1882.11.15
2.054 στίχοι · 15.030 λέξεις · 121 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 15 Νοεμβρίου 1882.
(Δευτέρα)
Ὥρα 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Νησίου ἀπέστειλαν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα «Πρόεδρον Βουλῆς καὶ Πρόεδρον Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ἀθήνας. Βεβαιοῦντες, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος οὐδεμία ζημία ἢ ἀνωμαλία εἰς τὰς συναλλαγὰς ἐπῆλθε, εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἰσοζυγίου δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἀποβλέποντες, παρακαλοῦμεν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν ἐπιμεῖναι εἰς τὴν κατόρθωσιν αὐτοῦ. Εὐπειθέστατοι Δημόται Παμίσου (ἔπονται πολλαὶ ὑπογραφαί).
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσοι εἶναι;
§3ΠΗΛΙΚΑΣ (Γραμματεύς). Ὅλα αὐτὰ τὰ φύλλα (δεικνύει τέσσαρα φύλλα πλήρη ὑπογραφῶν).
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι προτίθεμαι ν’ ἀποδείξω τὸ ψεῦδος τῶν ὑπογραφῶν αὐτῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσσης (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Μεγάρων (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Μελιγαλᾶ (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Τυρνόβου (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Ναυπλίου (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Πατρῶν (ἀναγινώσκεται). Ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Λαρίσσης (ἀναγινώσκεται). Οἱ ἐν Ἀθήναις ζυθοποιοὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ὁ Ἔπαρχος Βώλου διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Χρόνη Μπασδέκη, ἐξαιτουμένου αὔξησιν τοῦ χορηγομένου αὐτῷ μηνιαίου βοηθήματος. Ὁ Γεώργιος Σώλων, οἰνοποιὸς, ζητεῖ ἵνα τὰ 8–10 διατηρούμενα ἐν Ἑλλάδι οἰνοποιεῖα ἐξαιρεθῶσι τῆς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου φορολογίας, ἐπιβληθῇ δὲ τριπλάσιος ἢ τετραπλάσιος φόρος ἐπιτηδεύματος. Πρότασις νόμου περὶ ἐξετάσεως διδασκάλων τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Φιλαρέτου, Κοττίκα, Ῥαδινοῦ καὶ λοιπῶν. (Ὅρα παράρτημα). Οἱ καπνοπῶλαι τῆς πόλεως Λαρίσσης ἐξαιτοῦνται τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τοῦ καπνοῦ. Ὁ κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον διὰ νὰ κάμῃ μίαν ἐπερώτησιν.
§6ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον νὰ δώσῃ τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπαύθησαν δύω Δήμαρχοι τῆς Λαρίσσης καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω προσέτι νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παῦσιν αὐτῶν. Συνάμα κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν θὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀδιαφορίαν αὐτῶν ἰδίᾳ μάλιστα ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανούς· διότι, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, σκανδαλώδη πράγματα γίνονται κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν, ἀφορῶντα εἰς τὰς παραγγελίας καὶ τὰς παραδόσεις τὰς θρησκευτικὰς αὐτῶν. Καὶ τὰς δύω ἐπερωτήσεις θέλω ἀναπτύξει κατὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἀφοῦ παραπέμπει εἰς τὸ προσεχὲς Σάββατον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του, ὤφειλε νὰ μὴ συνοδεύσῃ τὴν διατύπωσιν αὐτῆς διὰ παρατηρήσεων, αἵτινες δὲν δύναται ἢ νὰ βλάψωσι τὸν τόπον, ἐὰν μείνωσιν ἄνευ ἀποκρούσεως. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδὲν γίνεται σκανδαλῶδες κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ τυγχάνουσι παντὸς σεβασμοῦ, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἐκτιμῶνται ἀπὸ ἴσου μετὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν Χριστιανῶν. Οὐδείς ποτε αὐτῶν ἠδικήθη παρὰ τῆς Ἐξουσίας, οὐδὲν ἠκούσθη παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν παράπονον, ἤδη δὲ πρῶτον ἀκούω παράπονον παρὰ Χριστιανοῦ. Παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν ἔχομεν ἀναφορὰς εὐχαριστηρίους πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἐκεῖ ἀρχηγοῦ. Τῶν πλείστων Ὀθωμανῶν τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ τῶν δύω συναδέλφων ἡμῶν ἐπίσημοι ἀναφοραὶ ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν ἐπὶ τῇ εὐημερίᾳ, ἧς ἀπολαύουσιν, ἐπὶ τῇ ἰσότητι, ἧς τυγχάνουσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ἐπὶ τῇ ἀρίστῃ πρὸς αὐτοὺς διαγωγῇ τοῦ ἀρχηγοῦ, ὅστις κατώρθωσε νὰ ἐπαναγάγῃ ἐκεῖ τὴν τάξιν καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὰ πλεονεκτήματα τοῦ ἐλευθέρου βίου, ὧν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἀπήλαυον. Ἡ ἄλλη ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ τῶν Δημάρχων, δὲν ἠξεύρω διατὶ γίνεται. Θέλομεν νὰ κινήσωμεν σκάνδαλον σήμερον ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Διότι τοῦτο μόνον τὸ σκάνδαλον βλέπω ἐν ταύτῃ τῇ ἐπερωτήσει. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς, κατόπιν ὅλων τῶν τελευταίων συμβάντων, ὅτι ἡ παῦσις τῶν Δημάρχων σχετίζεται πρὸς ταῦτα· ἀλλὰ τότε εἶναι πρέπον νὰ φέρωμεν τὸ θέμα τοῦτο ὑπὸ συζήτησιν σήμερον; Ἐπειδὴ ἦλθον εἰς τὸ βῆμα καταθέτω ἔγγραφον, ἀφορῶν εἰς τὰ τῆς σταφίδος. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τῶν διαπραγματεύσεων Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ σταφίδος, εἶπον, ὅτι ἡ ἀποτυχία τῆς διαπραγματεύσεως, ἥτις εἶχεν ἐπέλθει ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐξηκολούθησεν ὑφισταμένη καὶ ἐπὶ τῆς παρούσης, τοῦτο δὲ ἐβεβαιώθη διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου, ὅπερ ἔλαβον παρὰ τῆς ἐν Παρισίοις Πρεσβείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Εἷς τῶν Βουλευτῶν ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἀπήντησα, ὅτι θὰ τὸ κατέθετον, ἐὰν δὲν ἐσχετίζετο καὶ πρὸς ἕτερον στάδιον τῆς διαπραγματεύσεως, ὅπερ εἶναι ἔτι ἐκκρεμές. Ἐξήτασα τὰ τοῦ ἐγγράφου καὶ εὑρίσκω, ὅτι δὲν σχετίζεται καὶ δύναται νὰ κατατεθῇ. Ἰδοὺ τί ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ περιέχεται. Γράφει ὁ κ. Βράϊλας....
§8Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ προκαλέσητε συζήτησιν;
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον· ἀλλὰ καταθέτων αὐτό, παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ἐν τέλει τῆς συζητήσεως, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐποιήσατο ὑπαινιγμὸν, ὅτι ἐὰν δὲν παρουσιάζετο τὸ ἔγγραφον, θὰ ἦτο τοῦτο ἀπόδειξις, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἔλεγε τὰ ἐναντία ὅσων ἐβεβαίουν. Νομίζω, ὅτι Βουλευτὴς δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ συλλαμβάνῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν περὶ Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ βεβαίως δὲν τῷ ἐπιτρέπεται ποτὲ νὰ ἐκφράζῃ τοιαύτην ὑπόνοιαν. Ὡς πρὸς ἡμᾶς, οὐδέποτε ἐδώκαμεν ἀφορμὴν εἴς τινα νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι λέγομεν ἄλλα παρὰ τὰ ἀληθῆ. Παριστᾷ τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ ἔποψιν οὐχὶ εὐάρεστον πρὸς τοὺς ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, τὸ νὰ θεωρῆται, ὅτι πρέπει οἱ ὑπουργοὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἐπίσημα ἔγγραφα, ἵνα πιστεύωνται οἱ λόγοι αὐτῶν. Ἰδοὺ τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον, ὅπερ ἐπικυροῖ πάντα, ὅσα εἶπον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν.
§10ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως ὅσα ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε· τὸ μὲν, διότι ἐγὼ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς διοικήσεως εἶπον, ὅτι θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐὰν τῳόντι ἦναι ἀληθῆ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔμαθον καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μὲ κατελύπησαν οὐδεμίαν δὲ βεβαιότητα ἔδωκα εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῶν Δημάρχων Λαρίσσης, καθόλου δὲν πρέπει νὰ τὴν συνδέσῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς μὲ ἐξωτερικὰ ζητήματα. Αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξησφαλίσθησαν δι’ ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ μεταποιήσῃ οὔτε νὰ παραβιάσῃ. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχουν οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπαύθησαν οἱ Δήμαρχοι ἐκεῖνοι, δὲν ἔπρεπε νὰ παυθῶσιν, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῶσιν ἐντὸς τῶν δεσμωτηρίων· μὴ ὄντες ὅμως ἐντὸς τῶν δεσμωτηρίων, ἐπαύθησαν διὰ συνήθεις λόγους, ἀφορῶντας εἰς κομματικὰς καὶ φατριαστικὰς ὑποθέσεις τῶν Ὑπουργῶν πρὸς ὑποστήριξιν ἀτόμων· καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις ἄνευ λόγων σπουδαίων καὶ δικαστικῶν βουλευμάτων, ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως δύναται νὰ παύσῃ Δημάρχους, πολλῷ δὲ περισσότερον Δημάρχους εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Θεσσαλίας, ὁποία εἶναι ἡ Λάρισσα· διότι ποία θὰ ᾖναι τότε ἡ ἐγγύησις περὶ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου; Τόπον ἐλεύθερον διεπόμενον συνταγματικῶς, οἵα ἡ Ἑλλὰς (θόρυβος)... δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ διδάξῃς κύριε Καραπάνε περὶ Δημάρχων· ἄλλα πράγματα ἠμπορεῖς νὰ ἠξεύρῃς καλλίτερα ἀπὸ ἐμέ. Λοιπὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν παῦσιν τῶν Δημάρχων, καὶ ἂς ᾖναι βέβαιος ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν πατριωτισμὸν ἐπίσης, καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν τάξεων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ὑποκινήσουν καὶ νὰ ὑποδαυλίζουν σκάνδαλα· ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποδαυλίζουν σκάνδαλα.
§11ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Σεῖς εἶσθε.
§12ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὰ ἔγγραφα πρέπει νὰ κατατεθῶσι καὶ ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι σπουδαία. Καὶ μὴ νομίσουν τινὲς, ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἡ ὁποία ἦλθε ἐδῶ μὲ μεγάλας θυσίας τοῦ τόπου, προώρισται νὰ γείνῃ ὑπόδουλος εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν θυσίαν εἰς τὸν τόπον.
§13Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπαντῶ καὶ εἰς τὸν κύριον Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν, ὅτι δὲν ἔχει ἀληθεῖς πληροφορίας, ὅτι δῆθεν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐνοχλοῦνται οἱ Ὀθωμανοί. Τὸ ἐναντίον ὑπάρχει, καὶ ἔχω κἀγὼ ἐπιστολὰς ἀπὸ τὰ χωρία τὰ ὀθωμανικὰ, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ εἰσὶν λίαν εὐχαριστημένοι καὶ ἀπολαύουσιν ἐν γένει πᾶσαν εὐνομίαν μὲ ἄκραν ἰσότητα ὑπὸ τῆς ἐκεῖσε Διοικήσεως· καὶ ἀπορῶ πῶς ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξέφυγε τοιοῦτος λόγος, ὅστις πρόῤῥιζα προσβάλλει τὸν Ἑλληνισμὸν, καὶ ἐξομοιώνει τοὺς Ἕλληνας χριστιανοὺς μὲ τοὺς Βουλγάρους καὶ ἐν γένει τοὺς Σλάβους, οἵτινες, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, κατέσφαξαν ἠβιδὸν τοὺς Ὀθωμανοὺς, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς διακρίνεται ἐπὶ εὐνομίᾳ καὶ ἀπονομῇ δικαιοσύνης καὶ ἀσφαλείᾳ ζωῆς, τιμῆς τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ τῇ ἀνοχῇ τῆς θρησκείας αὐτῶν ἐν μέσῳ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, καθ’ ὅσον τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι περιωρισμένον μέχρι τῆς Πελοποννήσου καὶ τοῦ Δήμου Κεκρωπίας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρὸς ἐμὲ ἐξύβρισιν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Ἀθ. Πετιμεζᾶ, περιφρονῶ αὐτὸν, καὶ λέγω ὅτι στερεῖται τῆς πρεπούσης ἀνατροφῆς τοῦ τε ἰδιωτικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ βίου, καὶ ἀγωγῆς.
§14ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω μόνον δύω λέξεις· θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι ὑπὲρ τοῦ ἀρχηγοῦ κυρίου Γρίβα πρὸ δύω μηνῶν καὶ τῆς ὁποίας ἔλαβεν γνῶσιν ὁ πρόξενος τῆς Ἀγγλίας ἐν Θεσσαλονίκῃ, αὕτη δὲ κατεχωρίσθη εἰς ἐφημερίδας τῆς Ἀγγλίας καὶ εἰς Τουρκικὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ βουλόμενος νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν διοίκησίν της ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις ἴσως ἔχει ἄλλα ἀντικείμενα νὰ τὴν μεμφθῇ, κατ’ ἐμὲ κριτήν. Εἶχον τὴν ἀτυχίαν καὶ ἐγὼ νὰ παραπονεθῶ κατ’ αὐτῆς διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων περὶ συστάσεως τῶν δήμων. Ἀντιπρόσωπος ὅμως καὶ ἐγὼ ὢν μιᾶς ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ὑπάρχουσι Ὀθωμανοὶ, θεωρῶ καθῆκόν μου, ἀφοῦ προεκλήθη τοιαύτη συζήτησις, νὰ εἴπω δύω λέξεις. Συμβαίνουσι, κύριοι, σκάνδαλα ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀλλ’ ὑπὲρ τίνων συμβαίνουσι; ὑπὲρ τῶν Τούρκων. Καὶ εἰξεύρετε πόθεν ἔχουσι τὴν ἀρχήν των; ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ Νόμου κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ διαφοραὶ τῶν θρησκευμάτων πρέπει νὰ ἐκλείψωσι διὰ παντός· καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐρχομένη κατόπιν τῆς προσαρτήσεως, πρέπει νὰ θεωρήσῃ πάντας τοὺς πολίτας ἴσους ἐνώπιον τοῦ Νόμου. Δὲν ἐννοῶ αὐτὰς τὰς ἀντισυνταγματικὰς διακρίσεις. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ἴσως ἐκ πολιτικῶν λόγων ἐνόμισεν, ὅτι περιποιουμένη τοὺς Ὀθωμανοὺς προσφέρει ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον· ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοιούτου μέτρου, καὶ πάντοτε κατέκρινα καὶ παραδέχομαι, ὅτι οἱ Τοῦρκοι, οὔτε ἀνώτεροι οὔτε κατώτεροι τῶν λοιπῶν Ἑλλήνων πρέπει νὰ ἦναι. Δὲν ἔχω ἀφορμὰς, ὥστε νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὴν ὑπὲρ τῶν Ὀθωμανῶν ἀνισότητα εἰσήγαγεν ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· ἀλλὰ φρονῶ καὶ βεβαιῶ ἐπισήμως, ἐξ ὅσων ἐγὼ ἀντελήφθην καὶ ἐξ ὅσων πληροφοριῶν ἔλαβα κατὰ τὴν τελευταίαν περιοδείαν μου, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ἐξαιρετικῶς δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν δίκαιον παράπονον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἂν δύναμαι νὰ ἦμαι πιστευτὸς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντελήφθην κακῶς, βεβαιῶ ἐπισήμως τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ἔλαβον περισσοτέρας περιποιήσεις ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς. Τοῦτο δὲ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ λάβωσι περὶ ἑαυτῶν ἰδέαν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἣν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων....
§16ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶπον τέτοια πράγματα;
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐνόησα, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἡ σκανδαλώδης τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν διαγωγὴ εἶναι ἀξία συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ· οὕτω πῶς τὸ ἀντελήφθην.
§18Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀφίνωνται ἐλεύθεροι εἰς τὰς παραγγελίας καὶ εἰς τὰς παραδόσεις τὰς θρησκευτικὰς, αὐτὸ εἶπα, καὶ τίποτε δὲν εἶπα ἀπὸ ὅσα σεῖς εἴπατε, καθὼς καὶ ἀπὸ ὅσα ὁ κ. Στεφανίδης, ὅστις ἐν ταῖς τριόδοις λαμβάνει τὰς πληροφορίας του (θόρυβος).
§19ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν, ὅστις μοὶ ὑπενθύμισε καὶ ἑτέραν πληροφορίαν, λόγου ἀξίαν εἰς τὴν τοιαύτην ἐπερώτησιν. Τὰ σκάνδαλα γίνονται ὑπὲρ τῶν Τούρκων, κύριοι, ὅταν οἱ Χριστιανοὶ ἀκούωσι τὰ πυροβόλα τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ νὰ κροτῶσι χάριν τοῦ μπαϊραμίου, αὐτοὶ οἱ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας μὴ ἀποκτήσαντες τοιαύτας περιποιήσεις θεωροῦσι λίαν ὑπέρμετρον περιποίησιν τοῦτο.
§20ΖΑΡΙΜΠΑΣ. Δὲν τοὺς ἱκανοποιεῖτε μὲ αὐτά.
§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, εἶπεν, ὅτι, ἂν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν σήμερον εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἠκούσθησαν πολλαὶ μὴ ἀκριβεῖς, κατ’ αὐτὸν, πληροφορίαι, ἡ δὲ κοινωνία ἤθελε μείνει μὲ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας τὰ λεχθέντα ἤθελον ἐμποιήσει, ἠναγκάσθη, εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπὸ σήμερον νὰ ἀπαντήσῃ, διὰ νὰ ἐξαγάγῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ἐντύπωσιν ταύτην. Προσέθηκε δὲ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι, διὰ νὰ μὴ ἐπέρχωνται τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ἀνάγκη οἱ ἐπερωτῶντες νὰ προβάλλωσι ξηρὰς τὰς ἐπερωτήσεις των, νὰ μὴ προβαίνωσι δ’ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῶν. Ἀλλὰ ἀμέσως ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, καταθέτων τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἐζήτησα νὰ καταθέσῃ, τὰ πραγματευόμενα περὶ τῶν ἀποτυχουσῶν διαπραγματεύσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας περὶ σταφίδος, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤρξατο νὰ ἀναγινώσκῃ ταῦτα, εἰσερχόμενος οὕτως εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ πράττων αὐτὸς αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸ δύω στιγμῶν ἐπέκρινε, πραχθὲν ὑπὸ τοῦ κυρίου Ἀθ. Πετιμεζᾶ· διότι, ἀναγινώσκων τὸ ἔγγραφον, ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου ἐσκόπει νὰ ἐμποιήσῃ εἰς αὐτήν. Καὶ ἐφάνη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δυσανασχετήσας διατὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ εἰρημένα ἔγγραφα, δὲν ἐπίστευσα ὅσα αὐτὸς εἶπε καὶ δὲν ἠρκέσθην εἰς αὐτὰ, ἀλλ’ ἐζήτησα πρὸς βεβαίωσιν τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων τὰ ἔγγραφα. Ἐφάνη, λέγω, δυσανασχετῶν διὰ τὴν διὰ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐγγράφων ἐκδηλωθεῖσαν δυσπιστίαν μου πρὸς αὐτόν· ἀγνοεῖ ἴσως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα βάσιν ἔχει τὴν δυσπιστίαν, καὶ ὅτι ἑπομένως ζητήσας νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ ἐκδηλώσας τὴν δυσπιστίαν μου διὰ τούτου, ἐξετέλεσα δικαίωμα ἐκ τῆς φύσεως τοῦ συνταγματικοῦ Πολιτεύματος κεχορηγημένον μοι. Ἀλλὰ δὲν ἐξετέλεσα μόνον ἁπλῶς δικαίωμα, ἐξεπλήρωσα καὶ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ μὴ πιστεύω τὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς λεγόμενα. Καὶ μήπως μίαν ἢ δύω φορὰς δὲν ἐξετέθησαν ὑπ’ αὐτοῦ πράγματα μὴ ἀκριβῆ; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι κατὰ Μάρτιον τοῦ 1880, ὅταν ἐγένετο Πρωθυπουργὸς, ἀνέγνω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα; Τίς δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1880 ἐξήλεγξα τὸ ψευδὲς τῆς πληροφορίας του ἐκείνης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ὅταν ἀπέδειξα τοῦτο, μοὶ ἔλεγε διατὶ δὲν ἐξήλεγχον αὐτὸν ἀμέσως! Λοιπὸν ἐδήλωσα διὰ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐγγράφων τὴν δυσπιστίαν μου πρὸς τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὄχι μόνον διότι εἶχον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ διότι ἐδιδάχθην ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ νὰ δυσπιστῶ πρὸς αὐτόν.
§22ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Θεσσαλίας, καὶ ἐγὼ ἀπευθύνω μικρὰν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ δηλώσῃ ποῖον μέτρον ἔλαβε κατὰ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον, ἐκβαῖνον τῶν νομίμων αὑτοῦ καθηκόντων, ἐπεδοκίμασε τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς περιστολὴν τῆς ἐνεργείας του ταύτης.
§23Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἰς τί ἔβλαψε τοῦτο;
§24ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν, ὅταν ἀπαντήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργός.
§25ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. (ἀναγινώσκει τηλεγράφημα ἐκ Τυρνόβου). Ἔχω ἀπορίαν πῶς εἶναι οὗτος ἀντιπρόσωπος τῆς κοινότητος Τυρνόβου. Τὸ πρόσωπον αὐτὸ κατηγορήθη ἐπὶ φόνῳ κατὰ τὰ 1878 καὶ κατεδικάσθη εἰς φυλάκισιν. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κύριον Πρόεδρον, ὅπως ζητήσῃ πιστοποιητικὸν, ἵνα πιστοποιηθῇ πῶς εἶναι ἀντιπρόσωπος τῆς κοινότητος Τυρνόβου. Κατηγορήθη ἐπὶ φόνῳ, ἐφυλακίσθη, καὶ τὸν Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἀπεφυλακίσθη ἀπὸ τῶν φυλακῶν Λαμίας. Προσέτι τὸ πρόσωπον αὐτὸ κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν περὶ μιᾶς ὑποθέσεως καὶ ἐπλαστογράφησε τὰ ὀνόματα συμπολιτῶν μου χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζωσι.
§26ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸν καταγγείλωσι.
§27ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Κατηγγέλθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαρίσσης, ἀλλ’ ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἐνήργησε ἀκόμη τι, καὶ διὰ τοῦτο ὁ καταγγείλας αὐτὸν ἀπέστειλε πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ὑπόμνησιν περὶ τούτου.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον δὲν ἐγένετο συνεδρίασις ἀνέμενον δὲ τὸ παρελθὸν Σάββατον, καθότι ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μοὶ ἀπηύθυνε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν παρατήρησιν ὅτι πρέπει νὰ ἦμαι πλειότερον σεμνὸς καὶ νὰ μὴ διακόπτω, ὅταν ἰδίως καταγγέλω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐνήργησε ἐκλογὴν διὰ φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων...
§29ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ἀνάγονται ταῦτα...!
§30ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἤδη διατυπώνω μόνον ἐπερώτησιν. Κύριοι, Βουλευταὶ μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἀναγνώσω ἓν τηλεγράφημα;
§31ΤΙΝΕΣ. Εἶναι δικαίωμά σας.
§32ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ἀναγινώσκει). Καὶ κατὰ τοῦ Στεριοπούλου ὡς δημοσίου ὀφειλέτου δι’ 70 χιλιάδας δραχμὰς. Παρακαλῶ ἤδη τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ κατὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον τὴν Βουλὴν ἐὰν ὁ Στεριόπουλος, φυγόδικος ὤν, συνεπείᾳ ἐντάλματος συλλήψεως ἐπὶ ὑπεξαιρέσει δημοσίων ἐγγράφων, καὶ ἐλλειματίας πρὸς τὸ Δημόσιον 70 χιλιάδων δραχμῶν ὡς Ταμίας Μεσολογγίου, διωρίσθη μέλος τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Γαστούνης Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Γαστούνης, οἱ ὁποῖοι, καίτοι πολλάκις ἀναφερθέντες ὅτι στεροῦνται διδασκάλου, στεροῦνται εἰσέτι τοιούτου, διότι οὐδεὶς τοιοῦτος διωρίσθη, ἂν καὶ 120 παῖδες μένουν ἄνευ διδασκάλου. (Ὅρα Παράρτημα).
§33ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ (θόρυβος).
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις· δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ ἀπαντήσῃ.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Σάββατον, τὸ Σάββατον....
§36Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἔπαυσε τὸν Δημαστυνόμον Παμίσου, νὰ προσαγάγῃ δὲ, ἐπειδὴ οἱ δημαστυνόμοι ἔχουσι σχέσιν καὶ συνάφειαν πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀπὸ τὴν Εἰσαγγελίαν Καλαμῶν τ’ ἀφορῶντα τὰ τῆς διοικήσεώς του ἔγγραφα, ἐξ ὧν θέλων ἀποδειχθῆ ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶχε λόγους νὰ παύσῃ τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἕνεκα κομματικότητος...
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε νὰ ὁρίσω ἀκριβῶς τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἐγένετο πρότασις περὶ ἐνοικιάσεως τῶν ἁλάτων πρὸς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν. Ἔλαβον τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης, καὶ ἐκ τούτων τῶν πρακτικῶν ἐξάγεται, ὅτι πρώτη πρότασις ἐγένετο τὴν δεκάτην Νοεμβρίου τοῦ 1875. Καὶ ἐγένετο ἡ πρότασις αὕτη κατὰ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους εἶπον, τουτέστιν, ὅτι οἱ προτείνοντες ἔλεγον, ὅτι αὐτοὶ ἔμελλον νὰ καταβάλωσι τὰ ἠθικὰ αὑτῶν κεφάλαια, ἡ δὲ Τράπεζα νὰ καταβάλῃ τὰ χρηματικὰ πρὸς ἐπιχείρησιν αὐτῆς τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ παρίστανον τὸ ἐπικερδὲς αὐτῆς. Ἐπειδὴ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἦσαν σοβαρὰ, ὅπως ὁ Εἰσηγητὴς, ὅστις ἐγνώριζεν αὐτὰ, ἀνεκοίνωσεν, ἡ Τράπεζα ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ πρότασις δὲν ἦτο ἀποῤῥιπτέα· ἐζήτησεν ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ μετοχὴ τῶν προτεινόντων εἰς μόνον τὴν εἰσφορὰν τῶν ἠθικῶν αὑτῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ ἐζήτησε χρηματικὰ κεφάλαια, καὶ κατ’ αὐτὰ νὰ καταφαίνηται, ὅτι εἶχον πραγματικὸν συμφέρον. Οἱ προτείνοντες ἄφινον 60 ἑκατοστὰ εἰς τὴν Τράπεζαν, αὐτοὶ δὲ ἀνεδέχοντο τὰ 40 ἑκατοστὰ, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ ἔχῃ πλειονοψηφίαν. Ἡ δὲ Τράπεζα ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ Ἑταιρία ἀνώνυμος καὶ νὰ γείνῃ μελέτη τοῦ πράγματος ἐντελεστέρα. Τὴν 23 Ἰανουαρίου 1876 ἐπανῆλθεν ἡ πρότασις, ὡς ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τῶν προτεινόντων, εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν βʹ. ταύτην συζήτησιν ἀπεφάσισε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει) «Μετὰ ταῦτα ὁ Ἀντιπρόεδρος ἀνέμνησε τὸ περὶ ἁλάτων, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον ἀνέβαλε πᾶσαν σκέψιν, ἕως οὗ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ, εἰς ἣν ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ περὶ ἐνοικιάσεως Νομοσχέδιον». Ἡ πρότασις τοῦ Ἀντιπροέδρου ἐγένετο παραδεκτή. Ἕως ἐδῶ βλέπομεν τὰ πρακτικὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Βιομηχανικῆς Τραπέζης. Ἡ πρότασις ἐξηκολούθει ἐπαναλαμβανομένη καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιμονῆς μάλιστα· τότε ἔγεινε γνωστὸς ὁ κ. Α. Ἀθανασιάδης πρὸς ἐμὲ, ὅστις ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ, καὶ πολλάκις εἰς πολλὰς συνεντεύξεις ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδείξῃ τὸ ἐπικερδὲς τῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο, ὅτι ἐγνωρίσθησαν οἱ προτείνοντες, ἐγένετο αἰτία οὔτε κἂν νὰ γείνῃ λόγος πλέον ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ προφορικῶς ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις. Τώρα θέλετε νὰ ἴδητε ἐὰν ὑπάρχουν τὰ ὀνόματα τῶν προτεινάντων ἐν τοῖς πρακτικοῖς; δὲν ὑπάρχουν. Τὰ πρακτικὰ εἶναι ὑπογεγραμμένα παρ’ ὅλων τῶν Συμβούλων, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται ὁ ἀμφιβάλλων νὰ ἀποταθῇ καὶ νὰ μάθῃ.
§38ΤΙΝΕΣ. Τὰ ὀνόματά των.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κωνστ. Βοῦρος, ὁ ἀποθανὼν πατήρ του, Γεώρ. Βασιλείου, Ὑποδιοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ ἀποθανὼν Καλὸς, Διονύσιος Στεφάνου, Μ. Ρενιέρης, Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ κ. Σκουζὲς, ἐγὼ καὶ ὁ κ. Θεολόγης.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ὁμολογεῖτε σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται περὶ τοῦ 1881, οὔτε περὶ τοῦ 1880.
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ποτὲ περὶ τοῦ 1880.
§42ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον εἴπατε περὶ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα λόγον εἰς τὸ Συμβούλιον.
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν σᾶς εἶπον τοῦτο, ὅτι...
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε ὡμίλησα μεθ’ ὑμῶν περὶ ἅλατος.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§46ΓΚΙΚΑΣ. Ἦτο Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὁ Κ. Ἀθανασιάδης τὸ 1875;
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· ἦτο Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν· προηλείφετο ὅμως νὰ γείνῃ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου.
§48ΓΚΙΚΑΣ. Σεῖς εἴπατε ἐπανειλημμένως, ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου.
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τί προτιμᾷ ὁ κύριος Ἀθανασιάδης, νὰ παρασταθῇ ὡς Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου ἢ τῶν Ἐφετῶν· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι προηλείφετο νὰ γείνῃ Πρόεδρος τοῦ Συνεδρίου, διότι ἔγεινεν ὀλίγον μετὰ ταῦτα· ἔλαβε τοὐτέστι τὸν ὅρκον τὴν 16 Ἀπριλίου 1876, δηλαδὴ τρεῖς μῆνας μετὰ τὸ τελευταῖον πρακτικὸν, καὶ ἐξηκολούθησαν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ πέραν τοῦ Ἀπριλίου.
§50ΣΤΑΪΚΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὴν τακτικὴν, ἣν παρεδέξατο ἡ Βουλὴ, ὑποβάλλω ἐγγράφως ἐπερωτήσεις, ἵνα λάβω ἀπάντησιν τὸ Σάββατον παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις γίνονται πρὸς τὴν Βουλὴν· πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτάς.
§52ΣΤΑΪΚΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐν πρώτοις παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν ἐπιθεωρητοῦ Μηχανικοῦ εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Ἰθάκης, διότι ἐνῷ πρὸ τριῶν ἐτῶν διετάχθη ἡ ἐπισκευὴ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ καταστραφείσης πρὸ πολλοῦ ἕνεκα ἐλλείψεως ἐπιτηρήσεως, διότι, ἐνῷ ἡ ἐργασία αὕτη προβαίνουσα εἶχε τρεῖς ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ τοῦ προκατόχου τοῦ νῦν ὑπάρχοντος Ἐπάρχου καὶ Μηχανικοῦ, σήμερον ἢ μᾶλλον πρὸ μηνῶν τινων ἡ ὁδὸς αὕτη παρελήφθη ὡς πλήρης καὶ καλῶς καὶ κατὰ τὰ συμπεφωνημένα γενομένη. Ἔλαβον δὲ πληροφορίας, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς συνετάχθη ἐντὸς γραφείου τινὸς, μηδενὸς λαβόντος τὸν κόπον νὰ ρίψῃ οὐδὲ βλέμμα ἐπὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ἀντελήφθην δ’ ἐγὼ ἰδίαις αἰσθήσεσιν, ὅτι ἀντὶ ἐπισκευῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ, ἡ προϋπάρχουσα κατεστράφη καὶ οἱ πρῶτοι παλαιοὶ λιθότοιχοι μετετέθησαν δύω μέτρα ἐνδότερον τῆς πρὶν ὑπαρχούσης ὁδοῦ. Μετὰ τοῦτο παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Αʹ) Τίνες οἱ λόγοι, οἱ προκαλέσαντες τὸν διορισμὸν Γραμματέως τοῦ Ἐπαρχείου Ἰθάκης, πότε διωρίσθη οὗτος, ποῦ εὑρίσκεται ἀπὸ ὀκτὼ μηνῶν καὶ ἂν μισθοδοτῆται ἢ ὄχι. Βʹ.) Τίνος εἴδους ὑπηρεσίαν ἐκτελεῖ ὁ ὑγειονομικὸς φύλαξ Ἰθάκης, Τηλέμαχος Βασιλόπουλος νομίζω, ποῦ εὑρίσκεται οὗτος, καὶ τί ἐπαγγέλλεται. Γʹ.) Ἐξετάσῃ τὸν ἁρμόδιον Ἔπαρχον, ὅστις βεβαίως εἶναι καὶ ὁ ὑπογράφων τὰς καταστάσεις τὰς μισθοδοτικὰς ἑκάστου μηνὸς, ἐὰν ὁ διωρισμένος ἐπὶ ἕξ μῆνας Ἰωάννης Καλλίνικος ὡς φύλαξ τῶν φυλακῶν Ἰθάκης, ἐὰν, λέγω, ἐπάτησε ποτὲ τὸν πόδα του ἐπὶ τῶν φυλακῶν, οἵτινες ἀποτελοῦν χωριστὸν μέρος τῆς πόλεως ἐπὶ ἰδιαιτέρου νησιδίου, ἐὰν ἄφησε ποτὲ, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ὥραν, τὸ παντοπωλεῖόν του.
§53ΓΚΙΚΑΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.
§54ΡΟΥΦΟΣ. Τὸ Σάββατον, ὅταν θὰ ὑπάγω εἰς Ὕδραν, θὰ πληροφορηθῶ περὶ αὐτοῦ.
§55ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν μετὰ ἕξ μηνῶν συνταξιοδότησιν τοῦ προηγουμένου διωρίσθη ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ, ὅστις συνάμα διατελεῖ εἰς ὑπηρεσίαν τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς, πληρωνόμενος διὰ τὸ ἄναμα τῶν φανῶν ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. κʹ.) Ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Διοικητικὴν Ἀρχὴν, εἰς τὸν Ἔπαρχον ἢ εἰς τὸν Νομάρχην, νὰ δεχθῇ ὡς ἐνοικιαστὴν τῶν λιμενικῶν φόρων, οἵτινες ἐξισοῦνται πρὸς τοὺς Δημοτικοὺς, Δημοτικὸν Σύμβουλον. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε διωρίσθη ἢ μᾶλλον πότε ἐγκατέλειπε τὴν θέσιν του καὶ ποῦ εὑρίσκεται σήμερον ἀπὸ μηνῶν ὁ γραφεὺς τοῦ Ταμείου Ἀργοστολίου Σικιώτης, διότι παραδόξως πως πληροφοροῦμαι, ὅτι εἶναι δικολάβος ἔν τινι Εἰρηνοδικείῳ Ἰθάκης. Πρὸ πάντων δὲ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐφιστῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν προσοχήν του, ἵνα κατάσχῃ πιστοποιητικόν τι τοῦ Δημάρχου Πολυκτορίων, ὅπερ παρεποιήθη εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν ἡλικίαν μέρος, ἵνα διορισθῇ τις τελωνοφύλαξ.
§56ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὄνομά του.
§57Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ διορισθέντος εἶναι Ἰωάννης Δευτεραῖος. Παρακαλῶ ὡσαύτως τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τὸ προσεχὲς Σάββατον, ὅταν καὶ εἰς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους πρόκειται ν’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν κατὰ τὰς ὁποίας ἐνήργησε ἐν Ἰθάκῃ μεταβολὰς Δημοδιδασκάλων καὶ Δημοδιδασκαλισσῶν ἐτήρησε τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἢ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐπέχοντος ἰσχὺν Νόμου, ἢ ἐὰν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ παραστάσεις τῶν ἐξεταστικῶν ἢ ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῶν τὰ μάλα ἐνδιαφερομένων γονέων. Τελευταῖον ἤδη ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἀξιοτιμότατον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν (ἱλαρότης). Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, οὗτινος ἡ προσαγόρευσις προὐκάλεσε τὴν φαιδρότητα εἰς τὰ πρόσωπά σας, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναμνησθῇ μιᾶς ὑποσχέσεώς του, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς ἔδωκε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅτε μᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι προσωρινῶς καὶ ἐπί τινας μόνον ἡμέρας παρεβίαζε τὸν περὶ φανοκόρων Νόμον, τὸν παρακαλῶ, λέγω, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἂν τὰς ἡμέρας ἐννοῇ καὶ ὑπολογίζῃ, ὅπως ὑπελόγισαν ταύτας οἱ περὶ κοσμογονίας συγγραφεῖς, καθόσον παραδόξως καὶ μετὰ ὀκτὼ μηνῶν παρέλευσιν ἡ προσωρινὴ τοῦ Νόμου παραβίασις ἐξακολουθεῖ. Συνάμα δὲ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσον ἀριθμὸν βοηθῶν τοῦ Ὑπολιμεναρχείου Ἰθάκης προσδιορίζει ὁ προϋπολογισμός.
§58Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι πέρυσιν πρὸ πολλῶν μηνῶν ὁ Δῆμος Πατρέων ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνημιν νὰ τῷ παραχωρηθῇ ἓν γήπεδον ἐν τῇ πόλει Πατρῶν πρὸς οἰκοδόμησιν Χρηματιστηρίου, καὶ συνάμα τῷ ἰδίῳ καταστήματι, τοῦ Τηλεγραφείου καὶ τοῦ Ταχυδρομείου πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἐνθυμεῖσθε πρὸς τούτοις, ὅτι πολλάκις ἐπηρώτησα περὶ τούτου τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἐγένετο. Ἔλαβον ἐντολὴν, πρὶν ἀναχωρήσω, ἀπὸ διαφόρους συμπολίτας μου νὰ ἐπερωτήσω πάλιν τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπῃ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε δὲν παρεχωρήθη τὸ γήπεδον αὐτὸ εἰς τὸν Δῆμον Πατρέων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦναι, ὡς σᾶς εἶπον, ὠφέλιμον καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορικῆς πόλεως Πατρῶν καὶ εἰς τὰ τοῦ Δημοσίου. Νομίζω, ὅτι καθ’ ἥν στιγμὴν σήμερον εἰσερχόμην εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Πρόεδρος ἀνέγνωσε τηλεγραφήματα ἀπὸ διαφόρους πολίτας ἐπαρχιῶν καὶ τῶν Πατρῶν αὐτῶν, ἀποκρούοντα τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Ἐπειδὴ δὲ ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγραφήματα καὶ συνάμα ἓν ψήφισμα μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ τῶν Πατρῶν, διὰ τοῦτο νομίζω καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἡ θέλησις τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν εἶναι κατὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ κατὰ τῆς μεταβολῆς τῶν νέων φόρων. Τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, οὐχ ἧττον ὅμως καθυποβάλλω πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργείου ὅτι τὸ σύνολον σχεδὸν τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν εἶναι κατὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ὡς παρανόμου καὶ ἐπιζημίου καὶ συνάμα κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν νέων φόρων ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ καπνοῦ κλπ. Προχθὲς ἔγεινε λόγος καὶ περὶ σταφίδος· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καλῶς ποιῶν σήμερον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ ἀπὸ προχθὲς χωρὶς ἀντίῤῥησιν, προσήγαγε τὸ ἔγγραφον περὶ τῆς διακοπείσης διαπραγματεύσεως μετὰ τῆς Γαλλίας περὶ σταφίδος πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς. Τώρα θὰ ἐρωτήσω τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, πότε νομίζει ὅτι δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ὡς βλέπετε, τὰ διαφορικὰ τέλη τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, ὄχι μόνον δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς τίποτε, ἀλλὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν διακοπὴν τῶν διαπραγματεύσεων. Πέρυσιν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἵστατο ἐν θριάμβῳ ἐπὶ σάκκων καφὲ καὶ ζαχάρεως, τώρα ὅμως ἵσταται ἐπάνω εἰς ἀκάνθας. Περιορίζομαι εἰς ταῦτα σήμερον.
§59ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν βιομηχάνων, καταγινομένων εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν σιγαροχάρτων, οἵτινες παραπονοῦνται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κεβέρνησις, δι’ οὗ καταντᾷ μονοπώλιον...
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι, δὲν καταντᾷ.
§61ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ἑπομένως καταστρέφει ὁλόκληρον τὴν βιομηχανίαν αὐτήν. Οἱ βιομήχανοι οὗτοι παραπονοῦνται, καὶ δικαίως, καὶ μάλιστα ἐκφράζονται ὅτι εἶναι καὶ ἀχάριστος ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καθότι εἰς τὸ ἐξώφυλλον τῶν σιγαροχάρτων ἐζωγράφησαν τὴν εἰκόνα του. Ἀλλ’ ἴσως εἶναι ὑπὸ τὴν ὀργὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὴν εἰκόνα αὐτοῦ δὲν τήν ἔθεσαν ἐπὶ τοῦ ἐξωφύλλου.
§62ΖΩΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§63Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ ὅτι Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τοῦ τόπου ἔφερεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, Κυβέρνησις προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Τρικούπη, χάριν τῶν ἀρχῶν τοῦ ὁποίου καὶ μόνου πάντες τὴν ἠκολουθήσαμεν, ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τόσον ταχέως ἐκ μέρους φίλων τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἠκούσατε. Οὐδέποτε ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθην τὸν Ἰούλιον τοῦ 1873. Τότε ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ ἐξεδηλώθη διάθεσις, ὅπως τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. —Ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διετέλει ὡς ὑπόδικος ὁ εὐφραδὴς τῆς Ζακύνθου ῥήτωρ καὶ ἐπὶ πίνακι ἐζητεῖτο ἡ κεφαλή του, ὡς κατὰ τῶν καθεστώτων δῆθεν ἀγορεύσαντος —Καὶ ἐνῷ τὰ ⅞ τῶν Βουλευτῶν ἀπεκήρυξαν αὐτὸν, 18 μόνον Βουλευταὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, διότι ἠσθάνθησαν ὅτι ἡ συνείδησίς των ἐξηγείρετο καὶ κατέπνιγεν ἐν τοῖς στήθεσιν αὐτῶν πᾶν ἄλλο αἴσθημα, πᾶσαν ἄλλην ἰδέαν καὶ σκέψιν.—Νέος τότε ὢν καὶ τιμώμενος ὑπὸ τῆς φιλίας τοῦ ἀειμνήστου Θρ. Ζαΐμη, εἶπον γελῶν πρὸς τὸν σεβαστὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, ὅστις ἐπεθύμει νὰ μὴ μετάσχω τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐσκόπουν νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἡμίσεος τῆς συνειδήσεώς μου, ὅπερ εἶχον κρατήσει διὰ τὸν ἑκυτόν μου, διότι τὸ ἕτερον ἥμισυ μόνον αὐτῆς εἶχα προσφέρει εἰς τὴν πολιτικὴν συναδελφότητα.—Καὶ ἠγόρευσα ὑπὲρ τοῦ κυρίου Λομβάρδου, καὶ ἐψήφισα ὑπερ αὐτοῦ.—Εἰς τὴν αὐτὴν, ἐπαναλαμβάνω, θέσιν εὑρίσκομαι θέσιν καὶ σήμερον. Οὔτε συλλαλητήρια, οὔτε σύλλογοι, οὔτε ψηφίσματα δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ πολιτῶν δύνανται νὰ κατισχύσωσι τῆς συνειδήσεως Ἀντιπροσώπων, ἐχόντων νοῦν καὶ διάθεσιν νὰ ἐκτιμήσωσι τὰς περιστάσεις. —Ἤθελεν εἶσθαι τῳόντι ἀπελπιστικὸν, ἂν, ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου συναθροισθέντες οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ κρίνωσι περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων καὶ ἀνέμενον νὰ τοὺς κηδεμονεύσωσιν οἱ αὐτόκλητοι τοῦ λαοῦ διδάσκαλοι καὶ προστάται. Τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν μου ἐνόησα πάντοτε νὰ ἐπιτελέσω μετὰ πίστεως καὶ τιμῆς. Τοῦ καθήκοντος τούτου τὴν ἐκπλήρωσιν ἀναλαμβάνων ἤδη, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἅμα ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ νέον οἰκονομολογικὸν πρόγραμμά της, ἠσθάνθην, ὅτι μετετοπίσθη ἡ βάσις τῆς μετ’ αὐτῆς πολιτικῆς συμπράξεώς μου. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος.— Φρονῶ, ὅτι ἀρκούντως ἑκατέρωθεν ἀνεπτύχθη καὶ ὑπὸ ἐπιστημονικὴν καὶ ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν.— Ἐπεθύμουν βεβαίως νὰ μὴ ἐξεδίδετο τὸ Διάταγμα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τούτου μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἡ νομισματικὴ ἕνωσις ἀπαιτεῖ νόμισμα χρυσὸν καὶ ἄργυρον, καὶ νόμισμα δὲν ὑπάρχει.— Ἠδύνατο λοιπὸν ἡ νομισματικὴ ἕνωσις τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ θεωρηθῇ ὡς πραγματικὴ, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς εἰκονική. Ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα πρό τινων ἐτῶν ἀπηύθυνε τὸ Βελγικὸν Ὑπουργεῖον κατὰ τῆς Ἰταλίας, διότι ὑφισταμένης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπέρχεται βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως ὡς ἐκ τῆς ἐπισωρεύσεως τοῦ ἀργύρου εἰς τὰς χώρας αὐτῆς καὶ τῆς ὑποτιμήσεως αὐτοῦ.— Ἀλλ’ ἔχων ὡς ἀρχὴν ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παίζωμεν μὲ τὰς συναλλαγὰς καὶ τὰς τύχας τοῦ ἐμπορίου, ἤμην διατεθειμένος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς διαταχθείσης ἐφαρμογῆς. Ἐν τούτοις, ἡ κατὰ τὸ τέλος τῆς τελευταίας ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δήλωσις, ὅτι ὅσοι ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς διαταχθείσης ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ὑποχρεοῦνται νὰ ψηφοφορήσωσιν ὑπὲρ ἁπάντων τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε, δήλωσις οὑτωσὶ ἐπισήμως καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γενομένη, αἰσθάνομαι, κατὰ συνείδησιν ἐννοῶν νὰ πολιτεύωμαι, ὅτι μειώνει τὴν ἀξίαν μου ὡς γνησίου ἀντιπροσώπου τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τοῦ Ἔθνους, καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀποδεχθῶ.— Πρὸ πάντων μάλιστα, διότι δὲν ἔχω ἐντολὴν νὰ ψηφίσω τοὺς παγκοσμίους φόρους, τοὺς ὁποίους μᾶς προτείνουν, καὶ διότι καὶ χθὲς ἀκόμη οἱ συμπολῖταί μας, ἀδικοῦντες ἡμᾶς, ἐνόμισαν χρέος των νὰ μᾶς ὑπομνήσωσι τὰς πανδήμως δοθείσας ὑποσχέσεις μας.— Καὶ δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ ἐπιβεβλημένης ἐντολῆς ἢ, ὡς τὴν ἀποκαλοῦσι, mandat impératif, ὄχι.— Ἡμεῖς ἐλεύθεροι πάσης ὑποχρεώσεως, προσήλθομεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας καὶ αὐθορμήτως ἐδηλώσαμεν τίνι τρόπῳ ἠθέλομεν διαχειρισθῆ τὴν ἐντολήν μας. Τοῖς ὑποσχέθημεν πολλά, τοῖς ὡμιλήσαμεν περὶ πολλῶν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν Βελεντζιακῶν, περὶ ὧν προχθὲς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διακόπτων τὸν Βουλευτὴν Βώλου, εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς πταίομεν. Καὶ τοῦτο βεβαίως ὡς ἀμοιβὴν τῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπηρεσιῶν μας. Ἀλλὰ περὶ τούτων ἄλλοτε. Εἰδικῶς περὶ φόρων τοῖς εἴπομεν ὅτι ἡ γνωστὴ ἡμῖν κατάστασις τῶν ἀπορωτέρων ἰδίως τάξεων τοῦ λαοῦ δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ ψηφίσωμεν νέους φόρους, ὅτι θέλομεν ἐπιζητήσει τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, καὶ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ ἠθέλομεν ψηφίσει φόρους ὄχι καταθλιπτικούς, ἀλλ’ ἐν ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ. Ἐγένοντο, ἐρωτῶ, μεγάλαι οἰκονομίαι; Ἀπεκόπησαν περιτταὶ δαπάναι; Φόροι ἐν μέτρῳ ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν, ὡς ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, ἀλλὰ καὶ οὗτοι μετὰ τροποποιήσεων ἀναποφεύκτων, ὅπως μὴ πάθωσιν αἱ μεγάλαι αὗται βιομηχανίαι τοῦ τόπου καὶ τὸ Δημόσιον δὲν ὠφεληθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν, οὔτε ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην, ἵνα διὰ τῆς ψήφου μου καταστήσω εἵλωτας τοὺς πενομένους πληθυσμοὺς τῆς Πελοποννήσου, οἵτινες οὔτε τὰ κεφάλαια βλέπουσι νὰ φορολογῶνται, οὔτε φροντὶς σπουδαία, πραγματικὴ καὶ ἄμεσος περὶ αὐτῶν νὰ λαμβάνεται (εὖγε, εὖγε!).— Ζητῶ ὑπὲρ ἐμοῦ, ὡς Ἀντιπροσώπου καὶ ὡς πολίτου, τὴν ἐλευθερίαν νὰ κρίνω τὰ προταθέντα μέτρα. Καὶ διὰ νὰ τὸ κατορθώσω, ὀφείλω, ἀμυνόμενος ὑπὲρ ὑψηλῶν συμφερόντων τῆς χώρας, νὰ ὑπερψηφίσω τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. (Χειροκροτήματα Βουλευτῶν καὶ ἀκροατηρίων).—
§64Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Πιστεύω, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος κατηντήσαμεν ἐκπρόθεσμοι. Ἐνῷ ἡμεῖς βουλευόμεθα, ἐνῷ συζητοῦμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἐνταῦθα, ἡ νέα νομισματικὴ μονὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κυκλοφορίαν, καὶ οὐδεμία ἀναστολὴ τῆς συναλλαγῆς, οὐδὲν ἐξ ἐκείνων τῶν προμηνυμάτων τῶν ἀπαισίων, τὰ ὁποῖα προέλεγον οἱ ρήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐντεῦθεν, ἀνεφάνη εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἡ μετατροπὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος εἶναι ἤδη γεγονὸς τετελεσμένον, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀποδεχθεὶς τὴν νέαν νομισματικὴν μονάδα ὡς βάσιν τῶν συναλλαγῶν αὐτοῦ, ἐξέφερεν ἤδη τὴν ψῆφον αὐτοῦ ἐπ’ αὐτῆς. Θεωρῶ λοιπὸν ματαίαν πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ὡς κατόπιν ἑορτῆς γενομένην. Εἰσέρχομαι ἑπομένως εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς εἶναι εἰκονικὸς, εἶναι ἀπραγματοποίητος. Τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν ὑπὸ τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, ὅτι θέλει εἰσπραχθῆ ἀπὸ τῶν νέων φόρων εἶναι προϋπολογισμένον εἰς βαθμὸν ὑπερβολικὸν, καὶ ἑπομένως τὸ ἰσοζύγιον, αὐτὴ ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ ὁ Μωϋσῆς Καλλιγᾶς, εἶναι ὀπτασία, ἥτις, καθόσον προχωροῦμεν εἰς αὐτὴν, ἐξαφανίζεται πρὸς τῶν ὀφθαλμῶν μας. Αὐτὰ εἶπον οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως.—Ἀλλ’ ἆράγε τὰ αὐτὰ ταῦτα δὲν ἐπανέλαβον καὶ κατὰ τοῦ παρελθόντος Προϋπολογισμοῦ; Δὲν ἰσχυρίζετο ὁ κύριος ἐξ Εὐρυτανίας Βουλευτὴς, ὅτι τὸ ἀναγραφόμενον ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῷ παρελθόντι εἶναι πολὺ κατώτερον τοῦ πραγματικοῦ κατὰ τρία, τέσσαρα, ἴσως 7,000,000; Τί ἀπεδείχθη ὅμως ἐκ τῶν ὑστέρων; ὅτι ὄχι μόνον τὸ προυπολογισθὲν ποσὸν ἐβεβαιώθη καὶ εἰσεπράχθη, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου πλεόνασμα.
§65ΤΙΝΕΣ. Περισσότερον μάλιστα.
§66ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἆρά γε ἡ αὐτὴ κεφαλὴ τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, ἥτις προϋπελόγισεν ἐκεῖνον καὶ τοῦτον τὸν Προϋπολογισμόν; Θὰ ὑποθέσωμεν ἆρά γε, ὅτι ἐκεῖ ἠδυνήθη ἐκ δεδομένων τινῶν νὰ φθάσῃ εἰς βέβαια ἀποτελέσματα, καὶ εἰς τοῦτον τὸν Προϋπολογισμὸν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο; Ἐσκοτίσθη ἆρά γε ἡ μαθηματικὴ σοφία τοῦ κυρίου Καλλιγᾶ, καὶ μᾶς φέρει εἰς πεπλανημένα ἀποτελέσματα; ὄχι, πιστεύω.—Πιστεύω, ὅτι εἶναι πραγματικὸς ὁ Προϋπολογισμὸς, καὶ ἐνόσῳ ἐκ τῶν πραγμάτων δὲν ἀποδειχθῇ τὸ ἐναντίον, θέλω ἐξακολουθεῖ νὰ τὸν θεωρῶ ὡς τοιοῦτον, καὶ ἀφοῦ εἶναι πραγματικός, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον, τὸ τόσον ἀναγκαῖον, τὸ τόσον ποθητόν. Ἂν δὲ τὸ ἰσοζύγιον, κύριοι, ὀφείλῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀφετηρία βελτίονος οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ μέλλοντος, ὀφείλομεν, χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ καμμίαν μικρολόγον σκέψιν, ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν ὅλα τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλουσι φέρει εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δύω τρόποι, εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπάρχουν, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρουν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἢ ἡ περικοπὴ τῶν δαπανῶν, ἢ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας, σᾶς ἠρώτησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐννοεῖτε νὰ καταργήσωμεν τὸν στρατόν, ἐννοεῖτε νὰ περικόψωμεν τὸν μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων, νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως· ἀντελήφθην, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία χωλαίνει, ἡ δικαστικὴ ὑπηρεσία χωλαίνει, ἕνεκα ἐλλείψεως τῶν ἀπαιτουμένων ὑπαλλήλων. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας, δὲν εἶναι ἄλλη ὁδὸς ἡ φέρουσα εἰς τὸ ἰσοζύγιον, παρὰ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων, ἡ γινομένη διὰ τῆς φορολογίας. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τώρα ἂν πραγματικῶς οἱ φόροι αὐτοὶ ἦναι τοσοῦτον βαρεῖς καὶ δυσβάστακτοι, ἂν ἀφαιροῦν τὸν κρίθινον ἄρτον ἐκ τοῦ στόματος τοῦ λαοῦ. Οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι εἶναι διττοὶ, φόροι ἄμεσοι καὶ φόροι ἔμμεσοι· οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Μὲ ὅλην τὴν αὔξησιν, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τοὺς φόρους αὐτοὺς διὰ τῶν νέων φορολογικῶν Νομοσχεδίων, ἡ φορολογία αὐτῶν ἀφικνεῖται εἰς 5 ἕως 8% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Θεωρεῖτε βαρὺν αὐτὸν τὸν φόρον; Καὶ ἂν αὐτὸν τὸν θεωρῆτε βαρὺν, τί θὰ εἴπητε περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐλαιῶν, ὁ ὁποῖος ἔρχεται 14% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος; Ἂν λοιπὸν περὶ ἐκείνου τοῦ φόρου οὐδεμία ἠκούσθη φωνὴ παρ’ ὑμῶν περὶ ἐλαττώσεως ὡς βαρέως, θέλετε νὰ ἐλαττώσετε φόρον, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ 8 καὶ 6% ἐλαφρότερος ἀπὸ αὐτόν; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι βαρύς.
§67ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ τὸν φόρον τῶν ἐλαιῶν τὸν αὐξάνετε κατὰ 12%.
§68ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι· ὁ φόρος τῶν ἐλαιῶν εἰσπράττεται εἰς εἶδος. Ἐρχόμεθα εἰς τοὺς φόρους τῆς καταναλώσεως. Τότε ὁ φόρος λέγεται βαρὺς, κύριοι, ὅταν ἀφαιρῇ ἀπὸ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου τόσον, ὥστε δὲν τῷ ὑπολείπεται πλέον ποσὸν ἱκανόν, ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς καθημερινὰς αὐτοῦ ἀνάγκας. Συμβαίνει τοῦτο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; οὐδόλως. Δὲν αὐξάνονται κατ’ ἔτος οἱ φόροι ἡμῶν; Δὲν γίνεται καθ’ ἡμέραν ὁ βίος ἡμῶν πολυτελέστερος; καὶ ἐν τούτοις δὲν αὐξάνει καταπληκτικῶς τὸ χρηματικὸν ἀποταμίευμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Δὲν ἔχετε εἰμὴ νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰ χωρία, τὰς κώμας τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ παραβάλητε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ πληθυσμοῦ τὴν σημερινὴν μὲ τὴν πρὸ 15 ἐτῶν τοιαύτην, καὶ θὰ ἰδῆτε ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ λαοῦ ἡ τότε καὶ ποία ἡ σημερινὴ, θὰ ἰδῆτε τὴν διαφορὰν, μολονότι οἱ τότε φόροι ἦσαν οἱ ἡμίσεις τῶν σημερινῶν. Ἡ φορολογικὴ λοιπὸν δύναμις τοῦ λαοῦ δὲν ἐξαντλεῖται.
§69ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἐξαντληθῇ.
§70ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐξαντληθῇ, διότι τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι μέγα. Μίαν ἔνστασιν μόνον σπουδαίαν ἤκουσα ἀπαγγελλομένην, καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφερομένην, καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀναγραφομένην· ἡ ἔνστασις αὕτη εἶναι, ὅτι δὲν φορολογοῦνται τὰ κεφάλαια· ἡ ἔνστασις αὕτη μοὶ φαίνεται σπουδαία. Ἀλλὰ ποῖος μᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλομεν, θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας μας; Καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; ποῦ εἶναι ἡ ναυτικὴ παρασκευή; ποῦ ἡ βελτίωσις τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως; ποῦ τόσαι καὶ τόσαι ἄλλαι ἀνάγκαι; Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι δὲν θὰ ἐπιστῇ ἡ ὥρα νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους; Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ἀπὸ πότε ἤρχισαν νὰ εἰσρέουν τὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι; Τί ἦταν μέχρι πρὸ μικροῦ τὰ κινούμενα πλούτη ἐν Ἑλλάδι; Ἠριθμοῦντο κατὰ δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας χιλιάδων, μόλις δὲ σήμερον ἤρχισαν νὰ εἰσρέουν, καὶ νὰ εἰσρέουν κατὰ ἑκατομμύρια· καὶ ἂν δὲν πτοηθοῦν, θὰ εἰσρεύσωσι καὶ κατὰ δισεκατομμύρια. Ἀφήσατε λοιπὸν τὰ κεφάλαια νὰ εἰσρεύσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὕστερον δύνασθε νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι φορολογοῦντες αὐτὰ, θέλετε ἔχει ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν φορολογίαν ταύτην. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ψηφίζοντες φόρους δὲν γινόμεθα εὐάρεστοι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν συνήλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως ψηφίζωμεν τὰ ἀρέσκοντα εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα εἰς τὸ Κράτος· διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ εὐημερία ποῦ Κράτους εἶναι καὶ ἡ εὐημερία τῶν πολιτῶν, καὶ ὅταν καταστραφῇ τὸ Κράτος, δὲν δύνανται νὰ σωθῶσι τὰ ἄτομα, καὶ ἂν εὐημερῶσιν. Ἂς μὴ μιμηθῶμεν, κύριοι, τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους γονεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὑπερβολικῆς στοργῆς πρὸς τὸ πάσχον τέκνον δὲν δίδουσιν εἰς αὐτὸ τὸ φάρμακον, ἀλλὰ διὰ τοῦτο μεταμέλονται μετὰ ταῦτα διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ τέκνου. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσωμεν τοὺς φόρους, καθόσον ἔχει τὸ Κράτος ἀνάγκας καὶ ἀνάγκας μεγάλας. Καὶ εἶναι μὲν πικρὸν τὸ δῶρον, ὅπερ προσφέρομεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς ἡμῶν διὰ τῆς ψηφίσεως τῶν φόρων, ἀλλὰ τὸ πικρὸν τοῦτο δῶρον θὰ φέρῃ ἀγλαοὺς καρποὺς, οἱ δὲ ἐκλογεῖς ἡμῶν, ἀποβλέποντες εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, θὰ συνεισφέρωσι, καὶ εἶμαι βέβαιος, κύριοι, περὶ τούτου, ἀγογγύστως τὰς ψηφιζομένας δαπάνας. Διὰ ταῦτα, κύριοι, ἐγὼ καὶ οἱ ὁμόφρονές μου θέλουσι ψηφίσει τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Κυβέρνησις, καθόσον αὐτοὶ φέρουσι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ὡς τὴν κρηπῖδα τῆς μελλούσης ἡμῶν οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς ὑπάρξεως. Καὶ οὐ μόνον θέλω πράξει τοῦτο, ἀλλὰ θέλω ἐγὼ καὶ οἱ ὁμόφρονές μου ἐξακολουθήσει ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ πρόγραμμα αὐτῆς. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει, καὶ ἐμμένει σταθερῶς εἰς τὸ πρόγραμμά της, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψε τὴν 3 Μαρτίου, ὅτε ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους. Δὲν ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ὅταν παντὶ σθένει καὶ πάσῃ προσπαθείᾳ ζητῇ νὰ ἐπαναφέρῃ καὶ ἐπανέφερεν ἤδη εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τὴν σαλευθεῖσαν τάξιν καὶ εὐνομίαν; Δὲν ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅταν, βλέπουσα τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον πλησίστιοι φερόμεθα, ἔσχε τὴν τολμηρὰν πρωτοβουλίαν τῆς ἐπιβολῆς φόρων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν παράδοξον νὰ φέρωσιν εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς δημοτικότητος αὐτῶν, ἀλλὰ μὲ μεγίστην ὠφέλειαν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δὲν ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅταν φροντίζῃ περὶ τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία πράγματι θέλει δώσει νέαν ζωὴν εἰς τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας; Δὲν ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅταν διὰ νόμου σχηματίζῃ ταμεῖον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀναπλάσῃ τὴν παρ’ ἡμῖν εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν εὑρισκομένην ἐκπαίδευσιν, καθόσον ἐστὶ βέβαιον, ὅτι ἄνευ καλῶν δημοτικῶν σχολείων οὐδέποτε τὸ Ἔθνος θ’ ἀποκτήσῃ τὴν ἠθικὴν διάπλασιν, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τῶν καθηκόντων καὶ δικαιωμάτων του. Ἂν θέλετε νὰ ἴδητε περιοριζόμενα τὰ ἐγκλήματα, περὶ ὧν ἐγένετο τόσος πάταγος προχθὲς ἐδῶ, τελειοποιήσατε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν. Δὲν ἐμμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅταν διὰ τῆς ἀποστολῆς τῶν πλοίων εἰς Ἀλεξάνδρειαν κατώρθωσε νὰ παρακαθήσῃ ἡ Ἑλλὰς συμπάρεδρος τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων; Δὲν ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμά της, ὅτε εἰς τὴν λύσιν τοῦ ὁροθετικοῦ ζητήματος ἠνάγκασε τὴν σκληροτράχηλον Πύλην νὰ παραχωρήσῃ τὰ σημεῖα, ἅτινα εἶχον ὁρισθῆ διὰ τῶν συνθηκῶν; Ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὸ πρόγραμμά της, καὶ εἰς τοῦτο θέλομεν ἐμμείνει καὶ ἡμεῖς ὅπου ἐτάχθημεν, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν, ἡ ὁποία θέλει φέρει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐημερίαν καὶ εἰς τὴν ἀληθῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους (χειροκροτήματα).
§71ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Παρεκβάσεις ἐπὶ παρεκβάσεων παρατηροῦνται κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, προκειμένου περὶ ἁπλῆς προτάσεως, ἀφορώσης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ περὶ ἁπλῶν παρατηρήσεων ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων Νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ ρήτορες τῆς συμπολιτεύσεως φέρουσι τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνατρέχουσιν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλοῦνται τὴν Αἴγυπτον, τὴν Θεσσαλίαν κλπ. Θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἐκτυλιχθῶσιν, ὅταν ὑποβληθῇ ἡ διαγωγὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, καὶ ὅταν κατ’ ἀνάγκην ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ἀφορῶσαι εἴτε τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, εἴτε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν θὰ τεθῶσιν ἐπὶ τῆς τραπέζης. Ἐπειδὴ δὲ ἡ στιγμὴ ἐκείνη εἰσέτι δὲν ἦλθε, περιορίζω τὸν λόγον εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐτέθη εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν, καὶ θὰ θίξω αὐτὸ καθόσον καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔθιξεν, ἀπαντῶσα εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ ἦμαι, ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι τὸ ζήτημα κατὰ μέγα μέρος ἐξηντλήθη. Ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἐφαρμογῆς νέου νομισματικοῦ συστήματος, παρῆλθον 15 ὁλόκληρα ἔτη. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐναλλὰξ περιῆλθον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μηδὲ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ ἐξαιρουμένου, ἅπαντες οἱ χρηματίσαντες Πρωθυπουργοὶ καὶ Ὑπουργοὶ, καὶ ὅλως οὐ μόνον οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσαντες τὸ Κράτος ἐπρότειναν τὴν ἀναστολὴν τοῦ Νόμου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον κατ’ ἀρέσκειαν. Τίνες οἱ λόγοι, κύριοι, οἵτινες ἔπεισαν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ ἐξαπίνης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου; Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐρώτησις, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς αὐτὴν προσεπάθησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσῃ, καθὼς καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς, ἐλθὼν εἰς ἐπικουρίαν του· ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους ὑπηγόρευσε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος· διὰ τῆς συνήθους δὲ αὐτῷ τέχνης καὶ εὐστροφίας προσεπάθησε νὰ πείσῃ τοὺς ἀκροωμένους, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐνόμισε τόσῳ σπουδαῖον τὸ ζήτημα, ὥστε τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος αὐτοῦ, καὶ ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον αὐτοῦ. Στραφεὶς δὲ πρὸς τοὺς φίλους του Βουλευτὰς, εἶπε πρὸς αὐτοὺς: πολλὰς θὰ ἀκούσωμεν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν διαμαρτυρήσεις καὶ πολλὰ παράπονα καὶ παραστάσεις, ἀλλὰ ταῦτα θὰ εὕρωσι τὰ ὦτά μου κεκλεισμένα, καὶ τοῦτο ἀπαιτῶ ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀπὸ ὑμᾶς. Ἀλλὰ δὲν παρῆλθε, κύριοι, στιγμὴ καὶ Βουλευτὴς ἐξ αὐτῆς τῆς συμπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος ἀντέκρουσε τοὺς λόγους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἰπὼν ὅτι ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα συζητήσωμεν τῇ συνεργείᾳ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰ προταθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα. Ζητοῦμεν νὰ φωτισθῶμεν ἂν τὰ προτεινόμενα μέτρα ἦναι ὠφέλιμα, ἢ οὐ, ὅπως ψηφίσωμεν ἢ καταψηφίσωμεν αὐτά. Ἡ φωνὴ αὕτη ἐπιβάλλει, κύριοι, ἔτι μᾶλλον τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρῃ τις τὴν γνώμην του. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἄρδην ἀνετράπησαν ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ἰσχυρίσθη τὸ πρῶτον, ὅτι ὁ τόπος θὰ αἰσθανθῇ τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα ἐπεδίωξεν ὁ Νόμος τῆς Νομισματικῆς Ἑνώσεως. Δι’ αὐτοῦ, εἶπεν, ὅτι ὁ ἀλλοδαπὸς ἐρχόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται νομισματικῶς εἰς τὴν πατρίδα του, ὁ δὲ Ἕλλην, συναλλαττόμενος ἢ μεταβαίνων εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, δὲν ἐννοεῖ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ὅτι ἤλλαξε τόπον καθόσον ἀφορᾷ τὰς συναλλαγάς του. Καὶ τίς ἀρνεῖται τὴν θεωρίαν ταύτην τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα ἔθνη, μολονότι ἡ ἐθνικὴ φιλοτιμία αὐτῶν ἀπῄτει νὰ τηρήσωσι τὸ ἐθνικὸν νόμισμα, καὶ ἠδύναντο νὰ ζήσωσι μὲ ἴδιον νομισματικὸν σύστημα, καὶ ὅμως ἔλαβον μέρος εἰς τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν, ἵνα ἀπολαύσωσι τὰ εὐεργετήματα αὐτῆς; Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεκαλέσθη τὰ εὐεργετήματα τῆς νομισματικῆς ἑνώσεως, ἵνα παρασύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπομακρύνῃ τὴν σκέψιν ἀπὸ τοῦ ζητήματος, καθότι κατ’ οὐδὲν ἡ θεωρία αὐτὴ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, διότι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη, ἤθελον ἐπέλθει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν ἀπαιτεῖται δὲ ἐπιστήμη καὶ θεωρία, ὅπως ἐννοήσῃ τις, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἦσαν ῥητορικὰ τεχνάσματα καὶ ὅτι οὐδὲν εἶχον τὸ πραγματικὸν καὶ τὸ ἀληθές. Τί εἴχομεν μέχρι τοῦδε κύριοι; εἴχομεν τὴν νέαν δραχμὴν ὑπολογιζομένην εἰς 120,122 ἢ 123 λεπτά. Τί θὰ ἔχωμεν ἤδη; τὴν αὐτὴν δραχμὴν ὡσαύτως ὑπολογιζομένην πρὸς 110 ἢ 112 ἢ 114 κτλ. Κατὰ τί λοιπὸν ὠφελήθημεν ἐκ τῆς μεταβολῆς; κατὰ πόσον ἐφρημόσθη ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Τὸ κονδύλιον ἐκράτει εἰς χεῖρας καὶ πρὶν ὁ ἔμπορος καὶ ὁ ταξειδεύων, τὸ κονδύλιον θέλει κρατεῖ καὶ σήμερον, διὰ νὰ μετατρέπῃ τὰ φράγκα εἰς δραχμὰς, τὸ αὐτὸ θέλει πράττει καὶ ὁ ἐρχόμενος ἀλλοδαπός. Δὲν ὠφελήθη ὅθεν οὔτε ἡ συναλλαγὴ ἡ διεθνὴς, οὔτε ἡ ἐσωτερική. Δεύτερον ἐπιχείρημα τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο, ὅτι ἐφήρμωσε τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν κερδοσκοπίαν, ἡ ὁποία ὑφίστατο καὶ κυρίως ὡς πρὸς τὰ χάλκινα νομίσματα, καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ παράπονα τῶν Δυνάμεων, μετὰ τῶν ὁποίων εἴμεθα εἰς νομισματικὴν ἕνωσιν. Ἀλλὰ πῶς δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ κερδοσκοπία ἐκείνη θὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπάρχουσα καὶ ὅτι κατ’ οὐδὲν θέλει ἐπέλθει βελτίωσις; Τὸ φράγκον, λαμβανόμενον ἐξ Ἰταλίας καὶ φερόμενον εἰς Ἑλλάδα, ἕως οὗ δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν θὰ ἀνταλλάσσηται μὲ 11 δεκάρες ἢ μὲ 11½ κλπ.; καὶ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον οἱ ἀποστέλλοντες χάλκινα νομίσματα, δὲν θὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα; Ἀφοῦ λοιπὸν θὰ ἐξακολουθῇ ὑπάρχουσα ἡ αὐτὴ ὠφέλεια καὶ ὁ κερδοσκόπος δύναται νὰ ἀπολαύσῃ τοιαύτην καὶ μετὰ τὸν Νόμον, κατὰ τί, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὠφελήσατε διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος; Ἰδοὺ, κύριοι, διατὶ διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ζητεῖται ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος, μέχρις οὗ ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τρίτον ἐπιχείρημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις πρὸς τὰς Δυνάμεις, μετὰ τῶν ὁποίων συνωμολογήσαμεν τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν· ἀλλὰ ποίαν ἀναλογίαν τηρεῖ ἡ Ἑλλὰς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τοῦ νομίσματος, ἀπέναντι τῶν λοιπῶν Δυνάμεων, ὥστε ἡ ἐπισώρευσις τοῦ νομίσματος τοῦ Ἑλληνικοῦ νὰ φέρῃ τοιαύτην διατάραξιν εἰς τὰς κοινωνικὰς σχέσεις, εἰς τὰς συναλλαγὰς, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τοιοῦτον παράπονον ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων; Ἀφοῦ δὲν παρεπονέθησαν διὰ τὴν Ἰταλίαν, τὴν ἔχουσαν δεκαπενταπλάσιον ποσὸν νομίσματος ἀνωτέρου τοῦ ἰδικοῦ μας, ἠδύναντο νὰ παραπονεθῶσι διὰ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἐντεῦθεν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου τὸ περισσότερον μεταφέρεται εἰς τὴν Ἀνατολήν; Ἀλλ’ ὁ Νόμος ἀφαιρεῖ τὴν αἰτίαν τοῦ παραπόνου; οὐχί. Βλέπετε, κ. Ὑπουργὲ, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας δὲν στηρίζονται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ διατί κατεπατήσατε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς; διατί κατεφρονήσατε ὅ,τι ἔπραξαν διαπρεπεῖς πολιτικοὶ, οἱ προκάτοχοί σας καὶ ὑμεῖς αὐτοί; Ἀλλ’ ἆρά γε εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: εὗρον ἕνα Νόμον, τὸν Νόμον τοῦτον ἠθέλησα νὰ ἐφαρμόσω, διότι δὲν ἐπιφέρει ζημίαν, ἐὰν δὲν φέρῃ καὶ ὠφέλειαν; Πολλὰ ἐῤῥέθησαν ὡς πρὸς τὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομίσματος. Εἰς ταῦτα ὀλίγα θὰ προσθέσω διὰ νὰ ἀποφύγω τὴν ἐπανάληψιν. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ζημία κατὰ πρῶτον εἶναι πασιφανὴς καὶ ἀναμφισβήτητος, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου προερχομένη, διότι ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ σκέψεως καὶ μελέτης. Αὐτὸς ὁ Νόμος, κύριοι, ὡς ἐφηρμόσθη, εἶναι Νόμος λῃστρικὸς, καταπατεῖ τὴν ἀρχὴν περὶ ἰδιοκτησίας, καὶ πρὸς τοῦτο θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅ,τι ἐπεκαλέσθη Βουλευτὴς τῆς συμπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅστις, θέλων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ὠφέλιμον τοῦ Νόμου, εἶπεν, ὅτι ὁ Νόμος οὗτος δὲν ἐζημίωσε τὰς κατωτέρας τάξεις, ἀλλὰ τὰς ἀνωτέρας, τοὺς κεφαλαιούχους, τοὺς ἔχοντας λαμβάνειν καὶ οὐχὶ τοὺς ἔχοντας δίδειν.
§72ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Τράπεζα ἐζημιώθη ἢ ἐκέρδησε;
§73ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Σύρου, ἵνα πείσῃ ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος δὲν ἔβλαψεν, ἀλλ’ ὠφέλησεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ πληρώσουν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπλήρωσε τὸ ἐνοίκιόν του, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς ὠφελήθη, δὲν ἐνθυμοῦμαι, πόσας δραχμάς· ἀλλὰ λέγων τοῦτο δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθιεροῦται ἡ λῃστεία, ἡ ἁρπαγὴ τῆς περιουσίας; Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ποσὸν τὸ ἀφαιρούμενον, ἀλλ’ εἰς τὴν πρᾶξιν, ἥτις εἶναι καταδικαστέα. Καὶ πῶς, ἀξιότιμε Βουλευτὰ Σύρου, σᾶς ἐφάνη ἀρεστὸν νὰ ζημιώσητε τὸν οἰκοδεσπότην σας, ἴσως πτωχὸν οἰκογενειάρχην, ἢ ὀρφανὰ, χήραν, ἅτινα ἀποζῶσιν ἐξ αὐτῆς τῆς προσόδου; Δευτέρα ζημία, κύριοι, ἡ ὁποία ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, εἶναι, διότι ποσὸν σπουδαῖον ἐτέθη εἰς κυκλοφορίαν ἐκ τοῦ νομίσματος τοῦ πέμπτου τῆς δραχμῆς, τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο διετιμήθη τότε πρὸς 25 λεπτὰ, δὲν προεῖδε δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος ἐπανέρχεται εἰς τὰ εἴκοσι λεπτὰ, καὶ οὕτως ἁρπάζονται ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν πολιτῶν τὰ πέντε λεπτὰ, τὰ ὁποῖα εἶχε προσθέσει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἀποδεικνύεται ἡ ὠφέλεια, ἀφ’ ἑτέρου ὁ Νόμος καταδικάζει αὐτὸς ἑαυτὸν, διότι διὰ τοῦ Νόμου καθιεροῦται ἐπισήμως ἡ λῃστεία καὶ προσβάλλεται τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ, κύριοι, φρονεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις, καὶ ὅτι μὲ τὴν εὐφυολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη, — τὴν μελιτζάναν τῆς χήρας—ἀνέτρεψεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο πλέον καταφανῆ; Δὲν εἶναι οὔτε τὰ μονόλεπτα, κατ’ ἐμὲ, τὰ ὁποῖα ἄλλος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἔφερον τὴν ζημίαν, οὔτε ἡ ἔλλειψις τοῦ μεταλλικοῦ, ἀλλὰ δύω τινὰ, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἐπέλθωσι, διότι ἐπέρχονται εἰς πᾶσαν τοιαύτην μεταβολήν. Τὸ πρῶτον εἶναι τὰ εἴδη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν διατετιμημένα κατὰ 10, 15 καὶ 20 λεπτὰ κτλ. καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποτιμηθῶσι κατὰ τὴν διατίμησιν τοῦ Νόμου. Ὅταν πρόκηται περὶ λεπτοῦ ἢ κλάσματος λεπτοῦ, ὁ ἔμπορος θὰ ζητήσῃ κατ’ ἀνάγκην τὸν ἀκέραιον. Ἀντὶ 18½ ἢ 19 λεπτῶν θὰ ζητήσῃ τὰ 20, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ μικρὰ ὑπερτίμησις, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ σώσῃ ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν πομπωδῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέπτυξε περὶ τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως, αὐτὴ ἐξ ἀνάγκης φέρει καὶ τὴν ὑπερτίμησιν ὅλων τῶν ἄλλων εἰδῶν. Καὶ τί συμβαίνει σήμερον; Ἐὰν συνεζητοῦμεν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, ἠδύναντο νὰ ἀντιταχθῶσιν αἱ θεωρίαι, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος εἰσὶ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐξελέγχουσι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ καταδεικνύουσιν ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ ἀσύμφορον αὐτοῦ. Ἡ κερδοσκοπία, ἡ ὁποία ἐκμεταλλεύεται πᾶσαν περίστασιν, ἐξελέξατο καὶ ταύτην, διὰ νὰ προσπορισθῇ ὠφέλειαν· καὶ τί ἐγένετο, κύριοι; ὁ τεχνίτης, ὁ ἐργάτης, ὁ ὑπηρέτης, ὁ καταναλίσκων τὸν μισθόν του κατὰ δεκάρας, εὐθὺς ἅμα ἐφηρμόσθη τὸ νομισματικὸν σύστημα, προσελθὼν εἰς τὸν προϊστάμενόν του, ἀπῄτησε νὰ πληρώνηται μὲ νέον νόμισμα, ἀφοῦ εἰς νέον νόμισμα πληρώνει ὅ,τι πρὶν ἐπλήρωνε μὲ παλαιὸν, καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ βιομηχανικοῦ καταστήματος, ὁ καταστηματάρχης, ὁ ἔμπορος κλπ. ὑπεχρεώθησαν ν’ αὐξήσωσι τοὺς μισθοὺς, αὐτοὶ δὲ νὰ αὐξήσωσι τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων, ὅπου δὲ ἐπέμενον, ἐγεννήθησαν ἀπεργίαι. Ἂς περιέλθῃ τις τὴν ἀγορὰν, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ μὲ πόσην εὐφράδειαν οἱ ἔμποροι ζητοῦσι περισσότερα φέροντες ἐπιχειρήματα ἀκατάβλητα, ὅπως σᾶς πείσωσιν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ὑπερτιμήσωσι πάντα τὰ εἴδη. Ἀφοῦ δὲ οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἐπήνεγκεν ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος καὶ οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ αὐτὴν, καὶ ἀφοῦ οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐκλείψῃ ἡ ζημία καὶ ἀνωμαλία, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος, μέχρις οὗ ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία;
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποστηρίζετε τὴν ἀναβολήν;
§75ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὴν ἀνάκλησιν.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ Νόμου ἢ ἄλλως πως; ἢ ἐκφράζετε εὐχήν;
§77ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπεβλήθη εὐχὴ, ὅπως ἀρθῇ τὸ κακὸν καὶ ἡ ζημία, ἡ ὁποία ἐπῆλθε διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἠρώτησε προηγουμένως, ἂν αἱ Τράπεζαι ὠφελῶνται ἢ βλάπτωνται ἐκ τοῦ Νόμου τούτου, καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν ἐσεβάσθησαν τὸν Νόμον, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν ἐν ἐνεργείᾳ ἡ Κυβέρνησις.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι φαίνεται, ὅτι ὁ Νόμος τὰς ἐζημίωνε, καὶ διὰ τοῦτο παρεβίασαν τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου.
§79ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Κύριοι, αἱ Τράπεζαι ἐργάζονται καὶ μὲ ξένα κεφάλαια, αἱ Τράπεζαι εἰσὶ καὶ ὀφειλέται· πρέπει νὰ γείνῃ λοιπὸν λογαριασμὸς πόσα ἔχει νὰ λάβῃ καὶ νὰ δώσῃ ἡ Τράπεζα, ἵνα ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ζημιοῦται.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ἡ Τράπεζα ἔχει νὰ λαμβάνῃ περισσότερα· ἄλλως, θὰ ἦτο εἰς πτώχευσιν.
§81ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κύριος Δραγούμης, εἶναι ἀληθὲς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Τράπεζα δὲν ἐφήρμωσε τὴν διατίμησιν τοῦ Νόμου, ἀλλὰ λογαριάζει μὲ τὴν ἀναλογίαν 100 πρὸς 112, καὶ οὕτω δὲν ζημιοῦται.
§82ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· ἐγὼ ἐπλήρωσα χθὲς εἰς τὴν Τράπεζαν μὲ τὸ 89.
§83ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, κατέκρινα τὸν Νόμον ὡς λῃστρικὸν, δὲν ἔκαμα διάκρισιν μεταξὺ Τραπέζης καὶ πολίτου, καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ καθὼς ἀπαιτοῦμεν νὰ ἦναι σεβαστὴ ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν, οὕτω πρέπει νὰ ἦναι σεβαστὴ καὶ ἡ περιουσία τῆς Τραπέζης, ἥτις ὡσαύτως εἶναι περιουσία πολιτῶν.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον ἁπλῶς, διότι κατηγορήσατε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε παρὰ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης.
§85ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· ὅσοι δὲ τὸ εἶπον, ἀνέφερον καὶ πῶς ὠφελήθη, τὸ εἶπον δὲ λαλοῦντες περὶ τοῦ φορολογικοῦ σας οἰκοδομήματος.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν κλασμάτων.
§87ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἔλλειψις τῆς Κυβερνήσεως.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀντὶ νὰ ἐκφράζητε εὐχὰς, καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐφέρατε μίαν πρότασιν Νόμου.
§89ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἄν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐρωτήσῃ οὐχὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλὰ τοὺς φίλους του, ἤθελον ἴσως τῷ ὑποδείξει τὴν ἔλλειψιν ταύτην.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἴσα εἶναι τὰ δικαιώματα.
§91ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Σεῖς διευθύνετε τὴν Βουλὴν, καὶ ὁμολογεῖτε τὴν ἔλλειψίν σας. Τοιοῦτον, κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον κατακρίνει ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ τοῦ ὁποίου τὴν διόρθωσιν ἐπιζητεῖ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει δὲ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου, δὲν ὑπάρχει λόγος, ὃν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς δικαιολόγησίν της, καὶ εἰς τοιαύτην θέσιν εὑρεθεὶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν συνήθειάν του, ἐξέδραμεν ἐπὶ διάφορα ἀντικείμενα, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, ὅπως ματαιώσῃ τὰς ἐντυπώσεις ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κατέφυγεν εἰς τὰ συνήθη προσωπικὰ ζητήματα. Εἶναι τέχνη ῥητορική. Στενοχωρούμενος ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἀνεπτύχθησαν κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, κατὰ τοῦ ἔργου του, διὰ τῶν προσωπικῶν ζητημάτων προσεπάθησε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὴν παρασύρῃ εἰς ξένα ζητήματα, προσεπάθησε νὰ ἐξεγείρῃ τὴν ὀργήν· ὁ ἐν ὀργῇ εὑρισκόμενος δὲν κρίνει, δὲν σκέπτεται, καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν συμφέρει οὔτε ἡ κρίσις, οὔτε ἡ σκέψις τῆς Βουλῆς. Τί σχέσιν ἔχει τὸ νομισματικὸν σύστημα μὲ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ; Δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι σπουδαίως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέθεσεν, ὅτι, ῥίπτων τὸν νόμον, ἠδύνατο νὰ αὐξήσῃ κατὰ 5 καὶ 6 ἑκατομμύρια τοὺς ὑπάρχοντας φόρους καὶ νὰ βαρύνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, χωρὶς οὗτος νὰ τὸ ἐννοήσῃ; Τοιοῦτόν τι δὲν δύναταί τις ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἤθελεν ἀδικήσει σπουδαίως τὴν νοημοσύνην της. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, λαλῶν περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐξύμνησε τὸν πρακτικὸν νοῦν καὶ τὴν εὐφυΐαν αὐτοῦ· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τὸν νόμον τὸν ἔῤῥιψεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ἁρπάσῃ 6 ἑκατομμύρια φόρους χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανθῇ ὁ λαός. Ἀλλὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ἐπεκαλέσθη ἡ Κυβέρνησις, πεποιθυῖα εἰς τὴν εὐχάριστον ἐντύπωσιν, ἣν θὰ προξενήσῃ, καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐκμεταλευθῇ αὐτὴν, ἀδίκως ἀποδίδουσα, ὅτι δὲν τὸ ἐπιδιώκει ἡ ἀντιπολίτευσις. Προσεπάθησε νὰ ἐμβάλῃ τὴν χαρὰν, τὴν ὁποίαν ἐπρόβλεπεν, ὅτι θὰ αἰσθανθῇ πᾶς πολίτης καὶ ὁ οἰκονομικὸς κόσμος διὰ τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἐκ τῆς χαρᾶς ταύτης παρασυρόμενος νὰ μὴ σκεφθῇ περὶ τοῦ φορολογικοῦ κατασκευάσματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει. Προσεπάθησε τέλος νὰ ματαιώσῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας δικαίως τοιαῦτα Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον προξενήσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἐμνήσθη τοῦ Χρηματιστηρίου, διότι γιγνώσκει, ὅτι αἱ περισσότεραι χρηματικαὶ περιουσίαι ἐν Ἑλλάδι εἶναι μεταβεβλημέναι εἰς χρεώγραφα τοῦ Δημοσίου. Ἀκούσατε, εἶπε πρὸς αὐτοὺς, τὰ χρεώγραφά σας ἀπὸ 50 ἔφθασαν εἰς 85· ηὔξησαν τὴν περιουσίαν σας διὰ μιᾶς, καὶ τὴν αὔξησιν ταύτην ὀφείλετε εἰς τὸ ἔργον μας, καὶ εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔργου. Ἦτον ἐξαίρετον τὸ τέχνασμα καὶ πρόσφορον διὰ νὰ δελεασθῶσι τὰ πνεύματα καὶ νὰ ὑποδειχθῇ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, καὶ τί ἀναμένουν, ἐὰν αὕτη ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶσα. Καὶ ὅμως, κύριοι, τολμοῦν νὰ ἀποδίδωσιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἔρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἁπλῶς, ἵνα δημοκοπήσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, ποίαν σχέσιν ἔχουν τὰ Χρηματιστήρια, καὶ τὸ συνάλλαγμα μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος; Βεβαίως τὸ Κράτος εἶναι ὀφειλέτης, καὶ ὡς τοιοῦτος ὅταν τὰ οἰκονομικά του εὑρίσκωνται εἰς καλὴν κατάστασιν, ἐμπνέει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ τὰ Χρηματιστήρια κινοῦνται ἆρά γε ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν; τὰ Χρηματιστήρια ἀναβιβάζουν καὶ καταβιβάζουν τὰς τιμὰς τῶν χρεωγράφων, σκεπτόμενα διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ; καὶ τὰ τοιαῦτα παιγνίδια αὐξάνουν τὸν πλοῦτον τῶν πολιτῶν; Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐργασία τῶν ἐπιτηδείων, οἵτινες μεταχειρίζονται τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως καὶ πᾶν ἄλλο μέσον διὰ νὰ κερδοσκοπήσωσι καὶ ἐκμεταλλευθῶσι τοὺς ἁπλουστέρους. Δὲν εἶναι νέα ἡ ἱστορία τῶν Χρηματιστηρίων, καὶ ἐπεθύμουν οἱ Κυβερνῆται τοῦ τόπου μου νὰ ἀπέχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀπὸ τῶν χρηματιστικῶν ἰδεῶν, ἐπεθύμουν ὅσον τὸ δυνατὸν πρὸς τὰς Σειρῆνας τῶν Χρηματιστηρίων καὶ τὰ οἰκονομολογικὰ σχέδιά των νὰ φράττωσι τὸ οὖς, διότι τοὺς πλησιάζουσι διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸν τόπον. Πατρὶς δι’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει. Πατρὶς εἶναι τὸ Χρηματιστήριον καὶ πατριωτισμὸς τὸ χρῆμα. (Εὖγε, εὖγε ἐκ δεξιῶν). Διατί, κύριε ὑπουργὲ, ὑπετιμήθησαν τὰ χρεώγραφα;
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐκφωνεῖτε.
§93ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, ἡ Κυβέρνησις παρεστάθη πλειοψηφοῦσα. Ἔχετε τὴν φωνὴν τῶν φίλων σας, ὅτι θὰ ὑποστηρίξουν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅλα τὰ μέτρα. Ὑπετιμήθησαν, διότι αὔριον θὰ θελήσωσι νὰ τὰ ὑπερτιμήσωσι πάλιν δι’ ἄλλων διαδόσεων καὶ νὰ ἔχωσι νέα κέρδη· ἐν τῇ διαφορᾷ ταύτῃ ἐπιδιώκεται τὸ κέρδος, καὶ εἰς ταύτην συλλαμβάνεται τὸ πλῆθος παρὰ τῶν ἐπιτηδείων.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸν πράκτορα τοῦ Χαβᾶς ἐδῶ μέσα, τί τηλεγράφημα ἔστειλε κατ’ αὐτάς; Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πίπτει· ὥστε ἰδοὺ ὁ λόγος τῆς ἐκπτώσεως.
§95ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συμφωνεῖτε μὲ ὅ,τι εἶπον, ὅτι οἱ ἐπιτήδειοι τοῦ Χρηματιστηρίου ὠφελοῦνται ἀπὸ πᾶσαν περίστασιν καὶ ἐκμεταλλεύονται καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς λόγους της, σήμερον μὲν κηρύττοντες τὸ θαῦμα τοῦ ἰσοζυγίου, αὔριον δὲ ἀποκαλύπτοντες τὸ παράλογον τῶν οἰκονομικῶν σας μέτρων (διάλογος μεταξὺ Ῥάλλη καὶ ἀγορεύοντος). Ἀλλὰ ποῖα τέλος τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ φέρωσι ταῦτα τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ δὲν γίνεται ἐνταῦθα ἡ παραγνώρισις τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν φόρων δὲν παρακολουθεῖται ἀναλόγως καὶ πάντοτε ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων; Δὲν ἀγνοεῖ τὰ τοιαῦτα ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι, ὅταν ἔκαμε τὸν λογαριασμόν του, ἐν πεποιθήσει εἶπεν, ὅτι τόσα προσθέτω, τόσα θὰ ἔχω, καὶ ἰδοὺ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἆρά γε ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον; ἀνθίσταται ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἐπίτευξιν αὐτοῦ; Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λαλῶν ἐπὶ τούτου, εἶπε: μὴ τάχα τὸ ἔλλειμμα εἶναι νέον; καὶ πῶς δὲν ἐφροντίσατε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκυβερνήσατε τὸν τόπον πρότερον, νὰ φέρητε τὸ ἰσοζύγιον; Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ νέα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπροτάθησαν καὶ ἀπὸ τοὺς κατὰ καιρὸν κυβερνήσαντας τὸν τόπον; καὶ ἐπροτάθησαν διὰ νὰ αὐξήσωσι τὰς προσόδους· ἡ δὲ αὔξησις δὲν σκοπεῖ τὸ ἰσοζύγιον; Δυστυχῶς ὅμως ταῦτα ἐπολεμήθησαν παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τότε δὲ ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐπολεμήθησαν δεινῶς· ἐὰν τοὐλάχιστον ἤθελον ὑποβληθῆ ὡς εἶχον ἀρχικῶς ὑποβληθῆ, ἡ θέσις τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο πολὺ διάφορος· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τοῦτο (θόρυβος). Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν οἴνων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβάλλει ἔμμεσον φόρον, ἤτοι φόρον καταναλώσεως, ἀλλ’ ἄμεσον, φορολογεῖ ἀπ’ εὐθείας τὸν παραγωγόν· τί δὲ μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος; ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἀσάφειά τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ διορθωθῇ· ἀλλὰ, κύριε ὑπουργὲ, δὲν πρόκειται περὶ ἀσαφείας· ἂν θελήσητε νὰ τὸ διορθώσητε, ὀφείλετε νὰ τὸ ἐγκαταλείψητε. Τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ νομοσχεδίου ἀληθῶς δίδει τὸν ὁρισμὸν αὐτοῦ, καὶ πράγματι ἐκεῖ θὰ εὕρωμεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ νὰ φορολογήσῃ τὸν πωλούμενον οἶνον· τί συμβαίνει ὅμως παρακατιόν; ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπουν ἢ πῶς νὰ ἀσφαλίσουν τὴν φορολογίαν τοῦ οἴνου εἰς τὰς χεῖρας τοῦ παραγωγοῦ, εἴτε καταναλωθῇ παρ’ αὐτοῦ, εἴτε μὴ, εἴτε πωληθῇ, εἴτε χαλάσῃ. Τὸ ἄρθρον 4ον ὑποχρεοῖ τὸν παραγωγὸν μέχρι τέλους τὸ πολὺ Ὀκτωβρίου νὰ δηλοῖ πόσας ὀκάδας οἴνου ἔχει εἰς τὴν ἀποθήκην του, πόσα ἀγγεῖα, τί χρῶμα, τὴν ὁδὸν, τὸ εἶδος τῆς οἰκοδομῆς κτλ. Τὸ ἄρθρον 7ον ὁρίζει, ὅτι ἡ δήλωσις ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητον ὑποχρέωσιν κατὰ τοῦ προτάγοντος ταύτην ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ δηλωθέντος ποσοῦ. Τὸ ἄρθρον 14ον ἀφίνει ἐλεύθερον δικαιώματος εἰς τὸν ἀμπελοκτήμονα ἐκ τοῦ οἴνου, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν εἰς τὰς ἀποθήκας του καὶ πρὸς χρῆσίν του, μόνον 500 ὀκάδας· τὸ δὲ ἄρθρον 15 ὁρίζει τὰς ἐποχὰς τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, ἤτοι τὸν Φεβρουάριον, Μάρτιον κτλ. κατὰ τὸ φορολογητέον ποσόν· τὸ ἄρθρον 16 κανονίζει τὸν τόκον ἐν ἐλλείψει πληρωμῆς. Τὸ δὲ ἄρθρον 17ον ἀπαγορεύει πᾶσαν μεταφορὰν πρὸ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου. Διὰ τοιούτου Νομοσχεδίου φορολογεῖτε, κ. Ὑπουργὲ, τὸν πωλούμενον οἶνον, ἢ τὸν παραγόμενον; εἶναι φόρος καταναλώσεως ὁ ἐπιβαλλόμενος ἢ ἔγγειος;
§96ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔγγειος φόρος. Ἐξηγήθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§97ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν· ἠκούσατε, ὅτι ὑπάρχει προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ δηλώσας ὀφείλει νὰ πληρώσῃ τὸ δηλωθὲν, ὅτι ὑπάρχει ἑτέρα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ δηλωθέντος δὲν ἐξαιροῦνται παρὰ 500 ὀκάδες. Δὲν χρήζει ὅθεν σαφηνείας καὶ μεταῤῥυθμίσεως, ἀλλὰ ἐγκαταλείψεως. Καὶ εἰλικρινῶς, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον τοσοῦτον εἶναι ἐπιβλαβὲς, ὥστε δὲν δύναται νὰ γείνῃ παραδεκτὸν ὑπὸ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, χωρὶς οὗτοι νὰ ἀποφασίσωσι τὴν καταστροφὴν τῆς ἀμπελοφυτείας ἐν τῷ τόπῳ· διότι 5 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς εἰς πολλὰ μέρη, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ οἴνου, ὅστις παρ’ ἡμῖν παρέχει πεντήκοντα τοῖς ἑκατὸν πιθανότητα ἐπιτυχίας, ἀποκαθιστᾷ τὸν ἀμπελοκτήμονα χρεώστην πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τὴν ἄμπελον τὸ χρέος. Ἕτερον Νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ· πολλὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τούτου καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν, μνημονεύω μόνον, ὅτι σήμερον ἔλαβον ἔκθεσιν τῶν καπνεμπόρων Σύρου, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουν ὁποία σπουδαιοτάτη ζημία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ τοιούτου Νομοσχεδίου, καὶ τὴν μελέτην αὐτῆς συνιστῶ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ ἐπιστήσω μόνον τὴν προσοχήν της εἰς μίαν διάταξιν τοῦ Νομοσχεδίου, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ δὲν ἐπεκράτησεν ἡ δέουσα μελέτη. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὑποχρεοῦται ὁ θέλων νὰ κόψῃ καπνὸν νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὸ ἐργοστάσιον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸν ἀφήσῃ ἐκεῖ βεβρεγμένον καὶ νὰ περιμείνῃ νὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του, διὰ νὰ κοπῇ. Τὸ περίεργον δ’ εἶναι, ὅτι καπνέμποροι δὲν δικαιοῦνται νὰ παρακολουθῶσι τὸ ἐμπόρευμά των καὶ νὰ ἐπιτηρῶσι τὴν τοιαύτην ἐργασίαν. Ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ὅτι δύνανται ἀπὸ κοινοῦ νὰ διορίσουν ἀντιπρόσωπον, καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας νὰ διορίσῃ ἡ ἀνωτέρα Δικαστικὴ Ἀρχὴ τοῦ τόπου. Λοιπὸν εἰς Ἀθήνας ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου θὰ ἦναι ἀντιπρόσωπος τῶν καπνοπωλῶν καὶ θὰ ἐπιστατῇ τὴν ἐργασίαν τῆς κόψεως τοῦ καπνοῦ;
§98ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν θὰ ὑπάγῃ ὁ ἴδιος· θὰ διορίσῃ ἕνα.
§99ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ εἶναι ἁρμοδία ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ εὕρῃ κατάλληλον ἄνθρωπον δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν; Κύριοι, ὑπέβαλον νῦν παρατηρήσεις τινὰς ἐν ὀλίγοις, διότι βεβαίως θὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων. Ἀλλὰ, κύριοι, προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν τὰ βάρη εἰς τὸν τόπον, ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὰ σύστημα, ὅπερ ἐφήρμωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅπερ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμώσῃ πᾶς τις, ὅστις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ βαπτισθῇ οἰκονομολόγος. Αὔξησις φόρων, αὔξησις ἐσόδων, καὶ ἰδοὺ τὸ ἰσοζύγιον. Οὕτω σκέπτονται οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ἔχουν ἐνώπιόν των ἓν Κράτος, ὅπερ εἰσέτι εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναπτύξεως, καθόσον ἀφορᾷ τὴν βιομηχανίαν καὶ τὴν γεωργίαν, καὶ δὲν ὀφείλουν, ὡς ὑπεστήριξαν οἱ προλαλήσαντες, ν’ ἀρχίσουν ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ὑπάρχοντος τοιούτου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ χάσματος; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ταῦτα ἀντιτάσσει τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ τοιαύτην ἐννοεῖ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δημοσίων θέσεων καὶ τὴν πληθὺν τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τίς δὲν γινώσκει ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἡ πληθὺς τῶν ὑπαλλήλων φέρει τὴν παραλυσίαν τῆς ὑπηρεσίας, διότι ὅπου οἱ περιττοὶ, ἐκεῖ καὶ οἱ φυγόπονοι, καὶ οἱ διοριζόμενοι διὰ τὸν μισθὸν καὶ μόνον, καὶ ἐκεῖνοι, ὧν ὁ διορισμὸς πρὸ ὀλίγου ἐπροκάλεσε τὰς ἐπερωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἰθάκης! Ἡ δὲ πληθὺς οὐ μόνον διευκολύνει τὴν εἰσβολὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν φυγοπόνων καὶ μὴ ἐργαζομένων, ἀλλὰ παραλύει καὶ τὴν διάθεσιν τῶν ἐργαζομένων. Ὅταν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν, συνηντήθην μὲ Ἀρειοπαγίτην, διακρινόμενον μεταξὺ τῶν συναδέλφων του, συνηντήθην μάλιστα συνοδευόμενος ὑπὸ φίλου μου, εὑρισκομένου νῦν ἐν τῇ Βουλῇ, καί, ἐλθόντος τοῦ λόγου, μᾶς εἶπε: σφάλλετε, ἂν νομίζητε, ὅτι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ θὰ βελτιώσητε τὴν ὑπηρεσίαν καὶ θὰ καταστήσητε τὸν Ἄρειον Πάγον ἐνήμερον· ἀλλοῦ πρέπει ν’ ἀνατρέξητε πρὸς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα κατέδειξαν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκεῖνος ἀνὴρ εἶχε δίκαιον. Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς, ὅστις φέρει τὴν διόρθωσιν, εἶναι οἱ κατάλληλοι διορισμοὶ τῶν καταλλήλων προσώπων, συνοδευόμενοι μὲ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τινῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν ἀνταμοιβὴν τῶν ἐργαζομένων· τοιουτοτρόπως δὲ δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμός. Ἡ Κυβέρνησις μέμφεται τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι δὲν ὑποβάλλει τὰ μέτρα τῆς οἰκονομίας, καὶ τοῦτο εἶναι ἀρκετὰ παράδοξον. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀκολουθοῦσα τὰ ἴχνη τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔχει ἢ νὰ εἴπῃ: λάβε, κύριε Πρωθυπουργὲ, τὸν Προϋπολογισμὸν, ὃν ὑπεβάλετε τὸ 80, προσθέσατε τὰς νέας δαπάνας, ἃς προκαλοῦν αἱ νέαι ἐπαρχίαι, καὶ ἀπὸ τοῦδε ἐστὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἦναι ἀσπαστός. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δικαιολογῶν δῆθεν τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀρνηθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπεστήριξε μὲ τόσον σθένος πρὸ ὀλίγου ἔτι, παρετήρησεν, ὅτι δὲν ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς ὅ,τι λέγουν οἱ πολιτευόμενοι, εἴτε εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν· δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰς προτέρας αὐτῶν ὑποσχέσεις, οὔτε εἰς τὰ προγράμματά των. Ἐννοῶ κἄπως τὸ τοιοῦτον, ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐννοῶ, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, στενοχωρούμενος, ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ πολεμήσῃ μετὰ καὶ ἄνευ τῶν Δυνάμεων, χωρὶς νὰ εἶχε σκοπὸν νὰ τὸ πράξῃ, διότι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἴσως ἐπέβαλλον τοῦτο. Ἀλλὰ, προκειμένου παρὶ ἐσωτερικῶν καὶ οἰκονομολογικῶν ζητημάτων, ὅταν ἔρχεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ἀρνῆται ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπεστήριξε πρὸ 1 καὶ ½ ἔτους, εἶναι δικαιολογημένος; ἢ τοὐλάχιστον δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπεχρεώθη νὰ ἐγκαταλείψῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐθεώρει σωτήριον διὰ τὸ Κράτος; Καὶ εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ ἀναφέρω ἐκ τῶν πρακτικῶν τοὺς λόγους, οὓς τότε ἐπεκαλεῖτο, διὰ νὰ ἴδητε μὲ πόσον μελανὰ χρώματα περιέγραψε τὰ πράγματα, καὶ τὸν δυστυχῆ ἐργάτην καὶ μικρὸν ἰδιοκτήτην καὶ χωρικὸν, πιεζομένους ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων. Σήμερον ὅμως δὲν πιέζεται, ὅτε πρόκειται νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους φορτώνωμεν κυρίως εἰς τὴν ράχην του! Ἀλλὰ βεβαίως διὰ τῶν οἰκονομιῶν δὲν θὰ κατορθώσωμεν τὸ ἰσοζύγιον· θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς φόρους. Ἀλλὰ μὴ ὁ λαὸς ἀρνῆται τοὺς φόρους, μὴ δὲν ἦναι ἕτοιμος νὰ ὑποστῇ πᾶσαν θυσίαν, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ τί ἐπικαλεῖται ὁ ἀτυχής; ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἕκαστος πολίτης συνεισφέρει ἀναλόγως τῆς περιουσίας του· καὶ εἰς τοῦτο κυρίως ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποβλέψῃ, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβάλῃ φόρους. Ἂν ἠκολούθει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἤθελε στραφῆ οὔτε εἰς τὰς ἀμπέλους, οὔτε εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, οὔτε εἰς τοὺς λέβητας τῶν χωρικῶν. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔλεγε: τί ὑποβάλλετε σεῖς; Ἔχομεν ἐνώπιόν μας, κύριοι, τὴν ἐργασίαν, τοὺς κόπους, τὴν σοφίαν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τ’ ἀπομιμούμεθα, ἀλλὰ καταφεύγομεν εἰς τὴν routine, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο, θέλοντες νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα. Ὑπάρχει, κύριοι, γεῖτον Ἔθνος, ὃ εὑρέθη εἰς τὰς αὐτὰς περιστάσεις καὶ εἰργάσθη ὡς ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἐργασθῶμεν, καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι ἡ Ἰταλία. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπεχρεώθησαν νὰ ἐπιβάλουν φόρους βαρυτάτους, διὰ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλ’ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πᾶς φόρος ἄνισος καὶ δυσανάλογος ἀποκρούεται παρὰ τοῦ Ἔθνους.
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔφερε τὰ ἄλετρα, ἔφερε τὸν φόρον τοῦ ἀλέτρου.
§101ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ πρώτη ἰδέα, ἥτις ἦλθεν εἰς τοὺς κυβερνήτας τῆς Ἰταλίας, ἦν ἡ φορολογία τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν προσόδων τῶν κεφαλαίων. Ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις, ἂν πρέπῃ νὰ φορολογηθῇ πᾶσα πρόσοδος ἢ μόνη ἡ πρόσοδος τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ἡμεῖς τί πράττομεν, φορολογοῦντες τὰ ζῶα, τὸ ἔλαιον, κτλ; δὲν φορολογοῦμεν τὰς προσόδους τῶν κεφαλαίων, ἅπερ μετετράπησαν εἰς σταφιδαμπέλους, εἰς ἐλαιόδενδρα, εἰς κτήνη καὶ τὰ λοιπά; Διατί αὐτὴν τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, ἃ μένουν σταθερῶς εἰς χεῖρας τῶν κεφαλαιούχων ὡς κινητὰ, αὐξάνοντα μάλιστα, χωρὶς νὰ ὑπάγωνται εἰς φορολογίαν; Ἀπεκρούσθη μὲν ὁ φόρος παρὰ τῆς Ἰταλικῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν κεφαλαίων, διότι ἐσκέφθησαν, ὅτι τὰ Κράτη ἔχουν ἀνάγκην ἀεννάως ν’ ἀντλῶσι πρὸς διατήρησίν των, ἀντλοῦντες δὲ ἐκ τῶν κεφαλαίων φέρουσιν ἐπὶ τέλους τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν, καὶ ἠσπάσθησαν τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν κεφαλαίων, καὶ ἐψηφίσθη ὁ Νόμος, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται 12% ἐπὶ τῶν προσόδων τῶν κινητῶν κεφαλαίων. Ὅτε ἐσυζητεῖτο ὁ Νόμος αὐτὸς, ἐμνήσθησάν τινες τῶν ῥητόρων τῶν λόγων τοῦ Γκιζώ, ὅστις ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν ἦτο πολέμιος τῆς τοιαύτης φορολογίας, ὡς παρεχούσης ὅπλα λίαν φιλελεύθερα εἰς τὴν δημοκρατίαν, τῶν ὁποίων τὴν κατάχρησιν φοβούμενος ἐσυμβούλευε τὴν ἀπαγόρευσιν. Ἀλλ’ ὁ Κρίσπης, ὑπερμαχῶν τοῦ φόρου, εἶπεν: «Ὁ ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν κεφαλαίων φόρος ὑπῆρξε πάντοτε ἡ βάσις τῶν ἐλευθέρων Κυβερνήσεων. Ὁ φόρος οὗτος ἀναφαίνεται κατόπιν πάσης τοῦ λαοῦ ἀναστάσεως καὶ θριάμβου τῶν δημοκρατικῶν ἰδεῶν. Τὸ φαινόμενον τοῦτο νομιμοποιεῖ τὸν φόρον ἐπὶ τῆς προσόδου τῶν κινητῶν κεφαλαίων, ὅστις ἐπιστρέφει πάντοτε μετὰ τῆς ἐλευθερίας». Δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν ἐπιβάλλεται παρὰ τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν Νόμου ἡ τοιαύτη φορολογία; Φορολογεῖται ὁ κεφαλαιοῦχος, ὁ ἔχων πρόσοδον 100 χιλιάδων δραχμῶν, ὡς φορολογεῖται ὁ πτωχοϊδιοκτήτης, ὁ γεωργός; Σήμερον οἱ πολῖται ἐξεγείρονται ἆρά γε κατὰ τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει φόρους, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ἰσοζύγιον; ὄχι· τὸ ἔθνος ἐξεγείρεται κατὰ τῶν φόρων, διότι θεωρεῖ, ὅτι ἀδίκως πρόκειται νὰ φορολογηθῇ, διότι βλέπει τὰ κεφάλαια τὰ χρηματικὰ νὰ μὴ φορολογῶνται, ἐνῷ τὰ ἰδικά του φορολογοῦνται πρὸς 10, καὶ 12%. Εἰσὶ καὶ κεφάλαια, ἅπερ φορολογοῦνται κατὰ 25 καὶ 30%, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, συζητῶν ἐπὶ τῆς δεκάτης καὶ συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς καταργήσεώς της, ἔλεγε καὶ δικαίως, ὅτι τὸ 7% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἀναλογεῖ πρὸς 25 ἐπὶ τῆς καθαρᾶς. Καὶ ὅμως οἱ πλεῖστοι φόροι δὲν πληρώνονται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου; Διατί λοιπὸν νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν φόρους εἰς τὰ κινητὰ κεφάλαια ἀναλόγως τῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων; Διατί νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας, ὅπου, εὑρεθέντες εἰς ἣν θέσιν καὶ ἡμεῖς, ἐσκέφθησαν τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων νὰ μὴ τοὺς θίξουν, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλωσιν ὁμοίους φόρους ἐπὶ τῆς κινητῆς περιουσίας; Ἀλλ’ ἔχομεν Νόμον ἕτοιμον, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ μελετήσωμεν τὸν Νόμον αὐτὸν καὶ νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ τὰς περιστάσεις. Τοῦτο μόνον ἀπαιτοῦμεν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πολὺ κακῶς φέρει ὡς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν πρὸς δικαιολόγησιν τῶν μέτρων του, συμπαραβάλλων τὰ ἐργοστάσια τῶν μεγαλοπόλεων τῆς Ἀγγλίας μὲ τὰ ῥακοκάζανα τῶν χωρίων μας καὶ ἐφαρμόζων τοὺς αὐτοὺς κανόνας εἰς τὴν ἐπαλήθευσιν τῆς σούμας, τὴν ὁποίαν ἐξάγει ὁ χωρικὸς ἀπὸ τὰ τσίπουρά του καὶ πίνει τὸν χειμῶνα, μὲ τὴν παραγωγὴν τῶν οἰνοπνευμάτων τῶν τοιούτων καταστημάτων. Λάβετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Ὑπουργοὶ, τί ἔπραξεν ἡ Ἰταλία· λάβετε ὑπ’ ὄψιν κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅ,τι ἔπραξε, καὶ θὰ εὕρητε σύστημα πλῆρες φορολογίας, ὅπερ δύναται ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν περισσότερον τὰς ἐργατικὰς τάξεις καὶ τὴν γεωργίαν, αἵτινες μετὰ μόχθου καὶ στερήσεων βαστάζουσι τὰ ὑπάρχοντα βάρη.
§102Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπιθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον μετὰ ἀπάντησίν τινος ἐκ τῶν συμπολιτευομένων Βουλευτῶν πρὸς τὰς ὀρθὰς παρατηρήσεις τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμεῖτε νὰ τελειώσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον, ἄνευ ἀπαντήσεως. Μετ’ ἐκπλήξεως παρετήρησα, κύριοι, ὅτι εἰς τὸ ἁπλούστατον ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν συζητούμενον ζήτημα περὶ τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ὅπερ ἐγέννησαν παρατηρήσεις τινὲς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπεδόθη πολιτικὴ χροιὰ ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι λίαν ἀτόπως καὶ κακῶς ἔπραξεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, λαβὼν ἀφορμὴν ἐκ τῆς εἰλικρινοῦς προτάσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅπως φέρῃ εἰς τὸ μέσον τοσοῦτον προώρως ζήτημα ὑπουργικὸν καὶ προκαλέσῃ πολιτικὸν ἀγῶνα. Συνήθως, κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης τίθενται οὐχὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ μέχρις οὗ τὰ ζητήματα ταῦτα τεθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θεωρεῖται ἡ ὑπάρχουσα Κυβέρνησις ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ὅταν δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις, σταθμίζουσα καὶ ἐκτιμῶσα τὰς περιστάσεις καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν σπουδαιότητα, ἀποφεύγῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἂν ἔχῃ βεβαιότητα, ὅτι θέλει καταγάγει μέγαν θρίαμβον κοινοβουλευτικὸν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ περιμένῃ ἀξιοπρεπῶς καὶ ἀταράχως τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τούτου ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Σήμερον, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν μόνον ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ εἰς τὸν τόπον ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος συμφώνως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως διερμηνευομένην ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας· ἡ δὲ διαφωνία μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εἶναι τοσοῦτον μεγάλη, ὅπως προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης· διότι, ὑπάρχοντος νόμου τοῦ Κράτους καὶ προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἡ διαφωνία μόνον ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως, ἡ δὲ κυρία βάσις, αὐτὸς ὁ νόμος, μένει ἀκλόνητος. Εὐχῆς ἑπομένως ἔργον θὰ ἦτο νὰ μὴ δοθῇ τοιαύτη διάστασις εἰς τὴν ὑπάρχουσαν διαφωνίαν, ἀλλὰ πάντες νὰ συσκεφθῶμεν ἐνταῦθα ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως κατὰ πόσον αἱ ἐκφρασθεῖσαι ὑπὸ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπιθυμίαι περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος συμβιβάζονται πρὸς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ τόπου, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον κανονικὸν ὀργανισμὸν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων· ἡ δὲ ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης ψηφοφορία νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θέλει γείνει εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, ἅτινα προδήλως συνδέονται μετὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῶν ἑπομένως συζήτησις συνεπάγεται ὡς ἀναγκαῖον πόρισμα τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς ἔκφρασιν ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναί τι κατεπεῖγον, εἶναί τι ἀπροσδόκητον, ὅπερ βιάζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ τοσοῦτον ἐντόνως καὶ προώρως ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῆς Βουλῆς; Μὴ τυχὸν μέγας τις ἐθνικὸς κίνδυνος ἀπειλεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἢ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς λέγει: ἐνισχύσατέ με διὰ παντὸς τρόπου καὶ διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν, ὅπως ἀποφύγω τὸν ἐπικείμενον μέγαν ἐθνικὸν κίνδυνον; Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν ἐγένετο, κύριοι, ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, ἥτις, κατὰ τὸ ἐπικρατῆσαν παρ’ ἡμῖν ἔθιμον, θεωρεῖται ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα, καὶ πλειονοψηφία εἴκοσι ψήφων ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ ὑποψηφίου. Πρὸς τί λοιπὸν ὁ ζῆλος ὑμῶν ὑπὲρ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ἐκφράσεως νέας ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Καὶ δὲν ἐμφαίνει ἆρά γε τοῦτο πρόδηλον κατάχρησιν τῆς δυνάμεως τῆς πλειονοψηφίας; Ἡ ἐπανάληψις, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶναι ρητορικὸν σχῆμα, οὗτινος ὅμως ἀγνοῶ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν ἐν ταῖς πράξεσι τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, κύριοι, ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολὴν τοῦ Ὑπουργικοῦ ζητήματος, καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι ὁ ἑξῆς· ὑπάρχουσι ζητήματα, ἐν οἷς αἱ ψῆφοι ἡμῶν θέλουσι διαιρεθῆ, ἐν οἷς ἴσως μὲν ἴδωμεν καί τινας Βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως συντασσομένους μετὰ τῆς Ὑπουργικῆς φάλαγγος, ἀλλὰ βεβαίως, βεβαιότατα, θέλομεν ἰδεῖ πολλοὺς ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως ἀσπαζομένους τὴν ὀρθὴν γνώμην τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τοιαῦτα δὲ ζητήματα εἶναι τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια· καὶ ὁ λόγος οὗτος μὲ πείθει, ὅπως ἐπιμείνω εἰς τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅπερ ἤγειρεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ὑπάρχει δὲ, κύριοι, καὶ τρίτος ἐπίσης σπουδαῖος λόγος, ὅστις συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς τοῦ ὑπουργικοῦ ζητήματος. Ὁποία, κύριοι, εἶναι ἡ θέσις τῆς Βουλῆς; Ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἄνευ φειδοῦς, ἄνευ ἀποσιωπήσεως. Ἐὰν νικήσητε κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ταύτην, θέλετε κερδήσει δι’ ὀλίγων μόνον ψήφων· ἂν πάλιν ἀπολέσητε τὴν ἐξουσίαν, θέλετε ἀπολέσει αὐτὴν δι’ ἔτι ὀλιγωτέρων ψήφων, τί δὲ θέλει συμβῆ ἐντεῦθεν; Ἂν κερδήσητε δι’ ὀλίγων ψήφων, νομίζετε, ὅτι θέλετε ἐνισχυθῆ πλειότερον ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ; Ἐὰν τἀνάπαλιν οἱ ἀντίπαλοι ὑμῶν κερδήσωσι διὰ μικρᾶς πλειονοψηφίας, θέλουσι δυνηθῆ οὗτοι νὰ σχηματίσωσι Κυβέρνησιν μόνιμον καὶ διαρκῆ μετὰ τὴν ἐχθρικὴν μάλιστα διάθεσιν, ἣν δεικνύει ἡ σημερινὴ κυβερνητικὴ πλειονοψηφία, ὅπως πολεμήσῃ ἀμέσως πᾶσαν διάδοχον αὐτῆς Κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας δὲν κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου, διότι οὔτε ἐδικαιοῦτο νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἁπλῶς παρατηρήσεις τινὰς ἐν πάσῃ μετριοπαθείᾳ ἐποιήσατο ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, ἐξετάσασα τὸν σκοπὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, καὶ προτείνασα νὰ ἀποδεχθῶμεν μέτρον, ἐξυπηρετοῦν καταλληλότερον τὸν ὅλον σκοπόν. Ἀφοῦ δὲ δὲν κατηγορεῖ ὑμᾶς, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἡ ἀντιπολίτευσις, πῶς δικαιοῦσθε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχηται τὰς καθ’ ὑμῶν κατηγορίας; Πῶς δικαιολογεῖσθε νὰ καταστενοχωρήσητε τὴν Βουλὴν, λέγοντες αὐτῇ: ἐὰν μὴ ἀποῤῥίψῃς τὴν πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀποσύρομαι. Ἐλπίζω ἑπομένως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφορῶσα εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς, ἀφορῶσα εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ διατελεῖ ὁ τόπος, θέλει ἀρκεσθῆ εἰς τὰς γενομένας ἐξηγήσεις, καὶ δὲν θέλει δώσει χαρακτῆρα κομματικὸν εἰς τὴν εἰρημένην πρότασιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἡ πρέπουσα εὐκαιρία πρὸς διάκρισιν τῶν δυνάμεων τῶν κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως συζητήσεων καὶ ἐπ’ αὐτῆς καὶ μόνης προκληθῇ ὑπουργικὴ κρίσις, ἡ κοινωνία οὐδόλως ἢ κατ’ ἐλάχιστον θέλει φωτισθῇ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε Βουλευτικῶν συζητήσεων περὶ τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τε τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν πραγμάτων, καὶ περὶ τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς Κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Ἐῤῥιζώθη, κύριοι, ἐν τῇ συνειδήσει τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἑνιαία πεποίθησις, ὅτι αἱ κυβερνητικαὶ καταχρήσεις καὶ παρανομίαι ὑπερέβησαν πάντα τὰ ὅρια τῆς ὑπομονῆς καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται πλέον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαραίτητον καθῆκον, ὅπως ποιήσηται χρῆσιν τῆς ψήφου αὐτῆς πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κυβερνητικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἀρκεῖ, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ὑπουργικὴ κρίσις· διότι καὶ ἡ κοινωνία, ὡς προείπομεν, πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ ἀρκούντως, φωτιζομένη ἐκ τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ πεισθῇ ἂν δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τὸ βάρος τῆς κληρονομίας ὑμῶν, τῆς βεβαρημένης ὑπὸ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τῆς συστηματικῆς κακοδιοικήσεώς σας (γέλως ἐκ τῆς δεξιᾶς), καὶ τῆς ἐλεεινῆς καταδολιεύσεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἱκανῆς, ὅπως καὶ τὸ παρὸν βελτιώσῃ καὶ τὸ μέλλον ἐξασφαλίσῃ, τότε καὶ μόνον νὰ προβῇ εἰς ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὑπὸ κοινοβουλευτικὴν λοιπὸν ἔποψιν ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§103ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διέταξα νὰ φέρουν τὴν δικαιογραφίαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν.
§104ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι συκοφάντης. Διὰ τῆς συκοφαντίας προσπαθεῖτε νὰ διατηρήσητε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖς, δύναμαι νὰ κάμω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν: Διατί, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἐκοινοποίησας τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Ἀγαπηνοῦ; Ἐπίσης ἐπερωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διατί κατήγγειλε ψευδῶς τὸν Τσιβανόπουλον, τὸν Βουλευτὴν Κυνουρίας καὶ Διευθυντὴν τοῦ ἐνταῦθα πρακτορείου Χαβᾶς;
§105ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Διότι διαδίδετε ψεύματα.
§106ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς διαδίδετε ψεύματα (θόρυβος).
§107ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ὅταν ὁ ἀγορεύων ἀποκαλῇ τοὺς Ὑπουργοὺς συκοφάντας, τί δύναταί τις νὰ περιμένῃ πλέον;
§108ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐπειδή, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιμένει νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης μεθ’ ὅλας τὰς ἐντόνους παραστάσεις καὶ διαμαρτυρήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοῦτο θέλω ἐξετάσει ἐν συνόψει τὸ οἰκονομικὸν ὑμῶν σύστημα, κύριοι Ὑπουργοί, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι ἐξηπατήσατε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ὅτι προσεπαθήσατε διὰ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλετε, νὰ καταθλίψητε τὸν πτωχὸν λαὸν πρὸς ὠφέλειαν τῶν φίλων σας. Καὶ περὶ μὲν τοῦ χρόνου καὶ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἱκανὰ ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ πολλὰ ἐδημοσιεύθησαν διὰ τοῦ τύπου, ἅτινα κατέδειξαν τὴν ἐπιπολαιότητα, ἵνα μὴ εἴπωμέν τι βαρύτερον, μεθ’ ἧς ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις· ἡ δὲ γενομένη μακρὰ συζήτησις, εἶναι ἱκανὴ ὅπως ἐξ αὐτῆς μορφώσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἡ Βουλή. Τὰ δὲ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐρχόμενα καθ’ ἑκάστην τηλεγραφήματα, τὰ ἐξαγγέλλοντα τὴν δεινὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ὁ λαὸς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, τὰ παράπονα καὶ ἡ ἀγανάκτησις τῆς κοινωνίας, τὰ ἀτοπήματα καὶ αἱ δυσχέρειαι, αἱ γεννηθεῖσαι ἐκ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, τὰ θύματα αὐτοῦ καὶ ἡ νέκρωσις τῶν συναλλαγῶν, ταῦτα πάντα πιστεύω, ὅτι θέλουσι βαρύνει πολὺ ἐν τῇ πλάστιγι τῆς κρίσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν κατὰ τὴν προκειμένην ψηφοφορίαν. Ἐπὶ δὲ τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ συστήματος τί εὑρίσκετε; Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, διατηρεῖτε ζωηρὰν ἐν τῇ μνήμῃ ὑμῶν τὴν ὑπόσχεσιν ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θὰ περιμείνωμεν βεβαίως τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως αὐτοῦ ταύτης, ὡς θὰ περιμείνωμεν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος....
§109ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ αὐτοστιγμεὶ ἡ δικογραφία.
§110ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δύνασαι νὰ ἔλθῃς ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τὰ εἴπῃς.....
§111ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς θὰ τὰ εἴπῃ.
§112ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ τὸν ἔβαλες τὸν Εἰσαγγελέα.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς τὸν ἐβάλετε διὰ τῶν ψευδῶν τηλεγραφημάτων σας.
§114ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πρωθυπουργὸς κατήγγειλε ψευδῶς ἀνθρώπους, οἵτινες λέγουσι τὴν ἀλήθειαν καὶ διὰ τῆς ἀληθείας ἀνῄρεσαν τὰς ψευδολογίας αὐτοῦ. Εἶσθε συκοφάνται· διὰ τῆς συκοφαντίας ἠνδρώθητε ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ δι’ αὐτῆς ἐκτήσασθε τὴν φαινομένην ἀριθμητικὴν ὑμῶν δύναμιν· διὰ τῆς συκοφαντίας νομίζετε ἐκ πλάνης, ὅτι δύνασθε νὰ ἀναχαιτίσητε τὴν δύναμιν τῆς ἀληθείας καὶ τὴν ὁρμὴν τοῦ χειμάῤῥου, τοῦ ἀπειλοῦντος τὴν καταστροφὴν τοῦ ὀλεθρίου ὑμῶν κυβερνητικοῦ συστήματος. Ἐπὶ τοῦ μετώπου ὑμῶν ἡ κοινὴ συνείδησις ἐνεκόλαψε τὸ στίγμα τῆς συκοφαντίας· ἀρκούντως σᾶς ἐστιγμάτισε τὸ Ἔθνος.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ὁρίστε ἄνθρωπος καταδιωκόμενος ἐπὶ κοινῷ ἐγκλήματι τολμᾷ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ στιγματισμοῦ.
§116ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νομίζεις, ὅτι εὑρίσκεσαι, προστάτα τοῦ Ζούρκα; Δὲν εἶσαι εἰς τὸ ὑπουργεῖόν σου, δὲν εἶσαι εἰς τὴν ἀγορὰν, εἶσαι ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Δὲν σᾶς συμφέρει νὰ ἀκούητε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω· σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκηρύξατε, ὅτι θὰ φέρητε οἰκονομίας· ἐν τούτοις αἱ οἰκονομίαι αὗται εἶναι σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου· λοιπὸν ἀφήσατε νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ καὶ ὕστερον ἐρχόμεθα εἰς τὰ προσωπικά.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν τίποτε προσωπικὸν μαζῆ.
§118ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶσαι ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ ὄχι ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου σου.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἦμαι ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ σὺ εἰς τὸ Δικαστήριον.
§120ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν ποῖος θὰ ἦναι ἐνώπιον Δικαστηρίου. Θὰ περιμείνωμεν λοιπὸν, κύριοι, τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ κατ’ οὐδὲν δύναμαι νὰ σφάλω, ἐὰν ἀπὸ τοῦδε εἴπω, ὅτι καὶ ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου, εἶναι ἐκ τῶν ὑποσχέσεων, τῶν εὐκόλως διδομένων, ἀλλὰ μὴ πραγματοποιουμένων. Πῶς ἐπιδιώκει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; δι’ οἰκονομιῶν; ὄχι· ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων κατὰ 2,000,000 δραχμῶν, ἐνῶ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν τὸν σοφὸν Ὑπουργὸν τὸ καθῆκον κατὰ πρῶτον νὰ καταφύγῃ εἰς οἰκονομίας διὰ τῆς καταργήσεως πολλῶν μισθοδοσιῶν ἀργίας. Τὰ ἔξοδα λοιπὸν ηὐξήσατε κατὰ 2,000,000, ἀντὶ κατὰ πρῶτον νὰ ἐπιφέρητε τὰς δεούσας ἐλαττώσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐξόδων, ὅπερ εἶναι κοινὸν συμφέρον, ἀπαίτησις ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, καὶ μετὰ ταῦτα, ἀφοῦ πράξητε τοῦτο, νὰ καταφύγητε εἰς νέας φορολογίας καὶ εἰς νέα δάνεια, καὶ ταῦτα οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξοικονομήσητε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρακολουθοῦσι τὰς ἀρχάς σας, ἀλλὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὑμεῖς δὲ τί ἐπράξατε; αὐξάνετε τοὺς φόρους, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσητε τὰ ἔξοδα καὶ τοὺς ὑπάρχοντας φόρους, ὅπως ἀνακουφισθῇ ὁ πτωχὸς λαός, διότι ἐλάττωσις τῶν δαπανῶν εἶναι ἐλάττωσις τῶν φόρων, οὓς πληρόνει ὁ πολίτης· ὅταν τὰ ἔσοδα δὲν καλύπτωσι τὰ ἔξοδα, εἶναι ἀνάγκη οὐχὶ προσθήκης νέων ἐξόδων, ἀλλὰ σπουδαίων οἰκονομιῶν, ὅπως ἐπιδιωχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Αἱ ἐλαττώσεις τῶν δαπανῶν ἑπομένως πρέπει νὰ γείνωσιν, ὅπως ἀνακουφισθῶσι τὰ δεινὰ τοῦ λαοῦ, καὶ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανᾷ ἐντὸς τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Ταῦτα, κύριοι, ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ πράξητε καὶ μετὰ ταῦτα νὰ προβῆτε εἰς νέα δάνεια καὶ νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους. Ὑμεῖς δὲ τί ἐπράξατε; μετὰ τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου ὑπὲρ τῶν φίλων καὶ ὀπαδῶν σας ζητεῖτε νὰ ὑποβάλητε τὸν καὶ ἐξ ἄλλων βαρῶν καὶ φόρων ἐξηντλημένον πτωχὸν λαὸν ὑπὸ τὸν ζυγὸν καταθλιπτικωτάτης φορολογίας, ἀναγνωρίζοντες ὡς προνομιοῦχον τάξιν τὴν τάξιν τῶν κεφαλαιούχων, οἵτινες, ἀφθόνως καὶ ἀκόπως κερδαίνοντες τὰς κολοσσιαίας αὐτῶν περιουσίας, μένουσι σχεδὸν ἀφορολόγητοι. Προέβητε δὲ εἰς αὔξησιν δαπανῶν καὶ εἰς δημιουργίαν περιττῶν θέσεων πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων καὶ ὅπως παρατείνητε τὴν ἐξουσίαν ὑμῶν διὰ τῆς ἐπονειδίστου συναλλαγῆς. Σμήνη, κύριοι, ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, διωρισμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ πληρωνομένων δι’ ἁδρῶν μισθῶν, κατέκλυσαν τὴν Θεσσαλίαν· πλεῖστοι δὲ περιττοὶ ὑπάλληλοι ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ὑπουργείοις διωρισμένοι πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν, ὅπως λαμβάνωσι τὸν μισθὸν ὡς τακτικοὶ ὑπότροφοι τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἰδίως τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐνῶ πρό τινων ἐτῶν ὑπῆρχον 40 μόνον ὑπάλληλοι, σήμερον ὑπάρχουσι πολλαπλάσιοι· καὶ μήπως ἡ ὑπηρεσία ἀπῄτει τοῦτο; ὄχι. Ἐὰν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι ὀλίγον πλειότερον εἰργάζοντο μετ’ ἐπιμελείας, ἤθελον ἐπαρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας· καὶ ὡσεὶ μὴ ἤρκει ὁ μέγας οὗτος ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νέας νὰ πλάσῃ θέσεις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ; Καὶ σήμερον ἔτι ἐπιδιώκει, ὅπως ἐξοικονομήσῃ πρόσωπα. Ἐδιπλασιάσθησαν, κύριοι, αἱ διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου δαπάναι διὰ τοῦ διορισμοῦ νομικῶν συμβούλων ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας, οὐδὲ ὑπὸ δημοσίου τινὸς συμφέροντος ὑπαγορευθέντος· ἀλλὰ τὸ ἐπράξατε μόνον πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν φίλων ὑμῶν. Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Δὲν ἐκουράσθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγινώσκοντος στήλας ὁλοκλήρους ἐφημερίδων πλήρεις ὀνομάτων προβιβασθέντων ἀξιωματικῶν ἐν τῷ εὐαρίθμῳ καὶ πάντῃ ἀσυντάκτῳ στρατῷ καὶ ναυτικῷ ἡμῶν! Καὶ ὑπομονὴ, κύριοι, ἐὰν οἱ προβιβασμοὶ οὗτοι ἐγίνοντο μετὰ μέγαν καὶ ἔνδοξον πόλεμον, μετὰ λαμπρὰς καὶ περιφανεῖς νίκας, ἀλλ’ εἶναι ἀξιοθρήνητον νὰ γίνωνται μετὰ τὴν κατὰ τὰ μεθόρια παρασταθεῖσαν παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ κωμῳδίαν. Οὕτω δὲ συμβαίνει, ὥστε ἐν τάγματι, ἀριθμοῦντι δεκάδας μόνον ἀνδρῶν, νὰ ὑπάρχῃ σωρεία ἀξιωματικῶν. Τὰ ἐθνικὰ ἐπίσης παράσημα ἐξηυτελίσθησαν, καθ’ ἑκατοντάδας χορηγούμενα οὐχὶ εἰς πρόσωπα, ἅτινα προσήνεγκον σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐχρησίμευον πρὸς τὸν κομματικὸν σκοπὸν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Μετ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν σπατάλην, τὴν γενομένην εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ σᾶς λέγει: Θὰ ὑποβάλω τὸν λαὸν ὑπὸ τὸν ζυγὸν μεγάλης, φοβερᾶς φορολογίας, ἵν’ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν ἢ τὸν μισθὸν τῶν φίλων μου! Παραλείπω, κύριοι, πλεῖστα ἄλλα, ἅτινα καταδεικνύουσι τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου παρὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ τὸν ὑπ’ οὐδενὸς προσκόμματος ἀναχαιτιζόμενον ζῆλον αὐτοῦ, ὅπως διὰ τῆς ἐξοικονομήσεως ὅσον τὸ δυνατὸν πλειόνων προσώπων διατηρηθῇ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ καὶ νέμηται τὰ ἀγαθὰ αὐτῆς. Ἀπόκειται δὲ ἤδη εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε, ἐὰν ὁ συστηματικὸς καὶ ἀμείλικτος αὐτὸς πόλεμος, ὃν διεξάγει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατὰ τοῦ δημοσίου πλούτου, συμβιβάζηται πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἐνθυμήθητε, κύριοι, τὰ προγράμματα ὑμῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Στρέψατε τὰ βλέμματα ὑμῶν εἰς τοὺς πολιτικοὺς κύκλους, εἰς τοὺς ἐμπορικοὺς συλλόγους, εἰς τὸν τύπον, εἰς ἁπάσας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ πανταχόθεν θέλετε ἀκούσει μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν πεποίθησιν, μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀπαίτησιν, καὶ ἡ ἀπαίτησις αὕτη εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν ὁριστικῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐλαττώσεως τῶν δημοσίων ἐξόδων. Μόνοι ὑμεῖς, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὀλίγοι ἐκ τῶν ὀπαδῶν ὑμῶν κωφεύετε εἰς τὴν δικαίαν ταύτην ἀπαίτησιν τῆς κοινωνίας, μόνοι ὑμεῖς ἀδιαφορεῖτε πρὸς τὰς οἰκονομικὰς τοῦ τόπου δυσχερείας, μόνοι ὑμεῖς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους καθυποτάσσετε εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τὰς προσωπικὰς καὶ οἰκογενειακὰς, καὶ ἀνοίγετε πρὸ τῶν ποδῶν ἡμῶν τὸ βάραθρον τῆς ἐθνικῆς χρεωκοπίας. Ὑπὲρ τῆς τοιαύτης δὲ καταστάσεως τῶν πραγμάτων καλούμεθα σήμερον νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, καὶ καλούμεθα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἡ σπατάλη καὶ ἡ κακὴ διοίκησις ἢ αἱ λαθροχειρίαι τῶν δημοσίων συνεπήγαγον κατὰ μέγα μέρος τὴν κακὴν τοῦ τόπου οἰκονομικὴν κατάστασιν· ὑπὸ Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αἱ πλάναι καὶ ἡ θρασύτης ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐκινδύνευσαν νὰ ὁδηγήσωσιν εἰς ἐλεεινὸν ναυάγιον τὸ ἔθνος καὶ τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὗτινος τὰς τύχας ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως ἔσχε τὴν ἀξίωσιν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ διακυβεύσῃ αὐτογνωμόνως· ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν ἀρχῇ, ὅτε ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, ὅπως καὶ οἱ πρώην φίλοι καὶ θιασῶται αὐτῆς ἀνέπτυξαν, ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς περιέλαβεν ὅ,τι μέγα, ὅ,τι ὑψηλὸν καὶ ὡραῖον, περιέλαβε τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν νόμων, ἐν δὲ τῇ πράξει ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐλεύσεως αὐτῆς εἰς τὰ πράγματα ἐφιλοτιμήθη νὰ διαψεύσῃ αὐτὸ δι’ ἀνηκούστων σκανδάλων καὶ ἀκατονομάστων κυβερνητικῶν καταχρήσεων, καὶ διὰ τῆς καταδολιεύσεως τῶν θεσμῶν ἡμῶν· ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας τὰ πάθη ἐξηγριώθησαν, ἡ κοινὴ τάξις σπουδαίως διεταράχθη καὶ τὸ ἔγκλημα ὕψωσε θρασεῖαν καὶ ἀπειλητικὴν κεφαλήν. Ἀλλὰ, κύριοι, δι’ ὀλίγων μόνον λέξεων δυνάμεθα νὰ καταπολεμήσωμεν τελευταῖον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως· ἀρκεῖ μόνον νὰ μὴ μᾶς διακόπτητε. Ἀκούσατε λοιπὸν· ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια τοῦ οἴνου καὶ τοῦ καπνοῦ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην ἀνδρὸς, οὗτινος, νομίζω, οὐδεὶς θέλει ἀμφισβητήσει τὸ κῦρος ἢ τὴν αὐθεντίαν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ὁ κύριος Πρωθυπουργός· ὁ δὲ ἀνὴρ οὗτος, οὗτινος τὴν γνώμην ἐπικαλοῦμαι μετὰ τοσαύτης ἐπισημότητος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἰδοὺ τὶ εἶπεν ὁ ἄλλοτε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κύριος Τρικούπης πρὸ δύω μόλις ἐτῶν τὴν 23 Φεβρουαρίου τοῦ 1880 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. «Ἔχομεν κατὰ πρῶτον λόγον νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ, καὶ εἶπε τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀπεκδέχεται πρόσοδον δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν σκέψιν, ὅτι τοιαῦται προτάσεις περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐπανειλημμένως ἐγένοντο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπανειλημμένως ἀπεῤῥίφθησαν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι δυσχερεστάτη ἡ φορολογία τοῦ προϊόντος τούτου, ἄνευ παρακωλύσεως παραγωγῆς, ἐκ τῆς ὁποίας πολλὰ ἀρύεται τὸ Κράτος· ὅτι δὲ τοιαύτη ἔσεται καὶ ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν. Ἔφερεν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς (ἐξακολουθεῖ λέγων ὁ κύριος Τρικούπης) καὶ νομοσχέδιον περὶ οἴνων, καὶ ἐκ τούτου προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις πρόσοδον ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος αὕτη ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἴνου ἐν τῷ Κράτει δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πραγματοποιηθῇ οὐδὲ κατὰ τὸ δεκατημόριον· ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ ἡ πραγματοποίησις θέλει γείνει διὰ τῆς ἐσχάτης πιέσεως κατὰ τῶν πολιτῶν, διὰ πιέσεως τοιαύτης, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι συνδέεται καὶ μετ’ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου· διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου εἶναι τοσοῦτον κοινὴ, πώλησις τοῦ οἴνου λιανικῶς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἶναι λίαν διαδεδομένη. Τοιοῦτον νομοσχέδιον βεβαίως δὲν θέλει ψηφισθῆ.» Ὥστε αὐτὸς ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τοῦ περὶ οἴνου νομοσχεδίου, ἐὰν ψηφισθῇ, εἶναι παραβίασις τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας τοῦ πολίτου, ὅπερ καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα, διότι ἐπιτρέπεται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ εἰρηνοδίκης ἢ οἱ εἰσπράκτορες, ὅπως καταμετρῶσι τὸν οἶνον, νὰ παραβιάζωσι τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας τοῦ πολίτου, ὅπου ἀναπτύσσεται ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια, καὶ ἥτις εἶναι μέρος σπουδαιότατον τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἀντίφασις, κύριοι, τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος κυρίου Τρικούπη πρὸς τὸν πρὸ δύω μόλις ἐτῶν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κύριον Τρικούπην εἶναι προδηλοτάτη, καὶ δὲν δικαιολογεῖται εἰμὴ διὰ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ παντὸς τρόπου, κατὰ τὴν ἐστιγματισμένην ἰησουϊτικὴν ἀρχήν «ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα». Ὁ αὐτὸς κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅπως καλύψῃ τὸ μέγα, τὸ σημαντικὸν ἔλλειμμα, ὅπερ ἡ σπάταλος κατὰ μέγα μέρος διοίκησις αὐτοῦ παρήγαγε, κατέφυγεν εἰς αὐτὰς ἐκείνας τὰς φορολογίας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἐν τῇ συναισθήσει τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ καθηκόντων ἐντονώτατα κατεδίκασε καὶ κατεπολέμησε. Περὶ οἰκονομιῶν δὲ οὐδεμίαν σκέψιν ποιεῖται· τἀνάπαλιν μάλιστα, καθυπέβαλε νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας τῶν φίλων του καὶ νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔξοδα. Ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων τούτων, κύριοι, ἐντύπωσις εἶναι τόσον ζωηρὰ, ὥστε περιττὴ ἀποβαίνει πᾶσα ἀνάλυσις, πᾶν σχόλιον, πᾶσα ἐπιτίμησις πρὸς τὸν ἀσυνεπέστατον καὶ ἀντιφάσκοντα πρὸς ἑαυτὸν κύριον Πρωθυπουργόν. Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω, ὅτι ἡ σημερινὴ συζήτησις ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ προκληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ὅλως περιττὴ, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ ἀνοιχθῇ εὐρεῖα, εὐρυτάτη πολιτικὴ συζήτησις κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ἢ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπί τε τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐὰν δὲ ὡς ἐκ τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀπευθύνονται κατὰ τῆς κυβερνητικῆς ὑμῶν διαγωγῆς, νομίζητε, κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην, ὅπως ἐνισχυθῆτε ἐν τῇ πορείᾳ ὑμῶν, πράξεώς τινος κοινοβουλευτικῆς, ἡ ψῆφος αὕτη, ἧς ἔχετε ἀνάγκην, δὲν εἶναι ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης· ἔχετε ἀνάγκην Ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχετε ἀνάγκην Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Μόνον ἀθωωτικὴ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ ὑμᾶς ἀπὸ σπουδαιοτάτων καὶ βασιμωτάτων κατηγοριῶν, δι’ ὧν ἡ τιμὴ ὑμῶν εἶναι εἰς ὕψιστον βαθμὸν ἐκτεθειμένη. Διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης δὲν δύνασθε νὰ καλύψητε τὰς κυβερνητικὰς ὑμῶν παρεκτροπὰς καὶ καταχρήσεις· δὲν δύνασθε νὰ καλύψητε ῥητὰ καὶ ὡρισμένα ἐγκλήματα, ἀποδιδόμενα ὑμῖν· διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς δὲν δύνασθε νὰ θέσητε φίμωτρον εἰς τὴν πρὸ πολλοῦ καταδικάσασαν ὑμᾶς κοινὴν γνώμην.
§121ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις). (Ὥρᾳ 7 μ. μ.).