1883.02.11
1.978 στίχοι · 14.869 λέξεις · 42 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 11 Φεβρουαρίου 1883
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Φεβρουαρίου τοῦ 1883. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§2Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν μακρὰν αὐτοῦ ἀγόρευσιν ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργός μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἀποδείξῃ μετὰ πόσης σπατάλης διεχειρίσθη τὰ δημόσια ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἀνέφερεν, ὅτι παρουσιάσθησαν ὑπερβάσεις ἀδικαιολόγητοι εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν 1) καθόσον ἀφορᾷ τὰ γενικὰ καὶ ἰδιαίτερα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, βοηθήματα, 2) τὰ ὑγειονομικὰ ἔξοδα, 3) τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας....
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλα τινὰ ἔξοδα ἀστυνομικά. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας ἢ καὶ πρὸ αὐτῆς πίνακα ὀνομαστικὸν τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τούτων καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1881, διότι ὀφείλω νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τινάς, ὄχι μόνον ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, εἰσηγησάμενος τὰς δαπάνας ταύτας. Πρὸς δὲ, ἐπειδὴ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἴς τινα ἔκθεσιν, ἣν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ 1882, ἀνέφερεν, ὅτι θὰ μείνῃ ἓν μέγα ποσὸν, περὶ τὰ τρία ἑκατομμύρια, κατὰ τὴν λῆξιν τῆς χρήσεως ἐκ τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων ἀδιάθετον, καὶ ὀνομαστὶ ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δραχμαὶ 100,000, ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δραχμαὶ 280,000, ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δραχμαὶ 750,000, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δραχμαὶ 250,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δραχμαὶ 690,000, τῶν Ναυτικῶν δραχμαὶ 487,000, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δραχμαὶ 350,000, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάστασιν τῶν Κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων τούτων, ἐξ’ ὧν πρόκειται νὰ μείνῃ ἀδιάθετον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἐπειδὴ δὲ ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει ἐν τῇ ἰδίᾳ ταύτῃ ἐκθέσει του, ὅτι διὰ τὸ ἔτος 1882 ἐζητήθησαν ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις μόνον 80,000 δραχμῶν, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ σημείωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ζητηθεισῶν μέχρι σήμερον ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Τὰς πληροφορίας ταύτας παρακαλῶ νὰ ἔχω πρὸ τῆς Δευτέρας, εἰ δυνατόν.
§7ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὶς, κ. Πρόεδρε, παρεκάλεσα τὸ Προεδρεῖον, ὥστε νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι δύω τηλεγραφήματα ἐξ Ἄρτης. Τὸ Προεδρεῖον, ἂν καὶ μοὶ ὑπεσχέθη, μέχρις ὅμως αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔγεινε τίποτε. Διὸ παρακαλῶ καὶ πάλιν ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὅπως διατάξητε τὴν τύπωσιν καὶ διανομὴν τῶν τηλεγραφημάτων τούτων, καθὼς ἐπίσης καὶ ἑτέρου τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἤδη σᾶς ὑποβάλλω. (Καταθέτει τοῦτο εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὰ δέοντα περὶ τούτου, καὶ ἐστάλησαν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι ζήτημα οἰκονομικὸν, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ζήτημα πολιτικόν. Δὲν εἶναι ζήτημα πολιτικὸν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον, ἀγορεύων χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, σᾶς ἐξέθηκεν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡρμήνευσε τὸ ζήτημα ὡς πολιτικὸν, διότι καταλήγει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν πτῶσιν ἢ τὴν διατήρησιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἄποψις αὕτη τοῦ ζητήματος εἶναι ἄποψις ἐντελῶς ἐμπειρική. Ἐνδέχεται νὰ ἐνδιαφέρηται ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν Ἐξουσίαν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς· ἐνδέχεται νὰ ἐνδιαφέρηται ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἐπιζημίως πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα διαχειριζομένην τὴν δημοσίαν Ἐξουσίαν· ἀλλ’ ἡ ἄποψις αὕτη δὲν εἶναι κυρίως ἡ ἀμέσως ἐνδιαφέρουσα τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος ἔχει πρὸ πάντων συμφέρον ὄχι νὰ γνωρίζῃ τίνες οἱ κυβερνῶντες, ἀλλὰ νὰ γνωρίζῃ πῶς κυβερνῶσι. Τὸ Κράτος ἔχει συμφέρον νὰ γνωρίζῃ ἂν ἐκτελῶνται εἰλικρινῶς καὶ πιστῶς οἱ Νόμοι, τῶν ὁποίων τὴν ἐκτέλεσιν ἀνέθηκεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν· ἔχει συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἡ Διοίκησις διεξάγηται διὰ τῆς προστασίας τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, διὰ τῆς προσηκούσης ἐνισχύσεως τῆς πνευματικῆς, ὑλικῆς καὶ ἠθικῆς αὐτῶν προαγωγῆς· καὶ ἀφοῦ πληροφορηθῇ τὰ περὶ τούτου, τότε μόνον τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν οἱ Νόμοι δὲν ἐκτελῶνται εἰμὴ τότε, ὅταν συμφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τοὺς φίλους αὐτῆς, ἐὰν οἱ Νόμοι ἀργῶσιν, ὅταν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἀντίκηται εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῶν φίλων της. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀδιάφορον, ἂν ἡ Διοίκησις ἦναι δούλη τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τῶν κυβερνώντων, ὄχι μόνον διότι ἀναιροῦνται τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν πολιτῶν, ὄχι μόνον διότι πάντες οἱ πολῖται δὲν εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τῶν ὀργάνων τῆς Νομοτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ διότι διὰ τῆς τοιαύτης Διοικήσεως καὶ ἀνισότητος συντελεῖται τὸ ὀλεθριώτερον συμβεβηκός, ἡ παραχάραξις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀδιάφορον, ἐὰν διδάσκωνται οἱ πολῖται διὰ τῆς τοιαύτης πολιτείας τῶν κυβερνώντων, ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν Νόμων εἶναι ἱστὸς ἀράχνης, τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ διασχίζωσιν οἱ ἰσχυροὶ καὶ οἱ φίλοι τῶν ἰσχυρῶν. Ἐὰν τοιαῦτα διδάγματα διδάσκωσιν οἱ κυβερνῶντες πρὸς τὸν λαὸν, δὲν ἐμπεδοῦσιν ἐν αὐτῷ τὴν συνείδησιν τοῦ ἠθικοῦ Νόμου, διαφθείρουσι τὰ ἤθη αὐτοῦ καὶ διδάσκουσιν εἰς αὐτὸν, ὅτι ἕνα δικαιοῦται νὰ προτίθηται σκοπὸν, τὴν θεραπείαν τοῦ ἐγωϊστικοῦ αὑτοῦ συμφέροντος, καὶ ὅτι δύνανται οἱ πολῖται πρὸς θεραπείαν τοῦ ἐγωϊστικοῦ τούτου συμφέροντος αὑτῶν νὰ παραβαίνωσι τοὺς Νόμους, νὰ ἀναιρῶσιν αὑτοὺς, νὰ διαῤῥηγνύωσι τοὺς δεσμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνδέουσιν αὑτοὺς μὲ τοὺς ἄλλους συμπολίτας των, νὰ ἀναιρῶσι καὶ καταστρέφωσι τὴν ἀλήθειαν, νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὸ ψεῦδος. Δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν τοιαῦτα διδάγματα δίδωσιν εἰς τὸν λαὸν οἱ Κυβερνῶντες. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα πολιτικὸν, διότι καταλήγει εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἢ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, διότι σκοπεῖ νὰ κανονίσῃ τὰς παροχὰς, τὰς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ διοικήσῃ. Καὶ χρεωστεῖ τὸ Κοινοβούλιον νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ χρεωστεῖ νὰ μὴ παρέχῃ εἰς αὐτὴν εἰμὴ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα μέσα· ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν περίσσειαν τῶν μέσων, διότι ἡ περίσσεια τῶν μέσων ὄχι μόνον δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀσεβεῖς πρὸς τὸ Πολίτευμα Ὑπουργοὺς πρὸς διαφθορὰν καὶ νοθείαν τοῦ Πολιτεύματος, ἀλλὰ δύναται νὰ μειώσῃ καὶ τὴν ἰσχυρὰν θέλησιν τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰσὶν εὐσεβεῖς πρὸς τοὺς Νόμους καὶ δυσφοροῦσι διὰ τὰς πιέσεις, αἵτινες ἐπ’ αὐτῶν ἐξασκοῦνται. Ἀλλὰ ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις περισσότερα μέσα διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, ἀπὸ ὅσα εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ διοικήσῃ καὶ κυβερνήσῃ; Ἡ λύσις εἶναι εὔκολος. Παραβάλετε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, τὸν ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ὑπάρχει ἡ αὐτὴ περίσσεια τῶν μέσων, ἡ ὁποία κατὰ τὸ 1882 παρεσχέθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ οὐ μόνον ἡ αὐτὴ, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐλάχιστόν τι ποσὸν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ὑπερβαίνει τὸν τοῦ 1882. Καὶ πῶς διεχειρίσθη τὰ ἀμέτρητα ἐκεῖνα μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς διαχειρίσθη αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις; Ἡ διαχείρισις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1882 ἔκαμε τῆς ἐξουσίας αὐτῆς καὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα παρέσχεν εἰς αὐτὴν τὸ Κοινοβούλιον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πείσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι φειδωλὸν κατὰ τὴν παροχὴν τῶν μέσων κατὰ τὸ 1883, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ περικόψῃ ἐκ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, πάντα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀναπόφευκτον ἀνάγκην διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας. Οὐδεὶς δύναται νὰ συμβουλεύσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀρνηθῇ τὰ ἀναγκαιοῦντα μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ συμβουλεύσῃ αὐτὴν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν παριστᾷ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἡ διοίκησις τῆς χώρας· διότι, ἐάν ἤθελε παράσχει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οὕτως ἄφθονα μέσα, ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διαχειρίσθη ἡ Κυβέρνησις τὰ παρασχεθέντα αὐτῇ ἄφθονα μέσα κατὰ τὸ 1882. Ἡ Κυβέρνησις θέλει διαθέσει καὶ κατὰ τὸ 1883 τὰ παρασχεθησόμενα αὐτῇ μέσα, ὅπως διέθηκε τὰ παραχωρηθέντα αὐτῇ ἄφθονα μέσα κατὰ τὸ 1882. Ἡ δὲ τοιαύτη διαχείρισις τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως δὲν συμβιβάζεται οὔτε μὲ τὸ συμφέρον τῆς διοικήσεως, διότι ἀνατρέπει αὐτὴν, οὐδὲ μὲ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πάντες πρὸς τοὺς Νόμους, διότι ἐξασθενίζει τὸ κῦρος αὐτῶν, οὐδὲ μὲ τὴν φρούρησιν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ περιβάλλῃ τοὺς θεσμοὺς, διότι καὶ τούτων τὴν γνησιότητα ἀπειλεῖ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ οἰκονομικὸς σκοπὸς τοῦ ζητήματος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἦναι νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ μειωθῇ ἀναλόγως τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως διὰ νὰ μειωθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς τοσούτων φόρων καὶ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὸ Κράτος ἀντὶ 16 ἑκατομμυρίων φόρους μόνον 8 ἑκατομμυρίων, ὁ πολιτικὸς σκοπὸς τοῦ ζητήματος, τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπιζητεῖ, εἶναι νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν διοίκησιν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων, νὰ ἐξασφαλίσῃ τέλος πάντων τὴν γνησίαν λειτουργίαν τοῦ Πολιτεύματος. Καὶ ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι, περὶ τῆς νοθείας τοῦ Πολιτεύματος, ὡς περὶ τοῦ μεγίστου τῶν κινδύνων, τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἡμῶν διατρέχει. Ἡ βάσις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἡ ἔμμεσος συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Δὲν μετέχει ἀμέσως ὁ λαὸς, μετέχει ὅμως ἐμμέσως διὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ ἀλλοιωθῇ ἢ νὰ στρεβλωθῇ ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκδηλουμένη θέλησις τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ παρασταθῶσιν ὡς Ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ ἄλλοι καὶ οὐχὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αὐτὸς θέλει, τὸ δεινὸν εἶναι μέγα. Μέγα ὡσαύτως εἶναι καὶ ὅταν κατορθώνῃ μὲν ὁ λαὸς νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοὺς γνησίους αὐτοῦ Ἀντιπροσώπους, ἀλλ’ ἡ θέλησις καὶ ἡ γνώμη τῶν Ἀντιπροσώπων τούτων δὲν τυγχάνῃ ἐλευθέρα, ὑποτασσομένη εἴτε εἰς τὴν βίαν, ἥτις δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐπ’ αὐτῶν, εἴτε εἰς τὰς περιπετείας τῶν ἀγοραπωλησιῶν, αἵτινες παρέχουσι μὲν θεραπείαν τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων τῶν Ἀντιπροσώπων, ἀλλὰ δὲν παρέχουσι θεραπείαν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐκλογέων αὐτῶν. Ἠσκήθη κατὰ τὸ παρελθὸν βία καὶ διεστράφη κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων διὰ τῆς καλπονοθεύσεως καὶ πάσης διαφθορᾶς, καὶ ἐν γένει δι’ ἀλλοιώσεως τῶν ἀποτελεσμάτων, ἀλλ’ αἱ παραβάσεις καὶ αἱ παρεκτροπαὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδικαιολόγησαν τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862. Μετὰ τὸ 1862 Νόμοι ἐπὶ Νόμων ἐψηφίσθησαν διὰ νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, καὶ ἐφθάσαμεν τέλος πάντων εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον νὰ πιστεύωμεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται ἐλευθέρως, καὶ ὅτι αἱ κάλπαι εἶναι τὸ ἀληθὲς Ταμεῖον τῶν πεποιθήσεων τῶν ἐκλογέων. Καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐχάριστον τοῦτο ἀποτέλεσμα, εἶχε δοθῆ ὡς τελευταία συνταγὴ ἡ εἰς δίκην εἰσαγωγὴ ἀνδρῶν περιφανῶν, οἵτινες εἶχον προσενέγκει εἰς τὸ Κράτος μεγίστας ὑπηρεσίας· καὶ ὅμως περὶ τοῦ ὄγκου καὶ τοῦ βάρους τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἐδίστασε νὰ ἐξενέγκῃ μαύρην καὶ κατ’ αὐτῶν ψῆφον. Περιεφρουρήθη λοιπὸν διὰ πάντων τούτων τῶν μέσων ἡ ἔμμεσος συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὁ δεύτερος σταθμὸς μένει ἐντελῶς ἀφρούρητος, μένει ἐκτεθειμένος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατιθέασι τὰ μέσα τοῦ Κράτους, ἐξήρτηται δὲ ἐκ τῆς ἠθικῆς αὐτῶν δυνάμεως, ἐκ τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τοῦ καθήκοντος· ἐξήρτηται ἐκ τούτων νὰ μὴ γένηται χρῆσις τῶν μέσων τούτων, ὅπως μὴ καταστραφῇ ἡ ἀληθὴς θέλησις τοῦ λαοῦ, ὅπως μὴ ματαιωθῇ ἡ κατὰ τὸν σταθμὸν τοῦτον ἔμμεσος συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Νομοθεσίαν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐὰν αἱ φυλακαὶ τῆς οἰκίας τοῦ κ. Τριγγέτα ἐχρησίμευσαν ἄλλοτε, διὰ νὰ καθείρξωσιν ἐν αὐτῇ ἕνα πολιτευτὴν, ὅστις ἐνόμιζεν, ὅτι ἠμύνετο κατὰ κινδύνων, τοὺς ὁποίους διέβλεπε κατὰ τοῦ Πολιτεύματος δι’ ἀσκόπου ἢ ἄνευ ἀνάγκης χρήσεως τῶν ἡγεμονικῶν προνομιῶν, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν σᾶς ζητεῖ νά καθείρξητε οὐδένα εἰς τὰς φυλακὰς, διὰ νὰ ἀσφαλίσητε τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς ἀπέστειλε, διὰ νὰ μετέχῃ τῆς Νομοθεσίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας. Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἰδίως, τὸ καθῆκον τοῦτο ἐπεβάλλετο ἐπιτακτικῶς. Τί σᾶς ὠφελοῦσιν οἱ Νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζετε καὶ διὰ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ ῥυθμίσητε εἴτε τὰς ἀστικὰς, εἴτε τὰς δημοσίας σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, εἴτε τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τὸ Κράτος, ὅταν οἱ Νόμοι οὗτοι δύνανται νὰ καταπατῶνται ὑπὸ τοῦ τελευταίου ὀργάνου τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐὰν οἱ Νόμοι οὗτοι περιποιῶσιν ἐλάχιστον ὄφελος εἰς τὸν ἐλάχιστον τῶν φίλων τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας; Δὲν ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου χρόνου, ὅτι πολίτης, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἐκδεδομένον ἔνταλμα συλλήψεως, περιεφέρετο ἐλευθέρως ἐν τῇ πόλει, μετεῖχε δημοσίων ὑπὸ τὴν προεδρείαν τῶν Ἀρχῶν συνιστωμένων συνεδριάσεων, ἐξήσκει τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματά του, καὶ δὲν ἠκούσατε, ὅταν ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς, δὲν ἠκούσατε αὐτοὺς νὰ λέγωσιν, ὅτι ὁ πολίτης αὐτὸς ἦτο ἐνταλματίας, ἀλλὰ δὲν ἦτο φυγόδικος; Καὶ ἐδικαιολόγουν τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως καταδιωκομένου, ἐδικαιολόγουν διὰ τοῦ λόγου, ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι φυγόδικος! Τὸ ἔνταλμα συλλήψεως εἶναι πλέον χάρτης ἄγραφος εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς Ἀρχῆς, ὅταν συμφέρῃ εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς νὰ μὴ ἐκτελῆται· εἶναι ματαία ἡ ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν δίδει ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαστικῆς Ἀστυνομίας πρὸς πάντα τὰ ὄργανα τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, νὰ συλληφθῶσιν ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν τὸ ἔνταλμα ἐκδίδεται. Καὶ οἱ Ὑπουργοὶ διακρίνουσι τὸν ἐνταλματίαν ἀπὸ τοῦ φυγόδικου, καὶ εἶπον, ὅτι τότε ἔχουσι δικαίωμα νὰ συλλαμβάνωσι τοὺς φυγοδίκους, ὅταν ἐγκαταλείπωσι τὰς κώμας καὶ τὰ χωρία καὶ κρύπτωνται εἰς ἀκατοίκητα μέρη, ὅταν δὲ μένωσιν εἰς τὰς πόλεις, κανεὶς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐπ’ αὐτῶν χεῖρα. Καὶ τί σᾶς ὠφελεῖ, κύριοι, ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα σᾶς ἀπονέμει, ὅταν οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν παραβαίνωσι τοὺς Νόμους; Ἐὰν δὲ ἤθελε συμβῆ νὰ κληθῶσιν εἰς λογοδοσίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι βέβαιοι, ὅτι τὰ παραπτώματα αὐτῶν θέλουσι καλυφθῆ, διότι ἀργεῖ ἡ φιλονομία τοῦ πλείστου μέρους τοῦ Κοινοβουλίου, διότι κοιμᾶται ἡ ἐλεγκτικὴ ἐξουσία αὐτοῦ. Τοιαύτη κατάστασις παράγει πειρασμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους τυγχάνει ἐκτεθειμένη ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία. Πῶς θέλετε νὰ παραγνωρίσητε τὴν δίψαν, τὴν ὁποίαν φύσει ἐνδέχεται νὰ ἔχωσιν, ἵνα περισώζωσι καὶ συγκρατῶσι τὴν Ἀρχὴν εἰς τὰς χεῖράς των; Πῶς θέλετε δ’ ἐξασφαλίσει οὕτως τὴν ἰσχὺν τῶν Νόμων; Πῶς θέλετε διασώσει τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου Ταμείου; Ποία ἀσφάλεια μένει εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ὅταν οἱ τηρηταὶ τοῦ Νόμου μεταπίπτωσιν ἐκ τοῦ καθήκοντός των διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθηκα καὶ τὰ ὁποῖα ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε λειτουργήσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶναι τὸ χειρότερον τῶν Πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν ταῖς Πολιτείαις. Εἶναι χειρότερον καὶ αὐτῆς τῆς Μοναρχίας. Τί λέγω; εἶναι ἀχρειέστερον τοῦ Μοναρχικοῦ Πολιτεύματος, διότι ἀχρειεστάτη καθίσταται ἡ ἐμφάνισις τοῦ Μοναρχικοῦ Πολιτεύματος, ὅταν ὁ Μονάρχης ψέγηται καὶ ἐπικρίνηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ διὰ τῶν ἐφημερίδων, κατηγορεῖται καὶ διασύρεται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ὁ Μονάρχης ἐκεῖνος εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀναγκάζεται νὰ παλαίῃ πρὸς τοὺς διασύροντας τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἢ πρὸς τοὺς ζητοῦντας νὰ ἁρπάσωσι τὴν ἐξουσίαν του. Καὶ ὁ ἠπιώτερος τῶν Μοναρχῶν τοῦ τοιούτου εἴδους λησμονεῖ, ὅτι εἶναι Κυβερνήτης, καὶ γίνεται παλαιστής· λησμονεῖ, ὅτι ὀφείλει νὰ ἦναι δίκαιος καὶ ἀγαθὸς, καὶ γίνεται ἄδικος καὶ τραχύς. Καὶ ἂν ἡ φύσις ἐπροίκισεν αὐτὸν διὰ τῆς ἰδιότητος τῆς τραχύτητος καὶ τῆς κακίας, φαντάζεσθε τὸν βαθμὸν τῆς ἀχρειότητος τοῦ τοιούτου Μοναρχικοῦ Πολιτεύματος; Ἐὰν ἔχητε ἀληθὲς Μοναρχικὸν Πολίτευμα, σᾶς παρέχει κἂν ἐγγύησίν τινα τὸ δικαίωμα τῆς καταγωγῆς τοῦ Μονάρχου ἢ τῆς διαδοχῆς ἐπὶ τῶν θρόνων τῶν τέκνων αὐτοῦ. Ἀλλὰ Μοναρχικὸν Πολίτευμα ὑπὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα δὲν σᾶς παρέχει καμμίαν ἐγγύησιν. Ἀνοίξατε, κύριοι, τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ σειρὰν 5 ἢ 6 ἀριθμῶν, μετὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφοφόρησαν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Πυλίας ὁ κ. Δ. Τριγγέτας καὶ ὁ κ. Π. Τριγγέτας, καὶ δὲν θέλετε εὑρῇ ἐν αὐτοῖς εἰμὴ ἀπολύσεις ὑπαλλήλων, φερόντων τὸ ἐπώνυμον Τριγγέτας, ἢ ἀπολύσεις ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουσι μὲν τὸ ἐπώνυμον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι συνδέονται διὰ δεσμῶν συγγενείας ἢ φιλίας μετὰ τῶν ἀξιοτίμων τούτων συναδέλφων, καὶ θέλετε εὑρεῖ ὅτι ἀπέπεμψαν αὐτοὺς ἀπὸ τῆς μιᾶς ἄκρας τοῦ Κράτους εἰς ἄλλην, ἵνα δοθῇ παράδειγμα εἰς τοὺς βουλευτὰς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τολμῶσι νὰ ψηφοφορῶσι κατὰ τοῦ Ὑπουργείου (εὖγε, εὖγε, ἐκ δεξιῶν, χειροκροτήμματα εἰς τὰ ἀκροατήρια). Ἀλλὰ διατί νὰ κοπιάζητε νὰ ἀναφυλλίζητε τὰ φύλλα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, διατί δὲν βασανίζετε ὀλίγον τὴν μνήμην σας, ὅπως ἀνακαλέσητε εἰς αὐτὴν τὰ τελεσθέντα πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν πάντων ὑμῶν; Δὲν ἐνθυμεῖσθε μίαν ἡμέραν, ὅτε βουλευτὴς ἠγόρευεν ἐντεῦθεν κατὰ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι Ὑπουργὸς διέκοψεν αὐτὸν, καὶ προανείγγειλεν αὐτῷ ὅτι μεταβαίνει νὰ ζητήσῃ αἴτησιν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ εἰς δίκην εἰσαγὴ τοῦ βουλευτοῦ; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εὐθὺς ὡς κατέβη τοῦ βήματος ὁ βουλευτὴς, ἀνέβη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀνεκοίνωσε τὴν αἴτησιν περὶ τῆς ἀδείας τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ βουλευτοῦ; Ἦτο τάχα ὅλων τούτων τῶν πράξεων αἰτία καὶ σκοπὸς ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Νόμου, ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, χάριν τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀργήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως, ἀλλὰ νὰ ὑποταχθῇ τὸ ἀκαταδίωκτον τοῦ βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῷ ἀπένειμε; Τιμῶ προσωπικῶς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐκ προμελέτης προέβη εἰς πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐν ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ ἤθελεν ἐγερθῆ ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἵνα καταστείλῃ αὐτοστιγμεί. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι πάθη, ἔχουσιν αἷμα, ἀφίενται εἰς τὸν ἐρεθισμὸν τῆς Κοινοβουλευτικῆς πάλης καὶ λησμονοῦσιν ὅτι εἶναι Ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα ὅτι εἶναι ἐκτελεσταὶ καὶ ὑποστηρικταὶ τοῦ Νόμου ἐπὶ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν, καὶ οὐχὶ ὅταν οἱ Νόμοι χρησιμεύωσιν εἰς αὐτοὺς ὡς μέσα ἐκδικήσεως καὶ τιμωρίας. Καὶ μᾶς ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς, διὰ τοῦ ὕφους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συνειθίζει νὰ μετέρχηται ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἀποδείξεις τῆς συναλλαγῆς. Ποίαν ἀπόδειξιν νὰ σᾶς φέρωμεν; Πρέπει νὰ ἤμεθα ὄπισθεν ὑμῶν διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ οὖς πρόχειρον, νὰ ἀκούωμεν τὰς αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι σᾶς γίνονται καὶ τὰς συγκαταβάσεις, τὰς ὁποίας κάμνετε. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις συναλλαγῆς διὰ παροχῶν, δὲν σᾶς ἐφέραμεν ἀποδείξεις τῆς ἀνίσου καταδιώξεως; Σᾶς εἶπον ὅτι, ὅταν τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα μετατρέπηται παραποιούμενον εἰς Μοναρχικὸν, ἡ χειροτέρα ἐμφάνισις αὐτοῦ εἶναι ἐν τῷ σταδίῳ τῶν παροχῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ ποιῆται πρὸς ἐκείνους, ἐκ τῆς ψήφου καὶ τῆ γνώμης τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησις αὐτῶν ἐν τῇ Ἐξουσία. Ἀλλὰ ποῦ νὰ ἀναζητήσω καὶ εὕρω ἀποδείξεις τοιαύτας; Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι εἰς κώμην μικρὰν, ἡ ὁποία κεῖται μεταξὺ Βώλου καὶ Λαρίσσης καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει εἰμὴ 20 οἰκογενείας, σταθμεύουσι 17 ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα εἴτε τοῦ βοηθοῦ ἀστυνομίας, εἴτε τοῦ ὑπαστυνόμου, εἴτε τοῦ ἀρχικλητῆρος, ἢ τοῦ κλητῆρος. Εἶναι φροντὶς τοῦτο καὶ ἐπιμέλεια πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως ἐν τῇ κώμῃ ἐκείνῃ ἢ παροχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζεται νὰ σπείρῃ διὰ νὰ συγκρατῇ τὴν ψῆφον ἐκείνων, ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησίς της;
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ὀνομάζεται ἡ κώμη;
§11ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Γκερλῆ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἠγόρευσα, ἀρχόμενος τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνεπτύχθη καὶ ὑπεστηρίχθη ὑπὸ πολλῶν ἐγκρίτων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ γνώμη τῶν ἀγορευσάντων, σᾶς εἶπε χθὲς, μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι ἡ γνώμη εἰμὴ μικροῦ τινος τμήματος αὐτῆς, ἐστερημένη τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἡ παμψηφία τῆς ἀντιπολιτεύσεως μεταδίδωσιν εἰς τὰς γνώμας αὐτῆς. Εὗρεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μόνον ὁμοιότητά τινα γνωμῶν μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρέστησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, ὁ βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὁ βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὁ ἐκ Μεσσήνης, ὁ ἐκ Χαλκίδος, ἀλλ’ εὗρε διαφωνίας μεταξὺ τῆς γνώμης μου καὶ τῶν ἄλλων, διαφωνίας φερ’ εἰπεῖν πρὸς τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας καὶ ἄλλων ἐγκρίτων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τίνες λοιπὸν εἶσθε σεῖς, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, οἵτινες προτείνετε οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ; Εἶσθε σεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις, ἢ εἶσθε τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀνάξιον τῆς προσοχῆς μας; Πόσοι εἶσθε τέλος πάντων; Ἀριθμηθεῖτε νὰ σᾶς ἴδω. Συνειθίζει ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸ πάσης ἐρεύνης νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν δυνάμεων. Εἶναι ἄνθρωπος πρακτικὸς, περὶ ὀλίγου ποιούμενος, ἢ ὅλως ὀλιγωρῶν τῆς ἐρεύνης τῶν ζητημάτων, ἐὰν ἦναι λογικὰ ἢ παράλογα, ἐὰν ἦναι δίκαια ἢ ἄδικα, ἂν ἐπιτρέπωνται ἢ μὴ ὑπὸ τῆς ἠθικῆς πολιτικῆς. Περὶ ἑνὸς μόνον μεριμνᾷ, μήπως τυχὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποστηριζόντων τὰ ζητήματα ταῦτα ἀποβῇ ἐνοχλητικὸς εἰς τὴν νομὴν τῆς Πρωθυπουργικῆς του Ἐξουσίας. Ἡ τοιαύτη ἔρευνα τῆς δυνάμεως προσιδιάζει ἀληθῶς εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ προσιδιάζει καὶ εἰς τὰ ἄλλα τὰ πλάσματα τοῦ ὑψίστου. Καὶ ἐκεῖνα δὲν ἐρευνῶσι ποῖον τὸ δίκαιον ἢ τὸ ἄδικον, ποῖον τὸ λογικὸν ἢ παράλογον, ἐρευνῶσι μόνον ἂν δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὴν πεῖνάν των, νὰ σβύσωσι τὴν δίψαν των καὶ νὰ πληρώσωσι τὸν στόμαχόν των. Ἀλλ’ εἰς τὸν ἄνθρωπον προσιδιάζει, πλὴν ταύτης, ἡ ἄλλη ἔρευνα, ἡ εὐγενής. Δὲν πρόκειται ὁ ἄνθρωπος νὰ μετρήσῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ ράμφους του ἢ τὴν δύναμιν τῶν ὀνύχων του, ὅταν συζητῇ ζητήματα, ἀλλὰ πῶς νὰ ἀνεύρῃ ποίαν πρέπει νὰ σχηματίσῃ ἐπ’ αὐτῶν γνώμην, ὀρθὴν καὶ δικαίαν, ἐπιτρεπομένην ὑπὸ τῶν Νόμων, συμβιβαζομένην μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἠθικήν. Ἐπὶ τῆς τοιαύτης λογικῆς ἐρεύνης ἀργεῖ ἡ ἰδιότης ἐκείνη τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποίαν ἔχει κοινὴν μὲ τὰ ἄλλα κτίσματα τοῦ ὑψίστου, καὶ λειτουργεῖ μόνον ἡ ἰδιότης, ἣν αὐτὸς ἔχει, ἀποκλειστικῶς ἡ ἰδιότης ἡ πνευματική· λειτουργεῖ ἡ ἀντίληψις αὑτοῦ διὰ νὰ εἰσκομίζῃ εἰς τὴν διάνοιαν τὰ ἐκτὸς τοῦ ἀνθρώπου συμβαίνοντα, ἡ κρίσις διὰ νὰ κρίνῃ τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον· ἀλλὰ καὶ ἡ κρίσις πρέπει νὰ λειτουργῇ ὑπὸ τὴν δεσποτίαν τῶν ἠθικῶν Νόμων. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἀφοῦ ἐδείξατε ἐπιθυμίαν νὰ μάθητε τίνες εἶναι οἱ προβάλλοντες τὸ ζήτημα τῆς μειώσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια, ὅπως μειωθῇ τὸ ἔλλειμμα καὶ ἀπαλλαχθῇ ἡ χώρα ἀπὸ νέους φόρους 18,000,000, σᾶς ἀπαντῶμεν: προβάλλει ταῦτα ἡ ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας τὰ ἔντιμα μέλη κάθηνται ἐπὶ τῶν θρανίων τῆς πτέρυγος ταύτης· ἂν δὲ ἤθελε συμβῆ νὰ ὑπάρχῃ τις καθήμενος ἐπ’ αὐτῶν, μὴ ἔχων τὴν γνώμην ταύτην, τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν μου, ἀλλ’ ἐκείνου, διατί δὲν καταλείπει τὰ θρανία ἐκεῖνα καὶ δὲν ἔρχεται εἰς τὰ ἰδικά σας. Καὶ διεφώνησαν πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶπε, χθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ εἶναι διαφωνία μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὸ ὅλον αὐτῆς, ἢ τμήματος πρὸς ἄλλο τμῆμα, ἂν τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἕκαστον χωριστὰ, εἴτε πολλὰ ὁμοῦ, ἔχουσιν ἰδίαν ἀτομικὴν γνώμην ἐπὶ ζητημάτων μὴ κεφαλαιωδῶν, ἀλλὰ δευτερευόντων; Ἓν εἶχε κεφαλαιῶδες ζήτημα ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ τοῦτο προσεπάθησε νὰ ἀναπτύξῃ διὰ πολλῶν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα ἦτο νὰ ἐξετάσῃ πόσαι ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δαπανῶν δὲν εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖαι. Δὲν ἦτο τὸ ζήτημα αὐτῶν νὰ ἐξετάσωσι τίνες Νόμοι πρέπει νὰ καταργηθῶσι σήμερον, τίνες ὀργανισμοὶ νὰ μεταβληθῶσιν. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν ἔχει τοσαύτην δύναμιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ὥστε νὰ δύναται νὰ μεταβάλλῃ Νόμους καὶ ὀργανισμούς· διότι, ἂν εἶχε, δὲν θὰ ἦτο ἀντιπολίτευσις ἀλλὰ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ Ἐάν τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἴτε διὰ τὸ εἰδικὸν ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐξασκοῦσιν, εἴτε διὰ τὰς εἰδικὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἐπὶ ὡρισμένου κλάδου ἐπιστήμης ἔχουσι, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀτομικὴν γνώμην, δὲν εἶχον λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὠφελούμενοι ἐκ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Εὐτυχῶς ἡμεῖς οἱ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει δὲν ἔχομεν γνώμην, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διετράνωσε διὰ τῆς πολιτικῆς του ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν μελῶν τοῦ κόμματος ἡμῶν, ὅπως ἐκεῖνος ἔχει περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν μελῶν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται. Ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὡς ἡγέτης κόμματος, νομίζῃ ὅτι τὰ μέλη τοῦ ὑπ’ αὐτὸν κόμματος δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἔχωσι γνώμην, τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἐβασάνισε καὶ δὲν ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθήν, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ σκέπτωνται πρὶν ἢ αὐτὸς σκεφθῇ καὶ ἐξενέγκῃ τὸ πόρισμα τῆς σκέψεώς του, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐξενέγκωσι δημοσίᾳ τὴν γνώμην των, ὅτι ὀφείλουσι μάλιστα, ἐὰν ἤθελον πλανηθῆ καὶ ἐξενέγκει γνώμην τὴν ὁποίαν αὐτὸς δὲν ἐνέκρινε, νὰ ρίπτωσι κατὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν γνώμης μέλαιναν ψῆφον, τοιαύτην γνώμην, δὲν ἔχουσι τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Ἀρκοῦντα δεσμὸν κρίνουσι πρὸς ἄλληλα, ὅτι ἔχουσι τὴν ταὐτότητα τῆς γνώμης ἐπὶ τῶν κεφαλαιωδεστέρων πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλονται ἑκάστοτε πρὸς συζήτησιν· ἀρκοῦντα θεωροῦσι δεσμὸν συνδέοντα αὐτοὺς, τὴν ταὐτότητα τοῦ πολιτικοῦ φρονήματος, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μετέρχηται ἢ νὰ μετέλθῃ, διατηροῦσι δὲ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ἕκαστος οἱανδήποτε γνώμην ἐπὶ τῶν μὴ κεφαλαιωδῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν δευτερευόντων καὶ τριτευόντων. Καὶ μολονότι δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ δευτερεύοντα καὶ τριτεύοντα, καὶ μολονότι οἱ ἀγορεύσαντες ἐνέκριναν ν’ ἀνακοινώσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν γνώμην εἰς συζήτησιν ἀλλοτρίαν, καὶ μὴ ἔχουσαν σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, οὐδὲ ἐγὼ παρέλιπον, ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ἀρχόμενος τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰ ὁποῖα μετέσχον τῆς συζητήσεως ταύτης, παρέλιπον νὰ τὸ καταστήσωμεν δῆλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀποδεχόμεθα, ἐν ὅσῳ διατελοῦμεν ἀντιπρόσωποι ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ λειτουργῶσιν οἱ μέχρι τοῦδε λειτουργοῦντες Νόμοι, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους πέρυσιν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν εἰσαγαγοῦσα ἀσύγγνωστον ἐν τῇ διοικήσῃ σπατάλην, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν παρελοῦσαν Σύνοδον διέσυρε καὶ κατεπολέμησε καὶ διὰ τοῦ λόγου καὶ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Τὰ ἐργασθέντα μάλιστα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀξιότιμα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπί τινων ὀργανισμῶν ἐξήνεγκον κατὰ τὰς μεταξὺ αὐτῶν συζητήσεις τὴν γνώμην, ὅτι ἴσως εἶναι καὶ ἀναγκαῖον νὰ λειτουργήσωσιν οἱ ὀργανισμοὶ ἐκεῖνοι ἐπί τινα χρόνον, διὰ νὰ καταδείξῃ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐὰν ἐξυπηρετῶσιν ἢ ἐὰν θυσιάζωσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐὰν λειτουργῶσιν ἐπ’ ἀγαθῷ ἤ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦτο ἔδειξεν, ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ τὴν τακτικὴν, οὐδὲ ἔχει τὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας διετράνωσαν ὅτι ἔχουσιν οἱ Κυβερνῶντες. Αὐτοὶ ἀσχολοῦνται αἰωνίως εἰς τὴν νομοθεσίαν διὰ καινοτομιῶν· αὐτοὶ μεταβάλλουσι τοὺς Νόμους, πρὶν ἢ οὗτοι ἐκτελεσθῶσι καὶ πρὶν ἡ ἐφαρμογὴ καταδείξῃ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν. Δὲν ἐψηφίσατε ὑμεῖς ὀργανισμὸν στρατιωτικὸν κατὰ τὰ 1880, ὁ ὁποῖος διῄρει τὸν στρατὸν, εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας; Καὶ τί ἔγεινεν ὁ στρατιωτικὸς ἐκεῖναι ὀργανισμός; Δὲν παρῆλθον 15 μῆνες καὶ οἱ ἴδιοι συντάκται καὶ δημιουργοὶ αὐτοῦ ἦλθον καὶ σᾶς ἐπρότειναν νέον στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, χωρὶς νὰ ἀναμένωσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνου, ὅπως διδαχθῶσιν ἐὰν ἐπηλήθευσαν ἢ ἐὰν ἔσφαλον καὶ δοθῇ οὕτω τὸ σωτήριον εἰς πάντας τοὺς Κυβερνῶντας μάθημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τέρπωσι τὴν περιέργειαν τοῦ λαοῦ διὰ καινοτομιῶν, πολλῷ δ’ ἧττον δὲν πρέπει νὰ τέρπωσι τὰς ὄψεις αὐτοῦ διὰ πυροτεχνημάτων. Καὶ διατί μεριμνῶσι τοσοῦτον περὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Διατί προσπαθοῦσι καὶ ὀρέγονται νὰ παραστήσωσι ταύτην διχοτομουμένην ἢ τριχοτομουμένην; Δὲν γνωρίζουσιν, ὅτι ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ λειτουργεῖ τὸ ἀρχαιότερον καὶ τὸ πολυαριθμότερον πολιτικὸν κόμμα ἐκ τῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ λειτουργούντων; Ἢ δὲν ἔμαθον ποίαν συμφορὰν ἡ μοῖρα παρασκευάζει κατὰ τοῦ κόμματος τούτου; Καὶ ἀφοῦ γνωρίζουσι ταῦτα, ἀντὶ εὐλαβεῖς νὰ ἵστανται πρὸ τῶν μελῶν τοῦ κόμματος τούτου καὶ νὰ καταδηλῶσι τὴν θλίψιν των, ἦλθον νὰ εἰρωνευθῶσι καὶ νὰ παραστήσωσι τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς κατακερματισθεῖσαν εἰς ἄτομα ἢ εἰς τμήματα, ὡς στασιάζουσαν ἢ διχογνωμοῦσαν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτοὶ οὗτοι, οἵτινες κατήγγειλαν τὰ μέλη τοῦ κόμματος τούτου ὡς Ἰρλανδοὺς, καὶ ἡμᾶς, πρὸς τὰ ἀπειλοῦντα τὸ κόμμα τοῦτο δεινὰ εὐλαβῶς προσβλέποντας, ὡς ἀνατροπεῖς τῆς τάξεως, διότι δὲν ἠρχόμεθα εἰς τὸ Βουλευτήριον, διὰ νὰ ψηφίσωμεν καὶ δώσωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς Νόμους, τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ παραστήσῃ ἐπαληθευούσας τὰς κομποῤῥημοσύνας, τὰς ὁποίας ἀλλαχοῦ ἀπήγγειλε, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς κομποῤῥήμονος πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐν τῇ Βουλῇ; Καὶ θίγουσιν ἀνευλαβῶς τὴν ἀβεβαιότητα καὶ τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν τοσαύτη μεγάλη συμφορὰ ἑπόμενον ἦτο ὅτι ἤθελεν ἐμπνεύσει εἰς τὰς πεποιθήσεις καὶ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν μελῶν τοῦ κόμματος ἐκείνου, χωρὶς νὰ φαντάζωνται ὅτι, ἐὰν παραπλησία συμφορὰ ἤθελεν ἀπειλήσει, οὐχὶ τὰ ὀλίγα ἐκεῖνα μέλη τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ κόμματος, τὰ ὁποῖα συνεννοοῦνται μετ’ ἐμοῦ, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν καθιστᾷ αὐτὰ ἀνάξια προσοχῆς εἰς τὰς ὄψεις τοῦ τοὺς ἀριθμοὺς μόνον εὐλαβουμένου κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἂν ἤθελεν ἀπειλήσει τὸ ἄλλο ἐν τῇ Βουλῇ πολυάριθμον κόμμα, δὲν συλλογίζονται ποῖος θόρυβος, καὶ ποῖος τάραχος ἤθελεν ἐπιπέσει ἐπὶ τῶν θρανίων τῆς πτέρυγος ταύτης; (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Τάχα ἦτο ἀναγκαῖον, τάχα ἦτο ἀναπόφευκτον, ἐὰν ἐπολέμησαν τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἀκμαῖον καὶ ἰσχυρὸν διὰ πάντων τῶν ὅπλων, καὶ διὰ τοῦ ὅπλου τῆς διαβολῆς καὶ διὰ τοῦ ὅπλου τῆς συκοφαντίας, ἦτο τάχα ἀναπόφευκτον νὰ πολεμήσωσιν αὐτὸ καὶ ἐν ἡμέραις δοκιμασίας διὰ τῶν ὅπλων τῆς εἰρωνείας καὶ τῶν μυκτηρισμῶν; Οἱ ἀντιπολιτευόμενοι λοιπὸν πάντες, ὅσοι κάθηνται ἐπὶ τῶν θρανίων τῆς πτέρυγος ταύτης, ὅσοι δὲν μετέστησαν ἐπὶ τῶν ἄλλων θρανίων ἢ δὲν μεταστῶσι κατ’ αὐτὰς, προβάλλουσι τὸ αὐτὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὴν μείωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 6 ἢ 7 ἑκατομμύρια· ἐπιζητοῦσι διὰ τοῦ συστήματος τούτου τὸν αὐτὸν οἰκονομικὸν σκοπὸν, νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἑπομένως νὰ ἐλαττώσωσι τὰ βάρη τῆς χώρας ἀπὸ φόρους 18 ἑκατομμυρίων εἰς φόρους 9 ἑκατομμυρίων· ἐπιδιώκουσι δι’ αὐτοῦ καὶ τὸν πολιτικὸν σκοπὸν, νὰ περιορίσωσι τὰ μέσα τῆς συναλλαγῆς, διὰ νὰ φρουρήσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν διοίκησιν, διὰ νὰ ἀποσοβήσωσι τέλος πάντων τὴν νοθείαν τοῦ Πολιτεύματος. Ἀλλὰ τάχα, κύριοι, ὑπάρχει σπατάλη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ 1883; Ἀλλὰ τάχα σᾶς ζητοῦσι μέσα περισσότερα, ἀφ’ ὅσα ἔχουσιν ἀνάγκην, διὰ νὰ κυβερνήσωσι; Ἀλλὰ τάχα πρόκειται ἀληθῶς νὰ περικόψητε τὰς λίαν ἀναποφεύκτους δαπάνας, ὡς ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι σᾶς προτείνομεν, νὰ σταματήσητε δι’ ἀλόγων οἰκονομιῶν τὴν διοίκησιν, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἢ νὰ παραλύσητε τὴν Κυβέρνησιν, ἢ νὰ σταματήσητε τὴν ὁδοποιίαν, τῆς ὁποίας πάλιν καὶ χθὲς ἐμνήσθη, καὶ περὶ τῆς ὁποίας θέλω ὁμιλήσει κατόπιν; Σᾶς ἔλεγε χθὲς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι μεταξὺ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἄλλη διαφορὰ, εἰμὴ μόνον διαφορὰ 11 ἑκατομμυρίων. Δὲν γνωρίζω ἀληθῶς ποῦ εὗρε τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Ἐγὼ παραβάλλω τοὺς δύω Προϋπολογισμοὺς, καὶ εὑρίσκω, ὅτι μόνοι οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων ὑπερβαίνουσι κατὰ τὸ 1883 τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν αὐτῶν Ὑπουργείων τοῦ 1880 κατὰ 18,658,000. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι ἁρμόζουσα εἰς συζητήσεις σοβαρὰς ἡ τακτικὴ νὰ πλανῶμεν ἀλλήλους ἀγορεύοντες, καὶ νὰ μὴ κύπτωμεν κἂν τὴν κεφαλὴν εἰς τὴν αὐθεντίαν τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ νὰ ἀλλοιώνωμεν καὶ τὴν σημαντικότητα αὐτῶν. Κατὰ τὸ 1880 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήρχετο εἰς 27,303,000, κατὰ δὲ τὰ 1883 ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἀνήρχετο εἰς 39,939,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνει ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 τὸν τοῦ 1880 Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ 12,636,000. Ἑνὸς μόνου Ὑπουργείου ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ὑπερβαίνει τὸν τοῦ 1880 κατὰ 12,500,000. Καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὅλων τῶν Ὑπουργείων ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 ὑπερβαίνει κατὰ 11 ἑκατομμύρια μόνον.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον 23,845,000· ἐδῶ εἶναι γεγραμμένα.
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ 1880 ἀνήρχετο εἰς 1,515,000, κατὰ δὲ τὸ 1883 εἰς 2,436,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνει ἐκεῖνον κατὰ 921,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ 1880 ἀνήρχετο εἰς 2,953,000, κατὰ δὲ τὸ 1883 ἀνέρχεται εἰς 3,991,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνει κατὰ 1,037,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἀνήρχετο εἰς 4,464,000, κατὰ δὲ τὸ 1883 ἀνέρχεται εἰς 7,133,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνει κατὰ 2,668,000. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀνήρχετο κατὰ τὸ 1880 εἰς 2,149,000, κατὰ δὲ τὸ 1883 εἰς 3,544,000, δηλαδὴ ὑπερβαίνει κατὰ 1,394,000. Δὲν σᾶς ὁμιλῶ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα παραβολῆς, ἀφοῦ ἐπὶ ἄλλου ὀργανισμοῦ εἶχε συνταχθῆ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ἐπὶ ἄλλου δὲ ὀργανισμοῦ τυγχάνει συντεταγμένος ὁ Προϋπολογισγὸς τοῦ 1883. Δὲν σᾶς ὁμιλῶ περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι ἄλλη ὑπῆρχεν ἡ κατὰ τὸ 1880 Ναυτικὴ δύναμις, καὶ ἄλλη ἡ κατὰ τὸ 1883. Σᾶς ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων. Πόσα ἐκ τῶν 18 τούτων ἑκατομμυρίων, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπερβαίνει ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν πέντε Ὑπουργείων τοῦ 1883 τὸν κατὰ τὸ 1880, πόσα εἰσὶν ἔξοδα ἀναπόφευκτα; σᾶς τὰ ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι 7,804,000 διὰ χρεώλυτρα καὶ τόκους τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι 150,000 διὰ τόκους τοῦ δανείου τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι 914,000, δηλαδὴ 720,000 φράγκων διὰ τόκους τῶν 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον πωληθῆ κατὰ τὸ 1880. Περὶ τοῦ δανείου τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν δὲν σᾶς κάμνει λόγον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τῶν ἄλλων λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους χθὲς ἐξέθηκεν, διότι διὰ τόκους τοῦ δανείου τούτου οὐδὲν περιέλαβεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰς περιέλαβον.
§15ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ δὲν τὰς περιελάβετε ὀρθῶς, διότι πῶς ἠθέλετε περιλάβει τι διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, ἀφοῦ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 οὐδὲν δι’ αὐτὸ περιέλαβεν. Λοιπὸν τὸ ἄθροισμα τῶν ἀναποφεύκτων αὐτῶν δαπανῶν εἶναι 8,769,000. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὰ 18,650,000 τὸ ποσὸν τοῦτο, σᾶς μένει ὑπόλοιπον 9,889,000. Πόσα ἀπὸ αὐτὰ θέλετε νὰ σᾶς δώσωμεν διὰ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν; Σᾶς φθάνουσι δύω ἑκατομμύρια; Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Στρατοῦ ἢ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν πέντε πολιτικῶν Ὑπουργείων. Σᾶς φθάνουσι 3 ἑκατομμύρια; Πόσον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον; εἶναι 6,889,000. Ταῦτα δὲν ἀποτελοῦσι σπατάλην; Αὐτὴν τὴν σπατάλην ζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ περικόψῃ διὰ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς προέβαλε· διότι δὲν εἶναι ἀναπόφευκτον τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὴν Διοίκησιν· διότι, ἐὰν ἦτο ἀναπόφευκτον, πῶς σεῖς ἐδιοικεῖτε εἰς τὸ 1880 ἄνευ αὐτοῦ, ἀφοῦ σεῖς συνετάξατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, σεῖς προσδιωρίσατε τὰς ἀνάγκας καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς δὲν ἦτο ἀναπόφευκτος ἡ δαπάνη αὕτη τότε, ὅτε δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῶσι 18 ἑκατομμυρίων φόροι εἰς τὴν χώραν; Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν γενικωτάτην παραβολὴν τῶν δύω Προϋπολογισμῶν, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι αἱ οἰκονομίαι τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰσὶ φροῦδαι καὶ κεναὶ, ὅτι εἰσὶν οἰκονομίαι παραλύουσαι τὴν Διοίκησιν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο τὰς ἀποκρούει μετὰ πάσης τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ δυνάμεως. Ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰς λεπτομερείας, καὶ πρέπει καὶ ἐγὼ νὰ τὰς ἀκολουθήσω, διότι πρέπει νὰ καταδείξω μετὰ πόσης ἀπροσεξίας ἔθιξεν ἑκάστην τῶν λεπτομερειῶν, μὴ ὑποταχθεὶς οὔτε εἰς τὸ κῦρος τῶν ἀριθμῶν, ἀλλ’ ἀπαγγείλας εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐμπεριέχονται οὔτε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, οὔτε εἰς τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις προέτεινεν (εὖγε ἐξ ἀριστερῶν). Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προεκάλει τὸ μειδίαμα καὶ τὸν γέλωτα πάσης ταύτης τῆς πτέρυγος, ὅταν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ἐνῷ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 δὲν περιεῖχεν, ἀλλὰ διέγραφε δαπάνην, τὴν ὁποίαν περιεῖχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, σᾶς προέτεινεν ἐπ’ αὐτῆς οἰκονομίας 200,000 δραχμῶν!
§16ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). 4,000.
§17ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγέλα ἡ πτέρυξ πᾶσα, μυκτηρίζουσα τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἡμῶν, τὸν Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας.— Ἡ περὶ δημοσίων λουτρῶν μέριμνα ἀνάγεται εἰς τὸ 5ον Κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Κεφάλαιον τοῦτο διαιρεῖται εἰς 17 ἄρθρα. Ἐκ τῶν πιστώσεων τῶν ἄρθρων τούτων, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν προέτεινεν οἰκονομίας εἰμὴ μόνον ἐπὶ τεσσάρων ἄρθρων. Προέτεινεν οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11ου, καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17ου. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις προέτεινεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ Κεφαλαίου Εʹ. συνίστανται εἰς τὰ ἑξῆς· εἰς τὴν ἀφαίρεσιν 1,800 δραχμῶν, αἵτινες περιελήφθησαν ὡς μισθὸς τοῦ γραμματέως τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ Ἰατροσυνέδριον καὶ κατὰ τὸ 1883 ἄνευ γραμματέως, ὅπως ἐξηκολούθει μέχρι τῶν ἐσχάτων τούτων χρόνων. Προέτεινε τὴν ἀπάλειψιν 28,000 δραχμῶν εἰς μισθοδοσίαν 16 Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν, καὶ δραχμῶν 52,800 διὰ μισθοδοσίαν ἄλλων 44 Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν ἐπὶ μισθῷ δραχ. 100 μηνιαίῳ, ζητοῦσα τὴν κατάργησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν ἢ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ τούτων Νομοσχεδίου. Προέτεινε τὴν ἀφαίρεσιν 12,000 δραχμῶν, περιληφθεισῶν δι’ ἔξοδα τῶν Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν, ἀφοῦ δὲν παρεδέχθη τὸν διορισμὸν τοιούτων παντάπασι. Προέτεινε τὴν ἀπάλειψιν 5040 δραχμῶν, ζητοῦσα τὴν κατάργησιν τῶν γραμματέων τῶν Ὑγειονομείων Πειραιῶς, Σύρου καὶ Κερκύρας. Προέτεινε τέλος πάντων τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως 50,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ, διὰ νὰ κατασκευάσῃ αὕτη δημόσια λουτρὰ εἴς τι μέρος τῆς Ἐπικρατείας. Ποία ἐκ τῶν γνωμῶν τούτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτον ἀξία διὰ νὰ τὴν μυκτηρίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ διὰ νὰ κινήσῃ τὸν γέλωτα τῶν φίλων αὐτοῦ; Ἦτο ἄξιος μυκτηρισμοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Εὐρυτανίας, διότι σᾶς ἔλεγεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην Ἐπαρχιακῶν καὶ Νομαρχιακῶν Ἰατρῶν, δὲν εἶναι ἀκριβές; Ὅτι, ἐὰν ἡ Ἀντιβασιλεία εἶχε νομοθετήσει τὴν ὕπαρξιν Ἐπαρχιακῶν ἢ Νομαρχιακῶν Ἰατρῶν, εἶχεν ἀναγκασθῆ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, εἶχεν ὑποχρεωθῆ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος διὰ τῆς δαπάνης ταύτης, διότι τότε καὶ αἱ Ἐπαρχίαι καὶ οἱ Νομοὶ ἐστεροῦντο Ἰατρῶν;
§18ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§20Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι μόνον εἶχεν ἀνάγκην, ἀλλὰ Διάταγμα τοῦ 1833 ἢ 1834 λέγει, ὅτι ἐπιτρέπει εἰς τοὺς Εἰρηνοδίκας νὰ μετέλθωσι τὸν ἰατρὸν, διότι αὐτοὶ ἦσαν λογιώτεροι τῶν ἄλλων. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα, τὸ ἐνθυμοῦμαι. —Καὶ σᾶς λέγουσι σήμερον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν. Διὰ ποῖον λόγον; Πῶς τὴν δικαιολογοῦσι; Διὰ νὰ περιορίσωμεν τὴν διάδοσιν τῶν μολυσματικῶν νόσων! Καὶ σᾶς φέρουσιν ὡς παράδειγμα τὰς Ἀθήνας, ἐν ταῖς ὁποίαις ἐκ μολυσματικῶν νόσων ἐστάλησαν ἑκατοντάδες συμπολιτῶν ἡμῶν εἰς τὸν τάφον. Ἀλλ’ ἡ εὐλογία, ἥτις ἐνέσκηψεν ἐν Ἀθήναις, ἦτον ἀποτέλεσμα τῆς ἐλλείψεως ἰατρῶν Δημοσίων, ἢ ἦτον ἀποτέλεσμα τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν Νόμων, τῆς ἀμελείας τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατάξεις, αἵτινες ὑπάρχουσι πρὸς περιορισμὸν τῆς μεταδόσεως τῶν μολυσματικῶν νόσων; Πῶς ἐγεννήθη, πῶς προώδευσε, πῶς ἐπεξετάθη ἡ εὐλογία ἐν Ἀθήναις; Ποῖον μέσον ἢ ποία φροντὶς ἐλήφθη, ὅπως μὴ μεταδοθῇ ἡ νόσος; Ποῦ εἴχετε ἰδεῖ νὰ γράφωσιν, ὅτι εἰς τὴν οἰκίαν αὐτὴν ὑπάρχει εὐλογία; Ποῦ εἴδετε φύλακας, διακόπτοντας τὴν συγκοινωνίαν τῆς οἰκίας τοῦ εὐλογιῶντος μετὰ τῶν ἄλλων οἰκιῶν; Ὅταν τὸ κακὸν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ζητηθῇ ἡ παῦσις τοῦ κακοῦ διὰ τῆς παύσεως τῆς διδασκαλίας ἐν τοῖς σχολείοις, μέχρι τοῦ σημείου νὰ παύσωσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ προσέρχωνται εἰς τὰ δημόσια μέρη, τότε μόλις ἀπεφάσισαν νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ περιορισμοῦ τῆς μολυσματικῆς νόσου καὶ νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου περὶ περιορισμοῦ τῶν μολυσματικῶν νόσων διὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ ἄνευ ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν. Ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ 16 Ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 150 κατὰ μῆνα, καὶ 44 ὁμοίων ἐπὶ μισθῷ δραχμῶν 100 κατὰ μῆνα, ἤτοι περὶ δημιουργίας 60 θέσεων· δημιουργήματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν δημόσιον συμφέρον ἐπιβάλλει καὶ διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦσι 83,000 δραχμὰς νὰ ρίψητε εἰς τοὺς δρόμους, καθ’ ὃν χρόνον σᾶς ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλητε 16 ἑκατομμύρια φόρους εἰς τὸν λαόν! Καὶ καθ’ ὃν χρόνον κατὰ τὸ 1880 κατήργουν ἐντελῶς τὰ ὑγειονομεῖα τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου καὶ τῆς Κερκύρας, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἄφινον οὔτε ὑγειονόμον, οὔτε γραμματέα ἐν ἑκάστῳ αὐτῶν, τώρα μᾶς ἐζήτησαν καὶ ὑγειονόμον καὶ γραμματέα. Καὶ διότι λέγομεν, ὅτι δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐκτελεσθῇ μόνον μὲ τὸν ὑγειονόμον, καὶ ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ γραμματεύς, ἔρχονται νὰ μᾶς μυκτηρίσωσι, καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡμεῖς ζητοῦμεν ἀποκοπὴν ἀναποφεύκτων ἀναγκῶν καὶ ζητοῦμεν οἰκονομίας φρούδας. Καὶ διότι ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Δημόσιον καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρῇ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἰς μόνον τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον πρέπει νὰ ἀφίνωνται, δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ οἰκοδομὰς διὰ δημόσια λουτρὰ, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀφίνῃ ταῦτα εἰς τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον, εἴτε εἰς ἄτομα, εἴτε εἰς ἑταιρίας, ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐκλέγει τὸ ἔτος 1883, καθ’ ὃ ζητεῖ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν χώραν 16 ἑκατομμύρια φόρους, καὶ μᾶς ζητεῖ 50,000 δραχμὰς, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ δημόσια λουτρά. Καὶ μᾶς ἀναγγέλλει διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι πρόκειται νὰ οἰκοδομήσῃ δημόσια λουτρὰ κατὰ τὸν Εὐρωπαϊκὸν τρόπον. Ἠναγκάσθην ἀναμνησθεὶς τῆς εἰρωνείας, ἣν ἐξετόξευσαν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, νὰ ἀναπτύξω τὰ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἐπιθυμῶ καὶ καθῆκον ἔχω ν’ ἀκολουθήσω τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ν’ ἀκολουθήσω αὐτὸν βῆμα κατὰ βῆμα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἐὰν οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωσε χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, ἦναι ἀληθῶς οἱ συλλογισμοὶ αὐτοῦ, πλανᾶται ἐντελῶς· ἄλλως, ὅτι συλλογισμοὶ τοιοῦτοι οὐδένα ἄλλον δύνανται νὰ ἔχωσι σκοπὸν ἢ ν’ ἀποσπάσωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἐπραγματεύθη χθὲς καὶ περὶ τοῦ Προϋπολυγισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ μολονότι ὑπεσχέθη, ὅτι ἤθελε μετὰ μετριοπαθείας ἐρευνήσει τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Κέας, οὐχ ἧττον ὅμως εἰρωνεύθη καὶ τοῦτον διὰ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Σᾶς ἔλεγε λοιπὸν χθές, ὅτι μᾶς ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας νὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ 900,000 δραχμὰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον ἠλάττωσεν αὐτὸν κατὰ 1,900,000 δραχμάς. Ὥστε σεῖς ἐζητήσατε νὰ ἐλαττώσω μόνον 900,000 δρ. ἀφοῦ δ’ ἐγὼ ἠλάττωσα αὐτὸν κατὰ 1,900,000, ζητεῖτε νὰ προσθέσητε εἰς τὰ ἔξοδα ἓν ἑκατομμύριον; Πρωτότυπος τρόπος τοῦ συζητεῖν ἐν Κοινοβουλίῳ. Δὲν ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀτομικὴν γνώμην, ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κέας ἐξήνεγκε πρὸς ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κεφαλαίου ἐκείνου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, καὶ στρατιωτῶν τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων· ἐνθυμοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅταν ἐξήλεγχε τὸ κονδύλιον τοῦτο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον εἶχε προτείνει, ἐπρότεινεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἀκόμη 659,750 δραχμῶν. Καὶ ποῦ στηριχθεῖσα τότε ἡ ἀντιπολίτευσις κατέληξεν εἰς τοιοῦτον πόρισμα; Εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐκ τῶν ἀγόντων τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν κατὰ τὸ 1882, ἀνερχομένων εἰς 12,672, ἐξῃρέθησαν 1200, διὰ νὰ μὴ ἀναβιβάσω τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 1,800, ὑπὸ τῶν στρατ. Συμβουλίων καὶ τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς· ὅτι εἶχον καταταχθῆ μόνον 4,800, οἵτινες κατὰ τὴν 1 Ἰουλίου 1882 ἔλαβον τὴν ἄφεσίν των, πλὴν 920 καταταχθέντων εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὅθεν κατὰ τὴν 1 Ἰουλίου 1883 θέλομεν ἔχει δύναμιν στρατοῦ 5,920· διότι, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν κατὰ τὸ 1883 καλουμένων εἰς τὰ ὅπλα ὑπερβαίνῃ κατὰ τι τὸν ἀριθμὸν τῶν 12,672, ὑποχρέων κατὰ τὸ 1882, πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσιν ὅμως ὡς ἀποθανόντες, ὡς ἀποδιδράσκοντες καὶ ὡς ἀποδημήσαντες εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τινὲς καὶ ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1883 ὑποχρέων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν μᾶς ζητεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ 15,000 ἄνδρας ὡς καταταχθησομένους κατὰ τὸ 1883 εἰς τὸ πεζικὸν καὶ τοὺς εὐζώνους. Ἀφοῦ ἐκ τῶν 15,000 ἀνδρῶν θέλουσι καταταχθῆ οἱ 5,920, δηλαδὴ περισσότεροι κατά τι ἀπὸ τὸ ἓν τρίτον, δὲν πρέπει ἡ δαπάνη διὰ τὰς 15,000 ἀνδρῶν νὰ περιορισθῇ εἰς ἀνάλογον ποσόν, ἤτοι εἰς περισσότερον κατά τι τοῦ ἑνὸς τρίτου τῆς δαπάνης τῆς ζητουμένης διὰ τὰς 15,000; Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐπροτείναμεν νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἓν τρίτον τὸ ποσόν· εἴπομεν νὰ μειωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ, οὐδὲ πιστεύομεν, ὅτι δύνανται νὰ καταταχθῶσι πλείονες τῶν 7,500 κατὰ τὸ 1883. Ἐὰν ὑπολογίσητε δι’ ἕκαστον ἄνδρα μίαν δραχμήν, ἔχετε 7,500 δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, ἤτοι ἔχετε 2,700,000 νέας δραχμὰς κατ’ ἔτος ἢ δραχμὰς 3,024,000 παλαιάς. Ὑπελόγισεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἀπαιτοῦνται 3,517,595, καὶ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ κενὰς θέσεις 727,595 καὶ οὐχὶ 900,000, ὅσας σᾶς εἶπεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ζητούμενον διὰ 15,000 ἄνδρας ποσὸν τῶν δραχμῶν 3,024,000 πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε, ὡς εἶπον, τὸ ἥμισυ, ἤτοι 1,542,000, ἀφοῦ 7,500 ἄνδρας καὶ οὐχὶ 15,000 θέλετε ἔχει. Λοιπὸν ἀντὶ 725,595 δραχμῶν, ὅσας ἀφῄρεσε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ κενὰς θέσεις, ἔπρεπε ν’ ἀφαιρέσῃ 1,512,000, ἤτοι περισσότερον 786,405. Καὶ τί σᾶς ἐζήτησεν ἡ ἀντιπολίτευσις; σᾶς ἐζήτησε νὰ ἀφαιρέσητε οὐχὶ 786,405, ἀλλὰ μόνον 659,750. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπέδειξεν ὡσαύτως ματαίαν καὶ φρούδην, ὡς εἶπε χθές, τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου 19ου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ Κεφάλιον 19 περιέχει τὰς ἑξῆς πιστώσεις· δραχ. 6,000 δι’ ἀντιμισθίαν ἰδιωτικῶν ἰατρῶν, δραχμὰς 19,000 δι’ ἀντιμισθίαν ἀλλοδαπῶν κτηνιάτρων, δραχμὰς 3,600 δι’ ἀντιμισθίαν φαρμακοποιῶν ἰδιωτῶν, καὶ δραχμῶν 20,000 δι’ ἀντιμισθίαν ἰδιωτικῶν ἱερέων. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφῄρεσε ἀπὸ τὸ Κεφάλαιον 19 δραχμὰς 29,600, ἤτοι ἀφῄρεσε τὰς 20,000 τῶν ἰδιωτικῶν ἱερέων, τὰς 6,000 τῶν ἰδιωτικῶν ἰατρῶν καὶ τὰς 3,600 τῶν ἰδιωτικῶν φαρμακοποιῶν. Καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε χθές, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ πίστωσις τῶν 6,000 διὰ τοὺς ἰδιωτικοὺς ἰατρούς, διὰ τὰ Σώματα τὰ ὁποῖα διαμένουσι μακρὰν τῆς διοικήσεώς των. Πολὺ καλά. Δεχόμεθα τὰς 6,000 διὰ τοὺς ἰδιωτικοὺς ἰατρούς, ἀλλὰ τὰς 20 χιλιάδας δι’ ἀντιμισθίαν ἱερέων διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ τὰς δεχθῶμεν; Ποῖος ἄλλος λόγος ὑπάρχει παρὰ νὰ περιποιηθῶμεν καὶ τοὺς ἱερεῖς τῶν φίλων ἡμῶν; Περιέλαβον ἐν τῷ Κεφαλαίῳ αὐτῷ 19 χιλιάδας δραχ. διὰ κτηνιάτρους, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἀφῄρεσεν αὐτὴν τὴν πίστωσιν, ἐνῷ συγχρόνως ζητοῦσι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἑτέρας 19,000 εἰς κτηνιάτρους, διὰ τὰ τάγματα τοῦ πυροβολικοῦ, καὶ ἄλλας διὰ τοιούτους εἰς τὸ Σῶμα τοῦ μηχανικοῦ. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχουσιν εἰμὴ δύω κτηνίατροι, καὶ ὅτι τέσσαρες τοιοῦτοι ἐκλήθησαν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, τὸ ὅλον ἕξ, καὶ ζητοῦσι πιστώσεις διὰ τέσσαρας εἰς τὸ Κεφάλαιον 10, διὰ τέσσαρας ἄλλους εἰς τὰ τάγματα τοῦ Πυροβολικοῦ, καὶ δι’ ἄλλους εἰς τὸ Μηχανικὸν δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσους. Καὶ ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ ἱπποφορβὴ τιμᾶται πρὸς 1,20 λεπτὰ κατ’ ἀνώτατον ὅρον, δηλαδὴ διὰ 5 ὀκάδας ἄχυρα, τὰ ὁποῖα τιμῶνται εἰς μὲν τὴν Ἀργολίδα 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν Θεσσαλίαν 5, καὶ διὰ 3 ὀκάδας κριθῆς, ἥτις εἰς μὲν τὴν Ἀργολίδα τιμᾶται 24 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν Θεσσαλίαν 18 λεπτά, ὑπολογίζουσι τὴν ἱπποφορβὴν εἰς δραχ. 1,50 τὴν μερίδα. Καὶ μολονότι ἠδύνατο ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ 30 λεπτὰ ἑκάστην ἱπποφορβὴν, εἶναι δὲ μερίδες ἱπποφορβῆς διὰ 3,269 κτήνη τὸ ὅλον 1,193,195, καὶ νὰ ζητήσῃ ἐλάττωσιν δραχ. 357,946 διὰ τοῦτο, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐζήτησε τοιοῦτόν τι, διὰ νὰ μὴ εἴπωσιν ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἀγορασθῶσιν αἱ ἱπποφορβαὶ εἰς μεγαλειτέρας τιμὰς, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποληφθῶμεν ὅτι ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν νὰ ἀγοράσωσι τὴν ἱπποφορβὴν ἀπὸ οἱονδήποτε μέρος θέλουσι, καὶ ἀφήκαμεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ διατί νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄλλας λεπτομερείας; Δὲν σᾶς ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω λεπτομέρειαν, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν γνωρίζετε πάντες, διὰ νὰ κρίνητε περὶ τῆς φροντίδος καὶ τῆς προσοχῆς, μεθ’ ἧς συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν; Ἀναγνώσατε τὸ Κεφάλαιον 12 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ μάθητε ὅτι τρεῖς μόνον Συνταγματάρχαι ὑπάρχουσι διαθέσιμοι, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι 4 ὑπάρχουσι μόνον ἐν τῇ Βουλῇ· διὰ νὰ μάθητε, ὅτι διὰ τοὺς τρεῖς Συνταγματάρχας τοὺς διαθεσίμους, ἑκάστου τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς ὑπελογίσθη πρὸς δραχ. 396,66, ζητεῖται πίστωσις δραχ. 28,599, καὶ ἐὰν ποιήσητε πολλαπλασιασμὸν διὰ νὰ εὕρητε εἰς πόσον ἀνέρχεται ὁ τοσοῦτος μισθὸς διὰ τρεῖς Συνταγματάρχας, θέλετε, ἀνεύρει ὅτι δὲν εἶναι 28,599, ἀλλὰ 14,279.66. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ ἐκείνῳ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἐνῷ διὰ τοὺς πέντε σημειουμένους διαθεσίμους Ταγματάρχας, τῶν ὁποίων ὁ μισθὸς ὑπολογίζεται εἰς δραχ. 296,66 δι’ ἕκαστον κατὰ μῆνα, ἀπαιτοῦνται δραχμαὶ 17,799.66, σᾶς ζητοῦσι δραχμὰς 32,039,38.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς διακόψωμεν ἐπὶ 5 λεπτά.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5 λεπτά. (Γίνεται διακοπή).
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω τὰ περὶ ἀστυνομίας τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος διὰ νὰ δημοσιευθῶσιν. Εἶναι μέχρι τῆς 23 τοῦ παρελθόντος μηνός (Ὅρα Παράρτημα).
§25ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἦσαν ἀποκοπαὶ τῆς διοικήσεως, παραλύουσαι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ στρατοῦ, μετέβη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ κυριώτεραι τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἀντιπολίτευσις, περιωρίζοντο εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν. Καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ τὸ Κράτος μεριμνᾷ περὶ τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν του, σεῖς ἔρχεσθε καὶ ἀφαιρεῖτε τοὺς ναύτας, ἐλαττώνετε τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν καὶ ἀφαιρεῖτε τὰ κυριώτερα μέσα τῶν ναυτικῶν παρασκευῶν, τὰς ὁποίας πάντες ἐπιζητοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦτο ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀκριβής. Αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας προτείνομεν ἐπὶ τῶν ναυτῶν, ἀνέρχονται εἰς 166,056 δραχμὰς, καὶ ἡ προτεινομένη οἰκονομία ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι 1,499,811. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται οἰκονομία δραχ. 166,000, εἶναι ἡ μόνη οἰκονομία, ἣν προτείνομεν, ἀφοῦ ἡμεῖς σᾶς ζητοῦμεν νὰ ἐλαττώσητε τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ 1,499,000; Καὶ ἐζητήσαμεν ἐλάττωσιν ναυτῶν, ἀπὸ τὰ πληρώματα τοῦ Ναυστάθμου 30 ναυτῶν πρώτης τάξεως ἐκ τῶν 70 σημειουμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπερχομένης οἰκονομίας 18,000 δραχμῶν· ἐζητήσαμεν μείωσιν ναυτῶν βʹ. τάξεως κατὰ 20 ἐκ τῶν 40 σημειουμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπερχομένης οἰκονομίας 9,600 δραχμῶν· ἐζητήσαμεν μείωσιν κατὰ 20 ναύτας γʹ. τάξεως ἐκ τῶν 40 σημειουμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἐπερχομένης οἰκονομίας δραχ. 8,640· ἐζητήσαμεν μείωσιν 4 ναυτῶν ἐκ τῶν 8, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Πειραιῶς, δύω ἐκ τῶν 6 ὑπαρχόντων ἐν τῷ Λιμεναρχείῳ Πατρῶν, δύω ἀνὰ ἕνα ἐκ τοῦ Λιμεναρχείου Ἀλιβερίου καὶ Ζαγορᾶς, προερχομένης δι’ αὐτοὺς οἰκονομίας δραχ. 3,840· ἐζητήσαμεν μείωσιν ἐκ τῶν πληρωμάτων τῶν πλοίων κατὰ 197 ναύτας αʹ. τάξεως καὶ 36 βʹ. τάξεως, ἵνα ἐπιφέρωμεν οἰκονομίαν δραχ. 135,480· προσεθήκαμεν ὅμως εἰς τὰ πληρώματα τῶν πλοίων 22 ναύτας γʹ. τάξεως, καὶ ἑπομένως προσεθήκαμεν πίστωσιν 9,504 δραχμῶν· καὶ τοιουτρόπως ὅλη ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν προτείνομεν διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, ἀνέρχεται εἰς 166,056. Ἀλλ’ 166,000 δραχμῶν μόνον σᾶς προτείνομεν νὰ οἰκονομήσητε ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἢ 1,499,000; Πῶς διέρχεσθε τὰς ὑπολοίπους οἰκονομίας χωρὶς παντάπασι νὰ καταδεχθῆτε νὰ σταματήσετε, διὰ νὰ μᾶς φέρητε τοὺς ναύτας ὡς κύριον στοιχεῖον τῶν παρασκευῶν τῶν ναυτικῶν, καὶ νὰ παραστήσητε τὴν ἀντιπολίτευσιν παραλύουσαν τὰς μελέτας σας περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν; Μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι καὶ ἄλλην παραλυσίαν ἐπάγομεν εἰς τὰς μελέτας του περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, διότι ἐλαττώνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ ποίαν ἐλάττωσιν σᾶς προτείνομεν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν; Ἕνα πλωτάρχην ἐκ τῶν ἐργοστασίων τοῦ Ναυστάθμου· ἐκ τῶν σημειουμένων 4 ἀντιπλοιάρχων, δύω μὴ ὑπάρχοντας, ἀλλὰ σημειουμένους διὰ νὰ προβιβασθῶσι· καὶ διὰ τοῦτο τοὺς ἐννέα πλωτάρχας, τοὺς ὁποίους σημειοῦσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀναβιβάζομεν ἡμεῖς εἰς 12· ἐλαττώνομεν τοὺς ὑποπλοιάρχους ἀπὸ 28 εἰς 27, καὶ σημειοῦμεν 4 ἀνθυποπλοιάρχους καὶ ὄχι 18, ὅσους σημειοῦσι διὰ νὰ ἔχωσιν εὐκαιρίαν διὰ νὰ προβιβάζωσι. Καὶ οὕτω σᾶς παρέστησεν, ὅτι τοιουτοτρόπως ἐλαττώνοντες τοὺς ναύτας καὶ ἀξιωματικοὺς παραλύομεν τὰς μελέτας του περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν. Σᾶς εἶπε περὶ τῶν 426,000, τὰς ὁποίας ἀναγράφει εἰς τὰ ἔξοδα τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, διὰ νὰ τὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν κύριον Σπάρταλην. Ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσις αὕτη τοῦ κυρίου Σπάρταλη; Κατὰ τὰ 1879 ἐπρόκειτο νὰ συνταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1880, καὶ ὁ κύριος Καλλιγᾶς προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μὲ παρεκάλεσεν, Ὑπουργὸν ὄντα, νὰ εὐκολύνω τέλως πάντων τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ κ. Σπάρταλη· καὶ ἐπειδὴ μοὶ ἔδωκεν ἀναφορὰν, τὴν ἀναφορὰν ἔπεμψα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἑξῆς ἐπισημειώσεως· (ἀναγινώσκει) «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, παρακαλούμενον, ἐὰν ἐξηλέγχθησαν προσηκόντως οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Σπάρταλη, καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς ὀφειλόμενον αὐτῷ ποσόν τι, νὰ φροντίσῃ νὰ περιλάβῃ αὐτὸ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων, τῷ εἰς τὴν Βουλὴν προταθησομένῳ». Καὶ ὅταν ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τοῦ κυρίου Σπάρταλη, οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ ἐπαρουσίασαν τὴν ἐπισημείωσιν ταύτην ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ ὡς δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, ὡς ἀπόδειξιν ὅτι ὀφείλονται εἰς τὸν κύριον Σπάρταλην αἱ δραχμαὶ, τὰς ὁποίας σημειοῦσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ εἶπον ἐγὼ ὅτι ὀφείλονται, καὶ μοὶ φέρετε τὴν ἐπισημείωσιν ταύτην διὰ νὰ μὲ διαψεύσητε; Ἐγὼ εἶπον νὰ ἐξελεγχθῶσι προσηκόντως, καὶ ἂν ἀναγνωρισθῇ ὡς ὀφειλόμενον ποσόν τι εἰς αὐτὸν, νὰ πληρωθῇ. Καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε: διατί ἀνησυχεῖτε περὶ τῆς πιστώσεως τῶν διαγεγραμμένων χρήσεων, περὶ τῆς ἐγγραφῆς διὰ τὸν κύριον Σπάρταλην; Ἂν ὁ Σπάρταλης ἔχῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα θὰ πληρωθῶσιν εἰς αὐτὸν τὰ χρήματα· ἂν δὲν ἔχῃ, δὲν θὰ πληρωθῶσι. Πῶς ζητεῖται πίστωσις ὡς ἔξοδον διαγεγραμμένων χρήσεων, πρὶν ἢ ἐξελεγχθῇ ὁ λογαριασμὸς τοῦ κ. Σπάρταλη, πρὶν ἢ ἡ Ἀρχὴ, ἡ ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἐπιτετραμμένη νὰ ἐκκαθαρίζῃ τοὺς λογαριασμοὺς καὶ ἀναγνωρίζῃ τὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, πρὶν ἢ ἡ Ἀρχὴ αὕτη ἀναγνωρίσῃ ὡς πληρωτέον εἰς τὸν κύριον Σπάρταλην τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε; Καὶ μᾶς φέρετε ἀντ’ ἄλλου τινὸς ἐγγράφου μίαν ἔκθεσιν τοῦ Ὑποδιευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, γεγραμμένην κατὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου 1877, διὰ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἐκθέτει τὰς μεγάλας περιπλοκὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τούτους, τὰς ἀξιώσεις τοῦ κυρίου Σπάρταλη, τὰς ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου, τὰς κατασχέσεις τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐνταλμάτων ἐκδοθέντων, τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κυρίου Σπάρταλη καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ χρέος τοῦ Δημοσίου; Τὸ ἐξεκαθαρίσατε, τὸ ἀνεύρετε, τὸ προσδιωρίσατε; Προιδιορίτατε αὐτὸ πρῶτον, καὶ ὕστερον ἔλθετε νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν νὰ τὸ πληρώσητε. Πείσατέ μας ὅτι χρεωστεῖτε, καὶ εἶτα ζητήσατε τὴν ἄδειαν νὰ πληρώσητε. Ἀλλὰ σεῖς δὲν μᾶς πείθετε· μᾶς φέρετε μόνον τὴν ἐπισημείωσίν μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἧς εἶπον νὰ ἐξελεγχθῇ ὁ λογαριασμὸς, καὶ μᾶς λέγετε ὅτι δὲν πειράζει ἂν ψηφίσωμεν, καὶ ἂν ἔχῃ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα θὰ πληρωθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ δὲν θὰ τὰ πάρῃ! Καὶ ὅταν ὕστερον σᾶς εἴπωμεν διατί ἐπληρώθησαν, θὰ μᾶς εἴπητε, ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ χρέος, πῶς ἠδυνάμεθα νὰ μὴ τὸ πληρώσωμεν; Αὐτὰ μόνα τὰ μέρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔθιξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ μετέβη δρομαίως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐκεῖ ὡσαύτως ἠσχολήθη νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ προτάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι μωραὶ, ὅτι ἀναστέλλουσι τὴν πορείαν καὶ τὴν πρόοδον τῶν διπλωματικῶν αὐτοῦ μεγάλων σχεδίων. Διατί μᾶς ἀφαιρεῖτε 5,000 δραχμῶν, εἶπε, ἀπὸ τὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἂν γίνωσι γραφικὰ ἔξοδα, θέλουσι πληρωθῇ· ἂν δὲν γίνωσι, δὲν θέλουσι πληρωθῇ, καὶ ἡ πίστωσις θέλει μείνει ἀδιάθετος· διατί μᾶς ἀφαιρεῖτε αὐτήν; Σᾶς τὴν ἀφαιροῦμεν, διότι κατὰ τὸ 1880, ὅταν ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πίστωσιν διὰ γραφικὰ ἔξοδα, μᾶς ἐδώκατε δραχ. 16,000. Καὶ κατὰ τὸ 1880 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν εἰς τὴν ράχιν του τὸ μέγιστον τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου παρουσιάσθη ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ τότε μᾶς ἐδώκατε 16,800 δραχμὰς, καὶ τώρα ὅτε ἡ διπλωματική σας ἐπαγγέλλεται τὴν εἰρήνην μετὰ τῆς γείτονος Ἐπικρατείας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς ἀποδείξητε τοῦτο, διότι σᾶς εἴδομεν κοσμοῦντας τὰ στήθη σας μὲ τὰ παράσημα αὐτῆς (εὖγε, εὖγε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, καὶ τῶν ἀκροατηρίων χειροκροτήματα) τώρα μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι 16,000 δραχμαί. Καὶ μᾶς παρεπονήθητε ὅτι σᾶς ἀφῃρέσαμεν τὰ ταχυδρομικὰ ἔξοδα καὶ τηλεγραφικά. Ἐζητήσατε 25,000 διὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικά, καὶ σᾶς ἐδώκαμεν 15,000. Δὲν σᾶς ἀφῃρέσαμεν εἰμὴ μόνον 10,000. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐλέγατε κατὰ τὸ 1880 ὅτι ἦτο σπατάλη εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐζητοῦμεν, καὶ μᾶς ἠλαττώσατε αὐτὸ, καὶ δὲν μᾶς ἐδώκατε κατ’ ἐκείνην τὴν κρίσιμον στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δεκάδες ἢ ἑκατοστύες τηλεγραφημάτων ἀντηλλάσσοντο, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐτινάζετο καὶ ἐλειτούργει ὡς ἀτμοκίνητος μηχανή, δὲν εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδώκατε μόνον 20,000; Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, ὅτι ματαιοῦμεν ἓν ἐπινόημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπενόησε πρὸ τριετίας, τὸ ἐπινόημα τῆς συστάσεως θέσεως Ἐπιθεωρητοῦ Προξενείων. Διατί μοῦ ἀφαιρεῖτε τὴν πίστωσιν μᾶς εἶπε, τὴν ὁποίαν ζητῶ δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεων; Πῶς θέλετε νὰ μισθοδοτῶ Ἐπιθεωρητὴν καὶ νὰ κάθηται ἐνταῦθα ἀργὸς, καὶ νὰ μὴ τῷ δίδητε τὰ μέσα διὰ νὰ ταξειδεύῃ καὶ νὰ ἐπιθεωρῇ τὰ Προξενεῖα τῆς Ἑλλάδος; Καὶ ἡμεῖς σᾶς ἠρνήθημεν τὰ μέσα; Μᾶς ἐζητήσατε δι’ ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως 20,000 δραχμῶν, καὶ σᾶς ἐδώκαμεν 10,000. Δὲν ἀρκοῦσι 10 χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἔξοδα ταξειδίου αὐτοῦ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ σας, καὶ παραπονεῖσθε ὅτι σᾶς ἀφαιροῦμεν τὰ μέσα διὰ νὰ ἐνεργήσητε τὰς ἐπιθεωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐνεργήσητε κατὰ τὸ 1883; Καὶ ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς Πρεσβείας, καὶ παρεπονέθη διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπρότεινε νὰ μὴ καταργηθῶσιν αἱ Πρεσβεῖαι, νὰ διατηρηθῶσι, ἀλλ’ οἱ προϊστάμενοι τῶν Πρεσβειῶν νὰ ἀρθῶσι καὶ νὰ μείνωσι μόνον οἱ γραμματεῖς, οἱ διευθύνοντες τὰς Πρεσβείας. Ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὸ 1883 τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπὶ ἑξαετίαν ἐλειτούργει, καὶ ἐλειτούργει, ὅταν ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ὅταν ἦτο εἰς τὴν ἀκμὴν του ὁ Ρωσσοτουρκικὸς πόλεμος, καὶ ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἔκρουε τὰς θύρας πάσης τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ εὕρῃ ἀκτῖνα ἐλπίδος ἐν τῷ μεγάλῳ ἐκείνῳ σκότει, εἰς τὸ ὁποῖον διετέλει. Καὶ ἐλειτούργει κατὰ τὸ 1878, κατὰ τὸ 1879, κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἡ Ἑλλὰς, συγκομίσασα ἀπὸ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἕνα τίτλον, ἐζήτει νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τὸν τίτλον ἐκεῖνον, ἦτο ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἔδιδε. Καὶ τότε ἐλειτούργει ἡ διπλωματικὴ ὑπηρεσία τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν γραμματέων· τώρα δὲ ὅτε ἔχομεν εἰρήνην, τώρα ὅτε ἐκτάδην κείμενοι δυνάμεθα νὰ ἀναπνέωμεν ἀμέριμνοι, τώρα ἔχομεν ἀνάγκην Πρέσβεων, καὶ ἐπιμένομεν νὰ διατηρήσωμεν ἀρχηγοὺς Πρεσβειῶν, καθ’ ὃν χρόνον πρόκειται νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν φόρους 16 ἑκατομμυρίων! Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τί εἶναι 16 ἑκατομμυρίων φόρων! Μᾶς εἴπετε, εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐπεβλήθησαν ποτὲ φόροι 33% περισσότεροι ἀφ’ ὅσους τὸ Κράτος ἐπλήρονε μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἀλλὰ σᾶς ἐπρότεινε τὴν Γαλλίαν, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι 750 ἑκατομμύρια φόρων ἐπεβλήθησαν εἰς τὸν Γαλλικὸν λαὸν ἐπὶ 1,500,000,000 φράγκων, ἐκ τῶν ὁποίων συνίστατο ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας. Καὶ πάλιν ἐλησμόνησε τοὺς ἀληθεῖς ἀριθμοὺς, καὶ πάλιν οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς. Θέλω σᾶς δώσει τοὺς ἀληθεῖς ἀριθμοὺς προχωρῶν εἰς τὸν λόγον μου, διὰ νὰ ἰδῆτε ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλεν εἰς τὸν Γαλλικὸν λαὸν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἦσαν 50%, ἀλλ’ ἦσαν μόνον 32%. Καὶ ἐπέβαλε 32% μετὰ τὴν μεγάλην καταστροφὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Γαλλία ἡττηθεῖσα πανταχοῦ σχεδὸν ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν στρατῶν. Καὶ ἐπέβαλε 32%, ὅταν ἐπρόκειτο ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ Γαλλικὸν ἔδαφος ἀπὸ τῆς κατοχῆς τῶν ἐχθρῶν της, τῆς στρατιωτικῆς. Καὶ ἐπέβαλε τοὺς φόρους ἐκείνους, ὅταν ἡ Γαλλία νικηθεῖσα ἔμενε Κράτος ἀσύντακτον, καὶ οἱ Δημοκρατικοὶ τῆς Γαλλίας ἠπειλοῦντο διὰ μυρίων περισπασμῶν, ὄχι μόνον ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶν. Θέλω ἔλθει κατόπιν εἰς τὸ θέμα τοῦτο καὶ θέλω σᾶς παραστήσει τοὺς ἀληθεῖς ἀριθμούς. Ἐζήτησεν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τέλους νὰ σᾶς ἀναμνήσῃ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφαιρεῖ τὰ μέσα, προτείνουσα οἰκονομίαν 250 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τῶν 750,000, τὰς ὁποίας ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα. Αἱ 500 χιλιάδες δραχμαὶ ὡς ἀπρόβλεπτα ἔξοδα ἐνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μόλις πρὸ 6 ἢ 7 ἐτῶν. Ἐγὼ αὐτὸς ἀγορεύων κατὰ τὰ 1880, καὶ ζητῶν νὰ πείσω τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ 500,000 δραχμαὶ, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναγράψει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦσαν ἀναγκαῖαι, ἐγὼ αὐτὸς ὑπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς καλλιτέρας οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἤθελον ζητήσει τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τούτου ἀπὸ 500,000 εἰς 700,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, δὲν συνῄνεσε διὰ νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν ἀπὸ 500 εἰς 700,000. Σήμερον ὅμως, ὅτε πρόκειται νὰ ἦναι Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ζητεῖ νὰ τῷ δώσωμεν 750,000 καὶ οὐχὶ 700,000. Καὶ τίς παραγνωρίζει τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸν Προϋπολογισμόν; Τίς παραγνωρίζει τὴν ἱερότητα τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τοιαύτην τοιαύτης δαπάνης ἀναγραφήν; Ἀλλὰ σᾶς λέγομεν: ἐν χρόνῳ τοσοῦτον οἰκονομικῶς ἀνωμάλῳ, ὅτε πρόκειται νὰ κλονίσητε τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας διὰ τοιούτων καὶ τοσούτων φόρων, ἀρκεσθῆτε νὰ λάβητε ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μέχρι πέρυσιν ἐδίδοντο εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀρκεσθῆτε εἰς 500,000 δραχμάς. Δὲν μὲ δειλιᾷ ὁ φόβος, μήπως ὁ Πρωθυπουργὸς ἐμφανισθῇ πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ ζητήσῃ νὰ μὲ ἀποδοκιμάσῃ πάλιν ἡ Βουλὴ, διότι ἀποκαλύπτω τὰ μυστήρια τοῦ Κράτους· δὲν εἶναι ὁ φόβος οὗτος, ὅστις μὲ ἀποτρέπει νὰ ἐπαναλάβω περὶ τῆς δαπάνης ταύτης ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ 750,000 καὶ 2,000,000 ἐὰν ἤθελε δώσει τὸ Κράτος, τὰ χρήματα ἤθελον δαπανηθῆ πρὸς πλήρωσιν μεγάλης ἐθνικῆς ἀνάγκης. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας ἀνωμάλους περιστάσεις, διατί νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ μέσα, εἰς τὰ ὁποῖα εἰς μεγάλας ἀνάγκας, ὁποῖαι ἦσαν ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας διήλθομεν κατὰ τὰ 1879 καὶ 1880, τὰ ὁποῖα, λέγω, εἰς μεγάλας ἐθνικὰς ἀνάγκας ἠρκέσθημεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; Καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν σᾶς εἶπε νὰ φέρητε ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ σᾶς προτείνῃ, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν σπατάλην, τὴν ὁποίαν Νόμοι τοῦ Κράτους καθιέρωσαν, δημιουργηθέντες ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἠδύνατο ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σᾶς εἴπῃ: εἰς τί σᾶς χρησιμεύει ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁ ὁποῖος ἔτυχε μάλιστα νὰ ἦναι καὶ συμπολίτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἰς τί σᾶς χρησιμεύει ὁ Πρόεδρος τοῦ Δικαστηρίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅταν ἔχητε τὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προεδρεύῃ τοῦ Δικαστηρίου; Ἠξεύρετε πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν δικῶν, αἵτινες ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐξεδικάσθησαν κατὰ τὸ 1882; 300 μόνον δίκαι.
§26ΨΥΛΛΑΣ. Κατὰ τὸν Νόμον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προεδρεύῃ ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου· εἶναι ὁ Εἰσαγγελεύς.
§27ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ σπατάλης, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ Νόμος. Ὁ Νόμος ἔκαμε τὸν Διευθυντὴν Εἰσαγγελέα· ἑπομένως ὁ Νόμος εἰσήγαγε τὴν σπατάλην, καταστήσας ἀναγκαίαν τὴν θέσιν Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου· ἠδύνατο δὲ νὰ ἀνατεθῇ ἡ εἰσαγγελικὴ ὑπηρεσία εἰς ἄλλο μέλος τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου. Ἠδυνάμεθα νὰ σᾶς προτείνωμεν νὰ ἀφαιρέσητε ἕνα Γραμματέα πρώτης τάξεως ἐκ τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου Κωνσταντινουπόλεως, καὶ νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 5,400 δραχμῶν, διότι εἶναι πάντῃ περιττός. Ἠδυνάμεθα νὰ σᾶς προτείνωμεν νὰ ἀντικαταστήσητε τοὺς τρεῖς Γραμματεῖς βʹ. τάξεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου διὰ γραφέων, διότι καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ συμβολαιογραφείου, καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν διαβατηρίων, καὶ ἡ τοῦ δικαστικοῦ γραφείου, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ταμείου, καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Λιμεναρχείου ἠδύναντο νὰ διεξαχθῶσι διὰ μόνον γραφέων, καὶ νὰ ζητήσωμεν οἰκονομίας 3,600. Ἠδυνάμεθα τέλος πάντων νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι καὶ τὸ προσωπικὸν τῶν Διερμηνέων, τοὺς ὁποίους προσεθήκατε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐμπορικοῦ Γραφείου τῆς Κωνσταντινουπόλεως διὰ τοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε κατὰ τὸ 1882, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ αὐτὸ διεσκευάσθη πολυτελῶς καὶ μετὰ σπατάλης, καὶ νὰ σᾶς προτείνωμεν νέαν οἰκονομίαν δραχ. 11,520, καὶ νὰ προσθέσωμεν οὕτως οἰκονομίας ἐν ὅλῳ δραχμῶν 39,720. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν σᾶς ἐζητήσαμεν τίποτε. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι, ἀφοῦ Νόμος ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡμεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχομεν δύναμιν νὰ μεταβάλωμεν τὸν Νόμον, καὶ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀφήσωμεν τὸν Νόμον λειτουργοῦντα, ἂς παραχωρήσωμεν πάσας τὰς κατ’ αὐτὸν πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε παρ’ ἡμῶν. Ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠκολούθησε καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον ἄκρῳ δακτύλῳ ἔθιξεν, ἦτο ἡ αὐτὴ, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν, ὅταν ὡμίλει περὶ τῶν οἰκονομιῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐζητήσαμεν 14 χιλιάδων δραχμῶν οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 1ου τοῦ Κεφαλαίου 1ου, περιέχοντος πίστωσιν διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἐπραγματεύθη μόνον περὶ τῆς πιστώσεως δι’ ἕνα Γραμματέα, τὸν ὁποῖον μετέφερε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τῆς Διευθύνσεως τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ περὶ τῶν κλητήρων τοῦ Ὑπουργείου, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς προτείνομεν ὡς οἰκονομίαν τὴν κατάργησιν τοῦ Γραμματέως τούτου. Ἡμεῖς δὲν προτείνομεν ὡς οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἐπροτείναμεν πρὸς διαῤῥύθμισιν τακτικὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ περὶ τοῦ Γραμματέως τούτου. Ὅθεν ἀφῃρέσαμεν μὲν τὴν πίστωσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Γραμματέως ἀπὸ τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ προσεθήκαμεν αὐτὴν εἰς εἰς τὸ Κεφάλαιον 8ον «τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία». Ἀλλὰ διατί ἀφαιρεῖτε, μᾶς λέγει, τὴν πίστωσιν τῶν κλητήρων; Τί σημαίνουσιν οἱ κλητῆρες; Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 ἐσημειοῦντο 2 κλητῆρες, ἐν δὲ τῷ τοῦ 1883, ἐνῷ σημειοῦνται 8 κλητῆρες, παρέχομεν αὐτῷ πίστωσιν διὰ 5 κλητῆρας. Πέντε Τμήματα ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· ἂς ἔχῃ λοιπὸν ἕκαστον Τμῆμα ἕνα κλητῆρα· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι Πρωθυπουργὸς, ὡς τοιοῦτος δὲ ἔχει δύω κλητῆρας· τίς ἡ ἀνάγκη τοῦ πολυαρίθμου αὐτοῦ προσωπικοῦ; ἢ μήπως ἔπρεπεν, ἐπειδὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ Στρατιωτικῶν ἀνέγραψε δι’ ἑκατὸν δύω ἀντὶ ἑνὸς ὑπασπιστὰς, ν’ ἀναγράψῃ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου 8 κλητῆρας ἀντὶ 2; Ἀλλ’ οὐδὲν ἐπρότεινε διὰ τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν, ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας μᾶς ζητεῖ 14 Ὑπουργικοὺς Γραμματεῖς ἀντὶ 10, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος ἐπιτρέπει. Μᾶς ζητεῖ νὰ δώσωμεν πίστωσιν δι’ ἕνα Ὑπουργικὸν Γραμματέα, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀρχειοφυλακείων, καὶ ὅστις ἦτο ἀναγκαῖος, ὡς ἔχων εἰδικὰς γνώσεις τῆς Ἑπτανησιακῆς Νομοθεσίας, ἀλλ’ ὅστις, προβιβασθεὶς εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν, δὲν δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου, διότι οἱ κάτοικοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν δύνανται νὰ ἀντικαταστήσωσι τὴν χρησιμότητα ἐκείνου, ὡς μὴ ἔχοντες γνώσεις εἰδικὰς τῆς Ἰονικῆς Νομοθεσίας. Καὶ μᾶς ζητεῖ ἤδη δύω προσθέτους Ὑπουργικοὺς Γραμματεῖς, καὶ ἴσως μεταξὺ τῆς σωρείας τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν, ὑπάρχει καὶ Νομοσχέδιόν τι, δι’ οὗ ζητεῖ νὰ προσθέσῃ εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου δύω ἑτέρους τοιούτους. Διατί ἐλαττώνετε, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς, τὴν γραφικὴν ὕλην; Ἂν περισσεύσῃ, δὲν θὰ ἐξοδευθῇ. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι ἀναγκαία αὕτη, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν. Καὶ ποίαν ἐλάττωσιν προτείνομεν; Κατὰ τὸ 1880 ἐζητήσαμεν διὰ γραφικὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου 5 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ μᾶς ἐλέγετε, ὅτι ἦτον μεγάλη ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν, καὶ μᾶς ἐδώκατε μόνον δραχμὰς 3,600. Καὶ ἐφέτος, ὅταν μᾶς ζητεῖτε 9,000, ἡμεῖς δὲν σᾶς δίδομεν 3,600, ὅσας μᾶς ἐδώκατε τότε, ἀλλὰ σᾶς δίδομεν 5,000. Καὶ ἔφθασεν οὕτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Ἀστυνομικὴ Ἐξουσία εἶναι ἡ μᾶλλον ἀκροσφαλὴς τῶν τῆς Διοικήσεως ἐν γένει. Κατὰ χρόνους παρελθόντας τὸ ἀστυνομεῖν ἐθεωρεῖτο κυβερνητικὸν δικαίωμα· ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους ἀνέγραψεν αὐτὸ ὡς Δημοτικὸν δικαίωμα. Καὶ εἶχε δίκαιον νὰ τὸ ἀναγράψῃ ὡς τοιοῦτον, διότι εἶναι δυσκολώτατον νὰ προσδιορισθοῦν τὰ ὅρια, μέχρι τῶν ὁποίων ἡ προληπτικὴ Ἀστυνομία δύναται νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς πρόληψιν ἀξιοποίνου πράξεων, χωρὶς νὰ ὑπερβῇ τὰ καθήκοντά της καὶ εἰσέλθῃ εἰς κύκλον Ἐξουσίας ὅλως διόλου ἀλλοτρίας. Διὰ τοῦτο ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀστυνομεῖν, ὡς δημοτικοῦ δικαιώματος, ἐκρίθη ὡς ἡ τελειοτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν νομιμωτέραν ἐνάσκησιν τῆς προληπτικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἀνέθηκεν ἡ Νομοθεσία. Ὅταν ἀστυνομῇ ὁ δημότης τοῦ Δήμου, ὁ ὁποῖος ζῇ ἐν τῷ Δήμῳ καὶ συνδέεται διὰ σχέσεων καὶ συγγενικῶν καὶ κοινωνικῶν, ὅστις τὴν ἐπιοῦσαν, ἐξερχόμενος τῆς οἰκίας του, θέλει ἴδει τὸν συμπολίτην του, θέλει σκεφθῆ καλῶς πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν λόγῳ προληπτικῆς ἀστυνομίας θέλει πράξει· διότι, ἂν ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς ἀνάγκης, θέλει ἐγείρει τὴν ὀργὴν τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἡ κυριωτέρα ἐγγύησις, ἣν ἡ εὐρύτης τῆς ἐξουσίας τῆς προληπτικῆς ἀστυνομίας ἐπιβάλλει εἰς τοὺς Νομοθέτας. Ἀλλ’ ἡ Θεσσαλικὴ χώρα διατελεῖ ἐστερημένη τῆς ἐγγυήσεως ταύτης. Καὶ ἦτο μόνον λόγος τις προσωρινὸς, δικαιολογῶν τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, διότι ἡ χώρα δὲν εἶχεν ἔτι ὀργανωθῆ, διότι ἄρτι προσετέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ μέχρι τίνος χρόνου θέλει διαρκεῖ καὶ παρατείνεσθαι ἡ ἔκρυθμος αὕτη κατάστασις, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ πλουτίζωσι πάντα Δῆμον καὶ χωρίον, πᾶσαν Ἐπαρχίαν, καὶ πᾶσαν πόλιν, δι’ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, διὰ βοηθῶν καὶ ἀστυνομικῶν κλητήρων, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ στρατολογῶσιν ἐν ταῖς ἰδίαις πατρίσιν ἢ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις τῶν φίλων αὑτῶν; Μέχρι τίνος χρόνου θέλει ἐξακολουθεῖ ἡ κατάστασις αὕτη, χάριν τῆς συναλλαγῆς, εἴτε μὲ τοὺς ἰδίους ἐκλογεῖς, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ στέλλωσιν ἐκ τῶν πατρίδων των ὡς ἀστυνόμους, ὡς ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν Θεσσαλίᾳ, εἴτε μὲ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ φίλοι συνιστῶσι; Καὶ εἶναι ἡ Θεσσαλικὴ χώρα, ἢ ἡ μικρὰ χώρα τῆς Ἠπείρου, ἣν κατὰ δυστυχίαν ἐλάβομεν τόσην μόνον, εἶναι τόπος τόσον ἀνώμαλος καὶ ἔκρυθμος, ὥστε δὲν ἐπαρκεῖ ἡ χωροφυλακὴ, ἥτις καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος κατὰ τὴν Νομοθεσίαν τὴν ἀστυνομικὴν καὶ κατὰ τὴν Νομοθεσίαν, τὴν κανονίζουσαν τὸ Σῶμα τοῦτο, προωρίσθη ὡς βοηθητικὸν ὄργανον τῆς Ἀστυνομίας; Τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι ἤδη τοσοῦτον ἔκρυθμον, ὥστε αἱ ἀνάγκαι τῆς προλήψεως τῶν ἐγκλημάτων δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι δι’ αὐτοῦ; Καὶ ἔπρεπε νὰ σταχυλογήσητε ἐκ τῆς Λακεδαίμονος, ἢ ἐκ τῆς Γόρτυνος, ἢ ἐκ τοῦ Μεσολογγίου, ἢ ἐξ ἄλλων Ἐπαρχιῶν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἄλλως δὲν ἠδύνασθε νὰ τοποθετήσητε; Καὶ μᾶς λέγετε, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ἡ ἀντιπολίτευσις προέβαλεν, ὅπως παύσῃ ἡ κατάστασις αὕτη καὶ ἀντικαταστήσωσιν οἱ ἄνδρες τῆς χωροφαλακῆς τοὺς ἀστυνόμους καὶ βοηθοὺς καὶ κλητῆρας, ὅτι σᾶς ἀφαιρεῖ τὸ μέσον τῆς διοικήσεως καὶ παραλύει τὰς ἐνεργείας ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ εὐημερίας τῶν νέων τούτων συμπολιτῶν μας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεπονέθη ὡσαύτως διὰ μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐχὶ πρὸς ἐλάττωσιν δαπάνης, ἀλλὰ πρὸς διαῤῥύθμισιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς διαχειρίσεως τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἀκεραίαν καὶ ὅσην σᾶς ζητεῖ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις παρέχει. Ἄλλοτε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὑπῆρχεν ὑπὸ τὸ Κεφάλαιον Γʹ. ἄρθρον ά. «γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας» ἐγγεγραμμένη πίστωσις· ἀλλ’ ἡ ἐπιγραφὴ δὲν ἦτο «γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας», ἀλλ’ ἦτο εἰδικὴ, ἔλεγεν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη θέλει διατίθεσθαι εἰς θεραπείαν πληγωνομένων κατὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, εἰς ἀντιμισθίαν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας κτλ. Ἐφέτος ὅμως διεγράφη ἡ λεπτομέρεια αὕτη καὶ ἐτέθη ἐπιγραφὴ «γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας». Καὶ κατὰ τί ἐνοχλεῖται ἡ Κυβέρνησις, ποῖον μέτρον αὐτῆς θέλει προσκόψει, ἂν δεχθῇ τὴν εἰδικοποίησιν τῆς δαπάνης; Καὶ ποία εὐλογωτέρα ἀξίωσις Κοινοβουλίου εἰμὴ νὰ ζητῇ νὰ εἰδικοποιῶνται αἱ δαπάναι; Σᾶς δίδομεν ὅσα μᾶς ζητεῖτε, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ δαπανήσητε αὐτὰ διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν τὰ ζητεῖτε. Δὲν συναινοῦμεν νὰ τὰ δαπανήσετε εἰς ἄλλον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Καὶ σᾶς παρέστησεν ἡ Κυβέρνησις, ἵνα σᾶς ἀποδείξῃ μετὰ πόσης εὐσυνειδησίας καὶ ἀκριβείας διεχειρίσθη τὴν πίστωσιν ταύτην κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτι ἡ πίστωσις αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἐδαπανήθη ὅλη. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δαπανηθῇ, ἀφοῦ ληστεία δὲν ὑπῆρξε; Μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ πλάττητε ληστείαν, ἵνα δικαιολογήσητε τὴν δαπάνην; Ἀλλ’ ἰδίως δυσηρεστήθη ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκ παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐπρότεινεν. Ὁ κ. Χαντζόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι οἰκονομία ἡ ἐλάττωσις, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν, ὅτι τέλος πάντων ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ ὁ κύριος κ. Πρωθυπουργὸς οἴκοθεν καὶ αὐτοβούλως. Προέβαλεν ἀληθῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἀντὶ 850,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐζήτησε πέρυσι διὰ διατροφὴν καταδίκων, προέβαλεν ἐφέτος πίστωσιν δραχ. 700 χιλιάδων μόνον, καὶ οὕτως ἐπέδειξεν οἰκονομίαν 150,000. Ὁ κύριος Χατζόπουλος ἐδίστασε πρὸ τῆς οἰκονομίας ταύτης, εἰπὼν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς διατηρήσεως τῶν καταδίκων δὲν προσδιορίζονται κατὰ βούλησιν, ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδίκων, τοὺς ὁποίους διατηροῦμεν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀπὸ τὰς ἀνάγκας οὐχὶ μόνον τῆς συντηρήσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἱματισμοῦ αὐτῶν. Τί μᾶς λέγετε, ὅτι ἐκάματε οἰκονομίαν 150,000 δραχμῶν, ἡ ὁποία ἂν ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὴς, σεῖς ἔχετε ὅλην τὴν ἐξουσίαν διὰ Διατάγματος ν’ ἀναπληρώσητε αὐτὴν, καὶ κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι προσδιώρισεν ἐφέτος εἰς 700,000 δραχμῶν τὰ ἔξοδα τῆς διατηρήσεως τῶν καταδίκων, διότι συνειθίζει νὰ προσδιορίζῃ τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ζητεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος ἔτους· ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 ἀποδεικνύει ὅτι ἀπῃτοῦντο μόνον 700 χιλιάδες, λοιπὸν 700 χιλιάδων πίστωσιν ζητεῖ. Ἀλλ’ ἀφοῦ προσδιορίζει τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος ἔτους, διατί κατὰ τὸ 1882 ἐζήτησεν 850 χιλ. καὶ οὐχὶ 700; Ἢ μᾶς παριστᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδίκων θὰ ἦναι ὀλιγώτερος κατὰ τὸ 1883 ἀπὸ ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1882; Ἀλλ’ ἰδίως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν ἡμῶν εἰς τὴν πίστωσιν διὰ προμήθειαν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ἀναβαίνουσαν εἰς 180 χιλιάδας. Ἡμεῖς εἴπομεν νὰ χορηγηθῇ πίστωσις 80,000 μόνον, καὶ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐξεπλάγη καὶ ἤλεγξεν ἡμᾶς ὡς ἀποκόπτοντας ἄνευ λόγου τὰς 100,000. Ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργὸς «διατείνεσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1882 δὲν ἐζητήθη πίστωσις, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1882 δὲν ἐγένοντο ἐκλογαί· κατὰ τὸ 1883 πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ Δημοτικαὶ ἐκλογαί· λοιπὸν δότε τὰς 180 χιλιάδας, ἵνα προμηθεύσωμεν τὰς κάλπας καὶ τὰ σφαιρίδια». Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου; Κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 § γʹ. τοῦ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1878 Νόμου «τὰ πρὸς προμήθειαν τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν προκαταβάλλονται εἰς βάρος τῶν Δήμων· τοὺς Δήμους δὲ ὡσαύτως ἐπιβαρύνουσι τὰ ἔξοδα τῆς φυλάξεως τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἐξ αὐτῶν φθειρομένων ἢ βλαπτομένων, καὶ τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου Δήμου, καὶ ἀπὸ ταύτης εἰς τὰ ἐκλογικὰ Τμήματα». Διὰ τοῦτο περιεῖχεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 πίστωσιν 180 χιλιάδων, πρὸς κατασκευὴν τῶν καλπῶν καὶ τῶν σφαιριδίων καὶ τῶν λοιπῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν, ὁ δὲ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 δὲν εἶχε πίστωσιν τοιαύτην, οὐδὲ ὁ τοῦ 1881· ἂν καὶ κατ’ αὐτὸ ἐγένοντο βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, δὲν περιέλαβεν εἰμὴ πίστωσιν 2,000 δραχμῶν διὰ τὴν προμήθειαν καὶ ἀποστολὴν ἐκλογικῶν βιβλίων εἰς τὰς πρωτευούσας ἑκάστης Ἐπαρχίας καὶ δι’ ἔξοδα ἐκδικάσεως τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἦσαν δὲ τὰ ἔξοδα ταῦτα ἡ ἀποζημίωσις τῶν Προέδρων τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων, οἱ ὁποῖοι μετέβαινον εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ, ἵνα λάβωσι μέρος εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, τὸ ἐκδικάζον τότε τὰς Δημοτικὰς ἐκλογάς. Τώρα ταύτας ἐκδικάζουσι τὰ Δικαστικὰ Συμβούλια τῶν Δικαστηρίων, ἑπομένως ἐξέλιπεν ἡ ἀνάγκη τοιούτων ἐξόδων, δὲν ἔχομεν δὲ εἰμὴ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Δήμων νὰ ἐπισκευάζωσι τὰς κάλπας καὶ ἀντικαθιστῶσι τὰ ἐξαφανιζόμενα ἐκλογικὰ εἴδη. Ἀλλ’ ἀναγράφεται ἡ πίστωσις ὡς προκαταβολὴ εἰς βάρος τῶν Δήμων; Τότε διατί εἰς τὰ ἔσοδα δὲν ὑπάρχει ἡ ἀπόληψις τοῦ ποσοῦ τούτου; Μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ δοθεῖσα πληροφορία εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἔσοδα ποσὸν δι’ ἀπόληψιν προκαταβολῶν τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ εἶναι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατ’ ἄλλους Νόμους προκαταβάλλονται, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ Προϋπολογισμοὶ τῶν ἄλλων ἐτῶν προσδιορίζουν ἐπίσης. Κεφάλ. ΣΤʹ. ἄρθρ. 5, 6 καὶ 7 τῶν ἐσόδων «ἀπόληψις ποινικῶν ἐξόδων. Τὰ ὑπὸ τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων καταγινωσκόμενα τέλη καὶ ἔξοδα δραχ. 250,000.—Ἀπόληψις ἐξόδων πολιτικῶν δικῶν 10,000.—Ἀπόληψις ἐξόδων καταμετρήσεων δραχ. 45,000.»
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴδετε τὸ Κεφαλ. 6ον, ἄρθρον 13 τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων «ἀπόληψις προκαταβολῶν δι’ ἐκλογικὰ εἴδη, 422 χιλιάδας.»
§29ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Περιλαμβάνονται. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐγένετο ἔρευνα τί ἐγένοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον κατεσκεύασε διὰ τῆς πρώτης προκαταβολῆς, ἀφοῦ ὑπῆρχον κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1881, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνητε διὰ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοὺς Δήμους, ἀλλὰ διὰ μόνου τοῦ ποσοῦ τῆς ἐπισκευῆς καὶ ἀναπληρώσεως τῶν φθαρέντων;
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον κάμει περὶ τούτου ἐπερώτησιν καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι μία κατάχρησις, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§31ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ Δενδροκομεῖον. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ πίστωσις διὰ τὸν μετακληθέντα ἐκ τῆς Εὐρώπης ἀλλοδαπὸν Δενδροκόμον, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία. Καὶ παρεπονέθη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις οὕτως ἀφαιρεῖ τὰ μέσα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δενδροφυτείαν καὶ φυτοκομείαν ἐν τῇ χώρᾳ. Εἶναι ἀληθῶς περίεργος ἡ τάσις, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον διετράνωσε, σπεῦδον νὰ ὀργανώσῃ συγχρόνως ὅλους τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Θέλω ἀναζητήσει καὶ ἀνεύρει σημείωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, τῆς πληθύος τῶν ἀλλοδαπῶν, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσεν ἐκ τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ ὀργανώσωσι τὴν Δημοσίαν διοίκησιν. Ἐζήτησαν ἀλλοδαπὸν διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὰς φυλακάς. Τί ἐστί, κύριοι, νὰ ὀργανώσῃ τὰς φυλακάς; Πρόκειται νὰ μελετήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ ἄλλο ποινητικὸν σύστημα, καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τυγχάνει νενομοθετημένον ἐν τῷ Κράτει, δυνάμει Νόμων ἰσχυόντων τῆς Πολιτείας, ἢ πρόκειται νὰ γείνῃ μεταβολὴ τοῦ συστήματος; Ὁ Νόμος τοῦ 1836 εἰσήγαγε ποινητικὸν σύστημα. Διατί δὲν ἐφαρμόσθη μέχρι τοῦδε; διότι δὲν εἴχομεν ᾠκοδομημένας φυλακὰς ἐπιτηδείας πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανωτῶν φυλακῶν ἢ ἀρχιτέκτονος δι’ οἰκοδομὴν φυλακῶν; Ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ μᾶς προτείνῃ νέον σύστημα καὶ νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἰσχῦον, διατί δὲν εἰσήγαγε Νόμον περὶ νέου ποινητικοῦ συστήματος; Ἔχομεν ὀργανωτὴν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ εἰς τί προσέκοπτεν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἐκαλέσατε τὸν ἀλλοδαπὸν νὰ ὀργανώσῃ; Δύω πλημμελείας, γνωρίζω ὅτι ἀνεύρισκον ἐν αὐτῇ· ἡ πρώτη ἦτον, ὅτι εἶχεν ὀργανωθῆ ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία μεταξὺ πρωτευουσῶν Ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ μεταξὺ πρωτευουσῶν Δήμων ἢ χωρίων. Ὅταν δ’ ὠργανώθη πρὸ δεκάδος ἐνιαυτῶν καὶ ἡ μεταξὺ Δήμων ταχυδρομικὴ συγκοινωνία, ἐχώλαινε τὰ μέγιστα. Διατί ἐχώλαινε πρὸ τοσούτων χρόνων; διότι οὐδὲ οἱ Δῆμοι εἶχον τὰ μέσα ἵνα μισθοδοτήσωσιν εἰδικὸν ταχυδρομικὸν ὑπάλληλον, οὐδὲ τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ μισθοδοτήσῃ τοιοῦτον ἐν ἑκάστῳ Δήμῳ· ἠναγκάζετο λοιπὸν ἡ Ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἴτε νὰ ἐμπιστεύηται τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν εἰς τὴν τὴν φροντίδα τῶν Δημάρχων, εἴτε νὰ διορίζῃ ἕνα ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ πρωτεύουσα τοῦ Δήμου. Ἀλλὰ καὶ ὁ Δήμαρχος ἐνόμιζεν, ἀτελῆ ἔχων συνείδησιν τῶν καθηκόντων του, καὶ ὁ πολίτης ἐφρόνει, ὅτι, διαχειριζόμενοι ἐξουσίαν τινὰ, ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ καρπῶνται τὴν ἐξουσίαν ταύτην καὶ νὰ μεταχειρίζωνται αὐτὴν πρὸς ὄφελος τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον. Λοιπὸν τῶν Δήμων οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κάτοικοι τῶν χωρίων, ἢ οἱ Δήμαρχοι δὲν ἔδιδον τὰς ἐπιστολὰς τῶν ἀντιπάλων των, ἢ ἐκράτουν τὰς πρὸς αὐτοὺς ἀπευθυνομένας. Διὰ τοῦτο προσέκοπτεν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία. Προσέκοπτε δεύτερον διὰ δευτέραν πλημμέλειαν, εἴτε διότι κατὰ δυστυχίαν εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων τῆς τε Κεντρικῆς Διευθύνσεως καὶ τῶν Ὑποδιευθύνσεων δὲν ἐφιστᾶτο ἡ προσήκουσα προσοχὴ, εἴτε διότι, χαριζόμενοι οἱ ἁρμόδιοι, εἴτε ὑπείκοντες εἰς πολιτικὰς πιέσεις, διώριζον πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν παρεῖχον τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις ἢ δὲν εἶχον πλήρη συνείδησιν τοῦ καθήκοντος αὑτῶν. Ἐντεῦθεν συνέβη πολλάκις εἴτε ἐπιστολαὶ ἐπὶ συστάσει νὰ μὴ δίδωνται, εἴτε ἐπιστολαὶ, περιέχουσαι τραπεζικὰ γραμμάτια, νὰ χαθῶσι. Καὶ ἐφέρομεν ἐκ Βελγίου ὀργανωτὴν ποτέραν τῶν δύω τούτων πλημμελειῶν νὰ θεραπεύσῃ; Ὁ ἐκ Βελγίου ὀργανωτὴς μέλλει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, ἵνα μισθοδοτῶμεν εἰδικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἀποστέλλωμεν εἰς τοὺς Δήμους ὡς Ἐπιστάτας τῶν Δημοτικῶν Ταχυδρομείων, ἢ ἵνα μᾶς συμβουλεύσῃ νὰ μὴ καταχρώμεθα τῆς Ἐξουσίας μας καὶ διορίζωμεν ἀνικάνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνιστῶνται; Ἦλθεν ὁ Βέλγος ὀργανωτὴς καὶ ἐγένετο Νόμος, ὁ ὁποῖος ἐδώρησεν ἡμῖν ἓν καλὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα πρὸς μισθοδοσίαν προσωπικοῦ τῆς Κεντρικῆς Διευθύνσεως ηὔξησαν κατὰ 45,240 δραχμὰς, πολλαπλασιάσας τὸ προσωπικόν· ὅτι θέλουσι κατασκευασθῆ κιβώτια boîtes aux lettres, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ ἐφεύρωμεν καὶ κατασκευάσωμεν καὶ ἄνευ αὐτοῦ· ὅτι οἱ διανομεῖς, οἱ γραμματοκομισταὶ θέλουσι φέρει στολήν· ὅτι καὶ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς πρέπει νὰ λαμβάνῃ, χωρὶς νὰ κάμνῃ περιοδείαν, 100 δρ. κατὰ μῆνα δι’ ἔξοδα περιοδείας, καὶ ἐρωτώμενος, ἐλεγχόμενος ὑπὸ τῆς δημοσιογραφίας, νὰ ἀπαντᾷ, ὅτι δὲν χρεωστεῖ νὰ δώσῃ λόγον, διότι ὁ Νόμος τῷ δίδει αὐτὰ ἄνευ λογοδοσίας· ἀλλὰ τὰς δίδει διὰ νὰ περιοδεύῃ, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Γεν. Διευθυντὴς νὰ ἐνθυμηθῇ. Ἔχομεν ὀργανωτὴν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ μήπως ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία λειτουργεῖ μέχρι τοῦδε, δὲν ἔχει ὀργανωθῆ κατὰ τὸ 1858 ὑπὸ ὀργανωτῶν ἀλλοδαπῶν, τοὺς ὁποίους ἐκ τῆς Αὐστρίας εἶχε μετακαλέσει ἡ Κυβέρνησις, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔθηκαν τὴν βάσιν τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, καὶ συνέταξαν τοὺς ἔτι καὶ σήμερον λειτουργοῦντας κανονισμοὺς αὐτῆς; Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ἦτο ὁ Δόκτωρ Millizer ἀνώτερος τηλεγραφικῶς ὑπάλληλος τῆς Αὐστρίας, καὶ πολλοὶ ἄλλοι μετ’ αὐτοῦ, οἵτινες συνέστησαν σχολὰς, καὶ ὑπ’ αὐτοὺς ἐμαθήτευσαν οἱ νῦν ὑπάρχοντες, οἵτινες μετέδωκαν εἰς τοὺς νεωτέρους τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἐκτήσαντο. Καὶ ἔχομεν ἀλλοδαποὺς τεχνίτας πρὸς συντήρησιν καὶ κατασκευὴν τῶν πυροβόλων, πρὸς κατασκευὴν πυρομαχικῶν, καὶ διδασκαλίαν τῶν ἡμετέρων τεχνιτῶν. Καὶ ἔχομεν ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἑτέρους, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ ναυτικοῦ. Καὶ ἔχομεν καὶ ἰδιώτας ἐπικούρους κτηνιάτρους, καὶ ἰδιώτας μηχανικοὺς ἀλλοδαποὺς ἐν τοῖς νεωρείοις τοῦ Ναυστάθμου. Καὶ ἔχομεν καὶ τεχνίτας ἀλλοδαποὺς, ἐφαρμοστὰς ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις τοῦ Ναυστάθμου. Καὶ ἔχομεν ἀλλοδαποὺς τεχνίτας πυροβολικοῦ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἀρχιλεβητοποιῶν, περὶ ἀρχισιδηρουργῶν, περὶ ἀρχιξυλουργῶν, περὶ ἀρχιχυτῶν, καὶ περὶ ἀρχισιδηρουργῶν, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνάγκην αὐτῶν. Ἔχομεν ἀλλοδαπὸν ὀργανωτὴν τοῦ Δενδροοκομείου, ἀρχιπυροτεχνουργὸν ἀλλοδαπὸν, καὶ ἀλλοδαποὺς τεχνίτας ἐν τῇ σχολῇ τῶν Ναυκλάστρων. Καὶ ἔχομεν ἀλλοδαποὺς εἰς πάντας τοὺς κλάδους καὶ εἰς πᾶν διαμέρισμα τῆς Διοικήσεως. Καὶ ἐξ ὅλων αὐτῶν μόνοι οἱ ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ, διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὴν γεφυροδοποιΐαν εἶναι ἀναγκαῖοι. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ τρέφῃ τὸ κοινὸν δι’ ἐλπίδων καὶ ὑποσχέσεων, νὰ παριστᾷ ἑαυτὴν ὡς ἑκατόγχειρα, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρει τὰ πάντα, ἐν τῷ αὐτῷ χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχομεν 15 ἑκατομμύρια ἔλλειμμα καὶ ζητοῦμεν 16 ἑκατομμύρια φόρους. Ἐζητήσαμεν καὶ μείωσιν, κατὰ 10,000 δραχμῶν, τῆς ἐκ 15,000 δραχμῶν ζητουμένης πιστώσεως διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν. Καὶ ἡ ἀπαίτησις αὕτη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠνόχλησε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ σᾶς εἶπε.: Σεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις ζητεῖτε νὰ μὴ ὑπάρχωσι στατιστικαὶ πληροφορίαι; Καὶ πόθεν θέλετε ἀρυσθῆ τὰ φῶτα, ὧν ἔχετε ἀνάγκην, διὰ νὰ ἐλέγχητε καὶ ἐπικρίνητε τὴν Κυβέρνησιν; Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μὴ ὑπάρχωσι πληροφορίαι στατιστικαί; Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν συνίστανται εἰς τὴν ἀπογραφὴν τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Αὕτη γίνεται κατὰ πενταετίαν, κατὰ πᾶν δὲ ἔτος γίνεται ἡ εἰδικὴ ἀπογραφὴ τῆς κατὰ τὸ ἔτος κινήσεως. Ἡ γενικὴ ἀπογραφὴ ἐγένετο εἰς τὸ 1879, ἑπομένως κατὰ τὸ 1884 θέλει ἐπαναληφθῆ, διότι κατὰ πενταετίαν ἐνεργεῖται. Ὅθεν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην 15 χιλιάδων δραχμῶν διὰ νὰ κάμωμεν τὴν γενικὴν ἀπογραφὴν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1883 ἔχομεν ἀνάγκην 5 χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως συντάξωμεν τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν τῆς κινήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ διὰ τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ ἡ ἀντιπολίτευσις προτείνει οἰκονομίας τινὰς, σᾶς εἶπεν: Ὑπάρχει σπατάλη, ἀποδείξατέ την· ἐνόσῳ δὲν τὴν ἀποδεικνύεται, ὀφείλετε νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ζητοῦμεν. Ἡμεῖς δὲν σᾶς εἴπομεν ποτὲ, ὅτι ὑπάρχει σπατάλη. Σᾶς εἴπομεν, δαπανᾶτε διὰ νὰ συστήσητε τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν, χωρὶς νὰ ἔχητε λόγον κυβερνητικὸν, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐπέβαλε τὸ καθῆκον τοῦτο, ἀλλὰ μόνον ὁδηγούμενοι ἀπὸ λόγους πολιτικοῦ συμφέροντος ἢ πολιτικῆς κερδοσκοπίας· 120,000 δραχμῶν εἴχετε κατὰ τὸ 1882 διὰ νὰ κατασκευάσητε νέας τηλεγραφικὰς γραμμὰς, πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον· καὶ ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐζητήσατε συμπληρωτικὴν πίστωσιν δραχμῶν 20,000 ἀκόμη, διότι δὲν σᾶς ἔφθασαν αἱ 120,000. Σᾶς εἴπομεν λοιπὸν νὰ ἀναστείλητε κατὰ τὸ 1883 τὸν ζῆλόν σας αὐτὸν, αὐτὴν τὴν μεγάλην σπουδὴν, διὰ νὰ συνδέσητε ὅλα τὰ χωρία καὶ τοὺς Δήμους τοῦ Κράτους, διὰ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας. Βεβαίως εἶναι ἀναγκαία καὶ χρήσιμος ἡ τηλεγραφικὴ συγκοινωνία· ἀλλὰ πρέπει, ὅταν πρόκειται νὰ παράσχητε εὐκολίας εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ ἔχητε ἕνα λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἄνισον παροχὴν τῶν εὐκολιῶν τούτων. Ἢ πρέπει νὰ συνδέσητε ὅλους τοὺς Δήμους, ἢ ἂν συνδέσητε τινὰς μόνον καὶ ἄλλους παραλείψητε, πρέπει νὰ ἔχητε ἕνα λόγον κυβερνητικὸν· τὸν ἀνώτερον φερ’ εἰπεῖν πληθυσμὸν ἢ τὴν ἀνωτέραν παραγωγὴν, ἢ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ προσπορίσητε εἰς αὐτὴν ἀγορὰς νέας, ἢ ἀνάγκην τινὰ ἀστυνομικὴν, ἢ ἴδιον καθῆκον μερίμνης ὑπὲρ τῆς τάξεως. Ἀλλ’ ὅλα τὰ συσταθέντα Τηλεγραφεῖα ἔχουσι τοιοῦτόν τινα λόγον; Καὶ τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα παρελίπετε, δὲν ὑπερβαίνουσι κατὰ πολὺ ἐκεῖνα, ἐν οἷς συνεστήσατε Τηλεγραφεῖα; Καὶ ἐὰν διανέμωνται τὰ τῆς Διοικήσεως μονομερῶς, δὲν μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἄλλην ἀπόδειξιν τῆς συναλλαγῆς, εἰμὴ αὐτὴν ταύτην τῆς εὐμενείας ὑμῶν, τὴν ὁποίαν παρέχετε εἰς ὡρισμένας περιφερείας, καὶ τῆς δυσμενείας, μεθ’ ἧς στερεῖτε ἄλλας, εἰς τὴν αὐτὴν ὑπαγομένας κατηγορίαν; Πῶς ἀφίνετε νὰ καταῤῥεύσωσι τα Δημόσια οἰκοδομήματα, εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός; Σᾶς ζητοῦμεν ἔξοδα ἐπισκευῆς αὐτῶν καὶ δὲν μᾶς τα δίδετε. Δὲν σᾶς ἀρνούμεθα τα ἔξοδα τῶν ἐπισκευῶν, ἀλλὰ ζητοῦμεν νὰ μειώσητε τὴν δαπάνην ταύτην ἀπὸ 60,000 εἰς 30,000. Καὶ 30,000 δραχμῶν δὲν ἀρκοῦσι κατὰ τὸ 1883, ἵνα συντηρήσωσι τὰ κατὰ τὸ Κράτος Δημόσια οἰκοδομήματα; Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἀποξηράνσεως τελμάτων καὶ ἑλῶν, καὶ μᾶς ἐνθυμίζετε τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Διοίκησις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν καλλιέργειαν τῆς χώρας, καὶ ὅμως ὑμεῖς αὐτοὶ κατὰ τὸ 1880, ὅτε σᾶς ἐζητήσαμεν 20,000 δραχμὰς διὰ νὰ γείνωσιν ὑπὸ ὑδραυλικῶν ἐπιστημόνων μελέται πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ δυτικοῦ μέρους τοῦ Ἀργολικοῦ πεδίου, κατακλυζομένου ὑπὸ ὑδάτων, καὶ πρὸς ἄρδευσιν τοῦ βορειοανατολικοῦ μέρους διὰ τῶν ὑδάτων τῆς Λέρνης, μᾶς ἠρωτᾶτε μετ’ ἐκπλήξεως πῶς τότε ἐφροντίζομεν ν’ ἀποξηράνωμεν ἕλη καὶ τέλματα, ἐνῷ τότε εἴχομεν ἔλλειμμα 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀναστείλατε τὴν ζωηρότητα, τὴν ὁποίαν θέλετε ν’ ἀναπτύξητε, καθ’ ὃν χρόνον ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε 16 ἑκατομμυρίων φόρους, μὴν ἐπιμένετε ἵνα ἀποξηράνητε τέλματα, καὶ ἕλη, δὲν εἰξεύρω ποίων φιλικῶν χωρίων τέλματα, καὶ χάριν τίνος πολιτικοῦ συμφέροντος; Καὶ ζητεῖτε πίστωσιν χιλιάδων πολλῶν· καὶ νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι φιλοδωρήματα, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ διατεθῶσιν εἰς τοὺς φίλους ὑμῶν; Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἰδίως ἐφείλκυσαν τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ δύω Κεφάλαια, τὸ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὸ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Μειώνετε τὴν δαπάνην τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως; Καὶ ποῖον δεινὸν μεγαλείτερον παρασκευάζετε διὰ τὴν πατρίδα, μειοῦντες τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἀναπτυχθῆ πνευματικῶς, καὶ διαμορφωθῆ ἠθικῶς καὶ ψυχολογικῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Δὲν μειοῦμεν τὰς δαπάνας τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· καταργοῦμεν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀνελάβετε χωρὶς νὰ ἔχητε ὑποχρέωσιν νόμιμον νὰ ἀναλάβητε αὐτάς, καὶ διότι εἰσάγετε ἀνισότητα, ἡ ὁποία σκανδαλίζει καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἐπὶ τίνι δικαιώματι προβαίνετε νὰ συστήσητε πλήρη Δημοτικὰ Σχολεῖα ἐν Ζακύνθῳ καὶ ἐν Μεσολογγίῳ, ἐνῷ ὑπάρχουσι τοσαῦται πρωτεύουσαι Νομῶν, τὰς ὁποίας στερεῖτε, καίτοι ἴσα μέρη τοῦ Κράτους, τῆς προνοίας ταύτης, καὶ δὲν παρέχεται αὐταῖς τὰ ἴδια δικαιώματα; Σᾶς ζητοῦμεν λοιπὸν νὰ μειώσητε ποσὰ, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, οὐχὶ πρὸς πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ σκανδάλῳ τῆς Δημοσίας διοικήσεως πρὸς συναλλαγὴν ἣν συνάπτετε μετὰ τῶν ἐκλογέων ὑμῶν (εὖγε εὖγε). Καὶ διότι ἐπρατείναμεν νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ Κεφαλαίου τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας 50,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται διὰ νὰ ἐπεκταθῇ ἡ οἰκοδομὴ τοῦ Μουσείου, τοῦ ἐν Ἀθήναις ὑπάρχοντος, καὶ ἀναβληθῇ ἡ ἐπέκτασις αὐτοῦ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος· διότι συμβουλεύομεν νὰ μὴ δοθῶσι αἱ ζητούμεναι 3,000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται ὡς συνδρομὴ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας, καὶ αἱ δραχ. 10,470, αἱ ὁποῖαι ζητοῦνται δι’ ἀντιμισθίαν φυλάκων τῶν ἀρχαιοτήτων, διὰ τοῦτο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μᾶς ἤλεγξε χθές; Διατί λοιπὸν, μᾶς εἶπεν, ὅταν προτείνωνται συμβάσεις μετὰ ξένων, ἐπιτρέπουσαι αὐτοῖς νὰ ἐνεργήσωσιν ἀνασκαφὰς ἀρχαιολογικὰς, ἐπικρίνετε τὰς συμβάσεις ταύτας; Καὶ μήπως μᾶς ἐζήτησαν τὰ χρήματα δι’ ἀνασκαφάς; Σᾶς ζητοῦμεν καὶ σᾶς συμβουλεύομεν ν’ ἀναβάλητε τὴν ἐπέκτασιν τῆς οἰκοδομῆς τοῦ Μουσείου ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη· καὶ διὰ τούτου σᾶς κωλύομεν εἰς τὰς ἀνασκαφάς σας; Προτείνομεν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ δι’ ἀντιμισθίαν φυλάκων ἀρχαιοτήτων πίστωσις, καὶ μᾶς λέγετε ὅτι σᾶς ἐμποδίζομεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνεργήσητε ἀνασκαφὰς ἀρχαιολογικάς; Ἐπὶ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρεπονέθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διὰ τόκους προσωρινῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, ζητουμένη πίστωσις. Μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἀφαιρέσητε τὴν πίστωσιν, νομίζετε, ὅτι προτείνετε οἰκονομίαν, ὅτι ἐλαττώνετε τὰ δημόσια ἔξοδα; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνηλλάχθησαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι δικαστικῶς, καὶ νὰ λάβωσι τὰ χρήματά των. Καὶ ποῖος ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος τῶν συμβάσεων περὶ τοιούτων χρεῶν; Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν ἡμεῖς, καὶ ἂν δὲν εἶσθε ὑμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνωμολογήσατε τὰ προσωρινὰ δάνεια περὶ ὧν πρόκειται, διατί δὲν ἐξωφλήσατε τὰ προσωρινὰ δάνεια ἐκ τῶν ὑπολοίπων τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ διὰ τὰ προσωρινὰ δάνεια πληρώνετε τόκον 8 ἢ 7%, διὰ δὲ τὰ ὑπόλοιπα τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείων ἠθέλατε πληρώνει τόκον ἓν μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατόν; Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἄποψις τοῦ πράγματος. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ νομική; Πῶς δύναται ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ ἀθορύβως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ Διοίκησις συνωμολόγησε δάνεια ἄνευ τῆς γνώσεως αὐτῆς, καὶ δάνεια, τῶν ὁποίων οἱ ἐτήσιοι τόκοι ἀναβιβάζονται εἰς 170,000 δραχμῶν; Ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1873 ἀνήρχετο εἰς 2,388,312,943, ὁ δὲ τῶν ἐσόδων αὐτῆς εἰς 2,406,461,671. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε χθὲς, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Γαλλίας ἀνέρχεται μόνον εἰς 1,500,000,000, καὶ παρέστησε τὰ 750,000,000, τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους μετὰ τὸν πόλεμον ἐπέβαλον, ὡς ἀντιστοιχοῦντας εἰς 50%, ἐνῷ, ἂν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀληθὴς προϋπολογισμὸς, τὰ 750,000,000 ἀνέρχονται ἐπὶ τοῦ ὅλου τῶν ἐσόδων εἰς 32%. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ὑλικὸν ποσὸν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους διὰ τῶν νομοσχεδίων ζητεῖ σήμερον νὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν χώραν ἡμῶν, ἀνήρχετο εἰς 33%, ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε καταβαλλομένων φόρων ἀναλογίσατε πόσον ἀνέρχεται ἐπί τινων τῶν φόρων ἡ αὔξησις, τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτῶν προτείνει ἡ Κυβέρνησις. Σᾶς εἶπον κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς γενικῆς ταύτης συζητήσεως, ὅτι ὁ νέος ἐπὶ τοῦ οἴνου φόρος πρόκειται νὰ δεκαπλασιάσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε συνεισήνεγκον οἱ ἀμπελουργοὶ εἰς τὸ Κράτος. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας Βουλευτὴς, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτήρων κτηνῶν πρόκειται ν’ αὐξηθῇ κατὰ 70%, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν ζώων πρόκειται νὰ ἀναβιβασθῇ κατὰ 35% ἐντὸς δύω ἐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους σᾶς προτείνει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσιν, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας, ἣν διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων προτείνουσι, δὲν θέλει ἐπιβαρυνθῆ ἡ παραγωγὴ, ἐπιβαρύνεται μόνον ἡ κατανάλωσις. Ἐὰν οἱ καταναλωταὶ ἔχωσι δύναμιν τοσαύτην, ὅσην ὑπολαμβάνει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔχουσι, θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τοὺς φόρους ἀγογγύστως. Καὶ φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι δὲν ἐπιβαρύνεται ἡ παραγωγὴ ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων; Καὶ διατείνεται, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσιν εἰς τὴν δενδροκομείαν ἢ τὴν φυτοκομείαν, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσι τὴν σταφίδα, δὲν θέλουσι κατασταθῆ ἀκριβώτερα ἕνεκα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων; Οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι πληρόνουσι τὴν ἐργασίαν, οὐχὶ μόνον εἰς χρήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς ποσὸν οἴνου, δὲν θέλουσι πληρώσει περισσότερον; Καὶ λέγουσιν, ὅτι ἡ φορολογία δὲν θέλει ἐπιβαρύνει ἢ μόνον τοὺς καταναλωτὰς, καὶ λησμονοῦσιν ὅτι ὁ οἶνος εἶναι εἰς τὸν κάτοικον τῆς Ἑλλάδος ἡ ἀπολύτως ἀπαιτουμένη, ἡ ἑπομένη κατὰ δεύτερον λόγον, μετὰ τὸν ἄρτον τροφή; Οἶνον πίνουσι τὸ πρωῒ ὅταν μεταβαίνωσιν οἱ γεωργοὶ εἰς τὸν ἀγρὸν ἵνα ἀρώσωσι τὴν γῆν· οἶνον πίνει ὁ θεριστὴς, ὅταν πηγαίνῃ νὰ θερίσῃ· οἶνον πίνει ὁ ἁλωνιστὴς, ὅταν μεταβαίνῃ νὰ ἁλωνίσῃ, οἶνον ὁ ἐργάτης, οἶνον πίνει ὁ μικρὸς βιομήχανος. Καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν δύναμιν τῶν καταναλατῶν, νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν 3,000,000 δραχμῶν, διότι τοσοῦτον ποσὸν ὑπελόγισαν νὰ εἰσπράξωσιν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν οἴνων. Ἐδικαιολόγησαν δὲ κατὰ παράξενον τρόπον τὴν ἀτέλειαν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπρότειναν. Φυσικόν, σᾶς εἶπον, νὰ μὴ εἰσάγωνται τέλεια τοιαῦτα νομοσχέδια, νὰ συμπληρώνῃ δὲ αὐτὰ διὰ τοῦ χρόνου ἡ πεῖρα· θέλετε ἰδεῖ ὅτι δέκα ἀλλεπάλληλοι νόμοι ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τῇ προτάσει τοῦ ἐντίμου ἐκ Τρυφυλίας βουλευτοῦ περὶ διαθέσεως τῆς Ἐθνικῆς γῆς· διατί λοιπὸν ἐκπλήσσεσθε, ἐὰν ἐν τῷ νόμῳ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων ἢ τοῦ ζύθου ἢ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ὑπάρχουσιν ἀτέλειαί τινες; Ἀληθῶς μετὰ καιρὸν αἱ ἀτέλειαι θέλουσι διορθωθῆ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα θέλει καταδείξει καὶ τὰς ὁποίας οἱ νομοθετοῦντες δὲν ἠδύναντο νὰ προΐδωσι, εἴτε ἀγνοοῦντες τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τῆς χώρας, εἴτε ἀγνοοῦντες τὰς περιστάσεις τῆς φορολογίας τῶν ἀτόμων; Πρόκειται περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ζητοῦσι ν’ ἀποδώσητε εἰς τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἢ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπεδόθησαν ἐν οὐδεμιᾷ χώρᾳ εἰς αὐτά. Πῶς θέλετε ἐπιτρέψει εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Δημοσίου, τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, νὰ ἐπιβάλλῃ ποινὰς εἰς τὸν φορολογούμενον, διότι ἀπέκρυψεν, ἢ δὲν ἐδήλωσε τὸ φορολογούμενον ποσὸν τοῦ προϊόντος, καὶ ποία νομοθεσία κατέστησε δικαστὴν τὸν διάδικον; Ποῦ ἠκούσθη τὰ ἀδικήματα, τὰ πρὸς τὸ Κράτος γενόμενα, νὰ τιμωρῶνται ὑπὸ ὀργάνων τῆς Κυβερνητικῆς ἢ τῆς Διοικητῆς Ἐξουσίας; Οἱ Νομοθέται τοῦ 1846, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν σοφοὶ ὅσον ἐσμὲν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τόσον ἐπιστήμονες, ὅσον ἡμεῖς, ὅταν κατὰ πρῶτον εἰσήχθη τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως ἐν τῷ Νόμῳ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις νόμοις περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, τὰς ποινὰς ταύτας δὲν ἀνέθετον ἢ εἰς τὸ Πλημμελιοδικεῖον. Καὶ σᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ἐπιβάλλουσι ποσὸν φόρου, πολὺ ὑποδεέστερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουσιν ἐν Γαλλίᾳ! Καὶ ἐνόμισαν ἴσως, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν πρώτην ταύτην φορὰν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἴσος πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ! Ἀλλ’ ἴσως ἐλησμόνησαν, ὅτι, ἂν ὁ φορολογικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλουσι διὰ πρώτην φορὰν ἐπὶ τῆς χρήσεως ἑνὸς προϊόντος, ἐὰν, λέγω, περιορίσῃ τὴν κατανάλωσιν, ὁ περιορισμὸς οὗτος θέλει ἀντηχήσει ἐπὶ τοῦ παραγωγοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει δύνασθαι νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν του. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διασκευῆς τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου τοῦ καπνοῦ. Ἡ διασκευὴ αὐτοῦ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἠκούσθησαν οὔτε αἱ παρατηρήσεις, οὐδ’ αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἐμπορίου, οὔτε αἱ ἀνάγκαι τῆς παραγωγῆς, οὔτε αἱ εἰδικαὶ ἀνάγκαι μιᾶς πόλεως τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν γίγνεται εἰδικῶς ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ. Καὶ πῶς; ἂν ἠκούοντο αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλωσι φόρον ἐπὶ τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἀφοῦ οἱ ἔμποροι ἤθελον τοῖς παραστήσει, ὅτι, διὰ νὰ κόπτωσι τὸν καπνόν των, ἔχουσιν ἀνάγκην πρότερον νὰ παρασκευάσωσιν αὐτὸν, καθὼς καὶ ἀφοῦ τὸν κόψωσι νὰ τὸν παρασκευάσωσι; Καὶ ὅμως κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταφέρωσι τὸν καπνόν των εἰς τὸ κατάστημα τῆς ἐκκοπῆς τοῦ καπνοῦ, νὰ παραδώσωσιν αὐτὸν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου, ἐκεῖ νὰ λάβωσι τὴν σειράν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ νὰ ἐκκοπῇ· ἔπειτα δὲ πάλιν νὰ παραλάβωσιν αὐτὸν χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ ὑποβάλωσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἀπαιτουμένην παρασκευήν. Ὁ καπνὸς εἶναι ἀκροσφαλέστατον προϊὸν καὶ χρήζει μεγάλης προσοχῆς. Ἐὰν ἤθελον νὰ φορολογήσωμεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως· ἔχομεν ὅμως ἀντίῤῥησιν, καθ’ ὅσον ὁ προτεινόμενος φόρος, διὰ πρώτην φορὰν ἐπιβαλλόμενος, μᾶς φαίνεται ὑπέρογκος, καὶ δεύτερον, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ἡ Κυβέρνησις, μᾶς φαίνεται ἀσυμβίβαστον καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου, ἴσως καὶ τῶν καταναλωτῶν, βεβαίως ὅμως καὶ τῶν παραγωγῶν.
§32ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν πλέον, κ. Πρόεδρε· παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω ἀκόμη νὰ ἀγορεύσω ἐπὶ 1 καὶ ½ ὥραν.
§34ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν πλέον (ἀπέρχονται).
§35ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ ὁ ἀγορεύων θέλει νὰ διακόψῃ, πρέπει νὰ διακόψητε. Πρῶτον ἔφυγαν ὅλοι οἱ ὑπουργικοί.
§36ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν διαλύεται τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε; Δὲν βλέπετε πῶς δὲν εἶναι ἀπαρτία; Πῶς θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν;
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀπαρτία, ἀλλὰ ἀφοῦ ὁ ῥήτωρ ὡμίλησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ἔχει δὲ νὰ ὁμιλήσῃ 1½ ὥραν ἀκόμη, πρέπει νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις.
§38ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς ἀπαρτίαν, διότι ἔφυγαν οἱ ὑπουργικοί.
§39ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινεν ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὥστε ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 8 παρὰ 10)60 μ. μ.)