1883.02.10
2.534 στίχοι · 20.448 λέξεις · 34 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 10 Φεβρουαρίου 1883.
(Πέμπτη).
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μοντεσάντος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶναι δίκαιον εἰς τὸ νὰ παρακληθῇ ἡ σεβαστὴ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀδικουμένην τάξιν τῶν ἐν γένει πολιτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους κλπ.» (Ἀναγινώσκεται). Ἑτέρα πρότασις νόμου ὑπεβλήθη παρὰ τῶν βουλευτῶν Ἀδαμοπούλου, Ζαρμάνη κλπ. «Πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ νόμος ΑΚΒʹ περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις Ἐπαρχίαις κτλ.» (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα). Τηλεγράφημα ἐκ Κύμης τοῦ Δημάρχου Κοτυλαίων Παύλου Ζαῤῥιανοῦ «Πρόεδρον Βουλῆς, εἰς Ἀθήνας. Ἐπιμόνῳ ἀπαιτήσει συνδημοτῶν μου ἀπευθύνω κοινὴν εὐχὴν μὴ ἐπιψηφίσεως καταστρεπτικῆς φορολογίας οἴνου κλπ.» (Ἀναγινώσκεται). Πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Δημητρακάκης.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλεῖται νὰ καταθέσῃ τὸν κατάλογον αὔριον τῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ὑπαλλήλων τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας· 1) τὴν θέσιν καὶ τὸν μισθὸν ἑκάστου· 2) τὸν πληθυσμὸν τῆς πόλεως ἢ χωρίου, ἐν ᾧ ἑδρεύει ἕκαστος κτλ. (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, προβαίνομεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸν μῆνα Φεβρουάριον 1883. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε προόδου τῆς γενικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Βουλὴ, φρονῶ, δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἦναι εὐχαριστημένη· οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις δύναται νὰ ἦναι εὐχαριστημένη ἐξ αὐτῆς, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ Συμπολίτευσις. Ἡ Συμπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἦναι εὐχαριστημένη, διότι ἀνέμενεν ἐκ τῆς συζητήσεως νὰ ἴδῃ ἐξελεγχομένην καὶ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικὴν καὶ τὴν γενικωτέραν πολιτικὴν αὐτῆς· ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἦναι εὐχαριστημένα, διότι, ὅσα ἐπηγγέλθη, ἀπεδείχθησαν φροῦδα· καὶ ἀπεδείχθησαν φροῦδα, οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν ἀπαντήσεων, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς αὐτὴν παρὰ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ῥηθέντων. Ἐπηγγέλθη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ χρόνον πολὺν, ὅτι ἤθελεν ἀντιτάξει εἰς τὸ σύστημα τὸ Κυβερνητικὸν σύστημα ἴδιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐκπληροῖ πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἀξίωσιν αὐτῆς δὲν ἐξεπλήρωσεν ὁ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθεὶς εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμός· ἀλλ’ ἀπεδείχθη μέχρι τοῦδε παρ’ αὐτῶν τῶν ἀγορευσάντων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις διαφωνεῖ ἐπὶ πάντων, ὅσα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντετάχθησαν, καὶ δὲν θέλει ἡ Συμπολίτευσις καλλιτέραν συνηγορίαν κατὰ τῶν προτάσεων, τῶν δῆθεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως γενομένων, εἰμὴ αὐτὰ ταῦτα τὰ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῶν μὴ ἀποδεχομένων αὐτά, ἀναπτυχθέντα. Ἐν τούτοις, ἡ συζήτησις ἡ σπουδαία ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γείνῃ, διότι ἐν Κοινοβουλευτικῷ Κράτει ἀπαραίτητον εἶναι καὶ τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξελέγχηται καὶ τὸ μέλλον παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ προσχεδιάζηται. Δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποδέχηται ἢ ἀποῤῥίπτῃ τὰ προτεινόμενα μέτρα, πρέπει νὰ ἐκφράζῃ καὶ αὐτὴ γνώμην καὶ ἐπὶ τῶν τετελεσμένων καὶ ἐπὶ τῶν τελεσθησομένων· πρέπει τὸ Ἔθνος νὰ δύνηται ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ γενομένων συζητήσεων νὰ μορφώνῃ γνώμην πλήρη· πρέπει ὁ ἔλεγχος νὰ ἦναι ὄχι μόνον ἔλεγχος βουλευτικός, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι ἔλεγχος ἐθνικός, διότι τὸ Ἔθνος περιμένει ἐκ τῆς ἐργασίας, ἥτις ἐνταῦθα θέλει γίνει, νὰ μάθῃ ἐὰν τῷ ὄντι εὐόρκως ἐκπληροῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ καθῆκον αὐτῆς καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ οἰκονομίᾳ, ἐὰν τὰ χρήματα διεχειρίσθησαν τιμίως, ἐὰν ἡ πολιτική, ἡ ἐξωτερικὴ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ, ὑπάρχῃ τοιαύτη, οἵαν τὸ ἔθνος ἀπαιτεῖ νὰ ἦναι. Ἀλλὰ τί ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε ἐν τῇ Βουλῇ περὶ πολιτικῆς; Ἠκούσαμεν βουλευτῶν κατακρινόντων τὴν Κυβέρνησιν, λεγόντων, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀφόρητος· ἀλλ’ ἠκούσαμεν γεγονὸς σπουδαῖον; Ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἠκούσαμεν ἐξεταζομένας τὰς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν σχετιζομένας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως; Ἠκούσαμεν συζητούμενον τὸ ὁροθετικὸν ζήτημα εἴτε ἐν τῇ λύσει του, εἴτε ἐν ταῖς γενομέναις πρὸς παρασκευὴν τῆς λύσεως πράξεσιν; Ἠκούσαμεν συζητουμένην τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ Αἰγυπτιακὸν ζήτημα; Ἠκούσαμεν μόνον τινὰ περὶ συναλλαγῆς, περὶ τῆς ὁποίας, θέλω ὁμιλήσει, διότι περὶ πάντων πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἀφοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν προκαλεῖ, ὡς ὤφειλε, τὴν περὶ τούτων συζήτησιν, θέλομεν τὴν προκαλέσει ἡμεῖς καὶ θέλομεν ἐξαναγκάσει τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς αὐτήν. Ἄρχομαι ὅμως ἀπὸ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπηγγέλθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐγκατέλιπε τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, πρόγραμμα οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880. — Βεβαίως κατὰ τὸ 1880 ἡ νῦν Κυβέρνησις, τότε οὖσα Ἀντιπολίτευσις, συνέταξε πρόγραμμα καὶ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ἔφερεν αὐτὴν εἰς τὴν Ἐξουσίαν· ἀνελθοῦσα δὲ τότε εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐπραγματοποίησε πάντα, ὅσα ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ἐπηγγέλθη, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1880· ἀλλὰ καὶ ἤδη, ἐπανελθοῦσα εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἔφερε διὰ τὸ 1883 εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ τοῦτο θέλω ἀποδείξει, ἀνασκευάζων τὴν ἀντίθετον γνώμην. Οἱ ἀγορεύσαντες ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶπον, ὅτι ἀπόδειξις τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1883 καὶ τοῦ 1880 εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀριθμοί. Εἶπε, νομίζω, ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, «ἀφαιρέσατε 7,000,000 διὰ τόκων τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 καὶ ὅ,τι ὑπολείπεται εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 ἄνευ τῶν ἐξόδων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἅτινα ὑπολογίζονται εἰς 4,000,000· ἡ ἀντιπαραβολὴ τῶν δύω προϋπολογισμῶν μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις ταύτας ἀποδεικνύει τὴν μεταβολὴν τοῦ προγράμματος». Κατ’ αὐτὸν, ἐν ὀνόματι τμήματός τινος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλήσαντα, ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1883 δὲν ὑφίσταται, εἰμὴ μόνον ἡ ὑποχρέωσις τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ τῶν τόκων τοῦ δανείου τῶν 120,000,000. Ἀλλὰ τοῦτο αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν. Ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραί; Πλὴν τῶν δαπανῶν, ἃς ἐπάγεται ἡ προσάρτησις τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ἃς παραδέχεται ἡ Ἀντιπολίτευσις, μόνην διαφορὰν ἔχομεν σήμερον ὑπερτέραν τῆς τοῦ 1880, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000; Ἐσημείωσα ἐνταῦθα τὰς σπουδαιοτέρας τῶν δαπανῶν, αἵτινες εἶναι ὑποχρεωτικαὶ σήμερον, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 δὲν ὑφίσταντο. Ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἔχομεν ἐπὶ πλέον σήμερον διαφορὰν 441,000 δραχμῶν· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 διαφορὰν 867,000· ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 διαφορὰν 7,804,000· ἐκ τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας τῶν 20,000,000 δρ. 150,000· ἔξοδα ὑπηρεσίας δανείων, 1,250,000· συντάξεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων 200,000 Βουλὴ 118,000· ποσοστὰ εἰσπράξεων 100,000· προσέτι ποσοστὰ φόρου ἐπιτηδευμάτων 45,000· ὑλικὸν καὶ ἔξοδα σφραγιστηρίου 97,000· διατήρησις καταδίκων 100,000· ἐκτέλεσις ἐκλογικοῦ νόμου 373,000· ἔξοδα ἐκτυπώσεως ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως 40,000· τὸ ὅλον 11,590,000. Ταῦτα εἶναι ὑποχρεωτικὰ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιληφθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πολλὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐκνόμου ὑποχρεωτικὰ, ἀλλ’ εἶναι ἀπαραίτητα ἐν τῷ σημειωθέντι ὅρῳ, ἐκτὸς ἂν θεωρήσωμεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Τόπος ὡς πρὸς τὰ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς μορφώσεως αὐτοῦ, καὶ ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν τὰς ἀντιστοίχους προσόδους. Καὶ ἰδοὺ ἔχομεν ἐκ τοῦ προξενικοῦ νόμου διαφορὰν δαπάνης 288,000 δραχμῶν, ἀλλ’ ἔχομεν εἰσπράξεις ὑπερτέρας 460,000 δραχμῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι τὸ ἔσοδον δὲν πρέπει νὰ τὸ ὑπολογίσητε ὡς ἀντιστάθμισμα τῆς δαπάνης, διότι δύνασθε νὰ ἔχητε τὸ ἔσοδον χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν δαπάνην. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; τὸ πλεῖστον τοῦ ἐσόδου τούτου προέρχεται ἐκ τῆς μετατροπῆς τῶν ἀμίσθων Προξενείων εἰς ἔμμισθα, τουτέστιν ἐκ τῆς ἐγγραφῆς ἐν τοῖς ἐσόδοις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα πρότερον μετέβαινον εἰς τὰ θυλάκια τῶν τότε μὲν ἀμίσθων, νῦν δὲ ἐμμίσθων Προξένων. — Ἔξοδα ἀλλοδαπῶν μηχανικῶν 200,000. Ἐὰν ἐννοῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας, μετὰ τὸν νόμον μάλιστα τὸν ἐπιψηφισθέντα, τὸν προικοδοτοῦντα τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἡ δαπάνη αὕτη ἐδύνατο νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι ἔχομεν πρώτιστον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἐκ νόμου εἰς τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιληφθῇ ἡ δαπάνη αὕτη, διότι τὸ προσωπικὸν τῶν μηχανικῶν ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐπαρκές. — Ἔχομεν ἐκ τοῦ νόμου περὶ δασῶν, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, αὔξησιν δαπάνης 364,000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ 117,000 ἐπὶ τῶν ἐξόδων ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἔχομεν καὶ αὔξησιν ἐσόδων σπουδαίαν, ἔχομεν διττὴν αὔξησιν καὶ διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ἐπιβαλλομένης φορολογίας ἐπὶ τῶν καυσίμων ξύλων, τῶν πρὸς ἐμπορίαν μετακομιζομένων, καὶ ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τοῦτο δὲ καταφαίνεται ἐκ τῶν ἑξῆς ἀριθμῶν: Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 βλέπετε σημειωθέντα ὡς ἔσοδα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν 1,612,000 δραχμὰς, ὧν αἱ 700,000 ἀνήκουσιν εἰς τὴν πρόσθετον φορολογίαν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 ἦσαν ἔσοδα μόνον 515,000, ἄρα ἔχομεν 1,000,000 ἐπὶ πλέον, ἀπέναντι διαφορᾶς ἐξόδων μόνον 480,000 δραχμῶν. — Ἔχομεν καὶ διὰ τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν καὶ τὴν τηλεγραφικὴν αὔξησιν δαπάνης κατὰ τὸ 1883 σχετικῶς πρὸς τὸ 1880. Εἰς τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν ἔχομεν δαπάνην κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο 809,000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν μόνον δαπάνην 429,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον 380,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ ποίαν ἔχομεν διαφορὰν ἐσόδων; Ἐφέτος μὲν σημειοῦμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 1,200,000 νέων δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ 1880 εἴχομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειωμένας 673,000 παλαιῶν δραχμῶν· ἡ διαφορὰ εἶναι 672,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἔχομεν ἐπὶ πλέον ἔσοδον ἐκ τούτου κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 672,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἔχομεν ἐπὶ πλέον ἔξοδον 380,000. Εἰς τὴν τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν ἐπίσης ἔχομεν δαπάνην κατὰ τὸ παρὸν ἔτος 1,660,000, ἐνῷ κατὰ τὸ 1880 εἴχομεν δαπάνην μόνον 991,000 δραχμῶν, τουτέστιν ἔχομεν ἐπὶ πλέον δαπάνην κατὰ τὸ 1883 δραχμῶν 668,000, ἀλλ’ ἔχομεν ἔσοδον ἐπὶ πλέον 596,000 δραχμῶν, διότι τὰ μὲν ἔσοδα τοῦ ἔτους τούτου ὑπολογίζονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 1,220,000 νέας δραχμὰς, τὰ δὲ ἔσοδα ὑπελογίσθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 εἰς 770,000 παλαιὰς δραχμάς. — Πλὴν τούτων ἔχομεν τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν πάντες οἱ ὁμιλήσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶπον, ὅτι ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ὁ στρατὸς κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς, οἷος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώθη· οὐδεμίαν φωνὴν ἠκούσαμεν λέγουσαν τὸ ἐναντίον· ἠκούσαμεν μάλιστα παρὰ πολλῶν, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ, ἐνῷ περὶ ἐλαττώσεως οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Πλήρους ἄρα συμφωνίας ὑπαρχούσης, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτος, ὁποῖος εἶναι ἐγγεγραμμένος, ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης πρέπει ἀφεύκτως νὰ σημειωθῇ. Ὅτι δὲ ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐσημειώσαμεν, καὶ ὄχι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τοῦτο ἐντὸς ὀλίγου θέλω ἀποδείξει. Ἡ διαφορὰ τῆς δαπάνης ὁποία ἔσεται; Κατὰ τὸ 1880 τὰ ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἦσαν 11,100,000, κατὰ δὲ τὸ 1883 εἶναι 18,400,000, τουτέστι διαφορὰ 7,299,000 δραχμῶν. Ἡ δὲ διαφορὰ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι 2,531,000. Πάντα ταῦτα ἐὰν ἀθροίσωμεν, φθάνομεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, εἰσηγουμένου τὴν συζήτησιν ταύτην; Δὲν ἔχομεν διαφορὰν 7,000,000, ὡς ἐκεῖνος ἠξίου, ἀλλ’ ἔχομεν ποσὸν 23,500,000 δραχμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν ὑποχρεωτικῶν δαπανῶν, εἴτε ἐκ τοῦ νόμου, εἴτε ἠθικῶς ὑποχρεωτικῶν δαπανῶν, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ τοῦ ἔτους 1880. Ὅταν ἀφαιρέσητε ταύτας τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, καὶ ἄλλας ὁμοίας φύσεως, τὰς ὁποίας δὲν ἀνέφερα, ποία διαφορὰ μένει μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883; μένουσιν οἱ γραμματεῖς τῶν ἐπαρχείων καὶ οἱ γραμματεῖς τῶν ταμείων γʹης τάξεως· ἀμφιβάλλω ἂν θὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε ἄλλας; Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως συνετάχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ οἰκονομικώτερος, ὅστις ἐδύνατο νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος τοῦ 1880. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠξίωσεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, τοῦ οὕτω συνταχθέντος, ἐδύνατο αὕτη νὰ πραγματοποιήσῃ οἰκονομίας, καὶ καθώρισε τὰς οἰκονομίας ταύτας, συμποσουμένας εἰς 6,700,000 δραχμῶν. Λέγω ἡ Ἀντιπολίτευσις, διότι ταύτην τὴν λέξιν μεταχειρίζονται οἱ ὁμιλήσαντες, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθη κατόπιν, ὅτι δὲν ἦσαν ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὐδὲ τὸ πλεῖστον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τμῆμά τι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἀμφισβητῶ περὶ τῆς λέξεως· εἰς ἡμᾶς ὅμως ἐνδιαφέρει τοῦτο, ὅτι κατεδείχθη, ὅτι αἱ προτάσεις δὲν εἶναι προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶναι προτάσεις τινῶν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀποκρουόμεναι ὑπὸ τῶν ἄλλων. Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑποχρεούμεθα ν’ ἀνασκευάσωμεν τὰ προταθέντα, ἀφοῦ εἶναι ταῦτα ἀνυπόστατα, ὡς θέλω ἀποδείξει. Θέλω ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις πλείονας οἰκονομίας τῶν πραγματοποιηθεισῶν, ὅτι αἱ προτεινόμεναι παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οἰκονομίαι εἶναι τὸ πλεῖστον ψευδεῖς, ἀνύπαρκτοι καὶ μόνον πλάσματα, τὰ ὁποῖα ἐῤῥίφθησαν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν πρὸς ἐξαπάτησιν τῆς κοινωνίας, αἱ δ’ ἄλλαι εἶναι οἰκονομίαι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι φέρουσι καταστροφὴν εἰς τὴν κοινωνίαν, αἱ ὁποῖαι παρεμποδίζουσι τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ψηφίσῃ, τὰς ὁποίας οἱ προτείνοντες αὐτοὶ δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἐὰν ἦσαν Κυβέρνησις· διότι ὑπάρχει αὕτη ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τῆς νῦν καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1880, τῆς ὁποίας πραγματοποιοῦμεν ἡμεῖς σήμερον τὰς ἰδέας. Ὑπάρχει ἡ διαφορὰ, ὅτι ἡμεῖς ὅσα κατὰ τὸ 1880 ἐν τῷ προγράμματι ἡμῶν προτείναμεν, ἠξιοῦμεν, ὅτι καὶ θὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ τὰ ἐφαρμόσαμεν, ἐνῷ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀξιοῖ, ὅτι οὐδὲν θέλει ἐφαρμόσει αὐτὴ, καὶ διὰ τοῦτο προτείνουσιν οἱ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντες οἱαδήποτε μέτρα, τὰ ὁποῖα ὅμως, ἐὰν εἶχον τὴν εὐθύνην νὰ ἐφαρμόσωσιν, ἤθελον πρῶτοι ἀποκρούσει. Κατὰ τὸ 1880 ἐπεζητήσαμεν ἐν τῇ Κυβερνήσει διὰ τῶν οἰκονομιῶν νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἄρωμεν τὴν τότε ὑφισταμένην ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ὄχι μόνον ἐπραγματοποιήσαμεν τὰς οἰκονομίας, ὄχι μόνον ἐπετύχομεν τὴν ψήφισιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους προετείναμεν, ἀλλὰ κατωρθώσαμεν νομοθετικῶς καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου κυροῦντος σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν συνομολογήσει πρὸς τοὺς ἁρμοδίους περὶ ἀποδόσεως τοῦ χρέους, τοῦ συνδεομένου πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ τὸ χρέος ἐκεῖνο ποῖον ἦτο τότε; ἦτο 21,000,000. Σήμερον ποῖον εἶναι; εἶναι 75,000,000. Ὅτε ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας σήμερον πρὸς τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε κατὰ τὸ 1880, εἶναι τοιαύτη, ὅτε αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἐν τῷ μεταξὺ ἀνέλαβεν, εἶναι τοιαῦται, ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα πρὸς ὑμᾶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ σήμερον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν κατὰ τὸ 1880 μὲ μόνην τὴν ἐπιβάρυνσιν, τὴν ὁποίαν τότε προετείναμεν; Ὅστις, κύριοι, ζητεῖ τοῦτο, δὲν ζητεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ τότε προγράμματος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ τὴν ματαίωσιν τοῦ προγράμματος ἐκείνου. Πρέπει ν’ ἀποδείξωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν, ὅτι ἐγκατελίπομεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δι’ ἐπιβαρύνσεως μικροτέρας τοῦ ἔθνους, καὶ τότε δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐγκατελίπομεν τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, προτείνοντες ἐπιβάρυνσιν μεγαλειτέραν τῆς τοῦ 1880· πρέπει ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι σήμερον οἰκονομίαι, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσι κατὰ τὸ 1880, ἵνα δύνωνται ν’ ἀξιῶσιν, ὅτι σήμερον ἐγκαταλείπομεν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἔλθω νὰ ἐξετάσω ἓν πρὸς ἓν τὰ παρ’ αὐτῶν ῥηθέντα, ἵνα γείνῃ δῆλον, ἐὰν ἔχωσι τὴν ἐλαχίστην ὑπόστασιν. Δὲν εἶναι μόνη διαφορὰ ἡ ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔχει ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, εἶναι μέγισται. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἠθέλησεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ νὰ παραστήσῃ δι’ ἀριθμῶν, οὐχὶ ἀκριβῶν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 ἀνώτερον ἢ ὅ,τι παριστᾶτο ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προϋπολογισμῷ. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, καὶ θέλω σᾶς εἴπει διατί· ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα παραδέχομαι πλησιάζον οὐχὶ εἰς τὸ τοῦ 1883 ἔλλειμμα, ἀλλ’ εἰς τὸ τοῦ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ, διότι περὶ τοῦ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ κυρίως συζητοῦμεν. Σήμερον δὲν πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἀποκλειστικῶς περὶ τοῦ ἔτους τούτου, δὲν πρόκειται νὰ λάβωμεν προσωρινὰ μέτρα· πρόκειται νὰ θέσωμεν θεμέλια διὰ τὸν διαρκῆ προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, πρόκειται, μελετῶντες τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ παρόντος ἔτους, νὰ εἴπωμεν, ὁποῖα ἔσονται ταῦτα καὶ ἐν τῷ προσεχεῖ μέλλοντι, διότι περὶ τοῦ ἀπωτέρου μέλλοντος δύνανται νὰ φροντίσωσι καὶ ἄλλοι. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἠξίου, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1883 πρέπει νὰ περιληφθῇ ὁλόκληρος ἡ δαπάνη, ἡ ἐκ τοῦ δανείου διὰ τὰς ναυτικὰς παρασκευάς· ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας γινώσκει ἄριστα, ὅτι, ὅταν πραγματοποιηθῇ δάνειον χρεωλυτικόν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ἓν ἕκαστον οἰκονομικὸν ἔτος, δὲν εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πραγματοποιηθέντος δανείου, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ἔτος τοῦτο, ὅπως τὸ ἐπράξαμεν ἡμεῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διὰ μόνου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πραγματοποιηθησομένου ἐντὸς τοῦ ἔτους κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον περιωρίσθη εἰς 10,000,000. Ἐὰν ἐπεβαρύνομεν τὸν προϋπολογισμὸν, ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀξιοῖ, θ’ ἀνεγράφομεν ἐφέτος τὴν δαπάνην τοῦ πραγματοποιηθέντος μέρους τοῦ κεφαλαίου ὁλοκλήρου, ἀλλ’ ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν τὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρέους ἀναγκαίαν ἐτησίαν πίστωσιν. Γινώσκει καλῶς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 περιορίζεται μόνον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν κατελογίσαμεν εἰς αὐτὸν ἢ μόνον τὸ ποσὸν, δι’ ὃ ἀπαιτεῖται πίστωσις, ἤτοι τὸ τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου· τοσαύτην δ’ ἔχει περὶ τούτου πεποίθησιν, ὥστε ὅτε ἠθέλησε νὰ ὑπολογίσῃ τὴν δαπάνην διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τί ὑπελόγισε; δὲν ὑπελόγισε τὰ 20,000,000, ἤτοι τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ὁλόκληρον ἐντὸς τοῦ ἔτους 1883. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθετεν, ἐν τῷ δανείῳ περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν ὤφειλε νὰ καταλογίσῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῶν 20,000,000 καὶ οὐχὶ τὸ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἀπαιτούμενον ἐτησίως ποσόν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ περιέπεσεν εἰς ἄλλο σφάλμα, — ὄχι σφάλμα, διότι κάλλιστα γινώσκει τὰ οἰκονομικὰ, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἄλλως ἠδύνατο νὰ παραστήσῃ ἐδῶ τοὺς ἀριθμοὺς — καὶ ἀντὶ τὰ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 μόνον τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὸ ἐντὸς τοῦ ἔτους δαπανηθησόμενον κεφάλαιον, περιέλαβεν ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δανείου 20,000,000 δραχμῶν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ἐργολαβία, ἡ διακηρυχθησομένη διὰ τὴν ἁμαξιτὴν ὁδοποιΐαν τοῦ Κράτους, διὰ τὰ συμπλέγματα, ἅπερ ἤδη καταρτίζονται ὑπὸ τῶν ξένων μηχανικῶν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ διάρκειαν ὀλιγοχρονωτέραν τῶν δύω ἐτῶν, πιθανώτατον δὲ νὰ ἔχῃ διάρκειαν τριῶν ἐτῶν. Ἑπομένως, τοὐλάχιστον ἐπὶ δύω ἔτη ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως τῆς ἐργολαβίας πρέπει νὰ διανείμητε τὴν δαπάνην ταύτην, καὶ μόνον μετὰ διετίαν δύνασθε νὰ θεωρήσητε ὡς ἐπιβαρύνον τοὺς προϋπολογισμοὺς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου. Οὐχ ἧττον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας περιέλαβεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1883· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν περιέλαβε τουλάχιστον ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον. Διατί ἡ διάκρισις αὕτη; Διατί ἠθέλησε τοῦ ἑτέρου μὲν τῶν δανείων νὰ περιλάβῃ τὸ κεφάλαιον ἐν τῷ ἐτησίῳ προϋπολογισμῷ, τοῦ δὲ ἄλλου ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ἐν τοῖς ἐτησίοις προϋπολογισμοῖς μόνον τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεώλυτρον, ἀφίνων τὸ κεφάλαιον ἀκαταλόγιστον;
§5ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὸ ἄλλο δὲν περιέλαβον εἰς τὸ 1883, τὰ 12,000,000 περιέλαβον, ὅτε ὡμίλουν περὶ τοῦ 1882, ἀλλ’ ἔλεγον, ὅτι αἱ πιστώσεις αὗται πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῶν ἐξόδων τοῦ 1882.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀδιάφορον τὸ ἔτος. Ἐὰν ἤθελε περιληφθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῶν παρασκευῶν εἰς τὸ 1882, ἔπρεπε τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ 1883. Ἐννοεῖται, ὅτι ἂν τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου καὶ οὐχὶ ἡ ἐτησία δόσις περιελαμβάνετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 κατὰ τὴν ὑμετέραν θεωρίαν, ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ αὐτὴ ἀρχὴ πρὸς ἀμφότερα τὰ δάνεια, ὡς ἐπίσης, ἐὰν δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας, θὰ περιελαμβάνοντο μόνον τὰ ποσὰ τὰ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀμφοτέρων τῶν δανείων ἐν πᾶσι τοῖς προϋπολογισμοῖς. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποκρούω τοὺς ἀντιφατικοὺς ὑπολογισμούς, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1883 θὰ ἦναι ὀλιγώτεραι, ἢ ὅσον παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἢ ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ 1882 ὑπῆρξαν ὀλιγώτεραι, ἢ ὅσον παρέστησεν αὐτὰς ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας; Ἐγὼ δὲν ἔρχομαι ἐνταῦθα, ἵνα ἀποκρύψω τι· ἐγώ, καὶ ἐὰν τὴν κατάστασιν εὕρομεν δεινοτάτην, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ τὴν ἀποκρύψωμεν· οὐδὲ πάλιν ἂν ἡ κατάστασις ἦναι κατά τι πλέον εὐάρεστος, ἢ ὅσον ὑποτίθεται, ἐπιτρέπεται νὰ τὴν παραστήσωμεν δεινοτέραν τοῦ ὄντος, ἵνα δυνηθῶμεν οὕτω ν’ ἀποκτήσωμεν εὐκολώτερον τὰ αἰτούμενα. Δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τρόπων τοιούτων ἐπιτρέπεται νὰ διευθύνωνται αἱ Βουλαί. Αἱ Βουλαὶ πρέπει νὰ διευθύνωνται διὰ τῆς πειθοῦς καὶ διὰ τῆς ἀληθείας, καὶ ἄτοπον εἶναι νὰ προσπαθῶμεν, ὅπως διευκολύνωμεν τὴν ἀποδοχὴν τῶν ἰδεῶν ἡμῶν διὰ ψευδῶν δεδομένων. Τὰ διδόμενα πρέπει νὰ ἦναι τ’ ἀληθῆ, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ παρέχῃ διδόμενα ἀληθῆ, καὶ ἐπὶ τοιούτων δεδομένων στηριζόμενος, μακρὰν τοῦ ν’ ἀποκρούσω τὰ συμπεράσματα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, ἀποδέχομαι πληρέστατα αὐτά, ἀφοῦ ὅμως μεταβιβάσω εἰς τὸν σταθερὸν προϋπολογισμόν, ὅσα ὁ κ. βουλευτὴς ἐσφαλμένως ἀνέγραψεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883· θεωρῶ μάλιστα, ὅτι ἴσως ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τὰ βάρη εἶναι ὑπέρτερα ἢ ὅσον αὐτὸς ἀνέφερε. Καὶ ἰδού, κύριοι, ἀναφέρω μόνον τὰ κεφαλαιωδέστερα αὐτῶν: Ποῖα θὰ ἦναι τὰ πρόσθετα βάρη τοῦ σταθεροῦ προϋπολογισμοῦ; Θὰ ἔχωμεν πρῶτον τὰ βάρη ἐκ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τὴν ἄρσιν ταύτην πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς μέτρον ἀναπόφευκτον. Ἐὰν δὲν προέκειτο νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου τούτου, περιττὴ θὰ ἦτο καὶ ἡ ψήφισις τοῦ πλήρους ἰσοζυγίου· θὰ ἠδυνάμεθα ὡς πρὸς τοῦτο νὰ προβῶμεν μὲ βῆμα ὀλιγώτερον γοργόν. Τὸ δάνειον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ ἀρθῇ ἄνευ δανείου 75,000,000, ὅπερ, ὅσον δήποτε εὐθηνὰ καὶ ἂν ἀποκτηθῶσι τὰ χρήματα, δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Κράτος δι’ ἐτησίας πληρωμῆς πολλῷ μικροτέρας τῶν 5,500,000 ἢ 6,000,000. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, σήμερον νὰ σταματήσωμεν ἐν τῇ ὁδῷ τῆς προόδου, εἰς ἣν εἰσήλθομεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματοποιήσωμεν τὸν σιδηροδρομικὸν σύνδεσμον μετὰ τοῦ συμπλέγματος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, καὶ ἵνα πραγματοποιήσωμεν αὐτὸν, πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν τοὐλάχιστον τὸ βάρος τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν ἕως Λαρίσσης, πιθανώτατα δὲ πρέπει ν’ ἀναλάβωμεν καὶ τὸ βάρος τῆς ἐγγυήσεως διὰ τὴν γραμμὴν ἀπὸ Λαρίσσης ἕως Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ καὶ ἂν μόνον τὴν γραμμὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν ἕως Λαρίσσης ἀναδεχθῶμεν, ἰδοὺ ἀμέσως, κατὰ τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μειοδοσίας τῆς ἐνεργηθείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐτήσιον ποσὸν ἀνώτερον τῶν 3.000,000· παραλείπω δ’ ὅσα εἰς ταῦτα θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ προσθέσωμεν, ἐὰν τυχὸν ἀναλάβωμεν ὑποχρέωσιν ἐγγυήσεως καὶ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῆς γραμμῆς ταύτης καὶ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἔχομεν ἐψηφισμένον τὸ δάνειον τῶν παρασκευῶν, καὶ ἐκ τούτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883 ἔχομεν σημειωμένον μόνον ποσὸν μικρόν· ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ δάνειον τοῦτο θὰ πραγματοποιηθῇ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι, καὶ ἑπομένως ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ὁλόκληρα, ὅπως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπολογίσωμεν αὐτὰ ὁλόκληρα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1883. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἔχομεν δαπάνας πολλῷ μεγαλειτέρας, διότι θὰ ἔχωμεν στρατὸν ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ 29,500. Δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω ἐὰν ἦναι ἐπαρκὴς ὁ στρατὸς οὗτος· δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἤδη ἐὰν πρέπῃ νὰ παραδεχθῶμεν τὰς ἰδέας, ἃς ἀνέπτυξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἢ τὰς ἰδέας, ἃς ὁ αὐτὸς βουλευτὴς ἀνέπτυξε περὶ αὐξήσεως τῆς θητείας ἀπὸ 12 μηνῶν εἰς 20 μῆνας, ἢ τὰς ἰδέας, ἃς ἕτερος βουλευτὴς ἀνέπτυξε περὶ αὐξήσεως τῆς θητείας ἀπὸ 12 μηνῶν εἰς 3 ἔτη, μεταῤῥυθμίσεις, αἵτινες ἤθελον ἐπενέγκει αὔξησιν δαπάνης πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ παραδεχόμενος τοὺς ἀριθμοὺς, ὡς ὁ νῦν ὀργανισμὸς παρέχει αὐτοὺς καὶ παραδεχόμενος αὐτοὺς, ὡς εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων, εὑρίσκω διαφορὰν ἑκατομμυρίων, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων δὲν ἀναγράφομεν δαπάνην, εἰμὴ μόνον διὰ στρατὸν 22,500 ἀνδρῶν, ὅσον σήμερον ἔχομεν καὶ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν· ἐν προσεχεῖ ὅμως μέλλοντι θέλομεν ἔχει καὶ τὰς 29,500. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους τούτου δὲν ἀναγράφομεν ποσὸν δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ, ποσὸν ἀνερχόμενον ἴσως καὶ εἰς 3,000,000 ἐτησίως. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἴσως δὲν ἀναγραφῇ καὶ κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἀλλὰ κατόπιν τούτου θὰ ἀναγραφῇ, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, ὅτε ἐρχόμεθα νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει ταύτῃ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες εὑρίσκονται κατέναντι ἡμῶν, νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ στρατοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ στρατὸς σχεδὸν δὲν ἀπολαμβάνει τῆς ἀναγκαίας εἰς αὐτὸν τροφῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐξακολουθοῦσι σήμερον λαμβάνοντες τοὺς μισθοὺς, οἵτινες καθωρίσθησαν ὑπὲρ αὐτῶν κατὰ τὸ 1833. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐν σταθερῷ προϋπολογισμῷ, καίτοι δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐν προϋπολογισμῷ ἑνὸς ἔτους. Ἀλλὰ ποία ἐκ τούτων αὔξησις δαπάνης! Πάντα ταῦτα, κύριοι, φέρουσι τὰς προσθήκας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1883 εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐὰν μόνους τοὺς ἀριθμοὺς τούτους ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν, ἠθέλομεν θεωρήσει, ὅτι αἱ δυσχέρειαι εἶναι ὑπέρτεραι τῶν δυνάμεων τοῦ Τόπου· ἀλλ’ εὐτυχῶς δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀριθμῶν τούτων ἔχουσι καὶ τὰ ἀντίῤῥοπα. Ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπάγεται δαπάνην πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἐπάγεται καὶ αὔξησιν εἰσπράξεων σπουδαίαν. Ἡ ὕπαρξις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας σήμερον φέρει ζημίαν καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ εἰς τὸ Κράτος. Φέρει ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τῶν ποσῶν, ἅτινα ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ διὰ τὴν μετατροπὴν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἰς μέταλλον, φέρει δὲ μεγίστην ζημίαν εἰς τὸ Κράτος, ἥτις καὶ αὕτη ἀντανακλᾷ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ τῆς δυσχερείας, ἣν ἐπάγεται εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ φέρει καὶ ἑτέραν ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅτι αἱ εἰσπράξεις πᾶσαι γίνονται σήμερον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, εἰς νόμισμα ὑποτιμημένον κατὰ 15%. Γίνονται μὲν καὶ πληρωμαὶ εἰς ὑποτιμημένον νόμισμα, ἀλλ’ αἱ πληρωμαὶ αὗται εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν εἰσπράξεων τῶν γινομένων εἰς ὑποτιμημένον νόμισμα. Αἱ εἰσπράξεις σχεδὸν πᾶσαι, τουτέστιν αἱ εἰσπράξεις αἱ μὴ γινόμεναι διὰ ποσοστῶν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ αἵτινες εἶναι ὀλίγισται, σήμερον καταβάλλονται διὰ τραπεζικῶν γραμματίων, ὥστε ἐπὶ 70,000,000 ἂν ὑπολογίσητε τὴν διαφορὰν τῶν 15%, βλέπετε ἀμέσως ὁποῖον ἔχομεν ἀντίῤῥοπον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ζημίαν, ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν μισθῶν καί τινων ἄλλων δαπανῶν, διὰ μετάλλου ἀντὶ τραπεζικῶν γραμματίων. Ὑπάρχει καὶ μετὰ τὴν ζημίαν ταύτην διαφορὰ εἰς ὄφελος τοῦ ταμείου σπουδαία, ὑπάρχει δὲ προσέτι καὶ αὐτὴ ἡ διαφορὰ, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ γιγνομένη διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ γραμματίου εἰς μέταλλον ἐν τῇ πληρωμῇ τῶν ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι ἀπώλεια διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι ὠφέλεια, διότι πληρώνει ἐκείνους, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν αὐτὸ καὶ οἵτινες ἔχουσι δι’ ἀξίωμα ν’ ἀπαιτῶσι τὴν τοιαύτην αὔξησιν, ἡ δὲ αὔξησις, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τοῦ τρόπου τούτου εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων, θὰ καταστήσῃ ἐφικτὸν, ὅπως μὴ προτείνωμεν αὔξησιν ὅσην ἠθέλομεν ἄλλως εἶσθαι ἠναγκασμένοι νὰ προτείνωμεν εἰς τοὺς κανονικοὺς τῶν ὑπαλλήλων μισθούς; Εἰς τὸν σιδηρόδρομον τῆς Λαμίας ἐπίσης ὑπελόγισα ὡς δαπάνην πᾶσαν τὴν ἐγγύησιν τῶν 3,000,000, ἢ καὶ πλέον, ἐὰν θέλωμεν προεκτείνει τὴν γραμμήν· ἀλλ’ ἐὰν ὄχι ἀμέσως κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος, βεβαίως ὅμως θὰ ὑπάρξῃ εἰσόδημα κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη καὶ πιθανόν—ὅταν μάλιστα, ὡς ἔχομεν πολλοὺς λόγους, ἵνα ἐλπίζωμεν, ὁ σιδηρόδρομος οὗτος συνδεθῇ διὰ τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ συμπλέγματος—νὰ μὴ παρέχῃ καὶ οὐδὲν βάρος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Οὕτως ἀναθεωροῦντες τὰς ὑποχρεώσεις καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐτησίαν κανονικὴν προσαύξησιν τῆς ἐκ τῶν φόρων προσόδου, εἰς ἣν ἔκτακτον ἔντασιν θέλουσι δώσει αὐτὰ ταῦτα τὰ μέτρα τὰ ἐπαγόμενα τὰς ὑποχρεώσεις, βλέπομεν ὅτι αἱ δυσχέρειαι εἶναι μὲν μεγάλαι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀνυπέρβλητοι. Δὲν πρέπει ὅμως, ἐξετάζοντες ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν μελλουσῶν ὑποχρεώσεων τὸν ἐνεστῶτα προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ πραγματοποιοῦντες ἐν αὐτῷ προσωρινάς τινας οἰκονομίας, εἰκονικὰς δὲ, τὸ πλεῖστον, ὡς θέλω ἀποδείξει, νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐπράξαμέν τι διὰ τὸν σταθερὸν προϋπολογισμόν, διότι καὶ τὸ εἰκονικὸν τῶν οἰκονομιῶν τούτων ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἀπ’ αὐτῶν σπουδαιότητα, ἀλλά, καὶ ἂν ἦσαν σπουδαῖαι, πάλιν ἤθελον εἶσθαι ἀνεπαρκεῖς, ἵνα ἀπαλλάξωσι τὸ ἔθνος ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν, πάλιν θὰ ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς δυσχερείας ἐκείνας, αἵτινες δὲν καταφαίνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, εἶναι ὅμως βέβαιον ὅτι θ’ ἀναφανῶσιν ἐν τῷ σταθερῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὁμιλῶν καὶ αὐτὸς ἐν ὀνόματι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνεγνώρισεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ὅπως ληφθῇ τις πρόνοια περὶ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες παρουσιάζονται καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλ’ ἐνῷ παρέστησε τὰς δυσχερείας ταύτας δι’ ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν ἀνωτέρας ὡς πρός τινα τῶν πραγματικῶν, ἐνῷ ἀνεγνώρισεν, ὅτι αἱ δαπάναι θὰ ἦσαν ὁπωσδήποτε ὑπέρτεραι τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1883, ὕστερον, προκειμένου περὶ τῆς ἀνευρέσεως τῶν μέσων, δι’ ὧν ἤθελεν ἀναπληρωθῆ τὸ κενὸν, ὅπερ οὕτω παρουσιάζεται μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν δαπανῶν τῶν ὑρισταμένων, παρεδέχθη, ὅτι αἱ προτεινόμεναι οἰκονομίαι παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀφαιρούμεναι ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883, λαμβανομένου ὡς βάσεως, οἷος παρ’ ἡμῶν εἰσήχθη καὶ οὐχὶ οἷος παρ’ αὐτοῦ ἐξωγκώθη, παρέχουσι τὸ μέτρον, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὰ τῶν ἐσόδων. Ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς θέλων νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν παρίστα τὰς ἀνάγκας ὑπερβολικὰς, ὕστερον, θέλων νὰ ὑπερτιμήσῃ τὰ ἐκ τῶν προτεινομένων οἰκονομιῶν ἐπιτυγχανόμενα ἀποτελέσματα, ἐθεώρησεν, ὅτι ἀληθὴς προϋπολογισμὸς διὰ τὸ 1883 εἶναι ὁ ἡμέτερος, καὶ ὅτι, πραγματοποιουμένων ἐν αὐτῷ τῶν ἐλαττώσεων, δὲν ἀπαιτεῖται πρόνοια τῆς Βουλῆς, εἰμὴ περὶ ποσοῦ προσθέτου ἐσόδου ἐξ 7,000,000 δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, περὶ οὗ πρόκειται νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Βουλή, δὲν εἶναι 7,000,000, εἶναι πολλῷ ὑπέρτερον· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας καὶ οἱ ὁμοφρονοῦντες αὐτῷ ἐθεώρησαν ὁπωσδήποτε, ὅτι περὶ 7,000,000 πρόκειτο, τί πρότειναν, ὅπως πληρώσωσι τὸ κενὸν; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εὐθὺς ὡς ἔφθασεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ ἑνὸς μόνου ἐσκέπτετο, πῶς ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν εὐθύνην. Πᾶσα ἡ ὁμιλία του ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου δὲν ἀφώρα εἰμὴ εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὸς οὐδεμίαν πλέον ἔχει εὐθύνην ἐπὶ τοῖς γιγνομένοις. Ὑπάρχει, ἔλεγε, κενὸν 7,000,000, ψηφίσατε ἑπομένως τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ψηφίσατέ τα γινώσκοντες, ὅτι ἐγὼ τὰ ἀποκρούω· θὰ ἔρχωμαι εἰς τὴν Βουλὴν μόνον καὶ μόνον, ἵνα γίνηται ἀπαρτία· ἀλλὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἠρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ λεχθῇ, ὅτι συνετέλεσα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ λαοῦ· ἐπιφυλάττομαι ἐν τῇ περιτροπῇ τῶν πραγμάτων, ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἐξουσίαν, νὰ διαχειρισθῶ τὰ ποσὰ, ἅτινα ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιψηφίσῃ, ἀλλὰ θ’ ἀφήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν τὴν δυσχέρειαν τῆς διεξαγωγῆς τῶν μέτρων τούτων· θ’ ἀφήσω εἰς αὐτὴν πᾶσαν τὴν εὐθύνην, θ’ ἀφήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἀπολογίαν ἐνώπιον τοῦ ἔθνους διὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν, τὴν ὠφέλειαν μόνον θὰ ἀπολαύσω ἐγώ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς εὐθύνης εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, ἅπερ ἐν τῇ Βουλῇ δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἐὰν Βουλὴ τις ὀρθῶς ἐκτιμᾷ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ βαίνωμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν, πεποιθότες, ὅτι πάντα θέλουσι διεξαχθῆ καλῶς· ἀλλὰ κίνδυνος ὑπάρχει ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ὅταν βλέπωμεν τὴν ἑτέραν τῶν μερίδων τῶν λειτουργουσῶν ἐν τῇ Βουλῇ, θεωροῦσαν, ὅτι αὕτη ἐργάζεται ἄνευ οὐδεμιᾶς εὐθύνης καὶ ὅτι ἡ εὐθύνη πᾶσα ἀνήκει εἰς τὴν ἑτέραν. Αὕτη ἡ ἰδέα, ἣν ἠκούσαμεν οὕτως ἀφελῶς ἐκφραζομένην ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλλίας, εἶναι ἡ ἐξήγησις ἁπάντων τῶν ἐκρύθμων φαινομένων, ἅτινα παρουσιάζονται κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠσθάνετο, ὅτι ἔχει ἴσην τὴν εὐθύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἤθελεν ἐργάζεσθαι διὰ τρόπου, ὥστε νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς· δὲν ἤθελε νομίζει, ὅτι αἴρει θρίαμβον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε κατορθοῖ ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἐν Ἑλλάδι. Ἡ εὐθύνη δύναται νὰ ἦναι ἀλλαχοῦ διὰ τὸν ἕνα, καὶ ἀλλαχοῦ διὰ τὸν ἄλλον· ἀλλ’ ἐν τῷ μέτρῳ τῆς εὐθύνης ἑκάστου τὸ καθῆκον εἶναι ἴσον, καὶ ἐκεῖνος, ὅστις παραλείπει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ τοῦ βουλευτικοῦ, φέρει ἴσην τὴν εὐθύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ παραλείψει τοῦ καθήκοντος αὐτῆς τοῦ κυβερνητικοῦ, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἀναγνωρίζων, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ πρϋπολογισμῷ κενὸν, μηδὲν δὲ πράττων, ἵνα πληρωθῇ τὸ κενὸν καὶ λέγων, ὅτι ἀνήκει τοῦτο εἰς μόνην τὴν Κυβέρνησιν, ὑποδεικνύων, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καταστρεπτικὰ διὰ τὸν Τόπον, μηδὲν δὲ πράττων, ἵνα ἐμποδίσῃ τὴν τοιαύτην καταστροφὴν, ἐκεῖνος ὁ βουλευτὴς εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει ὑπῆρξεν, ἢ θὰ ὑπάρξῃ, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἶναι προωρισμένος νὰ μείνῃ, θέλει εἶσθαι πάντοτε ἐπιβλαβὴς εἰς τὸν Τόπον (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§9ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις, ἀναγνωρίσασα τὸ μέγεθος τῆς ἀνάγκης, προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ μέτρα, δι’ ὧν τὴν ἀνάγκην ταύτην δυνάμεθα νὰ ἱκανοποιήσωμεν. Τὰ προτεινόμενα μέτρα εἶναι βεβαίως δυσάρεστα εἰς τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν ἐθεωρήσαμεν ποτὲ, ὅτι εἶναι ἔργον πολιτευτοῦ τὸ ἀρέσκειν εἰς τὸν λαόν. Χθὲς ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συμβουλὰς διδομένας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ πολιτευθῇ, ἵνα ἀρέσκῃ εἰς τὸν δῆμον. Μᾶς εἶπον χθὲς, διατὶ ἀφοῦ δημοτικῶς ἐπολιτεύθητε ὡς πρὸς τὰ τοῦ στρατοῦ, ἐλαττώσαντες τὴν θητείαν, διατὶ δὲν ἐξηκολουθήσατε τὸ ἔργον; Διατὶ δὲν προσεπαθήσατε νὰ γείνητε ἔτι μᾶλλον δημοτικοί, παραδεχόμενοι τὰς συνεπείας τοῦ πρώτου ὑμῶν μέτρου; Καὶ ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ βουλευτὴς, ὁ οὕτως ὁμιλῶν περὶ τῶν καθηκόντων Κυβερνήσεως; Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε προτείνει οἱονδήποτε μέτρον, ὅπως ἀρέσῃ εἰς τὸν λαὸν, εἶναι Κυβέρνησις ἀξία νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Τὰ μέτρα ἐξετάζονται καθ’ ἑαυτά· ἐὰν ἀρέσκωσι, τοῦτο εἶναι ἀγαθὸν, διότι τὸ μέτρον τὸ ἀρέσκον δύναται καὶ εὐκολώτερον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ νὰ σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἐντυπώσεων ἐκ τοῦ μέτρου σχετικῶς πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς θέσιν, εἶναι πρᾶγμα ἀσύγγνωστον, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων. Ὑποθέτων οἱοσδήποτε βουλευτὴς, φίλος ἢ ἐχθρὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέτεινε τὸ μέτρον περὶ θητείας, προέτεινε τὸ μέτρον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἵνα συστήσῃ ἑαυτὴν εἰς τὸν λαὸν, ἀποδεικνύει ὅτι λίαν ταπεινὴν ἰδέαν ἔχει περὶ τῶν δυναμένων νὰ καθέξωσι τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Βεβαίως, ὅτε προετείναμεν καὶ τὸ μέτρον τῆς μονοετοῦς θητείας καὶ τὸ μέτρον τῆς ἀντικαταστάσεως τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὑπελογίζομεν ἐν τοῖς ὅροις τῆς ἐπιτυχίας τῶν μέτρων τούτων, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἀσπαστὰ παρὰ τῷ λαῷ, ἀλλ’ οὐδέποτε οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπηρεάσθημεν ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης, ἵνα προτείνωμεν τὰ μέτρα, καὶ ὅ,τι ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐσκέφθημεν περὶ τῆς ἰδίας ἡμῶν θέσεως σχετικῶς πρὸς αὐτὰ, εἶναι τὰ ἄλλα μέτρα, ἅτινα ταὐτοχρόνως ἢ ὀλίγῳ κατόπιν προετείναμεν ἢ ἐφηρμόσαμεν. Ἡμεῖς, οἱ προτείναντες τὸ μέτρον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ τὸ μέτρον περὶ μονοετοῦς θητείας, δὲν εἴμεθα οἱ αὐτοὶ, οἵτινες ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπεβάλομεν εἰς τὸ Ἔθνος τὸ ἐπαχθέστατον ἐκεῖνο βάρος, τὴν ἐπιστράτευσιν; Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ διανείμωμεν τὴν εὐθύνην μετ’ οὐδενός· ᾐσθάνθημεν, ὅτι ἔχομεν καθῆκον, ἐγινώσκομεν, ὅτι ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τούτου ἠδύνατο νὰ ᾖναι προσωπικὴ ἡμῶν καταστροφὴ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλ’ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ ἰδέα αὕτη ἐπηρέασε τὰς σκέψεις ἡμῶν. Προέβημεν εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, ἅτινα, κατὰ τὰς κατόπιν ἐκλογὰς, ἀπετέλουν τὸ κυριώτερον κεφάλαιον τῶν νῦν ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει καθημένων καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ οὐδαμῶς ἐσκέφθημεν περὶ τῶν συνεπειῶν. Καὶ σήμερον, κύριοι, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, ἅτινα πάντα εἶναι, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν, δυσάρεστα εἰς τὸν λαόν, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον εἴμεθα ὑπερήφανοι, ὅτι τὰ ὑπεβάλομεν, διότι ἐξεύρομεν ὅτι ὁ λαός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλομεν αὐτὰ, δύναται πρὸς στιγμὴν νὰ δυσαρεστηθῇ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, θέλει ἀποδώσει εἰς ἡμᾶς τὴν τιμὴν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τοὺς ἐκπληροῦντας ἀφιλοκερδῶς τὸ καθῆκόν των· (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Τὰ μέτρα πάντα, ἅτινα συνεζητήσαμεν ἐφέτος, ἀπέδειξαν διόλου, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑπουργοί, οἵτινες σκεπτόμεθα περὶ τῆς δημοτικότητος ἡμῶν; Ἐνῶ ἐξεύρομεν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας ἔχομεν δημοτικὰς ἐκλογὰς, ἐν τούτοις ἀπέναντι τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, περὶ ὧν τοσοῦτος γίνεται λόγος, διότι τοσαύτη γίνεται σκέψις ἐπὶ τῶν ἑδωλίων τούτων, (δεικνύει πρὸς ἀριστερὰ) οὐδὲν ὑπεβάλομεν μέτρον, ὅπερ νὰ μὴ συντελῇ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀκαταπαύστως ἠκούσαμεν ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι τὰ πάντα πράττει ἡ Κυβέρνησις χάριν τῆς Ἐξουσίας· καὶ ἐξετάσατε τὰ μέτρα, ἅτινα ὑπεβάλομεν, καὶ εὕρετε ἓν ἐκ τῶν σπουδαίων μέτρων ἡμῶν, ὅπερ νὰ μὴ μᾶς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς Ἐξουσίας, ὅπερ οὐ μόνον παρούσας δυσχερείας ἐν τῇ Βουλῇ νὰ μὴ φέρῃ εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ μελλούσας παρὰ τοῖς ἐκλογεῦσιν ἡμῶν νὰ μὴ παρασκευάζῃ. Εἰς Κυβέρνησιν ἄρα οὕτω πολιτευομένην τολμῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες τρέπονται τὴν ἀντίθετον ὁδὸν, νὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὴν μομφὴν τῆς συναλλαγῆς; Ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὴν μομφὴν ταύτην θαυμάζω, ἀκούων τὴν λέξιν προφερομένην παρὰ τῶν βουλευτῶν, οἵτινες μετήλλαξαν θέσιν καὶ εὑρίσκονται σήμερον ἐν ταῖς τάξεσι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εὑρισκόμενοι πρότερον μεθ’ ἡμῶν· διότι, κύριοι, τίς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ κυριώτερος λόγος, δι’ ὃν εὑρίσκονται οὗτοι ἐκεῖ, εἶναι ἡ συναλλαγή, οὐχὶ συναλλαγὴ ἐκτελεσθεῖσα, ἀλλὰ συναλλαγὴ μὴ ἐκτελεσθεῖσα (εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν).
§11ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, τὸν λόγον.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης οὐ μόνον μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς ἀπεχώρησεν ἀπὸ τῶν τάξεων τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ πρόγραμμα περὶ συναλλαγῆς ἀνέπτυξεν. Εἶναι δὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἔμπειρος περὶ τὰ τῆς συναλλαγῆς, διότι δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἀλλάσσει θέσιν ἕνεκα αὐτῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἤλλαξε θέσιν καὶ ὑπὸ ἄλλο πολιτικὸν κόμμα, κόμμα, τὸ ὁποῖον πάντες σεβόμεθα καὶ εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν τῆς συναλλαγῆς. Τὸ πρόγραμμα δὲ, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς, ἦτο ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ὀφείλει πᾶς βουλευτὴς ν’ ἀποκρούσῃ παντὶ σθένει. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἀνέγραψεν ὡς ἀρχὴν, ὅτι ἡ συναλλαγὴ εἶναι ἀναγκαία, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ βουλευτοῦ εἰς τὰ καθέκαστα τῆς Διοικήσεως δύνανται ν’ ἀποσοβηθῶσιν αἱ ἐπιδράσεις αἱ ἄλλοθεν, ὅτι τοιουτοτρόπως γίνεται ἡ κατανομὴ τῶν ἀγαθῶν τῆς Ἐξουσίας εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅτι τοιουτοτρόπως ἐπιτυγχάνεται, ὅπως πᾶς πολίτης Ἕλλην μετέχῃ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν τοιαύτας θεωρίας παρεδεχόμεθα, τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ μακρόν· τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ ἦτο διηνεκὴς κατάχρησις, διότι ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀναγράφει ὡς κανόνα ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλο ἢ νόσημα. Ἡμεῖς, κύριοι, ἀνέκαθεν ἀνεγνωρίσαμεν τὴν συναλλαγὴν ὡς κατάχρησιν, καὶ ὁσάκις ἤλθομεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, πάντοτε ἐφροντίσαμεν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ περιορισμοῦ τοῦ κακοῦ, διότι εἶναι κατάχρησις, ἥτις ἔγκειται ἐν τῷ συστήματι τῷ κοινοβουλευτικῷ, εἶναι παράσιτον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τὸ παράσιτον τοῦτο πρέπει διὰ νομοθετικῶν μέτρων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκριζώσωμεν. Ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου νομοθετικὰ μέτρα, ἅτινα προετείναμεν, διατί δὲν ἠδυνήθησαν πλειότερον νὰ ἐπιτύχωσιν ἢ ὅσον ἐπέτυχον; διότι ὑμεῖς, κύριοι, (δεικνύων ἀριστερᾷ) ἀπεκρούσατε αὐτὰ πάντοτε εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, διότι δὲν ἐπέτυχε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος ἦτο παρὼν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ γινώσκει, ὅτι ἐκεῖνα μόνον τὰ μέτρα ἐψηφίσθησαν, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις. Εὐθὺς ὡς ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις, εἴχομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν, διότι μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, εὐθὺς ὡς ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις, νὰ μεταβαίνωμεν εἰς ἕτερον νομοσχέδιον· παρετηρήθη δὲ, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἠγγέλλετο νομοσχέδιον περὶ προσόντων, ἠκούοντο διαμαρτυρίαι παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν διευθυνόντων αὐτὴν καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐξαναγκάζουσαι τὴν Βουλήν, ἵνα μεταβῇ εἰς ἄλλα νομοσχέδια. Ἐὰν δὲ, ὡς ἤδη λέγετε, ἠθέλετε τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων ἐκείνων, ἦτο εὔκολον νὰ τὴν ἐπιτύχητε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἀλλὰ καὶ εὐκολώτερον νῦν. Παραδεχόμεθα δὲ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων καὶ αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν τὸ θελήσητε Καὶ ἐν τούτοις ἀποτολμᾶτε νὰ ἐπιῤῥίπτητε εἰς ἡμᾶς τὴν εὐθύνην τῆς ἀποτυχίας τῶν προταθέντων παρ’ ἡμῶν μέτρων κατὰ τῆς συναλλαγῆς! Ἡ συναλλαγὴ ἦτο ἡ μορφή, ἥτις ἐπεῤῥίφθη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ λεπτομερειῶν οὐδεὶς ἐποιήσατο λόγον. Περὶ πραγμάτων, ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, οὐδεμία ἐγένετο μνεία, μόνον γενικαὶ ἐκφράσεις περὶ συναλλαγῆς ἠκούσθησαν παρ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ συναλλαγὴ ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν ὡς θεσμός. Ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν συναλλαγὴν καὶ ἰδίως ἐπιζητεῖ τὴν ψήφισιν τῶν καταλλήλων νομοθετικῶν μέτρων, πρὸς κατάργησιν αὐτῆς ἀνυπέρθετον ἢ πρὸς περιορισμὸν ἐν τῷ Πολιτεύματι ἡμῶν. Καὶ λέγω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν τῷ ὄντι σπουδάζῃ, ἂς συμπράξῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, προθύμου, ἵνα ἀναβάλῃ καὶ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων.
§14ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Κατὰ προτίμησιν νὰ ψηφισθῶσι.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ λέγετε ὑμεῖς, ἀλλ’ οὐδένα θὰ ἔχωμεν ὑποστηρικτὴν ἐκ τῶν πλησίον ὑμῶν καθημένων.
§16ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἔχητε.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἡ συναλλαγὴ ἔχει καὶ τὰς ἐκδηλώσεις αὑτῆς, ἔχει καὶ τ’ ἀποτελέσματα αὑτῆς, καὶ ἡ ἀρίστη ἐκδήλωσις αὐτῆς εἶναι ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς. Καὶ ἐφέρομεν τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ 1882, καὶ πρῶτον ἤδη, ὡς παρετήρησεν ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρῶτον ἤδη παρουσιάσθη διαχείρισις, ἥτις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχει σπουδαῖα περισσεύματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲν φέρει ἐκτάκτους πιστώσεις. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπε: τί πρὸς τοῦτο; ἐν τοῖς ἀπολογισμοῖς δὲν ἐξετάζονται μόνον τὰ περισσεύματα, ἀλλὰ καὶ αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐκτάκτους πιστώσεις πόσας φέρομεν καὶ κατὰ πόσον ἀνώτερα εἶναι τὰ περισσεύματα τῶν προσδοκωμένων; Καὶ ἀνέφερε τὸ ἔτος 1876, τὸ τελευταῖον ἔτος πρὸ τῆς περιόδου τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, αἵτινες ἐπέβαλον τὰς μεγάλας δαπάνας εἰς τὸ Κράτος, καὶ εἶπεν, ὅτι ἰδίως κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὑπῆρχον περισσεύματα. Ἀλλὰ πόσαι ἐζητήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις; Πόσαι ἐγένοντο δαπάναι ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς ψηφισθεῖσαι κατόπιν; Ἰδοὺ οἱ πίνακες ἀπὸ τοῦ ἔτους 1876. Κατὰ τὸ ἔτος 1876 ἐλήφθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις 2,434,000, κατὰ τὸ 1877, 1,888,000, κατὰ τὸ 1878, 2,753,000, κατὰ τὸ 1879, 3,436,000, καὶ ἐκ τοῦ δανείου διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας 1,500,000, τὸ ὅλον 4,936,000. Κατὰ τὸ 1880 ἐλήφθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις μέγισται. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐγένετο προσθήκη μεγάλων δαπανῶν, ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ, ἐφ’ ὅσον ἀνάγονται εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται αἱ ἔκτακτοι ὡς ἀναπόδραστοι· ἀλλ’ ὑπῆρχον πᾶσαι αἱ πιστώσεις τοιαύτης φύσεως; Αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις κατὰ τὸ 1880 ἀνέρχονται εἰς 57,826,000. Κατὰ τὸ 1881 ἀνέρχονται εἰς 15,809,000. Ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀνέφερε τὰ 20,000,000 τοῦ περισσεύματος ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 124 ἑκατομμυρίων, ὡς σπουδαίαν οἰκονομίαν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὰ μὲν περισσεύματα ἀνήκουσιν εἰς τὰς πιστώσεις τὰς προωρισμένας εἰς τὰς παρασκευὰς, πιστώσεις ἀνερχομένας εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, αἱ δὲ ἔκτακτοι πιστώσεις δὲν ἀφορῶσιν ὅλαι εἰς ἔξοδα συντελοῦντα πρὸς τὰς παρασκευάς. Ἐὰν εἰς τοιοῦτον ἀφώρων σκοπὸν, ἠδυνάμην νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ τὰ ἔξοδα ταῦτα, διότι ἡ ἀνάγκη τὰ ἐπέβαλλεν· ἀλλ’ ἰδοὺ τί ἀναγινώσκω ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων: 25 χιλ. δραχμ. συνδρομὴ θεάτρου, 12 χιλ. δρ. βοηθήματα ἰδιαίτερα, 30 χιλ. δραχμ. γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας (περὶ τῶν ὁποίων σήμερον τοσαύτην δεικνύει δυσπιστίαν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ) πλὴν ταύτης καὶ ἑτέρα πάλιν πίστωσις διὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας 30,924, ἔκτακτος κίνησις ἀστυνομικῶν ὀργάνων 738 δραχμῶν, βοηθήματα ἰδιαίτερα 32 χιλ. δραχμάς. Μετὰ τοιαύτας δαπάνας δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων γενομένας, ἔρχεσθε ν’ ἀντιπαραταχθῆτε καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι τὴν αὐτὴν οἰκονομίαν παρουσιάζουσιν οἱ παρελθόντες ἀπολογισμοὶ, ὅπως ὁ τοῦ 1882; Ἡμεῖς ὁποίας ὑπεβάλομεν ἐκτάκτους πιστώσεις; ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, διότι δὲν ἤρκεσεν ἡ πίστωσις τῶν ἐξ Ἀλεξανδρείας προσφύγων, καὶ τινας διὰ τὴν ἐνσκήψασαν ἀσθένειαν τῆς εὐλογίας, καὶ τὸ ποσὸν ὅλον δὲν φθάνει, οὐδὲ μέχρι τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν. Τουτέστι δὲν ἐδαπανήσαμεν δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ ἐν τούτοις ἐπραγματοποιήσαμεν ἐπὶ τῶν κανονικῶν πιστώσεων οἰκονομίαν, μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύουσιν οἱ ζητήσαντες τοιαύτας ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκονομιῶν τῶν προταθεισῶν παρά τινων μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· διότι ναὶ μὲν ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται ἀποκρούονται καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἀλλ’ ἀφοῦ πομπωδῶς ἐξετυλίχθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρέπει τὸ κοινὸν νὰ μάθῃ ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀλήθεια ἐν αὐταῖς ἢ ἐὰν ἦναι φενάκη. Ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ θέματι τούτῳ ὡμίλησε μετὰ μετριοπαθείας, ἥτις ἐπιβάλλει καὶ εἰς ἐμὲ τὸ αὐτὸ καθῆκον· ἀλλὰ προσέτι μοὶ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ ἡ οὐσία τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων, διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας, ὁμιλῶν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπερήσπισε πάντα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπολεμήθησαν ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἰδίως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας, ἐθεώρησεν, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ὡς ὀργανισμὸν προσωρινὸν, καὶ τὴν Σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἠκούσατε πολεμηθεῖσαν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας βουλευτὴς, ὡς μέτρον ἀπαραίτητον διὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ· καὶ Σχολὴν τῶν ἀξιωματικῶν ἐσύστησεν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἤδη καταγίνεται, ὡς καὶ μέτρα ὑπὲρ τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἴτε τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς ἐξερχομένων, εἴτε τῶν μὴ ἐξερχομένων ἐκ τῆς Σχολῆς· προέτεινε μέτρα ὑπὲρ αὐτῶν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας βουλευτὴς, ὁποῖα διαγράφονται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον περὶ τούτου ἡμεῖς ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ὁπλιτῶν ἐπρότεινεν ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὴν εἰς τὰ ὅπλα ἐξάσκησιν τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων. Ἰδοὺ τὸ στρατιωτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ στρατιωτικὸν τοῦτο πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας.
§18ΚΟΡΠΑΣ. Ἐκ πεποιθήσεως.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, τὸ ἀποδεικνύει καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ὑποστηρίζετε. Τοιαῦτα προέτεινε καὶ προέβαλεν ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ καὶ, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν του τούτων, δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸς τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν χωροφυλάκων· ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὁ νῦν ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ κατὰ 1300 ἄνδρας. Ἐθεώρησε μάλιστα, ὅτι καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ αὔξησις, καὶ ἀνέφερε καὶ τοὺς λόγους. Ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνῶ, διότι γινώσκω τι τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι δὲν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Κέας, ἐξ ὅσων εἶπεν, τουτέστιν ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὐδὲ τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀναγεγραμμένον ἔν τε τῷ ὀργανισμῷ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐνῷ ἔχομεν ἀναγεγραμμένον καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 5,000, δὲν ἔχομεν σήμερον πράγματι εἰμὴ τέσσαρας χιλιάδας καὶ διακοσίους πεντήκοντα, διότι δὲν παρουσιάζονται οἱ καταταχθησόμενοι· ἑπομένως δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμον τὸ προτεινόμενον μέτρον, τοὐλάχιστον ἄνευ ἄλλων τινῶν ἐπιβοηθητικῶν μέτρων, ἤτοι τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας. Ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν ἄλλων ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ εἶναι μέτρον ἐπιβαλλόμενον. Ηὐξήσαμεν καὶ πέρυσι τὴν μισθοδοσίαν τῶν χωροφυλάκων, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας. Ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνεπαρκὴς ἡ αὔξησις, καίτοι δὲν ἦτο ἀσήμαντος. Ἀλλ’ ἐξετάζων τὴν ἰδέαν ταύτην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ τί εὑρίσκω; αὔξησιν δαπάνης διὰ τὸ ἔτος 1883, διότι εἶπεν, ὅτι ταῦτα προτείνει διὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ τὰ θεωρεῖ πραγματοποιήσιμα, τὴν δὲ αὔξησιν προτεινομένην παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§20ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὡς ἀτομικήν του γνώμην καὶ οὐχὶ ὡς γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰ εἶπεν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ὁποῖαι μεταβολαὶ δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐν τῇ γνώμῃ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἕως οὗ πληροφορηθῶ περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων εἰς τὴν ἀρχικὴν γνώμην καὶ περὶ τῶν μεταβαλόντων γνώμην, ἔχω δήλωσιν τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ, καθ’ ἣν ἔχουσι τ’ ἀναπτυχθέντα κῦρος κοινῆς ἀποφάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως· κατόπιν ἐῤῥέθη, ὅτι δὲν ἔχουσι κῦρος, ὡς ἀποφάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς γνῶμαι τῶν συνελθόντων· δύναμαι ὅμως νὰ φρονῶ, ὅτι ἔχουσι κῦρος ἀπέναντι τούτων τὰ ῥηθέντα εἰς ἀνάπτυξιν τοῦ παρ’ αὐτῶν προαναγγελθέντος προγράμματος. Ὁ κύριος Κόρπας ἀνηγγέλθη ὡς εἰσηγητὴς τῶν ἀποφάσεων τῶν συνελθόντων ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Πατρῶν παρέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡς εἰσηγητὴν ὡς πρὸς ἄλλα ὑπουργεῖα, καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ἀμφοτέρους περιορισθέντας ἐντὸς τῶν χαραχθέντων αὐτοῖς ὁρίων. Εἴδομεν τὸν κ. βουλευτὴν ἐκ Χαλκίδος ἀναπτύξαντα τὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, πάντας δὲ ἔχοντας ὡς βάσιν τοὺς ἀποφασισθέντας ἀριθμοὺς τοὺς καὶ προαναγγελθέντας μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ λεπτοῦ· διότι γνωρίζετε, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος δὲν παραλείπει οὐδὲ τὸ λεπτόν. Ὥστε ἐν τῇ ἀναπτύξει ταύτῃ, ἥτις ἐγένετο τῶν προαναγγελθέντων ἀριθμῶν, τῶν ἀναγομένων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκομεν τί ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ἀνέφερεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι εἶναι 1,879,341 δραχμῶν, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας......
§22ΚΟΡΠΑΣ. 800,000.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα θέλω σᾶς εἴπει πῶς ἔγειναν 800,000. Ἔγειναν 800,000 κατόπιν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἀγορεύοντες ἠκούσατε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ὁποίας ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ, ἥτις σᾶς χαρακτηρίζει, ἀπεδέχθητε. Εὐθὺς ὡς σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἕνεκα τῆς μὴ κατατάξεως ἁπάντων τῶν ἀνδρῶν ἔχει πραγματοποιηθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀπηντήσατε, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐγινώσκετε, δὲν ἠθέλατε προτείνει τὴν ἐλάττωσιν.
§24ΚΟΡΠΑΣ. Διὰ τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.......
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Κόρπας προέτεινε διαγραφὴν ποσοῦ τινος· ὅτε ὅμως τῷ εἴπομεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις, ἣν προτείνει, ἐπραγματοποιήθη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀπήντησεν, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐγίνωσκε, δὲν ἤθελε τὴν προτείνει ἐκ δευτέρου. Ἀλλὰ, συνάμα μετὰ τῆς ἐλαττώσεως, προέτεινεν ὁ κύριος Κόρπας αὔξησιν ἑτέρας πιστώσεως, ἤτοι τῆς τοῦ μισθοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἀκριβῶς μέχρι τοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἀφώρα ἡ ἐλάττωσις· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἐκείνη ὑπῆρχεν ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἐκ δευτέρου, ἕπεται, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας, προτείνας αὔξησιν δαπάνης διὰ τὴν χωροφυλακὴν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ συμψηφίσῃ αὐτὴν, ὡς προσεδόκα, πρὸς ἑτέραν ἐλάττωσιν, ζητεῖ προσθήκην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ διὰ τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς ἀναγκαίου ποσοῦ. Ἀλλὰ πλὴν τῆς αὐξήσεως ταύτης, προέτεινε καὶ ἄλλος αὐξήσεις ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας βουλευτής· εἶπεν, ὅτι θέλει καὶ αὔξησιν τῆς θητείας· εἶπεν, ὅτι εὑρισκόμενος ἐν Γαλλίᾳ συνδιελέχθη μετά τινος ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ τοῦ ἔθνους ἐκείνου, ὅστις τῷ ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν, ὅτι καθιερώθη θητεία ἐν Ἑλλάδι δώδεκα μόνον μηνῶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσι θητείαν πενταετῆ καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν πολιτευομένων δὲν παραδέχονται ἐλάττωσιν αὐτῆς, οὐδὲ εἰς τρία ἔτη, ὅπως τινὲς ἤρξαντο ἐπιδιώκοντες. Ὁ πολιτευτὴς ἄρα ἐκεῖνος βεβαίως οὐδόλως ἤθελεν ἱκανοποιηθῆ ἐκ τῶν προτάσεων τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας. Φρονῶν, ὅτι ἀπαιτοῦνται πέντε ἔτη, ὅπως ἐξασκηθῇ ὁ στρατὸς καὶ ὅτι ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ τριετὴς θητεία, οὐδεμίαν σημασίαν θ’ ἀπέδιδεν εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς θητείας τῶν δώδεκα μηνῶν καὶ τῶν 20 μηνῶν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ ἔντιμος ἐκ Κέας βουλευτής. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ, καίτοι εἶναι ἀσήμαντος, καίτοι εἰς οὐδὲν θὰ συνετέλει πρὸς ἐξευμένισιν τῆς γνώμης τοῦ Γάλλου πολιτευτοῦ, θὰ προσέθετεν ὅμως σπουδαίαν αὔξησιν δαπάνης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ δὲν λέγω εἰς τὸν τοῦ 1883, διότι ὑποθέτω, ὅτι δὲν προτείνει τὴν δαπάνην διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ σταθεροῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔχει μεγίστην σημασίαν ἡ ἰδέα αὕτη ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐρχομένη. Ἡ προσθήκη ὀκτὼ μηνῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μεθ’ ὑποχρεωτικῆς ἁπάντων κατατάξεως ποίαν δαπάνην ἐπάγεται; ἐὰν ὑπολογίσωμεν αὐτὴν εἰς τρία ἑκατομμύρια, δὲν κινδυνεύομεν νὰ εὑρεθῶμεν μακρὰν τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ἠκούσθη καὶ ἄλλη θεωρία ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἦναι κοινὴ καὶ πρὸς τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἂν τὴν θεωρίαν ταύτην παραδέχεται τὸ συμβούλιον τῶν ὁμοτίμων, τὸ ὁποῖον ἀπεφάνθη περὶ τῶν ἐπενεκτέων οἰκονομιῶν· δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὁ ἐξενεγκὼν τὴν θεωρίαν ἀνῆκεν εἰς τὸ συμβούλιον, ἀλλ’ ἠξεύρω, ὅτι μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προέτεινε τὴν αὔξησιν τῆς θητείας ἀπὸ ἑνὸς ἔτους εἰς τρία ἔτη. Αὕτη δὲ ἡ αὔξησις τῆς θητείας εἰς τρία ἔτη ποῖα ἔχει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀποτελέσματα εἰς ἀριθμόν; Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἀριθμ. ἐκτιμῶντες τὴν αὔξησιν, νὰ τὴν ὑπολογίσωμεν εἰς ὀλιγώτερον τῶν 7 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος. Ὥστε μέχρι τοῦδε ὅ,τι ἠκούσαμεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀφορῶν εἰς πραγματικὰς μεταβολὰς τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἐπάγεται αὔξησιν δαπανῶν. Τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν εὑρίσκομεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ προταθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τῳόντι αἱ δαπάναι αὗται αἱ αὐξανόμεναι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν; Πῶς δυνάμεθα, ἐὰν τῳόντι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν, ἦναι ἐκείνη, ἣν διέγραψε χθὲς ὁ κ. βουλευτὴς ὁ προτείνας τὴν τριετῆ θητείαν, ἐὰν ἡ πολιτικὴ θὰ ἦναι ἐκείνη, πῶς δυνάμεθα νὰ μὴ παραδεχθῶμεν καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ θὰ τελεσφορήσῃ; Ἐὰν τοιαύτην σημασίαν ἔχει ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τὸν προυπολογισμόν, διατί δὲν ὡμίλησαν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος; Ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ περὶ Προϋπολογισμοῦ συζητήσει ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωσι περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀκολουθήσῃ, ἵνα ἀποδειχθῇ, ὁποῖον θὰ ἦναι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τὸ ἀντίστοιχον τοῦ πολιτικοῦ. Ἄνευ προγράμματος, λίαν ἀναγκαίου πρὸς διαφώτισιν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς, προτείνονται μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, μεταῤῥυθμίσεις δὲ ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον, ἐνῷ αἱ ἰδέαι πᾶσαι, ἐφ’ ὅσον ἀνεπτύχθησαν ἰδέαι, ἐκφράζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀριθμῶν προσθήκης. Ἄς ἐξετάσωμεν δ’ ἤδη τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς προταθέντας παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας εἰς ἐλάττωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἐν αὐτοῖς ὑπόστασις. Δὲν λέγω, ἂν ἦναι ἀποδεκταὶ ἢ οὔ, ὠφέλιμοι ἢ ἐπιζήμιοι, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἢ δὲν ὑπάρχωσιν, ἐὰν ἦναι οἰκονομίαι, αἵτινες καὶ ἐν τοῖς πράγμασι θέλουσιν ἀποτελέσει ἐλάττωσιν δαπάνης, ὅπως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀποτελοῦσιν ἐλάττωσιν ἀριθμῶν. Ἔχομεν λοιπὸν 200,000 δραχμῶν ἐν τῷ Κεφαλαίῳ βʹ. διὰ προμήθειαν ἱματισμοῦ. Ἡ ἀκριβὴς δαπάνη, ἥτις ὤφειλε ν’ ἀναγραφῇ δι’ ἱματισμὸν τοῦ στρατοῦ ἦτο 2,500,000. Ἡμεῖς δὲν ἀνεγράψαμεν 2,500,000, ἀλλ’ ἀνεγράψαμεν μόνον 200,000 δραχμῶν, διότι αἱ ἀποθῆκαι εἶναι πλήρεις· τοῦτο δὲ παρεκίνησε καὶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Κέας νὰ μᾶς εἴπῃ: διαγράψατε καὶ τὰς 200,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ ταύτας διαγράψωμεν, πῶς θέλει ἐνδυθῆ ἡ χωροφυλακή; διότι τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἔχει ἰδιαιτέραν ἐνδυμασίαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἱματισμὸν τοῦ πεζικοῦ· οὐδ’ ἀμπέχονα ἔχομεν τοῦ μηχανικοῦ, τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τῶν ἱππέων ἐν γένει· ὥστε ἐὰν προέκειτο λογιστικῶς νὰ ἐνδύσωμεν τὸν στρατὸν, τὰ πράγματα θὰ εἶχον καλῶς, ἀλλ’ ὅτε τὰ ἐνδύματα εἶναι ὅλα τοῦ πεζικοῦ, πῶς μὲ τὴν ἐνδυμασίαν τοῦ πεζικοῦ θὰ ἐνδύσωμεν τὴν χωροφυλακήν; Ὅτε τὰ ἐνδύματα εἶναι τοῦ πεζικοῦ, πῶς θὰ ἐνδύσωμεν τὸ ἱππικόν; Ποίαν πρόνοιαν θέλομεν λάβει περὶ τῶν δερματίνων περισκελίδων τοῦ ἱππικοῦ, περὶ τῶν ἐνδυμάτων τῶν μαθητῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου, περὶ τῶν ὑποδημάτων τῶν ἱππέων καὶ τῶν πυροβολητῶν, περὶ ἀμφιμασχαλίων καὶ περὶ τόσων ἄλλων λίαν ἀναγκαίων, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει προμήθεια; Ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρὶν ἢ ὑποβάλῃ πρότασιν, ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσῃ ποῖος ἱματισμὸς ὑπάρχει καὶ ποῖος ἐλλείπει. Τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, ζητήσασα τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἧς ἐπληροφορήθη, ὅτι ἀπαιτοῦνται 200,000 δραχμῶν διὰ τὸν ἐλλείποντα ἱματισμὸν, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν ἀνέγραψεν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις λέγει: διαγράψατέ το. Ὑπάρχει τι σπουδαῖον ἐν τοιαύτῃ οἰκονομίᾳ, ἢ μήπως, ἐὰν διαγράψωμεν τὸ ποσὸν, θέλουσι μείνει οἱ χωροφύλακες ἄνευ ἐνδυμάτων ἢ θέλουσι μείνει οἱ ἱππεῖς καὶ οἱ πυροβοληταὶ ἄνευ ὑποδήσεως; Βεβαίως αἱ δαπάναι θέλουσι γείνει, εἴτε ἐγγραφῇ τὸ ποσὸν, εἴτε μὴ, καὶ θέλουσι γείνει τοιαῦται, ὁποῖαι ἀνεγράφησαν. Ὡμίλησε κατόπιν ὁ κ. εἰσηγητὴς περὶ τῶν κενῶν θέσεων καὶ ὑπελόγισε τὰς ἐκ κενῶν θέσεων οἰκονομίας εἰς 900,000 δραχμῶν· ἀλλ’ ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν αὐτὰς εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον. Ἡμεῖς ὑπελογίσαμεν, ὅτι τὸ ὅλον τῶν ἐπενεκτέων ἐλαττώσεων διὰ τὰ παρουσιαζόμενα κενὰ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως ἀνέρχονται εἰς 1,906,000 δραχμῶν, καὶ ταύτας ἐξεπέσαμεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀντὶ τῶν ἐννεακοσίων χιλιάδων, ὧν τὴν ἔκπτωσιν προτείνει ὁ εἰσηγητής· ἑπομένως ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ τούτου ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπάγεται αὔξησιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἐπὶ τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος. Ἐν τῷ Κεφαλ. 10 (ἀναγινώσκω ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κέας) ἄρθρῳ 6 «δι’ ἀντικατάστασιν εἰδῶν σαγῆς» ἄρθρῳ 7 «δι’ ἐξάρτησιν» ἄρθρῳ 8 «δι’ ἀντικατάστασιν μουσικῶν ὀργάνων» καὶ ἄρθρῳ 9 «δι’ ἀντικατάστασιν καὶ συντήρησιν πυροσβεστικῶν ἐργαλείων» δυνάμεθα ν’ ἀπαλείψωμεν ἐν συνόλῳ δραχμὰς 40,000». Πόθεν ἀναπληροῦται τὸ ποσὸν τοῦτο; Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ ἐγένετο ἐλάττωσις 253,500 ἐπὶ τῶν τροφῶν δι’ ἐνδεχομένας μεταβολάς· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν προτεινομένων δὲν χωρεῖ ἐλάττωσις, διότι πρόκειται περὶ ἐπισκευῶν κυρίως, καὶ ἡ ὑπηρεσία ἀνέγραψε τὰ ποσὰ ὡς μόλις ἐπαρκοῦντα. Πῶς συμπεραίνετε ὑμεῖς, ὅτι ὑπερβαίνουσι τὴν ἀνάγκην; Προέβητε εἰς ἐξέτασιν πραγματικὴν, κατόπιν τῆς ὁποίας προτείνετε τὴν ἐλάττωσιν; Ὅτι δὲν προέβητε εἰς ἐξέτασιν, ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι, προτείνοντες τὰς οἰκονομίας, ὑποθέτετε τὰς δαπάνας ἀναγομένας εἰς ἄλλους σκοποὺς ἢ τοὺς πραγματικούς. Οὕτως ἐν τῷ Κεφαλ. ΙΘʹ προτείνετε, ὅπως ἀπαλειφθῶσιν αἱ 48,600 δραχμαὶ δι’ ἀντιμισθίαν ἰδιωτικῶν ἰατρῶν κλπ. παρατηροῦντες, ὅτι καὶ ἰατρικῶν εἶναι πλήρη τὰ φαρμακεῖα καὶ πίστωσις δι’ ἀντιμισθίαν Εὐρωπαίων κτηνιάτρων σημειοῦται ἐν τοῖς τάγμασι τοῦ πυροβολικοῦ. Ἀλλ’ ἡ πίστωσις αὕτη δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν, περὶ ὧν ἐλήφθη πρόνοια ἐν τοῖς οἰκείοις κεφαλαίοις, καὶ τῶν κτηνιάτρων, ὧν οἱ μισθοὶ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀλλαχοῦ, ἀλλ’ ἀνεγράφη, διότι ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν δὲν εἶναι πάντοτε ἐπαρκὴς καὶ μάλιστα ὅταν τινὲς αὐτῶν ἀσθενῶσιν ἢ ἀπουσιάζωσιν ἐν ἀδείᾳ. Πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ἐλλείψεως ὅταν εἰς θέσιν τινὰ ἰατροῦ ἢ φαρμακοποιοῦ στρατιωτικοῦ παρουσιάζηται κενὸν, καὶ δὲν ὑπάρχῃ διαθέσιμον πρόσωπον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διορίσωμεν καὶ πρέπει νὰ διορίσωμεν πολιτικοὺς ἀναπληρωτάς· τὰ δὲ διὰ τοὺς ξένους κτηνιάτρους ἀναγραφόμενα ἀφορῶσιν εἰς ὁδοιπορικὰ καὶ εἰς ἀποζημίωσιν ἱματισμοῦ κατὰ τὰς συμφωνίας. Ἄν ἄρα εἶναι πλήρεις φαρμάκων αἱ ἀποθῆκαι, τοῦτο οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως, ὡς ὑπέθεσαν οἱ συνελθόντες ἐν συμβουλίῳ. «Ἐν τῷ Κεφ. 22 δυνάμεθα νὰ ἀπαλείψωμεν τὸ ἥμισυ τῆς ἐκ δραχμῶν 500,000 πιστώσεως διὰ χρηματικὰς ἀμοιβὰς ἐθελοντῶν, ἀφοῦ τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχουσιν». Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ τούτῳ δὲν πρόκειται κυρίως περὶ χρηματικῶν ἀμοιβῶν τῶν ἐθελοντῶν· πρόκειται περὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα εἰς χρηματικὴν ἀμοιβὴν ὑπαξιωματικῶν καὶ λοιπῶν ὁπλιτῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, πρὶν ἢ ἐγγράψῃ τὸ ποσὸν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἔλαβεν ἀκριβεστάτην σημείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐχόντων δικαίωμα εἰς τὴν ἀμοιβήν. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην, ἣν φέρω ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἧς δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὰς λεπτομερείας, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ, τὸ ἄθροισμα τῶν ὁπλιτῶν, οἵτινες πρόκειται νὰ λάβωσι τὴν ἀμοιβήν, εἶναι 4,783· ἀπολαμβάνουσιν οὗτοι ἀμοιβῆς, ἥτις παραλλάσσει μεταξὺ ὀκτὼ καὶ δεκαὲξ δραχμῶν· πρὸς δέκα ἄρα δραχμὰς ἂν ὑπολογίσητε τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀμοιβῆς, ἰδοὺ φθάνετε εἰς τὰ ποσὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τέλος προετάθη καὶ ἡ ἀπάλειψις τῆς ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐξ 150,000 δραχμῶν διὰ μετάκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας, ἀφοῦ ξένοι ἀξιωματικοὶ δὲν μετακαλοῦνται, διατί ἀναγράφετε τὴν πίστωσιν; Δὲν ἐπολέμησεν ὅμως τὴν δαπάνην καθ’ ἑαυτὴν, διότι θὰ ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ ἀξιωματικὸν ξένον ἐρχόμενον. Ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς· ἔχων δὲ τὴν ἐλπίδα ταύτην, δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀπάλειψιν τῆς πιστώσεως.
§27ΚΟΡΠΑΣ. Ἐγὼ τὸ δέχομαι.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπον περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν βλέπετε, νομίζω, ὅτι οὐδὲ λεπτοῦ τῆς δραχμῆς προτείνεται οἰκονομία· καὶ ἐν τούτοις παρεστάθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προτείνει οἰκονομίας ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἐννεακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κέας μετὰ τὰς σημειώσεις ταύτας, τὰς ὁποίας τῷ ἀνεκοίνωσα, παραδέχεται, ὅτι δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδεμία ἐκ τῶν παρ’ αὐτοῦ προτεινομένων οἰκονομιῶν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν προτείνονται οἰκονομίαι τίνες; Αἱ κυριώτεραι τῶν προτεινομένων οἰκονομιῶν ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν, εἰς ἐπισκευὰς καὶ εἰς ἐκκαθαρισμένας ὀφειλάς. Εὔχομαι νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ναυτῶν, τὸν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· διότι, ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ χθὲς ῥηθὲν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι προνοοῦντες περὶ ἀποκτήσεως στόλου, πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ ἐκγυμνάσεως ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι διαχειρισθῆ τὸν στόλον τοῦτον, θὰ ἐπράττομέν τι ὅλως ἀντιφατικὸν καὶ καταστρεπτικὸν, ἂν δὲν παρεδεχόμεθα τὴν πίστωσιν διὰ τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην προπαρασκευῆς, ἵνα δυνηθῶσι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ νέα ταῦτα μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ἄνευ τέχνης δὲν κινοῦνται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ναυτῶν, προτείνεται καὶ ἡ κατάργησις θέσεων ἀξιωματικῶν. Τὰς προτάσεις ταύτας ἔπρεπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ν’ ἀποτείνῃ εἰς ἑαυτὴν, ὅτε ἦτο συμπολίτευσις, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ δοθῶσιν οἱ βαθμοὶ, νὰ μὴ ὑπάρξωσιν οἱ βαθμοφόροι, ἵνα μὴ ἀναγράφωνται ἤδη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ σήμερον ἐξαλείφοντες αὐτοὺς ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ποῦ τοὺς ἀποστέλλετε; εἰς τὸν τάφον. Οἱ ἀξιωματικοὶ, ἐνόσῳ ζῶσιν, ἔχουσι δικαιώματα, τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ἀναγράφοντα, ἀναγράφεται δὲ μόνον ἡ δαπάνη τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καθέξωσιν. Ἠκούσαμεν δὲ τὸν μόνον ἀξιωματικὸν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐγίνετο ἡ ἀνάπτυξις τῶν οἰκονομιῶν τούτων, ἐγερθέντα ἐν ἀγανακτήσει ἐκ τῶν ἑδωλίων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ διαμαρτυρηθέντα. Ἐκτὸς τῶν δύω τούτων κεφαλαίων τῶν οἰκονομιῶν προετάθη, ὅπως, ἐνῷ κατασκευάζομεν νέα πλοῖα, μὴ ἐπισκευάζωμεν ἐπαρκῶς τὰ ὑπάρχοντα, μηδὲ προμηθεύωμεν ἐγκαίρως τὰ ἐφόδια καὶ τοὺς ἄνθρακας· καὶ ἄλλην τέλος οἰκονομίαν ἠκούσαμεν, τὴν μὴ πληρωμὴν ἀνεγνωρισμένου χρέους, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὀφείλωνται τ’ ἀναγραφόμενα. Ἂν δὲν ὀφείλωνται, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θέλουσι πληρωθῆ· ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πληρωθῶσιν, ἐὰν ὀφείλωνται; Καὶ εἰς τί συντελεῖ ἡ μὴ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅταν δὲν φέρητε ἀποδείξεις τοῦ ὅτι ἡ ἐγγραφὴ αὕτη γίνεται ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων δικαιολογητικῶν; οὐδὲν περὶ ἐλλείψεως τοιούτων δικαιολογητικῶν προσήχθη, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῇ, διότι ἐννοεῖται, ὅτι αἱ δαπάναι ἀναγράφονται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διεπούσας τὰς περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὀφειλῶν διατάξεις. Ἰδοὺ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν παρουσιάζει πραγματικὴν οἰκονομίαν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλω ἴσως νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἂς ἀναφέρω τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ὀλίγα. Ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ τοῦ Κεφαλαίου Αʹ, ὁ σύλλογος (κίνησις ἐν τῇ ἀριστερᾷ) εὗρε δαπάνην 5,000 δραχμῶν, ἥτις δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς ἄλλον Προϋπολογισμόν· ἐθεώρησε λοιπὸν ὅτι ἠδύνατο νὰ διαγράψῃ αὐτὴν ὡς σπατάλην. Ἀλλ’ ἂν ἐξήταζε τοὺς ἄλλους Προϋπολογισμούς, ἤθελεν εὕρει ὅτι δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων ἢ δι’ ἄρθρου ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσι περιελαμβάνετο ἡ δαπάνη· ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράψαμεν τὸ ποσὸν ἐνταῦθα, καὶ δὲν ἀφήσαμεν αὐτό, ὅπως τὸ ἀναγράψωσιν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ μεθεπιόντος ἔτους ἐν ταῖς κεκλεισμέναις χρήσεσιν, ὅπως βλέπομεν ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένον τὸ τοῦ ἔτους 1881.— «Ταχυδρομικὰ ἐκτὸς τοῦ Κράτους», προτείνεται ἐλάττωσις 10 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐνταῦθα ποιοῦνται λάθος. Πῶς δύνανται οἱ συνελθόντες βουλευταὶ νὰ γνωρίζωσι ποία θὰ ἦναι ἡ δαπάνη διὰ ταχυδρομικὰ καὶ τηλεγραφικά; Ἠγνόουν οἱ συνελθόντες, ὅτι τὰ ταχυδρομικὰ ὀλίγον ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον, διότι ὅσα πληρόνονται ἐνταῦθα ἀποδίδονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ὥστε ἀποτελοῦσι δαπάνην μόνον ἀναγραφομένην, οὐχὶ δὲ καὶ πραγματικήν· ὑπάρχει ὅμως καὶ μέρος τῆς δαπάνης ταύτης, ἥτις γίνεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου· ὑπάρχουσι καὶ τὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγόμενα τηλεγραφικὰ, ἀλλὰ ποίαν ἔχουσιν ἔνδειξιν οἱ προτείνοντες τὴν ἐλάττωσιν, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν πραγματοποιεῖται, ἐνῷ ἐν τῷ Κεφαλαίῳ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους σημειοῦται ποσὸν 3,227 νέων δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ὀφειλομένων τοῦ 1881; Θέλουσι νὰ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς προξενικῆς τὰ μέσα, ὅπως διεξαγάγῃ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένα αὐτῇ καθήκοντα; Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀναγραφομένῳ ποσῷ ὑπάρχουσι καὶ τὰ ταχυδρομικὰ τῶν δικογράφων, ἅτινα κατέβαλον οἱ διάδικοι.— «Ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως προξενικῶν ἀρχῶν» Οἱ συντάξαντες τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν δὲν προτείνουσι τὴν κατάργησιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ἀφίνουσι τὸν Ἐπιθεωρητὴν νὰ πληρόνηται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ τὸν ἐμποδίζουσι νὰ ἦναι χρήσιμος· λέγουσιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιοδεύῃ, δηλ. πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ τὸν μισθὸν ἄνευ ἐργασίας, ἐνῷ ἐν τῷ νόμῳ ἐλήφθη πρόνοια, ὅπως ὑποχρεωτικῶς περιοδεύῃ, διότι ἐφοβήθημεν ἀκριβῶς ταύτην τὴν κατάχρησιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν συναλλαγὴν, τὸ νὰ διορίζηταί τις Ἐπιθεωρητὴς καὶ νὰ μένῃ ἐν Ἀθήναις. —«Ἔξοδα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας». Προσδιορίζουσιν οἱ προτείναντες τὰς οἰκονομίας τὴν ἐτησίαν δαπάνην κατωτέραν τῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης. Καὶ ποῦ στηριζόμενοι προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν ταύτην; Συνέταξαν ὑπολογισμὸν τουλάχιστον τῆς δαπάνης, ἥτις ἤθελεν ἀπαιτηθῆ; τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διορισθῇ; Ἀπέδειξαν ὅτι ὑπῆρξέ τις πολυτέλεια τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ διορισμῷ τῶν προσώπων; Πᾶν ἄλλο θὰ δύνανται νὰ ἀποδείξωσιν ἢ τοῦτο οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους ἤθελον προσαγάγει· ἐὰν ἄρα πραγματοποιηθῇ ἡ οἰκονομία αὕτη, θέλομεν ἀφήσει ἀπραγματοποίητον διεθνῆ ὑποχρέωσιν καὶ διεξαγάγει ἀτελῶς ἔργον, εἰς οὗ τὴν αἰσίαν διεξαγωγὴν νέχονται σπουδαῖα τοῦ Δημοσίου συμφέροντα. Ἐξέφρασαν προσέτι ὡς πρὸς τὰς Πρεσβείας τὴν ἰδέαν τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν πρέσβεων ὑπὸ γραμματέων. Ἐννοῶ τοὺς λέγοντας, ὅτι αἱ Πρεσβεῖαι εἶναι πολυτέλεια εἰς Κράτη μικρά· καίτοι ἀποκρούω ὅλαις δυνάμεσι τὴν ἰδέαν ταύτην, ἥτις ὑποθέτει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, ἐννοῶ ὅμως τὸν ἔχοντα τὸ ἐναντίον φρόνημα· ἀλλ’ ὅταν τις ἀποδέχεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, καὶ ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετῇ αὐτὴν διὰ Πρεσβειῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίζῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως διορίζῃ εἰς αὐτὰς μόνον πρόσωπα, μὴ κεκτημένα ἔτι τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν; Δὲν εἶναι ἴσως ἀδύνατον μεταξὺ τῶν προσώπων τούτων νὰ ὑπάρχωσί τινα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῇ θέσει τοῦ γραμματέως νὰ ἔφθασαν ἤδη εἰς τὴν πλήρη ὡριμότητα, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦναι ἐξαίρεσις καί τι ὅλως τυχαῖον· δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ἐπὶ τοιαύτης βάσεως νὰ στηριχθῶσιν αἱ πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῶσιν αὗται ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις θὰ ἦναι κανών. Καὶ τέλος ἡ σπουδαιοτέρα οἰκονομία, ἥτις προτείνεται ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις κατὰ 250 χιλιάδας τῆς πιστώσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν ὑποστήριξιν ἐν τοῖς γράμμασι, τὴν ὑποστήριξιν ἐν τῷ ἐθνισμῷ δι’ εἰρηνικῶν μέσων. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι οἱ προτείνοντες τὴν ἐλάττωσιν ταύτην, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τῆς πιστώσεως, θὰ ἀποκρούσωσι πᾶσαν συζήτησιν καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶσι καθ’ ἑαυτῶν. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἐπιθεωρήσω ἐντεῦθεν μίαν πρὸς μίαν τὰς προταθείσας οἰκονομίας, καίτοι τὸ ἔπραξα δι’ ἐμαυτὸν καὶ ἔχω ὧδε πλήρεις σημειώσεις ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου· ἀλλ’ εἶναι ποσὰ 500 καὶ 1000 δραχμῶν, περὶ τῶν ὁποίων καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ἀληθεῖς καὶ ἀβλαβεῖς αἱ οἰκονομίαι, πάλιν ἐν συνόλῳ θέλομεν φθάσει εἰς ποσὸν ἀσήμαντον· οὐχ ἧττον ἐν τῇ σειρᾷ τῶν προτάσεων ἐπιθεωρῶ καὶ ἐκ τούτων τινάς. Ἐν τῷ Κεφαλαίῳ 1, ἄρθρῳ 1 ἔχομεν ἐλάττωσιν προτεινομένην 14,000 δραχ. ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἰς τὶ συνίσταται; εἰς τὸ ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐσημειώθη δαπάνη, ἥτις ἐν ἄλλοις Προϋπολογισμοῖς σημειοῦται ἐν ἄλλοις ἄρθροις· διεγράψαμεν αὐτὴν ἐξ ἄλλων ἄρθρων καὶ τὴν ἀνεγράψαμεν ἐδώ. Ὁ εἰσηγητὴς διαγράφει ἐνταῦθα τὴν πίστωσιν καὶ δὲν τὴν ἐπαναφέρει, ὅπου πρότερον ἀνεγράφετο, καὶ πραγματοποιεῖ οὕτω οἰκονομίαν χιλιάδων τινῶν· προσέτι ἐκ τῆς διαγραφῆς τριῶν κλητήρων, οἱ ὀκτὼ μένουσι πέντε· καὶ ἐν τούτοις ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὑπῆρξαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ ὁποῖα γινώσκουσιν, ὅτι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν τῶν τακτικῶν κλητήρων, ὑπηρετοῦσι καὶ κλητῆρες τῆς Ἀστυνομίας, καὶ ὅτι καὶ οὕτω ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περιλαμβάνει τέσσαρα τοὐλάχιστον ὑπουργεῖα, ὅπως ἐν ἄλλοις Κράτεσι διαῤῥυθμίζεται ἡ ὑπηρεσία αὕτη· ταῦτα δὲ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν ὡς ὑπουργοί, σήμερον ἐνίστανται κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ ποσοῦ τούτου, κανονικῶς γενομένης, προτιμῶντες, φαίνεται ὅπως μὴ γίνηται κανονικῶς· οἰκονομία ὅμως ὁπωσδήποτε δὲν ὑπάρχει. Ἡ γραφικὴ ὕλη, λέγουσιν ἐν ἑτέρῳ ἄρθρῳ, νὰ περιορισθῇ. Πῶς δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σπουδαίως συζητοῦντες βουλευταί, λέγοντες πόσος χάρτης χρειάζεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Ὅταν ἡ ὑπηρεσία παρουσιάζῃ ποσόν τι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐναντία ἀπόδειξις διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ διαγράψωμεν τὴν πίστωσιν· δὲν ὑπάρχει δὲ ἡ ἐναντία ἀπόδειξις. Ἂν εἶχον αὐτὴν οἱ προτείνοντες, ἂν φρονῶσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον σπαταλᾷ καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἂν ἔχωσι λόγον, ἵνα φρονῶσιν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ νῦν, ὅπως ἄλλα ὑπουργεῖα, ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἰδιαιτέρων βοηθημάτων, ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, ποιεῖται οὐχὶ τὴν νόμιμον χρῆσιν, διότι καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ὑλικὸν τῶν Γραφείων δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἂς τὸ εἴπωσιν· ἀλλὰ τότε ἡ πρότασις μεταποιεῖται εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Εἰς τὰ τῆς Ἀστυνομίας τῆς Θεσσαλίας ἠκούσαμεν πολλά, καὶ περὶ Ἀστυνομίας ἐν Θεσσαλίᾳ ἠδύνατο νὰ γείνῃ πολὺς λόγος ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν πεπραγμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐδόλως ἤθελον ἀποκρούσει τοιαύτην συζήτησιν· ἀλλ’ ὡς μέτρον οἰκονομίας ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δὲν χωρεῖ τοιαύτη πρότασις, διότι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ σημειοῦται ἡ πίστωσις αὕτη προσκαίρως καὶ πρὸς κατάργησιν· ἑπομένως καὶ ἂν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πάλιν τὸ ποσὸν θέλει μείνει ἀναγεγραμμένον ὡς ἔχει, διότι οἱ ἀστυνόμοι θέλουσι πληρωθῆ μέχρις ὅτου ἀντικατασταθῶσιν. Εἰς δὲ τὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας ἐρωτῶσιν οἱ ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως: ποία χρῆσις εἰδικὴ θέλει γίνει τοῦ ἄρθρου; Θὰ ἠνόουν, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπευθυνομένην εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία φέρει ἐκτάκτους πιστώσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ἥτις ἐν τῷ παρελθόντι οὕτω διεχειρίσθη τὴν πίστωσιν· ἀλλ’ ὅταν ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 1882 δεικνύει, ὅτι ἐκ τῶν ἀναγραφέντων, ἅτινα ἦσαν κατὰ τὸ τρίτον ὑπέρτερα τῶν νῦν ζητουμένων, δὲν ἐδαπανήθη τὸ ὅλον ποσὸν, οὐδὲ τὸ ποσὸν τὸ νῦν ζητούμενον, ἀλλὰ μόνον 15,652 ἐπὶ πιστώσεως 30,000, ἔρχεσθε νὰ ἐπιῤῥίψητε τοιουτοτρόπως ἀμφιβολίαν ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως; Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη ἐφέτος, εἶναι ἐλάχιστον, ὅπως ἦτο ἐλάχιστον καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναγραφῆ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, καί τοι ὑπέρτερον τοῦ νῦν σημειουμένου· ἀλλὰ πέρυσιν ἐγένετο οἰκονομία τοιαύτη, ὥστε ἐπείσθημεν, ὅτι δυνάμεθα καὶ ἔτι μᾶλλον νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσόν. Μετὰ τὴν τοιαύτην ἐλάττωσιν ποία παρατήρησις ἄλλη δύναται νὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, τούτου; Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου 3, ἄρθρ. 10 «διατήρησις καταδίκων» ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας παρέστησεν, ὅτι ἐνταῦθα ἐσημειώθη ἐν τῷ ὑποβληθέντι Προϋπολογισμῷ ἐλάττωσις, ἥτις δὲν εἶναι οἰκονομία. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ γινώσκῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐστηρίχθημεν ἐπὶ παρῳχημένου προϋπολογισμοῦ· ἐσημειώσαμεν τὰς δαπάνας τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἀλλ’ ἐπὶ ἀπολογισμοῦ· καὶ ἀφοῦ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ παρελθόντος ἔτους τοιοῦτον μᾶς ὑποδεικνύουσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ, πῶς δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ σημειώσωμεν κατώτερον ποσόν; Ἀφαιρεῖ προσέτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῶν φυλακῶν Αἰγίνης καὶ Ἰθάκης. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς θὰ διοικηθῶσιν αὗται αἱ φυλακαὶ ἄνευ τῶν ἐξόδων τούτων.
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐναντίον.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον «προμήθεια καὶ ἀποστολὴ ἐκλογικῶν εἰδῶν» ἐλαττόνουσι 80 χιλ. δραχμῶν, καὶ ἐλαττόνουσιν αὐτὰς, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 δὲν περιέλαβε τὴν πίστωσιν. Ἀφοῦ δὲν ἐγένοντο ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1880, βεβαίως δὲν περιελήφθη τοιαύτη πίστωσις· ἤδη γίνονται δημοτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ τὴν περιλαμβάνομεν· τὴν περιλαμβάνομεν δὲ ἐπὶ τῇ βάσει ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς παρουσίασεν ἡ ὑπηρεσία· ἐδικαιούμεθα ἴσως νὰ στείλωμεν ὀλιγώτερα σφαιρίδια καὶ ὀλιγωτέρας κάλπας τῶν κατὰ τόπους ζητουμένων· ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, νομίζω, εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι πλειότερα σφαιρίδια καὶ κάλπαι καὶ ἔπρεπε αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ νὰ συμπληρώσωσι τὰ ἀπωλεσθέντα. Πολλὰ ἴσως πρέπει νὰ ἐκτελῶσιν αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ, ἅτινα δὲν ἐκπληροῦται· ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως τοῦ Δημοσίου, ἵνα προνοήσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· πληροφορηθεῖσα δὲ ἡ Διοίκησις, ὅτι τοσαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, ἀνέγραψε τὸ ποσόν. Ἀλλ’ ἄρα ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι δαπάνη, ἥτις δὲν ἔχει τὸ ἀντίῤῥοπον αὐτῆς; ἐνῷ σημειοῦμεν 180,000 ὡς ἔξοδα, ἐσημειώσαμεν 422,000 ὡς ἔσοδον. Εἶπεν εἷς τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀποτελοῦσι δημοτικὴν δαπάνην, διότι δὲν ἔλαβε κἂν τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἵνα ἴδῃ, ὅτι ἔπαυσαν ταῦτα ὄντα δημοτικὴ δαπάνη, καὶ ὅτι εἶναι σήμερον δαπάνη τοῦ δημοσίου, ὅτι τὸ Δημόσιον κατ’ ἀποκοπὴν λαμβάνει παρὰ τῶν ὑποψηφίων τὰ τέλη καὶ ὀφείλει νὰ τοῖς προσφέρῃ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη. Ἂν δὲ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας ταύτας, τὰς ἄλλας, ἃς ἐπάγεται ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐκλογῆς, τουτέστι τὴν ἀποστολὴν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, πάλιν μένει κέρδος ἐκ τῆς ἀπολήψεως τῶν τελῶν. Ἡ πίστωσις, ἡ ἀφορῶσα εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ἰατροὺς, ἀποκόπτεται· καὶ λέγουσιν, ἀποκόπτεται, διότι ἐδῶ ἔγκειται ἡ συναλλαγὴ, ἐπὶ τέλους συνελήφθη αὕτη ἐπ’ αὐτοφώρῳ· ἀλλὰ συνελήφθη ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν μαστίζει τὴν χώραν ἡ εὐλογία. Λέγουσιν οἱ κ.κ. βουλευταί, εἰς τί θέλουσιν ὠφελήσει οἱ ἐπαρχιακοὶ ἰατροί; Ἀλλὰ ποῖος θὰ προνοήσῃ περὶ τῆς προφυλάξεως κατὰ τῆς ἐπιδημίας; Θέλει προνοήσει ὁ Ἔφορος ἢ ὁ Ταμίας; Εἶδον πολλάκις τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις τὰ πάντα ζητεῖ νὰ ῥίψῃ εἰς εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου βουλευτὰς ἀντιπολιτευομένους ἐπικρίνοντας τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἔχει ἁπανταχοῦ δαμάλειον ὕλην, διότι, ἐὰν παρουσιάζηται αἴφνης ἡ ἀσθένεια ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, βραδύνει ἐπί τινας ἡμέρας ἡ ἀποστολὴ προσφάτου δαμαλείου ὕλης. Καὶ πῶς ταῦτα δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, ἂν δὲν προσδιορίσωμεν ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν εὐθύνην νὰ προνοήσωσιν περὶ αὐτῶν; Τὰ τῶν ἐπαρχιακῶν δὲ ἰατρῶν εἶναί τι νέον, ὅπερ τώρα ἐπινοεῖται; Ἡ Ἀντιβασιλεία τοῦ 1833 ἐθεώρησε τοὺς ἐπαρχιακοὺς ἰατροὺς ἀναγκαίους· ἡμεῖς σήμερον μετὰ παρέλευσιν ἡμίσεος αἰῶνος νομίζομεν, ὅτι δὲν ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν ταύτην ὑπὲρ τῆς ὑγείας τοῦ λαοῦ! Εἰς τὸ ἄρθρον περὶ ἰατρῶν τῶν δημοσίων λουτρῶν, ἐκεῖ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ὑπῆρξε λίαν δριμύς. Ἐθεώρησεν, ὅτι δύναται ν’ ἀποδείξῃ ἐκεῖ τοὺς νῦν ὑπουργοὺς ἀντιφάσκοντας, διότι ἄλλοτε ἐζήτησαν νὰ διαγράψωσι τὴν πίστωσιν. Ἀλλὰ σήμερον τὴν ἐγγράφουσιν, ἵνα δείξωσιν μόνον, ὅτι εἶναι κατηργημένη, διότι ἐν ἄρθρῳ 8 διὰ τὸ 1883 ζητοῦμεν μηδὲν, τοῦτο τὸ 0 διαγράφει καὶ καταλογίζει οἰκονομίαν 4800 δραχμῶν (ἱλαρότης). Δὲν εὗρον χάριν ἐνώπιον τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας οὐδὲ αἱ 360 δραχμαὶ πρὸς διατήρησιν τῶν ἐν ταῖς Μοναῖς περιθαλπομένων φρενοβλαβῶν. Συνέπεσεν ἔν τισι Μοναῖς, κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν ἔθιμον, νὰ......
§31ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον, ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἄλλοτε προέτεινε μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, θὰ ἐζήτει νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ νῦν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἦτο εὐφυΐα αὕτη πολλὴ λεπτή, καὶ οὐδὲν παράδοξον, ὅτι μᾶς διέφυγεν ἡ ἔννοια αὐτῆς. — Διὰ συντήρησιν κλπ. τῶν δημοσίων λουτρῶν ἔχομεν ἀναγεγραμμένας 50,000, ὁ δὲ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήσαμεν τὴν πίστωσιν ταύτην ἀναγκαίαν, εἶναι, ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ἑταιρίαι ἢ μᾶλλον συνεταιρισμοὶ προσώπων προσπαθοῦσιν, ἐπὶ προφάσει πολυετοῦς ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων λουτρῶν, νὰ καταλάβωσι τὰς γαίας καὶ τὴν νομὴν τῶν ὑδάτων. Σήμερον τὰ λουτρὰ τῆς Κυλλήνης π. χ. εἶναι ἐλεύθερα· τὰ ὕδατα, ἅτινα ἔχουσι πολλὴν ἰαματικὴν δύναμιν, ἀποταμιεύονται παρὰ τῶν φαρμακοποιῶν καὶ πωλοῦνται ἐνταῦθα εἰς τιμὰς, αἵτινες ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς δαπάνας τῆς συλλογῆς, τῆς μετακομίσεως καὶ τῆς ἐναποθηκεύσεως. Ἀλλ’ οἱ ζητοῦντες τὰ λουτρὰ ταῦτα ἐπὶ προφάσει, ὅτι θέλουσιν οἰκοδομήσει καταστήματα καὶ εὐτρεπίσει τὰ τῶν ὑδάτων, ζητοῦσιν, ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἀποκλειστικῶς μόνοι νὰ πωλῶσι τὰ ὕδατα, καὶ νὰ ἔχωσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν νομὴν αὐτῶν, ἀποκλείοντες πάντα ἄλλον· ἐνῷ δὲ τὸ Δημόσιον δαπανᾷ πλεῖστα εἰς δικαστικὰ ἔξοδα, ἵνα ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν λουτρῶν, διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ τὰ λουτρὰ περιερχόμενα πάλιν εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας, ἄνευ ὠφελείας τῆς κοινωνίας. Καὶ δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν ἐπὶ πολὺ νὰ ἀποκρούωμεν ἐπιτυχῶς τὰς τοιαύτας προτάσεις, ἂν δὲν ἀποδεικνύωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θέλει προνοήσει περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑδάτων. Διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης, ἀλληλοδιαδόχως διατεθειμένης ὑπὲρ τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων τῆς χώρας, θέλομεν δυνηθῆ νὰ καταστήσωμεν αὐτὰ προσιτὰ εἰς τοὺς χρῄζοντας θεραπείας. Ἐὰν παρασταθῇ ἑταιρία ἀνάλογος πρὸς τὸ ἔργον, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἀποκρούσῃ αὐτὴν ἀλλ’ αἱ προτάσεις, αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι, ὑπῆρξαν πάντοτε εὐτελεῖς· προσφέρονται νὰ δαπανήσωσιν ἐντὸς περιόδου 3 ἢ 4 ἐτῶν 40,000 ἢ 50,000 δραχμῶν καὶ ἀντὶ τούτων ζητοῦσι παραχώρησιν ἀποκλειστικοῦ προνομίου 30 ἢ 50 ἐτῶν. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἑταιρία, ἥτις νὰ ἀναλάβῃ τὸν εὐπρεπισμὸν τῶν λουτρῶν, δαπανῶσα εἰς τὸ κατάστημα ἓν ἢ δύω ἑκατομμύρια, δυνάμεθα τότε νὰ προέλθωμεν εἰς συνομολόγησιν συμβάσεως μετ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν τοιαύτας προτάσεις, ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ προνοῶμεν περὶ τῶν ὑδάτων τούτων· καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ καταχωρισθῇ πίστωσίς τις ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Εἰς τὸ Δενδροκομεῖον ἐπίσης ἐζητήθη ἐλάττωσις τῶν ἡμερομισθίων καὶ ἀπάλειψις τῆς δαπάνης διὰ τὸν ξένον δενδροκόμον. Ὑπέρ ποτε σήμερον εἶναι ἀναγκαῖον τὸ δενδροκομεῖον, διότι ὡς ἐκ τῆς φυλλοξήρας εἶναι ἀποκεκλεισμένη ἡ χώρα ἡμῶν ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς δένδρων καὶ φυτῶν. Ἔπρεπε λοιπὸν ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστωσις αὕτη, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο ὠφελίμως· πρότασις δὲ περὶ ἐλαττώσεως τῆς δαπάνης ἀποδεικνύει ἀτελῆ ἐκτίμησιν τῆς μεγάλης ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ τὸ κατάστημα. Ἡ δὲ ἰδέα, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν ἐνταῦθα νὰ εὕρωμεν δενδροκόμον, καὶ ὅτι εἶναι ἄχρηστος ὁ ἔξωθεν ἐρχόμενος, ἀποδεικνύει, ὅτι ἀγνοοῦσιν οἱ προτείναντες τὰ τοῦ Δενδροκομείου καὶ δὲν γνωρίζουσιν, ὁποία ἐπῆλθεν ὠφέλεια ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ ἴσως θεωροῦσι καὶ τοῦτο συναλλαγὴν, καὶ ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ἐπιζητοῦμεν κομματικήν τινα ὠφέλειαν διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ προσώπου τούτου. Οἱ καταμεμφόμενοι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ διορισμοῖς ἐπὶ συναλλαγῇ, πῶς συμβιβάζουσι τοῦτο, μὲ τὴν ἐπίσης παρ’ αὐτῶν γενομένην κατάκρισιν ἐπὶ τῇ μετακλήσει προσώπων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν δαπανῶν εἰς τοὺς εὐτελεῖς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους φαντάζονται οἱ τοιαῦτα λέγοντες, ἤθελε καλεῖ πρόσωπα ἔξωθεν καταλαμβάνοντα τὰς θέσεις τῶν ἐγχωρίων; Ἤθελε προκαλεῖ τοιαύτας δυσαρεσκείας, ἐνῷ, τἀναντία πράττουσα, θὰ εἶχε εὐρὺ τὸ στάδιον τῆς συναλλαγῆς; Ἀλλὰ πρέπει τὰ πάντα νὰ κατακρίνωμεν· καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἔξωθεν ἐπιστήμης καὶ πείρας, καὶ ταύτην κατακρίνομεν, μόνον καὶ μόνον διότι προέρχεται ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, ἀφαιροῦνται 5,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ στατιστικαὶ πληροφορίαι εἶναι διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ κυριώτερον μέσον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτῆς, τοῦ ἐλέγχου. Ζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἵνα ἀφαιρέσωμεν ἀπ’ αὐτῆς τὴν πυρίτιδα καὶ τὸν μόλυβδον· πῶς δὲ θέλει πολεμήσει; πῶς θέλει παρασκευασθῇ πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλεται σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν δὲν τῇ παράσχωμεν τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας στοιχεῖα ἀφθόνως καὶ οὐ μόνον εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν; Ἀπαλείφεται ἐν τῷ Ταχυδρομείῳ ἡ δαπάνη τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ, καὶ μόνον διατίθεται ποσόν τι, ἵνα πληρωθῇ καὶ φύγῃ, τοσοῦτον ἀποτρόπαιος ἐφάνη εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν ἡ παρουσία αὐτοῦ ἐν ἡμῖν. Καὶ τί εἶναι ὁ ξένος ὀργανωτής; εἶναι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε πεῖραν τῶν προόδων τῆς τέχνης ταύτης, διότι εἶναι τέχνη ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία· διότι εἰς αὐτὴν ἐπῆλθον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν αὐτὴν ὅλως διάφορον τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ὅτε εἰσήχθη παρ’ ἡμῖν. Σήμερον τὰ χρήματα διαβιβάζονται διὰ τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τὰ δέματα, λειτουργεῖ δὲ τὸ σύστημα τῶν δελταρίων πανταχοῦ, τὸ Ταχυδρομεῖον εἶναι καὶ ταμιευτήριον, πράγματα τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς ἡμᾶς τέως ἄγνωστα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ τὰ ὁποῖα, οὐδεμίαν ἔχοντες αὐτῶν ἰδίαν πεῖραν, δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα, διευθύναντα τὴν ὑπηρεσίαν ἀλλαχοῦ, ἀντελήφθησαν τῶν περὶ τὰ καθέκαστον δυσχερειῶν καὶ τῶν δοθεισῶν λύσεων εἰς τὰ ποικίλα προβλήματα, ἅτινα ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς ὑπηρεσίας ἀναφύονται. Καὶ ἰδοὺ ὅτι, πρὸ ἱκανοῦ ἤδη χρόνου, ἐνομοθετήθη καὶ ἐνταῦθα τὸ σύστημα τῆς ἀποστολῆς χρημάτων διὰ τοῦ Ταχυδρομείου καὶ ὅμως δὲν δύναται εἰσέτι νὰ γείνῃ ἀρχὴ ἐκτελέσεως· τοσαῦτα εἶναι τὰ προσκόμματα τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως προσωπικοῦ, διότι ἓν πρόσωπον δὲν ἀρκεῖ, ἵνα λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία· πρέπει τῇ συνδρομῇ αὐτοῦ νὰ παρασκευασθῇ καὶ τὸ ἄλλο προσωπικόν· ἰδίως δὲ ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ λειτουργῶν ὁ νέος νόμος, ὁ ἐπιβάλλων τὴν ὑποχρέωσιν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως εἰς τοὺς ἐπιστάτας, εἰς οὓς ἡ νέα αὕτη ὑπηρεσία ἐπιβάλλει διαχείρισιν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 «μετακομιδὴ ταχυδρομικῶν ἀνταποκρίσεων» ἐσημείωσεν ὁ κ. βουλευτὴς καὶ ἐλάττωσιν χιλιάδων τινῶν δραχμῶν τῆς διὰ τοὺς ταχυδρόμους ἐν Θεσσαλίᾳ δαπάνης. Ἡ δαπάνη αὕτη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συνεπείᾳ τῶν συμφωνιῶν, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἦτο ἀνωτέρα τῆς ἀναγραφομένης ἐν τῷ νῦν Προϋπολογισμῷ κατὰ 31,480 δραχμῶν. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀνέθηκε τὴν ἐργασίαν ἐκείνην εἰς τὸν ἐργολάβον τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ὑπολογίσασα τὴν προσαύξησιν τῆς δαπάνης κατά τινα ἀναλογίαν καὶ προσέθηκεν 81,480 δρ. εἰς τὸ ποσὸν τὸ εἰς αὐτὸν χορηγούμενον. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἄνευ εἰδικῆς μισθώσεως παραχωρήσεως τῆς ἐργολαβίας· ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἀντὶ ἐργολαβίας ἑνιαίας διὰ πάσας τὰς νέας ἐπαρχίας, θὰ δυνηθῶμεν διὰ τῶν μικρῶν ἐργολαβιῶν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐν τῷ διαγωνισμῷ ὅρους ἐπωφελεστέρους, καὶ πράγματι ἐπετύχομεν τὴν παραχώρησιν ἀντὶ 52,000 δραχμῶν. Ὅτε συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς ἠγνόει ἡ ὑπηρεσία τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μειοδοσίας καὶ ἐσημείωσεν ἐν αὐτῷ πίστωσιν 50,000, τουτέστι κατὰ 2,000 ἐπὶ ἔλαττον τῆς πραγματικῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐθεώρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ὡς ὑπερβολικὸν καὶ ἐζήτησε νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 25 χιλιάδας. Ἀφοῦ ἐγένετο διαγωνισμὸς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μισθώσεως εἶναι τοσοῦτον εὐχάριστον, ἤτοι κατὰ 31,000 κατώτερον τῶν συμφωνιῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μένωμεν εὐχαριστημένοι. Εἰς τὴν τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν ἐπίσης προτείνονται πολλαὶ ἐλλατώσεις. Ἐνταῦθα ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀφῆκε κληροδοσίαν εἰς τὴν παροῦσαν σύμβασιν, ἐπιβάλλουσαν εἰς τὸ Δημόσιον δαπάνην σπουδαιοτάτην, δαπάνην διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὑποβρυχίων γραμμῶν εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ δαπάνην διὰ κατάδυσιν καλωδίου ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ζάκυνθον. Ἡ Ἑταιρία ἡ ἀνατολικὴ τῶν καλωδίων ἀπαύστως παραπονεῖται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Τρέπιτον, εἰς τὸ ἀκρωτήριον τὸ ἀντικρὺ τῆς Ζακύνθου, ἐκτελεῖται ἀτελῶς, καὶ ὅτι παραβιάζονται οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως, παρέστησε δὲ, ὅτι διὰ τῆς καταδύσεως καλωδίου ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ζάκυνθον θέλει δυνηθῆ ἡ ὑπηρεσία κατὰ πολὺ νὰ βελτιωθῇ, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὰς Πάτρας, ἂν οὐχὶ ἐντελῶς πρὸς τὰς Ἀθήνας. Ἡμεῖς ἐθεωρήσαμεν τὰ παράπονα εὔλογα, ἀλλὰ τὸν τρόπον τῆς θεραπείας οὐχί ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας καὶ Τρέπιτον χρῄζει πλήρους ἐπισκευῆς, καὶ μετὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς ἔγνωμεν, ὅτι, ἂν δὲν ἐπεσκευάζετο, μετ’ ὀλίγον δὲν ἤθελεν ὑπάρχει διόλου, καὶ διετάξαμεν τὴν πλήρη ἀνακαίνισιν, ἥτις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ. Ἀλλὰ πραγματοποιοῦντες τὴν μεγάλην ταύτην δαπάνην τῆς ἀνακαινίσεως τῆς γραμμῆς ταύτης, πραγματοποιοῦμεν καὶ τὴν μεγάλην οἰκονομίαν τῆς μὴ ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ τοῦ καλωδίου τοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Ζάκυνθον, παύει δὲ καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις, τὴν ὁποίαν θὰ ὑφίστατο ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης πᾶς ὁ ἀποστέλλων τηλεγραφήματα διὰ τῆς ὑποβρυχίου γραμμῆς. Ταὐτοχρόνως δὲ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς ἀνάγκης, ἥτις ὑπῆρχεν, ὅπως χάριν συντηρήσεως καταδυθῶσι τὰ καλώδια τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυκλάστρων, καὶ ἀντὶ νὰ τὰ συντηρήσωμεν ἐντὸς πολυδαπάνων δεξαμενῶν, ἐπὶ τούτῳ κατασκευασθησομένων, νὰ τὰ καταδύσωμεν εἰς τὴν μεγάλην δεξαμενὴν τοῦ Αἰγαίου, ὅπως χρησιμεύσωσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν Κυκλάδων. Ἐὰν ταῦτα ἐνεργοῦντες καὶ ἐπεκτείνοντες προσέτι τὰς τηλεγραφικὰς γραμμὰς, ὑποβαλλόμεθα εἰς δαπάνας κατά τι ἀνωτέρας τῶν προτέρων, αὗται δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δαπάναι πολυτελείας· εἶναι δαπάναι πρώτης ἀνάγκης. Ἠρώτησέ τις τῶν βουλευτῶν, ἂν ὑπάρχωσι πρωτεύουσαι Νομῶν ἢ ἐπαρχιῶν, μὴ συνδεδεμέναι διὰ τηλεγραφικῶν γραμμῶν, καὶ ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐν τοῖς νήσοις· ἀλλὰ μήπως ὁ τηλέγραφος σήμερον εἰς Κράτη πεπολιτισμένα εἶναι προωρισμένος μόνον διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν πρωτευουσῶν τῶν Νομῶν καὶ τῶν ἐπαρχιῶν; Ὁ ἔσχατος Δῆμος ἔπρεπε σήμερον νὰ ἔχῃ Τηλεγραφεῖον, ἡ ὑπηρεσία δὲ πᾶσα τῶν ὑπουργείων ἔπρεπε νὰ διεξάγηται τηλεγραφικῶς. Ὑπάρχει ἐγκύκλιος ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἐν μέρει διατηρεῖ τὴν ἰσχύν της, ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους νὰ διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν τὴν μὴ ἐκτάκτως κατεπείγουσαν, διὰ τῶν τηλεγραφείων, ἐνῷ τὸ ἐναντίον ἔπρεπε νὰ ἐπιζητηθῇ, διότι δὲν εἶναι λογικὸν, ἐν τῷ συναγωνισμῷ πρὸς τὸν περὶ ἡμᾶς κόσμον, ἡμεῖς τοσοῦτον νὰ ὑπολειπώμεθα, καὶ ὅμως νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι δυνάμεθα ἐν αὐτῷ ν’ ἀξιώμεθα βραβείων. Ἤκουσά τινος βουλευτοῦ λέγοντος, ὅτι τὰ Τηλεγραφεῖα πρέπει νὰ συνιστῶνται κατὰ κανόνα τινὰ ἐκ τῶν προτέρων τεθειμένον, εἴτε πληθυσμοῦ, εἴτε γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ ἂν τοιοῦτοι κανόνες ἐλλείπωσιν, ἡ ἔλλειψις προδίδει τὴν συναλλαγήν. Περὶ τὴν σύστασιν τηλεγραφικῶν σταθμῶν ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς μυρίας ὅσας ἀνάγκας, ἀνάγκας κυβερνητικὰς, ἐμπορικὰς, βιομηχανικὰς, γεωργικὰς, δημοσίας ἀσφαλείας, ἀνάγκας διεθνεῖς. Ὑπάρχουσι σημεῖα, σχεδὸν ἀκατοίκητα, ἔνθα τηλεγραφικὸς σταθμὸς δὲν θὰ ἀποφέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον οὐδὲ 50 δρ. κατ’ ἔτος, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ τηλέγραφος εἶναι ἀναγκαῖος, χάριν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἢ χάριν γενικωτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων. Πάντα ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἐκτιμηθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων ἐντὸς νομοσχεδίου, οὐδὲ νὰ ἐγγραφῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ταῦτα εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἂν ἔχητε ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία κακῶς διεχειρίσθη, ἀποδείξατε τὴν κακὴν διαχείρισιν, μὴ λέγετε ὅμως, ὅτι σᾶς ἀρκεῖ, ὅτι δύναται κακῶς νὰ διαχειρισθῇ· μὴ λέγετε, ὅτι εἴς τινα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει μικρὰ κίνησις ἐμπορικὴ, ἐστήθησαν Τηλεγραφεῖα ἄνευ ἀνάγκης, ὅταν δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη ἀνάγκη, ἀνάγκη κυβερνητικὴ, ἀνάγκη δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπαγορεύσασα τὴν σύστασιν αὐτῶν. «Ἐπισκευὴ καὶ φύλαξις δημοσίων οἰκοδομημάτων». Ἀντὶ 60,000 δραχμῶν προτείνουσι 30,000. Τὰ δημόσια οἰκοδομήματα πρέπει νὰ συντηρῶνται, καὶ κακὴν οἰκονομίαν ἐκτελεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνηται ἡ συντήρησις ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι. Ἂν ἀφαιρέσητε ἤδη τὰς 30,000, θὰ τὰς πληρώσητε διπλασίας τὸ ἐρχόμενον ἔτος. «Ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ διευθέτησις ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων». Ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐκ τῆς διασκευῆς αὐτῆς, ἡ παραγωγικωτέρα πασῶν δαπάνη εἶναι αὕτη. Εὐφορώταται γαῖαι καλύπτονται ὑπὸ τὸ ὕδωρ, καταστρέφονται δὲ κατ’ ἔτος χωρία, γαῖαι γόνιμοι καθίστανται ἐσαεὶ ἄγονοι διὰ τῆς ὑπερχειλίσεως τῶν χειμάῤῥων, καὶ θεωρεῖτε, ὅτι προτείνετε οἰκονομίαν, λέγοντες νὰ μὴ δαπανηθῶσιν αἱ 100,000, αἱ ἐγγεγραμμέναι πρὸς τοιοῦτον σκοπόν; «Ἐκτέλεσις σχεδίων πόλεων». Καὶ τοῦτο ἀπαλείφεται· διότι δῆθεν τὰ ἔξοδα ταῦτα πρέπει νὰ πληρώνωσιν οἱ Δῆμοι. Ὁ νόμος δὲν λέγει τι περὶ τούτου· ἂν θεωρηθῇ ὡς δημοτικὴ ἀνάγκη, δύναται διὰ τὸν λόγον τοῦτον νὰ ἐπιβληθῇ ἡ δαπάνη εἰς τὸν Δῆμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, ἵνα καταβάλῃ αὐτήν. Πάντως ἄρα θέλει καταβληθῆ ἡ δαπάνη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν ἀπόρων Δήμων· θέλει δὲ καταβληθῆ καὶ ὑπὲρ τῶν μὴ ἐντελῶς ἀπόρων, ὅταν ἐργασία τις, σχετιζομένη πρὸς τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ἐνδιαφέρῃ τὴν Πολιτείαν, ὁ δὲ Δῆμος δὲν συναινεῖ, ἵνα ἐκτελέσῃ αὐτὴν ἐπειγόντως. Ὁπωσδήποτε τὸ ποσὸν τῶν 10,000 δὲν εἶναι δυσανάλογον πρὸς τὸ ἔργον. «Ἰδιαίτερα βοηθήματα». Ἐνταῦθα προτείνεται σπουδαιοτάτη ἐλάττωσις. Σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου ἀνάλυσίν τινα ἐντάκτου πιστώσεως τοῦ 1881, καὶ εἴδετε εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέβαινον αἱ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου προσθῆκαι. Κατὰ τὸ 1880 ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν τὸ ποσὸν τοῦτο λίαν περιωρισμένον, ἐνῷ ἕως τότε ἔβαινεν ἐτησίως αὐξανόμενον· ἀλλ’ ἡ κατόπιν Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἐπιτετραμμένον αὐτῇ, ὅπως ἄνευ πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων χορηγήσῃ διαρκῆ βοηθήματα, ἡμεῖς δὲ ἐπανελθόντες εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ ἀτόπημα· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ τοῦ ἄρθρου τούτου πίστωσις δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ θεωρήσητε ὡς ἀσχέτους πρὸς τὴν συναλλαγήν. Κυβέρνησις, ἥτις ἐπιδιώκει τὴν συναλλαγήν, εὑρίσκει ἐνώπιόν της ἀξιομίμητον παράδειγμα, διότι ἐντὸς ἔτους τὸ ποσὸν ἀπὸ 105,000 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 149,000. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὑμεῖς ἀπεχωρήσατε ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς, ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν αὐτὴν ὁδόν· ἐθεώρησεν, ὅτι τὰς τοιαύτας δαπάνας πρέπει νὰ ἐξελέγχῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι διαρκεῖς βοήθειαι πρέπει νὰ δίδωνται τῇ ψήφῳ τῆς Βουλῆς Ὑπαρχόντων ἤδη τῶν Διαταγμάτων τούτων, τί ἔπρεπε νὰ πράξωμεν; ἔπρεπε νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς ἀνάκλησιν αὐτῶν ὅλων. Ὅταν τις ἀναγνώσῃ τὸν κατάλογον τῶν βοηθουμένων, θέλει ἰδεῖ ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον λάβει πάσας τὰς ψήφους τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ βοηθήματος· ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἕτερα, τῶν ὁποίων τὸ βοήθημα δὲν ἤθελε μὲν ἴσως ἐπιψηφισθῆ, ἀλλ’ ἅπαξ χορηγηθὲν διὰ Διατάγματος δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκοπῇ, ἄνευ τινὸς προειδοποιήσεως καὶ ἄνευ παρελεύσεως χρόνου τινὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ προπαρασκευασθῇ ἡ οἰκογένεια, ὅπως δυνηθῇ νὰ προσπορισθῇ ἄλλοθεν τὸν ἄρτον. Τὰ βοηθήματα ταῦτα δὲν ἐχορηγήθησαν παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρ’ ἄλλων. Τινὰ τούτων ἴσως, κατὰ τὴν ἔκφρασιν ὑμῶν, ἐχορηγήθησαν ἐκ συναλλαγῆς· ἀλλὰ, χορηγηθέντα ἤδη, ἀποτελοῦσι καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν ἀπετολμήσαμεν νὰ περικόψωμεν πλέον ποσοῦ 20,000, νομίζω, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἐξακολουθοῦμεν δὲ τὴν περικοπὴν, μὴ ἀναπληροῦντες τὰ κενὰ, καὶ ἐξακολουθοῦμεν αὐτὴν, ὁσάκις πειθόμεθα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τις διαγραφὴ ἄνευ καταστροφῆς τῆς οἰκογενείας. Καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς, οἱ αἴτιοι τῆς ἀναγραφῆς τῆς πιστώσεως ταύτης, καὶ ζητεῖτε λόγον παρ’ ἡμῶν τῆς ἐγγραφῆς αὐτῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ καταλογίζετε ἐν ταῖς οἰκονομίαις τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἠξεύρετε, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ χορηγηθῇ, ἀλλὰ χορηγηθὲν δὲν δύναται ἀμέσως νὰ ἀνακληθῇ. Ἀναδέχεσθε τὴν εὐθύνην νὰ ἀφαιρέσητε τὸν ἄρτον ἀπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἑτέρους πόρους, ἵνα διαθρέψωσι τὰ τέκνα των; ἂν ἀναδέχεσθε αὐτὴν, ψηφίσατε ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς. Εἶναι πίστωσις ἀφορῶσα εἰς ἔργα ὑμῶν, ἀλλὰ ταῦτα ἐκ φιλανθρωπίας ἡμεῖς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑπερασπίσωμεν ἐναντίον καὶ ὑμῶν αὐτῶν, λησμονησάντων τὰς ὑποχρεώσεις τῆς φιλανθρωπίας ἐν τῇ ὁρμῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Παραλείπω ἄλλας οἰκονομίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα μὴ κατατρίψω τὸν χρόνον, ἀλλὰ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα παρέλειψα δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖα καὶ εἶναι ὅλα σχεδὸν τοιαύτης φύσεως, ὁποῖα καὶ τὰ μνημονευθέντα. Ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις τί νὰ εἴπω; νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐκπαιδεύσεως οἰκονομιῶν, ἐπὶ τῶν πιστώσεων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ πράξω τοῦτο, ἀφοῦ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Χαλκίδος, τὸν ὁποῖον ἐφημερίς τις κατήγγειλεν ὡς προτείναντα τὴν οἰκονομίαν ταύτην, ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅτι δὲν ἐνέχεται εἰς τοιαύτην πρότασιν; Καὶ ποῖος ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως ἢ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως θὰ θελήσῃ νὰ θεωρηθῇ, ὡς ὁ αἴτιος τῆς διαγραφῆς δαπάνης ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ταῦτα ἐπιβαρύνουσι τοὺς δήμους, λέγει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ πλεῖστα ὅσα ἐπιβαρύνουσι τοὺς Δήμους καὶ ὅμως ἕνεκα αὐτῶν ἐπεβαρύνθη τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ 5,000,000, μὴ ἐγγεγραμμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ· διότι αἱ δαπάναι τῆς ἐκπαιδεύσεως, αἱ ἐπιβαρύνουσαι τοὺς δήμους, εἶναι δαπάναι πολιτειακαὶ, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ καταβάλῃ, ἂν δὲν καταβάλωσιν αὐτὰ, οἱ Δῆμοι, εἴτε εἶνε ἐγγεγραμμέναι, εἴται δὲν εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Προτείνεται ἀπάλειψις δαπάνης ὑπὲρ τῶν ἀρχαιολογικῶν ἔργων, ὡς ἂν ἡ Ἑλλὰς μὴ ἔχῃ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ κόσμου ὡς θεματοφύλαξ τῆς κληρονομίας τῆς ἀρχαιότητος. Ὅταν ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς ἐπιψήφισιν ἀρχαιολογικαὶ συμβάσεις πρὸς ξένα Κράτη, διαμαρτύρεσθε, ὅτι αὗται εἶναι προσβλητικαὶ τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας· λέγετε ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἕτοιμον αὐτὸ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ὅταν ὅμως σᾶς ζητῆται ἡ πρὸς τοιαῦτα ἔργα πίστωσις, λέγετε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: νὰ διαγραφῇ ἡ δαπάνη, διότι εἶναι σπατάλη. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ποῖαι εἶναι αἱ διαγραφαί; ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο καὶ πρότερον λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν δαπάνην διὰ προσωρινὰ δάνεια. Διαγράψατε, λέγουσι, τὴν δαπάνην ταύτην, εἶναι παράνομος. Καὶ ἂν ἦναι παράνομος καὶ πρέπῃ νὰ διαγραφῇ, τὸ ποσὸν ὅμως εἶναι ἀναγκαῖον. Τὸ δάνειον ἐγένετο πρὸς ἀναπλήρωσιν δαπάνης προγενεστέρας· ἐὰν λοιπὸν διαγράφητε τὸ ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου ἐκείνου, πρέπει νὰ δανεισθῆτε ἄλλοθεν καὶ τὸ αὐτὸ ποσὸν νὰ ἐγγράψητε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι παράνομος ἡ δαπάνη, διότι εἶναι ὑποχρεωτική. Ὑπάρχει σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπραγματοποιήθη πρὸ πολλοῦ τὸ δάνειον, καὶ ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον καὶ δὲν δύνασθε νὰ διαγράψητε τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, καὶ ἂν τὰ διαγράψητε, θέλουσι πληρωθῆ, ἂν μὴ ἄλλως, δικαστικῶς. Τοιαῦται εἶναι αἱ οἰκονομίαι, αἱ προτεινόμεναι παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ πλεῖστον εἰκονικαὶ, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀρνητικαὶ τῆς προόδου τοῦ Τόπου καὶ καταστρεπτικαὶ τῆς θέσεως αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν προϋποθέτουσιν, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ κόσμῳ ὑστεροῦσα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ὁ ἄρτος καὶ τὸ ἅλας τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζοντες ἐκ τοιαύτης ἐξετάσεως τῶν οἰκονομικῶν προτάσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ προτεινόμεναι οἰκονομίαι, ποίαν πρόνοιαν πρέπει γὰ λάβωμεν, ὅπως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποθέτει, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ οἰκονομήσωμεν, ἀρυσθῶμεν ἄλλοθεν, ποίαν πρόνοιαν πρέπει νὰ λάβωμεν, ὅπως ἀναπληρώσωμεν τὸ κενὸν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀνεγνώρισεν; Εἰς ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος τούτου, τίνα συνδρομὴν ἐλάβομεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ποίας προτάσεις ὑπέβαλον εἰς ἡμᾶς τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ πληρώσεως τοιούτου κενοῦ; κενοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις ὑπολογίζει εἰς 12 ἢ 11 ἑκατομμύρια; Ἠκούσαμεν παρὰ τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀναπλήρωσις τοιούτου κενοῦ ὑποθέτει πρόσθετον φορολογίαν 33% ἐπὶ τῆς ὑπαρχούσης, καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· ὅτι οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἠκούσθη ἀναπλήρωσις τῶν κενῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ προσθέτου φορολογίας 33%. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι οὐδαμοῦ ἄλλοθι ἠκούσθη ἀναπλήρωσις τοιαύτη, ἆρα ἐλύθη τὸ ζήτημα διὰ τῆς τοιαύτης παρατηρήσεως; Διὰ τοιούτων μέσων ἐξερχόμεθα ἐκ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει κατάστασις πανθομολογημένης; Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἄλλα Κράτη ἐν δυσχερείαις ὁμοίας ὤκνησαν νὰ φορολογήσωσιν ἑαυτὰ ἐπιπροσθέτως ἐν μέτρῳ τοιούτῳ ἢ καὶ μεγαλειτέρῳ; Ὁποίους φόρους προσέθηκεν ἡ Ἀμερικὴ μετὰ τοὺς ἀγῶνας αὑτῆς; Ὁποίους φόρους προσέθηκεν ἡ Γαλλία μετὰ τοὺς ἀγῶνας αὑτῆς; Ὁποίους φόρους προσέθηκεν ἡ Ἰταλία; Τὸ ποσὸν τῆς προσθέτου φορολογίας ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρξεν 750 ἑκατομμύρια ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 1500 ἑκατομμυρίων· ἐν Γαλλίᾳ δὲν εὑρέθησαν βουλευταί, οἵτινες νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὴ τολμήσῃς ν’ ἀναπληρώσῃς τὸ κενὸν οἵτινες νὰ εἴπωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως εἶναι νὰ κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμούς, εἶναι νὰ πλάσωσιν οἰκονομίας φαντασιώδεις καὶ δι’ αὐτῶν νὰ ἀποκαταστήσωσι τὸ ἰσοζύγιον· ν’ ἀποκαταστήσωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἐν τοῖς πράγμασιν οὐδόλως δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, καὶ τὰ ἐπιτυχόντα καὶ τὰ ἀποτυχόντα ἐν τοῖς ἀγῶσιν αὐτῶν, ἐνοήθη, ὅτι, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἀγώνων, ἐκεῖνος ἤθελε κατορθώσει νὰ κρατήσῃ τὰ ἀποκτηθέντα, ἢ νὰ ἀνακτήσῃ τὰ ἀπολεσθέντα, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ἔχει τὸ σθένος πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς ζημίας τῆς ἐκ τοῦ ἀγῶνος προελθούσης, ὁ ὁποῖος ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ Κράτος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκετο πρίν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποδυθῇ πάλιν εἰς νέους ἀγῶνας. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρώτη παρηγορία τῆς Γαλλίας καὶ τῶν φίλων αὐτῆς μετὰ τὰ παθήματά της ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη αὐτῆς οἰκονομικὴ ἐπιτυχία, θεωρηθεῖσα ὡς προοιωνίζουσα μεγαλειτέρας ἔτι ἐπιτυχίας ἐν τῷ μέλλοντι αὐτῆς σταδίῳ. Ὅτε ὁ κόσμος εἶδε τὴν Γαλλίαν μετὰ τοιαῦτα παθήματα ἐπιβάλλουσαν εἰς ἑαυτὴν φορολογίαν 750 ἑκατομμυρίων, καὶ εἶδε τὸ Γαλλικὸν ἔθνος προσφερόμενον νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς ἀπὸ τῶν δεσμῶν, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τῆς Συνθήκης τὴν εἶχον ὑποβάλει, τότε εἶπεν ὅτι ἡ Γαλλία ζῇ. Ἐὰν θέλωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπῃ ἡ Εὐρώπη ὅτι ἡ Ἑλλὰς ζῇ, πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν εἰς αὐτὴν, ὅτι κατόπιν τῶν δοκιμασιῶν, δι’ ὧν διήλθομεν, ἔχομεν τὴν δύναμιν ν’ ἀναλάβωμεν πάσας ἐκείνας τὰς θυσίας, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ζήτημα οἰκονομολογικὸν, εἶναι ζήτημα ψυχολογικόν· πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἐκ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἔχωμεν ψυχὴν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν. Δὲν ἀρκεῖ, ὅπως διὰ συνδυασμῶν ἀληθῶν ἢ ψευδῶν, φαινομένων ἢ πραγματικῶν, οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα ἐπί τινα ἔτη, καὶ ζήσωμεν ἔστω καὶ χρεωκοποῦντες· διότι καὶ ὁ χρεωκόπος ζῇ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ζήσωμεν ὡς Κράτος ἀληθῶς ἀνεξάρτητον, πρέπει σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ θέσωμεν τὰ θεμέλια τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς, νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐννοοῦμεν ὁποῖον εἶναι τὸ μέγεθος τῆς πολιτικῆς ταύτης, ὅτι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διεξαγάγωμεν, δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκπεραιοῦται διὰ συνήθων θυσιῶν· πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι αἰσθανόμεθα ὁπόσους ὁ ἐθνισμὸς ἡμῶν διατρέχει κινδύνους, καὶ ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἀναγγελλομένην προσεχῆ ἀναῤῥύθμισιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ δὲν ᾖναι ἑτοίμη ἡ Ἑλλάς, ἵνα ἀναπτύξῃ πάσας τὰς δυνάμεις, ὅσας ἐκ φύσεως κέκτηται, δύναται ἴσως νὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα, ὅπως κατ’ ἐπιφάνειαν ἔχει σήμερον, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ οὐχὶ ὡς Κράτος πραγματικῶς ἀνεξάρτητον, καίτοι ἴσως θὰ ὀνομάζηται ἡ Ἑλλὰς Κράτος ἀνεξάρτητον. Ἐὰν ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς δὲν ἀποδοθῇ εἰς αὐτὴν ἡ θέσις, ἥτις τῇ ἀνήκει ἐξ ἀπαραγράπτων δικαιωμάτων — καὶ ἵνα ἀνήκῃ εἰς αὐτήν, πρέπει νὰ τὴν ἀποκτήσῃ, διότι ἂν περιμένῃ παρ’ ἄλλων, μὴ ἐργαζομένη αὐτή, ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα! (εὖγε, εὖγε)— ἐὰν ἡ Ἑλλάς, καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται ν’ ἀποδείξῃ, τί σκέπτεται περὶ ἑαυτῆς, φωραθῇ ὑπολογίζουσα ὡς ὁ ἔμπορος ὁ ἐπιχειρῶν κερδοσκοπίαν, ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι παρ’ οὐδενὸς θέλει θεωρηθῆ ὡς ἀξία τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν καθώρισε, καὶ τὸν ὁποῖον πάντες ὅσοι τὰ τῆς Ἀνατολῆς μελετῶσι καθορίζουσιν εἰς αὐτήν. Συνελθοῦσα ἄρα ἡ Βουλή, δέον ν’ ἀναμετρήσῃ τὸ σθένος τοῦ ἔθνους ψυχολογικῶς· πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ καὶ αὐτὸ καὶ ἑαυτήν, ἐὰν ἔχῃ δυνάμεις, ἵνα διεξαγάγῃ τοιαύτην πολιτικὴν καὶ, ἂν τὰς ἔχῃ, πρέπει νὰ προβῇ θαῤῥαλέως ἐν τῇ ὁδῷ, ἣν ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις. Ἂν ὅμως φρονῇ, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ οὕτως ὑψηλά, ἀλλὰ δύναται μόνον νὰ ὑπάρχῃ διὰ νὰ ὑπάρχῃ, ἂς παραδεχθῇ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπέβαλεν εἰς αὐτήν. Μεταξὺ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις προτείνει, ὅπως πληρωθῇ τὸ κενὸν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν ἰδεῶν τῶν φασματωδῶν — διότι πραγματικὴν ἰδέαν οὐδεμίαν προτείνει — ὑπῆρξε καὶ αὕτη, ὅτι, ὅπως ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ περὶ οἰκονομιῶν, καὶ εἴδομεν ὁποῖαι εἶναι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, οὕτως ἔπρεπε νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ πληρεστέρας εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἀλλ’ ἀνεζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐν τοῖς μέτροις, τοῖς ὑποβληθεῖσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν, τὴν πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῆς ἐκ τῆς τοιαύτης προνοίας προσόδου καὶ οὐδὲν ἀνευρίσκων ἔλεγε: πῶς θέλετε νὰ ψηφίσητε νέους φόρους, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε τὸ μέγα τοῦτο καθῆκον; Ἔχει τῷ ὄντι ὁ ἔντιμος ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς τὴν παρελθοῦσαν αὐτοῦ ἱστορίαν, ἥτις τὸν διδάσκει πόσας προσόδους δύναται τὸ ἔθνος νὰ προσπορισθῇ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων καὶ πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι νὰ στηρίζηται ἐπὶ τοιούτων νομοσχεδίων ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς αὐτοῦ. Ἐν προϋπολογισμοῖς, συνταχθεῖσι παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, εὑρίσκονται τὰ ποσὰ ἀναγεγραμμένα, ὅσα ὑπολογίσθησαν παρ’ αὐτοῦ ὡς πρόσοδοι ἐκ τῶν νόμων, οὓς συνέταξε πρὸς βελτίονα εἴσπραξιν. Ἀνεγράφησαν ἑκατομμύρια, εἰσεπράχθησαν δὲ 3 ἢ 4 χιλιάδες δραχμῶν. Σήμερον τὸ μεγαλείτερον ἔλλειμμα τῶν εἰσπράξεων πόθεν προέρχεται; Ἐκ τοῦ νόμου, τοῦ συνταχθέντος παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, καὶ ἐφ’ ᾧ οὗτος ἐξαιρέτως καυχᾶται. Ὁ νόμος περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἶναι ὁ ἀφίνων τὸ μέγιστον τῶν καθυστερημάτων, 3 ἑκατομμύρια περίπου· ὅτε δὲ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νομοσχέδιον—διότι ὑπεβλήθη παρ’ αὐτῆς νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων—τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔσπευσεν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ καλέσῃ δημευτικόν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦναι δημευτικὸν, ὅπερ δὲν εἶναι, διατί ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ δημευτικὸν νομοσχέδιον; διότι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας δὲν περιέλαβε τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον δι’ ἰδίου νομοσχεδίου ἀναγκαζόμεθα νὰ προτείνωμεν καὶ ἡ ὁποία ἐν ἅπασι τοῖς προγενεστέροις νόμοις ὁμοίας φύσεως περιελαμβάνετο· τὴν διάταξιν, ὅτι καθίσταται ἔκπτωτος τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ ὁ μὴ ἐκπληρῶν τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἐν τῷ νόμῳ ὅμως περὶ διαθέσεως ἐθνικῆς γῆς παρελείφθη ἡ διάταξις αὕτη ἡ στοιχειώδης, καὶ ἡ παράλειψις ἐπάγεται τοιαῦτα ἐπὶ τὸν Προϋπολογισμὸν ἀποτελέσματα· διότι, ἂν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ, νομίζετε, ὅτι θὰ εἴχομεν καθυστέρημα; Ἐὰν ἐκινδύνευεν ὁ ἀποκτήσας νὰ ἴδῃ τὸ ἀπόκτημα αὐτοῦ ἀπολλύμενον ἕνεκα τῆς μὴ πληρωμῆς, δὲν θὰ ἔσπευδεν αὐτὸς νὰ καταβάλῃ, χωρὶς νὰ περιμείνῃ τὸν ἐκβιασμὸν τῶν ὑπαλλήλων; Τῷ ὄντι, ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς συνέταξε καὶ νόμους ἀφορῶντας εἰς τὴν βελτίονα εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ ἐμνημόνευσεν αὐτὸς τὸν νόμον τοῦ 1871 περὶ εἰσπράξεως τῶν φόρων τοῦ Κράτους δι’ ἐργολαβίας καὶ ἐθαύμασεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νόμου τοῦ κ. Σωτηροπούλου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ ἐπηγγέλλετο, ἂν ἐψηφίζετο, τὴν πλήρη τῶν φόρων εἴσπραξιν· κατόπιν ὅμως τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, οὐδ’ ἐργολάβον ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως οὐδ’ εἰσπράκτορες εἰδικοὶ παρουσιάζονται, ἐπινοηθέντες δι’ ἑτέρου νόμου τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τοῦ νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν. Ἐνώπιον τῆς πλήρους καὶ ἐλεεινῆς ἀποτυχίας τῶν νόμων τούτων καὶ ἀπέναντι τοιούτων ἀποτελεσμάτων ἐν τῷ παρελθόντι, θέλετε σήμερον νὰ ὑπολογίσωμεν διὰ τὴν πλήρωσιν τοῦ κενοῦ ἐπὶ τῶν βελτιώσεων τῶν εἰσπράξεων ἢ ἐπὶ τὴν ἀπόληψιν τῶν καθυστερούντων; Ὑπεβάλομεν ὑμῖν νομοσχέδιον περὶ βελτιώσεως τῶν εἰσπράξεων ἐπὶ τῶν παραχωρηθεισῶν γαιῶν, κατὰ τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, ἀλλὰ δὲν ὑπελογίσαμεν ἐξ αὐτοῦ καὶ ποσόν τι, διότι ἐπὶ τοιούτων νόμων δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν σπουδαίως μεριμνῶντα περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰμὴ μόνον ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ὑπολογίζῃ προσόδους. Ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις καὶ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ Ταμιῶν, καὶ ἐξ ἐκείνου πιθανὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν εἰσπράξεων· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προεξοφλήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τὴν ἐπιτυχίαν; Ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ ἔχῃ τοιαύτην πεποίθησιν εἰς τὰ ἴδια αὐτῆς μέτρα, ὥστε τὰς ἐλπίδας αὐτῆς ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς πράγματα; Οὐδόλως ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, ὅτι τὰ ὑποβληθέντα παρ’ ἡμῶν νομοσχέδια εἶναι τέλεια. Θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ συλλάβωμεν ὑψηλὴν ἰδέαν περὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἐκ τῶν ἐπικρίσεων, τὰς ὁποίας ἀκούομεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι πρὸ τοσούτου χρόνου ὑπόκεινται εἰς τὴν βάσανον τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθησαν οὗτοι νὰ καταδείξωσι σπουδαῖόν τι ἄτοπον ἐν αὐτοῖς· ἀλλὰ τοῦτο οὐδόλως μᾶς ἐνθαῤῥύνει, ἵνα ὑποθέτωμεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πλησιάζουσι κἂν εἰς τὴν τελειότητα. Ἡ εἰσαγωγὴ νέων φόρων εἶναί τι δυσχερέστατον, καὶ ἀναγκαζόμενοι ἡμεῖς, ὧν ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, παραβαλλομένη πρὸς τὴν τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, εἶναι τόσῳ ἀτελὴς, ν’ ἀρυώμεθα τοὺς ἡμετέρους ἐκ τῶν ξένων θεσμῶν, κινδυνεύομεν νὰ βλέπωμεν τοὺς ξένους θεσμοὺς ἀποτυγχάνοντας παρ’ ἡμῖν. Ὅ,τι δαπανῶσιν ἕτερα Κοινοβούλια εἰς χρήματα καὶ εἰς ἐργασίαν πρὸς σύνταξιν ἑνὸς νομοθετήματος, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δαπανήσωμεν δι’ ὅλην τὴν ἐργασίαν μιᾶς Συνόδου. Ἀποδεικνύουσιν ἄρα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνουσι τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, ὡς δεκτικὰ βελτιώσεως, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἰδέαν ἀληθῆ τῶν δυσχερειῶν τοιούτων ἔργων. Καὶ τίς νομίζει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἶναι δυνατὸν νομοσχέδιον, εἰσάγον νέον θεσμὸν, νὰ λειτουργήσῃ ἄνευ πολλῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαγορευομένων μεταβολῶν; Ἐκεῖνο μόνον δύναται νὰ ὑποθέσῃ τοῦτο, ὅστις δὲν ἐδιδάχθη τὸ ἐναντίον ἐκ τῆς πείρας, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὑποθέτει, ὅτι ἔχουσιν ἐλαττώματα τὰ νομοθετικὰ αὐτῆς ἔργα, τὰ ὁποῖα ὅμως αὐτὸς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνεύρῃ, ἐνῷ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ νομοθετικὰ ἔργα, συνεπεία τῆς ἀποκτηθείσης πείρας, ὑπέστησαν τοιαύτας μεταβολάς; Λάβετε οἱονδήποτε σπουδαῖον νομοθετικὸν ἔργον τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ δύνασθε νὰ ἦσθε ἐκ προοιμίων βέβαιοι, ὅτι ἐν τῷ πίνακι τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας θὰ ἔχητε σειρὰν ὅλην νεωτέρων νομοθετημάτων τροπολογούντων αὐτό. Τὸ περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν εἶναι ὑπόδειγμα ἀτελείας νομοθετικῆς ἐργασίας, καὶ τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, διότι ὁ θεσμὸς, τὸν ὁποῖον κανονίζει, θίγει τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν καὶ τοὺς ἐκλογεῖς ἁπάντων. Ἡμεῖς, ὑποβαλόντες τὰ μέτρα ἡμῶν, οὐδόλως ἀξιοῦμεν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα πρέπει νὰ μείνωσι τοιαῦτα, ὁποῖα τὰ ὑπεβάλομεν· ὅ,τι δὲ ἰδίως δὲν κατανοοῦμεν εἶναι οἱ μυκτηρισμοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῇ τροποποιήσει λεπτομερειῶν τινων, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθημεν ἐν ἑνὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων. Πῶς ἐννοεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρῇ ὡς ζήτημα φιλοτιμίας τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, οἷα παρ’ αὐτῆς ὑποβάλλονται; Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ Βουλῇ, πρὸς τί ὁ Κοινοβουλευτικὸς θεσμός; Ὅ,τι ἔχει δικαίωμα ν’ ἀξιοῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅπως ἀποδεικνύῃ αὕτη ἐν τῇ συζητήσει, ὅτι σπουδαίως εἰργάσθη, συντάξασα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει, ὅτι ἀποκρούει τὰς τροπολογίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐμελετήθησαν ἐπίσης σπουδαίως, ὡς ἐμελετήθησαν καὶ τὰ νομοσχέδια· ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπόδειξιν σπουδαίας νομοθετικῆς ἐργασίας τὴν σύμπραξιν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Βουλῆς πρὸς διαμόρφωσιν τῶν νομοσχεδίων συμφωνότερον πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Μετεῤῥυθμίσαμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν οἴνων, ἀλλὰ δὲν τὸ μετεῤῥυθμίσαμεν μεταβαλόντες τὰς βάσεις αὐτοῦ· ἐπεζητήσαμεν διὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μόνον τὴν κατανάλωσιν ἐπιβαρύνωμεν, ἀπαλλάσσοντες, ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, τὴν παραγωγήν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἀτέλειαν μέχρι σημείου τινὸς ἐχορηγοῦμεν εἰς τὸν παραγωγόν. Κατόπιν τῶν γενομένων παραστάσεων παρὰ τῶν ἐντριβῶν εἰς τὰ τοιαῦτα, οὐχὶ τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ Ἀντιπολιτεύσεως — διότι δυστυχῶς παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως οὐδὲν ἠκούσαμεν ἄξιον λόγου — ἀλλὰ παρὰ τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς φίλων τῆς Κυβερνήσεως, προκληθέντων παρ’ αὐτῆς εἰς ἔκφρασιν γνώμης, μετεῤῥυθμίσαμεν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ μετεῤῥυθμίσαμεν ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, τουτέστιν ἐλαφρυνθείσης, ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, τῆς παραγωγῆς, διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν κατανάλωσιν. Κατ’ οὐδὲν μετεβλήθη ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι βάσις τοῦ νομοσχεδίου ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῆς παραγωγῆς ἀπὸ τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἐν γένει εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπεκράτησεν αὕτη ἡ ἰδέα, ὅτι τὴν παραγωγὴν πρέπει νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν, διότι διὰ τῆς παραγωγῆς ἐλπίζομεν ἐν τῷ μέλλοντι ν’ ἀνακτήσῃ τὸ ἔθνος τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις, αἵτινες θὰ ἐπιτρέψωσιν ἡμῖν, ὅπως μεταβῶμεν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐλαττώσεως ἢ ἐσθ’ ὅτε καὶ τῆς καταργήσεως τῶν ἐπιβαρυνόντων τὸν λαὸν φόρων. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία τῆς πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου προσθέτου φορολογίας ἁπανταχοῦ, καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ. Ἐν Γαλλίᾳ 7 ἔτη διήρκεσεν ἡ ἀνιοῦσα κλῖμαξ, μετὰ δὲ τὴν ἑπταετίαν ἤρξατο ἡ κατιοῦσα κλῖμαξ, ἐν τῷ σταδίῳ δὲ τῶν ἐλαττώσεων καὶ τῶν καταργήσεων τῶν φόρων ἐξακολουθεῖ σήμερον εὑρισκομένη ἡ Γαλλία. Εἰς τοῦτο τὸ στάδιον θέλομεν φθάσει καὶ ἡμεῖς ταχέως, ἐὰν καταλλήλως διαῤῥυθμίσωμεν τοὺς νέους φόρους καὶ ἰδίως προσέξωμεν, ὅπως τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ Τόπου ἀφήσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν, ἐλευθερωτέρας· παραγωγικαὶ δὲ δυνάμεις τοῦ Τόπου, ἰδίως σήμερον, εἶναι ἡ κυρίως γεωργία. Ἠρχίσαμεν ἔχοντες καὶ ἄλλας παραγωγικὰς δυνάμεις, ἀλλ’ ἡ κατ’ ἐξοχὴν παραγωγὸς δύναμις παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ γεωργία, καὶ ταύτην πρέπει διὰ τῶν νέων νομοθετημάτων νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν. Εἰς τοῦτο λοιπὸν ἀπεβλέψαμεν, διαῤῥυθμίζοντες πάντα τὰ μέτρα ἡμῶν, περὶ καπνῶν, περὶ οἴνων, περὶ πνευματωδῶν ποτῶν· ἐφροντίσαμεν δὲ προσέτι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν νέων φόρων νὰ μὴ νεωτερίσωμεν’ ἐφροντίσαμεν νὰ ἐργασθῶμεν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς πείρας, τὸ ὁποῖον παρέχουσιν αἱ ξέναι νομοθεσίαι. Δὲν ὑπεβάλομεν φόρους νέους, ἀλλὰ φόρους ὑπάρχοντας καὶ λειτουργοῦντας ἐν πλείστοις ἄλλοις Κράτεσι, καὶ λειτουργοῦντας μάλιστα ἐπὶ ὅροις πολλῷ βαρυτέροις ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς προτείνομεν. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν ἐπὶ τῶν οἴνων, εἶναι φορολογία ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουσιν ἄλλα Κράτη, ἢ τοὐλάχιστον ἴση, ἐὰν δὲ ἦναι κατωτέρα, εἶναι ὀλίγον κατωτέρα. Ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ εἶναι μεγίστη. Ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν παρέστησαν αὐτὴν οἱ λέγοντες ταῦτα, παρορῶντες τοὺς πολλαπλοῦς φόρους, οἵτινες ἐκεῖ ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν οἴνων· διότι ἐν Γαλλίᾳ ὁ οἶνος φορολογεῖται καὶ κατὰ τὴν παραγωγὴν καὶ κατὰ τὴν μετακόμισιν ἢ κατὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν καὶ κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὰς πόλεις καὶ διὰ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ὅταν λάβητε τοὺς φόρους τούτους ὑπ’ ὄψιν συλλήβδην, παραλείποντες τὸν φόρον τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος, δηλαδὴ τὸν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἢ τὸν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐξετάσητε τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα πληρώνονται, θὰ εὕρητε αὐτὰ πολλῷ ὑπέρτερα καὶ μὴ δυνάμενα κἂν νὰ παραβληθῶσι πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡμῶν διεγράψαμεν. Ἠκούσαμεν παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τιθεμένην τὴν ἐρώτησιν: καὶ ποῦ εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τὴν διάκρισιν ταύτην μεταξὺ τῶν πόλεων τῶν πολυπληθῶν, βαρέως φορολογουμένων, καὶ τῶν ὀλιγοπληθῶν, ἐλαφρῶς φορολογουμένων; Τοιαύτην διάκρισιν εὑρίσκομεν ἐν Γαλλίᾳ εἰς βαθμὸν πολὺ μεγαλείτερον· διότι ἐκεῖ ὁ φόρος εἰσαγωγῆς παραλλάσσει μεταξὺ 45 λεπτῶν τὸ ἑκατόλιτρον καὶ τριῶν φράγκων καὶ ἑξήκοντα λεπτῶν, καὶ ταῦτα μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λουγδούνου. Ἐν Παρισίοις ὁ φόρος πληρώνεται συλλήβδην κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν· ἡ δὲ φορολογία ποία τις ἦτο μέχρι τοῦ 1880, ὅτε ἠλαττώθη κατά τι; ἦτο 11 φρ. καὶ 87 λεπτὰ τὸ ἑκατόλιτρον, τουτέστι 15 λεπτὰ καὶ ἑκατοστά τινα τοῦ λεπτοῦ ἡ ὀκᾶ· μετὰ τὴν ἐλάττωσιν δὲ τοῦ πεμπτημορίου θὰ ἦτο 12 λεπτὰ καί τινα ἑκατοστὰ, ἀλλὰ προστιθεμένων τῶν 2 δεκατημορίων, ἀνέρχεται πάλιν σχεδὸν εἰς 15 λεπτά· ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ ὑπολογίζεται παρὰ τῶν συγγραψάντων εἰς 6 φράγκα καὶ 25 λεπτὰ τὸ ἑκατόλιτρον, τὸ ἑκατόλιτρον δὲ εἶναι 78 ὀκάδες. Ὑπολογίσατε ἤδη ἐν Ἑλλάδι ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ φορολογίας, ἥτις παραλλάσσει μεταξὺ 2 καὶ 6 λεπτῶν· εἶναι πολλοστημόριον τοῦ μέσου ὅρου τῆς Γαλλίας. Μὴ δὲ λέγωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μικρὰ καὶ ἡ Γαλλία μεγάλη, διότι ὡς πρὸς τὰς φορολογικὰς δυνάμεις ὁ καταναλωτὴς ὁ Ἕλλην καὶ ὁ καταναλωτὴς ὁ Γάλλος εἶναι ἴσης δυνάμεως· ὥστε περὶ τοῦ μέτρου τῶν φόρων σκεπτόμενοι, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγεθος τοῦ Κράτους. Καὶ περὶ τοῦ φόρου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἤκουσα λεγόμενον, ὅτι πλησιάζει ἡ φορολογία ἡ ἡμετέρα πρὸς τὴν Γαλλικὴν, μάλιστα κατ’ ἀρχὰς ἐῤῥέθη, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα· ἀλλ’ ὑπολογισμοὶ, γενόμενοι ἀπὸ τοῦ βήματος κατόπιν, τῇ βοηθείᾳ τοῦ κ. Μουτσοπούλου, ἐντριβοῦς περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι κατωτέρα. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο καλῶς ὁ ὑπολογισμὸς, διότι τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐν Γαλλίᾳ εἶναι περίπου δύω δραχμαὶ τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ ῥακίου, ἤτοι τοῦ eau de vie, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ παρ’ ἡμῖν ῥακίον, τὰ δὲ ἄλλα εἴδη τῶν ποτῶν φορολογοῦνται ἔτι βαρύτερον. Εἶναι ἄρα ὁ κατώτατος ὅρος τοῦ φόρου ἐν Γαλλίᾳ τετραπλάσιος τοῦ παρ’ ἡμῶν προτεινομένου τῶν 50 λεπτῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὸν καπνὸν, ἐπίσης φορολογεῖται οὗτος ἐν Γαλλίᾳ πολλῷ βαρύτερον ἢ ὅσον προτείνεται, ἵνα φορολογηθῇ παρ’ ἡμῖν. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς ἀγορᾶς τοῦ καπνοῦ καὶ τὴν φύραν, μεγίστη διαφορὰ ἐπὶ πλέον θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν πωλεῖ τὸν καπνὸν ἡ Διεύθυνσις τοῦ μονοπωλείου ἐν Γαλλίᾳ, καὶ τῆς τιμῆς, εἰς ἣν θὰ συμφέρῃ νὰ πωλῆται ὁ καπνὸς παρ’ ἡμῖν μετὰ τὴν προτεινομένην φορολογίαν. Πανταχοῦ λοιπὸν ἐφροντίσαμεν, ὅπως ἐπιβάλωμεν φόρους κατωτέρους ἐκείνων, οἵτινες ὑφίστανται εἰς ἄλλα Κράτη. Ἀλλ’ ἐν ᾧ εἶναι οἱ φόροι κατώτεροι ἐκείνων, οἵτινες ὑφίστανται εἰς ἄλλα Κράτη καὶ κατὰ πολὺ, οὐδόλως ἐπιβαρύνουσι τὴν παραγωγήν. Καὶ ἐθαύμασα ἀκούσας βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, συμβουλευόντων τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀντὶ τῆς φορολογίας ταύτης ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Ὁ καπνὸς εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων προϊόντων τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐξαγωγὴ δὲ τοῦ εἴδους τούτου ἀποφέρει ὑπὲρ τῆς Χώρας περὶ τὰ 7,000,000 ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις τῆς ἐργασίας τοῖς συνδεομένοις πρὸς τὴν παραγωγὴν, τὴν παρασκευὴν, τὴν μεταφορὰν καὶ τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ. Ἐν ταῖς ξέναις ἀγοραῖς ὑφίσταται ὁ ἡμέτερος καπνὸς σπουδαιότατον συναγωνισμὸν, εἰς ὃν δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ ἐπιβαρυνόμενος διὰ φορολογίας ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως δὲν περιορίζομεν τὴν κατανάλωσιν· διὰ τοῦ φόρου ὅμως ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, βεβαίως περιορίζομεν τὴν ἐξαγωγήν, διότι ὁ συναγωνισμὸς ὑπάρχει πρὸς τὴ ξένην παραγωγὴν καὶ μόνον διὰ τῆς εὐτελεστέρας τιμῆς δύναται ν’ ἀνθέξῃ ὁ ἡμέτερος καπνός. Εὐθὺς ὡς ἡμεῖς ἐπιβάλωμεν φορολογίαν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ὅσον δήποτε μικρὰν, ἐν τῷ συναγωνισμῷ θέλει ὑπερτερεῖ ὁ ξενικὸς καπνὸς, καὶ ἡ παραγωγὴ οὐχὶ μόνον θέλει περισταλῆ, ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ θέλει καὶ ἐντελῶς ἐκλείψει. Ἡ φορολογία ὅμως, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν, ἐνῷ εἶναι ἐλαφρὰ ὡς φορολογία καταναλώσεως, παραβαλλομένη πρὸς τὴν τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, θὰ ἦτο βαρυτάτη καὶ φορτικωτάτη, ἐπιβαλλομένη πὶ τῆς παραγωγῆς. Καὶ θὰ ἦτο βαρυτάτη, ὄχι ἐὰν ἐπιβάλωμεν τὸ ποσὸν τῶν 3 δραχμῶν, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιβάλωμεν τὸ ποσὸν καὶ τῶν 2 δραχμῶν καὶ τῆς 1 δραχμῆς· διότι, προκειμένου περὶ φόρου καταναλώσεως, ἡ σχέσις πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ εἴδους δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν· ὅ,τι λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν εἶναι αἱ δυνάμεις καὶ ἡ θέλησις τοῦ καταναλίσκοντος· πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ καταναλίσκων ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀποκτήσῃ τὸ εἶδος ἐπὶ τοιαύτῃ τιμῇ, καὶ ἐὰν ἕνεκα τοῦ φόρου δὲν θὰ ἀποφασίσῃ νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν τοῦ εἴδους ἢ νὰ κάμῃ ἐλάσσονα χρῆσιν· οὐδὲν ἄλλο ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν φορολογικὴν ἔποψιν. Προκειμένου ὅμως περὶ φορολογίας τῆς παραγωγῆς, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τοῦτο· προκειμένου περὶ φορολογίας τῆς παραγωγῆς, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀναλογίαν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ἀξίας τοῦ εἴδους καὶ τοῦ φόρου· διότι εὐθὺς ὡς ἐπιβληθῇ φόρος δυσανάλογος, τὸ εἶδος δὲν δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐν ξένῃ ἀγορᾷ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως πρὸς τρεῖς δραχμὰς τὴν ὀκᾶν εἶναι 200% καὶ 300%, ἀλλὰ καὶ εἰς 50 λεπτὰ ἐὰν περιορίσωμεν τὸν φόρον, ἐπιβάλλοντες αὐτὸν ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ ἐπιβαρύνοντες δι’ αὐτοῦ τὸν ἐξαγόμενον καπνὸν, φέρομεν ἐπιβάρυνσιν εἰς τὸ εἶδος, καθιστῶσαν ἀδύνατον τὸν συναγωνισμὸν αὐτοῦ ἐν ξέναις ἀγοραῖς πρὸς καπνοὺς ἀπηλλαγμένους τοιαύτης ἐπιβαρύνσεως. Ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τῆς Ἀργολίδος ὡς ἐκ τοῦ εὐτελοῦς τῆς τιμῆς αὐτοῦ, καὶ ἡ ἐλαχίστη φορολογία ἐπὶ τῆς παραγωγῆς εἶναι βαρυτάτη καὶ ταυτόσημος πρὸς ἀπαγόρευσιν τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ καπνοῦ. Δὲν θὰ ἀναπτύξω ἤδη ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων τούτων. Θὰ εἰσέλθωμεν προσεχῶς εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τότε ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν ἀποδείξει, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ νὰ παραγάγῃ ἔργα ἄξια εἰσαγωγῆς ἐν τῇ Βουλῇ, παρεσκεύασεν αὐτὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐρωτήσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις πολεμεῖ τὰ νομοσχέδια ταῦτα· τί αὕτη προτείνει; Λέγω τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἥτις τὰ ἀπέκρουσε, διότι πᾶσα ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν τὰ προσέβαλε, τοὐλάχιστον κατ’ ἀρχήν. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, τί ἀντιπροτείνουσιν; Αἱ οἰκονομίαι ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς. Τὰ νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῆς εἰσπράξεως ἀπεδείχθη, ὅτι ἐν σπουδαίῳ Προϋπολογισμῷ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ἐκ τῶν προτέρων ὡς πηγὴ προσόδου Τίνες ἄρα εἶναι οἱ προτεινόμενοι παρὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως φόροι; Ὅτε ἤρξατο ἡ παροῦσα Σύνοδος, ἤκουσα πολλὰ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, περὶ φόρου ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς κινητῆς περιουσίας, περὶ ἄλλων τινῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι μόνον ὡς ἀστεϊσμοὶ, παρεμβαλλόμενοι πρὸς διάχυσιν· ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἠκούσαμεν πάντα ταῦτα. Συζητοῦμεν ἤδη τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ πρὸ ἡμερῶν, καὶ οὐδένα μέχρι τοῦδε ἠκούσαμεν ἀναπτύξαντα τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν κεφαλαίων, καὶ τὴν μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς φορολογίας ἐκείνης. Ἐνῷ ἐπίσης διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑποβολῆς τοιούτου νομοσχεδίου κατεκρίνετο τόσον σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις, οὐδένα ἠκούσαμεν ἀναπτύξαντα, πῶς θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἀλλαχοῦ ὑφιστάμενος φόρος ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἄλλοτε ἐκόπτετο ζητῶν τὴν ταχίστην δημοσίευσιν τοῦ ὑπὸ ἄλλου βουλευτοῦ μεταφρασθέντος Ἰταλικοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς προσόδου τῶν κινητῶν κεφαλαίων, διότι ἤλπιζεν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου ἐκείνου ἠδύνατο ν’ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν εὐπορωτέρων πᾶν τὸ κενὸν, τὸ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ φορολογίᾳ, καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἀνάγκης, ὅπως προνοῇ περὶ ἄλλων φόρων. Ἐτυπώθη μεταπεφρασμένος ὁ νόμος, ὁ δὲ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ στηρίξαντες τὰς ἐλπίδας των ἐπὶ τοῦ συστήματος ἐκείνου ἐπείσθησαν, ὅτι οὐδεμία τοῦ νόμου διάταξις εἶναι ἐφαρμοστέα ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἀφορῶσιν αὗται εἰς κατάστασιν νομοθετικὴν ὅλως διάφορον, καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι ψηφιζόμενος τοιοῦτος νόμος οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἔννοιαν. Πρὸς φορολογίαν τῶν κινητῶν κεφαλαίων ἐῤῥέθη, ὅτι δέον νὰ φορολογηθῶσιν αἱ ὁμολογίαι τῶν ἐθνικῶν δανείων· ἐξετάσαντες ὅμως ἐμβριθέστερον τὸ ζήτημα οἱ ταῦτα προτείναντες, ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβῶσιν εἰς τοιαῦτα μέτρα, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον τηροῦσιν ἄκραν σιγὴν περὶ τῆς φορολογίας τῆς προσόδου τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Μίαν μόνον φορολογίαν, σχετιζομένην πρὸς τὸ κινητὸν κεφάλαιον, ἐνθυμοῦμαι, εἰδικῶς ὑποστηριχθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, δὲν ἠξεύρω δὲ, ἐὰν τὴν ἐγκατέλειψε, διότι δὲν τὸν ἤκουσα ἀγορεύοντα ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, εἶπεν, ὅτι θέλει προέλθει σπουδαία πρόσοδος ἐκ τῆς φορολογίας τῶν ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν. Ἐξήτασα καὶ τοῦτο, πόσαι ὑπάρχουσιν ἰδιωτικαὶ ἅμαξαι μὴ λειτουργοῦσαι πρὸς βιομηχανικὸν πορισμόν. Ἤκουσα παρά τινων, ὅτι εἶναι περὶ τὰς 20, παρ’ ἄλλων περὶ τὰς 30. Οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἀνέγνωσεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου καὶ ἠθέλησε νὰ μεταφυτεύσῃ παρ’ ἡμῖν, ἀφορῶσιν εἰς κατάστασιν Ἐθνῶν ἄλλων. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι, ἀποφέροντες μικρὸν μὲν ποσὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἱκανὸν ἵνα ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, ὁ τρόπος τοῦ βίου ἐπιβάλλουσιν εἰς πάντα ἐκεῖ εὔπορον, εἰς πάντα ἰδίως μεταβαίνοντα ἀπὸ τῆς καταστάσεως τῆς ἀπορίας εἰς τὴν τῆς εὐπορίας, εἰς ἐκδήλωσιν τούτου, τὴν ἀπόκτησιν ἰδιωτικῆς ἁμάξης. Ἐνταῦθα ἔχομεν ἑκατομμυριούχους, οἵτινες δὲν διατηροῦσιν ἰδίαν ἅμαξαν. Ὁ Τόπος εἶναι ὠργανωμένος ἄλλως, καὶ οἱ εὐπορώτεροι δὲν αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην ἰδιωτικῆς ἁμάξης. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου εἶναι ἐκ τῶν εὐπορωτέρων καὶ δὲν ἔχει ἅμαξαν.
§33ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δύω μάλιστα.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἀπατῶμαι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἰδιωτικῶν ἁμαξῶν. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν 20, ἢ 30, ἰδοὺ ἔχομεν 22 ἢ 32· ἀλλ’ ὑπολογίζω ἐπὶ 50, ὑπολογίζω ἐπὶ 100, καίτοι δὲν τὰς βλέπομεν. Ἡ φορολογία, ἥτις ἐπιβάλλεται ἐν Γαλλίᾳ, κανονίζεται παραλλάσσουσα κατὰ τὸν πληθυσμὸν τοῦ τόπου μεταξὺ 60 καὶ 10 φράγκων· ἐν Παρισίοις εἶναι ὁ φόρος 60 φράγκων· ὥστε αἱ 100 ἅμαξαι θὰ ἀποφέρωσιν 6,000 φρ. Ἐὰν δὲ ἔχωμεν μόνον 20 ἰδιωτικὰς ἁμάξας, ἡ πρόσοδος θὰ ἦναι 1,200 δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου εἰδικῶς προταθεῖσα φορολογία, εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ Ἔχομεν καὶ ἄλλας φορολογίας, προταθείσας παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Φορολογίαν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν τῶν ἄνω τῶν 50,000 δραχμῶν. Πόσας κληρονομίας ἔχομεν ἐτησίως ἀνωτέρας τῶν 50,000 δραχμῶν; Τοιαῦται κληρονομίαι, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ συνήθεις· ἔχομεν ὅμως τινάς. Ποίαν δὲ πρόσοδον δυνάμεθα ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ν’ ἀπεκδεχώμεθα; Ἐὰν ὁρίσωμεν αὐτὴν εἰς 10,000 ἢ 15,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, νομίζω, ὅτι προσεγγίζομεν τὸ ὅριον τῆς τολμηροτέρας εἰκασίας. Δευτέρα φορολογία προετάθη ἐν τῇ αὐτῇ ἀγορεύσει ἡ ἐπὶ τῶν ἐνυποθήκων δανείων· ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη φρονῶ ἐγκατελείφθη ἀπέναντι τῆς γενικῆς ἀποδοκιμασίας φόρου, ἐπιπίπτοντος ἐπὶ τοῦ μὴ εὐποροῦντος κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα τῆς στενοχωρίας αὐτοῦ. Τρίτην φορολογίαν προέτεινεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, τὴν ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, θεωρῶν τὸν ὅρον τοῦ 3%, ὅστις ἐπικρατεῖ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὡς δεκτικὸν αὐξήσεως. Ἀλλ’ ὁ ὅρος οὗτος ἐκ συμβάσεως κεκυρωμένης εἶναι ὁ ἀνώτατος ὡς πρὸς τὸ τρίτον περίπου τῆς προσόδου, προϋπολογιζομένης, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 3%, εἰς 300,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ προσθήκη ἄρα 2% ἐπὶ τῆς προσόδου, ἐφ’ ἧς ἐπιτρέπεται αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ ὅρου, δὲν δύναται ν’ ἀποφέρῃ οὐδ’ 150,000 δραχμῶν. Οὗτοι εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἤκουσα εἰδικῶς προτεινομένους ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὁμολογήσας, ὅτι δὲν ἔχει νὰ προτείνῃ ἄλλον φόρον, ἢ μὴ θέλων ἴσως ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς προτάσεως ἄλλων φόρων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς γινώσκει, εἶπεν, ὅτι ἀφίνει εἰς τὴν Συμπολίτευσιν νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδόλως ὅμως, εἶπεν, τὰ ἀποδέχεται, καίτοι ἐπιφυλάσσεται μόνον ν’ ἀποκρούσῃ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἴνου. Λοιπὸν εἰς ἀναπλήρωσιν κενοῦ 12,000,000 ἢ 14,000,000 μᾶς προτείνετε φορολογίαν 300,000 δραχμῶν; Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως! Ἀπέναντι τῶν προτάσεων τούτων τί δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ πράξωμεν; Ποίαν συζήτησιν ὀφείλομεν ἡμεῖς πρὸς τοιαύτας προτάσεις νὰ μετέλθωμεν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ εἰς κοινήν τινα ἀπόφασιν; διότι παραδέχομαι πληρέστατα τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι πᾶσα ἡμῶν ἐργασία δὲν πρέπει νὰ διεξάγηται διὰ ζητημάτων Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Διακριθέντος τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἐν τῇ διασκευῇ τῶν νομοθετημάτων, δυνάμεθα πάντες νὰ συμπράττωμεν, ἐμφορούμενοι τῆς αὐτῆς ἰδέας καὶ βαίνοντες πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν; Ποία δὲ ὠφέλεια θὰ προέλθῃ ἐκ τῆς συμπράξεως τῶν ἀναδεχομένων τὴν εὐθύνην, ὅπως ἀναπληρώσωσι τὸ κενὸν τῶν 14,000,000 δραχμῶν, καὶ τῶν μὴ τολμώντων νὰ προβῶσιν ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ πέραν τῶν 300,000 δραχμῶν; Ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, τῇ γενικῇ, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὤφειλεν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα μετὰ πατριωτικῆς παῤῥησίας· ὤφειλε νὰ μὴ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην περιοριζομένην ἐντὸς τῶν πινάκων τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σχεδὸν πανταχοῦ προκειμένου περὶ τῆς γενικῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, ἐπιλαμβανομένη ἐκ τῆς ἀφετηρίας ταύτης τῶν ζητημάτων τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξετάσῃ πᾶσαν τὴν πορείαν τὴν μέχρι τοῦδε τῆς Κυβερνήσεως· ἔπρεπεν ν’ ἀναπτύξῃ αὐτὴ τὸ ἴδιον ἑαυτῆς πρόγραμμα· ἔπρεπεν, ἀποβλέπουσα εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν Συνόδων, νὰ ζητήσῃ λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεφύησαν ἢ τὰ ὁποῖα αὐτὴ προὐκάλεσεν. Ἐν τῇ γενικῇ ταύτῃ συζητήσει ἔπρεπε νὰ φέρῃ εἰς ἐξέτασιν τὸ μεθοριακὸν ζήτημα, καὶ ἂν θεωρῇ, ὅτι κακῶς τὸ ἐλύσαμεν, ἔπρεπε ν’ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ, ὅτι ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ἀφήσωμεν κοιμώμενον, καὶ ὅτι ἔπρεπε τὴν ἀρτιότητα τῆς Χώρας νὰ θεωρήσωμεν ὡς ζήτημα προωρισμένον εἰς ἐπίλυσιν ἐν ἄλλῃ ἐποχῇ καὶ δι’ εἰρηνικωτέρων σκέψεων· ἔπρεπεν ἐν τῷ ζητήματι τῷ Αἰγυπτιακῷ νὰ μᾶς ζητήσῃ σήμερον λόγον, ὅτε ἐλύθη τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ ἐκείνων, περὶ ὧν δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ λόγον, ὅτε δὲν εἶχεν ἔτι περατωθῆ, ἀφοῦ σήμερον ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὴν ζητουμένην λογοδοσίαν, ἣν τότε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν, καίτοι σήμερον λογοδοσίαν δίδει ἡ ἐπιτυχία. Ἀλλ’ ἐδειλίασαν νὰ πράξωσι τοῦτο ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων. Βλέπουσιν ἀποτελέσματα ἐθνωφελῆ· καὶ ἐνῷ δὲν ἔχουσι τὸ θάῤῥος νὰ προβῶσιν εἰς ἔλεγχον, δὲν ἔχουσι τὴν παῤῥησίαν ν’ ἀναγνωρίσωσι δημοσίᾳ, ὅτι ὀρθῶς ἐπολιτεύθημεν. Πρέπει ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ, οὐ μόνον τοῦ παρελθόντος ἡ πολιτικὴ νὰ ἐξετασθῇ, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος. Περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος παρεμπιπτόντως ἤκουσα χθὲς ἰδέας τινὰς ἐξ ἀφορμῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ῥηθείσας. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἦναι πολεμικὴ καὶ ἐπιθετική Τοῦτο, κύριοι, εἶναι σπουδαιότατον. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ ἦναι πολεμικὴ καὶ ἐπιθετική· διότι, ἂν ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος πρέπῃ νὰ ἦναι τοιαύτη, ὁ ὑποβαλλόμενος Προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνεπαρκής. Ὅταν ἀναγράφομεν ἀρχήν τινα καὶ λέγωμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη πρέπει νὰ ἦναι ὁδηγὸς ἡμῶν, πρέπει καὶ τὰς συνεπείας ν’ ἀναγράφωμεν καὶ νὰ ὑφιστάμεθα. Τί ὠφελεῖ ν’ ἀναγράφωμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὅταν ψηφίζωμεν Προϋπολογισμὸν ἀνεπαρκῆ πρὸς αὐτήν; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ παρασκευάζηται μόνον πρὸς ἐπίθεσιν καὶ ὅτι, ἂν δὲν παρασκευάζηται πρὸς ἐπίθεσιν, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ἔχῃ στρατὸν καὶ νὰ περιορισθῇ εἰς διατήρησιν στρατιωτικῆς ἀστυνομίας; Τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε παρεμπιπτόντως ἐτέθη; Ἡμεῖς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἔχομεν ἐκπεφρασμένην τὴν πολιτικὴν ἡμῶν πλήρη, καὶ περιεμένομεν ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει ταύτῃ νὰ εὕρωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἄρωμεν πάσας τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσιν. Ἀλλ’ ἀμφιβολία οὐδεμία ἐξεδηλώθη. Ἀποφεύγετε δι’ ὅλων τῶν μέσων τὴν γενικὴν συζήτησιν. Τὴν γενικὴν συζήτησιν μετατρέπετε εἰς συζήτησιν περὶ ἀριθμῶν προϋπολογισμοῦ, εἰς συζήτησιν περὶ λεπτομερειῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ περὶ τούτων ὑπάρχει καιρὸς ἱκανὸς ἐν τῇ ψηφίσει τῶν καθ’ ἕκαστον. Σήμερον θέλομεν νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον ἡμῶν ἐκεῖνοι, οἵτινες μᾶς κατήγγελλον, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἐνώπιον τῆς κοινωνίας νὰ τοὺς καταγγείλωμεν· θέλομεν νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν βάσανον τῆς δημοσιότητος τοὺς λόγους αὐτῶν· θέλομεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅθεν ἡ φωνὴ ἀντηχεῖ ἐπὶ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν, νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἴπωμεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀξιοῦσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσε τὸ μεγαλείτερον τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ὅτι ἠπατήθησαν, ὅτι διαγωγὴν τοιαύτην μετήλθομεν, ἥτις ἀνύψωσε τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατήγγελλον, πρόγραμμα ἔχουσι, τὸ ὁποῖον θέλει συντελέσει ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν μέλλουσαν ἡμῶν ὕπαρξιν ἐγγυήσεις. Ἀλλὰ ποίας ἐγγυήσεις; Θὰ ἐπιδιώξωμεν ἐπιθετικὸν πόλεμον; Καὶ ἂν δὲν ἐπιδιώξωμεν ἐπιθετικὸν πόλεμον, ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ καὶ ἄχρηστος εἶναι δι’ αὐτὴν ὁ στρατός; Καὶ ἄχρηστος ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ στρατὸς ἐν τῷ ζητήματι τῷ μεθοριακῷ; Ἄχρηστον ὑπῆρξε τὸ Ναυτικὸν ἐν τῷ ζητήματι τῷ Αἰγυπτιακῷ; Ἐνῷ τὰ ὀλίγα πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχαμεν, ἄχρηστα δὲν ὑπῆρξαν ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ, ἆρα δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς εἰς ταῦτα καταγινομένους, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς τῆς ἐνεργείας καὶ στρατιωτικῶς ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει; Ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἐπιθέσεως ἡ Ἑλλὰς θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔπρεπε ν’ ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τοῦ μέλλοντος ἡμῶν. Δὲν εἶναι πρακτικῆς πολιτικῆς ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἐν εἰρήνῃ παρεσκευασμένον ἐντελῶς πρὸς ἐπίθεσιν στρατὸν ἱκανῶς πολυάριθμον, ὅπως καὶ ἐπιχειρήσῃ ἐπίθεσιν. Ποῖος δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι στρατὸς, ἀσκούμενος ἐπὶ 3 ἔτη, εἶναι κάλλιον κατηρτισμένος τοῦ ἀσκουμένου ἐπὶ ἓν ἔτος; Ἀλλὰ πῶς θέλει ἀποκτηθῆ τοιαύτη τοῦ στρατοῦ ἄσκησις; Αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς ταύτην θυσίαι εἶναι ἀνάλογοι τῶν δυνάμεων τῶν χρηματικῶν τοῦ Κράτους, εἶναι ἀνάλογοι τῶν δυνάμεων αὐτῶν τῶν προσωπικῶν; Εἶναι δυνατὸν ἡ παραγωγὴ τῆς Χώρας νὰ στερηθῇ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τοσούτους στιβαροὺς βραχίονας; Εἶναι δυνατὸν τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τόσον μεγάλας δαπάνας; ἀλλὰ θέλετε θεραπεύσει τὸ κακὸν, ἐλαττοῦντες τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν· ἀντὶ ὅμως ἐφεδρείας ἐξ 60,000,000 ἀνδρῶν, θέλετε ἔχει ἐφεδρείαν ἐξ 20,000 ἀνδρῶν. Καὶ μὲ 20,000 ἀνδρῶν θέλετε διεξαγάγει ἐπιθετικὸν πόλεμον; Διὰ τοιούτων ἀντιφάσεων θέλετε νὰ ὑποστηρίξητε τὰς ἰδέας σας, καὶ εἶναι τοῦτο πρακτικὴ πολιτική; Τὸ νὰ ἐπικρίνῃ τις τὴν μονοετῆ θητείαν εἶναι εὐχερέστατον, διότι ἄπειρα εἶναι τὰ ἐλαττώματα αὐτῆς· ἀλλὰ τότε ἔχει ἀξίαν ἡ ἐπίκρισις, ὅταν δύναται ν’ ἀντιτάξῃ εἰς τὸ ἐπικρινόμενον ἄλλο σύστημα πλῆρες. Διὰ τῆς τριετοῦς θητείας βεβαίως δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ καταρτίσῃ ὑπόδειγμα στρατοῦ ἱκανοῦ πρὸς ἐπίθεσιν· ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, εἰμὴ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα μικρὰ Κράτη, εἶναι ἠναγκασμένη, ἕνεκα τῆς ὀλιγότητος καὶ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν ἄλλων μέσων, νὰ παρέχῃ εἰς πάντας ἐκγύμνασιν, ἀλλὰ νὰ παρέχῃ αὐτὴν ἀτελῆ, πῶς δύναται νὰ σκέπτηται περὶ ἐκλογῆς μεταξὺ ἐπιθετικοῦ ἢ ἀμυντικοῦ πολέμου; Ποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐν ἐνδεχομέναις περιστάσεσι δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἀσφαλῶς, εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀναπτύξῃ πάσας αὑτῆς τὰς δυνάμεις, καταρτίζουσα αὐτὰς στρατιωτικῶς, ὅσον τὰ μέσα αὐτῆς τὸ ἐπιτρέπουσι, δύναται καὶ αὕτη νὰ θεωρηθῇ παράγων ἐν τῷ ζητήματι τῷ εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς ἀφορῶντι. Τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα ἀπωτέρου μέλλοντος. Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται ἢ ν’ ἀφορᾷ, ὅπως κατασταθῶσι ταῦτα ζητήματα ἀπωτέρου μέλλοντος, διότι πᾶσα περιπλοκὴ σήμερον ἤθελε μᾶς ἐκθέσει εἰς δυσχερείας ἀκαταλογίστους, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούομεν διαῤῥήδην τὸ ῥηθὲν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει πολιτικὴν πολεμικήν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεναντίας ἔχει πολιτικὴν εἰρηνικήν. Ἡ Κυβέρνησις πᾶσαν θυσίαν θέλει ποιήσει, ὅπως, ὅσον ἀπ’ αὐτῆς ἐξαρτᾶται, παραταθῇ ἡ ὑφισταμένη εἰρηνικὴ κατάστασις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει διὰ παντὸς τρόπου τὴν σύσφιγξιν ὅσον ἔνεστι στενοτέρων σχέσεων πρὸς τὸ γεῖτον Κράτος. Ἀλλ’ ἐπιδιώκουσα ἡ Ἑλλὰς τὴν εἰρήνην, εἶναι βεβαία, ὅτι καὶ θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ εἰρήνη; Ἡ Ἑλλὰς ὀλίγον βαρύνει ἐν τῷ ζητήματι, καὶ ἐπειδὴ ἐξ ἄλλων ἐξαρτᾶται ἡ ἔκβασις, πρέπει νὰ ἦναι, ὅσον τὸ δυνατόν, παρεσκευασμένη πρὸς ἄμυναν· ἄμυναν οὐχὶ χωρογραφικὴν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, ἀλλ’ ἄμυναν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πᾶν ἄλλο εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ πολιτικὴ οἱασδήποτε Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἢ πολιτικὴ ἐπιθέσεως. Πρέπει νὰ προνοήσωμεν διὰ παντὸς τρόπου, ὅπως ἀποκτήσωμεν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν, καὶ νὰ φροντίσωμεν, ὅπως πᾶς Ἕλλην δύνηται νὰ φέρῃ τὸ ὅπλον ἐν ἀνάγκῃ, γυμναζόμενος ἵνα τὸ φέρῃ, ἀλλὰ περιοριζόμενος ἐν τῇ ἀσκήσει ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ Κράτος. Ζητοῦντες πλειότερον τούτου, ζητοῦμεν τὴν μὴ ἐκγύμνασιν τοῦ ἔθνους, ζητοῦμεν τὸν καταρτισμὸν στρατοῦ ὁποίους εἶχον τὰ μικρὰ Κράτη τῆς Γερμανίας ἢ τῆς Ἰταλίας πρὸ τῆς ἑνώσεως ἑκάστης τῶν δύω τούτων Χωρῶν, στρατοὺς οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον πρὸς κυβερνητικοὺς σκοποὺς καὶ ὄχι πρὸς ἐθνικούς. Ἄν θέλωμεν στρατιώτας πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ ἐθνικοῦ, πρέπει πᾶς Ἕλλην νὰ ἦναι καὶ στρατιώτης, στρατιώτης, ὅσον ἐνδέχεται κάλλιον ἐκγεγυμνασμένος, ἀλλὰ καὶ ὄχι πλειότερον γυμναζόμενος ἢ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ μέσα, καὶ ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι. Τοιαύτη εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐθνικὴ, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν, καὶ τοιαῦτα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν· τὴν δὲ πολιτικὴν τὴν οἰκονομικὴν εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ τὴν εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένην ὁλοκλήρως; ὄχι βέβαια· ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι δεικνύουσι τὴν ὁδόν, εἰς ἣν ὀφείλομεν νὰ εἰσέλθωμεν, ὁδὸν ἀνακουφίσεως τῆς παραγωγῆς, ὅσον ἔνεστι, ἀπὸ τῆς ἀμέσου φορολογίας, καὶ ἐπιβαρύνσεως τῆς καταναλώσεως. Κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ἴσως σχέδιον ἄλλο περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, ὅπως ἀπαλλαγῇ ὁ παραγωγὸς ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, τοὐλάχιστον ἐν μέρει ἀπὸ τοῦ βάρους φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν σήμερον, ἤτοι τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ τῶν τροφῶν, ὅπως ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τῶν δασμῶν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰς πρώτας ὕλας, εἰς τὰ μηχανήματα καὶ εἰς τὰ εἴδη, δι’ ὧν προάγεται ἡ βιομηχανία. Καὶ αἱ ἀνακουφίσεις αὗται θέλουσιν ἀποτελέσει ἐπιβαρύνσεις ἄλλων κλάσεων φορολογουμένων καὶ ἄλλων κατηγοριῶν ἐμπορευμάτων· διότι, ὡς εἶπον, δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑποβάλωμεν σύστημα διὰ τὸ παρὸν, πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν σχέδιον ἀποκαθιστῶν τὸ ἰσοζύγιον ἐν τοῖς σταθεροῖς Προϋπολογισμοῖς, καὶ οἱ σταθεροὶ Προϋπολογισμοὶ, ὡς παρέστησα ἀρχόμενος, παρουσιάζουσι δυσχερείας, αἵτινες εἶναι βεβαίως ἀκαταγώνιστοι πρὸς τοὺς μὴ ἔχοντας τὸ θάῤῥος, ἵνα τὰς ἀντιμετωπίσωσιν. Ἀλλὰ παραλείποντες ὅσα κατόπιν θέλουσι προταθῆ εἰς ἀνάπτυξιν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τώρα εἰσηγοῦμαι, σήμερον πρέπει νὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν ἤδη εἰς τὴν Βουλήν· πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἂν ὑπελογίσαμεν τὸ σθένος τοῦ Τόπου ὡς ἀνώτερον ἢ ὅ,τι πράγματι εἶναι, πρέπει ἡ Ἀντιπολίτευσις αὐτὴ νὰ σταθμίσῃ τὸ ἴδιον ἑαυτῆς σθένος καὶ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἀπέχῃ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἔχει γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ γνώμην σπουδαίαν, νὰ ἔχῃ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, ὅταν θὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ὅταν βουλευτὴς ἐκ τῶν ἐξεχόντων ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν πλειοψηφίαν: φρόντισον νὰ φέρῃς ἐνταῦθα τὸν ἀριθμὸν τὸν ἀποτελοῦντα τὴν ἀπαρτίαν, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐνέχωμαι εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, δικαιοῦται ἡ πλειοψηφία νὰ εἴπῃ εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον καὶ εἰς τοὺς μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντας, ὅτι ἔχουσι καθῆκον, τὸ ὁποῖον παραγνωρίζουσι, καὶ ἔχουσι καθῆκον, ἂν θεωρῶσι τὰ μέτρα ταῦτα ἐπὶ τοσοῦτον ἐπιβλαβῆ, ὥστε νὰ μὴ θέλωσι νὰ ἀναλάβωσιν ἐπ’ αὐτοῖς εὐθύνην, νὰ ὑποβάλωσιν αὐτοὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θεωροῦσιν ὡς ἀνταποκρινόμενα πρὸς τὰς περιστάσεις. Ἡμεῖς ὅμως, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν σκεφθῶσι, καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ διαγωγὴ αὐτῶν, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀναδεχθῶμεν πᾶσαν τὴν εὐθύνην ἐπὶ τῇ ψηφίσει τῶν μέτρων, τὴν ἀναδεχόμεθα ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις, εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι καὶ πᾶσα ἡ Συμπολίτευσις τὴν ἀποδέχεται· εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι, ἂν δὲν ἀπέβλεπον οἱ συμπολιτευόμενοι βουλευταὶ εἰς τὸν ἐθνικὸν ἐξευτελισμόν, τὸν ὁποῖον ἐκ τοιούτου ἀποτελέσματος φοβοῦνται, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦναι μόνοι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἵνα ψηφίσωσι τὰ μέτρα ταῦτα, ὄχι διότι ἀγνοοῦσιν, ὅτι αἱ πρῶται ἐντυπώσεις ἐκ τοιούτων μέτρων εἶναι συνήθως δυσάρεστοι, ὄχι διότι ἀγνοοῦσιν, ὅτι ἡ ψῆφος αὐτῶν αὕτη κατὰ τὰς προσεχεῖς δημοτικὰς ἐκλογὰς δύναται νὰ ἐπιδράσῃ κατ’ αὐτῶν, ἀλλὰ διότι αἰσθάνονται, ὅτι ὅσῳ περισσότερον ἕκαστος προσωπικῶς θυσιάζει εἰς ψήφισιν τῶν μέτρων, ἅτινά εἰσιν ἀναγκαῖα πρὸς σωτηρίαν τῆς Πολιτείας, τόσον μεγαλείτερος εἶναι ὁ μισθὸς ὁ ἠθικὸς ἐπὶ τούτῳ. Αἱ ἐντυπώσεις αἱ πρῶται δύνανται νὰ ὦσι τοιαῦται, ὁποίας τὰς ἐσκιαγράφησα. Ἂν αἱ ἐντυπώσεις αὗται θὰ ἦναι διαρκεῖς, θὰ ἔλεγον ἐγὼ πρῶτος εἰς τὴν Συμπολίτευσιν: μὴ ψηφίσῃς τὰ μέτρα, ὄχι διότι τὸ διαρκὲς τῶν ἐντυπώσεων δύναται νὰ σὲ βλάψῃ, ἀλλὰ διότι ἔθνος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ δυσμενῶς πρὸς τὰ μέτρα ταῦτα μετὰ τὴν γενομένην συζήτησιν, καὶ δύναται οὕτω νὰ ἐπηρεασθῇ διαρκῶς, δὲν εἶναι ἔθνος ἄξιον τοιούτων μέτρων, δὲν εἶναι ἔθνος εὑρισκόμενον εἰς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν τὰ μέτρα ταῦτα ὑποθέτουσι· τὸ ἔθνος ἐκεῖνο εἶναι ἄξιον νὰ κυβερνᾶται παρὰ τῶν ἀνδρῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῶν ὁποίων τὰς ἰδέας ἠκούσατε. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἄξιον τῶν μέτρων τούτων, ὅτι τὸ ἔθνος θέλει ὑποστηρίξει τὰ μέτρα ταῦτα ψηφιζόμενα παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θέλομεν δώσει, θέλει οὐ μόνον ἐν τῷ μέλλοντι ἐκτιμηθῆ παρὰ τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ παρόντι (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων καὶ τῆς αἰθούσης). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)