1883.02.12
2,421 rows · 17,766 words · 106 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57
τῆς 12 Φεβρουαρίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρα 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Φιλοποίμενος Φιλοπακοπούλου, κατοίκου Λαγκαδίων τῆς Ἐπαρχίας Γόρτυνος, ζητοῦντος ἵνα ἀποφασισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς μισθοδοσία τις καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπογραμματέων τῶν Εἰρηνοδικείων. Ὁ Δημήτριος Χρονόπουλος, ἐκ Τριπόλεως, παραπονεῖται κατὰ τῶν ἐντοπίων ἁρμοδίων Ἀρχῶν, ὡς μὴ λαβουσῶν ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα αὐτοῦ διὰ τὰς πολλάκις γενομένας εἰς αὐτὸν κακώσεις καὶ ἁρπαγὰς τῆς περιουσίας του. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ συμβάσεως τῆς μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ρωσσικῆς ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας. Ἡ αὐτὴ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν. (Ὅρα Παράρτημα). Τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης «Πρόεδρον Βουλῆς, Ἀθήνας. Ψευδῶς ἀνέφερον, ὅτι ἐμπόδισεν ὁ Κωνστ. Καραπάνος τὴν καλλιέργειαν εἰς τὸ χωρίον μας κτλ. (ἀναγινώσκεται). Τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου διὰ τὸ ἔτος 1883. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται γνωστὸν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν). Ζητεῖ τις τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§2ΡΑΔΙΝΟΣ. Δύω λέξεις, κ. Πρόεδρε, θὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφοράν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§4ΡΑΔΙΝΟΣ. Καθυποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν κατοίκων 35 χωρίων τῆς Ἐπαρχίας μου Τρικκάλων, οἵτινες παραπονοῦνται περὶ τῆς ἐκεῖ ἀνωμάλου διοικητικῆς καταστάσεως καὶ ἐπικαλοῦνται τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιείκειαν καὶ φιλανθρωπίαν πρὸς ἐπανόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης των. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀναφορὰ εἶναι σύντομος, θέλετε μοι ἐπιτρέψει νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἀναφορὰ «Βαθυσεβάστως ὑποβάλλομεν ἐνώπιον τῶν κκ. Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἀφ’ ἧς κατελήφθη ἡ χώρα ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κτλ.(ἀναγινώσκει.) Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἑξῆς σύστασιν: «Πρὸς τὴν Βουλήν. Προκειμένου περὶ τῆς διαιρέσεως τῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις Δήμων, ἀναγκάζομαι νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὡς πρὸς τὸ χωρίον Μεγάλα Καλύβια, τὸ ὁποῖον αἱ ἐκεῖ Ἀρχαὶ ἐκ κακῶν πληροφοριῶν ἀποχωρίσασα ἐκ τοῦ Δήμου Τρικκάλων, ἀπέχοντος μόλις ἡμίσειαν ὥραν, προσέθηκαν εἰς τὸν Δῆμον Λεπενίτσης, ἀπέχοντα 4 ὥρας τοῦ χωρίου, καὶ ὄντα ἐν καιρῷ χειμῶνος ἀπρόσιτον κτλ. (ἀναγινώσκει).
§7ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι, κύριε Πρόεδρε, εἶναι κατατεθειμέναι πολλαὶ ἀναφοραὶ καὶ πολλὰ τηλεγραφήματα, ἀλλ’ οὐδεμία ἐργασία παρὰ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἐπ’ αὐτῶν. Τί πράττει ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπή!
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ Κύριος Ζυγομαλᾶς εἶναι πρῶτος ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§9ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Ζυγομαλᾶ, μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω δύω λέξεις πρὸ ὑμῶν;
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§11Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, μὲ ὅλην τὴν καλὴν ἀνάπτυξιν, ἣν ἔκαμαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, παρετήρησα ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν δὲν ἐσχημάτισαν καλὴν ἰδέαν περὶ τούτου, ἕνεκα προκαταλήψεώς τινος φαίνεται, καὶ φοβοῦμαι πολὺ μήπως τὸ ζήτημα περιπλακῇ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένον τι ἀποτέλεσμα, ἕνεκα τούτου ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ταύτας. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, κύριοι, διαιρεῖται εἰς δύω κατηγορίας καὶ οὐχὶ εἰς μίαν, ὥς τινες φρονοῦσι. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν πεδινῶν χωρίων τῆς τε Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα πολλὰ ἔτη πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Ἀλῆ πασᾶ εἰς τὰ μέρη ταῦτα εἶχον διαρπαγῆ παρὰ τῶν τότε δυναστῶν, οἵτινες βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον καὶ διὰ τῶν γνωστῶν σας μέσων τὰ μετέβαλον εἰς ἰδιοκτησίας των, καὶ ἤδη ὀνομάζονται Τσιφλίκια· εἰς δὲ τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται τὰ Κεφαλοχώρια καλούμενα, ἤτοι τὰ καθαρῶς ἰδιόκτητα ἐκεῖνα χωρία, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐμφάνισίν του ὁ Ἀλῆ πασᾶς εὗρε μὲν ὡς τοιαῦτα, δηλ. ἐλεύθερα, οὐχ ἧττον ζηλοτυπήσας, φαίνεται, πρὸς τὴν λείαν τῶν πρὸ αὐτοῦ δυναστῶν, κατώρθωσε καὶ οὗτος διὰ τῶν γνωστῶν ἐπίσης εἰς ὑμᾶς μέσων νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους χωρικοὺς ἕνα φόρον ὑποταγῆς τρόπον τινὰ, ἤτοι νὰ τῷ δίδωσιν οἱ χωρικοὶ κατ’ ἔτος τὸ τρίτον ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν δημητριακῶν μόνον καρπῶν, ἀφήσας ἐξ ἄλλου εἰς αὐτοὺς νὰ νέμωνται τὴν λοιπὴν περουσίαν των, οἷον τὴν βοσκὴν, τὰς ἀμπέλους, τὰ δάση, τὰς οἰκίας των κτλ. Καὶ τοιαῦτα χωρία, χαίροντα τοὐτέστι τὰ ἐν λόγῳ προνόμια μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ 1874 καὶ 1878, γνωρίζω τὰ ἑξῆς ἐκ τῆς Ἐπαρχίας, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω· τὰ Σοφάδες, Ματαράγκα, Παλαμᾶ, Ἀλμαντάρη, Καρδιτζομαγοῦλα καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα προχείρως δὲν ἐνθυμοῦμαι. Εἰς τὴν κατηγορίαν δὲ ταύτην ὑπάγεται καὶ τὸ Ζάρκον. Οἱ ἤδη ὅμως ἰδιοκτῆται αὐτῶν, παραγνωρίσαντες τὰ ἀληθῆ δικαιώματα, ἅτινα ἔχαιρον ἐπὶ τῶν χωρίων, δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὸ νὰ λαμβάνωσι τὸ λεγόμενον ἥμορον μόνον παρὰ τῶν χωρικῶν αὐτῶν, ὡς ἐλάμβανεν ὁ Ἀλῆ πασᾶς καὶ οἱ μετ’ αὐτὸν κληρονόμοι, ἀλλ’ ἀπεναντίας, μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878, ἐφρόντισαν καὶ φροντίζουσι δι’ ὅλων τῶν παρανόμων μέσων καὶ διὰ τῆς συκοφαντίας ἀκόμη, ὅτι δῆθεν οἱ χωρικοὶ θέλουσι ν’ ἁρπάσωσι τὰς περιουσίας των, φροντίζουσι, λέγω, νὰ τὰ ὑπαγάγωσιν ἐντελῶς εἰς τὴν τάξιν τῶν τσιφλικίων, ἐκβιάζοντες αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀναγνωρίσωσι διὰ συμβολαίου ὡς τελείους κυρίους τῶν χωρίων. Ἐντεῦθεν λοιπὸν, κύριοι, ἐγεννήθη τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα (δηλ. ἕνεκα τῶν διενέξεων μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν), καὶ οὐχὶ ὡς νομίζουσί τινες, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ Κάμπου τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ἠγέρθησαν ἅπαντες, ὅπως ἁρπάσωσι τὴν περιουσίαν τῶν οἰκοκυραίων. Φρονῶ ὅθεν, ὅτι ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει, ὅπως ἐκκαθαρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἐξετάσῃ εἴτε δι’ Ἐπιτροπῆς ἀποσταλησομένης ἐπὶ τόπου, εἴτε ἄλλως πως, ποῖα καὶ πόσα εἶναι τὰ χωρία ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχαιρον τὰ ἐν λόγῳ προνόμια καὶ μέχρι ποίας ἐποχῆς, καὶ ἂν αὐθαιρέτως κατὰ συνέπειαν οἱ ἤδη λεγόμενοι ἰδιοκτῆται αὐτῶν φροντίζωσι ν’ ἀφαιρέσωσι ταῦτα ἐκ τῶν χωρικῶν, ὅπερ βεβαίως εἶναι σκληρὸν διὰ τοὺς δυστυχεῖς αὐτούς! Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἀνάγκη ἀπολύτως νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῆς τύχης τῶν χωρικῶν τῶν εἰς τὴν Αʹ κατηγορίαν ὑπαγομένων, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ διὰ Νόμου τὸ κῦρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη ἔλθῃ ὑλικῶς ἐπίκουρος εἰς τοὺς χωρικούς αὐτοὺς, διὰ ν’ ἀγοράσωσι τὰ χωρία των ἀπὸ τοὺς κυρίους των, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπαναφέρωμεν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους ἐκ τῆς τάξεως τοῦ δούλου εἰς τὴν τοῦ ἐλευθέρου πολίτου. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, καὶ ἂν οἱ ἐν λόγῳ ἰδιοκτῆται δὲν ἤθελον στέρξει νὰ πωλήσωσι τὰ τσιφλίκιά των, τότε νὰ ὑποχρεωθῶσι διὰ Νόμου τοὐλάχιστον νὰ παραχωρήσωσιν εἰς τοὺς χωρικούς ἀνάλογον ἔκτασιν γαιῶν καλλιεργησίμων καὶ τὰς οἰκίας των ἐπὶ πληρωμῇ, ἐννοεῖται, γενησομένῃ κατ’ ἐκτίμησιν.
§12Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν φωνὴν τοῦ ἀνδρείου στρατιώτου, ὅστις ἐντεῦθεν σᾶς εἶπε καθαρῶς καὶ εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν. Ἀγροτικὸν ζήτημα, ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς, δὲν ὑπάρχει, ἀγροτικὸν ζήτημα λέγεται, δὲν εἶναι πραγματικὸν, ἐφώνουν τινὲς ἐκ συμφέροντος. Ἦλθον ὅμως οἱ βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας, καὶ τελευταῖος ὁ ἀνδρεῖος Τερτίπης καὶ σᾶς εἶπε τὴν ἀλήθειαν, καὶ πιστεύω, ὅτι μόνη ἡ ἀλήθεια ἐξέρχεται ἀπὸ τοῦ στόματος ἐκείνου. Μετὰ πολλὰς καὶ ποικίλας καὶ τεχνικὰς ὑπεκφυγὰς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τέλος πάντων κατωρθώθη νὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅπερ οἱ ἔχοντες ὑλικὰ συμφέροντα ἐσυκοφάντησαν· τὸ ἐσυκοφάντησαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄνω ἔτι, καὶ ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν αὐτὸ μὲν ὡς μηδαμινὸν, ἡμᾶς δὲ τοὺς ὑποστηρίζοντας αὐτὸ ὡς κοινοκτήμονας, σοσιαλιστὰς, ἀναρχικούς. Ὄχι, κύριοι· σᾶς βεβαιοῦμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰμὴ ὑποστηρικταὶ τοῦ Νόμου καὶ τῆς ἀληθείας, ὑποστηρικταὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς φιλανθρωπίας, ὑποστηρικταὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἰδιοκτησίας. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα διαιρεῖται εἰς ζήτημα, γεννηθὲν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, καὶ εἰς ζήτημα ἐν γένει ἀγροτικόν, ὅπερ περιλαμβάνει τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας ἐν γένει, ἐὰν δηλαδὴ ὁ χωρικός, ὁ γεωργός, δικαιοῦται νὰ ἔχῃ γῆν καὶ ἰδιοκτησίαν ἢ πρέπῃ νὰ ἦναι φερέοικος καὶ ἄπατρις. Τὸ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν, εἰς οὐδεμίαν δ’ ἐπέμβασιν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐν ταῖς διαφοραῖς μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν. Ὅταν ἀτυχῶς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὑπὸ τοῦ Ὀθωμανοῦ κατεκτήθησαν, δικαιώματι κατακτήσεως αἱ πλεῖσται ἐκτάσεις τῶν γαιῶν περιῆλθον εἰς τὴν κατακτήσασαν Δύναμιν, ὁ δὲ Σουλτάνος διένειμε ταύτας ὡς τιμάρια, ἄλλας μὲν εἰς διακεκριμένους ἀξιωματικούς, ἄλλας δὲ εἰς τοὺς πασσάδας ἢ ἄλλους προνομιούχους· τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι δικαίωμα κατακτήσεως. Τί δὲ εἶναι ἡ κατάκτησις; Εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ πρέπει νὰ σέβηται καὶ νὰ τιμᾷ; Ἡ κατάκτησις εἶναι ἡ βία καὶ ἡ ἀδικία κατὰ χιλιάδων ἀνθρώπων παρὰ τοῦ ξένου καὶ τοῦ τυράννου· εἶναι τὸ κτηνῶδες γεγονὸς, ὅπερ δὲν ἐξαγνίζουσι συνθηκῶν σφραγῖδες ἢ αἰώνων σκωρία· εἶναι τὸ κτηνῶδες ἐκεῖνο λείψανον, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ νὰ ἀποκρούσῃ καὶ πρέπει ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος νὰ ἀποτινάξῃ, διότι μετὰ τοῦ Ὀθωμανοῦ ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ· καὶ ἅμα ὁ Ὀθωμανὸς ἀπῆλθε τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, δὲν ἔπρεπε νὰ διατηρῆται ἡ κατάστασις αὕτη, τὸ τσιφλίκιον, τὸ ἵμορον, ἡ κατάκτησις. Ὁ ἀγὼν ἡμῶν εἶναι εὐγενής, δὲν εἶναι ἀγὼν ῥᾳδιουργίας καὶ ψεύδους, ἀλλὰ ἀγὼν εἰλικρινὴς ὑπὲρ τῶν πολλῶν ἀδικουμένων. Ἡ Σύμβασις, λέγει ἡ Κυβέρνησις, μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀναμιχθῶ. Καὶ ἴσως, κύριοι, ἐντρέπομαι νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ θὰ τὸ ὁμολογήσω, ἴσως ξέναι ἐπεμβάσεις ξένων ἀνθρώπων, παρεμβάντων τῇ παρακλήσει τῶν ὑλικὰ συμφέροντα ἐχόντων, συνετέλεσαν εἰς τοῦτο· διότι προσέτρεξαν τοῖς ξένοις, ἵνα οἱ ξένοι αὐτοὶ ἔλθωσι καὶ προστατεύσωσι τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας. Οἱ ξένοι δὲν ἔχουν κανὲν δικαίωμα νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα· συνειθισμένοι εἰς τὰ τῆς Τουρκίας, ἐξελιπάρησαν τῶν ξένων Πρέσβεων τὰς προστασίας, φοβούμενοι τῶν Ἑλλήνων Δικαστῶν τὴν εὐθυδικίαν!
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχεις διδόμενα;
§14ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχω πολλά· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι Πρέσβεις τῷ ἔκαμον συστάσεις ὑπὲρ τῶν ἀμφισβητουμένων δικαιωμάτων τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν.
§15ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς Τουρκίας;
§16ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ τῆς Τουρκίας ἀκόμη χειρότερον. Καὶ ἂν αὐτοὶ θέλουν νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Τουρκίας καὶ νὰ προστατεύωσι τὰ δικαιώματά των τὰ ἀβάσιμα, εἶναι ἀνεκτὸν τοῦτο; Ἡ ἐπέμβασις αὕτη τῶν ξένων εἶναι καὶ ἐξευτελιστικὴ καὶ ἄδικος καὶ ἄνομος. Τί λέγει, κύριοι, ἡ Σύμβασις; «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν (γρασιδοτόπων), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κατοίκων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων, ἢ δυνάμει τῶν Ὀθωμανικῶν Νόμων». Ὁ Ὀθωμανικὸς Νόμος, κύριοι, ἀναγνωρίζει εἰς τοὺς χωρικοὺς κατοίκους δικαιώματα ἐμπράγματα καὶ ἀναφαίρετα, καὶ τὰ δικαιώματα ταῦτα προστατεύονται δυνάμει τοῦ ἄρθρου 6, ὅπερ λέγει ἐν ἀρχῇ ὅ,τι καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἦτο περιττὸν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Συνθήκῃ ἡ πρώτη παράγραφος «οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ στερηθῇ κλ. οὐδεμία δὲ τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ Νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον». Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, δυνάμει τοῦ διεθνοῦς τούτου τίτλου, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ καθεστώς, τὸ statu quo. Ποῖον εἶναι τὸ καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας; Πάντες ἀνεγνώρισαν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτοὶ οἱ μὴ κερδοσκόποι καὶ ἡμεῖς, οἱ ἀναγνώσαντες τὸν Ὀθωμανικὸν Νόμον, ὅτι καὶ οἱ χωρικοὶ ἔχουσι κεκτημένα ἐμπράγματα δίκαια ἐκτὸς τῶν καθαρῶν τσιφλικίων, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἦναι παρὰ εἰς ἔρημον καὶ ἀκατοίκητον μέρος· διότι ὁ Νόμος ἐν Τουρκίᾳ ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 130, «δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἓν ἄτομον καὶ νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς τσιφλίκια αἱ γαῖαι χωρίου τινὸς, οὗ οἱ κάτοικοι ὑπάρχουσι». Πρέπει λοιπὸν νὰ ἦναι ἔρημον τὸ μέρος, ἀκατοίκητον (θόρυβος)...Καὶ σεῖς, κύριε Καραπάνε, ὅστις θορυβεῖτε, γνωρίζετε πολὺ καλὰ τί δικαιώματα εἴχετε τότε· δὲν εἴχετε δικαιώματα, ἅτινα ζητεῖτε σήμερον, ἐπωφελούμενοι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας, καὶ θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Ἔχουσι λοιπὸν καὶ οἱ χωρικοὶ δικαιώματα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ ἀμφοτέρους, δηλαδὴ νὰ ἐρευνήσῃ καὶ βεβαιώσῃ τί δικαιώματα εἶχον οἱ ἰδιοκτῆται ἐπὶ Τουρκοκρατίας, καὶ τί δικαιώματα ἔχουσιν οἱ χωρικοὶ, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν ἀμφότερα νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ προασπίσῃ. Ἀτυχῶς ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Συνθήκη μεριμνᾷ μόνον περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ εἰσήγησις πολλῶν ἐνταῦθα ἐχόντων συμφέρον. Οἱ κύριοι οὗτοι, ἰδόντες ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει πνεῦμα φιλελεύθερον καὶ ὅτι μετὰ τῆς ἐλευθερίας τῶν μερῶν τούτων θὰ ζητηθῇ ἡ παραχώρησις ἐκτάσεώς τινος γῆς τοῖς χωρικοῖς, καὶ κυρίως θὰ προστατευθῇ ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν, ἐστράφησαν πρὸς τὴν Τουρκίαν. Καὶ νομίζω, ὅτι Ὑπουργός τις τῆς τότε Κυβερνήσεως ἔκαμε παρατήρησιν εἴς τινα τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, ὅτι, ὅταν ἑνωθῶσι τὰ μέρη ταῦτα μὲ τὰ τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ τζιφλίκια καὶ τὰ τιμάρια, καὶ ὅσα δικαιώματα ἔχουσιν οἱ χωρικοὶ, αὐτὰ θὰ τὰ προστατεύσῃ ἡ Κυβέρνησις· τότε ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ εἰς τοὺς χωρικοὺς χωράφια, καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἀμπέλων, τῶν οἰκιῶν, τῆς βοσκῆς κλπ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπέσχοντο εἰς τὸν Ἕλληνα Ὑπουργὸν, ὅτι θὰ ἀναγνωρίσωσι τὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἰδιοκτησίας καὶ θὰ παράσχωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς χωρικούς, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως μετέβαινον ταχέως εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἁδροῖς χρήμασιν ἠγόραζον τὴν δουλείαν τῶν χωρικῶν καὶ ἐνέπαιζον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ πᾶν αἴσθημα φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης, διότι βεβαίως οὐδὲν αἴσθημα ἔχουσιν οὗτοι. Ἡ Κυβέρνησις ἀτυχῶς ἐπενέβη εἰς τὸ καθαρῶς δικαστικὸν ζήτημα τοῦτο, ἐπέτρεψε δὲ εἰς τὰ ὄργανά της, νὰ μετέλθωσι βίαν καὶ τυραννίαν κατὰ τῶν ἀθλίων ἐκείνων χωρικῶν, τῶν ζητούντων τὴν δικαιοσύνην ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν δικαιωμάτων. Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, κύριοι, τίς δὲν ἔχει ἰδεῖ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ διαμαρτυρίας καὶ τὰς κραυγὰς τῶν τυραννουμένων ἐκεῖ παρὰ τῶν χωροφυλάκων, παρὰ τῶν ἀγροφυλάκων, τῶν τυραννουμένων παρὰ τῶν ὑπαστυνόμων, παρὰ τῶν ἀστυνόμων, τῶν τυῤῥανουμένων παρὰ τῶν Νομαρχῶν καὶ τῶν Εἰσαγγελέων; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται τὰς ἀναφορὰς τὰς ὑπὸ χιλιάδων ὑπογεγραμμένας, αἵτινες ἐξέθετον ὅτι τυραννοῦνται, ὅτι κατεστράφησαν, ὅτι ἂν ἔχωσι δικαιώματα, τὰ δικαιώματά των δὲν ἀναγνωρίζονται, ὅτι δὲν εἶναι Ἕλληνες καὶ ὅτι προτιμῶσι, λυπηρὸν εἰπεῖν, τὴν δουλείαν ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἐλευθερίαν; Τότε ἀνηρχόμην συχνὰ εἰς τὸ βῆμα καὶ καθ’ ἑκάστην μετ’ ἄλλων συναδέλφων ὑπέβαλλον τηλεγραφήματα περὶ διαφόρων πράξεων καὶ κακουργημάτων, διαπραττομένων εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας! Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἓν μέσον εὔκολον νὰ τὰ ἀναιρῇ καὶ νὰ μὲ διαψεύδῃ· μοὶ ἔλεγε τότε: φέρε ἀποδείξεις, δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγῃς. Ἐγὼ διεμαρτυρόμην, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγε, τοιαῦτα πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Ἔθνει. Βεβαίως πᾶς τις ἀνεγίνωσκε τὰ τηλεγραφήματα καὶ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν τελεσθέντων ἐκεῖ ὀργίων, καὶ δὲν ἐδύνατο βεβαίως νὰ νομίσῃ ἢ ὅτι τοιαῦτα διεπράττοντο εἰς ἄκραν τινὰ γωνίαν τῆς βαρβάρου Ἀφρικῆς. Καὶ ὅμως τότε ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε τὸν ἔλεγχον, διότι ἡ Βουλὴ ταχέως ἐκλείσθη, διότι ὁ ὄγκος τῆς πλειοψηφίας κατώρθωσε νὰ μᾶς συναρπάσῃ πάντας, καὶ ἐψηφίσθησαν τότε ὅλα τὰ Νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ρουσφετικὰ καὶ ἐγένοντο πολλαὶ προσθῆκαι δαπανῶν καὶ νέα βάρη εἰς τὸ ἔθνος προσετέθησαν. Τὸ ρεῦμα ἐκεῖνο ἦτο κατακλυσμὸς, καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τὸ κρατήσωμεν, καὶ μετὰ τῶν ἄλλων κακῶν κατεσίγασε καὶ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἦλθε τὸ θέρος, ἦλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον προειπεῖ, ὅτι θὰ γείνῃ σύγκρουσις, ὅτι αἷμα θὰ ρεύσῃ. Τότε ἐνθυμεῖσθε, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἐνέπαιζε· τῷ εἶπον, ὅτι καὶ αἵματα θὰ χυθῶσι, καὶ ἔλεγεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ὄνειρα. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν ὄνειρα κύριε Ὑπουργὲ, ἦσαν πράγματα· διότι καὶ συγκρούσεις ἐγένοντο καὶ πολλοὶ ἐφυλακίσθησαν καὶ ἐδολοφονήθησαν, καὶ τὸ αἷμα ἐχύθη, τὸ ὁποῖον σᾶς προεῖπον· καὶ θὰ ἐχύνετο πλειότερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέσχετο εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἤθελε μεριμνήσει περὶ τοῦ ζητήματος, καὶ ἂν οἱ Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας, φρονίμως ποιοῦντες, δὲν ὑπεδείκνυον εἰς τοὺς χωρικοὺς, ὅτι πρέπει νὰ περιμένωσι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὠθήσωσι τὰ πράγματα καὶ ἔλθωσιν εἰς αἱματοχυσίας. Σήμερον πλέον, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ διαστρέψῃ τὰ γεγονότα· τὰ ἐν Ἠπείρῳ κυρίως καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ τελεσθέντα εἶναι ἀναμφίλεκτα. Ἔχομεν δὲ καὶ ἐπίσημον ἀπόδειξιν τὰς ἐγκυκλίους διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἐγγράφου του τῆς 27 Ἰουλίου π. ἔ. χαρακτηρίζει αὐθαιρέτως τὰς πολιτικὰς διαφορὰς τῶν χωρικῶν ὡς ἔγκλημα, ἀποφαίνεται, ὅτι τὸ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ ἀγροτικὸν ζήτημα, ἡ ἀμφισβήτησις τῆς κυριότητος καὶ κατοχῆς καὶ νομῆς, ἡ δικαστικὴ αὕτη ἰδιωτικὴ διαφορὰ εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται ἀπὸ ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ἀποκαλεῖ δὲ ὑφαίρεσιν! Τὸ Δικαστήριον διέψευσε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Ὑπουργόν καὶ τὸ ἀπεκάλεσεν αὐτοδικίαν, πάντες δ’ ἐνταῦθα γινώσκουσι ὁποία πίεσις ἐπεβλήθη εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετεῖον καὶ πόσας μεταθέσεις ὑπέστη ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἔστω καὶ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος τῆς πράξεως· ἀλλ’ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅστις εἶναι ἰσόβιος καὶ μόνιμος καὶ δὲν μετατίθεται, καὶ δὲν φοβεῖται τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, καὶ δὲν ὑπείκει εἰς τὰ νεύματα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του ὀρθῶς, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα τὸ τελούμενον ἐκεῖ, ἀλλὰ καθαρῶς ἰδιωτικὴ δικαστικὴ διαφορά, περὶ τῆς ὁποίας ἁρμοδιότητα εἷς καὶ μόνος ἔχει, ἡ δικαστικὴ Δικαιοσύνη, καὶ οὐδεὶς ἄλλος. Ἔρχεται κατόπιν νέον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τῆς 19 Ὀκτωβρίου 1882, ὅταν δηλαδὴ οἱ χωρικοὶ ἔπαυσαν νὰ θερίζωσι καὶ νὰ ἁλωνίζωσι, συνεπείᾳ τῆς πρώτης διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ, νέα ἐγκύκλιος εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέχεται, νομίζω, καὶ ὁ κύριος Καλλιγᾶς, διότι ἐν αὐτῇ ὑποφώσκει ἡ δεινότης ἡ νομικὴ, ἀλλὰ καὶ ὀλίγον τι σοφιστικὴ τοῦ σοφοῦ Καθηγητοῦ κυρίου Καλλιγᾶ. «Ἐνταῦθα, λέγει, μανθάνομεν, ὅτι οἱ χωρικοὶ δὲν θερίζουσι, δὲν ἁλωνίζουσι· φρονοῦμεν, ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ ἀπρακτῶσιν!» Τὴν ἀποχὴν τῶν χωρικῶν ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς διέταξε· σήμερον δὲ τοὺς λέγει, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπεργία καὶ δὲν δικαιοῦνται νὰ ἦναι ἐν ἀπεργίᾳ, νὰ μὴ θερίζωσι καὶ ἁλωνίζωσι τὸν σῖτον, πρέπει νὰ τὸν συλλέξωσι. Τὸ αὐθαίρετον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἤθελεν ἴσως καὶ νὰ τοὺς καταδιώξῃ, περιέστειλεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς παρεμβὰς καὶ ἀνεγνώρισε τὸ ἀτιμώρητον τῆς ἀπεργίας· δὲν πρέπει νὰ τοὺς καταδιώξητε, λέγει, ἀλλὰ νὰ ὑπάγητε σεῖς νὰ ἐργασθῆτε. Νὰ ἔλθῃ δηλαδὴ ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ νὰ λάβῃ τὸ ἀνάλογον ἐκ τῶν καρπῶν, νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τῶν ἰδιοκτητῶν. Τοιαῦτα τὰ τελεσθέντα ὑπὸ Ἑλλήνων Ὑπουργῶν! Ποῖα ὄργια ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι τοιαῦται διαταγαὶ παρὰ τοῖς κατωτέροις ὀργάνοις; Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα τῶν τοιούτων διαταγῶν, ἰδοὺ τὸ μαρτυρολόγιον τῶν διαπραχθέντων ἐκεῖ· ἀκούσατε. Τηλεγράφημα ἐξ Ἄρτης τοῦ μηνὸς Αὐγούστου 1882. «Χθὲς Εἰσαγγελεὺς, Ἀνακριτὴς, Μοίραρχος, μεταβάντες Μπάνι, προσεκάλεσαν χωρικοὺς ἁλωνίσωσι καὶ ἀποδώσωσιν ἤμορον. Ἀρνηθέντων τούτων μιᾷ φωνῇ, μετέφερον πρῶτον δεδεμένους ἐκ Δομνένου τοὺς ἱερεῖς Παππαθανάσην καὶ Παππαγεώργην καὶ μετὰ Ἀναγνώστου Παππαβασιλείου ἐφυλάκισαν, δείραντες ἀνηλεῶς Γεώργιον Μάνσιον, πάρεδρον Ἀναγ. Παππαβασιλείου. Μετὰ ταῦτα καταλαβόντες ἁλώνιον Νικολάου Γκούρα, βιαίως ἔλαβον καὶ διὰ τῶν ἀγροφυλάκων μετέφερον εἰς ἁλώνιον δῆθεν ἰδιοκτήτου δεμάτια 30 τοῖς ἑκατόν. Φυλακισμένοι κρατοῦνται εἰσέτι Στρατῶνα». Καὶ ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Αὐγούστου.—Σήμερον δι’ ἐπιστολῆς μανθάνω τὰ ἑξῆς: «Σήμερον Ἐξουσία ἐπῆγεν εἰς τὸ ἁλῶνι τοῦ Νάκου Βλαχοπάνου διὰ νὰ ἁλωνίσουν καὶ γυναῖκες πᾶνε νὰ παρατηρήσουν καὶ οἱ στρατιῶται τὰς ἐκτύπησαν καὶ τόσῳ πολὺ ἐκτύπησαν τὴν γυναῖκα τοῦ Ντοῦλα Μαντζιώτου εἴτε ζῇ εἴτε πεθαίνει καὶ ἁλωνίζουν ὁλοένα.....» Ἐπιστολαὶ καὶ τηλεγραφήματα ἄπειρα τῆς αὐτῆς φύσεως ἐκτραγωδοῦσι τὰς βιαιοπραγίας καὶ αἰσχρότητας, τὰς ἀνηκούστους ἀπανθρωπίας τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας κατὰ τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ μαρτυρολόγιον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος χωρικὸς ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ὑπέστη παρὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας· οἱ βουρδουλισμοὶ εἶναι τὸ ἐλάχιστον, δὲν ὑπῆρξε δὲ σεβαστὴ οὐδ’ ἡ τιμὴ αὐτὴ τῆς οἰκογενείας. Φυγόδικοι, λῃσταί, κακοῦργοι, ἐμισθοδοτοῦντο παρὰ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, καὶ μετ’ αὐτῶν συνέπραττεν ἡ Ἐξουσία καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅτε εἷς Δικαστὴς ἢ Εἰσαγγελεὺς ἐτόλμησε νὰ διατάξῃ τὴν σύλληψιν δύω τοιούτων λῃστῶν, κεκηρυγμένων λῃστῶν, φυλάκων δὲ τῶν ἰδιοκτητῶν τούτων, ὁ Εἰσαγγελεὺς οὗτος μετετέθη. Τί ἠθέλατε νὰ πράξουν τὰ ἄλλα ὄργανα, ὅταν ἔβλεπον ὅτι οἱ ἐκτελοῦντες τὸ καθῆκόν των ὑπάλληλοι ἀπελύοντο, ἀπεπέμποντο, μετετίθεντο; Μετὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔρχεται ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προχθὲς ὅτι ἐπροβίβασε, μάθετε δὲ, ὅτι ἐπροβιβάσθη οὗτος ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐστάλη εἰς Ἄρταν· ἔμενεν εἰς Ναύπλιον, καὶ ἐκεῖ διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Ἄρταν καὶ νὰ καταστείλῃ τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν, καὶ νὰ προβιβασθῇ· πάντες τὸ ἐγίγνωσκον καὶ τὸ ὡμολόγουν ἐν Ναυπλίῳ, καὶ ἐπροβιβάσθη βλέπετε, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν δὲν κατεστάλη· καὶ ἄλλα ὄργανα τοιαῦτα θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ· τὸ ἀγροτικὸν ὅμως ζήτημα δὲν θὰ κατασταλῇ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφόν του: «Πρὸς τοὺς κυρίους Ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, Εἰρηνοδίκας, Ἀστυνόμους, Ὑπαστυνόμους, Ὑπαξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς. Τὸ ἀγροτικὸν λεγόμενον ζήτημα, σκοποῦν τὴν κλοπὴν τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς γαιοκτήμονας καρπῶν.....» Βλέπετε, διὰ συνοπτικῆς διαδικασίας ἐδίκασε καὶ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἡ πλήρης ἰδιοκτησία ἀνήκει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ οἱ χωρικοὶ εἶναι κλέπται. «Κατὰ τὰς ἀνέκαθεν ὑπαρχούσας σχέσεις καὶ συνηθείας μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν τῶν ἀγρῶν, ὁ παραγόμενος ἐξ αὐτῶν καρπὸς ἀνήκει κατὰ τὰ 30% εἰς τοὺς καλλιεργητάς.....» Τί δικαίωμα ἔχετε, κύριε Εἰσαγγελεῦ, σεῖς νὰ κρίνητε τὰς ἀνέκαθεν ὑπαρχούσας σχέσεις καὶ νὰ ἀποφασίζητε περὶ κυριότητος καὶ περὶ νομῆς; Ποῖος σᾶς ἔδωσε τὸ δικαίωμα τοῦτο; Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσημον καὶ τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἐδῶ ἄρχεται τὸ διατακτικὸν τῆς εἰσαγγελικῆς ταύτης ἀποφάσεως. «Ἅμα λοιπὸν κατὰ τὴν συλλογὴν οἱουδήποτε καρποῦ, σίτου, κριθῆς, βρώμης, ἀραβοσίτου, κοινοῦ ὄντος, κατὰ τὰς ὑφισταμένας μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ κτηματιῶν σχέσεις, ἀνακαλύπτετε ὑφαίρεσιν, ἄνευ ἄλλης παραγγελίας θέλετε προβαίνει ἀμέσως εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν κτηματίαν μεριδίου τοῦ καρποῦ καὶ τὴν εἰς αὐτὸν ἢ τὸν ἀντιπρόσωπόν του παράδοσιν αὐτοῦ». Ἐννοεῖτε, κύριοι, τί περιέχει τὸ ἔγγραφον τοῦτο; Νομίζετε, ὅτι, ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη καθιερωθῇ καὶ ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, λαμβάνουσα γνῶσιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, δὲν τὸ ἀποκρούσῃ, καὶ δὲν παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τιμωρήσῃ αὐστηρῶς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, τὸν τολμήσαντα νὰ ἐξενέγκῃ τοιαύτας ἀρχὰς ἐν ἐπισήμῳ ἐγγράφῳ, νομίζετε, ὅτι ἔχετε πλέον ἰδιοκτησίαν; Τίποτε δὲν ἔχετε. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ διατάσσῃ τὸν χωροφύλακα δυνάμει τῶν ὑφισταμένων σχέσεων καὶ δυνάμει τῶν ἀνέκαθεν ἀνεγνωρισμένων δικαιωμάτων, νὰ ἔλθῃ καὶ μὲ τὴν σπάθην του νὰ σᾶς πετάξῃ ἔξω καὶ ἀπὸ τὸν οἶκόν σας καὶ ἀπὸ τὴν ἄμπελόν σας, καὶ ἀπὸ τὸν ἀγρόν σας· δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἐγγύησιν πλέον περὶ τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν σεῖς λέγετε, ὅτι σέβεσθε, καὶ ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι περὶ αὐτῆς κόπτεται καὶ ἐνδιαφέρεται, τὴν ἰδιοκτησίαν ταύτην τὴν κατεστήσατε ὑποχείριον εἰς τὴν σπάθην καὶ τὸν βούρδουλα ἑνὸς κλητῆρος ἢ χωροφύλακος. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ τρανωτέρα ἀπόδειξις τῶν λόγων μου ἀπὸ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Εἰσαγγελέως; (ἀναγινώσκει). «Εὐθὺς ὡς ἕκαστος τῶν καλλιεργητῶν συλλέξῃ τὸν καρπὸν καὶ ἀρνεῖται τὸ ὀφειλόμενον εἰς τοὺς κτηματίας μερίδιον, κατάσχετε αὐτὸ ἐν τοῖς ἁλωνίοις, καθ’ ὁδὸν ἢ κατ’ οἶκον καὶ δὲν περιμένετε νὰ συγκεντρωθῶσιν οἱ καρποὶ ὅλων τῶν καλλιεργητῶν εἰς ἕκαστον χωρίον. Τελευταῖον δὲ ἅμα μανθάνετε ἐκ φήμης ἢ μηνύσεως ὅτι: αὐθαιρέτως ἀποπέμπονται ἐκ τῆς κατοχῆς των ἰδιοκτῆται ἢ κάτοχοι αὐτῶν, θέλετε προβαίνει εἰς τὴν ἔξωσιν τῶν ἐπιδρομέων καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς κατοχῆς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἄνευ ἄλλης παραγγελίας». Ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι φρικῶδες! ὅτι πρέπει νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων ἡμῶν, ὅτι πρέπει ὄχι μόνον νὰ τὸ στιγματίσητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ διατάξωμεν νὰ τὸ καύσωσι τοὐλάχιστον χάριν τῆς ἱστορίας. Τοιοῦτο τερατούργημα αὐθαιρεσίας καὶ παρανομίας εἰς δημόσιον Ἀρχεῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Κύριοι, ἔχω τὴν βεβαίωσιν πρόχειρον, ἄν τις ἀμφισβητῇ ὅτι τὰ τελεσθέντα δὲν εἶναι ἀληθῆ, ὅτι ὁ Μοίραρχος, ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ Ἀνακριτής, μετέβησαν εἰς τὸ τάδε ἢ τάδε χωρίον καὶ ἐνήργησαν παρανομίας· τὰ τηλεγραφήματα, ἅτινα πρό τινος σᾶς ἀνέγνωσα, συμβιβάζονται μὲ τὴν ἐφημερίδα ταύτην, ἥτις εἶναι τὸ ὄργανον τοῦ κυρίου Καραπάνου εἰς Ἄρταν.
§17ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀπατᾶσαι.
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Συμπαθεῖ πρὸς ὑμᾶς.
§19ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν συμπαθῇ, δὲν εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι εἶναι ὄργανόν μου.
§20ΠΑΧΥΣ. Εἶναι ὄργανόν του· ἔδωσε διὰ συμβολαίου 2,000 δραχμῶν εἰς τὸν κύριον συντάκτην Κάον.
§21ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βλέπετε, ὅτι σᾶς ἀνήκει καὶ διὰ συμβολαίου. Καὶ ἡ ἐφημερὶς αὕτη βεβαιοῖ: «Χθὲς μετέβησαν εἰς Μπάνι ὁ Εἰσαγγελεὺς ὁ Μοίραρχος καὶ ὁ Ἀνακριτής». Εἶναι, βλέπετε, βεβαιωμένη καὶ ἡ μετάβασις καὶ ὅλα. Δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἐλάχιστον γεγονός. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἂν δύναται νὰ κληθῇ ἐφημερίς, ὑποστηρίζεται παρὰ τοῦ κυρίου Καραπάνου, διότι δὲν ἔχει ἄλλο παρὰ ὕβρεις κακοηθεστάτας κατὰ τοῦ κυρίου Παχύ. Θέλετε νὰ βεβαιωθῆτε περὶ τοῦ ὅτι σκοπὸς ὅλων τῶν τελεσθέντων ἦτο ἡ ἐκφόβισις τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν; ἀκούσατε τὸ ὄργανον τοῦ κυρίου Καραπάνου. «Μανθάνομεν, ὅτι ἐνοικιάσθη τὸ Μετόχι τῆς κοινῆς Μηλέας διὰ φυλακάς· τ’ ἀκούετε, συμπολῖται; Παρακατιὼν ἔχομεν παραπίσω καὶ ρέστα! καὶ ἀνήγγελλε φυλακίσεις καὶ προανήγγελλε μάλιστα ταύτας πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι συνειργάζετο ὁ συντάκτης μετὰ τοῦ Ἀνακριτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ ὅ,τι ἐφοβέριζεν ἡ ἐφημερὶς τοῦ Καραπάνου, ἐξετελεῖτο τὴν ἄλλην ἡμέραν. Θὰ φυλακισθῇ ὁ Παχὺς, ἔλεγεν ἡ ἐφημερὶς, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπεστάλη εἰς Ἄρταν συνοδευόμενος ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου.
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἔλεγεν, ὅτι θὰ φυλακισθῆτε καὶ σεῖς.
§23ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔνταλμα ἐξεδόθη ἐναντίον μου, καὶ ἦτο εἰς ἀρίστην συνεννόησιν ὁ κύριος αὐτὸς μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς Ἄρτης, καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ φυλακισθῇ καὶ ὁ Ζυγομαλᾶς, διότι σκοπὸς ἦτο νὰ ἐκφοβισθῶσιν οἱ χωρικοί. Ὅταν ἐφυλακίσθη ὁ Παχὺς, ἐτηλεγράφησα εἰς τοὺς ἐν Ἄρτῃ χωρικοὺς περίπου τὰ ἑξῆς· «ὁ συνάδελφός μου ἐφυλακίσθη ἀδίκως καὶ παρανόμως καὶ ἄγεται εἰς Ἄρταν· ὁ σκοπὸς τῆς φυλακίσεως αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐκφόβισις τῶν χωρικῶν. Προσέξατε λοιπὸν μήπως ἐπιτύχῃ ὁ σκοπὸς ὁ καταχθόνιος καὶ σᾶς ἁρπάσουν συμβόλαια πρὸς ἀναγνώρισιν ἰδιοκτησίας μὴ ὑπαρχούσης.» Καὶ συνεβούλευσα, ὅτι, ἄν τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας ἐπιτεθῶσιν ἐνόπλως, νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ ἐνόπλως νὰ ἀντισταθῶσι κατὰ πάσης παρανόμου βίας· τότε ὁ Ἀνακριτὴς καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐξέδωκαν ἔνταλμα συλλήψεως κατ’ ἐμοῦ. Ἰδοὺ τὸ ἔνταλμα, κύριοι· εἶναι τυπωμένον εἰς τὴν παραδόξως προαναγγείλασαν τὴν σύλληψιν καὶ ἐμοῦ ἐφημερίδα Ἄρταν. Διατάσσει τὴν φυλάκισιν τοῦ Γεωργίου Παχὺ, κατηγορουμένου, ὅτι μετὰ τοῦ Ἀντωνίου Ζυγομαλᾶ, Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, καὶ ἄλλων κλπ. κλπ. Διέπραξα, βλέπετε, ὅλα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει ὁ Ποινικὸς Νόμος. Αὐτὸ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως τόσον εἶναι περιφρονητέον, ὥστε τὸ θεωρῶ ἀνάξιον παντὸς λόγου· δὲν θέλω οὔτε νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω· εἶναι ἄξιον νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Γονατᾶ, εἶναι ἀνάξιον λόγου. Ἀλλὰ πάντες θὰ ἐρωτήσετε διατί δὲν συνελήφθην, ἀφοῦ ἔνταλμα ἐξεδόθη κατ’ ἐμοῦ; διὰ τοῦτο, ἐρωτήσατε τὴν Κυβέρνησιν· αὕτη δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ ἐκτελέσῃ, διότι ἐσεβάσθη ἑαυτὴν καὶ ἐφοβήθη τὴν κορύφωσιν τοῦ σκανδάλου, ὅπερ ἠγέρθη διὰ τῆς ἀδίκου καὶ παρανόμου συλλήψεως καὶ φυλακίσεως τοῦ κ. Παχὺ καὶ τόσων ἐντίμων ἱερέων καὶ οἰκοκυραίων χωρικῶν οὐδόλως ἐγκληματησάντων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, μᾶς λέγει, δὲν ἐπενέβη ποσῶς· οὐδεμία ἐπέμβασις, οὐδεμία παρανομία! Κύριοι, λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς παρεξετράπη εἰς ἐπεμβάσεις παρανόμους ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ μόνη μου ἐπιθυμία εἶναι ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ δὲν ἤθελον, ἀναπτύσσων τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ ἔχω συγχρόνως καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ στιγματίσω τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικάς· ἤθελον τὰς λησμονήσει, ἐὰν ἔβλεπον, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς παραδέχεται μίαν λύσιν δικαίαν ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Θὰ παρέλειπον πάντα τὰ λεχθέντα, θὰ ἐλησμόνουν πᾶν τὸ γενόμενον, δὲν θὰ ἐζήτουν οὐδεμίαν εὐθύνην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἕν καὶ μόνον ζητῶ, δικαιοσύνην ὑπὲρ τῶν χωρικῶν. Εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἔχουσι πραγματικὰ δικαιώματα, ἔχουσι δικαιώματα ἀπολύτου κυριότητος ἐπὶ τῶν οἰκιῶν των, ἐπὶ τῶν ἀμπέλων των, ἐπὶ τῶν γιουρτίων των, καὶ ἐπὶ παντὸς πεφυτευμένου τόπου, διότι ῥητῶς ὁ Ὀθωμανικὸς Νόμος τὸ λέγει· ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῆς βοσκῆς, ἔχουσι δικαίωμα κατοχῆς ἐπὶ τῶν ἀγρῶν αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς δύναται κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἐξώσῃ αὐτοὺς ἐκ τῶν γαιῶν αὐτῶν, ἔχουσι δικαίωμα ἐμφυτεύσεως· τὰ δικαιώματα ταῦτα εἶναι ἐπίσης ἱερὰ καὶ ἐμπράγματα, ὅπως τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου, τὸ ὁποῖον εἶναι κάθε ἄλλο παρὰ πραγματικὸν δίκαιον, εἶναι τὸ δίκαιον τοῦ ἰμόρου, τὸ τῆς κατακτήσεως, τὸ τῆς ἁρπαγῆς τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Δὲν λέγω, ὅτι οἱ ἀγοράσαντες παρὰ τοῦ Ὀθωμανοῦ τὸ δικαίωμα τῆς κατακτήσεως, τὸ δικαίωμα τὸ ἀποῤῥέον ἀπὸ τὴν κτηνώδη βίαν, δὲν ἔχουσι καὶ δικαίωμα, νὰ τὸ εἰσπράξωσιν, ἀλλὰ τὸ δίκαιον τοῦτο περιορίζεται εἰς στενότατα ὅρια· ἀλλὰ θέλουσι σήμερον οἱ ἁπλοῖ εἰσπράκτορες τοῦ ἰμόρου, νὰ γείνωσι πλήρεις ἰδιοκτῆται, καὶ αὐτὸ εἶναι ἄδικον· καὶ ἡ Σύμβασις καὶ οἱ Νόμοι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ φιλανθρωπία ὑπαγορεύει, ὅπως σήμερον καθαρίσωμεν τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων, καὶ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀπονείμῃ δικαιοσύνην καὶ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα ἀμφοτέρων· νὰ προστατεύσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἰμόρου, ἀλλὰ νὰ προστατεύσῃ καὶ τὰ ἀναφαίρετα πραγματικὰ δικαιώματα τῶν χωρικῶν, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην οἱ κύριοι ἰδιοκτῆται ποδοπατοῦσι. Καὶ ἤκουσα, κύριοι, χθὲς μετὰ συγκινήσεως ἀξιότιμον πρόσωπον ἐνταῦθα νὰ μοὶ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἷς τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ τοῦτο ἔπραξαν πολλοί, ἀπηγόρευσεν εἰς τὰς ἀτυχεῖς πτωχὰς γυναῖκας, ἠξεύρετέ τι; δικαίωμα, δοθὲν παρ’ αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς ξυλείας, διότι τὸ νὰ ξυλεύηται ὁ ἄνθρωπος εἶναι δικαίωμα γενικὸν καὶ ἀναφαίρετον, εἶναι δικαίωμα θερμάνσεως καὶ ὑπάρξεως ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ξυλεύσεως, τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχουν νὰ ζῶσιν αἱ γυναῖκες αὐταί, τὸ ἀπηγόρευσεν ὁ ἐπίδικος ἰδιοκτήτης, καὶ ἂν ἀμφιβάλλετε, εἶναι ἐνταῦθα ὁ φιλαλήθης βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος σᾶς τὸ βεβαιοῖ, καὶ εἶναι κυβερνητικός. Δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ξύλευσιν, καὶ ὅμως τὴν ἀπηγόρευσε, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως ἐπροστάτευσαν αὐτὸν τὸν ἰδιοκτήτην. Οἱ χωροφύλακες δὲ καὶ οἱ κλητῆρες ἔδειραν γυναῖκας, ἐλθούσας ἐν Ἄρτῃ, διὰ νὰ πωλήσωσι δέσμην ξύλων, τὰ ὁποῖα ἔφερον εἰς τοὺς ὤμους των ἐπὶ ὥρας ἀπὸ τὸ χωρίον των. Εἶναι αὐτὰ, κύριοι, δίκαια; Εἶναι ἀνθρώπινα;
§24ΡΙΓΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπηγόρευσε τὴν ξύλευσιν εἰς τὰς γυναῖκας, δὲν εἶπον διὰ χωροφύλακας....
§25ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ διαρκῶς· χαίρω διότι βεβαιοῦται καὶ δημοσίᾳ· περὶ χωροφυλάκων βεβαίως σεῖς δὲν θὰ μᾶς ἀναφέρετε, διότι ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνταῦθα εἶναι Ὀθωμανὸς βουλευτὴς καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος, ἐρωτήσατέ τον ἂν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ξύλευσις.
§26ΠΑΧΥΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 92 τοῦ Ὀθωμανικοῦ Νόμου, οἱ χωρικοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκβάλουν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τολμήσῃ νὰ ὑπάγῃ καὶ τοὺς ἐμποδίσῃ νὰ ξυλεύωνται (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρόκειται περὶ τσιφλικίων.
§28ΣΤΑΪΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην τὸ δικαίωμα τῆς ξυλεύσεως διέπεται ὑπὸ Νόμων.
§29ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ δασῶν, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν ἀναφαιρέτως εἰς τὸ Δημόσιον, μὴ συγκρίνητε δὲ, κ. Στάϊκε, τὴν Τουρκίαν μὲ τὴν Εὐρώπην· δὲν συγκρίνονται τὰ ἀνόμοια. Ἐν Τουρκίᾳ διέπονται τὰ δάση κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν Δίκαιον, καθ’ ὃ ἡ ἰδιοκτησία τῆς γῆς ἀνήκει τῷ δεσπότῃ· αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῆς κατακτήσεως τοῦ Ὀθωμανοῦ. Λοιπὸν, ὅταν ἡ γῆ ἀνήκῃ εἰς τὸν δεσπότην, ἀνήκῃ εἰς τὸν Σουλτάνον, πῶς θέλετε νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν Καραπάνον; Ὅταν δὲ ἡ γῆ ἐν ἀπολύτῳ κυριότητι δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸν Καραπάνον ἢ ἕτερον ἐν Θεσσαλίᾳ, πῶς θέλετε νὰ ἀνήκωσι τὰ δάση, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεγνωρισμένα, ὅτι εἶναι δημόσια νομήματα, εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ Δημοσίου ἢ τῆς κοινότητος, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ νέμηται τὸ ἄθροισμα τῶν ἀποτελούντων τὸ δημόσιον ἢ τὴν κοινότητα καὶ τὸ ἄθροισμα τοῦτο εἶναι οἱ ἄνθρωποι; καὶ ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι δικαιοῦνται νὰ ξυλεύωνται, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα αὐτῶν νὰ βόσκωσιν ἐν τοῖς δάσεσι τούτοις. Διὰ νὰ ἐννοήσητε πόσον περιωρισμένον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασαν αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὰ κτήματα αὐτὰ τοῦ δημοσίου, Μοατζὲλ καλούμενα, ὄχι τὰ τσιφλίκια, πρέπει νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς, π. χ. ὁ κ. Καραπάνος, ἠγόρασεν 28 χωρία ἀντὶ 60 χιλ. λιρῶν.
§30ΠΑΧΥΣ. Ἀντὶ 24,000 μόνον.
§31ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκόμη χειρότερα. Ἐὰν ἀθροίσετε τὰς οἰκίας μόνον τῶν χωρίων, καὶ τὰς ἀμπέλους, καὶ τὰ γιούρτια, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἡ ἀξία αὐτῶν ὑπερβαίνει τὰς 60,000 λίρας. Πῶς θέλετε νὰ ἀναγνωρίσητε τινὰ ἰδιοκτήτην ὁλοκλήρου Ἐπαρχίας, ἔχοντα μόνον τὸ ψιλὸν δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως τοῦ ἰμόρου; Καὶ αὐτὸ εἶναι, κύριοι, ἀναμφισβήτητον, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ εἰς τὰ πλεῖστα χωρία τῆς Θεσσαλίας οἱ ἀγοράσαντες, δὲν ἠγόρασαν ἢ τὸ ἴμορον, πάντα δὲ τὰ δικαιώματα τῆς νομῆς, τῆς ἐμφυτεύσεως, τῆς ἐπιφανείας, ἡ κυριότης τῶν οἴκων καὶ τῶν ἀμπέλων, μένουσιν εἰς τοὺς χωρικούς, τοὺς κατοίκους, οἵτινες ἔχουν δικαίωμα ἀναφαίρετον ἐπὶ ταῦτα, καὶ δὲν δύναται οὔτε ὁ Εἰρηνοδίκης νομίμως νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν προσωρινῶν μέτρων κατ’ αὐτῶν, ὄχι ὁ χωροφύλαξ καὶ ὁ κλητὴρ, ὁ Νομάρχης, ὁ Ἀστυνόμος, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ Μοίραρχος. Ἀλλὰ λέγουσι τινὲς, ἔχομεν ἔγγραφα, ἔχομεν συμβόλαια μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ἔχετε, ἀλλ’ εἶναι ἐλάχιστα· οἱ πλεῖστοι χωρικοὶ, πιεσθέντες, δὲν ἔδωσαν οὔτε ἕνα χαρτὶ, ἂν καὶ ἐτυραννήθησαν· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἐὰν ἤμην ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν σας, καὶ τὴν θέσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, θὰ ἠσχυνόμην νὰ τὰ παρουσιάσω, διότι ἕκαστον αὐτῶν εἶναι βεβαμμένον εἰς τὸ αἷμα τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, τοὺς ὁποίους εἰσηγάγετε εἰς τὰς φυλακὰς τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῆς Λαρίσσης καὶ ἠτιμάσατε τὰς γυναῖκάς των διὰ τῶν Τούρκων καὶ Ἀλβανῶν βασιβουζούκων. Αὐτὰ τὰ χαρτία πρέπει νὰ τὰ κρύψητε, διότι σᾶς φέρουν αἶσχος.
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρουν;
§33ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὀλίγον χρόνον πρὸ τῶν παραμονῶν τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§34ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ποία χαρτιὰ ἐννοεῖς; διότι οὐδὲν ἔγγραφον εἶναι νεώτερον τοῦ 73.
§35ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Ἐννοεῖ τὰ ἐνοικιαστήρια τοῦ Ζάρκου.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν πρέπει, κ. Καραπάνε, νὰ λαμβάνητε ὅλον τὸ ζήτημα ἐπάνω σας· εἶναι ἀληθὲς ὅτι χάριν ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις παρεξετράπη, ἀλλὰ δὲν εἶσθε μόνον σεῖς· σεῖς ἀποτελεῖτε τὸν πυρῆνα καὶ τὸν ἄξονα, περὶ τὸν ὁποῖον στρέφεται αὐτὸ τὸ ζήτημα·
§37ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῇ φαντασίᾳ σας.
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπειδὴ εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ποταμιάνον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ καὶ δικάσῃ· ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ποταμιάνος, λέγων τοῦτο, ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸν Νομάρχην καὶ τὸν Ἀστυνόμον, καὶ τὸν Χωροφύλακα, νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς καθαρῶς δικαστικὰς διαφοράς!
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε ν’ ἀφήσουν τοὺς κλέπτας!
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀποκαλεῖτε κλέπτας ἐκείνους, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεται τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος.
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀποκαλῶ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πράγματι...
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οἱ πλεῖστοι ἐλθόντες ἐνταῦθα Ἀρτινοὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Καραπάνος ἔχει ἓν δικαίωμα, δὲν τὸ ἀμφισβητοῦμεν· ἀλλ’ αὐτός θέλει νὰ μᾶς πνίξῃ. Τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐπεμβάσεως καὶ πρέπει νὰ διατάξῃ τὰς Διοικητικὰς Ἀρχὰς νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται. Ἂν οἱ ἰδιοκτῆται ἔχωσιν ἀπαιτήσεις, ἂς ἀποταθῶσιν εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὅπως κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἡμετέρας παλλιγγενεσίας ἐγένετο μικτή τις Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς τίτλους, οὕτω δύναται καὶ ἤδη διὰ μικτῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὁρισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν χωρικῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας. Δύνανται ὅμως καὶ τὰ Δικαστήρια, λαμβάνοντα ὑπ’ ὄψιν τὸν Ὀθωμανικὸν Νόμον καὶ τὰ ἔθιμα τὰ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἰσχύοντα, νὰ ἐπιδικάσωσιν ἑκάστῳ τὰ δικιώματα αὐτοῦ, καὶ τὰ Δικαστήρια μόνα ἐκ τῶν κειμένων Νόμων ἔχουσι δικαίωμα νὰ δικάζωσι καὶ ἀποφασίζωσιν ἐπὶ τοιούτων διαφορῶν. Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δὲν δεκαιούμεθα νὰ ἐπεμβῶμεν· κατὰ μείζονα λόγον δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις. Οἱ χωρικοί, οἱ ἔχοντες τὴν κατοχὴν, νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ τὴν ἔχωσι μέχρις οὗ τὰ Δικαστήρια ἀποφασίσωσι, καὶ νὰ μὴ ἀποβάλλωνται τῆς κατοχῆς, παρανόμῳ βίᾳ τῆς Διοικήσεως. Τοιοῦτον, κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ εἰδικὸν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Ἀλλ’ εἶπέ τις προχθὲς, πῶς δὲν ἠγέρθη ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος φωνὴ διαμαρτυρήσεως, ὑπὲρ τῶν χωρικῶν τῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις εὑρισκομένων ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι; Λυποῦμαι διότι ὑπεμνήσθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν ὅτι πράγματι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἐγείρας φωνὴν κατὰ τῶν ἀδικουμένων Ἑλλήνων καὶ ἐν εἴδει κτηνῶν καὶ δουλοπαροίκων εὑρισκομένων εἰς τὰ μεγάλα κτήματα ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι! Τοῦτο εἶναι ἴσως ἀληθές· ἀλλὰ τὸ σφάλμα εἶναι τῶν ἐκλογέων τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἐν αἷς ὑπάρχουσι μεγάλα κτήματα περιλαμβάνοντα κατοίκους ἀκτήμονας· οὗτοι δὲν ἔπρεπε νὰ στέλλωσιν ἐνταῦθα βουλευτὰς μεγαλοκτηματίας, κυρίους τσιφλικιῶν, νέους ἐν μέσῳ δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι τιμαριούχους. Πέρυσιν ἐνθυμεῖσθε, ὅταν ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον 6 τῆς Συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, διεμαρτυρήθην καὶ εἶπον, ὅτι δυνάμει αὐτοῦ καθιεροῦται τὸ τσιφλικικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι, καὶ διαμαρτύρομαι ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας μου καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν θέλω νὰ μείνῃ τὸ στίγμα τῆς διαβάσεως τοῦ τυράννου ἐν τῇ νῦν ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι. Ἡ Ἑλλάς, ἐλευθερωθεῖσα, ἔτυχεν ἰδιοκτησίας ἐλευθέρας, μόνον δηλαδὴ ἡ ἐλευθερωθεῖσα δυνάμει πολέμου.
§43ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Εὔβοια καὶ ἡ Φθιῶτις ἀντηλλάγησαν.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὅταν ὡμίλουν περὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, εἶχον τὸν κ. Καραμάνον διακόπτοντα, μὰ τώρα ἔχω ὑμᾶς, διότι ἔχετε καὶ σεῖς τσιφλίκια, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ δικάσῃ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ στενοχωρεῖσθε.
§45ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παραμορφώνετε τὴν ἀλήθειαν.
§46ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Μόλις ἤρχισα νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ γενικοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ποῦ ἀνεκαλύψετε ἀνακρίβειαν ἐν τῇ διανοίᾳ μου; Αἱ ἐπαρχίαι, ὅσαι δυνάμει τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου ἠλευθερώθησαν, ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν διανεμημένην εἰς πάντας τοὺς χωρικούς, οἵτινες οὕτω ἔχουσι τὴν συναίσθησιν, ὅτι εἶναι πολῖται Ἕλληνες ἐλεύθεροι, ὅτι ἔχουσι καὶ ἑστίαν καὶ πατρίδα. Ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ὅμως ταῖς ἐλευθερωθείσαις δυνάμει Συνθήκης, ὅπως εἶναι ἡ τῆς Ἀττικῆς, τῆς Εὐβοίας καὶ τῆς Φθιώτιδος ὡς καὶ αἱ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἡ γῆ δὲν εἶναι ἐλευθέρα· ἔμεινεν αὕτη ὑπὸ τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια ἀφιλονείκητος. Ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ταύταις ὑπάρχουσιν ἄπειραι ἐκτάσεις γαιῶν ἀνήκουσαι εἰς ἕνα ἢ δύω ἀνθρώπους, καὶ ἐν ταῖς ἐκτάσεσι ταύταις χιλιάδες Ἑλλήνων κατοικοῦσι, γεωργοί, ἐργαζόμενοι ἡμέραν καὶ νύκτα, ἵνα παραγάγωσι μόνον τὸν ἄρτον των καὶ τοῦτον ξηρόν· διότι τὸ μίσθωμα ἢ ὁ κανὼν, ὃν τοῖς ἐπιβάλλουσιν ἰδιοκτῆται νομίμως ἀλλ’ οὐχὶ δικαίως, δὲν τοὺς ἀφίνει οὔτε τὸ ἐλάχιστον περίσσευμα πρὸς σχηματισμὸν ἰδίας περιουσίας, πρὸς βελτίωσιν ἑαυτῶν καὶ πρὸς διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τῶν τέκνων των. Μεταβῆτε ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν εἰς ἓν χωρίον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τσιφλίκι, θὰ ἰδῆτε Σχολεῖα τακτοποιημένα, θὰ ἰδῆτε, ἀνθρώπους ἀνεπτυγμένους μὲ μικρᾶς περιουσίας, θὰ ἰδῆτε καλλιέργειαν ἀνεπτυγμένην, ἀμπελουργείαν, δενδροφυτείας, θὰ ἰδῆτε νέους ἐπιστήμονας. Ἰδέτε τὸν Δῆμον Κρωπίας—οἱ κύριοι συνάδελφοί μου βουλευταὶ Ἀττικῆς θὰ τὸ ὁμολογήσωσι—συνίσταται ὁλόκληρος ἐκ μικρῶν ἰδιοκτητῶν χωρικῶν· ἐν τῷ Δήμῳ τούτῳ μόνον τὸ χωρίον Σπάτα ἔχει μεγάλας τινὰς ἰδιοκτησίας, ἀνηκούσας εἰς δύω ἢ τρεῖς· ἀλλὰ τὰ χωρία Κορωπὶ, Μαρκόπουλον, καὶ Λιόπεσι ἀνήκουσιν εἰς τοὺς χωρικούς. Ἐκ τοῦ Δήμου τούτου ἀπεδόθησαν εἰς τὴν κοινωνίαν χωρικοὶ ἐπιστήμονες, νέοι ἀξιόλογοι καὶ εὐπαίδευτοι, καὶ τοὺς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι τινὲς εἶναι καὶ ἀποκλειστικοὶ φίλοι του· τοῦτο δὲ ἐγένετο, διότι οἱ χωρικοὶ εἶναι κτηματίαι καὶ ἠδύναντο νὰ ἔχωσι περισσεύματα ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς καὶ τῶν ποιμνίων των, τὰ ὁποῖα μεταχειρίσθησαν πρὸς ἰδίαν ἀπόλαυσιν καὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων των. Μεταβῆτε εἰς τὸν Δῆμον Ὠρωπίων· αὐτὸς ὁλόκληρος εἶναι τσιφλίκι ἑνὸς ἢ δύω ἀνθρώπων· λάβετε οἱονδήποτε χωρίον, θὰ τὸ εὕρητε εἰς κτηνώδη κατάστασιν· οἱ ἀτυχεῖς χωρικοὶ εἶναι ρακένδυτοι καὶ ἐλεεινοί, ἐξαιρέσει τῶν χωρικῶν τῶν κεφαλοχωρίων τοῦ Καλάμου, τοῦ Σαλεσίου, τοῦ Ὠρωποῦ, τοῦ Μαρκοπούλου καὶ Συκαμήνου, καὶ ἐκ τούτων ὅμως δὲν ἐξῆλθεν οὐδὲ εἷς ἐπιστήμων, καὶ ἐν αὐτοῖς ἕνεκα τῆς περιβαλούσης αὐτὰ μεγάλης ἰδιοκτησίας ἐλάχιστοι ὑπάρχουσιν ἐγγράμματοι νέοι· εἷς καὶ μόνος ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἡρωϊκοῦ χωρίου Σάλεσι ἐπιστήμων ἰατρὸς καλὸς, ἀλλὰ καὶ οὗτος ἐξεδιώχθη παρὰ τοῦ πρώην ἰδιοκτήτου, ὅπως μὴ φωτίζῃ τοὺς συγχωρίους του.
§47ΨΥΛΛΑΣ. Ὁ Ὠρωπὸς ἔχει πολλοὺς νέους νοήμονας καὶ ἀνεπτυγμένους.
§48ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Γνωρίζετε κανένα;
§49ΨΥΛΛΑΣ. Εἶναι καὶ φίλοι σας.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Ψύλλα, γνωρίζετε τὰ διπλωματικὰ πράγματα, ἀλλὰ τὸν Δῆμον Ὠρωπίων, ἂν μὴ τὴν Ἐπαρχίαν μας, βεβαίως δὲν γνωρίζετε.
§51ΨΥΛΛΑΣ. Εἶναι ὁ Μελλισινός.
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι ἐντόπιος· κατάγεται ἐκ Καρυστίας, καὶ ὁ κύριος Βαλσαμάκης ὁ φίλος τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, ἄλλοθεν· κανεὶς δὲν εἶναι ἐντόπιος πεπαιδευμένος. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἰδέα εἰς πολλοὺς καὶ νομίζω, ὅτι τὴν ἤκουσα καὶ παρὰ τοῦ κυρίου Ποταμιάνου, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, διότι πολιτικῶς ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐκτεθῇ καὶ θὰ ζημιωθῇ ἐν τῷ Ἀνατολικῷ ζητήματι.
§53ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§54ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Χαίρω· τὸ εἶπον ὅμως ἄλλοι καὶ τὸ διακηρύττουσι διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι σᾶς βεβαιῶ γελοία. Τίνας θέλετε νὰ ἔχητε ἐν ταῖς ὑποδούλοις Ἑλλην. Ἐπαρχίαις ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς ἐλευθερίας, τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας, ἑκατὸν δηλαδὴ ἢ πεντακοσίους Καραπάνους, ἢ τὰ ἑκατομμ. τῶν Ἑλλήνων κατοίκων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀναμένουσι τὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἰδιοκτησίας; Καὶ θέλετε νὰ αἰσθανθῇ ὁ Θεσσαλὸς, ὅτι ἔχει Πατρίδα καὶ ἀπέκτησεν ἐλευθερίαν, ὅταν ἦναι εἵλως, δοῦλος τοῦ αὐτοῦ αὐθέντου, ὅστις μὲ τὰ αὐτὰ δικαιώματα τῆς κατακτήσεως ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν πιέζῃ! εἶναι ἀδύνατον ὁ ἐν τσιφλικίοις πληθυσμὸς νὰ αἰσθανθῇ ὅτι ἔχει ἐλευθερίαν καὶ Πατρίδα· αἰσθάνεται τοὐναντίον ὅτι εἶναι ἄπατρις, φερέοικος, ἀνέστιος, δὲν χρησιμεύει δὲ εἰς τὴν Πολιτείαν παρὰ ὡς σκάνδαλον καὶ ζύμη εὔφλεκτος εἰς πᾶσαν κοινωνικὴν ἀναστάτωσιν· δὲν συναισθάνεται ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ εἶναι δέσμιος ἐν τῇ γῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρέθη. Οὐδὲν ὑπάρχει καλλίτερον μέσον διαδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας· ἔχετε δὲ ἄριστον τρόπον, ὅπως καταστήσητε ἐνδιαφερομένους εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοὺς Ἠπειρώτας, τοὺς Μακεδόνας καὶ τοὺς Θρᾴκας, νὰ ἐπιδείξητε εἰς αὐτοὺς ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Θεσσαλοὶ καὶ ὀλίγοι Ἠπειρῶται δὲν εἶναι πλέον ὑπόδουλοι εἰς τὰ τσιφλίκια, ἀλλ’ ὅτι ἀμέσως μετὰ τὴν ἕνωσίν των ἐγένοντο ἰδιοκτῆται. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέσον τῆς Ἑλληνικῆς ἐνεργείας, τὸ ὁποῖον ἔχετε καὶ δὲν τὸ ἀναγνωρίζετε, καὶ δὲν τὸ ἐννοεῖτε, ἀλλὰ τὸ διαστρέφετε. Ἡμεῖς ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν διάδοσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας· θέλετε ὁ Ἠπειρώτης, ὁ Μακεδὼν καὶ ὁ Θρᾷξ νὰ ἀτενίζωσι πρὸς τοὺς δῆθεν ἐλευθέρους ἀδελφούς των καὶ νὰ τοὺς βλέπωσι δούλους καὶ κτήνη; Νομίζετε, ὅτι θ’ ἄρωσι τὴν σημαίαν τῆς ἐθνεγερσίας ποτὲ, ἀφοῦ καὶ κατὰ τὸ 21 ἀτυχῶς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἠγωνίσθησαν, διότι ἐπιέζοντο ὑπὸ τῆς κατακτήσεως καὶ διότι ἀνῆκον ὡς ὡρισμένα ἄτομα καὶ δὲν ᾐσθάνοντο τὴν γλυκεῖαν ἰδέαν τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς πατρίδος; Διότι εἴτε ὑπὸ τὸν Χασάνην, εἴτε ὑπὸ τὸν Γιάννην, ἡ αὐτὴ κατάστασις ὑπάρχει· εἴτε εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν Σουλτὰν Χαμίτ, εἴτε ὑπὸ χριστιανὸν Βασιλέα, τὸ σύστημα τῆς κατακτήσεως εἶναι τὸ αὐτό. Δόσατε ἐλευθερίαν εἰς τοὺς κατοίκους, δόσατε ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτοὺς καὶ θὰ ἔχητε τὸ ἄριστον τῶν μέσων τῆς πληρώσεως τῶν Ἑλληνικῶν πόθων. Ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς Ἡρωΐδος νήσου· βεβαίως ἐθαυμάσατε τὸν πείσμονα ἡρωϊσμὸν τῶν ἀνδρείων Κρητῶν· ἐμελετήσατε, ἐφιλοσοφήσατε ποτὲ ἐπὶ τῶν αἰτίων; Ἓν ἐκ τῶν πρώτων εἶναι καὶ τὸ ὅτι ἕκαστος Κρὴς εἶναι ἰδιοκτήτης, οὔτε ἓν τιμάριον, οὔτε εἷς δουλοπάροικος Κρὴς ὑπάρχει ἐν τῷ ἐδάφει, τῷ ποτισθέντι τοσάκις διὰ τοῦ αἵματος τῶν ἡρώων ἐκείνων οἰκοκυραίων. Ἀλλὰ λέγουσιν, αὐτὰ εἶναι αἰσθηματικὰ, δέν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν· ἄλλως τε, ψιττακίζουσι, προτιμητέα ἡ μεγάλη καλλιέργεια, καὶ ἐν τῇ μεγάλῃ ἰδιοκτησίᾳ μόνον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ μεγάλη καλλιέργεια. Ἔμαθον ὀλίγους κανόνας τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ τοὺς ἀναφέρουσι διὰ νὰ πείσωσι τοὺς μὴ ἐγκύψαντας εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Εἶναι ζήτημα ἐνδιαφέρον τὴν παραγωγὴν ἢ μὴ κατάργησις τῶν τσιφλικίων; ὄχι, κύριοι. Ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία δύναται νὰ ὑπάρχῃ μετὰ τῆς μεγάλης καλλιεργείας εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔνθα ἡ παραγωγὴ εἶναι μονομερὴς, ὁμοειδὴς, ἀλλ’ εἰς τὰ νότια κλίματα, εἰς τὴν νότιον Γαλλίαν, Ἰταλίαν, τὴν Ἑλλάδα ἡ παραγωγὴ εἶναι ποικίλη. Ἡ Ἑλλὰς δὲν παράγει μόνον σῖτον καὶ ἀραβόσιτον ἢ ἐλαίας, ἀλλὰ καὶ οἶνον καὶ σταφίδα καὶ ὀπώρας καὶ ἄλλα ποικίλα, καὶ ὁ μικρὸς ἰδιοκτήτης καλλιεργῶν τὸ μικρὸν αὑτοῦ κτῆμα, δύναται νὰ ἦναι συγχρόνως παραγωγὸς σίτου, μέλιτος, ἐλαίου, γάλακτος, βουτύρου, ὀρνίθων. Λοιπὸν τί συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ μικρὰ καλλιέργεια ἢ ἡ μεγάλη; Πανθομολογούμενον ἄλλως ὑπάρχει ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὁπουδήποτε ὑφίσταται μεγάλη ἰδιοκτησία, αὕτη καθίσταται παραγωγὸς διὰ τῆς μικρᾶς λεγομένης καλλιεργείας. Ἔχομεν δηλαδὴ πάντα τὰ τυραννικὰ ἐλαττώματα τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, χωρὶς νὰ ποριζώμεθα ὑπὲρ τῆς γεωργίας τὰ φημιζόμενα ἀγαθὰ τῆς μεγάλης καλλιεργείας. Πάντες οἱ ἐπιστήμονες πολιτειολόγοι ἀνομολογοῦσιν, ὅτι ἡ μικρὰ καλλιέργεια εἰς τὰ νότια κλίματα εἶναι ἀναγκαία πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τῆς παραγωγῆς· δὲν εἶναι μόνον συμφέρον τῶν ἀτόμων. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπιδιώκει διὰ παντὸς μέσου νὰ εἰσπράξῃ χρήματα καὶ νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, τὸ ἄριστον μέσον εἶναι νὰ εἰσπράξῃ χρήματα ἄνευ ἐπιβολῆς νέων φόρων, καὶ εὐεργετοῦν μάλιστα τοὺς ἀνθρώπους. Ἓν λοιπὸν τῶν ἀρίστων μέσων εἶναι ἡ λύσις τοῦ γενικοῦ καὶ κοινωνικοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἡ παροχὴ δηλ. εἰς τοὺς ἀκτήμονας χωρικοὺς ἰδιοκτησίας, διότι τότε θὰ καλλιεργήσωσι τὴν γῆν, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ πολλὰ εἰσοδήματα. Μεταβῆτε ἐδῶ πλησίον εἰς ἓν οἱονδήποτε τσιφλίκι, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι οὐδεμία φυτεία ὑπάρχει, οὔτε ἄμπελος, οὔτε ἐλαία, οὔτε ἀχλαδέα, ἐκτὸς πεύκων τινῶν ἢ ἄλλων ἀγρίων δένδρων. Μεταβῆτε εἰς ἕτερον πλησίον τοῦ πρώτου χωρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἰδιόκτητον τῶν κατοίκων, καὶ θὰ ἰδῆτε ἐκεῖ, ὅτι ὁ χωρικὸς ἔχει τὴν ἀμπελόν του, τὰς ἐλαίας του, τὰ ποίμνιά του, τὴν μικρὰν κτηνοτροφίαν του καὶ ἐν γένει ποικίλην παραγωγὴν, καὶ τὸ Δημόσιον εἰσπράττει ἀπὸ αὐτὸ πενταπλάσια τῶν ὅσων εἰσπράττει ἀπὸ τὸ ἄλλο. Πολλάκις ἠρώτησα ἀκτήμονας χωρικοὺς: διατὶ δὲν κεντρίζετε τὰς ἀγριελαίας ἢ τὰς ἀγριαχλαδέας (γκοριτσαῖς), αἵτινες πλήθουσι περὶ τὸ χωρίον σας; εἰξεύρετε τί εἶπον; Διατὶ νὰ τὰς κεντρίσωμεν, διὰ νὰ τὰς πάρῃ ὁ ἀφέντης; Ἡμεῖς ἐκεντρίσαμεν μερικὰς καὶ ἐζήτησαν νὰ μᾶς πάρωσι ὑπέρογκα δικαιώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπήγαμεν καὶ τὰς ἐκόψαμεν πρόῤῥιζα· δὲν θέλομεν νὰ κεντρίσωμεν δένδρα, δὲν θέλομεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν καλλιέργειαν, διότι μᾶς δεκατίζουν ἀλύπητα. Αὐτὰ μοῦ εἶπον. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, κύριοι, ὅτι, ἂν ὑπολογίσητε εἰς 500 χιλιάδας τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος, οἵτινες κατοικοῦσι εἰς τσιφλίκια καὶ ἂν ὑπολογίσητε ὅτι μόνον 1,000,000 εἰσπράττει τὸ Δημόσιον παρ’ αὐτῶν, μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τὴν ἐξευρεθησομένην δικαίαν καὶ νόμιμον, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ τὸ πενταπλάσιον, καὶ οἱ χωρικοὶ θὰ ἦναι ἰδιοκτῆται. Καὶ τότε θὰ ἦναι ἴσοι πρὸς τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς αὐτῶν, διότι σήμερον ἡ Ἑλλὰς διαιρεῖται εἰς ἐλευθέρους σώματι καὶ πράγματι καὶ εἰς ἐλευθέρους μόνον σώματι· διότι ἡ γῆ εἶναι δούλη καὶ θὰ μείνῃ δούλη ἐνόσῳ σεῖς τὴν ἀφίνετε. Δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ γενικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα; Ὁ κύριος Ποταμιάνος πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὅτι δικαιοῦται. Εἶδον δὲ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ταλαντευόμενον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐνέκυπτεν εἰς τὸ ζήτημα, ἤθελεν ἴδει, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τὴν τοιαύτην λύσιν τοῦ ζητήματος· τὸ Σύνναγμα λέγει: οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιουσίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ὅπως ὁ Νόμος κελεύει, καὶ ἕνεκα δημοσίου ἀνάγκης. Καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ, οὐχὶ μόνον ὡς δημοσίαν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὡς ἐθνικὴν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Τίς εἶναι ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, ὁ Νομάρχης ἢ ὁ Ἔπαρχος; ὄχι· εἶναι ἡ Βουλὴ, εἶναι τὸ Ἔθνος, ὅταν τὸ Ἔθνος διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων του ἀναγνωρίσῃ ὡς δημοσίαν ἀνάγκην τὸ τοιοῦτον. Πᾶς ὁ ἀμφισβητῶν τὴν ἀρχὴν ταύτην, πᾶς ὁ θέμενος κωλύματα εἰς τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τοῦ Συντάγματος εἶναι στενὸς ἑρμηνευτὴς τῆς εὐρείας καὶ σωτηρίου ταύτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Οἱ μεγαλείτεροι συγγραφεῖς ῥητῶς λέγουσιν, ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἀναγνωρίζει ὡς τοιαύτην. Τὰ καλὰ καὶ ἀγαθὰ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἀμέσως θὰ φανῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν· ὄχι μόνον ὁ δημόσιος θησαυρὸς θὰ ὠφεληθῇ, διότι θὰ αὐξήσωσιν αἱ εἰσπράξεις, ὄχι μόνον τὸ βαλάντιον τοῦ ἰδιώτου θὰ πληρωθῇ, διότι θὰ ἐλαφρυνθῇ ἀπὸ τὴν τρομερὰν φορολογίαν τοῦ ἰδιοκτήτου δυνάμει ἐθίμων, τῶν 15%, θὰ ἀναπτυχθῇ δὲ διανοητικῶς καὶ ὁ χωρικὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ λυμαίνουσα τὰ μέρη ταῦτα τοκογλυφία θὰ ἀφανισθῇ, διότι ἕνεκα τῆς ἰδιοκτησίας θὰ εὐρυνθῇ ἡ πίστις τῶν χωρικῶν, μείζων δὲ προσφορὰ χρήματος νὰ ἐπέλθῃ ἕνεκα τῆς εἰς νόμισμα μεταβολῆς τῆς ἀκινήτου περιουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν. Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐξέδωκε, πέρυσι νομίζω· ἅμα ἰδῆτε τσιφλίκια, θὰ ἰδῆτε ἐγγραμμάτους 2, 3, 5%· ἅμα ἰδῆτε χωρίον, τὸ ὁποῖον εἶναι κεφαλοχῶρι, δηλ. ἐλεύθερον, θὰ ἰδῆτε 30, 35, 40%. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν δουλοπάροικοι, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι εἶναι εἰς κτηνώδη κατάστασιν, καὶ ὅπου ὑπάρχουν ἰδιοκτησίαι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀνεπτυγμένοι· διότι αἰσθάνονται ὅτι ἔχουσι πατρίδα καὶ διότι μένει εἰς αὐτοὺς ἓν περίσσευμα, ὅπως δυνηθῶσι καὶ ἑαυτοὺς νὰ βελτιώσωσι καὶ τὰ τέκνα των νὰ ἀναπτύξωσι. Ἀλλὰ θὰ ἔχητε καὶ ἄλλο εὐεργέτημα· εἰς τὰς ἀπείρους αὐτὰς ἐκτάσεις, τὰς ὁποίας σήμερον εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος κρατεῖ καὶ ἐν αἷς ἐμποδίζει μάλιστα τὴν καλλιέργειαν, ἐνθαῤῥύνοντες τοὺς φερεοίκους ποιμένας διὰ τῆς διαιρέσεως τῆς ἰδιοκτησίας, θὰ μονιμοποιήσητε τοὺς βλαχοποιμένας, καὶ ἐννοεῖτε τί ζήτημα μέγα διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ ἐγκατάστασις καὶ μονιμοποίησις τῶν βλαχοποιμένων· εἶναι ἡ ἀσφάλεια τοῦ τόπου, εἶναι ἡ ἐξάλειψις διὰ παντὸς τῆς λῃστείας καὶ ὁ περιορισμὸς μέχρις ἐξαφανίσεως τῆς ζωοκλοπῆς· διότι οἱ βλαχοποιμένες κυρίως εἶναι οἱ ζωοκλέπται καὶ ἐξ αὐτῶν στρατολογοῦνται πρὸ πάντων οἱ λῃσταί· οὗτοι δηλ. εἰσὶ τὸ κύριον σκάνδαλον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Μονιμοποιήσατε αὐτοὺς, δώσατε εἰς αὐτοὺς ἰδιοκτησίας καὶ θὰ τοὺς καταστήσητε χρηστοὺς πολίτας.
§55ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Φύσιν πονηρὰν μεταβαλεῖν οὐ ῥᾴδιον.
§56ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται, διότι ἔχουν τὴν φύσιν πονηρὰν, διότι σεῖς τοὺς ὠθεῖτε ἀπὸ ἓν μέρος εἰς τὸ ἄλλο, σεῖς δὲν τοὺς δίδετε γῆν νὰ ἐγκατασταθῶσιν ὅπως μεταβάλωσι φύσιν καὶ τὸν βίον αὐτῶν. Ἅμα ὁ βλαχοποιμὴν γείνῃ καὶ γεωργὸς ἰδιοκτήτης, μεταβάλλει τὴν πονηρὰν φύσιν καὶ θὰ γείνῃ ἀγαθὸς οἰκοκύρης. Ἀπέναντι, κύριοι, ὅλων αὐτῶν τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον, ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία, ἀπέναντι τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες νὰ ὦσι πάντες ἴσοι, δὲν δικαιοῦνται καὶ αὐταὶ αἱ 500,000 Ἑλλήνων ἔν τε τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ νέᾳ, νὰ παρακαλέσωσι ὑμᾶς, ὅπως ἀποδώσητε αὐτοῖς δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα; Δὲν ἐμπρέπει εἰς σοβαροὺς πολιτευτάς, εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ ἀποφανθῇ τέλος, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ δίκαιον καὶ ἡ ἐλευθερία; Δὲν ζητοῦσι παράνομόν τι, δὲν ζητοῦσι τὴν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως· ἀπεναντίας, αἰτοῦνται τὴν ἀφομοίωσιν των πρὸς τοὺς λοιποὺς Ἕλληνας καὶ τὴν ἀποσόβησιν μελλόντων κινδύνων. Ἐὰν ἀφήσητε τὸ ἥμισυ σχεδὸν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος ἄπατρι καὶ ἀκτῆμον, προετοιμάζετε δεινὸν καὶ ὀδυνηρὸν τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος· εἶναι ἡ ζύμη ἐκείνη, ἐν ᾗ θὰ σπαρῇ ἡ ἰδέα τῆς κοινοκτημοσύνης, ἡ ἰδέα δηλαδὴ τῆς περιφρονήσεως καὶ τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Διὰ τῆς φωνῆς ἡμῶν σήμερον ἱκετεύουσι τὴν Βουλὴν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀνωτέραν Ἀρχὴν, τὴν ὡς ἐκ τοῦ Συντάγματος συμπράττουσαν ἐν τῇ Νομοθεσίᾳ, νὰ προσέξητε, ὅπως μὴ παρασυρθῆτε παρὰ τῶν ἐχόντων ποταπὰ ὑλικὰ συμφέροντα, καὶ ταῦτα κακῶς ἐννοούμενα, διότι ἡ ἀποζημίωσις τῶν ἰδιοκτητῶν ἔσται πλήρης καὶ δικαία—ἡ Ρωσσία, Πολωνία, Ρωμουνία καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλία πρόκεινται παράδειγμα ἀξιομίμητον—ἀλλὰ ἐν πνεύματι ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης νὰ θελήσητε νὰ σώσητε τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον, ν’ ἀποδείξητε ὅτι μεριμνᾶτε ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅπως μὴ παρασυρθῇ καὶ ἀντὶ νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς νομίμους καὶ φιλανθρώπους ἀντιλήπτορας αὑτοῦ, προσφύγῃ πλέον, ὃ μὴ γένοιτο, εἰς μέσα ἐπικίνδυνα κατὰ τῆς δημοσίας τάξεως, κατὰ τῆς εἰρήνης καὶ κατὰ τῆς ἀσφαλείας τοῦ τόπου (εὖγε. Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§57Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, οὐχὶ ἵνα διαψεύσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτὴν, εἰπόντα εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτι φέρω ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγκαταλιμπάνω, ἀλλὰ διότι ἐγώ, ὡς καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εὑρίσκομεν τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ὑπὸ σκέψιν ζητήματος, ὅπερ ἐκλήθη ἀγροτικὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνεγράφην ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ὅπως ὁμιλήσω. Ἡ ἀναβολὴ ζημιοῖ τοὺς πάντας, ὡς καὶ κατὰ τὸ Σάββατον εἶπον, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀποφεύγουσα νὰ ἐπιληφθῇ σπουδαίως τοῦ ζητήματος, φρονῶ, ὅτι ἀδικεῖ τὸν τόπον καὶ ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν της. Εὐχῆς δὲ ἔργον εἶναι νὰ ἀποσπασθῇ τὸ ζήτημα, ὅσον εἶναι δυνατὸν, ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ πρὸ πάντων ἐκ τῶν προσωπικοτήτων, νὰ μείνῃ δὲ ξηρὸν τὸ ζήτημα ἀγροτικὸν καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἀπαθῶς, διότι τότε ἐλπίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἡ δυνατὴ λύσις. Μετὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων βουλευτῶν ἐκ Καρδίτσης, κυρίων Ἀδαμοπούλου καὶ Τερτίπη, μετὰ τὰ πρὸ μικροῦ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς, δὲν ἔχω νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ χάριν τῆς σειρᾶς τοῦ λόγου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην λίαν συντόμως νὰ ἐξετάσω ἐὰν καὶ ποῦ ὑπάρχῃ ἀγροτικὸν ζήτημα, τί εἶναι τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι ἁρμοδία πρὸς ἐξέτασιν αὐτοῦ, καὶ τί τὸ ποιητέον. Φρονῶ, ὅτι τὸ λεγόμενον ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι δικαστικὸν καὶ κοινωνικόν. Διενέξεις, ἀναφυεῖσαι εἰς πολλὰς ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις κώμας καὶ χωρία ὡς πρὸς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀντιποιουμένων τελείαν κυριότητα ἐπί τε τῶν ἀγρῶν, τῶν οἰκιῶν, τῶν φυτειῶν καὶ τῆς βοσκῆς, καὶ μεταξὺ τῶν κατεχόντων ἢ ἀξιούντων κατοχὴν ἐπὶ πάντων τούτων, ἐγέννησαν τὸ δικαστικὸν ζήτημα· ἡ δὲ μεγάλη ἀνισότης, ἥτις ὑφίσταται ὡς πρὸς τὴν περιουσίαν μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν τῆς γῆς ἐν γένει καὶ τῶν τιμαριούχων ἰδιοκτητῶν, ἐγέννησε τὸ κοινωνικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα; Ἐὰν, κύριοι, θελήσωμεν νὰ πιστεύσωμεν τὰς διαβεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δικαστικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐπανειλημμένως ἠθέλησε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτου, καὶ μικροῦ δεῖν νὰ ἐπαληθεύσῃ τοῦτο· διότι, ἐὰν οἱ χωρικοὶ, εἰς τὴν βίαν τῶν διοικητικῶν καὶ στρατιωτικῶν Ἀρχῶν ὑπείκοντες, ἀνεγνώριζον τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀντιποιουμένων πλήρη ἰδιοκτησίαν, αἱ δικαστικαὶ διενέξεις ἤθελον ἐκλείψει. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κοπιάσω, ὅπως ἀποδείξω τὴν ὕπαρξιν τοῦ δικαστικοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διότι σειρὰ ὅλη βουλευτῶν ἐκ τῶν Ἐπαρχιῶν, αἵτινες πάσχουσι, διαμαρτύρονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τινὲς δὲ αὐτῶν εἶναι καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι ἡ τρανωτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα ὑπάρχει ἀτυχῶς, ὑπάρχει δὲ κυρίως μὲν εἰς τὴν Ἤπειρον, εἰς τὰς Ἐπαρχίας Καρδίτσης καὶ Τρικκάλων, εἶτα δὲ εἰς τὰς Ἐπαρχίας Καλαμπάκας, Δομοκοῦ, Λαρίσσης καὶ Ἁλμυροῦ. Ἡ δὲ Ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι ἀπηλλαγμένη σχεδὸν τῆς τοιαύτης ἐνοχλήσεως, διότι μόνον πρὸς τὸ μέρος τοῦ Βελεστίνου ὑπάρχουσι διενέξεις τινές. Τὸ δὲ κοινωνικὸν ποῦ ὑπάρχει; Τὸ κοινωνικὸν ἐκτείνεται καθ’ ἅπασαν μὲν τὴν προσαρτηθεῖσαν χώραν, οὐχ ἧτον δὲ καὶ εἰς πολλὰς τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν· ἀλλὰ κακῶς τινες, συγχύζοντες τὰ πράγματα, νομίζουσιν, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ὑπὸ δικαστικὴν ἔποψιν, ὅτι ὁμιλοῦμεν καὶ περὶ τοῦ κοινωνικοῦ, καὶ ἴσως τινὲς ἐφοβήθησαν μὴ τυχὸν ἀπειλῶνται αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι, τὰ κοινῶς λεγόμενα τσιφλίκια· διότι ταῦτα διέπονται ὑπὸ ἄλλων κανόνων· οἱ περὶ αὐτῶν τίτλοι εἴτε ἦσαν ἐξ ἀρχῆς νόμιμοι, εἴτε διὰ τοῦ χρόνου κατέστησαν τοιοῦτοι. Τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν εἶναι ἀναμφισβήτητα, καὶ δικαστικαὶ διενέξεις δὲν ὑπάρχουσι μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, αἱ σχέσεις τῶν ὁποίων ὁμαλῶς κανονίζονται ὑπὸ τῶν περὶ ἐπιμόρτου καλλιεργείας διατάξεων τῶν Νόμων. Τόσῳ εἰς τὰς νέας, ὅσῳ καὶ εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας, ὡς π. χ. εἰς τὴν Εὔβοιαν, εἰς τὴν Φθιώτιδα, εἰς τὴν Ἀττικὴν καὶ ἀλλαχοῦ ὑπάρχει ἐπίμορτος καλλιέργεια εἰς μεγάλας ἰδιοκτησίας, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς γινώσκετε, ὁ ἰδιοκτήτης, παραχωρῶν εἰς τὸν καλλιεργητήν, κοινῶς κολίγαν καλούμενον, γαίας, οἰκίαν, ἁλώνιον, σπόρους, προκαταβάλλει κεφάλαια καὶ παρέχει ἄλλας τινὰς μικρὰς εὐκολίας, ὁ δὲ κολίγας καταβάλλει τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ συγκομιδῆς. Ἐκ τῶν εἰσοδημάτων ὁ μὲν ἰδιοκτήτης λαμβάνει τὸ τρίτον, ὁ δὲ καλλιεργητὴς τὰ δύω τρίτα, μετὰ τὴν προαφαίρεσιν τῶν φόρων.
§58ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ.......
§59ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης Βουλευτὴς, διακόπτων με, λέγει, ὅτι ἀπαράλλακτα εἶναι εἰς τὴν Ἄρταν. Αὐτὸ θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἀμέσως, κύριε Καραπάνε· ἀλλ’ ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ, διότι οἱ κολίγοι τῶν τσιφλικίων συνδέονται μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ προσωπικῶν συναλλαγμάτων μισθώσεως, ἐνῷ εἰς τὰ κεφαλοχώρια ἄλλως συμβαίνουσι τὰ πράγματα. Καὶ περὶ μὲν τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος πολλὰ ὁ προαγορεύσας εἶπεν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγὼ παραδέχομαι τινά· θέλω δὲ περιορισθῆ κυρίως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ δικαστικὴν ἔποψιν, διότι τὸ δικαστικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα τῶν νέων Ἐπαρχιῶν θεωρῶ ὑψίστης σημασίας· πρόκειται διὰ τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως νὰ μάθωμεν ἐὰν ἐφαρμόζωνται οἱ Νόμοι παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν. Εὑρίσκομαι ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐννοηθῇ κάλλιον τοῦτο, νὰ προτάξω ἱστορικά τινα γεγονότα σχέσιν ἔχοντα ἄμεσον μὲ τὸ ζήτημα. Τὸ ἱστορικὸν μέρος τοῦ ζητήματος εἶναι ἀνόμοιον, γενικώτερος ὅμως αὐτοῦ χαρακτὴρ εἶναι ὁ ἑξῆς. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ τύραννος τῶν Ἰωαννίνων Ἀλῆ Πασσᾶς ἔφθασεν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἰσχύος του, αἱ κῶμαι καὶ τὰ χωρία, περὶ ὧν πρόκειται, ἦσαν ἐλευθεροχώρια· οἱ χωρικοὶ ἦσαν κύριοι ἀναμφισβήτητοι αὐτῶν, ἐπλήρωνον δὲ καὶ τὰ κεφαλοχώρια ὡς καὶ τὰ τσιφλίκια εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην, τὴν δεκάτην ἐπὶ τῶν προϊόντων των· ὁ αἱμοβόρος ὅμως καὶ ἄπληστος ἐκεῖνος τύραννος διὰ τῶν πρακτόρων αὐτοῦ ἐμάνθανε ποῦ εὑρίσκοντο αἱ καλλίτεραι ἰδιοκτησίαι καὶ ἐξέπεμπεν εἰς αὐτὰς ἀποσπάσματα ἀγρίων Ἀλβανῶν, συγκείμενα ποὺ μὲν ἐξ ἑκατὸν, ποὺ δὲ ἐξ ἑκατὸν πεντήκοντα ἀνθρώπων, τὰ ὁποῖα διὰ παντοίων κακώσεων καὶ πιέσεων ἐξηνάγκαζον τοὺς κατοίκους νὰ ζητήσωσι τὴν ὑψηλὴν προστασίαν τοῦ τυράννου τῶν Ἰωαννίνων. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης φρικώδους πιέσεως οἱ δυστυχεῖς ὑπέκυπτον, ἱκετεύοντες ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἐκ τῆς κατοχῆς τῶν Ἀλβανικῶν ἀποσπασμάτων καὶ εὐχαρίστως ἀντήλλασσον τὴν ἐλευθερίαν των διὰ πληρωμῆς φόρου τινὸς ἐτησίου. Καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἡ ὑποχρέωσις αὕτη τῆς πληρωμῆς ἦτο εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν, βραδύτερον πλειότερον, ἀνελθοῦσα ἐπὶ τέλους μέχρι τοῦ τρίτου. Ἀλλὰ τίς ὡρισμένως ἦτο αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις; τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Οἱ χωρικοὶ ἐξηκολούθουν μένοντες τέλειοι κύριοι ἐπὶ τῶν οἰκιῶν καὶ τῶν φυτειῶν των, ἡ δὲ βοσκὴ, τὸ λεγόμενον μερὰς, ἀνῆκεν εἰς τὴν κοινότητα· ἐπλήρωνον δὲ εἰς τοὺς εἰσπράκτορας τοῦ Ἀλῆ ἐπὶ τῶν παραγομένων μόνον δημητριακῶν καρπῶν τὸ ⅓. Περὶ τῆς ἁρπαγῆς τῶν χωρίων καὶ τῶν κωμῶν, ἰδίᾳ τῶν τμημάτων Ραδοβιτσίου καὶ Ἄρτης, ἀναφέρει καὶ ὁ Καποδίστριας εἰς τὰς ἐπιστολάς του· παρατηρεῖ μάλιστα ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἦτο ὡς ἓν πρὸς 4½ μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Τούρκων ἰδιοκτητῶν, ἐνῷ εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου δὲν ἐπεξέτεινε τὰς ἁρπακτικὰς αὑτοῦ πτέρυγας ὁ αἱμοβόρος αὐτὸς Πασσᾶς, ἦτο ἡ μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Τούρκων ἀναλογία τῆς ἰδιοκτησίας ὡς 20 ἢ 25 πρὸς 1. Καταστραφέντος τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τὰ μὲν Τουρκοχώρια ἀφῆκεν ἐλεύθερα, ἀλλὰ τὰ Χριστιανικὰ ἀφῆκεν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, δηλαδὴ τῆς ὑποχρεώσεως πληρωμῆς, ἐκτὸς τῆς δεκάτης, καὶ τοῦ τρίτου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην αἱ οἰκίαι καὶ αἱ φυτεῖαι διετηρήθησαν ἀνέπαφοι ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ· οὐ μόνον αἱ οἰκίαι ἐκτίζοντο καὶ ἐπεσκευάζοντο ἰδίᾳ τῶν χωρικῶν δαπάνῃ, ἀλλ’ αὗται ὡς καὶ αἱ φυτεῖαι ἐπωλοῦντο καὶ διετίθεντο ἐλευθέρως παρ’ αὐτῶν, ἐπροικίζοντο, ἐδωροῦντο ἢ ἀντηλλάσσοντο ἄνευ παρενοχλήσεώς τινος· ἡ δὲ βοσκὴ ἐξηκολούθει οὖσα ἀποκλειστικὴ εἰς τὴν κοινότητα. Ἡ Ὑ. Πύλη, εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ πληρωμὴ τοῦ τρίτου, θέλουσα ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ἐξεποίησεν εἰς διαφόρους ἢ ἔδωκεν ἀντὶ συντάξεων εἴς τινας ἀπογόνους τοῦ Ἀλῆ πᾶν ὅ,τι εἶχε, δηλαδὴ τὴν πληρωμὴν τοῦ τρίτου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ἡ κατάστασις αὕτη διετηρήθη μέχρις ἐσχάτων· ὅτε δὲ ἐπέκειτο ἡ προσάρτησις, ἰσχυροί τινες Χριστιανοὶ ἠγόρασαν τὸ δικαίωμα πληρωμῆς τοῦ τρίτου πολλῶν χωρίων, ὅπερ, ὡς σᾶς εἶπον, ἔχει τὴν ἀρχήν του ἐκ τῆς ἁρπαγῆς τοῦ Ἀλῆ. Ἐὰν τοῦτο τώρα πρέπῃ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἴμορον, ὡς ἀξιοῦσιν οἱ μὲν, ἢ ὡς φόρος, ὡς ἀξιοῦσιν οἱ δὲ, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις μέχρι τῶν παραμονῶν τῆς Συμβάσεως. Καθ’ ἣν δὲ ἐποχὴν ὑπεγράφη ἡ Σύμβασις, αἱ κῶμαι καὶ τὰ χωρία, περὶ ὧν πρόκειται—διότι δὲν ὁμιλῶ περὶ τσιφλικίων—εἶχον τὰς οἰκίας καὶ τὰς φυτείας ἀποκλειστικῶς ἰδιοκτήτους, τὸ δικαίωμα τῆς βοσκῆς ἀναμφισβητήτως κοινοτικὸν, ὑποχρέωσιν ὅμως νὰ πληρώσωσι τὸ ⅓ τῶν παραγομένων δημητριακῶν καρπῶν εἰς τοὺς διαδόχους τοῦ Ἀλῆ. Τοῦτο δ’ ἐκλήθη ἴμορον, ἀλλ’ εἴς τινα μέρη οἱ χωρικοὶ, χαρακτηρίζοντες αὐτὸ ὡς φόρον, ἠρνήθησαν τὴν πληρωμὴν, ἰσχυριζόμενοι ὅτι σὺν τῇ ἀπελευθερώσει των ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἀπηλλάγησαν τῆς πληρωμῆς ἄλλων φόρων, ἐκτὸς ἐκείνων, εἰς οὓς ὑποχρεοῦνται εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ὡς Ἕλληνες πολῖται. Εἰς τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους ἀποδίδεται ἡ σύνταξις τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6 τῆς Συμβάσεως, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσαν ἄλλοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ἐκεῖνο ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἠθέλησαν νὰ παρεξηγήσωσι τὸ ἄρθρον 6 λέγοντες, ὅτι ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀνεγράφη ὡς ἀποκλειστικὸν προνόμιον, ἐνῷ, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως, εἰμὴ ὅτι τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων χαίρουσι καὶ οἱ καλλιεργηταί. Ἐπὶ λέξεσι τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ 6 ἄρθρου ἔχει οὕτως: «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ, ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν. Οὐδεμία δὲ τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ Νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον». Ἀτυχῶς, ὡς προεῖπον, τόσῳ ἐνώπιον Δικαστηρίων τινῶν, ὅσῳ καὶ παρὰ τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐπιστεύθη, ὅτι δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τῆς Συμβάσεως ἑπόμενον εἶναι ὅπως τύχωσιν ἐξαιρετικῆς προστασίας οἱ ἰδιοκτῆται· διὰ τοῦτο δὲ ἐφηρμόσθησαν αἱ περὶ ἐξώσεως διατάξεις τοῦ περὶ δυστροπούντων ἐνοικιαστῶν Νόμου, ἐνῷ ἐκ τοῦ ἄρθρου 6ου δὲν ἐπετρέπετο λόγῳ τῶν προϋπαρχουσῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν· καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ Σύμβασις, λαβὼν τὸν λόγον, ὑπεστήριξα τὰ αὐτὰ, ὅσα σήμερον. Ἀλλὰ τί συνέβη μετὰ τὴν Σύμβασιν; Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς Συμβάσεως, ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις ἔχομεν τρεῖς τάξεις ἀνθρώπων· τοὺς ἀντιποιουμένους τελείαν ἰδιοκτησίαν, τοὺς ἀγρότας, οἵτινες ἀποκρούουσιν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὰς ἀξιώσεις ταύτας, καὶ τοὺς παρακεντέδες ἢ περκεντέδες, δηλαδὴ ἐκείνους, οἵτινες, καίτοι μένοντες ἐν ταῖς κώμαις καὶ τοῖς χωρίοις, ἔχοντες φυτείας καὶ ἐπὶ τῆς βοσκῆς δικαίωμα ὡς μέλη τῆς κοινότητος, δὲν καλλιεργοῦσιν ὅμως ἀγροὺς καὶ ἑπομένως οὐδὲ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ τρίτου ὑποχρεοῦνται ἐν πάσῃ περιπτώσει. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη ἐδείχθη ὑπερβολὴ ἑκατέρωθεν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἰδιοκτησίας. Ἴσως εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ εἴς τινα μέρη οἱ χωρικοὶ ἐβαυκαλίσθησαν ν’ ἀποκτήσωσι καὶ δικαιώματα πλείονα ἐκείνων, ἅτινα πραγματικῶς ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἶχον· ἴσως τινὲς ἐπίστευσαν, ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀπαλλαγῶσι καὶ τοῦ λεγομένου αὐτῶν ἰμόρου ἢ φόρου. Καὶ περὶ τούτου μὲν ἀπαιτεῖται ὅλως ἰδία ἐξέτασις, ἣν δὲν ἐπιχειρῶ ἤδη· ἀλλ’ εἶναι ἀληθέστερον, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ὑπερηκόντισαν πᾶσαν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν καὶ ἠθέλησαν ν’ ἀποστερήσωσιν, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, τοὺς ἀγρότας παντὸς δικαιώματος, τὰ ὁποῖα ἔχαιρον πράγματι πρὸ τῆς συμβάσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη προεκάλεσεν, ὡς ἦτο ἑπόμενον, δικαστικὰς διενέξεις. Κατ’ ἀρχὰς κατέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια οἱ ἀντιποιούμενοι ἰδιοκτησίαν, καὶ τοῦτο ἦτο φυσικώτατον, διότι οἱ χωρικοὶ κατεῖχον σωματικῶς τ’ ἀκίνητα· ὅταν ὅμως εἶδον, ὅτι τὰ Δικαστήρια, δυνάμει τῶν ἰσχυόντων Νόμων, προστατεύουσι τοὺς κατόχους, τότε ἐτράπησαν ἄλλην ὁδὸν, τὴν συντομωτέραν, λέγοντες «μὰ αὐτὸ εἶναι ἀφόρητον· ἡ Πολιτικὴ Δικονομία σας δὲν ὑποφέρεται· ἐνισχύει τὴν στρεψοδικίαν καὶ διαιωνίζει τὰς δίκας»· καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλ’ ἐὰν πταίουσιν οἱ Νόμοι, ἢ τὰ Δικαστήρια δὲν εἶναι οἷα ἔπρεπε νὰ ἦναι, ἔλθετε, δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ εἰς τοὺς κυρίους τούτους, νὰ τὰ διορθώσωμεν. Τίς ὅμως ἡ συντομωτέρα αὕτη ὁδός; Εἶναι ἡ λύσις τῶν δικαστικῶν διαφορῶν ὑπὸ τῶν ἀγροφυλάκων, τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων καὶ τῶν χωροφυλάκων! Καὶ τοῦτο λέγω μὲ θλῖψίν μου, καὶ δὲν θὰ τὸ ἔλεγον, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου ἐπίσημα ἔγγραφα, κατατεθέντα ἐνταῦθα. Ἀνεγνώσατε, πιστεύω, τὰς δημοσιευθείσας ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐξέδωκε πρὸς τὰς Δικαστικὰς Ἀρχὰς κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1881. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κ. Ρικάκης ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλε τὰς Ἀρχὰς, ὅτι δύνανται αὗται νὰ λαμβάνωσι προληπτικὰ ἀστυνομικὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν τῶν αὐτοδικιῶν καὶ τῆς ὑφαιρέσεως καρπῶν συνιδιοκτημόνων, κατὰ τὰ ἄρθρα 205 καὶ 372, ἐδάφιον 1 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀκολούθως ἐγένετο καὶ ἀπόφασις τοῦ τότε Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει ἡ πρᾶξις;
§61ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τῆς 13 Δεκεμβρίου τοῦ 1881.—Τὴν κατάστασιν ταύτην εὗρεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ἥτις ἀτυχῶς, ὡς μὴ ὤφειλε, ἐξηκολούθησεν ἐπὶ τὰ αὐτὰ ἴχνη, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε τὴν 27 Ἰουλίου 1882 ὁμοίαν ἐγκύκλιον, ἐπὶ τῶν αὐτῶν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἄρθρων στηριζομένην. Ἔχω ἐν τούτοις ἐνταῦθα τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποσχεθέντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἀνόρθωσιν τῶν Νόμων, καὶ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὤφειλεν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις νὰ ἀνορθώσῃ ὡς πρὸς τοῦτο τοὺς παραβιασθέντας Νόμους. Ἀτυχῶς καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν αὐτὴν βαδίσας ὁδὸν καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων στηριχθεὶς, ἐπανέλαβεν, ὅτι δύνανται Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ νὰ λαμβάνωσιν αὐτὰ τὰ προληπτικὰ μέτρα, τοῦθ’ ὅπερ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ σημαίνει: τὴν παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων καὶ τῶν χωροφυλάκων ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης! Κατ’ αὐτὰς δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι δύω τίτλους ὀφείλουσιν αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ νὰ προστατεύωσι, τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ τὴν κατοχήν. Καὶ περὶ μὲν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, ἀλλὰ περὶ τῆς κατοχῆς θὰ ἐξετάσω βραδύτερον κατὰ πόσον κλητῆρες καὶ χωροφύλακες δύνανται νὰ λύσωσι τὰς περὶ νομῆς καὶ κυριότητος διενέξεις τῶν πολιτῶν. Ὅταν, κύριοι, ἀνέγνων τὰς δύο ἐγκυκλίους, ἐνεθυμήθην τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτοξεύοντος ἐντεῦθεν βέλη κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξέδωκεν ἀντισυνταγματικὰ Διατάγματα. Μᾶς εἶπε τότε, ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς Γαλλίας, ὑπῆρχεν εἰς ἐποχήν τινα ἄρθρον, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ Νομοθετικὰ Διατάγματα εἰς μίαν μόνον περίστασιν, ὅταν πρόκηται περὶ δημοσίου ἀσφαλείας· κατήντησε δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, εἰς τὸ Σύνταγμα στηριζομένη, νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα περὶ ἐπιβολῆς φόρων, δικαιολογήσασα τοῦτο διὰ τοῦ ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δημοσίου ἀσφαλείας! Ἐννοεῖτε λοιπὸν, ὅτι τὸ αὐτὸ νῦν συμβαίνει ἐκ μέρους τῶν κλητήρων καὶ τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς προλήψεως ἀδικημάτων, ἀποφαίνονται περὶ τῶν ζητημάτων τῆς κυριότητος καὶ τῆς νομῆς, λόγχην ἀντὶ Νόμων ἔχοντες. Τίνες δὲ αἱ συνέπειαι τοιούτων ἐγκυκλίων; πρῶτον ἡ παρεμπόδισις τῆς συγκομιδῆς· δεύτερον ἡ παρεμπόδισις τῆς σπορᾶς. Ποῖοι ἦσαν οἱ καρποὶ αὐτῶν; αἱματηραὶ συγκρούσεις. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τέσσαρα τηλεγραφήματα, ἐξ Ἄρτης ἀποσταλέντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐμὲ, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαίως βλέπετε, ὅτι αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ ἐπελήφθησαν ἔργων καθαρῶς δικαστικῶν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε οἱ καλλιεργηταὶ μεταβαίνουσιν, ὅπως ὀργώσωσιν, οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ οἱ χωροφύλακες θραύουσι τὰ ἄροτρα καὶ διώκουσι τοὺς βόας....
§62ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§63ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι θὰ ζημιωθῆτε ἐκ τῶν διακοπῶν.
§64ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δικαιοῦμαι νὰ σὲ διακόψω, διότι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§65ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ πῶς θὰ ἀποδείξητε, ὅτι ἀληθὴς εἶναι ἡ διάψευσίς σας; Ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἐννοῶ τίποτε, ἐνῷ οἱ χωρικοὶ ἀναφέρουσιν ὡρισμένα γεγονότα.
§66ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ψεύδη.
§67ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγῃ τις ἀορίστως, εἶναι ψεύδη, πρέπει νὰ τὸ ἀποδείξῃ· μέχρις ἀποδείξεως δὲ ἐναντίας θεωροῦνται πιστευτὰ τὰ ἀλλεπάλληλα τῶν χωρικῶν παράπονα.
§68Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Πρὸ καιροῦ οἱ χωρικοὶ ἑνὸς χωρίου τῆς Καρδίτσης ἐξεδιώχθησαν διὰ τοιούτων μέσων, χωρὶς νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν ὁ ἀξιῶν ἰδιοκτησίαν, ὅτι κατεῖχε μέχρι τοῦδε αὐτὸ τὸ μέρος. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἥτις ἐπικρατεῖ.
§69ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Γνωρίζομεν τὰ συμβαίνοντα, διότι δὲν ζῶμεν εἰς τὴν Καληδονίαν. — Ἐξ ὅσων ὡμίλησαν μέχρι τοῦδε, δύω μόνον ἀντετάχθησαν κατὰ τῶν προτάσεων πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Καὶ τὸν μὲν συνάδελφόν μου κ. Στεφανίδην ἀρκοῦμαι νὰ παραπέμψω εἰς τὴν σελίδα 946 τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον, διὰ νὰ εὕρῃ ἐκεῖ ἀκριβῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶπεν εἰς ἀξιότιμος βουλευτὴς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§70ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μᾶς σημειώσητε εἰς τὸν κατάλογον.
§71ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. (ἀναγινώσκει μίαν περικοπὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Στεφανίδου). Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης βλέπετε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι οἱ δύστηνοι οὗτοι χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας μόνον κατ’ ὄνομα εἶναι σήμερον ἐλεύθεροι, πράγματι δὲ διατελοῦσιν ἐν χειροτέρᾳ καταστάσει, παρ’ ὅτι ἦσαν ἐπὶ Τουρκικῆς τυραννίας, ὥστε ἡ θέσις των ἐχειροτέρευσε διὰ τῆς ἑνώσεως αὐτῶν μετὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ κυρίως ἀπεκαταστάθησαν εἵλωτες εἰς τοὺς νέους ἰδιοκτήτας, τοὺς λεγομένους Χριστιανούς.
§72ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ....
§73ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εὑρίσκω εὔγλωττα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κυρίου Στεφανίδου, καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἀναγινώσκω: «Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ τούτου ζητήματος καὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην 200,000 ψυχῶν, ζώντων βίον ἀβίωτον, διότι αὔριον θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις φόρους αἵματος, ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι δὲν ἔχουσι πατρίδα. Πῶς λοιπὸν ἄνευ πατρίδος θὰ δώσωσι τὰ τέκνα των οἱ πατέρες νὰ φονευθῶσιν ἐν ἐθνικῷ πολέμῳ!» Ἐδῶ παρατίθενται στίχοι τινὲς τοῦ Εὐριπίδου, οὕς ἀκολουθεῖ παράφρασις «... ὥστε (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων) ἀφοῦ τις δὲν ἔχει ὡρισμένην πατρίδα, οὐδὲ τόπον νὰ ταφῇ, μὲ ποῖον θάῤῥος θὰ πολεμήσῃ ἐν καιρῷ ἀνάγκης καὶ διὰ ποῖον σκοπὸν θὰ κινδυνεύσῃ ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ; Τάχα διὰ χωράφια τοῦ κ. Καραπάνου καὶ τῶν ἀλλοτρίων ἰδιοκτητῶν; Οἱ χωρικοὶ οὗτοι εἰς ἣν εὑρίσκονται κατάστασιν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐκ προοιμίου τοῦ πολέμου βεβαιότητα, ὅτι θὰ νικήσωσι τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος, ὡς λέγει ὁ Ὅμηρος». Ἐδῶ πάλιν ἔχομεν ὀλίγους Ὁμηρικοὺς στίχους. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ φίλος μου κ. Στεφανίδης διὰ ζωηροτέρων καὶ πειστικωτέρων ἐπιχειρημάτων, ἀποδεικνύων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλουσι νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§74ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ ὄχι νὰ μὲ νομίζετε ὡς ἀσυνεπῆ.
§75ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ κ. Στεφανίδου ἀναιρεῖται πειστικώτερα δι’ αὐτοῦ τοῦ κ. Στεφανίδου τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ, ἐπειδὴ εὗρον τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ εὔγλωττα, σᾶς τὰ ἀνέγνων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς βουλευτοῦ, ὁ ἐκ Ναυπλίας ἀξιότιμος βουλευτὴς, ἐμβριθέστερον συζητήσας, ἀντέταξε τὴν ἀναρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ναυπλίας βουλευτοῦ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἄξια συζητήσεως τρία μέρη· πρῶτον, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεωμένη εἶναι ἐκ τῆς συμβάσεως, ὅπως προστατεύσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, δεύτερον, ὅτι τὰ Δικαστήρια εἶναι ἀνεπαρκῆ διὰ τὰς κοινότητας, διότι πρόκειται περὶ ταὐτοχρόνου ἐκδικάσεως πολλῶν διαδίκων, δι’ οὓς ὁ Εἰρηνοδίκης εἶναι ἀνεπαρκὴς διὰ τὰ προσωρινὰ μέτρα, καὶ τρίτον, ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν μὴ εἰσέλθωμεν εἰς μέτρα δικαστικὰ, ἐξελέγχοντες τὰ περὶ τούτου συμβαίνοντα· ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναρμοδίως ἐπελήφθη τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ἐὰν νομίμως ἢ οὒ ἐπεμβαίνωσιν αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαί. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ναυπλίας διηρμήνευσε τὸ φρόνημα τῆς φίλης αὐτῷ Κυβερνήσεως, διότι μέχρι τοῦδε τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν δὲν ἠκούσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι πάντα ταῦτα πρέπει ν’ ἀναιρεθῶσιν· ἄρχομαι δὲ πρὸς τοῦτο ἀπὸ τοῦ τελευταίου μέρους, τοῦ περὶ τῆς ἁρμοδιότητός μας. Ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα, ὅπως συζητήσωμεν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὡς παρεστάθη; Ἰδοὺ τὸ ἐρώτημα, ὅπερ τίθεται. Ἔχομεν ἁρμοδιότητα, ἀπαντῶ, διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, ἐὰν συνταγματικῶς ἢ οὒ αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ ἐξετόπισαν τὰς Δικαστικάς. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀπαντήσεώς μου ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν ἀγροτικὸν ζήτημα. Δικαιούμεθα, ἵνα κατόπιν εὐρείας συζητήσεως ἐξεύρωμεν νομοθετικὰ μέτρα πρὸς λύσιν τοῦ κοινωνικοῦ μέρους τοῦ ζητήματος· ἰδοὺ καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀπαντήσεώς μου. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους φρονῶ, ὅτι ἁρμοδιωτάτη εἶναι ἡ Βουλὴ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, καὶ ὅτι μάλιστα πολὺ ἐβράδυνε νὰ ἐπιληφθῇ ταύτης. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ὅμως μέρος τῆς ἁρμοδιότητός μας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ διπλῆν ἔποψιν τὸ ζήτημα. Κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἐπιδικάζωσι νομὴν καὶ κυριότητα κινητῶν καὶ μάλιστα ἀκινήτων; Ἐὰν κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους δὲν εἶναι ἁρμόδιοι αὗται, ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ Σύμβασις μετέβαλε τοῦτο ὡς πρὸς τὰς νέας Ἐπαρχίας; Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθησαν οἱ ἐκδόται τῶν ἐγκυκλίων, δι’ ἧς ἐχαρακτήρισαν τὰ παρὰ τῶν ἀγροτῶν τελούμενα ὡς αὐτοδικίαν καὶ ὑφαίρεσιν· ἀλλ’ εἰς ἀμφότερα τ’ ἀδικήματα ταῦτα ὑπάρχει τὸ προδικαστικὸν ζήτημα καὶ ἰδίως τὸ τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς κατοχῆς. Τίς τὸ λύει τοῦτο; Τὸ λύει ἡ Κυβέρνησις, τὰ ὄργανά της, οἱ κλητῆρες καὶ οἱ χωροφύλακες, ἢ τὰ Δικαστήρια; βεβαίως τὰ Δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια νὰ ἐκτιμήσωσιν ἐὰν καὶ πότε ὑπάρχῃ αὐτοδικία, ἢ ὑφαίρεσις, τὰ Δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια νὰ τιμωρῶσι τοὺς ἐνόχους, τὰ Δικαστήρια νὰ κανονίζωσι κατὰ τοὺς Νόμους τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν ἢ ὁμάδων σχέσεις. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω μακρὰν ἀνάπτυξιν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι ὅλοι ὅσοι εὑρέθετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξετάσητε, γνωρίζετε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καθαρῶς δικαστικὸν καὶ δὲν δύναται οὔτε ὁ Ὑπουργὸς, οὔτε ὁ Νομάρχης πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ὁ χωροφύλαξ καὶ ὁ κλητὴρ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ὑψίστου τῆς ἀπονομῆς Δικαιοσύνης ἔργου· οἱ Νόμοι διαγράφουσι σαφῶς τὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται ν’ ἀναμιχθῶσι τὰ ὄργανα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς. Καὶ πῶς δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν λύσιν τῶν δικαστικῶν διαφορῶν εἰς τοὺς κλητῆρας καὶ χωροφύλακας, ἀφοῦ αὐτὰ ταῦτα τὰ Δικαστήρια δὲν δύνανται πολλάκις νὰ καταλήξωσιν εἰς δίκαιόν τι συμπέρασμα καὶ κατόπιν μακροτάτων δικαστικῶν ἀγώνων; Περὶ κοινοτήτων ἀκριβῶς δὲν ἠννόησα τί ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, διότι γνωρίζω, ὅτι αἱ κοινότητες ὡς νομικὰ πρόσωπα εἶναι καὶ αὐταὶ ὑποκείμεναι ὡς οἱ ἰδιῶται εἰς τοὺς Νόμους. Ἂν δὲν ἐπαρκῇ εἷς Εἰρηνοδίκης διὰ προσωρινὰ μέτρα, ἂς διορισθῶσι 15, ἂς ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον διευκολύνον, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δικαιούμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὰς ἁρμοδίους Ἀρχὰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν. Τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, κύριοι, διακρίνεται, ὡς γινώσκετε, κυρίως ἀπὸ τὸ Μοναρχικὸν, ἀπὸ τὸ τυραννικὸν διὰ τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἐγένετο ἐκ μακροτάτων χρόνων, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους. Ὁ Ἀριστοτέλης εἰς τὰ Πολιτικὰ αὑτοῦ λέγει: «Ἔστι δὲ τρία μόρια τῶν Πολιτειῶν πασῶν.... ἓν μέν τοι τὸ βουλευόμενον περὶ τῶν κοινῶν, δεύτερον δὲ τὸ περὶ τὰς ἀρχάς· τοῦτο δ’ ἐστίν, ἃς δεῖ καί τινων εἶναι κυρίως, καὶ ποίαν τινὰ δεῖ γίγνεσθαι τὴν αἵρεσιν αὐτῶν· τρίτον δὲ τί τὸ δικάζον». Τρέχων ἤδη διὰ μέσου τῶν αἰώνων φθάνω μέχρι τοῦ νεωτέρου πολιτειολόγου Montesquieu, ὅστις ἐν τῷ συγγράμματι αὐτοῦ Esprit des lois: «Τὸ πᾶν λέγει ἤθελεν ἀπωλεσθῆ, ἐὰν ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ἢ τὸ αὐτό πολιτικὸν Σῶμα, εἴτε ἐξ εὐγενῶν, εἴτε ἐκ τοῦ λαοῦ συγκείμενον, ἐνήσκει καὶ τὰς τρεῖς Ἐξουσίας». Μετὰ τὰς αὐθεντικὰς ταύτας τῆς ἐπιστήμης μαρτυρίας περιττὸν νὰ μνημονεύσω ἄλλων συγγραφέων. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίς ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς Πολιτείας καὶ τοῦ φιλελευθέρου ἡμῶν, ὡς τὸ λέγουσι, Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ὅταν ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔχει εἰς χεῖράς της καὶ τὴν Δικαστικήν. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι λόγοι καὶ θεωρίαι καὶ δὲν στηρίζονται εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος; Ἀκούσατε τί λέγει τὸ ἄρθρον 28: «Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν Δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως». Τί λέγει τὸ ἄρθρον 87; «Ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ὑπὸ Δικαστῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν Νόμον». Ὁποῖον δὲ τὸ ἔργον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς; Τὸ ἔργον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν διαφορῶν εἶναι νὰ ἐκτελῇ τοὺς Νόμους κατὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων καὶ πλέον οὔ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21, ἅπασαι αἱ Ἐξουσίαι ἐνεργοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν, κύριοι, τὰ ζητήματα τῆς κατοχῆς, τῆς νομῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, τὰ καθαρῶς δικαστικὰ, τὰ ἀφήσετε εἰς τοὺς ἀγροφύλακας τοῦ Α ἢ τοῦ Β, εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ἢ εἰς τοὺς χωροφύλακας τοὺς περιφήμους, τί περιμένετε; δὲν ὑπάρχει πλέον Δικαστικὴ Ἐξουσία, δὲν ὑπάρχει ἰδιοκτησία, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ οὔτε Ἔπαρχος, οὔτε Νομάρχης, οὔτε αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τοιαύτην Ἐξουσίαν. Θέλω, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ τὴν ἐπιεικεστέραν ἑρμηνείαν τῶν κατὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας συμβαινόντων, καὶ θέλω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ παρασυρομένη ἐκ προσωπικῶν λόγων, ἀλλ’ ἐκ πλάνης παρεδέχθη ὅτι τῇ ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς Συμβάσεως τοιαύτη ὑποχρέωσις ἰδιαζούσης διὰ τῶν ὀργάνων τῆς προστασίας ὑπὲρ τῶν ἀντιποιουμένων ἰδιοκτησίαν· ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι τοῦτο ἀληθές; Αἱ συμβάσεις, κύριοι, δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἄλλο τι εἰμὴ Νόμοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος. Πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συνομολογηθῇ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεώς μας καὶ ἄλλης τινὸς Ἐπικρατείας, ψηφισθῇ δὲ ὡς Νόμος τοῦ Κράτους ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀντιβαίνῃ εἰς διάταξίν τινα Συνταγματικὴν καὶ μάλιστα οὐσιώδη, οὔτε διὰ τὸ Δικαστήριον, οὔτε διὰ τὰς Ἀρχὰς εἶναι ὑποχρεωτικόν. Πρῶτον μὲν ἡ Σύμβασις δὲν ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τοὐλάχιστον τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6, ἀντισυνταγματικήν τινα ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ καὶ ἂν τὴν ὑπεχρέου, ὤφειλε, σεβομένη τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν, ὑπὲρ ἧς ἀνεπαρκῶς συνηγορεῖ ὁ ἐκ Ναυπλίας Βουλευτὴς, νὰ ἀρνηθῇ πᾶσαν ἐπέμβασιν εἰς ἔργα ἀλλότρια. Τί συμβαίνει σήμερον; διὰ τῆς ἀποκλειστικῆς ταύτης προστασίας τῶν ἀντιποιουμένων τελείαν κυριότητα, οἱ κύριοι οὗτοι διορίζουσι, συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς σχετικοὺς περὶ ἀγροφυλακῆς Νόμους, δέκα ἢ δεκαπέντε ἢ καὶ ἑκατὸ—διότι τοῦτο εἶναι ζήτημα χρήματος—ἀγροφύλακας, οἵτινες ἔνοπλοι περιφέρονται, ὡς τὸ φόβητρον τῶν δυστυχῶν ἀγροτῶν, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι θὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις, καὶ ἐπέρχονται κατόπιν αὐτῶν οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες καὶ οἱ χωροφύλακες, οὓς καλοῦσιν εἰς ἐπικουρίαν. Παρεμβαίνουσι πάντες αὐτοὶ διὰ νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ῥῆξιν; διὰ νὰ προλάβωσιν ἀδικήματα; ὄχι· παρεμβαίνουσι διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τοὺς ἰδιοκτήτας. Διατί δὲν ἐγείρονται παράπονα καὶ ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν περὶ μεροληπτικῆς προστασίας τῶν χωρικῶν; ἠκούσατε, ὅτι τώρα ἐμποδίζουσι τοὺς χωρικούς, ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν, ὡς τὸ θέρος ἀπὸ τὴν συγκομιδήν. Εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ δημοσία τάξις· ἀλλ’ ἡ Ἐξουσία ὀφείλει τότε νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τοῦ Νόμου, παραδίδουσα τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν εἰς τὰς Δικαστικὰς τοῦ Κράτους Ἀρχὰς καὶ οὐχὶ νὰ προστατεύῃ προνομιακῶς τὸ ἓν μέρος ἢ τὸ ἄλλο. Τὸ ζήτημα τῆς νομῆς καὶ τῆς κυριότητος ἔπρεπε ν’ ἀφεθῇ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἐὰν δὲ βραδύνῃ ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἂς διορθώσωμεν τοὺς Νόμους καὶ τὰ Δικαστήρια, ἡμῶν περὶ τῶν ὁποίων ὅμως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν μακρὰν καὶ ὡραιοτάτην αὐτοῦ ὁμιλίαν, ἣν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετὰ προσοχῆς πάντες ἠκούσαμεν, οὐδὲ λέξιν ἀνέφερεν. Καὶ ἐπὶ τέλει δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀνισότης αὕτη; Διατί οἱ ἐν ταῖς παλαιαῖς Ἐπαρχίαις εἵλωτες συμμορφοῦνται μὲ τὸν Νόμον, οἱ δὲ μεγάλοι ἰδιοκτῆται τῶν νέων Ἐπαρχιῶν εἶναι ἄξιοι ἰδιαζόντων προνομίων; Ἐγὼ αὐτὸς, κύριοι, ὡς πληρεξούσιος δικηγόρος ὑπερασπίζομαι ὑπόθεσιν, περὶ ἧς ἀξίζει τὸν κόπον νὰ σᾶς διηγηθῶ ὀλίγα. Ἀδελφός τις ἀφῆκε τὸ ἐν Ἀθήναις περιβόλιόν του εἰς ἀδελφὸν κατὰ παράκλησιν ἐπὶ τριακονταετίαν καὶ πλέον κτῆμα, διὰ πωλητηρίου ἀγορασθὲν καὶ ἀναμφισβήτητον· ἐνόσῳ ὁ ἰδιοκτήτης ἀδελφὸς ἔζη, ὁ κατὰ παράκλησιν κάτοχος οὐδεμίαν ἤγειρεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐγείρῃ ἀξίωσιν κυριότητος. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον ἐκείνου, ὁ κατέχων κατὰ παράκλησιν ἐγείρει ἀδίκους ἀξιώσεις κυριότητος, ἐπωφελούμενος τῆς κατοχῆς. Ἤρχισε δὲ πρὸ μικροῦ δίκη, ἥτις τὶς οἶδε πότε θὰ τελειώσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν κληρονόμων τοῦ ἀληθοῦς ἰδιοκτήτου, δύναμαι νὰ ζητήσω, προστασίαν κλητήρων καὶ χωροφυλάκων, ὅπως ἐκδιώξωσι τὸν ἀδίκως ἀντιποιούμενον τὴν ἰδιοκτησίαν; Διατί καὶ ἐγὼ νὰ μὴ ζητήσω αὐτὴν τὴν προστασίαν καὶ προστατεύσω τὸν πραγματικὸν κύριον; διότι οἱ Νόμοι ὑποχρεοῦσι τοὺς πελάτας μου νὰ προστρέξωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια. Δὲν θέλω νὰ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοῦτο καταλήγω τὸν λόγον μου ὡς πρὸς τὸ δικαστικὸν μέρος τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, φρονῶν, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνιστῶσα ὅπως μὴ ἐπεμβαίνωσιν αἱ Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ εἰς ζητήματα καθαρῶς δικαστικά· καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Τερτίπη, ἔχουσαν οὕτως «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα συνιστᾷ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως διαταχθῶσιν αἱ ταῖς ἐν νέαις Ἐπαρχίαις Διοικητικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ ν’ ἀπέχωσιν ἐκ τῆς ἀναμίξεως εἰς διαφορὰς τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Δικαστηρίων». Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὸ κοινωνικὸν ζήτημα, ἀρκούμενος εἰς τὰς παρ’ ἄλλων περὶ τούτου λεχθέντα, ἵνα μὴ τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνω, νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ ἐπισταμένως ἤδη, ὅτε παρουσιάζεται ζωηρότερον εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς παλαιάς. Σεβόμενοι βεβαίως τὰ κεκτημένα δικαιώματα, ὡς τοῦτο ἐπιβάλλει ἡμῖν τό τε Σύνταγμα καὶ τὸ δίκαιον, πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, δι’ οὗ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπελευθερώσωμεν ἀληθῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους ἀγρότας, οἵτινες στεροῦνται παντὸς μέσου, ὅπως ἀναπτυχθῶσιν, ὡς ἐλεύθεροι πολῖται. Τὰ ζητήματα ταῦτα παρουσιάσθησαν εἰς πολλὰ μέρη· ἀρκοῦμαι ν’ ἀναφέρω μόνον τὴν Ῥουμουνίαν. Ὑπῆρχε καὶ ἐκεῖ ἡ μεγίστη αὕτη ἀνισότης μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, ἀλλ’ ἐλήφθησαν ὅσα ἐκρίθησαν κατάλληλα μέτρα, καὶ ἐπῆλθον τὰ καλὰ αὐτῶν ἀποτελέσματα. Χάρις εἰς τὴν φιλοπρόοδον ἐπιμέλειαν συνεπαρχιώτου μου, τοῦ κ. Ν. Κωνσταντινίδου, ἐκ τοῦ σύνεγγυς γνωρίσαντος τὰ τοῦ Ῥωμανικοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἐδημοσιεύθη ἐν φυλλαδίῳ μεταφρασθὲν τὸ διάγγελμα τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Ῥουμουνίας Νόμου τοῦ 1864 ἐπὶ τῆς Ἡγεμονίας Ἀλεξάνδρου Ἰωάννου, διὰ τὸν διοργανισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν. Καλὸν νὰ μελετηθῇ καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐν Ῥουμουνίᾳ λύσις εἶναι ἐφικτὴ παρ’ ἡμῖν. Ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς ὑποσχέσεις; διότι ἐνθυμοῦμαι μὲν μίαν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δι’ ἧς πολλὰ ὑπόσχετο περὶ τῶν χωρικῶν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν λιμνῶν τῆς Θεσσαλίας, ἀλλὰ αἱ ὑποσχέσεις αὗται δὲν φαίνονται ἔτι, οὔτε σπουδαῖαι, οὔτε ἐγγὺς ἐκτελέσεως. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀναλυτικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀφοῦ καὶ πολλοὶ ἄλλοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσιν· ἁπλῶς δηλῶ, ὅτι κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἀσχολήσῃ τὴν Βουλὴν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα. Ἀλλ’ ὅπως καταλήξωμεν εἰς πραγματικὸν καὶ καλὸν συμπέρασμα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν μέτρα, ἐφαρμοστέα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, συμφώνως μὲ τὸ βον ἄρθρον τῆς Συμβάσεως, πρέπει προηγουμένως νὰ ὁρισθῶσιν ἀκριβῶς τὰ ὅρια τῶν σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἔχω μίαν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐκλέξῃ Ἐπιτροπήν, ἥτις, εἴτε ἐπιτοπίως μεταβαίνουσα ἐν ἀνάγκῃ διά τινων τῶν μελῶν αὐτῆς ἢ ἐν σώματι, εἴτε ἐντεῦθεν μελετῶσα τὸ ζήτημα, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, φέρουσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἐπὶ τούτου παρατηρήσεις πρῶτον ὡς πρὸς τὰς σχέσεις, αἵτινες ὑπῆρχον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς Συμβάσεως, ἢ ὑπάρχουσι σήμερον μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν, καὶ δεύτερον ὡς πρὸς τὸν τρόπον, ὃν ἤθελον κρίνει κατάλληλον περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν. Ἡ πρότασις ἐπὶ λέξεσιν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτροπὴ ἐξ ἑπτὰ βουλευτῶν, ἐκλεχθησομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, θέλει ἐξετάσει, ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐπιτοπίως, ὑπό τε ἰστορικὴν καὶ πραγματικὴν ἔποψιν τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν καὶ θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς γʹ Συνόδου τὴν περὶ τοιαύτης ἐξετάσεως ἔκθεσιν αὐτῆς μετὰ τῶν σκέψεών της περὶ τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου τῆς διακανονίσεως τῶν εἰρημένων σχέσεων καὶ τῆς δυνατῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν καλλιεργητῶν». Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίστης βουλευτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, φρονῶ, ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον, ἐὰν καὶ ἄλλοι 14 βουλευταὶ εἶναι τῆς γνώμης μου, νὰ λυθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προμηθείας μεταλλικοῦ ἐκ δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. (Ὅρα Παράρτημα). Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κωνσταντόπουλος.
§77Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παραδέχομαι τὰς σκέψεις καὶ τὰ συμπεράσματα τοῦ προλαλήσαντος, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀκούσω τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν αἰτιάσεων.
§78ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§79Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εὐτυχὲς συμβὰν θεωρῶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ ἐπιληφθῇ τέλος πάντων τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τοῦ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἀναφυομένου. Ἱκανοποίησεν οὕτω τοὺς ἐνδομύχους καὶ διακαεῖς πόθους 300 χιλιάδων Ἑλλήνων, καὶ θέλει λάβει ἀφορμὴν, ὡς ἐλπίζω, νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Ἡ ἀνάπτυξις τοῦ ζητήματος τούτου ἥρμοζε βεβαίως εἰς τοὺς βουλευτὰς τῶν Ἐπαρχιῶν ἐκείνων, διότι αὐτοὶ καὶ τὰ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν Ἐξουσίαν συμβαίνοντα καὶ ἰσχύοντα καλῶς ἐγνώριζον, καὶ τὰ μετὰ τὴν ἕνωσιν διαδραματισθέντα ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθησαν. Καὶ ὀφείλομεν ἀληθῶς χάριτας, κύριοι, εἰς τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, διότι πράγματι καὶ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἱστορικὴν αὐτοῦ ἔποψιν σαφῶς διευκρινίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπιτρέπεται ἤδη καὶ εἰς ἡμᾶς, μετὰ τὴν ἀκρόασιν τῶν ἐκτεθέντων, νὰ ἐκφέρωμεν ἰδέας τινὰς περὶ αὐτοῦ καὶ σκέψεις. Ἂν, κύριοι, καλῶς ἀντελήφθην τῶν ἐκτεθέντων, ἀνώμαλος ἦτον ὅλως ἡ κατάστασις τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἑνώσεως, οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων ἐνέμοντο καὶ ἐκαρποῦντο ἀνενοχλήτως καὶ τὰς οἰκίας καὶ τὰς ἀμπέλους καὶ τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν, ὅσοι εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν προγόνων αὐτῶν εἶχον περιέλθει. Ἔβοσκον ἀνενοχλήτως τὰ ζῷά των εἰς τὰς βοσκὰς τοῦ χωρίου, καὶ ἐξυλεύοντο ἐλευθέρως καὶ ἀνενοχλήτως, διότι αἱ βοσκαὶ καὶ τὰ δάση ἐθεωροῦντο κοινοτικὴ περιουσία. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θερισμὸν τῶν ἀγρῶν παρίστατο ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία καὶ ἐλάμβανε παρ’ αὐτῶν ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τῶν ἐτησίων μόχθων καὶ ἀγόνων, ἤγουν 30%, ἐκτὸς τοῦ φόρου τῆς δεκάτης. Ἡ καταθλιπτικὴ αὕτη κατάστασις δὲν ἐγεννήθη ἀμέσως μετὰ τὴν Τουρκικὴν κατάκτησιν, διότι τότε μόνον ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐπεβλήθη εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τῶν ἀγρῶν, βραδύτερον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κάτοικοι τῶν χωρίων ἠναγκάσθησαν νὰ συνομολογήσωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς βαρυτέρων δικαιωμάτων τούτου πρὸς ἰσχυροὺς Ὀθωμανοὺς, διὰ νὰ ἀποφύγωσιν, οἱ δυστυχεῖς, μείζονας τυραννίας καὶ πιέσεις. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις, κύριοι, αὕτη συνεπληρώθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ τῆς ἰσχύος τοῦ αἱμοβόρου ἐκείνου δεσπότου τῆς Ἠπείρου, τοῦ ἀνθρωπομόρφου ἐκείνου τέρατος, τοῦ καταισχύναντος τὴν ἀνθρωπότητα. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ κάτοικοι τῶν πλείστων τοὐλάχιστον χωρίων ἐξηκολούθουν νεμόμενοι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν καὶ πληρώνοντες μόνον τὸν φόρον τῆς δεκάτης· ὁ Ἀλῆς ἀπῄτησεν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων νὰ ἀναγνωρίσωσιν αὐτὸν ὡς κύριον τῶν γαιῶν των καὶ πρὸς ἔνδειξιν τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης ἐπέβαλεν αὐτοῖς νὰ πληρώνωσι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεκλήθη δικαίωμα ἰμόρου. Ἐν τίνι, κύριοι βουλευταί, δικαιώματι προέβη ὁ δεσπότης ἐκεῖνος εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ ἰμόρου, ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ; Ἀλλὰ δύναται, κύριοι, νὰ γείνῃ λόγος περὶ δικαιωμάτων ἐν τῇ ἰσχύϊ ἀγρίας Ἐξουσίας, ἡ ὁποία τὴν ἀκόρεστον αὐτῆς πλεονεξίαν ἐξελάμβανεν ὡς δικαίωμα καὶ τὴν αὐθαίρετον αὐτῆς θέλησιν ὡς ἀνωτέραν παντὸς Νόμου καὶ παντὸς δικαίου; Τί ἠδύναντο ὅμως, κύριοι, νὰ ἀντιτάξωσιν οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ κάτοικοι τῶν χωρίων; Πῶς ἠδύναντο νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ αἱμοχαροῦς δεσπότου, ὁ ὁποῖος ἐπέσειε κατ’ αὐτῶν τὸν βρόχον καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ δημίου; Ἔκυψαν σιωπηρῶς τὸν αὐχένα, ἵνα ἀποφύγωσι μείζονας πιέσεις καὶ βασάνους καὶ παρεδέχθησαν νὰ πληρώνωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου. Ἐξέλιπε μετ’ ὀλίγον τὸ τέρας ἐκεῖνο, καὶ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ἐνόμισαν, ὅτι ἤθελον ἀπαλλαχθῆ τοῦ ἐπιβληθέντος βάρους, ἀλλ’ ἐνέπεσαν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλλῃ κατάστασιν πραγμάτων τοσοῦτον συμφέρουσαν εἰς αὐτήν. Τί καὶ πάλιν ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξωσιν οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται; Μήπως ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαυξάνῃ τοὺς ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν φόρους μέχρις οἱουδήποτε σημείου; Ὑπέκυψαν καὶ πάλιν καὶ ἐξηκολούθουν νὰ πληρώνωσι τὸ ἴμορον, ἀλλ’ ἐξηκολούθουν τοὐλάχιστον νὰ νέμωνται ἐλευθέρως καὶ ἀνενοχλήτως καὶ τὰς ἀμπέλους καὶ τὰς φυτείας, καὶ τὰς οἰκίας των, νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των εἰς τὰς βοσκὰς καὶ νὰ ξυλεύωνται εἰς τὰ δάση. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθει μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς Τουρκικῆς Ἐξουσίας. Μικρά τις μόνον μεταβολὴ ἐπῆλθεν, διότι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἥτις καὶ πρότερον ἐνοικίαζε τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου ἐπὶ ἓν ἢ πλείονα ἔτη, παρεχώρησε τοῦτο ὁριστικῶς εἰς εὐνοουμένους Ὀθωμανούς, οἵτινες, ἅμα ἤρχισε νὰ ὑποφώσκῃ ἀμυδρῶς ἡ ἠὼς τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἔσπευσαν νὰ μεταβιβάσωσι τὰ δικαιώματά των εἰς Χριστιανούς, φρονοῦντες, ὅτι ἤθελον δυνηθῆ νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς νέας Νομοθεσίας. Καὶ ἠκούσατε, κύριοι βουλευταί, ποῖον ἦτο τὸ πρῶτον διάβημα τῶν Χριστιανῶν ἐκείνων. Ἐζήτησαν, ἐκτὸς τῆς πληρωμῆς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰμόρου, νὰ κατακτήσωσι τὰς ἀμπέλους, τὰς βοσκὰς καὶ αὐτὰς τῶν ἀγροτῶν τὰς οἰκίας. Τέλος πάντων ἡ ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας ἀνέτειλε καὶ ἐλπὶς πάλιν ἐγεννήθη γλυκεῖα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀγροτῶν, ὅτε ἐπῆλθε καὶ ἡ ὥρα τῆς ἀπαλλαγῆς των ἀπὸ τοῦ ἐπιβληθέντος αὐτοῖς φορτίου. Ἐνόμισαν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νέων Νόμων δὲν ἤθελον ὑποχρεωθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ ἰμόρου καὶ ἠρνήθησαν τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ διαῤῥήδην. Καὶ ἰδού, κύριοι, ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν καλλιεργητῶν κατοίκων καὶ τῶν τελευταίων ἐκδοχέων τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀλῆ πασᾶ. Καὶ ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη ἀπετέλεσε τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἐπιχειρήματα προβάλλουσιν ἑκάτεροι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀξιώσεών των. Ἰσχυρίζονται οἱ ἐκδοχεῖς τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, ὅτι ὁ Ἀλῆ πασᾶς ἀπέκτησε νομίμως καὶ ἐγκύρως τὴν ἰδιοκτησίαν ὅλων τῶν γαιῶν, τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὰ χωρία· ὅτι ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία, διὰ τῆς δημεύσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, κατέστη ἐπίσης κυρία καὶ ἰδιοκτήτης ὅλων τῶν γαιῶν τῶν χωρίων, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ κυριότης αὕτη μετεβιβάσθη εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς ἰδιώτας καὶ ὑπὸ τούτων εἰς αὐτούς. Καὶ ἐπὶ τῆς κυριότητος ταύτης στηριζόμενοι ἐπεκτείνουσι τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν φυτειῶν, καὶ ἐπὶ τῶν οἰκιῶν τῶν ἀγροτῶν ἀκόμη. Τί ἀντιτάσσουσιν εἰς ταῦτα οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται; Ἀντιτάσσουσιν, ὅτι οὐδέποτε οἱ πατέρες αὐτῶν μετεβίβασαν ἐγκύρως τὰς ἑαυτῶν ἰδιοκτησίας· ὅτι ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου, ὅπως ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσωσιν οἱονδήποτε ἄλλο δημόσιον βάρος, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, διετήρησαν ὅμως, ὡς καὶ αὐτοὶ μέχρι σήμερον διατηροῦσι, τὴν νομὴν καὶ τὴν κάρπωσιν ἐλευθέραν τῆς λοιπῆς αὐτῶν περιουσίας· ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου ἐνοικίαζε πολλάκις ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία, ὡς προηγουμένως εἶπον, καὶ ἐπὶ ἓν καὶ ἐπὶ πλείονα ἔτη, πολλάκις δὲ προεξόφλει αὐτὸ διαρκῶς, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου ἐλάμβανε μορφὴν ἰδιωτικοῦ δικαιώματος, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ φόρος ἐπιβληθεὶς ὑπὸ τῆς τυραννίας· ὅτι ἅπαντα τὰ δημόσια βάρη ἐκλείπουσι διὰ τῆς παύσεως τῆς ἐπιβαλούσης αὐτὰ Ἐξουσίας. Ἰσχυρίζονται προσέτι οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται, ὅτι καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι πράγματι κατέστη ἰδιοκτήτης τῶν γαιῶν ὁ Ἀλῆ– πασᾶς καὶ ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία, πάλιν δὲν εἶναι νόμιμος καὶ ἰσχυρὰ ἡ γενομένη παραχώρησις πρὸς τοὺς ἀντιθέτους. Καὶ ἐπικαλοῦνται τοὺς Τουρκικοὺς Νόμους, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ δημόσιαι γαῖαι τῆς Τουρκίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς ἰδιώτην, ὅταν καλλιεργῶνται ἀπὸ χωρικούς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ παραχώρησις δημοσίων γαιῶν δὲν μεταβιβάζει ἐν Τουρκίᾳ δικαίωμα κυριότητος ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ δικαίωμα μόνον καρπώσεως, λίαν περιωρισμένης. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξακολουθήσω τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ ἐπιχειρήματα ἀμφοτέρων. Δύναταί τις πολλὰ νὰ εἴπῃ καὶ πολλὰ νὰ γράψῃ. Ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου δικηγόροι μελετήσαντες τὴν ὑπόθεσιν ἐμορφώσαμεν γνώμην ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, κύριοι, προσήκουσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἂν ὅμως, κύριοι, δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ τῆς βασιμότητος τῶν μὲν ἢ τῶν δὲ ἐπιχειρημάτων, ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία εἶναι ὅτι ἡ λύσις τῆς διαφορᾶς ὑπάγεται εἰς τὴν Δικαστ. Ἐξουσίαν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἰδέαν αὐτὴν, οὕτω γενικῶς τεθειμένην, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη, οὔτε νὰ φαντασθῶ λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ στηριχθῇ αὕτη. Καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν τῆς Ἑλλάδος ὤφειλον νὰ ἐπιχειρήσουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀξιοῦσι δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Πρὸ αἰώνων οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ κατέχουσι διαρκῶς ἅπασαν τὴν περιουσίαν ταύτην, καὶ ἡ Τουρκικὴ Ἐξουσία καὶ οἱ διάδοχοι αὐτῆς ἐνεφανίζοντο μόνον ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰμόρου. Τίς δύναται λοιπὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὤφειλε νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὁ γεωργός, ὁ κατέχων διαρκῶς τὰς γαίας καὶ νεμόμενος αὐτὰς ἀνενοχλήτως; Ἤκουσα ὅμως περὶ τούτου ἀντίθετον γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἰμόρου ἐξακολουθεῖ κατέχων τὸ κτῆμα ὁ λεγόμενος ἰδιοκτήτης καὶ δύναται, ὡς ἔχων τὴν διανοίᾳ κυρίου νομήν, νὰ ἀποκρούσῃ καὶ διὰ τῆς βίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀμφισβητοῦσιν. Ἀλλὰ φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἰδέα τοιαύτη. Ὑπάρχουσι συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται ὅλως τὸ δικαίωμα τῆς ἐνόπλου βίας εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζητεῖ ν’ ἀνακτήσῃ τὴν νομήν, καὶ μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ ὁ ἡμέτερος Παπαῤῥηγόπουλος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὡς ὑπάρχον τὸ δικαίωμα τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰμὴ μόνον ὅταν τὴν φυσικὴν κατοχὴν στερῆται ὁ νομεὺς παρὰ τρίτου διὰ τῆς βίας. Ὅταν ὅμως αὐτὸς ὁ νομεὺς παραχωρεῖ τὴν φυσικὴν κατοχὴν δυνάμει συμβάσεως εἰς τρίτον καὶ θέλει νὰ τὴν ἀνακτήσῃ, δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο διὰ τῆς βίας, ἀλλ’ ὀφείλει εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ προσφύγῃ. Παραδείγματά τινα θέλουσι πείσει πάντα περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης ταύτης. Ὁ ἐκμισθῶν τὴν οἰκίαν του ἰδιοκτήτης ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῆται νομεὺς τῆς οἰκίας, καίτοι ἐνοικιασθείσης, καὶ ἔχει τὰς ἐκ τῆς νομῆς ἀγωγὰς ἁπάσας· ἀλλὰ δύναται ὁ ἰδιοκτήτης ν’ ἀποβάλῃ διὰ τῆς βίας ἐκ τῆς οἰκίας τὸν ἐνοικιαστὴν, ἀρνούμενον νὰ πληρώσῃ τὸ μίσθωμα; οὐχὶ βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐψηφίσατε Νόμον, διαγράφοντα τὰ τῆς ἐξώσεως ταύτης. Ὁ Νόμος ἤθελεν εἶσθαι περιττὸς, ἂν ἐπετρέπετο ἡ ἰδιωτικὴ βία, καὶ ἂν μάλιστα, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατο ὁ ἐκμισθωτὴς νὰ λάβῃ εἰς συνδρομήν του καί τινας χωροφύλακας ἢ κλητῆρας. Ἐπίσης ἂν παραχωρήσῃ τις εἰς τινα κατὰ παράκλησιν ἀγροτικὸν κτῆμα, ἔχει καὶ τὴν ἐκ τῆς παρακλήσεως ἀγωγὴν πρὸς ἀνάληψιν αὐτοῦ, ἀλλὰ αὐτοδικεῖ μεταχειριζόμενος βίαν.
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ ἰδιοκτήτης κατέχει καὶ διὰ τῶν βοσκῶν, τὰς ὁποίας ἐνοικιάζει, καὶ διὰ τῶν ἀγροφυλάκων (θόρυβος).
§81ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω, οὐ μόνον νομικὴν ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν εἶχον νὰ προσφύγουν εἰς τὰ Δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος οἱ ἀξιοῦντες δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Τριακόσιαι χιλιάδες κατοίκων καταγγέλουσιν αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου ἐπὶ κερδοσκοπικῇ πρὸς βλάβην αὐτῶν ἐπιδιώξει τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἀλῆ πασᾶ, τῶν κτηθέντων διὰ τοῦ ἐγκλήματος, διὰ τοῦ αἵματος καὶ διὰ πάσης κακίας, καὶ χαρακτηρίζουσι τοὺς τίτλους αὐτῶν ὡς μὴ γνησίους καὶ ὡς ἀκύρους καὶ ἀνισχύρους κατά τε τοὺς Τουρκικοὺς καὶ κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς Νόμους. Ὤφειλον ἑπομένως, νομίζω, δι’ ἀποφάσεων τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων ν’ ἀποδείξωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ ἔγκυρον καὶ ἰσχυρὸν τῶν τίτλων αὐτῶν καὶ τὸ νόμιμον τῶν ἀξιώσεών των. Προβάλλουσι τὸ πλῆθος τῶν ἐναγομένων· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἰσχυρὸν κώλυμα δι’ ἀνθρώπους τοσαῦτα διαθέτοντας μέσα· οὔτε ἤθελεν εἶσθαι ἀνάγκη νὰ φέρωσιν εἰς πέρας ἁπάσας τὰς δίκας ταύτας, διότι ἤρκουν ἀποφάσεις τινὲς τῶν ἀνωτέρων Δικαστηρίων, ἵνα ὑποχωρήσωσι πάντες οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ τῆς νομικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς αὐτῆς ὑποχρεώσεως, τοῦ νὰ ἐπιζητήσωσι διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεών των, ἀπήλλαξε τοὺς ἀξιοῦντας ἰδιοκτησίαν ἡ Ἑλληνική Κυβέρνησις. Ἐναντίον τοῦ θεμελιώδους Νόμου, διαγράφοντος ἀκριβῶς τὰ ὅρια τῶν ἐν τῷ Κράτει Ἐξουσιῶν, ἐναντίον ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀπαγορεύοντος τὴν σύστασιν εἰδικῶν καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ ὅλως ἔκτακτον καὶ πρωτότυπον Διοικητικὴν δικαιοδοσίαν καὶ ἀνέθετο εἰς αὐτὴν νὰ ἀποφασίζῃ περὶ τῶν ἰσχυόντων τίτλων τῶν διαφερομένων, καὶ περὶ τῶν ἐκ τῆς κατοχῆς προκυπτόντων ζητημάτων· καὶ ἡ δικαιοδοσία αὕτη συνεστήθη ἄνευ διαδικασίας καὶ ἄνευ ὀργανισμοῦ, καὶ συγκροτεῖται ἀπὸ τοὺς συμπίπτοντας Διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὁποίων ἐπέδρασαν αὐτοὶ ἐκεῖνοι, περὶ ὧν πρόκειται νὰ ἀποφανθῶσι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσω ποτὲ εἰς ἐνέργειαν τοιαύτην, ἂν καὶ ἄλλοτε μοὶ ἐγένοντο τοιαῦται παραστάσεις· ἀλλ’ οἱ δισταγμοί μου ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσι πρῶτον ἐνώπιον τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Διοικητικὴ Ἐξουσία, ἐκτελοῦσα τὸ καθῆκον τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς τάξεως, προέβη καὶ εἰς ἐξέτασιν τῶν τίτλων.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι...
§84ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν περὶ διακατοχῶν ζητημάτων οἱ δεσταγμοί μου ἔπρεπε νὰ ἐκλείψωσιν, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀναπτύσσοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰδέας καὶ γνώμας, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι οὔτε τὰ ὅρια τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ καθηκόντων γνωρίζει, οὔτε τὰ ὅρια, τὰ διαχωρίζοντα τὰς διαφόρους ἐν τῷ Κράτει Ἐξουσίας, σαφῶς διακρίνει. Ἀναντιῤῥήτως καθῆκον τῆς Διοικητικῆς Ἐξουσίας εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῆς τάξεως καὶ ἡ προστασία τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὑπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου θεωρουμένη ἡ Διοικητικὴ Ἐξουσία ὀνομάζεται Διοικητικὴ ἀστυνομία. Διὰ ποίων ὅμως μέσων νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐνεργεῖ ἡ Διοικητικὴ ἀστυνομία; ἐνεργεῖ διὰ τῶν γενικῶν ἐκείνων μέτρων τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ ἐποπτείας, διὰ τῶν ὁποίων καταστέλλονται ἐν τῇ κοινωνίᾳ πᾶσαι αἱ ὁρμαὶ, καὶ προλαμβάνονται πᾶσαι αἱ ἀφορμαὶ πρὸς διατάραξιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀτόμων. Ὡς τοιαῦτα μέτρα δύναταί τις νὰ ἀναφέρῃ τὰ λαμβανόμενα διὰ τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, τὰς περιπολίας, τοὺς σταθμοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ οὐδέποτε ὡς μέτρον τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὁ ὑπ’ αὐτῆς κανονισμὸς ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων καὶ ἡ λύσις, ἡ ἐκδίκασις ἰδιωτικῶν διαφορῶν. Ἂν, κύριοι, παρὰ τὰς προφυλάξεις ταύτας, ἐπέλθῃ ἡ διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως, ἐπέλθῃ ἡ προσβολὴ δικαιώματός τινος, ἐμφανίζεται ἑτέρα ἀστυνομία, ἡ Δικαστικὴ ἀστυνομία, τῆς ὁποίας ἔργον εἶναι ἡ βεβαίωσις τῶν ἀδικημάτων, ἡ σύλληψις τῶν αὐτουργῶν, ἡ κατάσχεσις τῶν ὀργάνων καὶ τῶν ἀντικειμένων τοῦ ἀδικήματος καὶ ἡ παράδοσις πάντων τούτων εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην, ἁρμοδίαν νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἀπόφασίν της. Ὅταν φερ’ εἰπεῖν πρᾶξίς τις θεωρηθῇ ὡς κλοπὴ καὶ κατασχεθῇ τὸ ἀντικείμενον αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς ἀστυνομίας, ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη θὰ ἀποφασίσῃ τίς εἶναι ὁ ἀληθὴς ἰδιοκτήτης, καὶ θὰ διατάξῃ τὴν εἰς αὐτὸν ἀπόδοσιν τοῦ κατασχεθέντος. Ἀλλ’ ἔχει ἆρά γε κἂν ἡ Δικαστικὴ ἀστυνομία δικαίωμα νὰ κανονίσῃ ἰδιωτικὰς διαφορὰς καὶ διενέξεις; οὐχὶ βεβαίως, καὶ οὐδεμία περὶ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, διότι τὰ ἔργα τῆς Δικαστικῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι ἀόριστα ὡς τὰ τῆς Διοικητικῆς, ἀλλ’ εἶναι τοὐναντίον ἀκριβέστατα ὑπὸ τῶν Νόμων διαγεγραμμένα. Ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ ἐμμέσως ἐκ τῶν πράξεων τῆς Δικαστικῆς ἀστυνομίας κανονισμὸς τῆς ἰδιωτικῆς διαφορᾶς, διότι προσέρχεται ἡ Δικαστικὴ ἀστυνομία καὶ ἐκ τῶν θελόντων νὰ εἰσβάλωσιν εἰς ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν συλλαμβάνει τὸν ἕνα, μένει βεβαίως τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὸν ἄλλον· οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ ἐπέλθῃ κανονισμὸς ἰδιωτικῆς διαφορᾶς δι’ ἀμέσου περὶ αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Δικαστικῆς ἀστυνομίας. Ὁ κανονισμὸς καὶ ἡ λύσις τῶν ἰδιοκτητῶν διαφορῶν ὑπάγεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ρηταὶ διατάξεις τῶν Νόμων παραπέμπουσι τὰς περὶ νομῆς ἀγωγὰς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Πρωτοδικείων. Καὶ αὐτὰ τὰ προσωρινὰ περὶ διακατοχῆς μέτρα ἀνατίθενται διὰ ῥητοῦ Νόμου εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας. Τί λοιπὸν, ἀναγόμενον εἰς τὴν νομὴν, ὑπολείπεται, ἵνα κανονίσῃ ἡ Διοικητικὴ Ἐξουσία; Ἀλλὰ μᾶς ἀντιτάσσουσιν, ὅτι ἐπέκειντο ἔνοπλοι συγκρούσεις καὶ ῥήξεις, καὶ ἐρωτῶσι, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία; Ἔπρεπε νὰ προσέλθῃ, ἀπαντῶμεν, ἵνα προλάβῃ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀξιοποίνων πράξεων καὶ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἀλλ’ ἀμέσως τότε ἡ δικαιοδοσία της παύει, καὶ ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν γενομένων ἡ Δικαστικὴ Ἀστυνομία, τινὰ τῶν ὀργάνων τῆς ὁποίας εἶναι συνάμα καὶ ὄργανα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, καὶ ἐνεργεῖ κατὰ τὰ προεκτεθέντα. Ἄν ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Διοικητικὴν καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Δικαστικὴν Ἀστυνομίαν νὰ ἀποφασίζωσι περὶ τῆς ὑπάρξεως τῆς νομῆς ἢ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων τούτων, τότε καταργοῦμεν τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν καὶ ἀφιέμεθα εἰς τὴν ἰδιότροπον κρίσιν τῶν τυχόντων ὑπαλλήλων, ἢ εἰς τὴν βίαν καὶ αὐθαιρεσίαν τοῦ τυχόντος χωροφύλακος ἢ κλητῆρος.
§85ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τίς ἐζήτησε τοιαῦτα πράγματα...! (θόρυβος).
§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς λοιπὸν, κύριοι, αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἐκεῖναι, ὅσαι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ προβῶσιν εἰς κανονισμὸν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων καὶ διαφορῶν, ὑπερέβησαν τὰ καθήκοντά των καὶ ἰδιοποιήθησαν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον. Καὶ οὐ μόνον, κύριοι, γενικὰ ἀξιώματα καὶ θεωρίαι ὁδηγοῦσιν ἡμᾶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, ἀλλὰ καὶ θετικοὶ νόμοι συμφώνους περιέχουσι διατάξεις. Ὁ ἡμέτερος Νόμος περὶ Ἀστυνομίας, προσδιορίζων τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, λέγει ῥητῶς, ὅτι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται ἡ ἐπέμβασις αὐτῆς εἰς ἰδιωτικὰς σχέσεις, ἐκτὸς ἂν ὁ Νόμος διατάσσῃ τὸ τοιοῦτον. Ὁ αὐτὸς Νόμος, δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποῖον ἄρθρον, λέγει ῥητῶς, ὅτι ἅμα ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία μάθῃ ἐπικειμένην προσβολὴν ἰδιοκτησίας ἢ προσώπων, χρεωστεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἀμέσως κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Δικαστικῆς Ἀστυνομίας.
§87ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἴσα ἴσα συνέβη.
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς λοιπὸν ὑπερέβησαν αἱ Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ τὰ καθήκοντά των, ἀναμιχθεῖσαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς ζητημάτων, προσδίδουσαι τὴν κατοχὴν διὰ τῆς βίας, ἐπιτρέπουσαι ἢ ἀπαγορεύουσαι πράξεις καλλιεργικὰς καὶ διανέμουσαι κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἐπικειμένης μόνον ἀμέσου συγκρούσεως ἔπραττον ταῦτα. Καὶ πρὸς πρόληψιν προσδοκωμένων ἁπλῶν συγκρούσεων μετέβαινον ὡς ὑπέρτατοι δικασταὶ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ἵνα κανονίσωσι κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις. Καὶ δυστυχῶς, κύριοι, αἱ ἐσφαλμέναι αὗται ἰδέαι καὶ προλήψεις εἰσεχώρησαν, ὡς ἠκούσατε, καὶ εἰς τινας δικαστικοὺς ἀκόμη ὑπαλλήλους, καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἀξιόποινος κλοπὴ ὑπάρχει, ὅταν ὁ δυστυχὴς ἀγρότης μὴ θεωρῶν ἑαυτὸν ὑπόχρεων εἰς παροχὴν τοῦ ἰμόρου, ἀρνεῖται τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ εἰς τὸν ἔχοντα ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας καὶ τὸ καταθέτει δημοσίως ἐπὶ τῶν ἁλωνίων τοῦ χωρίου, ἵνα προκαλέσῃ πολιτικὴν δίκην καὶ ἀποφύγῃ πᾶσαν παρεξήγησιν περὶ λαθραίας ὑφαιρέσεως ἀλλοτρίας περιουσίας. Καὶ οὕτως αὐτὸς ὁ καταθέτων τὸ πρᾶγμα εἰς δημόσιον μέρος, μόνον διότι ἀρνεῖται νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, χαρακτηρίζεται ὡς κλέπτης, συλλαμβάνεται καὶ ῥίπτεται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ φυλακίζονται ὅλοι οἱ πρόκριτοι τοῦ χωρίου καὶ οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων καὶ ὁ βουλευτὴς ἀκόμη τοῦ μέρους ἐκείνου ὡς νουθετήσας αὐτοὺς εἰς τὸ διάβημα ἐκεῖνο, καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ ἠκούσατε ὅτι ἔνταλμα ἐξεδόθη ὡς ὑποστηρίξαντος ὁμοία ἰδέας, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν χάριτας πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ἐκείνους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους διότι δὲν περιέλαβον εἰς τὴν καταδίωξιν καὶ ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἐτολμήσαμεν νὰ γνωμοδοτήσωμεν ὑπὲρ τῶν δυστυχῶν ἀγροτῶν. Μοὶ ἐπιτρέπεται, κύριοι, νὰ ἐπικρίνω τὴν ἐνέργειαν δικαστικῶν τινων ἀτόμων, ἀφοῦ ἡ Δικαιοσύνη, ἀποφανθεῖσα κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, εἶπεν, ὅτι ἡ πρᾶξις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κλοπὴ, καὶ ἐχαρακτήρισε αὐτὴν ὡς αὐτοδικίαν. Ἂς ἔχωσι δὲ ὑπομονὴν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον θὰ ἀποφανθῇ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οὐδόλως ἀξιόποινος εἶναι ἡ πρᾶξις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀδικῶ ἴσως καὶ τοὺς διοικητικοὺς καὶ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπιῤῥίπτων ἐπ’ αὐτῶν πᾶσαν τὴν μομφὴν ἐπὶ τοῖς γενομένοις. Ἡ μομφὴ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐπιῤῥιφθῇ μᾶλλον ἐπὶ ἐκείνων ἐκ τῶν ὁποίων ἐπήγασαν αἱ ἰδέαι καὶ διεγράφησαν οἱ τρόποι τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Ἠκούσατε, κύριοι, τὰς δύω ἐκείνας ἐγκυκλίους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· δίδει δι’ αὐτῶν ὁδηγίας εἰς τοὺς Εἰσαγγελικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν ἐκτελούμεναι πράξεις τιμωροῦνται ὡς αὐτοδικίαι καὶ ὡς κλοπαί. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακοινώνῃ γνώμας περὶ τοῦ ἀξιοποίνου ἢ μὴ τῶν πράξεων πρὸς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν Εἰσαγγελικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ τοῦτο γίνεται ἵνα φωτίζῃ αὐτοὺς περὶ τῆς ἀληθοῦς ἑρμηνείας τῶν Νόμων. Ἵνα ἐπέλθῃ ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἀπαραίτητον εἶναι, νὰ ἐξακριβώνῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ γεγονότα καὶ νὰ ἀποδέχεται ὡς βέβαια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι βεβαιωμένα, νὰ ἀναθέτῃ δὲ τὴν βεβαίωσιν τῶν ἀμφισβητουμένων εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων. Ὀφείλει προσέτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκθέτῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀξιοποίνου πράξεως καὶ τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων πείθεται, ὅτι εἶναι ἀξιόποινος ἡ πρᾶξις. Ἐὰν ταῦτα ἔπραττεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἤθελον ὑποπέσει εἰς τοιαύτας πλάνας οἱ ὑπάλληλοι, πρὸς οὓς ἀπευθύνεται. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς βέβαιον θεωρεῖ ὅτι οἱ ἀγρόται εἶναι καλλιεργηταὶ, καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἰδιοκτῆται, ἐνῷ τοῦτο εἶναι τὸ ἀμφισβητούμενον ζήτημα, καὶ κηρύττει τοὺς πρώτους ἄνευ ἀναπτύξεώς τινος κλέπτας καὶ φυλακιστέους. Καὶ δὲν εἶναι ταῦτα μόνον, ἀλλὰ προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς διατάξεις ἄλλας, τὰς ὁποίας θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ ἑρμηνεύσῃ, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο: «Οἱ ἀξιοῦντες, λέγει, νὰ μεταβάλωσι τὰς πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν, δύνανται νὰ προσφύγωσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων· αἱ ἀνωτέρω ὅμως πράξεις αὐτῶν ἀποτελοῦσι τὰ ἀδικήματα, τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τῶν ἄρθρων 205 καὶ 372 § 1 τοῦ Ποιν. Νόμου, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ προλαμβάνωνται διὰ δραστηρίων ἀστυνομικῶν μέτρων». Εἶπον ἀνωτέρω, ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εἰς τὰ Δικαστήρια ὤφειλον νὰ προσφύγωσιν οὐχὶ οἱ καλλιεργηταί, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι τὴν καταβολὴν τοῦ ἱμόρου. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, τίνα εἶναι, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὰ δραστήρια ἀστυνομικὰ μέτρα, δι’ ὧν πρέπει νὰ προλαμβάνωνται αἱ ἀνωτέρω πράξεις καὶ ἅτινα συνιστᾷ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Εἰσαγγελίας;
§89ΡΑΛΛΗΣ. Λέγω, ὑπαλλήλους τῆς Εἰσαγγελίας;
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα: «Πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς Ἄρτης, Λαρίσσης (θόρυβος) περὶ τούτου, ἐξακολουθεῖτε, ἐδόθησαν αἱ προσήκουσαι ὁδηγίαι ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχάς». Καὶ ἠκούσατε τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν δηλώσαντα, ὅτι οὐδεμία ἐδόθη διαταγὴ πλέον τῶν ἐνταῦθα περιεχομένων.
§91ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐγκύκλιος εἶναι πρὸς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχάς· ἀναγνώσατε παρακάτω (θόρυβος).
§92ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁμιλεῖ οὕτω, διότι εἶναι δικηγόρος τῶν καλλιεργητῶν.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτετε, φαίνεται, ὅτι μόνον τὸ χρηματικὸν συμφέρον εἶναι τὸ ἐλαττήριον τῶν πράξεων τῶν ἀνθρώπων· σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ἀνώτερον τοῦ συμφέροντος θεωροῦσιν οἱ δικηγόροι τὸ ἱερὸν καθῆκον τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἀδικουμένων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων, ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς μὲ διακόπτει, ἵνα ὑποστηρίξῃ ἀνυπόστατα πράγματα.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγνώσατε τὸ κείμενον.
§95ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. «......
Ἰδού: «Περὶ τούτου ἐδόθησαν αἱ προσήκουσαι ὁδηγίαι πρὸς τὰς Διοικητικὰς Ἀρχάς· ἐφιστῶμεν δὲ καὶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὅπως δραστηρίως καὶ τελεσφόρως ἐνεργῆτε τὰ εἰκότα καὶ παρέχητε τὴν προσήκουσαν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας». Ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν, τίνα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Εἰσαγγελίας, καὶ ποία εἶναι ἡ προσήκουσα ἐνίσχυσις, ἣν δύνανται νὰ χωρηγήσωσιν εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας; διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τῆς Εἰσαγγελίας εἶναι ἡ ἀνίχνευσις καὶ ἡ καταδίωξις τῶν ἀδικημάτων, καὶ οὐχὶ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰ ἔργα τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας. Καὶ ἡ ἑτέρα ἐγκύκλιος ἀκόμη ἀποδεικνύει τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτει εἰς τοὺς κύκλους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἠκούσατε τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐκθέτοντα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐξεδόθη αὕτη. Οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται πρὸς μόνον τὸν λόγον ἵνα μὴ θεωρηθῶσιν ἀναγνωρίζοντες τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐπιζητούντων τὴν κυριότητα, ἔπαυσαν καὶ τὸν θερισμὸν καὶ τὸν ἁλωνισμὸν καὶ πᾶσαν ἐργασίαν. Ταραχὴ ὅλων τῶν Ἀρχῶν ἐγεννήθη ἐντεῦθεν καὶ ἀπορία περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ ἐρωτᾶται περὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης: Ἀπαντῶν γνωμοδοτεῖ, ὅτι ἀξιόποινος πρᾶξις δὲν ὑπάρχει· καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει, προσεδόκα τις ὅτι ἤθελε παραπέμψει ἐκείνους οὓς τυχὸν ἔβλαπτεν ἡ ἀπεργία τῶν χωρικῶν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐπεδίωξιν τῶν ἀξιώσεών των. Ὅταν ἔγκλημα δὲν ὑπάρχει, πρὸς τί ἀνάμιξις τῶν Εἰσαγγελικῶν ὑπαλλήλων; Καὶ ὅμως, κύριοι, ὅπως ἀξιόλογα εἶπεν ὁ προτελευταῖον προαγορεύσας, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἕνεκα τῆς ἀπεργίας τῶν χωρικῶν καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀναγνώρισις ἀνῆκεν εἰς μόνην τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν. Ἐκτιμήσας δὲ κατ’ ἀρέσκειαν τὰς σχέσεις καὶ προσδιορίσας κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ τὰ δικαιώματα ἐκεῖναι, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει, ἐφ’ ὅσον παρίσταται ἡ ἀνάγκη, νὰ προστατευθῶσι διοικητικῶς οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔχωμεν πλέον ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν Δικαστηρίων μετὰ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂν ἔχωμεν ἀνάγκην διαδικασίας ἐκτελέσεως, ἀφοῦ προχείρως καὶ συντόμως δύναται ἡ Διοικητικὴ Ἐξουσία νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ἀποφάσεις. Προσθέτει δὲ ἐν τέλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι αἱ Διοικητικαὶ καὶ αἱ Δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ὀφείλουσι νὰ λαμβάνωσι ἀστυνομικῶς μέτρα, χωρὶς ποτε νὰ προσδιορίζῃ ὁποῖα ταῦτα. Θεωρῶ, κύριοι, περιττὸν νὰ προχωρήσω περαιτέρω, διότι πάσχω καὶ μετὰ δυσκολίας ἔλαβον τὸν λόγον. Ἰδοὺ μόνον τί ἀκόμη ἔχω νὰ προσθέσω. Δὲν ἀπορῶ ποσῶς ἂν μετὰ τὰ τεθέντα εἰς ἐνέργειαν μέσα, ἂν μετὰ τὴν βίαν καὶ πίεσιν, ἥτις ἐξησκήθη δι’ ὅλου τοῦ ὄγκου τῆς Ἐξουσίας, κατωρθώθη νὰ ὑποκύψωσι καὶ αὖθις οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἂν τὸ ζήτημα κατεπνίγη εἰς τοὺς στεναγμοὺς καὶ τοὺς γογγυσμοὺς αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀνακηρύττωσι μεγαλοφώνως, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Δὲν πρέπει, νομίζω, νὰ παρέχωσι πᾶσαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν οὕτως γαλήνην, διότι ἡ γαλήνη προαναγγέλλει πολλάκις τρομερὰς ἐκρήξεις καὶ καταιγίδας. Ἐὰν θέλωσι πράγματι νὰ προλάβωμεν τοὺς κινδύνους τούτους, ὀφείλει ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν ἰδίων ἑαυτῆς καθηκόντων, ἵνα ὑποχρεωθῶσιν οὕτως οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα μόνον ἐναπόκειται νὰ ἀποφανθῶσι ποῦ εὑρίσκεται τὸ δίκαιον, εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅπως καὶ ἄλλοι εἶπον, φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δικαστικὸν ζήτημα μόνον· τοὐναντίον, τὸ θεωρῶ ὡς ζήτημα ἐξόχως κοινωνικοῦ, ἐξόχως ἐθνικοῦ χαρακτῆρος. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, δυνατὸν τριακόσιαι χιλιάδες Ἑλλήνων νὰ ἐξακολουθήσωσι βιοῦντες ὡς δουλοπάροικοι ὀλίγων τινῶν κερδοσκόπων.
§96Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ κείμενοι Νόμοι δὲν ἀρκοῦσι νὰ προστατεύσωσιν ἀποχρώντως τὰ δίκαια τῶν πολιτῶν ἐκείνων, ὑπάρχουσιν οἱ ἀπαράγραπτοι Νόμοι τῆς αἰωνίας Δικαιοσύνης καὶ τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς Πολιτείας, ἅτινα δύνανται καὶ πρέπει νὰ ὑπαγορεύσωσιν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν μέτρα, δυνάμενα νὰ συμβιβάσωσι τὸ θετικὸν δίκαιον μετὰ τοῦ αἰωνίου δικαίου, τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον μὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Ἐὰν θέλετε νὰ ἔχωμεν ἀληθῶς ἐλευθέρους πολίτας καὶ οὐχὶ εὐτελεῖς δούλους, πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ ἵνα τὰ προαιώνια δικαιώματα τῶν ἀγροτῶν λάβωσι νόμιμόν τινα διατύπωσιν, καὶ ἀποτελέσωσι τοὐλάχιστον μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Καὶ δὲν εἴμεθα οἱ μόνοι, οἵτινες εὑρέθημεν ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις· καὶ ἀλλαχοῦ τοιαῦτα ζητήματα ἐλύθησαν διὰ τοιούτων μέτρων. Ἡ μεγάλη Ἀγγλία ἔθετο περιορισμοὺς εἰς δικαιώματα ἰδιοκτησίας, τῶν ὁποίων οὔτε ἡ πηγὴ ἦτο ἀκάθαρτος, οὔτε ἡ νομιμότης ἀμφισβητουμένη. Οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ἐὰν τοιαῦτα παραδείγματα μιμηθῶμεν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ πολυμήχανοι κερδοσκόποι ἐπεζήτησαν νὰ δεσμεύσωσι διὰ τῆς Συνθήκης καὶ αὐτὴν τὴν Νομοθετικὴν τῆς πατρίδος των Ἐξουσίαν, ἀλλὰ δυνάμεθα εὐχερῶς νὰ ὑπερβῶμεν τὸν φραγμόν των τοῦτον. Δυνάμεθα ἴσως καὶ αὐτὴν τὴν τροποποίησιν τῆς Συνθήκης νὰ ἐπιτύχωμεν. Κύριοι, μὴ θέλων νὰ δώσω οὐδὲ τὸν ἐλάχιστον πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, δὲν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιατίμου ἐκ Βώλου Βουλευτοῦ τοῦ νὰ συστήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποφύγῃ ἀπὸ τῆς ἀναμίξεως τῶν διοικητικῶν ὀργάνων, πεποιθὼς ὅτι οἴκοθεν ἡ Κυβέρνησις, ὡριμώτερον ἐξετάζουσα τὰ πράγματα, θέλει φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα. Συμπεραίνων ὅθεν ὑποστηρίζω τὴν ἑτέραν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου περὶ ἐκλογῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐξεύρεσις τῶν μέσων τοῦ κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος (εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν).
§98Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγὼ πρῶτος ἤγειρον τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἤγειρον αὐτὸ ἄνευ λόγου καὶ ἀφορμῆς, ἵνα παραβλάψω τὸν μὲν, καὶ ὠφελήσω τὸν δὲ, ἢ ἵνα δημοκοπήσω; Βεβαίως ὄχι. Ἅμα τῇ τελέσει τοῦ μεγάλου διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν γεγονότος τῆς καταλήψεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, διενέξεις ἀνεφύησαν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν· ἐν ταῖς διενέξεσι ταύταις παρενέβησαν τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας, ἐνισχύοντα τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἐξαναγκάζοντα τοὺς καλλιεργητὰς νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀξιώσεις, χαρακτηριζομένας ὡς ἀδίκους, τὸ εἶδος ἢ τὴν ἔκτασιν. Διαμαρτυρίαι προῆλθον ἐντεῦθεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπεμβάσεως τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας. Μὴ ἐπελθούσης δὲ θεραπείας τινὸς, συνέβησαν ἐν ταῖς εἰρημέναις Ἐπαρχίαις πολλὰ τὰ δυσάρεστα, ἐφ’ οἷς λυπεῖται σύμπας ὁ Ἑλληνισμός, αὐτοδικίαι, συγκρούσεις αἱματηραὶ βιαιοπραγίαι παντὸς εἴδους, κλονίσασαι καὶ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐὰν ταῦτα συνέβησαν καὶ συμβαίνουσι, πανθομολογουμένως δὲ συνέβησαν καὶ συμβαίνουσιν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ὑπάρχει ζήτημα ἀφορῶν τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις ἄξιον τῆς προσοχῆς καὶ τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς; Ἀναντιῤῥήτως. Ἄλλως τε, κύριοι, τὸ ἐπαναστατικὸν καὶ ἐθνεγερτικὸν δίκαιον, τοῦ ὁποίου προϊὸν εἶναι ἡ ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, κατισχῦον, συνεπάγεται ἀναγκαίως τὴν κατάλυσιν ἢ τροποποίησιν τῆς προϋπαρχούσης τάξεως, καθόσον ἡ τοιαύτη κατάλυσις ἢ τροποποίησις ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαία, ὅπως ἰσχύσωσιν αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης, τῶν ὁποίων ὁ θρίαμβος καὶ ἡ ἐπικράτησις εἶναι ὁ τελικὸς σκοπὸς πάσης ἐθνεγερτηρίου ἐπαναστάσεως. Τὴν ἀρχὴν ταύτην δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, τὴν πραγμάτωσιν τῆς τοιαύτης πορείας τῆς φυσικῆς τῶν πραγμάτων δύναταί τις νὰ ἀναχαιτίσῃ διὰ μέσων ἐκνόμων· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ πράγματα δὲν βαίνουσιν ἄνω ποταμῶν, καὶ ὅτι τὰ τοιαῦτα μεγάλα γεγονότα δὲν μένουσιν ἄνευ τῶν ἀναγκαίων αὐτῶν συνεπειῶν. Ἡ ἐπελθοῦσα, κύριοι, ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ῥιζικὴ μεταβολή, οὖσα ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐθνεγερτικῆς ἐπαναστάσεως, ἦτον ἀδύνατον καὶ ἐθεωρήθη ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπιδράσῃ καὶ ἐπὶ ταῖς σχέσεσι ταῖς ἀγροτικαῖς μεταξὺ τοῦ πρώην ἰδιοκτήτου καὶ δυνάστου, νῦν δὲ ἁπλοῦ πολίτου, καὶ τοῦ πρώην καταδυναστευομένου ἀγρότου καὶ τεταπεινωμένου, νῦν δὲ ἐλευθέρου πολίτου καὶ διατελοῦντος ἐν ἰσοπολιτείᾳ μετὰ τοῦ προέχοντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, καὶ ἐν τῇ Συμβάσει μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμπεριελήφθη ἡ διάταξις, ἡ ὁρίζουσα τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν.
§99ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νομίζω, κύριε Μεσσηνέζη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ ἀπόψε τὸ ζήτημα τοῦτο ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας.
§100ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποστηρίξῃ οὐδεμίαν πρότασιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς οὐδὲν μέτρον, ὅπως φθάσωμεν εἰς δικαίαν λύσιν ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὅπως δήποτε τὴν ἡσυχίαν καὶ τὰ συμφέροντα μεγάλης τάξεως συμπολιτῶν ἡμῶν, τότε ἡ περαιτέρω συζήτησις βεβαίως εἶναι περιττή, ἀρκοῦσιν τὰ λεχθέντα.
§101ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Μεσσηνέζη, ἡ συζήτησις.
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ἰσχύσῃ τὸ δίκαιον, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θὰ λάβῃ χαρακτῆρα πολιτικοῦ ζητήματος. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡμίλησεν· δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ διάφορα ἐπιχειρήματά του, δὲν θὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ κάμω εἰς τοὺς ὑπαινιγμούς του, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ζήτημα πολιτικόν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κοινωνικόν, διότι ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα, τὴν πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν μυριάδων συμπολιτῶν ἡμῶν. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε τελευταῖον· ἐμποδίζοντες τὴν τοιαύτην ἀνάπτυξιν, μὴ λαμβάνοντες δὲ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως βαθμηδὸν βαθμηδὸν φθάσωμεν εἰς δικαίαν λύσιν, θὰ κατασταθῶμεν παραίτιοι δυστυχημάτων μεγάλων. Ἐγὼ θεωρῶ δικαίαν λύσιν τὴν συμβιβάζουσαν τὸ νόμιμον μετὰ τοῦ δικαίου. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ὁ νόμος προστατεύει αὐτούς· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι τὸ δίκαιον συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ δικαίαν λύσιν τὸν συμβιβασμὸν τοῦ δικαίου μετὰ τοῦ νομίμου. Καὶ τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ καὶ διὰ τῶν βιαίων μέτρων, ἐφ’ οἷς δὲν εὐθύνηται ἴσως ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἃ κατέφυγον τὰ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ὄργανα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ τὰ ὁποῖα πολύ, ὡς φαίνεται, ἔβλαψαν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ παρέμβῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, διότι εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία, ἡ μόνη δυναμένη νὰ προβῇ εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα. Ἀλλὰ Βουλὴ δὲν ὑπάρχει· ἡ Κυβέρνησις σιγᾷ· ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει, ὅτι ἀγρὸν ἠγόρασεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοιαῦτα ζητήματα θεωρεῖ ἀνάξια τῶν σκέψεων αὐτῆς· φρονεῖ, ὡς φαίνεται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ σκέπτηται περὶ τοιούτων ζητημάτων ἀφορώντων τὰ συμφέροντα μυριάδων ἀνθρώπων. Τότε παύω ὁμιλῶν...
§103ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· τὴν Δευτέραν νὰ ἐξακολουθήσητε.
§104ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ μείνωμεν σήμερον νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θέλετε νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως.
§105ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ προσεχὲς Σάββατον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ).