Κρήτης, εἴτε νὰ παραχωρηθῇ ἡ γραμμὴ τοῦ Πηνειοῦ, περιλαμβάνουσα τὴν Λάρισσαν, ἡ Πρέβεζα καὶ ἡ Κρήτη. Τί ἐγένετο ἀπὸ τῆς 11 Μαρτίου, μέχρι τῆς ὁποίας ὁ Λόρδος Γράμβιλλ ὑπεστήριζε τὴν ἐκτεθεῖσαν πολιτικὴν τοῦ κ. Γκόσσεν, ἐπιμένοντος νὰ παραχωρηθῇ καὶ ἡ Πρέβεζα καὶ ἡ Κρήτη; Δὲν γνωρίζομεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ τὰς παραστάσεις, ἃς ἡ Τουρκία ἐξεδήλου, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀγγλία ὑποκινεῖ ἡμᾶς, ἵνα μὴ ὑποταχθῶμεν εἰς τὰς περὶ μειώσεως τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων καὶ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων καὶ τῶν Κοινοτήτων ἀπαντήσεις τοῦ Λόρδου Γράμβιλλ καὶ τοῦ κ. Δίλκε. Ὁ κ. Κόρβεττ, ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας ἐν Ἑλλάδι, ἠρώτησε τὸν Λόρδον Γραμβίλλ ἂν πρέπῃ νὰ παρασκευάσῃ βαθμηδὸν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀποδοχὴν ὀλιγωτέρων, ἢ ὅσα ἀνέμενον. Ὁ δὲ Λόρδος Γραμβὶλλ ἀπήντα αὐτῷ τὴν 12)24 Μαρτίου, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν ὑμετέραν στάσιν τῆς σιωπῆς, ἣν ἄχρι τοῦδε ἐτηρήσατε καὶ ἣν αὕτη ἐπιδοκιμάζει.» Ὅταν δὲ ὁ κύριος Κόρβεττ ἔγραφε κατὰ τὴν 12)24 Μαρτίου πρὸς τὸν Λόρδον Γράμβιλλ, ὅτι, «ἐὰν οἱ Ἕλληνες ἐγκαταλειφθῶσιν εἰς τὰς ἐλπίδας καὶ τὰς προσδοκίας των, ἃς γενικῶς διατρέφουσι καὶ ἀνακηρύττουσιν, ἀδύνατος ἔσται ἡ εἰρηνικὴ λύσις τοῦ ζητήματος», ὁ Λόρδος Γραμβὶλλ δὲν ἀπήντησε πλέον, ὅτι ἐγκρίνει τὴν τακτικὴν, ἣν ἠκολούθησε, τὴν τῆς σιωπῆς, ἀλλὰ τῷ ἔγραψεν «Ἐν τῇ προχθεσινῇ μετ’ ἐμοῦ συνδιαλέξει ὁ κ. Κοντόσταυλος μετῆλθε τὸ σύνηθες φιλοπόλεμον ἦθος. Ἐβεβαίωσα αὐτὸν, ὅτι ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα εὐμένεια τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἀνάσσης διετέλει ἀμείωτος· ἀλλὰ δὲν προτιθέμεθα νὰ ἀποχωρισθῶμεν τῶν ἄλλων Δυνάμεων». Τὴν 13)25 Μαρτίου ἔγραφεν ὁ κύριος Γκόσσεν πρὸς τὸν Λόρδον Γραμβὶλλ «Εὐαρεστήθητε νὰ μοὶ γνωστοποιήσητε τὴν γνώμην τῆς ὑμετέρας Ἐξοχότητος περὶ τῶν Τουρκικῶν προτάσεων. Ἰδοὺ ἡ ἐμὴ γνώμη. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος προτίθεται, καὶ ἐπὶ κινδύνῳ ἀπομονώσεως, νὰ παράσχῃ τῇ Ἑλλάδι ἰσχυρὰν ναυτικὴν ὑποστήριξιν καὶ νὰ μετέλθῃ ἀποφασιστικὴν πολιτικὴν, θὰ ἀπαιτήσω ἐπιμόνως καὶ τὴν Πρέβεζαν, καὶ θὰ θέσω ὡς ὅρον ἀπαραίτητον τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ γραμμῆς τῆς Συνδιασκέψεως». Εἶχε δίκαιον ὁ κύριος Γκόσσεν τιθεὶς εὐκρινῶς οὕτω τὸ ζήτημα, διότι ὁ Λόρδος Γραμβίλλ τῷ ἔγραφε τὴν 13)25 Μαρτίου. «Ἡ πρώτη ἐκ τῶν δύω γραμμῶν, ἣν θὰ ὑποστηρίξετε, ἔσται ἡ τοῦ Πηνειοῦ μετὰ τῆς Κρήτης, ὅπως τηρηθῶσι τὰ μετὰ τῆς Γερμανίας συμφωνηθέντα. Εἰ δὲ μὴ, ἡ ὑμετέρα Ἐξοχότης θὰ αἰτήσηται ἐπιμόνως τὴν παραχώρησιν ὅλης τῆς Θεσσαλίας ἄνευ Κρήτης ἢ Πρεβέζης. Ἐὰν ὅμως πάντες οἱ ἄλλοι Πρέσβεις στέρξωσι τὴν Τουρκικὴν πρότασιν, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν συγκατάθεσίν της.» Ἀλλ’ ὅταν ἔλαβε τὴν ἀπὸ 13)25 Μαρτίου ῥητὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Γκόσσεν, ἔγραφε κατὰ τὴν 14 Μαρτίου ὁ Λόρδος Γραμβὶλλ πρὸς τὸν κ. Γκόσσεν· «Μετὰ τὴν προσήκουσαν στάθμισιν τῶν λόγων ὑπὲρ τῆς ἐπιμονῆς εἰς μεγαλειτέρας ἐδαφικὰς παραχωρήσεις τῇ Ἑλλάδι, συμπεριλαμβανομένης τῆς Πρεβέζης, καὶ τῶν λόγων ὑπὲρ εἰλικρινοῦς ἐνεργείας μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας Τουρκικῆς γραμμῆς, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης ἀποδέχεται τὴν δευτέραν πορείαν, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ ἐντόνου διαμαρτυρήσεως ἐκ μέρους τῆς ὑμετέρας Ἐξοχότητος ὑπὲρ καλλιτέρας ἐπιλύσεως, καὶ διακηρύξεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης συγκατατίθεται ἁπλῶς ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις». Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἐγκαταλειφθεῖσα ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς, ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνεννόησιν μετὰ τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος, ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ τὴν Πρέβεζαν καὶ τὴν Κρήτην, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Ἑλλάδος γενομένων ὑπὸ τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀποκαλύψεων, ἵνα μὴ ὑποληφθῶσιν αὗται ἀληθεῖς, καὶ θεωρηθῇ ἡ Ἀγγλία ἐνθαῤῥύνουσα ἐναντίον τῶν μετὰ τῆς Γερμανίας συνεννοήσεών της καὶ μεταδιδοῦσα εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε προστατεύσει αὐτὴν, ἐὰν ἀνθίστατο κατὰ τῶν προτάσεων τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἠναγκάζετο, ὅπως ἠκούσατε, ἐξ ἁβρότητος πρὸς τὰς ἄλλας Δυνάμεις, καὶ ἐξ ἐπιθυμίας ν’ ἀποδείξῃ τὴν εἰλικρίνειάν της, νὰ παραιτήσῃ καὶ τὴν περὶ Πρεβέζης ἀξίωσιν καὶ τὴν περὶ Κρήτης, καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γραμμὴν τῆς 31ης Μαρτίου. Εἴχομεν λοιπὸν ἀνάγκην ν’ ἀποκτήσωμεν νέον τίτλον διὰ τῆς εἰς Αἴγυπτον ἐκστρατείας, ἵνα ἐπιτύχωμεν πρὸς παραχώρησιν αὐτῆς τῆς ἠκρωτηριασμένης ὁροθετικῆς γραμμῆς τῆς 31 Μαρτίου τὴν συνδρομὴν τοῦ Λόρδου Γράμβιλλ καὶ τοῦ κυρίου Γλάδστωνος; Καὶ ἡ ναυτικὴ ἐκστρατεία ἐν Αἰγύπτῳ καὶ τὸ μέγα ὁροθετικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέστησαν, ὅτι ἔλυσαν, καὶ ἡ ἐκστρατεία, εἰς τὴν ὁποίαν κατέφυγον, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν λύσιν τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος, ἀληθῆ σκοπὸν εἶχον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέστησαν, ἢ ἐγένοντο τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο ἵνα καταπλήξωσι διὰ ἀλληλοδιαδόχων πυροτεχνημάτων τὴν φαντασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ; Καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἔλυσαν τὸ ὁροθετικὸν ζήτημα, τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα, καὶ ἤλεγξαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ἐποιήσατο μνείαν τῆς λύσεως ταύτης, καὶ δὲν ἀνεγνώρισεν οὕτως τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσήνεγκον εἰς τὸ Κράτος αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅταν ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε νὰ κομίσῃ ἐκ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου τὸν τίτλον, ὁ ὁποῖος παρήγαγε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, σᾶς ἔλεγον, ὅτι ὁ τίτλος ἐκεῖνος δὲν εἶχε καμμίαν ἀξίαν, διότι ἦτο ἀντάλλαγμα μεγάλων θυσιῶν, μεγάλων δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἦτο ἓν πινάκιον φακῆς, δι’ οὗ οἱ Σλαῦοι ἠπάτησαν τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, καταστήσαντες αὐτὸν ὄργανον πρὸς ἀποπλάνησιν καὶ αὐτοῦ τοῦ μεγάλου φιλέλληνος, τοῦ τότε τὰ μάλιστα ἐπιδρῶντος ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γαλλίας. Τότε τὸ μέγα συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἦτον ἄλλο, οὐχὶ νὰ ἐκτείνῃ τὰ ὅρια τοῦ Βασιλείου πρὸς βοῤῥᾶν, οὐχὶ νὰ λάβῃ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον, ἀλλὰ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας, νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη της εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῆς διοικήσεως τῶν ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἑλληνικῶν Ἐπαρχιῶν. Καὶ βεβαίως οὕτως ἐφρόνουν ἐκεῖνοι, οἵτινες παρέστησαν ὡς κατόρθωμα, ὅτι ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι τὴν γνωστὴν ὑπόσχεσιν ἀπὸ τὸν Λόρδον Δέρβυ, ἵνα καὶ αἱ Ἑλληνικαὶ ὑπὸ τὴν Τουρκίαν Ἐπαρχίαι ἀπολαύσωσι τὰς αὐτὰς διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀπολαύσει καὶ αἱ ἄλλαι. Τώρα δὲ παριστῶσιν, ὅτι ἦτο μέγα κατόρθωμα ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ πάντων τῶν σημείων ἐν Θεσσαλίᾳ τῆς γραμμῆς τῆς 31 Μαρτίου, τὴν ὁποίαν ἡ Εὐρώπη δὲν ἐσύστησεν, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τὴν ὁποίαν αὕτη, καίτοι τοσοῦτον ἠκρωτηριασμένην, κατ’ ἀνάγκην ἀπεδέχθη. Τότε ἐθεώρουν ὡς ἄχρηστόν τι καὶ ἀνωφελὲς τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν Ἑλληνικῶν ὁρίων. Καὶ μολονότι ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου καὶ ἠγωνίζετο καὶ κατώρθου νὰ ὑπερβῇ καὶ ἀνατρέψῃ τὰς μηχανοῤῥάφους δολοπλοκίας τῆς Τουρκικῆς Διπλωματίας, καὶ νὰ διέρχηται τὰ διάφορα στάδια τῶν συνεννοήσεων, τὰ ὁποῖα εἶχε διαγράψει τὸ Βερολίνειον Πρωτόκολλον, οὗτοι παρέπειθον τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἔλεγον πρὸς αὐτήν: ἄφετε τὰς μερίμνας ταύτας καὶ ἔλθετε νὰ συνταχθῆτε ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ. «Ἔλθετε νὰ μεριμνήσετε περὶ βελτιώσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ ἀσπασθῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης». Καὶ κατώρθωσαν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ Κοινοβούλιον τὴν συμβουλήν των ταύτην, καὶ νὰ ἀνακηρύξῃ καὶ τοῦτο ὡς ἀρχήν του αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ τότε ἔλεγον ἰσοζύγιον ἄνευ φόρων δι’ οἰκονομιῶν. Καὶ ἀφοῦ ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐνεφανίσθη ἐνσεσαρκωμένον τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἡ Εὐρώπη ὁμοφωνοῦσα καὶ γράφουσα διὰ τῆς γραφίδος τὴν νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν τῶν δύω ὁμόρων Κρατῶν. Τότε ἔμειναν ἐκπεπληγμένοι, καὶ ἴσως ἐνεθυμήθησαν τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς αὐτοὺς, καθ’ ἣν ὥραν ἔδιδε τὴν ψῆφόν του κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς προηγηθείσης βουλευτικῆς Συνόδου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Συνεβούλευεν αὐτοὺς τὴν ἡμέραν ἐκείνην ὁ προκάτοχος Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἀποσυνθέσωσι τὸν στρατόν. Ἀλλὰ τότε ὁ στρατὸς εἶχεν ἀποσυντεθῆ, διότι ἐτελοῦντο τὰ νέα δοκίμια τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὰ δοκίμια τοῦ στρατοῦ τῆς ἀσκήσεως καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ὑπηρεσίας, τὰ δοκίμια, δι’ ὧν καὶ τότε ἐθέρμαιναν τὴν φαντασίαν καὶ τὸ φιλόκαινον τοῦ κοινοῦ. Τὰς 24,000 ὁμολογίας τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας ἐφυλάττομεν, ἵνα χρησιμεύσωσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στελέχεων τοῦ στρατοῦ, ἔλεγον, ὅτι ἔμελλον νὰ ἀκυρώσωσι καὶ πρόγραμμα εἶχον νὰ ἐπαναλάβωσι πάλιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴχομεν δώσει ἀπέναντι τοῦ πρὸς αὐτὴν χρέους ἡμῶν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ κινητὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, καὶ εἶχον ἀποκαταστήσει ἀληθῆ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν λαβύρινθον, οἷον εἶχον καταστήσει καὶ εἰς τὴν Διοίκησιν, ὡς λαβύρινθος ἦτο καὶ πᾶσα ἡ πολιτικὴ, ἣν διὰ τοῦ προγράμματός των παρέστησαν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν παρέστη φέρον σάρκα κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1880 ὡς εἶχε πλασθῆ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Τότε ἤρχισεν ἡ σπασμωδικὴ κίνησις. Τότε ἐκρίθη ὁ στρατὸς ἀναγκαῖος. Ἀλλὰ τί νὰ κάμῃ ὁ στρατὸς τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ὑπηρεσίας; Δέκα ἡλικίαι ἀμέσως καλοῦνται εἰς στράτευσιν, διὰ νὰ ἐπιδείξωσι τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἀπειλήσωσι τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Τουρκίαν, καὶ ἀναγκάσωσιν αὐτὰς νὰ μᾶς δώσωσι τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ Σύνοδος τοῦ Βερολίνου προσδιώρισεν. Ἡ ἀπειλὴ τοῦ πολέμου ἐχώρισε τὴν Γαλλίαν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ ἀπεμόνωσεν αὐτήν. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐπιστρατεία συνετελέσθη ἐνταῦθα ἄνευ προνοίας πρὸς εὕρεσιν χρημάτων, καὶ μόνον μὲ μίαν προκαταβολὴν 15 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα εἶχον πορισθῆ ἐπὶ δανείου μέλλοντος. Καὶ ὅταν ἐζητεῖτο διὰ τὴν τοιαύτην ἀπρονοησίαν των λόγος, μᾶς ἔλεγον ὅτι τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης εἶχον ἀνοίξει εὐθὺς ὡς ἔμαθον ὅτι ἦλθον αὐτοὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀνυψώθη διὰ τοῦ ὀνόματος αὐτῶν ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔφερον, ὡς ἀπόδειξιν, τὴν ἀνύψωσιν τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων ἡμῶν ἀπὸ φραγ. 380 εἰς 440, καὶ ὅτι ἦτο πλέον ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν ἐκεῖ χρήματα, ἀφοῦ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον αὐτῶν ἀνετράπη καὶ ὅτι τῆς νέας Κυβερνήσεως ἡγεῖτο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα μόνον ἤρκεσε νὰ κλείσῃ τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ κομποῤῥημονοῦντες προχθὲς μᾶς ἔλεγον, ἵνα μᾶς παραστήσωσι τὴν μεγίστην ἀκρίβειαν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν εἰς τὴν διαχείρισίν των, ὅτι κατὰ τὸ 1880 δὲν ἐζήτησαν πιστώσεις, οὔτε ἐκτάκτους, οὔτε ἀναπληρωτικὰς, λησμονοῦντες ὅτι ἡμεῖς ἐνθυμούμεθα ἔτι, ὅτι ἔλαβον καὶ διεχειρίσθησαν τὰ 15 ἑκατομμύρια τῆς προκαταβολῆς ἄνευ ἐνταλμάτων, ἄνευ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἄνευ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἁπλῶν ἐπιστολῶν. Καὶ ὅταν ὁ διάδοχος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤλεγχεν αὐτοὺς διὰ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, οὗτοι ἔλεγον πρὸς δικαιολογίαν των, ὅτι ἔπραξαν τοῦτο χάριν οἰκονομίας, ἵνα οἰκονομήσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου! Καὶ τώρα μᾶς λέγουσιν, ὅτι δὲν ἐζήτησαν πιστώσεις. Ἐνθυμοῦμαι ἑσπέραν τινὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο οἱ κκ. Βουλευταὶ νὰ κληθῶσι καὶ ψηφοφορήσωσιν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ δανείου διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου εἶχε παρασταθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι ἐπιζήμιον εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· διότι, ἀντὶ νὰ δανεισθῶμεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ 20 ἑκατομμύρια πληρόνοντες τόκον 7%, ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὰ ἀναγκαῖα χρήματα ἐκ τῶν ὑπολοίπων τῶν δανείων ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, πληρόνοντες δι’ αὐτὰ τόκον οὐχὶ 7%, ἀλλὰ μόνον 1%, καὶ ἠθέλομεν προσπορίσει οἰκονομίαν μεγάλου ποσοῦ ἐτησίως πρὸς αὔξησιν τῶν μέσων τοῦ Ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς μετὰ συγκινήσεως παρέστη εἰς τὸ βῆμα, λέγων πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἑκάστη στιγμὴ καὶ ἑκάστη ἡμέρα, ἡ ὁποία παρέρχεται, χωρὶς τὸ Κράτος νὰ τρέπηται εἰς τὰς ναυτικὰς παρασκευὰς, ἀποτελεῖ μέγιστον ὄλεθρον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐσκόπει τότε νὰ πτοήσῃ τοὺς ἀκούοντας, καὶ ἀληθῶς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις μεγάλην δύναμιν θελήσεως διὰ νὰ μὴ δειλιάσῃ πρὸ τῆς ζωηρᾶς παρατάσεως τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διέτρεχον τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἕνεκα ἐλλείψεως ναυτικῶν παρασκευῶν. Μετ’ ὀλίγον μᾶς ἐπρότειναν τὸ δάνειον τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ζητήσαντες καὶ λαβόντες τὴν ἄδειαν νὰ λάβωσι καὶ διαθέσωσι τὸ τέταρτον αὐτοῦ. Ἔκτοτε παρῆλθον δέκα μῆνες, ἡ δὲ μεγάλη σπουδὴ αὐτῶν, καὶ αὐτὸς ὁ μέγας κίνδυνος τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, τὸν ὁποῖον ἠπείλει ἡ ἀναβολὴ, ἐξεδηλώθη δι’ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν τινων εἰς Λονδῖνον μεθ’ ὑπερόγκων ἐπιμισθίων, πρὸς ἀγορὰν πλοίων, τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει οὔτε τὸ εἶδος, οὔτε τὸ μέγεθος, οὔτε τὸ εἶδος τοῦ πυροβολικοῦ, οὔτε τὴν ὁλκὴν τῶν πυροβόλων. Ἐξετάσατε τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγον εἰς τὸ Ναυτικὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 11 μηνῶν, ἀφοῦ ἐκ τῶν ἐκτεθέντων περὶ τοῦ Καραλῆ Δερβὲν ἐμάθατε ποία ὑπῆρξεν ἡ διοίκησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων. Ὅταν προχθὲς συνεβούλευσα τὴν Βουλὴν νὰ ἀφαιρέσῃ 270 χιλιάδας δραχμῶν ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν πλοίων, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ζητοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τῆς ἀναπτύξεως τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ παραλύωμεν τὴν μέριμναν αὐτοῦ περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν· ἀπήντησα τότε ὅτι ἡ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν οἰκονομία, ἣν ἐζητήσαμεν, συνίστατο μόνον εἰς 166,000 δραχμῶν, αἱ οἰκονομίαι ὅμως, τὰς ὁποίας ἐπροτείναμεν ἐπὶ τοῦ ὅλου Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀνήρχοντο εἰς 1,490,000. Ἐλέγομεν λοιπὸν πρὸς αὐτούς: «Τί μᾶς ὁμιλεῖτε κατὰ τῶν οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ναυτῶν, ἐνῷ πλὴν αὐτῶν σᾶς ἐπροτείναμεν οἰκονομίας δραχ. 1,330,000, περὶ ὧν οὐδὲν μᾶς εἴπατε;» Ἀλλὰ μήπως ἀφαιροῦμεν ἀριθμὸν ναυτῶν ὑπάρχοντα; Καθ’ ἃ ἀπέδειξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἰσχύοντος Νόμου περὶ στρατολογίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατατάξητε εἰς τὸ Ναυτικὸν τοὺς ναύτας ὅλους, τοὺς ὁποίους ὁ Προϋπολογισμὸς προσδιορίζει. Δυνατὸν οἱ μεγάλοι ἀριθμοὶ νὰ παριστῶσιν ἴσως τὰ μέτρα ἡμῶν σοβαρὰ καὶ ἀξιόμαχον τὴν ναυτικὴν δύναμιν, ἀλλ’ ἀδύνατον νὰ κατατάξητε τόσους ναύτας, ὅσους ζητεῖτε. Σήμερον, καθ’ ὃν χρόνον ἐφαρμόζετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882 ἢ τοῦ 1883, τὰ πληρώματα τῶν πλοίων σας εἶναι σύμφωνα πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἢ πρὸς τὸν τοῦ 1883; Εἶναι ἀτελέστατα. Σήμερον, ὅτε λαμβάνετε πίστωσιν τοῦ δωδεκατημορίου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἰανουαρίου ἢ τοῦ Φεβρουαρίου, διατί δὲν ἐφηρμόσατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 ἐπὶ τοῦ πλοίου τῶν Ψαῤῥῶν καὶ ἐπὶ τῆς Ὕδρας καὶ τῶν Σπετσῶν; διότι δὲν ἔχετε πληρώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνετε τὰ πλοῖα ταῦτα σηπόμενα εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἂν καὶ τὰ ἔχετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς ἐν ἐνεργείᾳ. Ἡμεῖς συνετάξαμεν τὰς οἰκονομίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δυνατὸν γενέσθαι, καὶ παριστῶμεν διὰ τῶν προτάσεών μας τὴν δυνατὴν ὀργάνωσιν τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Εἶναι δὲ ἀξία μερίμνης ἡ τακτοποίησις τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὰς δοθείσας μοι πληροφορίας, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν πληρωμάτων, οὐδὲ ὁ τῶν ἀξιωματικῶν, οὔτε γυμνάσιόν τι ἐξετελέσθη καθ’ ὅλον τὸ δεκάμηνον διάστημα, καθ’ ὃ κυβερνᾶτε, οὔτε ἀσκήσεις εἰς τὸ πυροβολικόν, οὔτε ἡ τάξις, οὔτε ἡ προσήκουσα πειθαρχία ἐπὶ τῶν πλοίων τηρεῖται. Ὑπάρχουσι 400 ἡμερομίσθιοι τεχνῖται ἐν τῷ Ναυστάθμῳ· ἂς φέρωσιν ὅμως κατάστασιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτῶν ἐξετέλεσαν. Εἶναι τεχνῖται παράγοντες ἐργασίαν, ἢ τεχνῖται σημειούμενοι εἰς τὰς μισθοδοτικὰς καταστάσεις, ὅπως διὰ τῆς μισθοδοσίας ταύτης τελῆται τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς συναλλαγῆς, τὸ ὁποῖον εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς Διοικήσεως λειτουργεῖ; Δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς κανὲν πλοῖον ὀργανωμένον, οὔτε κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, οὔτε κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ 1882. Ἐὰν θελήσωσι μόνον τὸν ἀτμοδρόμονα νὰ ὀργανώσωσι, πρέπει νὰ γυμνώσωσιν ὅλα τὰ ἄλλα πλοῖα. Καὶ τὰ δύω καλλίτερα ἡμῶν πλοῖα, ὁ Γεώργιος καὶ ἡ Μπουμπουλῖνα, καθ’ ἡμέραν ὀξειδοῦνται, καὶ οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη, ὅπως σταματήσῃ ἡ φθορὰ αὐτῶν. Ἕν μόνον καλὸν ἐπετεύχθη, ἕνεκα τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα, ἤτοι πρὸ 4 ἢ 5 ἡμερῶν, ἀπελύθη ἀριθμός τις ἐκ τῶν 400 ἐκείνων τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι δῆθεν εἰργάζοντο ἐν τῷ Ναυστάθμῳ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ καλὸν τοῦτο εἶναι προσωρινὸν, εἶναι διαβατικὸν, διότι εὐθὺς ὡς τὰ λεχθέντα λησμονηθῶσι, θέλουσιν αὖθις διορισθῆ οἱ ἀπολυθέντες, διότι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποταχθῶσιν αὖθις εἰς τὴν συναλλαγήν, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τὴν μίσθωσιν ταύτην. Αἱ ναυτικαὶ παρασκευαὶ τῳόντι συντελοῦνται μετὰ μεγάλης δραστηριότητος. Ἀλλὰ πολλὰς ἔχομεν νὰ σᾶς προτείνωμεν ἀπορίας. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: πρὸς ποῖον σκοπὸν ναυτικῶν παρασκευῶν χρησιμεύει ὁ ἀριθμὸς τῶν γαιανθρακοφυλάκων ἐπὶ γαιανθρακαποθηκῶν, εἰς τὰς ὁποίας οὐδὲ κόνις πλέον σώζεται; Εἰς ποῖον σύστημα ναυτικῶν παρασκευῶν ἀνήκει ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι εἰσέφρησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὡς εἰς τὰ Λιμεναρχεῖα καὶ εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ πανταχοῦ, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως οἱ πλεῖστοι ἐπισκέπτονται τὰ Δημόσια γραφεῖα κατὰ τὴν τελευταίαν μόνον ἡμέραν τοῦ μηνός; Εἰς ποῖον σύστημα ναυτικῶν παρασκευῶν πρέπει νὰ καταταχθῇ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν ἐπιστατῶν καὶ ὑπεπιστατῶν τῶν ἀνεγειρομένων ἀλλὰ καὶ τῶν ἀνεγερθησομένων ἔργων ἐν τῷ Ναυστάθμῳ; διότι τοιούτους ὅρους τινὲς διορισμοὶ αὐτῶν φέρουσι. Κύριοι, τῳόντι ἀπό τινος χρόνου δύναταί τις νὰ ἀναγράφῃ συμβεβηκότα παράξενα. Κατὰ τὸ 1880 ἠκούσαμεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἰσοζυγίου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄνευ φόρων καὶ μόνον δι’ οἰκονομιῶν, κατὰ τὸ 1883 ἠκούσαμεν τὸ ἀντίθετον αὐτοῦ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ἰσοζύγιον ἄνευ οἰκονομιῶν καὶ μόνον διὰ φόρων. Ἀλλὰ ταύτην μόνον τὴν ἀντίφασιν ἠκούσαμεν; Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1880, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἐντὸς 4 μηνῶν, 4 οἰκονομικὰ προγράμματα ἀλλεπαλλήλως ἐξέδωκαν, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀναιρεῖ τὸ προκάτοχον αὐτοῦ. Καὶ εἶπε προχθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ τότε εἶχε καὶ τώρα ἔχει ὡς πρόγραμμα τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1880 ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται ἀμέσως, διότι δὲν ὠφείλομεν τοσαῦτα ὅσα σήμερον, διὰ τὸ ὁποῖον νῦν δυσκολευόμεθα νὰ συντελέσωμεν αὐτήν. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡμεῖς μὲν διεθέσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πραγματοποιήσει πληρώσαντες 25 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν, διὰ νὰ μειώσωμεν τὸ πρὸς αὐτὴν χρέος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ παρασκευάσωμεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὑμεῖς ἐμέμφεσθε τότε ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐνηργήσαμεν μετὰ οἰκονομικῆς περινοίας, διότι ἔπρεπε νὰ προτιμήσωμεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπληρώνομεν τόκον 1% μόνον ἢ τὴν ἄρσιν αὐτῆς, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠθέλομεν πληρώνει τόκον 7%. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, κατὰ τὸ πρῶτον τῶν οἰκονομικῶν προγραμμάτων τοῦ Ὑπουργείου ὑμῶν, ἐζητεῖτε τὴν ἀκύρωσιν τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου ἐκείνου, καὶ τὴν ἐπανάληψιν τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Κατὰ ἄλλο δὲ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου ὑμῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπηγγείλατε μετὰ 24 ἀπὸ τοῦ πρώτου προγράμματος ἡμέρας, ἐζητεῖτε τὰ ἐναντία τοῦ πρώτου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι τοῦ δευτέρου τούτου προγράμματος ὑμῶν ὁ πρῶτος σκοπὸς ἦτον ἀμφίβολον ἂν ἦτο κυβερνητικὸς, ἤτοι ἂν εἶχεν ἀντικείμενον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἢ ἂν ἦτο σκοπὸς Τραπεζικὸς, εὐκολύνων τὰς συναλλαγὰς καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι κατ’ αὐτὸ τὸ πρόγραμμα ὑμῶν ἐζητεῖτε τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα δώσητε εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλετε δανεισθῆ παρ’ αὐτῆς 21, 000,000 ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τοῦ λαχειοφόρου, τὸ ὁποῖον ἐκείνη ἔμελλε νὰ συνομολογήσῃ. Τὸ δεύτερον πρόγραμμα περιεῖχε τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ τὸ πρῶτον περιεῖχε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν μεταγενεστέρων οἰκονομικῶν προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς τῆς τετραμηνίας ἐκείνης ἐξεδώκατε πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπιστρατείας. Ἐζητεῖτε δι’ αὐτῶν δῆθεν δάνεια, ἵνα συνομολογήσητε οὐχὶ δάνεια, ἀλλὰ προκαταβολὰς ἐπὶ δανείων. Καὶ συνωμολογήσατε προκαταβολὰς ἐπὶ δανείων καὶ οὐχὶ δάνεια, ἵνα ἐπιβάλητε εἰς τοὺς διαδόχους σας τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς προεπωλήσατε ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιόν της, ἂν καὶ ἡ διάρκεια αὐτοῦ ἔληγε μετὰ δώδεκα ἔτη. Προγράμματα τοιαῦτα, δὲν εἶναι προγράμματα παριστῶντα σύστημα μεμελετημένον, τὸ ὁποῖον ἐσπούδασαν καὶ ἐβασάνισαν καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσωσιν, εἶναι πυροτεχνήματα ἐντελῶς ὅμοια πρὸς τὰ πολιτικὰ προγράμματα ὑμῶν. Τὸν Μάρτιον δὲν ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ πολιτικὸν πρόγραμμα εἴχατε τὰς ἐσωτερικὰς βελτιώσεις καὶ τὰς οἰκονομίας. Κατὰ Ἰούλιον ὑπῆρχεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ συνεκαλεῖτε τὴν ἐπιστρατείαν. Καὶ ἐνῶ παρεσκευάζεσθε πρὸς πόλεμον δι’ αὐτῆς, δὲν ἐλησμονεῖτε συγχρόνως καὶ τὴν εἰρήνην, καὶ συνωμολογεῖτε συμβάσεις περὶ Κωπαΐδος διὰ νὰ παρασκευάσητε ἐκτάσεις γαιῶν πρὸς καλλιέργειαν (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Καὶ μετὰ τοῦτο ἐγκαταλείπουσι τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, προβαίνουσιν εἰς μελέτας περὶ τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα λάβωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς φιλοδωρήσωσι νέα προγράμματα καὶ νέας ὑποσχέσεις. Δὲν ἠκούσατε προχθὲς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων, βελτίωσιν τοῦ σιτηρεσίου τοῦ στρατοῦ; Πόσας δύνανται νὰ δώσωσιν ὑμῖν νέας ὑποσχέσεις; Καὶ κατὰ ποῖον ἔτος θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν Προϋπολογισμὸν σταθερόν; Θέλομεν εἶσθαι εὐτυχεῖς, ἐὰν δυνηθῶμεν μετὰ τριετίαν μετὰ τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Κράτος νὰ ἐκτελέσῃ, ἂν δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δίδωσιν ἐλπίδας καὶ ὑποσχέσεις, διότι αἱ ἐλπίδες θερμαίνουσι τὴν φαντασίαν, αἱ δὲ ὑποσχέσεις καθιστῶσιν εὐμενεῖς τὰς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ. Τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ἀλλεπαλλήλων προγραμμάτων, τῶν ἀναιρούντων πάντοτε ἄλληλα, δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ κυβερνῶντες ἀνήκουσιν εἰς τὴν σχολὴν τῶν δογματιστῶν· πάντες δ’ εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι δογματισταί. Τὸ σύστημα τῶν κυρίων Ὑπουργῶν προσιδιάζει εἰς ἄλλην σχολὴν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ τελευταῖον ὠνόμαζον σχολὴν opportunistes, τὴν σχολὴν τῆς λυσιτελείας, τοῦ χρησίμου. Ἐπὶ τῆς πολιτικῆς νομίζω ὀρθὴν τὴν σχολὴν ταύτην. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ μεταβάλλωσι τὰ προγράμματα τῶν λεπτομερειῶν, ὅταν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπαιτῶσι μεταβολὴν τοιαύτην, ὅταν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν, δὲν τυγχάνωσι τοιαῦται ὁποῖαι, εἶχον προεικασθῆ ὑπὸ τῶν κυβερνώντων. Ἀλλὰ τὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι τὰς γενικὰς ἀρχὰς, τὰς κανονιζούσας τὸν τρόπον τοῦ κυβερνᾷν ἢ διοικεῖν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς οὐδένα νὰ μεταβάλλῃ, πλὴν ἂν θέλῃ νὰ παρασταθῇ εἰς τὸ κοινὸν, μηδεμίαν ἔχων ἀρχὴν, μηδένα κανόνα ἐπὶ τοῦ τρόπου τοῦ κυβερνᾷν ἢ διοικεῖν (εὖγε εὖγε). Ἀλλ’ ἡ σχολὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ σᾶς εἶπον, δὲν διδάσκει, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δύνανται νὰ μεταβάλλωσι τὴν γνώμην των καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐπὶ μέρος πολιτικῶν πράξεων, καὶ περὶ αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν, ἀφορῶντες εἰς ἄλλο τι, εἰ μὴ πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τοῦ δημοσίου συμφέροντος, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ὑπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο διάφορος ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν πρὸ τοῦ 1881 τριετίαν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ σήμερον opportunistes ἤλεγχον τότε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔλεγον, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη αὐτῆς εἰς οὐδένα ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην, καὶ ἔφερον εἰς ἀπόδειξιν τὴν γνωστὴν ἐκείνην φράσιν τοῦ λόρδου Βικονσφὴλδ «τῆς τροπῆς ἀλλαχοῦ τῶν ὀφθαλμῶν μου». Δὲν γνωρίζω ὅμως ποίαν αὐτοὶ ἠκολούθησαν πολιτικὴν ἐξωτερικὴν, καὶ θέλω ὁμολογήσει εὐτυχῆ τὴν πατρίδα μου, ἐὰν καὶ αὐτοὶ ἤθελον ἀξιωθῆ διὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν, νὰ ἐπιτύχωσι τοσαῦτα, ὅσα ἐπετύχαμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἐπὶ τὰ τρία ἐκεῖνα ἔτη ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἐν ἡμέραις, κατὰ τὰς ὁποίας πλήρης ἀπελπισία εἶχε καταλάβει καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ τὸν ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμὸν (εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Ἀλλὰ τέλος πάντων ἡ σχολὴ τῶν opportunistes ἔχει πάντοτε προτεταγμένον ὡς σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἠκούσατε ὅμως τὴν παρ’ ἡμῖν σχολὴν τῆς λυσιτελείας μὴ ἔχουσαν ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ μόνον τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῶν κυβερνώντων, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς φιλαρχίας τῶν κυβερνώντων. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τὴν φιλαρχίαν τῶν κυβερνώντων εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πολιτικοὺς ἄνδρας νὰ μεταβάλλωσι ἑκάστοτε γνώμας, καὶ τοτὲ μὲν νὰ παρίστανται ὡς μηδεμίαν ἄλλην ἔχοντες ἀποστολὴν εἰμὴ τὴν ἀνατροπὴν τῶν προσωπικῶν δεσμῶν, τῶν συνδεόντων τὰ μέλη τῶν κομμάτων διὰ τῶν συμφερόντων, τοτὲ δὲ νὰ ἀναδείκνυνται αὐτοὶ ἱδρυταὶ καὶ σχολάρχαι τῆς κοινοβουλευτικῆς συναλλαγῆς; Τοτὲ μὲν νὰ κηρύσσωσιν ἑαυτοὺς μίαν μόνην ἔχοντας ἀποστολὴν, νὰ βελτιώσωσι τὴν Διοίκησιν τῆς χώρας, τοτὲ δὲ νὰ καθιστῶσιν αὐτοὶ οὗτοι αὐτὴν αἰχμάλωτον τῆς φατρίας; Τοτὲ μὲν νὰ ἀνακηρύττωσιν ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ οἰκονομιῶν καὶ ἄνευ φόρων, ἄλλοτε δὲ αὐτοὶ οὗτοι πρὸς ἰσοζύγισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ ἀποκρούωσι τὰς οἰκονομίας, καὶ νὰ ζητῶσι νὰ ἐπιβάλλωσι τοσούτους φόρους, ὅσοι βεβαίως θέλουσιν ἀποξηράνει πᾶσαν φορολογικὴν δύναμιν τῆς χώρας; Ἡ πολιτικὴ ἡ τοιαύτη δὲν ἀνήκει εἰς οὐδεμίαν σχολὴν, διότι αὕτη δὲν εἶναι πολιτικὴ, εἶναι ἐμπορία. Καὶ πᾶσα ἄλλη ἰδιότης ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, πλὴν τῆς ἰδιότητος τῆς ἐμπορίας. Αὐτὸ ἰδίως τὸ μέγα δεινὸν, αὐτὸ ἰδίως τὸ ἐπιφανὲν καὶ συμπληρωθὲν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἐλάττωμα, αὐτὸ ἰδίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπεθύμησε νὰ καταστείλῃ. Αὐτὸ ἰδίως ἐπεθύμησε νὰ καταστήσῃ καταληπτὸν καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Νὰ φέρῃ αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἁφὴν αὐτοῦ, διὰ νὰ κατανοήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ μέγεθος τοῦ δεινοῦ, καὶ τὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ἵνα ἐπιφέρῃ τάχιστα τὴν θεραπείαν αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ποίας διαθέσεις θέλει ἐπιμαρτυρήσει ἐπὶ τῆς παραστάσεως ταύτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ ἐπιμαρτυρηθησόμεναι ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῶν συναδέλφων ἡμῶν τούτων διαθέσεις, ἡμεῖς θέλομεν ἔχει ἥσυχον τὴν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ εἴπωμεν μετὰ παῤῥησίας μίαν ἡμέραν εἴτε πρὸς τοὺς παρόντας, εἴτε πρὸς ἄλλους συναδέλφους, συνεδριάσαντας ἐνταῦθα, εἴτε τέλος καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι ἐγκαίρως κατεδείξαμεν τὸ κακὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν λαὸν, ἐὰν δὲ δὲν ἐπῆλθεν ἡ θεραπεία, ἡ εὐθύνη δὲν ἐπιβαρύνει ἡμᾶς. (Εὖγε, εὖγε ἐξ ἀριστερῶν, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§11ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ μία μικρὰ διακοπή.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἐπὶ 5 λεπτά. (Γίνεται μικρὰ διακοπή).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι· ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις...
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως γαιῶν διὰ λιμενικὰ ἔργα καὶ περὶ ἀποζημιώσεως τῆς καταλήψεως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Τζιβανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§16Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως πάντων ἐν γένει τῶν ζητημάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν τῆς Κυβερνήσεως πολιτικὴν, καὶ μετὰ τὴν γενικὴν ταύτην συζήτησιν, τὴν πάντα ταῦτα περιλαμβάνουσαν, προβαίνει ἐσκεμμένως εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ἂν δηλονότι ἐγκρίνῃ ἢ ἀποδοκιμάζῃ τὸ κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς εἰσαγόμενον. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Προϋπολογισμός, καθ’ ἃ καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς, εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἔκφρασις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἔν τε ταῖς ἐξωτερικαῖς καὶ ἐσωτερικαῖς αὐτῆς σχέσεσι, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, λαμβάνων σήμερον τὸν λόγον καὶ μὴ ἀποδειλιῶν εἰς τὴν ἀπευθυνθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν πρόκλησιν, ἀλλ’ ἀκολουθῶν κατὰ γράμμα τὴν ὀρθὴν αὐτοῦ συμβουλὴν, θέλω ἐξετάσει πρῶτον μὲν τὸν Προϋπολογισμὸν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἐν γένει ἔποψιν, μετὰ δὲ τοῦτο τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἔν τε τῇ ἐσωτερικῇ καὶ τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς πολιτικῇ. Πάντα, κύριοι, τὰ κυβερνητικὰ ζητήματα εἶναι ζητήματα, ἅτινα, κατὰ γενικὸν κανόνα, καταλήγουσιν εἰς δαπάνας τινάς· πρόκειται νὰ προστεθῶσι διὰ Νόμου τινὸς λειτουργοὶ τοῦ Κράτους, ἀνάγκη οὗτοι νὰ μισθοδοτηθῶσι· πρόκειται νὰ δοθῇ ὤθησίς τις εἰς κλάδον τινὰ τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας διὰ κυβερνητικῆς συνδρομῆς, ἀνάγκη πᾶσα νὰ προστεθῇ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἡ διὰ τὴν συνδρομὴν ταύτην ἀπαιτουμένη δημοσία δαπάνη, καὶ ἐν γένει πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα καταλήγουσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ κατ’ ἔτος ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ὑποβαλλομένου Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἔργον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας· καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, τῇ κοιτίδι ταύτῃ τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ Πρωθυπουργὸς, διότι κρατεῖ ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὰ νεῦρα πάσης προόδου καὶ ἀναπτύξεως, καὶ τούτου ἕνεκεν ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀείποτε ἰσχυρά. Αἱ γνῶμαι τούτου εὑρίσκουσι μεγάλην ὑποδοχὴν παρὰ τοῖς συναδέλφοις αὐτοῦ, διότι αὐτὸς κατεξετάζει τὰ καθέκαστα τῶν δημοσίων λειτουργιῶν καὶ προσπαθεῖ νὰ συνάψῃ τὰς δι’ αὐτὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας πρὸς τοὺς πιθανοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιψήφισις δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀποδεικνύει τὸν βαθμὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡ δὲ ψῆφος αὕτη τῆς ἐμπιστοσύνης παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς γενικῆς διοικήσεως. Τοιαύτης δ’ οὔσης τῆς σπουδαιότητος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, λυποῦμαι πολὺ μὴ βλέπων πάντας τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ἐμπνεομένους ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐνδιαφέροντος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νόμου τούτου τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξήρτηται ἡ μέλλουσα τύχη τοῦ Ἔθνους· τἀνάπαλιν μάλιστα, βλέπω πολλάκις τινὰς Βουλευτὰς δεικνύοντας ὑπερβάλλοντα ζῆλον εἰς ἄλλα ζητήματα προσωπικὰ, ἢ πάντη ἐπουσιώδη, ὧν τὸ συμφέρον εἶναι μερικώτερον καὶ διαβατικόν· καὶ αὐτὴν δὲ τὴν Κυβέρνησιν εἴδομεν πρό τινων ἡμερῶν ἀνυπομονοῦσαν, ὅπως προβῶμεν τάχιστα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν μετ’ αὐτοῦ συνδεομένων φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ τὴν ὕποπτον ταύτην ἀνυπομονησίαν τῆς Κυβερνήσεως οὐδόλως ἠδυνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῆς τετραώρου αὐτοῦ ὁμιλίας νὰ συγκαλύψῃ. Ἐπιθυμητὸν βεβαίως, κύριοι, εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ψηφίζηται ἐγκαίρως· ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν πρέπει ἡ ἐλευθέρα καὶ ἐκτεταμένη ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις νὰ γείνῃ παρανάλωμα ἀδυνάτου νομιμότητος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἤλεγξε προσέτι τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπὶ διχοστασίᾳ γνωμῶν. Τὴν ἄδικον δὲ καὶ ἀβάσιμον ταύτην αἰτίασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἄρδην ἀνεσκεύασεν ὁ διαπρεπὴς ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης, ὀρθῶς εἰπὼν, ὅτι ταυτότης γνωμῶν καὶ ταυτότης φρονημάτων ἐπικρατεῖ ἐν ταῖς τάξεσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἣν ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἀκολουθήσῃ· ὅτι τῆς πολιτικῆς ταύτης κεφαλαιωδέστατος ὅρος εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν κατὰ 6½–7 ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων κατὰ τὸ αὐτὸ τοῦτο ποσὸν, καὶ ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀκολουθεῖ τυφλῶς τὸ ἅρμα ἑνὸς μόνου ἀνδρὸς, ἀλλ’ ἐκφράζει ἐλευθέρως τὰς ἑαυτῆς γνώμας, ὅπως ἐπ’ αὐτῶν γείνῃ ἐλευθέρα καὶ πλήρης συζήτησις. Ἡ ὀρθοτάτη δ’ αὕτη δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, ἣν πληρέστατα ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ καὶ ἅπαντα, ὡς φρονῶ, τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, συνᾴδει πληρέστατα πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων· διότι ἐκ τῆς συγκρούσεως, κύριοι, τῶν ποικίλων ἐν τῇ Βουλῇ γνωμῶν ἀναλάμπει ἡ ἐθνοσώτειρα ἀλήθεια· μὴ ζητεῖτε λοιπὸν νὰ ῥίψητε ζιζάνια εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐπωφεληθῆτε ἐκ τῆς ἐπιδιωκομένης διαιρέσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἀφήσατε, ὅπως γένηται εὐρεῖα καὶ πλήρης συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀφήσατε ὅπως ἐκδηλωθῶσιν ἐλευθέρως ἅπασαι αἱ γνῶμαι τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ὅπως ἐξ αὐτῶν προκύψῃ ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μέσον ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἡ μᾶλλον συμφέρουσα εἰς τὸ Ἔθνος. Ἡ συζήτησις δὲ ἰδίως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ πληρεστάτη καὶ διὰ τὸν σπουδαιότατον λόγον, ὃν ἀνέφερε προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφορᾷ εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐννοεῖ αὐτὰς καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐν ᾗ κατέστη κοινὸς ὁ τύπος τῶν ἀδιακόπων πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν διακοπῶν καὶ προκλήσεων, δὲν δύνανται νὰ ἀποφέρωσιν αἰσίους καὶ ἀγλαοὺς καρπούς. Ἡ προχθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο τῷ ὄντι μακροτάτη, καὶ διὰ τοῦτο δικαίως ἐθαυμάσθη καὶ ἐπεκροτήθη ὑπὸ τῆς πτέρυγος τῆς συμπολιτεύσεως· ἀλλ’ οὐδὲν ἄλλο περιεῖχεν αὕτη ἢ τὰς συνήθεις προκλήσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν· οὐδόλως δὲ σχεδὸν ἔθιξε τὸ εὐρύτερον ζήτημα τῆς κακοδιοικήσεως τοῦ Τόπου ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐὰν δέ τις ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων Βουλευτῶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα, ἵνα προτείνῃ γνώμην τινὰ ἢ κατακρίνῃ τὰς ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπερόγκους δαπάνας, ἁθρόαι ἐπέρχονται, τῇ ἐπινεύσει τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ διακοπαὶ ἐκ τῶν ἑδωλίων τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν, καὶ πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται, ὅπως οὗτος διακόψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, συναισθανόμενος ὅτι ἀπέναντι αὐτοῦ δὲν ἔχει Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους προθύμους, ὅπως ἀκροασθῶσιν αὐτὸν καὶ ἐπανορθώσωσι τὰς πλάνας αὐτοῦ, ἐὰν τυχὸν ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτας, ἀλλ’ εὑρίσκει ἀκροατὰς ἐκ συστήματος προκατειλημμένους κατ’ αὐτοῦ καὶ ἑτοίμους νὰ ἀποδοκιμάσωσιν αὐτὸν ἐκ τῶν προτέρων πρὶν ἢ ἔτι ἐκφράσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, πρὶν ἢ ἔτι ἀκούσωσιν αὐτόν. Ἡ ἀντιπολίτευσις, κύριοι, ἀδίκως κατεκρίθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι δῆθεν μὴ συναισθανομένη τὴν εὐθύνην, ἣν φέρει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐπεζήτησε νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ὑποβληθέντων κυβερνητικῶν μέτρων, ματαιοῦσα τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ εἰσέλθῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν συνταγματικὴν ὁδὸν καὶ μὴ καταντᾷ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀληθὴς ἀπολογισμός· ἀλλ’ ὡς γινώσκει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὕτω συναισθάνεται καὶ τὴν εὐθύνην, ἣν ἔχει πρὸς τὸν Τόπον, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν. Δικαίως λοιπὸν ἀπῄτησε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δικαίως ἀπῄτησε παρὰ τῆς συμπολιτεύσεως νὰ δώσῃ αὐτῇ τὸν ἀναγκαῖον καιρόν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὸν Προϋπολογισμόν, ὅπως εἰσαγάγῃ εἰς συζήτησιν τὰς γνώμας αὑτῆς περὶ αὐτοῦ καὶ οὕτω προβῇ ἐσκεμμένως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐλευθερία δὲ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι διασώζει τὰ δικαιώματα τῆς μειονοψηφίας, προλαμβάνει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ τὴν μεγάλην ἐπενέργειαν τῆς εὐγλωττίας τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἰδίως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις, βοηθουμένη καὶ ὑπὸ τῶν δώρων τῆς Ἐξουσίας, πολλάκις ἀφαρπάζει τὰς ψήφους τῶν Βουλευτῶν πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν συμφερόντων (ψιθυρισμοί). Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἀφήσατε τὴν πλήρη καὶ ἐλευθέραν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν ποικίλων γνωμῶν ἀναλάμψῃ ἡ ἀλήθεια πρὸς φωτισμὸν καὶ ὄφελος τοῦ Ἔθνους. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἔσοδα τοῦ 1883 προϋπολογίζονται εἰς δραχμὰς νέας 60,873,610, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχμὰς νέας 72,072,008, ἤτοι τὸ ἔλλειμμα ἔσεται ἐκ δραχ. νέων 11,198,398· πρὸς κάλυψιν δ’ αὐτοῦ ὁ κ. Καλλιγᾶς προτείνει νέους φόρους ἐκ δραχ. νέων 12,240,000, ἤτοι πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν πλειότερον τοῦ προϋπολογισθέντος ἐλλείμματος, καὶ οὕτω θὰ ἔχωμεν, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ πλεόνασμα ἐξ 1,042,602 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐν πρώτοις παρατηροῦμεν, ὅτι οἱ ὀλίγοι φόροι εἰσὶ προτιμότεροι, καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ τείνωμεν μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης οἰκονομίας ἔν τε τοῖς ἐσόδοις καὶ τοῖς ἐξόδοις. Ἡ φορολογία δὲ πρὸ πάντων πρέπει νὰ βασίζηται εἰς τὰ ὀλίγα ἔξοδα· διότι, ὅταν τὰ ἔξοδα εἶναι ὀλίγα, καὶ οἱ φόροι ἔσονται ὀλίγοι, ἐνῶ τἀνάπαλιν, ὅταν πολλαπλασιάζωνται τὰ ἔξοδα τῆς Ἐπικρατείας καὶ γίνωνται ταῦτα ὑπέρογκα, ὁτὲ μὲν διὰ τοῦτον, ὁτὲ δὲ δι’ ἐκεῖνον τὸν λόγον, τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν φόρων συνεπάγει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, καὶ καθίσταται δυσκολώτατον νὰ εὕρῃ τις τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων· ἐλαττουμένων δὲ τῶν ἐξόδων, ἐκλείπουσι καὶ τὰ παράπονα. Ὀλίγοι δὲ φόροι πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν δικαιολογεῖσθε, κύριοι Ὑπουργοί, πιθηκίζοντες καὶ μιμούμενοι τὰ ξένα ἔθνη νὰ λέγητε, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον μὴ φορολογούμενον, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ φορολογία εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλειτέρα, καὶ ὅτι ταύτης ὀφείλομεν τὸ παράδειγμα νὰ ἀκολουθῶμεν· διότι ἡ ἀνθηρὰ κατάστασις τῆς μεγάλης ταύτης Ἐπικρατείας, ἡ τεραστία ἀνάπτυξις τῆς βιομηχανίας αὐτῆς, ἥτις καθίστησι τὴν Ἀγγλίαν μυριάκις πλουσιωτέραν ἡμῶν, καὶ αἱ πλούσιαι αὐτῆς ἀποικίαι δικαιολογοῦσι τὸ ἐπικρατοῦν ἐκεῖ φορολογικὸν σύστημα, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἡ βιομηχανία εὑρίσκεται εἰς τὰ σπάργανα αὐτῆς· πρὸς δὲ ὅ τε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπεδείξαντο ἄγνοιαν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐν Ἀγγλίᾳ λέγοντες, ὅτι κατ’ ἀπομίμησιν αὐτῆς ἐπιζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν ὑπερόγκους φόρους εἰς τὰς πτωχοτέρας τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθόσον ἐν Ἑλλάδι οἱ πτωχοὶ φορολογοῦνται διπλασίως ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα δὲν φορολογοῦσι τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης, τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, ἀλλὰ φροντίζουσι νὰ καταστήσωσι τὸν πτωχὸν λαὸν πλούσιον, ἵνα φορολογήσωσιν αὐτὸν, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι διὰ τῶν νέων φόρων, οὕς ἐπιβάλλουσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, ἀγωνίζονται νὰ ἐκμυζήσωσι καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἵνα μηδέποτε δυνηθῶσι πλέον νὰ φορολογήσωσιν αὐτόν· πρὸς δὲ τούτοις ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ πλούσιοι φορολογοῦνται δεκαπλασίως ἢ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου οἱ κεφαλαιοῦχοι μένουσι σχεδὸν ἀφορολόγητοι, καὶ τὴν αἰτίαν τῆς ἀνίσου, τῆς ἀδίκου καὶ ἀντισυνταγματικῆς ταύτης φορολογίας, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξηγήσῃ ἡμῖν οὔτε ὁ εἰς τὴν τάξιν τῶν πλουσίων ἀνήκων κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὁ τὸ φορολογικὸν τούτου σύστημα υἱοθετήσας κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅστις τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ φορολογίας τοῦ κινητοῦ κεφαλαίου ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀστειολογίαν μᾶλλον πρὸς διάχυσιν ἢ ὡς πρότασιν σοβαρὰν, καὶ μόνον σοβαρῶς συζητεῖ περὶ τῶν ὑπερόγκων φόρων, τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῆς ράχεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἀδιαφορῶν εἰς τοὺς σημερινοὺς αὐτοῦ γογγυσμούς· διότι βραδύτερον, εἶπεν, εἶναι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοὶ αὐτοῦ θὰ ἔχωσι τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰς εὐλογίας τοῦ λαοῦ. Λαμπρὰ τῳόντι παραμυθία πρὸς τὸν καταπιεζόμενον λαὸν, ἐκ τῶν χειλέων αὐθαιρέτου Πρωθυπουργοῦ ἐκφερομένη! Ἡ γεωγραφικὴ, κοινωνικὴ καὶ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ὡς προεῖπον, συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς μικρῶν φόρων. Ἡ γεωργία ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀτελὴς, διότι συστηματικὴ γεωργία πράγματι δὲν ὑπάρχει, ἐντελῶς δὲ παρημελήθησαν τὰ καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν βιομηχανίαν τοῦ Τόπου, διότι ἀντὶ αὕτη νὰ ἄρῃ τὰ παρεμβαλλόμενα εἰς τὴν πρόοδον αὐτῆς ἐμπόδια καὶ νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν τὰ μέσα, δι’ ὧν αὕτη δύναται νὰ ἐνηλικιωθῇ, νὰ βελτιωθῇ καὶ νὰ προοδεύσῃ, ἐφρόντισε πῶς νὰ καταπνίξῃ αὐτὴν εἰς τὰ σπάργανα αὐτῆς, ἐπιβάλλουσα εἰς τοὺς διαφόρους αὐτῆς κλάδους ὑπερόγκους καὶ δυσβαστάκτους φόρους, οἵτινες οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ θανάσιμον κατ’ αὐτῆς τραῦμα. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθές, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως τὴν κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικὴν δύναμιν τῆς γεωργίας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ μέρος τῶν δημοσίων ἐσόδων πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, ἂς συντελέσῃ οὕτως εἰς τὴν κοινωνικὴν ἡμῶν εὐημερίαν, καὶ τότε ἡ Ἑλλὰς θέλει δείξει εἰς τὸν κόσμον κατάστασιν πραγμάτων πολὺ σπουδαιοτέραν τῆς ἤδη κατατρυχούσης αὐτὴν καταστάσεως, τῆς ἐπαπειλούσης τὴν κοινωνικὴν αὐτῆς ἀποσύνθεσιν. Τότε δὲ, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν καὶ φορολογικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, οἱ βαρεῖς φόροι, ἐπιβαλλόμενοι, δὲν ἀποβαίνουσι δυσβάστακτοι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς πηγῆς τῶν φόρων; Εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῆς πολιτικῆς κοινωνίας. Οἱ φόροι εἶναι ἀντάλλαγμα τῆς ἀσφαλείας, ἧς ἀπολαύει ὁ φορολογούμενος ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων τοῦ Κράτους. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς πηγῆς τῶν φόρων. Οὐδέποτε δ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιολογεῖται ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀσφαλίσῃ πλεονεκτήματα ὑπὲρ τῶν ὀπαδῶν αὐτῆς, δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐσκέφθη πῶς νὰ Δημιουργήσῃ περιττὰς θέσεις ὅσον ἔνεστι πλείονας πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων, καὶ ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἰσοῤῥοπίαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπιπίπτει ἐπὶ τοὺς παραγωγοὺς καὶ καταναλωτὰς τοῦ ζύθου, τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ λοιπῶν εἰδῶν. Οἱ ἐπιβαλλόμενοι δ’ οὗτοι φόροι, ἐνῷ πλήττουσιν ἀμέσως τούς τε παραγωγοὺς καὶ καταναλωτὰς, ἀπαιτοῦσιν ἀφ’ ἑτέρου πληθὺν ὑπαλλήλων πρὸς βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν αὐτῶν· ἡ δὲ εἴσπραξις θέλει φέρει πλεῖστα ὅσα κακὰ εἰς τὸν Τόπον τοῦτον, φυλακίσεις, στρεψοδικίας, ἔχθρας, φόνους, καὶ πάντα ταῦτα, ὅπως πληρωθῇ τὸ Ταμεῖον καὶ ἱκανοποιηθῶσιν οἱ παρέχοντες κομματικὰς ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ μισθῶν ἀργίας. Οὕτω δὲ ὁ Προϋπολογισμὸς καταντᾷ ἁπλοῦν μισθολόγιον· ὁ δὲ φόρος ἔχει χαρακτῆρα ἀναιτίου μεταβάσεως ἀπὸ τοῦ βαλαντίου τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ εἶναι παράνομος, διότι, ὡς εἴπομεν, μέτρον τῶν παρὰ τοῦ πολίτου διδομένων φόρων πρέπει νὰ ᾖναι ἡ πολυειδὴς προστασία, ἣν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπολαμβάνει, καὶ πᾶσα ὑπέρβασις τοῦ μέτρου τούτου καθίστησι τὸν φόρον παράνομον. Καὶ πῶς ἄλλως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ σύστημα τῆς κυβερνητικῆς σπατάλης καὶ τῆς ἐλαχίστης δαπάνης ὑπὲρ πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, παρ’ ὡσεὶ ἀπευθύνεσθε εἴς τινα καὶ ἐλέγετε αὐτῷ «δός μοι 100 δραχμὰς, αἵτινες χρησιμεύουσιν εἰς τὴν ὕπαρξιν καὶ συντήρησίν μου, καί σοι ὑπόσχομαι, ὁσάκις εὑρίσκομαι εἰς στιγμὰς φιλοδωρίας, νὰ ρίπτω ὀβολούς τινας εἰς τὸν ἐπαιτητικόν σου δίσκον;» Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἐξαιρετικαί τινες περιστάσεις, καθ’ ἃς ἡ φορολογία εἶναι ὑπέρογκος, ἐφαπτομένη καὶ αὐτῶν τῶν κεφαλαίων, καὶ φόροι ἐπιβάλλονται ἔκτακτοι. Ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ἐν καιρῷ πολέμου δυνάμει τοῦ ὑπερτάτου Νόμου τῆς σωτηρίας τοῦ Ἔθνους. Εὐτυχῶς ὅμως, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς, μετὰ τὴν λύσιν μάλιστα τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας ἐκτάκτους περιστάσεις. Τοιοῦτον χαρακτῆρα ἐκτάκτων φόρων φέρουσι καὶ οἱ φόροι, οἱ ἐπιβαλλόμενοι ὑπὸ τῶν κατακτητῶν, καὶ ἔχουσι χαρακτῆρα δημευτικόν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργοὶ εἶναι Ἕλληνες, δὲν τολμῶμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν χαρακτῆρα ξένων ἐπιδρομέων καὶ κατακτητῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν νέων φόρων εἰσὶ λίαν ἐσφαλμένοι. Τὰ πράγματα, ὡς ἀπέδειξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες εἰδικοὶ ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔσονται ἐναντία τῆς αἰσιοδοξίας αὐτοῦ, καὶ τὰ πράγματα εἶναι ἡ ἀκαταμάχητος ἀλήθεια. Τὰ ἀληθῆ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγορεύουσιν αὐτῷ νὰ προϋπολογίζῃ ἐσκεμμένως καὶ νὰ μὴ ριψοκινδυνεύῃ οὔτε ἐπὶ προσθήκῃ εἰς τὰ ἔσοδα, οὔτε ἐπὶ ἐλαττώσει εἰς τὰ ἔξοδα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων παρίσταται ἀνώτερος τοῦ πραγματικοῦ, ὥστε, καὶ μετὰ τοὺς νέους φόρους, πάλιν σπουδαῖον ἔλλειμμα θέλει παρουσιασθῆ. Μὴ νομίζητε δὲ ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου γεγραμμένοι οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ οἴνου, τοῦ ζύθου, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλων εἰδῶν, ὅτι ἐπειδὴ φορολογεῖται τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἀντικείμενον καὶ βλέπετε καταλόγους ὀνομάτων, ὅτι καὶ διὰ τοῦτο πληροῦται τὸ Ταμεῖον χρημάτων. Ὅπως ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία τοῦ οἴνου, τοῦ καπνοῦ, τοῦ ζύθου, τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ ἄλλων εἰδῶν, ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ δημιουργηθῇ κατανάλωσις· ἵνα δὲ δημιουργηθῇ καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατανάλωσις αὕτη, πρέπει ἡ παραγωγὴ τῶν εἰδῶν τῆς βιομηχανίας νὰ καταστῇ εὐθηνοτέρα, ἡ δὲ εὐθηνία τῆς παραγωγῆς προέρχεται οὐ μόνον ἐκ τῶν τελειοποιημένων μεθόδων, ἀλλὰ πρὸ πάντων καὶ κυρίως ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἀπὸ βαρέως καὶ ἐπαχθοῦς φόρου. Ὅσον βαρύτερος εἶναι ὁ φόρος, τόσον καὶ ἡ τιμὴ τοῦ φορολογουμένου πράγματος εἶναι μείζων, καὶ τόσον μᾶλλον ἀπρόσιτον καθίσταται τοῦτο εἰς τὸν καταναλωτήν· καθ’ ὅσον δὲ περιορίζεται ἡ κατανάλωσις, κατὰ τοσοῦτον περιορίζεται καὶ ἡ παραγωγή. Ὥστε τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν μεγάλην ἰδέαν τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἡ χίμαιρα. Καὶ μετὰ τοὺς νέους φόρους τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέλει ἀνατραπῆ, χωρὶς ὅμως νὰ συνανατραπῶσι καὶ τὰ ἐκ τῶν νέων φόρων δυστυχήματα τῶν φορολογουμένων. Δὲν ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἐκτραγῳδήσωμεν τὰ δεινὰ τοῦ λαοῦ καὶ χύσωμεν δάκρυα ὑπὲρ αὐτοῦ· δὲν ἐρχόμεθα εἰς τὸ βῆμα, ἐπὶ σκοπῷ δημοκοπίας, ὅπως ἴσως θέλουσιν εἰπεῖ οἱ στέργοντες τὰς ἐπιβολὰς καὶ προσεπιβολὰς νέων φόρων. Ἤλθομεν, ἵνα κηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν διασώζουσαν τὰ ἔθνη ἀλήθειαν, ἤλθομεν ὅπως ἀγωνισθῶμεν τὸν μέγαν καὶ λαμπρὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῶν γενικῶν τοῦ Κράτους συμφερόντων. Ὁ λαός, κύριοι, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν, ἀγογγύστως ὑποβάλλεται εἰς νέους φόρους, ἀλλὰ μόνον ὅταν πεισθῇ, μόνον ὅταν μορφώσῃ τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι τὰ δυνάμει τῶν ὑφισταμένων Νόμων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου παρ’ αὐτοῦ εἰσπραττόμενα δὲν κατέστησαν ἀνεπαρκῆ ἕνεκα αὐθαιρεσιῶν, ἕνεκα καταχρήσεων καὶ σπατάλης τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἆρά γε πολιτεύεται οὕτως ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρισταμένη Κυβέρνησις, ἢ τοὺς ἐπιπροσθέτους φόρους ἐκλαβοῦσα ὡς μέλλοντας νὰ ἐπενέγκωσι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν φροντίζει ποσῶς νὰ ἀναδείξῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους φιλέργους καὶ φιλοτίμους, ποιουμένη ἀφόβως καὶ ἀμειλίκτως χρῆσιν τῶν ἀμοιβῶν καὶ τῶν ποινῶν, ἢ ἐμπνέουσα εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους τὴν ἐλπίδα καὶ τὸν φόβον, τὰ δύω ταῦτα μεγάλα ἐλατήρια τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας· ἀλλ’ ὡς Κυβέρνησις ἀδύνατος καὶ ἐφήμερος, ὡς Κυβέρνησις σαλευομένη ἐκ τῆς ἐλαχίστης πνοῆς τοῦ πνέοντος πολιτικοῦ ἀνέμου, ὡς Κυβέρνησις παρακαλέσασα τὴν ἀπογοήτευσιν καὶ τῶν πιστοτέρων αὐτῆς φίλων, τῶν πικρῶς μὲν ἀλλ’ ἀληθῶς καὶ λίαν εὐστόχως ἐξελεγξάντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν παλινῳδίαν αὐτῆς καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν πομπωδῶν αὐτῆς προγραμμάτων, ζητεῖ νὰ εὕρῃ σήμερον ὅπου τύχῃ στηρίγματα ὑπάρξεως καὶ διαρκείας, θυσιάζουσα τὰ συμφέροντα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν κομματικῶν ὀρέξεων καὶ ἀπαιτήσεων. Ἐντεῦθεν δὲ συμβαίνει, ὥστε ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι, γινώσκοντες ὅτι οὐχὶ εἰς τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις, ἢ τὴν προσωπικὴν ἀξίαν καὶ ἱκανότητα, ἀλλ’ εἰς τὰς συστάσεις τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ φίλου τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλουσι τὴν διατήρησιν καὶ προαγωγὴν αὑτῶν, οὐδαμῶς φροντίζουσι περὶ τῆς ὑπηρεσίας (εὖγε). Λυπηρὰ δὲ καὶ ὀλέθρια εἶναι τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης πεποιθήσεως ἀποτελέσματα. Ἐντεῦθεν, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς συναλλαγῆς, μεθ’ ὅλας τὰς προχθεσινὰς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οὐδέποτε ἄλλοτε ἐτελειοποιήθη τοσοῦτον, ὅσον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως· τὰ πάντα ἐκπορεύονται ἐκ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος καὶ εἰς αὐτὸ ἀπολήγουσι· τὸ κομματικὸν συμφέρον διέπει πάντα τὰ δημόσια πράγματα, τά τε ἐλάχιστα καὶ τὰ μέγιστα, τά τε ἀσήμαντα καὶ τὰ ἐπιφανέστατα. Οἱονδήποτε ζήτημα ἂν παρουσιασθῇ, εἰς ὃ νὰ ἐνέχηται κομματικὸν συμφέρον, κατὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀποφασίζεται. Οὐδὲν δὲ ἐπεφυλάχθη εἰς τὸ δίκαιον, οὐδὲν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲν ἰδίως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, μὴ δυναμένην νὰ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ὀλεθρίαν ἐπενέργειαν τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος καὶ ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑπεροχὴν αὐτοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι προχθὲς ἀγορεύων ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐζήτησε νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀποκρούει τὴν συναλλαγὴν, ἣν θεωρεῖ ὡς κατάχρησιν, καὶ ηὐχήθη μάλιστα νὰ ἐκλείψῃ ἢ περιορισθῇ αὕτη διὰ νομοθετικοῦ μέτρου, τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ πρὸ δύω ἐτῶν πομπωδῶς ἀνήγγελλεν ὁ κ. Τρικούπης τὴν ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας αὑτοῦ κατάπαυσιν τοῦ συστήματος τῆς συναλλαγῆς καὶ τὴν πρόνοιαν περὶ ἀνορθώσεως τῆς Διοικήσεως. Οὐδέποτε δὲ οὐδεὶς Πρωθυπουργὸς ἔτυχε τῆς ὑποστηρίξεως, ἣν ἐχορήγησεν αὐτῷ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον ἡ Βουλή· καὶ κατὰ τὴν λῆξιν δὲ τῆς Συνόδου τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἦτο ἀπηλλαγμένον τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες συνήθως περιστοιχίζουσι τὰ Ὑπουργεῖα κατὰ τὴν περίοδον ταύτην· καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν ἀποτελεσματικὴν ἐνέργειαν ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς Διοικήσεως κατέβαλεν, ἀλλ’ εὐσεβάστως ἔκλινε τὸ γόνυ πρὸ τοῦ συστήματος τῆς συναλλαγῆς, ὅπερ ἐκήρυττεν ὅτι θὰ πολεμήσῃ μέχρις ἐξοντώσεως, καὶ ἀνεδείχθη πειθήνιον αὐτῆς ὄργανον, διηνεκῶς δὲ ἐτέλει τὴν θυσίαν τῶν δημοσίων ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῶν κομματικῶν συμφερόντων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν περὶ αὐτοὺς, καὶ ὑπερηκόντισε μάλιστα κατὰ τοῦτο ἅπαντας τοὺς προκατόχους αὐτοῦ. Ἐπολλαπλασιάσθησαν, κύριοι, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης δημοσίου συμφέροντος, αἱ δημόσιαι θέσεις, οἱ διορισμοὶ καὶ αἱ παύσεις τῶν ὑπαλλήλων χάριν τῶν οἰκείων καὶ τῶν ἐγκαθέτων· ὡσεὶ δὲ μὴ ἤρκουν πάντα ταῦτα, ἐπιζητοῦνται καὶ ἤδη διὰ νέων νομοθετημάτων τὰ μέσα πρὸς νέας παροχάς. Ὡς ἀντιπολιτευόμενος ὁ κ. Τρικούπης ἐκήρυττεν, ὡς προεῖπον, ὅτι πρώτιστος πάντων τῶν ψηφισθησομένων Νόμων πρέπει νὰ ἦναι ὁ περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων Νόμος, ἀλλ’ ὡς Πρόεδρος Κυβερνήσεως, ὑποστηριχθείσης ὑπὸ καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, πάντα λίθον ἐκίνησεν, ἵνα κατορθώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν Νόμων, ἱκανοποιούντων προσωπικὰ μόνον τοῦ κόμματος συμφέροντα, οἷον τοῦ Νόμου περὶ Νομικῶν Συμβούλων, καὶ οὕτως ἐπήρχετο ἡ ματαίωσις τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων Νόμου, ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ ἐπιδίδωνται ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ εἰς τὴν ἰδιοτελῆ τῶν ἀγαθῶν τῆς Ἐξουσίας κάρπωσιν. Τοιαύτη κατάστασις φυσικὸν ἦτο νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν πολλῶν ἐκ τῶν εὐσυνειδήτων θιασωτῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπεδείχθη ἡ προσωπικωτέρα πασῶν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, μὴ διατηρουμένη, εἰ μὴ διὰ προσωπικῶν συμφερόντων, συγκρουομένων πρὸς τὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ἀνατρεπόντων αὐτά. Ἡ ἀποδοκιμασία δὲ τῆς τοιαύτης Κυβερνήσεως ἐπιβάλλεται εἰς ἕκαστον βουλευτὴν ὡς ἐπιτακτικὸν καθῆκον ὑπὸ τῆς γενικῆς φωνῆς τοῦ Ἔθνους καὶ ὑπὸ τῆς ἰδίας αὐτοῦ συνειδήσεως. Ἐνῷ δὲ, κύριοι, τοσοῦτον ἀφειδὴς γίνεται χρῆσις τῆς συναλλαγῆς παρὰ τοῦ νῦν Ὑπουργείου, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρό τινων ἡμερῶν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς δὲν ἐδυσκολεύθησαν νὰ εἴπωσι τὰς ἑξῆς λέξεις· «δὲν ἠσπάσθημεν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ παραλύσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν». Καὶ οὐ μόνον τοῦτο οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἔπραξαν, οὐ μόνον δὲν ἠσπάσθησαν τὸ σύστημα τῶν δικαίων οἰκονομιῶν ἀλλὰ καὶ ὑπέπεσαν εἰς τὸ ἀτόπημα, ἐφ’ ᾧ ἀδίκως ἤλεγξε προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τριφυλίας, τὸν διατελέσαντα πολλάκις Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν κατήρτισαν δηλονότι Προϋπολογισμὸν συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους Νόμους, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὰ Νομοσχέδια, ἅτινα ὑπέβαλον, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι τὰ Νομοσχέδια αὐτῶν ἤθελον ψηφισθῆ. Ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει αὐτοῖς «δὲν ἀρκεῖ ὅτι δαπανᾶτε ὅσα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1882, ἔπρεπε νὰ δαπανήσητε ὀλιγώτερα, πολὺ ὀλιγώτερα τῶν δαπανηθέντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἀφοῦ μάλιστα καὶ σφοδρῶς κατεκρίνατε τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1880 ὡς πολυδάπανον καὶ σπάταλον». Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἀποπτύουσα τὸ λαμπρὸν καὶ δημοτικώτατον πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ εἶχεν αὕτη ὡς ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1880, νεωτερίζει ὡς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, νέας ἀναγράφουσα ἐν αὐτῷ ὑπερόγκους δαπάνας. Αἱ δὲ προσθῆκαι αὗται τῶν ἐξόδων δὲν ὑπαγορεύονται ὑπὸ καλῶς ἐννοουμένης καὶ ἀναποφεύκτου ἀνάγκης τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἑξακόσιαι καὶ ἑπτὰ, κύριοι, νέαι δημιουργοῦνται θέσεις δασοφυλάκων, δασονόμων καὶ δασαρχῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται δαπάνη ἡμίσεος ἑκατομμυρίου φράγκων. Δὲν ἀμφιβάλλομεν δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ δικαιολογήσῃ τὴν δαπάνην ταύτην, λέγουσα, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῆς γῆς διὰ τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως τῶν δασῶν θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν στέρησιν πάσης ζωογόνου ἰκμάδος, τὴν ἀκαρπίαν τοῦ ἐδάφους καὶ τὴν διατάραξιν τῆς ἁρμονίας τῶν καιρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δεικνύει τὴν ζωτικὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν δασῶν, δὲν ἀποδεικνύει συνάμα καὶ τὸ χρήσιμον τοῦ ληφθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρου· τοὐναντίον μάλιστα, ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας ἄχρηστον τὸ σύστημα, οὗτινος τὴν καθιέρωσιν ἐπιδιώκουσιν οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί· διότι ἐφηρμόσθη καὶ ἄλλοτε, ἀλλ’ ἀποδειχθείσης τῆς μὴ χρησιμότητος αὐτοῦ, κατηργήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Πῶς λοιπὸν δύνασθε νὰ ἀλλάξητε τὴν φύσιν τῶν καιρῶν καὶ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἐπαναφέρητε θεσμὸν, περὶ τῆς μὴ χρησιμότητος τοῦ ὁποίου ἐξεδηλώθη πρὸ ὀλίγων μόλις ἐτῶν τὸ φρόνημα καὶ ἡ πεποίθησις τῆς τε κοινωνίας καὶ τῆς Βουλῆς; Καὶ δὲν δικαιούμεθα λέγοντες, ὅτι ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς ἀναγκαιότητος τῆς δαπάνης ταύτης δὲν μετεχειρίσθητε τὴν εἰλικρίνειαν, ἥτις πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὰς σκέψεις τῶν Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ κομματικὸν ὑμῶν συμφέρον κατὰ τὴν μέλλουσαν διάθεσιν 607 νέων θέσεων; Οὐ μόνον δὲ ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς οἰκονομίας διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ αὔξησιν ἐπεδίωξε τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ὑπουργείων καὶ ἰδίως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχω, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐν τοῖς πλείστοις Ὑπουργείοις, ἵνα μὴ εἴπω ἐν ἅπασιν, ὑπάρχει μέγας καὶ περιττὸς ἀριθμὸς ὑπαλλήλων, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτῶν, ἐὰν εἰργάζοντο ὅπως ὁ Νόμος ἀπαιτῇ, ἤθελον βεβαίως ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ διεξήγητο πολὺ κάλλιον ἢ σήμερον. Δὲν ἐμβαίνω εἰς τὰ προσωπικά· δὲν ὁμιλῶ περὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ γενικῶς λέγω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι μέγας καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ. Οὐ μόνον δ’ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις εἶναι πολλοὶ περιττοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει οἱ ἐσχάτως προστεθέντες Ἔπαρχοι, οἱ γραμματεῖς Ἐπαρχείων, οἱ γραμματεῖς Ταμείων καὶ πολλοὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι εἰσὶ πάντῃ περιττοί. Ἂς φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκλέξῃ καλοὺς καὶ ἱκανοὺς Νομάρχας, καλοὺς καὶ ἱκανοὺς ὑπαλλήλους ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, καὶ ἂς ἐλαττώσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ ἂς καταργήσῃ πολλὰ Ἐπαρχεῖα. Αὐξανομένης τῆς φιλεργίας, δι’ ὀλιγωτέρων προσώπων θέλομεν ἔχει τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἔχομεν σήμερον διὰ πλειόνων μὲν ἀλλ’ ἀνικάνων καὶ ὀκνηρῶν, μὴ προσερχομένων ποσῶς εἰς τὰ γραφεῖα ἢ προσερχομένων μὲν, ἀλλ’ ἐλάχιστα ἐργαζομένων. Τῆς ἀθλίας δὲ ταύτης καταστάσεως καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τοῦ παρουσιαζομένου ἐλλείμματος κατὰ μέγα μέρος παραίτιος εἶναι ἡ πλημμελὴς πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, ὅπερ προέβη καὶ προβαίνει εἰς ὅλως ἀκαταλλήλους διορισμοὺς, μὴ παραδεχόμενον τὰς προτεινομένας οἰκονομίας. Ἐὰν ἐπρόκητο περὶ ἐξόδων παραγωγικῶν, ἐὰν ἐπρόκητο λ. χ. περὶ ἱδρύσεως καταστήματος, ὅπερ δύναται νὰ ἀποφέρῃ ἡμῖν ὠφελείας, τότε ἠδύνασθε νὰ σκεφθῆτε ἐὰν ἔπρεπε νὰ προβῆτε εἰς οἰκονομίας· ἀλλὰ βεβαίως δὲν θὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν λείψωσι πάντες οἱ νεωστὶ προστεθέντες Ἔπαρχοι, οἱ γραμματεῖς Ἐπαρχείων, καὶ Ταμείων καὶ οἱ λοιποὶ περιττοὶ καὶ ἀργοὶ ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων· δὲν θὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία, ἐὰν δὲν προστεθῶσι νέοι ὑπάλληλοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν περιορισθῇ μάλιστα ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐν ἅπασι τοῖς Ὑπουργείοις, καὶ ἐὰν δὲν ἀνασυσταθῶσι τὰ ὡς ἄχρηστα ἄλλοτε καταργηθέντα Δασονομεῖα κλπ. Ἐπίσης, κύριοι, ἡ τῶν Πρεσβειῶν δαπάνη εἶναι πάντῃ περιττή. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπε προχθές, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτὴν διὰ Πρεσβειῶν. Ἀλλὰ δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ὅτι οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τὴν Εὐρώπην ὡς Πρέσβεις δύνανται νὰ πείσωσι διὰ τῶν λόγων αὐτῶν τὰς μεγάλας Δυνάμεις, ὅπως ἐγκαταλίπωσι τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ τροποποιήσωσιν αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα; Ὅταν δὲ τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν δὲν δύνανται νὰ παράσχωσιν οἱ Πρέσβεις ἡμῶν, ἡ δὲ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἐλεεινή, δὲν ὀφείλομεν ἆρά γε νὰ ἀπαλείψωμεν τὰς διὰ τὰς Πρεσβείας πιστώσεις; Ἐκ τοῦ ὅτι δ’ αὗται ἅπαξ συνέστησαν, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν δύνανται καὶ νὰ καταργηθῶσι· διότι κατὰ τὸν χρόνον τῆς συστάσεως αὐτῶν ὑπῆρχον τῷ ὄντι σπουδαῖα ἐκκρεμῆ ζητήματα, εἰς ἃ ἠδύναντο αὗται νὰ χρησιμεύσωσι κατά τι· ἀλλὰ σήμερον, ὅτε καὶ αὐτὸ τὸ μεθοριακὸν καλούμενον ζήτημα ἔληξε, δὲν βλέπω ἄλλον λόγον διατηρήσεως τῶν Πρεσβειῶν, ἢ τὸν τῆς ἐξοικονομήσεως προσώπων. Ἂς μὴ προβάλλωσι δὲ οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ διπλωματικὰς δυσχερείας, ἃς δύναται δῆθεν νὰ γεννήσῃ ἡ κατάργησις τῶν Πρεσβειῶν· διότι αἱ δυσχέρειαι αὗται εἶναι φαντασιώδεις μόνον. Καὶ ἄλλοτε, κύριοι, κατηργήθησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Πρεσβεῖαι, καὶ οὐδὲν κακὸν προέκυψεν ἐντεῦθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τὰ μέλη, κύριοι, τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ παρετήρησαν μὲ τὸν δείκτην ἐπὶ τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ὅτι τὸ ἔξοδον τοῦτο εἶναι ὑπερβολικὸν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ λείψῃ, καὶ τὸ ὅλον τῶν οἰκονομιῶν, ἃς αὕτη προτείνει, ἀνέρχεται εἰς τρία καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης ἀνεβίβασε τὰς οἰκονομίας ταύτας εἰς 6 καὶ ½ ἕως 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην, ὑποστηριχθεῖσαν ὑπὸ τῶν πλείστων πρὸ ἐμοῦ ἀγορευσάντων ῥητόρων δι’ ἀναλυτικῶν πινάκων καὶ πειστικωτάτων ἐπιχειρημάτων, παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ὡς ὀρθὴν καὶ συνᾴδουσαν πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα, ὡς ἐπίσης παραδέχομαι καὶ τὴν ἑτέραν γνώμην αὐτῶν, ὅτι μόνον μετὰ τὴν ἐξάντλησιν πάσης οἰκονομίας δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ φόρους τινὰς καὶ ἐκ τούτων τοὺς ἧττον ἐπαχθεῖς. Οὕτω δὲ πράττοντες δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν μὲν ἀμέσως τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦτο εἶναι ἀληθὴς πλάνη, ἀλλὰ θὰ παρασκευάσωμεν τοὐλάχιστον τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τοῦτο, καὶ δὲν θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τοὺς προτεινομένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπερόγκους νέους φόρους, ψηφίζοντες νομοσχέδια, ἅτινα προεκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς συνειδήσεως καὶ διήγειραν τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Πάντες, κύριοι, ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, ὡς Πρωθυπουργὸς, συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἃς ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸ δύω μόλις ἐτῶν ἐπρέσβευε καὶ διεκήρυττεν, ἤθελεν ἀσχοληθῆ νὰ ἀνεύρῃ καὶ ἐφαρμόσῃ ἁπάσας τὰς ἐφικτὰς οἰκονομίας. Τότε προέτεινε τὰς οἰκονομίας, διότι, ὡς ἔλεγεν, εὑρισκόμεθα ἐν οἰκονομικῇ κρίσει, ἣν ἔπρεπε νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς ἔτι χείρονα κατάστασιν. Καὶ τότε, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ ἐλλείμματος μικροτέρου τοῦ σημερινοῦ. Πάντες λοιπὸν δικαίως ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης σήμερον, εὑρεθεὶς ἀπέναντι ἀναποφεύκτου οἰκονομικῆς ἀνάγκης, ἤθελεν ὑποταχθῆ εἰς αὐτὴν, καὶ ἤθελεν ἀναχαιτισθῆ ἐκ τῆς ὀλισθηρᾶς ὁδοῦ τῶν ἀσκόπων δαπανῶν, ὅπως μὴ καταπέσῃ εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τῆς οἰκονομικῆς παρακμῆς· ἀλλ’ ἠπατήθησαν ἀπάτην οἰκτράν· ὁ εἰσαχθεὶς εἰς τὴν ἔγκρισιν ἡμῶν Προϋπολογισμὸς ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη, οὐ μόνον δὲν εἰργάσθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη περὶ οἰκονομιῶν, ἀλλὰ λίαν παραδόξως ἐνέγραψεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπάνας μὴ ἀπαραιτήτους, δαπάνας, αἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς πηγὴ σπατάλης καὶ διαφθορᾶς· ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἀνεπέτασε μετὰ θάῤῥους τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, ἀναδεικνυμένη οὕτω ἐνεργητικὸς τῶν κοινῶν εὐχῶν διερμηνεὺς, ὅπερ εἶναι τρανωτάτη ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ ἐν Ἑλλάδι εὐκολώτατα καὶ τὰ πρόσωπα ἐναλλάσσονται καὶ αἱ θέσεις ἐκτοπίζονται. Τόσον δὲ παράδοξος ὑπῆρξεν ἡ μεταμόρφωσις τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν, ὥστε καταντᾷ ἀπίστευτος. Τὴν πρότασιν ὑμῶν περὶ ἐπιψηφίσεως νέων φόρων ρίπτετε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου καθ’ ὃν χρόνον ὁ τρισάθλιος Ἑλληνικὸς λαὸς, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, στερεῖται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, καθ’ ὃν χρόνον ὁ γεωργὸς ἵσταται περίλυπος ἐνώπιον τῶν πεινώντων αὐτοῦ τέκνων, ἀπολαμβάνων πάντη ἀνεπαρκῆ τὰ πρὸς συντήρησιν αὐτῶν μέσα ἐκ τοῦ χώματος, ὅπερ διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ ποτίζει, καὶ ὅτε ὁ μὲν Ἕλλην ἐργάτης ἕνεκα τῆς φυγαδεύσεως τῶν κεφαλαίων διατελεῖ ἐν πλήρει ἀπραξίᾳ, ὁ δὲ τολμηρὸς καὶ ἀνδρεῖος ναύτης θεωρεῖ μετὰ δακρύων τὸ σκάφος αὐτοῦ σηπόμενον ἐν τῷ λιμένι, ἀντὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπερηφάνως νὰ διαπορθμεύῃ τὰ πελάγη. Σᾶς κατέλαβε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἡ μονομανία τῶν ἐξόδων, τίποτε παράδοξον· διότι εἶναι, ὡς φαίνεται, πεπρωμένον ἐν τῷ δυστυχεῖ τούτῳ Τόπῳ πᾶσα ἐποχὴ νὰ διέπηται ὑπὸ μιᾶς μονομανίας. Τὸ παράδοξον μόνον εἶναι, ὅτι τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἐνεργεῖ σήμερον ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς μονομανίας τῶν ἐξόδων, ὅπερ πρὸ δύω μόλις ἐτῶν, κατὰ τὸ 1880, κατείχετο ὑπὸ τῆς μονομανίας τῶν οἰκονομιῶν. Μετὰ τὴν ἐξέτασιν, κύριοι, τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, μεταβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτῆς πολιτικῇ καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ παρόντος Ὑπουργείου. Κατὰ τὸ ἡμέτερον Πολίτευμα ὑπάτη ἐγγύησις τῆς καλῆς καὶ πρεπούσης διαχειρίσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐθεωρήθη ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Δικαστῶν. Πάντα τὰ Συντάγματα, ἀναγράψαντα ὡς ἀναγκαιοτάτην τὴν διαίρεσιν τῶν Ἐξουσιῶν, καθ’ ἣν ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐξουσίαν, ἐθεώρησαν συνάμα ὡς ἀναγκαιότατον νὰ περιβάλωσιν αὐτὴν διὰ πάντων τῶν μέσων, τῶν ἐγγυωμένων τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Δικαστῶν, οἵτινες ἀποφασίζουσι περὶ τῶν μεγίστων καὶ πολυτιμοτάτων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, περὶ τῆς περιουσίας, τῆς τιμῆς, τῆς ἐλευθερίας καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς τοῦ πολίτου. Ὅ,τι ἑπομένως δικαιοῦταί τις νὰ ἀπαιτήσῃ πρὸ πάντων παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς ἕδρας αὑτοῦ, εἶναι τὸ νὰ σέβηται τὴν Δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ γνώμας καὶ εἰς τὰ προσωπικὰ αὑτοῦ πάθη οὐδεμίαν ἐπέμβασιν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν αὑτοῦ καθηκόντων, ἅτινα ἀνέθετο καὶ ἐνεπιστεύθη αὐτῷ τὸ Σύνταγμα. Ἡ διάκρισις αὕτη, ὁμολογοῦμεν, εἶναι λεπτή, λεπτοτάτη καὶ τὸ ὅριον στενὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀπαιτεῖται πολὺ μείζων φρόνησις πρὸς τήρησιν ἢ πρὸς ὑπερπήδησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ αἱ ἐπεμβάσεις εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν Δικαστῶν κατέστησαν δυστυχῶς εἶδός τι συρμοῦ ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· ὁ δὲ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφιλοτιμήθη δι’ ἐπισήμου ἀπὸ τῆς ὑπουργικῆς αὑτοῦ ἕδρας διδασκαλίας νὰ κηρύξῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑποδουλώσεως τῶν Δικαστῶν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν θέλησιν καὶ ἐπιθυμίαν. Ὁ κύριος Ράλλης οὐδὲν ἄλλο ἐπεδίωξε διὰ τοῦ κηρύγματος αὑτοῦ εἰ μὴ ὅπως οἱ Δικασταὶ ἐν Ἑλλάδι περιβληθῶσι τὴν φαυλότητα τῶν συγκλητικῶν ἐκείνων τῆς Ρώμης, οἵτινες ἔλεγον πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα Τιβέριον «εἰς ἡμᾶς οὐδὲν πλέον ἐναπομένει εἰμὴ ἡ δόξα τῆς ὑποταγῆς». Ἀλλ’ ἵνα μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι λέγω λόγους μόνον, ἂς ἀπαριθμήσωμέν τινα ἐκ τῶν ἄθλων τοῦ κυρίου Ράλλη, τοῦ μετὰ προσποιητοῦ ἱεροῦ ζήλου καὶ διὰ λόγων μόνων κενῶν ὑπερμάχου τῆς Δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Ὁ κύριος Ράλλης κατὰ τοὺς πλείστους προβιβασμοὺς αὑτοῦ δὲν ἐζήτησε νὰ μάθῃ κατὰ πόσον ἐβάρυνεν ὑπὲρ τῶν αἰτούντων προβιβασμὸν Δικαστῶν ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσόντων αὑτῶν τὸ δίκαιον ἢ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ἐξετάζῃ ὁπόσας βουλευτικὰς ἢ ἐκλογικὰς ψήφους ἐν Μεσολογγίῳ ἢ Ἀττικῇ ἠδύνατο νὰ δώσῃ αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ προτίμησις καὶ ὁποίας ἐκδουλεύσεις παρέσχον ἢ ἠδύναντο νὰ παράσχωσιν οἱ μέλλοντες νὰ προβιβασθῶσιν εἰς τὸ κόμμα· οὕτω δὲ ἠδικήθησαν πάντες σχεδὸν οἱ ἐν Ἀθήναις Πρωτοδίκαι καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, τοῦ Μεσολογγίου καταστάντος ἀληθοῦς φυτωρίου Προέδρων Πρωτοδικῶν· κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον προέβη εἰς πλείστας ἀδικαιολογήτους μεταθέσεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ἐφέτην Ναυπλίου κύριον Τσουλάτην, ἐμέμφθη αὐτοῦ μετὰ τραχύτητος καὶ δριμύτητος, ὅτι ὡς Εἰσηγητὴς συνετέλεσε, κατὰ τὴν πεποίθησιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἔκδοσιν βουλεύματός τινος. Ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου κύριον Παπαγιαννόπουλον, ζητήσαντα νὰ μάθῃ τὴν αἰτίαν τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ ἐκεῖθεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, δικαιολογῶν τὴν μετάθεσιν ταύτην, εἶπε, «δὲν ἀνήκει εἰς τὸ κόμμα καὶ τοῦτο ἀρκεῖ». Πρὸς Δικαστὴν δὲ—τὸν κύριον Ράγκον— ζητοῦντα βελτίωσιν τῆς θέσεως αὐτοῦ μετὰ δεκατετραετῆ ὑπηρεσίαν, ἀπήντησε «σοὶ ἀρκεῖ τὸ παράσημον, ὅπερ ἔλαβες παρὰ τοῦ Κουμουνδούρου». Τελευταῖον δὲ πρὸς τὸν ἱκανώτατον, εὐσυνείδητον καὶ ἀρχαῖον Πρωτοδίκην κύριον Ἀγαπηνὸν, ζητήσαντα νὰ μάθῃ τὸν λόγον τοῦ μὴ προβιβασμοῦ αὐτοῦ, ὁ κύριος Ράλλης εἶπε τὰς ἑξῆς ἀξιομνημονεύτους λέξεις· «εἶσαι ἀνάξιος νὰ Προεδρεύῃς Δικαστηρίου, διότι ἔδωκες ψῆφον ἀναβλητικὴν εἰς τὴν κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ Κυνουρίας δίκην· θέλω κηρύξει τοῦτο εἰς ὅλον τὸν Κόσμον». Οὕτω δὲ καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Νόμου καθιερούμενον ἀπόῤῥητον τῶν διασκέψεων τῶν Δικαστῶν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρεγνώρισε καὶ τὴν δικαστικὴν συνείδησιν εἰς τὸ ἀδιαπέραστον αὐτῆς ἄσυλον παρεβίασεν. Διὰ τὰς ἐπιπλήξεις δὲ ταύτας τοῦ κυρίου Ράλλη πρὸς Δικαστὰς, εὐσυνειδήτως ἐκπληρώσαντας τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, καὶ διὰ τὴν ἔκνομον αὐτοῦ πρὸς τοὺς Δικαστὰς πίεσιν πάντες ἀνεξαιρέτως κατέκριναν τὸν κύριον Ράλλην, φαινόμενον ἐκ τῶν σπανίων ἐν Ἑλλάδι, ὅπου καὶ αὐτὰ τὰ χείριστα καὶ ἐπονείδιστα ἔργα εὑρίσκουσι συνήθως πολλοὺς ἢ ὀλίγους ἐκ συμφέροντος ὑπερασπιστάς. Ἡ κατάκρισις δ’ αὕτη ἦτο δικαιοτάτη, διότι δὲν ὑπάρχει Δικαιοσύνη, ὅταν οἱ Δικασταὶ δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσι τὴν ψῆφον αὐτῶν κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἀδεκάστου αὐτῶν συνειδήσεως. Οὕτω λοιπὸν, κύριοι, ἐκηρύχθη συστηματικὸς καὶ ἐπίμονος πόλεμος ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστῶν. Μετὰ δὲ τὸν φόβον, ὃν ἐνέπνευσε διὰ σκληρῶν ἀδικιῶν πρὸς εὐσυνειδήτους Δικαστὰς, καὶ τὰς ἐλπίδας, ἃς ἐγέννησε δι’ ὑποσχέσεων προαγωγῆς πρὸς Δικαστὰς διακρινομένους ἐπὶ τῇ προθύμῳ αὐτῶν στροφῇ πρὸς πάντα πνέοντα πολιτικὸν ἄνεμον, ἡ ὑπέροχος ἐπιῤῥοὴ, ὁ ἀποφασιστικὸς λόγος ἐπὶ τῆς τύχης τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καταδιωκομένων ἀντιπάλων ἀνήκει οὐχὶ πλέον εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν αὐθαίρετον σύστημα τῆς συγκεντρώσεως, ὅπερ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Τουρκίας ἐξηλείφθη, ὑμεῖς, κύριοι Ὑπουργοὶ, εἶσθε οἱ Εἰσαγγελεῖς, ὑμεῖς εἶσθε οἱ Ἀνακριταὶ, ὑμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Πλημμελειοδικεῖον Δικασταί. «Δὲν ἀνήκεις εἰς τὸ κόμμα», ἰδοὺ ἡ διατύπωσις τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἥτις κατέστη ὀνομαστὴ καὶ μένει ἔτι καὶ νῦν κυβερνητικὸν σύνθημα πρὸς σκάνδαλον τῶν ὑπερασπιστῶν τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Τὰ τοιαῦτα ἴσως ἐγίνοντο καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ σκότει, κατὰ πρῶτον ὅμως σήμερον βλέπουσι τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἄν τὸ ἀτόπημα δὲν ἦναι νέον, τὸ θράσος ὅμως τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι πρωτοφανές. Ταῦτα πάντα κατηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ τύπου εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἡ δ’ ἐπὶ πολὺν χρόνον ἔλλειψις πάσης ἀμύνης παρ’ Ὑπουργοῦ τολμηροῦ καὶ ἱκανοῦ νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰς πανταχόθεν ἐπιθέσεις, ἀποδεικνύει ὅτι οὐδὲν ὅπλον ἠδύνατο οὗτος νὰ διαθέσῃ· καὶ ἡ ἐπὶ τούτων δὲ σιωπὴ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, πρὸς οὓς ἀνεφέροντο αἱ παραβιάσεις τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, διατρανοῖ ἔτι μᾶλλον τὴν ἐνοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οὐδεμίαν δὲ προσοχὴν πρέπει νὰ δώσητε, κύριοι, εἰς τὰς τὰς διαψεύσεις, τὰς γενησομένας ἴσως σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἴτε διὰ τῶν διακοπῶν, ἐφ’ αἷς οὗτος διεκδικεῖ βραβεῖον ὑπεροχῆς καὶ ῥητορικῆς δεινότητος, ἀναγνωρίζοντες ὅτι αὗται ἔπρεπε νὰ γείνωσιν, ὅτε αὐτὰ τὰ πράγματα ἦσαν παρόντα, καὶ ὅτι ἡ ἄρνησις τῶν πασιγνώστων γεγονότων καὶ τῆς ψηλαφητῆς ἀληθείας συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν λυπηρῶν ἀποτελεσμάτων κορυφωθείσης ἀμηχανίας. Τόσον δὲ βάσιμα εἶναι τὰ διασαλπισθέντα περὶ ἐπιβουλῆς τῆς Δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ὥστε, ἀξιῶν οὗτος νὰ πιστευθῇ ἐν τῇ ἀναιρέσει αὐτῶν, οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖ παρ’ ὑμῶν, τῶν ἐξελεγκτικῶν τῶν ἔργων αὐτοῦ, ἢ ἐξαιρετικὴν τύφλωσιν πρὸς τὴν ἐνάργειαν τῶν γεγονότων, περιφρόνησιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ μεγάλην καὶ ἀνερυθρίαστον προθυμίαν πρὸς θυσίαν τῆς ἀληθείας. Δὲν προτιθέμεθα ἐνταῦθα νὰ διηγηθῶμεν ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῶν Κυβερνητικῶν ὑπερβάσεων καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ Δικαστήρια, οὐδὲ νὰ ἀναζητήσωμεν τὰς ὑπὸ τὸ σκότος καὶ τὰ ἐρέβη κεκρυμμένας ἐπεμβάσεις· ἀρκούμεθα μόνον εἰς τὰ ῥηθέντα πανθομολογούμενα γεγονότα. Τεσσαράκοντα, κύριοι, ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς πρώτης Συνταγματικῆς μεταβολῆς, καθ’ ἣν διεκηρύχθη ὁ χωρισμὸς τῶν Ἐξουσιῶν· καὶ ἐν τούτοις, ἀκούων τις ὅσα λέγονται σήμερον ἐν Ἑλλάδι περὶ τῆς ἐπιβουλῆς τῆς Ἐκτελετικῆς Ἐξουσίας κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστῶν, ἀναγινώσκων ὅσα γράφονται, βλέπων ὅσα τελοῦνται ὄργια ἐν τῷ ναῷ τῆς Θέμιδος, ἀδυνατεῖ ἄνευ βαθείας καὶ ἀλγεινῆς ἀγανακτήσεως νὰ ἀναπολήσῃ εἰς τὸν νοῦν αὑτοῦ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ 1843, παραβαλλομένου πρὸς τὸ 1883. Δύσκολον δὲ εἶναι νὰ ἀποφανθῇ τις μετὰ θετικότητος ἄν ἐκορυφώθη καὶ ἄλλοτε ὅσον σήμερον ἡ Κυβερνητικὴ ἐπιθυμία, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς Δικαιοσύνης εἰς ὄργανον φατριαστικῆς ἀδικίας. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν σήμερον νὰ γείνωμεν μάντεις κακῶν, διότι τὰ Δικαστήρια θεωροῦμεν ὡς τὸ τελευταῖον ἄσυλον τῶν ἀδικουμένων, ἀλλὰ πολὺ φοβούμεθα μήπως ἡ Κυβέρνησις, συστηματικῶς ἐγγίζουσα τὰς συνειδήσεις τῶν Δικαστῶν εἰς τὸ ἱερώτατον ἄδυτον τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτῶν, ἐπενέγκῃ θανάσιμον χαλάρωσιν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἡ ἀληθὴς κατάστασις τῶν πραγμάτων· ἐνώπιον δὲ αὐτῆς ἐκλείπει ὡς φάσμα πᾶσα παιδαριώδης διακήρυξις τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστῶν, πᾶν συνταγματικὸν ὁροθέσιον. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ἐν λόγῳ μὴ συμφωνοῦντες πρὸς ἐμὲ συναισθάνονται οὐχ ἧττον ἐνδομύχως τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐμῶν λόγων. Ὑπὸ τοιαύτην δὲ κατάστασιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τὸ ἐπικρατοῦν Κυβερνητικὸν σύστημα τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς τοποθετήσεως πάντων ἐν γένει τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, μηδ’ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐξαιρουμένων, κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος, ἑπόμενον εἶναι ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια νὰ διαταράττηται συνεχῶς καὶ νὰ διατελῇ ἐν ἀδιακόπῳ κινδύνῳ. Μεταβαίνω, κύριοι, τελευταῖον ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἐσωτερικῆς Διοικήσεως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος. Ἐνταῦθα, κύριοι, γιγνομένου τοῦ λόγου περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἐπιτρέψετέ μοι ὅπως ἡ πρώτη λέξις, ἥτις θὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν ἐμῶν χειλέων, γένηται ἠχὼ τῆς ἐθνικῆς ὀδύνης ἐπὶ τῇ ἀπελπιστικῇ νόσῳ τοῦ ἐπιφανεστάτου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, εἰς ὃν ὀφείλεται ἡ ἀναίμακτος ἐλευθερία τῶν ἐπ’ αἰῶνας δεδουλωμένων λαῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρους τῆς Ἠπείρου. Μετὰ δὲ τὴν ἔκφρασιν τοῦ λυπηροῦ ἡμῶν συναισθήματος ἐπὶ τῇ προσεγγιζούσῃ σκληρᾷ ἀπωλείᾳ τοῦ πολιτίμου ἡμῶν ἀρχηγοῦ, ἐπιλαμβανόμενος τῆς συζητήσεως, ὑποστηρίζω κατὰ πρῶτον, ὅτι μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, αὕτη εἶναι, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, ἡ κατάλληλος στιγμὴ, ὅπως περιορίσωμεν κατὰ τὸ ἐνὸν τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις καὶ τὰς δι’ αὐτὰς ἀπαιτουμένας δαπάνας. Ὡς πρὸς τὸν στρατὸν, ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ προέτεινε τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὁλικῆς δυνάμεως αὐτοῦ εἰς 20,000 ἀνδρῶν καὶ τὴν ἐντεῦθεν ἔκπτωσιν τῆς δι’ αὐτὸν δαπάνης κατὰ 1½ ἑκατομμύριον δραχμῶν. Διὰ τῆς προτεινομένης δὲ ταύτης ἐλαττώσεως, καὶ ἡ ἀπαιτουμένη διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας δύναμις διατηρεῖται καὶ ὁ σκοπὸς, πρὸς ὃν ἀφορῶμεν διὰ τοῦ στρατοῦ, ἐκπληροῦνται. Καὶ ἀναγνωρίζομεν μὲν, κύριοι, τὴν χρησιμότητα, ἀναγνωρίζομεν τὸν μέγαν προορισμὸν καὶ τὴν ὑψίστην ἀποστολὴν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ὁ στρατὸς ἡμῶν πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογος πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέσα, καὶ ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν τὸν καλὸν αὐτοῦ καταρτισμὸν καὶ ὀργανισμὸν, ὡς καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ εἰδικοὶ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὀρθῶς ἐγνωμάτευσαν. Ὑπῆρξε, κύριοι βουλευταὶ, ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος εἶχε τῳόντι μεγίστην σπουδαιότητα. Τότε ἐπρόκειτο περὶ ἀποκτήσεως τοῦ ἐπιδικασθέντος ἡμῖν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας, τότε ἐπρόκειτε περὶ τῆς προσαρτήσεως ὁλοκλήρων Ἐπαρχιῶν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην πάντες ἀνεξαιρέτως συνεφώνουν περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης τοῦ νὰ ὑποταχθῇ καθ’ ὅλα ἡ ἐσωτερικὴ τοῦ Κράτους πολιτικὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποθέσεως, εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ παρὰ πάντων ἀνωμολογεῖτο ἡ ἀνάγκη ἐκτάκτων θυσιῶν, καὶ τὸ πρωτεῦον τότε ζήτημα ἦτο τὸ τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως καὶ διοργανώσεως τῆς χώρας. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ἤδη τοῦ Ρωσσοτουρκικοῦ πολέμου προσετέθησαν νέοι φόροι ὑπὲρ τὰ 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ μετὰ τοὺς φόρους τούτους συνωμολογήθησαν μεγάλα δάνεια. Τὰς θυσίας δὲ ταύτας ὑπέστη ἀγογγύστως τὸ Ἔθνος. Ἐὰν δὲ δὲν ἐξεπληρώθησαν ἐντελῶς αἱ προσδοκίαι αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐξόχου ὅμως καὶ ἀξιοθαυμάστου διπλωματικῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατωρθώθη ἡ εἰς τὸ ἐλεύθερον Ἑλληνικὸν Κράτος ἀναίμακτος προσθήκη ἐκτεταμένων Ἐπαρχιῶν, κατοικουμένων μὲν ὑπὸ Ἑλλήνων, ἐπ’ αἰῶνας δὲ ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν διατελουσῶν. Οὕτως ἐπῆλθε τότε ἡ Συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Ἡ Συνθήκη δὲ αὕτη ἐξετελέσθη σχεδὸν ὁλοσχερῶς, ὀλίγιστα δὲ καὶ ἀσήμαντα ἀμφισβητούμενα σημεῖα ὑπελείποντο. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἀπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ λύσει, ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη ἐναντίαν ἐξέδωκεν ἐτυμηγορίαν, καὶ ἡ ἱστορία, ὁ ἀδέκαστος οὗτος κριτὴς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, ὁ μηδέποτε ὑπ’ οὐδενὸς βάρους Κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας καμπτόμενος, διεκδικοῦσα καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἀκέραια τὰ ἑαυτῆς δικαιώματα, ἀποφαίνεται, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος συνετέλεσεν ὅσον ἠδύνατο ὑπὲρ τῆς ἀποκτήσεως ἀναιμάκτου ἐλευθερίας ἐκτεταμένων Ἑλληνικῶν χωρῶν, καὶ ὅτι αἱ ἡμέραι, καθ’ ἃς τοιαύτας προσπαθείας κατέβαλεν, εἶναι αἱ λαμπρότεραι καὶ ἐνδοξότεραι ἡμέραι τοῦ δημοσίου αὐτοῦ βίου. Τὸ Ὑπουργεῖον, κύριοι, Κουμουνδούρου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν μεθοριακῶν σημείων, ἵνα μὴ ἀναβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Συνθήκης κατὰ τὰ λοιπὰ καὶ οὐσιωδέστατα αὐτῆς μέρη. Ὁ κύριος ὅμως Τρικούπης κατὰ πρῶτον μὲν διεκήρυξεν, ὅτι θέλει ἐπιχειρήσει τὴν στρατιωτικὴν λύσιν τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος, μετὰ δὲ ταῦτα ἀνήγγειλε διὰ τῆς «Ὥρας» ὅτι διέταξε τὸν Στρατηγὸν Γρίβαν, ὅπως καταλάβῃ τὸ Δερβὲν Καραλῆ, τουθ’ ὅπερ καὶ ἔπραξεν ὁ Στρατηγὸς οὗτος· τότε δὲ, ὅπως ἐξάγεται ἐκ τῆς ἐκφράσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῆς ἀπαντωμένης ἐν τῇ «Ὥρᾳ» τῆς 8 Αὐγούστου 1882, «ὁ παρὰ τὰ σύνορα Τουρκικὸς στρατὸς, ἀφοῦ ἐπὶ πολὺ δὲν ἐφάνη προσέξας εἰς τὴν τολμηρὰν ταύτην στρατιωτικὴν κίνησιν, ἤρξατο συγκεντρούμενος παρὰ τὰς καταληφθείσας θέσεις καὶ ἐπιδεικνύμενος προθέσεις ἐπιθετικάς». Ἐντεῦθεν δὲ ἐγενήθησαν αἱ γνωσταὶ ἡμῖν περιπλοκαί, καὶ διήλθομεν τότε κρίσιν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἐξ ὅσων ποτὲ ἐδοκίμασε τὸ Ἔθνος. Ἡ κοινὴ γνώμη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διεμαρτυρήθη κατὰ τῶν παρατόλμων τούτων διαβημάτων τοῦ κ. Τρικούπη. Πάντες δὲ οἱ ὀρθῶς κρίνοντες ἐφρόνουν, ὅτι ὡς βάσις τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κανονισμὸν τῆς Πολιτείας τοῦ Κράτους δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ προκλητικὴ διαγωγὴ πλήρης κινδύνων. Προκειμένου περὶ μακροχρονίου διαρκείας τοῦ ἀγῶνος, ἥ τε ἀνικανότης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ προκλητικὸν αὐτῆς ὕφος ἠδύνατο ἴσως νὰ παροραθῶσι· διότι ὁ χρόνος ἤθελεν ἐπιτρέψει, ὅπως γένηται ἐνέργεια τελεσφόρος, πρὸς στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, καὶ ὅπως διὰ καταλλήλου διοργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πραγμάτων, αἱ ἐθνικαὶ ἡμῶν δυνάμεις μὴ ἐξαντληθῶσι ταχέως, ἀλλ’ ἀναπτύσσωνται προϊόντος τοῦ χρόνου· ἀλλ’ ὁ ἀγών, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἔμελλε νὰ διεξαχθῇ, προεμηνύετο ὀλιγοχρόνιος, διότι οἱ στρατοὶ ἀμφοτέρων τῶν Ἐθνῶν ἦσαν ἤδη ἀντιπαρατεταγμένοι ἀπέναντι ἀλλήλων, τὰ τάγματα ἡμῶν ἠρίθμουν δεκάδας μόνον ἀνδρῶν, καίτοι οὐδὲν πλῆρες τάγμα ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ἀθήναις, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ μετὰ ἐνδεχομένην ἧτταν αὐτοῦ, ἢ ν’ ἀποκρούσῃ ἐνδεχομένην ἀπόβασιν τῶν Τουρκικῶν στρατευμάτων ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων, ἡ δὲ διοργάνωσις τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων ἦτο τοσοῦτον ἀκατάλληλος ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Τρικούπη, καίτοι πολλὰ οὗτος διὰ λόγων ὑπέσχετο ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ ἐνώπιον τῆς τε Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ὥστε ἐδέησε νὰ ἀποστέλλωνται πυροβοληταί, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς πεζοὶ στρατιῶται, καὶ νὰ γείνωσι τοιαῦται μεταμορφώσεις, ἃς εἷς μόνος Ὀβίδιος ἦτο ἱκανὸς νὰ ὑμνήσῃ. Οὕτω λοιπόν, κύριοι, ὁ στρατὸς ἡμῶν εἰς ἣν οἰκτρὰν κατάστασιν περιῆλθεν ἕνεκεν κακῆς ἐφαρμογῆς ἀκαταλλήλου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, δι’ ἣν εὐθύνεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, δὲν ἤθελε χρησιμεύσει ποσῶς, καὶ ἠθέλομεν στηρίξει ἁπάσας τὰς ἐλπίδας ἡμῶν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος εἰς μόνην τὴν ἀπεριόριστον πατριωτικὴν ἀφοσίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ἀρχομένου τοῦ πολέμου, πρὸς πάντας τοὺς ἀγαπῶντας τὴν πατρίδα ἡ πάλη θὰ ἦτο καθῆκον, ἡ θυσία ἀνάγκη, καὶ ὁ θρίαμβος ἐλπίς· δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες ἤθελον εἰσέλθει εἰς τὸν ἀγῶνα μετὰ τῆς σταθερότητος, μετὰ τῆς πίστεως καὶ τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν ἀφοσιωμένων εἰς τὸν θρίαμβον μεγάλης ἰδέας λαῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως περιστάσεις, καθ’ ἃς καὶ τὰ τολμηρότατα πνεύματα καὶ μεγάλοι καὶ ἔξοχοι στρατηγοί, καίπερ οἰστρηλατούμενοι ὑπὸ τῶν ἀενάων πειρασμῶν στρατιωτικῆς φιλοδοξίας, ὅπως ἀποδείξωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι πράγματι εἶναι ὁποῖοι παρίστανται, ἀτενίζουσιν οὐδὲν ἧττον μετὰ δειλίας πρὸς τὰ τολμήματα καὶ προτιμῶσι τὰς σοφὰς περὶ εἰρήνης συμβουλάς. Ὑπὸ τοιαύτας δὲ περιστάσεις εὑρίσκετο τὸ Ἔθνος ἡμῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι δὲν εἴχομεν τὸν ἀνάλογον στρατὸν, ὅπως πολεμήσωμεν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἔθνος ἰσχυρότερον ἡμῶν καὶ μάχιμον, δὲν εἴχομεν τὰς ἀναγκαίας ναυτικὰς προπαρασκευὰς, ἡ δὲ θάλασσα τῆς Ἑλλάδος ἦτο ἀνεῳγμένη εἰς ἐχθρὸν, ἔχοντα ἰσχυρότερον στόλον, καὶ τὰ παράλια ἡμῶν ὡς καὶ τὰ πλοῖα ἦσαν ἐκτεθειμένα εἰς τὸ πῦρ τῶν Τουρκικῶν θωρηκτῶν. Ἐν τῇ πλάστιγγι τῆς κρίσεως περὶ πολέμου δὲν πρέπει ποσῶς νὰ βαρύνωσιν αἱ ὀνειροπολήσεις περὶ τοῦ ἐφικτοῦ μεγαλείου καὶ τῆς λαμπρότητος ἀμέσου μέλλοντος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπερισχύῃ ἡ ὀρθὴ περὶ τῶν πραγμάτων κρίσις. Σήμερον μάλιστα, μετὰ τὰς γενομένας προόδους ἐν τῇ στρατιωτικῇ ἐπιστήμῃ, μικρὰν ἢ ἐλαχίστην ἐπιῤῥοὴν ἔχει τῆς τυφλῆς τύχης ἡ τυφλοτέρα ἐπίδρασις. Δὲν ἀρκεῖ σήμερον ἡ ἔμπνευσις, δὲν ἀρκεῖ ὁ ἐνθουσιασμὸς, καὶ ὁ φιλοπόλεμος οἶστρος πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται καὶ ἀνάλογος ἀριθμὸς στρατιωτῶν καὶ ἀνάλογον ποσὸν χρημάσων· ἀπαιτεῖται συνάμα καὶ εὐρυτάτη πρακτικὴ σπουδὴ καὶ γνῶσις τῶν τοῦ πολέμου. Δὲν εἴχομεν δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐφόδια πρὸς πόλεμον, δὲν εἴχομεν στρατιώτας, δὲν εἴχομεν ἀρχηγοὺς καταλλήλους· οὐδεὶς δὲ ὑπῆρχεν ὁ ἐν πεποιθήσει ἐπιθυμῶν τοιοῦτον πόλεμον. Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Τρικούπης, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπῃ ἢ νὰ πράξῃ τι, δυνάμενον νὰ καταστήσῃ ἀνέφικτον τὴν ἐπὶ τέλους συνεννόησιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐκκαλέσῃ τὴν διαφορὰν ἡμῶν εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον νὰ ἀρκεσθῇ, καὶ νὰ περιμείνῃ μέχρις οὗ ἡ παρέμβασις τῶν Δυνάμεων ἤθελε κατορθώσει νὰ ἄρῃ τὰ ἐπιπροσθοῦντα εἰς τὴν ὁριστικὴν συνεννόησιν προσκόμματα, προέβη τοὐναντίον εἰς τὴν στρατιωτικὴν λεγομένην λύσιν τοῦ ζητήματος, προέβη εἰς ἀπειλὰς, προέβη εἰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς καὶ εἰς συγκεντρώσεις στρατευμάτων κατὰ τὰ μεθόρια, ἐμφαινούσας τὴν προσδοκίαν ἐπικειμένου πολέμου. Ἐκ πάντων δὲ τούτων ἕκαστος δικαιοῦται νὰ συμπεράνῃ, ὅτι ἀπῄτει τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος καὶ ὅτι τὰς ἀπαιτήσεις αὑτοῦ ἡτοιμάζετο νὰ ὑποστηρίξῃ διὰ τῶν ὅπλων· ἐκ πάντων τούτων ἠδύνατό τις νὰ θεωρήσῃ εὐλόγως τὸν πόλεμον ὡς ἐπικείμενον, διὰ δὲ τῆς διαταχθείσης καὶ ἐκτελεσθείσης καταλήψεως τοῦ κατ’ ἐξοχὴν Καραλῆ Δερβὲν ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Γρίβα, ἔθετεν ἀμετακλήτως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ, οὕτως εἰπεῖν, διατάξει τὴν λύσιν οὐχὶ πλέον τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐν γένει τοῦ Ἑλληνικοῦ μέλλοντος καὶ μετέτρεπεν αὐτὸ ἀπὸ ζητήματος τοῦ μέλλοντος εἰς ζήτημα τοῦ παρόντος. Καὶ ἐν τούτοις, καὶ προχθὲς ἔτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καίπερ διαψευδόμενος ὑπὸ τῶν πράξεων αὐτοῦ, ἐτόλμησε νὰ παραστήσῃ ἡμῖν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ εἶναι εἰρηνικὴ καὶ οὐχὶ πολεμική. Πάντες, κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ δυσκόλως συγκατατίθεται ὁ ἅπαξ ἀπειληθεὶς εἰς παραχωρήσεις, ἃς ἤθελε στέρξει, ἂν δὲν προσεβάλλετο δι’ ἀπειλῶν ἡ φιλοτιμία αὐτοῦ· πολὺ δὲ δυσκολώτερον ἦτο νὰ κατανικηθῇ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Πύλης διὰ τῆς ἀπειλῆς. Ἡ Τουρκία δὲν ἐνέδωκε ποσῶς εἰς τὰς ἀπειλὰς τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν, ἀλλ’ ἐνέδωκεν, ὅτε εἶδεν ὅτι ἡ πορεία τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἦτο σαφῶς διαγεγραμμένη ὑπὲρ τοῦ δικαίου ἡμῶν· ἐνέδωκεν, ὅτε εἶδεν ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Συνδιάσκεψις ἐπέβαλεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν θέλησιν τῆς Εὐρώπης ἐν Κωνσταντινουπόλει. Πρόκειται περὶ συγχρόνων γεγονότων, καὶ ἡ διαστροφὴ αὐτῶν ἀποβαίνει δυσκολωτάτη. Διὰ τῆς πιέσεως λοιπὸν τῆς Πύλης ὑπὸ τῶν Δυνάμεων κατωρθώθη ἡ ὑποχώρησις αὐτῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲ τοῦτο ἤθελεν ἐπιτευχθῆ καὶ ἄνευ τῆς στρατιωτικῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, καὶ ἄνευ τῶν κατεσπευσμένων μέτρων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ ὧν δὲν συνηγόρει ποσῶς ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν θέσις. Πᾶσαι αἱ σπουδαῖαι διατάξεις τοῦ Πρωτοκόλλου εἶχον ἤδη ὁριστικῶς κυρωθῆ διὰ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Τουρκικῶν στρατευμάτων· αἱ δὲ ἀποτελέσασαι τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον Δυνάμεις, αἵτινες εἶχον κατὰ νοῦν νὰ ἐξομαλύνωσι τὰς περιοδικῶς ἀναφυομένας μεταξὺ τῶν δύω ὁμόρων Ἐπικρατειῶν δυσχερείας ἕνεκεν κακῶς χαραχθείσης ὁροθεσίας, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιτρέψωσιν ὅπως ἐλάχιστον ἢ ἀσήμαντόν τι μέρος τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τῆς Συνθήκης μείνῃ ἀνεκτέλεστον. Τὸ Πρωτόκολλον καὶ ἡ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ γενομένη Συνθήκη δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ θεωρηθῶσι ὡς ὅλον, καὶ οὐδὲν μέρος αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατ’ ἰδίαν· αἱ αὐταὶ ἑπομένως ἐγγυήσεις, αἱ ἰσχύουσαι διὰ τὸ Πρωτόκολλον καὶ τὴν Συνθήκην, ἴσχυον καὶ διὰ τὸ ἐλάχιστον μέρος αὐτῶν· τὰ δ’ ἐπελθόντα γεγονότα ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν τῶν ἐμῶν λόγων. Ἡ γενομένη συνδιάσκεψις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ Δυνάμεις, ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὰς τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις, δὲν ἠδύναντο νὰ δείξωσιν ἀδιαφορίαν· ἀλλὰ καὶ ἡ Τουρκία δὲν ἠδύνατο ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἀναβάλῃ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ ἐὰν ἡ Εὐρώπη δὲν ἐπενέβαινε, καὶ ἂν ὁ κύριος Τρικούπης δὲν προσέφευγεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν λεγομένην λύσιν τοῦ ζητήματος· καὶ ἂς μὴ ἐπικαλῆται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τοῦτο προηγούμενον, διότι ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ, ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπεκαλεῖτο τὰς ἀποφάσεις τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου καὶ ἐπέμενε παριστῶσα τὴν ὑποδειχθεῖσαν διὰ τοῦ 13 Πρωτοκόλλου μεθόριον γραμμὴν ὡς τὴν ἀμετακίνητον βάσιν πάσης συνεννοήσεως, ἡ Πύλη εἶχε τὴν δικαιολογίαν τῆς μὴ παραδοχῆς αὐτοῦ ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν ἀντιπροσώπων, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὸ ὑποχρεωτικὸν κῦρος τῆς συστάσεως τοῦ Συνεδρίου καὶ προτείνῃ ἄλλην βάσιν συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐσχάτως τί ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, προκειμένου περὶ Συνθήκης, εἰς ἣν καὶ αὐτὴ ἔλαβε μέρος διὰ τῆς ἐλευθέρας αὐτῆς συναινέσεως, καὶ περὶ Πρωτοκόλλου τῆς Εὐρώπης, ἐκτελεσθέντος κατὰ τὰ πλεῖστα καὶ οὐσιωδέστατα αὐτοῦ μέρη; Δὲν ἐζητεῖτο πλέον παρὰ τῆς Πύλης νὰ προβῇ εἰς νέας προσφορὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα· δὲν ἀπῃτεῖτο παρ’ αὐτῆς νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας πρὸς παγίωσιν τῆς εἰρήνης θυσίας. Οὐδὲν ἄλλο ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἢ πλήρης ἐκτέλεσις τῶν διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου ἀποφασισθέντων καὶ διὰ τῆς Συνθήκης συνωμολογημένων. Εἶχε δὲ καὶ συμφέρον εἰς τοῦτο ἡ Τουρκία, διότι καὶ αὐτὴ μεγάλως ἐζημιοῦτο ἐκ τῆς ἀναβολῆς, δαπανῶσα ὑπέρογκα χρηματικὰ ποσὰ πρὸς συντήρησιν πολυαρίθμου παρὰ τὰ σύνορα στρατοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ λοιπὸν Κυβέρνησις δὲν ἐδικαιολογεῖτο ποσῶς νὰ προβῇ εἰς ἀπειλὰς καὶ μέτρα ἀποφασιστικώτερα, ἀφοῦ ὁ πόλεμος δὲν ἐπεβάλλετο ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἀφοῦ ὁ πόλεμος δὲν εἶχε τῳόντι μέγαν ἐθνικὸν σκοπὸν, διότι περὶ ἀσημάντων γεωγραφικῶν σημείων ἐπρόκειτο, καὶ ἀφοῦ οὗτος δὲν ἦτο ἀσπαστὸς εἰς τὴν ἀμέριστον γνώμην τῆς χώρας. Ἠθέλομεν δὲ ἀποδυθῇ εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἄνευ συμμάχων· διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην οἵ τε λαοὶ καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἕνα μόνον εἶχον στοχασμὸν, ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν πόθον, ἕνα μόνον ἐπεδίωκον σκοπὸν, τὸν τῆς διατηρήσεως τῆς εἰρήνης διὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνεννοήσεως· ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο μᾶλλον καθ’ ἡμῶν νὰ στραφῇ ἡ ἀγανάκτησις τῆς Εὐρώπης, ὡς μὴ παραδεχθέντων τὴν πολιτικὴν, ἣν καὶ αὕτη καὶ ἡ φρόνησις συνίστων ἡμῖν. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, μεθ’ ὅλας τὰς ἰδέας αὐτοῦ περὶ τῆς ὑλικῆς εὐπραγίας, πρέπει νὰ διατηρῇ πρὸς τούτοις καὶ ἀκμαῖα τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα, τὰ ἀπαιτοῦντα κόπους καὶ αὐταπάρνησιν· δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι χάριν τῶν αἰσθημάτων τούτων πρέπει νὰ θυσιάζῃ ἐνίοτε τὰς ἀπολαύσεις τοῦ ἀνέτου βίου. Ἰσχυρίζομαι ὅμως, ὅτι τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν αἰσθημάτων πρέπει νὰ ἐπωφελῆται ἡ Κυβέρνησις, μόνον ὅταν παρουσιασθῇ ἡ κατάλληλος στιγμὴ, καὶ οὐχὶ δημιουργοῦσα αὐτὴ ζητήματα, οὐχὶ πλάττουσα διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς χειρῶν προφανεῖς ἐθνικοὺς κινδύνους. Κατακρίνω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς συνώδευσε διὰ στρατιωτικῶν μέτρων, ὧν ἡ σημασία ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ἐξογκωθῇ καὶ καθίστα τὴν συνεννόησιν ἡμῶν μετὰ τῆς Πύλης πολὺ δυσχερεστέραν ἢ πρότερον, ἀπεξένου δ’ ἐν ταὐτῷ ἡμᾶς τῶν συμπαθειῶν τῆς Εὐρώπης. Κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς προσκλητικῆς αὐτῆς διαγωγῆς προὐκάλεσε κατάστασιν πλήρη κινδύνων, ἐγκαταλιποῦσα τὰ ὕψιστα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα εἰς τὴν ἐπίδρασιν τυχαίας τινὸς καὶ ἀδήλου ἐκβάσεως φορᾶς πραγμάτων. Κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐξελέξατο περιστάσεις πάντη ἀκαταλλήλους, ὅπως παρασύρῃ τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, οὗτινος ὁ σκοπὸς, ὅσον πλήρης καὶ ἂν ὑπετίθετο ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ, θὰ ἦτο ἡ ἀπόκτησις ἀσημάντων μόνον γεωγραφικῶν σημείων, εἰς πόλεμον μὴ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Οὐδὲ τὸ μετὰ στόμφου ρηθὲν προχθὲς ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐκ τοῦ ἐπελθόντος ἀποτελέσματος φαίνεταί μοι ἐχόμενον ἀληθείας· καθόσον, ὡς προεῖπον, τοῦτο προῆλθεν οὐχὶ ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς ἐπιδράσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνδιασκέψεως, ἐκ τῆς παρεμβάσεως τῆς Εὐρώπης, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει τὸ αὐτὸ, καὶ ἂν δὲν συνέβαινε τὸ ὑπὸ τοῦ κυρίου Τρικούπη προκληθὲν καὶ σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα συνταράξαν μεθοριακὸν ἐπεισόδιον, καὶ ἐὰν ὁ κύριος Τρικούπης δὲν ἐβιάζετο νὰ ἐξωθήσῃ τὰ πράγματα εἰς τοιοῦτον ἀκροσφαλέστατον καὶ ἐπικίνδυνον σημεῖον. Ἐν πάσῃ δὲ περιστάσει ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν ἐπιμελῶς τὸ τυχαῖον ἀπὸ τῆς προβλέψεως, ἥτις πρέπει νὰ χαρακτηρίζῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοιούτων σπουδαίων ἐθνικῶν ζητημάτων. Ἐνταῦθα, κύριοι, καταστρέφων τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς ἀξιομνημόνευτον ρητὸν Ὑπουργοῦ τινος τῆς παλινορθώτου Βασιλείας τῆς Γαλλίας, εἰπόντος «Donnez-moi de bonne politique et je vous donnerai de bonne finance» δότε μοι, ἔλεγε, καλὴν πολιτικὴν, καὶ ἐγὼ δώσω ὑμῖν καλὴν οἰκονομίαν». Περιττὸν δὲ κρίνω νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν σαφεστάτων τούτων λέξεων, ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σημερινὴ διοίκησις εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀπ’ αὐτῆς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν πλέον καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἡ σημερινὴ διοίκησις, κύριοι, εἶναι διοίκησις σπατάλης καὶ διαφθορᾶς. Ἡ κακοδιοίκησις σήμερον ὑπερέβη καὶ τὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ὑπομονῆς. Εἶναι ἀληθῶς ἀγρία ἡ διοίκησις τῶν σημερινῶν Ὑπουργῶν. Ἔχομεν λοιπὸν ἐν μὲν τῷ στρατῷ παραλυσίαν καὶ ἀποσύνθεσιν, ἐν τοῖς οἰκονομικοῖς χρεωκοπίαν, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ ἀληθῆ ὄργια, τελούμενα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν διακυβεύουσαν ἐν πάσῃ στιγμῇ μέγιστα καὶ ὕψιστα ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα. Τοιαύτης δ’ οὔσης τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς εἰκόνος τῆς ἡμετέρας καταστάσεως ἐπὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεταί μοι τὸ ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ καταψηφίσω αὐτήν. (Λύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 8 Μ. Μ.)