1882.11.12
2.987 στίχοι · 22.027 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 12 Νοεμβρίου 1882
(Παρασκευὴ)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ ὑπόδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαρίσσης ζητοῦσι τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν των ὡς ἀδίκως προφυλακισθέντες.
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὑπόδικοί τινες ἐν ταῖς φυλακαῖς Βώλου ζητοῦσι τὴν ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπόλυσίν των ὡς παρανόμως προφυλακισθέντες. Τηλεγράφημα πρὸς τοὺς Βουλευτὰς καὶ Νοταρᾶν, Κανελλόπουλον, Ντετάκην καὶ λοιπούς. (Ἀναγινώσκεται). Κάτοικοι τοῦ χωρίου Πόρτας τῆς Ἐπαρχίας Τρικκάλων ἐξαιτοῦνται, ἵνα τοῖς χορηγηθῇ ἡ ἄδεια νὰ ὑλοτομῶσιν εἰς τὰ πλησίον δάση ἄνευ πληρωμῆς φόρου τινός. Οἱ ἐν Χαλκίδι καπνοφυτευταὶ, καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Διάφοροι καπνέμποροι καὶ καπνοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ζητοῦσι τὴν τροποποίησιν τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητοῦσιν οὐχὶ τὴν τροποποίησιν, ἀλλὰ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου. Κακῶς τὸ γραφεῖον ἔκαμε τὴν περίληψιν τῆς ἀναφορᾶς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα πρὸς τὸν κύριον Ῥαδινὸν Βουλευτὴν «ἐνεργήσατε παρακαλοῦμεν τάχιστα Βουλῇ καὶ Ὑπουργείῳ μετριασμὸν φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν κτλ. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ βουλευταὶ Ἁλμυροῦ Ἀργυρόπουλος καὶ Οἰκονομίδης ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: «Εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος μεταξὺ τῶν ἐπὶ Τουρκίας ὑπαρχόντων λειβαδίων ἐπώλησεν εἰς τοὺς βλαχοποιμένας κτλ. (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα). Οἱ βουλευταὶ Κορινθίας Κανελλόπουλος, Τουρνάκης, Ντετάκης ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν· «Οὐδεὶς ἀντιλέγει, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην φόρων κτλ. (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλω, κύριοι, τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἁρμοδίων Εἰσαγγελέων ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ κυρίου Φιλαρέτου. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Γαλλίας δηλώσεως ὡς πρὸς τὸν κατὰ λέξιν κανονισμὸν τῶν ἐξωτερικῶν τηλεγραφικῶν τελῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§8Α. ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐν Τριπόλει, κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ἐγένοντο διαδηλώσεις ἐπανειλημμέναι καὶ παραστάσεις ἐνώπιον τοῦ Νομάρχου, πρὸς τὸν ὁποῖον οἱ πολῖται ἐξέφρασαν τὰ παράπονά των σχετικῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἴνων, καὶ τελευταῖον συνέταξαν τὸ εἰς χεῖράς μου τηλεγράφημα πρὸς τοὺς βουλευτὰς Μαντινείας Κωνσταντόπουλον, Μανέταν, Βάρβογλην, Σεχιώτην, Ζέγγελην, Στεφανόπουλον καὶ τὰς ἐφημερίδας «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» καὶ «Ἐφημερίδα», διὰ τοῦ ὁποίου λέγουσι τὰ ἑξῆς. «Μετὰ παραστάσεις πόλεώς μας Νομάρχῃ ἀπαιτοῦμεν καὶ παρ’ ὑμῶν ὅπως διὰ φωνῆς καὶ πόνου πολεμήσητε νομοσχέδιον Κυβερνήσεως περὶ φορολογίας οἴνων». Ἀνεξαρτήτως, κύριοι, τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, ἐγὼ ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ Βουλευταὶ ἰδιαιτέρως γνωρίζουσι τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου ἐκείνου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προϊὸν τῶν οἴνων. Ἐξ ἀρχῆς, κύριοι, οἱ παραγόμενοι ἐν Τριπόλει οἶνοι δὲν ἱκανοποιοῦσι τοὺς ἰδιοκτήτας, οὔτε δίδουσι τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας· τοῦτο μὴ τὸ νομίσητε ὑπερβολικὸν, εἶναι ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, καὶ τὰ πράγματα βεβαιοῦσιν αὐτήν. Δὲν ἐπιμένω νὰ σᾶς ἀποδείξω τὰ γνωστὰ, ἀλλὰ σᾶς ἀναφέρω μόνον ἓν περιστατικὸν, ὅπερ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἔλαβε χώραν, καὶ τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε, διότι ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως τοῦ τόπου καὶ τῶν δικαστηρίων. Ἐν Τριπόλει πρό τινων ἐτῶν προεπώλησε τὸν οἶνόν του παραγωγός τις εἴς τινα ἀγοραστὴν, ἐπὶ τῇ συμφωνίᾳ ν’ ἀφαιρέσῃ ὁ ἀγοραστὴς 3 λεπτὰ κατὰ μπότσαν ἐκ τῆς τιμῆς, ἥτις ἤθελε προσδιορισθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ τρυγητοῦ. Ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ τρυγητοῦ, καὶ τί συμβαίνει; ὁ οἶνος ἐπωλήθη εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο πρὸς 3 λεπτὰ τὴν μπότσαν. Ἔρχεται ὁ ἀγοραστὴς καὶ ζητεῖ νὰ πάρῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην τὸν οἶνον, χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ πληρώσῃ τίποτε, διότι, τῷ λέγει, ἡ συμφωνία μας εἶναι νὰ σᾶς τὸν πληρώσω 3 λεπτὰ ὀλιγώτερον, ἀφ’ ὅσον κοπῇ ἡ τιμή του.
§9ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. (θόρυβος).
§10ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Τοῦτο συνέβη, κύριοι, καὶ ὁ τύπος ὁλόκληρος ἔκαμε λόγον περὶ αὐτοῦ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Στεφανίδης δὲν τὸ γνωρίζει. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν Ἐπαρχίαν, κύριοι, εἰς ἣν τὸ γλεῦκος πωλεῖται πάντοτε ὀλιγώτερον τῶν 10 λεπτῶν, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ βάλητε φόρον 10 λεπτὰ τὴν μπότσαν; Τοῦτο, νομίζω, εἶναι ἄδικον, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὅπερ οὐδεμίαν ἄλλην δύναται νὰ ἔχῃ ἔννοιαν, ἢ τὴν καταστροφὴν τῶν ἀμπέλων ἁπασῶν τοῦ τόπου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιθυμῇ οὐδεμία Κυβέρνησις.
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐξηκολούθουν τὰ ὄργανα τῶν νῦν Κυβερνώντων ὡς καὶ αὐτὰ τὰ μέλη νὰ ἀναμασσῶσι καθ’ ἑκάστην πολλὰ περὶ τῆς κακῆς διοικήσεως δῆθεν, χωρὶς ποτε νὰ παρουσιάσωσι ἀπόδειξίν τινα οὐσιαστικὴν, μὴ δυνηθέντα καθολοκληρίαν νὰ ἀποδείξωσιν ἓν ἐλάχιστον τῆς κατηγορίας ταύτης. Ἐγὼ ὅμως λέγω, καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία σήμερον φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς καλῆς διοικήσεως. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοῦ εἴπῃ ἐὰν ὁ διοικῶν τὰ τῆς Ὑπομοιραρχίας Μεσσήνης τῷ ἀνήγγειλλεν, ὅτι ἀντηλλάγησαν πυροβολισμοὶ, ὅτι αὐτὸς ἐπυροβόλησε καὶ ἀντεπυροβολήθη παρὰ τῶν πολιτῶν, ὅτι οἱ χωροφύλακες παρεμποδίζουσι τοὺς ἀγροφύλακας νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι ἐζήτησε ν’ ἀποκλείσῃ τὴν ἀστυνομίαν, ἥτις ἐπήνεγκε μεγάλα εὐεργετήματα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Φλέσσαν, ὅστις ἀνήκει εἰς ἐπαρχίαν, γειτνιάζουσαν, νὰ εἴπῃ ἐὰν ἡ ἀστυνομία δὲν ἐπανέφερε τὴν τάξιν ἐν τῷ Δήμῳ ἐκείνῳ. Ἡ Μοιραρχία ὑπὸ τὴν διοίκησιν ἐνωμοτάρχου τινὸς Δαμηλάκη, υἱοῦ τοῦ Δημάρχου Δαμηλάκη, ἀσπόνδου ἐχθροῦ τοῦ Πεῤῥωτοῦ καὶ ἡμῶν, εἶναι τὸ φόβητρον τῆς ἐπαρχίας· οὗτος ἔχων προσωπικὰ καθ’ ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσῃ ὡς ὑπάλληλος, ἀλλ’ ὡς ἐχθρὸς, ὅπερ θὰ ἔχῃ συνεπείας· καὶ ἐνῷ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε τόσους προβιβασμοὺς εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν, δὲν ὑπάρχει ἕνας ὑπομοίραρχος ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὴν συμπλήρωσιν τῶν στελεχῶν καὶ διὰ τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, παρὰ πρέπει νὰ διοικῆται αὕτη ἀπ’ ἕναν ὑπενωμοτάρχην; Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, ὁ Δήμαρχος δὲν ἐτύγχανε κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συμπλοκῆς ἐκεῖ, ἤθελε σᾶς ἀναγγείλει ὁ τηλέγραφος πολλὰ κακά. Παρεπονέθην, κύριοι, προχθὲς κατὰ τῶν πράξεων τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἐκεῖ, καὶ παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἀπῄτησα ἐν τῷ δικαιώματί μου νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν ἀπ’ ἐκεῖ, ἡ ὁποία φέρεται τόσον σκανδαλωδῶς, καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἄλλης, θέτουσα ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικόν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἀντὶ νὰ τακτοποιήσῃ τὰ ἐκεῖ διέταξε τὸν..... ἀνθυπασπιστὴν τοῦ ἱππικοῦ, ὅστις τὸ καλοκαῖρι ἔπραξεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα προχθές, καὶ ὅστις μεταβαίνει σήμερον καὶ πάλιν ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μᾶς ὑποβάλωσι κατάλογον τῶν ἐγκληματιῶν, τῶν φυγοδίκων τῆς ἐπαρχίας μας, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ποῖον λόγον ἔχει τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ ἐκεῖ. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ἀληθῶς ὑπάρχωσι κακοῦργοι ἐκεῖ, διατί νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κύριον Λώρην, Λοχαγὸν ἔντιμον καὶ σεβόμενον τοὺς νόμους τῆς πατρίδος;
§12ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ Λώρης δὲν γίνεται κανενὸς ὄργανον.
§13Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, εἶναι στρατιώτης ἀληθὴς καὶ σέβεται τοὺς νόμους.—Τοιαύτη λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις ἐκεῖ· κατάστασις, προκαλουμένη ἐκ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν παθῶν. Δύω ἐπιστολαὶ, τὰς ὁποίας ἔχω, μοὶ λέγουσι νὰ ἐπιμείνω ὅσον δύναμαι, ὥστε τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρονται τόσον σκανδαλωδῶς καὶ τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν ἀντιπαθείας μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν στρατιωτῶν, ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ ἐκεῖ. Διατί ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιμένει νὰ διατηρῇ ἐκεῖ στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς προσωπικότητας; Δὲν εἶναι τυχαία ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιθυμεῖ καὶ προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων νὰ πιέσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπολήπτονται ἐμὲ καὶ μὲ ἐκλέγουν ἀντιπρόσωπόν των, διὰ νὰ μειώσῃ τὴν πολιτικὴν ὑπόληψίν μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπῄτει ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην νὰ φανῇ ἀμείλικτος κατ’ ἐμοῦ, καὶ ἔκαμε κρυπτογραφικὰ τηλεγραφήματα, ἀπαιτῶν τὴν ἐπανάληψιν τῆς δίκης τῆς κατ’ ἐμοῦ κατ’ ὀκταήμερον καὶ τὴν καταδίκην μου, ὡς νὰ ἤμην ὁ Ζούρκας ἢ ὁ Σπανός. Ἀλλὰ μόνον ἐκεῖ; μὴ τάχα ἐδῶ ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν σας, κύριοι, δὲν παρέλυσεν ἡ διοίκησις; καὶ δὲν γνωρίζετε τάχα πάντες, ὅτι ὁ ἀστυνόμος τοῦ βʹ. τμήματος Ἀθηνῶν, προσκληθεὶς εἰς τὸ κατάστημα τοῦ Κυριακοπούλου νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ δύω κλοπὰς ὅπου ἔλαβον χώραν ἐν τῷ καταστήματι, μετὰ περιφρονήσεως ἀπέπεμψε τὸν ἔμπορον παραπονούμενον, λέγων: αὐτὰ σεῖς τὰ κάμνετε καὶ μᾶς ἀνησυχεῖτε. Καὶ ἡ «Πρωΐα» ἀκόμη ἔχει καταχωρίσει ἐπιστολὰς, καταγγελλούσας τὴν ἀθλίαν διοικητικὴν κατάστασιν ἐν Πειραιεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, τὸ Σάββατον, αὔριον, ἢ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, νὰ μᾶς ὑποβάλετε κατάστασιν τῶν ἐγκληματησάντων ἐν Μεσσήνῃ, τῶν φυγοδίκων, διὰ νὰ ἴδω ἐὰν ἔχῃ λόγον ἡ διατήρησις τῶν ὀργάνων αὐτῶν ἢ, κατὰ τὰ πράγματα, κομματικοὶ λόγοι.
§14ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Μετὰ πέντε λεπτά.
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, πέρυσι διῆλθεν ἐν πρώτῃ καὶ δευτέρα ἀναγνώσει νομοσχέδιον, ὅπερ ἀπέβλεπε θεραπείαν ἀνάγκης ἐξασφαλίσεως μιᾶς τάξεως προσώπων, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς, ἐνῷ εἰσι τὰ ἀσθενέστερα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τυγχάνουσι τῆς μεγαλειτέρας ἀδικίας ἐν ταῖς ἱκανοποιήσεσι ταῖς χρηματικαῖς. Ἡ γυνὴ ἐργάζεται; πληρώνεται ὀλιγώτερον· διδάσκει; πληρώνεται ὀλιγώτερον· δὲν λαμβάνει δὲ οὔτε σύνταξιν. Αἱ διδασκάλισσαι λοιπὸν δὲν λαμβάνουν σύνταξιν, διότι ὁ καιρὸς τῆς συντάξεως εἶναι πολὺ μακρὸς, ὥστε ἡ κοινωνικὴ κατάστασις δὲν τὸ ἐπιτρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσι καὶ φθάσωσι τὸ ὅριον τὸ ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ Νόμῳ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὑπεβλήθη τὸ ὡς προεῖπον παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν διδασκαλισσῶν διὰ τὴν σύνταξιν.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προπέρυσιν ἦτο.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πέρυσιν ἦτο, ἔστω δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἀνεγνώσθη δίς. Τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐρευνήσῃ, καὶ ἐὰν ὑπεβλήθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, τότε νὰ καθυποβληθῇ ἐκ νέου· ἂν δὲ ὑπεβλήθη πέρυσι καὶ ἀνεγνώσθη δὶς, τότε νὰ ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς τάξεως τῶν Διδασκαλισσῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὸ ἑξῆς. Εἶχε διαταχθῇ ὁ Δήμαρχος Πόρου καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης, ὅπως ποιήσωσιν ἀνακρίσεις ἐπὶ μιᾶς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ὁ Ἡγούμενος τῆς Μονῆς Πόρου ἐδήλωσεν, ὅτι ἐξετέλεσε, καὶ ὅτι ἐδαπάνησε 4–6 χιλιάδας δραχμάς. Ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης, μεταβάντες ἐπιτοπίως καὶ ἔρευναν ποιησάμενοι, ἀνέφεραν, ὅτι δὲν ἐδαπανήθησαν τὰ χρήματα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα λάβωσι τὴν νόμιμον ἐνέργειαν. Πολλάκις καὶ κατ’ ἰδίαν ἔκαμα λόγον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐνηργήθη τίποτε. Ἐν τούτοις ὁ σεβασμιώτατος Ἐπίσκοπος ἔκαμεν αὐτὸν τὸν ἴδιον Ἡγούμενον, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἐγκλήματα. Περὶ τῶν Μονῶν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὅσον τάχιον πρόνοιαν, καὶ περὶ τούτου ὑπέβαλον κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον Νομοσχέδιον. (Θόρυβος).
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὰς διαλύσωμεν καὶ ν’ ἀναπτύξωμεν τὸν Στρατόν.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναί τις ἐνταῦθα Βοναπάρτης, κατακτητὴς, οὔτε ξένη εἶναι ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος, καὶ οὔτε ἐκκλησιαστικῷ, οὔτε πολιτικῷ δικαίῳ ἐπιτρέπεται ἡ θίξις τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἥτις εἶναι ἱερὰ καὶ ὁσία. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἔργον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὰς Μονὰς ὀφείλομεν νὰ τὰς διατηρῶμεν καὶ προάγωμεν, καὶ νὰ νομοθετήσωμεν περὶ αὐτῶν τῶν Μονῶν (θόρυβος)· καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ Ἐκκλησίας, ποιοῦμαι καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν σχετικῶς μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπα, ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἔργον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅτι πᾶς Ἕλλην ὀφείλει νὰ προασπίζεται τὴν Ὀρθοδοξίαν, διότι ἐὰν ἡ Ἀρχαία Ἑλλὰς ἔδωκε τὴν Θεολογίαν καὶ τὴν Θεογονίαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα καὶ τὸν ἀρχαῖον πολιτισμένον κόσμον, ἡ Ἑλλὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔδωκε τὰ νέα διδάγματα καὶ τὸν Χριστιανικὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ διὰ τοῦτο πᾶς Ἕλλην πάσης καταστάσεως ὀφείλει νὰ σέβηται τὴν θρησκείαν νὰ ὑπερασπίζηται αὐτὴν καὶ νὰ ᾖναι πιστὸς ἐκτελεστὴς τῶν διατάξεων αὐτῆς, διότι ἡ θρησκεία εἶναι δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος, κύριοι, κύπτει τὸν αὐχένα ἐνώπιον τοῦ ἰδεώδους τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἤτοι τοῦ Χριστιανικοῦ θυσιαστηρίου. Δύω στοιχεῖα σήμερον ἀμφισβητοῦσι τὸ κράτος τοῦ κόσμου, ὁ Χριστιανισμὸς καὶ ὁ Μουσουλμανισμός· καὶ τὸ πρῶτον εἶναι καθαρὸς Ἑλληνισμός. Θρησκεία λοιπὸν καὶ Πατρὶς εἶναι διὰ τὸν Ἕλληνα μία καὶ ἡ αὐτὴ πίστις καὶ δόξα, καὶ ὀφείλει ὑπὲρ ἀμφοτέρων νὰ μάχηται. Σχετικῶς λοιπὸν πρὸς ταῦτα, εἶναι ὅλως ἀντεθνικὸν τὸ τοιοῦτον. Ἤρξατο δημοσιευόμενον ἐν τῷ Ἀριστοφάνει ἓν μυθιστόρημα, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ νὰ δημοσιεύεται· διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν διδάσκει τὸν λαὸν οὐδεὶς οὔτε θρησκείαν, οὔτε ἠθικὴν, ἐν τούτοις τῷ παρέχεται διὰ τῆς τοιαύτης ἀναγνώσεως δηλητηριώδης πνευματικὴ τροφὴ, καὶ οὕτω καταλύομεν ἓν τῶν σπουδαιοτάτων καθηκόντων τοῦ Ἕλληνος, καθόσον καὶ μεγάλοι καὶ μικροὶ καὶ σπουδασταὶ καὶ πάσης τάξεως ἄνθρωποι ὀφείλουσιν, ὅπως σᾶς εἶπον, νὰ σέβωνται τὴν θρησκείαν καὶ νὰ ὑπερασπίζωνται αὐτήν. Τί ὠφελεῖ λοιπὸν, ἐὰν ὁ κοινὸς οὗτος ἄνθρωπος καὶ ἄμοιρος ἠθικῆς μορφώσεως κατὰ πᾶσαν πρωίαν ἀναγινώσκει τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν καὶ καθημερινῶς διδάσκεται μίαν ὕβριν κατὰ τῆς θρησκείας του; Καὶ ἐδώκαμεν λοιπὸν τὴν ὑγιᾶ τροφὴν εἰς τὸν λαὸν, ὥστε νὰ δώσωμεν καὶ τὴν δηλητηριώδη; Καὶ ἐξεπλήρωσεν ὁ κλῆρος τὴν ἀποστολήν του; καὶ δὲν βλέπομεν, ὅτι ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία κατέπεσεν ἐξ ὁλοκλήρου; Τί εἶναι λοιπὸν ἡ δημοσίευσις τοιούτων πονημάτων, τὰ ὁποῖα κάμνουσι τὸν ἄνθρωπον νὰ μὴ σέβεται καὶ νὰ παραβαίνῃ καὶ αὐτὰ τὰ ἱερώτερα; Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐμποδισθῇ ἡ δημοσίευσις τοῦ μυθιστορήματος αὐτοῦ ἐν τῷ Ἀριστοφάνει, καθόσον, ἐπαναλέγω, κατὰ πᾶσαν πρωίαν καὶ ὁ κρεοπώλης καὶ ὁ λαχανοπώλης καὶ πάντες ἀναγινώσκουσι τὴν ἐφημερίδα ταύτην, καὶ ἐπέρχεται εἰς αὐτοὺς ἰδέα ἐναντία τῆς θρησκείας. Ἐννοῶ καὶ αὐτὸν τὸν μαθητὴν καὶ αὐτὸν τὸν φοιτητὴν, καθόσον καὶ οὗτοι δὲν διδάσκονται ἀρχὰς ἠθικὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς δίδομεν ἀρχὰς τῆς περιφρονήσεως τῶν θείων (θόρυβος). Τίς περὶ τούτων διδάσκει τὸν λαόν; οἱ Ἐπίσκοποι οὐδόλως. Ὁ Δεσπότης ὁ ἰδικός μου δὲν ἠξεύρει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ κάμνῃ κανένα παππᾶν ἢ ἡγούμενον, καὶ οὔτε ἕνα λόγον κάμνει ποτὲ, ἵνα ὁδηγήσῃ τὸ κοινὸν πρὸς τὴν ἀρετὴν καὶ εὐσέβειαν. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διατί μισθοδοτοῦνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι! Ἔρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο. Ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ στόλαρχος, ὁ διοικητὴς τῆς ναυτικῆς μοίρας κ. Κανάρης, ἔδωκε τὴν παραίτησίν του. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν εἴτε αὔριον, εἴτε ὅταν νομίσῃ ἀναγκαῖον, νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν, τὸ ἔγγραφον δηλ. τῆς παραιτήσεως τοῦ πράγματι ναυάρχου, διὰ νὰ ἴδωμεν διὰ ποῖον λόγον τόσῳ ἐπίσημον πρόσωπον ἀπεμακρύνθη τῆς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸν Νόμον περὶ προβιβασμῶν τοῦ Ναυτικοῦ, δὲν δύναται νὰ προβιβασθῇ ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ἐὰν δὲν ἔχῃ θαλάσσιον ὑπηρεσίαν· ἀλλὰ εὗρον μέθοδον, ὅπως τὴν θαλάσσιον ταύτην ὑπηρεσίαν τὴν κάμουν χερσαίαν, καὶ πρὸς τοῦτο καθιέρωσαν τὴν Σχολὴν τῶν Ναυκλάστρων. Καὶ ἀδικοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη διαπλέουσι τὰ πελάγη. Ὑπάρχει ὁ ὑπασπιστὴς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, παρ’ ᾧ εἶναι χερσαῖος, καὶ ὅταν ἐκπλέῃ ἡ Ἀμφιτρίτη, στέλλεται εἰς τὸ πλοῖον. Αὐτὸ εἶναι παράνομον. Ἢ εἰς τὸ πλοῖον πρέπει νὰ μένῃ, ἢ εἰς τὸ ὑπασπιστήριον. Ὅλοι ζητοῦν αὐτὰς τὰς θέσεις, διὰ νὰ μὴ ἐκτελῶσι θαλασσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀκόμη καὶ ἄλλο· ὑπάρχει ὁ Ἔφορος τοῦ Ναυστάθμου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Ὕπαρχος τῆς Ὄλγας· δύναται νὰ ἔχῃ δύω θέσεις; ἢ μήπως ἐπαύθη ἤδη;
§21Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἀναγνώσατε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου δημοσιεύεται πᾶσα πρᾶξις.
§22ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ἦναι καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐν τῇ ξηρᾷ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ ἔγγραφον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ πονεῖ τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν καὶ διατί παρῃτήθη ὁ Κανάρης· τὸ ἔγγραφον δύναται νὰ μᾶς δώσῃ νύξιν τινά.
§23ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§24ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ κατανοήσῃ τις τὴν κατάστασιν μιᾶς Ἐπαρχίας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ ἰδίᾳ ἑνὸς Δήμου, εἶναι ἀνάγκη, ὅταν ζητῶνται πληροφορίαι παρά τινος Βουλευτοῦ νὰ δίδωνται αὗται κατὰ Δῆμον καὶ Ἐπαρχίαν, οὐχὶ δὲ κατὰ Νομόν· διότι ἡ κατάστασις ἡ κακὴ μιᾶς Ἐπαρχίας ἢ ἑνὸς Δήμου δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιῤῥίπτηται εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπαρχίαν. Ἂν εἰς ἕνα Δῆμον ἐπιπολάζῃ ἡ ζωοκλοπὴ, δὲν εἶναι λογικὸν ν’ ἀποδίδηται εἰς ὁλόκληρον τὸν Νομόν· διότι, ὅταν ἦναι γνωστὸν εἰς ποίους Δήμους ἐπιπολάζει τὸ κακὸν, τότε καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ἀφορμὴν νὰ ἐξακριβώσῃ μὴ τυχὸν οἱ ὑπάλληλοί της διὰ τῆς διαγωγῆς των ἦναι αἴτιοι, μὴ τυχὸν καταχρήσεις ἢ ὑποθάλψεις γίνωνται ἐκ μέρους τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς ἢ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Βουλὴ συγχρόνως θέλει δυνηθῆ νὰ κρίνῃ. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας θέλομεν νὰ μᾶς δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ οὐχὶ ἀριθμοὺς φυγοδίκων ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦδε. Ἀπορῶ πῶς δὲν ἐξέθαψαν ἵνα παραλάβωσιν εἰς τοὺς πίνακάς των καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρχον εἰς τὴν ζωὴν, ἢ ἠθωώθησαν.
§25ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτοὶ, οὓς περιέχει ὁ κατάλογος, εἶναι φυγόδικοι, καταζητούμενοι δυνάμει ἐνταλμάτων.
§26ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἵνα ἦναι ἐπαρκεῖς αἱ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διδόμεναι πληροφορίαι πρέπει νὰ προσαγάγῃ καταλόγους κατὰ Δήμους, κατὰ ἐγκλήματα καὶ κατὰ Ἐπαρχίας, ἔτι δὲ πότε ἐγένετο ἡ καταγγελία καὶ διατί δὲν κατεδιώχθησαν.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ μοὶ φέρῃ κατάλογον τῶν ἐγκληματιῶν τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης, κατὰ Δήμους καὶ πότε συνέβησαν, καὶ ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὴν σημείωσίν του ἂν ἐδικάσθησαν ἢ ὄχι. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὸν Νομὸν Μεσσηνίας ὑπάγεται καὶ τὸ Οἴτυλον δικαστικῶς, καὶ τὰ ἐγκλήματα εἰς τὴν Λακωνίαν δὲν τιμωροῦνται εὐκόλως, διότι δὲν παρουσιάζονται εὔκολα, διότι ἀκόμη δὲν δύναται νὰ γείνῃ τακτικὴ καταδίωξις. Ἀλλ’ ἂν, κύριοι, ἦναι ἀληθὴς αὐτὴ ἡ σημείωσις, ἣν μᾶς ἔφερεν, διατί τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεκάλεσε τὸν κ. Λώρην; καὶ ἀφοῦ εἶναι τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ τόσον ἀγρία ἡ κατάστασις τοῦ Νομοῦ Μεσσηνίας, διατί νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δύναται εἷς δεκανεὺς καὶ εἷς λοχίας νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀσφάλειαν, καὶ εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν τάξιν; Ἐὰν ἦναι ἀγρία ἡ κατάστασις τοῦ τόπου, διατί δὲν διοικεῖ τ’ ἀποσπάσματα ἄνθρωπος, ὅστις ὑπάγεται εἰς νόμους καὶ εἰς ὃν ἔχει ἐγγυήσεις ἡ Πατρὶς, ἀλλὰ διοικεῖται ἀπὸ ἕνα ἐνωμοτάρχην καὶ ἀπὸ ἕνα ἀνθυπασπιστήν; Καὶ πῶς ἀνακαλεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λοχαγὸν ἔντιμον, εἰς ὃν πάντες ἔχομεν πεποίθησιν; Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ἀληθὲς, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἐπαρχίας Μεσσήνης εἶναι ἀγρία. Δὲν εἶναι λοιπὸν, κύριοι, τῆς διοικήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ εἶναι ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον κατὰ κληρονομίαν, ἀλλὰ θέλουσι νὰ προσβάλλωσι καὶ συκοφαντῶσι τοὺς ἀντιθέτους, καὶ δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν μετὰ παῤῥησίας καὶ μετὰ παλληκαρισμοῦ, διότι δι’ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ἀνῆλθον καὶ ζῶσιν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης δὲν ἔχει ἐγκληματίας τόσους, ὅσους ἀναφέρουσι· διότι, ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ κατάστασις αὐτὴ, δὲν ἤθελεν ὁ ἴδιος Ὑπουργὸς ἀποσύρει διὰ τῆς ἰδίας του διαταγῆς ἐκεῖθεν ἀξιωματικὸν ἔντιμον. Διατί διατηρεῖ ἀκόμη ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ 22 τάγμα, ὅπερ ἥδρευεν ἐκεῖ, καὶ εἰς ὃ ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ προλάβῃ πᾶν κακὸν καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν; Τώρα ἐννοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ διαίρεσις τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ στρατὸν ὑπηρεσίας δὲν ἔχει ἀξίαν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, διότι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει, ὡς μὴ ὑπαρχούσης ἀρκετῆς δυνάμεως—ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀρκετὸς πληθυσμὸς—διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους.
§28ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔλαθε τὴν Κυβέρνησιν μία ἔρευνα, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ κάμῃ, καὶ συνεπῶς νὰ παρουσιάσῃ καταλόγους, περιέχοντας ὀλιγωτέρους ἐγκληματίας. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὁ πολὺς ζῆλος τῶν κυρίων Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, ὁπόταν οἱ νέοι τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν ὑπηρέτουν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ, διὰ τὰ ἐλάχιστα παραπτώματα εἰσήγαγεν αὐτοὺς εἰς δίκην.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα φόνους, ἀναιρέσεις, βιασμούς!
§30ΤΖΑΝΕΣ. Τοὺς ἐδίκαζον ἐρήμην καὶ κατὰ συνέπειαν καθίστων τὰς ἐρήμην ἀποφάσεις ὁριστικάς. Τοιαῦται ἀποφάσεις ἴσως ἀποτελοῦσι τὰ 9]10 τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ καταλόγου, τὸν ὁποῖον προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν θέλω νὰ μειώσω τὴν ἀξίαν τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὰς ἀγαθὰς προθέσεις αὐτῆς, δὲν δέχομαι ὅμως νὰ προσάγωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατάλογοι ἀνακριβεῖς, καὶ νὰ γίνηται γνωστὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς βρίθει φυγοδίκων καὶ ἐγκληματιῶν.
§31ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ζητεῖς ἀλήθειαν, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ψεῦδος.
§32ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ κατάλογοι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατάλογον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ φαίνηται καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἐγκλήματος, καὶ ὁ χρόνος τῆς τελέσεως αὐτοῦ.
§33ΡΑΛΛΗΣ. Τοιοῦτον ἔφερα.
§34ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ φαίνεται ἡ πρᾶξις καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐκδικάσεως, διότι ἐντεῦθεν θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ 8)10 τῶν ἐγκλημάτων δὲν ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι πρέπον νὰ θέλωμεν οἱ πάντες νὰ καταδικάσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν ὡς ἐγκληματίας· τὰ ἐγκλήματα εὐτυχῶς εἶναι μεμετρημένα, πολλαπλασιάζονται δὲ ἕνεκα ὡρισμένων λόγων· καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀττικῆς ὑπάρχουσιν ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κἀνείς.
§36ΤΖΑΝΕΣ. Πολλοί εἰσιν ἴσως οἱ φυγόδικοι, διότι κατηγορούμενοι ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει κινδυνεύουσι νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως. Ἐδῶ ἔχει τὴν βάσιν καὶ τὴν ἀρχήν της ἡ φυγοδικία καὶ τὸ ἔγκλημα τὸ ἰδανικόν. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ἂν πράγματι οἱ Ἕλληνες εἰσὶ κακοῦργοι καὶ ἐγκληματίαι.
§37ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§38ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Εἰς τοὺς καταλόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατέθηκε, περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου, καὶ ἐν τούτοις ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι δὲν περιέχονται καὶ τοῦ Οἰτύλου.
§39ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερον τὸ ὄνομα τοῦ Οἰτύλου.
§40ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσαγάγῃ κατάλογον τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Μεσσήνης, ἥτις ὑπάγεται εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Καλαμῶν, ἀλλὰ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἀπὸ τῆς 3ης Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν.
§41ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει.
§42ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ὅταν παρουσιασθῇ τοιοῦτος κατάλογος καὶ γείνῃ ἡ παραβολὴ τῶν προγενεστέρων ἐγκλημάτων πρὸς τὰ ἀπὸ τῆς 3ης Μαρτίου διαπραχθέντα, θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κόσμος, ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ τελευταῖα εἶναι πολὺ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῆς κακῆς ἐκλογῆς τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς Διοικήσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον κατάλογον.
§43ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν ὑπέβαλον.
§44ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πόσα ἐγκλήματα ἡ Εἰσαγγελία ἔχει ἀναγράψει ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου;
§45ΦΛΕΣΣΑΣ. Αἱ πράξεις, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸν κατάλογον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τὸ πλεῖστον προηγούμεναι τῆς 3 Μαρτίου. Ἀφ’ ὅτου ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, μόνον 4 κακουργήματα ἐγένοντο ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν.
§46ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. 15 μόνον βιασμοί.
§47ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Τρεῖς λῃστεῖαι εἰς τὰς Θήβας ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου, οὐδεμία πρότερον (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ).
§48ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ;
§49ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εἰς τὴν Μονὴν........ ὅπου συνέλαβον τὸν Ἡγούμενον.... (θόρυβος).
§50ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ δράσται συνελήφθησαν αὐθωρεί.
§51ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἡ ἀνάκρισις ἐπελήφθη καὶ οὐδένα ἀνεκάλυψεν.
§52Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ πάλη πρὸς ὁρισμὸν τῆς καταστάσεως τῆς Μεσσηνίας, ἐνῶ ἡ ποινικὴ στατιστικὴ ἀπὸ ἐτῶν ἔχει ἀποδεδειγμένην τὴν κατάστασιν αὐτῆς. Ἡ Μεσσηνία, ὀφείλετε νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἐν ἔτει 1858 παρίστατο μεταξὺ τῶν πρώτων νομῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐν ἔτει 1858 ἡ στατιστικὴ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει, ὅτι ἐν Μεσσηνίᾳ ὑπῆρχεν ἓν ἔγκλημα ἐπὶ 2,893 κατοίκων, καὶ ἐλογίζετο διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν πρώτων νομῶν τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τῶν ὀλιγώτερον ἀτάκτων. Ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862, καὶ ἡ τάξις ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει διεταράχθη. Ἀλλ’ ἐν Μεσσηνίᾳ κυρίως, καὶ τοῦτο εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, μεγίστη ὑπῆρξεν ἡ διατάραξις τῆς τάξεως· τοῦτο δὲ πιστοποιεῖ ἡ στατιστικὴ, ἡ δημοσιευθεῖσα ἐν ἔτει 1872 ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κυρίου Κοντοσταύλου, ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ ἔτος 1869. Τί παρατηρεῖτε ἐκεῖ; ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα λέγει τὰ ἑξῆς: «οἱ ἀνωτέρω ἀριθμοὶ καὶ ἀναλογίαι φέρουσι δυστυχῶς εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, πλὴν τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἔνθα ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι τοῦ προκειμένου ἔτους παρατηρεῖται καί τις βελτίωσις, τῆς Εὐβοίας, ἔνθα ἡ αὔξησις εἶναι ἀσήμαντος, καὶ τοῦ τῶν Κυκλάδων, περὶ οὗ οὐδὲν ἀσφαλὲς συμπέρασμα δύναταί τις νὰ συναγάγῃ ἕνεκα τῆς προσθήκης ἐγκλημάτων, διαπραχθέντων ὑπὸ τοῦ σχεδὸν διπλασίου πληθυσμοῦ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κράτους Ἑλλήνων πολιτῶν, πάντων τῶν ἄλλων νομῶν τοῦ πρώην Βασιλείου ὁ πληθυσμὸς ἐξέκλινε κατὰ τὸ 1869 πολλῷ πλέον ἢ κατὰ τοῦ 1858, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ὁ τῆς Μεσσηνίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ μεταξὺ τῶν δύω τούτων ἐτῶν διαφορὰ εἶναι τῷ ὄντι καταπληκτική.» Καὶ ἠξεύρετε ποία εἶναι αὕτη ἡ διαφορά; Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐν ἔτει 1858 ἓν ἔγκλημα ἐγένετο ἐν Μεσσηνίᾳ ἐπὶ 2893 κατοίκων, ὁ δὲ νομὸς ἐλογίζετο μεταξὺ τῶν ὀλιγώτερον ἀτάκτων, κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν στατιστικὴν, ὁ νομὸς οὗτος ἔρχεται τελευταῖος, διότι ἐν ἔτει 1869 ἓν ἔγκλημα ἀντεστοίχει πρὸς 925 κατοίκους. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Μεσσηνίας, καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐν ἔτει 1869 ἦτο κατά τι βελτιωμένη ἡ ἐκ τῆς μεταπολιτεύσεως ἐπελθοῦσα κατάστασις, ἡ δὲ παράλυσις αὕτη ἐξακολουθεῖ. Καὶ ἀντὶ νὰ διαμαχώμεθα ἐνταῦθα περὶ τοῦ τίς νὰ ἐπαινέσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν περισσότερον, ὀφείλομεν πάντες νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα ἐξαλείψωμεν τοιαύτην αἰσχρὰν κατάστασιν.
§53ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί! Ἀπορίας ἄξιον εἶναι ἀπὸ σπουδαίους ἄνδρας νὰ ἀπιδίδεται ἡ τάσις τοῦ ἐγκληματίου ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις λόγῳ δῆθεν κακῆς Διοικήσεως. Ἐγὼ εἶμαι τοῦ ἐναντίου φρονήματος, ἔχων κατὰ διάνοιαν τὰς ἀθανάτους ἐκείνας ρήσεις τοῦ ποιητοῦ Ἡσιόδου, ἐξετάσαντος τὴν ἀνθρώπινον φύσιν ὑφ’ ὅλας τὰς ὄψεις της· καὶ εἶπε τὰ ἀκόλουθα πρὸς νουθεσίαν τῆς ἀνθρωπότητος. «Σοὶ δ’ ἐγὼ ἐσθλὰ νοέων ἐρέω, μέγα νήπιε Πέρση. Τὴν μέν τοι κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι Ῥηϊδίως· λείη μὲν ὁδὸς, μάλα δ’ ἐγγύθι ναίει· Τῆς δ’ ἀρετῆς ἱδρῶτα Θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν Ἀθάνατοι· μακρὸς δὲ καὶ ὄρθιος οἶμος εἰς αὐτὴν Καὶ τρηχὺς τὸ πρῶτον· ἐπὴν δ’ εἰς ἄκρον ἵκηται, Ῥηϊδία δὴ ἔπειτα πέλει, χαλεπή περ ἐοῦσα». Ἐκ τῶν παραινέσεων τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὴν φύσιν τῆς ἀνθρωπίνης καταστάσεως, οὕτως εἰπεῖν, ἔγκειται ἡ κακότης, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἐγκληματεῖν ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα διοικήσεως, καθόσον οὐδεμία Κυβέρνησις ἀφέθη ἐπὶ ἀδρανείᾳ διοικητικῆς μερίμνης, ὥστε ἡ κακότης, ἡ λαμβάνουσα χώραν κατ’ ἐπίτασιν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ταῖς ἐν λόγῳ, ζωοκλοπῆς, τραυματισμῶν, βιασμῶν κτλ. δὲν πιστεύω νὰ ὦσιν ἕνεκα τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἔχουσι τὴν πηγήν των εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς καλῆς ἀνατροφῆς, καὶ θρησκευτικῆς ἀγωγῆς καὶ διδασκαλίας· ὥστε, ἀντὶ νὰ ἀσχολώμεθα εἰς ἀντεγκλήσεις, κάλλιον εἶναι νὰ εὐχηθῶμεν ἅπαξ ἅπαντες καὶ σκεφθῶμεν καὶ εὕρωμεν μέσα πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ· καὶ ὡς μέσον πρὸς ἐκρίζωσιν τῶν ἐγκλημάτων, φρονῶ, εἶναι κατάλληλον φάρμακον διὰ τὴν νοσοῦσαν κοινωνίαν ἡ ἀμείλικτος καταδίωξις τοῦ ἐγκλήματος ἀμερολήπτως καὶ αὐστηρὰ τιμωρία, καὶ συνάμα θρησκευτικὴ διδαχὴ διὰ ἱεροκηρύκων, καὶ οὕτω δύναται ὁ λαὸς νὰ ἀνατραφῇ ἐπὶ τὸ κοσμιώτερον, καὶ γείνῃ χρηστὸς πολίτης, καὶ παραιτήσῃ τὰς κακὰς ἕξεις του πρὸς τὴν ἔμφυτον ἐπιθυμίαν τῆς κακότητος· καὶ ἰδοὺ ἀναφέρω καὶ ἓν παράδειγμα κακουργίας, τῇ 5)17 Νοεμβρίου 1882 λαβούσης χώραν ἐν Βερολίνῳ εἴς τινα ἀκόλουθον τῆς Ἰταλικῆς Πρεσβείας, ἅμα ἐξελθόντα ἐκ τῆς λέσχης τῶν ἀξιωματικῶν παρὰ τῇ πύλῃ τοῦ Βρανδεμβούργου, προσβληθέντα ὑπὸ δύω κακούργων, καὶ σωθέντα τῆς δολοφονίας κατὰ τύχην, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐφημερίδι «Αἰῶνι» τῆς 11 Νοεμβρίου 1882, ἀριθ. 4007. Ὥστε, ἀφοῦ ἐν Βερολίνῳ συμβαίνουν τοιαῦτα κακουργήματα, καθὼς καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἄλλας Εὐρωπαϊκὰς κοινωνίας, Παρισίων, Ἀγγλίας, καλῶς διοικουμένας, καὶ ὅπου ἀμειλίκτως τὸ ἔγκλημα καταδιώκεται, πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ φέρῃ τὴν πρέπουσαν θεραπείαν διὰ τῶν καταλλήλων μέσων, καὶ τοὺς φυγοπόνους καὶ ἀέργους νὰ ἀναγκάσῃ εἰς ἐργασίαν, διότι ἡ ἀργία ἐστὶ μήτηρ τῶν κακῶν.
§54ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν Πάτραις ἐνασκῶ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Δικηγόρου· ἀφ’ ὅτου δὲ ἡ Κυβέρνησις ἔπεμψεν ἐκεῖ ἀπόσπασμα ἐφίππου χωροφυλακῆς, εἰς τὸν Δῆμον τῆς Δύμης, ὅπου συνέβαινον ἄπειρα ἐγκλήματα, ὅπου ἡ ζωοκλοπὴ εἶχεν ἐγείρει θρασεῖαν κεφαλήν, ὅπου πλέον τῶν 300 ζωοκλεπτῶν ὑπῆρχον, ἐκεῖ ἐπῆλθε πλήρης τάξις καὶ ἡσυχία. Ὁλόκληρος δὲ ἡ Ἐπαρχία τῶν Πατρῶν εὐγνωμονεῖ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀποσπάσματος· Ὅτι δὲ λέγω ἀλήθειαν καὶ ὄχι μόνον πρὸς ἔπαινον τοῦ Ὑπουργείου, παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον τῶν συλληφθέντων ζωοκλεπτῶν, τῶν συλληφθέντων φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων. Σᾶς βεβαιῶ δὲ, ὅτι ἐν τῷ Δήμῳ Δύμης ἐγένοντο συμβόλαια συμβιβαστικὰ διὰ ζωοκλοπὰς, γενομένας πρὸ 8, πρὸ 6, πρὸ 3, πρὸ 2 ἐτῶν. Ὡς ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τούτου, ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου γίνονται ἐπανειλημμέναι ζωοκλοπαὶ, ἀπετάθην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα ν’ ἀποστείλῃ καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου ἀπόσπασμα ἐφίππων, ὅπως κατασταλῇ καὶ ἐκεῖ τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἠδυνήθη ἀμέσως ἕνεκα τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος νὰ ἀποστείλῃ ἀπόσπασμα. Τελευταῖον δὲ, ὅταν ἔστειλεν, ἤρχισαν τὰ εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Ἀπορῶ δὲ πῶς εὑρίσκεται συνάδελφος Βουλευτὴς νὰ κατακρίνῃ τὴν ἀποστολὴν ἐφίππου στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος, δι’ οὗ ἀφεύκτως καὶ βεβαίως θὰ κατασταλῶσι τὰ ἐγκλήματα.
§55ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον καθόλου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι πλέον νὰ σιωπήσω προκειμένου περὶ ζωοκλοπῆς, ἥτις κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἀνεπτύχθη εἰς ἐμπορίαν.
§56ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§57ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποτὲ δὲν ὡμίλησα περὶ ἐπαρχιακῶν πραγμάτων, καὶ ἔσφαλα, τὸ ὁμολογῶ. Ὁ κύριος Φωτήλας γνωρίζει, ὅτι ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ μας ἡ ζωοκλοπὴ, ἥτις ἦτο ἐντελῶς ἄγνωστος, ἐπὶ τοσοῦτον ἀνεπτύχθη, ὥστε οἱ ζωοκλέπται μετεβλήθησαν εἰς ἐμπόρους, καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὰ μεγάλα ζῶα, ἔκλεπτον ὄνους, τοὺς ὁποίους μετέφερον κατὰ τριακοντάδας εἰς τὰς πανηγύρεις καὶ ἐπώλουν, συναλλασσόμενοι μετὰ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως. Δεκατέσσαρας βοῦς ἔκλεψαν ἀπὸ τὴν Ἐπαρχίαν δημόται τοῦ Δήμου Κλειτορίας καὶ τοὺς μετέφερον ἐν μέσῃ ἡμέρᾳ καὶ τοὺς ἐπώλησαν εἰς τοὺς κρεοπώλας Πατρῶν. Περιῆλθον τὴν Ἐπαρχίαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀργίας τῆς Βουλῆς· παντοῦ μοὶ εἶπον οἱ ἄνθρωποι «δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτῆτε ἀπὸ ἡμᾶς φόρον· δώσατέ μας πρῶτον τὴν ἀσφάλειαν, διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσετε φόρους». Ἀκούσατε λοιπὸν τί ἤκουσα. Γεωργὸς, ἀφήσας τὴν ἑσπέραν τοὺς βόας του προσωρινῶς, ὅπως μεταβῇ εἰς πλησίον δάσος πρὸς ξύλευσιν, ἐπανῆλθε μετὰ δέκα λεπτὰ καὶ δὲν ηὗρε τοὺς βόας. Εἰς ἓν ἄλλο χωρίον ἐπῆραν ἑνὸς πέντε βόας καὶ τοὺς μετέφερον εἰς ἄλλο χωρίον. Ἐπλήρωσεν ἑκατὸν φράγκα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔκλεψαν, διὰ νὰ τοὺς ἐπιστρέψουν, καὶ τοῦ ἔσφαξαν καὶ ἕνα καὶ τὸν προσεκάλεσαν νὰ καθήσῃ νὰ φάγῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ζωοκλοπῆς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ὅπου ἦτο ἐντελῶς ἄγνωστος. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ κάμω λόγον, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§58ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρνήθην, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὑπάρχει ἡ μάστιξ τῆς ζωοκλοπῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἀρχήν της ἀπὸ τῆς τρίτης Μαρτίου· ἡ ζωοκλοπὴ εἶχεν ἐγείρει θρασυτάτην κεφαλὴν εἰς δύω δήμους τῆς Ἐπαρχίας αὐτῆς πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ παρόντος Ὑπουργείου. Εἰς Πάτρας ἔπεμψεν ἡ Κυβέρνησις ἀπόσπασμα στρατιωτικὸν καὶ ἐπανέφερε πλήρη τὴν ἡσυχίαν· οὐδεμία ζωοκλοπὴ ἔκτοτε λαμβάνει χώραν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Εἰς Καλάβρυτα δὲ ἤδη ἔστειλεν ἡ Κυβέρνησις ἀπόσπασμα, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι θὰ καταστείλῃ τὸ ἔγκλημα αὐτὸ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου. Βεβαιῶ δὲ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ὅτι οἱ κλέψαντες τοὺς βόας ἐκείνους συνελήφθησαν ἐν Πάτραις καὶ εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ φέρῃ κατάλογον τῶν συλληφθέντων ζωοκλεπτῶν, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποστολὴν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων.
§59Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἀφαιρέσητε 90%, ἀφ’ ὅσα ἐῤῥέθησαν διὰ τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι πλησιάζετε εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§60Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ τὰς Θήβας ἕως ἐδῶ πρὸ 15 ἡμερῶν ἐλῃστεύθη ἅμαξα;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§62ΡΑΛΛΗΣ. Προχείρως δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν κατάστασιν τοῦ Νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· συνελήφθησαν 133 φυγόδικοι καὶ 86 φυγόποινοι, δὲν μένει δὲ οὐδεὶς μήπω συλληφθείς.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ χωρίου Ἀϊβαλῆ τί γίνεται ἡ ὑπόθεσις;
§64ΡΑΛΛΗΣ. Ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμοῦμαι ὅλα τὰ χωρία ἐγώ;
§65ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, κατὰ τινα τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων, ἐὰν ἀληθεύῃ ἡ ἀναγραφομένη εἰς τὰς ἐφημερίδας εἴδησις, ὅτι διεκόπησαν ἢ ἐναυάγησαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνομολογήσεως ἐμπορικῆς συνθήκης μετὰ τῆς Γαλλίας, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐλπὶς νὰ ἐλαττωθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῆς ἐκεῖ εἰσαγομένης Κορινθιακῆς σταφίδος· ἔτι δὲ ἂν ἄλλαι Ἐπικράτειαι, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται ξηρὰ σταφὶς εἰς τὴν Γαλλίαν, συνωμολόγησαν ἢ εἶναι ἐγγὺς νὰ συνομολογήσουν τοιαύτην σύμβασιν, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἠλαττώθη ἢ πρόκειται νὰ ἐλαττωθῇ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ἄλλων σταφίδων.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι καλὸν ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ μὴ ἀναβάλω τὴν ἀπάντησιν, ἵνα μὴ διατελῇ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ γεωργία ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῶν πραγμάτων. Ὡς γνωρίζετε ἐκ τῶν ἐν τῇ παρελθούσῃ Συνόδῳ ῥηθέντων, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσει ὡς ἀντάλλαγμα ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος τοσαύτας παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε οἱ προκάτοχοι ἡμῶν εἶχον θεωρήσει τὴν τοιαύτην διαπραγμάτευσιν ὡς μὴ δυναμένην νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ἐπὶ τῇ προκλήσει δὲ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τότε τὴν ἀλληλογραφίαν, ἥτις, νομίζω, ὅτι ἀκόμη εὕρηται ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις εἶχε ζητήσει ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος σπουδαιοτάτην ἐλάττωσιν ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων καὶ ἐπὶ ἄλλων πολλῶν εἰδῶν. Τὰ εἴδη ταῦτα ὄχι μόνον ἐκ Γαλλίας εἰσάγονται εἰς μεγάλην ποσότητα, ἀλλ’ εἰσάγονται καὶ ἐξ ἄλλων Ἐπικρατειῶν· ἐὰν δὲ παρεδεχόμεθα τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων, οὐ μόνον ἠθέλομεν ζημιώτει τὸ Ταμεῖον πολλαπλάσια τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ὠφεληθῆ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς σταφίδος ἐπὶ τῶν ἐκ Γαλλίας εἰσαγομένων, ἀλλ’ ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ, ὡς ἐκ τῆς διατάξεως, ἥτις ὑπάρχει ἐν ταῖς συνθήκαις ἡμῶν πρὸς ἄλλα Κράτη, καὶ καθ’ ἣν τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἀπολαύουσι τοῦ πλεονεκτήματος τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν, ἠθέλομεν ἀναγκασθῆ τὴν αὐτὴν ἐλάττωσιν ἄνευ ἀνταλλάγματος νὰ ποιησώμεθα πρὸς ἄλλα Κράτη, καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελεν αὐξήσει ἔτι μᾶλλον ἡ μεγάλη ἐκείνη ζημία. Αἱ διαπραγματεύσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν εἶναι ἐλπίς, ἄνευ τοιούτου σπουδαίου ἀνταλλάγματος, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ὑπογραφὴ συνθήκης παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ὅ,τι δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τῆς σταφίδος ἄνευ συμβάσεως, καὶ τοῦτο, διότι ἐπὶ τοσοῦτον ἀναπτύσσεται ἐν Γαλλίᾳ ἡ βιομηχανία τῆς οἰνοποιίας ἐκ τῆς σταφίδος, ὥστε τὸ ἐκεῖ συμφέρον δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ προκαλέσῃ ἐκ μέρους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ ἀμέσως ἤδη, ἀλλὰ βραδύτερον, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ ἀνάπτυξις, τὴν ἐλάττωσιν ἢ καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, πιθανώτερον ὅμως τὴν ἐλάττωσιν ἀπὸ τῶν 6 φράγκων εἰς τὰ 2 φράγκα· διότι τὸ Γαλλικὸν δασμολόγιον ὑπάγει τὴν Κορινθιακὴν σταφίδα, ὅπως καὶ τὴν σταφίδα Σουλτανίναν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας σταφίδας τὰς ἐκ ξηρῶν σταφυλῶν, εἰς τὸ τέλος τῶν καρπῶν τραπέζης, ὡς ὀνομάζονται ἐν τῷ δασμολογίῳ ἐκείνῳ, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι ἡ κατάταξις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς, κατ’ ἀντιδιαστολὴν πρὸς τὰς ἄλλας σταφίδας, δὲν εἶναι καρπὸς τραπέζης, ἀλλ’ εἶναι καρπὸς πρὸς ἀποστάλαξιν, οἱ δὲ καρποὶ πρὸς ἀποστάλαξιν ἐν τῷ Γαλλικῷ δασμολογίῳ ὑποβάλλονται εἰς τέλος 2 φράγκων. Τοῦτο παρέστησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι παριστῶντες πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν οἱ βιομήχανοι, οἱ μεταποιοῦντες τὴν σταφίδα εἰς οἶνον, ἔχουσι δὲ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῶν ἐνεργειῶν των θέλει ἐπιτευχθῇ, ὅπως τὸ γενικὸν δασμολόγιον, καὶ οὐχὶ τὸ συμβατικὸν δασμολόγιον τῆς Γαλλίας, φέρῃ ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος ἀπὸ 6 εἰς 2 φράγκα. Περὶ τούτων ὅμως δὲν δύναμαι νὰ δώσω καμμίαν θετικὴν διαβεβαίωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ γεωργία καλῶς θέλουν πράττει, ὑπολογίζοντα ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ἕτερον ζήτημα, τοὐτέστιν ἐὰν διατρέχωμεν τὸν κίνδυνον, νὰ ἴδωμεν ἤδη ἄλλην Ἐπικράτειαν ἀπολαύουσαν ἐλαττώσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχομεν εἴδησιν σήμερον, δεικνύουσαν, ὅτι ὑφίσταται τοιοῦτος κίνδυνος· ἀπεναντίας, ἠξεύρομεν, ὅτι ἄλλα Κράτη, ἅτινα ἐζήτησαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σταφίδων, ἔλαβον ἀρνητικὴν ἀπάντησιν παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Σημειωτέον ὅμως, ὅτι ἡ σταφὶς αὕτη, πρὸς τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀνταγωνισθῶμεν, δὲν εἶναι ἡ Κορινθιακὴ σταφίς. Ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς παράγεται μόνον ἐν Ἑλλάδι· ὑπάρχει ὅμως ἀνταγωνισμὸς καὶ πρὸς τὰς σταφίδας ἄλλου εἴδους, ἐν τῷ ὁποίῳ ὅμως ἡ Κορινθιακὴ σταφὶς ὡς πρὸς τὴν ἀποστάλαξιν ἔχει ὑπεροχὴν, διότι εἶναι πλουσιωτέρα ὕλης ἀποσταλαξίμου. Δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἀκριβὲς τὸ παρά τινων λεγόμενον, ὅτι ἡ ἄλλη σταφὶς δὲν χρησιμεύει εἰς ἀποστάλαξιν. Πρὸ 3 ἢ 4 ἐτῶν ἡ σταφὶς ἐκείνη δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀποστάλαξιν, διότι τότε μόνη σταφὶς χρησιμεύουσα εἰς ἀποστάλαξιν ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἠδύνατο νὰ πωληθῇ πρὸς 90 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, ἀλλ’ ἔκτοτε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ηὔξησεν ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀνεπτύχθη ἡ οἰνοποιΐα ἐκ τῆς σταφίδος καὶ ἡ ἐκτίμησις τῆς σταφίδος ἐν τῇ οἰνοποιΐᾳ, ὥστε κατήντησε νὰ πωλῆται σταφὶς εἰς ἀποστάλαξιν εἰς τιμὰς, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο μεγάλαι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διὰ τὴν σταφίδα, τὴν διὰ χρῆσιν τραπέζης προωρισμένην. Ὡς ἐκ τούτου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν πάντοτε τὸν συναγωνισμὸν πρὸς τὰς ἄλλας σταφίδας, καίτοι διατελοῦσιν ἐν τῷ συναγωνισμῷ ἐκείνῳ ὑπερέχοντες οἱ κάτοχοι τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος, καὶ ἐπιδιώκει διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὴν συνομολόγησιν συμβάσεως μετὰ τῆς Γαλλίας, ἥτις νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὴν κατὰ πάσης ἐν τῷ συναγωνισμῷ τούτῳ ζημίας, τοὐτέστιν ἐπιδιώκει τὴν ἀπόκτησιν παρὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διατάξεως ἐν συμβάσει, παραχωρούσης εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ πλεονέκτημα τοῦ Κράτους τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου ἐν ταῖς ἐμπορικαῖς σχέσεσιν αὐτοῦ πρὸς τὴν Γαλλίαν. Ὡς πρὸς τὴν διαπραγμάτευσιν ταύτην, ἥτις ἀφορᾷ καὶ εἰς ἄλλα εἴδη εἰσαγόμενα εἰς Γαλλίαν ἐξ Ἑλλάδος, μέχρι τοῦδε δὲν ἐφθάσαμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀντιτάσσει τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἰσότης ἐν ἐμπορικῇ συμβάσει τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἐν ᾗ θὰ ἐλέγετο ἁπλῶς, ὅπως ἡμεῖς ζητοῦμεν καὶ ὅπως εἶχε γείνει κατὰ τὸ 1877 ἐν συμβάσει, μὴ ἐπικυρωθείσῃ παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς κατόπιν, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἰσότης, ἐὰν ἀμοιβαίως τὰ δύω Κράτη παραχωρήσωσιν ἀλλήλοις τὸ πλεονέκτημα τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου Κράτους, τοῦτο δὲ, διότι ἡμεῖς μὲν δὲν ἔχομεν πρὸς ἄλλα Κράτη δασμολογικὴν σύμβασιν, ἡ δὲ Γαλλία ἔχει· παρατηρεῖ δὲ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τοιαύτης διατάξεως ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀπολαύσει τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ συμβατικοῦ δασμολογίου τῆς Γαλλίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Γαλλία εἶναι ὑπόχρεως ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ ὑποτάσσηται, τοὐτέστιν ἐφ’ ὅσα ἔτη θέλουν διαρκέσει αἱ ὑφιστάμεναι σήμερον συμβάσεις, ἐνῷ, μὴ ἔχουσα ἡ Ἑλλὰς συμβατικὸν δασμολόγιον, θὰ δύνηται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβάλλῃ τὸ δασμολόγιόν της, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ φέρῃ αὔξησιν εἰς τὰ εἴδη τὰ ἐκ Γαλλίας εἰσαγόμενα. Ὡς συνέπειαν ἄρα τῆς τοιαύτης παραστάσεως ἀπαιτεῖ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεσμεύσῃ ἑαυτὴν ἀπέναντι τῆς Γαλλίας ὡς πρὸς τὸ δασμολόγιόν της ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν, ἤτοι ἐπὶ τόσα ἔτη, ἐφ’ ὅσα ἡ Γαλλία θὰ ἦναι δεσμευμένη πρὸς τὴν Ἑλλάδα διὰ τοῦ συμβατικοῦ αὐτῆς δασμολογίου. Τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη, οὔτε εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν· ἐπὶ τούτου δὲ διαπραγματευόμεθα ἤδη, φρονοῦντες, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀντιτάσσομεν, εἶναι ἰσχυροὶ, καὶ ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ πεισθῇ νὰ δεχθῇ τὸ κῦρος αὐτῶν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις.
§67Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὔχομαι, κύριοι, νὰ ἦναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς περὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἔκαμεν ἐπερώτησιν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ σταφίδος· εἶναι καὶ ἄλλα εἴδη παραγωγῆς Ἑλληνικῆς, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν πρὸς ἀποστάλαξιν, καὶ δέον νὰ ληφθῶσι καὶ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν· καὶ διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἀπηντήσαμεν τότε ἀρνητικῶς εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, μελετῶντες τὸ ζήτημα, διότι πρόκειται περὶ εἰδῶν τοιούτων καὶ τοσούτων, ὥστε ἡ ὠφέλεια τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐν Γαλλίᾳ θὰ ἦναι μεγίστη.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ κατατεθέντα ἔγγραφα λέγουν, ὅτι ἀπηντήσατε ἀρνητικῶς.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐν τούτοις λέγω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὐχόμενος νὰ μὴ ἦναι ἀκριβῆ, ὅτι, καθ’ ἃς ἔχω ἐγὼ ἐπισημοτάτας πληροφορίας, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, οὔτε καμμία ἄλλη Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, ἐνόσῳ ὑφίσταται ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν. Εὔχομαι νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἡ Κυβέρνησις.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης διαβεβαιοῖ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις καὶ οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις δὲν θέλει διαπραγματευθῇ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν, ἐνόσῳ ὑφίσταται ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν. Εἰδοποιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης, ὅτι σήμερον ὥραν δωδεκάτην τῆς μεσημβρίας εἶχον μακρὰν διαπραγμάτευσιν μετὰ τοῦ ἐνταῦθα Ἐπιτετραμμένου τῆς Αὐστρίας, ζητήσαντός μοι πρὸς τοῦτο συνέντευξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ διαπραγματεύσει ἐγένετο λόγος περὶ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ συνομολογήσῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ νὰ παρασχεθῶσι παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀνταλλάγματα διὰ τὴν ἐλάττωσιν ταύτην. Πόθεν ἀρύεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης τὰς πληροφορίας αὐτοῦ, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἠξεύρω μόνον, ὅτι μία ἐφημερὶς, ἥτις ἐλάμβανεν ἁδρὸν χορήγημα παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἦτο εἰς τὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, τοιαῦτα γράφει πρὸς μεγάλην ζημίαν τοῦ τόπου· καὶ εἶναι τῷ ὄντι λυπηρὸν, ὅτι ἐδίδοντο χορηγήματα πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δύναται οὕτω νὰ πολιτεύηται πρὸς τὸ ἔθνος.
§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι τὴν πληροφορίαν μου δὲν τὴν ἔχω ἀπὸ ἐφημερίδας, καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα περὶ πληρωμῆς ἐφημερίδων, τότε θέλομεν ἐξετάσει τὸ ζήτημα ἀκριβέστερον· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ πληροφορίαι μου δὲν εἶναι ἐξ ἐφημερίδων, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσημοι, ἐπισημόταται. Εὔχομαι νὰ μὴ ἀληθεύσουν.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε πάντες πέρυσιν, ὅτε ἦλθεν ὑπὸ συζήτησιν πάλιν τὸ αὐτὸ θέμα, ὅτι ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ κάμῃ σύμβασιν μὲ τὴν Γαλλίαν ἐμπορικὴν καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῆς σταφίδος, κυρίως διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν διαφορικῶν τελῶν. Καὶ τότε ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα παταγωδῶς ἐκάλυψαν τοὺς λόγους τοῦ κομπάζοντος Πρωθυπουργοῦ, καὶ διεδόθη ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ κατορθώσῃ τὸ θαῦμα ἐκεῖνο μόνον δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ Νομοσχεδίου. Σήμερον παρετήρησα, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπέφυγε νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίαν ῥητὴν περὶ τοῦ ποίαν ἐντύπωσιν ἐνεποίησεν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, μεθ’ ἧς ἐπρόκειτο νὰ διαπράξωμεν ἐμπορικὴν συνθήκην. Μᾶς εἶπε μόνον, ὅτι ἀπέτυχον αἱ διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνθήκης καὶ ὅτι νέον στάδιον διαπραγματεύσεων ἤρξατο ἐπὶ νέων βάσεων. Πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες διημείφθησαν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς περὶ τῆς ματαιωθείσης συνθήκης, καὶ τὰς σκέψεις αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν περὶ τῶν διαφορικῶν τελῶν Νόμον, παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν εἰσέτι δὲν ἐφηρμόσθη. Ὁ Νόμος οὗτος θέλει ἐφαρμοσθῆ ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου, καὶ ὅταν παρέλθῃ χρόνος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἂν ἐπήνεγκεν ἢ δὲν ἐπήνεγκε τ’ ἀποτελέσματά του. Ποίας ἐντυπώσεις ὁ Νόμος οὗτος ἐπήνεγκεν εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν ἐψηφίζετο, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσωμεν. Βεβαίως ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὁ Νόμος οὗτος πιέζει, δὲν δύνανται νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Νόμου τούτου. Ὁ Νόμος ἐψηφίσθη, ὅπως ἀποβαίνων ὀχληρὸς εἰς Δυνάμεις, ἐχούσας ἐψηφισμένον Νόμον ἐπίσης ὀχληρὸν τῇ Ἑλλάδι, φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμοιβαίας καταργήσεως τῶν δύω ὀχληρῶν Νόμων. Αὐτὸς ἦτον ὁ σκοπός· εἰσέτι ὅμως δὲν ἐφηρμόσθη, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ὁ συμψηφισμὸς οὗτος.
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διατί δὲν ἐφηρμόσθη;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς 1 προσεχοῦς Ἰανουαρίου· ὅ,τι δὲ εἶπον τὸ παρελθὸν ἔτος, τοῦτο λέγω καὶ ἤδη, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ διαφορικοῦ τούτου τέλους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται ἡ ἰσότης πρὸς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσι διαφορικὰ τέλη εἰς τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα, ἐλπίζομεν νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος, διότι τοῦτο ἠξεύρομεν καὶ τότε ἐκ τῆς διαμειφθείσης πρὸς τοὺς προκατόχους ἡμῶν ἀλληλογραφίας, ὅτι δὲν ἦτο εὔκολον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἀνέφερε χθές, τουτέστι νὰ ἐξασφαλισθῶμεν κατὰ πάσης ὑπεροχῆς ἄλλων παραγωγῶν σταφίδος ἐν τῷ συναγωνισμῷ ἐν Γαλλίᾳ· ἐλπίζομεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεως περὶ ἀμοιβαίας παραχωρήσεως τοῦ πλεονεκτήματος τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, ὁποίαν εἴχομεν ἐπιτύχει ἄλλοτε κατὰ τὸ 1877, ἀλλ’ ἡ ὁποία τότε δὲν ἐπεκυρώθη παρὰ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, καὶ ἤδη ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν ἐφαρμοσθῇ, ἐνοχλῶν βεβαίως τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ, θέλει φέρει τότε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, καὶ ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ ἀνάκλησις τοῦ Νόμου τούτου διὰ τῆς ἀνακλήσεως τῶν ἀντιστοίχων Νόμων, τῶν βλαπτόντων τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τῶν Ἐπικρατειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Νόμου ἐνοχλοῦνται. Οὗτος εἶναι ὁ σκοπὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη. Εἶχε προσδιορισθῆ ἔκτοτε ἡ πρώτη Ἰανουαρίου ὡς ἡμέρα ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου· ἂν ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὑπογραφῇ σύμβασις ἀμοιβαιότητος πρὸς τὰ εἰρημένα Κράτη, ἐννοεῖται, ὅτι ὁ Νόμος οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν· ἂν δὲν ὑπογραφῇ σύμβασις, θέλει ἐφαρμοσθῆ τότε ὁ Νόμος, θέλουσιν ἀκουσθῆ παράπονα, καὶ εἰς ἀπάντησιν τῶν παραπόνων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ καταργήσῃ τὸν Νόμον, ἀλλ’ ὅτι ὁ Νόμος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον τὸν καταργεῖ, εἶναι ὁ τῆς ἰσότητος.
§76Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Νόμος περὶ διαφορικῶν τελῶν δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι· εἶναι ὅμως ἀληθές, ὅτι ἡ ἔκδοσις τοῦ Νόμου τούτου χρησιμεύει ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι ἔνθα ἐξεδόθη, ἀλλὰ πανταχοῦ ὅπου ἐξεδόθησαν νόμοι περὶ διαφορικῶν τελῶν, χρησιμεύει ὡς ἀπειλὴ κατὰ τῶν Κρατῶν ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ὑφίστανται διαπραγματεύσεις καὶ συνεννοήσεις περὶ κανονισμοῦ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν τῶν ἀμοιβαίως εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀπηύθυνε πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, ἦτο ἂν ἡ ἔκδοσις τοῦ Νόμου τούτου, ἡ παρὰ παντὸς τοῦ κόσμου θεωρηθεῖσα ὡς ἀπειλὴ τῆς Ἑλλάδος, ἂν ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς εἴτε συνετέλεσεν ἤδη, εἴτε ἐξακολουθεῖ νὰ συντελῇ. Καὶ περὶ μὲν τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐπερατώθησαν, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμέν τι, διότι, ἐνόσῳ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται, εἴτε δὲν καταλήξωσιν εἰς συνεννόησιν, εἴτε δὲν καταλήξωσιν ἀποτυγχάνουσαι, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ ἀπειλὴ ἐξήσκησεν ἀποτέλεσμα εὐχάριστον ἢ δυσάρεστον. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, αἵτινες ἤδη κατέληξαν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰδοποίησε τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως περὶ συμβατικοῦ δασμολογίου κατέπαυσαν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐμποδίζεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ περὶ αὐτῶν ἔγγραφα. Ἴσως ἡ μελέτη αὐτῶν θέλει φωτίσει τὸ Κοινοβούλιον, ἂν κατὰ ταύτας τὰς διαπραγματεύσεις ἐνήσκησεν ἐπιῤῥοὴν ἡ ἔκδοσις τοῦ Νόμου περὶ διαφορικῶν τελῶν. Περὶ τῶν διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦσι, βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ἂν ἡ ἔκδοσις τοῦ νόμου περὶ διαφορικῶν τελῶν ἐνήσκησεν ἐπ’ αὐτῶν εὐάρεστον ἢ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἔγγραφα περὶ τῆς διαπραγματεύσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος, εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς· νεώτερα ἔγγραφα δὲν ὑπάρχουσιν εἰμὴ μόνον παρὰ τῇ Πρεσβείᾳ τῆς ἐν Παρισίοις, ἐπαναλαμβάνονται τὰ αὐτὰ, ἤτοι ὅτι ἡ Γαλλία ἐπιμένει εἰς τὴν προτέραν αὐτῆς γνώμην, γνώμην, ἣν ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐξέφρασε δι’ ἐγγράφου τοῦ κ. Girard, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου τότε καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διατρανοῦντος, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ ἐλάττωσιν τέλους ἐπὶ σταφίδος, εἰμὴ ἀπέναντι ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ἐν ἐγγράφῳ του ὡς ὅλως ἀπαράδεκτα. Ταύτας τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου τοῦ τότε ἐξακολουθεῖ προτάττουσα ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπιμονῆς ταύτης μετεθέσαμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἕτερον θέμα, εἰς ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς, τοὐτέστιν εἰς τὴν ἐπίτευξιν συμβάσεως ἀμοιβαιότητος, οὐχὶ δασμολογικῆς συμβάσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς παρεχούσης εἰς τὰ Κράτη τὰ συμβαλλόμενα τὰ πλεονεκτήματα τῶν μᾶλλον εὐνοουμένων Κρατῶν.
§78Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν κατέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα ὡρισμένον, ἐνόμιζον, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἐγένοντο καθ’ ὃν τρόπον συνήθως γίνονται αἱ περὶ τοιούτων ὑποθέσεων διαπραγματεύσεις. Ἂν μὲν αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο ἐν Ἀθήναις, αἱ συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλάμβανε μετὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον ἀνακοινοῦσθαι πρὸς τὸν Πρέσβυν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, διὰ νὰ δύναται νὰ ὑποβοηθῇ τὰς διαπραγματεύσεις· ἂν δὲ αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο ἐν Παρισίοις, ἡ Πρεσβεία ἐν Παρισίοις ἡ Ἑλληνικὴ ἤθελεν ὑποβάλει ἑκάστοτε ἐκθέσεις περὶ τῶν προσπαθειῶν, τὰς ὁποίας καταβάλλει παρὰ τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀποδεκτὰς τὰς ἀξιώσεις ἡμῶν, ὡς καὶ περὶ τῶν ἀντιῤῥήσεων, τὰς ὁποίας ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις προβάλλει ἴσως κατὰ τῶν ἀξιώσεων τούτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ αὐτῶν τὴν κατάθεσιν ἐζήτησα, ὅταν πρὸ ὀλίγου ἐλάλησα.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αἱ διαπραγματεύσεις δὲν διεξάγονται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐν Παρισίοις· ὡς σᾶς εἶπον δὲ, ἐκ Παρισίων ἔχομεν ἔγγραφον τῆς Πρεσβείας, λέγον ἁπλῶς, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς ὅσα πρότερον εἶπε, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ μεταβάλῃ γνώμην.
§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ νὰ μᾶς καταθέσητε.
§81ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Πᾶν ἔγγραφον, ἐμφαῖνον τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας, διαμειφθὲν κατὰ τὸ μεσόχρονον διάστημα ἀπὸ τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐγγράφων μέχρι τοῦδε.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπορῶ, ἡμεῖς, ὁ ὁποῖος διετελέσατε ὑπάλληλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ νομίζητε, ὅτι δύνανται νὰ κατατεθῶσιν ἔγγραφα περὶ τῶν ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων.
§83ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι περὶ τῶν ἐκκρεμῶν.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς μὴ ἐκκρεμοῦς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον εἰμὴ μόνον ἓν, ἐξ οὗ ἐμφαίνεται, ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἐπιμένει, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀποτελεῖ μέρος τῆς διαπραγματεύσεως, ἧς ὁ φάκελλος δὲν δύναται νὰ κατατεθῇ. Ἴσως ὅμως, ἀφοῦ ἐξετάσω ἐν τῷ γραφείῳ τὸ κείμενον τοῦ ἐγγράφου τούτου, πεισθῶ, ὅτι δύναται νὰ ἀποσπασθῇ τοῦ φακέλλου.
§85Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἐξουσίαν σας εἶναι νὰ καταθέσητε ἢ νὰ μὴ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων τὴν καταβολὴν νομίζετε μηδόλως συνδεομένην μετὰ τῶν ἐκκρεμῶν διαπραγματεύσεων· δύνασθε μόνον νὰ μᾶς εἴπετε, ὅτι «δὲν καταθέτομεν οὐδὲν ἔγγραφον»· μᾶς ἀρκεῖ βεβαίως αὐτό. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἔγγραφα ἄσχετα πρὸς τὰς ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις, ἀναγόμενα δὲ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες κατέληξαν, τούτων τὴν καταβολὴν ἐζητήσαμεν.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕν κενὸν οὐσιῶδες εὑρίσκω εἰς τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅτε πέρυσιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Νόμον περὶ διαφορικῶν τελῶν καὶ τῷ ἐγένοντο σφοδρόταται ἀντιῤῥήσεις, ἐδήλωσεν, ὅτι διὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου ἐλπίζει, ὅτι θέλει κατορθώσει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐλαττωθῆ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν προϊόντων τῆς Ἑλλάδος, ἰδίως δὲ τῆς σταφίδος. Ἐρωτῶ σήμερον, ὁ Νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐστηρίξαμεν τότε τόσας ἐλπίδας, πιστεύσαντες εἰς τοὺς λόγους τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο γνωστὸς εἰς τὴν Γαλλίαν; Ὁ ἐκεῖ Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος δὲν διετάχθη ἢ καὶ οἴκοθεν δὲν εἶπεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν δὲν σπεύσῃ νὰ συνομολογήσῃ μεθ’ ἡμῶν συμβατικὸν δασμολόγιον, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰ Γαλλικὰ ἐμπορεύματα καὶ προϊόντα τὸν Νόμον περὶ διαφορικῶν τελῶν; ἢ, ἂν παρέλειψε τοῦτο ὁ ἡμέτερος Πρέσβυς, οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Γαλλίας δὲν ἔκαμόν ποτε λόγον εἰς αὐτὸν περὶ τοῦ Νόμου τούτου; Εἰς τὰς συνεντεύξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἡμετέρα Πρεσβεία, δὲν ἐλέχθη ἐὰν ὁ νόμος οὗτος θέλει συντελέσει ἢ δυσχεράνει τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως; Περὶ τούτου ἀπέφυγεν ἐντελῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ κάμῃ λόγον. Ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ποίαν ἐντύπωσιν ἔκαμεν ὁ Νόμος αὐτὸς, καὶ συγχρόνως νὰ μάθω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πέρυσιν, ὅτι διὰ τοῦ Νόμου αὐτοῦ θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεων.
§87ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Νόμου τῶν διαφορικῶν τελῶν, εἶπε, δοὺς ἤδη τὴν ἀληθῆ ἑρμηνείαν τῶν διαφορικῶν τελῶν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ οὗτος κατὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐπιβεβλημένα διαφορικὰ τέλη ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐμπορευμάτων τῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ συγχρόνως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπωσι ποία ἐκ τῶν Δυνάμεων ἔχει ἐπιβεβλημένα διαφορικὰ τέλη ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐξ Ἑλλάδος. Γνωρίζω, ὅτι ἡ Γαλλία, καθ’ ἧς κυρίως ἀπηυθύνετο ὁ Νόμος ἐκεῖνος, δὲν ἔχει ἐπιβεβλημένα ἐφ’ ἡμῶν τοιαῦτα τέλη. Ἡ Γαλλία ἔχει συμβατικὰ δασμολόγια, καὶ ἔχει τοιαῦτα σχεδὸν μὲ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις. Ἡμεῖς δὲ, ὡς καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, ὅσαι δὲν ἔχουσι συμβατικὸν δασμολόγιον μετὰ τῆς Γαλλίας, ἐσμὲν ὑποβεβλημένοι εἰς τὸ γενικὸν δασμολόγιον. Ἂν τοῦτο ἀληθεύῃ, ποῦ ἵσταται ἡ ἀρχὴ τοῦ Νόμου περὶ διαφορικῶν τελῶν; Δύναται δὲ ἡ Ἑλλὰς, Κράτος εὐνομούμενον νὰ ἐφαρμόσῃ Νόμον διαφορικῶν τελῶν κατὰ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ τοιοῦτον σύστημα ἐφηρμοσμένον κατ’ αὐτῆς; Περὶ τούτου παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραπέμπω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας εἰς τὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον γενομένην συζήτησιν. Πάντα, ὅσα τώρα εἶπεν ἐν ὀλίγοις, εἶπε τότε διὰ πολλῶν, ἡ δὲ Βουλὴ, ἀκούσασα τότε τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν καὶ ἡμεῖς διὰ πλειόνων ἢ νῦν, ἀπεφάνθη, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ὁ κ. Ζηνόπουλος δὲν ἐκτιμᾷ ὀρθῶς τὰ πράγματα. Δὲν δύναμαι ἑπομένως ἤδη παρὰ νὰ παραπέμψω τὸν κύριον Ζηνόπουλον εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς τότε Βουλῆς, ἵνα ἀνεύρῃ καὶ τὰς ἀπαντήσεις ἡμῶν καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτων.
§89ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι καθαρὸν, εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν. Ἐπειδὴ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔδωκε πέρυσι δίκαιον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, διὰ τοῦτο καὶ μόνον τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ! Πλὴν ἄλλο εἶναι τὸ νόμιμον καὶ ἄλλο τὸ δίκαιον. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ὁ Νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη, δὲν ἀντιλέγω, ὅτι, ὅσα ἐλέγομεν τότε ἡμεῖς, δὲν τὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ πλειονοψηφία· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι οἱ ἀγνοοῦντες καὶ τὸ ἄλφα τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων καὶ τὰ ἐχλεύασαν μάλιστα. Ἀλλ’ ἠρώτησα σαφῶς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν καὶ ποῖον ἔθνος τοῦ κόσμου ἔχῃ ἐπιβεβλημένα ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος τέλη διαφορικά. Ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχουσι τοιαῦτα τέλη καθ’ ἡμῶν, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε. Καὶ τότε ἐπροκάλουν ἐπιμόνως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ διαψεύσῃ τὰ λεχθέντα, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, διότι δὲν ἠδύνατο, ἡ δὲ πλειονοψηφία εἶχε δυστυχῶς πάντοτε ὑπ’ ὄψιν πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ αὖθις, βλέπετε, παρουσιάζεται ὡς φόβητρον. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν προκαλῶν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ εἴπῃ ποία ἐκ τῶν Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης ἔχει ἐπιβεβλημένα διαφορικὰ τέλη ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐξ Ἑλλάδος ἐμπορευμάτων. Ἐνόσῳ περὶ τούτου δὲν ἀπαντήσῃ, δικαιοῦμαι νὰ λέγω, ὅτι ὁ Νόμος ὁ περὶ διαφορικῶν τελῶν εἶναι ψεῦδος, δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Ἔχω καὶ ἄλλο τι. Εἶμαι, κύριοι, μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους· πρό τινων ἡμερῶν προσεκλήθημεν ὑπὸ τοῦ κυρίου Προέδρου νὰ συνέλθωμεν, μανθάνω δὲ σήμερον διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι προσδιωρίσθησαν καὶ ὧραι συνεδριάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως τοῦτο ἐγένετο νομίμως, καθόσον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅτε ἀπεφάσισε ταῦτα. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Πρόκειται περὶ ζητήματος σπουδαιοτέρου. Τὴν ἐπιοῦσαν, νομίζω, τῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐσπευσμένης ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος ἐγίνετο καὶ πρὸ καὶ μετὰ πάταγος, διότι περὶ πατάγου μόνον ἐπρόκειτο, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐξήλεγξα ἐντεῦθεν τὸ μὴ πλῆρες τῆς ὑποβολῆς καὶ παρέστησα ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς δῆθεν προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι πράγματι προϋπολογισμός· προεκάλεσα τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀναλυτικῶν πινάκων· οἱ ἀναλυτικοὶ πίνακες δὲν ὑπῆρχον, προσήχθησαν ἀτελεῖς ἐνταῦθα, ἀτελεῖς καὶ αὐτοῦ ἔτι τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλλείποντες δὲ καὶ δύο ἢ τριῶν Ὑπουργείων. Τοῦτο ἐξήλεγχον τότε καὶ τοῦτο ὑπεραπεδείχθη. Ἀλλὰ τότε δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ, τὸ ὁμολογῶ, ὅτι 15 ἡμέραι ἤθελον παρέλθει, καὶ εἰσέτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ἐν ἀγνοίᾳ τῶν βάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Οὔτε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὁ προϋπολογισμὸς εἴτε τῶν ἐσόδων εἴτε τῶν ἐξόδων. Προκαλῶ ὅλους τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ ἐκείνους τῆς ἀριστερᾶς νὰ μοὶ εἴπωσιν ἂν ἔλαβον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§90ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλῶ δὲ, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἔλαβον ἓν φυλλάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ὁ γενικὸς πίναξ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὁ ἀναλυτικὸς πίναξ τῶν ἐσόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλ’ οὐδὲν ἕτερον, οὐδὲν περὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργείων, οὐδὲν περὶ τῶν ἐξόδων, ἀπολύτως οὐδέν. Τοῦτο ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ θεωρῶν, ὅτι ἁπλούστατον πρᾶγμα ἦτο τὸ νὰ ἀναμένωμεν τὴν διανομὴν καὶ τῶν πινάκων τῶν ἐξόδων τῶν τε γενικῶν καὶ τῶν ἀναλυτικῶν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν, παρετήρησα εἰς τὰ παρόντα κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν Μέλη, ἐν οἷς καὶ εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον, ὅτι πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτύπωσις καὶ διανομὴ τῶν πινάκων, πρὶν ἢ ἀρχίσωμεν νὰ συνερχώμεθα, καθόσον οὕτω μόνον δυνάμεθα εὐλόγως, εὐσυνειδήτως καὶ εὐπρεπῶς νὰ ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Αἱ παρατηρήσεις μου λοιπὸν ἐκεῖναι φαίνεται, ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ προσεκλήθη, καὶ συνεδριάσασα χθὲς ἢ προχθὲς ὥρισεν ἡμέρας συνεδριάσεως ἕξ, ἐξ ὧν τρεῖς κατὰ τὴν πρωίαν καὶ τρεῖς κατὰ τὴν ἑσπέραν. Τὴν ἑσπέραν ταύτην κατὰ τὴν 9ην ὥραν εἶναι ἡ πρώτη ἐκ τῶν ἀποφασισθεισῶν συνεδριάσεων. Εἰς τὴν συνεδρίασιν ταύτην δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωμεν, διότι οὐδὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν. Πρόκειται περὶ ἐξετάσεως προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει αὐξήσεις ἐσόδων δι’ ἐπιβολῆς φόρων 15,000,000 δραχμάς. Τίς λογικὸς ἄνθρωπος, τίς ἄνθρωπος εὐσυνείδητος, τίς πονῶν τὸν τόπον δύναται νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν ἐσόδων τούτων, χωρὶς νὰ ἴδῃ ἐὰν ὅλα τὰ ἀναγεγραμμένα ἔξοδα ἦναι πράγματι ἀναγκαῖα καὶ ἀναπόφευκτα; Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἐὰν τῳόντι ἀποτελῇ μέρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου προεδρεύει ὁ κ. Τρικούπης, ἐξήλεγξεν ἡμᾶς, ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν φορολογικῶν Νόμων, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας αὐτοὺς, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας προϋπολογισμόν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἐξήλεγχε προχθὲς ἡμᾶς λέγων ταῦτα, ἀλλὰ τὸν κ. Τρικούπην, ὅστις μᾶς προεκάλεσεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν πρόωρα ἀληθῶς, καὶ τοῦ ὁποίου τὴν πρόκλησιν ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα εἰμὴ νὰ δεχθῶμεν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιμείνῃ, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ, τότε καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὡς κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τὰ παραδεδειγμένα Κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, διευθύνει τὴν πλειονοψηφίαν, πρέπει νὰ καθοδηγήσωσι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν αὐτὴν εἰς εὐλόγους κατακρίσεις. Περὶ τούτου δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲ δηλῶ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι λέγων τοῦτο, ἀντιπροσωπεύω τὸ φρόνημα καὶ τῶν λοιπῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ προσέλθω εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὶν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς ἡμᾶς ὁ προϋπολογισμὸς, χωρὶς νὰ παραβιάσω καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§92ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πρὸ 14 ἡμερῶν, κύριοι, εὑρίσκεται ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ λίαν κατεπεῖγον ζήτημα περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς ὡμίλησε κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ πρότασιν ὑπέβαλε, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀκολούθως, διὰ λόγους ἀγνώστους μοι, ἀπέσυρεν· ὑπέβαλε δὲ βραδύτερον πρότασιν ἄλλην, ὅπως εὐχηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομισματικὸν σύστημα, πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Πρότασις τοιαύτη, προκειμένου μάλιστα περὶ συστήματος νομισματικοῦ, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐφηρμόσθη, εἶναι λίαν κατεπείγουσα, καὶ δὲν γνωρίζω ζήτημα μᾶλλον κατεπεῖγον τούτου. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλαβε μεγαλειτέραν σπουδαιότητα, ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔθεσεν ὡς πολιτικόν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τις τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν, ὅπως ὑποβάλλωσιν ἐπερωτήσεις, καὶ παραδέχομαι μάλιστα, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῆς Συνεδριάσεως δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν. Ἀλλ’ ὅπως καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἰδίως ὅταν πρόκηται ἡ συζήτησις περὶ τοιούτων ζητημάτων λίαν κατεπειγόντων, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων πρέπει νὰ γίγνηται μόνον τὸ Σάββατον. Παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν φυγοδίκων, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν διαφορικῶν τελῶν, ὅτι αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις, δύνανται νὰ ἦναι πολὺ σπουδαῖα ζητήματα· ἀλλὰ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν γνωρίζω ἄλλο ζήτημα μᾶλλον κατεπεῖγον τοῦ περὶ νομισματικοῦ συστήματος. Ἡ ἀντιπολίτευσις, εἴτε διὰ νὰ προλάβῃ καταστροφὰς, ὡς εἶπεν, εἴτε διότι φρονεῖ, ὅτι, νικῶσα ἐν τῷ πολιτικῷ ζητήματι καὶ αὖθις καταλαμβάνουσα τὴν Ἐξουσίαν, θὰ διοικήσῃ κάλλιον τὸν τόπον, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ἡ ἀμφιβολία πρέπει νὰ ἐκλείψῃ· καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων δὲν δύνανται νὰ γείνωσιν εἰμὴ τὸ Σάββατον, εἴτε εἰς ἰδιαιτέρας συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας ῥητῶς προαποφασίζει· καὶ τοῦτο, διότι, ὡς βλέπετε, ἀπὸ ζητήματος εἰς ζήτημα δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, εἰς μίαν ἀπόφασιν. Ἐρχόμεθα ὅλοι μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἐνδιαφέροντος ζητήματος, καὶ ἐν τούτοις οὐδόλως προβαίνομεν εἰς αὐτό. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι βεβαίως πολὺ ὀρθαὶ αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὴν κανονισμὸν ἐργασίας, τὸν ὁποῖον ὅλαι αἱ Βουλαὶ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶσι, τουτέστιν αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ὑποβάλλωνται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἀλλ’ ἄνευ ἀναπτύξεως. Εὐθὺς ὡς ἡ ἐπερώτησις ὑποβάλλεται μετ’ ἀναπτύξεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γείνῃ ἀπάντησις· αὕτη προκαλεῖ ἀνταπάντησιν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξερχόμεθα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐννοῶ νὰ παραδεχθῶμεν κανόνα, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον, νὰ καθορίζῃ δὲ, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ γίνῃ ἐπερώτησις, ἀλλὰ νὰ ἐκτίθεται ἁπλῶς, καὶ, εἰ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἔγγραφος, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν αὐτῆς ἀμέσως καὶ ἀκριβῶς καὶ νὰ μὴ περιμένῃ, ὅπως τὸ Προεδρεῖον στείλῃ αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μετὰ τὴν κύρωσιν τῶν πρακτικῶν· οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ δύνανται ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, ἐὰν δὲν ἐπάγωνται ταῦτα συζήτησιν, νὰ δίδωσιν εὐθὺς τὴν ἀπάντησιν, καὶ τοῦτο μόνον, ὅταν ἐπείγῃ ἡ ἀπάντησις, ἵνα μὴ ἐξακολουθῇ πεπλανημένη γνώμη· ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων ἔτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβάλλωνται αἱ ἀπαντήσεις καὶ νὰ δίδωνται τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§94ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι, ἔχω ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτιρικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἅλατος, τῆς καταστάσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἐκποιήσεως αὐτοῦ ἐκ τῶν ἁλικῶν Λαμίας, καὶ ζητῶ νὰ μοὶ δώσωσι πληροφορίας τόσον περὶ τῆς παραγωγῆς, ὅσον καὶ περὶ τῆς ἐκποιήσεως καὶ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ ἅλατος τούτου. Ὑποβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην, καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀναπτύξωμεν τὸ ζήτημα καὶ οὕτως εὑρεθῶμεν εἰς κατάστασιν νὰ φροντίσωμεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου· διότι φρονῶ, ὅτι ἐκ τοῦ ἅλατος τούτου δύναται νὰ προκύψῃ ὠφέλεια εἰς τὸ Δημόσιον διπλασία καὶ τριπλασία. (Ὅρα Παράρτημα). Θὰ εἴπω καὶ δύω λέξεις, διότι παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον περιέχει 25 ἢ 26 ὑπογραφὰς, εἰς τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι εἶναι ψευδῆ τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα φέρουν 100 καὶ 200 ὑπογραφὰς, καὶ ὅτι δὲν συνέβη καμμία ταραχὴ, καμμία ἀνωμαλία. Τώρα πάντες γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν φατριάζωμεν, δυνάμεθα νὰ προκαλῶμεν διαψεύσεις, διότι θὰ εὑρεθῶσι καὶ φίλοι μας νὰ διαψεύσουν. Ἀλλὰ τώρα ἐξεταστέον, αἱ 300 ὑπογραφαὶ τῶν διαφόρων τηλεγραφημάτων εἶναι παρ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἔχουν ἀμπέλους;
§95ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνύπαρκτοι ὑπογραφαί.
§96Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ αἱ ἄλλαι ἀνύπαρκτοι εἶναι.
§97ΤΡΑΚΑΣ. Τώρα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται, ἔγραψαν ὅπως ἔγραψαν καὶ περὶ τοῦ συστήματος καὶ περὶ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, ὅτι εἶναι καταστρεπτικά. Ἐὰν αὐτοὶ ἦναι οἰκοκυραῖοι, δύνανται νὰ τὸ ὁμολογήσωσιν, ὁ κ. Σκουμπουρδῆς... (Θόρυβος)· αἱ δὲ 25 ἢ 26 ὑπογραφαὶ τί μᾶς λέγουσιν; ὅτι δὲν ἔγεινε καμμία ἀνωμαλία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Σᾶς παρακαλῶ, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα αὐτά; δύω εἶναι ἄνθρωποι τοῦ κυρίου Ζουλούμη, δύω ἐνοικιασταὶ τοῦ κυρίου Σκουμπουρδῆ καὶ καθεξῆς (Θόρυβος)· ὅλοι δὲ δὲν ἔχουν οὔτε ἀμπέλια, οὔτε γαίας· μόνον ὁ Τράκας ἔχει, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῖος Τράκας.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Λεωνίδας Τράκας.
§99ΤΡΑΚΑΣ. Ἐγὼ παραπέμπω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Μηχανικὸν, ὅστις ἐπῆγεν ἐκεῖ, νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν δὲν ἐκλείσθησαν τὰ μαγαζιὰ καὶ ἐὰν δὲν ἐπῆλθεν ἀνωμαλία.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις περὶ προσωπικοῦ τινος ζητήματος.
§102ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§103ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Πρὶν ἀρχίσῃ ὁ Βουλευτὴς τὸν λόγον του, ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος καὶ ἐγὼ τῆς μειονοψηφίας, διότι καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἐργασθῶ καὶ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ἀλλὰ νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸν Προϋπολογισμόν.
§104ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνῆλθεν εἰς συνεδρίασιν, ἐξήτασε τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ἐν πλήρει συνεδριάσει ἔλυσε τὸ ζήτημα καὶ ἐκανόνισε τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ εἶπεν ν’ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, ὁ ὁποῖος ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς κκ. Βουλευτὰς τῆς μειοψηφίας νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσθετα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μέρος τῶν ἐσόδων, δηλαδὴ τὰ Νομοσχέδια τῶν φόρων, ἀλλὰ ν’ ἀρχίσωμεν νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ τὰ πάγια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀμετάβλητα καὶ παρὰ πάντων δεκτά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἔχωσιν ἀντίθετον ἰδέαν, νὰ ἔλθωσι νὰ τὴν μετατρέψωσι, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠδύνατο νὰ μεταβάλῃ γνώμην· οὐχ ἧττον ὅμως πρέπει ἤδη νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἑπομένως, ἂν ἀγαποῦν, ἂς μᾶς τιμήσωσι διὰ τῆς παρουσίας των.
§105Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὰ ῥηθέντα καὶ ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι τοῦ ἐκ Βώλου Βουλευτοῦ, δὲν ἤθελεν αὖθις παρεμβληθῆ ἡ ὑπόθεσις αὐτή· διότι αὕτη δὲν εἶναι κοινὸν ζήτημα τάξεως, οὐδὲ ζήτημα ἁπλοῦν Κανονισμοῦ, ἀλλὰ εἶναι ζήτημα συνταγματικόν. Ὅθεν παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐπιτρέψητε τὴν περαιτέρω συζήτησιν, ἥτις δύναται νὰ γείνῃ αὔριον, νῦν δὲ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§106ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς δὲν ἤκουσεν, ὅτι προσεκλήθημεν νὰ συνεδριάσωμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Διὰ τοῦτο δὲ ἐπιμένομεν ἡμεῖς εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν γνώμην της, ἢ μᾶλλον ἡ διέπουσα τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου Κυβέρνησις, περὶ τοῦ ἂν θὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της ἄνευ ἡμῶν, δηλωσάντων, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ προϋπολογισμοῦ μὴ ὑπάρχοντος.
§107ΤΙΝΕΣ. Μεταξύ σας τὸ λύετε.
§108ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ ἐκπληρώσεως καθήκοντος καὶ τοσοῦτον οὐσιώδους, τοῦ πρωτίστου τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπιπολαίως πρέπει νὰ ἐξετάζωνται τὰ παρουσιαζόμενα ζητήματα. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ σοβαρόν, ἀλλὰ συνδέεται πρὸς τὰς βάσεις τοῦ Πολιτεύματος. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς; σᾶς εἶπεν, ὅτι, εἰ καὶ ἐλύθη τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, τὰ μέλη αὐτῆς ἐξ ἁβροφροσύνης θέλουσι συναινέσει νὰ περιορισθοῦν εἰς τὴν ἐξέτασιν μόνον τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δὲν μεταβάλλονται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὅτι δὲν θέλουσι θίξει τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τῶν ὁποίων διὰ τῶν εἰσαχθέντων Νόμων προτείνεται αὔξησις. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἐὰν διὰ τοιούτου τρόπου δύναται νὰ γείνῃ ἐργασία σπουδαία. Ἐν στιγμαῖς, καθ’ ἃς ἀναγνωρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος περὶ ἐλαττώσεως τῶν ὑπαρχόντων, τῶν ἤδη νενομοθετημένων. Ὥστε περὶ τῶν ἐσόδων τούτων οὐδεμία θὰ προκύψῃ ἀντίῤῥησις οὔτε ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας, οὔτε ἐκ μέρους τῆς μειονοψηφίας, ἑπομένως οὐδὲ συζήτησις. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουσι κἂν καὶ τοιαῦτα ἔσοδα; Οὐχί. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἀληθῶς ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἁβρότητα αὐτῶν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν δύνανται νὰ πράξωσί τι, διότι οὐδὲν ὑπάρχει ἔσοδον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ αὐξάνεται διὰ τοῦ εἰσαχθέντος Προϋπολογισμοῦ....
§109ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ τελωνιακοὶ φόροι.
§110ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. —Διότι, πλὴν τῶν φόρων τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι εἰσάγονται, πλὴν τούτων, διὰ τῆς ἀναγωγῆς τῆς δραχμῆς εἰς φράγκον αὐξάνονται καὶ σύμπαντες οἱ λοιποὶ φόροι. Περὶ τῶν τελωνιακῶν δικαιωμάτων δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι τὰ περὶ αὐτῶν ἀπεφασίσθησαν πέρυσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν οὐδεμία πρόκειται ἢ δύναται νὰ γείνῃ περὶ τούτου συζήτησις, ἡ προσέλευσις ἡμῶν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὄχι μόνον ἐντελῶς περιττή, ἀλλὰ καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον ἡμῶν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἔστω καὶ περὶ τῶν τελωνιακῶν δασμῶν, ἐνόσῳ δὲν γνωρίζομεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους. Γνωρίζετε δὲ ὅσοι ἐνασχολεῖσθε εἰς τὰ Οἰκονομικὰ, ὅτι ὑπάρχουσιν Ἔθνη, ἐν οἷς ψηφίζονται πρῶτον τὰ ἔξοδα καὶ κατόπιν τὰ ἔσοδα, διότι ἐκ τῶν ἀναγκαίων, τῶν ἀναποφεύκτων ἐξόδων, ὁδηγοῦνται ἐκεῖ, ὅπως κανονίσωσι τὰ ἔσοδα. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον, προκειμένου νὰ αὐξήσωμεν τόσον πολὺ τοὺς φόρους τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, δὲν εἶναι κἂν ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν προηγουμένως ἐὰν πάντα τὰ ἔξοδα ἐπιβάλλωνται ὑπὸ λόγων συμφέροντος, συνδεομένου πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας, τὴν ἡσυχίαν αὐτῆς, τὴν Διοίκησιν αὐτῆς, τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς! Περὶ τούτου κυρίως πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ ἵνα ἐπισπευσθῇ ἡ ἐκτύπωσις καὶ ἡ διανομὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δηλῶν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἄνευ Προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα σπουδαίως, εἰλικρινῶς, εὐσεινηδήτως, νομίμως, νὰ ἐργασθῶμεν.
§111Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀφοῦ πρῶτον δηλώσω πρὸς τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα, ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ ἐμὲ, δὲν ἠννόησα οὐδέποτε ν’ ἀκολουθήσω κατὰ τὰς ἐργασίας μου καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μου εἰμὴ μόνον τὰς πεποιθήσεις μου, ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ Κανονισμὸς ὥρισε τὴν Ἐπιτροπὴν, νομίμως καταρτιζομένην, ὡς τὴν μόνην ἁρμοδίαν νὰ κανονίζῃ τὰς ἐσωτερικὰς ἐργασίας της. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναρμοδία νὰ κανονίσῃ ταύτας. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνῆλθε ἅπαξ καὶ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ· τὴν δευτέραν φορὰν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ πῶς ἐπεθύμει νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας της. Ἀντηλλάχθησαν ἐν τούτοις πολλαὶ ἰδέαι, ἐγένοντο δὲ καὶ παρατηρήσεις, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ εἰσέτι οὔτε ὁ γενικὸς πίναξ, οὔτε ὁ ἀναλυτικὸς τῶν ἐξόδων, δὲν ἥρμοζεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐσόδων. Ἀλλ’ ὅταν ἐγένετο γνωστὸν παρά τινων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἡ ἐπιθυμία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ἤτοι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐξόδων, ἐντὸς τριῶν τὸ πολὺ ἢ τεσσάρων ἡμερῶν θὰ ἐκπληρωθῇ, τοὐτέστιν ὅταν ἐπληροφορήθη ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν θὰ ἔχῃ καὶ τοὺς πίνακας τῶν ἐξόδων, τότε, τῇ προτάσει μου, ἡ Ἐπιτροπὴ παρεδέχθη παμψηφεὶ τὴν μέσην ταύτην γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν μίαν ἢ τὰς δύω συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβουν μέχρις οὗ ἤθελεν ὑποβληθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐργασθῇ, ἐξετάζουσα ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ στηριζόμενα ἐπὶ ἐψηφισμένων ἤδη Νόμων, καὶ ἀνταλλάξῃ τὰς ἰδέας της ἐπὶ γενικωτέρων, ἕως οὗ ταχέως λάβωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Τώρα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἐὰν εἶχεν ἀντιῤῥήσεις, ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰς παρατηρήσεις του, καὶ ἐκεῖ θὰ ἤμεθα πρόθυμοι ν’ ἀκούσωμεν καὶ δεχθῶμεν ἴσως τὰς προτάσεις του, τὰς στηριζομένας ἐπὶ τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τέλος πάντων νὰ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἔτους, διὰ τὸ ὁποῖον ψηφίζεται.
§112ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§113ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι εἶναι ἡ τρίτη φορά (θόρυβος).
§114ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω.
§115ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι. Ὄχι.
§116ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω.
§117ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι προσωπικόν· δὲν ἔχετε τὸν λόγον (θόρυβος).
§118ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα προσωπικόν. Περὶ τούτου δὲ ὁ ἐνδιαφερόμενος εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ καὶ ὄχι ὑμεῖς.
§119ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, Ὄχι (θόρυβος).
§120ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, ἐὰν δὲν ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§121ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ θέλοντες ν’ ἀκούσητε δύω λέξεις, δεικνύετε, ὅτι σᾶς ταράσσει ἡ ἀλήθεια (θόρυβος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζηνόπουλε, ἀφήσατε νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Βουλήν.
§123ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, δὲν ἔχετε, κύριε Πρόεδρε, τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσητε τὸν λόγον (θόρυβος).
§124ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμόν.
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ μὴ ὁμιλήσῃ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§127ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποχωρῶ εἰς τὴν βίαν, σεβόμενος ἐγὼ πλειότερον τὴν Βουλὴν, ἢ ὅσον αὐτοὶ σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§128ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, κύριοι, δὲν ἤθελε γείνει οὔτε ὁ θόρυβος αὐτὸς, οὔτε ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐὰν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ καθήκοντος, καὶ ἂν ἐθεωροῦμεν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ τηρῶνται. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν συνεζητεῖτο, καὶ ὅτε τὰ πάντα ἦσαν εἰκονικά· ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ διαφορὰ, ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπετηροῦντο αὐστηρῶς, καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τοῦ 62 ἦσαν εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Σήμερον τί λέγει τὸ Σύνταγμα; ὅτι ἐντὸς 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξετάζεται ἀπὸ εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν, ὑποβάλλεται δὲ ὁλόκληρος, ἤγουν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι ἠκρωτηριασμένος ὡς ἐπαρουσιάσθη· εἶναι ὅλον τὸ ἴδιον ὡς ἂν νὰ ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι τελειωμένον, ἀλλὰ νὰ ὑπεβλήθη ὁ τύπος του καὶ 6, 7 ἄρθρα αὐτοῦ, καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται οἱ προτείνοντες νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ, καὶ ὅτι κατόπιν θέλουσι συντάξει καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, καὶ θέλουσι τὰ ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τότε σεῖς σκέπτεσθε, ἂν μέλλετε νὰ ψηφίσητε καὶ ἐκεῖνα. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομία ἑνὸς νόμου ἀπαιτεῖ νὰ ὑποβληθῇ πλήρης πρὸς ἐξέτασιν· οὕτω πως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις εἶναι ὁ πρὸ πάντων νόμος τοῦ Κράτους, καὶ δὲν δύναται νὰ εἰσάγεται ἠκρωτηριασμένος, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἐξετάζηται παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἠκρωτηριασμένος. Λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν περιμένομεν πλήρη ἀναμόρφωσιν ἐφ’ ὅλων τῶν πραγμάτων, παρουσιάζεται καὶ αὐτὴ ἡ ἔλλειψις.
§129ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ (θόρυβος ἐκ δεξιῶν).
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ δεξιῶν). Δὲν δύνασαι νὰ ὁμιλήσῃς.
§131ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαξ ὡμίλησα (θόρυβος καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν δημοσιογράφων).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐκκενωθῇ ἀμέσως τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων.
§133ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Στεφανόπουλος ἅπαξ ὡμίλησε.
§134ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ δεξιῶν). Δὶς, δίς.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§137Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπω, ὅτι ἐκκενοῦσι, κύριε Πρόεδρε, τὰ ἀκροατήρια τῶν δημοσιογράφων, ὅλοι θὰ ἐξέλθουν; (θόρυβος).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι, ὅλοι.
§139ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ, τοὺς βγάλετε ὅλους (θόρυβος).
§140ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων παρακάθηνται καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δημοσιογράφοι.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θεωρεῖον αὐτὸ πρέπει πρὸ πάντων νὰ σέβηται τὴν Βουλήν (θόρυβος).
§142ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁσάκις ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις συνέβησαν ἀτακτήματα, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὕψωσαν τὴν φωνήν των ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως· δὲν ἔρχομαι νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἀτακτούντων· ἀλλὰ, κύριοι, τὰ ἀκροατήρια ἢ ποδοκροτοῦν ἢ χειροκροτοῦν, δυστυχῶς ἐδώκαμεν καὶ ἡμεῖς τὸ παράδειγμα ἄλλοτε, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν των ἢ τῶν ἀντιπαθειῶν των· σήμερον βεβαίως ἐπῆλθε παρεννόησις.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι πταίουν....
§144ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἐγένετο παρεξήγησις· διότι ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὅλοι οἱ δημοσιογράφοι ἀνήκουν εἰς τὴν συμπολίτευσιν ἢ ἀντιπολίτευσιν, ἢ ὅτι ἐπῆλθε παρεννόησις. Ἂν ὅλοι οἱ δημοσιογράφοι ἀνήκουν εἰς τὴν πτέρυγα, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὃν ἐποδοκρότησαν, τότε θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι.....
§145ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ καταφρονῶ ὅσους μὲ ἐποδοκρότησαν· μὴ ἀναμιγνύετε τὸ ὄνομά μου....
§146ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ σᾶς θεωρῶ ἀνώτερον αὐτῶν τῶν προπηλακισμῶν· ἂν ἐπῆλθον, κύριοι, ταραχαὶ, ἐπῆλθον μονομερῶς ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες, τίς οἶδε τίνα εἶχον συμφέροντα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐκκένωσις τοῦ ἀκροατηρίου τῶν δημοσιογράφων εἶναι οὐχὶ δικαία, διότι ἐξηγεῖται φυσικῶς, καὶ παρακαλῶ νὰ διατάξητε τὴν ἐπάνοδον τῶν δημοσιογράφων, ἀλλὰ μόνον τῶν δημοσιογράφων.
§147ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§149ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί γίνεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Σταΐκου, κύριε Πρόεδρε; (θόρυβος).
§150ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ θεωρεῖον δὲν ἦσαν οἱ δημοσιογράφοι· εἶχον εἰσέλθει καὶ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ὁμάδα αὐτήν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν εἰς τὸ ἑξῆς, ὅπως εἰς τὸ θεωρεῖον μὴ εἰσέρχωνται ἄλλοι, ἀλλὰ μόνον ἀποκλειστικῶς οἱ δημοσιογράφοι, καὶ ἂν οὗτοι ἀτακτήσουν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ τὴν ἐκκένωσιν, ἀλλὰ σήμερον δὲν δύναται. Διὰ τοῦτο οἱ δημοσιογράφοι δύνανται νὰ ἐπανέλθουν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐπειδή, βλέπω, ἐπιμένουν πολλοί.
§152ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ θέσητε ζήτημα· ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι προελάμβανον τὴν ἰδικήν σας ἐπιθυμίαν, διότι σεῖς δὲν ἐννοούσατε νὰ ἀποπέμψητε τοὺς δημοσιογράφους, ἀλλὰ τοὺς παρεισάκτους (θόρυβος).
§153ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, καὶ εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων προφανῶς δὲν τηρεῖται τάξις περὶ τὴν εἰσαγωγήν, καὶ βλέπομεν εἰς τὰ θεωρεῖα τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων ἀνθρώπους ἐσχάτης τάξεως, καὶ εἰς τὰ θεωρεῖα τῶν πρώην Βουλευτῶν, ἀνθρώπους μὴ Βουλευτάς. Οὕτω φαίνεται καὶ εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων εἰσῆλθον ἄνθρωποι ὅλως ξένοι· ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω ἄν τις τῶν δημοσιογράφων ἠτάκτησεν, ἐπειδὴ ὅμως ὁ θόρυβος ἠγέρθη ἐν θεωρείῳ, τὸ ὁποῖον δὲν περιλαμβάνει μόνον δημοσιογράφους, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ, ὅπως μὴ ἐκκενωθῇ σήμερον κατὰ χάριν.
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ὄχι κατὰ χάριν (θόρυβος).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ εἶδον ἰδίοις ὄμμασιν ἕνα ἐφημεριδογράφον, ὅστις ἐπὶ κεφαλῆς ἱστάμενος ἔδωκε τὸ σύνθημα ὅλων τῶν ποδοκροτημάτων. Πρέπει αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτελῶνται ἀκριβῶς, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι σεβαστὴ εἰς πάντα. Αὔριον θὰ λάβωμεν μέτρα, ὅπως μὴ εἰσάγωνται ξένοι.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τώρα, τώρα.
§157ΒΑΛΒΗΣ. Οἱ δημοσιογράφοι εἶναι τὸ μόνον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ τόπος φωτίζεται περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
§158ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁσάκις ἀτακτοῦν τὰ ἀκροατήρια, νὰ διατάττῃ τὴν ἐκκένωσιν, ἀφέθη δὲ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Πρόεδρος ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν, ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὴν σεβασθῇ, ἕως οὗ δὲν τὴν ἀνακαλέσῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καλὸν εἶναι τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ νὰ ἀφεθῇ ἐνταῦθα.
§159ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ὡμιλήσατε δίς· δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§161Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἴς τινα νὰ ὁμιλῇ πλέον ἢ δὶς, πλὴν ἄν ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιτρέψῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκενώσεως τῶν θεωρείων δὶς, καὶ τοῦ ἀπαγορεύετε τὸν λόγον; Τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν εἶναι ἱερὸν, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περιορισμῶν πρέπει νὰ γίνηται μετὰ προσοχῆς· διότι ἡ ἐλαχίστη κατάχρησις περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περιορισμῶν εἶναι ἀθέτησις τοῦ δικαιώματος.
§162ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ὁμιλήσω. Ἐδόθη ἡ ἄδεια εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁσάκις ἀτακτοῦν τὰ ἀκροατήρια, νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκκένωσιν, ἀλλὰ τοῦτο μόνον διὰ τὰ ἀκροατήρια τοῦ λαοῦ.
§163ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὅλα, δι’ ὅλα (θόρυβος).
§164ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐνόησε νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα διὰ τὰ θεωρεῖα τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν πρώην βουλευτῶν (θόρυβος).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξηντλήθη. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§166Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν, ὅσα εἶπε χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς συμβάσεως τῶν ἁλάτων, ἐλέγοντο εἰς ἄλλον τόπον, ἤθελον περιφρονήσει καὶ τοὺς λόγους καὶ τὸν λέγοντα, καὶ δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ κάμω οὐδεμίαν ἀπάντησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος καὶ ἐῤῥέθησαν πρὸς τὸ μέγα πολιτικὸν Σῶμα τῆς Βουλῆς, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, οὐχὶ διὰ νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν, ἀλλὰ χάριν τῆς ἱερότητος καὶ τοῦ τόπου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐλέχθησαν καὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Σώματος, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο ὁ λέγων. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐψεύσθη χθὲς ἀσυστόλως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἐπιτρέπονται.
§168ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζητε οὕτω πως.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ διακόπτῃς.
§170ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐψεύσθη ἀσυστόλως καὶ ἐζήτησε νὰ ὑβρίσῃ δύω πολιτικὰ πρόσωπα· ἀλλ’ εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο ἀπὸ τὸ ἓν τῶν προσώπων τούτων, τὸ ὁποῖον ἔτυχε παρακαθήμενον ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ ὁμολογήσῃ ἀσυστόλως πάλιν, ὅτι ἐψεύσθη μὲν ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦτο, ἔλεγε δὲ ἀλήθειαν ὡς πρὸς τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτύγχανε παρὸν ἐν τῇ συνεδριάσει, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἐὰν καὶ τὸ δεύτερον τοῦτο πρόσωπον ἦτο παρὸν καὶ τῷ ἔκαμνε τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ πρῶτον, ἤθελεν ἀναγκασθῆ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνο δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἰδοὺ τί συνέβη. Χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν περὶ τῆς συμβάσεως τῶν ἁλάτων, εἶπεν, ὅτι, ὅτε κατηρτίζετο ἡ σύμβασις αὕτη, προσῆλθον πρὸς αὐτὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§172ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι.
§173ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸν ἐπετίμησα ἐγώ, τότε εἶπεν ὄχι.
§174ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτοστιγμεὶ εἶπεν ὄχι.
§175ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι προσῆλθον πρὸς αὐτὸν ὡς Διευθυτὴν Τραπέζης τινὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, (δὲν ἐνθυμεῖται δὲ πότε ἔγεινε τοῦτο, ἐὰν πρὸ 2 ἢ 3 ἢ 4 ἐτῶν), καὶ τῷ ἐπρότειναν νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὰ μέσα, ἢ νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς μέρος, ὅπως σχηματισθῇ ἑταιρία πρὸς ἐνοικίασιν τῶν ἁλάτων· ὁ δὲ ἔντιμος αὐτὸς ἄνθρωπος, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἀναμιγνύεται εἰς οὐδεμίαν κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, τοὺς ἀπέπεμψεν. Ἀλλ’ ὅτε ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ποῖος ἦτον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἀπέφυγεν ἐν ἀρχῇ νὰ τὸν ὀνομάσῃ, ὠνόμασεν ἐμέ. Τότε τῷ εἶπον ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι ψεύδεται, καὶ τὸν προσεκάλεσα νὰ βεβαιώσῃ ῥητῶς τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγὼ ἐπῆγα ποτὲ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τῷ ἐπρότεινα νὰ κάμωμεν ἑταιρίαν, διὰ νὰ ἐνοικιάσωμεν τὰ ἅλατα· ἐκ τῆς προσκλήσεως ταύτης στενοχωρηθείς, ἀνεκάλεσεν ὅσα εἶπε περὶ προσελεύσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπέμεινε λέγων, ὅτι προσῆλθε μόνος ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὅτι αὐτὸς τῷ εἶπε δῆθεν, ὅτι εἶναι συνεταῖρος καὶ ὁ Ὑπουργός. Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἦτον τότε ὁ κατόπιν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν ἀξιότιμος συνάδελφός μας κύριος Ἀθανασιάδης, ὅστις ἕνεκα ἀσθενείας δὲν ἦτο παρὼν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ διαψεύσῃ τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ὅπως ἔπραξα ἐγὼ, οὐδεὶς δὲ ἄλλος ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν ὁ κύριος Ἀθανασιάδης, προσελθὼν τότε εἰς τὸν κύριον Καλλιγᾶν, τῷ ἔκαμε λόγον περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἁλυκῶν, καὶ ἂν τῳόντι ἐτόλμησε ν’ ἀναμίξῃ καὶ τὸ ὄνομα ἄλλου τινός. Σήμερον ἐπεσκέφθην τὸν κύριον Ἀθανασιάδην, κλινήρη ὄντα καὶ μὴ δυνάμενον νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὸν ἠρώτησα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, μοὶ εἶπε δὲ, ὅτι δύναμαι νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οὔτε κατὰ τὸ 81, ὅτε κατηρτίσθη ἡ σύμβασις, οὔτε κατὰ τὸ 80, οὔτε κατὰ τὸ 79, οὔτε ἀφ’ ὅτου ἐγένετο Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔκαμέ ποτε λόγον μετὰ τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ περὶ ἅλατος. Ἠξεύρετε δὲ ἀπὸ ποίας ἐποχῆς τυγχάνει ὁ κύριος Ἀθανασιάδης Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; ἀπὸ τοῦ 1876. Λοιπὸν, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου, ἀπὸ τοῦ 76 καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε ἐλάλησε μετὰ τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ περὶ συμβάσεως διὰ τὰ ἅλατα. Τί σχέσιν λοιπὸν εἶχον ὅσα εἶπε χθὲς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μὲ τὴν σύμβασιν τῶν ἁλάτων, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἐν ἀρχῇ τοῦ 81 καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπουργοῦντος ἐμοῦ; Εἶναι, κύριοι, συζήτησις αὐτή; Εἶναι πρέπον, ὅταν συζητῶμεν περὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πατρίδος, καὶ ὅταν λαμβάνωμεν τὸν λόγον ὡς Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ ἐκφράσωμεν τὰς ἰδέας μας, νὰ ἔρχωνται ποῖοι; οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Στέμματος, καὶ νὰ ἐκφέρουν ἀσεβεῖς ὑπαινιγμοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν ἐπιβλαβῆ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ὑπόληψίν μας; Τί σχέσιν ἔχει ὁ κ. Ἀθανασιάδης μὲ τὴν σύμβασιν τοῦ 81, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 76 καὶ ἐντεῦθεν οὐδέποτε ἐλάλησε μὲ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν περὶ ἁλάτων;
§176ΓΚΙΚΑΣ. Οὔτε ὑπῆγεν εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν.
§177ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Τὸ εἶπε, διὰ νὰ συκοφαντήσῃ.
§178ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ καλλίτερον, ὅτι, καθ’ ὃν καιρὸν ἐγίνετο ἡ σύμβασις τῶν ἁλάτων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν οὔτε ὁ κύριος Ἀθανασιάδης, οὔτε ὁ κύριος Καλλιγᾶς, οὔτε ἄλλος τις, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις, τί διαλαμβάνει ἡ σύμβασις αὕτη καὶ τίνι τρόπῳ κατηρτίσθη.
§179ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§180ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει σχέσιν· ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε σεῖς, δὲν ἔχουν σχέσιν. Γνωρίζετε ὅλοι τὰς καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἁλάτων, δὲν ἀγνοεῖτε δὲ, ὅτι, ἀφ’ ὅτου κατηργήθησαν αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, ὁ λαὸς πληρώνει τὸ ἅλας εἰς τὰς περισσοτέρας ἐπαρχίας πρὸς 20, πρὸς 30 καὶ 40 λεπτὰ· διὰ τοῦτο πάντοτε ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ ληφθῇ πρόνοια, καὶ πάντες ἐπρότειναν τὸ μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰργάσθησαν πολλοὶ τῶν προκατόχων μου, ἀπεφάσισα δὲ νὰ ἐργασθῶ σπουδαίως καὶ ἐγώ, ὅταν ἀνέλαβον ἐσχάτως τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπετάθην λοιπὸν εἰς τὸν Διευθυντὴν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἔλαβε τὴν ἀξιέπαινον ἀπόφασιν νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἐπιχειρήσεις, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ τόπου. Παρέστησα εἰς τὸν κ. Δούκαν, ὅτι, ἕνεκα τῶν πολλῶν καταχρήσεων, τὸ Δημόσιον δὲν εἰσπράττει ὅσα ἔπρεπε νὰ εἰσπράττῃ ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλάτων, καὶ ὅτι, ἐὰν θελήσῃ ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐνοικίασιν αὐτῶν ἐπὶ πολλὰ ἔτη, θὰ ἔχῃ πολλὰς ὠφελείας. Ἐπείσθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης, συνεφωνήσαμεν περὶ τῶν προκαταρκτικῶν ὅρων, συνέταξε μάλιστα ὁ ἴδιος τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως, διότι ἐγὼ δὲν εἶχα καιρόν· μετὰ ταῦτα τὸ ἐπεξειργάσθημεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, καὶ μετὰ μακρὰς συζητήσεις κατηρτίσθη σύμβασις, δυνάμει τῆς ὁποίας παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἡ διαχείρισις τῶν ἁλάτων διὰ 30 ἔτη, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πωλῇ τὸ ἅλας πρὸς 15 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἀντὶ τῶν 10, εἰς τὰ ὁποῖα πωλεῖται σήμερον, ἀλλὰ, πρὸς ἀντάλλαγμα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς, νὰ συστήσῃ εἰδικὰς ἁλαταποθήκας οὐχὶ μόνον εἰς τὰς παραλίους ἐπαρχίας, ὅπου ἦσαν καὶ ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ καὶ εἰς τὰς πρωτευούσας ὅλων τῶν μεσογείων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον συνδεθῆ μὲ τὰ παράλεια δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν. Ὑπεχρεοῦτο προσέτι νὰ κατασκευάσῃ καὶ τὰς ἁλυκὰς τοῦ Κράτους, ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα ἤθελε δαπανήσει πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν, καὶ νὰ κτίσῃ κτίρια εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Τὸ πληρωτέον πρὸς τὸ Δημόσιον ἐτήσιον μίσθωμα συνεφωνήθη εἰς 1,100,000 φράγκων, ἀντὶ τῶν 800,000 παλαιῶν δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσεπράττοντο, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων 200,000 περίπου ἀποῤῥοφῶσι τὰ ἔξοδα καὶ δὲν μένει καθαρὸν ἔσοδον εἰμὴ μόνον 600,000 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐνοικίασις ἐγένετο διὰ 30 ἔτη, συνεφωνήθη, ὥστε κατὰ πενταετίαν νὰ αὐξάνῃ τὸ ἐνοίκιον ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς. Τοιαύτη ἦτο ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν παρεσκεύασα συνεργαζόμενος μετὰ τοῦ κ. Δούμα. Ἀλλ’ ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ, παρουσιάσθη ὁ νῦν Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου κ. Δεϊμέζης, καὶ ἐζήτησε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν ἐνοικίασιν προσφέρων ἀνώτερον ποσόν. Εἰς τὴν ἐμφάνισιν τοῦ κ. Δεϊμέζη εὑρέθην, ὡς ἦτο ἑπόμενον, εἰς ἀπορίαν καὶ τῷ ὑπέδειξα τὸ μέγεθος τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια, ἐπειδὴ δὲ μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἐπιχειρήσεως γνωρίζει καὶ τὰς δυσκολίας ἀνεμέτρησε καὶ τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια ἔχει πρόχειρα, τῷ παρετήρησα, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ καταθέσῃ ἐκ τῶν προτέρων 200,000 φράγκων ἀπέναντι τῆς ἐγγυήσεως τῶν 500,000, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως ἔπρεπε νὰ δοθῇ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων αὐτῆς. Ἐπειδὴ δὲ προθύμως ἐδέχθη καὶ τοῦτο, καὶ ἐπειδὴ ἀνεβίβασε τὸ ἐτήσιον μίσθωμα εἰς 1,200,000 νέων δραχμῶν, ὁ δὲ κύριος Δούμας, τὸν ὁποῖον εἰδοποίησα καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ δώσῃ καὶ αὐτὸς 1,200,000 φράγκων, ἀπεσύρθη, τότε ὑπέγραψα τὴν σύμβασιν μετὰ τοῦ κυρίου Δεϊμέζη, ἀφοῦ προηγουμένως κατέθεσεν εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον λόγῳ ἐγγυήσεως 240,000 δραχμῶν, καὶ ἐξεδόθη γραμμάτιον, τοῦ ὁποίου ὁ ἀριθμὸς σημειοῦται εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα εἰς τὴν Βουλήν. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ σύμβασις περὶ τῶν ἁλάτων, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συνετελέσθη. Μεθ’ ὅσα ἠκούσατε, ἦτο δυνατὸν, σᾶς ἐρωτῶ, νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὑπόνοια περὶ συνεταιρισμῶν καὶ περὶ συνεννοήσεων καὶ περὶ Ἀθανασιάδου καὶ περὶ Καλλιγᾶ ἢ ἄλλου οἱουδήποτε; Πῶς λοιπὸν λέγονται αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρήσητε τὴν διαγωγὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μολονότι δὲ, καθὼς ἠξεύρετε, δὲν ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ κάμω ποτὲ συμβουλὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συμβουλεύω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ θέση χαλινὸν εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, διότι, ὁσάκις ἀναβαίνει τὸ βῆμα, πάντοτε προκαλεῖ σκάνδαλα, καὶ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ κανὲν ἀπευκταῖον. Ὅλοι, κύριοι, ἀναβαίνομεν τὸ βῆμα, ἀλλὰ, σεβόμενοι τὴν ἱερότητα τοῦ βήματος, προσέχομεν, ὥστε νὰ μὴ προσβάλωμέν τινα καὶ γεννήσωμεν σκάνδαλα, περιορίζομεν δὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ δὲν κάμνομεν ὅπως συνήθως πράττει αὐτός.
§181ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ ἀποδώσω μᾶλλον εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη, ὅταν ἤκουσε τοὺς λόγους μου, τοὺς τρόπους, τοὺς ὁποίους μετεχειρίσθη ἀπέναντι αὐτῶν· διότι, ὅταν θέλῃ νὰ νουθετῇ ἄλλους καὶ νὰ διδάσκῃ πῶς φέρονται κοινοβουλευτικῶς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα, νὰ βεβαιώσῃ αὐτὰ, καὶ κατόπιν νὰ ἐξαγάγῃ τὰ συμπεράσματα. Ὅστις δὲ προτάσσει τὰ συμπεράσματα, δεικνύει, ὅτι ἀφαρπάζεται, καὶ εἴδετε τὸ πρῶτον ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς συναρπαγῆς, ὅτι χθὲς ἐνόμιζεν ἐμὲ λέγοντα, ὅτι ἦλθον μετ’ αὐτοῦ εἰς διαπραγματεύσεις, ἐν ᾧ ἐκ πρώτης ἀφετηρίας εἶπον, ὅτι ἡ διαπραγμάτευσις ἔγεινε μετὰ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου. Τώρα ἐρωτᾶται ἐὰν ἔγεινε μετὰ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ἀθανασιάδης ἐμνημόνευσε καὶ αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός. Διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὸ τὸ γεγονὸς, πάλιν περιπίπτει εἰς ἄλλην σύγχυσιν· συγχέει τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ, μὲ ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσε, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι προγενέστερον· δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἑνὸς ἔτος, ἢ δύω ἐτῶν ἀρχαιότερον. Τὸ γεγονὸς, ὅπως τὸ παρέστησα, εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης φαίνεται ὁ διερμηνεὺς πρὸς συγκρότησιν αὐτῆς τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἁλάτων. Τὰ καθέκαστα δὲν γνωρίζω, γνωρίζω μόνον διὰ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς Πίστεως, ὅτι ἦλθεν ἡ πρότασις ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου, ἐξητάσθη ἅπαξ καὶ δὶς, καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου· δὲν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἔγεινε μεταξὺ τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου καὶ ἐμοῦ μόνου, καὶ γνωστὸν ἦτο τότε εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅτι ὑπῆρχε συνεταιρισμὸς, ὅτι ἔμελλον νὰ κατασταθοῦν 100 μερίδες, ὡς γίνεται συνήθως, καὶ ὅτι ὡρισμένον ποσὸν ἐδίδετο εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Βιομηνικῆς Πίστεως· διὰ νὰ πεισθῇ δὲ μάλιστα ἡ Τράπεζα τότε ἔλεγον, ὅτι θὰ λάβῃ πλέον τοῦ ἡμίσεος, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν· ἀλλὰ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἀνῆκεν εἰς τὸν κύριον Ἀθανασιάδην καὶ λοιποὺς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἀνεφέρετο καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος.
§182ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἦτο αὐτό;
§183ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρὸ τῆς συμβάσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ ἀκριβῶς· ἀλλ’ ἐπειδὴ φέρετε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ χρόνου ἂν ὑπὸ πρῖνον ἢ ὑπὸ σχοῖνον, θὰ σᾶς προσδιορίσω αὐτὸν, ἀλλὰ κατόπιν, ἀφοῦ ἐξετάσω. Λέγω, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ τὸ Συμβούλιον ὁριστικῶς ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως, ὁ κύριος Ἀθανασιάδης, μαθὼν, ὅτι ἐγὼ κυρίως ἤμην ὁ ὁμιλήσας κατὰ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς, ἀνέλαβεν ἰδιαιτέρως νὰ μὲ πείσῃ καὶ νὰ μοὶ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη δύναται νὰ ἦναι ἐπικερδής. Ἰδοὺ πόθεν ἔμαθον ἐγὼ ἰδιαιτέρως περὶ τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου· καὶ μάλιστα, διὰ νὰ μὲ πείσῃ, ἠθέλησε νὰ προσλάβῃ καὶ ἄλλον ἐκ τῆς Τραπέζης, ἔχοντα πεῖραν καὶ γνώσεις οἰκονομικὰς, διὰ νὰ μὲ διαφωτίσῃ, ὅτι τὸ ἔργον καθ’ αὑτὸ εἶναι ἐπικερδὲς, καὶ ἔγεινεν ἐν ἰδιωτικῇ οἰκίᾳ συνεδρίασις μετὰ τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου, καθ’ ἣν ἐξητάσθη κατὰ βάθος ἡ ἐπιχείρησις. Ἐγὼ τὴν ἐπιχείρησιν ἐθεώρησα τότε, ὅτι εἶχε μᾶλλον ἕνα χαρακτῆρα ἐπιχειρήσεως πολιτικῆς· διότι φυσικῶς ἡ Διεύθυνσις τοιαύτης Ἑταιρίας ἔχει πολὺ προσωπικὸν καὶ συντελεῖ πολὺ εἰς πολιτικοὺς σκοπούς. Ἐθεώρουν, ὅτι ἐζητεῖτο νὰ κατορθωθῇ τοιοῦτον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πολιτικῶς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὰ ἐκ τῆς θεραπείας προσώπων πλεονεκτήματα. Τώρα θέλετε νὰ σᾶς φέρω καὶ ἀποδείξεις; Θὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸν κύριον Ἀθανασιάδην, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ σᾶς εὕρω καὶ τὸν πρῖνον καὶ τὸν σχοῖνον.
§184Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ, κατὰ παράκλησιν τοῦ κυρίου Ἀθανασιάδου ὑποβάλλω τὸ ἑξῆς. Βεβαίως ἡ Τράπεζα, εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα, θὰ συνέταξε πρακτικόν. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Ἀθανασιάδης ἰσχυρίζεται, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἔγεινε Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οὔτε σᾶς εἶδεν, οὔτε εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπάτησεν, οὔτε ὡμίλησεν ἐπὶ τοιούτου πράγματος, σᾶς παρακαλῶ νὰ παρουσιάσητε αὐτὸ τὸ πρακτικόν.
§185ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἐξετάσω ἂν ὑπάρχῃ.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§187ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀρχίσῃ καὶ ἔπειτα ἠμπορεῖ νὰ διακόψῃ.
§189Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἠπόρησα χθὲς διὰ τὴν παρατήρησιν, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κύριον Σωτηρόπουλον, ὡς ἠπόρησε δικαίως καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κύριος Ζηνόπουλος. Ἐμέμφθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου, ὅτι ἐξῆλθε τοῦ πεδίου τῆς συζητήσεως καὶ ἐπελήφθη ἀτόπως τῆς συζητήσεως τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁποίαν διατύπωσιν ἔδωκεν ὁ ἁρμοδιώτερος αὐτοῦ, ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ· ἐλησμόνησεν, ὅτι οὗτος ἐθεώρησεν ὡς ὅλως δευτερεῦον, ὡς ὅλως ἀσήμαντον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἀφετηρία τῆς συζητήσεως ταύτης, ὅτι ἐξόχως ἐξῆρεν ἰδίως τὸν πολιτικὸν χαρακτῆρα, ὃν ἡ συζήτησις αὕτη φέρει. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω δι’ ὀλίγων νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἔχων οὐχὶ ἄλλην ἀξίωσιν, οὐχὶ ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐμὴν ψῆφον. Εἶναι, κύριοι, πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν, ἀφ’ ὅτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω μεταξὺ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, θὰ δώσω ψῆφον οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀξιώσεις καὶ διαθέσεις τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς δύω μόνον περιστάσεις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ὑπόμνησις αὕτη, διότι ἔχει σχέσιν πρὸς ἄλλην τινὰ παρατήρησιν, οὐχὶ καὶ τότε ἐψήφισα κατὰ τῶν ἰδεῶν του, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐθεώρησα, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται ἀνώτερον καθῆκον ν’ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας εὑρισκόμενος ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Πρώτη περίστασις ἦτο, ὅτε εἶχε ζητηθῆ ἡ ἀποδοκιμασία τῶν λόγων διακεκριμένου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος κυρίου Δηλιγιάννη. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς δύναται νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ὅπου ἐπὶ τοσοῦτον ὑπῆρχε σεβαστὴ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ὥστε ἄλλοτε ἠκούσαμεν ἀνεχόμενοι ἄλλον Βουλευτὴν, ἀναφέροντα, μεταξὺ ἄλλων, ὅτι καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος εἶναι χῶραι Τουρκικαὶ, καὶ ὅτε ἐλέγετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ διακοπῇ ὁ ἀγορεύων ἐκεῖνος, πλεῖστοι ἐφώνησαν, ὅτι πρὸ παντὸς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι σεβαστή. Ἠρώτησα τότε, διότι ἔφθασα εἰς τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς του, τί ἆρά γε εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος ἵνα θεωρηθῇ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδοκιμασθῶσιν οἱ λόγοι του, ἤκουσα περίπου τί εἶπε, καὶ ἐθεώρησα, ὅτι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν ἤθελε κάμει τις τῶν λόγων αὐτοῦ, ἔπρεπεν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου νὰ ᾖναι σεβαστή. Καὶ δὲν ἠδύνατο ἡ πλειονοψηφία, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ τὸ λέγω τοῦτο χωρὶς νὰ θέλω νὰ μεμφθῶ τοὺς ἐναντίαν τότε σχόντας τὴν γνώμην, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ μέχρι τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν λόγων τοῦ Βουλευτοῦ. Δευτέρα περίστασις ἦτο, καθ’ ἣν ἐζητεῖτο ἐκ νέου ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου τοῦ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν γνησίως πλέον ἐκλεχθέντος, τοὐλάχιστον τὴν δευτέραν φορὰν, ὑποψηφίου Βουλευτοῦ κ. Σιβιτανίδου. Πρὸς τὸν ἄνδρα οὔτε πολιτικὴ σχέσις μᾶς συνέδεεν, οὔτε ἁπλῆ γνωριμία· ἀλλ’ ἐθεώρουν, ὅτι κλονίζομεν τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, ὅταν εἰσαγόμενον ἐπανειλημμένως ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀποπέμπωμεν ἐξ αὐτοῦ Βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος, τοὐλάχιστον ὅσον ἄλλοι, ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ γνήσιος ἀντιπρόσωπος τῆς Ἐπαρχίας, καὶ δὲν παρεδεχόμην, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπηρεάσουν εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα προσωπικαὶ αὐθαίρετοι ἐκτιμήσεις· διότι, ἂν ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς τοιοῦτον στάδιον, δὲν ἠξεύρω ἂν πάντες οἱ παρακαθήμενοι ἠδύναντο νὰ παρακάθηνται ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου (εὖγε ἀριστερά). Καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ ὅπου ἀκόμη εἶχον ἐναντίαν τὴν γνώμην ἐπί τινος λεπτομερείας, ἐψήφισα ἀδιακόπως συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς εἰς διάφορον θέσιν εὑρίσκομαι σήμερον. Ἀλλ’ ἀνάγκη δικαιολογήσεως τῆς ψήφου μου δὲν αἰσθάνομαι βεβαίως ἀπέναντι τῶν Ὑπουργῶν. Οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των πάντοτε, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει τὴν θέσιν τοῦ ἐλέγχοντος, οὐδέποτε δὲ τοῦ ἐλεγχομένου. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου τοῦ Βουλευτοῦ ὀφείλει νὰ περιμένῃ ἐν τῷ ἐλέγχῳ, ὃν κατ’ αὐτοῦ θ’ ἀκούσῃ· καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον ἀπαντῶν, ἂς ἀντεξελέγξῃ τότε, ἂν δύναται. Καὶ κάμνω, κύριοι, τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἐνθυμηθεὶς τὴν διακοπὴν, ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν, ὅτι ὤφειλεν ἢ ἠδύνατο νὰ κάμῃ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην οὐχὶ κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἄνευ ἐκείνης τῆς διακοπῆς μετριωτέραν ἴσως ἤθελε λάβει τὴν ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§190ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος ἐβλάβη ἐκ τῆς ἀπαντήσεως;
§191ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν βλάβην, ποίαν ζημίαν ὑπέστη;
§192ΡΑΛΛΗΣ. Ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται πᾶς πολιτικὸς ἄνθρωπος ἕνεκα παλινῳδίας.
§193ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παλινῳδεῖ ἐκεῖνος, ὅστις παραιτεῖ τὰς ἀρχάς του (θόρυβος).
§194ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω τὰς σημειώσεις σας.
§195ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ τὰς φέρῃς τὰς σημειώσεις, νὰ ἰδῶμεν ἂν σὺ τηρῇς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἂν σὺ δὲν ἐξιππάσθης, ἂν δὲν προσεπάθεις νὰ μᾶς παρασύρῃς.
§196ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ᾐσθάνθητε ἀμέσως, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἤμην εἰς ἀρκετὰ εὐάρεστον σημεῖον, διὰ νὰ εἴπω ἐκ προοιμίων τὰ τοιαῦτα, καὶ μὴ σπεύδετε εἰς τὰς κρίσεις σας, μὴ σπεύδετε, διότι, ἂν σήμερον ἦμαι ἐναντίος ὑμῶν πολιτικῶς, ἴσως ἐχρεώστουν νὰ μὴ ἔχω διεῤῥηγμένας προσωπικάς τινὰς σχέσεις πρὸς ὑμᾶς καὶ τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν πρὸς ὑμᾶς.
§197ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§198ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σᾶς παρακαλῶ μὴ τὴν κλονίζετε αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν.
§199ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχεις τώρα πέντε ἔτη ὅπου πολιτεύεσαι, καὶ βλέπεις ποῦ κατήντησες· σὲ ἔμαθεν ὁ λαός.
§200ΡΑΛΛΗΣ. Κατήντησες νὰ ἦσαι μωρός.
§201ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι σὺ μωρὸς (θόρυβος).
§202ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶσαι Πρόεδρος τῶν Ὑπουργῶν, εἶσαι Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· εἷς Ὑπουργὸς ἀπεκάλεσεν ἕνα ἔντιμον βουλευτὴν μωρόν· ὀφείλετε νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν.
§203ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπαγορεύει νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν.
§204ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ μὲ διδάξητε· ὀφείλετε νὰ διδάξετε τὸν συνάδελφόν σας νὰ μὴ λέγῃ εἰς ἐμὲ ποῦ κατήντησα, καὶ τὴν ἁβρότητα, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐτήρησα πάντοτε πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς ὑμᾶς, ὀφείλετε καὶ σεῖς νὰ τηρῆτε. Ἂν δὲ ἐπειράχθη ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος κατάκαρδα, διότι τοῦ εἶπον, ὅτι ἔχω τὰς σημειώσεις του, διὰ τοῦτο αὐτὸς πταίει.
§205ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοί...
§206ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύω λέξεις τώρα, ὅπου ἐτελείωσεν ἡ πίεσις τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἀφῆκα νὰ τελειώσῃ ἡ πίεσις, καὶ νῦν δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην ὡς πρὸς τὸν κύριον Ἀντωνόπουλον δὲν ἦτο κοινοβουλευτική. Ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον πρὸς ἐμὲ ὁμιλῶν νὰ μεταχειρισθῇ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη, πρὸς ἐμὲ, ὁ ὁποῖος ἔσχον τὴν τιμὴν ἐπὶ ἕξ Περιόδους νὰ ἀποστέλλωμαι διὰ τῆς ἀνεπηρεάστου ψήφου τοῦ λαοῦ Ἀντιπρόσωπος, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐδημιούργησα τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχω εἰς χεῖράς μου, ἐγώ, ἀλλ’ ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων μου.
§207ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ...........
§208ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲ χρεωστῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτε αἰσθάνομαι καὶ εἶδός τι εὐγνωμοσύνης δι’ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν καὶ τὴν διακοπὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἐπιφέρῃ, διότι αὐτὰ ἴσα ἴσα τὰ ζητήματα ἐπεθύμουν, εἰ δυνατὸν, νὰ ἔλθουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ συζητηθῶσι καὶ συγκεκριμένως ἀκόμη, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι τὰ ἐπροκαλέσατε καὶ διότι τὰ ἐπροκαλέσατε ἴσως σχετικῶς καὶ πρὸς ἐμὲ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ περιορίζωμαι λέγων καὶ ὁμιλῶν γενικῶς, ὅπως τὴν πρώτην φορὰν ὡμίλησα, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἐπιθυμῶ νὰ λέγωνται πλέον συγκεκριμένως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέγοντο ἄλλοτε καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου λέγονται ὡς ἡ βάσις ἐνεργείας πρὸς μεταβολὴν πολιτικῆς καταστάσεως. Καὶ νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι, ὅταν ἀπέναντι ὑμῶν ἔχετε Βουλευτὰς ἐλέγχοντας, ἐλέγχοντας ἐντὸς τῶν ὁρίων, εὐπρεπῶς, Βουλευτὰς ὡς τὸν ἐκ Μεσσήνης Βουλευτὴν, ἀντὶ νὰ κάμητε τόσον προχείρους τὰς διακοπὰς, ἐχρεωστεῖτε νὰ στρέψητε πρὸς τὴν ἰδίαν ὑμῶν συνείδησιν καὶ νὰ ἐρωτήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς πῶς ἤδη συμβαίνει Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, τῶν ὁποίων ὁ βίος καὶ ἡ πολιτεία εἶναι γνωστὴ, οἱ ὁποῖοι ὑφ’ ὅλης τῆς κοινωνίας ἀναγνωρίζονται ὡς ἔντιμοι καὶ φιλοπάτριδες, τῶν ὁποίων οἱ ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς πατρίδος δὲν περιορίζονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐκτὸς, πῶς συμβαίνει αὐτὰ τὰ πρόσωπα νὰ ἀπομακρύνωνται σήμερον ἀφ’ ὑμῶν. Καὶ ἦτο λίαν τολμηρὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἀπομακρύνονται ἕνεκα προσωπικῶν λόγων· διότι, ἂν τοιαῦτα πρόσωπα ἀπομακρύνωνται ἕνεκα προσωπικῶν λόγων, ἐῤῥέτω πλέον τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πολιτευώμεθα συνταγματικῶς. Ἄν, ὡς εἶναι πασίγνωστον, ἔντιμοι ἄνθρωποι ἀπομακρύνωνται ἐκ προσωπικῶν λόγων, δὲν ἠξεύρω τί δυνατὸν νὰ λεχθῇ περὶ ἄλλων, καὶ δὲν ἠξεύρω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἂν σπουδαίως φρονῆτε, ὅτι πέριξ ὑμῶν βλέπετε ἀνθρώπους ἐντιμοτέρους τοῦ ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ κ. Ἀντωνοπούλου.
§209ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίους ἐννοεῖτε ἐντιμοτέρους;
§210ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ἐπίσης ἔντιμος, ὡς ἐκ ὁ Μεσσήνης βουλευτὴς, ὄχι ὅμως ἐντιμότερος.
§211ΠΑΠΑΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι καμμίαν προσβολήν.
§212ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνάγκην τῆς δικαιολογίας εἶπον, ὅτι δὲν τὴν αἰσθάνομαι ἀπέναντι τῶν ὑπουργῶν, διότι χρεωστῶ νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ Βουλευτὴς ἔχει πάντοτε τὴν θέσιν τοῦ ἐλέγχοντος, τὴν αἰσθάνομαι ἀπέναντι ἄλλων. Καὶ πρῶτον ἀπέναντι τῆς ὁμάδος τῶν συναδέλφων μου ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων οὐχὶ μόνον συνεψηφίζομεν, ἀλλὰ καὶ συνεσκεπτόμεθα ἄλλοτε καὶ συνεζητοῦμεν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐχρεωστοῦμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν μετὰ πάσης θυσίας μίαν μεταβολὴν καταστάσεως πολιτικῆς· τῆς δικαιολογίας τὴν ἀνάγκην τὴν αἰσθάνομαι πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, μεθ’ ὧν πολλάκις ἦλθον εἰς τοιαύτας ἐξηγήσεις, τοὺς ὁποίους ἐξετίμων καὶ ἐκτιμῶ, ἀδιάφορον ἂν ἐμμένωσιν εἰς πορείαν διάφορον σήμερον τῆς ἐμῆς, ἂν ἐμμένωσιν εἰς τὴν πορείαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν μέχρι πρό τινος καὶ ἐγὼ διατέλουν. Τὴν ἀνάγκην τῆς δικαιολογίας τὴν αἰσθάνομαι δεύτερον πρὸς τοὺς συνεπαρχιώτας μου, ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀπὸ ἐτῶν ἠγωνιζόμην νὰ πείσω, ὅτι, παρατρέχοντες ἄλλα συμφέροντα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἴσως εἶχε κατὰ νοῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ διακοπῇ, ἣν ἔκαμε, παρατρέχοντες πάντα ταῦτα, ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν μίαν πολιτικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τὰ προσωπικὰ καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἄξια προστασίας, πρέπει νὰ ὑποχωρήσουν· πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν πολιτικὴν, ἵνα στηριχθῶσι καὶ ταῦτα ἐπὶ τῆς μόνης ἀληθοῦς βάσεως, τῆς βάσεως τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος (εὖγε, εὖγε). Ταῦτα ἠγωνιζόμην νὰ πείσω τοὺς συνεπαρχιώτας μου ν’ ἀποδεχθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς, ἀφ’ ὅτου συνετάχθην ταύτῃ τῇ ὁμάδι, καὶ ἀπ’ ἀρχῆς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὑφίσταντο δι’ ἐμὲ κατὰ τῆς τοιαύτης πορείας μου καὶ κατὰ μείζονα λόγον τότε οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζετε, ὅτι δύνανται τοὺς πάντας νὰ ἐπηρεάζουν. Καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐκάματε αὐτὴν τὴν διακοπὴν σχετικῶς πρὸς ἐμὲ, διότι γνωρίζετε, πιστεύω καὶ ἐνθυμεῖσθε, καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτας λεπτομερείας συνεπείᾳ τῆς διακοπῆς, ἄλλως δὲν ἤθελον κρίνει ἄξιον ν’ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ τοιαύτας λεπτομερείας, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον, ὅτε ἦτο Πρωθυπουργὸς ὁ κ. Τρικούπης, διετηρήθη πρὸς τοῖς ἄλλοις ὡς Ἀντιπρόσωπος τῆς διοικήσεως καὶ οἱονεὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διετηρήθη ὁ ἴδιος ἐκεῖνος Ἔπαρχος, αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ἔκαμον ἐπερωτήσεις, ὡς παρεκτραπέντος πολλάκις, καὶ ἔμεινεν Ἔπαρχος ὁ ἴδιος ἐναντίον τῶν διαμαρτυρήσεών μου, οἱονεὶ εἰς τὸ πεῖσμά μου. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὅλοι οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν διατρέχουν τοὺς αὐτοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ διατρέξωσί τινες ἄλλοι, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀντέχωσιν εἰς μίαν καταδίωξιν ἀληθῶς ἀλλόκοτον, ἀπὸ τῶν ἰδίων τῶν φίλων προερχομένην. Δὲν θέλω νὰ καυχηθῶ, ὅτι εἶμαι ἀνώτερος οὐδενός· συνέπεσε νὰ μοῦ δίδῃ τὸ θάῤῥος αὐτὸ τῆς ἐπιμονῆς καὶ ἡ ἰδία μου Ἐπαρχία. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ἐπειδὴ μοῦ ἐδώκατε ἀφορμὴν, ὅτι, ὅταν πρώτην φορὰν ἐτασσόμην εἰς τὴν μερίδα τοῦ κ. Τρικούπη, συνεπαρχιῶταί μου τινὲς, ὅσοι ἔκρινον κατὰ τρόπον στενότερον, μὲ ἐθεώρησαν οἱονεὶ παραλογιζόμενον, παραφρονοῦντα, καὶ μοὶ ἔλεγον πολλοὶ, «εἰς ποίαν μερίδα πηγαίνεις; ἐκεῖ ὅπου εἶναι τρεῖς ἀντίπαλοί σου; ἐκεῖ ὅπου ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν θὰ γείνῃ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; ἐκεῖ ῥίπτεσαι; Πῶς θὰ εὑρίσκεσαι μετὰ τῆς μερίδος ἐκείνης, ὅπου θὰ εὑρίσκῃς ἀντιπράξεις; θὰ βλαφθῇς ἐπαρχιακῶς, διότι αὐτὴ ἡ καταδίωξις ἐκ μέρους τῶν φίλων ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοήν». Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα ἤμην εἰς θέσιν ἐγὼ νὰ τὰ περιφρονῶ. Ἀλλὰ, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἐναντίαν οὖσαν σήμερον τῶν ἀξιώσεων καὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχω ἆράγε ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω ἄλλο τι, παρὰ νὰ ὑπομνήσω τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1879; Μόνον τοῦτο ἴσως ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω, καὶ νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους μου, μεθ’ ὧν πρὸ ὀλίγου συνέπραττον, νὰ τοὺς ἐρωτήσω: ποῖον θεωροῦν, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ 1879, ἢ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1882, νὰ τοὺς ἐρωτήσω: θέλοντες νὰ δειχθῶμεν σήμερον σταθεροὶ καὶ πιστοὶ εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1882, δὲν δεικνυόμεθα ἆρά γε ἄπιστοι καὶ ἀσεβεῖς πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1879;
§213ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὡραῖα, ὡραῖα.
§214ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ τοὺς ἐρωτήσω, ἄν, ὡς νομίζω, πιστεύουν, ὅτι δὲν ἀκολουθοῦμεν πρόσωπα, ἀλλ’ ἀρχὰς, θέλω νὰ τοὺς ἐρωτήσω ποῖον τῶν δύω θέλουν νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀφορμὴν τῆς προκειμένης συζητήσεως, θεωρεῖ ἆρά γε σήμερον καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διατελοῦμεν ὑπό τινα ἐξακολούθησιν τοῦ προγράμματος ἐκείνου τοῦ παλαιοῦ, τοῦ προγράμματος ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἐνθυμούμεθα τὰς λέξεις, τοῦ ὁποίου ἐνθυμούμεθα τὰ χειροκροτήματα; Θεωρεῖ ἆρά γε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς καμμίαν ἐξακολούθησιν; Νομίζω, κύριοι, ὅτι αὐταὶ αἱ λέξεις του ἐν τῷ ἐπιλόγῳ τῆς ἀγορεύσεώς του μαρτυροῦσιν, ὅτι αὐτὸς οὗτος θεωρεῖ, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο δεῖται ἀνανεώσεως, ὅτι δὲν ὑφίσταται πλέον καὶ πρέπει νὰ προταθοῦν νέοι ὅροι, νέαι συνθῆκαι. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ σήμερον Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζει τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ὡς δευτερεῦον, καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν ψῆφον ὑπὲρ τοῦ μέτρου τούτου τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλουν νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των, ὅτι θὰ ψηφίσωσι τοιουτοτρόπως ἀπὸ τοῦδε ἐκεῖνα τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἢ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ ψηφοφορήσουν τὸ πολιτικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ὑπὸ τὰς ὄψεις τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Καὶ εἶχεν ἀνάγκην νὰ τὸ ὑπενθυμίσῃ τοῦτο εἰς τοὺς ὀπαδούς του, διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ τοῦ ἰδίου προγράμματος, καὶ ἑπομένως εἶχεν ἀνάγκην νὰ συνάψῃ μίαν νέαν συνθήκην μετ’ αὐτῶν, συνθήκην περὶ πολιτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ, ὅπως ἦτο τὸ προηγούμενον· διότι, ἂν ἦτο τὸ αὐτὸ, θὰ ἦτο ὕβρις πρὸς τοὺς ὀπαδούς του τὸ νὰ τοῖς προτείνῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσουν τὸ ἴδιον πολιτικὸν πρόγραμμα. Σήμερον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ αὑτοῦ πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ ὀπαδοὺς, ἐν τῷ θάῤῥει, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὅταν ὁμιλῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, εἶπε πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους: θέλετε ψηφίσει καὶ διὰ τὸ μέλλον, ἂν σήμερον ψηφίσητε ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν μέτρου τῆς Κυβερνήσεως· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἰδίου προγράμματος, ἀλλὰ περὶ διαφορετικοῦ, καὶ ὅστις θέλει, ἂς συμφωνήσῃ τὴν νέαν ταύτην συμφωνίαν μετ’ ἐμοῦ· ὅστις δὲν θέλει τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ψηφίσῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ μέτρου αὐτοῦ τῆς νομισματικῆς ἀφομοιώσεως, καὶ ἂν ἀκόμη τὸ θεωρῇ ὡς ὀρθόν.
§215ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι δά.
§216ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει) «ἡ Βουλὴ ἄρα σήμερον, προκαλουμένη, ἵνα δώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὀφείλει πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τῳόντι ἐπῆλθεν ἐξ αὐτοῦ βλάβη, πειθομένη δὲ, ὅτι οὐδεμία ἐπῆλθεν οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου, ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ζήτημα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ψῆφος, ἣν θὰ δώσῃ καὶ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ εἶναι συμπλήρωμα τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀποδείξῃ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν τὰς προτάσεις ἐκείνας νὰ παραδεχθῇ.»
§217ΤΙΝΕΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§218ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος πρόεδρος αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ, καὶ μὴ ταράττεσθε. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ παραδέχεσθε, ὅτι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ νομισματικῆς ἀφομοιώσεως εἶναι ὀρθὸν, διὰ νὰ ψηφίσητε ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.
§219ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἐναντίον λέγει.
§220ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει πάλιν κατὰ λέξιν τὰ αὐτὰ ἐκ τοῦ φύλλου τῆς «Ὥρας»).
§221ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§222ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, καὶ ἀφοῦ πεισθῆτε, ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ὀρθὸν, νὰ παραδεχθῆτε ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλως, ἂν δὲν τὸ παραδεχθῆτε ὁλόκληρον, ὀφείλετε νὰ τὸ καταψηφίσητε. Δὲν δέχεται ψῆφον μεμονωμένην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλὰ λέγει πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπου; τοῦ λαοῦ, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ συνεννοηθῶμεν καλῶς ἀπὸ τοῦδε· ἐγὼ θέλω νὰ μοὶ δώσητε ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, ἀδιάφορον ἐπὶ ποίου ζητήματος, θέλω νὰ μοὶ δώσητε ἓν δεῖγμα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχητε πρὸς ἐμὲ, καὶ ἂν μοὶ δίδετε τὴν ψῆφόν σας δι’ αὐτὸ μόνον τὸ μέτρον, ἐγὼ δὲν τὴν δέχομαι, διότι θέλω τὴν ψῆφον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, μόνον ἐὰν ἐπιδοκιμάζητε τὴν πολιτικήν μου καὶ ὁλόκληρον τὸ πολιτικόν μου σύστημα. Ἄλλως, τότε ἔπρεπε ἕκαστος Ἀντιπρόσωπος, ὅστις ἐννοεῖ νὰ παραδεχθῇ τὸ μέτρον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ παραδεχθῇ τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τότε βεβαίως ἐπιβάλλεται, μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἓν καθῆκον ἐξηγήσεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν Ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφοφορήσουν τυχὸν ὑπὲρ τοῦ μέτρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος δὲν τὴν θέλει τὴν ψῆφον ἐκείνην, ἡ ὁποία μεμονωμένως θὰ ἐπιδοκιμάζῃ τὸ μέτρον, χωρὶς ἀπὸ τοῦδε νὰ προδικάζῃ τὸ μέλλον, διότι χαρακτηρίζεται τὸ μέτρον ὡς συμπλήρωμα τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ γνωρίζω τὸν τρόπον τῆς κοινοβουλευτικῆς πορείας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ κύριος Τρικούπης ἀπαιτεῖ θυσίαν γνωμῶν ἐπὶ τῶν καθέκαστα καὶ ἀρέσκεται νὰ λαμβάνῃ ἑκάστη συζήτησις ὅσον ἔνεστι πολιτικώτερον χαρακτῆρα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀσχέτως πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ νέου προγράμματος, δυνάμεθα ἆρά γε νὰ δεχθῶμεν τὴν πρόσκλησιν ἐκείνην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀπεκδυθῶμεν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος; Δυνάμεθα ποτὲ, πρὶν ἔλθωσιν αἱ συζητήσεις ἐπὶ Νομοσχεδίων φορολογικῶν, νὰ προεξοφλήσωμεν τὴν ψῆφόν μας, νὰ προεξοφλήσωμεν ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ κυριώτερον δικαίωμα τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, δυνάμεθα νὰ προεξοφλήσωμεν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ὡς μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ὑπῆρξε καὶ θὰ ὑπάρχῃ τὸ μόνον πραγματικὸν καὶ ἀσφαλὲς προπύργιον τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν; διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ παρητήθη τῆς ἐξουσίας καὶ τοῦ καθήκοντος τοῦ νὰ ἐπιβάλλῃ τοὺς φόρους, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης φρονῶ, ὅτι ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι Βουλευτής. Ἀσχέτως λοιπὸν πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ νέου προγράμματος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελον περιορισθῆ πλέον νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας, ὡς ἀπέσχον κατὰ δύω προηγουμένας περιστάσεις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἀπέσχον ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δι’ ὅμοιον λόγον ἀλλὰ πολὺ ἀνώτερον πλέον δὲν δύναμαι νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως, διότι θεωρῶ, ὅτι ἂν ἐψήφιζον ὑπὲρ καὶ μάλιστα ἀδιαιρέτως, ὡς ἐτέθη τὸ ζήτημα, δὲν ἤθελον ἁπλῶς ἐκφράσει τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸν διὰ νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλὰ ἤθελον ἐκφέρει πρὸς αὐτὸν ἐμπιστοσύνην διὰ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς ἑαυτὸν καὶ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν. Καὶ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπόδειξιν δύναται παρ’ ἄλλων εὐκολωτέρων καὶ μὴ προκατειλημμένων, ὅπως ἤμην προκατειλημμένος μὲ τὰς γνωστὰς τῷ κυρίῳ Πρωθυπουργῷ ἰδέας, ὅταν ἦλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον· τοιαύτης, λέγω, ἐμπιστοσύνης τὴν ἀπόδειξιν δύναται παρ’ ἄλλων νὰ περιμένῃ, ἀλλὰ δὲν δύναται σήμερον νὰ περιμένῃ ἀπὸ ἐμὲ, ὅπως δὲν δύναται νὰ περιμένῃ ἀπὸ ἐμὲ ψῆφον ἀπαγορεύουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅπως δὲν δύναται νὰ περιμένῃ ψῆφον ἀποβάλλουσαν γνησίους Βουλευτὰς τοῦ Βουλευτηρίου. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, μᾶς ζητῆτε νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν μελλόντων φορολογικῶν νομοσχεδίων, περὶ τοῦ πολιτικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, γίνεται συγχρόνως ἡ παρατήρησις καὶ πῶς συζητεῖτε τὰ νομοσχέδια, τῆς Κυβερνήσεως; ἔγεινεν ἡ παρατήρησις αὕτη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὸν κ. Σωτηρόπουλον. Ἀφ’ ἑνὸς θέλετε νὰ προαποφασίσωμεν, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως λέγετε μὴ συζητῆτε! Τῷ ὄντι, κύριοι, τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἀγῶνος ἔχει τι τὸ ἀκατανόητον, καὶ ὁ θέλων νὰ ἀκολουθήσῃ τυφλῶς τὸν τρόπον τοῦ συζητεῖν, τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ διαγράψουν, καταντᾷ νὰ μὴ εἰξεύρῃ ποίαν διεύθυνσιν νὰ λάβῃ, ποῦ νὰ στραφῇ. Καὶ ἂν λοιπὸν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς ὀρθὸν, πάλιν ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἰδέαν ὅτι, παραδεχόμενοι τὸ ὑπὸ συζήτησιν μέτρον, ἐννοοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τοὺς μέλλοντας φορολογικοὺς Νόμους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τοὺς φόρους ἐκείνους θέλομεν τοὺς συζητήσει ἐν δέοντι, μακρὰν ἐκείνων τῶν ταπεινῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὑπομνήσῃ· διότι νομίζω, ὅτι καὶ ἡ μερὶς αὕτη, τὴν ὁποίαν γνωρίζω, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐξευτελιστικῆς ἐκείνης ἐγκαρδιώσεως, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ φιλοδωρήσῃ αὐτῇ, διότι ἠθέλησε νὰ ὑπομνήσῃ ὅτι οἱ Βουλευταὶ θὰ διατρέξωσιν ὅλον τὸν κίνδυνον τοῦ νὰ χάσωσιν εἰς τὴν μέλλουσαν ἐκλογὴν χάριν τῆς πατρίδος, ἄλλος πέντε καὶ ἄλλος δέκα ψήφους. Δὲν ἐχρειάζετο πρὸς τὴν μερίδα ταύτην, τὴν ὁποίαν γνωρίζω καὶ ἥτις ἦτο διατεθειμένη πρὸς πολὺ ὑψηλοτέρας ἰδέας, δὲν ἐχρειάζετο, λέγω, ἡ ἐγκαρδίωσις, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀπευθύνῃ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προτρέψας αὐτοὺς νὰ μὴ κλονισθῶσιν ἀπέναντι τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ διατρέξωσιν εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογάς. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχωσι συναίσθησιν τοιούτων κινδύνων ἐκλογικῶν, ὅπως δὲν ἀπέβλεψαν εἰς ἐκλογικὰ ὠφελήματα, ὅτε κατήργουν τὴν δεκάτην καὶ ἐψήφιζον τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Οὐδὲ συγκινούμεθα διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς δῆθεν πραγματικούς, ἀνήγγειλεν εἰς τοὺς ὀπαδούς του, διότι συνειθίσαμεν εἰς τοιαῦτα λυπηρὰ φαινόμενα· εἴδομεν ὑποψηφίους καταδιωκομένους ὑπὸ ἀροτήρων βοῶν, ἀλλὰ δὲν ἐδώσαμεν ἀξίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη σήμερον ἐγκαρδιώσεως πρὸς τὴν μερίδα ταύτην, ἥτις φαίνεται, κατὰ τὸν ἀρχηγὸν, δὲν εἶναι πλέον ἐξοικειωμένη πρὸς τοιαύτας θυσίας. Καὶ ἦτο περιττὴ ἐπίσης ἡ ἄλλη ὑπόμνησις, τὴν ὁποίαν κατὰ ὑποτιθεμένων ἀτυχιῶν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν μερίδα αὐτὴν, παραστήσας ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες πρόκειται νὰ ψηφίσωσι τὰς προτάσεις του, δὲν θὰ εὑρίσκουν καμμίαν ἐν ἑαυτοῖς παρηγορίαν, δὲν θὰ ἔχουν κἂν τὴν παρηγορίαν ὅτι ἔσχον μέρος εἰς τὴν πρωτοβουλίαν περὶ τῶν μέτρων τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Καὶ εἶναι ἄπορον, κύριοι, πῶς ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φιλοδωρήσας εἰς τοὺς ὀπαδούς του τὴν ὑπόμνησιν τοῦ ἀπαρηγορήτου τῆς θέσεώς των, δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς παρηγορήσῃ ὀλίγον, ἐπαναλαμβάνων ὅ,τι ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι συνεννοεῖται μετὰ τῶν φίλων του, ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαίων μέτρων. Καὶ διατί λοιπὸν σήμερον, ἐνῷ ἤδη πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου μέτρου, περὶ ἐπιβολῆς φόρων, δὲν ἔκαμε μίαν συνεννόησιν πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ; Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω εἰς τὰ μέλη τῆς μερίδος ταύτης, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνῆκον, ὅτι ἡ συμπάθεια αὕτη καὶ ἡ παρατήρησις καὶ ἡ ὑπόμνησις τῆς θέσεώς των ἔχει τῳόντι τὸ ἀνηλεές. Τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν πολιτικὴν τὴν παρέσχε τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ νομισματικῆς ἀφομοιώσεως. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ συνάφεια τοῦ μέτρου τούτου πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; δὲν φαίνεται ποία εἶναι ἡ ἐξάρτησις ἐκείνη ἡ σπουδαία τοῦ μέτρου τούτου πρὸς πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς τὸ σύνολον τῶν φορολογικῶν μέτρων. Καὶ πῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἐθεώρησεν, ὅτι ἐδικαιοῦτο καὶ ὤφειλεν ἀπὸ τοῦδε, ἐν τῇ ἐξετάσει ἑνὸς μέτρου τοιούτου, νὰ ἀποφασισθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ἡ μέλλουσα πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχει τὸ θάῤῥος τὸ Ὑπουργεῖον νὰ συζητήσῃ, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐξαναγκάσῃ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προδικάσῃ; Παρεστάθη τὸ μέτρον τοῦτο ὡς συμπλήρωμα τῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἰδίως ἁρμοδίων πρὸς τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι καὶ θέλω νὰ πεισθῶ πῶς ὑπάρχει ἡ συνάφεια ἡ σπουδαία, περὶ ἧς δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ἐκ τῶν λόγων τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§223ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§224ΕΤΕΡΟΣ. Ὄχι, ἀπόψε.
§225ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω, λέγω, τὴν συνάφειαν, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐκταθῶ περὶ τούτου, διότι καὶ ἄλλοι ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ καὶ ὀφείλομεν νὰ συντάμωμεν τοὺς λόγους. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ποία ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς τοιούτου μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔστω ὅτι καμμίαν ἄλλην βλάβην δὲν ἐπήνεγκεν, ἀλλὰ ἐπήνεγκεν αὐτὴν τὴν διατάραξιν, τὰς ἀνωμαλίας καὶ τὰς ἀμφιβολίας εἰς τὰς συναλλαγὰς, τὰς ὁποίας οἱ πάντες γνωρίζετε. Ἀλλὰ παρετήρησεν ὡς πρὸς τοῦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικηγορικῶς, οὕτως εἰπεῖν, ὑποστηρίζων τὰς ἰδέας του, ὅτι δὲν πρέπει, δὲν χρειάζεται νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ μέτρου, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀντίθετος ἀνάγκη, καὶ ἤγειρε ἓν ζήτημα περὶ βάρους ἀποδείξεως. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι σοβαρὰ Κυβέρνησις, ἔχουσα πεποιθήσεις, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἔχει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πεποιθήσεις, δὲν πρέπει νὰ καταφεύγῃ εἰς φιλονεικίας προκαταρκτικὰς περὶ τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, ἀλλὰ ἀναλαμβάνει αὐτὴ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τῶν ἰδεῶν της καὶ τῶν μέτρων της. Καὶ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδείξῃ σπουδαίως καὶ πραγματικῶς τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑπῆρχεν, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε δὲν ἐφηρμόσθη τὸ μέτρον τοῦτο, νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς του σήμερον. Ἔπρεπε νὰ ἀποδείξῃ τὰς ὑποτιθεμένας πρὸς τοιοῦτον μέτρον ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν πρὸς τὰ Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ἔπρεπε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συναλλασσώμεθα σήμερον, ὀνομάζοντες φράγκον τὴν δραχμὴν, καὶ ποίαν νομίζει, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν ὑποχρέωσιν πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως διὰ τοῦ μέτρου ἁπλῶς, ὅπερ ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Ἔπρεπε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰς αὐτὸ συνίστατο ἡ ὑποχρέωσις· ἀλλὰ τοιαύτην ἀπόδειξιν, κύριοι, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδαμοῦ εἶδον εἰς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Δὲν παραδέχομαι ἀληθῶς, κύριοι, ὅτι ἡ βλάβη κυρίως ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου παρέστησεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, ἐν τῇ ἐλλείψει τῶν μικρῶν κερματίων· διότι ἡ ἔλλειψις αὕτη ὑπῆρχε καὶ πρίν. Καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἕνεκα τούτου τὸ κακὸν προέρχεται, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ ζημία ἢ ἡ δυσχέρεια διὰ τὰς πτωχὰς τάξεις περιορίζεται ἐφ’ ὅσον τὸ σημερινὸν λεπτὸν διαφέρει τοῦ παλαιοῦ. Κατὰ τὰ ἄλλα ὁ Νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως δύναται νὰ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ των ἀξίαν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠγόραζεν ὁ πτωχὸς 70 λεπτὰ, θὰ τὸ ἀγοράζῃ ἀντὶ 65. Καὶ ἀποδέχομαι ἐντελῶς, ὅτι ἀληθῶς ἀπαρέγκλιτος εἶναι ὁ Νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἀλλ’ ἡ πραγματοποίησις ἐν ἑκάστῃ περιστάσει ἀπαντᾷ βεβαίως δυσχερείας, δυσχερείας πραγματικὰς, δυσχερείας ψυχολογικάς. Καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἱ ζημίαι εἶναι μᾶλλον ἐκ τῆς παρεξηγήσεως καὶ τῆς πλάνης, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι ζημίαι πραγματικαὶ εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν ἀνθρώπων· τὴν δὲ πλάνην καὶ τὴν παρεξήγησιν δὲν τὴν ὑπεστήριξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις, ἥτις ἐστήριξε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων εἰς αὐτὸ τὸ μέσον τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, διδάσκουσα, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἀργυρολόγους, ὅτι δύνανται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐξ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔπρεπε, κύριοι Ὑπουργοὶ, νὰ ἐπιφέρητε οὕτω κατὰ τρόπον ἀπατηλὸν τὴν αὔξησιν τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ. Ὁ φόρος καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως αὐτοῦ εἶναι βέβαια ἀναγκαῖον νὰ ᾖναι ὡς οἷόν τε ὀλιγώτερον ἐπαχθὴς, ἀλλὰ δὲν πρέπει ἡ φορολογία νὰ ᾖναι δολία. Ἔπρεπε νὰ εἴπητε εἰς τὸν λαὸν, ἐπικαλούμενοι τὴν φιλοπατρίαν του: αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην νὰ σὲ φορολογήσωμεν πλειότερον· καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐξετάσητε καὶ τὰ καθέκαστα τῆς φορολογίας, καὶ οὐχὶ πρὸς εὐκολίαν ἁπλῶς νὰ εἰσάγητε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων δολίως, αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ὁ χωρικὸς πολλάκις θ’ ἀποδίδῃ εἰς τὸ ὅτι τὸν ἀπατᾷ ὁ εἰσπράκτωρ ἢ ὁ ταμίας. Δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν εἶναι ἄξιον Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἐπινοῶσι μηχανεύματα, διὰ νὰ φορολογήσωσι τὸν λαὸν πλειότερον. Ὅλοι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τινὰς φόρους, καὶ δὲν ἐχρειάζετο, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, νὰ ἐπινοήσωμεν τοιαῦτα τεχνάσματα καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐπιβάλλομεν τοὺς φόρους εἰς νέας δραχμὰς, διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, καὶ ἐφαρμόζομεν τὸ νομισματικὸν σύστημα, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν κατ’ αὐτὸ τοὺς φόρους. Τοιαῦτά τινα ἀκούομεν πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ μέτρου, καὶ μᾶς ῥίπτουσιν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς ἀξία τοῦ μέτρου. Ἡ ἀληθὴς ἀξία τοῦ μέτρου εἶναι νὰ γείνῃ ἡ αὔξησις τῶν φόρων ἀκόπως καὶ διὰ τοιούτου τρόπου, ὁ ὁποῖος κατά τι τοὐλάχιστον νὰ ἐξαπατᾷ. Ἠδυνάμην, κύριοι, βεβαίως περιοριζόμενος ἕως ἐδῶ νὰ θεωρήσω, ὅτι ἀποχρώντως ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου διὰ τὴν συγκεκριμένην ταύτην περίστασιν, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σταματήσω ἕως ἐδῶ.
§226ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπῃ ἀκόμη.
§228ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ σταματήσω ἕως ἐδῶ, καὶ θέλω νὰ καταδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐμμείνω εἰς τὰς ἰδέας τὰς σημερινὰς τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἀποσκιρτήσω ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ Προέδρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1879. Καὶ ἀπορῶ, κύριοι, διὰ τὴν εὐκολίαν, μεθ’ ἧς αἰσθάνονταί τινες τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσιν ἐναντίας παρατηρήσεις, καὶ δὲν συλλογίζονται ὀλίγον, ὅτι εἶναι δυσχερὴς ἡ θέσις ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ παραστήσωσιν, ὅτι οἰκονομίαι καὶ μὴ οἰκονομίαι εἶναι τὸ ἴδιον πρᾶγμα. Ἔπρεπε νὰ αἰσθάνωνται τὸ δυσχερὲς τῆς θέσεώς των, καὶ ἑπομένως νὰ ἀγωνισθῶσι νὰ ἀποδείξωσι πῶς τὰ πλέον ἀντίθετα καὶ εἰς τὸν κοινότερον ἄνθρωπον καταληπτὰ ὡς ἀντίθετα, πῶς ταῦτα εἶναι ὅμοια· διότι δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστος Βουλευτὴς δύναται κατ’ ἀρέσκειαν νὰ ποιῆται τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Ὁ δεσμὸς, ὁ συνάπτων ἓν κόμμα πολιτικὸν, δὲν εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐκτίμησις, εἶναι τὸ πρόγραμμα καὶ αἱ γενικαὶ ἰδέαι, καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ ἐὰν τὸ πρόγραμμά της διατηρῆται τὸ αὐτό. Καὶ προκειμένου, κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν τοιαύτην ἐξέτασιν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία ὑπόμνησις καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὑπό τινα ἔποψιν, οὕτως εἰπεῖν, ὑποκειμενικήν. Πρώτην, κύριοι, φορὰν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω μεταξὺ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον· εἰσηρχόμην εἰς τὴν Βουλὴν ξένος τῶν κομμάτων, μολονότι ἔμενον ἐν πόλει, ὅπου διακεκριμένα πολιτικὰ πρόσωπα ἀντηγωνίζοντο, καὶ ἦτον ἀληθῶς δυσχερὴς ἡ ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως ἀποχή. Καὶ οὐ μόνον ξένος ἤμην τῶν κομμάτων, ἀλλὰ καὶ κακὴν προκατάληψιν εἶχον ἐν γένει περὶ τῶν παρ’ ἡμῖν κομμάτων. Τάσις φυσικὴ πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος μὲ ἀπώθει μακρὰν αὐτῶν. Καὶ συγχρόνως ἐπρέσβευον κατὰ τῶν κομμάτων ὅπως συνίστανται ταῦτα παρ’ ἡμῖν καὶ ὅπως πολιτεύονται. Καὶ εἰσηρχόμην, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν, ἐμφορούμενος προσέτι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων κακῶν παρ’ ἡμῖν εἶναι ἡ ἀνάμιξις τῶν Βουλευτῶν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως. Μοὶ ἔλεγον πολλάκις τινὲς, ὅταν ὑπεστήριξα ταῦτα, ὅτι, ὅταν εἰσέλθῃς εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν θὰ δύνασαι νὰ ὑποστηρίξῃς τοιαύτην ἰδέαν πλέον. Καὶ βεβαίως, κύριοι, ὁ ἄνθρωπος, ἀτελὴς πάντοτε, πολλάκις πλανᾶται καλῇ τῇ πίστει παρασυρόμενος εἰς τὴν πεπλανημένην ὁδὸν καὶ νομίζων, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἰδέαν νὰ ὑποστηρίξω, πρὸς τοῖς ἄλλοις, τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν. Καὶ ἵνα ἀποδείξω τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω λόγους τινὰς, τοὺς ὁποίους εἶχον τότε ἐκφρασθῆ (θόρυβος). Καὶ ὅταν ἔχετε νὰ κάμετε μὲ Βουλευτὴν, ὅστις δὲν προσέχει εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀτενίζουσί τινες, ἀφήσατέ τον ἐλεύθερον νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του, διότι ὡς μόνην ἀμοιβὴν θέλει ἔχει ἐκ τοῦ πολιτικοῦ του σταδίου τὴν ἱκανοποίησιν τῆς συνειδήσεώς του. Ὡμίλησα τὴν πρώτην φοράν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφέρω ὀλίγας λέξεις μόνον, πέντε στίχους ἐκ τοῦ λόγου μου ἐκείνου. Ἔλεγον τότε «ἐβαρύνθη, κύριοι, πλέον ὁ λαὸς ἀκούων μόνον κομματικὰς ἀντεγκλήσεις, ἀκούων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητήσεις περὶ κομμάτων καὶ βλέπων τιθέμενα ὁλονὲν ἐμπιστοσύνης ζητήματα. Ὁ λαὸς ἤρχισε πλέον νὰ ἐννοῇ, καὶ θέλει νὰ ἀκούῃ συζητήσεις περὶ τῶν πραγμάτων πλέον, καὶ ὄχι περὶ τῶν προσώπων καὶ τῶν κομμάτων, ἀηδίασεν ἀπὸ τὰ λεγόμενα ζητήματα ἐμπιστοσύνης καὶ τὰς κομματικὰς ἀντεγκλήσεις.» Τοιαῦτά τινα ὑπεστήριζον τότε, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς μοὶ εἶχε κάμει τὴν τιμὴν ἐν τῷ ἐπιλόγῳ μιᾶς τῶν λαμπροτέρων ἀγορεύσεών του νὰ κάμῃ μίαν ἀποστροφὴν καὶ νὰ πολεμήσῃ τὴν ἰδέαν μου ἐκείνην ἐπιλέγων τοιαῦτα. «Καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν, ἣν ἤκουσα ἀναπτυσσομένην ἐντεῦθεν εὐφυῶς καὶ εὐγλώττως, ὅτι ὁ κόσμος ἀπηύδησεν ἀκούων ζητήματα ὑπουργικά· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐννοεῖ τὴν σπουδαιότητα τῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων.... Τὰ κόμματα εἶναι τὰ ὄργανα τῆς ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ πολιτικῆς ἐνεργείας κλπ. κλπ.» Καὶ ἐνθυμήθην, κύριοι, τότε, ὅτι μία διαφωνία εὑρίσκετο μεταξὺ τῶν λόγων τούτων τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὡς ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1879, ἀρχηγοῦ πλέον μεγάλου κόμματος, πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Τρικούπη τοῦ πρὸ ὀλίγου χρόνου ἀριθμοῦντος τοὺς φίλους ἐπὶ τῶν δακτύλων· διότι ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τότε ἐκστρατεύσει ἀληθῶς καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τῶν λόγων ἐναντίον τῶν κομμάτων, καὶ παρίστα, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῖν κόμματα εἶναι κόμματα τοῦ κομβολογίου, ὅτι εἶναι κόμματα μὴ ἔχοντα κανένα λόγον ὑπάρξεως, εἶναι κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐπὶ ἰδεῶν, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐπὶ πραγμάτων. Καὶ ἐσκέφθην νὰ ὑπομνήσω τότε εἰς τὸν κύριον Τρικούπην ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὶν ἔλεγε, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι δύω ἀξιότιμοι συνάδελφοι, αὐτοὶ οὗτοι οἱ διακόπτοντές με σήμερον, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κύριος Δραγούμης, μὲ ἀπέτρεψαν προσθέτοντες πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι βεβαίως ἡ ἀντίκρουσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Τρικούπης πρὸς τὰς ἰδέας μου, δὲν ἦτον ἀντίκρουσις, ἥτις ἠδύνατο νὰ μὲ δυσαρεστήσῃ (Θόρυβος). Καὶ μοὶ παρίστανον, κύριοι, πολλοὶ τότε συνάδελφοι, ὅτι τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ δημιουργήσῃ ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, δὲν θὰ ἦναι ὅπως τὰ ἄλλα κόμματα, ὅτι θὰ ἦναι ἑνὸς ἄλλου εἴδους κόμμα, ὅτι θὰ ἦναι κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι προσωπικὸν, δὲν θὰ ἦναι κόμμα τοῦ κομβολογίου, ὅτι θὰ ἦναι κόμμα πραγματικόν. Καὶ μὲ ἠρώτων φίλοι μού τινες, διατί, ἀφοῦ ὡμίλουν κατὰ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος, θεωρῶν ὡς ἕνα τῶν ἐνόχων τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, διατί, ἐνῶ ὡμίλουν οὕτω, δὲν προσήγγιζον πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς ὃν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω καὶ σχέσιν προσωπικήν. Καὶ ἀπήντων εἰς ταῦτα, ὅτι ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω ἐν τῇ Βουλῇ τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἃς ἐπηγγέλλετο· καὶ ἀληθῶς, κύριοι, μετ’ ὀλίγον χρόνον ἤκουσα ἐκεῖνα πρὸ πάντων, ἅπερ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ἀπὸ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἤκουσα παρὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη νὰ ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον ἐκείνην ἰδίως τὴν μορφὴν, τὴν ὁποίαν ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω ἀποδιδομένην καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τὴν μορφὴν ὅτι εἶναι ἐνδοτικοί· «Καὶ ὅπως (ἔλεγε τότε ὁ κύριος Τρικούπης) περιμένει ἐν τῇ Βουλῇ ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ κύριος. Πρωθυπουργὸς, ἵνα ἐνδώσῃ πρὸς αὐτὴν, οὕτω καὶ ἐν τῇ διοικήσει τὴν αὐτὴν ἀκολουθεῖ τακτικὴν, ἐνδοτικὸς ὢν τῇ διοικήσει οὐχὶ πλέον πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς φίλους αὐτοῦ, καὶ τὸ ἐνδοτικὸν ἐν τῇ δι«οικήσει εἶναι τὸ αἴτιον τῆς διοικητικῆς παραλύσεως». Καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι ἀκριβῶς αὕτη ἡ ἰδέα πρὸ πάντων μὲ διέθεσεν ὑπὲρ τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔτι μᾶλλον διετέθην ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτε καὶ εἰς ἰδιαιτέραν τινά τῶν φίλων συνεδρίασιν παρέστησεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἰδική μας ἐπρόκειτο νὰ ᾖναι πολιτικὴ ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ προσβολὴ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων, διότι πρόκειται νὰ ᾖναι πολιτικὴ οἰκονομιῶν, πρόκειται νὰ ᾖναι πολιτικὴ, δι’ ἧς θὰ καταπαύσωσιν ὅλαι αἱ κατασπαταλήσεις τῶν δημοσίων πόρων καὶ τῶν δημοσίων χρημάτων· πρόκειται νὰ ᾖναι πολιτικὴ, ἥτις θὰ ἀνατρέψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ παρελθὸν, θὰ ᾖναι ἐπὶ νέων βάσεων· καὶ ἐγενόμην οὕτω φανατικώτατος. Καὶ ὡς πρὸς ταῦτα, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε καὶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος, τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέφερεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν οἰκονομιῶν, ὅταν αὗται ἠμφισβητήθησαν ἄλλοτε. Καὶ σήμερον, κύριοι, τί βλέπομεν; ἐγκαταλειφθείσας τὰς ἰδέας ἐκείνας. Καὶ τί ἀκούομεν λεγόμενον παρὰ τῶν νῦν Ὑπουργῶν; αὐτολεξεὶ ὅ,τι ἔλεγον οἱ ἄλλοι τότε· κατήντησαν νὰ ἔχουν καὶ τὰς ἰδίας λέξεις ἀκόμη πρὸς ἔκφρασιν τῶν ἰδίων ἰδεῶν. Σήμερον κατήντησαν, κύριοι, καὶ νὰ σαρκάζουν τὰς ἰδέας ἐκείνας καὶ νὰ τὰς σαρκάζουν ἀνηλεῶς, καὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐνῷ ἦσαν μέτρα τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον αἱ τοιαῦται οἰκονομίαι εἶναι οἰκονομίαι ἐπιβλαβεῖς! Καὶ ἐν τούτοις μὲ τὰς ἰδέας αὐτὰς τῶν οἰκονομιῶν σᾶς ὑπεστήριξεν ὁ κόσμος, καὶ ἀνήλθατε εἰς τὴν Ἐξουσίαν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σαρκάζητε τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἵτινες ἀπετέλεσαν τὸ συμβόλαιον μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ δὲν ἔγκειται ἡ ἀξία, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν οἰκονομιῶν ἐκείνων εἰς τὰς χιλιάδας τῶν δραχμῶν μόνον, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν οἰκονομεῖ μὲ τὴν ἀποκοπὴν πολλῶν θέσεων, ἀλλ’ εἶχον καί τι ὑπέρτερον, ὅπερ οὐδέποτε φαίνεται ἐφαντάσθητε. Τὸ ὑπέρτερον τοῦτο συνίσταται εἰς τὸ ὅτι κατεδεικνύετο ἡ τάσις καὶ ἐγίνετο ἡ ἔναρξις πρὸς οἰκονομίας· καὶ σήμερον μᾶς λέγετε τὰς ἰδίας λέξεις, ἃς ἔλεγον οἱ τότε ἀντίθετοι, ὅτι βλάπτεται ἡ Διοίκησις, ἐὰν περιορισθῶσιν αἱ θέσεις. Βλάπτεται ἡ Διοίκησις, ἔλεγε τότε ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ἡμεῖς τἀναντία φρονοῦντες καὶ προκατειλημμένοι ἐλέγομεν, ὅτι ἡ Διοίκησις εἶναι μόνον πρόσχημα πρὸς ἱκανοποίησιν φίλων. Καὶ ὅταν πρόκηται σήμερον, κύριοι, ἀπὸ τοῦ λαοῦ νὰ ζητήσωμεν νέους φόρους, ἔπρεπε κατὰ μείζονα ἤδη λόγον νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι θυσιάζομεν καὶ ὅσα κἄπως εἶναι ἐγγύτερον ἡμῶν (θόρυβος), καὶ ὄχι ὅταν πρόκηται μόνον νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὸν λαὸν, νὰ καυχῶνται, ὅτι πρόκειται νὰ δείξωμεν αὐταπάρνησιν. Ἀλλὰ τέλος πάντων εἴπατέ μοι ποία εἶναι ἡ ἰδέα ἡ ἀληθής; Εἶναι ἡ ἰδέα τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων ἢ τῶν σήμερον κυβερνώντων; Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἡ ἰδέα ἡ σημερινὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβής; Εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐπιδέχεται ὁ Προϋπολογισμὸς κανὲν ψαλίδισμα ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἐλάττωσιν θέσεων; Ἀλλὰ μᾶς ἐπρότεινεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ θέσεις αὗται χρειάζονται σήμερον διὰ τὴν Διοίκησιν, καὶ ἑπομένως διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ τόπου. Καὶ μήπως δὲν δύνασθε πᾶν ἔξοδον νὰ δικαιολογήσητε οὕτως; Ὁ πλέον σπάταλος δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ πάντα τὰ μέσα τῆς σπατάλης, καὶ νὰ παραστήσῃ αὐτὰ ὡς ἔξοδα ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα; Δὲν δύναται νὰ σᾶς δικαιολογήσῃ, ὅτι καὶ θυρωρὸν πρέπει νὰ ἔχῃ, ὅτι καὶ θαλαμηπόλους πρέπει νὰ ἔχῃ; Ὅλα θὰ σᾶς τὰ παραστήσῃ καὶ τὰ δικαιολογήσῃ ὡς ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα! Βεβαίως, κύριοι, ὅλαι αἱ δημόσιαι θέσεις ἀποτελοῦσιν καὶ αὐταὶ ἓν εἶδος παραγωγικῆς δαπάνης, ἀλλ’ εἴμεθα εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοιούτων ἰδεῶν ἀορίστων; Καὶ μήπως καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Γαλλίας δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν δαπανήσωμεν εἰς χρήσιμα καὶ εἰς χρησιμώτατα πράγματα; Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι ἓν Κράτος μικρὸν ὡς ἡ Ἑλλὰς, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας οἰκονομικὰς ἀνάγκας, πρέπει νὰ κάμνῃ ὅ,τι κάμνει ὁ συνετὸς ἐκεῖνος οἰκογενειάρχης, ὅστις δὲν προκαταλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ τί δικαιολογεῖται νὰ δαπανήσῃ, ἀλλὰ τίνα ἐκ τῶν μὴ ἀμέσως χρησίμων δύναται νὰ περικόψῃ, καὶ περικόπτει τὰς δαπάνας του καὶ λέγει, ὅτι ἡ θέσις, λόγου χάριν, τοῦ ὑπηρέτου ὀφείλει νὰ ἀναπληρώσῃ καὶ τὴν θέσιν τοῦ θαλαμηπόλου, οἱ ὀλίγοι ὀφείλουσι ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς πολλοὺς, καὶ ἀναγκάζει τοὺς ὑπάρχοντας νὰ ἐργασθῶσι πλειότερον. Ἀλλὰ σεῖς οὐ μόνον ἐκείνας τὰς θέσεις, ἃς περιεκόπτομεν ἄλλοτε, ἀφήσατε ἀθίκτους, ἀλλὰ καὶ νέας ἤδη προσθέτετε ὁλονέν. Ἀλλὰ μήπως ἆρά γε μέχρι τοῦδε ἔχετε μεριμνήσει ὅσον ἔπρεπε περὶ τῆς Διοικήσεως; Μήπως ἔχετε μεριμνήσει τοιουτοτρόπως, ὥστε πράγματι καὶ διὰ τῆς Διοικήσεως νὰ αὐξήσητε τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου; Ἔχετε ἐφαρμώσει ἐν τῇ Διοικήσει τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἵτινες ὑπῆρξαν αἱ βάσεις τῆς μεταβολῆς, ἢ αὕτη μετετράπη εἰς προσωπικὴν μεταβολήν; Ὡς πρὸς δὲ τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ, τί φέρετε; φέρετε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν ὅσα ἄλλοτε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν, ὅταν ὡς ἀρχηγὸς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο κατὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ, τί θέλετε τώρα νὰ εἴπωμεν; Τί εἶπε τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; «Ἀλλὰ ἡ πρόσοδος αὕτη, ἔλεγε τότε, ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ δεκατημορίου ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τόσον κοινὴ, ἡ πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς παρὰ τῶν παραγωγῶν εἶναι τοσοῦτον διαδεδομένη ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις, ὥστε πᾶς σχεδὸν παραγωγὸς θὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ Νόμου τούτου ὡς διατηρῶν καπηλεῖον καὶ θὰ φορολογῆται ὡς οἰνοπώλης, θέλει δὲ ὑποβληθῆ εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις τῶν οἰνοπωλῶν. Τοιοῦτον Νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῆ, καὶ ἰδοὺ ἐκλείπει καὶ τὸ τρίτον ἑκατομμύριον τοῦ Ὑπουργείου». Τοιαῦτα λέγει ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀπαραλλάκτου σχεδὸν Νομοσχεδίου.
§229ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰδικόν μας ἦτο μετριώτατον (Θόρυβος).
§230ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον λοιπὸν θὰ ἤμεθα ἆρά γε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς, ψηφίζοντες ὑπὲρ τοῦ μέτρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οὕτω κατεδίκαζεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοῦ 1879 καὶ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Δυνάμεθα ἆρά γε νὰ ψηφίσωμεν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐναντίον καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου; Καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, καὶ τὸν τόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον περιβάλλει εἰς τοὺς λόγους του ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐχειροκροτήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ τὰ ἀκροατήρια τὰς ἰδέας ἐκείνας. Ἐπανῆλθον λοιπὸν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ οἴνου, ὡς καὶ εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον προσθέτουν καὶ τὸ περὶ σιγαροχάρτου. Καὶ δι’ αὐτὰ λοιπὸν ἔγεινεν ὅλος ὁ μέχρι τοῦδε πάταγος ἐπὶ δύω καὶ τρία ἔτη; Διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἆρά γε διὰ μιᾶς περιστροφῆς ὄχι μόνον εἰς τὰ αὐτὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἰδίας λέξεις, ἐκείνας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τῶν φίλων του; Καὶ σήμερον καυχώμεθα, ὅτι κατεσκευάσαμεν κιβώτιά τινα διά τινα χαρτία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ὅτι σήμερον συνελάβομεν εἴς τινα Ἐπαρχίαν πλειοτέρους ὑμεῖς φυγοδίκους κατὰ ἕνα ἢ δύω, ἀφ’ ὅσους συνέλαβον οἱ ἄλλοι!
§231ΡΑΛΛΗΣ. Χιλιάδας φυγοδίκων.
§232ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ κατελήξαμεν. Συνεταράξαμεν ἐπὶ δύω καὶ τρία ἔτη τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ κατελήξαμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ νὰ κατασκευάσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κιβώτια διά τινα χαρτία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ῥίπτομεν δὲ ἐδῶ Νομοσχέδια ἐπὶ Νομοσχεδίων, διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ ζωηρὰ ἡ μέριμνα περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι διὰ Νομοσχεδίων δύναται νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις; Συνετάξαμεν, λέγετε, Νομοσχέδιον, ὅπως προφυλάξωμεν τὰ δάση, Νομοσχέδιον περὶ Δασαρχῶν, Δανονόμων Ἐπιστημόνων καὶ Ἀστυνόμων δασῶν, οἵτινες θὰ ἔχουν καὶ δίπλωμα Δασονομικῆς Ἀκαδημίας. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζετε, κύριοι Ὑπουργοὶ, ὅτι, ἕως νὰ γείνωσι ταῦτα, ὅλα τὰ δάση θὰ ἦναι πυρπολημένα, ὅπως καθεκάστην πυρπολοῦνται ὑπὸ τὰ ὄμματα τῶν Ἐφόρων καὶ τῶν χωροφυλάκων σας, θεωμένων ἀπαθῶς; Ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ ἠρκούμεθα τοῦτο νὰ ζητοῦμεν μόνον ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πῶς νὰ μὴ καταστραφῶσι τὰ δάση ἐκ τῶν ἀκαταπαύστων πυρκαϊῶν, καὶ ὄχι νὰ σκέπτηται περὶ τεχνικῆς διαχειρίσεως τῶν δασῶν καὶ καλλιεργείας αὐτῶν. Πρὶν σκεφθῆτε περὶ τοιούτου Νομοσχεδίου, ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε καὶ ἐνεργήσητε περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν δασῶν ἐκ τῶν πυρκαϊῶν. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι ἀστεῖον, ὅτι οἱονεὶ θέλοντες νὰ ἐξαπατήσητε τὸν ἑαυτόν σας, λέγετε σήμερον, ὅτι χρειάζεται νὰ περιμείνωμεν νὰ συστήσωμεν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν, ν’ ἀλλάξωμεν τοὐτέστι τὰ ὀνόματα. Καὶ συνετάξατε τοιουτοτρόπως Νομοσχέδιον, ὡς νὰ μὴ εὑρίσκεσθε ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει καὶ ὡς νὰ μὴ γνωρίζετε τὸν τόπον παντάπασιν, ἐνῷ, ἐὰν ἐρευνήσητε εἰς τοὺς Νόμους, θέλετε εὕρει πολὺ ἀποχρώσας διατάξεις, διὰ νὰ σώσητε τὰ ὑπάρχοντα καὶ νὰ συντελέσητε εἰς τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δασῶν· καὶ ἐὰν ἐξετάσητε τὰ πράγματα, θὰ εὕρητε, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ Νόμοι εἶναι ἀνεφάρμοστοι. Καὶ μήπως ἆρα δὲν ἐσκέφθητε διατί εἶναι ἀνεφάρμοστοι; Διότι καθ’ ὃν χρόνον σκέπτεται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος περὶ τοιούτων νομοθετικῶν μεταῤῥυθμίσεων, κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον, δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐνεργεῖ ἐν τῇ Διοικήσει ὡς νὰ πυρπολῇ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὰ δάση· διότι, ὅταν ὁ ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦναι ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἦναι ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἐμπρηστὴν τῶν δασῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ θεᾶται ἀπαθῶς καιόμενα τὰ δάση καὶ δὲν τολμᾷ νὰ καταγγείλῃ, διότι, ἂν καταγγείλῃ, θέλει παυθῆ. Καὶ ἔπρεπε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐξέλθητε εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ μελετήσητε τὴν κατάστασιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, διὰ νὰ ἴδητε ὁποία τις εἶναι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ περικαλύψωμεν μὲ Νομοσχέδια καὶ μὲ λόγους κενούς. Καὶ διὰ νὰ καταδείξω, κύριοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἡ διαφορὰ μεταξὺ προγράμματος τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς, ἴσως δὲν χρειάζομαι ἄλλο τίποτε νὰ πράξω, παρὰ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπαναλάβητε, εἰ δυνατόν, τὰς ἰδίας λέξεις, τὰς ὁποίας ἐλέγετε ἄλλοτε καὶ ἐχειροκροτεῖσθε, νὰ τὰς ἐπαναλάβητε, διὰ νὰ ἴδω ἂν θὰ σᾶς χειροκροτήσουν καὶ σήμερον. Νὰ ἐπαναλάβητε τὰς λέξεις σπατάλη, συναλλαγή, ἐνδοτικότης, νὰ τὰς ἐπαναλάβητε, ἐὰν δύνασθε.
§233ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ λέγετε αὐτό.
§234ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ νομίζετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι προσβάλλετε ἐμὲ μόνον καὶ ὅτι δύνασθε πρὸς ἐμὲ μάλιστα νὰ κάμετε τοιαύτας παρατηρήσεις.
§235ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγετε περὶ συναλλαγῆς.
§236ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπὶ τέλους, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§237ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συναλλαγῆς σήμερον πολιτεύεσθε, καὶ ἕνεκα τῆς συναλλαγῆς ἠλλάξατε θέσιν. Ἠξεύρετε ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ περὶ συναλλαγῆς; ὁ κύριος Φιλάρετος. Ὀλιγώτερον ἔχετε σεῖς καὶ δεύτερον ὁ κύριος Σπήλιος Ἀντωνόπουλος.
§238Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ζητῶ τὸν λόγον, διότι εἶναι προσωπικὸν (θόρυβος).
§239ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τί θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπητε μὲ τοῦτο;
§240ΡΑΛΛΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐνῷ ἐλέγχετε τὴν συναλλαγὴν, παραδέχεσθε τὴν συναλλαγὴν, καὶ ἕνεκα ταύτης σήμερον ἀντιτάττεσθε κατὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ἔχω τὰς ἐπιστολὰς, τὰς σημειώσεις σας.
§241ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰς φέρετε τὰς σημειώσεις καὶ τὰς ἐπιστολὰς, διότι, ἐὰν δὲν τὰς φέρετε, θὰ σᾶς ἀποδώσω ἐκείνην τὴν μορφὴν, ἥτις ἀποδίδεται εἰς τὸν οὕτω πολιτευόμενον, ἤτοι ὅτι συκοφαντεῖτε.
§242ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅλη σας ἡ πολιτικὴ ἦτον ἐπαρχιακὴ καὶ ὅτι ἐνώπιον τοῦ κυρίου Ἀντωνοπούλου, ἐνώπιον τοῦ κ. Στεφανοπούλου καὶ ἄλλων, σᾶς εἶπον, ὅτι πολιτεύεσθε τὸν πολιτικὴν τοῦ Κροσὲ, ὅτι δὲν σκέπτεσθε περὶ γενικωτέρας πολιτικῆς (θόρυβος).
§243Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδωμεν τὴν πολιτικὴν τὴν ἰδικήν σας.
§244ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὅμως, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, οὐχὶ διότι ὑπώπτευον πρὸς οὓς εἶχον νὰ κάμω ἀνθρώπους, ἀπεῖχον ὅσων ὑπονοεῖτε, ἀλλὰ διότι ἡ ἐμὴ συνείδησις μοὶ ἐπέβαλλεν, ὥστε καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἰδιαιτέρας μου σχέσεις ἐφρόντιζον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξα, διότι ἤθελον νὰ σεβασθῶ ἐκεῖνα, ἅτινα εἶπον. Καὶ ὅπως πρὸς ὑμᾶς οὕτω καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους ἔλεγον πάντοτε, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν πράγματι τὸ πρόγραμμά μας.
§245ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖον πρόγραμμα; Μήπως ἐσκέπτεσθε σεῖς περὶ προγράμματος, ὅταν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς τηλεγραφήματος συνεταιρίζεσθε μὲ τὸν κ. Ζηνόπουλον! (θόρυβος).
§246ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἓν πλέον μόνον παρατηρῶ, πρὶν ἀπαντήσω πλειότερον εἰς ταῦτα, ὅτι μετὰ λύπης βλέπω Ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι εἶναι τρόποι αὐτοὶ ἁρμόζοντες εἰς Ὑπουργοὺς καὶ Βουλὴν καὶ Βουλευτὰς, ὅτι εἶναι τρόπος αὐτὸς, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζουσιν, ὅτι δύναται νὰ γίνεται συζήτησις κοινοβουλευτική. Ἀλλὰ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς παρενοχλεῖ βεβαίως, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ἠναγκάσατε νὰ σᾶς λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ ἰδιαιτέρως σᾶς ἔλεγον, διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸς τοῖς ἄλλοις μέχρις ὀχληρότητος σᾶς ἔλεγον, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον βαδίζομεν, εἶναι ἐλαττωματικὸν, καὶ σπεύσατε νὰ φέρετε τὸν Νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων.
§247ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ δὲν ἦλθε;
§248ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἶχον καταντήσει τῳόντι ὀχληρὸς πρὸς τοιαύτας ἀπαιτήσεις.
§249ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ δὲν ἦλθε; καὶ δὲν θὰ τὸν πολεμήσητε;
§250ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σέβομαι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω, καὶ δὲν θὰ κατορθώσητε ποτὲ, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μὲ ἐξελέγξητε. Σεῖς νομίζετε, ὅτι ἡ ἀξία μιᾶς μεταβολῆς ἦτο νὰ γείνητε Ὑπουργὸς καὶ νὰ πράττετε ὅ,τι θέλετε, καὶ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε πρὸς Βουλευτὰς, ὅτι αὐτοὶ ἐκ προσωπικῶν λόγων ἀπομακρύνονται ἀφ’ ἡμῶν, καὶ ὅταν μὲν εὑρίσκωνται πλησίον σας, τότε εἶναι ἐνάρετοι καὶ φιλοπάτριδες καὶ πλήρεις ἀρχῶν, ὅταν δὲ ἀπομακρύνωνται, οὐδὲν ἔχουσι τούτων.
§251ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ὁ ἐκλογικὸς συνεταιρισμὸς μὲ ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων εἴχετε τὸν ἀγῶνα περὶ τῶν ὅλων.
§252Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτουν οἱ Ὑπουργοὶ, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγορεύων καὶ τελειώσωμεν, διότι εἶναι ἀργά.
§253ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αἰσθάνεσθε τὴν δυσκολίαν τῆς θέσεώς σας ἀπέναντι ἐμοῦ, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν θὰ ἔχητε ἀπέναντι ἄλλων· διότι ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα ἄλλα καὶ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἤκουον ἐξ ἀρχῆς τί σᾶς ἔλεγον, καὶ γινώσκουν ἂν σέβωμαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ εἶναι μάρτυς ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἂν, παρόντων καὶ ἄλλων, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἡμέραν τινὰ εἶπον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ ἕνα μεγάλο ῥουσφέτι νὰ ζητήσω· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξεπλάγη, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἐπερίμενα νὰ μοῦ διορίσῃ κἀνένα ἴσως Καθηγητήν.
§254ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μὴ μὲ βιάζετε νὰ ὁμιλήσω.
§255ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μεγάλο ῥουσφέτι, τὸ ὁποῖον ζητῶ, εἶπον, εἶναι νὰ συλλογισθῆτε τὸ πρόγραμμά σας καὶ νὰ τὸ ἐφαρμώσητε καὶ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν μου. Καὶ μὴ νομίζητε σήμερον, ὅτι, ἂν ἀνήλθετε εἰς τὴν θέσιν τῶν Ὑπουργῶν, δύνασθε νὰ ἐξελέγξητε τοὺς πάντας. Καὶ ὅτι ἰδίως ἀπαιτῶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι νὰ καταθέσῃ πρὸ πάντων μίαν ἐπιστολήν μου μακρὰν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξ Εὐρυτανίας, καὶ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἂν ἔχῃ τὸ θάῤῥος, ἵνα ἴδουν καὶ ἄλλοι εἰς ποίαν δυσχερῆ θέσιν εὑρίσκεται, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐλέγχει, καὶ δι’ αὐτὸ ταράττεσθε· διότι ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ διότι ἐγνώριζον ἢ ὑπώπτευον, ὅτι ἔχω νὰ κάμω πρὸς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι αὐθαιρέτως καὶ ἀδικαιολογήτως ἤθελον νομίσει, ὅτι ἠδύναντο νὰ μὲ ἐλέγξωσι διὰ τοιούτων ὑπαινιγμῶν, ἀλλὰ διότι μόνον ἡ συνείδησις μοὶ ἐπέβαλε τοιαύτην συμπεριφορὰν, καὶ ἐγνώριζον τί ἔλεγον καὶ τί ἐσύσταινον, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην, κ. Ῥάλλη, ὑβρίζετε τοὺς φίλους σας χωρὶς νὰ τὸ ἐννοῆτε· διότι ἐγὼ, οὐχὶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ ἄλλων ἀπολογοῦμαι, καὶ ὑπὲρ ἄλλων ἀπολογούμενος, παρατηρῶ, ὅτι μία Κυβέρνησις, προκαλοῦσα τοὺς φίλους της καὶ ζητοῦσα πληροφορίας περὶ ὑπαλλήλων, δὲν προκαλεῖ διὰ τούτου αὐτοὺς νὰ παραβιάσωσι τὸ καθῆκόν των.
§256ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐζήτησα.
§257ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ λάβω τὴν θέσιν τοῦ τιμητοῦ τῆς τιμῆς τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν παρεσύρθην εἰς ἐκείνην τὴν παρεκτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε· ἴσως ἄλλοι παρεσύρθησαν.
§258ΡΑΛΛΗΣ. Κανείς.
§259ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δίδετε μίαν εἰκόνα οὐχὶ εὐχάριστον τοῦ ἑαυτοῦ σας πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ σᾶς ὑπεστήριξαν, ὅταν κάμνετε τοιούτους ὑπαινιγμοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν δικαιολόγησιν. Ἀντὶ ὅλων τούτων, ἔπρεπε νὰ συλλογισθῆτε ποῖαι εἶναι αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι σᾶς ἀνεβίβασαν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπικαλῆσθε, ὅπως οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ ἐνισχύσωσιν ὑμᾶς, ὅπως ἐξακολουθήσητε θαῤῥαλέως τὴν πορείαν εἰς ἣν ἐχαράξατε ὁδὸν, θὰ κάμετε φρονιμώτερον ἄλλου εἴδους πρόκλησιν νὰ κάμετε πρὸς τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἄλλου εἴδους βοήθειαν νὰ ἐπικαλῆσθε· θὰ ἦτο ἀκριβέστερον καὶ κἄπως θὰ ἐδικαιολόγει ὑμᾶς, ἐὰν ἐλέγετε, ὅτι ζητεῖτε τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἵνα σᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν κατωφέρειαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσητε, ἴσως ἐξωλισθήσατε (χειροκροτήματα καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). (Λύεται ἡ συνεδρίασις). (Ὥρα 9 Μ. Μ.)