1883.02.09
1.751 στίχοι · 13.021 λέξεις · 26 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 9 Φεβρουαρίου 1883
(Τετάρτη)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν δυσχέρειαν, ἐν ᾗ διατελοῦμεν περὶ ἀνευρέσεως χρυσοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Περὶ τούτου ἐνησχολήθη τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιμελῶς καὶ ἐζήτησε ν’ ἀνεύρῃ τρόπον, ὅστις οὐδὲ νὰ ἐπιβάλλῃ βάρη εἰς τὸ Δημόσιον ἐπαισθητὰ, οὐδὲ νὰ παρενοχλήσῃ τὴν ἀγοράν. Ἐκ τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ἐνισχύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι δύναται ν’ ἀνευρεθῇ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος· διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἀρκεῖ τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000, καθόσον περὶ τῶν πρώτων δώσεων ἤδη ἔγεινε μέριμνα καὶ τὰ ἐφόδια ὑπάρχουσιν ἐν μέρει ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, ἐν μέρει δὲ ἐξευρέθησαν ἐξ ἄλλων πόρων, οἵτινες δὲν εἶναι ἐπιζήμιοι διὰ τὸ Δημόσιον· ὑπάρχει ἤδη τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς πρώτας δόσεις, ἀλλὰ διὰ τὰς ὑπολοίπους μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἔτους ἔχομεν ἀνάγκην 10,000,000 χρυσοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων διαπραγματεύσεων ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον Τράπεζαι χορηγοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 10,000,000 χρυσοῦ ἐκ διαλειμμάτων, λαμβάνουσαι δι’ ἀσφάλειαν τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ 11,500,000, ἴσου κατὰ τὴν σημερινὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ· ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται μετὰ παρέλευσιν δύω ἐτῶν νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ληφθὲν ποσὸν τῶν 10,000,000 χρυσοῦ, λαμβάνουσα ἐπίσης τὰ ἀπέναντι αὐτοῦ δοθέντα εἰς ἀσφάλειαν 11,500,000. Διὰ τὴν παροχὴν ταύτην τοῦ δανείου αἱ Τράπεζαι θέλουν λάβει μόνον προμήθειαν 1% κατ’ ἔτος διὰ τὰ δύω ἔτη. Καὶ δι’ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλουν καταβάλει ἐνταῦθα εἰς χρυσὸν, διότι τὸ πλεῖστον καταβάλλεται ἐν Παρισίοις, λόγῳ κομίστρων θέλουν λαμβάνει ¾%. Νομίζω, ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι συμφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν αὐξάνουσι τὰ βάρη τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀναβάλλουσι δὲ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποδόσεως μέχρι χρόνου τοσούτου, καθ’ ὃν δύναται νὰ γείνῃ πρόβλεψις, ὅπως ἐξέλθωμεν αὐτῆς τῆς δυσχερείας. Ὑποβάλλω ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἀκριβῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ τοιαύτην σύμβασιν· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν ὅσον τάχιστα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου, διότι δὲν δύναται νὰ παραταθῇ ἡ διαπραγμάτευσις, καὶ πρέπει ὅσον οἷόν τε τάχιον νὰ δοθῇ ἡ ὁριστικὴ λύσις. Παρακαλῶ λοιπὸν, τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τυπωθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ ἀμέσως νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν. Συνοδεύεται δὲ καὶ μὲ ἔκθεσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ἀρμενόπουλος, ζωγράφος διακεκριμμένος, σπουδάσας ἐν Γερμανίᾳ, ἔφερε τὴν εἰκόνα τοῦ ἀειμνήστου Γαμβέττα, στοχαζόμενος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἤθελε τιμήσει τὴν σκιὰν τοῦ μακαρίτου. Λοιπὸν παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφρασθῇ ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ ἀποκτηθῇ αὐτὴ ἡ εἰκὼν καὶ νὰ ἀναρτηθῇ μεταξὺ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῶν Φιλελλήνων κ.τ.λ. Παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκατατεθῇ εἰς τοῦτο, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ διαπραγματευθῇ περὶ ἀποκτήσεως αὐτῆς τῆς εἰκόνος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ κάμῃ· τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 24 λέγει «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Ὁ Πρόεδρος λοιπὸν τῆς Βουλῆς, κ. Στεφανίδη, δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε.
§4ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ πολλὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα γίνονται εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ καὶ αὐτὸ τὸ κονδύλι· εἶναι πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Θὰ φιλοτιμηθοῦν καὶ ἄλλοι Ἕλληνες νὰ τιμήσουν τὴν πατρίδα των. Αὐτὸ τὸ ἀπαιτῶ...
§5ΚΟΡΠΑΣ. Παρεκλήθην, κύριοι, παρὰ πολλῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παροῦσαν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ θεραπείας τοῦ προσγινομένου εἰς αὐτοὺς ἀδικήματος ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῶν, καθόσον θεωροῦσιν, ὅτι εἰς τοὺς τεθέντας ἅπαξ εἰς σύνταξιν δυνάμει τοῦ Νόμου τοῦ 1864, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ χορηγῇ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸ παλαιὸν σύστημα. Ἑπομένως παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσωσι περὶ τούτου, καθόσον ὡς ἐκ τῆς ὀλίγης μισθοδοσίας δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς πολυειδεῖς ἀνάγκας των.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους πρέπει νὰ γείνῃ αὐτό.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Σπήλιος Ἀντωνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πολλὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέλη ἐκ τῶν συνεργασθέντων ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὁμιλήσαντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰσῆλθον εἰς λεπτομερίας τινὰς, καταδεικνυούσας κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐλαττωθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων δι’ αὐστηρῶν οἰκονομιῶν, καὶ διὰ τίνων φόρων δύναται νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, περιοριζόμενον· ὅθεν καὶ ἐγὼ ἀπαλλάτομαι τοῦ κόπου καὶ τοῦ ἀγῶνος νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τούτων, καὶ ὑμεῖς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνοχληθῆτε διὰ τῆς ἐπαναλήψεως λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἄλλως θέλουν ἐπαναληφθῆ εἰς τὴν καθ’ ἕκαστον τοῦ Προϋπολογισμοῦ συζήτησιν. Θέλω περιορισθῆ ἑπομένως εἰς γενικὰς παρατηρήσεις. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, κύριοι, ὅτι μόνη ἡ συνετὴ πολιτικὴ καὶ περιωρισμένη δύναται νὰ ἐπαγάγῃ καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, διαπλάττουσα τὴν δημοσίαν πίστιν, ἑδραιοῦσα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ παρασκευάζουσα τὸ μέλλον εὐδαιμονέστερον καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις. Ὁ κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου ἀλλάσσων πολιτικὴν πορείαν, καὶ μάλιστα πορείαν, τὴν ὁποίαν εἰς πρόγραμμα ἀνύψωσε καὶ διεκήρυξε, πορείαν, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία ἐπεκρότησε, ἐνεστερνίσθη καὶ διαφοροτρόπως ὑπεθέρμανεν, ὁ τοιοῦτος κακῶς πολιτεύεται· ἀνὴρ δὲ ἄνευ πολιτικῶν πεποιθήσεων, πίστεως καὶ ἑδραίων βάσεων δὲν φέρει καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ὁ τοιοῦτος σκέπτεται πρὸ πάντων περὶ τῆς ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ δι’ οἱουδήποτε μέσου διατηρήσεώς του, καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ μοίρᾳ ἔχει τὴν πρόοδον καὶ τὴν καλὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, κατάστασιν, ὑπὲρ ἧς πάντες, καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλευταὶ καὶ ἰδιῶται, πρέπει νὰ μεριμνῶμεν πρωτίστως. Ἐὰν τοιαύτην πολιτικὴν, κύριοι, δὲν πατάξωμεν, ὅπου καὶ ἂν τὴν εὕρωμεν, ἐὰν δὲ ὑπερμαχήσωμεν ὑπὲρ πολιτικῆς συνετῆς καὶ συμφώνου πρὸς τὰ παρόντα καὶ τὰ μέλλοντα μεγάλα συμφέροντα τῆς Πατρίδος, τὸ κακὸν θέλει ἐξακολουθήσει ἐπιτεινόμενον καὶ συστηματοποιούμενον, ἡ δὲ Χώρα θέλει μαρανθῆ. Ὁ διάδοχος θέλει συνεχίσει ἐπὶ τὸ τελειότερον τὴν διαγωγὴν τοῦ προκατόχου του, ὡς ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ἡ δὲ τιμὴ τῆς Πατρίδος, τὰ μεγάλα συμφέροντα αὐτῆς, αἱ παραδόσεις της, θέλουσιν ὑποταχθῆ ἢ μᾶλλον ὑποδουλωθῆ εἰς τὰ νεῦρα τῶν Χρηματιστηρίων. Τοιαύτην πολιτικὴν ἐπεδίωξε γεῖτον Κράτος καὶ ἀπωτέρα τὶς ἡγεμονία, εἶναι δὲ περίεργος σύμπτωσις. Ἐκεῖ πρὸς σκοπὸν κερδοσκοπίας ἐκ τῆς σπατάλης τοῦ Δημοσίου πλούτου, οἱ μὲν διεκήρυττον καὶ ὑπεστήριζον, ὅτι αἱ χῶραι ἐκεῖναι ἔχουσι μέγα μέλλον, ἔχουσιν ἀνεξαντλήτους πόρους, ὅτι δύνανται δι’ ἀφειδοῦς δαπάνης ν’ ἀνθίσωσι, παρασκευαζομένης οὕτω τῆς δόξης καὶ τῆς εὐημερίας αὐτῶν, οἱ δὲ ἁρμόδιοι πρὸς ἐκτέλεσιν, εἴτε ἐξαπατώμενοι, εἴτε ὁρμώμενοι ἐκ τῶν λόγων ἰδίων ὠφελειῶν ἢ ἄλλων αἰτίων, συνετέλουν εἰς τὴν σπατάλην, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκενοῦτο καὶ αἱ χῶραι αὗται ὑλικῶς ἐξηντλοῦντο καὶ κατεστρέφοντο. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ποία ἦτο ἡ τύχη τῶν χωρῶν ἐκείνων; Νὰ πλουτῶσι μέν τινες ἑαυτοὺς διὰ τῆς προβλεπτικότητος καὶ περινοίας των, νὰ περιέλθωσι δὲ αἱ χῶραι εἰς ἐξάντλησιν καὶ νὰ ὑποβληθῶσι τὰ οἰκονομικά των ὑπὸ ἀλλοτρίαν διεύθυνσιν ἢ μᾶλλον ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν ἀλλοτρίων πιστούχων. Τοιαύτην πολιτικήν, κύριοι, βεβαίως ἀποκρούει ἕκαστος· τοιαύτην, λέγω, πολιτικὴν, ἥτις ἐπὶ τέλους ὄχι μόνον τὰς χώρας ἐκείνας κατεμάρανεν ὑλικῶς, ἀλλὰ καὶ τὸν πληθυσμόν των φυγαδευθέντα ἐμείωσε· διότι, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐργασιῶν, μετὰ τὸ οἰκονομικὸν ναυάγιον, πολλοὶ ἀπῆλθον εἰς ἕτερα μέρη. Τὴν πολιτικὴν πορείαν τοῦ νῦν κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἠκολούθησα πρὸ τεσσάρων ἐτῶν μετὰ τὴν ἀτυχῆ ἀποβίωσιν τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρὸς, τοῦ Δεληγεώργη, οὗτινος καὶ τὰς ἀρχὰς, καὶ τὸ καθ’ ὅλας τὰς εὐνοϊκὰς καὶ ἀτυχεῖς περιστάσεις ἀκράδαντον τῶν πεποιθήσεων ἐσεβάσθην καὶ ἐξετίμησα ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Οὐδέποτε ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος ἀφίνετο νὰ παρασύρηται ἀπὸ πλαγίας σκέψεις ἢ ἄλλα τοιαῦτα ἀνάξια σπουδαίου πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἐλατήρια καὶ νὰ μεταβάλλῃ πολιτικὸν σχέδιον, ὅπερ ἐπισταμένως ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐμελέτησε καὶ ἔκρινε συνᾷδον πρὸς τὰ συμφέροντα τῇ πατρίδι· διότι οὐδὲν ζήτημα ὕψωνε εἰς σημαίαν, ἂν δὲν ἐπείθετο ἀκραδάντως περὶ τῆς ὀρθότητός του. Ὁ χαλύβδινος ὄντως τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνος ἀνὴρ ἐπροτίμα νὰ βλάψῃ καιρίως τὰ ἴδια συμφέροντα παρὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ, ἔστω πρὸς καιρὸν, τὴν διαγραφεῖσαν πολιτικήν του, ὑποχωρῶν ἐπιζημίως τῇ πατρίδι. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι καὶ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εὗρον καὶ εἰς τὰς γενικὰς καὶ εἰς τὰς ἰδιαιτέρας μετὰ τῶν φίλων του συνδιαλέξεις περιεσκεμμένον, σταθερὸν εἰς τὰς πεποιθήσεις του καὶ ἐπιδιώκοντα τὴν βελτίωσιν τῶν κοινῶν διὰ τῆς ἰσχύος τῶν Νόμων καὶ διὰ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς εὐημερίας τῆς χώρας. Τοιαύτην πολιτικὴν πορείαν ἐτήρησεν ὄντως καὶ κατὰ τὸ 1880, ὅτε ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐπιδιώξας μετὰ σθένους τὰς δυνατὰς οἰκονομίας καὶ ἐν γένει τὴν τάξιν, καίτοι ὑπὸ μικρᾶς ἀριθμητικῶς ὑποστηριζόμενος πλειοψηφίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ 1882, ὅτε τὸ δεύτερον ἀνῆλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, τὸν εὗρον διαφορετικὸν, τὸν εὗρον ἀπαρνηθέντα ἑαυτὸν, παραβάντα τὰς ἐπαγγελίας του, καίτοι ὑπὸ γοήτρου ἐξαιρετικοῦ καὶ ὑπὸ μοναδικῆς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ πλειονοψηφίας ὑποστηριζόμενον. Ἀγνοῶ τίς ἡ αἰτία, ἥτις τὸν ὤθησεν εἰς τὸν πολυειδῶς πλημμελῆ τοῦτον κύκλον, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ προσβάλῃ τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν πρόοδον τῆς χώρας καὶ νὰ χάσῃ τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον τὸν ἀνεβίβασε τὸ δεύτερον εἰς ἣν διατελεῖ νῦν θέσιν. Δὲν μὲ λανθάνει ποσῶς, ὅτι ὁ ἀντιπολιτευόμενος, μὴ ἔχων ἐν χερσὶ πάντα τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα καὶ τὰς παραδόσεις τῆς ὑπηρεσίας, δύναται πολλάκις νὰ τροποποιήσῃ τὰς ἰδέας του, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Τοῦτο ὅμως ἐπιτρέπεται ἐπὶ ζητημάτων δευτερευόντων καὶ ἀναγομένων εἰς τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν μέτρα, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὴν κυρίαν βάσιν διακηρυχθείσης πολιτικῆς, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὁποίας τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν διὰ τοῦ ὑφαρπασθέντος γοήτρου καὶ πίστεως τῆς κοινωνίας ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν πομπωδῶς ἐπαγγελθέντων. Σημειώσατε, ὅτι ἀλληλοδιάδοχοι ματαιώσεις τοιούτων ἀναφυεισῶν ἐλπίδων δικαίως ἐπήνεγκον τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἥτις ἀπελπίζεται ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους. Πρὸς δικαιολογίαν κυβερνητικῶν παραπτωμάτων ἐπεῤῥίφθη πάντοτε εἰς τὰ κατὰ καιρὸν μέλη τῶν Κοινοβουλίων ἡ μομφὴ, ὅτι πιέζουσι τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ μομφὴ αὕτη ἐκαρποφόρησε καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς κοινῆς πεποιθήσεως. Τοιαύτη συνεχῶς ἐπαναλαμβανομένη μομφὴ μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Δὲν πταίουσιν οἱ βουλευταὶ, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἐκτρέπονται τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλουσι νὰ ἀκολουθῶσιν εἰς τὰς σχέσεις των πρὸς τοὺς βουλευτὰς συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Φρονῶ, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ἀποκεκλεισμένος ἀπὸ πᾶσαν οἱανδήποτε δικαίαν σύστασιν· ὁ βουλευτικὸς μανδύας δὲν τὸν θέτει εἰς θέσιν κατωτέραν παντὸς πολίτου φίλου τῆς Κυβερνήσεως Ἕλληνος. Ὁ βουλευτὴς, ὡς ἔχει δυστυχῶς ἡ Νομοθεσία μας, δὲν ἀποκλείεται τοῦ νὰ προβαίνῃ εἰς ὑποστηρίξεις ἀνδρῶν, οὕς φρονεῖ καταλλήλους εἰς διαφόρους ὑπηρεσίας, συντρέχων πρὸς τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν πορείαν ὑποστηρίζει. Διὰ τῶν τοιούτων συστάσεων ἐπέρχεται τὸ μέγα καλὸν νὰ συμμετέχωσι τῆς διοικήσεως τῆς χώρας ἀλληλοδιαδόχως πάντες οἱ κατὰ διαφόρους Ἐπαρχίας ἱκανοὶ πολῖται Ἕλληνες, καὶ ἐκγυμνάζωνται εἰς τὴν διοίκησιν καὶ ἐκμάθησιν τῶν Νόμων.
§9ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι τρόπος συναλλαγῆς;
§10Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, παύσωσι τοιαῦται πρὸς φωτισμὸν τῶν Ὑπουργείων συστάσεις παρὰ βουλευτῶν, ποῖος θέλει συστήσει; βεβαίως αἱ Δημόσιαι θέσεις θέλουσι καταστῆ προνόμιον τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν συστάσεων τῶν κομματαρχῶν τῶν κατοίκων τῶν Ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν ὁρμῶνται οἱ Ὑπουργοὶ, ἢ τῶν εὐνοουμένων καὶ τῶν αὐλικῶν αὐτῶν. Τοιαύτη ἀρχὴ ἤθελεν ἐγκαθιδρύσει τὸν νεποτισμὸν σύσσωμον. Ἄν τουναντίον ἀναθέσωμεν ἀποκλειστικῶς τὴν περὶ προσώπων σύστασιν εἰς τὴν Κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, ὁποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα; Θέλει ἐγκαθιδρυθῆ ἡ γραφειοκρατία καὶ θέλει δοθῆ ἴσως ὤθησις νὰ ἱδρυθῶσιν ἀνεπαισθήτως ὁμόῤῥυθμοι Ἑταιρίαι μεταξὺ κεντρικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων καὶ θέλει διευκολυνθῆ πᾶσα τάσις πρὸς κατάχρησιν· διότι θέλει παύσει ὡς ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ ὁ ἔλεγχος μεταξὺ τῆς Κεντρικῆς καὶ Ἐπαρχιακῆς ὑπαλληλίας. Ἡ Κεντρικὴ Ἐξουσία θέλει παραβλέπει πᾶσαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπαλλήλων, οὗτοι δὲ, ἔχοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν ὑπαλλήλους τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας, δὲν θέλουσιν ἀντικρούει ἢ διὰ τῶν παρατηρήσεών των ἐμποδίζει τὴν ἐκτέλεσιν διαταγῶν, ἐκδιδομένων ὑπὸ τῶν εὐνοούντων αὐτοὺς προϊσταμένων. Ἐκτὸς τούτων, ἐν Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύματι, καὶ πρὸ πάντων ὡς ἔχει ἡ νομοθεσία μας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποκρούωνται ἀπολύτως συστάσεις Βουλευτῶν, ἄνευ ἄλλων ριζικωτέρων μέτρων. Λέγοντα ταῦτα δὲν μὲ λανθάνει, ὅτι τοιαῦται συστάσεις ἔχουσι καὶ τὴν δυνατὴν κατάχρησιν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ὀφείλει νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐντὸς ἠθικῶν καὶ νομίμων ὁρίων ἐξάσκησιν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν κατάχρησιν· ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ ἂν οἱ προτεινόμενοι ἦναι ἐγγράμματοι καὶ ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν, διὰ τὴν ὁποίαν προτείνονται, ἂν προϋπηρέτησαν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἂν δὲν ὑπάγωνται εἰς κατηγορίας, καθιστώσας αὐτοὺς ἀναξίους τῆς δημοσίας θέσεως, νὰ καταδιώκῃ δὲ ἀπηνῶς καὶ ἀνεξαιρέτως πάντας, οἵτινες ἤθελον ἐξέλθει ἀπὸ τὴν κυρίαν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἐννοεῖτε ἐκ τούτων, ὅτι οὔτε τοὺς Βουλευτὰς συμπολιτευομένους δύναμαι νὰ μεμφθῶ διὰ συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν παραδοχὴν αὐτῶν· δύναμαι ὅμως νὰ μεμφθῶ αὐτὸ δικαίως, ὅτι ὑπερηκόντισε τὴν ἐνδοτικότητά του, παραδὸν εἰς φίλους καὶ τὴν τοποθέτησιν τῶν συστηθέντων ἀτόμων, ἐνῷ ταύτην ὤφειλε νὰ συγκρατήσῃ στεῤῥῶς εἰς τὰς χεῖράς της. Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ πλεῖστον τοῦ κακοῦ· ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ὁ κατ’ Ἐπαρχίας φατριασμὸς τῶν Ἀρχῶν, διότι ἡ μεταξὺ τῶν συστησάντων ἐκ συναλλαγῆς τοποθέτησις πλείστων ὑπαλλήλων ἦτον ἀμοιβαία ἐγγύησις περὶ τῆς συμφώνου πρὸς τὸ συμφέρον τῶν φατριαστικῆς πορείας τῶν διορισθέντων. Βεβαίως θέλουσί τινες ἀρνηθῆ τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς· ἀλλ’ ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ἔπιε καὶ πίνει πικρὰ ποτήρια τοῦ φατριασμοῦ, θέλει συνομολογήσει, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τῆς ἀληθείας, μεμφόμενος τὸν ἐκ τῆς ἐκτεθείσης ἀσυγγνώστου συναλλαγῆς προελθόντα ἀπηνῆ φατριασμόν. Ἔχω προχείρους περιστάσεις νὰ ἀναφέρω πρὸς ἀπόδειξιν, ἀλλὰ δὲν κρίνω ἄξιον νὰ καταβιβάσω ἐπὶ τοσοῦτον τὴν συζήτησιν. Ἀπευθύνομαι μετὰ θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως περὶ τῆς ἀληθείας εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἥτις δὲν θέλει μὲ διαψεύσει. Αὐτὴ ἦτον ἡ πολιτικὴ πορεία, τὴν ὁποίαν ἐπρεσβεύσαμεν; Τοιαύτη ἦτον ἡ ἀνόρθωσις τῶν Νόμων, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὄντες ἐπηγγέλθημεν; Τοιοῦτον ἦτο τὸ πρόγραμμά μας, δι’ οὗ ἐβαυκαλίσθη τὸ κοινὸν καὶ περιῆλθεν ἡ διεύθυνσις τῶν κοινῶν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπολίτευσιν; οὐχί. Τὰ πράγματα βεβαιοῦσιν, ὅτι ἅπας ὁ πάταγος ἐκεῖνος, ἅπασαι αἱ ἐπαγωγοὶ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι εἶχον σκοπὸν ἄλλον τινὰ, καὶ κατέληξαν εἰς τὸ μηδέν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διακρινόμενον μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων διὰ τὴν παιδείαν καὶ τὰ φῶτά του, ἀνεμένοντο ἐπίζηλα Νομοσχέδια οἰκονομικὰ, ἀφορῶντα εἰς τὴν οἰκονομίαν τῶν δαπανῶν, εἰς τὴν ἀντικατάστασιν βαρέων φόρων, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων Νόμων, καὶ εἰς τὴν νομοθέτησιν μέτρων, ἐγγυωμένων περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἀντὶ τοιούτου τινὸς, τὸ Ὑπουργεῖον ἐτράπη εἰς ἐπίδειξιν. Ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελεν ἐκπλήξει τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν διὰ τῆς βροχῆς τῶν εἰς συζήτησιν εἰσαχθέντων Νομοσχεδίων, καί τοι κακῶς κατηρτισμένων, καὶ ὑπὸ ψιμμύθιον καλυπτόντων τὴν σπατάλην πρὸς περιποίησιν ἀτόμων καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ βάρους τῆς κοινωνίας διὰ φόρων ὑπερόγκων, οὐδαμῶς δ’ ἐσκέφθη περὶ τῆς καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Οὔτε τὴν ἁρμοδιότητα, οὔτε τὸ ἠθικὸν κῦρος ἔχω νὰ φέρω ἐνώπιόν σας προτάσεις ἀναμορφωτικάς· δύναμαι ὅμως, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος βουλευτὴς, νὰ ἐπικρίνω τὰ γενόμενα καὶ νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου ἐπ’ αὐτῶν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὸς ὁ μοχλὸς τοῦ Δημοσίου πλούτου, τί ἔπραξε συμφώνως πρὸς τὸ ἀπαραίτητον καθῆκόν του εἰς περιστολὴν τῶν δαπανῶν ἐντὸς δικαίων ὁρίων καὶ εἰς ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως; οὐδὲν ἕτερον εἰμὴ διὰ τῶν Νομοσχεδίων ἑαυτοῦ καὶ τῶν συναδέλφων του νὰ διασπαθίσῃ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ τὰ δημόσια χρήματα ὑπὸ διαφόρους εὐφυεῖς δικαιολογίας. Τρυφερώτατα ζητήματα ἐκρίθησαν καὶ ἐπεδιώχθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον βάσιν τὴν αὔξησιν τῆς ὑπαλληλίας ἢ τὴν ἐγκαθίδρυσιν νέων τοιούτων διὰ μισθῶν ἁδροτάτων καὶ κατ’ ἀναλογίαν ἀνωτέρων τῶν διδομένων πρὸς τοὺς διωρισμένους ὑπαλλήλους εἰς ἑτέρας, ἔστω καὶ πολλῷ σπουδαιοτέρας. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐπίζηλα οἰκονομικὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου τῶν ἐπαγγελθεισῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἀπαιτεῖ τρεῖς πρωτίστους ὅρους, τὴν τάξιν εἰς τὰς δαπάνας, τὴν κανονικὴν ἐγγραφὴν ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ τρίτον τὴν εὐχερῆ καὶ ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Δὲν ἐσύμφερεν ὅμως εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ χάσῃ τὸν καιρόν του καὶ ἐγκύψῃ εἰς διόρθωσιν ἐλαττωματικῶν διατάξεων τῶν Λογιστικῶν μας Νόμων, αἵτινες συντελοῦσιν εἰς τοὺς ὅρους καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἔκρινεν ἴσως ἀναξίαν τὴν ἐξέτασιν καὶ ἐπιδιόρθωσιν τῶν διατάξεων τούτων, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἐπιδιορθώσεως δὲν ἤθελεν προκύψει αὔξησις ὑπαλλήλων, οὔτε νέοι φόροι ἤθελον ἐπιβληθῆ. Τὸ ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον καὶ χρήζει μακρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλίγα τινά. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἰταλίαν, κατὰ τὸν Λογιστικόν αὐτῶν Νόμον, τὸ οἰκονομικὸν ἔτος λήγει ἐντὸς ἑνὸς χρονικοῦ ἔτους. Εἰς Ἀγγλίαν, ἀρχόμενον τὴν πρώτην Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους, λήγει τὴν 30 Μαρτίου τοῦ ἐρχομένου· εἰς δὲ τὴν Ἰταλίαν, ἀρχόμενον τὴν 1 Ἰανουαρίου ἑκάστου ἔτους, λήγει τὴν 31 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ἔχουσι μόνον οἰκονομικὸν ἔτος, περιλαμβάνον τὰ βεβαιωθέντα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καὶ τὰ εἰσπραχθέντα καὶ καθυστερούμενα ὡς καὶ τὰς γενομένας δαπάνας ἐπὶ τῶν δοθεισῶν πιστώσεων. Πέραν τοῦ ἔτους οὐδεμία πληρωμὴ, ἀναγομένη εἰς τὸ λῆξαν ἔτος, ἐντέλλεται, οὔτε ἔσοδα, βεβαιωθέντα κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος καὶ εἰσπραττόμενα κατὰ τὸ ἑπόμενον, σημειοῦνται εἰς τὴν μερίδα τοῦ λήξαντος ἔτους, ἀλλὰ, κλειομένου τοῦ λογαριασμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους ἐντὸς δωδεκαμήνου, φέρονται εἰς τὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους ὡς καθυστερήματα. Ἐν Ἰταλίᾳ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον περατοῖ τὸ ἔργον του ἐγκαίρως, οὐδεμία δὲ Σύνοδος λήγει, χωρὶς νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου ἔτους. Παρ’ ἡμῖν ὅμως ἔχουσιν ἄλλως πως τὰ περὶ τούτου. Ὁ Λογιστικός μας Νόμος ὁρίζει οἰκονομικὸν ἔτος περιέχον δώδεκα μῆνας, ἔτι δὲ καὶ οἰκονομικὴν χρῆσιν ἐπιτρέπουσαν τὴν διαχείρισιν τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος πιστώσεων μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἤτοι ἐπιτρέπει νὰ δαπανηθῶσιν αἱ διδόμεναι πιστώσεις οὐχὶ ἐντὸς δώδεκα μηνῶν, οἷον εἶναι τὸ χρονικὸν καὶ οἰκονομικὸν ἔτος, ἀλλ’ ἐντὸς μηνῶν εἴκοσι καὶ δύω. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἐπικρατεῖ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, διότι ὁ λογιστικός μας Νόμος εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Γαλλικοῦ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ ἡ παράτασις τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἐτησίου Προϋπολογισμοῦ εἶναι τοὐλάχιστον περιωρισμένη μέχρι τῆς 30 Ἰουλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἤτοι μέχρι 18 μηνῶν, ἐνομοθετήθη δὲ ὡς ἐκ τῶν ἀπομεμακρυσμένων ἀποικιῶν της καὶ τῆς ἐλλείψεως ταχείας καὶ συνεχοῦς συγκοινωνίας καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ὁ Γαλλικὸς Λογιστικὸς Νόμος. Τὸ σύστημα ὅμως τοῦτο ἔχει τὸ ἄτοπον, ὥστε καὶ ἐν συνήθει καταστάσει, νὰ μὴ δύναται τὸ Κοινοβούλιον εἰμὴ μετὰ τέσσαρα τοὐλάχιστον ἔτη νὰ γνωρίσῃ μετ’ ἀκριβείας τὰς κατά τι ἔτος γενομένας δαπάνας· διότι, ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς διαρκείας τῆς οἰκονομικῆς χρήσεως, συγκεντροῦνται βραδέως εἰς τὸ Συνέδριον τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα πρὸς ἐξέλεγξιν. Τὸ Ἀγγλικὸν καὶ τὸ Ἰταλικὸν σύστημα ἔχει τὸ πλεονέκτημα νὰ κλείωνται οἱ λογαριασμοὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὡς οἱ τῶν Τραπεζικῶν καὶ τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων, νὰ γνωρίζῃ δὲ ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἡ Βουλὴ ἀκριβέστατα ὅ,τι τὸ Κράτος εἰσέπραξε καὶ ἐδαπάνησεν εἰς ἓν ἔτος. Κατὰ τὸ ἰδικόν μας λογιστικὸν σύστημα καὶ κατὰ ἕτερα παρομαρτοῦντα ἀτοπήματα, μόλις μετὰ ὀκταετίαν ἢ καὶ δεκαετίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἑνὸς δεδομένου ἔτους. Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ κακόν. Μὴ νομίζετε, ὅτι κατὰ τὸ οὐσιωδέστατον καθῆκόν μας λαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν διευθέτησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὅταν ἐν ἑκάστῃ Συνόδῳ δὲν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας προεξηλεγμένον ἁρμοδίως τὸν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως ἑκάστου ἔτους. Προϋπολογισμὸς ἄνευ ἀπολογισμοῦ εἶναι μηδὲν, εἶναι πλάνη. Ἐπὶ τῆς θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου ὤφειλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ κυρίως τὴν προσοχήν του, ἂν ὄντως προέθετο τὸ Ὑπουργεῖον τὴν διόρθωσιν τῶν ἐλαττωματικῶν Νόμων ἐκείνων, οἵτινες σπουδαίαν ἔχουσιν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς ἐῤῥύθμου οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἡ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔγκαιρος ἐξέλεγξις τῶν ὑπολόγων καὶ αἱ ἐπ’ αὐτῆς ἀποφάσεις του καὶ αἱ ἐτήσιοι πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεις του ἔχουσι δύω κυρίους μεγάλους σκοπούς: Πρῶτον, βεβαιοῦται ἡ τακτικὴ εἴσπραξις καὶ ἐγγραφὴ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐν τῷ καθημερινῷ καὶ καθολικῷ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· δεύτερον, καταδεικνύονται αἱ τυχοῦσαι ἀνωμαλίαι εἴτε περὶ τὰς ἐγγραφὰς, εἴτε περὶ τὴν διαχείρισιν, διορθοῦνται παρεισφρήσαντα λάθη, προλαμβάνονται ἢ καταδιώκονται καταχρήσεις τῶν ὑπολόγων. Ὅταν ἐλλείπῃ τοιαύτη ἐξέλεγξις, ὅταν συνεπῶς καθυστερῆται τοιαύτη ἔκθεσις τοῦ Συνεδρίου τοῦ ἀπολογισμοῦ, εἰς τί ὠφελεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ζητουμένων πιστώσεων; Τὰ περὶ τούτου καθίστανται πλέον ἀσήμαντα, διότι ἀποστερεῖτε τὴν Βουλὴν ἀπὸ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντός της, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρίσεως τοῦ Δημοσίου πλούτου κατὰ τὸ λῆξαν οἰκονομικὸν ἔτος. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναφέρω περιστατικά τινα διὰ νὰ κατανοηθῇ πόσον εἰς τὴν εὐχερῆ καὶ ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν συντελεῖ ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1857, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶχεν ὑπόλοιπον καθυστερουμένων δραχ. 47,089,478, ἐνῷ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον παρουσίαζεν ὑπόλοιπον 44,852,240, ἤτοι ἔλασσον τοῦ πραγματικοῦ κατὰ δραχ. 2,237,238. Ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ 1858, τὸ μὲν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρουσίαζεν ὑπόλοιπον δραχ. 48,547,398, ἐνῷ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον παρουσίαζε δραχ. 46,427,781, ἤτοι ἔλασσον τοῦ πραγματικοῦ κατὰ δραχ. 2,119,617. Ἐκ πιστώσεως, δοθείσης ἐπὶ Προϋπολογισμοῦ ἄλλου ἔτους, ἐνετάλησαν καὶ ἐπληρώθησαν εἰς Γυμνασιάρχην τινὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον δραχ. 318,50, ἀντὶ 300 σημειουμένων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ὑγειονόμος ἔλαβεν εἰς μισθόν του τὸν Νοέμβριον μῆνα δραχ. 276, κατὰ παλαιὰν διάταξιν, ἐνῷ ὁ μισθός του, κατὰ τὸν τότε ὀργανισμὸν, ἦτο εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν μειωμένος διὰ τὴν τελευταίαν τριμηνίαν εἰς δραχ. 200 μόνον. Τοιαῦτα καὶ ἄλλα παραπλήσια δύνανται νὰ λαμβάνωσι χώραν κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν Προϋπολογισμῶν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐγγραφὰς καὶ εἰς τὰ περὶ πληρωμῶν δαπανῶν ἐντάλματα, νὰ μένωσι δὲ κεκαλυμμένα πρὸς βλάβην τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτων δῆλον γίνεται, ὅτι μόνον ἡ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔγκαιρος ἐξέλεγξις τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἔκθεσις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων χειραγωγεῖ, διευκολύνει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῶν ἀπολογισμῶν. Ἄνευ τῶν στοιχείων τούτων οὐδὲν βῆμα δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς εὐσυνείδητον καὶ ἀκριβῆ ἐξέλεγξιν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως δεδομένου ἔτους. Μεταβαίνω εἰς ἕτερον γενικώτερον ζήτημα. Δὲν σᾶς λανθάνει, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τῶν κοινωνιῶν εἶναι ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εὐημερία αὐτῶν, καὶ ὅτι πρὸ τοῦτο κυρίως πρέπει νὰ τείνῃ ἡ φροντὶς πάσης καλῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ὑλικὴ εὐημερία ἐπέρχεται διὰ τῆς διαδόσεως τῆς παιδείας καὶ διὰ τῶν ἠθῶν. Ἐὰν ὅμως ῥίψῃ τις βλέμμα ἐπὶ τῶν Ἐφημερίδων τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦδε, θέλει βεβαίως πληροφορηθῆ μετὰ λύπης τὰς ἀπὸ ἑνὸς δημοτικοῦ Σχολείου εἰς ἕτερον ἀδιαλείπτως μεταθέσεις Δημοδιδασκάλων, οἵτινες οὕτως ὀρχοῦνται τὸν τετράχορον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἠθέλητε νὰ μᾶς ἐξαπατήσῃ δι’ ἑνὸς Νομοσχεδίου του περὶ εἰδικοῦ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι σπουδαίως μεριμνᾷ περὶ τῆς διαδόσεως· ἀλλ’ ὁ ἀτελεύτητος τετράχορος, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλε καὶ ἐξακολουθεῖ ἐπιβάλλων εἰς τοὺς Δημοδιδασκάλους, εἰς πᾶν ἄλλο ἀφορᾷ παρὰ εἰς τὴν διάδοσιν τῆς Παιδείας. Ἡ Δημοτικὴ Ἐκπαίδευσις εἶναι γαλακτούχημα, πρὸς φωτισμὸν τοῦ λαοῦ καὶ παρασκευὴν τῶν ἐχόντων τὰ μέσα ἢ ὁπωσδήποτε τῶν δυναμένων νὰ πορισθῶσι ταῦτα πρὸς ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν· ὅταν ὅμως διὰ τῶν συνεχῶν μεταθέσεων τῶν Δημοδιδασκάλων παραμελῆται ἡ στοιχειώδης Ἐκπαίδευσις, ἀποδεικνύεται ἐπιδεικτικὴ μόνον καὶ ἀπατηλὴ πᾶσα περὶ διαδόσεως τῆς Παιδείας ἐπαγγελία ἢ ἐνέργεια. Οὕτω τὰ πάντα ἐχρησίμευσαν καὶ χρησιμεύουσιν εἰς σκανδαλώδη περιποίησιν ἀτόμων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς, κύριοι, καὶ λέγων «ἡμεῖς» ἐννοῶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, διὰ νὰ προλάβωμεν τὴν κατάχρησιν ταύτην καὶ περιορίσωμεν τοὺς Ὑπουργοὺς ἐντὸς τῶν νομίμων καὶ εὐλόγων ὁρίων, ἐνομοθετήσαμεν, ὅτι οὐδεὶς Δημοδιδάσκαλος ἐπιτρέπεται νὰ μετατεθῇ ἐντὸς τοῦ σχολικοῦ ἔτους ἐκτὸς ὡρισμένης περιστάσεως. Ἀλλ’ ἡ πονηρία εὑρίσκει πάντοτε καὶ τὸ μέσον τῆς διαστροφῆς. Ὅθεν διὰ Διαταγμάτων τινὲς μὲν ἁπλῶς διορίζονται εἰς τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα Δημοτικὰ Σχολεῖα, τινὲς ἐναλλὰξ μετατίθενται κατ’ αἴτησίν των, καί τινες ἁπλῶς μετατίθενται. Τίς ὁ λόγος, δι’ ὃν γίνονται αἱ μεταθέσεις ἐν τῷ σχολικῷ ἔτει, πρὸς βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας! Ἐνταῦθα ἀναφαίνεται ἡ ἔμμεσος ὑπενέργεια, καὶ ὅτι πολλοὶ λόγοι, ὑπαγορεύοντες τὴν περιποίησιν ἀτόμων, ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ διδάξῃ τοὺς Δημοδιδασκάλους τὸν τετράχορον. Αἱ συνεχεῖς αὗται διδασκαλικαὶ μεταβολαὶ, καταστρέφουσαι τὴν ἠθικὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων, δεικνύουσιν ἐναργέστατα ὁποῖον πνεῦμα διέπει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπερ παταγωδῶς ἐπηγγέλθη σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν ἠθικὴν εὐημερίαν τῶν κατοίκων, διὰ τῆς τάξεως κτλ. Τὰ περὶ Δημοδιδασκάλων διδάσκουσιν, ὅτι τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου διέπει ἡ πολιτικὴ, καὶ οὐχὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐπαγγελθέντων. Ἂς μεταβῶμεν νῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίου θέματος, τοῦ τῆς ὑλικῆς εὐημερίας τῆς χώρας. Ὅστις δήποτε ῥίψει ἁπλοῦν βλέμμα ἐπὶ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν συζητηθέντων καὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἐκκρεμῶν Νομοσχεδίων, θέλει κατανοήσει ὁπόσον μακρὰν εἶναι τὸ ὄνειρον τῆς ἐπαγγελθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑλικῆς εὐημερίας τῆς χώρας· ταῦτα δὲν ἀπεικονίζουσι σύστημα σῶφρον καὶ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ πνεῦμα ταμιευτικὸν καὶ σπάταλον· διότι ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν αὔξησιν τῶν μέχρι τοῦδε φόρων ἐπὶ τῶν διαφόρων φορολογουμένων εἰδῶν, καὶ τὴν προσθήκην ἑτέρων νέων φόρων ἐπιβλαβῶν εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν, ἵνα δαπανᾷ ἀφειδῶς εἰς δημιουργίαν νέων θέσεων ὑπαλλήλων καὶ εἰς περιττὰς ἢ μὴ καταπειγούσας ἀνάγκας. Ὑπὸ διαφόρους λόγους εἰσάγει τὸ Ὑπουργεῖον ἀλλεπάλληλα κατὰ τὴν τακτικήν του Νομοσχέδια, ἀντικείμενον ἔχοντα τὴν αὔξησιν τῆς ὑπαλληλίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ὑποστήριξιν τούτων ἰσχυρίσθη διὰ τῆς προσφάτου ἀγορεύσεώς του, ὅτι αἱ νομοθετηθεῖσαι ἢ νομοθετούμεναι θέσεις εἶναι παραγωγικαί. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ, ὅτι καλὴν διοίκησιν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται καὶ ἡ καλὴ οἰκονομία, δὲν φέρει ἡ πληθὺς τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἡ ἱκανότης, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε καὶ ὀφείλει νὰ προτάττῃ ἐπὶ τῶν διορισμῶν ὑπαλλήλων. Ὑμεῖς ὅμως δὲν ἐλάβετε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Ὅθεν καὶ Νόμον, προκληθέντα παρ’ ὑμῶν καὶ ὁρίζοντα προσόντα, κατεδολιεύθητε, ἐπωφεληθέντες ῥητῆς διατάξεώς του, ὁριζούσης, ὅτι πρὸς τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους, καθ’ ἣν ἡμέραν τίθεται ὁ Νόμος εἰς ἐνέργειαν, δὲν ἀπαιτοῦνται προσόντα εἰς διατήρησίν των. Κατεδολιεύθητε τὰς ἀπαιτουμένας ὑπὸ τοῦ Νόμου ἐγγυήσεις πρὸς διορισμὸν, προλαβόντες καὶ διορίσαντες στερουμένους τοιούτων τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ λειτουργήσῃ ὁ Νόμος. Ἄλλως, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσητε περὶ καλῆς ὑπαλληλίας, καὶ ἠθέλατε πράξει ἔργον σύμφωνον πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ Κράτους. Ἔπρεπε νὰ λάβητε πρὸ πάντων πρόνοιαν περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλων, ἵνα μὴ ἀναγκάζωνται οἱ γυμνασμένοι καὶ ἱκανοὶ νὰ ἀπομακρύνωνται ἀπὸ τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν μισθῶν, καὶ ζητῶσιν ἀλλαχοῦ ὠφελιμωτέρας ἐργασίας. Οἱ ὑπάλληλοι ἔχουσι μισθοὺς ὁρισθέντας διὰ νόμων, πολὺ προγενεστέρων καὶ μὴ ἐπαρκοῦντας εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκιακάς. Κοινὴ πεποίθησις ὑπάρχει ἀπὸ πολλοῦ, ὅτι οἱ μισθοὶ αὐτῶν εἰσὶν ὅλως δυσανάλογοι πρὸς τὰς σημερινὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ αὐξηθῶσιν ἀναλόγως τούτων καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Κατὰ γενικὸν κανόνα τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ ἀμείβῃ καλῶς τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτό· διότι δὲν δύναται νὰ ἐπερείδηται ἐπὶ τοῦ ζήλου των, τῆς ἀκριβείας, εἰλικρινείας καὶ ἐπιδεξιότητος, ἣν ἀπαιτεῖ πᾶσα ὑπηρεσία, παρὰ ἐφ’ ὅσον ἐξασφαλίζεται τοὐλάχιστον ἡ ὕπαρξις εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους, καὶ ἡ εὐζωία εἰς τοὺς ἀνωτέρους. Ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως ὅπως οἱ ἐντολεῖς τῆς ἐξουσίας του ὦσιν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸ Κράτος, ἵνα ἀφ’ ἑτέρου εὐχαριστῆται καὶ τοῦτο ἀπὸ αὐτούς. Ὀφείλει νὰ τοὺς ἀπαλλάττῃ ἀπὸ τὴν φροντίδα τῆς οἰκιακῆς ὑπάρξεως, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχεται τὸ κακὸν τοῦ νὰ ἔχωσι πρὸς τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν προσοχὴν ἀφῃρημένην καὶ καρδίαν τεταραγμένην. Ὅταν ἀπαιτῇ παρ’ αὐτῶν τὸ Κράτος τὴν θυσίαν ὅλου τοῦ καιροῦ των, καὶ τὴν ἀποκλειστικότητα τοῦ νοός των, ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν ἀναλόγως τῶν πόρων καὶ τῶν ἀναγκῶν εἶναι ἀναπόφευκτος καὶ δὲν καθίσταται δαπάνη πράγματι ματαία πρὸς τὸ Κράτος. Εἰς θεραπείαν τῆς σπουδαίας ταύτης ἀνάγκης, τί ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἀναμορφώσεως; Οὐχὶ μόνον οὐδεμίαν ἔλαβε πρόνοιαν, δεικνύουσαν μέριμναν περὶ αὐτῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τοὐναντίον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ νέου νομισματικοῦ συστήματος Νόμου ἠλάττωσεν ἐμμέσως κατὰ 11% τοὺς πρότερον ὡρισμένους μισθούς, ἐνῷ εἰς νεωστὶ κατασταθείσας τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργείου νέας θέσεις ὡρίσθησαν καὶ δίδονται μισθοὶ δυσανάλογως ὑπέρογκοι. Τοιαύτη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπήνεγκε βεβαίως πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τὴν ἀπογοήτευσιν, τὴν δὲ δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους σπουδαίως ἔβλαψε καὶ βλάπτει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναμορφωτικὴ πορεία, τὴν ὁποίαν τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἐπηγγέλθη παταγωδῶς; Οὐδεὶς κλάδος σᾶς διέφυγεν. Οὕτω καὶ τοὺς ὑπαλλήλους πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας ἐφορολογήσατε, κύριοι Ὑπουργοί, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἀνεπαρκῶν μισθῶν των, καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν καὶ τοὺς κτηματίας ἐπεβαρύνετε διά τε τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ διὰ τῶν λοιπῶν φορολογικῶν δρακοντείων Νομοσχεδίων σας. Διὰ νέων ἐπιβαλλομένων φόρων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν μέχρι τοῦδε τοιούτων, ἐπεδιώξατε καὶ ἐπιδιώκετε τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων καὶ τὴν εἴσπραξιν ὅσων πλειόνων χρημάτων, ἵνα διευκολυνθῆτε εἰς τὰ σπάταλα καὶ μόνον ἐπιδεικτικὰ καὶ ἀπατηλὰ τὸ πλεῖστον μέτρα σας, παραβλέψαντες νὰ λάβητε συγχρόνως ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας κατάστασιν. Οὐδαμῶς περὶ τούτου ἐσκέφθητε, ἀλλὰ πῶς νὰ ἀνεύρητε ὅσῳ πλείονα μέσα πρὸς διευκόλυνσιν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑμεῖς αὐτοὶ ἐδημιουργήσατε καὶ δημιουργεῖτε. Ἐκ τούτου προήλθετε εἰς τὸ τόλμημα νὰ ζητήσητε νὰ ἐπιβάλλητε διὰ τῶν Νομοσχεδίων νέα βάρη, ἀποφέροντα δραχμὰς 16,000,000. Ἀγνοῶ, ἐὰν καρδία Ἑλληνικὴ, γνωρίζουσα τὴν πραγματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ἠδύνατο νὰ προβῇ ἄνευ σπουδαίας ἀνάγκης εἰς τοιοῦτον τόλμημα. Ἐπηγγέλθητε δημοτελῶς διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν σας νὰ φέρητε τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν εἰς τὴν χώραν, ἀλλ’ ἀντὶ ταύτης ἐπηνέγκατε τὴν σύγχυσιν εἰς τὰς συναλλαγὰς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ καταστρέφετε τοὺς κτηματίας, αὐξάνοντες διὰ μιᾶς μονοκονδυλλᾶς τοὺς μέχρι τοῦδε φόρους, κατὰ 12% καὶ ἀπαιτοῦντες νὰ πληρώνωνται οὗτοι ἰσαρίθμως εἰς νέας δραχμάς. Ἐσκέφθητε ὅμως ἂν οἱ κτηματίαι ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώνωσι τοὺς μέχρι τοῦδε φόρους μὲ αὔξησιν 12%; Ἐὰν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ συνεβουλεύοντο, κατὰ τὸ καθῆκόν των, τὰ πράγματα, ἤθελον κατανοήσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο ἄνευ βλάβης τῆς παραγωγῆς καὶ ἄνευ τῆς ἐξαντλήσεως τῶν κτηματιῶν· διότι ἐκ τῶν ἐνιαυσίως καθυστερουμένων ὑπολοίπων τῶν ἐσόδων ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ἡ κτηματικὴ περιουσία εἶναι ἐπιβεβαρημένη πολὺ διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ὑπαρχόντων φόρων. Δὲν ἀγνοῶ, ὅτι ἡ καθυστέρησις προέρχεται ἐν μέρει ἐκ κακῆς συνηθείας, τὴν ὁποίαν ὑπέθαλψαν εὐεργετικοὶ κατὰ καιροὺς Νόμοι· τὸ πλεῖστον ὅμως τῶν καθυστερούντων προέρχεται ἐκ τῆς ἀνεχείας· διότι, εὐκολυνόμενός τις νὰ πληρώσῃ τὸν πρὸς τὸ Δημόσιον φόρον του, δὲν ἤθελεν ἀνεχθῆ νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ εἰσπράκτορος, τῶν χωροφυλάκων καὶ τῆς λοιπῆς ὁμοίας σπείρας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς τὸν ὀργασμόν της, ἐσχάτως δὲ οἱ κάτοικοί της ἀπέκτησαν διὰ τῶν περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν δηλώσεων ἰδιοκτησίας, τὰς ὁποίας διὰ μυρίων στενοχωριῶν καὶ ταλαιπωριῶν καὶ δι’ ὑπερόγκων τόκων ἐφρόντισαν καὶ φροντίζουσι νὰ τὰς καταστήσωσι μᾶλλον προσοδοφόρους, αἱ δὲ φυτεῖαι μόλις μετὰ τετραετίαν ἀποφέρουσι καρπούς. Οἱ ἀγῶνες οὗτοι, οἵτινες ηὔξησαν καὶ αὐξάνουσιν ἐτησίως καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἐξήντλησαν ὁμολογουμένως τοὺς ἰδιοκτήτας, οἵτινες μόλις νῦν ἤρξαντο νὰ δύνανται νὰ πληρώνωσι τοὺς τόκους τῶν χρεῶν των, τὸ ἐτήσιον ἀντίτιμον τῶν γαιῶν των, καὶ νὰ ἔχωσιν ἴσως καὶ μικρὸν περίσσευμα εἰς βελτίωσιν τῶν κτημάτων των. Ἐνῶ εἰς τοιαύτην διατελοῦσιν οἰκονομικὴν κατάστασιν οἱ κτηματίαι, ὑμεῖς οὐχὶ μόνον τοὺς φόρους των θέλετε νὰ αὐξήσητε κατὰ 12% διὰ τῶν Νομοσχεδίων σας, ἀλλ’ εἰς ἐπίμετρον ἀπαιτεῖτε συγχρόνως καὶ πάσας τὰς καθυστερουμένας δόσεις· ἐφθάσατε δὲ καὶ εἰς τὴν σκληρότητα τοῦ νὰ ζητήσητε διὰ τοῦ περὶ τούτου ἐκκρεμοῦς νομοσχεδίου σας τὴν δήμευσιν τῶν τοιούτων κτημάτων ἐν περιπτώσει καθυστερήσεως διετοῦς πληρωμῆς. Διάταξις τοιαύτη ἐμφαίνει προσπάθειαν νὰ παύσῃ ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία, καὶ νὰ περιέλθωσιν εἰς μόνους τοὺς πλουσίους αἱ τοιαῦται ἰδιοκτησίαι, ἄνευ μάλιστα ἀποζημιώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, οἵτινες τὰς κατέστησαν προσοδοφόρους. Τὸ Νομοσχέδιόν σας τοῦτο θέλει νὰ καταστήσῃ πολλοὺς νῦν ἰδιοκτήτας δουλοπαροίκους, καὶ νὰ περιέλθωσιν αἱ ἰδιοκτησίαι εἰς ὀλίγους, ὥστε νὰ σχηματισθῇ πλουτοκρατία. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπαγγελθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου ὑλικὴ εὐημερία τῆς χώρας; Τί περισσότερον δύναται νὰ πράξῃ ὁ ἀσπλαγχνότερος δανειστής; Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι αἱ βιομηχανίαι κατὰ τὴν πρώτην τοὐλάχιστον ἀνάπτυξιν ἔχουσιν ἀνάγκην μικρᾶς τινος ὑποστηρίξεως, ἥτις εἶναι ὅλως διάφορος τῆς προστασίας. Ὁποία δὲ ἡ ἐπὶ τούτου πολιτικὴ πρόνοια τοῦ ἐπαγγελθέντος τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν τῆς χώρας Ὑπουργείου; Οὐχὶ μόνον δὲν ἐμερίμνησε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν βιομηχανίαν, οὖσαν εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ἀναπτύξεως, καὶ νὰ διεγείρῃ οὕτω τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἅμιλλαν, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ἐπιβαρύνει. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι μόλις ἤρξατο νὰ προοδεύῃ ἐν Ἑλλάδι ἡ οἰνοποιΐα καὶ ἡ κατασκευὴ καλῶν οἴνων, γενομένων καὶ ἀποπειρῶν περὶ τῆς εἰσαγωγῆς των καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης. Τὴν βιομηχανίαν ταύτην, οὖσαν εἰς τὰ σπάργανά της, ἀντὶ ἐνισχύσεως προσβάλλει καιρίως τὸ εἰσαχθὲν καὶ μένον ἐκκρεμὲς Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου· διότι οὐ μόνον φόρον ἐπιβάλλει, ἀλλὰ καὶ τὸν βιομήχανον ἐκτίθησιν εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Ἐφόρου, τοῦ χωροφύλακος, καὶ πάντων τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, εἰς οὓς ἀναγκαίως ἐπιτρέπεται ἡ παρενόχλησις τοῦ ἐργοστασιάρχου καὶ ἡ παρεμπόδισις τῶν ἐργασιῶν του διὰ τῶν ἐπὶ ὑπονοίᾳ συνεχῶν ἐπισκέψεών των. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ φόροι πολλάκις εἰσὶν ἐπαχθεῖς, οὐχὶ αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς, ἀλλὰ διὰ τὰς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν διατάξεις των. Τὰ αὐτὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, κατακρίνων ἐν μέρει τὰ Νομοσχέδια ταῦτα κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσίν του, ἰσχυρίσθη, ὅτι θέλουσιν ἀπαιτήσει δαπάνην μεγάλην καὶ ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐπιβαλλομένων ἐπαχθῶν τούτων φόρων θέλει ἀποῤῥοφηθῆ ἀπὸ τὸν μισθὸν τῶν ἀναγκαίως διοριστέων ὑπαλλήλων πρὸς ἐκτέλεσίν του. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι δύναται νὰ οἰκονομηθῇ ἡ δαπάνη αὕτη διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν φόρων τούτων. Εὐχερὲς καὶ λαμπρὸν ὄντως τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ πεῖρα κατέστησεν ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως φόρων εἶναι καταθλιπτικώτατον, καὶ ὄζει βαρβαρότητος, ἐκ δὲ τούτου ἠναγκάσθημεν τὸ 1880, ἐπὶ τῇ εἰσηγήσει τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μεταβάλωμεν τὸν ἐπὶ τῶν προϊόντων φόρον τῆς δεκάτης διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ πανταχόθεν καταδικασθὲν σύστημα τῶν ἐνοικιάσεων μᾶς προτείνει σήμερον νὰ ἐπαναφέρωμεν, καὶ νὰ θέσωμεν αὖθις τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου εἰς χεῖρας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἤτοι τοῦ Σπαχῆ; Ταῦτα, κύριοι, θέλουσι ἐκτεθῆ ἐκτενέστερον κατὰ τὴν εἰδικὴν συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων τούτων· ἑπομένως μετὰ τὴν νῦν ἐπιτροχάδην ἀνάπτυξιν ταύτην, καταδεικνύουσαν τὸ πνεῦμα τοῦ Ὑπουργείου, φρονῶ ἀναγκαῖον νὰ καταλήξω καὶ νὰ μὴ καταχρασθῶ ἐπὶ πλέον τὴν ὑπομονήν σας διὰ μακροτέρας ἐκθέσεως. Περιορίζομαι ὅθεν νὰ προσθέσω, ὅτι πολὺ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, πιστῶς βαίνουσα ἐπὶ τῶν ἐπαγγελιῶν της, φέρῃ αὐτὴ ἡ ἰδία οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ ἐλαττωθῶσιν ἀναλόγως καὶ τὰ βάρη, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπαπειλεῖται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ὑπὸ τῶν ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίων περὶ φόρων. Γνωρίζετε, κύριοι, καλῶς, ὅτι οὔτε λεπτὸν δὲν πρέπει νὰ δαπανᾶται ἄνευ ἀνάγκης ἐπειγούσης, καὶ μάλιστα εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ Δημόσιον Ταμεῖον κατάστασιν. Βεβαίως πολλὰς ἔχει ἀνάγκας ἡ πατρὶς νὰ θεραπεύσῃ· εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι διὰ μιᾶς, καὶ ἐκ τούτου πρέπει νὰ πριβῶμεν βαθμηδὸν εἰς τὴν θεραπείαν, προτιμῶντες, ἀναλόγως τῶν πόρων τοῦ Κράτους, τὰς ἀναγκαιοτέρας. Ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπέδειξεν οἰκονομίας ἐκ δραχ. 6,700,000 ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ πλείονας, ὡς ἐξαρτωμένου τούτου κυρίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δυναμένην νὰ φέρῃ προτάσεις περὶ μεταῤῥυθμίσεως Νόμων τινῶν ἐπὶ τὸ οἰκονομικώτερον. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ πλείονας, ὀφείλουσα νὰ μὴν ἀπομακρυνθῇ τῶν ὑφισταμένων Νόμων. Τελευτῶν, κύριοι, προκαλῶ τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ· διότι βάρη ἐπιβαλλόμενα ἀνώτερα τῶν δυνάμεων τῶν κατοίκων, φέρουσι τὴν ἀγανάκτησιν, ἡ δὲ ἀγανάκτησις ἐν τῇ ἀρχῇ εἶναι ἤρεμος, ἐπωάζουσα ὅμως ἐκρύγνηται, τοιαύτη δὲ ὤθησις δὲν ἔχει εὐχαρίστους συνεπείας, ὡς ἡ ἱστορία διδάσκει.
§11Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπάναγκες θεωρῶ νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα, ὅπερ καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔφερον, περὶ τοῦ ὑπερημέρου τῶν Προϋπολογισμῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος προσεπάθησα ν’ ἀποδείξω, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἔχουσιν αἱ φυσικαὶ, αἱ κοινωνικαὶ καὶ πολιτικαὶ περιστάσεις, εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον οἱ Προϋπολογισμοὶ νὰ ὦσιν ἐμπρόθεσμοι. Τότε ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς μεταβολὰς πρέπει νὰ δοκιμάσωμεν ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν, ἐφαρμόζοντες τοὺς ὑπάρχοντας Νόμους, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸ ἐμπρόθεσμον τῶν Προϋπολογισμῶν. Ἡ παροῦσα Σύνοδος, νομίζω, ὅτι ἐκύρωσεν ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην τὴν γνώμην μου ἐκείνην. Ἡ Κυβέρνησις ὁμολογουμένως εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τῆς νέας Συνόδου ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν, νομίζω κατὰ τὰ τέλη τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ ἐκθέσει, δι’ ἧς συνώδευσε τὸν Προϋπολογισμὸν, ἐκαυχήθη, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐκ τῶν ὀλίγων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν ἦλθεν ὅπως ἐφαρμόσῃ τὰ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, ἰδίως δὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ λογιστικοῦ Νόμου, εἰσάγων ἐγκαίρως τὸν Προϋπολογισμόν. Πιστεύω ὅμως, ὅτι τὰ μέχρι τοῦδε ἔπεισαν καὶ αὐτὸν ὅτι εἶναι ἀδύνατον, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσάγηται ἐγκαίρως, νὰ ἐπιψηφισθῇ καὶ ἐγκαίρως, δηλαδὴ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Ἐπλανήθη πιστεύσας, ὅτι εἰσάγων τὸν Προϋπολογισμὸν κατὰ τὴν 29 Ὀκτωβρίου ἐκτελεῖ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, ἰδίως τὸ 5 ἄρθρον αὐτοῦ· συνεμορφώθη μόνον μὲ τὸ Σύνταγμα, οὐχὶ ὅμως καὶ μὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον. Ἦτο ἀδύνατον νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 5, διότι εἴτε τοῦτο δὲν ἰσχύει, καταργηθὲν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἢ ἐὰν ἰσχύῃ, εἶναι σχεδὸν ἀδύνατον οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκορομικῶν νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Τὸ ἄρθρον 5 τῳόντι λέγει, ὅτι ὁ Γενικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους εἰσάγεται, ψηφίζεται καὶ κυροῦται ἐντὸς τῆς Συνόδου, τῆς ληγούσης πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ὅπερ ὁ Προϋπολογισμὸς ἀφορᾷ. Τίς, ἐρωτῶ, εἶναι ἡ Σύνοδος, ἡ λήγουσα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ὅπερ ἀφορᾷ ὁ Προϋπολογισμός; Ἢ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Σύνοδος ἤρξατο ἕξ μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, καὶ ἐντὸς αὐτῶν ἐψηφίσθη, ἢ πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤρξατο μὲν ἡ Σύνοδος βραδύτερον, δηλαδὴ τοὐλάχιστον τρεῖς μεῖνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, ἀλλ’ ἔληξε διὰ τῆς θελήσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Τὸ πρῶτον εἶναι δύσκολον παρ’ ἡμῖν νὰ γείνῃ, τὸ δὲ δεύτερον εἶναι ἐπίσης δύσκολον νὰ συμβῇ διὰ τοὺς λόγους, οὓς πάντες γνωρίζετε. Γνωστὸν ὅτι ἀρξαμένης τῆς Συνόδου γίνονται συνήθως ἀναβολαὶ, διότι οἱ παρόντες Βουλευταὶ περιμένουσι τοὺς ἀπόντας καὶ τοῦτο λίαν εὐλόγως, διότι παρ’ ἡμῖν ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου εἶναι πολιτικὸν ζήτημα, καὶ τὰ κόμματα περιμένουσι πάντας τοὺς ὀπαδοὺς αὑτῶν πρὶν δώσωσι ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τὴν μάχην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· λίαν συνήθως ἐπέρχονται μακραὶ ἐξελέγξεις· ἄρχονται ἔπειτα μακραὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἢ ἄλλων πολιτικῶν ζητημάτων, ὥστε τὸ τακτικὸν εἶναι νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὸ νέον ἔτος ἄνευ Προϋπολογισμοῦ. Εἶναι εὔκολον νὰ συμμορφωθῇ Κυβέρνησις τις πρὸς τὸ Σύνταγμα, εἰσάγουσα τὸν Προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν τῆς Συνόδου, δύσκολον ὅμως εἶναι νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν Λογιστικὸν Νόμον καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀπαιτεῖ ἀληθῶς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους νὰ ἦναι ἐψηφισμένος καὶ κεκυρωμένος ὁ Προϋπολογισμός. Ἠδύνατο ἴσως ἡ συμπολίτευσις νὰ μεμφθῇ ἐπὶ τῇ βραδύτητι ταύτῃ τῆς ψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὡς μὴ σπεύσασαν νὰ συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἀδίκως. Καὶ ἂν δὲν ἐτύγχανον αἱ διακοπαὶ ἐκ τῶν ἑορτῶν ἢ ἐξ ἄλλου κωλύματος, πάλιν δὲν θὰ κατωρθοῦτο νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἰσήχθη κατὰ τὴν 29 Ὀκτωβρίου, διενεμήθη κατὰ τὴν 8 Νοεμβρίου καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεβλήθη κατὰ τὴν 8 Δεκεμβρίου. Διηυκόλυνεν ὅμως τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ μειονοψηφία, ἥτις, ἰδοῦσα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν πρακτικὴν καὶ ἀποτελεσματικὴν τῶν γνωμῶν αὐτῆς, ἀπέσχε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας καὶ ἄφησεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐν τούτοις ἡ πλειοψηφία, ὡς εἶπον, μόλις κατὰ τὴν 8 Δεκεμβρίου ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, αὕτη δὲ διενεμήθη κατὰ τὴν 10 ἢ 12 Δεκεμβρίου. Ἤδη, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἔκτοτε ἤθελον ἀρχίσει αἱ συζητήσεις, νομίζω ἀδύνατον ἐντὸς δέκα ἢ δώδεκα συνεδριάσεων μέχρι πρώτης Ἰανουαρίου νὰ κατωρθοῦτο ὅπως ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος, ὃν δίδομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἑνὸς μηνὸς, ὅπως συζητήσῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ κυρίως πρέπει νὰ γίνεται ἡ προεξεργασία τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, αἱ δὲ λεπτομέρειαι, ἐκεῖ ἐξεταζόμεναι καὶ βασανιζόμεναι ὑπὸ τῶν ἀντιθέτων πολιτικῶν μερίδων, δὲν φέρονται ἐν ταῖς συνεδριάσεσι τῆς Βουλῆς πρὸς ἀπασχόλησιν αὐτῆς καὶ δαπάνην χρόνου· ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περιστρέφεται μόνον ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς ἐννοίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς οὐδὲν ἕτερον. Ἀλλαχοῦ ἐν Γαλλίᾳ π. χ. καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου καὶ κατὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ κατὰ τὴν Ναπολεόντειον δυναστείαν διήρκει καὶ διαρκεῖ ἡ προεξεργασία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ 3–6 μῆνας. Μὴ ὑποθέσῃ δέ τις, ὅτι ἐπειδὴ ἐν Γαλλίᾳ ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι μέγας τὸ ποσὸν, διὰ τοῦτο πολλαὶ πρέπει νὰ ὦσι καὶ αἱ συζητήσεις, ἐν Ἑλλάδι δὲ, ὅπου σχετικῶς ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι μικρότερος, πρέπει καὶ αἱ συζητήσεις νὰ ὦσι βραχύτεραι· διότι τὰ ζητήματα καὶ ἐν τοῖς μεγάλοις Προϋπολογισμοῖς καὶ ἐν τοῖς μικροῖς εἶναι τὰ αὐτὰ, καὶ ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν. Ἐν Ἑλλάδι μάλιστα, ὅπου στερούμεθα στατιστικῶν καὶ ἄλλων ἀκριβῶν πληροφοριῶν περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων καὶ πείρας λογιστικῆς καὶ οἰκονομικῆς, ἕπεται, ὅτι μακρότεραι καὶ ἐπιπονώτεραι πρέπει νὰ ὦσιν αἱ συζητήσεις ἐν ταῖς Ἐπιτροπαῖς. Ταῦτα λέγω, ὅπως καὶ πάλιν συμπεράνω εἰς ὅ,τι καὶ πέρυσι συνεπέρανα, ὅτι δηλαδὴ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, ἀπελπιζομένη ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, νὰ ἐπιτευχθῇ σταθερῶς τὸ ἐμπρόθεσμον τῶν Προϋπολογισμῶν, νὰ ὑποβάλῃ Νόμον περὶ μεταβολῆς τοῦ Λογιστικοῦ ἔτους. Δυνατὸν Κυβέρνησις, διαθέτουσα πλειονοψηφίαν καὶ ἔχουσα ἀπαρτίαν, νὰ κατορθώσῃ νὰ ψηφισθῇ ποτε ἐμπρόθεσμος ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦναι σπανία ἐξαίρεσις, ἐπιζημιώτατον δὲ ἡ οἰκονομικὴ καὶ συνταγματικὴ τάξις νὰ καταστῇ παρ’ ἡμῖν ἐξαίρεσις. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ἀγὼν μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως δὲν διεξάγεται περὶ τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι πρέπει νὰ φέρωμεν ἰσοζύγιον, δύσκολον δὲ νὰ συνηγορήσῃ τις ὑπὲρ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ ἐπαναλάβῃ κοινοὺς καὶ τετριμμένους τύπους· ἠδύνατο μόνον νὰ συζητήσῃ τις ἂν ὀφείλωμεν σήμερον νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον διὰ μιᾶς, ἢ ἂν ὀφείλωμεν νὰ φέρωμεν αὐτὸ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον διὰ σειρᾶς ἐτῶν. Νομίζω ὅμως, ὅτι οὐδεὶς ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑποστηρίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἱ δὲ λόγοι, οἵτινες ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς συνηγοροῦσι καὶ τοὺς ὁποίους φρονῶ ὅτι πρεσβεύει πᾶσα ἡ ἀντιπολίτευσις, εἶναι πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἐν εἰρήνῃ, ἐν εἰρήνῃ δὲ εὑρίσκονται καὶ πάντα τὰ Κράτη καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ. Εὐκολώτερον λοιπὸν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον σήμερον, διότι οὔτε εἰς ἐκτάκτους δαπάνας ὑποβαλλόμεθα, οὔτε εἰς ἀνωμάλους εὑρισκόμεθα περιστάσεις, κωλυούσας τὴν ἐθνικὴν ἐργασίαν καὶ παραγωγήν· τὴν εὐκαιρίαν ὅμως αὐτὴν δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχωμεν καὶ αὔριον, οὔτε εἴμεθα κύριοι τῶν περιστάσεων· πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύσωμεν σήμερον, ὅτε ἀπολαμβάνομεν ὅλων τῶν εὐκολιῶν τῆς εἰρήνης, νὰ ἰσοζυγίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον. Τὸ ἰσοζύγιον θεωροῦμεν ὡς τὴν ἀρίστην προπαρασκευὴν τῆς χώρας πρὸς πολεμικὴν ἐνέργειαν, διότι μόνον διὰ τοῦ ἰσοζυγίου θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἰσοζύγιον, ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἠρμένην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τότε ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ὅτε θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν στρατιωτικῶς, θὰ εὑρεθῶμεν ἄνευ πόρων καὶ ἄνευ τῶν δυνάμεων ἐκείνων, ἐξ ὧν ἀντλοῦσι τὰ Κράτη τὰ μέσα τῆς ἐνεργείας, καὶ ἢ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μείνωμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, βλέποντες μεγάλα συμβάντα, διαδραματιζόμενα ἐνώπιόν μας, ἢ ἀπ’ ἀρχῆς θὰ ἀποθαῤῥυνθῶμεν ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν μέσων, καὶ ἄνευ πεποιθήσεως καὶ θάῤῥους θὰ βιασθῶμεν νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅπερ καὶ μόνον εἶναι κακὴ ἀρχὴ πρὸς ἐπίτευξιν τῶν πόθων ἡμῶν. Θεωροῦμεν διὰ τοῦτο τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὡς κυριωτάτην παρασκευὴν πρὸς πόλεμον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἄλλοτε ἐπεκράτει ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅσον δύναταί τις νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον διὰ χαρτίνων πυροβόλων, τόσον δύναται νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸν καὶ διὰ χαρτίνων νομισμάτων. Καὶ ὅμως ἐβεβαιώθη διὰ σειρᾶς ἐπανειλημμένων δοκιμῶν, ὅτι σχεδὸν πάντοτε οἱ πόλεμοι διεξάγονται διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Οὕτως ἡ Ἀγγλία τὸν μακρὸν πόλεμον κατὰ τοῦ πρώτου Νεαπολέονος διεξήγαγε διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· οἱ Ρῶσσοι κατὰ τὸ 1854 διεξήγαγον τὸν πόλεμον τῆς Κριμαίας διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἡ Αὐστρία καὶ κατὰ τοὺς δύω πολέμους, καὶ κατὰ τὸ 1859 καὶ κατὰ τὸ 1866, διὰ χαρτονομίσματος διεξήγαγεν ἀμφοτέρους· ἐπίσης ἡ Ἰταλία κατὰ τὸ 1866, ἐπίσης ἡ Γαλλία κατὰ τὸ 1870. Ἀλλ’ ὅπως ἀναλάβητε πόλεμον διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διὰ τραπεζικῶν δηλονότι γραμματίων ἢ διὰ χαρτονομίσματος, πρέπει νὰ μὴ ἦσθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην βεβαρημένοι διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως δυνηθῆτε νὰ εὕρητε καὶ δαπανήσητε τὰ μεγάλα ποσὰ, ὧν ἔχετε ἀνάγκην. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς εἶναι βεβαρημένη μὲ 500,000,000 δραχ. καὶ πλέον δημόσιον χρέος, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι βεβαρημένη καὶ αὐτὴ καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὰ μεγάλα αὐτῆς Τραπεζικὰ καταστήματα μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἐὰν δὲν ἀπαλλάξητε τὰς Τραπέζας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὥστε, ὅταν κληθῆτε νὰ ἐνεργήσητε, νὰ ὦσιν αὗται ἐλεύθεραι, νὰ ἔχωσι μεταλλικὸν, νὰ ἔχωσι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ πίστιν, βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε τὰ 200, ἢ 300, ἢ 500,000,000, ἅτινα ἴσως θὰ ἀπαιτήσῃ ὁ πόλεμος, ἅτινα ὅμως θὰ δυνηθῆτε εὐκολώτερον καὶ ταχύτερον νὰ εὕρητε, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἡ ἄρσις λοιπὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος ἐθνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἐξωτερικῶς εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ ἄρσις, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικῶς. Ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν ἐν Ἑλλάδι, οἵτινες ὠφελοῦνται σπουδαίως ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ μὴ ὁμολογῶν τὰς μεγάλας ζημίας, ἃς ὑφιστάμεθα, καὶ μὴ ἀναγνωρίζων τὴν ἐπείγουσαν ἀνάγκην τῆς ἀπαλλαγῆς ἡμῶν ἐξ αὐτῆς Οἱ λόγοι, ὅσοι προτείνονται ὑπὲρ ἀναβολῆς αὐτῆς, ἔστω καὶ ἐπὶ χρόνον μόνον, οὔτε σπουδαῖοι, οὔτε εἰλικρινεῖς εἰσιν. Ἐν πρώτοις πασιφανὲς εἶναι, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πάντα τὰ πράγματα ὑπερετιμήθησαν. Ἐνῷ δὲ πάντα τὰ πράγματα ὑπερετιμήθησαν, δὲν ὑπερετιμήθησαν καὶ αἱ πρόσοδοι ἢ δὲν ὑπερετιμήθησαν ἀναλόγως. Παράδειγμα εἶναι ὁ μισθὸς τῶν ὑπαλλήλων, ὅστις μένει οἷος ἦτο καὶ πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνῷ πάντα πέριξ αὐτῶν μετεβλήθησαν κατὰ τὰς τιμάς. Τὰ ἡμερομίσθια εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ηὔξησαν, ἀλλὰ πρῶτον μὲν δὲν ηὔξησαν ἀναλόγως πάντοτε, δεύτερον δὲ ἡ αὔξησις αὕτη ἐματαίωσε τὴν φυσικὴν αὔξησιν· παράδειγμα ἡ Ἀγγλία, ὅπου, καίτοι μὴ ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὰ ἡμερομίσθια ὑπερετιμήθησαν κατὰ 10% κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, διὰ τῆς προώρου ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς 1 Νοεμβρίου ἐφήρμοσεν, ἔτι μᾶλλον ὑπερετιμήθη ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων καὶ ἐπεβαρύνθη ὁ Τόπος. Νομίζω δὲ, ὅτι ἀρκετὸς ἤδη χρόνος παρῆλθεν, ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις παρηγόρει ἡμᾶς, λέγουσα, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις αὕτη θὰ παρέλθῃ, ὅπως μὴ πιστεύωμεν πλέον εἰς τὴν παρηγορίαν αὐτήν. Ἐνῷ τὰ πάντα ὑπερετιμήθησαν, οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς πρώτας τιμάς. Ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν ἡμῖν τότε· μὴ προσέχετε εἰς τὴν ὑπερτίμησιν, ἣν βλέπετε, διότι ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις τὰ πάντα θέλουσι θεραπεύσει. Ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις ὅμως οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπὶ ὑπερτιμήσεως, ἥτις προέρχεται ἐκ τῆς ἀναγωγῆς ἀπὸ παλαιῶν εἰς νέας δραχμὰς καὶ ἐκ τῆς ἐλλείψεως μικρῶν κερμάτων. Ἡ ὑπερτίμησις αὕτη τῶν μικρῶν πραγμάτων εἰσῆλθεν ἐκεῖθεν παντοῦ, εἰς τὰ ἡμερομίσθια, εἰς τὰς ὑπηρεσίας, εἰς τὴν μεταφορὰν, εἰς τὰ ἐνοίκια, εἰς πᾶν ὅ,τι ἐπηρεάζεται ἐξ αὐτῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ νέος Νόμος δὲν θὰ παύσῃ φέρων κακὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Φρονῶ, ὅτι μὲ τὸν Νόμον τοῦ 1867 οὐδεμία ἐλπὶς ὑπάρχει, ὅτι θὰ ἔχωμεν νόμισμα χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐὰν παύσῃ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν θὰ ἔχωμεν νόμισμα χρυσοῦν καὶ ἀργυροῦν, διότι Κράτος, ὅπερ ἐξίσωσε τὸ νόμισμα αὐτοῦ μὲ τὸ νόμισμα τῆς Γαλλίας, τῆς Ἰταλίας, τῆς Ἑλβετίας καὶ τοῦ Βελγίου, πρὸς Κράτη δηλονότι, εἰς ἃ περισσότερα πληρώνει καὶ παρ’ ὧν ὀλιγώτερα λαμβάνει, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμποδίσῃ, ὅπως αὐτὰ ἐξέλθωσιν ἐκτὸς τοῦ Κράτους· ἀφοῦ εἰς ἄλλα Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ὡς ἡ Ἰταλία, συνέβη τοῦτο καὶ ἀπειλεῖ νὰ συμβῇ μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πῶς δὲν θὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν; Ἡ Ἰταλία εὐθὺς μετενόησεν, ὅτι ἠθέλησε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν νομισματικὴν Ἕνωσιν, διότι παρετήρησεν, ὅτι τὸ νόμισμα αὐτῆς ὅλον εἶχε μετενεχθῆ εἰς τὴν Γαλλίαν, πρὸς ἣν εἶχε νὰ κάμῃ μεγάλας πληρωμάς. Κατενόησε τοῦτο, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ εἶχεν εἰσέλθει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἄνευ ζημίας. Ἄλλως ὅμως διὰ τὰ ἄλλα ὅμορα ἀλλήλοις Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως ἐννοῶ τὴν νομισματικὴν Σύμβασιν· οἱ κάτοικοι αὐτῶν, εὑρισκόμενοι εἰς ἀδιάλειπτον συγκοινωνίαν καὶ συναλλασσόμενοι διὰ νομισμάτων διαφόρου καθαρότητος καὶ διαφόρων συστημάτων, εὕρισκον μεγίστας εὐκολίας, καθιστῶντες ἓν κοινὸν καὶ ὅμοιον νόμισμα. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, ἥτις εὑρίσκεται μακρὰν τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ μεθ’ ὧν δὲν ἐμπορεύεται διὰ νομίσματος, ἀλλὰ διὰ συναλλάγματος, ἐφ’ οὗ οὐδεμίαν ἔχει ἐπιῤῥοὴν ἡ νομισματικὴ μονὰς, οὐδὲν ἄλλο συμφέρον ἔχει εἰμὴ τὸ συμφέρον τινῶν Τραπεζικῶν καταστημάτων, συμφέρον λογιστικὸν, ὅπως παύσῃ ἡ ἀναγωγὴ τῶν δραχμῶν εἰς φράγκα καὶ τῶν φράγκων εἰς δραχμὰς ἐν ταῖς ἐργασίαις αὐτῶν. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἐδείνωσεν ἔτι πλέον τὴν θέσιν τοῦ Τόπου, χωρὶς οὐδεμίαν ἄλλην νὰ προσδώσῃ ὠφέλειαν ἢ τὴν ἀνωτέρω εἰς τοὺς Τραπεζίτας καὶ τὰ Τραπεζικὰ καταστήματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ κακὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν αὐτὴν, οὐδὲν κεφάλαιον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τολμᾷ νὰ εἰσέλθῃ, διότι τὸ κεφάλαιον ζητεῖ νόμισμα βέβαιον καὶ σταθερόν· εἰσέρχεται μόνον προσωρινῶς νόμισμα κερδοσκοπικόν, ὅπως μεταβληθῇ εἰς τὸ ὑπερτιμημένον ἐν Ἑλλάδι, ἁρπάξῃ ἓν κέρδος καὶ ἐξέλθῃ. Διὰ τοῦτο βλέπομεν πολλὰ κεφάλαια, ἅτινα ὅσῳ αὐξάνουσι, τόσον ὑποτιμῶσι τὸ Τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἀλλὰ καὶ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι μεγίστη. Ἂν ἐπὶ 80,000,000 περίπου, ἅτινα ὀφείλομεν εἰς τὰς Τραπέζας, δὲν πληρώνωμεν ἢ ἓν μόνον ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τόκον καὶ φαινώμεθα, ὅτι κερδίζομεν, ζημιούμεθα ὅμως πληρωνόμενοι εἰς ὑποτετιμημένον νόμισμα καὶ ἀγοράζοντες ὑπερτιμημένον συνάλλαγμα πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν δανείων καὶ τῶν προμηθειῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Εἴδετε πρὸ ὀλίγου τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβαλόντα ἡμῖν Νομοσχέδιον περὶ δανείου 10,000,000 δραχμῶν εἰς χρυσὸν πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος· διαρκούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀδύνατον ἓν Κράτος νὰ εὕρῃ δάνειον ἢ ἐπὶ βαρυτάτῳ τόκῳ. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, πρέπει νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον· ὅσον μᾶλλον παρατείνεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, τοσοῦτον δυσκολοτέρα ἀποβαίνει ἡ ἄρσις αὐτῆς· ἀπόδειξις ἡ Ἰταλία, ἥτις πρὸ δεκαὲξ ἐτῶν ἔχει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ μόλις κατὰ τὸν προσεχῆ Ἀπρίλιον ἐλπίζεται νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν Νόμον περὶ ἄρσεως αὐτῆς. Διατηρουμένη ἐπὶ μακρὸν, πλάττει τόσα συμφέροντα καὶ ἀπειλεῖ τόσας ζημίας πολλάκις, ὥστε δύσκολον νὰ προσκρούσῃ τις κατ’ αὐτῶν. Ἡ Ἰταλία διετήρησεν ἐπὶ δεκαὲξ ἔτη τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἠθέλησε πρὶν νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ πραγματοποιήσῃ δι’ αὐτῆς πανθ’ ὅσα ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἐπιχειρήσῃ ἄνευ αὐτῆς. Ἡ Ἰταλία εἶπε τῷ 1866: ἐὰν θελήσω νὰ ἄρω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀπὸ τοῦδε, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἐκτελέσω πολλὰ τῶν μεγάλων ἔργων, ὧν ἔχω ἀνάγκην· νὰ ἐπεκτείνω π. χ. τοὺς σιδηροδρόμους, καταρτίσω τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις καὶ ἐκτελέσω ἄλλα δημόσια ἔργα. Ἐπραγματοποίησε κατ’ ὀλίγον τὸ ἰσοζύγιον, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1875, ἐξετέλεσε μεγάλα δημόσια ἔργα καὶ σπουδαίας παρασκευὰς, καὶ ἤδη μόνον πρόκειται ν’ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἂν ἤθελε νὰ πράξῃ πάντα ταῦτα διὰ μιᾶς, θὰ ἠδυνάτει· τὸ ἔλλειμμά της ὑπερέβαινε τὰ 165,000,000, εἶχε δ’ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὑπὲρ τὰ 1,000,000,000. Παρ’ ἡμῖν ὅμως συμβαίνει ὅλως τοὐναντίον· ἠθελήσαμεν νὰ ἐπιχειρήσωμεν ὅλα συγχρόνως· ἀνελάβομεν διὰ μιᾶς καὶ τὰ μεγάλα δημόσια ἔργα καὶ τὰς παρασκευὰς, καὶ συνάμα τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἀνελάβομεν δὲ ταῦτα ἀποκρούοντες πᾶσαν οἰκονομίαν. Ἐνταῦθα δὲ κεῖται τὸ σφαλερὸν τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Τῳόντι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ἀπέκρουσεν ἂν ὄχι κατ’ ἀρχὴν ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι πᾶσαν οἰκονομίαν, καὶ τὴν οἰκονομίαν δηλαδὴ ἐπὶ τῶν ὡρισμένων ἤδη, τῶν κειμένων δαπανῶν, καὶ τὴν οἰκονομίαν ἐκ τῆς ἀναβολῆς πολλῶν ἔργων, ἅτινα ἀπολύτως μὲν εἶναι ἀναγκαῖα καὶ ὠφέλιμα καὶ χρήσιμα, ἀλλ’ ἅτινα χάριν τοῦ ἰσοζυγίου καὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὤφειλε ν’ ἀναβάλῃ. Λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε πᾶσαν οἰκονομίαν ἐν τοῖς πράγμασι, διότι αἱ οἰκονομίαι, ἃς ἐπικαλεῖται καὶ τὰς ὁποίας ὁ Εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, δὲν εἶναι πράγματι οἰκονομίαι, ἀλλ’ εἶναι ἐξάλειψις ἢ διαγραφὴ δαπανῶν, αἵτινες ἢ δὲν ἠδύναντο πλέον νὰ γίνωσι, διότι ἀνεγράφησαν ἄλλοτε εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς διὰ προσωρινὰς αἰτίας καὶ ἀνάγκας, αἵτινες παρελθοῦσαι κατέστησαν περιττὰς καὶ τὰς δαπάνας, ἢ εἶναι δαπάναι, αἵτινες φαίνονται ὅτι εἶναι τοιαῦται, ἀλλὰ τῶν ὁποίων τὸ κενὸν πρέπει ν’ ἀναπληρωθῇ ἄλλοθεν. Ἐκ τῶν τελευταίων π. χ. εἶναι αἱ ἐλαττώσεις, αἵτινες γίνονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ἱματισμοῦ, καὶ δι’ ἐφόδια φαρμάκων καὶ κλινοστρωμνῶν· τὸ ὑλικὸν ὅμως αὐτὸ ἐλήφθη ἐκ τοῦ ὑλικοῦ τῶν παρασκευῶν, καὶ καλῶς μὲν ἐλήφθη, ἀλλὰ δέον ν’ ἀναπληρωθῇ, καὶ πρὸς τοῦτο θέλει ἐλαττωθῇ κατ’ ἴσον ποσὸν τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 διὰ παρασκευάς. Ἐκ τῶν ἀδυνάτων δαπανῶν, ἐκείνων δηλαδὴ αἵτινες δὲν δύνανται νὰ γίνωσι, διότι ἡ αἰτία ἐξέλιπεν, ἰδοὺ τινές. Π. χ. ἠλαττώθησαν κατὰ 34,000 δραχμὰς τὰ γενικὰ μέτρα ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἀναγκαίως διότι ἐξέλιπον τὰ ἔξοδα ἰάσεως καὶ ἡμεραργίας τῶν ἐν συμπλοκαῖς μετὰ λῃστῶν πληγωθέντων, αἱ ἀμοιβαὶ, ἡ μισθοδοσία τῶν ὁδηγῶν καὶ τὰ εἰσιτήρια τῶν ἀπολυομένων ἐπιστράτων. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐλάττωσις κατὰ 200,000 δραχμῶν δι’ ἀστυνομίαν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, διότι αὕτη μετ’ ὀλίγον διὰ τῆς συστάσεως τῶν Δήμων θὰ παύσῃ οὖσα διοικητική. Ἠλαττώθη ἐπίσης κατὰ 200,000 δραχμὰς ἡ δαπάνη δι’ ἀπόδοσιν ξένων τηλεγραφικῶν τελῶν, διότι παύσαντος τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἠλαττώθησαν καὶ τὰ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν τηλεγραφήματα. Τοιαῦται καὶ αἱ οἰκονομίαι ἐκ τῆς ἐπισκευῆς δημοσίων οἰκοδομημάτων, φυλακῶν καὶ τοῦ Βουλευτηρίου. Περιωρίσθη κατὰ 225,000 δραχμὰς τὸ εἰς πρόσφυγας διδόμενον ποσὸν, διότι οἱ πλεῖστοι ἐξέλιπον· ἐξ αὐτῶν 200,000 δραχμαὶ ἦσαν διὰ τοὺς ἐκ τῆς Αἰγύπτου. Ἀπηλείψατε 400,000 δραχ. διὰ συνδρομὴν πρὸς συνοικισμοὺς, διότι συνοικισμοὶ δὲν γίνονται, αἱ δὲ 400,000 δραχ. τοῦ 1882 διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν, οὐ μόνον δὲν ἐδαπανήθησαν, ἀλλ’ οὐδὲ θὰ δαπανηθῶσιν, ἰδίως αἱ 300,000 δραχ. διὰ τοὺς ἐκ τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον μάλιστα διστάζω νὰ θεωρήσω ὡς ὠφέλιμον τὸ νὰ διαλύωμεν ἐν Τουρκίᾳ τὰ Ἑλληνικὰ κέντρα, καὶ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἐνισχύωμεν ἐπὶ τόπου τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Τοιαύτη καὶ ἡ ἐλάττωσις δι’ Ἐκθέσεις. Ἄλλαι πάλιν δὲν εἶναι βέβαιαι οἰκονομίαι πρὶν τῆς λήξεως τοῦ ἔτους, διότι ἐπιτρέπονται συμπληρωτικαὶ πιστώσεις. Τοιαύτη π. χ. ἡ ἐλάττωσις κατὰ 150,000 δραχ. τῆς δαπάνης διὰ συντήρησιν καταδίκων. Τοιαῦται εἶναι αἱ πλεῖσται οἰκονομίαι τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων, ἐν οἷς μόνοις ἐγένοντο τοιαῦται συγκριτικῶς πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐξαιρέσει τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, οὗτινος αἱ οἰκονομίαι δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι τοιαῦται. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε νὰ φέρῃ οἰκονομίας ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν δαπανῶν, ηὔξησεν ἀκόμη τὰς δαπάνας διὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν ἠκολούθησεν ἐν ἅπασι τοῖς κλάδοις. Ἡ Κυβέρνησις τῳόντι δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐπεχείρησε συγχρόνως καὶ διὰ μιᾶς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔργα, δι’ ὧν σκοπεῖται καὶ ἡ στρατιωτικὴ καὶ ναυτικὴ παρασκευὴ, καὶ ἡ ὑλικὴ πρόοδος καὶ ἡ διανοητικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας, μὴ ἀναμείνασα οὔτε τὸν χρόνον, οὔτε τὰς περιστάσεις. Ἐπεχείρησε π. χ. νὰ ὀργανώσῃ τὸν Τόπον πρὸς προσεχῆ καὶ ἐνδεχόμενον πόλεμον καὶ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐπεχείρησε νὰ στρώσῃ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα διὰ σιδηροδρόμων καὶ δρόμων, ἠθέλησε μέχρι τοῦ τελευταίου χωρίου νὰ ἐκτείνῃ τὸν τηλέγραφον καὶ τὸ ταχυδρομεῖον, ἠθέλησε πανταχοῦ νὰ ἱδρύσῃ σχολεῖα, νὰ πήξῃ γυμναστήρια, νὰ ἐπαναφέρῃ ἐπαρχιακοὺς ἰατροὺς, καὶ ἐπεχείρησε πάντα ταῦτα, ἐνῷ εἶχε Προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 15,000,000 καὶ ἐνῷ ἐπιβαρύνει τὸν Τόπον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἣν συγχρόνως ζητεῖ νὰ ἄρῃ. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὅμως πάντα ταῦτα, ἠναγκάσθη ν’ ἀκρωτηριάσῃ καὶ σμικρύνῃ πολλὰ ἐξ αὐτῶν. Οὕτως π. χ. διὰ νὰ παρασκευάσῃ δῆθεν τὸν Τόπον στρατιωτικῶς, κατήρτισε τὸν στρατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μονοετοῦς θητείας· ζητεῖ νὰ παρασκευάσῃ αὐτὸν καὶ ναυτικῶς ἄνευ οὐδεμιᾶς φροντίδος περὶ τῶν ἐμψύχων, ἅτινα θὰ διοικήσωσι τὰ πλοῖα· ὅπως στρώσῃ τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν διὰ σιδηροδρόμων κατασκευάζει τοὺς ἐθνικοὺς σιδηροδρόμους στενούς. Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα ὅ,τι ζητοῦμεν; Δὲν μέμφομαι τὴν Κυβέρνησιν, δὲν μέμφομαι τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐξελέξατο τὴν μονοετῆ θητείαν, ὅπως ὀργανώσῃ στρατιωτικῶς τὸν Τόπον· εἶναι ἐλεύθερος πᾶς πολιτευόμενος νὰ ἔχῃ οἱονδήποτε πολιτικὸν σύστημα θέλῃ, καὶ νὰ βασίζῃ αὐτὸ ἐφ’ οἱασδήποτε ἀρχῆς τῷ ἀρέσκει· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ τὸ σύστημά του ἄλλο ἢ οἷον πράγματι εἶναι. Οὐδαμοῦ γνωρίζω, ὅτι προσεπάθησαν νὰ παρασκευάσωσι στρατὸν πρὸς πόλεμον καὶ ἐζήτησαν συγχρόνως νὰ ὦσι δημοτικοὶ, ἀρεστοὶ τῷ λαῷ. Τὸ ἓν ἀντίκειται εἰς τὸ ἄλλο· οὐδέποτε μακρὰ θητεία καὶ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ συνεβιβάσθησαν. Δύνασθε ὅμως νὰ εἴπητε, ὅτι παρασκευάζετε τὸ ἔθνος οὐχὶ πρὸς πόλεμον ἐπιθετικὸν, ἀλλὰ πρὸς πόλεμον ἀμυντικόν. Πόλεμος ἀμυντικὸς ὅμως θὰ ἦναι ὁ τῆς Ἑλλάδος; Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος, ὅπερ παρ’ οὐδενὸς ἀπειλεῖται, καὶ ἅμα οὐδένα θελήσῃ νὰ προσβάλῃ, οὐδεὶς καὶ θὰ τὴν προσβάλῃ καὶ κατ’ οὐδενὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ παρασκευασθῇ, ὅμως ἀμυνθῇ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ στρατὸς πρὸς ἄμυναν εἶναι περιττὸς, μόνον δὲ χωροφυλακὴ θὰ ἤρκει. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως εἶναι Κράτος ἀπειλοῦν ἄλλους, καὶ οὐ μόνον ἀπειλοῦν, ἀλλὰ καὶ ἀπειλούμενον, ἀλλ’ οὐχὶ ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς Κράτει, ἀλλ’ ἐν Ἐπαρχίαις ἐκτὸς αὐτοῦ, Ἐπαρχίαις ὅμως Ἑλληνικαῖς, πρὸς σωτηρίαν τῶν ὁποίων εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δράμῃ, ἑπομένως νὰ ἐπιτεθῇ. Λοιπὸν ἐκεῖ ἀπειλοῦμεν καὶ ἀπειλούμεθα· ἀπειλοῦντες καὶ ἀπειλούμενοι πρέπει νὰ ὦμεν παρεσκευασμένοι πρὸς ἐπιθετικὸν πόλεμον. Εἶναι ὅμως ὁ στρατὸς, ὁ μορφωμένος διὰ μονοετοῦς θητείας, ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον θὰ ὁδηγήσητε εἰς ἐπιθετικὸν πόλεμον; Τίς εἶναι ὁ ἡγεμὼν, τίς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, τίς ὁ στρατηγὸς, ἢ ὁποῖον εἶναι τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπερ θὰ δεχθῇ νὰ ὁδηγήσῃ στρατὸν, συγκεκροτημένον διὰ μονοετοῦς θητείας, στρατὸν, ἀποτελούμενον ἐκ νεοσυλλέκτων, ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες ἴσως ὑπηρέτησαν τρεῖς μόνον ἢ τέσσαρας μῆνας, νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, ὅπως κριθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ τύχη ἡμῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν; Διατί δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν στρατὸν παρεσκευασμένον πρὸς ἐπιθετικὸν πόλεμον; Διατί δὲν λέγομεν ἀπὸ τοῦδε ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ἐσχάτως στρατηγὸς Γερμανὸς, ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ τῇ Πρωσσικῇ ἐγίνετο λόγος περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας; Τί εἶπε καὶ τί ἔγραψεν; Ἄν, εἶπεν, ἐλαττωθῇ ἡ θητεία καὶ παρουσιασθῇ ποτε ἀνάγκη πρὸς πόλεμον, ἂς ἔλθωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ ὁδηγήσωσι τὸν στρατὸν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης· οὐδεὶς ὅμως ἀξιωματικὸς Γερμανὸς θὰ δεχθῇ νὰ διακινδυνεύσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ τῆς Γερμανίας, ὁδηγῶν στρατιώτας, ὡς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους αὐτοὶ θέλουν νὰ παρασκευάσωσιν. Ἡ πολιτικὴ τῆς μονοετοῦς θητείας δύναται νὰ ἦναι πολιτικὴ γεωργικὴ, βιομηχανικὴ, ἐμπορικὴ, κομματικὴ, οὐδέποτε ὅμως εἶναι πολιτικὴ πολεμικὴ, πολιτικὴ στρατιωτική. Ὅπως δὲ σήμερον ἔχουσι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι μετὰ εἰκοσιτέσσαρας ὥρας, ἀφ’ ἧς κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν περὶ τῶν ὅλων κρίσιμον μάχην πρὸς τοὺς ἐχθροὺς, ἢ ἄλλως νὰ ὑποχωρήσωμεν μέχρι τοῦ Δομοκοῦ. Σύνορα τοιαῦτα δὲν ἐπιτρέπουσι σήμερον νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραττον εἰς ἄλλους χρόνους οἱ ἡμέτεροι πατέρες. Δὲν εἶναι πλέον ἡ ἐποχὴ τοῦ Κολοκοτρώνη, ἀσκοῦντος πρὸς πόλεμον ἐπὶ ἓν καὶ δύω ἔτη εἰς ἁψιμαχίας τοὺς στρατιώτας αὐτοῦ. Σήμερον τὸ σύστημα τῶν πολέμων εἶναι βραχὺ, σύντομον, ὀξύ· πρέπει νὰ ἦσθε ἕτοιμοι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ συγκεντρώσητε πολλὰς δυνάμεις, πρέπει νὰ ἔχητε στρατὸν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς καθ’ ὅλα ἠτοιμασμένον, ἔχοντα πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἐμπνέοντα πεποίθησιν ἐπίσης εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ δυνηθῆτε ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ριψοκινδυνεύσητε εὐλόγως περὶ τῶν ὅλων. Ὁποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ λογικὴ, ἐφ’ ἧς στηρίζετε τὴν τοιαύτην παρασκευὴν τῶν στρατιωτῶν, ἡ λογικὴ, ὅτι, ἂν κατορθώσωμεν ἐντὸς συντομωτέρου χρόνου διὰ πυκνοτέρας ἀσκήσεως νὰ δώσωμεν τὴν ἐξάσκησιν, ἣν ἐδίδομεν ὑπὸ τὸν προγενέστερον Νόμον διὰ μακροτέρας θητείας, ἀποκτῶμεν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ τῆς αὐτῆς ποιότητος στρατιώτας; Τοιοῦτο σύστημα ὑπενθυμίζει ἐκεῖνον, ὅστις ἐνόμιζεν, ὅτι, λαμβάνων διὰ μιᾶς τὰ φάρμακα ἢ τὰ λουτρὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἰατρὸς τῷ διέγραψε κατὰ πολλὰς δόσεις καὶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἤθελεν ἐπιτύχει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
§12ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Βέβαια, μάλιστα.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μήπως ἡ ἀξία τοῦ στρατοῦ συνίσταται μόνον εἰς τὸ μηχανικὸν, εἰς τὸ ὑλικὸν, οὕτως εἰπεῖν, μέρος; Τὸν στρατὸν ἀποτελεῖ ἡ πειθαρχία, ἀποτελοῦσιν αἱ ἕξεις, ἡ πεποίθησις, τὰ στρατιωτικὰ ἤθη. Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι στρατιώτης τις, μένων ὀλιγώτερον χρόνον ὑπὸ τὰς σημαίας, ἐξασκεῖται ὅσον καὶ ἂν ἐτέλει ἐπὶ περισσότερον χρόνον, ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀπεκτήσατε τῆς αὐτῆς ἀξίας στρατιώτην; οὐδαμῶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ κακόν. Ἄνευ στρατοῦ μακρᾶς θητείας εἶναι ἀδύνατον νὰ μορφώσητε ἀξιωματικόν· τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν μορφώνουσι τὰ Σχολεῖα μόνον, οὔτε αἱ ἀναγνώσεις, ἀλλ’ ἡ πεῖρα καὶ ἡ πεποίθησις, ἃς ἀποκτῶσι καὶ ἐμπνέουσι διοικοῦντες τὸν στρατὸν ἐπὶ μακρὸν, ἐπὶ δύω ἢ τρία τοὐλάχιστον ἔτη, δὲν λέγω ἐπὶ μακρότερον χρόνον. Μόνον, ὅταν δίδετε εἰς τοιούτους ἀξιωματικοὺς στρατιώτας, ὅπως τοὺς ἐκγυμνάσωσιν ἐπὶ δύω ἢ τρία ἔτη, θὰ ἐπιτύχητε ἐκεῖνο, ὅπερ εἶναι ἐγγύησις τῆς νίκης, τὴν πεποίθησιν. Ἐν Ἑλλάδι ζῶμεν μὲ τὴν ἰδέαν, μὲ τὴν légende, μὲ τὴν δημώδη ἐποποιίαν, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι, ὡς οὐδεὶς ἄλλος, ἀνδρεῖος καὶ ἀτρόμητος, καὶ μὲ αὐτὰς τὰς ἰδέας ζητοῦμεν νὰ παρασύρωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅπως παραλίπῃ καθήκοντα καὶ θυσίας, αἵτινες εἶναι ὁ πρώτιστος ὅρος, ὅπως παρασκευασθῇ πρὸς κινδύνους. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι ὁ Ἕλλην στρατιώτης, ὁ Ἕλλην ἀξιωματικὸς εἶναι ἀνδρεῖος; Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπίσης ἀνδρεῖοι οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν; Μήπως κατὰ τὸν ἑπταετῆ ἀγῶνα τῆς ἐπαναστάσεως οἱ πατέρες ἡμῶν δὲν ἠσθάνθησαν, ὅτι καὶ οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν ἦσαν ἐπίσης ἀνδρεῖοι, ἐπίσης ριψοκίνδυνοι ὡς αὐτοί; Δὲν ἔχουσιν ὅμως οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν τί περιπλέον; τὴν μακρὰν δηλονότι θητείαν, τὴν ἄσκησιν ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς τὰ πολεμικὰ, τὴν ἐκ τῆς θρησκείας ἀφοσίωσιν καὶ πειθαρχίαν εἰς τοὺς ἀνωτέρους καὶ τὰς σημαίας; Λοιπὸν εἶναι λογικόν, εἶναι συνετὸν, ἀπέναντι τοιούτων ἀντιπάλων, νὰ θέλωμεν νὰ ἀντιτάξωμεν νεοσυλλέκτους, οἵτινες, ὅσον καὶ ἂν ἔχωσιν αἴσθημα, ὅσον πατριωτισμόν, τὴν τελευταίαν ὥραν δὲν θὰ ἔχωσι τὴν ἐμπιστοσύνην οὔτε εἰς ἑαυτοὺς, οὔτε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἢ τοὺς στρατηγούς; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν, θέλομεν μονοετῆ θητείαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν πολεμικὴν πολιτικήν. Θέλομεν πάλιν πολεμικήν; τότε πρέπει νὰ εἴπωμεν φανερὰ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτυγχάνεται ἢ διὰ θυσιῶν, οὐχὶ μόνον χρηματικῶν, ἀλλὰ καὶ σωματικῶν, τοῦ αἵματος λεγομένων. Ἐγένετο κατάχρησις τῆς λέξεως αὐτῆς, φόρος τοῦ αἵματος’ δὲν εἶναι ὅμως φόρος τοῦ αἵματος, εἶναι φόρος ἁπλῶς περιουσίας· φόρος τοῦ αἵματος θὰ ἦναι, ὅταν μίαν ἡμέραν κληθῇ ὁ στρατὸς, ἄγνωστον πότε, νὰ ἐνεργήσῃ ἐν πολέμῳ, τότε δὲ θὰ φανῇ τίς θὰ χύσῃ πράγματι τὸ αἷμα αὐτοῦ. Κατ’ ἐκείνην ὅμως τὴν ἡμέραν δὲν εἶναι μόνον οἱ στρατιῶται τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, οἵτινες θὰ χύσωσι τὸ αἷμά των, ἀλλ’ ἅπαν τὸ Ἔθνος, καὶ ἐκεῖνοι, ὅσοι εἴτε ἐκ τύχης, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων δὲν ὑπηρέτησαν. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, δεχθεῖσα πρόγραμμα πολιτικῆς πολεμικῶν παρασκευῶν διὰ μονοετοῦς θητείας, ὄχι μόνον ματαιοπονεῖ, ἀλλὰ προπαρασκευάζει καὶ δεινοὺς κινδύνους, ἄν ποτε ἐπιστῇ ὥρα ἐνεργείας. Μὴ πλανώμεθα δὲ, ὅτι θὰ ἐπανέρχωνται αἱ ἴδιαι πάντοτε περιστάσεις, ὡς κατὰ τὸ 1880 καὶ 1881. Τότε ἡ Εὐρώπη σύμπασα δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, ἀντὶ πάσης δὲ θυσίας ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ πᾶσαν διατάραξιν τῆς Ἀνατολῆς· ἕνεκα τούτου μᾶς ἐπέτρεψε δι’ ἀπειλῶν μόνον καὶ δι’ ἐπιδείξεων στρατιωτικῶν νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ἐπεζητοῦμεν. Ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ δύω ἢ πέντε ἔτη ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ θελήσῃ ἐπίσης τὸν πόλεμον; Ἄν ἡ Εὐρώπη θέλῃ ἐξ ἐναντίας αὐτὸν, ἂν ἀδιαφορῇ δι’ αὐτὸν, ἂν μᾶς ἀφίσῃ μόνους νὰ μετρηθῶμεν πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν, θὰ δυνηθῶμεν καὶ τότε δι’ ἀπειλῶν καὶ ἐπιστρατεύσεως νεοσυλλέκτων νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ζητοῦμεν; Προκειμένου ἡμέραν τινὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ἄκοντες, εἶναι τάχα τὸ σύστημα τῆς μονοετοῦς θητείας ἐκεῖνο, ὅπερ δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς πραγματοποίησιν τὸ πόθου ἡμῶν, τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐθνικῆς; Λέγω ἄκοντες, διότι, ἂν ἐπρόκειτο ἑκόντες νὰ ἐνεργήσωμεν, ἄλλως ἠθέλομεν ὀργανώσει τὰ τῆς παρασκευῆς ἡμῶν. Ἀλλ’ ἆρά γε, ἐπειδὴ ἄκοντες θὰ ἐνεργήσωμεν, πρέπει νὰ ἤμεθα ὠργανωμένοι διὰ μονοετοῦς θητείας; ποσῶς. Ὁ θέλων νὰ ἔχῃ πολιτικὴν τὸ ἀρέσκειν εἰς τὸν λαὸν, πολιτικὴν δημοτικὴν, κομματικὴν, πρέπει νὰ διαγράψῃ ἐκ τῆς σημαίας του τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν τῶν στρατιωτικῶν. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ναυτικὰ, εὑρισκόμεθα εἰς ἐντελῆ ἄγνοιαν· περὶ τῶν παρασκευῶν κατὰ ξηρὰν γνωρίζομεν ὁποῖον εἶναι τὸ σύστημα αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν θαλασσίων παρασκευῶν οὐδὲν γινώσκομεν. Ἐψηφίσθη μὲν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ δάνειον τῶν 40,000,000 διὰ παρασκευὰς, γινώσκομεν δὲ μόνον, ὅτι Ἐπιτροπὴ ἤρξατο πρὸ καιροῦ ἐν Ἀγγλίᾳ συζητοῦσα τὰ συστήματα τῶν πλοίων. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ εἰς οὐδὲν, ὡς φαίνεται, ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα εἰσέτι ἔφθασε περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ πλοίου, ὅπερ θὰ ἀποτελέσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στόλον, νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν αὐτὸ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δείξῃ φροντίδα περισσοτέραν περὶ ἐκείνων, ἅτινα δὲν παρασκευάζονται ἐκ τοῦ προχείρου, οὔτε διὰ παραγγελιῶν, οὔτε διὰ χρημάτων, περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὰ τὰ πλοῖα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Καὶ κατὰ θάλασσαν ἡ αὐτὴ παρασκευὴ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, παρασκευὴ ἐπιθετική· ἀμυντικὴ μόνον παρασκευὴ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, μετ’ ἐπιθετικῆς δὲ εἶναι δαπανηροτάτη διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὴν Ἑλλάδα οὐδεὶς ἐπίσης τὴν ἀπειλεῖ ναυτικῶς, ἂν οὐδένα θελήσῃ νὰ προσβάλῃ· ἂν δὲ εὑρεθῇ ποτε ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ἄνευ στόλου ἐπιθετικοῦ, διὰ μόνης τῆς ἀμύνης οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ, διότι σήμερον οὐδὲν σχεδὸν μέρος τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει, ὅπερ, ἂν ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν ἐκλέξῃ, δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ στόλος νὰ τὸν ἀποκρούσῃ. Ἡ ἄμυνα τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος εἶναι μῦθος, διότι εἶναι τόσον πολλὰ καὶ τόσον ἀναπεπταμένα εἰς τὸν ἐχθρὸν τὰ παράλια αὐτῆς, ἀποτελεῖται αὕτη ἀπὸ τόσας νήσους, ὥστε εἶναι ἀδύνατον δι’ ἀμυντικοῦ συστήματος ναυτικοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ θεωρῶμεν ἑαυτοὺς ἀσφαλεῖς. Πρέπει πρὸς ἐπίθεσιν ἐπίσης νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι, ὅταν δὲ ἤμεθα ἕτοιμοι πρὸς ἐπίθεσιν, ἔχομεν ἡμεῖς μὲν περισσοτέρας κατὰ ξηρὰν δυνάμεις ἐπὶ τῶν σημείων τῆς ἐνεργείας, ὁ δὲ ἐχθρὸς ἡμῶν ὀλιγωτέρας· διότι, ἂν ἤμεθα κύριοι τῆς θαλάσσης, θὰ δυνάμεθα τὸν μὲν ἐχθρὸν νὰ ἐμποδίσωμεν νὰ μετάγῃ στρατὸν ὅπου ἀνάγκη, ἡμεῖς δὲ δὲν θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διασπείρωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν εἰς τὰ ἀσθενῆ σημεῖα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ συγκεντρῶμεν αὐτὸν ἅπαντα ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς ἐνεργείας. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως καὶ εἰς ἄλλους κλάδους ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν, ἣν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ πολιτικὴν τῆς ἀκρασίας, διότι πάντα ἠθέλησε συγχρόνως νὰ ἐπιχειρήσῃ καὶ ἐκτελέσῃ. Οὕτω τοὺς τηλεγράφους ἐπεξέτεινε πανταχοῦ σχεδὸν τοῦ Κράτους. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι οἱ τηλέγραφοι ὑπηρετοῦσι σπουδαίας ἀνάγκας καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας· ἀλλ’ ὅταν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1880 αἱ κυριώτεραι γραμμαὶ εἰσι πεπηγμέναι καὶ λειτουργοῦσι, καὶ ὅτι αἱ γραμμαὶ, αἵτινες προσετέθησαν, δὲν ἦσαν ἐξ ἐκείνων, ἃς ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, εἰς ἃς εὑρισκόμεθα, καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν οἰκονομιῶν, ὑφ’ ἧς πιεζόμεθα, ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ κάμωμεν, ἡ δι’ αὐτὰς δαπάνη δὲν ἦτο ἀναγκαία. Ἂν παραβάλῃ τις τὴν δαπάνην, ἥτις ἀναγράφεται διὰ τὸ ἔτος 1883 πρὸς τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν τηλεγράφων, θέλει εὕρει, νομίζω, ἔλλειμμα 440,000 δραχμῶν, δηλαδὴ ἐξοδεύομεν περιπλέον σήμερον ἢ ὅ,τι ἐσοδεύομεν 440,000 δραχμάς. Σχετικῶς πρὸ τὸ 1880 ἡ αὔξησις τῆς δαπάνης διὰ τὴν τηλεγραφικὴν συγκοινωνίαν εἶναι 777,623 νέαι δραχμαὶ, ἡ δ’ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ ἔτους 1883 πρὸς τὰ τοῦ ἔτους 1880 εἶναι 597,000 δραχμαὶ μόνον, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἂν δὲν ἐγίνοντο αἱ πρόσθετοι δαπάναι, ἀφαιρεθῇ δὲ τὸ ποσὸν, ὅπερ δαπανᾶται ἐπὶ πλέον διὰ τὰς νέας Ἐπαρχίας, ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τῷ 1883 ἂν ὄχι περίσσευμα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐξίσωσιν τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα ἀντὶ ὑπερβάσεως 440,000 δραχ. Τὰ αὐτὰ βλέπομεν ἐν τῇ ταχυδρομικῇ συγκοινωνίᾳ. Ἐν αὐτῇ αἱ δαπάναι κατὰ τὸ 1883 σχετικῶς πρὸς τὸ 1880 σχεδὸν ἐδιπλασιάσθησαν. Ὁπόσον ἐξ αὐτοῦ τοῦ περιπλέον ποσοῦ τῶν δαπανῶν ἀνήκει εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας; ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερβαίνῃ τοῦτο τὰς 100,000 δραχμάς. Ἂν λοιπὸν δὲν ἔσπευδεν ἡ Κυβέρνησις νὰ πολλαπλασιάσῃ καὶ τὰ ταχυδρομεῖα, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐλάττωσις δαπάνης, ἤτοι κέρδος 200,000 δραχμῶν. Εἰς 300,000 περίπου δραχμὰς ἀνέρχονται τὰ περιπλέον ἔξοδα διὰ νέα Γυμνάσια καὶ Γυμναστήρια ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶμαι ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῆς Ἐκπαιδεύσεως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅταν ἡ ἐκπαίδευσις δὲν δύναται νὰ δοθῇ ὡς πρέπει καὶ ὡς ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν αὐτὴν ἐφεξῆς, ὅταν, συγκρίνοντες τὴν ἐκπαίδευσιν πρὸς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους, βλέπωμεν, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις δύναται ἄνευ κινδύνων ν’ ἀναβληθῇ, ἐνῷ αἱ ἄλλαι ἀνάγκαι δὲν δύνανται ν’ ἀναβληθῶσι, νομίζω, ὅτι ὤφειλε καὶ ὡς πρὸς ἐκείνην νὰ φανῇ ἐγκρατεστέρα ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι, παραβλέποντες σήμερον ἄλλας πλέον κατεπειγούσας ἀνάγκας καὶ δαπανῶντες ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὑπὲρ ἐκπαιδεύσεως ἀτελοῦς καὶ ἀνωφελοῦς, παριστῶμεν τὸ ἴδιον φαινόμενον, ὅπερ ἤθελε παραστήσει πατὴρ, ὅστις, ἔχων δύω τέκνα, ἐξ ὧν τὸ μὲν εἶναι καθειργμένον διὰ χρέη ἐν ταῖς φυλακαῖς, τὸ δ’ ἕτερον σπουδάζει, δαπανᾷ ὅ,τι ἔχει ὑπὲρ τούτου, ἀφίνει δ’ ἐκεῖνο νὰ σήπηται ἐν τῇ φυλακῇ. Τοιαύτην θέσιν ἔχει ἡ Ἑλλὰς σήμερον ἀπέναντι τῶν δούλων Ἐπαρχιῶν, ὅταν, δυναμένη νὰ παρασκευάσῃ τὸν τόπον στρατιωτικῶς, σκέπτεται περὶ διαδόσεως ἐλεεινῶν γραμμάτων ἄνευ ἀληθῶν Διδασκάλων καὶ περὶ ἱδρύσεως Γυμναστηρίων δι’ ἀγοραίων Γυμναστῶν, οὓς ἐκ τῶν ὁδῶν λαμβάνει. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸ ἰσοζύγιον, ὄχι μόνον δὲν περιέκοψεν ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ νέας δαπάνας προσέθηκεν, ἀναλαβοῦσα διὰ μιᾶς ἔργα πολλὰ καὶ μεγάλα, ὧν τινα ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου νὰ σμικρύνῃ καὶ ἐκμηδενίσῃ· οὕτως ὁ εἷς παράγων τοῦ ἰσοζυγίου, αἱ οἰκονομίαι, ἐντελῶς ἐξωβελίσθησαν ἐκ τοῦ συστήματος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπελείφθη λοιπὸν αὐτῇ ἄλλο μέσον ἢ ἡ φορολογία. Περὶ τῶν φόρων ὀλίγα θέλω εἴπει, διότι πολλὰ μὲν ἐῤῥέθησαν, πολλὰ δὲ θὰ ῥηθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων. Ἐν γένει ὅμως παρατηρῶ, ὅτι τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια πάντα τῆς Κυβερνήσεως διεμορφώθησαν, διετυπώθησαν, διεσκευάσθησαν οὕτω πως, ὥστε νὰ δώσωσι τὸ ποσὸν, ὅπερ ἀπῃτεῖτο, ὅπως καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα διὰ φορολογίας ἀνίσου καὶ ἀδίκου. Ἐὰν τὰ Νομοσχέδια αὐτὰ ἐφιλοπόνει ἡ Κυβέρνησις μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς, μετὰ περισσοτέρας ἐμβριθείας, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἴδιον ποσὸν, ὅπερ ζητεῖ, δι’ ὀλιγωτέρου βάρους· ἀμελήσασα ὅμως καὶ μετ’ ἀτονίας, οὕτως εἰπεῖν, καὶ χαλαρότητος μελετήσασα καὶ ὁρίσασα τὰ τῶν διαφόρων φόρων, κατέφυγεν εἰς τὸ ἑξῆς ἁπλούστατον μέσον· ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ φορολογήσω πάντας τοὺς καταναλωτὰς, ἃς φορολογήσω τινὰς, ἐκ τῶν τινῶν δ’ αὐτῶν ἄς λάβω καὶ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπερ ὤφειλον νὰ πληρώσουν οἱ ἄλλοι. Τοῦτο ἀπαντᾷ εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως. Λ. χ. ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ περὶ πνευματωδῶν ποτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπήλλαξε παντὸς φόρου τοὺς παραγωγεῖς τῆς σούμας...
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐθέσαμεν δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὰ δύω λεπτὰ, ἅτινα ἐπεβάλετε, ὡς καὶ ὑμεῖς ἐβεβαιώσατε, εἶναι στατιστικὸς μόνον φόρος, σκοπῶν νὰ βεβαιώσῃ ὁπόσον ποσὸν σούμας παράγεται ἐν Ἑλλάδι· ὅταν δὲ συγκρίνῃ τις τὰ 2 λεπτὰ τῆς σούμας πρὸς τὰ 50 λεπτὰ τῆς ῥακῆς, πείθεται, ὅτι τὰ 2 λεπτὰ δὲν εἶναι φόρος, ἀλλ’ ἓν μέσον συλλογῆς στατιστικῶν πληροφοριῶν. Διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς αὐτῆς τῆς σούμας, τὸ Νομοσχέδιον εἰσήγαγεν εὐθὺς ἐν τῇ βάσει τὸ ἄνισον καὶ ἄδικον ἐν τῇ φορολογίᾳ. Δὲν δέχομαι ὡς ἀποδεδειγμένον καὶ βεβαιωμένον ὅ,τι κατὰ προηγουμένην συζήτησιν πολλοὶ τῶν κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου λαλησάντων ὑπεστήριξαν, ὅτι δηλαδὴ ἐν πολλοῖς χωρίοις, ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, μεταχειρίζονται τὴν πρώτην ἀπόσταξιν, τοιαύτην, ὁποία ἐξέρχεται, πρὸς πόσιν. Πρὸς στιγμὴν δέχομαι, ὅτι θὰ καταδιώκωνται ἀποτελεσματικῶς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐποπτείας τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, ἂν καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1883 οὐδὲ λεπτὸν ἀνέγραψε δι’ ἔξοδα διοικήσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὅτι, λέγω, θὰ καταδιώκωνται οἱ ἐν Ἐπαρχίαις ἀποσταλακταὶ δευτέρας καὶ τρίτης ἀποστάξεως. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι, ἕτερον σπουδαιότατον καὶ νομιμώτατον μέσον, δι’ οὗ θὰ μένῃ ἡ ῥακὴ ἀφορολόγητος, τὸ ἑξῆς: ὁ θέλων νὰ ἐπιτύχῃ ἐκ τῆς πρώτης ἀποστάξεως οἰνόπνευμα, ὅπερ νὰ δύναται εὐθὺς ἄνευ δευτέρας ἀποστάξεως νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ρακὴ ἢ πρὸς κατασκευὴν ἄλλων πνευματωδῶν ποτῶν, δύναται νὰ κάμῃ τὸ ἑξῆς: ἀποστάζων σταφίδα ἢ σταφυλὰς, δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ πρῶτον ἥμισυ, ὅπερ ἐξέρχεται πάντοτε μέχρι βαθμοῦ 28, καὶ νὰ τὸ θέτῃ εἰς ἰδιαίτερον ἀγγεῖον, τὸ δὲ ἄλλο νὰ τὸ εἰσάγῃ εἰς τὸν ἄμβικα πρὸς δευτέραν ἀπόσταξιν, καὶ μετ’ ἄλλης ὕλης στεμφύλων νὰ ἐξακολουθῇ τὴν ἰδίαν ἐργασίαν· τὸ οἰνόπνευμα ἐκεῖνο τῶν 28 βαθμῶν, τὸ ὁποῖον ὡς πρώτη ἀπόσταξις πληρώνει κατὰ τὸ Νομοσχέδεον φόρον 2 μόνον λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, δύναται νὰ μεταβληθῇ εὐθὺς εἰς ῥακὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐργασίας ἢ διὰ ψυχρᾶς ἀναμίξεως γλυκανίσου, καὶ ζακχάρεως μόνον. Ἄλλοτε ἀπῃτεῖτο διὰ τῆς θερμῆς ὁδοῦ ἐργασία, διότι ἀπῃτεῖτο νὰ βράσῃ τὸ γλυκάνισον ἵνα χρησιμεύσῃ· ἀφ’ ὅτου ὅμως ὑπάρχουσι τὰ ἔλαια τοῦ γλυκανίσου, ἅτινα κυκλοφοροῦσιν ἐν τῷ ἐμπορίῳ καὶ ἅπερ κομίζουσιν ἐξ Εὐρώπης, δύνασθε αὐτὸ τὸ ἥμισυ τῆς πρώτης ἀποστάξεως, ἄνευ μηχανήματος καὶ διὰ ψυχρᾶς μεθόδου, εἰσάγοντες τὸ ἔλαιον τοῦ γλυκανίσου, νὰ μεταβάλητε εἰς ῥακήν. Ἰδοὺ λοιπὸν μία ἐκ τῶν καταχρήσεων, ἥτις θ’ ἀνατρέψῃ πᾶσαν τὴν οἰκονομίαν τοῦ Νομοσχεδίου. Δεύτερον οὐσιῶδες ἐλάττωμα τοῦ Νομοσχεδίου θεωρῶ τὸ μέγιστον βάρος τοῦ φόρου. Πρὸ τούτου ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει τὸν φόρον ὄχι ὡς ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ βάρους τοῦ ποτοῦ, διότι φορολογεῖ μὲ 50 λεπτὰ ἑκάστην ὀκᾶν ῥακῆς· ἐπίσης φορολογεῖ μίαν ὀκᾶν ῥακῆς, ἥτις ἔχει 18 βαθμοὺς, καὶ ἐπίσης οἱονδήποτε ἄλλο οἰνόπνευμα, καὶ τὸ καθαρὸν ἀκόμη οἰνόπνευμα, ἐξ οὗ δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι δύω ὀκάδες ῥακῆς. Ἰδοὺ διατί εἶπον προηγουμένως, ὅτι καὶ τὸ βάρος τοῦ φόρου εἶναι βαρύ. Παραβάλλοντες πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἥτις τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἔχει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ηὔξησε δ’ αὐτὸν εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκεται μετὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ 1871, βλέπομεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ πληρώνει τὸ ἑκατόλιτρον, δηλαδὴ 70 ὀκάδες, 156 φράγκα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ οἰνοπνεύματος. Ἐπειδὴ αἱ 78 ὀκάδες εἶναι τὸ ἥμισυ τῶν 156 φράγκων, ἔχομεν ἐν Γαλλίᾳ φόρον 2 φράγκων κατ’ ὀκᾶν καθαροῦ οἰνοπνεύματος. Πόσον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν φόρον, ὃν τὸ Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει παρ’ ἡμῖν κατ’ ὀκᾶν ῥακῆς; Ἐὰν φορολογῆται ἐν Γαλλίᾳ οἰνόπνευμα, ὅπερ ἔχει 80 ἢ 85 βαθμῶν δύναμιν πρὸς 2 φράγκα, πόσος ἀντιστοιχεῖ παρ’ ἡμῖν φόρος ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ῥακῆς; Ἐρωτῶ τὸν κ. Μουτσόπουλον (θόρυβος).
§16ΜΟΥΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τεσσαράκοντα.
§17ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Ὅταν πρόκηται νὰ φορολογηθῇ ἐν Γαλλίᾳ ἕν βαρέλιον οἰνοπνεύματος, εἰσάγεται ἐντὸς αὐτοῦ τὸ ἑκατονταβάθμιον ἀραιόμετρον τοῦ Gay-Lussae καὶ εὑρίσκεται τίς εἶναι ἡ δύναμις τοῦ οἰνοπνεύματος. Οἱ τεσσαράκοντα βαθμοὶ εἶναι τοῦ ἀραιομέτρου τοῦ Καρτιὲ, ἐγὼ δὲ ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἑκατονταβαθμίου, ὅπερ εἶναι ἐν χρήσει ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλ’ ἔστω· ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπληρώσαμεν ἐν Γαλλίᾳ 165 λεπτὰ μίαν ὀκᾶν οἰνοπνεύματος τῶν 33 βαθμῶν τοῦ Καρτιὲ, πόσην ῥακὴν δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν ἐξ αὐτοῦ; Τρεῖς ἢ δύω ὀκάδας;
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύω.
§19ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν ἐν Γαλλίᾳ 82½ λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ῥακῆς, καὶ ἐν Ἑλλάδι 50 λεπτὰ. Πρὸ ὀλίγου ὅμως ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο μόνον 75 φράγκων ἐφ’ ἑκάστου ἑκατολίτρου, δηλαδὴ ἐπὶ 78 ὀκάδων καθαροῦ οἰνοπνεύματος, ὅτε ἀντιστοίχει πρὸς 40 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ῥακῆς. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι εἶναι βαρὺς ὁ φόρος 50 λεπτῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς ῥακῆς διὰ πρώτην φορὰν ἐπιβαλλόμενος, ἐνῶ ἠδύνατο νὰ ἦναι ὀλιγώτερος, ἂν ἠθέλετε νὰ φορολογήσητε καὶ τὴν σοῦμαν, ἀλλ’ ὀλιγώτερον βεβαίως τῆς ῥακῆς. Μὴ νομίσητε δ’ ὅτι ἀφίνοντες ἀφορολόγητον τὴν σοῦμαν, προστατεύετε τοὺς ἀμπελοκτήμονας· δὲν εἶναι οὗτοι σήμερον κυρίως οἱ παραγωγεῖς τῆς σούμας δι’ ἀποστάξεως τῶν ἰδίων προϊόντων· τοιοῦτοι εἶναι ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μικροὶ βιομήχανοι, οἵτινες ἀγοράζουσι τὰ στέμφυλα πρὸς δύω λεπτὰ τὴν ὀκᾶν καὶ τ’ ἀποστάζουσιν. Αὐτοὺς δὲν ἔχετε συμφέρον νὰ προστατεύσητε, διότι οὐδένα παρ’ αὐτῶν φόρον θὰ λάβητε, καίτοι παραγόντων ῥακήν. Ἂν δὲ τοὺς προστατεύσητε, θὰ μεταβληθῶσιν εἰς βιομηχάνους ἀφορολογήτους πρὸς βλάβην τῶν μεγάλων βιομηχάνων, οὓς ἡ Κυβέρνησις συμφέρον φορολογικὸν ἔχει νὰ ἐνισχύσῃ, ἵνα δύναται τὸν φόρον νὰ τὸν εἰσπράττῃ εὐχερέστερον καὶ πληρέστερον. Πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Ἡ Ἀγγλία ἐκ δέκα καταστημάτων—δὲν θὰ τὸ πιστεύσητε—κατὰ τὸ 1860 εἰσέπραξεν 100,000,000 φράγκα φόρου, ἡ δὲ Ἰταλία ἐξώντωσεν ἐσχάτως αὐτοὺς σχεδὸν ἐντελῶς, διότι ὅταν αὐτοὶ ὑπάρχωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ τοὺς φορολογήσητε, καὶ ἀδύνατον τὰ μεγάλα καταστήματα νὰ ἐργασθῶσιν ἐπικερδῶς. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Καὶ οὗτος φέρει ἐπίσης τὸ ἐλάττωμα τῶν λοιπῶν, ὅτι δηλαδὴ καθιεροῖ διακρίσεις μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ φορολογητέον ἢ μὴ, καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Γνωστὸν εἶναι, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον δὲν φορολογεῖ ἢ μόνον τὴν λιανικὴν, τὴν καπηλικὴν πώλησιν, οὐχὶ δὲ τὴν χονδρικήν· τίς δὲ εἶναι ἡ ἀναλογία τῆς λιανικῆς καὶ χονδρικῆς πωλήσεως; Ἐν Γαλλίᾳ, ἥτις εὑρίσκεται ὡς πρὸς τὸν οἶνον εἰς τὰς αὐτὰς ἀναλόγως περιστάσεις, εἰς ἃς καὶ ἡμεῖς, τὸ ποσὸν τοῦ οἴνου τὸ φορολογούμενον ἐν τῇ χονδρικῇ πωλήσει εἶναι τετραπλάσιον τοῦ ποσοῦ τοῦ φορολογουμένου ἐν τῇ λιανικῇ. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι παρ’ ἡμῖν καταναλίσκεται ποσὸν 100,000,000 ὀκάδων οἴνου ἐν τῇ λιανικῇ πωλήσει, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τῆς Γαλλίας, θὰ φορολογήσωμεν μόνον 20,000,000 ὀκάδων, τὰ δὲ 80,000,000 θὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα. Οὐδόλως ἀντιτείνω νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα, ἀλλὰ δὲν πρέπει ὅσος φόρος ἀπόλλυται ἐκ τοῦ ἀφορολογήτου οἴνου νὰ ἐπιτίθεται ἐπ’ ἐκείνων, οἵτινες καταναλίσκουσι τὰ 20,000,000. Πάντες πρέπει νὰ φορολογῶνται, καὶ τότε θὰ φορολογῶνται ἐξ ἴσου καὶ ἐλαφρότερον· ἐν Γαλλίᾳ μικρὸν ποσὸν ἀπαλλάσσεται ἐκ τῆς φορολογίας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶναι βαρύτερος ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ἐλαφρότερος δὲ ὁ ἐπὶ τῆς χονδρικῆς· ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς αὐτῆς δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, ἑπομένως οὐδ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνισότητος. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, γίνεται τοιαύτη κατάχρησις ποτῶν ἐν τοῖς καπηλείοις, διδάσκεται ἐν αὐτοῖς τοιαύτη διαφθορὰ μεταξὺ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκεῖ καταστρέφονται αἱ περιουσίαι, ἡ οἰκογένεια, τὰ ἤθη τῶν ἐργατῶν, ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς κοινωνίας. Ἐκ τούτου ἡ ἰδέα, ὅπως διὰ παντὸς μέσου περιορίσωσι τὴν κατανάλωσιν τῶν ποτῶν ἐν τοῖς καπηλείοις· διὰ τοῦτο μέχρι 18% ἦτο μέχρι τοῦ 1880 ὁ φόρος ἐπὶ τῆς λιανικῆς πωλήσεως τῶν οἴνων ἐν Γαλλίᾳ, ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς εἰσκομιδῆς τῶν οἴνων εἰς τὰς πόλεις, τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 4,000 κατοίκων· μόνον κατὰ τὸ 1880 ἠλαττώθη εἰς 12%. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ὁ αὐτὸς λόγος· ἐν τοῖς καπηλείοις δὲν εἴδομεν τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ τοιαύτην κατάπτωσιν τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, ὥστε νὰ λάβωμεν σύντονα μέτρα καὶ ἐφαρμόσωμεν τὴν μέθοδον τῶν καταπιεστικῶν φόρων ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τῶν οἴνων. Ἐν Γαλλίᾳ ἀφ’ ἑτέρου δὲν πληρώνει φόρον λιανικῆς πωλήσεως ὁ ἐν τῷ καπηλείῳ ἀγοράζων οἶνον, ἂν ἀγοράσῃ 25 λίτρας καὶ ἄνω, δηλαδὴ 19 ὀκάδας, καὶ τὸν μεταφέρῃ ἐν τῇ οἰκίᾳ του πρὸς κατανάλωσιν, διότι ὁ Νόμος θέλει νὰ ἐνισχύσῃ τὴν κατ’ οἶκον κατανάλωσιν. Ἐν Ἀγγλίᾳ μάλιστα ὁ τοιοῦτος οὐδένα πληρώνει φόρον. Ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸ ἐκ τῶν καταχρήσεων ξένων παράδειγμα καὶ τὸ ἐφηρμόσαμεν κατὰ τῶν ἐργατικῶν τάξεων ἡμῶν. Εἰς 20,000 ὑπολογίζονται ἐν Εὐρώπῃ καὶ ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις οἱ ἀποθνήσκοντες κατ’ ἔτος ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν ποτῶν, 500 αὐτοκτονίαι ἐν Γαλλίᾳ γίνονται κατὰ μέσον ὅρον κατ’ ἔτος, 350 ἐν Γερμανίᾳ. Ἐνταῦθα εὐτυχῶς οὐδέποτε ἠκούσαμεν εἰμὴ κατὰ μακρὰ χρονικὰ διαστήματα ν’ αὐτοκτονήσῃ τις ἐκ καταχρήσεως τῶν ποτῶν· ἑπομένως θεωρῶ ἄτοπον καὶ οὐδαμῶς δικαιολογούμενον νὰ μιμώμεθα ὡς πρὸς τοῦτο τοὺς φόρους τοιούτων ἐθνῶν. Πολὺ καλλίτερον θὰ ἦτο ἂν ὁ φόρος ἦτο γενικὸς καὶ μικρὸς, ἢ νὰ θέλωμεν ὅπως ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ὅπου ὑπάρχει ὁ περισσότερος ἐργατικὸς πληθυσμὸς, φορολογῆται ὁ οἶνος ὃν πίνει πρὸς 6 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Ἐπειδὴ δὲ πολλάκις ἐῤῥέθη, καὶ νομίζω ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐνθαῤῥυντικὴ ἰδέα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀποδειλιῶσιν οἱ μεγάλοι φόροι καὶ ὅτι πρέπει νὰ παρατηρῶμεν τὴν Γαλλίαν, ἥτις, ὅσῳ ἐπιβάλλει φόρους, τόσῳ μεγαλειτέρας ἔχει εἰσπράξεις, ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω ὡς πεπλανημένην τὴν ἰδέαν αὐτήν. Πολλοὺς πλανῶσι τῳόντι αἱ μεγάλαι ὑπεραποδόσεις, αἱ plus values τῶν φόρων. Ἀπό τινων ἐτῶν ἡ Γαλλία παρουσιάζει τὸ φαινόμενον τῆς κατ’ ἔτος πέραν τῶν προϋπολογισθέντων αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, περίεργον ὅμως εἶναι, ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο ἤρξατο ἀκριβῶς ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρξαντο καὶ αἱ ἐλαττώσεις τῶν φόρων· ἀπὸ τοῦ 1877 κυρίως ἕως τοῦ 1880 ἡ Γαλλία ἀνεκούφισε τοὺς φόρους αὐτῆς κατὰ 150,000,000 φράγκων περίπου, κατὰ δὲ τὸ 1880 διὰ μιᾶς κατὰ 130,000,000, ἐξ ὧν τὰ 71 εἶναι ἐλάττωσις τῶν φόρων ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο. Πρότασις ὑπάρχει ἐκκρεμὴς, ἥτις καὶ ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἕνεκα τῆς ὁποίας παρητήθη, νομίζω, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ ἀπαλλαγῆς ἐντελοῦς τοῦ οἴνου ἀπὸ παντὸς φόρου καὶ τῆς αὐξήσεως μόνον τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων ἀπὸ 156 εἰς 200 φράγκα καθ’ ἑκατόλιτρον. Πολὺ πρότερον ἀκόμη ἡ Ἀγγλία ἠκολούθησε τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἐν διαστήματι 30 ἐτῶν ἠλάττωσε φόρους κατὰ 700,000,000 φράγκα, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐκεῖ παρατηροῦνται κατ’ ἔτος πλεονάσματα· ἡ Ἀγγλία ἰδίως, ὡς πρὸς τὰς ἐργατικὰς τάξεις, ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα ἔθετο τὸ λεγόμενον ἐλεύθερον πρόγευμα τοῦ ἐργάτου, τὸ free brea Kfast καὶ τὸ κατώρθωσε σχεδόν, καὶ σήμερον ὁ Ἄγγλος ἐργάτης δύναται νὰ τρώγῃ τὸ πρόγευμά του ἐλεύθερον φόρου. Τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων αἰτίων, δι’ ἃ ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ θεσμοὶ ἔχουν σταθερὰν καὶ χαλυβδίνην βάσιν· διότι, ὅταν λαός τις δὲν συνδέεται μετὰ τῶν Ἀντιπροσώπων αὑτοῦ καὶ τῶν Κυβερνήσεων διὰ τοιούτων εὐεργεσιῶν καὶ χαρίτων, μὴ ἐλπίζετε παρ’ αὐτοῦ οὔτε ἐνθουσιασμόν, οὔτε ἀγάπην, οὔτε ἀφοσίωσιν πρὸς τοὺς θεσμούς. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω καὶ περὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ. Καὶ ὁ φόρος οὗτος ἔχει τὸ ἐλάττωμα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων· ἀφίνει τὴν πρώτην ὕλην ἀφορολόγητον, τὰ φύλλα τοῦ καπνοῦ· ἐκ τούτου βέβαιαι καὶ μεγάλαι καταχρήσεις, διότι ὁ ἔχων φύλλα καπνοῦ δύναται νὰ κόπτῃ εἰς τὴν οἰκίαν του ἀσφαλῶς, χωρὶς νὰ πληρώνῃ φόρον. Καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ παρατηρεῖται, ὅτι πρώτην φορὰν ἐπιβαλλόμενος ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ὑπέρμετρος· ἡ τιμὴ τοῦ κοινοῦ καπνοῦ θ’ ἀναβῇ εἰς 10 τουλάχιστον δραχμάς, διότι ἔχομεν ἔγγειον φόρον 12 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καταναλώσεως 3 δραχμὰς, φόρον ταινιῶν· ἂν ὑποθέσετε, ὅτι ἀγοράζονται κατὰ σακκίδια 10 δραμίων ἀπὸ τὰς πτωχὰς τάξεις, 80 λεπτὰ, προσθέσατε τὴν φύραν, ἥτις ἐπὶ μιᾶς ὀκᾶς ἀξίας 10 δρ. ἀντιστοιχεῖ πρὸς 50 λεπτὰ, προσθέσατε τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ 3 δραχμῶν, καὶ ἔχομεν 9 καὶ 92)00. Εἶναι βαρὺ ἐν Ἑλλάδι καπνὸς, ὅστις θὰ ἔχῃ ἀξίαν 3 δραχμῶν, νὰ πληρώνῃ 10 περίπου δραχμάς. Εἶμαι ὑπὲρ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κατ’ ἀρχὴν, ἀλλ’ ὅπως τίθεται, εἰσάγει τὴν κατάχρησιν, διότι πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ οὐδένα θὰ πληρώνῃ φόρον, θὰ φέρῃ βλάβην τοῦ Δημοσίου, ὅπερ θὰ εἰσπράττῃ ἔλασσον ποσὸν ἐκείνου, ὅπερ θὰ εἰσέπραττεν ἂν ἦτο μετριώτερος, ἀλλὰ γενικὸς ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Εἰς τοιοῦτον φόρον, οὕτω βεβαιούμενον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχητε ἐνοικίασιν ἐπικερδῆ, διότι οὐδεὶς ἐνοικιαστὴς θὰ θελήσῃ νὰ προσφέρῃ, ἐν ἀρχῇ μάλιστα, οἱονδήποτε μίσθωμα, ἢ νὰ ἐνοικιάσῃ φόρον, ἔχοντα τόσον ἀτελῆ βεβαίωσιν. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, θέλω καὶ ἄλλας ἀτελείας ἐκθέσει. Πολλὰ τῶν νέων Νομοσχεδίων τῶν φορολογικῶν ὠθοῦσι πρὸς τὴν κατάχρησιν, διότι ὁ δολιευόμενος τὸν Νόμον καὶ ἀνακαλυπτόμενος θὰ πληρώνῃ πρόστιμον πολὺ μικρότερον τοῦ κέρδους. Ἐπὶ τῶν φόρων αὐτῶν ἐν γένει παρατηρῶ, ὅτι καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ ὁ ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσι πολλῷ ἐλαφρότεροι καὶ νὰ ἀποδώσωσι τὸ αὐτὸ ἔσοδον, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη ἐλπίζει διὰ τῶν Νομοσχεδίων του. Συμπεραίνων λέγω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῶν νέων φόρων, ἀλλὰ μεταῤῥυθμιζομένων ἐπὶ ἄλλαις βάσεσιν· ἢ ἂν δὲν γείνῃ τοῦτο δεκτὸν, ἐπὶ τῇ αὐτῇ μὲν βάσει, ἀλλὰ μετὰ μεταβολὰς θεμελιώδεις, ὅπως εἰς τὴν κατὰ μέρος συζήτησιν τῶν Νομοσχεδίων θέλω λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζυγομαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀργά.
§22ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρὸν, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον.
§23ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· ἀπόψε.
§24ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἔρχωνται οἱ κκ. Βουλευταὶ ἐνωρίτερον.
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 7 Μ. Μ.)