1883.02.05
2,726 rows · 20,117 words · 160 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
τῆς 5 Φεβρουαρίου 1883
(Σάββατον)
Ὥρᾳ 4 Μ. Μ. (Καταρτισθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι βουλευταὶ συνιστῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγράψῃ ἓν ποσὸν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως τυπωθῶσι τὰ μουσικὰ ἔργα τοῦ Νικολάου Μαντζάρου. Ἐξ Ἄρτης ἐλήφθη τηλεγράφημα, δι’ οὗ διαψεύδουσιν, ὅτι ὁ Πέτρος Γεωργίου καὶ ἄλλοι ἐστάλησαν Ἀντιπρόσωποι, ὅπως ὑποβάλωσι παράπονα· διαψεύδουσι δ’ ἐπίσης, ὅτι ἐπεδικάσθη ἡ κατοχὴ τοῦ χωρίου. Εἶναι ὑπογεγραμμένοι Παπακώστας Οἰκονόμου, Κώστας Παπασπύρου, Νικόλαος Χρήστου καὶ ἄλλοι.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ ὁπλασκίας τῶν μαθητῶν τῶν Γυμνασίων καὶ τῆς γʹ τάξεως τῶν Ἑλλην. Σχολείων. Ὑποβάλλω ἐπίσης Νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως ἐπιμισθίου εἰς Καθηγητὰς ἢ Διδασκάλους, οἵτινες παραδίδουσι μάθημα ἐκτὸς τοῦ μαθήματος, εἰς ὃ εἶναι ὑποχρεωμένοι. Ὑποβάλλω καὶ σχέδιον Νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς Διδασκάλους, τοὺς ἐξερχομένους ἀπὸ τοῦ Διδασκαλείου, οἱ παλαιοὶ Διδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι ἐδίδαξαν ἐν τοῖς Διδασκαλείοις. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς Νόμος, προσδιορίζων τὸ ἀνώτατον ὅριον ἡλικίας, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῇ ἐνεργητικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ στρατοῦ. Ὁ Νόμος αὐτὸς ἐφαρμόσθη ἤδη, καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἐτέθησαν ὑποχρεωτικῶς εἰς ἀποστρατείαν. Ἡ ἡλικία δὲ αὐτῶν, ἐξ ἧς ὑπεχρεοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀποστρατείαν, ἐβεβαιοῦτο ἐκ τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ ἐγγεγραμμένης ἀρχικῶς τοιαύτης. Δυστυχῶς εἰς ὅλας τὰς Ἐπαρχίας τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχουν ληξιαρχικαὶ πράξεις. Ἡ ἔλλειψις δὲ αὐτῶν ἔδωκε προχείρως τὸ μέσον τῆς καταδολιεύσεως τοῦ Νόμου, καὶ σχεδὸν πάντες οἱ λόγῳ ἡλικίας ἀποστρατευθέντες δὲν ἐδυσκολεύθησαν νὰ παρουσιάσωσι πιστοποιητικὰ δύω ἢ τριῶν ἀτόμων, βεβαιούντων, ὅτι οὗτοι ἔχουσιν ἡλικίαν μικροτέραν τῆς ἐν τῷ μητρῴῳ. Ἤγειραν λοιπὸν ἀγωγὰς, καὶ τὰ Δικαστήρια, ἐλλείψει ἐναντίων ἀποδείξεων, παρεδέχθησαν αὐτὰς, καὶ τινες τούτων ἐγένοντο καὶ τελεσίδικοι. Τὸ ἄτοπον αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ παρέλθῃ μετ’ ἀδιαφορίας ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρό τινων ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπέβαλε σχέδιον Νόμου, δι’ οὗ τροπολογεῖται ἢ μᾶλλον συμπληροῦται ὁ περυσινὸς Νόμος. Τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, κύριοι, εἶναι μεγίστης ἐπειγότητος, καθόσον ἑκάστη παρερχομένη ἡμέρα προσθέτει μίαν τοιαύτην εἰς τὸ στάδιον τῆς τελεσιδικίας. Τὰ δυσάρεστα δὲ ἀποτελέσματα εἶναι διπλᾶ, διότι καὶ ὁ στρατὸς πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀξιωματικοὺς διὰ γηροκομεῖα μᾶλλον, καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ὑποστῇ δαπάνας. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Νομοσχέδιον εἶναι συντομώτατον καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του δὲν ἔχει νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσῃ κατὰ προτίμησιν, πιστεύω δέ, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζει τὴν πρότασίν μου.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως τὴν ὑποστηρίζει.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὰ μητρῷα τοῦ στρατοῦ εἶναι αἱ ληξιαρχικαὶ πράξεις τῶν ἀξιωματικῶν· δὲν ἔχομεν ἄλλην ἀπόδειξιν.
§6Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τοῦτο ἴσα ἴσα τὸ Νομοσχέδιον προβλέπει.
§7ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸ προκύπτει ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου.
§8ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ εἴπῃ ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης προχθὲς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν δύω τμημάτων τοῦ Δήμου Καρδαμύλης ἐντὸς τοῦ φρουρίου, ὅπου δὲν ὑπάρχουν οὔτε κάτοικοι, οὔτε Ναὸς, οὔτε Δημοτικὸν Σχολεῖον.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς λοιπὰς ἐπερωτήσεις, θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς αὐτήν.
§10ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρατηρῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολὺ ἀμελῶς διανέμεται ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς βουλευτὰς (θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον διενεμήθη· θὰ τὴν εὕρητε εἰς τὴν οἰκίαν σας.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐρωτῶ ὡσαύτως καὶ τὸ ἑξῆς· πολλοὶ εἶχον πληρώσει εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐνιαύσιον συνδρομήν των, ἀλλ’ ἐκόπη εἰς αὐτοὺς ἡ διανομὴ τῶν φύλλων· τί θὰ γείνῃ;
§13Τ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐλέχθη πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει· ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχουσι μόνον ἀγροτικαί τινες διενέξεις εἴς τινα μόνον χωρία τῶν νέων Ἐπαρχιῶν· ἐλέχθη, ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, οἱ ἀναλαβόντες τὴν ὑπεράσπισιν τῶν καταπατουμένων δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν, δημοκοποῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἐφέρομεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν· ἐλέχθη τέλος, ὅτι τοιοῦτον ζήτημα, οὐ μόνον δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ οὔτε ποτὲ ὑπῆρξε. Οἱ ὑποστηρίζοντες, ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ διενέξεις ὑφίστανται εἴς τινα μόνον μέρη τῶν χωρῶν τούτων ἐννοοῦσι βεβαίως τὰς διενέξεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν εἴς τινα χωρία τῆς Ἐπαρχίας Ἄρτης καὶ εἴς τινα χωρία τῆς Θεσσαλίας, αἵτινες ἔλαβον ἀπειλητικὸν χαρακτῆρα· ἐννοοῦσι τὰς ῥήξεις, αἵτινες ἐγένοντο μεταξὺ τῶν λεγομένων καλλιεργητῶν καὶ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, καὶ τὰς συγκρούσεις, αἵτινες ἐπῆλθον μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ἐξουσίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· ἀλλ’ ἐλησμόνησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲ αἱ διενέξεις αὗται δὲν εἶναι αἱ μόναι διαδηλωθεῖσαι, διότι αὗται δὲν εἶναι αἱ μόναι, ἀποδεικνύωσαι τὸ γεγονὸς, ὅτι οἱ κάτοικοι ἁπάντων τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου ἐγκαίρως ἐποιήσαντο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς πάντα πολίτην τὸ Σύνταγμα, τοῦ ἀναφέρεσθαι πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ τὴν παροῦσαν, καὶ δι’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων μου, ὑπέβαλον τὸ παράπονά των ἢ τὰς διενέξεις των εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεκάλεσαν αὐτὴν, ὅπως σκεφθῇ ἐπ’ αὐτῶν καὶ λύσῃ αὐτὰς, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ καταστρέφον αὐτοὺς ἀγροτικὸν ζήτημα· ναὶ, τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ζήτημα τὸ ὁποῖον πρὸ 6 περίπου ἐτῶν ἤρξατο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀνεφυόμενον καὶ τὸ ὁποῖον ἔκτοτε ἔλαβε τὰς μᾶλλον κακοήθεις τάσεις, διότι ἐπεδιώχθη παντὶ σθένει παρὰ τῶν ἰσχυρῶν Ὀθωμανῶν τυράννων ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν, ἀναμφισβητήτων ἔκτοτε ἰδιοκτητῶν τῶν χωρίων των, διὰ μέσων ἀπανθρώπων, ἰδίᾳ μέσων ἀπᾳδόντων πρὸς πᾶν δίκαιον καὶ νόμιμον· ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐδεινώθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων Ἐπαρχιῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ νὰ κατασταλῇ... Ἐλέχθη, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀγροτικὸν ζήτημα. Καὶ τί ἦσαν παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε αἱ διαμαρτυρήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ πρὸ τοῦ 1878 ἀπηυθύνοντο ἐνώπιον τῶν τουρκικῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων Ἀρχῶν παρὰ τῶν χωρικῶν περὶ τῆς καταπατουμένης ἰδιοκτησίας των, ἰδίᾳ δὲ αἱ εἰς τὰ 1878 καὶ 1879 ἀπευθυνθεῖσαι ὑπὸ τῶν κατοίκων διαφόρων χωρίων τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας αὕτη ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐνέκρινε, καὶ, ἐγκρίνουσα, ἐντόνους ἐποιήσατο παραστάσεις διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας μας εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀπ’ εὐθείας, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, πρὸς τὰς Εὐρωπαϊκὰς μεγάλας Δυνάμεις περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν χωρικῶν; Δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα! Ἀλλὰ λέγουσιν ὑπεκφεύγοντες, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουσι διενέξεις τινὲς ἀγροτικαὶ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν δίκαιον οἱ χωρικοὶ, καὶ διατί; διότι τὰ κτήματά των ἐπωλήθησαν. Οὐδεὶς, κύριοι, ἐκ τῶν χωρικῶν ἐπώλησε τὸ κτῆμά του, οὐδεὶς δ’ ἐκ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ φέρῃ ἔγγραφον, δι’ οὗ νὰ βεβαιῶται, ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐπώλησαν τὰ κτήματά των. Ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τοὺς Νόμους τοὺς Τουρκικοὺς, ἠδύνατο νὰ ἐκποιήσῃ χωρία, κατοικούμενα ὑπὸ χωρικῶν, παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῶν; οὐδαμῶς· διότι τοῦτο ἀπαγορεύουσι ῥητὰ ἄρθρα τοῦ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικοῦ Νόμου, περὶ ὧν θέλω ὁμιλήσει κατόπιν. Ἀλλὰ τί εἶναι τέλος πάντων, ἐρωτῶσι πάλιν ἄλλοι, αὐτὸ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα; Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα εἶναι σειρὰ ἀδικημάτων, διαπραχθέντων κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἰδιοποιήσεως τῶν χωρίων τῶν τελευταίων παρ’ ἄλλων. Κύριοι, πάντα τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀλῆ Τεπελενλῆ ἦσαν κεφαλοχώρια, δηλαδὴ ἰδιοκτησία τῶν χωρικῶν, ἐκτὸς ἀσημάντων ἐξαιρέσεων· περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι ἅπαντες οἱ συγγραφεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ οἱ μετὰ ταῦτα τοῦτο μαρτυροῦσιν, τὰ δὲ βιβλία τοῦ Δευτὲρ–Χανὲ ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸ ἐπιβεβαιοῦσιν· ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὅμως ἡ ἐπιῤῥοὴ τοῦ Ἀλῆ–Πασᾶ ἤρχισε νὰ αὐξάνῃ, οὗτος διὰ τῆς βίας καὶ τῆς ἀγχόνης καὶ δι’ ἄλλων θηριωδεστέρων μέσων, γνωστῶν ὑμῖν ἐκ τῆς ἱστορίας, ἠνάγκαζε τοὺς χωρικοὺς νὰ ἐκποιήσωσιν εἰς αὐτὸν τὰ κτήματά των· ἐπειδὴ δὲ οἱ πλεῖστοι ἐκ τούτων δὲν ἐπείθοντο, ἐπέβαλλεν εἰς αὐτοὺς νὰ τῷ χορηγῶσι τὸ ⅓ τῶν εἰσοδημάτων των. Μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἀλῆ–Πασᾶ, τὸ τρίτον τοῦτο, θεωρηθὲν ὡς δικαίωμα, εἰσεπράττετο πάλιν διὰ τῆς βίας ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως· ὀλίγα δὲ χωρία μόνον ἀπηλλάγησαν τοῦ βάρους τούτου· τὰ πλεῖστα ὑπεχρεώθησαν εἰς τὴν πληρωμὴν, ἰδίᾳ δὲ οἱ κάτοικοι τῆς πεδιάδος τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες δὲν ἠδύναντο ν’ ἀντισταθῶσιν ἕνεκεν τοῦ ἀνυπερασπίστου τῆς χώρας αὐτῶν, ἀντέστησαν δὲ οἱ κάτοικοι τῶν ὀρέων, οἵτινες καὶ δὲν ὑπετάχθησαν οὔτε εἰς τὰς θελήσεις τοῦ Ἀλῆ–Πασᾶ, οὔτε μετὰ ταῦτα εἰς τὰς τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς εἰσπράξεως τοῦ τρίτου μετεβιβάσθη ἀκολούθως παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως εἰς διαφόρους ἄλλους, μάλιστα δὲ κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς προσαρτήσεως, οἵτινες, ἰσχυροὶ ὄντες, κατεπίεζον τοὺς χωρικοὺς, τῇ συνδρομῇ τῆς Τουρκικῆς κακοδιοικήσεως, νὰ ἀναγνωρίσωσιν αὐτοὺς ὡς ἰδιοκτήτας (θόρυβος). Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς λήψεως τοῦ ⅓ τῶν εἰσοδημάτων, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἐπικληθὲν, ὡς λέγουσιν, ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Νομοθεσίας τεσσαροὺφ, ἐπικαλοῦνται οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται ἤδη, ὅπως ἀποδείξωσι διὰ τοῦ Νόμου, ὅτι εἶναι πράγματι ἰδιοκτῆται. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὸ τὸ τεσσαρούφ; ὁ συγγραφεὺς τῆς δημοκοπίας λέγει, ὅτι κατά τινα ὑπομνηματιστὴν ἔχει συγγένειαν πρῶτον πρὸς τὴν διηνεκῆ μίσθωσιν.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ συγγραφεύς;
§15ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Καραπάνος—καὶ δεύτερον, ὅτι ἔχει συγγένειαν καὶ πρὸς τὴν ἐμφύτευσιν. Λοιπὸν τὸ τεσσαροὺφ δύναται νὰ ἦναι σχεδὸν διηνεκὴς μίσθωσις· δύναται νὰ ἦναι σχεδὸν ἐπικαρπία, ὡς ἀναφέρει ἡ δημοκοπία, ἀλλὰ καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἀφοῦ οὔτε διηνεκὴς μίσθωσις καθαρὰ εἶναι, οὔτε ἐπικαρπία, δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι δύναται νὰ ἦναι ἰδιοκτησία. Παρακατιὼν δὲ ἐν σελίδι 100 ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «πόσον μικρὰν διάκρισιν ποιεῖται ἡ Ὀθωμανικὴ Νομοθεσία μεταξὺ τοῦ τεσσαροὺφ καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, δείκνυται καὶ ἐκ τῆς διαταγῆς, τῆς ἐκδοθείσης κατὰ τὸ 1287 καὶ καθεξῆς». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ ὁ κ. Καραπάνος ὁμολογεῖ ὡς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τεσσαροὺφ καὶ τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐκ τούτου δὲν ἐξάγεται σαφέστατα, ὅτι τὸ τεσσαροὺφ εἶναι ἄλλο τι δικαίωμα καὶ ὄχι δικαίωμα ἰδιοκτησίας; Ἀλλ’ οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται ἔχουσι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα· ἐπικαλοῦνται τὰς συμβάσεις τῆς δευτέρας Ἰουνίου 1881, καὶ ἰδίως τὰ ἄρθρα 4 καὶ 6 αὐτῆς καὶ λέγουσι: τέλος πάντων, ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα ἡμεῖς εἴμεθα ἰδιοκτῆται δυνάμει τῆς Συνθήκης καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀναγνωρίσητε ὡς τοιούτους, διότι ἡ σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας τὸ ἀναγράφει, ἡ δὲ σύμβασις ἐγένετο Νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἰσχύει. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη κατέστη Νόμος τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς αὐτὴν τὸν προσήκοντα σεβασμὸν, ἀλλ’ ἡ συνθήκη αὕτη, ἀναφέρουσα περὶ ἰδιοκτησίας καὶ ἰδιοκτητῶν, ἐννοεῖ τὰς ἀδιαφιλονεικήτους ἰδιοκτησίας καὶ ἰδιοκτήτας, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας ἢ τοὺς ἀξιοῦντας ἰδιοκτησίαν ἢ τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ ⅓ τῶν καρπῶν· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω συγχρόνως, ὅτι ἡ αἰτία, δι’ ἣν, ὡς πιστοποιεῖ αὐτὸς ὁ ἴδιος συγγραφεὺς, ἀνεγράφησαν ἄρθρα τινὰ ἐν τῇ συμβάσει, εἶναι ὀλίγον κολακευτικὴ δι’ αὐτὸν καὶ σφόδρα προσβλητικὴ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, διότι ἀποδικνύει καταφανῶς τὰς προθέσεις τινῶν καὶ τὰς προσπαθείας, ἃς κατέβαλον, ὅπως ἀποτελειώσωσι τὸ ἔργον τῆς ἰδιοποιήσεως τῶν κτημάτων τῶν κατοίκων χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, περὶ ἧς ἀρχόμενος εἶπον, ἐπωφεληθέντες τῆς δεινῆς θέσεως καὶ ἀμηχανίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν δεινὴν τῶν διαπραγματεύσεων περὶ παραχωρήσεως τῶν προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν καὶ ἐξασκήσαντες ἅπασαν τὴν ἐπιῤῥοὴν αὐτῶν ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀναγραφὴν τῶν ἄρθρων τούτων καὶ διότι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια παρίστανται ὡς Δικαστήρια βαρβάρου ἔθνους. Ὁ συγγραφεὺς τῆς δημοκοπίας, ἑρμηνεύων αὐθεντικῶς τὰ ἄρθρα ταῦτα, ἀναφέρει αὐτολεξεὶ τάδε: «Τί λοιπὸν ἠθέλησε νὰ ἀσφαλίσῃ ἡ Σύμβασις διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6; Οἱ συντάξαντες τὴν Σύμβασιν προέβλεπον, ὅτι ἦτο πιθανὸν νὰ συμβῶσιν ἐν ταῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα προσαρτωμέναις Ἐπαρχίαις ἀνωμαλίαι, αὐτοδικίαι καὶ αὐθαιρεσίαι, ὅπως συνήθως συμβαίνει κατὰ τὰς πολιτικὰς μεταβολὰς ἐν χώραις, μὴ προηγμέναις ἀρκούντως εἰς τὸν πολιτισμὸν, (δηλαδὴ ἡ πεπολιτισμένη Τουρκία προέβλεπεν ὅτι εἰς τὴν βάρβαρον Ἑλλάδα τὰ συμφέροντα τῶν προσφιλῶν της ὑπηκόων ἰδίως μάλιστα τὰ κτηματικὰ δὲν ἦσαν ἐξησφαλισμένα) καὶ ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ, πολυαριθμότεροι ὄντες τῶν ἰδιοκτητῶν, ἠδύναντο νὰ καταλάβωσι διὰ τῆς βίας τὰς ἰδιοκτησίας τούτων καὶ ἀρνηθῶσι νὰ δώσωσιν εἰς αὐτοὺς τὸ ὀφειλόμενον μίσθωμα. Ἐγνώριζον προσέτι, ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἤθελεν εἶσθαι φυσικῶς ἀδύνατον εἰς τὰ Δικαστήρια (τῆς Ἑλλάδος) νὰ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Τοιαύτας αὐθαιρεσίας καὶ ἁρπαγὰς ἠθέλησαν βεβαίως νὰ προλάβωσιν οἱ συντάξαντες τὴν Σύμβασιν διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4 καὶ 6. Ἀλλὰ πῶς δύνανται νὰ προληφθῶσιν αὗται; Ὄχι βεβαίως διὰ τῆς βραδείας ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης........ καὶ κατόπιν, διὰ τῶν διατάξεων τούτων οἱ συντάξαντες τὴν Σύμβασιν ἐνόησαν νὰ προστατευθῶσι πράγματι τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Ἐπειδὴ δὲ τοιαύτη προστασία εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος διὰ τῆς δικαστικῆς διαδικασίας, ἕπεται, ὅτι ἡ Σύμβασις ἐνόησε νὰ δοθῇ αὕτη δι’ ἄλλου τρόπου. Τοιοῦτος δὲ τρόπος δὲν δύναται νὰ ᾖ ἄλλος εἰμὴ ἡ διοικητικὴ προστασία τῶν ἰδιοκτητῶν». Βλέπετε, κύριοι, πόσον ἡ πεπολιτισμένη Τουρκία ἐπρονόησε, κατὰ τὸν συντάκτην τοῦ φυλλαδίου τούτου, ὄντα εἰς θέσιν νὰ μᾶς βεβαιοῖ τοῦτο, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα ἰδιοκτητῶν τινων ἀπὸ τοῦ βαρβάρου Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τῶν Δικαστηρίων του, ἀπὸ τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς αὐθαιρεσίας! Δὲν σημαίνουσι πάντα ταῦτα ὅτι ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ λεγόμενοι ἰδιοκτῆται δὲν εἶχον ἀσφαλὲς τὸ δικαίωμα ἰδιοκτησίας, καὶ ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβληθῶσι διὰ τῆς Συμβάσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀποτελειώσωσι τὸ μεμελετημένον σχέδιόν των δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἢ διὰ τῆς Δικαιοσύνης; Ἠκούσατε ὁποίαν ἰδέαν ἔχουσι περὶ τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων καὶ περὶ τῆς Πατρίδος των! Ἡμεῖς ὅμως οἱ ἀνατραφέντες καὶ τελειοποιηθέντες ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ταύτῃ γωνίᾳ, πρὸς ἀνάπτυξιν αὐτῆς, δὲν ἔχομεν τοιαύτας ἰδέας περὶ τῶν Δικαστηρίων της, τὰ ὁποῖα καὶ σεβόμεθα καὶ ἐκτιμῶμεν καὶ ἔχομεν πιστὸν φύλακα τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας μας.
§16ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ ὑπάγητε εἰς τὰ Δικαστήρια.
§17ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑπάγητε ὑμεῖς, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι εἶσθε ἰδιοκτήτης, καὶ ὄχι οἱ χωρικοί. Διότι κατωρθώσατε νὰ λάβητε ὀλίγα ταπιὰ, κρίμασιν οἷς οἶδε κύριος, νομίζετε, ὅτι δύνανται τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἀνεξετάστως νὰ σᾶς ἀναγνωρίσωσιν ὡς ἰδιοκτήτην; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀξιοῦτε, ὅτι εἶσθε ἰδιοκτήτης, διατί δὲν μᾶς δεικνύετε τοὺς τίτλους σας, ἀλλ’ ἐπιζητεῖτε τὴν διοικητικὴν προστασίαν; Διατί ἀποφεύγετε τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον;
§18ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν ὅλου τοῦ κόσμου· ἀφοῦ ἀνεγνώσατε τὸ φυλλάδιόν μου, θὰ γνωρίζετε καὶ τίτλους μου.
§19ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ οἱ τίτλοι ἀκριβῶς πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι.— Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἕνεκα παραστάσεων πολλῶν κατοίκων τῶν προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν, ἰδίως ἕνεκα παραστάσεως ἀξιοτίμων τινῶν κατοίκων τοῦ Βώλου καὶ ἄλλων Θεσσαλῶν, διαμαρτυρηθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς προσαρτήσεως κατὰ τῆς παρανόμου ἐκποιήσεως διαφόρων κτημάτων καὶ τῆς ἐκδόσεως ἀνεξετάστως ταπίων, διεμαρτυρήθη ἐντόνως διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Πῶς ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας διαμαρτυρήσεις, ἐὰν δὲν εἶχε βεβαίας ἐνδείξεις, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐλάμβανον χώραν; Τώρα μᾶς λέγετε: πηγαίνετε εἰς τὰ Δικαστήρια. Διατί δὲν πηγαίνετε ὑμεῖς; ἢ μὴ τυχὸν ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῶν προσαρτηθεισῶν Ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἄλλα δικαιώματα καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις παρ’ ὅτι ἔχουσιν οἱ τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν κάτοικοι; Πῶς λύονται εἰς τὰς παλαιὰς Ἐπαρχίας τὰ περὶ κατοχῆς ζητήματα; Διὰ τῶν διοικητικῶν ἢ διὰ δικαστικῶν Ἀρχῶν; Ἢ μήπως ἂν εἴπῃ τις ἐνταῦθα, ὅτι εἶναι ἰδιοκτήτης κτήματός τινος, αἱ Ἀρχαὶ θὰ τῷ παράσχωσιν πᾶσαν τὴν συνδρομήν των καὶ τὰ Δικαστήρια ἀνεξετάστως, διότι τὸ λέγει, καὶ ἀμέσως θὰ ἀναγνωρίσωσιν αὐτὸν ὡς τοιοῦτον καὶ θὰ ἐκδώσωσιν ὑπὲρ αὐτοῦ διαταγὰς καὶ ἀποφάσεις, χωρὶς νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν καὶ πράγματι ἦναι ἰδιοκτήτης; Θὰ διατάξωσιν, ἐννοῶ, ἐξώσεις καὶ τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ γίνωνται καὶ ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, ὡς τινες ποθοῦσιν; Εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἔφθασε, κύριοι, εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας ἡ ἰδέα, ὅτι οἱ χωρικοὶ δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἰδιοκτῆται, ὥστε οὐδαμοῦ εὑρίσκουσι προστασίαν οἱ δυστυχεῖς διὰ τὴν ἁρπαζομόνην ἰδιοκτησίαν των! Καὶ αὐτοὶ οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Παλαμᾶ, ἐνῷ ἔχουσιν ὑπὲρ αὐτῶν φιρμάνιον, δι’ οὗ καλεῖται ἐνοικιαστὴς ὁ τιτλοφορούμενος ἤδη καὶ θεωρούμενος ὡς ἰδιοκτήτης τοῦ χωρίου των, ἀναγκάζονται νὰ φέρωνται ὡς εἵλωτες ἀπέναντι τοῦ ἐνοικιαστοῦ τούτου, ἵνα μὴ καταδιωχθῶσι καὶ πάθωσιν ὅσα ἔπαθον ἄλλοι παρ’ ἄλλων λεγομένων ἰδιοκτητῶν. Καὶ συμβαίνουσι ταῦτα τὴν σήμερον ἀκόμη, ἐνῷ ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὸ φιρμάνιον τοῦ 1263 (1847) ὑπογεγραμμένον παρ’ αὐτοῦ τοῦ Σουλτάνου, τὸ ὁποῖον λυποῦμαι διότι δὲν ἔχω πρόχειρον νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Συλλογισθῆτε ἤδη ὁποία δύναται νὰ ἦναι ἡ θέσις τῶν κατοίκων τῶν λοιπῶν χωρίων!
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδοὺ αὐτό.
§21ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λέγει τὸ φιρμάνιον; «Ὅθεν, ἐὰν εἰς τὸ ἑξῆς ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ εἰρημένοι ἐνοικιασταὶ παραβαίνωσι κατά τι τ’ ἀνωτέρω ἢ ὅτι τολμῶσι νὰ κάμνωσιν ἀδικίας εἰς τοὺς χωρικούς, ἐξεδόθη Αὐτοκρατορική μου ἀπόφασις, ὅπως τὰ ρηθέντα τσιφλίκια ἀφαιρεθῶσι παρ’ αὐτῶν.... ὅθεν Σὺ, Μουτεσαρίφη, Μουλᾶ, Μουφτῆ καὶ λοιπὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ τὸ παρόν μου σᾶς γείνῃ γνωστὸν, νὰ καταχωρίσητε.... καὶ ἔπειτα νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας τῶν ραγιάδων καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἰσχὺν διὰ πάντα.» Καὶ ἐν τούτοις θὰ πιστεύσητε, κύριοι, ὅτι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Παλαμᾶ καὶ ὄχι μόνον τούτου, ἀλλὰ καὶ ἄλλων 17 χωρίων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ φιρμάνιον τοῦτο, τὴν σήμερον εὑρίσκονται εἰς χειροτέραν θέσιν ἀπὸ ἐκείνην τῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς χωρία διεκδικούμενα παρὰ τῶν ἀγορασάντων τὸ ⅓ τῶν καρπῶν ἢ εἰς χωρία, εἰς ἃ ἐργάζονται οἱ χωρικοὶ ὡς πουλουχτσίδες! Ὅθεν ὁ κάτοικος τοῦ χωρίου Παλαμᾶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὄχι ὡς ἰδιοκτήτης, ἀλλ’ οὔτε ὡς ἄνθρωπος, διότι τῷ λέγουσιν: εἶσαι χωρικὸς, εἶσαι καλλιεργητής. Ὅταν ὁ βέης τοῦ χωρίου τούτου διαπραγματεύεται νὰ πωλήσῃ τὰ κτήματα τῶν κατοίκων αὐτοῦ, οἱ δὲ χωρικοὶ κλαίουσι, ὀδύρονται, καὶ δὲν εὑρίσκουσι προστασίαν, σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα; Ἡμεῖς, κύριοι, οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἐκ τοῦ σύνεγγυς σπουδάσαντες τὴν κατάστασιν αὐτῆς, γινώσκομεν ὁποῖαι ἀσχημίαι διαπράττονται παρὰ τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν κατὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν μας· ἐπιθυμοῦμεν δὲ πολὺ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, καὶ ἄλλοι νὰ ἴδωσι τὴν κατάστασιν ἢ μᾶλλον τὴν ἀθλιότητα τῆς πατρίδος μας, διότι πεπείσμεθα, ὅτι θὰ μᾶς δικαιώσωσι, καὶ δὲν θὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ πλέον οὐδεὶς, ὅτι ἡμεῖς δημοκοποῦμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Δὲν δημοκοποῦμεν ἡμεῖς· κερδοσκοποῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσιν ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν χωρίων τῶν ἀγροτῶν καὶ θεωροῦσιν αὐτοὺς ὡς δούλους των. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον προέτεινα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἥτις νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως καὶ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλ’ οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀντενήργησαν, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐγένετο. Καὶ γνωρίζετε διατί δὲν θέλουσιν Ἐπιτροπήν; διότι ἐκτὸς τῶν ὅσων διέπραξαν, τὰ ὁποῖα θὰ γείνωσι πλέον δι’ αὐτῆς τοῖς πᾶσι γνωστὰ καὶ πιστευτὰ, διατρέχουσι καὶ τὸν κίνδυνον νὰ φωραθῶσιν, ὅτι οὔτε κἂν χαρτία, δηλαδὴ ἰδιοκτησίας ἔγγραφα, ἔχουσι καὶ ὅτι, ἄν τινες ἐξ αὐτῶν ἔχωσι τοιαῦτα, ἔχουσι μόνον δι’ ὡρισμένον ἀριθμὸν στρεμμάτων, διὰ χίλια π. χ. στρέμματα ἢ δύω χιλιάδας, ἐνῷ παρουσιάζονται εἰς τὰς Ἀρχὰς καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι τὰ χωρία ὁλόκληρα εἶναι ἰδικά των, τῷ τρόπῳ δὲ τούτῳ ζητοῦσι νὰ ἰδιοποιηθῶσιν ἐκτάσεις 20 ἢ καὶ 30 χιλ. στρεμμάτων, ἀποβάλλοντες, ὡς δῆθεν ἰδιοκτῆται τῶν χωρίων, τοὺς χωρικοὺς δι’ ἐξώσεως καὶ ἀναγκάζοντες αὐτοὺς διὰ μυρίων μέσων νὰ ἀναγνωρίσωσιν αὐτοὺς διὰ Συμβολαίων ὡς ἰδιοκτήτας. Τί τὰ θέλουσι τὰ Συμβόλαια, ἐὰν πράγματι ἦναι ἀναμφισβήτητοι ἰδιοκτῆται; Ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ὁλόκληρα χωρία ἐγένοντο ἰδιοκτησία του, εἶναι πολὺ γελοῖον, διότι οἱ Ὀθωμανικοὶ Νόμοι ἀπαγορεύουσι τοῦτο ρητῶς. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει τὸ 130 ἄρθρον τοῦ περὶ γαιῶν Ὀθωμανικοῦ Νόμου αὐτολεξεί. «Δὲν δύνανται νὰ δοθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἓν ἄτομον καὶ νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς ζευγολατεῖον (δηλ. τσιφλίκιον) αἱ γαῖαι χωρίου τινὸς, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ὑπάρχουσιν· ἀλλὰ, καθὰ διαλαμβάνει τὸ 62 ἄρθρον, ὅταν οἱ λοιποὶ κάτοικοι ἑνὸς χωρίου διασκορπισθῶσι καὶ αἱ γαῖαί των καταστῶσι διαθέσιμοι διὰ ταπίου, μεταφέρονται ἐκ νέου γεωργοὶ καὶ συνοικίζονται· δίδονται δὲ ἰδίᾳ εἰς ἕκαστον αὐτῶν γαῖαι· καὶ ἂν ἦναι ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθῃ τὸ χωρίον ἐκεῖνο εἰς τὴν προτέραν του κατάστασιν, δίδονται αἱ γαῖαί του συλλήβδην εἰς ἕν, δύω ἢ τρία ἄτομα, νὰ μετασχηματισθῇ εἰς ζευγολατεῖον.» Τὸ 72 ἄρθρον ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ἄν οἱ κάτοικοι χωρίου ἢ κωμοπόλεως, εἴτε ὅλοι ἐν γένει, εἴτε μερὶς ἐξ αὐτῶν, παραιτήσωσι τὴν πατρίδα των συνεπείᾳ ἀληθοῦς κωλύματος, αἱ παρ’ αὐτῶν κατεχόμεναι γαῖαι δὲν καθίστανται διαθέσιμοι διὰ ταπίου· ἐὰν ὅμως ἐγκαταλίπωσι τὴν πατρίδα των ἄνευ κωλύματος ἢ ἐὰν δὲν ἐπανακάμψωσιν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, ἀριθμουμένων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπαυσε τὸ ἀναγκάζον αὐτοὺς νὰ ἀποδημήσωσι κώλυμα, καὶ ἀφήσωσιν οὕτω ἀργὰς τὰς γαίας των ἄνευ αἰτίας, τότε καθίστανται διαθέσιμοι διὰ ταπίου.» Παρακαλῶ πάντας τοὺς ζήσαντας ἐν Θεσσαλίᾳ, τοὺς γεννηθέντας καὶ ἀνδρωθέντας ἐκεῖ, νὰ μοὶ εἴπωσιν ἐὰν οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς πεδιάδος τῆς Θεσσαλίας ἐγκατέλειψάν ποτε τὰ χωρία των,—καὶ ἐπιτρέπω μάλιστα εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ μὲ διακόψωσι διὰ νὰ ἀπαντήσωσιν.—Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἐγκατέλειψαν οἱ κάτοικοι τὰ χωρία των, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσι τὰ χωρία ταῦτα τσιφλίκια καὶ αὐτοὶ εἵλωτες; Ἐκ τούτων πείθομαι, ὅτι εἶναι νομικῶς ἀδύνατον τὰ ὡς πωληθέντα διεκδικούμενα χωρία κατὰ τὰ τελευταῖα μάλιστα ἔτη πρὸ τῆς προσαρτήσεως νὰ ἐπωλήθησαν ὡς τσιφλίκια, καὶ ὅτι, ἐὰν ἠγόρασάν τι οἱ ὡς ἀγορασταὶ παρουσιαζόμενοι, ἠγόρασαν ἢ τὸ βίᾳ τελούμενον ἐπὶ Τουρκοκρατίας ⅓ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἀνέλαβον αὐτοὶ ὡς ἐκδοχεῖς τοῦ Ἀλῆ καὶ τῆς τουρκικῆς κακοδιοικήσεως νὰ ἐγκλιματίσωσι τὸ ἀποτρόπαιον τοῦτο καὶ ἐκτρωματικὸν προϊὸν τῆς βίας καὶ τοῦ δηλητηρίου καὶ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Συντάγματος, ἢ τέλος πάντων ἠγόρασαν τεμάχια γαιῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ὁλόκληρα χωρία· ἀλλ’ ἐπιτηδείως ἐργαζόμενος, τοὺς αὐτοὺς τίτλους καὶ διὰ τῆς ἀοριστίας των ἴσως παρουσιάζουσι πότε μὲν διὰ ταύτας, πότε δὲ δι’ ἐκείνας τὰς γαίας, διὰ νὰ ἁρπάσωσιν ὁλόκληρα χωρία. Ἕνεκα τούτων ἐζήτησα καὶ ἐπιμένω ζητῶν νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπὴ, ἵνα διὰ ταύτης ἀποδειχθῇ ἐὰν πράγματι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦναι ἰδιοκτῆται ἢ οἱ χωρικοὶ—ἄλλως δὲ μικρὰ ἐξέτασις ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο—καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα οἱ δημοκοποῦντες, ἢ αὐτοὶ οἱ κερδοσκοποῦντες ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς πατρίδος μας! Φωνασκοῦσι, ἀγωνίζονται νὰ πείσωσι τὸν κόσμον, ὅτι οἱ χωρικοὶ ζητοῦσι νὰ ἁρπάσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των! Ἀλλὰ, κύριοι, θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, καὶ μάλιστα ἐκ χωρικοῦ συγκείμενος στοιχείου κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικοῦ, νὰ συνωμόσῃ, ὅπως ἁρπάσῃ τὰς ἰδιοκτησίας των, ἐὰν πράγματι οὗτοι ἦσαν ἰδιοκτῆται; Νομίζετέ ποτε τοῦτο πιθανόν, μάλιστα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς τουρκικῆς κακοδιοικήσεως; Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ ἐτόλμων οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ ῥαγιᾶδες, οἱ διὰ τὸ παραμικρὸν πταῖσμα ῥιπτόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς καὶ μηδέποτε ἐξερχόμενοι, νὰ ἀγωνίζωνται εἰς τὰ τουρκικὰ δικαστήρια διὰ τὰ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας των διαπραττόμενα διηνεκῶς ἀδικήματα καὶ ἐναντίον τῆς αὐθαιρεσίας τῶν λεγομένων νῦν ἰδιοκτητῶν, τότε τὰ μάλιστα, ὡς γνωστὸν, ἰσχυόντων, ἐὰν οἱ μὲν λεγόμενοι νῦν ἰδιοκτῆται ἦσαν πράγματι ἰδιοκτῆται, οἱ δὲ χωρικοὶ οὐδὲν εἶχον δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν χωρίων; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ τότε ἐπετρέπετο αὐτοῖς νὰ ἀγωνίζωνται εἰς τὰ τουρκικὰ Δικαστήρια, χωρὶς νὰ διατρέχωσι τὸν κίνδυνον τῆς ἀμέσου ἐξώσεως ἐκ τῶν οἰκιῶν των διὰ τοῦτο, εἶναι περιττὸν σήμερον νὰ διαμένωσιν εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ νὰ ἀγωνίζωνται εἰς τὰ Δικαστήρια τὰ Ἑλληνικά; ἢ εἶναι δίκαιον νὰ καθιστᾶτε τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἀδύνατον διὰ τῶν ἐξώσεων καὶ τῆς πείνης; Πρότερον, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, οἱ χωρικοὶ εἶχον ἐκκρεμεῖς δίκας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν χωρίων των· σήμερον δὲν λαμβάνετε ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ συνοπτικώτατα ἀποβάλλετε ἐκ τῆς οἰκίας καὶ τοῦ χωρίου των. Λέγει ὁ χωρικός, ὅτι ἔκαμε διαμαρτύρησιν τότε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου διὰ τὴν καταπάτησιν τῆς ἰδιοκτησίας του κατὰ τὰ παρὰ τοῖς Τουρκικοῖς Δικαστηρίοις ἐπικρατοῦντα· σᾶς φέρει ἀντίγραφον αὐτῆς, σᾶς φέρει ἀποδείξεις, ὅτι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἠμφισβήτησε τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ λεγομένου ἰδιοκτήτου ἐν γένει ἢ ἐν μέρει, καὶ ἡ δίκη δὲν ἔλαβε πέρας μέχρι τῆς προσαρτήσεως. Τὴν σήμερον, τῷ ἀπαντῶσιν: αὐτὰ δὲν ἔχουσι σημασίαν, ἔξελθε τοῦ χωρίου, πλήρωσε τὸ ⅓, ἢ ὅτι σοὶ ζητοῦσιν, ἀναγνώρισον τὸν ἀπαιτητὴν καὶ ἰδιοκτήτην. Ποῦ νὰ εὕρῃ δίκαιον ὁ χωρικός; Πληρώνει φόρους· παρέχει ἀναγκαζόμενος τὸ ⅓ τῶν καρπῶν· δίδει ἐπὶ πλέον ἀφ’ ὅ,τι τῷ ζητεῖται, καὶ ἐπὶ τέλους τὸν ἐκδιώκουσι καὶ ἀπὸ τὴν οἰκίαν του ἢ μᾶλλον τὴν καλύβην του, διότι οὕτως ἔδοξε τῷ αὐθέντῃ, ἀφοῦ ὁ ῥαγιᾶς ἐτόλμησε νὰ τὸν ἀντιμετωπίσῃ διεκδικῶν τὸ χωρίον του ἢ ἀρνούμενος νὰ πράττῃ ἀνεξετάστως ὅ,τι αὐτὸς διατάξει. Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας σέβονται πολὺ τὴν Ἐξουσίαν, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι ἀνέκαθεν ἔπαθον πολλὰ παρὰ τῶν διαχειριζομένων αὐτήν· ἀφοῦ δὲ αὕτη ἐπιτρέπει τὰ μέσα εἰς τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας, νὰ τοὺς ἐκδιώκωσιν ἐκ τῶν χωρίων των, νὰ τοὺς ἀπαγορεύωσι τὴν καλλιέργειαν, νὰ τοὺς ῥίπτωσιν εἰς τὰς φυλακὰς, θέλετε οἱ πολυπαθεῖς οὗτοι ἄνθρωποι νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ προβῶσι περαιτέρω καὶ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι ποῦ τὴν κεφαλὴν κλῖναι, ἀφοῦ δὲν ἔχουσιν ἄρτον, ἢ ἀφοῦ κινδυνεύουσιν εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ κατασταθῶσι φερέοικοι; Διὰ ταῦτα καὶ πρὸ παντὸς ἄλλου οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι· ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπανειλημμένως ζητοῦντες θεραπείαν τῆς δεινῆς θέσεώς των, ἡ δὲ Βουλὴ μόλις σήμερον ηὐδόκησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ παράπονα αὐτῶν. Ἐπιθυμῶ πολὺ ν’ ἀκούσω τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιδοξούντων, διὰ τοῦτο δὲ καὶ πρὸς τὸ παρὸν περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου, τὴν ὁποίαν καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος ὑπέβαλον περὶ διορισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, πρὸς ἐξέτασιν τῶν παραπόνων τῶν ἀγροτῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς σφόδρα σπουδαῖον, πρέπει νὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ πάσας αὐτοῦ τὰς ὄψεις, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν συμβαινόντων ἐκεῖ καὶ ὅτι πρέπει οὕτως ἢ ἄλλως νὰ λύσῃ τὸ ὑφιστάμενον ἀγροτικὸν ζήτημα. Ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν, κύριοι, εἶναι ἀνυπόφορος· ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τοιαύτη καὶ εἰς τὸ μέλλον, μὴ ἀμφιβάλλετε ποσῶς, ὅτι τάχιον ἢ βράδιον θὰ ἔχωμεν ἐπανάστασιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔστειλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργοῦ, ὅπως προστεθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν 98,114 δραχμαὶ καὶ ἕτεραι διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. (Ὅρα Παράρτημα).
§23Η. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἂν εἰς τὰ παράπονα τῶν γεωργῶν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐνυπάρχῃ δίκαιόν τι, τὸ δίκαιον τοῦτο κινδυνεύει ἐκ τριῶν κυρίως αἰτίων· τὸ πρῶτον, εἶναι ὅτι ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ ἄνθρωποι, οἵτινες ἕνεκα πολλῶν λόγων δὲν χαίρουσιν ἐν τῇ συνειδήσει τῶν εἰδότων καὶ τοῦ Κοινοῦ τὴν ὑπόληψιν εἰλικρινῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ δυστυχοῦντος λαοῦ, καὶ οἵτινες ἔδωκαν εἰς αὐτὸ χαρακτῆρα μᾶλλον τοπικοῦ συμφέροντος καὶ προσωπικοῦ πάθους, παρὰ συμφέροντος κοινωνικοῦ καὶ παραπόνου δικαίου καὶ ἀληθοῦς τῶν χωρικῶν· δεύτερον δὲ, ὅτι διετύπωσαν τὸ παράπονον τοῦτο διὰ τρόπου, μηδὲ εἰς τοὺς Νόμους, μηδὲ εἰς τὸ δίκαιον στηριζομένου, καὶ τρίτον, ὅτι προώρως καὶ οἱονεὶ συρόμενον ἤγαγον τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ὁτὲ μὲν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Διοικήσεως μομφὴν ζητοῦντες νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ, ὁτὲ δὲ Κοινοβουλευτικῆς διαμάχης θέμα, καὶ ἄλλοτε νομικῆς ἀμφισβητήσεως, θεωρητικῆς, ἀντικείμενον. Καὶ ἀμφισβητοῦσι μὲν κυρίως τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν φαινομένων τούτων ἰδιοκτητῶν, καὶ ζητοῦσι, στηριζόμενοι εἰς τὰς περὶ διακατοχῆς διατάξεις, νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι δικαιοῦνται οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι νὰ καταλάβωσι τοὺς ἀγροὺς καὶ νὰ ἀποδιώξωσι τοὺς ἰδιοκτήτας, καὶ ἐπικαλοῦνται πρὸς τοῦτο ἱστορικὰς πληροφορίας καὶ Νόμους τινὰς Ἑλληνικοὺς ἢ Τουρκικούς. Διὰ τούτων πάντων θέλουν νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι οὔτε ἐκ τῆς ἱστορίας, οὔτε ἐκ τῶν Τουρκικῶν Νόμων, οὔτε ἐκ τῶν ἡμετέρων, οἱ σήμερον φαινόμενοι ἰδιοκτῆται εἶναι τοιοῦτοι, τιθεῖσι δ’ ἐν ἀμφιβολίᾳ οὕτω τὴν ὕπαρξιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀνελίσσοντες ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου κατ’ ἄδηλον τύπον, ἢ ἐξ ἀδήλου Κοινοβουλευτικοῦ δικαιώματος, θεωρητικὸν νομικὸν ζήτημα, περὶ οὗ οὐδ’ ἐλαχίστην ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἢ ν’ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει νομικὸν ζήτημα; Δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι ἡ σχέσις τῶν γεωργῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας, εἶναι ἡ σχέσις τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας; Ἂς διατρέξωμεν ὀλίγον τὰ λεγόμενα ἵν’ ἀποκαθάρωμεν τὴν συζήτησιν περιττῶν ἀμφισβητήσεων, μολονότι, ἐπαναλέγω, ἂν ἦναι τοιοῦτο ζήτημα, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀσχοληθῇ, καὶ ἐπιβλαβέστερον ἀποβαίνει τοῖς προκαλοῦσι τὴν συζήτησιν τὸ πρᾶγμα. Ἐδημοσίευσέ τις τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ μετὰ λύπης θὰ τὸ εἴπω, ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἤκουσα πολλὰ παράπονα ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν—ὁ κύριος Καραπάνος— φυλλάδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταγίνεται ν’ ἀναιρέσῃ τὰς βάσεις τῆς φαινομένης νομικῆς ὑπερασπίσεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν χωρικῶν. Ἐπικαλοῦνται οἱ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν ὁμιλοῦντες τὴν ἱστορίαν. Ἡ ἱστορία τῷ ὄντι διασαφηνίζει τοὺς Νόμους, ὡς οἱ Νόμοι διαφωτίζουσι τὴν ἱστορίαν. Εἶναι δὲ δίκαιον ν’ ἀκούσωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπικαλοῦνται πάντοτε ὅτι τὰ ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ χωρία ἦσαν ἀνέκαθεν ἐλευθεροχώρια, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐπεκράτησεν ἐκεῖ τὸ σύστημα τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας, ὅπερ εἶναι ἡ τελευταία ἐμφάνισις καὶ ἄμεσος τοῦ τιμαριωτισμοῦ ἔκγονος, ἐκεῖνοι ὅσοι λέγουν ὅτι δὲν ἐπεκράτησεν ἐκεῖ, εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κυριαρχίας τῶν Φράγκων, εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Ἐξουσίας τῶν Τούρκων. Οἱ τὸ τοιοῦτο σύστημα ὑποστηρίζοντες εἶναι δίκαιον ν’ ἀκούσωσι πληροφορίας τινὰς ἱστορικὰς, ἀνεπιδέκτους ἀμφισβητήσεως, αἵτινες τὸ κύριον τοῦτο ὅπλον αὐτῶν ἐξαμβλύνουσιν ὁλοσχερῶς. Τί μᾶς πληροφορεῖ ἡ ἱστορία; Ἐκ τῶν χρονικῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους μανθάνομεν, ὅτι εἷς τῶν πρώτων κατακτητῶν τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, ὁ Κάρολος, ὁ ἐκ τῆς Φραγκικῆς οἰκογενείας τῶν Τόκκων, ὅστις ἐνυμφεύθη τὴν θυγατέρα τοῦ ἄρχοντος τῶν Ἀθηνῶν Ῥαινέρου τοῦ ἐκ τοῦ Φλωρεντινοῦ οἴκου τῆς Ἀκαϊουόλι, εἶχε καταλάβει ὅλον τὸν Ἀμβρακικὸν Κόλπον, καὶ ἐκ τοῦ γάμου ἔλαβεν εἰς προῖκα μέγα μέρος τῆς Θεσσαλίας. Οἱ γιγνώσκοντες λεπτομερείας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ ἡγεμὼν οὗτος ἔδωκε τιμάρια ἐν ἀμφοτέραις ταῖς Ἐπαρχίαις. Ἐκ τῶν τέκνων αὐτοῦ τῶν νόθων (διότι γνήσια δὲν ἀπέκτησεν), ἓν, ὁ Μέμνων, οὗ ἠμφισβητήθη τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῆς Ἠπείρου, προσέφυγεν εἰς τὸν Μουρὰτ, πολιορκοῦντα τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ συνδρομὴν, ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν πατρικὴν κληρονομίαν. Ἐνῷ δὲ ἡτοιμάζετο νὰ στείλῃ στρατὸν ὁ Μουρὰτ, οἱ Ἰωαννῖται, πρεσβεύσαντες παρ’ αὐτῷ, ἐπέτυχον ν’ ἀποτρέψωσι τὴν ἀποστολὴν στρατοῦ, καὶ ἔξωθεν τῆς Θεσσαλονίκης, καὶ ὑπὸ τὰ τείχη αὐτῆς, συνήφθη συνθήκη τοῦ Κλειδίου ἐπονομασθεῖσα, διότι παρεδόθησαν ἐκεῖ αἱ κλεῖδες τῶν Ἰωαννίνων, ἐξ οὗ ἡ θέσις ἐκείνη ὠνομάσθη οὕτω, καὶ διὰ τῆς συνθήκης ἀνεγνωρίσθη τοῦ Φράγκου τὴν καταγωγὴν Μέμνονος τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, ἐξ ἄλλου γνωρίζομεν ὡς ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ὅταν οἱ Τοῦρκοι, εἰσελάσαντες εἰς Εὐρώπην, εὗρον τὸν θεσμὸν, ὃν οἱ Φράγκοι, καὶ ἰδίως οἱ Ἀγγλοσάξωνες, εἰσήγαγον τὸν τιμαριωτισμὸν, ὅστις εἶχε τότε χαρακτῆρα πολιτικὸν, ἀπεμιμήθησαν ἀμέσως αὐτὸν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ κατακτήσαντες τὴν Ἰλλυρικὴν Χερσόνησον, ἑπομένως καὶ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Πελοπόννησον, ἀνεγνώρισαν τὰ ὑπάρχοντα, καὶ νέα ἄλλα συνέστησαν τιμάρια καθ’ ὅλον τὸ Κράτος των. Τῇ ἐποχῇ ἐκείνῃ ἢ μᾶλλον πρότερον, ἦν ἐν ἀμφισβητήσει ἡ φύσις τῶν διδομένων ὑπὸ τῶν Βασιλέων κτημάτων εἰς τοὺς μεγιστάνας· διότι οἱ μὲν ἐφρόνουν, ὅτι εἶναι προσωπικὸν δῶρον καὶ ἀνακλητὸν, οἱ δὲ ὅτι εἶναι κληρονομικὸν καὶ ἀμετάκλητον. Τὴν ἀμφισβήτησιν ἔλυσεν ἐδίκτον τοῦ Αὐτοκράτορος Κονράδου—ἂν δὲν ἀπατῶμαι—ἐκδοθὲν ἐν Μεδιολάνοις τὸ 1307, ὅπερ ἐκανόνισε τὸν θεσμὸν τοῦτον, καὶ οὗ τὰς κυρίας διατάξεις περιλαμβάνει ὁ Ἀγγλικὸς Χάρτης, κληρονομικὸν, ἀμετάκλητον, καὶ πηγὴν τῆς εὐγενείας καταστήσας τὸ δῶρον τῶν γαιῶν. Τοῦτο ἔστω εἰς ἀναίρεσιν τοῦ λεγομένου, ὅτι τὸ ὑπὸ τοῦ ἡγεμόνος διδόμενον ἦτον ἀνακλητὸν, δὲν ἀποτελεῖ κυριότητα, δικαίωμα εἰσπράξεως ἰμόρου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅτε οἱ Τοῦρκοι ἀπεμιμήθησαν τὸν τιμαριωτισμὸν, οὗτος εἶχε κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ ἐδίκτου ἐκείνου. Εἶναι λοιπὸν βεβαιωμένον, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ ἀγρόται ἐπικαλοῦνται, τοῦ 1430 περίπου, ὅτε συνήφθη ἡ συνθήκη τοῦ Κλειδίου, ἦτον ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰδικῶς ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὁ θεσμὸς τῶν τιμαρίων, τῶν ὁποίων, ὡς εἶπον, τέκνον εἶναι ἡ ἐπίμορτος καλλιέργεια. Ὡς γνωρίζετε, οἱ Φράγκοι Βασιλεῖς, κατακτῶντες τὰ μέρη τὰ ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων κατεχόμενα, ἔδιδον ὄχι τὰ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀνήκοντα, ἀλλὰ τὰ εἰς τὸ κοινὸν τῆς Ῥώμης ἀφιερωμένα κτήματα, τὰ χρησιμεύοντα πρὸς ἀμοιβὴν τῶν Λεγεώνων. Ἔδιδον δ’ ἐξ αὐτῶν εἰς τοὺς εὐγενεῖς μέρος, καὶ μέρος ἐκράτουν αὐτοί· οὕτω δὲ διήρουν τὰς γαίας εἰς δύω εἴδη· εἰς γαίας Ταμιακὰς, καὶ γαίας ἀμοιβῆς. Ἐν τῇ διαιρέσει ταύτῃ εὑρίσκετε ἐν μέρει τὰ πρῶτα ἴχνη τῶν ἐν τοῖς Τουρκικοῖς Νόμοις γινομένων διακρίσεων περὶ γαιῶν. Ἐκ τῶν ἀμειπτικῶν γαιῶν ἦσαν αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς εὐγενεῖς. Τοὺς θεσμοὺς τούτους οἱ διατρέχοντες τὰς συγκεχυμένας σελίδας τοῦ μεσαιῶνος, ἀνευρίσκουσιν ἁπανταχοῦ σχεδὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἀγνοοῦν ἴσως οἱ ἀμφισβητοῦντες τὴν ὕπαρξιν τούτων ὅτι καὶ ἐν Πελοποννήσῳ ἴσχυε, καὶ ὅτι σήμερον ἀκόμη πολλὰ τῶν χωρίων αὐτῆς φέρουν τὰ ὀνόματα τῶν παλαιῶν Τούρκων ἰδιοκτητῶν. Ἐν αὐτῇ τῇ Ἀργολίδι τὰ πλεῖστα χωρία τῆς Ἐπαρχίας Ναυπλίας καὶ τοῦ Ἄργους φέρουσι τὰ ὀνόματα τῶν παλαιῶν Τούρκων, κυρίων αὐτῶν. Δὲν κρίνεται οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης ἀμφιβολίας ἄξιον, ὅτι ὁ τύραννος τῶν Ἰωαννίνων μετεχειρίσθη πᾶσαν βίαν καὶ πάντα δόλον εἰς ἐπέκτασιν τῆς περιουσίας του. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἀκίνητα ὁ δόλιος Σατράπης ἐζήτει νὰ δώσῃ εἰς τὰς ἁρπαγὰς αὐτοῦ τύπον νομιμότητος καὶ ἀπέναντι τῆς Πύλης, καὶ διὰ τοῦτο ἐλάμβανε δι’ οἱουδήποτε τρόπου τίτλους ἰδιοκτησίας. Τίς μόλις τῆς ἱστορίας γευσάμενος ἀγνοεῖ τοῦτο; Ἀλλ’ οἱ σήμερον μετὰ 60 καὶ 70 ἔτη θέλοντες ν’ ἀποδείξωσιν ὅτι ὁ Ἀλῆς διὰ δόλου, ἢ ὁ Μουκτὰρ δι’ ἀπάτης κατέκτησε μέρος γῆς, ὅτι οἱ τίτλοι αὐτῶν φέρουσιν ἐλαττώματα τοιαῦτα, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο οἱ κατόπιν ἰδιοκτῆται πρέπει νὰ στερηθῶσι τῆς γῆς, ἣν ἠγόρασαν, βεβαίως δὲν ἀξιοῦν ν’ ἀκουσθῶσι προσεκτικῶς παρ’ ἡμῶν ἐνταῦθα. Μήπως ἡ κατάκτησις δὲν εἶναι ἰδιοκτησίας πηγή; Μήπως καὶ ἡ παραγραφὴ μόνη καὶ καθ’ ἑαυτὴν δὲν εἶναι νόμιμος, καὶ καθ’ ἡμᾶς, πηγὴ τοιαύτης κυριότητος; Ἀλλ’ ἀντιτάσσουν, ὅτι τὸ ἴμορον, ὅπερ ὁ καλλιεργητὴς ἐπλήρωνε, δὲν εἶναι τὸ μίσθωμα τὸ διδόμενον ὑπὸ τοῦ καλλιεργητοῦ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλ’ εἶναι φόρος τελούμενος εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ὃν οἱ δῆθεν ἰδιοκτῆται παρὰ τοῦ Τουρκικοῦ Δημοσίου ἠγόρασαν· διότι—λέγουσιν ἀκόμη— ἡ δῆθεν ἰδιοκτησία τῶν κυρίων τούτων, δὲν ἰσοδυναμεῖ μὲ ἰδιοκτησίαν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν Ἑλληνικῶν Νόμων, καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται ν’ ἀξιώσωσι τοιαύτην οἱ ἀγορασταὶ τοῦ ἰμόρου καὶ νῦν Νόμῳ κάτοχοι. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ ἔχομεν πρώτην παρατήρησιν, ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία λύει ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν φοβοῦνται ὅτι καὶ ἐκεῖ καὶ ἐδῶ δύνανται ν’ ἀκούσωσι τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ἀρκοῦσαν μόνην νὰ καταστήσῃ ὅλα ἐκεῖνα ἀνάξια ἐξετάσεως, τὴν ἀντίῤῥησιν τὴν ὑπὸ τῶν Νομικῶν λεγομένην, ὅτι ὅλα ταῦτα εἶναι ἐκ δικαιώματος τρίτου; Δὲν σκέπτονται, ὅτι, ἂν τῷ ὄντι κύριος ἦτο τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον, τότε κύριος νῦν εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὄχι δ’ οἱ γεωργοί; Ἀφοῦ δὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον δὲν ἐγείρει ἀπαιτήσεις, τότε ἐν τίνι δικαιώματι ἀμφισβητοῦσι τὴν κυριότητα ἐκείνων, οὓς καὶ ἀναγνωρίζει ὡς κυρίους καὶ ἀνέχεται ὁ κατ’ αὐτοὺς ἰδιοκτήτης, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὡς τοιούτους; Δὲν ἀναλογίζονται ὅτι τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον, τοὺς ἐχαρακτήρισεν ἰδιοκτήτας, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἀνεγνώρισεν αὐτοὺς ὡς τοιούτους διὰ τῆς Συνθήκης; Λέγουσιν, ὅτι τὰ ταπιὰ ἢ τὰ χοτζέτια ἐλήφθησαν διὰ πλαστογραφίας· ἀλλὰ τότε ἂς προσβάλωσιν αὐτὰ ἐν τῷ Δικαστηρίῳ. Τί ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν; Μὴ θέλουσι ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς, ὅτι δικαιοῦνται αὐτοὶ νὰ φανῶσιν ἐν τῇ κατοχῇ εὑρισκόμενοι, καὶ τοῦτο διὰ τῆς βίας; Μὴ θέλουσιν, ἵνα ἡ Κυβέρνησις συντρέξῃ αὐτοὺς εἰς τοῦτο; Δὲν ἠξεύρουν, ὅτι εἶναι παράβασις τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον ἡ θετικὴ πρᾶξις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ παράλειψις αὐτῆς, ἡ ἀρνητικὴ συνδρομή; Ἄφετε, φωνάζουσιν, ἄφετε τοὺς γεωργοὺς νὰ λάβωσι τὴν κατοχὴν (ἐννοοῦν διὰ τῆς βίας), καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἂς ὑπάγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια». Ἡ βία αὕτη δὲν ἀπειλεῖται παρ’ ἑνὸς καλλιεργητοῦ καθ’ ἑνὸς ἰδιοκτήτου, ἵνα τὴν λύσῃ ὁ Εἰρηνοδίκης· ἀπειλεῖται παρὰ Κοινοτήτων ὁλοκλήρων, παρὰ πληθυσμῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων κατὰ προσώπων τινῶν, ὑπὲρ ὧν ἡ Κυβέρνησις ἠγγυήθη διὰ Συνθήκης, καὶ ὑπὲρ ὧν ἠγγυήθημεν καὶ ἡμεῖς, κυρώσαντες τὴν Συνθήκην ἐκείνην. Ἀξιοῦσι λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ μείνῃ ἀδρανής; Εἶναι δυστύχημα ἴσως ὅτι εἷς ἰδιοκτήτης εἶναι Βουλευτὴς, καὶ ἄλλος γαμβρὸς ἰδιοκτήτου, διότι ἡ παρουσία τούτων ἴσως διερεθίζει ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πολιτικὰ πάθη καὶ γεννᾷ τοιαύτας ἀπαιτήσεις. Ἀφοῦ ζητοῦσι τὴν βίαν, διατί φωνάζουσιν, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται διὰ τῆς βίας κωλύουσι τοὺς γεωργοὺς νὰ ἀρώσωσι τὴν γῆν; Φρονοῦσιν ὅτι ἐν τῇ βίᾳ οἱ ἰδιοκτῆται θὰ φανῶσιν ἀσθενέστεροι; Δὲν ἀναλογίζονται, ὅτι οὗτοι δύναται νὰ μισθώσωσιν ὁπλοφόρους, ὡς ἔπραξαν ἤδη, καὶ ν’ ἀντιστῶσι; Καὶ τότε; Καὶ τότε θέλετε πάλιν τὸν Εἰρηνοδίκην; Καὶ φρονεῖτε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει τῆς Κυβερνήσεως χρέος εἶναι ἡ ἀδράνεια; Πλὴν τούτου ὅμως, διατί παραβλέπουσιν, ὅτι ἐκτὸς τοῦ Καραπάνου καὶ τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου εἶναι ἰδιοκτῆται καὶ Τοῦρκοι καὶ Ἀλβανοὶ ἐν ταῖς ἐλευθερωθείσαις Ἐπαρχίαις καὶ ταῖς γείτοσιν αὐτῶν, καὶ ὅτι τὴν θέσιν τούτων πρέπει μεγάλως νὰ σκεφθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον; Ἄφετε νὰ διώξωσι τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκ τῆς κατοχῆς, ἵν’ ἀναγκασθῶσιν οὗτοι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, ἐγείροντες πεντακισχιλίας, δεκακισχιλίας ἴσως ἀγωγὰς, καὶ Σὺ Κυβέρνησις, ἐν τῇ στασιώδει ταύτῃ ἐνεργείᾳ μηδὲν λάβε μέτρον, διότι εἶναι Δικαστικὸν ζήτημα. Φρονοῦν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἑνὸς τόπου εἶναι δεσμευμένη, προκειμένου περὶ ἀνατροπῆς τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας, ὑπὸ Φαρισσαϊκῶν τύπων; Ἀδικοῦσι τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως. Μὴ λέγωσιν, ὅτι τοιοῦτον παράδειγμα ἐλευθερίας τῶν χωρικῶν ἐνισχύει τοὺς γείτονας ὑποδούλους χωρικοὺς εἰς συμπαθείας πρὸς τὴν Ἑλλάδα· αὐτοὶ γνωρίζουσιν, ὅτι ὅ,τι διὰ τῆς ἐπαναστατικῆς βίας κτῶνται οἱ λαοὶ, τοῦτο ἀνήκει αὐτοῖς, ἡμεῖς δὲ γνωρίζομεν, ὅτι, ἂν μὲν κάτωθεν ἐκ τῶν γεωργῶν θέλωμεν συμπαθείας, αὐτοὶ δύνανται νὰ τὰς ἐπιδιώξωσιν, ἂν δ’ ἄνωθεν, ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν, οὗτοι κακίστην θὰ εὕρωσιν ἐλπίδα ἐν τῇ πραγματοποιήσει τῆς διὰ τῆς βίας ἐξώσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, ἣν συμβουλεύουσι. Κατακρίνουσι τὰ μέτρα ὅλα, τοὺς χωροφύλακας τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς Εἰσαγγελεῖς αὐτῆς καὶ τοὺς Ἐπάρχους αὐτῆς, ὡς λαμβάνοντας μέρος, καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον καὶ ἐζήτησε νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας! Καὶ νομίζετε, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο; Εἶχε καθῆκον πολλαπλοῦν, διότι εὗρε τὸ καθεστὸς, διότι ἡ Συνθήκη τῷ ἐπέβαλλε ῥητὴν ὑποχρέωσιν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ παρασπονδήσῃ· διότι οἱ παρουσιάζοντες τίτλους καὶ κατοχὴν νόμιμον (καθότι τοῦ τελευταίου ἔτους τὸ ἥμορον ἐδόθη εἰς αὐτοὺς), εἶχον ἀπέναντι πάσης Κυβερνήσεως δικαίωμα, καὶ πᾶσα Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τούτους. «Ἄφετε, λέγουν, νὰ φέρωσι τὸν Εἰρηνοδίκην νὰ λύσῃ τὴν διαφοράν». Ἀλλ’ ὁ Εἰρηνοδίκης λύει τὰς μεταξὺ ἀτόμων διαφορὰς, ὄχι τὰς μεταξὺ λαοῦ ὁλοκλήρου ἐν ἐπαναστάσει. Ἂν δ’ ἡ Κυβέρνησις ἔτρεφεν, ὡς τρέφει, τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἀγαθοὶ γεωργοί, εἰς τὰς δυστυχίας αὐτῶν ἐνδίδοντες καὶ κακὰς συμβουλὰς ἀκολουθοῦντες, ἐμελέτων νὰ γείνωσιν ὄργανα ταραχῶν, ἠθέλετε ν’ ἀφήσῃ αὐτοὺς εἰς ἀνατροπῶν καὶ ἐγκλημάτων κατήφορον; Ἠθέλησα διὰ τούτων ν’ ἀποκρούσω τὸν χαρακτῆρα τοῦ ζητήματος, εἰς ὃν ἀτόπως ἐστήριξάν τινες τῶν δῆθεν ὑπερασπιστῶν τῶν χωρικῶν τὰ δίκαια τούτων. Ἠθέλησα ν’ ἀπογυμνώσω τὸ ζήτημα καὶ τὰ παράπονα τῶν ἀγροτῶν ἀπὸ τὰς μηδόλως δεδικαιολογημένας παραστάσεις, τὰς ἐκ τοῦ Νόμου λαμβανομένας. Ἡ φύσις τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας ἤγειρεν ἀλλαχοῦ τῷ ὄντι ζητήματα, ἀλλὰ ζητήματα κοινωνικὰ, καὶ εἶναι ταῦτα ἄξια τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι πρώτη ἡ Ἑλλὰς, ἥτις καλεῖται διὰ τῆς Ἀντιπροσωπείας αὑτῆς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν χωρικῶν, τῶν ὁποίων ἡ θέσις εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἀγαθή. Ἡ Ῥουμουνία πρὸ ὀλίγου ἔλυσε τοιοῦτο ζήτημα, συνειδυῖα τὴν μεγάλην δυστυχίαν, καὶ τὴν δέσμευσιν, ἥτις ἐγίνετο εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ὑπὸ τῶν ἀπλήστων ἰδιοκτητῶν, καὶ ἔλαβεν ἓν μέτρον, δι’ οὗ κατώρθωσε, τῇ ἐγγυήσει καὶ τῇ παρεμβάσει αὑτῆς, νὰ ἐξαγορασθῶσιν αἱ γαῖαι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς γεωργούς. Δὲν ἔρχονται ὅμως σήμερον οἱ Ἀντιπρόσωποι οὗτοι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι εἶναι δυστυχεῖς οἱ χωρικοὶ, ὅτι ἐργάζονται καὶ πένονται. Δὲν μᾶς καλοῦσι νὰ λάβωμεν μέτρα ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν, ἐνθυμούμενοι, ὅτι οἱ γεωργοὶ εἶναι ἰσχυρὸς παράγων ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ μᾶς λέγουσι νὰ δώσωμεν συνδρομὴν εἰς αὐτοὺς, νὰ ἀποβάλωσι τοὺς ἰδιοκτήτας, διότι οἱ ἰδιοκτῆται ἔχουσι κιβδήλους τίτλους, διότι ἔχουσι τὸ δικαίωμά των παρὰ τυράννων, οἵτινες διὰ τῆς βίας ἢ διὰ τοῦ δόλου ἀπέκτησαν αὐτό, διότι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι τοῦ Δημοσίου, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ταῦτα νὰ μὴ ἀκούσητε. Ν’ ἀκούσητε τ’ ἀληθῆ τῶν χωρικῶν παράπονα, καὶ νὰ φροντίσητε νὰ εὕρητε μίαν λύσιν εὔλογον διὰ τοὺς γεωργούς. Τοῦτο ἔλαβα τὸν λόγον νὰ σᾶς εἴπω. Μανθάνω, ὅτι ἡ θέσις τῶν γεωργῶν δὲν εἶναι εὐάρεστος. Καὶ χωρὶς νὰ μάθω τοῦτο, ἠξεύρω ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ ποτίζοντος τὴν γῆν διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὑτοῦ, ἵνα πλουτίσωσιν ἄλλοι. Δὲν εἶναι μόνον ἐν Ἑλλάδι ἡ τοιαύτη κατάστασις, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς τὸ θέμα. Ἀλλαχοῦ δὲ ἐγέννησε τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀκούομεν, ἅμα παρασταθέντων δι’ ἀντιπροσώπων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῶν γεωργῶν, φερόμενα ἐνώπιόν σας. Ἐν Ἰταλίᾳ τὸ ποτὲ Βασίλειον τῆς Νεαπόλεως, σήμερον δὲ Νομὸς τοῦ Ἰταλικοῦ Βασιλείου, ὁ Νομὸς Νεαπόλεως, τὸ ποτὲ Παππικὸν Κράτος, ὁ νῦν Νομὸς τῆς Ῥώμης, ἡ Γενεύη καὶ ἄλλαι Ἐπαρχίαι, ἐν Ἱσπανίᾳ ἡ Ἀραγωνία καὶ ἡ Καταλωνία, ἐν Γαλλίᾳ ἡ Βανδέα καὶ ἄλλοι Νομοὶ τελοῦσιν ἐν τῇ ἐπιμόρτῳ καλλιεργείᾳ, ἀλλὰ τοιαῦτα παράπονα δὲν ἐγεννήθησαν. Τί συμβαίνει λοιπὸν παρ’ ἡμῖν ἐξαιρετικόν; Τοῦτο χρήζει τῆς ἐξετάσεως τῆς Βουλῆς, διότι βεβαίως συμβαίνει τι. Δευτερεῦον εἶναι ἂν ἐν Ἑλλάδι ἦναι προτιμοτέρα ἡ μεγάλη καλλιέργεια τῆς μικρᾶς ἢ τῆς μέσης, ἂν συμφέρῃ νὰ ἦναι μεγάλαι ἰδιοκτησίαι ἢ μικραὶ, δὲν εἶναι ἐξεταστέα σήμερον ταῦτα. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ καθαρῶς ἂν ἡ κατάστασις τῶν κατοίκων ἐκείνων ἦναι τόσον ἀθλία, ὥστε ἀπαιτεῖται σύντονος ἡ συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ἂν ναὶ, τίνα δύναται νὰ παράσχῃ αὐτοῖς συνδρομήν· ἂν δ’ ὄχι, νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ μὴ συνταράττωσι τὸν τόπον, γινόμενοι ὄργανα παθῶν, ἢ ἕρμαια μικρῶν φιλοδόξων. Ἐπεθύμουν νὰ ἤκουα παριστανόμενα τὰ παράπονα καὶ τὰς ἀδικίας τῶν ἰδιοκτητῶν κατὰ τῶν καλλιεργητῶν· ἐπεθύμουν νὰ ἤκουα πῶς φέρονται οἱ ἰδιοκτῆται· ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν, καὶ ἂν ἀληθῶς προσφέρωνται κακῶς οἱ ἰδιοκτῆται, ὡς ἤκουσα περὶ τοῦ ἑνός, ὃν βλέπω ἐδῶ. Μοὶ εἶπον, ὅτι ὁ συνάδελφος οὗτος δὲν χορηγεῖ εἰς τοὺς χωρικοὺς λειβάδια πρὸς βόσκησιν τῶν ποιμνίων των καὶ τὰ τοιαῦτα, ἅπερ ὅμως ὁ ἴδιος μ’ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ. Ἤθελον νὰ ἤκουον, ἂν, ὅπως ἤκουσα παρ’ ἄλλων, οἱ ἰδιοκτῆται διὰ τὰς καλύβας ζητοῦν ἐνοίκια καὶ μάλιστα μεγάλα· ὅτι δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς τὰ δάση των νὰ ὑλοτομῶσιν οἱ χωρικοὶ οὔτε τὴν καύσιμον ὕλην. Ἐὰν τὰ παράπονα ταῦτα ἦναι πραγματικὰ, ἐὰν τὰ παράπονα ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, τότε βεβαίως πρέπει νὰ λάβωμεν μέριμναν περὶ αὐτῶν, καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ τοῖς δώσωμεν ὑλικὴν ἀφορμὴν στοργῆς πρὸς τὸν τόπον, γῆν ἰδίαν, ἰδιοκτησίαν, συνδέουσαν αὐτοὺς μετὰ τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν, καθ’ ἣν ὁ προλαλήσας ἔφερε τὸ ζήτημα καὶ ἐποιήσατο τὴν πρότασιν, σᾶς ἐρωτῶ, τί νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπή; Νὰ ἐξετάσῃ τοὺς τίτλους τῆς ἰδιοκτησίας καὶ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην περὶ αὐτῶν; Δὲν βλέπετε, ὅτι οὕτως οἰκειοποιούμεθα Δικαστικὰ καθήκοντα;
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ χωροφύλαξ τὰ ἐξετάζει, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἐξετάσῃ;
§25ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὸ ἴμορον παράγεται ἐκ τοῦ μιρὶ, ἢ ἐὰν τὸ τεσσαροὺφ εἶναι ἰδιοκτησία; Διὰ τούτων ἡ Βουλὴ δὲν νοσφίζεται ξένην δικαιοδοσίαν, διότι πάντα ταῦτα διαφεύγουσι τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, καθὸ δικαστικά; Θέλετε νὰ συστήσητε Ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα, καὶ νὰ ἐκθέσῃ γνώμην λύσεως εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα τοῦτο φέρῃ λύσιν τινά; Ἔχετε τότε καὶ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφόν μου. Θέλετε νὰ ἴδωμεν ἂν ἦναι τοιαύτη ἡ κατάστασις, ὥστε ὑπάρχει δημοσία ἀνάγκη, ὑπαγορεύουσα ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν αἱ ἐκτάσεις ἐκεῖναι δύνανται ἢ πρέπῃ νὰ διανεμηθῶσι τοῖς καλλιεργηταῖς μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους; εἴπατε τοῦτο. Ἐγὼ συναισθάνομαι, ὅτι ἡ γεωργία, ὁ ἀπὸ γῆς βίος, ὡς λέγει ὁ Πλούταρχος, εἶναι πολλοῦ λόγου καὶ εὐλόγου μερίμνης ἀξία· ὅτι ὁ γεωργὸς ἰδιοκτήτης εἶναι χρηστὸς πολίτης καὶ ὠφελιμώτατος μοχλὸς τοῦ τόπου, καὶ θέλω νὰ προστατεύσωμεν, νὰ ὑπερασπίσωμεν αὐτόν· ἀλλὰ μὴ λέγετε νὰ συστήσωμεν Ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ περὶ ὑπάρξεως ἢ μὴ τῆς ἰδιοκτησίας, διότι τοιαύτην Ἐπιτροπὴν δὲν πρέπει νὰ διορίσῃ ἡ Βουλή. Εἶπον πολλοὶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κακῶς ἐξέδωκεν ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους, συμβουλεύουσα αὐτοῖς τὰ πρακτέα. Καὶ διατί; Νομίζετε, ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ δηλώσῃ τὴν γνώμην της; Νομίζετε, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴν λύσιν εἰς τὴν βίαν ἢ εἰς τὰ πολιτικὰ πάθη; ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ νὰ τελεσθῶσιν ἐγκλήματα; Ἡ σχέσις τῆς τοιαύτης καλλιεργείας, κανονίζεται παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Αἱ διατάξεις αὐτοῦ περὶ τῆς μορτιτικῆς καλλιεργείας ἐγέννησαν συζητήσεις περὶ τῆς φύσεως αὐτῆς. Τινὲς, καὶ ἀρχαῖοι καὶ νέοι Νομοδιδάσκαλοι, χαρακακτηρίζουσι τὴν σχέσιν ταύτην ὡς μίσθωσιν, ἄλλοι ὡς ἑταιρίαν, καὶ ἄλλοι ἀνώνυμον συνάλλαγμα. Οἱ ἡμέτεροι Νομικοὶ καὶ ἡ Νομολογία παρεδέχθη μονίμως τὴν μίσθωσιν. Καὶ κατὰ τὸν ἕνα καὶ κατὰ τὸν ἄλλον τῶν δύω πρώτων χαρακτηρισμῶν, οἱ καρποὶ δὲν δύνανται νὰ ἰδιοποιηθῶσι παρὰ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων, διότι τοῦτο εἶναι κλοπή. Ἐὰν ἦναι ἑταιρία, εἶναι κοινὴ ἰδιοκτησία· ἂν ἦναι μίσθωσις, ἀνήκει εἰς τὸν κύριον, ἐνόσῳ μένει ἐπὶ τῆς ἅλωνος. Ὁ παρὰ τοῦ καλλιεργητοῦ μόνου νοσφισμὸς ἀποτελεῖ ἔγκλημα, ὅπερ ὄχι δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον ἔχει νὰ προλάβῃ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Καὶ κατὰ τὴν τρίτην περίπτωσιν ἐπίσης, ὅστις ἐκ τῶν δύω συμβαλλομένων θελήσει νὰ οἰκειοποιηθῇ τὸ ὅλον, πράττει κλοπὴν, ἥτις δικαιολογεῖ τὴν παρέμβασιν καὶ τῆς Ἀστυνομικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Δικαστικῆς. Ἡ Ἀστυνομικὴ ἔχει καθῆκον νὰ προλάβῃ τὴν διάπραξιν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ἡ Δικαστικὴ ἔχει καθῆκον νὰ βεβαιώσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς κλοπῆς. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸν Νόμον ἐδῶ, ἵνα, ἂν ἀμφιβάλλῃ τις, τῷ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου. Τοῦτο εἶχε καθῆκον νὰ ἐξηγήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ μολονότι δὲν ἀνέγνωσα τὰς ἐγκυκλίους, ὑποθέτω, ὅτι τὸ ἔκαμε. Τί ἠθέλετε εἰπεῖ σεῖς, ἂν, ὅπερ γίνεται εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ἰδίως (τὸ νὰ δίδωνται δηλονότι τὰ κτήματα εἰς καλλιεργητὰς), ἐὰν οἱ σέμπροι αὐτοὶ ὅλοι ἐκ συστάσεως τὴν ἡμέραν τῆς ἀποκομίσεως τῶν καρπῶν ἐδίωκον τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἀντεποιοῦντο τὸ ὅλον, καὶ ἐπέκειντο ἐκ τούτου ῥήξεις καὶ διαταράξεις τῆς τάξεως; Ἠθέλετε εἰπεῖ, ὅτι ὁ ἀστυνόμος δὲν εἶχε τότε κἀνὲν καθῆκον νὰ παρέμβῃ καὶ κατάσχῃ τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ τῆς κλοπῆς, τὰ ἀντικείμενα, περὶ ἃ ἡ δημοσία ῥῆξις, καὶ ἡ διατάραξις καὶ ἡ κλοπή;
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν δὲν ἀμφισβητῆται ἡ ἰδιοκτησία.
§27ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Βεβαίως, ὅταν δὲν ἀμφισβητῆται. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀμφισβητῆται, καὶ τότε θὰ δώσωσι τὴν πρόσκαιρον συνδρομήν των. Θὰ κατάσχουν ἢ θὰ φυλάξωσι τὸ ἀντικείμενον, θὰ προλάβωσι τὴν ῥῆξιν, καὶ θ’ ἀφήσωσιν εἰς τὸ Δικαστήριον ν’ ἀποφασίσῃ. Ἐκτὸς τούτου ὅμως, μήπως πρὸς τὸ συμφέρον τῶν γεωργῶν δὲν ἔπρεπε νὰ παρέμβωσιν αἱ Ἀρχαί; Νομίζετε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας νὰ μισθώσωσιν ἑκατὸν ἢ καὶ διακοσίους μισθοφόρους, καὶ ν’ ἀποβάλωσι τοὺς γεωργούς;
§28ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 200,000. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐν τίνι δικαιώματι θὰ τοὺς ἀποβάλουν;
§29ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχουσι ν’ ἀποβάλλωσι πάντα ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας των (Θόρυβος).
§30ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι οἱ κάτοχοι ζητοῦν ν’ ἀρνηθῶσι τὸ ἀνῆκον τοῖς ἰδιοκτήταις; Καὶ ὅταν ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως ταύτης ἀπειλῆται ῥῆξις σπουδαία—ἐδῶ σᾶς ἐπαναλέγω, νὰ προσέχητε, ὅταν ἐπίκηται ῥῆξις σπουδαία—λέγετε σεῖς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ παρεμβαίνῃ; Φοβοῦμαι, ὅτι οἱ ὑπερασπισταὶ τῶν γεωργῶν δὲν ἐπιθυμοῦν τὸ καλὸν αὐτῶν, καὶ δὲν θέλουν νὰ ἐξετασθῇ ἡ οὐσία, δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξετασθῇ ἡ κατάστασις τῶν γεωργῶν καὶ νὰ δοθῇ φρόνιμος λύσις. Ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀληθῆ σχέσιν μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον τῆς χειραφετήσεως ἢ βελτιώσεως τῶν πρώτων, βλάπτουν τοὺς γεωργούς. Ἂν τοῦτο θέλουν, ἔχουσι, τὸ ἐπαναλέγω, τὴν ψῆφον καὶ τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦδε. Ἐὰν ὅμως θέλουν νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν νομικὴν σχέσιν· ἂν θέλουν νὰ εὕρωμεν ἂν ἡ Κυβέρνησις παρέσχε τοῖς ἰδιοκτήταις συνδρομήν· ἂν οἱ γεωργοὶ δικαιοῦνται νὰ κρατήσωσι τὸν καρπὸν καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν εἶμαι ὑπὲρ Ἐπιτροπῆς τοιαύτης.
§31ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σύνταγμα καθιέρωσε νὰ προστατεύηται ἡ περιουσία· ἀλλὰ ποῖος εἶναι ἰδιοκτήτης;
§32ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Φέρετε λοιπὸν τὴν πρότασιν, διὰ νὰ μάθωμεν τίς εἶναι ἰδιοκτήτης; Τότε πρέπει ν’ ἀποβληθῇ τοιαύτη πρότασις ἔξω τῆς θύρας ἐκείνης, διότι τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ καθήκοντα τῶν Δικαστηρίων. Θέλετε νὰ ἐξετάσωμεν τὴν θέσιν τῶν γεωργῶν καὶ τὰ παράπονά των; Εἶμαι ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, διότι γνωρίζω τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ πονῶ δι’ αὐτοὺς, πονῶ πολὺ πλέον τινῶν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπικαλοῦνται αὐτοὺς διὰ σκοποὺς ἰδίους, πονῶ δι’ αὐτοὺς καὶ διακαῶς ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω βελτιωμένην καὶ προαγομένην τὴν γεωργίαν. Ἀλλὰ μὴ ζητεῖτε ν’ ἀναμίξητε τὴν Βουλήν, ἵνα μάθῃ ἂν τὸ ἴμορον παράγεται ἐκ τοῦ μιρὶ, ἂν τὸ τεσσαροὺφ ἦναι ἰδιοκτησία, καὶ τὰ τοιαῦτα, διότι δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμεῖτε πραγματικῶς—σᾶς ἐρωτῶ πάλιν—ἐπιθυμεῖτε ἡ συζήτησις νὰ λάβῃ πραγματικὴν καὶ ὠφέλιμον λύσιν; ἀπεκδύσατε αὐτὴν τῶν νομικῶν διαμφισβητήσεων, τῶν τοπικῶν πολιτικῶν συμφερόντων, τῆς κοινοβουλευτικῆς διαμάχης, τῆς κομματικῆς αὐτῆς μορφῆς, τῶν παραπόνων κατὰ τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, μέτρων, ἅτινα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔλαβε, καὶ πᾶσα Κυβέρνησις θὰ λάβῃ καὶ χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ἕνεκα τῶν συμβάσεων καὶ ἕνεκα τῶν ἄλλων λόγων. Ἀπεκδύσατε τὸ ζήτημα ἀπὸ τῶν τοιούτων παραπόνων, καὶ φέρε συζητήσωμεν τίνα τὸ Κοινοβούλιον δύναται καὶ ὀφείλει νὰ δείξῃ μέριμναν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῶν χωρικῶν τῶν μερῶν ἐκείνων. Φέρε συζητήσωμεν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν συνδρομήν· διὰ τίνων μέτρων δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν χειραφέτησιν ἢ ἀνακούφισιν, τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀναξιοπαθούντων ἐκείνων γεωργικῶν πληθυσμῶν. Ἐν τοιαύτῃ συζητήσει σᾶς προκαλῶ. Εἶναι ἀγὼν ἀληθὴς καὶ χρήσιμος. Εἶναι σκέψις περὶ τῶν πασχόντων γεωργῶν, εἶναι μέριμνα περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν καλῶν, ἀλλ’ ἀτυχῶν ἐκείνων πολιτῶν.
§33Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Βουλευταὶ, ἐν ὀλίγοις θέλω διέλθει τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῶν Θεσσαλῶν χωρικῶν, καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον γίνεται πάλιν λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ζητοῦσιν ἔνιοι Βουλευταὶ ταχυπετῶς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου Κοινοβουλευτικῶς. Κύριοι! μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ συγγράμματος τῶν κυρίων Καραπάνου καὶ Γεωργίου Παχὺ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ δῆθεν ζητήματος, μετ’ ἐπιστασίας ἀναγνώσας ἀμφοτέρας τὰς συγγραφὰς, ἐσχημάτισα γνώμην σταθερὰν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀγροτικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ καθαραὶ διενέξεις περὶ κυριότητος καὶ κατοχῆς μεταξὺ τῶν ἰδιοκτημόνων καὶ γεωργῶν, καὶ ἁπλῆ σύγκρουσις τῶν τίτλων τῆς ἰδιοκτησίας ἀμφισβητουμένων κατὰ τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀποκτήσεως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος κυριότητος τῶν κτημάτων, καθόσον οἱ μὲν χωρικοὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας βίᾳ καὶ ἁρπαγῇ κατέκτησαν τὰς ἰδιοκτησίας των, καὶ ὅτι ἄλλοι πάλιν χωρικοὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι εἰς τὸν Ἀλῆ Πασσᾶν ἐπλήρωναν φόρον τινὰ λόγῳ προστασίας. Ὅθεν ὅλαι αὗται αἱ αἰτιολογίαι καὶ διενέξεις ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβληθῇ εἰς Δικαστήριον καὶ ἀντιποιηθῇ δικαστικὴν ἁρμοδιότητα, καὶ οὕτως ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν τοὺς τίτλους τῆς κυριότητος τῶν ἐνδιαφερομένων διαδίκων ἰδιοκτημόνων καὶ χωρικῶν Θεσσαλῶν. Τότε καὶ μόνον ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἂν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἠθικὴν ἐκείνην ἐλεεινὴν δουλικὴν κατάστασιν τῶν μουζίκων τῆς Ῥωσσίας ἢ τῆς Ῥουμανίας, καὶ εἰς μόνην αὐτὴν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς δουλοσύνης καὶ τῆς ἀχρηματοσύνης εὑρισκομένων τῶν Θεσσαλῶν χωρικῶν, ἐχρεώστει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἡ Βουλὴ καὶ χειραφετήσῃ τοὺς λαοὺς τούτους, καὶ τοὺς ἀποκαταστήσῃ ἰσονόμους, ἀπολαμβάνοντας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα ἐν πάσῃ τῇ ἐλευθερίᾳ· ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου οἱ λαοὶ οὗτοι τῆς Θεσσαλίας εἰσὶν ἰσόνομοι καὶ ἀπολαμβάνουσι τὰ αὐτὰ ἐν γένει δικαιώματα, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος πολῖται Ἕλληνες, ἅμα τῇ ἑνώσει τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς Τρικκάλων ἰσχυρίζεται ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς ἰδιοκτήμονας, λόγῳ δῆθεν δημοσίας ἀνάγκης, ὅπως πωλήσωσι τὰ χωρία, ἅπερ ἠγόρασαν ἀπὸ τοὺς δικαιοπαρόχους των Ὀθωμανοὺς ἰδιοκτήτας, πρὸς τοὺς κατοίκους γεωργοὺς τῆς Θεσσαλίας· ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι δρακόντειος, καὶ ὅλως παράνομος, διότι οὐδέποτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δημοσία ἀνάγκη, κατὰ τοὺς ὑφισταμένους Νόμους ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτῆς, τὸ νὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν, ἅς τινας ἠγόρασαν ἰσχυρῶς καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος Νόμων, καλῇ τῇ πίστει, νὰ μεταβιβάσουν αὐτὰς ἀναγκαστικῶς εἰς τοὺς κατοίκους ἐπὶ ἀποζημιώσει δῆθεν, ἤτοι ἡ Βουλὴ διὰ Νόμου νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ἰδιοκτησίας τῶν μὲν, καὶ τὰς ἀποδώσῃ εἰς τοὺς δὲ, χάριν οἰκονομίας τινῶν οἰκογενειῶν καὶ εὐζωΐας αὐτῶν. Αὐτὸς οὗτος ὁ Νόμος θέλει εἶσθαι ὁ πλέον ἄδικος, αὐθαίρετος καὶ παράλογος, ὅστις μάλιστα καταστέφει πρόῤῥιζα τοὺς διέποντας Νόμους τοῦ δικαίου περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν γένει, καὶ τῆς ἀσυλίας τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἱερότητος αὐτῆς, τὴν ὁποίαν οἱ Νόμοι ἐπιτρέπουν νὰ ὑπερασπίζωνται οἱ κάτοχοι καὶ μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των. Δημοσία ἀνάγκη κατὰ Νόμον λέγεται, ὅταν πρόκηται περὶ σωτηρίας πόλεώς τινος ἐν καιρῷ πολέμου, ἢ καὶ ἐν εἰρήνῃ χάριν πλατείας τινὸς δημοσίας ἔν τινι πόλει, ὅταν χαρακτηρισθῇ μέρος τι ἰδιοκτησίας ἵνα, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, ἀνεγερθῇ πολεμικόν τι κτίριον ἢ πλατεία, ὡς χρησιμεύουσα πρὸς κοινὴν χρῆσιν τῶν κατοίκων καὶ θεωρηθῇ ὡς ὁ πνεύμων, τρόπον τινὰ, πρὸς ὕπαρξιν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως· τότε καὶ μόνον δύναται νὰ παραβιασθῇ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου, προηγουμένης τῆς νομίμου ἀποζημιώσεως, ὅπως εἰδικῶς οἱ Νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος ὁρίζουσιν ἐπιτακτικῶς. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἀγροτικὸν τοῦτο ζήτημα ὅπερ φέρεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, εἴτε τῆς χειραφετήσεως τῶν κατοίκων, εἴτε τῆς δημοσίας ἀνάγκης τοῦ νὰ παραβιασθῇ τὸ ἄσυλον τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀφαιρεθῇ, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήμονας αὐτῶν, καὶ ἀποδοθῇ εἰς τοὺς κατοίκους χωρικούς, ἀκτήμονας μέχρι τοῦδε, ὅπως ἀποκαταστήσωμεν αὐτοὺς κτηματικούς, τοὺς δὲ κυρίους αὐτῶν ἀκτήμονας καὶ ἀλήτας! Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Βουλῆς, ἂν λάβῃ χώραν, θέλει εἶσθαι τὸ αἶσχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους διὰ τὸ μέγα τοῦτο πραξικόπημά της. Διὰ ταῦτα θεωρῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀγροτικὸν, ὡς περιέγραψα προηγουμένως, δυνάμενον κοινοβουλευτικῶς νὰ λυθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας της, καὶ γνωμοδοτῶ περὶ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν τίτλων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτημόνων καὶ γεωργῶν χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας, καὶ πᾶν παράπονον, ὅπερ τυχὸν ἔχουν οἱ κάτοικοι χωρικοὶ κατὰ τῶν ἰδιοκτημόνων, εἴτε ἐπὶ καταπατήσει γαιῶν, εἴτε ἐπὶ ἀθετήσει συμφωνιῶν ἀμφοτεροβαρῶν, δύνανται εὐχερῶς νὰ εἰσαγάγωσι τὰ παράπονά των κατὰ τῶν ἀντιπάλων των εἰς τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια· καὶ εἰ μὲν ἔχουν δίκαιον, θέλουν δικαιωθῆ πληρέστατα, ἂν καὶ ἔχουσιν, ὡς λέγουσιν, ἀντιπάλους βαθυπλούτους, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλωσιν εἰς τὸ ἀδέκαστον τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, καθόσον μέχρι τῆς σήμερον πρός τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, λέγω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε παράδειγμα περὶ δωροδοκίας Δικαστηρίου τινὸς ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῶν. Δὲν πρέπει ὅθεν νὰ φοβῶνται οἱ χωρικοὶ Θεσσαλοὶ τοῦ νὰ προσέρχωνται ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, καὶ εἰς τὰ πρόθυρα αὐτῶν θέλουσιν εὕρει ἀναγεγραμμένην μεγάλοις γράμμασι τὴν ἑξῆς ἐπιγραφὴν «οὐ ποιήσετε ἄδικον ἐν κρίσει, οὐ θαυμάσετε πρόσωπον δυνάστου ἢ πλουσίου, οὐ λείψειτε πρόσωπον πτωχοῦ καὶ ἀδυνάστου, ἐν δικαιοσύνῃ κρινοῖτε τὸν πλησίον σας» — Λοιπὸν πᾶς χωρικὸς, ἀδικούμενος παρὰ τοῦ κυρίου τῆς γῆς, ἐν τῷ Δικαστηρίῳ θὰ εὕρῃ πᾶσαν ἀρωγὴν καὶ δικαιοσύνην, ἂν ἀληθῶς ἀδικεῖνται. Ἔρχομαι ἤδη ὡς πρὸς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν κοινοποιηθείσας ἐγκυκλίους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προκύπτει, ὅτι διετάχθησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς τῶν ἁρμοδίων Πρωτοδικῶν καὶ αἱ ἁρμόδιαι Διοικητικαὶ Ἀρχαὶ νὰ συμπράττουν καὶ παρεμβαίνουν εἰς τὰς τυχὸν ἀναφυομένας ἔριδας μεταξὺ χωρικῶν καὶ κυρίων τῶν γαιῶν χάριν δημοσίας τάξεως καὶ ἡσυχίας, πρὸς πρόληψιν συγκρούσεως αἱματηρᾶς καὶ λοιπῶν βιαιοπραγιῶν, καὶ λοιπῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, νὰ λαμβάνωσι προσωρινὰ μέτρα, ἅτινα ποσῶς δὲν ἐπηρεάζουν τὰ δικαιώματα κατ’ οὐσίαν τῶν ἐνδιαφερομένων, τὰ ὁποῖα τὰ Δικαστήρια θέλουσι διαλύσει ἐν τῇ Δικαστικῇ των ἐξουσίᾳ. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξεν ἵνα διὰ τῶν ὀργάνων της ἐπαγρυπνῇ διὰ τὴν τήρησιν τῆς ἡσυχίας τῶν πολιτῶν καὶ ἀπομάκρυνσιν παντὸς ἐγκλήματος, καὶ ἑπομένως πᾶσα πρότασις μομφῆς εἶναι ἄδικος ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀποτεινομένη εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καθόσον καὶ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις τὴν αὐτὴν πολιτικὴν μετῆλθε καὶ τὰ αὐτὰ μέτρα ἐπεμβάσεως εἶχε λάβει ἐπὶ τῶν ἀναφυομένων διενέξεων μεταξὺ χωρικῶν καὶ κυρίων τῶν γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων Ἀρχῶν της· εἶναι δὲ ψεῦδος, ὅτι δῆθεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἐκ προθέσεως διοικητικῶς ὑποστηρίζει τοὺς ἰδιοκτήμονας καὶ ἀδικεῖ τοὺς χωρικούς, καὶ δὲν εἶναι ἐπίσης ὀρθὸν καὶ νόμιμον, ὅπως διϊσχυρίζονται οἱ βουλευταὶ τῶν Τρικκάλων, νὰ ὑπάγουν οἱ κύριοι τῶν γαιῶν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐνάγοντες τοὺς χωρικούς, ὅπως λύσωσιν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις τὰς διενέξεις των, εἴτε περὶ κυριότητος, εἴτε περὶ κατοχῆς, εἴτε ἐπὶ παραβιάσει ἀμφοτεροβαροῦς συμφωνίας, ἀφοῦ ἡ Νομοθεσία τῆς Ἑλλάδος θεσπίζει, ὅτι ὁ ἀδικούμενος ὀφείλει νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Δικαστήριον. Ἂν λοιπὸν οἱ κύριοι τῶν γαιῶν ἀδικοῦσιν αὐτοὺς τοὺς χωρικούς, οἱ χωρικοὶ πρέπει νὰ κρούσωσι τὰς θύρας τῶν Δικαστηρίων καὶ ὑποστῶσι τοὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας, καὶ ἂς ἦναι βέβαιοι, ὅτι θέλουν δικαιωθῆ, ἂν ἔχωσι δίκαιον, καὶ ἀποζημιωθῇ δι’ ὅλας των τὰς ζημίας καὶ ἔξοδά των.
§34ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Πρώτην ἤδη φορὰν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον εἰσερχόμενος ἐν τῷ Κοινοβουλευτικῷ τούτῳ περιβόλῳ, βεβαίως ἀναβαίνων ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἄγομαι ὑπὸ ἰδέας τινὸς τοῦ νὰ ἐπιδείξω ῥητορείαν τινὰ, προσόντος τοῦ ὁποίου στεροῦμαι, ἀλλ’ εὐτυχῆ ἐμαυτὸν θεωρῶ, διότι ἠξιώθην ἀπ’ αὐτοῦ νὰ παραστήσω, ἢ μᾶλλον νὰ θρηνήσω, δεινὴν καὶ ἀπελπιστικὴν πραγμάτων κατάστασιν, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ, καὶ ἥτις κατὰ τὰς αὐτὰς περίπου διαστάσεις ὑφίσταται καὶ ὑπεκκαίει καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς Ἐπαρχίαις τῶν προσαρτηθεισῶν νέων χωρῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποσῶς κατὰ πόσον ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ζήτημα, ἂν τὸ ζήτημα εἶναι ἀγυρτικὸν κατὰ τοὺς μὲν, ἀγροτικὸν κατὰ τοὺς δὲ, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐκθέσω ἐν ὅλῃ τῇ πραγματικότητι αὐτὴν, τῆς ὁποίας, ἀφοῦ εὐαρεστηθῆτε ν’ ἀκροασθῆτε, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, καὶ δώσητε τὸν προσήκοντα τίτλον. Ἡ Θεσσαλία, κύριοι, ἡ κατὰ τοὺς προϊστορικοὺς χρόνους, χρηματίσασα ἡ κοιτὶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἡ πατρὶς τῶν περιφήμων ἐκείνων ἡρώων, ἡ ὑποστᾶσα τοσαύτας ἐπιδρομὰς βαρβάρων λαῶν καὶ μακρὰν δουλείαν, ἡ ἀντισχοῦσα εἰς τοσαῦτα δεινοπαθήματα καὶ διατηρήσασα, ἐν τῷ μέσῳ τῆς φοβερᾶς ἐκείνης δουλείας, τὴν ἐθνικότητα, τὴν γλῶσσαν, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῆς, ἐπέπρωτο κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνας, ἰδίως κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας, ἐνῶ προώρισται ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, νὰ καταστῇ ἡ γῆ τοῦ κλαυθμῶνος, νὰ καταστῇ πτῶμα σαρκοβόρων ὀρνέων, ἅτινα πειναλέα ἐπιπεσόντα κατέφαγον τὴν σάρκα αὐτῆς· ἐξακολουθοῦσι δὲ ἔτι καὶ νῦν, ἐπελθούσης τῆς ἀπελευθερώσεως, πρὸς αἶσχος, τολμῶ εἰπεῖν, τῶν συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, πρὸς αἶσχος τῆς περικλεοῦς ἡμῶν ἐθνικότατος, ἀποῤῥοφῶντα καὶ τὴν τελευταίαν ἰκμάδα, νὰ τιτρώσκωσι διασκεδάζοντα τὰ ὀστᾶ αὐτῆς. Ὁ πάλαι ποτὲ ἐλεύθερος καὶ ὑπερήφανος Θεσσαλὸς, ὁ ἐγκαυχώμενος ἐπὶ τοῖς ἄθλοις αὐτοῦ ἐν ἀγῶσιν, ὁ σεμνυνόμενος ἐπὶ τῇ πατρίδι αὐτοῦ, ἣν ἐξελέξαντο κατοικίαν Θεοὶ, ἐπέπρωτο, φεῦ! ἀντὶ τῶν ἀγώνων ἐκείνων τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, νὰ ἔχῃ σήμερον ἀγῶνας κατὰ ἰδιοῤῥύθμου καὶ ἰδιοτελοῦς μικροσκοπικῆς μὲν, ἀλλὰ λίαν τυραννικῆς καὶ φοβερᾶς μέχρις ἐξοντώσεως σπείρας· ἐπέπρωτο νὰ ἔχῃ ἀγῶνας δουλοπρεπείας! Ἀντὶ τῶν δώδεκα ἐκείνων ἀθανάτων θεῶν, ἐπέπρωτο νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του δώδεκα περίπου ἀπηνεστάτους θνητοὺς, οἵτινες, μεταμορφωθέντες εἰς φάσματα τερατῶδες ἐνώπιόν του καὶ κύριον αὐτῶν μέλημα θέντες πῶς τὸ κατ’ ἀρχὰς νὰ ἐμποιήσωσι, νὰ ἐμπνεύσωσι τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον, κατασβέσαντες δὲ οὕτω ἀντεθνικώτατα πᾶν ὅ,τι ἐν αὐτῷ ἐσώζετο εἰσέτι εὐγενὲς καὶ καλὸν, κατέστησαν αὐτὸν δοῦλον μόνον, δουλεύοντα εἰς αὐτοὺς, ἕρμαιον τῶν ὀρέξεών των δίκην εἵλωτος, δίκην κτήνους! Ἴσως πολλοὶ δυσμενήσετε, κύριοι, ἐπὶ τῇ παρεκτροπῇ μου ταύτῃ περὶ τὴν ἔκφρασιν, ἀλλ’ ὅταν εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀκροασθῆτε τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουσι, πέποιθα ὅτι θέλετε μὲ δικαιολογήσει. Οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, ὡς γνωστὸν, ὑποδουλωθέντες ὑπὸ τῶν Ὀσμανιδῶν, διετήρησαν σὺν τοῖς ἐθνικοῖς σήμασι καὶ τοῖς θρησκευτικοῖς προνομίοις καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν ἄθικτον καὶ ἀπρόσβλητον· ὥστε καὶ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Τουρκικῆς δυναστείας ἐν τῇ χώρα αὐτῶν, οὐδὲν χωρίον ἔχομεν φέρον τὴν ἀποτρόπαιον ἤδη ἐν Θεσσαλίᾳ καταστᾶσαν ὀνομασίαν Τσιφλίκι, δηλονότι ἐκπατρισμόν. Πᾶσαι αἱ γαῖαι, πάντα τὰ χωρία, πλὴν ἐλαχίστων τινῶν ἐξαιρέσεων, ἀνῆκον, ὡς καὶ πρότερον, εἰς τοὺς αὐτόχθονας Θεσσαλοὺς, τοὺς κατοίκους. Οὐδεὶς δὲ ὅσῳ πτωχὸς καὶ ἂν ἦν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ οἶκον ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ, καὶ πλέθρα τινὰ γαιῶν, τὰς ὁποίας ἐκαλλιέργει καὶ ἐξ ὧν μετὰ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ ἔζη. Αἱ μόναι ἐκτάσεις γαιῶν, τὰ μόνα χωρία, ἅτινα, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης μεγάλης πολιτικῆς μεταβολῆς, περιῆλθον εἰς χεῖρας ἄλλων καὶ κατέστησαν πράγματι ἰδιοκτησία (Τσιφλίκια), εἶναι τὰ χωρία ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι κατεστράφησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, οἱ μὲν ἐξ αὐτῶν σφαγέντες κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων ὡς ἀντιστάντες, οἱ δὲ ἕνεκα τοῦ φόβου καὶ τρόμου μεταναστεύσαντες εἰς ἄλλα μέρη, ἐν Βλαχίᾳ, ἔνθα καὶ σήμερον σώζονται οἱ ἀπόγονοι αὐτῶν, ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἀλλαχοῦ. Τὰς ἐρημωθείσας ταύτας γαίας ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ᾤκισε διὰ 50,000 περίπου Ὀθωμανῶν, τοὺς ὁποίους μετήγαγεν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας, ἰδίως ἐξ Ἰκονίου. Τὰς χιλιάδας ταύτας ἐνεκατέστησεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, οὐχὶ τόσον πρὸς οἴκησιν τῶν ἐρημωθεισῶν ἐκείνων γαιῶν, ὅσον πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς δυναστείας αὐτῆς, ἐν εἴδει στρατιωτικῆς ἀποικίας. Διανεμηθεῖσαι αἱ Τουρκικαὶ αὗται οἰκογένειαι τὰς δωρεὰν παραχωρηθείσας εὐφόρους ἐκείνας γαίας, ἐξηκολούθουν νεμόμεναι ταύτας καὶ ἀπολαύουσαι πάσης εὐδαιμονίας. Προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου ἕνεκα τῶν συχνῶν, ὡς γνωστὸν, ἐν Θεσσαλίᾳ ἐπαναστάσεων καὶ ἕνεκα διαφόρων μιασματικῶν νοσημάτων, ἐπιπολασάντων ἐν τοῖς μέρεσιν ἐκείνοις, ὁ Τουρκικὸς πληθυσμὸς ἤρξατο μικρὸν κατὰ μικρὸν ἀραιούμενος, αἱ δὲ γαῖαι τῶν πολλῶν κυρίων, περιερχόμεναι οὕτω εἰς ὀλιγωτέρους. Οἱ ὀλιγώτεροι οὗτοι, τὸ μὲν ἕνεκα κληρονομίας παρὰ τῶν ἀθρόως, ὡς εἶπον, καταστρεφομένων συγγενῶν αὐτῶν, τὸ δὲ ἐξ ἀγορῶν ἀντὶ ἐλαχίστων τιμῶν κατὰ τὴν ἀπόλυτον ἐκείνην εὐκαιρίαν, ἐγένοντο κύριοι ὁλοκλήρων χωρίων καὶ ἀπεράντων ἐκτάσεων γαιῶν. Οὕτω δὲ πλούσιοι γενόμενοι, ἕνεκα φόβου ἐκ διαφόρων ἐπιδρομῶν καὶ ἄλλων λόγων, ἀπεφάσισαν νὰ μετοικήσωσιν ἐν ταῖς πόλεσι. Τοῦτο πράξαντες μετὰ μεγίστης των λύπης ἅμα καὶ ἀδημονίας, ἔβλεπον τὰς εὐφόρους καὶ ἀπεράντους αὐτῶν γαίας διατελούσας ἐν ἀχρηστίᾳ, καὶ τοῦτο ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐργατικῶν χειρῶν. Μετῆλθον παντοίους τρόπους καὶ βίαν ἔτι, ὅπως προσλάβωσι καλλιεργητὰς ἐκ τῶν αὐτοχθόνων Θεσσαλῶν, ὅπερ τοῖς ἦτο εὐκολώτερον ἅμα καὶ συμφορώτερον, ἀλλ’ ἐξαιρέσει ὀλίγων τινῶν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸ κατορθώσωσι, καὶ τοῦτο, διότι οἱ αὐτόχθονες Θεσσαλοὶ εἶχον ἕκαστος ἴδια κτήματα, τὰς πατρικὰς αὐτῶν γαίας. Ἠναγκάσθησαν ὅθεν διὰ μεγάλων δαπανῶν καὶ πολλῶν μόχθων, τῇ προστασίᾳ καὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετήγαγον ἐκ τῶν βορειοτέρων μερῶν τῆς Μακεδονίας, ἰδίως ἐκ Βουλγαρίας χιλιάδας τινὰς οἰκογενειῶν, τὰς ὁποίας ἐνεκατέστησαν ἐν ταῖς γαίαις αὐτῶν, ἐλθόντες εἰς συμφωνίας, καθ’ ἃς αὐτοὶ μὲν ἦσαν ὑπόχρεοι νὰ κτίζωσιν ἐν αὐταῖς τοὺς οἴκους, νὰ παρέχωσι τοὺς ἀναγκαιοῦντας βόας καὶ χρήματα δι’ ἄλλας ἀνάγκας ἄνευ τόκου, αὗται δὲ ν’ ἀποτίνωσι τὸ ἥμισυ ἢ καὶ τὸ τρίτον τῶν καρπῶν καὶ τῶν ἄλλων προσόδων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἁλωνίων. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἐξηκολούθουν αἱ μέτοικοι ἐκεῖναι οἰκογένειαι νὰ καλλιεργῶσι τὰς γαίας τῶν κυρίων αὐτῶν, ζῶσαι ὁπωσοῦν οὐχὶ βεβαίως χεῖρον τῆς πρὶν καταστάσεώς των. Οἱ μετανάσται οὗτοι πρὸς διάκρισιν τῶν αὐτοχθόνων, τῶν ἐχόντων ἰδίας γαίας ἰδιοκτήτους, ἔφερον καὶ τὸ στίγμα τῆς ἐξαιρετικωτέρας, οὕτως εἰπεῖν, δουλείας, τινὰ χάρτην ἐπὶ τοῦ τραχήλου αὐτῶν προσκεκολλημένον, Τουρκιστὶ ἐπιγεγραμμένον καὶ φέροντα τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου ἐπὶ τοῦ δούλου αὐτοῦ! Οἱ αὐτόχθονες Θεσσαλοὶ ἐξεπλήσσοντο κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἐπὶ τῇ θέᾳ ἰδίως τῆς ἐνδυμασίας τῶν ἀνθρωπίνων ἐκείνων πλασμάτων, οὔσης ὅλης ἰδιοῤῥύθμου καὶ λίαν δουλοπρεποῦς καὶ καταδεικνυούσης ἐκ τοῦ ἀμέσου τὸν εἰς εἱλωτείαν προορισμὸν αὐτῶν. Τὸν ἐπὶ τοῦ τραχήλου προσκεκολλημένον χάρτην ἔφερον πρὸς διάκρισιν τοῦ ὅτι δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα πλάσματα νὰ ἀπέλθωσιν ἐκ τῶν γαιῶν τῶν κυρίων αὐτῶν, μεταβαίνοντα ἀλλαχόσε· διὰ τοῦ διακριτικοῦ αὐτοῦ γνωρίσματος ὁπουδήποτε καὶ ἂν τὰ ἀπήντων, θέλοντα νὰ ἀπέλθωσιν, τὰ συνελάμβανον καὶ τὰ ἐπανέφερον δίκην κτηνῶν. Τὰ χωρία ταῦτα τὰ καθαρὰ ἰδιοκτησία ὄντα (Τσιφλίκια), ἅτε προκύψαντα ἐκ τῆς ἐρημώσεως, τῆς κατόπιν δημεύσεως αὐτῶν ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διανομῆς ὑπ’ αὐτῆς πρὸς τὰς ἐν εἴδει στρατιωτικῆς ἀποικίας Ὀθωμανικὰς ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας οἰκογενείας, εἶναι τὰ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις Τυρνάβου καὶ Λαρίσσης ἰδίως, ἐν μέρει δὲ καὶ Φαρσάλων, κείμενα. Δυστυχῶς ὅμως τὰ χωρία ταῦτα διὰ πρώτην φορὰν μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Τουρκικῆς δυναστείας, παρουσιασθέντα ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν, ἐχρησίμευσαν ὡς ἡ ἀφετηρία, ὡς τὸ παράδειγμα, ὅπως ἐπιδιώξωσι τὸ τοιοῦτον καὶ ἄλλοι ἰσχυροὶ Βέηδες καὶ Πασσάδες. Παρατηροῦντες οὗτοι τοὺς συναδέλφους αὐτῶν ζῶντας εὐδαιμόνως, καθόσον εἶχον χιλιάδας ἀνθρώπων, δουλευόντων εἰς αὐτοὺς, ἐσκέφθησαν τίνι τρόπῳ νὰ κατορθώσωσι καὶ αὐτοὶ τὸ τοιοῦτον. Ἐπείσθησαν ἐν τῇ ἰσχύϊ των, ὅτι πολὺ εὔκολον ἦτο, ἀφοῦ ἐξ αὐτῶν ἐξηρτᾶτο ἡ ζωὴ τῶν γκιαοὺρ ἐκείνων νὰ προσβάλωσι τὴν περιουσίαν. Διὰ παντοίων ὅθεν πιέσεων καὶ κακώσεων ἤρξαντο ζητοῦντες παρὰ διαφόρων χωρίων, ἰδίως τῶν μικροτέρων, ὅπως ταῦτα ἀναγνωρίσωσιν εἰς αὐτοὺς δικαίωμά τι ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἴτε εἰς καρποὺς εἴτε εἰς χρήματα, εἰς χρήματα ἰδίως παρὰ τῶν χωρίων, ἅτινα εἶχον πολλὰ ποίμνια αἰγῶν καὶ προβάτων. Κατ’ ἀρχὰς τὰ ἀτυχῆ ἐκεῖνα χωρία, ὄντα καὶ τὰ μικρότερα, διότι τὰ μεγάλα δὲν ἠδύναντο εὐκόλως νὰ τὰ προσβάλωσιν, ἀντέστησαν κατὰ πολὺ, ἀλλὰ διὰ τῶν ἐπιμόνων καὶ ἐπανειλημμένων πιέσεων καὶ κακώσεων ὑπεχώρησαν καὶ ἐνέδωκαν εἰς τὸ ν’ ἀποτίνωσι πρὸς αὐτοὺς ποσόν τι ἐπὶ τῶν προϊόντων μόνον τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀνερχόμενον εἰς 15 ἢ 20%. Τὸ ποσὸν τοῦτο ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ κατ’ ἀρχὰς ἀπέτινον εἰς χρήματα κατ’ ἀποκοπὴν, κέσιμον καλούμενον, ἀλλὰ κατόπιν, δυσκολευόμενοι εἰς τὴν τοιαύτην πληρωμὴν, καθόσον, διὰ νὰ ἑτοιμάζωσι χρήματα, ἠναγκάζοντο νὰ μεταφέρωσι τοὺς καρποὺς αὑτῶν εἰς τὰς πόλεις πρὸς πώλησιν, ἐκεῖ δὲ ὑφίσταντο πολλὰς πιέσεις παρὰ διαφόρων φυλάκων, ζητούντων τὰ παροιμιώδη μπαξίσια, ἐζήτησαν παρὰ τῶν αὐτοκαλουμένων προστατῶν των, ὅπως εὐαρεστηθῶσι καὶ λάβωσι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο ἀντὶ χρημάτων εἰς δημητριακοὺς καρπούς. Τοῦτο οὗτοι ἐδέχθησαν προθυμότερον καὶ ἤρχισαν εἰσπράττοντες αὐτὸ εἰς καρποὺς, 20% περίπου. Ὅσα τῶν χωρίων δὲν ἐνέδιδον νὰ ἀναγνωρίσωσι τοιαύτας ἀξιώσεις τῶν διαφόρων ἰσχυρῶν Τούρκων καὶ ἰδίως τῶν Σπαχίδων, οἵτινες, εἰσπράττοντες τὴν δεκάτην, ἤρχοντο εἰς ἄμεσον συνάφειαν πρὸς τοὺς χωρικούς, ταῦτα ὑφίσταντο μυρίας καταπιέσεις εἰς βαθμὸν, ὥστε τὰ πλεῖστα αὐτῶν ἠναγκάσθησαν τέλος αὐθόρμητα νὰ προσδράμωσι, τιθέμενα ὑπὸ τὴν προστασίαν διαφόρων τεμενῶν ἢ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Βασιλομήτορος, ἐπὶ τῷ ὅρῳ ν’ ἀποτίνωσι τὸ ποσὸν ἐκεῖνο τῶν 15=20%. Προϊόντος τοῦ χρόνου συνεπείᾳ τῆς τακτικῆς πληρωμῆς τοῦ ῥηθέντος ποσοῦ, πράγματι οἱ δύστηνοι χωρικοὶ εὗρον προστασίαν καὶ ἀνακούφισιν ἐκ τῶν πιέσεων, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἡ προστασία ἐδίδετο ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς· διότι οἱ αὐτοκαλούμενοι προστάται δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὸ 15% καὶ 20%, ἀλλὰ, ζητήσαντες αὔξησιν εἰς 25%, ἀνήγαγον τέλος αὐτὸ εἰς δυσχερεστέρας περιστάσεις εἰς 30%. Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἐπεχείρησαν πλέον νὰ προχωρήσωσιν, ὡς μὴ ἀντεχόντων προφανῶς τῶν χωρικῶν, καὶ οὕτω τὸ 20%, λαβὸν μόνιμον στάσιν, ἔσχε τὴν ὀνομασίαν Ἴμορον. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ νὰ τελῶσι κατ’ ἀρχὰς 15–20% κατόπιν 25% καὶ τέλος 30% καθιέρωσε σύστημά τι, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξῳκειώθησαν οἱ χωρικοὶ ἕνεκα τοῦ πολλοῦ χρόνου. Ἡ καθιέρωσις αὕτη ἐγέννησε τρόπον τινὰ δικαίωμα, ἐξαφανισθείσης τῆς ἰδέας τῆς βίας καὶ ἁρπαγῆς, τὸ δὲ τοιοῦτον δικαίωμα ἔφερε λεληθότως καὶ Νόμον, ὥστε ν’ ἀναγνωρίζηται ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἡ εἴσπραξις τοῦ Ἰμόρου. Κατ’ ἀρχὰς δὲν ἠδύναντο νὰ μεταβιβάσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο διὰ πωλήσεως εἰς ἄλλον· ἀργότερον ὅμως, ἐνθαῤῥυνθέντες ὡς ἀναγνωρισθέντος τοῦ Ἰμόρου καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις πρὶν προσεποιεῖτο ἄγνοιαν τῶν συμβαινόντων, καὶ ἐνεργήσαντες τὰ δέοντα, τὸ κατώρθωσαν. Τούτου ἰδίως ἔλαβον τὴν ἀνάγκην οἱ ἰδιῶται, οἱ Βέηδες δηλονότι οἱ Πασσάδες καὶ οἱ Σπαχίδες, οὐχὶ δὲ τὰ τεμένη καὶ ἡ Βασιλομήτωρ. Ὥστε ἕνεκα τῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον συχνῆς μεταβιβάσεως τὸ ἁπλοῦν δικαίωμα τοῦ Ἰμόρου λεληθότως πως ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ πωλεῖν καὶ ἀγοράζειν ἐθεωρεῖτο ὡς ἰδιοκτησία, ἐνῷ οἱ τίτλοι, γενικοὶ καὶ ἀόριστοι ὄντες, φιρμάνια, ἐξεδίδοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἁπλοῦ δικαιώματος τοῦ Ἰμόρου. Τὰ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Βασιλομήτορος καὶ ἰδίως τῶν τεμενῶν χωρία δὲν περιεπλέχθησαν τοσοῦτον, καθότι δὲν ἐγεννήθη παρ’ αὐτοῖς, ὡς μονίμοις οὖσιν, ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβιβάσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἰμόρου. Διὰ τοῦτο καὶ εὑρέθησαν εἰς καλλιτέραν τῶν ἄλλων θέσιν, ὅπως καταδείξωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Πειστικώτατον παράδειγμα τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου φέρω τὸ χωρίον Μεγάλο Παλαμᾶ, τὸ ὁποῖον εἶχε τεθῆ ὑπὸ τὴν προστασίαν Τουρκικοῦ τεμένους, ἀναγόμενον εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν αὐθορμήτως τεθέντων ὑπὸ τὴν προστασίαν τεμενῶν κατὰ τὰς δεινὰς ἐκείνας περιστάσεις, ὡς προηγουμένως ἀνέπτυξα. Τὸ χωρίον τοῦτο ἐδικάσθη πρὸ ἐτῶν, συνεπείᾳ ἀξιώσεως ἰδιοκτησίας τελείας τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Ἰμόρου καὶ ἐξεδόθη ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου Τουρκικοῦ Δικαστηρίου ἀπόφασις, ἀναγνωρίζουσα μόνον τὴν εἴσπραξιν τοῦ Ἰμόρου καὶ τίποτε περισσότερον. Ἡ ἀπόφασις αὕτη διέτασσεν ὁριστικῶς τὴν ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἀποπομπὴν τῶν εἰσπρακτόρων τοῦ Ἰμόρου, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον οὗτοι ἐξακολουθήσει ἐμμένοντες εἰς τὰς ἀξιώσεις πλήρους ἰδιοκτησίας. Τί ἄλλο λοιπὸν καταδεικνύεται, κύριοι, ἐκ τούτου ἢ ὅτι τὸ Ἴμορον εἶναι ἁπλοῦν τι δικαίωμα, διὰ τῆς βίας μὲν κατ’ ἀρχὰς ἐπιβληθὲν, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ χρόνου κατόπιν καθιερωθὲν, ἀφοῦ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου Τουρκικοῦ Δικαστηρίου ὁμολογεῖ τοῦτο;
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ ἑνὸς τσιφλικίου Τρικκάλων καὶ Λαρίσσης σήμερον;
§36ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὑπάρχουσι τινὰ τὰ ὅμοια καὶ πολλὰ τὰ ἀνόμοια.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Γενικώτερον.
§38ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Γενικώτερον ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
§39ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Τὸ ἀναγνωσθὲν πρὸ ὀλίγου ἀφορᾷ γαίας, ὑπαγομένας εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ἢ ἀφορᾷ γαίας ἐκκληστικὰς βακούφικα.
§40ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἀφορᾷ τὸ χωρίον Παλαμᾶ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς πιέσεις ἐκείνας ἔσπευσε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν προστασίαν Τεμένους τινός. Δυστυχῶς ὅμως, ἐνῶ ἡ σχέσις αὐτοῦ εἶναι τοιαύτη καὶ διὰ φιρμανίου πρὸ πολλοῦ ἀνεγνωρισμένη, ὁ Εἰρηνοδίκης Παλαμᾶ μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν προέβη εἰς τὴν ἔξωσιν Παλαμιωτῶν τινων ἐκ τῶν γαιῶν τοῦ χωρίου των. Τοιαύτην ἰδέαν ἐσχημάτισε, διότι δυστυχῶς καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὰ Δικαστήρια εἰσὶν προκατειλημμένα, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἠγόρασαν, εἶναι καὶ ἰδιοκτῆται πλήρους ἰδιοκτησίας. Μόλις ὁ ἀγοραστὴς τοῦ Ἰμόρου εἴπῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅτι ἠγόρασε, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἀρνεῖται καὶ ὁ χωρικός, τὸ Δικαστήριον πείθεται ὡς περὶ δικαιώματος ἰδιοκτησίας αὐτοῦ καὶ διατάσσει τὴν ἔξωσιν τοῦ δυστυχῶς θεωρουμένου καλλιεργητοῦ ἐκ τῆς πατρίδος αὐτοῦ. Τοῦτο βεβαίως δὲν εἶναι τόσον ἔργον τῶν Δικαστηρίων, ὅσον τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες ὤφειλον νὰ διευκρινήσωσι τὰς διαφόρους ταύτας κατηγορίας καὶ νὰ ἐκδώσωσιν ἐγκυκλίους πρὸς τὰς Διοικητικὰς—διότι καὶ διοικητικῶς ἐγένοντο ἐξώσεις—καὶ Δικαστικὰς Ἀρχὰς, διαφωτιζούσας αὐτῆς. Αἱ Κυβερνήσεις, προκειμένου περὶ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἔπρεπε νὰ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν ὅτι παρέλαβον χώρας ὅλως διαφόρων σχέσεων ἀλλοκότων, προερχομένων ἐκ παρανομιῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔπρεπε νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ἁπλῶς δι’ ἑνὸς Νόμου ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ νὰ μελετήσωσι τὰς πρωτοφανεῖς ἐκείνας σχέσεις καὶ ἐν ἀνάγκῃ σχετικῶς αὐτῶν νὰ προκαλέσωσι καὶ εἰδικοὺς Νόμους ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς χώρας ἐκείνας, καὶ οὐχὶ, ἀφομοιώσασαι ταύτας πρὸς τὰς παλαιὰς, νὰ θυσιάσωσιν ἀπαράγραπτα δικαιώματα τῶν κατοίκων ἐκείνων. Τὰ χωρία ταῦτα, ἅτινα ἐξηναγκάσθησαν εἰς τὴν ἀπότισιν τοῦ Ἰμόρου παρὰ διαφόρων ἰσχυρῶν Τούρκων, καὶ τἆλλα, ἅτινα ἔσπευσαν αὐθόρμητα νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τεμενῶν καὶ ἄλλων προσώπων, ὡς προεῖπον, ἦσαν τὰ μικρότερα καί τινα τῶν μεσαίων. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὰ μεσαῖα καὶ μεγαλείτερα χωρία τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, τὰ ὁποῖα οἱ πρὶν Πασσάδες, Βέηδες καὶ Σπαχίδες δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταβάλωσι μεθ’ ὅλας τὰς πιέσεις ἐκείνας. Τὰ χωρία ταῦτα διετήρησαν πλήρη τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν καὶ ὅλως ἀπρόσβλητον μέχρι τοῦ 1816. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τυράννου Ἀλῆ Πασσᾶ ἐπέπρωτο δυστυχῶς καὶ ταῦτα νὰ μὴ ἐξαιρεθῶσι τῆς τύχης τῶν ἄλλων. Ἀνεφάνη ἕτερος πολὺ τυραννικώτερος καὶ πονηρότερος τῶν πρὶν ἵνα καταβάλῃ καὶ ταῦτα. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ Τεπελενλῆς Ἀλῆ Πασσᾶς. Ὁ διαβόητος αὐτὸς τύραννος ἐν τοῖς δολίοις αὐτοῦ σχεδίοις κατ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου του ἔκρινε καλὸν καὶ συντεῖνον εἰς πραγματοποίησιν αὐτῶν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν ἐλευθεροχωρίων, ἵνα ὑπαγάγῃ καὶ ταῦτα εἰς τὴν αὐτὴν τύχην μετὰ τῶν ἄλλων, καὶ ἵνα οὕτω, ἔχων χιλιάδας δουλευούσας εἰς αὐτὸν, ἐνισχύῃ τὸ ταμεῖόν του, τὸ προωρισμένον εἰς σκοποὺς, ἀπαιτοῦντας μεγάλα τὰ ἔξοδα. Θέσας τοῦτο εἰς πρᾶξιν, κατ’ ἀρχὰς δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ ποσόν τι ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅπως εἰσπράττῃ αὐτὸ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἁλωνίων, τοῦθ’ ὅπερ ἔπραξαν οἱ πρὶν αὐτοῦ ἅρπαγες ἐπὶ τῶν ἄλλων χωρίων, ἀλλ’ ἠθέλησεν ἄρδην τὰ χωρία ταῦτα νὰ τὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν πλήρη ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ. Ἤρξατο ὅθεν διὰ μυρίων πιέσεων καὶ κακώσεων, διὰ φυλακίσεων εἰς φοβερὰ καὶ κάθυγρα κατώγεια, δι’ ἁλύσεων ἐφωδιασμένα, καὶ διὰ μαρτυρικῶν φόνων νὰ ἐξαναγκάζῃ τοὺς κατοίκους πολλῶν χωρίων ν’ ἀναγνωρίζωσιν αὐτὸν ἰδιοκτήτην, ὁμολογοῦντες ἐνώπιον τοῦ Καδῆ, ὅτι ἐπώλησαν πρὸς αὐτὸν τὴν ἰδιοκτησίαν των. Τοῦτο κατώρθωσεν ἰδίως εἰς τὰ χωρία, τὰ πλησίον τῶν Ἰωαννίνων κείμενα, διότι ἐπὶ τούτων ἐξήσκει ἄμεσον αὐτοῦ τὴν ἐπίδρασιν. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐπλήρωνε καὶ μικρόν τι ἀντίτιμον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλάμβανον οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ, ἀλλ’ οἱ ἐγκριτώτεροι αὐτῶν, ἰδίως οἱ προδόται, οἵτινες πολὺ διηυκόλυνον τὸ ἔργον αὐτοῦ. Τὸ τοιοῦτον ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς προχωρῶν ἐσκόπει νὰ ἐπεκτείνῃ ἐφ’ ὅλης τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας· προβὰς ὅμως ἤρξατο ν’ ἀπαντᾷ μυρία προσκόμματα, ἀφ’ ἑνὸς, διότι ὅσῳ ποῤῥωτέρω προέβαινε τοσούτῳ ἐμειοῦτο ἡ ἐπίδρασις αὐτοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι οἱ χωρικοὶ, παραδειγματισθέντες ἐκ τῶν ἄλλων, οἵτινες πρῶτον ὑπέπεσον εἰς τὴν παγῖδα ἀπολέσαντες ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν, δὲν ἐνόουν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὴν διὰ τῆς βίας καὶ ἄνευ ἀντιτίμου πώλησιν τῶν κτημάτων αὐτῶν· ἀπόφασιν δ’ ἔλαβον ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ ὑποστῶσι τὰ πάντα· καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς μεθ’ ὅλας τὰς κακώσεις δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἐπροτίμησαν πολλοὶ ἔγκριτοι χωρικοὶ νὰ ὑποστῶσι τὸν διὰ τῆς λαιμητόμου θάνατον, καὶ ἄλλοι νὰ σαπῶσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, παρὰ νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ. Ἰδὼν ὁ τύραννος ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς κακώσεις ταύτας ἐστάθη ἀδύνατον νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ὅπως κατ’ ἀρχὰς συνέλαβεν αὐτὸν, παρατηρῶν δὲ ὅτι ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐσυγχύζοντο καὶ τὰ ἄλλα διάφορα αὐτοῦ σχέδια, παρῃτήθη τῆς πρώτης του ταύτης ἰδέας τοῦ νὰ καταστήσῃ τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ κεφαλοχώρια τελείαν ἰδιοκτησίαν αὐτοῦ διὰ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῆς πωλήσεως αὐτῶν ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἐπισήμως ἐνώπιον τοῦ Μεχλισίου καὶ τοῦ Καδῆ, ὅπερ ἦτο πολὺ δύσκολον, καὶ οὕτω ἐτράπη ἄλλην ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῶν πρὶν αὐτοῦ ἁρπάγων Βέηδων καὶ Σπαχίδων, οἵτινες περιορισθέντες ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ τοῖς ἀναγνωρίσωσιν οἱ χωρικοὶ τῶν μικροτέρων ἰδίως χωρίων ποσόν τι ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ὡς προηγουμένως ἀνέπτυξα, ἐπέτυχον εὐχερέστερον. Πῶς τοῦτο ἔθετο εἰς ἐνέργειαν καὶ πῶς τὸ κατώρθωσεν, ἵνα μὴ ἐκτείνω τὸν λόγον πλειότερον ἀρκεῖ ν’ ἀναπτύξω τὰ περὶ τοῦ χωρίου Ζάρκου, ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων ἐλευθεροχωρίων τῆς Θεσσαλίας, ἐξ οὗ δύνασθε νὰ σχηματίσητε γνώμην καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τῶν ὁμοίων αὐτῷ, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν τρίτην κατηγορίαν ὡς πρὸς τὸ εἶδος, ὡς θέλω ποιήσει λόγον κατόπιν. Ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς κατὰ τὸ 1814 μετεπέμψατο ἐν Ἰωαννίνοις παρ’ ἑαυτῷ τρεῖς τῶν ἐγκριτωτέρων τοῦ χωρίου Ζάρκου, τὸν Κὺρ Ἀναστάσην λεγόμενον, τὸν Παπαχρηστόδουλον καὶ τὸν Σόλωμον, εἶπε δ’ αὐτοῖς, ὅτι ἡ μόνη του ἐπιθυμία ἦτο ν’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτῷ τὴν κυριότητα ἐπὶ τοῦ χωρίου ἢ μᾶλλον νὰ τῷ πωλήσωσι τὸ χωρίον, βεβαιῶν ὅτι θὰ ἔχωσι παρ’ αὐτοῦ μεγάλην τὴν προστασίαν, ἐκτὸς ὅτι καὶ ἀρκετὰ θ’ ἀποζημιωθῶσι ἀπέναντι τῆς ἀξίας αὐτοῦ· ἰδίως εἰς τὸν Κὺρ Ἀναστάσην, ὃν ἐνόησεν ἱκανώτερον καὶ εὐφυέστερον, συνέστησε κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀναχωρήσωσιν, ὅπως, ἅμα τῇ ἐπιστροφῇ του ἐν τῷ χωρίῳ, καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν εἰς τὸ νὰ καταπείσῃ τοὺς χωρικοὺς νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτοῦ ταύτην, δίδων αὐτοῖς νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς εὐνοεῖ τὸ Ζάρκον, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὸ κτῆμά του κατὰ τύπον μόνον, ἁπλῶς πρὸς ἐπίδειξιν, ὡς ὄν τὸ καλλίτερον καὶ μεγαλείτερον τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὅτι ἐνδίδοντες εἰς τὴν τοιαύτην ἁπλῆν καὶ τυπικὴν μᾶλλον ἀπαίτησίν του, θὰ ζήσωσι λαμπρῶς, τυγχάνοντες πάσης παρ’ αὐτοῦ προστασίας, ἐνῶ ἐναντιούμενοι θὰ ὑποστῶσι πολλὰ τὰ δεινά. Ἐπανακάμψαντες ἐν τῷ χωρίῳ αὑτῶν οἱ δυστυχεῖς πρόκριτοι, ἀνεκοίνωσαν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, ἀλλ’ οἱ κάτοικοι Ζάρκου ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔστερξαν εἰς τὰς τοιαύτας αὐτοῦ προτάσεις καὶ ἀπαιτήσεις. Τοῦτο διὰ τῶν ἐκεῖ ὀργάνων του πληροφορηθεὶς ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς, τί ἔπραξε! Κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1816 κατήρτισε σώματα Ἀλβανῶν μισθοφόρων, ὧν οἱ ἀρχηγοὶ μπουλοὺκ–μπάσιδες ἐκαλοῦντο, ἐξ οὗ καὶ ταῦτα μπουλούκια, ἅτινα ἀπέστειλεν εἰς τὰ διάφορα ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ κεφαλοχώρια, ὁρίσας τὴν περιφέρειαν τῆς ἐνεργείας ἑκάστου αὐτῶν. Ἕν τῶν σωμάτων αὐτῶν ἦτο καὶ τὸ ἀποσταλὲν ἐν τῇ περιφερείᾳ Ζάρκου. Σημειωτέον ὅτι ἀπὸ τοῦ 1814–16, ὅπως ἐν Ζάρκῳ ἐναυάγησαν αἱ ἐνέργειαι τοῦ Ἀλῆ, οὕτω, ἐξαιρέσει τινῶν, καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς κεφαλοχωρίοις, καὶ τοῦτο, διότι, ὡς προεῖπον, τὰ χωρία ταῦτα, παραδειγματισθέντα ἐκ τῶν πρὶν ἀνεπιστρεπτεὶ διὰ παντὸς ἀπολεσάντων τὰ κτήματα αὐτῶν, ὡς ἐκ συνθήματος, τρόπον τινὰ, ἀπεφάσισαν καὶ δὲν ἐνέδωκαν οὔτε εἰς τὰς κακώσεις, οὔτε εἰς τὰς ὑποσχέσεις καὶ περιποιήσεις τοῦ πονηροῦ αὐτοῦ πνεύματος· διὰ τοῦτο δὲ ὅ,τι τελεῖται ἐν Ζάρκῳ, δέον ὡς ἐκπαραλληλισμοῦ νὰ ἐννοῶμεν ὅτι τελεῖται ἐντὸς τῆς ῥηθείσης διετίας καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κεφαλοχωρίοις ὑπὸ διάφορα βεβαίως συμπτώματα ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὰ σημεῖα τοῦ χρόνου, ἀλλὰ πρὸς τὸ αὐτὸ πάντοτε ἀποτέλεσμα· ὥστε, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἀναπτύσσοντες τὰ περὶ Ζάρκου, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ πάντα τἆλλα κεφαλοχώρια, τὰ τὴν αὐτὴν περίπου τύχην λαβόντα καὶ τὰ εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ἀναγόμενα.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ ὅπου λέγετε εἶναι δημοσιευμένα.
§42ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὄχι· δὲν τὰ εὑρίσκετε πουθενὰ, εἶναι παραδόσεις. Μὲ συγχωρεῖτε. Γινώσκω ὅτι σᾶς ἀπασχολῶ, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, νὰ ἐκτεθῶσι, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ποσῶς ἰδέαν περὶ αὐτῶν, καὶ τούτου ἕνεκα, ἄλλως πως προκατειλημμένη, δὲν ἔλαβε πρόνοιάν τινα περὶ τῶν δυστυχῶν ἐκείνων ἀδελφῶν ἡμῶν, οἵτινες σκληρότατα ἠδικημένοι ὑφίστανται σήμερον πλειότερα τὰ δεινά.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, ἐμπρός.
§44ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἀφιχθὲν τὸ σῶμα τῶν Ἀλβανῶν ἐν Ζάρκῳ, διεκήρυξε πομπωδῶς πρὸς τοὺς κατοίκους, ὅτι τῇ διαταγῇ τοῦ Ἀλῆ–Πασσᾶ, δέον κατὰ τὸν προσεχῆ θερισμὸν ν’ ἀποδώσωσι τὸ ἴμορον, ἄλλως ἠπείλησεν, ὅτι θὰ τὸ εἰσπράξῃ βιαίως, ἔχον διαταγὴν νὰ φυλακίσῃ καὶ νὰ φονεύσῃ ἀκόμη τοὺς ἀνθισταμένους. Ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ θερισμοῦ καὶ τῶν ἁλωνίων. Οἱ Ἀλβανοὶ ἔνοπλοι, ἑτοιμασθέντων τῶν καρπῶν, ἐποιήσαντο τὴν ἔναρξιν ἐκ τοῦ ἁλωνίου Σολώμου, τὸν ὁποῖον ἐγίνωσκον ἄνθρωπον φιλόπατριν καὶ μὴ ἐνδίδοντα, ὑπολογίζοντες ὅτι, ἀφοῦ καταβάλωσιν αὐτὸν, εὐκόλως οἱ λοιποὶ θὰ ἐνδώσωσιν. Ἀπῄτησαν ὅθεν παρ’ αὐτοῦ ἀπειλητικῶς νὰ μετρήσῃ ὁ ἴδιος τοὺς καρποὺς, νὰ ἐναποθέσῃ τὸ ἀνάλογον αὐτῶν, ἤτοι τὸ ἴμορον, ἐντὸς τῶν σάκκων, ν’ ἀναβιβάσῃ αὐτὸ ἐπὶ τῆς ἁμάξης καὶ νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς τὰς ἀποθήκας, τὰς ὁποίας οὗτοι εἶχον προητοιμασμένας εἰς ἄκραν τινὰ τοῦ χωρίου. Ὁ Σόλωμος ἐν τῷ ἐπιμόνῳ αὐτοῦ χαρακτῆρι κατ’ ἀρχὰς εἰς ἁπλᾶς ἀπειλὰς δὲν ἐνέδιδεν, οὐδὲ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προσώπου αὐτῶν ἐζωγραφισμένην θηριωδίαν καὶ ἀγριότητα, ἀλλὰ τεθέντων ἐμμανῶς τῶν πολυκρότων ἐπὶ τῶν ὤτων αὐτοῦ ἠναγκάσθη περίτρομος νὰ μετρήσῃ τοὺς καρποὺς καὶ νὰ ἐναποθέσῃ τὸ ἴμορον ἐν τοῖς σάκκοις, ἵνα μετακομίσῃ αὐτὸ ἐκεῖ ἔνθα τὸ γιαταγάνιον καὶ τὸ πολύκροτον τὸν διέτασσεν. Ἀλλ’ ἐνῶ ἡτοιμάζετο νὰ ζεύξῃ τοὺς βόας, οἱ Ἀλβανοὶ προσδραμόντες συνέλαβον αὐτὸν καὶ δίκην βοὸς τὸν ἔζευξαν εἰς τὴν ἅμαξαν μετά τινος συγγενοῦς του· ἀλαλάζοντες δὲ δι’ ἀγρίων φωνῶν καὶ συμβοηθοῦντες διὰ τῶν τροχῶν μετεκόμισαν οὕτω τὸ ἴμορον ἐκεῖνο, τὸ δικαίωμα σήμερον θεωρούμενον, εἰς τὰς ἀποθήκας. Τὸ τερατῶδες τοῦτο ἔργον ἐξετελέσθη τὴν 19 Ἰουλίου τοῦ ἔτους 1816, ἡμέραν παραμονὴν τοῦ προφήτου Ἠλιοῦ. Ἰδόντες οἱ δύστηνοι γεωργοὶ τὴν διαδραματισθεῖσαν φοβερὰν ταύτην σκηνὴν καὶ ἐναύλους ἔχοντες εἰς τὰ ὦτα αὐτῶν τὰς ἀγρίας ἐκείνας κραυγὰς καὶ ἀπειλὰς διατυμπανισθείσας ἀνὰ τὸ χωρίον, κατεθορυβήθησαν καὶ κατεταράχθησαν καὶ ἐν τῷ ἐνσαρκωθέντι ἐκείνῳ φόβῳ καὶ τρόμῳ τὴν ἐπιοῦσαν ἤρξαντο ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀντιῤῥήσεως δίκην ἀλάλων νὰ μετρῶσι τοὺς καρποὺς αὐτῶν ἐν τοῖς ἁλωνίοις, νὰ διαχωρίζωσι τὸ ἴμορον καὶ νὰ μετακομίζωσιν αὐτὸ εἰς τὰς ἀποθήκας. Ὁ δὲ δυστυχὴς Σόλωμος ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ καὶ τῇ φιλοπατρίᾳ αὐτοῦ, μετ’ ἀναστεναγμοῦ βαθέος προσβλέψας πρὸς σωροὺς καρπῶν τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ, οὓς ὁ ἴδιος δι’ αἰσχίστου ἐξαναγκασμοῦ μετακομίσας παρέδωκεν εἰς χεῖρας ἁρπάγων, ἐπανέκαμψε πλήρης τρόμου, ἄπελπις καὶ ἐξηντλημένος ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἔνθα μετὰ πολλοὺς ὀδυρμοὺς τίλλων τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, ηὐτοκτόνησε, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ῥιφθεὶς εἰς παρακείμενον φρέαρ βαθὺ, ἀφοῦ κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς ἀποφάσεώς του ταύτης ἐξήνεγκεν ἐκ βάθους ψυχῆς τὸ: Κατεστράφη τὸ Ζάρκον! καθὼς καὶ πράγματι κατεστράφη ἡ λαμπρὰ αὕτη κωμόπολις, μαρτυρούσης τοῦτο τῆς σήμερον οἰκτρᾶς αὐτῆς καταστάσεως! Πολλοὶ ἔγκριτοι Ζαρκηνοὶ ὑπὸ τὸ βάρος τῆς δυσχερείας καὶ τῆς ἀμηχανίας ἐκείνης μετέβησαν εἰς Λάρισσαν, ἵνα ζητήσωσι προστασίαν παρὰ διαφόρων ἰσχυρῶν Τούρκων, τοὺς ὁποίους ἐγνώριζον, ἀλλ’ εἰς μάτην. Οὗτοι ἀπεναντίας συνεβούλευσαν αὐτοὺς νὰ ἐνδώσωσιν ἑκουσίως εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Ἀλῆ, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἴδιοι ἐφοβοῦντο, καὶ οὕτω νὰ ἡσυχάσωσι· πρὸς παρηγορίαν δὲ τοῖς εἶπον, ὅτι ἐλεύσεται ἦμαρ καὶ παρουσιασθήσεται εὐκαιρία, καθ’ ἣν θὰ εἰσακουσθῶσι παρὰ τῷ Πατισιὰχ τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ καθ’ ἣν θὰ τύχωσι τῶν δικαίων των. Οὕτω εἰσέπραξε τὸ Ἴμορον τὸ πρῶτον ἔτος ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς, ὁμοίως δὲ ἀλλ’ ἠπιώτερον τὸ δεύτερον καὶ τὸ τρίτον. Τὸ 1820–21 ὅτε οὗτος ἐφονεύθη ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, τὸ Ἴμορον διαλυθέντων τῶν ἐνόπλων σωμάτων τῶν Ἀλβανῶν δὲν εἰσεπράχθη, ὡς ἦν ἑπόμενον, κατὰ τὴν ἀκαταστασίαν ἐκείνην, ἐν οὐδενὶ τῶν κεφαλοχωρίων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν τοῦ Ζάρκου κατηγορίαν. Καὶ ἐπὶ ὁλόκληρα δὲ ἔτη κατόπιν μέχρι, νομίζω, τοῦ 1828 δὲν ἀπέτισαν αὐτὸ τὰ χωρία ταῦτα, ἀλλ’ ἐπλήρωνον μόνον ποσόν τι εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον καὶ τοῦτο προσωρινῶς ἕως οὗ ἐξακριβωθῶσι τὰ πράγματα καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης αὐτῶν τὸ Δεβλέτι. Οὕτω ἡ κοινότης Ζάρκου κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα ἐπλήρωνεν εἰς τὸ ἐν Λαμίᾳ Δημόσιον Ταμεῖον 14,000 γρόσια κατ’ ἔτος, νεμομένη, ὅπως καὶ ἐξ ἀρχῆς ἕως τότε ἐνέμετο, ἐλευθέρως καὶ ἀπεριορίστως τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῆς. Ὁ Σουλτάνος κατόπιν, ὡς φονεύσας τὸν ἀντάρτην, ἐδέησεν ὡς ἦν ἑπόμενον κατὰ τοὺς διέποντας τὸ Κράτος Νόμους, νὰ δημεύσῃ καὶ τὴν περιουσίαν αὐτοῦ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ περιουσία τοῦ Ἀλῆ, ὡς ἦν τοῖς πᾶσι γνωστὸν, συνέκειτο ἐκ καθαρῶν κτημάτων καὶ ἐξ ἄλλων εἰσπράξεων, ἐπιβληθεισῶν ἁπλῶς μόνον διὰ τῆς βίας, καὶ γνωστῶν αὐτῷ γενομένων διὰ τῶν διαμαρτυρήσεων καὶ τῶν παραπονητικῶν ἀναφορῶν (ἀρτζοχὰλ), ἔπεμψεν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ Καπουτζίμπασην, δηλαδὴ πληρεξούσιον τῆς Πύλης, ἵνα ἐξακριβώσῃ καὶ διευκρινήσῃ ποία ἡ καθαρὰ ἰδιοκτησία τοῦ Ἀλῆ καὶ ποία τὰ χωρία ἐπὶ τῶν ὁποίων διὰ τῆς βίας ἐπέβαλε ἁπλῶς μόνον τὸ Ἴμορον, καὶ τοῦτο ἄνευ ἐγγράφου τινὸς, καθόσον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἰδιοκτησίας, ἔχων τὰ ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Νόμων ὁριζόμενα ἔγγραφα, δὲν εἰσέπραττε Ἴμορον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλὰ πολλάκις τὸ ἥμισυ τῶν προϊόντων παντὸς εἴδους καὶ τὰς λοιπὰς προσόδους πάσας. Μεταβὰς ὁ Καπουτζίμπασης ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ, ἤρξατο διευκρινίζων τὴν περιουσίαν τοῦ Ἀλῆ νὰ καταγράφῃ, κατατάσσων αὐτὴν εἰς δύω κατηγορίας, εἰς τὴν καθαρὰν καὶ νόμιμον καὶ εἰς τὴν ἐξ ἁρπαγῆς. Τί ἔπραξεν ὅμως; Τὰ Τουρκικὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιβάλει τὸ Ἴμορον διὰ τῆς βίας ὁ Ἀλῆ Πασσᾶς, κατέταξε μεταξὺ τῶν ἐξ ἁρπαγῆς προελθόντων, τὰ δὲ Χριστιανικὰ τῆς αὐτῆς φύσεως, παραδεχθεὶς ὡς καθαρὰν ἰδιοκτησίαν, καὶ τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως—ἴσως δὲ εἶχε καὶ τοιαύτας ἐντολὰς—κατέγραψε μεταξὺ τῶν ἐκ νομίμου πηγῆς προελθόντων, ἐν οἷς καὶ τὸ Ζάρκον, καὶ ἐπειδὴ ἔγγραφα πρὸς ἔνδειξιν τοῦ νομίμου ἢ μὴ δὲν ὑπῆρχον, διότι τοιαῦτα ὁ Ἀλῆς ὅσον ἀφορᾷ τὰ χωρία ταῦτα δὲν ἀπέκτησε ποτὲ, εὗρε τὴν εὐδικαιολόγητον πρόφασιν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν ἐμφυλίων σπαραγμῶν ταῦτα ὑπάρχοντα ἀπωλέσθησαν, ἐνῶ οὐδὲ ὡς ὑπόθεσιν δύναται νὰ συλλάβῃ τις ἐν τῷ νῷ τὸ ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπῆρχον, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι δὲν ἐνέδωκαν, καὶ ἀφοῦ ἵνα κατορθώσῃ ὁ Ἀλῆς νὰ λάβῃ τοιαῦτα διὰ τῆς βίας ἔπρεπε νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ Μεσλισίου καὶ τοῦ Καδῆ ἐν ταῖς πρωτευούσαις δίκην ξύλων καὶ λίθων τοὺς χωρικοὺς ἅπαντας τῶν διαφόρων κεφαλοχωρίων, ὅπως ἕκαστος αὐτῶν δώσῃ τὸ κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς Νόμους Τακρὶρ (προφορικὴν ὁμολογίαν) ὅτι πωλεῖ τὰ κτήματα αὐτοῦ πρὸς αὐτὸν, πρᾶγμα, ὅπερ δὲν ἠκούσθη νὰ ἔλαβε χώραν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ποτὲ, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον δὲν ἤρκει τὸ Τακρὶρ μόνον, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο κατὰ τὴν περὶ ἀγοραπωλησίας γαιῶν Τουρκικὴν νομολογίαν νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι τύποι καὶ νὰ διαμειφθῶσι διάφορα ἔγγραφα, ὧν οὐδ’ ἴχνος ἔχομεν ἐν τοῖς Ἀρχείοις (κιουτοὺκ) τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Τινὰ χωρία Χριστιανικὰ, συνεννοηθέντα πρὸς ἄλληλα καὶ συνεισενεγκόντα μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ, κατώρθωσαν δι’ αὐτῶν νὰ διαφθείρωσι τὸν Καπουτζίμπασιν καὶ οὕτω, μεταγραφέντα παρ’ αὐτοῦ εἰς τὰ ἐξ ἁρπαγῆς προελθόντα, ἀπηλλάγησαν καθ’ ὁλοκληρίαν τοῦ τέλους τοῦ Ἰμόρου. Τῶν λοιπῶν ὅμως πάντων, τῶν μὴ δυνηθέντων νὰ κατορθώσωσι τὸ τοιοῦτον, τὸ Ἴμορον, κατὰ τὴν καταγραφὴν τοῦ Καπουτζίμπαση, δημευθὲν παρὰ τοῦ Σουλτάνου ὡς δικαίωμα τοῦ Ἀλῆ, ἤρξατο νὰ εἰσπράττηται εἴτε ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, εἴτε δι’ ἐνοικιαστῶν μεταβαινόντων ἅπαξ τοῦ ἔτους μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἁλωνίων. Οὕτω λοιπὸν τὰ χωρία ταῦτα, ἀποτίνοντα κατ’ ἔτος τὸ Ἴμορον καὶ τοῦτο μόνον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν οὐχὶ δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων προϊόντων, ἔχαιρον πάντα τἆλλα δικαιώματα. Ἔκτιζον οἴκους, οἵτινες ἐκ τῆς μεγάλης ἀξίας των δὲν δεικνύουσι νὰ ἦναι οἶκοι τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, δαπάναις αὐτῶν ἐκτισμένοι, ὡς τοῦτο συνήθως γίνεται εἰς τὰ καθαρὰ κτήματα τὰ καθαυτὸ ζευγηλατεῖα (τσιφλίκια), ἀλλ’ οἶκοι οἰκοκυρέων μονίμως ἀποκατεσπημένων, οἵτινες εἶχον πλήρη τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν κήπων, λειμώνων, ἀμπέλων, ἀγρῶν, τσαϊρίων (λειμώνων ὑψηλοῦ αὐτοφυοῦς χόρτου), ἰχθυοτροφείων, μύλων καὶ ἄλλων τοιούτων. Ὅτι δὲ τοῦτο οὕτως ἔχει καταδεικνύεται τρανώτατα ἐκ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ εἶχον νὰ πωλῶσι ταῦτα πάντα δι’ ἐπισήμων πράξεων ἐξαιρέσει τῶν ἀγρῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐτελεῖτο τὸ Ἴμορον. Τοὺς ἀγροὺς δὲν ἠδύνατο νὰ μεταβιβάσωσιν εἰς ἄλλον δι’ ἐπισήμου πράξεως, οὐδ’ ἐπεχείρησαν τοῦτο ποτὲ, καίτοι πολλοὶ αὐτῶν εἶχον καὶ τίτλους ἐπὶ τῶν ἀγρῶν (ταπία), ἀλλ’ ἠρκοῦντο εἰς τὴν δι’ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων πώλησιν αὐτῶν ἢ προίκισιν εἰς τὰς θυγατέρας των, γιγνομένου τούτου ἄνευ τῆς ἐλαχίστης παρατηρήσεως.
§45ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Τί ἔκαμεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀφοῦ ὁ Καπουτζίμπασης ἐπανῆλθεν;
§46ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὸν κατάλογον, τὰ μὲν χωρία, ὅσα εἶχε καταγεγραμμένα εἰς τὰ ἐκ τῆς βίας ἐπέστρεψεν εἰς τοὺς χωρικούς, τῶν δ’ ἄλλων πάντων ἐδήμευσεν τὸ Ἴμορον, οὐχὶ γεώμορον, καὶ ἤρξατο νὰ εἰσπράττῃ αὐτό. Οὕτω λοιπὸν ἐνῶ ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετηρίδας οἱ κάτοικοι ἀποτίνοντες μόνον τὸ Ἴμορον διετήρουν, ὡς προεῖπον, ὅπως καὶ πρὶν τοῦ Ἰμόρου ὑπὸ τὴν πλήρη κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτῶν πάντα, ἀφ’ ὅτου ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἤρξατο νὰ δωρῆται ἢ καὶ νὰ πωλῇ αὐτὸ ἤλλαξεν ἄρδην ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἅτε τῶν ἀγοραστῶν τοῦ Ἰμόρου παρουσιασθέντων ἐν ἀξιώσεσι πλήρους ἰδιοκτησίας. Πῶς οἱ ἀγορασταὶ τοῦ Ἰμόρου προέβησαν πέραν τοῦ δικαιοπαρόχου αὐτῶν, διὰ τίνων ἀθεμίτων τρόπων κατώρθωσαν τοῦτο καὶ εἰς ποῖον ἀνήκουστον σημεῖον οἰκτρᾶς καταστάσεως περιήγαγον τοὺς δυστυχεῖς χωρικοὺς τῶν χωρίων αὐτῶν, θέλετε σχηματίσει πλήρη ἰδέαν, εὐαρεστούμενοι ν’ ἀκροασθῆτε τὰ περὶ Ζάρκου. Κατὰ τὸ 1868 ὁ Σουλτάνος ἐδωρήσατο τὸ ἐπὶ τοῦ Ζάρκου δικαίωμα τοῦ Ἰμόρου πρὸς τὸν εὐνοούμενον Πρωθυπουργὸν αὐτοῦ Ἀαλῆ–Πασσᾶν, ὅστις λαβὼν τὸ δῶρον τοῦτο περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ εἰσπράττῃ τὸ Ἴμορον ὅπως καὶ ὁ δικαιοπάροχος αὐτοῦ, πέμπων κατ’ ἔτος μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν ἁλωνίων τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτοῦ. Ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος ὅμως ὁ τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἤδη ἐν Παρισίοις διαμένων ἀγοράσας τὸ 1874 περίπου παρὰ τῶν υἱῶν τοῦ ἀποθανόντος Ἀαλῆ τὸ Ἴμορον, παρουσιάσθη ὡς ἰδιοκτήτης τοῦ Ζάρκου, ἐννοῶν τὰ πάντα ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτοῦ δικαιοδοσίαν· οὕτω δὲ ἔπεμψε σωρείαν ἐπιστατῶν, οἵτινες, καταλαβόντες αὐθαιρέτως οἰκίας ἐκκλησιαστικὰς, ἐνεκατέστησαν ἐν αὐταῖς τὰς ἐπιστασίας των, δι’ ὧν, ὡς ἰσχυρίζονται σήμερον, ἔλαβον καὶ τηροῦσι τὴν κατοχὴν ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ζάρκου! Ὅτε τὸ πρῶτον μετέβησαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου μετὰ τοῦ στόμφου ἐκείνου καὶ τῆς Ἀλβανικῆς ἐκείνης πομπῆς καὶ ἀγριότητος, ὡς ἄλλοι Κιρκάσιοι μαχηταὶ, διεκήρυξαν ὅτι ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος τοὺς ῥαγιάδες αὐτοῦ τοὺς θέλει ἅπαντας γεωργοὺς καὶ λίαν ἐργατικοὺς, ὅτι δὲν παραδέχεται ἐκ τῶν 400 οἰκογενειῶν μόνον αἱ 60 νὰ ἦναι γεωργοὶ, ἀλλὰ τὰς θέλει ἁπάσας γεωργικὰς καὶ ὅτι, ἂν τοῦτο δὲν πράξωσι, θὰ τὰς ἐκδιώξῃ! Παρατηρεῖτε τοῦτο, ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότατον, καταδεικνύον ἡλίου φαεινότερον τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν χωρικῶν. Ἐκ τῶν 400 οἰκογενειῶν μόνον αἱ 60 ἦσαν γεωργοὶ, αἱ λοιπαὶ 340 ὑφανταὶ πανίων, ἅπερ εἶναι ἐν χρήσει ἐκεῖ καὶ τὸ πλεῖστον τῶν ὁποίων ἠγοράζετο παρ’ ἐμπόρων ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, πρὸς δὲ παντοπῶλαι, ὑποδηματοποιοὶ καὶ ἄλλων τεχνῶν. Αἱ 340 αὗται οἰκογένειαι, ἔχουσαι ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ κυριότητα αὐτῶν τοὺς οἴκους, οὓς ἰδίαις δαπάναις ἔχουσι ἐκτισμένους, τὰς ἀμπέλους, καὶ νεμόμεναι οὕτω πάντα, λειμῶνας, ἰχθυοτροφεῖα, τσαΐρια (λειμῶνας ὑψηλοῦ αὐτοφυοῦς χόρτου), μύλους, κήπους καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν ἐπλήρωνον ποτὲ τίποτε, οὔτε πρὸς τὸν Τεπελενλῆ–Ἀλῆ Πασσᾶν, οὔτε πρὸς τὸν Σουλτάνον, οὔτε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν Ἀαλῆ· μόνον οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου τὸ 1874 διὰ πρώτην φορὰν, ἐγείραντες ἀξιώσεις πλήρους ἰδιοκτησίας, προσέβαλον τὰ δικαιώματα τῶν κατοίκων καὶ διὰ τῆς βίας ἐσφετερίσθησαν αὐτὰ, ὡς θέλω ἀναπτύξει κατόπιν. Πῶς λοιπὸν εἶναι ζευγηλατεῖον (τσιφλίκι) τὸ Ζάρκον, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κύριος Καραπάνος ἐν τῇ «Δημοκοπίᾳ» αὐτοῦ ὑπὸ Σελ. 82.
§47ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐδικάσθητε σεῖς μὲ τὸν Ἀαλῆ Πασσᾶν διὰ τὰς οἰκίας σας καὶ δὲν κατεδικάσθητε παρ’ ὅλων τῶν Δικαστηρίων τῶν ἀνωτάτων Κωνσταντινουπόλεως; Ἐγὼ θέλω σᾶς φέρει ὅλας τὰς ἀποφάσεις ἐντὸς 20 ἡμερῶν, διὰ νὰ σᾶς δείξω, ὅτι δὲν λέγετε ἀλήθειαν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι κατεδικάσθητε πρὶν ἀγοράσῃ ὁ κύριος Ζωγράφος τὸ χωρίον, καὶ τὰ σπίτιά σας ἀνεγνωρίσθησαν ἰδιοκτησία τοῦ Ἀαλῆ Πασσᾶ.
§48ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Δὲν ἐδικάσθημεν ποσῶς. Τοιούτων ἀποφάσεων δὲν ἔχομεν γνῶσιν. Ἂν ἐξεδόθησαν κατ’ ἐρήμην ἐναντίον ἡμῶν καὶ ἐκοινοποιήθησαν πρὸς ὑμᾶς, διαφέρει.
§49ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀρνεῖσθε τοῦτο τοὐλάχιστον ὅτι, ὅτε ἐμάθετε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δωρήσωσι τὸ χωρίον εἰς τὸν Ἀαλῆ Πασσᾶν, μετέβη ἐπιτροπὴ νὰ τὸ ἀγοράσῃ ἐν Κωνσταντινουπόλει; Δὲν ἠγείρατε τότε ἀξιώσεις, στηριζόμενοι εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον τινὲς ἐπαναλαμβάνουσιν ὅτι, ἐπειδὴ τινὲς τῶν οἰκιῶν ἠγέρθησαν διὰ δαπάνης τῶν κατοίκων, εἶναι οἱ κάτοικοι οὗτοι κύριοι καὶ τῆς γῆς; Ἐδικάσθητε τότε δὲν ἠξεύρω εἰς τί Δικαστήριον καὶ ἀπεῤῥίφθη ἡ αἴτησίς σας ἐπὶ τῶν οἰκιῶν. Ἀρνεῖσθε ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἠξεύρουσιν εἰς τὸ Ζάρκον, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνεγνώρισεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν οἰκιῶν; Πῶς θέλετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ ἀποκρύψητε;
§50ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἁπλᾶ παράπονα μόνον ἔκαμον οἱ κάτοικοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τῶν ἐπιστατῶν, ἐπιχειρούντων διὰ πιέσεων νὰ σφετερισθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἐγείρωσιν ἀξιώσεις καὶ ν’ ἀνεχθῶσιν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἵν’ ἀποδείξωσί τι, διότι αὐτοὶ εἶχον ὑπὸ τὴν κατοχὴν τοὺς οἴκους αὐτῶν καὶ τἆλλα. Ἐὰν δὲ, ὡς λέγετε, ἐπειδή τινες ἐσχάτως ἔκτισαν καινουργεῖς οἴκους ἐν Ζάρκῳ, ἔλαβον ἐκ τούτου μόνον ἀφορμὴν ἀξιώσεων κυριότητος, ἐνῶ ἡ γῆ δὲν εἶναι ἰδική των, τότε πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι τίτλους ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν οἰκιῶν (χοτζέτια) καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄλλοι ἀκόμη οἱ ἔχοντες παλαιοὺς οἴκους;
§51ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀρνεῖσθε, ὅτι οἱ Ἀναστασαῖοι ἔλαβον ἀπὸ τὸν ἀποσταλέντα τότε, μετὰ τὸν φόρον δηλαδὴ καὶ τὴν δήμευσιν τῆς περιουσίας τοῦ Ἀλῆ–Πασσᾶ, τὰς γαίας αὐτῶν, ὅτι ἀνεγνώρισε τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν ὁποίαν κατεῖχον, καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ Ἀναστασαῖοι μετὰ ταῦτα ἐπώλησαν αὐτὴν εἰς τὸν Ἀλῆ–Πασσᾶ;
§52ΤΑΡΜΠΑΖΗΣ. Οἱ Ἀναστασαῖοι; Τὸ εἶπον τοῦτο πρότερον καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ Ἀλῆ–Πασσᾶς τὸν Κὺρ Ἀναστάσην, ὡς τὸν ἱκανώτερον καὶ εὐφυέστερον τῶν ἄλλων, μεθ’ ὧν τὸν εἶχε προσκαλέσει ἐν Ἰωαννίοις, τὸν ἐκολάκευσε καὶ τῷ ὑπεσχέθη καὶ δῶρα, ἐλπίζων ἐκ τούτου νὰ ἀχθῇ εἰς τὸ νὰ καταπείσῃ τοὺς κατοίκους νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτοῦ· καὶ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε ἐσχημάτισεν ἰδέαν, ὅτι τὸν ὠφέλησε, πρὸς ἀμοιβὴν καὶ περιποίησιν ἀνεγνώρισε τὰς γαίας αὐτοῦ ἄνευ τοῦ τέλους τοῦ ἰμόρου.
§53ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς διηγεῖσθε ἱστορίαν..... (θόρυβος).
§54ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Βεβαίως ἱστορίαν, ἥτις δὲν σᾶς ἀρέσκει.
§55ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§56ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Οἱ ἐπιστάται λοιπὸν τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, μόλις ἔκαμον τὴν προκήρυξιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀντέστησαν οἱ κάτοικοι καὶ κατεθορυβήθησαν ὡς πρώτην φορὰν ἐν τῇ πατρίδι των ἀκούοντες τοιαύτας ἀξιώσεις, ἤρξαντο διὰ διαφόρων πιέσεων καὶ καταναγκασμῶν, διὰ φυλακίσεων ἐντὸς τοῦ Ζάρκου, ἔνθα εἶχον ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς αὐτῶν τὸν σταθμὸν τοῦ Νιζάμη, νὰ προσπαθῶσι νὰ ἐκβιάσωσι τοὺς κατοίκους, ὅπως ὑποκύψωσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις των, ἢ νὰ γείνωσι δηλαδὴ γεωργοὶ ἅπαντες, ἢ τοῦτο μὴ πράττοντες νὰ ἐκδώσωσι συμβόλαια μισθώσεως τῶν ἰδίων αὐτῶν οἰκιῶν πρὸς τὸν Χρηστάκη Ζωγράφου, δύω κυρίως σκοποὺς ἐπιδιώκοντες διὰ τούτου, τὸ μὲν νὰ κατορθώσωσιν, ἵνα ἔχωσι περισσοτέρους γεωργοὺς πρὸς πολλαπλασιασμὸν τῶν προσόδων τῶν γαιῶν, τὸ δὲ νὰ κατασβέσωσι τὰ λίαν διακεκριμένα δικαιώματα τῶν ἄλλων τῶν μὴ γεωργῶν, καὶ οὕτω ἀνατρέποντες ἄρδην τὴν πρὶν κατάστασιν καὶ παρουσιάζοντες ὅλως νέαν συμβιβαζομένην πρὸς τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν νὰ δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἶναι κύριοι τοῦ χωρίου. Καὶ τί ἔπραξαν! Ἐπειδὴ διὰ τῶν πιέσεων καὶ τῶν ἐξαναγκασμῶν ἐκείνων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φέρωσιν οὐδὲν ἀποτέλεσμα, κατήγγειλαν εἰς τὴν Ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν Λαρίσσης πέντε ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων Ζαρκηνῶν, ὅτι εἶναι λησταποδόχοι, καὶ ὅτι τεκταίνονται ἐπαναστατικὰ κινήματα. Συνεπείᾳ τῆς καταγγελλίας ταύτης ἡ Διοίκησις Λαρίσσης ἔπεμψε χωροφύλακας ἐφίππους (σουβαρὶ), οἵτινες δίκην ληστῶν συλλαβόντες αὐτοὺς, ὡδήγησαν ἐν Λαρίσσῃ, τὰς δὲ οἰκογενείας των ἐξεδίωξαν τοῦ χωρίου συντρίβοντες τὰ σκεύη καὶ τὰ ἔπιπλα αὐτῶν, ρίπτοντες αὐτὰ κακὴν κακῶς εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ μὴ δίδοντες ποσῶς προθεσμίαν κἂν, ἵνα τὰ μετακομίσωσιν. Ἠπείλουν δὲ τὰς δυστυχεῖς πέντε ταύτας οἰκογενείας, ὅτι καὶ θὰ τὰς ἐξορίσωσιν εἰς τὴν Ἰεμένην, ὅπερ ὅμως, καίτοι εὔκολον αὐτοῖς, δὲν ἐγένετο, καθόσον μόνον σκοπὸν εἶχον νὰ ἐμποιήσωσι τὸν φόβον καὶ τρόμον πρὸς ἐπίτευξιν τῶν σχεδίων των. Τὸ φοβερὸν τοῦτο γεγονὸς τοσοῦτον κατετάραξε τοὺς κατοίκους καὶ τοσαύτην ἀπελπισίαν ἐνέπνευσεν, ὥστε οἱ μὲν δυνάμενοι ἐξ αὐτῶν, ὑπερβαίνοντες τὰς 40 οἰκογενείας, μὴ ἐνδίδοντες νὰ ἐκδώσωσι μισθοτήρια, ἀπεφάσισαν καὶ μετώκισαν εἰς Τύρναβον, ἔνθα καὶ διαμένουσιν εἰσέτι, ἀποχαιρετίσαντες ἐν ἀραῖς καὶ δακρύοις πικροῖς τὴν προαιώνιον αὐτῶν πατρίδα, ἐν ᾗ κεῖνται τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων αὐτῶν, καὶ ἐξ ἧς σκληρότατα ἐξεπατρίζοντο ὑπὸ ὀργάνων ὁμογενοῦς ἐκ τῶν λεγομένων φιλογενῶν! Οἱ δὲ ὑπόλοιποι, οἱ μὴ δυνάμενοι, καί τοι ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀκολουθήσωσι τοὺς φεύγοντας αὐτῶν ἀδελφοὺς καὶ νὰ σώσωσιν οὕτω τὰ δικαιώματα αὐτῶν, ἐν τῇ ἀνεχείᾳ των δὲν τὸ κατώρθωσαν, καὶ οὕτω μείναντες ἠναγκάσθησαν νὰ ἐνδώσωσιν ἀπολύτως εἰς πάσας τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐπιστατῶν, οἵτινες μεταχειρίσθησαν αὐτοὺς χεῖρον εἰλώτων· διότι τοὺς μὲν ἔχοντας χεῖρας ἐργατικὰς μετέβαλον ἐκ τεχνιτῶν εἰς γεωργοὺς, τοὺς δὲ ὀλιγομελῶν οἰκογενειῶν ὑπεχρέωσαν νὰ ἐκδώσωσιν ἐνοικιαστήρια ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτῶν οἰκιῶν, πληρώνοντες ἐνοίκια, τὰ ὁποῖαι, ἐὰν ἕνεκα ἀνεχείας ἐπ’ ἐλάχιστον καθυστέρουν, ἐφυλακίζοντο ἐν τῇ Ἐπιστασίᾳ, διότι ἡ Ἐπιστασία, μετατραπεῖσα εἰς Δικαστήριον, αὐτὴ ἐφυλάκιζε καὶ ἀπεφυλάκιζε, ἐδίκαζε καὶ κατεδίκαζε. Καὶ ποῦ ἐφυλακίζοντο, κύριοι! μοὶ φαίνεται πολὺ δεινὸν νὰ τὸ εἴπω. Τοὺς ἐφυλάκιζον ἐν ἀποπάτῳ, ὅστις σώζεται ἔτι καὶ νῦν, καὶ εἶδον αὐτὸν καὶ πολλοὶ ἀξιότιμοι ἀξιωματικοὶ καὶ ἄλλοι διελθόντες ἐκεῖθεν, πρὸς οὓς οἱ κάτοικοι καὶ τὰ νήπια ἔτι παραπονούμενοι τὸν ἐδείκνυον ἀναμιμνησκόμενοι μετὰ ῥίγους τὰς ἡμέρας, καθ’ ἃς ἐν αὐτῷ ἐταλαιπωροῦντο! Εἷς κάτοικος τῶν ἐγκριτωτέρων, Σκανδάλης καλούμενος, φυλακισθεὶς ἐν αὐτῷ καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃ τὴν δυσωδίαν, ἔμεινεν ἐπὶ δύω ἡμέρας νῆστις καὶ ἐν ᾧ ἔλεγε πρὸς τοὺς κομίζοντας αὐτῷ τὰ ἐδέσματα: «Τί μὲ φέρετε νὰ φάγω ἐδῶ, ὅπου δὲν ἠμπορῶ οὔτε νὰ ἀναπνεύσω»! Μολοντοῦτο ἡ σκληρότης τῶν ἐπιστατῶν τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου δὲν ἐκάμπτετο, καὶ εἰς τοὺς ἐμμένοντας ἔθετον εἰς τοὺς πόδας καὶ σιδηρᾶς ἁλύσεις ἵππων! Τοιαῦτα δεινοπαθήματα ὑπέστησαν οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τοῦ χωρίου Ζάρκου. Κατόπιν δὲ, ἀφοῦ κατώρθωσαν οἱ ἐπιστάται νὰ λάβωσι τὰ ἐνοικιαστήρια ἔγγραφα, ἐπέβαλον ἀνηκούστους φόρους ἐπὶ τῶν ζῴων αὐτῶν, φόρους ἐπὶ τῶν ἁμαξίων, ἐνοίκια ἐπὶ τῶν λειμώνων, οὓς πρότερον οἱ κάτοικοι ἐνοικίαζον εἰς βλαχοποιμένας, φόρους ἐπὶ τῶν κρεάτων τῶν πωλουμένων ἐν τῇ ἀγορᾷ, φόρους ἐπὶ παντὸς εἴδους ὠνίων εἰς τρόπον ὥστε τὸ δύστηνον αὐτὸ χωρίον κατήντησε νὰ ἐρημωθῇ καὶ αὐτῶν τῶν τροφίμων.
§57Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶχεν ἐπιστάτας τὸ χωρίον τοῦτο;
§58ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μάλιστα, δύω τρεῖς Ἀλβανούς.
§59Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πῶς ὠνομάζοντο;
§60ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὁ εἷς Ἀθαν. Τζούρας, ὁ ἄλλος Νικόλ. Γκίκας καὶ...
§61Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶχον ἀκούσει ὅτι ἦτο καί τις Ταρπάζης.
§62ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὄχι· θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ τούτου.—Ὁ Τζούρας ἦτο κυρίως ὁ διαπράξας τὰ δεινότερα ἀπὸ τοῦ 1874–1876. Κατόπιν διωρίσθη ὁ κ. Γεννάδιος, κατόπιν ὁ Γκίκας καὶ ἄλλοι. Ὁ Τζούρας ἐπέβαλε καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν συκαμινεῶν· καὶ ἂν ἐτύγχανε κάτοικός τις νὰ ἔχῃ ἐντὸς τοῦ οἴκου του συκαμινέαν τινὰ εὑρεθεῖσαν ἀνέκαθεν πρὸς σκιὰν, καὶ ταύτην ἐφορολόγουν. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα, καθ’ ἃ τὴν νύκτα πολλάκις οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου τούτου, συνοδευόμενοι ὑπὸ μισθοφόρων τῆς Ἐπιστασίας, ἐκτύπουν βαναύσως τὴν θύραν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου οἰκοκύρη, ὅπως κόψωσι τὰ φύλλα τῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ συκαμινέας, ἵνα θρέψωσι τοὺς μεταξοσκώληκας! Ἀλλὰ τί πρῶτον, τί δ’ ὕστατον νὰ εἴπω; ἡ γενομένη ἐξόντωσις τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου χωρίου εἶναι φοβερὰ καὶ ἀπερίγραπτος. Τὰ τερατουργήματα τῶν ἐπιστατῶν τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου εἶναι τοσαῦτα, περιπεπλεγμένα ἀκόμη καὶ διὰ φόνων ἀθώων πολιτῶν, ὥστε ἀδύνατον νὰ λεχθῶσιν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλὴ ἰδέαν περὶ τῶν δεινοπαθημάτων, ἅτινα ὑπέστησαν οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι, καὶ ἵνα πεισθῇ, ὅτι ὡς σκληρῶς ἠδικημένοι ὑψοῦσι φωνὴν σωτηρίας τὴν σήμερον, θὰ ἀναγνώσω περικοπὴν τῆς παρούσης διατριβῆς, ἣν συνέταξαν πρὸς δημοσίευσιν καὶ ἥτις μέχρι τοῦδε δὲν ἐδημοσιεύθη. (Ἀναγινώσκει).
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί δὲν ἐδημοσιεύθη;
§64ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Διότι δὲν ἔχουσι χρήματα.
§65ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σεῖς τοὺς ἐφορολογήσατε διὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ ἐφημερίδας δὶς ἢ τρὶς μέχρι τοῦδε.
§66ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἀρκετὰ τοὺς ἐφορολόγησαν οἱ ἐπιστάται τοῦ πενθεροῦ σας, εἰσπράξαντες, ἐκτὸς τοῦ ἰμόρου, ὅπερ μόνον εἰσέπραττον οἱ προκάτοχοι, καὶ 20,000 περίπου λιρῶν ἀπὸ τοῦ 1874 μέχρι σήμερον ἐκ τῶν ἐνοικίων καὶ τῶν ἄλλων ἀνηκούστων φόρων, τοὺς ὁποίους προεῖπον, ὥστε δὲν ἔμεινε πλέον ἰκμὰς, ἵνα σήμερον τοὺς φορολογήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§67ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Τουρκικὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι αἱ οἰκίαι ἦσαν τοῦ ἰδιοκτήτου. Σεῖς δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀναγνωρίσητε αὐτό. Σᾶς εἶπον τότε πολὺ δικαίως ἢ θὰ ὑπογράψητε ἔγγραφα ἀναγνωρίζοντα τὸν ἰδιοκτήτην ἢ θὰ φύγητε. Νομίζετε δι’ ὅσων λέγετε, ὅτι ἀποδεικνύετε, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα;
§68ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Θὰ παραστήσω δι’ αὐτῶν, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅτι δικαιώματα ἀναμφισβήτητα διηρπάγησαν, ὅτι τοὺς χωρικούς, ἐνῶ πρὶν ἦσαν ἐν ἀνεκτῇ καταστάσει, τοὺς κατήντησαν εἵλωτας, καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ δουλείᾳ δὲν δύνανται σήμερον νὰ ὑπάρξωσιν, ὁπότε βασιλεύει ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἐλευθερία. Τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους, ὡς προεῖπον, ἐπέβαλον, πῶς τοὺς εἰσέπραττον νομίζετε; Τοὺς εἰσέπραττον, κύριοι, εἰς μετζίτιον ἀργυροῦν πρὸς γρόσια 18, ἐνῶ οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι ἐργαζόμενοι τὸ ἐλάμβανον κατὰ τὴν τρέχουσαν ἐν τῇ ἀγορᾷ τιμὴν πρὸς γρόσια 36! Διὰ τοῦτο ὑψοῦσι φωνὴν σήμερον λέγοντες, ὅτι οὐδέποτε φρονοῦσι, ὅτι θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ θλιβεραὶ ἐκεῖναι ἡμέραι καὶ αἱ φοβεραὶ ἐκεῖναι σκηναί, καθ’ ἃς, ἀγόμενοι δίκην εἱλώτων ἢ μᾶλλον δίκην λῃστῶν, ἐπλήρουν τὰς φυλακάς, καταναγκαζόμενοι ν’ ἀποτίνωσι τοιούτους φόρους! ὅτι δὲν φαντάζονται νὰ ἴδωσι πλέον τὰς δεινὰς ἐκείνας ἡμέρας, καθ’ ἃς, μὴ ἀποτίνοντες τοὺς φόρους τούτους ἢ ἀποτίνοντες αὐτοὺς καὶ μὴ συμμορφούμενοι πρὸς τὰς ἄλλας τυραννικὰς διατάξεις τῆς Ἐπιστασίας, ὑφίσταντο τὰ προμνησθέντα δεινοπαθήματα. Ἡ Ἐπιστασία ἦν τὸ Εἰρηνοδικεῖον, τὸ Πρωτοδικεῖον, τὸ Ἐφετεῖον, ὁ Ἄρειος Πάγος, διεπομένη ὑπὸ ἰδίων αὐτῆς Νόμων, συνταχθέντων ἐν Γαλατᾷ τῆς Κων)πόλεως τὴν 18 Φεβρουαρίου 1876 παρὰ τοῦ καταστήματος τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου καὶ φερόντων τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ προηγουμένου τοῦ «ἐνεκρίθη, ἀπεφασίσθη καὶ ὑπογράφη ἐν Γαλατᾷ Κωνσταντινουπόλεως κτλ». Ἰδοὺ καὶ ὁ τύπος τῶν ἐνοικιαστηρίων, ὁ μεταξὺ τῶν σταλέντων αὐτῶν Νόμων περιεχόμενος (ἀναγινώσκει).
§69ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπεγράφησαν πολλὰ τοιαῦτα;
§70ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μάλιστα πολλά. Ὡς παρατηρεῖτε κατὰ τὸν τύπον τοῦ ἐνοικιαστηρίου, ὁσάκις οἱ κάτοικοι ἐν τῇ ἀνεχείᾳ των καθυστέρουν τὸ ἐνοίκιον τῆς οἰκίας των, ἐξεποίουν οἱ ἐπιστάται τὰ σκεύη καὶ ἔπιπλα αὐτῶν. Ἑνὸς δὲ Παπαϊωάννου πενεστάτου, μὴ ἔχοντος τοιαῦτα, ἐξεποίησαν δύω τρεῖς αἶγας!
§71ΣΤΑΪΚΟΣ. Αὐτὰ τὰ κάμνουν οἱ εἰσπράκτορες διὰ μίαν δραχμήν.
§72ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἐννοῶ τὸ βίαιον τῶν ἐνοικιαστηρίων, τὴν δι’ αὐτῶν ἁρπαγὴν τῶν οἰκιῶν τῶν κατοίκων καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἐπιστατῶν ὡς ἰδιωτῶν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Οἱ εἰσπράκτορες διαφέρουν...
§73ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐξακολουθοῦν νὰ πληρώνουν οἱ κάτοικοι ἐνοίκιον;
§74ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἠρνήθησαν, μετὰ τὴν κατάληψιν, τὸ τοιοῦτον, πεποιθότες ἐπὶ τὸ δίκαιον αὐτῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, ἔχοντες ἐν ταῖς χερσὶν αὑτῶν τὰ βίαια ἐκεῖνα ἐνοικιαστήρια ἔγγραφα, ἤγειραν ἀγωγὰς κατὰ 12 μόνον οἰκογενειῶν, δυνάμει τοῦ περὶ ἐξώσεων συνοπτικοῦ Νόμου ΥΛΖ τῆς 9 Ἰουνίου 1871, ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, καὶ ὁ Πρόεδρος ἐξέδοτο ἀπόφασιν διατάσσουσαν τὴν ἔξωσιν τῶν οἰκογενειῶν, μὴ παραδεχθεὶς διὰ τὸ συνοπτικὸν τῆς διαδικασίας ἀποδείξεις τοῦ βιαίου τῶν ἐνοικιαστηρίων, ἀλλὰ προσθεὶς ἐν τῷ διατακτικῷ τῆς ἀποφάσεως, ὅτι αὕτη δὲν ἐπηρεάζει ποσῶς τὴν κυρίαν δίκην, ἣν δύνανται νὰ ἐγείρωσιν οἱ κάτοικοι καὶ ν’ ἀποδείξωσι τὰ δίκαια αὐτῶν.
§75ΡΑΛΛΗΣ. Ἔγεινεν ἔφεσις;
§76ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μάλιστα ἔγεινε, καὶ ἐπεκυρώθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται παρὰ τοῦ Ἐφετείου Λαρίσσης. Ὁ τύπος κατέστρεψε τὴν οὐσίαν διότι οἱ ἐπιστάται ἐξετέλεσαν τὰς ἀποφάσεις καὶ ἔξωσαν τῶν οἰκιῶν τὰς ῥηθείσας οἰκογενείας, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐκρήμνισαν αὐτὰς ἐκ θεμελίων, ὅπως ἐμπνεύσωσι τὸν φόβον καὶ τρόμον καὶ ὅπως ἐν τῷ ἀνάνδρῳ αὐτῶν πείσματι δυνηθῶσι νὰ κατασβέσωσι τὴν φωνὴν τοῦ δικαίου. Οὕτω δὲ διὰ πρώτην φορὰν καὶ ἐν ἡμέραις ἐλευθερίας εἶδον οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι καὶ τὸν κρημνισμὸν τῶν οἰκιῶν, ἐν αἷς ἐγεννήθησαν, καὶ ἃς ἰδίαις δαπάναις ἔκτισαν καὶ ἐπεριποιήθησαν. Ἐνῷ λοιπὸν τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα κακὰ ἔπραξαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου πρὸς τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο χωρίον, ἔρχεται ὁ κ. Δεληγεώργης, ὁ μὴ ἔχων γνῶσιν τῶν πραγμάτων ἐκείνων ποσῶς, καὶ ἐξανίσταται ἐναντίον μου ὡς ψευδομένου, ἀποκαλέσας καὶ τὸν πατέρα μου, τὸν ἀγωνισθέντα διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῶν καταπατουμένων δικαιωμάτων αὐτοῦ καὶ τῶν συμπατριωτῶν του καὶ θυσιάσαντα καὶ περιουσίαν, ὀχλαγωγὸν, νομίζων ὅτι εὑρίσκετο εἰς κανὲν Τουρκικὸν μεσλίσι, ὅπου ἡ λέξις ὀχλαγωγὸς ἔχει σημασίαν καὶ παρέχει ὕλην πρὸς ῥᾳδιουργίαν. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὴν λέξιν ὀχλαγωγὸς τὴν ἐξήνεγκεν ἐνώπιον Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου λαμβανομένην ὑπὸ ὅλως ἀντίθετον ἔποψιν. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸν υἱὸν τοῦ ὀχλαγωγοῦ πατρὸς τὸν ἐξαπέστειλεν ὁλόκληρος Ἐπαρχία ὁμοθυμαδὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς.
§77ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑποσχεθέντα ὅμως πρίν, ὅτι θ’ ἁρπαχθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ θὰ δωρηθῶσιν αὐτοῖς αἱ γαῖαι καὶ τὰ λειβάδια καὶ αἱ ἄμπελοι κτλ.
§78ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Βεβαίως τοιαῦτα σᾶς συμφέρει νὰ λέγητε. Ὁ πατήρ μου διῴκησεν ἐπὶ εἰκοσαετίαν τὸν Νομὸν Τρικκάλων κατὰ τύπον μὲν ὡς γραμματεὺς τοῦ διοικητοῦ, πράγματι δὲ ὡς διοικητὴς, εὐεργετήσας ποικιλοτρόπως τοὺς πατριώτας αὐτοῦ, οἵτινες ἕνεκα τούτου ἐξελέξαντο τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἀντιπρόσωπον, μόλις ῥίψαντα τὸ πρῶτον βῆμα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, πεποιθότες ὅτι καὶ οὗτος, ἀντάξιος τοῦ πατρός του ὡς πρὸς τὸ εἰλικρινὲς τοῦ χαρακτῆρος, θέλει φροντίσει ὑπὲρ τοῦ καλοῦ καὶ θέλει ὑπερασπισθῆ τὰ καταπατούμενα δικαιώματα αὐτῶν.
§79ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς λοιπὸν ἦτο φιλελεύθερος καὶ συγχρόνως ὑπηρέτει;
§80ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Λοιπὸν, διοικοῦντος τοῦ πατρός σου εἰς τὰ Τρίκκαλα, ἐγένοντο ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα παρέστησε;
§81ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὁ πατήρ μου διῴκισεν ἀπὸ τὸ 1840 μέχρι τοῦ 1858. Τὰ δεινοπαθήματα καὶ τὰ τερατουργήματα, ἅπερ ἀνέφερον, ἔλαβον χώραν ἀπὸ τοῦ 1874 καὶ ἑξῆς, ἐννοῶ τὰ τελευταῖα οὐχὶ τὰ ἐπὶ Ἀλῆ–Τεπελενλῆ, ἅπερ συνέβησαν πρὸ τοῦ 1820.
§82ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἴσα ἴσα τοῦ πατρός σου, ἐπειδὴ τὸν τιμῶ, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπιστολάς.
§83ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Τοῦτο τὸ εἴπατε καὶ ἄλλοτε. Ὁ πατήρ μου μετέβη ἐπίτηδες εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐκεῖ ἠθέλησε νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα περὶ τῶν ἁρπαγέντων κτημάτων. Οὕτω δὲ ἐνεχείρισε ἰδίαις χερσὶ ἀρτζοχάλι πρὸς τὸν Σουλτάνον Ἀζὶζ, (ἀναφορὰν), περιέχουσαν τὰ παράπονα τῶν κατοίκων Ζάρκου.
§84ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις κατῴκει εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ζωγράφου.
§85ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι συνεπείᾳ τούτου ὀργισθέντες τὸν ἐρᾳδιούργησαν παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ οὕτω ἐξεδόθη ἀπόφασις, ἐξορίζουσα αὐτὸν, καὶ ἤθελε πραγματοποιηθῆ, ἐὰν, πληροφορούμενος παρὰ φίλων, δὲν ἔσπευδε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα, ἔνθα ἐκρύπτετο ἐπί τινα καιρόν.
§86ΡΑΛΛΗΣ. Παρὰ τίνος ἐξεδόθη ἀπόφασις;
§87ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διαταγὴ ἐννοῶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἀστυνομίας, νὰ συλληφθῇ καὶ νὰ σταλῇ εἰς τόπον ἐξορίας. Μετά τινα ἔτη ἐπανῆλθε πάλιν ὁ πατήρ μου ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο πλέον ν’ ἀνθέξῃ ἀπέναντι τῆς ἰσχύος καὶ τῶν ῥᾳδιουργιῶν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καί τοι ἐφωδιασμένος μὲ ἔγγραφα καταδεικνύοντα τὰ καταπατούμενα δικαιώματα τῶν κατοίκων, μετέβη παρὰ τῷ Χρηστάκῃ Ζωγράφῳ καὶ παρεκάλεσεν αὐτὸν, ὅπως, ὡς ὁμογενὴς, εὐσπλαγχνισθῇ τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο χωρίον καὶ παύσῃ τὴν κατ’ αὐτοῦ καὶ τῶν συμπατριωτῶν του καταφορὰν, παύσῃ δὲ καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ τῶν ἐνοικίων, παραστήσας τὰ καθέκαστα καὶ ἀποδείξας, ὅτι ζημίαν μᾶλλον ἔχει ἐκ τούτων, διότι οἱ κάτοικοι ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ τῶν διασκορπίζονται, οἱ δὲ μένοντες, δὲν ἐργάζονται μετὰ ζήλου, καὶ οὕτω ἐλατοῦται ἡ πρόσοδος τοῦ ἰμόρου. Παραδεχθεὶς τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων τοῦ πατρός μου, ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει παραιτηθῆ πάντων τῶν ἄλλων, ἅπερ οἱ ἐπιστάται αὐτοῦ ἐφήρμοσαν, καὶ ὅτι θέλει ἀρκεσθῆ εἰς ὅ,τι οἱ δικαιοπάροχοι αὐτοῦ, δηλονότι εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἰμόρου. Τότε δὲ τὸν διώρισε καὶ ἐπιστάτην, ἀλλ’ ἡ ἐπιστασία του ἦτο, κατὰ τὴν κοινὴν φράσιν, ἀπὸ τὰ σῦκα ἕως τὰ σταφύλια, διότι ἐπανακάμψαντα δὲν ἀνέθηκεν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸν ἔπαυσε πέμψας μετὰ 2–3 μῆνας ἐγγράφως τὴν παῦσιν. Τὰ δὲ πράγματα ἐβάδισαν τὴν πρὶν χαραχθεῖσαν πορείαν χωρὶς νὰ γείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀνακούφισις πρὸς τοὺς κατοίκους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστασία τοῦ πατρός μου! Ὁ κ. Δεληγεώργης οὐδέποτε ἤλπιζον νὰ ὀνομάσῃ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὸν πατέρα μου ὀχλαγωγὸν, ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ποσῶς δὲν γνωρίζει· οὐδὲ ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ κατήρχετο εἰς τοσούτῳ χαμηλὸν στάδιον, ὥστε ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν καὶ νὰ κηρυχθῇ ὑπερασπιστὴς ἐνίων ἀδικητῶν ἐναντίον ὁλοκλήρου δεινοπαθοῦντος λαοῦ! Ἀλλὰ δὲν ἔλαβον ὑπὸ σκέψιν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὸ σχετικὸν αὐτοῖς παρελθὸν, προεξοφλοῦσι τὸ μέλλον, ἐὰν ἔχωσι τοιοῦτον, χάριν παρόντος εὐτυχοῦς. Τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα δεινὰ ὑποστάντες οἱ κάτοικοι Ζάρκου, ὅμοια δὲ περίπου, ἀλλ’ εἰς διαφόρους χρονολογίας, πάντοτε ὅμως μετὰ δωρεὰν ἢ πώλησιν ὑπὸ τοῦ Σουλτάνου, καὶ οἱ τῶν ἄλλων χωρίων τῶν τῆς ὁμοίας αὐτῷ κατηγορίας, ἤλπιζον, μηδ’ αὐτῶν τῶν πρὶν τοῦ Ἀλῆ προσβληθέντων ἐξαιρουμένων, ὅτι, ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀπελευθέρωσις, ἤθελον προστατευθῆ τὰ καταπατηθέντα αὐτῶν δικαιώματα· δυστυχῶς ὅμως οὐ μόνον τούτου δὲν ἔτυχον, ἀλλὰ καὶ εἰς χείρονα ἢ ἐπὶ Τουρκοκρατίας περιῆλθον κατάστασιν· διότι οἱ νῦν λεγόμενοι ἰδιοκτῆται, ἐπωφελούμενοι τῆς προκαταλήψεως, ἣν ὑπὲρ αὐτῶν ἔχουσιν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις καὶ τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια, πλησιάζουσι νὰ κατορθώσωσι τὴν ἀφομοίωσιν τῶν χωρίων ἐκείνων πρὸς τὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὰ καθαρᾶς ἰδιοκτησίας πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον ἐνεργήσαντες, κατώρθωσαν καὶ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃ οὐδεμία τροποποίησις δύναται νὰ ἐπενεχθῇ εἰς τὰς ἐν Ἠπείρῳ Θεσσαλίᾳ σχέσεις τῶν ἀγροτῶν εἰ μὴ διὰ γενικοῦ Νόμου, ἐφαρμοστέου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀναρμόδιον, ζήτημα τοσούτῳ πολύπλοκον, νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ οὐδαμόθεν ἄλλοθεν δύναται νὰ ὁρισθῇ ἡ τύχη καὶ ἡ πορεία, ἣν μέλλει νὰ ἔχῃ. Ἀνακεφαλαιῶν τὰ ὅσα μέχρι τοῦδε ἐξέθηκα καταλήγω εἰς τὰ ἑξῆς, παραλείπων καὶ πολλὰ ἄλλα...
§88ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τὰ εἰπῆτε.
§89ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὅτι πάντα τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ χωρία ἀνάγονται εἰς τρεῖς κυρίως κατηγορίας. Ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι τῶν χωρίων ἐκείνων, ἅπερ, ἐρημωθέντα, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Τούρκων, ἐδημεύθησαν καὶ διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἐξ Ἰκονίου καὶ ἄλλων μερῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας Ὀθωμανοὺς μετανάστας. Τὰ χωρία ταῦτα εἶναι τὰ μόνα καθαρᾶς ἰδιοκτησίας, τὰ μόνα ζευγηλατεῖα (Τσιφλίκια), ἅτε προελθόντα ἐξ ἐρημώσεως καὶ συμβιβαζόμενα πρὸς τοὺς Ὀθωμανικοὺς Νόμους, καθ’ οὓς δὲν δύναται νὰ δοθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς ἓν ἄτομον καὶ νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς ζευγηλατεῖον (Τσιφλίκιον) αἱ γαῖαι χωρίου, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ὑπάρχουν. (Ἄρθρον 130 τοῦ «περὶ γαιῶν» Ὀθωμανικοῦ Νόμου). Ἡ δευτέρα κατηγορία εἶναι τῶν χωρίων ἐκείνων, ἅτινα διὰ πιέσεων ἐξηνάγκασαν οἱ κατὰ τόπους ἰσχυροὶ Βέηδες καὶ Σπαχίδες ν’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτοῖς ποσόν τι μόνον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅπερ, λαβὸν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ 15–20%, ἀνεβιβάσθη εἰς δεινοτέρας περιστάσεις εἰς 25–30% σχὸν τὴν ὀνομασίαν ἴμορον, καθιερωθὲν ἕνεκα τοῦ μακροῦ χρόνου καὶ νομιμοποιηθέν. Εἰς ταῦτα συγκαταριθμητέον καὶ τὰ αὐθορμήτως ἕνεκα πιέσεων τεθέντα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Βασιλομήτορος (βαλιντὲ) καὶ διαφόρων τεμενῶν (βακούφ). Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι τῶν χωρίων τῶν μεγαλειτέρων, τῶν κεφαλοχωρίων καλουμένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Τύραννος τῆς Ἠπείρου Τεπελενλῆ Ἀλῆ–Πασσᾶς ἠδυνήθη διὰ φοβερᾶς βίας νὰ ἐπιβάλῃ τὸ ἴμορον, εἰσπράττων αὐτὸ κατ’ ἔτος ἁρπακτικῶς διὰ τῶν Ἀλβανῶν μισθοφόρων, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐ μόνον ἔγγραφα ἰδιοκτησίας, ὅτι ἠγόρασεν ὡς οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἰσχυρίζονται, ἀλλ’ οὐδὲ ἁπλῶς προφορικὴν κἂν συναίνεσιν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων. Τὸ ἴμορον τῶν χωρίων αὐτῶν, κατὰ τὴν καταγραφὴν τοῦ Καπουτζίμπαση, ὡς εἶπον, ἐδήμευσεν ὁ Σουλτάνος καὶ ἐξηκολούθησε, εἰσπράττων αὐτὸ δι’ ἀντιπροσώπων ἢ ἐνοικιαστῶν, διατηρούντων τῶν κατοίκων ὑπὸ τὴν κατοχὴν καὶ τὴν κυριότητα αὐτῶν τοὺς οἴκους, τὰς ἀμπέλους, ἅπερ ἐπώλουν δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, τοὺς ἀγροὺς καὶ λειμῶνας, οὓς ἐνέμοντο καὶ ἐνῳκίαζον πολλάκις εἰς βλαχοποιμένας κτλ. μόνον δὲ οἱ τελευταῖοι, πρὸς οὓς ἐδωρήσατο ἢ ἐπώλησεν ὁ Σουλτάνος τὸ ἴμορον, προσέβαλον τὰ δικαιώματα ταῦτα τῶν κατοίκων, θελήσαντες νὰ μετατρέψωσιν αὐτὸ εἰς δικαίωμα ἰδιοκτησίας. Τὰ πρῶτα χωρία τῆς πρώτης κατηγορίας, ἀποτελοῦντα τὸ ⅙ τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας, παρουσιάζονται ὡς ζευγηλατεῖα (Τσιφλίκια) τὸν πρῶτον αἰῶνα μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Τουρκικῆς δυναστείας. Τὰ δεύτερα χωρία, τὰ τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἀποτελοῦντα τὰ 3)6, παρουσιάζονται ὡς τελοῦντα τὸ ἴμορον ἐπὶ δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τοὺς δύω κατόπιν αἰῶνας. Τὰ δὲ τῆς τρίτης κατηγορίας, ἀποτελοῦντα τὰ 2)6, παρουσιάζονται ὑπὸ τὴν κατάστασιν, ἣν ἐξέθηκα, τον τελευταῖον αἰῶνα. Ἤδη πολλὰ τῶν χωρίων αὐτῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, ἐπελθούσης τῆς ἀπελευθερώσεως, ἣν ἐναγωνίως περιέμενον, ἀπεκήρυξαν, ὡς ἦν ἑπόμενον, τὰς ἀξιώσεις τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν, ἐννοοῦντα νὰ διεκδικήσωσι καὶ τύχωσι τῶν δικαίων των. Τί ἔπαθον ὅμως πάντα ταῦτα καὶ εἰς ποῖον χεῖρον καὶ ἐπικίνδυνον σημεῖον περιέστησαν, ἵνα λάβητε γνῶσιν ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς. Οἱ κάτοικοι Ζάρκου ἅμα τῇ καταλήψει ἠρνήθησαν τὰς ἀξιώσεις τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου ὡς ἰδιοκτήτου. Συνεπείᾳ τούτου οἱ ἐπιστάται αὐτοῦ διακηρύττοντες, ὅτι τὸ χωρίον ῥιζηδὸν εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ κυρίου αὐτῶν, ὅτι οἱ κάτοικοι δὲν ἔχουσι κανὲν δικαίωμα, καὶ ὅτι ὅποτε θέλουσι δύνανται νὰ τοὺς ἐξώσωσι, προσέδραμον εἰς τὰς διοικητικὰς Ἀρχάς· διαμαρτυρόμενοι δὲ καὶ παριστῶντες, ὅτι οἱ κάτοικοι ὡς ἀλλαχόθεν ἐξ ἀγνώστων μερῶν ἐκκινήσαντες ἐπέδραμον ἐπὶ τὰ κτήματα αὐτῶν· ὡς νὰ τὰ εἶχον αὐτοὶ μόνοι δύω ἢ τρεῖς, ἐζήτουν οὕτω παρὰ τῆς Ἀρχῆς τὴν προστασίαν πρὸς ἔξωσιν τῶν ἐπιδρομέων! Οὕτω λοιπὸν κατὰ τὸν Ὀκτώμβριον πρὸς τὸν Νοέμβριον τοῦ 1881 ἐστάλη ἐκ Τρικκάλων ὁ Ὑπομοίραρχος Καλαπτσῆς, ὅστις ἐνῶ, τὰ ζῶα τῶν κατοίκων ἔβοσκον εἰς τοὺς λειμῶνας, οὓς ἀνέκαθεν οὗτοι ἐνέμοντο, ἐξεδίωξεν αὐτὰ διὰ τῶν χωροφυλάκων καταπνιξάντων πᾶσαν φωνὴν τῶν κατοίκων διὰ ὑβρισμῶν καὶ δαρμῶν, παραδεχθεὶς κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐπιστατῶν ὡς πράγματι ἐπιδρομεῖς καὶ ξένους τοὺς ἀπογόνους τῆς πάλαι ποτὲ περιφήμου ταύτης κωμοπόλεως Φαρκαδῶνος!
§90ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦτο ἐγκαθιδρυμένα τὰ Δικαστήρια τότε;
§91ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὄχι, δὲν ἦσαν. Τέσσαρας δὲ ἐντίμους πολίτας, μὴ θέλοντας νὰ παραδώσωσιν εἰς τοὺς ἐπιστάτας ἰχθυοτροφεῖόν τι (διβάρι), ὅπερ εἶχον καταλάβει ἐπὶ Τουρκοκρατίας, συλλαβὼν ὡδήγησεν εἰς Τρίκκαλα ἐν τῇ Μοιραρχίᾳ, ἔνθα ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους ἡμέρας ἐφυλακίσθησαν ἄνευ δικαστικοῦ ἐντάλματος. Τὸ διβάρι αὐτὸ ἀνῆκεν εἰς τινα, Ἀναγνώστην Δόλγκυραν καλούμενον, ὅστις τὸ ἐνέμετο ἀνέκαθεν ἐπὶ πάντων τῶν προκατόχων τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου. Ἀλλ’ οἱ ἐπιστάται τοῦ τελευταίου τούτου τὸ ἀφήρεσαν βίᾳ καὶ τὸ ἐνῳκίαζον μετὰ ἑνὸς κοινοτικοῦ πλοιαρίου ἀντὶ 12,000 γροσίων εἰς βλάχους.
§92ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ Τουρκίας;
§93ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μάλιστα ἐπὶ Τουρκίας. Μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐγένετο δευτέρα ἐκδίωξις ὑπὸ τῶν ἐπιστατῶν διὰ τοῦ Ὑπομοιράρχου, ἐνῶ τὸ ἰχθυοτροφεῖον τὸ ἔχουσι κατεσκευασμένον οἱ πατέρες τοῦ Ἀναγνώστου, μετενεγκόντες πέτρας μεγάλας, δι’ ὧν ἔφραξαν τὸν ποταμόν. Φαντάσθητε δὲ διὰ νὰ φραχθῇ ὁλόκληρος ἡ κοίτη τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ πόση ὕλη ἀπαιτεῖται καὶ πόσα ἔξοδα.
§94Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰς τὸ Δημόσιον ἀνῆκεν αὐτό;
§95ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἀνῆκεν, ὡς σᾶς εἶπον, εἰς τὸν Ἀναγνώστην Δόλγκυραν, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώριζεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ὡς κύριον αὐτοῦ, διότι ἡ οἰκογένειά του τὸ ἔκτισε. Τὸ ἐνέμετο δὲ ἐλευθέρως μέχρι τοῦ 1874 ὁπότε τὸ ἥρπασαν οἱ ἐπιστάται τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου καὶ τὸ ἐνῳκίαζον εἰς ἄλλους βλάχους. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς καταλήψεως, εὑρὼν τὸν καιρὸν, τὸ κατέλαβεν ὁ Δόλγκυρας, ἀλλ’ οἱ ἐπιστάται, γενομένης τῆς καταλήψεως ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων, τὸν ἐξεδίωξαν πάλιν διὰ τῶν χωροφυλάκων. Τοῦ λόγου γενομένου περὶ τοῦ ἰχθυοτροφείου αὐτοῦ, παρατηρῶ, ὅτι, ἐνῶ ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος πολίτης τὸ ἔκτισε διὰ δαπάνης τῆς περιουσίας του καὶ δι’ αἵματος, διότι ἐπνίγησαν καί τινες οἰκεῖοί του κατὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, τελευταίως τὸ κατέλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ἐνοικιάζει. Ἀφοῦ οἱ κείμενοι Νόμοι οὕτω κελεύουσι, τοὐλάχιστον ἂς δοθῇ μία ἀποζημίωσις εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχῆ.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἔχει ὁ Χρηστάκη Ζωγράφος ἢ τὸ Δημόσιος;
§97ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Σήμερον τὸ ἔχει τὸ Δημόσιον. Θέλω νὰ δείξω τὴν σύγχυσιν, εἰς ἣν διατελοῦσι τὰ πράγματα ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις, καὶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὤφειλον νὰ μελετήσωσι τὴν κατάστασιν αὐτῶν εἰδικώτερον.
§98ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Περιάγετε τὴν συζήτησιν εἰς ζητήματα ἄλλα (θόρυβος)
§99ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Παρακαλῶ τὴν συμπολίτευσιν καὶ ἀντιπολίτευσιν νὰ μὴ θεωρήσωσι τὸ ζήτημα φατριαστικόν. Ἐκθέτω τὴν ἀλήθειαν γυμνὴν πάσης ἄλλης ἰδέας καὶ εὔχομαι ὅπως ἀπὸ κοινοῦ καὶ ὁμοθυμαδὸν ἡ Βουλὴ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ, συμφώνως πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον· διότι κύριοι, ἡ κατάστασις τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων νέων Ἑλλήνων πολιτῶν εἶναι οἰκτρά!
§100ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λαμπρά.
§101ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Θὰ σᾶς τὴν καταδείξω καὶ δι’ ἀριθμῶν.
§102ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος (θόρυβος).
§103ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἰδοὺ ἓν παράδειγμα, ὅτι ἡ κατάστασις ἐκείνη εἶναι ἐλεεινὴ καὶ ὀπισθοδρομική. Ὁ Χρηστάκης Ζωγράφος ἐπλήρωσε διὰ τὸ Ζάρκον 27,000 λιρῶν.
§104ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. 75,000 λίρας.
§105ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μὲ τὰ ἄλλα χωρία ὁμοῦ 70,000. Οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ, περιοριζόμενοι εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἰμόρου, ὅπερ καὶ μόνον ἠγόρασαν, εἰσέπραττον ἐτησίως 2,500 λιρῶν· ἀλλ’ οὗτος, καινοτομήσας καὶ ἐπιβαλὼν, ὡς ἀνέπτυξα, τοὺς φόρους ἐκείνους καὶ τὰ ἐνοίκια ἐπὶ τῶν οἰκιῶν καὶ λειμώνων, ἐδιπλασίασε τὴν πρόσοδον ταύτην, ἀναβιβάσας αὐτὴν εἰς 5,000 λιρῶν.
§106Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔγκλημα εἶναι αὐτό;
§107ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Εἶναι ἁρπαγὴ, διότι διὰ τῶν καινοτομιῶν προσεβλήθησαν ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα τῶν κατοίκων, ἀφοῦ εἰσπράττει ἀκόμη καὶ φόρους βοσκῆς τῶν ζώων ἐπὶ τῶν λειμώνων.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἦτο βάλτος καὶ τὰς ἔκαμε γαίας.
§109ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἀφοῦ λοιπὸν κατώρθωσεν οὕτω νὰ αὐξήσῃ τὴν πρόσοδον ἀπὸ 2,500 εἰς 5,000 λιρῶν, δὲν εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἀποῤῥοφᾶται καὶ ἡ τελευταία ἰκμὰς τῶν κατοίκων ἐκείνων; Πῶ νὰ εὐημερήσῃ καὶ μὲ ποίαν προθυμίαν νὰ ἐργασθῇ ὁ δύστηνος ἐκεῖνος χωρικός, ὅστις νυχθήμερον ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη ἐργαζόμενος δὲν ἔχει οὔτε ὑποκάμισον; Εἶναι δυνατὸν ποτὲ, κύριοι, νὰ προβῇ οὕτως ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν εὐημερίαν αὑτοῦ; δουλεύει μόνον, ἵνα ἐντρυφῶσιν οἱ ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Παρισίοις διαμένοντες, οἱ ἀξιοῦντες ἐκεῖθεν δικαιώματα κατοχῆς καὶ κυριότητος καὶ θέλοντες οὕτω νὰ τὸν ἔχωσιν εἵλωτα! — Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1882 οἱ χωροφύλακες τοῦ ἐν Ζάρκῳ σταθμοῦ κατῴκουν ἐντὸς τῆς Ἐπιστασίας.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Πέρυσι;
§111ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μάλιστα.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον ἐγκατασταθῆ τὰ Δικαστήρια τότε;
§113ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Μοὶ φαίνεται εἶχον ἐγκατασταθῆ.—Κατοικοῦντες ἐντὸς τῆς Ἐπιστασίας, διετέλουν ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις καὶ τὰς διαταγὰς τῶν ἐπιστατῶν. Οὕτω, ἐνῷ οἱ κάτοικοι, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου, εἶχον διορίσει ἀγροφύλακας ἰδικούς των, τῆς ἐμπιστοσύνης των, διότι καὶ οἱ ἐπιστάται εἶχον διωρισμένους Ἀλβανοὺς ἰδικούς των, οἱ χωροφύλακες κατ’ αἴτησιν τῶν ἐπιστατῶν συνέλαβον αὐτοὺς καὶ δεδεμένους τοὺς ὡδήγησαν εἰς Τρίκκαλα, ἄνευ αἰτίας τινός· κατόπιν δὲ, ἀφοῦ ἐπέστρεψαν, δὲν τοὺς ἐπέτρεπον νὰ φέρωσιν ὅπλα, καίτοι παρὰ τοῦ Νόμου ἔχοντας τὸ δικαίωμα, ἐνῶ οἱ ἀγροφύλακες τῆς Ἐπιστασίας ἔφερον ὁλόκληρον πανοπλίαν. Καθ’ ὅλον τὸν Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον ἐξηκολούθουν λαμβάνοντες χώραν διάφοροι διαπληκτισμοὶ, τῆς Ἐπιστασίας ἐπιχειρούσης διὰ τῶν ἀγροφυλάκων αὐτῆς καὶ τῶν χωροφυλάκων νὰ παύσῃ τοὺς γεωργοὺς τῆς καλλιεργείας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, διότι ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἔλαβε μέρος ὁριστικῶς ὑπὲρ αὐτῆς, ἤγειρεν ἀγωγὰς ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου περὶ προσωρινῶν μέτρων καὶ ἔλαβεν ἀποφάσεις ὑπὲρ ἑαυτῆς, διατασσούσας τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν γεωργῶν ἐκ τῶν ἀγρῶν, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις αὗται, ἐφεπιβληθεῖσαι ἐνώπιον τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν, μετεῤῥυθμίσθησαν καθ’ ὅλας αὑτῶν τὰς διατάξεις, καὶ οὕτως οἱ γεωργοὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν πρὶν κατοχὴν, συνεχίσαντες τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀγρῶν, ἐξ ὧν περιέμενον καὶ τὴν συλλογὴν τῶν καρπῶν. Ἐπελθόντος ὅμως τοῦ θερισμοῦ, οἱ ἐπιστάται συνεκέντρωσαν ὑπὲρ τοὺς ἑκατὸν Ἀλβανοὺς ἐνόπλους, οἵτινες ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀγροφυλακῆς ἠμπόδιζον τοὺς γεωργοὺς νὰ μεταφέρωσιν ἐν τοῖς οἴκοις αὑτῶν καὶ τὴν ἐλαχίστην δέσμην σταχύων, πρᾶγμα, ὅπερ καὶ ἐπὶ Τουρκίας ἔπραττον ἐλευθέρως· οὕτω δὲ ἐπῆλθε ῥῆξις, καθ’ ἣν οἱ ἀγροφύλακες ἐπυροβόλησαν κατά τινων γεωργῶν. Ἀλλ’ ὁ ἐκεῖ σταθμάρχης ἀντὶ νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀγροφύλακας τοὺς πυροβολήσαντας κατὰ τῶν γεωργῶν, οἵτινες δυνάμει ἀποφάσεως ἐκαλλιέργησαν τοὺς ἀγροὺς, δικαιούμενοι ἑπομένως καὶ εἰς τὴν κάρπωσιν αὐτῶν, συνέλαβε τοὺς γεωργοὺς καὶ ὡδήγησεν αὐτοὺς εἰς Τρίκκαλα εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἔνθα, ῥαδιουργηθέντες ὑπὸ μαρτύρων ὑπὸ τῆς Ἐπιστασίας παρασκευασθέντων, προεφυλακίσθησαν, οἱ δὲ πυροβολήσαντες συνεπείᾳ καταγγελίας συλληφθέντες καὶ ὁδηγηθέντες εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀπελύθησαν πάραυτα ὑπ’ αὐτῆς. Κατόπιν, διεξαχθείσης τῆς δίκης, εὑρέθη ἡ ἀλήθεια καὶ ἠθωώθησαν οἱ γεωργοί· ἀλλὰ τί ὠφέλησεν ἔμειναν ἀδίκως τρεῖς μῆνας προφυλακισμένοι καὶ κατεστράφησαν οἱ καρποὶ αὐτῶν, μείναντες ἀθέριστοι. Ἀφοῦ ἐν γένει περὶ τὰς ἀρχὰς Αὐγούστου οἱ καρποὶ ἠλωνίσθησαν καὶ ἠτοιμάσθησαν, προέκειτο δὲ νὰ μετακομισθῶσιν ὑπὸ τῶν γεωργῶν, οἱ ἐπιστάται τὸ μὲν διὰ τῶν ἐνόπλων Ἀλβανῶν, τὸ δὲ διὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς ἠμπόδιζον τὴν μετακόμισιν αὐτῶν ἐπὶ δύω μῆνας, ἀπασχολοῦντες τοὺς γεωργοὺς ἐν τοῖς ἅλωσι· καὶ τοῦτο ὅπως ἀφ’ ἑνὸς ἕνεκα τῆς πείνης, ἀφ’ ἑτέρου ἕνεκα τῆς ἐπικειμένης ἐντελοῦς καταστροφῆς ἐκ τῶν βροχῶν, διότι ἔμενον ἐν ὑπαίθρῳ ἐκτεθειμένοι, ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς ν’ ἀναγνωρίσωσιν αὐτοῖς τὰς ἀδίκους ἀξιώσεις. Τέλος ὁ Νομάρχης Τρικκάλων κύριος Ζέρμας, μὴ ἀρκεσθεὶς εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ ἀμφισβητουμένου ποσοῦ, ἀλλὰ παραλαβὼν ἐκ τῶν χειρῶν τῶν γεωργῶν τὸ ὅλον τῶν καρπῶν, ἀπεθήκευσεν ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ Χρηστάκη Ζωγράφου, ἰδιοποιηθεὶς δικαστικὴν Ἐξουσίαν.
§114ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πότε;
§115ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Πρὸς τὸ φθινόπωρον τοῦ 1882.—Κατὰ τὴν εἰς τὰς ἀποθήκας μετακόμισιν τῶν καρπῶν ἐκ τῶν ἁλωνίων τὸ πᾶν κατεστράφη. Οἱ καῤῥαγωγεῖς, τοὺς ποίους ὁ Νομάρχης ἐξεμίσθωσεν, ἵνα τελέσωσι τὸ ἔργον αὐτὸ, διήρπαζον τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ἡμέραν καὶ νύκτα καταγινόμενοι, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, ἐπώλησαν ἀρκετὰ κοιλὰ ἐν Λαρίσσῃ. Οἱ δὲ δυστυχεῖς γεωργοὶ μ’ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἐν ἀπελπισίᾳ ἐθεῶντο πρωτοφανὲς γεγονός. Μείναντες ἄνευ κόκκου σίτου καὶ ἕτερον πόρον μὴ ἔχοντες ποσῶς, ἐν δεινῇ πενίᾳ ἀντέσχον ἐπὶ πέντε μῆνας ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀφότου ἐγένετο ἡ ἀποθήκευσις, μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου ὁπότε διὰ τῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν παρακλήσεών μου ἀπεδόθησαν τὰ δύω τρίτα, τὸ δὲ ἓν τρίτον ἀπεδόθη εἰς τὸν λεγόμενον ἰδιοκτήτην.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι κατόπιν παρακλήσεων· αὐτὴ ἦτο ἡ λύσις.
§117ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω κατόπιν παρακλήσεων, διότι ὁ Νομάρχης τοὺς κατέσχε καὶ ἀπεθήκευσε, καὶ διότι ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις αὕτη ἐπὶ 5 μῆνας.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι παρακλήσεων, ἀλλὰ κατόπιν συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκεῖ, ὅπως οὕτω πως λυθῇ ἡ διένεξις, ὅπως δηλαδὴ οἱ μὲν καλλιεργηταὶ λάβωσι τὰ ⅔, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται τὸ ⅓ ἐπὶ ἐγγυήσει, ὅτι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν, ἐπιδιωκομένης δικαστικῶς τῆς ἀποδόσεως, ἤθελε καταδικασθῆ ὁ ἰδιοκτήτης, θ’ ἀποζημιώνῃ τοὺς καλλιεργητάς.
§119ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Τέλος πάντων οὕτως ἔληξε καὶ ἡ ἱστορία αὐτή. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ φύσις τοῦ ζητήματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε προκαλεῖ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ ἡ ἐπέμβασις δυστυχῶς γίνεται οὐχὶ ἐντὸς τῶν νομίμων ὁρίων, ὅπως προλάβῃ τὰς ῥήξεις, ἀλλ’ ὅπως ὑπερασπίσῃ ὡρισμένην μερίδα, τοὺς λεγομένους ἰδιοκτήτας, ἐπὶ τῇ βάσει σχηματισθείσης ἰδέας ἐπιδράσεως τῆς Συνθήκης. Ἕνεκα τούτου ἀγόμεθα νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ· ἄλλως, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ποιήσωμεν λόγον ἐνταῦθα, ἦτο ζήτημα καθαρῶς δικαστικόν. Πρὸς τούτοις δὲ, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἔχει μεγάλας τὰς διαστάσεις, καθόσον ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Θεσσαλία καὶ τὸ τμῆμα τῆς Ἠπείρου καὶ ἐνδιαφέρει οὕτω 300,000 ψυχῶν, αἱ δὲ διαδικασίαι, γινομένων τῶν διοικητικῶν ἐπεμβάσεων, παραλύουσαι ἐνδέχεται νὰ διαιωνισθῶσι, καὶ ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶναι καταστρεπτικὴ, δυοῖν θάτερον πρέπει νὰ γείνῃ, ἢ ν’ ἀρθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ διοικητικὴ ἐπέμβασις, ἀφιεμένων τῶν διαφορῶν εἰς τὸν φυσικὸν ῥοῦν καὶ εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν κατὰ τοὺς κειμένους Νόμους, ἢ νὰ ἐπέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ μία λύσις, κανονίζουσα ἐν γένει τὰ πράγματα.
§120ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποίαν λύσιν προτείνετε σεῖς;
§121ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Φρονῶ σωτηρίαν λύσιν τοῦ ζητήματος μίαν καὶ μόνην, τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀποπομπὴν τῶν λεγομένων ἰδιοκτητῶν (ἱλαρότης). Μὴ μὲ προλαμβάνετε· δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ συμπληρώσω τὴν πρότασίν μου δι’ αὐτὸ γελᾶτε. Εἶπον τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἀποπομπὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, διδομένης εἰς αὐτοὺς ἀποζημιώσεώς τινος, οὐχὶ λόγῳ δικαιώματος ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ λόγῳ καθιερωθέντος δικαιώματος τοῦ Ἰμόρου. Τοιαύτη λύσις δύναται νὰ θέσῃ τέρμα ἅπαξ διὰ παντὸς εἰς κατάστασιν οἰκτρὰν καὶ ὀπισθοδρομικήν.
§122ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀμφισβητεῖτε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ἴμορον;
§123ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἰσπράξωσιν ὡς κατὰ κακὴν μοῖραν διὰ τῆς βίας ἐπιβληθὲν καὶ καθιερωθὲν, ὄχι ὅμως ὡς ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῖ δικαιοῦχοι αὐτοῦ.
§124ΡΑΛΛΗΣ. Διατί δὲν τὸ δίδουν;
§125ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Δὲν τὸ δίδουν, διότι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται· ἂς παραιτηθῶσι τῶν ἀξιώσεων ἰδιοκτησίας καὶ ὡς ἁπλοῦν δικαίωμα νὰ τοῖς τὸ δίδουν.
§126ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνος τῶν καλλιεργητῶν, ὅστις ἀφαιρεῖ τὸ Ἴμορον, τί διαπράττει;
§127ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ἐγείρει μίαν ἀξίωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀποφανθῶσι τὰ Δικαστήρια.
§128ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτοδικεῖ.
§129ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Οἱ χωρικοὶ λοιπὸν ν’ ἀποζημιώσωσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ Ἰμόρου· τοῦτο δὲ νὰ γείνῃ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως. Ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπῃ τὴν δι’ ἀποζημιώσεως ὑποχρεωτικὴν στέρησιν καθαρῶν κτημάτων, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπει τὴν ὡσαύτως στέρησιν δικαιώματος, οὕτως εἰπεῖν, ἀορίστου καὶ γενικοῦ, ἔχοντος ἄνομον τὴν πηγὴν, προκειμένου μάλιστα περὶ σωτηρίας 300,000 ψυχῶν;
§130ΡΑΛΛΗΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ὁρίζει, ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ ὅπως ὁ Νόμος ὁρίζει λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης καὶ μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν; Νομίζετε, ὅτι τὴν ἀποζημίωσιν θὰ τὴν ὁρίσητε σεῖς, ἢ θὰ τὴν ὁρίσῃ ἡ Βουλή;
§131ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Ὁ Νόμος θὰ τὴν ὁρίσῃ.
§132ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περίεργος Νόμος αὐτός.
§133ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Λέγει ὁ Νόμος πῶς ἀφαιρεῖται ἡ ἰδιοκτησία καὶ πῶς ἀποζημιόνεται, κ. Ὑπουργέ.
§134ΤΑΡΠΑΖΗΣ. Νὰ γείνῃ δὲ τοῦτο, ὡς εἶπον, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, νὰ γείνῃ λόγῳ κοινωνικῆς ἀνάγκης, λόγῳ ἐθνικῆς ἀνάγκης! Διότι πρόκειται περὶ 300,000 λαοῦ, καταδικασθέντος εἰς τὴν ἐλεεινότητα. Πρόκειται περὶ τοσούτου λαοῦ, δουλεύοντος ὑπὸ τὸ κράτος ἀπλήστων τινῶν, οἵτινες, μεταχειριζόμενοι αὐτὸν κατὰ τὰς ὀρέξεις των δίκην κτήνους ἐκμυζῶσι καὶ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ ἰκμάδα. Ἄλλως, κύριοι, ἂν τοιαύτην κατάστασιν δὲν θεωρεῖτε ἀξίαν σπουδαίας προσοχῆς καὶ ἀμέσου θεραπείας, ἂς ἀρθῶσιν αἱ διοικητικαὶ ἐπεμβάσεις καὶ ἂς ἀφεθῶσιν αἱ διαφοραὶ νὰ λυθῶσι δικαστικῶς, ὡς λύονται καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι, ἵνα οὕτω δυνηθῶσιν οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι νὰ τύχωσι τῶν ἀπαραγράπτων αὐτῶν δικαίων. Ἀλλὰ τοῦτο καὶ χρόνον πολὺν ἀπαιτεῖ, καὶ δαπανηρὸν εἶναι, ἐξαντλοῦν τὰς δυνάμεις πενήτων ἀνθρώπων. Τὸ μόνον σωτήριον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἡ διὰ τῆς Βουλῆς λύσις τοῦ ζητήματος, ἀποζημιουμένων τῶν ἀγοραστῶν τοῦ Ἰμόρου. Μόνη αὕτη δύναται ἀμέσως νὰ θέσῃ τέρμα εἰς κατάστασιν πλήρη περιπετειῶν καὶ ὀπισθοδρομικὴν, ἐγκαινίζουσα παρὰ τῷ ἀτυχεῖ ἐκείνῳ λαῷ τὰς ἀρχὰς τῆς προόδου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ πατρίδος. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύνανται ν’ ἀποκατασταθῶσιν ἐν πεποιθήσει οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου καὶ νὰ προαχθῶσι. Διὰ στεναγμῶν καὶ ἱκετευτικῶν φωνῶν πρὸς τὸν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, διελθόντα ἐκεῖθεν, καὶ δι’ ἀπείρων ἀναφορῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐξεδήλωσαν τὸ δεινὸν τῆς καταστάσεώς των καὶ ἐζητήσαντο θεραπείαν. Ὑποθέσατε, ὅτι ὅλοι οἱ θεωρούμενοι ἰδιοκτῆται ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ ἤθελον συνασπισθῆ νὰ προβάλωσι ἀπὸ κοινοῦ μεγαλειτέρας ἀξιώσεις πρὸς τοὺς κατοίκους, μᾶλλον ἀφορήτους, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει ἤθελον ἐπιχειρήσει νὰ ἐκδιώξωσιν ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν ἐκ τῆς γῆς ἐκείνης, τοῦ κτήματος αὐτῶν, ποῦ θὰ προσέφευγεν οὗτος; ὑμεῖς δὲ τί ἠθέλατε κάμει; δὲν εἶναι τοῦτο δημοσία ἀνάγκη, δὲν εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη; Τοιαύτη λύσις ἀνυψοῖ καὶ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, κατορθοῦντος νὰ ἔχῃ πράγματι πατρίδα, ἣν νὰ ὑπερασπισθῇ, καὶ δυναμένου διὰ τὸ μόνιμον προθύμως νὰ ἐργασθῇ τὴν γῆν, ἣν σήμερον ἔχει ἐντελῶς παρημελημένην, καὶ ἀναπτυχθῇ. Σιδηρόδρομοι, ὁδοὶ καὶ ἄλλα εὐεργετικὰ ἔργα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν οὐδεμίαν ἀξίαν πρὶν ἢ δοθῇ τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Ποίαν πατρίδα, ποίαν γενέτειραν μέλλει νὰ ὑπερασπισθῇ αὔριον, δίδων τὸν ὅρκον τοῦ στρατιώτου ὁ Θεσσαλὸς καὶ ὁ Ἠπειρώτης, καὶ πῶς γοργῷ τῷ βήματι θὰ προσδράμῃ ἐκεῖ, ἔνθα τὸ καθῆκόν του τὸν καλεῖ νὰ θυσιασθῇ, ὅταν γινώσκῃ, ὅτι ὄπισθεν αὐτοῦ ἐγκαταλιμπάνει οἰκογένειαν ἀπάτριδα, οἰκογένειαν ἄνευ στέγης, ἄνευ σπιθαμῆς γῆς πρὸς ταφὴν, γονεῖς, ὧν τὰ νομιμώτατα δίκαια ἀφηρπάγησαν, καὶ τοὺς ὁποίους πλεονέκται καὶ ἰδιότροποι ἐπιστάται τυραννοῦσι μυριοτρόπως ἐκδιώκοντες τέλος αὐτοὺς δίκην δουλοπαροίκων; Ἐξορκίζω τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, οἵτινες πέποιθα ἐνθερμότερον ἐμοῦ θέλουσιν ὑψώσει φωνὴν ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων ἐκλογέων αὐτῶν, ὅπως ἐν ὀνόματι τῶν ὑψηλῶν αὐτῆς καθηκόντων, ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας, ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῶν Συνταγματικῶν ἡμῶν θεσμῶν, ἐν ὀνόματι τέλος αὐτοῦ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἰδιόῤῥυθμος πλεονεκτικὴ καὶ τυραννικὴ σπεῖρα κατέστησεν ἀνδραποδισμόν, λάβῃ πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς τύχης 300,000 ψυχῶν. Πέποιθα δὲ, ὅτι Βουλὴ Ἑλληνικὴ, ἐκπροσωποῦσα λαὸν Ἑλληνικὸν, γνωστὸν ἐν τῇ ἱστορίᾳ, ἐπὶ ταῖς φιλελευθέροις αὑτοῦ ἀρχαῖς, δὲν θέλει ἀνεχθῆ ποτὲ νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος Συνταγματικῶν θεσμῶν 300,000 πολῖται Ἕλληνες κατ’ ὄνομα μὲν ἐλεύθεροι, πράγματι ὅμως εἵλωτες! (εὖγε εὖγε).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δευτέραν ἔχομεν Προϋπολογισμὸν, καὶ τὸ προσεχὲς Σάβατον ἡ ἐξακολούθησις.
§136ΤΙΝΕΣ. Τὴν Δευτέραν.
§137ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ἀπόψε θὰ τελειώσωμεν.
§138ΣΤΑΪΚΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς, νὰ ἀναβάλωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον...
§139Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπὶ πέντε ὥρας διαρκῶς συζητοῦμεν καὶ προσεκτικῶς ἀκούομεν τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν, τοῦ ἑνὸς μετὰ τὸν ἕτερον διαψεύδοντος τὴν ρῆσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἀγροτικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχει. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσι πλεῖστοι ὅσοι, εἶμαι πρῶτος ἐγώ, εἶναι ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὁ κ. Κοτίκας, ὁ κ. Φιλάρετος, ὁ κ. Μεσσηνέζης, καὶ βεβαίως θὰ ὁμιλήσωσι πλεῖστα μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ. Λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις ἀπόψε; δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ συνεδρίασις πέραν τῆς ὀγδόης.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡμέρα ὡρισμένη διὰ τὸ ζήτημα αὐτό· ἄλλη ἡμέρα δὲν ὑπάρχει.
§141ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποῦ τὸ εὕρετε γραμμένον αὐτό; Εἰς ποῖον Κοινοβούλιον ἠκούσθη, ὅτι δύνανται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξαντλήσουν ἓν ζήτημα ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας καὶ ἐν διαρκεῖ συζητήσει; Τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα. Λυποῦμαι βλέπων τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς λαμβάνοντα μέρος καὶ ἐνδιαφερόμενον εἰς τὴν συζήτησιν, διότι ὅλας τὰς ἄλλας ἡμέρας, καθ’ ἃς εἴχομεν συζήτησιν Προϋπολογισμοῦ ἢ ἄλλου θέματος, ἔβλεπον, ὅτι ἐπετήρει τὴν τάξιν, ὅτι ἐπέβλεπε μήπως ἑκατέρωθεν τοῦ βήματος ἵσταταί τις ταράττων καὶ διακόπτων· σήμερον τὰ πάντα ἐπιτρέπει... (θόρυβος).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἀκούει ὑμᾶς· ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ· δὲν ἔχεις τὸν λόγον.
§143ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἦσθε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀμερόληπτος καὶ ὄχι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον πόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ· εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω, κατόπιν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὁ κ. Μεσσηνέζης....
§144ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. ... (θόρυβος)
§145ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχουν ἄνθρωπον ἐπίτηδες τεθειμένον ἐδῶ, ἵνα διακόπτῃ καὶ παραλύῃ τὰς συνεδριάσεις. (θόρυβος).
§146ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. ... (θόρυβος)
§147ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σοὺτ, σιώπα, ἄνθρωπε.—Ἄλλοτε δὲν ἀφίνατε κἀνένα νὰ καθήσῃ ἐκεῖ, σήμερον διατί τοὺς ἀφίνετε, κ. Πρόεδρε; (θόρυβος).
§148ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Προσπαθεῖτε νὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς ἄλλοτε ἡ συζήτησις· ματαιοπονεῖτε, δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ...
§149ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς λυποῦμαι, κ. Γεωργιάδη· ἄλλος εἶσθε πέρυσι, καὶ ἄλλος ἐφέτος. Σήμερον ὡμίλησαν πολὺ, ἡ ὥρα εἶναι ὀγδόη, ἔχομεν νὰ ὁμιλήσωμεν πέντε ἢ ἕξ· λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις; ἐντὸς τῶν τοίχων αὐτῶν θέλετε νὰ πνίξητε τὴν ἀλήθειαν, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἠρνήθη, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα, ἐνῷ ὅλοι οἱ Θεσσαλοὶ βουλευταὶ εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα· ὁ Πρωθυπουργὸς θέλει νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἕκαστος Ἕλλην πρέπει νὰ φρικιᾷ ἀκούων τελεσθείσας. Θέλει νὰ καλύψῃ τὰς πράξεις τῶν διοικητικῶν καὶ στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, θέλει νὰ πνίξῃ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀπόψε ἐντὸς τῶν τοίχων τούτων· δὲν θέλει εὑρεῖαν τὴν συζήτησιν, νὰ ἀναπτυχθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς φάσεις, διότι φοβεῖται, ὅτι ὅλαι αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ παράνομοι, θὰ στιγματισθῶσιν, ὅλαι αἱ καταπιέσεις τῶν χωροφυλάκων, ὅλαι αἱ τυραννικαὶ πράξεις τῶν διοικητικῶν καὶ στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, αἱ παρανόμως τελεσθεῖσαι, θὰ ἐκτυλιχθῶσιν ἐντεῦθεν. Μόλις ἤρξατο εἷς βουλευτὴς νὰ ἐκθέτῃ τὰς παρανομίας τῆς Κυβερνήσεως, μόλις ἤρξατο νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ Νομάρχης καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰσέπραξαν δι’ ὀργάνων των τὸν σῖτον τῶν χωρικῶν τοῦ Ζάρκου καὶ τὸν εἰσήγαγον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ θέλετε νὰ σταματήσῃ καὶ κλείσῃ ἡ συζήτησις; Ὁ Νομάρχης, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ χωροφύλακες, ποῖον δικαίωμα εἶχον νὰ τὸ πράξωσι; Ἐσυλλογίσθητε τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτῶν; Ἂν νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ λύῃ διὰ τῆς σπάθης τοῦ χωροφύλακος ζητήματα ἰδιοκτησίας, τί ἐγγύησιν ἔχετε περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας σας; Καὶ ἔχομεν τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς ἐγκυκλίους καὶ ὅλας τὰς ἀποδείξεις νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβη καὶ ἐπενέβη σκανδαλωδῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό· διατί νὰ μὴ τὸ ἀποδείξωμεν; Ἡ δὲ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, πῶς θὰ συζητήσωμεν; τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι θέλετε νὰ πνίξητε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀλήθειαν, καὶ νὰ καλύψετε τὰ τελεσθέντα, τῶν ὁποίων τὴν εὐθύνην σεῖς μόνον ἔχετε.
§150ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ταρμπάζης ἐκράτησε πέραν τοῦ δέοντος, κατ’ ἐμὲ, τὸ βῆμα καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ τελειώσωμεν σήμερον τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἠρχίσαμεν. Μετὰ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τρικκάλων εἶναι ἐγγεγραμμένος, ὅπως ὁμιλήσῃ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶς, κατόπιν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, εἶτα ὁ κ. Τζάνες καὶ τελευταῖον ἐγώ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρέπει νὰ ἤμεθα φειδωλοὶ εἰς τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς, διότι εἴμεθα περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου, καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν ἐτελείωσεν.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἤρχισεν.
§152ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. .... Εἶναι ἀληθέστερον ὅμως, ὅτι, ἐπιλαμβανόμενοι τῆς συζητήσεως τοιούτων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφίνωμεν ἡμιτελῆ, διότι αἱ ἀναβολαὶ καὶ αἱ ἐκκρεμότητες βεβαίως θέλουσι φέρει χειρότερα ἀποτελέσματα. Συμφέρει δὲ τέλος πάντων νὰ λυθῇ ὅπως δήποτε τὸ ζήτημα τοῦτο· συμφέρει εἰς τοὺς ἀγρότας τῆς Θεσσαλίας, συμφέρει εἰς τοὺς ἀξιοῦντας τελείαν ἰδιοκτησίαν, συμφέρει εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ζημιοῦται, ἐνόσῳ αἱ εὔφοροι ἐκεῖναι πεδιάδες τῆς Θεσσαλίας μένουσιν ἐν ἀχρηστίᾳ· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γείνῃ μὲ ὅλην τὴν σπουδαιότητα, ἧς ἄξιον εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ τέσσαρας ὁλοκλήρους ὥρας εἰργάσθημεν, δὲν εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρις ἀποπερατώσεως σήμερον τὴν συζήτησιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἀφοῦ οἱ ἐγγραφέντες ὅπως ὁμιλήσωσιν ἀνεχώρησαν, λόγῳ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας, καλὸν εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰδικῶς διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς αὔριον, προκαλοῦντες οὕτω ἔκτακτον συνεδρίασιν...
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔρχονται τὴν καθημερινὴν καὶ θέλετε νὰ ἔλθουν τὴν Κυριακήν;
§154ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν αὔριον.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, νὰ ὁρισθῇ τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§156ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως, διότι οἱ εἰλικρινῶς ἐνδιαφερόμενοι καθῆκον ἔχουσι νὰ ἔλθωσιν αὔριον πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δεχόμεθα τὴν πρότασιν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον λοιπὸν ἔχομεν συνεδρίασιν, καὶ ἄν δὲν γείνῃ ἀπαρτία, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὸ προσεχὲς Σάββατον (θόρυβος).
§159ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι τὸ Σάββατον, ἀλλὰ τὴν Δευτέραν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἐὰν δὲν γείνῃ αὔριον-
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7½ μ. μ.)