1882.11.11
1.485 στίχοι · 11.311 λέξεις · 70 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
Τῆς 11 Νοεμβρίου 1882
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Μενδρεσὲ κατάδικοι παρακαλοῦσι νὰ ἐπιταχυνθῇ ὑπέρ αὐτῶν ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, καθόσον ὑποφέρουσι δεινῶς ἐν τῇ φυλακῇ. Ὁ Εὐστάθιος Λαμψιάδης, ἀόμματος καὶ ἀρχαῖος ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπιχορήγησίν τινα πρὸς συντήρησίν του. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ, νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ φυλακισμένοι ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐν Καρδίτσᾳ ὑποβάλλουσιν αἴτησιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν ἐκ τῶν φυλακῶν.
§4ΙΩΑΝ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ δημόται τῆς κωμοπόλεως Στεμνίτσης τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος μὲ ἐπιφορτίζουσι νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδοκιμάσῃ τοὺς ἐπαχθεστάτους φόρους ἐπὶ τῶν οἴνων, τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τῶν ζύθων. Καταθέτω λοιπὸν ταύτην τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§5ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Μίαν ἐπερώτησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Διατί ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων δὲν μετετέθη ὁ Ταμίας Μαντινείας Α. Παπαλεξανδρῆς, ἐνῷ οὗτος πρὸ μηνῶν ἔλαβε σύζυγον τὴν θυγατέρα τοῦ ἐκ Τριπόλεως Ἀθανασίου Μαλούχου, δημότου Τριπόλεως, ἔχουσαν ἀδελφοὺς κατοίκους καὶ δημότας Τριπόλεως καὶ ἐγγεγραμμένους ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις τοῦ Δήμου τούτου;
§6ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν συμπολιτῶν μου, ἥτις μοὶ ἐδόθη ταύτην τὴν στιγμήν. Κατὰ καθῆκον ὀφείλω νὰ ἀναγνώσω ταύτην τὴν ἀναφοράν.
§7ΤΙΝΕΣ. Ὁλόκληρον;
§8ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι πολὺ σύντομος «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων»...
§9ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ ποίους εἶναι ὑπογεγραμμένη;
§10ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ὑπογεγραμμένοι Παντοπῶλαι, Καταστηματάρχαι, Ἔμποροι, Βιομήχανοι ἐν γένει. Ἡ ἀναφορὰ ἔχει ὡς ἑξῆς· «οἱ ὑποφαινόμενοι κάτοικοι τῆς Πρωτευούσης διαμαρτυρόμεθα κατὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος κτλ. (Ἀναγινώσκει).
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσαι ὑπογραφαὶ εἶναι;
§12ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι πολλαί. Δύνασθε νὰ συνάξητε τόσας ὑπογραφὰς, ὅσοι εἶναι οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος. Μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα τῆς Πλάκας μόνον τρεῖς ἠρνήθησαν...
§13Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι οὐδεὶς ἀρνεῖται ὑπογραφήν. Σᾶς λέγω δὲ, ὅτι ὅλοι ὠφελήθησαν ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διακοπεῖσαν χθὲς ἀγόρευσίν του.
§15Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς κυβερνῶντας ἡ ὑποχρέωσις νὰ ζητήσουν τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου πρῶτον μὲν διὰ τῶν οἰκονομιῶν, περικόπτοντες πάσας τὰς μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας δαπάνας καὶ ἐλαττοῦντες τὰ ἔξοδα, δεύτερον δὲ διὰ τῆς λήψεως διοικητικῶν καὶ νομοθετικῶν μέτρων, ὑποσχομένων τὴν πληρεστέραν καὶ τελειοτέραν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὥστε νὰ ἐπέρχηται αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἐπιβάλλωνται νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, καὶ τρίτον καὶ τελευταῖον διὰ τῆς ἐπιβολῆς φόρων. Σᾶς παρέστησα δὲ, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἔκαμε καμμίαν οἰκονομίαν, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ηὔξησε τὰς δαπάνας διὰ προσθήκης πολλῶν ἐξόδων. Σᾶς εἶπον ἀκόμη, ὅτι οὐδὲν μέτρον ἔλαβε διοικητικῶς ἢ νομοθετικῶς πρὸς βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ἐζήτησε δὲ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μόνων τῶν φόρων, ἤτοι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὑφισταμένων καὶ τῆς ἐπιβολῆς πολλῶν νέων. Καὶ περὶ μὲν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἔκαμα λόγον χθὲς, παραστήσας, ὅτι ἡ οὕτω πως γενομένη αὔξησις, καὶ ἄδικος καὶ ἀντικανονικὴ εἶναι. Σήμερον δὲ κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν μου θέλω φέρει παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῶν ὁποίων προτείνονται νέοι φόροι, καὶ θέλω ἐξετάσει ἐὰν οἱ φόροι οὗτοι ἐπιβάλλωνται καλῶς καὶ ἂν δι’ αὐτῶν ἦναι ἐλπὶς νὰ ἀποκατασταθῇ τῳόντι τὸ ἰσοζύγιον κατὰ τὰς προσδοκίας τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ φόροι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν νομοσχεδίων προτείνονται, εἶναι 4· ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐκ τῶν τεσσάρων δὲ αὐτῶν φόρων ὑπολογίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλουν εἰσπράττεσθαι κατ’ ἔτος 11,500,000 περίπου νέων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι, ἀναγόμεναι εἰς παλαιὰς, ἀποτελοῦσι τὸ ποσὸν 13,000,000. Ἐὰν δὲ προσθέσητε εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως, τὸ ὅλον ποσὸν τὸ ἐκ τῶν νέων φόρων παραχθησόμενον θέλει ἀνέλθει εἰς 15,000,000 περίπου δραχμῶν. Ἐν πρώτοις δὲν δύναμαι νὰ μὴ θαυμάσω τὴν μεταβολὴν, ἥτις ἐπῆλθε καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἄλλοτε, ὅτε ἀνέλυε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, καὶ ἐδογμάτιζεν, ὅτι αἱ μόναι σκέψεις, αἵτινες ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσι, προκειμένου περὶ ἐλλείμματος, ἦσαν αἱ σκέψεις τῶν οἰκονομιῶν, λαμβάνων δὲ ἀνὰ χεῖρας τὴν ψαλίδα περιέκοπτεν 6,000,000 ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἦτο πολὺ μικρότερος καὶ οἰκονομικώτερος ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ 1882 καὶ 1883, προσέθετεν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν οἰκονομιῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι καὶ φόροι, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν προστεθησομένων φόρων δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 3,000,000. «Πέραν τοῦ ποσοῦ τούτου, ἔλεγε, δὲν δύναται ὁ τόπος νὰ βαστάσῃ ἄλλα φορολογικὰ βάρη». Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν, ὅτι ἡ χώρα δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ φορολογικὰ βάρη ἀνώτερα τῶν 3,000,000, ἐγένοντο πολλαὶ προσθῆκαι φόρων, ἀναβαίνουσαι εἰς 4, ἴσως δὲ εἰς 5 ἑκατομμύρια. Ἐπῆλθε δὲ καὶ ἡ ἐπιστρατεία, ἡ ὁποία ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν πολλὰς μυριάδας ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν ἠδυνήθησαν ὅλοι νὰ ἐπανέλθωσι καὶ ν’ ἀναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Τὰ δύω ταῦτα γεγονότα, δηλ. ἡ αὔξησις τῶν φόρων καὶ ἡ ἐπιστρατεία, εἶναι ἐκ τῶν ἥκιστα συντελούντων εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξουν τὴν παραγωγικὴν δύναμιν τοῦ τόπου καὶ τὴν φορολογικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα. Ἑπομένως ἀπορῶ πῶς, ἀφοῦ πρὸ 2 ἐτῶν ὁ τόπος δὲν ἠδύνατο νὰ βαστάσῃ βάρη φορολογικὰ ἀνώτερα τῶν 3,000,000, ἤδη κρίνεται ἱκανὸς νὰ βαστάσῃ νέον βάρος 17,000,000 περίπου, διότι εἰς τόσα ἀναβαίνει τὸ ποσὸν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς αὐξήσεως καὶ τῶν νέων φορολογικῶν νομοσχεδίων. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι οἱ προτεινόμενοι φόροι εἶναι φόροι καταναλώσεως καὶ ἐπιβάλλονται εἰς ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται τῆς πρώτης ἀνάγκης. Καὶ τῳόντι ὁ καπνὸς καὶ τὰ ποτὰ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν θεωροῦνται χρήσιμα εἰς τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἑπομένως εἰς ὅλα τὰ πολιτισμένα Κράτη τὰ δύω ταῦτα ἀντικείμενα ὑποβάλλονται εἰς φόρους ὑπερόγκους. Τοιοῦτό τι ἀλλ’ εἰς μικρότερον βαθμὸν γίνεται καὶ διὰ τὸν οἶνον, διότι ὁ οἶνος δὲν εἶναι πρᾶγμα ἄχρηστον διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὅπως τὰ πνευματώδη ποτὰ καὶ ὁ καπνός. Πρῶτος δ’ ἐγὼ ἤθελον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῶν προτεινομένων φόρων, ἐὰν ἀληθῶς οἱ φόροι οὗτοι ἦσαν φόροι καταναλώσεως, καὶ ἐὰν τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐπιβάλλονται, παρεῖχε τὴν ἐλπίδα νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον προσδοκᾷ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκ τῶν 4 προτεινομένων φόρων μόνοι οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγαροχάρτων εἶναι φόροι καταναλώσεως, οἱ δὲ ἄλλοι δύω, ἤτοι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου, δὲν εἶναι φόροι καταναλώσεως· ἀλλ’ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐπιβάλλονται, καὶ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται, εἶναι φόροι ἄμεσοι, ὅμοιοι κατὰ πάντα μὲ τοὺς ἐγγείους φόρους, μὲ τοὺς φόρους τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἀμέσους φόρους· ἡ μόνη δὲ διαφορὰ, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων καὶ τῶν προτεινομένων, εἶναι, ὅτι οἱ μὲν ἄμεσοι φόροι εἶναι πάντοτε μέτριοι καὶ δὲν ἀφαιροῦσιν εἰμὴ μόνον μέρος τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει ὁ παραγωγὸς, οἱ δὲ προτεινόμενοι δὲν λαμβάνουν καθ’ ὅλου ὑπ’ ὄψιν τὴν πρόσοδον τοῦ παραγωγοῦ, ἀλλ’ ὑποχρεοῦσιν αὐτὸν νὰ πληρώσῃ λόγῳ φόρου ποσὰ ἴσα μὲ τὸ τρίτον, τὸ ἥμισυ, ἐνίοτε δὲ καὶ τὸ ὅλον τῆς ἀξίας τῶν παραγομένων πραγμάτων, καὶ παραπέμπουν κατόπιν τὸν φορολογούμενον νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι φόρος καταναλώσεως, αὐτὸ εἶναι φόρος παραγωγῆς, φόρος ἄμεσος, ἐπιβαλλόμενος εἰς τὴν παραγωγήν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τὸ πρᾶγμα, δὲν ἔχετε ἀνάγκην εἰμὴ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸν ὁρισμὸν τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως καὶ νὰ παραβάλητε μετ’ αὐτοῦ τὰς διατάξεις τῶν νομοσχεδίων, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ πόσον οἱ προτεινόμενοι φόροι δύνανται νὰ ὀνομασθοῦν φόροι καταναλώσεως. Φόροι καταναλώσεως, ὡς ἐμφαίνει καὶ τὸ ὄνομα, εἶναι οἱ φόροι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς διάφορα πράγματα, ὅταν τὰ πράγματα ταῦτα παραδίδωνται εἰς τὴν κατανάλωσιν. Οἱ φόροι οὗτοι εἶναι πάντοτε προαιρετικοί· διότι, ἐὰν ὁ καταναλωτὴς δὲν θελήσῃ νὰ ἐξοδεύσῃ τὸ πρᾶγμα, δὲν πληρώνεται ὁ φόρος. Εἰσπράττονται δὲ εἴτε ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ καταναλωτοῦ, ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ μονοπωλίου πωλεῖ ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς καταναλωτὰς τὸ ἀντικείμενον, εἴτε ἀπὸ τοὺς τελευταίους λιανοπώλας, οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουν τὰ ἀντικείμενα ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς καὶ τὰ πωλοῦσιν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Φόρος καταναλώσεως εἶναι π. χ. ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, διότι τὸν φόρον αὐτὸν πληρώνει ἀμέσως εἰς τὸ Δημόσιον ὁ καπνίζων, ὅστις ἀγοράζει ἀπὸ τὸ Δημόσιον τὸν καπνὸν, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ ἀποκλειστικὸν μονοπώλιον· φόροι καταναλώσεως εἶναι ἐκεῖ καὶ οἱ ἐπὶ τῶν ποτῶν καὶ οἱ ἐπὶ τῶν οἴνων· ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ φόροι αὐτοὶ ἐπιβάλλονται, πληρώνονται ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοὺς παραγωγούς. Ἐνταῦθα ὅμως τί γίνεται; λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τῶν ποτῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς παραγωγούς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πᾶς ὁ ἔχων ἐργοστάσιον καὶ κατασκευάζων ἐν αὐτῷ πνευματώδη ποτὰ οἱουδήποτε εἴδους, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρουσιάζῃ δήλωσιν περὶ τοῦ καταστήματος, τῶν μηχανῶν καὶ τῶν ποτῶν, τὰ ὁποῖα κατασκευάζει. Ἡ δήλωσις αὕτη ἐξελέγχεται ἀπὸ Ἐπιτροπὴν, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν δηλώσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς συντάσσεται κατάλογος ὀνομαστικὸς, καὶ ὑποχρεοῦται ὁ καταστηματάρχης νὰ πληρώσῃ κατὰ δόσεις τὸν φόρον δι’ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν ποτῶν, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κατασκευάσῃ εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἔτους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ κατασκευάζων ποτὰ ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον χαρακτηρίζει ὡς φόρον καταναλώσεως, καὶ ὅστις ὁρίζεται: εἰς 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ποσὸν ἴσον μὲ τὸ τρίτον, ἴσως δὲ καὶ μὲ τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας τοῦ κατασκευαζομένου πράγματος, ἀδιαφορεῖ δὲ ἐντελῶς ὁ Νομοθέτης, ἐὰν ὁ ἐργοστασιάρχης θὰ δυνηθῇ νὰ καταναλώσῃ ὁλόκληρον τὸ κατασκευασθὲν ποσὸν καὶ πότε θὰ τὸ καταναλώσῃ. Ἀλλ’ ὁ καταστηματάρχης οὗτος δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ βιομήχανος, ὅστις ἐλπίζει νὰ προσπορίζεται ἐκ τῆς βιομηχανίας του κέρδη τινά· ἔχετε δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλητε εἰς αὐτὸν φόρον ἀνάλογον μὲ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ, δὲν ἔχετε ὅμως κανὲν δικαίωμα νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν: πλήρωσον προκαταβολικῶς βαρύτατον φόρον δι’ ὅλα τὰ πνευματώδη ποτὰ, ἅπερ κατασκευάζεις, καὶ φρόντισον νὰ εἰσπράξῃς τὸν φόρον ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς· διότι τοῦτο καὶ ἄτοπον εἶναι καὶ μεταβάλλει τὴν φύσιν τῆς φορολογίας. Διὰ νὰ ἐννοήσητε δὲ καλλίτερον τὸ ἄτοπον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω τίνι τρόπῳ ἐπιβάλλεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν κατὰ τὴν Γαλλικὴν νομοθεσίαν, ἐκ τῆς ὁποίας φαίνεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδανείσθη διατάξεις τινάς. Εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ ἔχοντες ἐργοστάσια πρὸς κατασκευὴν πνευματωδῶν ποτῶν, ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὴν Διοίκησιν δήλωσιν ὁμοίαν περίπου μὲ τὴν δήλωσιν, ἣν τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει· ἡ Διοίκησις (regie) διὰ τῶν ὀργάνων της ἐπιτηρεῖ τὰ ἐργοστάσια καὶ κρατεῖ σημείωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πράγματι κατασκευάζεται εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεώνει τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ πληρώσωσι φόρον διὰ τὸ ποσόν, ὅπερ κατεσκεύασαν. Ὁ ἐργοστασιάρχης δύναται νὰ τὸ κρατῇ ἐφ’ ὅσον χρόνον θέλει εἰς τὰς ἀποθήκας του, χωρὶς ποτε ἡ Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου· δύναται νὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, δύναται νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς οἱονδήποτε μικρὸν ἢ μεγάλον ἔμπορον, χωρὶς καὶ τότε νὰ πληρώσῃ αὐτὸς τίποτε· μόνον δὲ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἡ Διοίκησις πιστώνει αὐτὸν καὶ χρεώνει τὸν ἀγοραστὴν, παρ’ οὗ φροντίζει νὰ εἰσπράττῃ τὸν κεκανονισμένον φόρον, καθ’ ὅσον ἐξοδεύει τὸ ποτόν, πωλῶν αὐτὸ λιανικῶς εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ὁ ἐν Γαλλίᾳ λοιπὸν φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν εἶναι πράγματι φόρος καταναλώσεως, καὶ οὕτω πως ἐπιβάλλονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον οἱ τοιοῦτοι φόροι, διὰ τοῦτο δὲ συγχωρεῖται καὶ τὸ ὑπέρογκον αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεώνει τὸν ἐργοστασιάρχην νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως διὰ τὰ ποτὰ, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασεν, καὶ τὸν παραπέμπει νὰ τὸν εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς, ἐνᾧ πολλάκις συμβαίνει νὰ μὴ πωλήσῃ τὰ ποτά του εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν μηνῶν. Ὑποθέσατε ἐργοστασιάρχην κατασκευάζοντα κατ’ ἔτος 100– 200–300,000 ὀκάδας τοιούτων ποτῶν, καὶ συλλογισθῆτε εἰς ποίαν δυσκολίαν θέλει εὑρεθῆ, ἐὰν ὑποχρεωθῇ νὰ προκαταβάλῃ κατὰ μῆνα 5, 10 ἢ 15 χιλιάδας δραχμάς! Ἄτοπος εἶναι ἐπίσης καὶ εἰς πολλὰς καταχρήσεις καὶ σκάνδαλα θὰ δώσῃ χώραν καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, τὸν ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Εὐρώπης ἡ Διοίκησις βεβαιώνει διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς ὀργάνων τὸ ποσὸν, ὅπερ πράγματι παράγει ἕκαστον ἐργοστάσιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, μὴ ἔχων τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν βεβαίωσιν τοῦ πράγματι παραγομένου ποσοῦ, ἐστοχάσθη νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐκτιμήσεως, καὶ δι’ αὐτοῦ ζητεῖ νὰ προσδιορίζῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστον κατάστημα θέλει παράγει. Ἀλλ’ ἡ ἐκτίμησις, ὅπως γνωρίζετε, εἶναι μέτρον πολὺ ἐπισφαλὲς καὶ δίδει χώραν εἰς καταχρήσεις καὶ σκάνδαλα· τὰ σκάνδαλα δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἦναι πολλῷ μεγαλείτερα ὡς ἐκ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ἡ ἐκτίμησις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὴν ἐκτίμησιν θέλει ἐνεργεῖ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ Δήμαρχος καὶ δύω πρόσωπα, διοριζόμενα ἀπὸ τὴν Διοικητικὴν Ἀρχήν· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι, ὅπως ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πολιτικὰ πράγματα, ἐκ τῶν 5 αὐτῶν προσώπων τὰ 4, ἤτοι ὁ Ἔφορος, ὁ Εἰρηνοδίκης καὶ οἱ δύω ἀντιπρόσωποι τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς θέλουν ἀνήκει εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν κόμμα, μόνος δὲ ὁ Δήμαρχος ἐνδέχεται νὰ ἀνήκῃ εἰς ἄλλην μερίδα. Φαντασθῆτε Ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἀπὸ τοιαῦτα πρόσωπα καὶ ἔχουσαν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν τὸ ποσὸν, ὅπερ δύναται νὰ παραχθῇ ἀπὸ ἕκαστον ἐργοστάσιον, καὶ κρίνατε ὁποῖα ἀδικήματα καὶ σκάνδαλα εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τοῦ τρόπου τούτου. Τὸ κακὸν θὰ ἀποβῇ ἔτι μεγαλείτερον, ἐὰν ἐνοικιασθῇ ὁ φόρος, διότι τότε ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσθέτῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἓν μέλος τῆς ἐκλογῆς του, ἔτι δὲ νὰ διορίζῃ τὸ ἓν ἐκ τῶν δύω προσώπων, ἅτινα διορίζει ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ, ἑπομένως θὰ ἔχῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν δύω ψήφους ἐκ τῶν ἕξ, καὶ δὲν τὸν χρειάζεται εἰμὴ μία μόνη ψῆφος, διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν ἰσοψηφίαν ἢ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ οὕτω νὰ ἐπιτύχῃ τὴν βεβαίωσιν ἀνωτέρας παραγωγῆς παρὰ τὴν πραγματικήν. Καὶ παραλείπων τὰ ἐργοστάσια, ἐρωτῶ τί θέλουν γείνει οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνειθίζουν νὰ κατασκευάζουν σοῦμαν ἢ ῥακὴν ἀπὸ τὰ τσίπουρα, ἀπὸ τὰ λείψανα τῆς σταφίδος καὶ τῶν σύκων κτλ; Γνωρίζετε, ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ μάλιστα εἰς τὰ χωρία γίνεται ἀποστάλαξις πνευματωδῶν ποτῶν ἀπὸ πολλοὺς ἰδιοκτήτας· πάντες οὗτοι εἶναι ὑποχρεωμένοι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ προκαλέσωσι καὶ αὐτοὶ τὴν ἐκ τῶν προτέρων ἐκτίμησιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει παραχθῆ, καὶ νὰ φέρωσιν ἐπὶ τόπου τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν μία τοιαύτη Ἐπιτροπὴ νὰ περιφέρεται ὅλα τὰ χωρία καὶ νὰ βεβαιώνῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει παραχθῆ; Ἔπειτα εἰς βάρος τίνος θέλει γείνει ἡ βεβαίωσις; Ὅλοι οἱ κατασκευάζοντες οἰνόπνευμα δὲν ἔχουν ἰδίους λέβητας ἢ ἐργαλεῖα· εἰς ἕκαστον χωρίον ὑπάρχουν ἓν ἢ δύω τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δανείζονται μεταξύ των ἢ καὶ ἐνοικιάζονται παρὰ τῶν ἐχόντων αὐτὰ πρὸς τοὺς μὴ ἔχοντας. Ποῖος λοιπὸν θέλει ὑποβάλει τὴν δήλωσιν; ὁ ἔχων τὰ ἐργαλεῖα δὲν θὰ ἦναι ἀνόητος νὰ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος του ὅλα τὰ ποτὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποσταλαχθῶσιν ἐν τῷ χωρίῳ· οἱ δὲ μὴ ἔχοντες ἴδια ἐργαλεῖα, ἀλλὰ δανειζόμενοι ἢ ἐνοικιάζοντες αὐτὰ παρ’ ἄλλων, δὲν δύνανται, οὐδὲ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλωσι δηλώσεις. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οἱ μικροὶ ἰδιοκτῆται, οἱ κατασκευάζοντες τοιαῦτα ποτὰ, καὶ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλει εἰς τὰς αὐτὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλει καὶ τὰ ἐργοστάσια, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου. Ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους ὑπάρχουσιν εἰς κάθε χωρίον εἷς ἢ δύω οἰκίσκοι, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται ῥακεντσά· εἰς τοὺς οἰκίσκους αὐτοὺς τίθενται λέβητες, εἰς τοὺς ὁποίους μεταφέρει ἕκαστος κάτοικος, ἐκτὸς τῶν λειψάνων τῶν σταφυλῶν, τὰ ἀπόσυκα καὶ ἄλλους καρποὺς, ἔτι δὲ καὶ χόρτον, καλούμενον στροφυλιὰ, καὶ κατασκευάζει πνευματώδη ποτά· εἰς τὰ χωρία ταῦτα εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ βεβαίωσις, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον; Εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔνθα ὑπάρχει, ὡς καὶ ἐνταῦθα, ἡ συνήθεια νὰ κατασκευάζουν οἱ μικροὶ ἰδιοκτῆται πνευματώδη ποτὰ καὶ ὅπου ὁ ἀριθμὸς τῶν τοιούτων ἰδιοκτητῶν, κατὰ τὸν κύριον Beaulieu, ἀνέρχεται εἰς 600 καὶ 700,000, οἱ τοιοῦτοι ἰδιοκτῆται εἶναι μόνον ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, ὅταν πωλήσωσι τὰ ποτά των εἰς τοὺς μεταπράτας· δὲν ὑποβάλλονται ὅμως εἰς καμμίαν ἐπιτήρησιν, διότι ἐκρίθη ἀδύνατον νὰ ἐπιτηρηθῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔλεγχον ἡ ἐργασία 600 καὶ 700,000 ἀνθρώπων. Μόνον μετὰ τὰς τελευταίας καταστροφὰς ἠθέλησαν καὶ ἐκεῖ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν παραγωγῶν τῶν πνευμάτων, ἀλλ’ ἠγέρθησαν τόσα παράπονα, ἐγένετο τόσος θόρυβος, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ, καὶ ἐξακολουθοῦν καὶ σήμερον εἰς ὅλα τὰ χωρία τῆς Γαλλίας οἱ ἰδιοκτῆται νὰ κατασκευάζωσι πνευματώδη ποτά, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς οὐδένα περιορισμόν. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι, μεθ’ ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, κατενοήθη ἀκριβῶς, ὅτι ὁ φόρος τῶν ποτῶν, ὅπως ἐπιβάλλεται, δὲν εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἀλλ’ εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, ὁ ὁποῖος θέλει ἐπιβαρύνει, θέλει καταθλίψει τοὺς κατασκευαστὰς τῶν ποτῶν καὶ θέλει ἀναγκάσει πολλοὺς ἐκ τῶν καταστηματαρχῶν νὰ παραιτήσωσι τὴν βιομηχανίαν των. Σᾶς ἀπέδειξα δὲ, ὅτι τὸ σύστημα τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῶν μικρῶν παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουσι ποτὰ ἀπὸ τὰ λείψανα τῶν ἰδίων αὑτῶν προϊόντων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν ἠμπορῶ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲ νὰ τὸ ὑποστηρίξω, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω τοῦ νὰ ἴδω ἐπιβαλλόμενον καὶ παρ’ ἡμῖν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω πραγματικὸν φόρον καταναλώσεως, ἐπιβαλλόμενον εἰς τοὺς καταναλωτὰς καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς βιομηχάνους, τουτέστιν εἰς τοὺς παραγωγούς. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου. Καὶ ὁ φόρος οὗτος, κύριοι, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλεται εἶναι φόρος ἄμεσος, φόρος ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, φόρος, ὁ ὁποῖος θέλει ἐπιβαρύνει ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τοὺς ἀμπελοκτήμονας, ἀπορῶ δὲ διατί τὸν φόρον τοῦτον ὁ κ. ὑπουργὸς διῄρεσεν εἰς δύω μέρη, καὶ τὰ μὲν ⅖, ἤτοι τὰ 2 λεπτὰ, ὀνομάζει φόρον ἔγγειον, τὰ δὲ ἄλλα 3 τὰ ὀνομάζει δικαίωμα ἢ φόρον καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ οἱ δύω φόροι ἐπιβάλλονται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς πάντα ἀποταμιεύοντα οἶνον, βεβαιοῦνται δὲ καὶ πληρώνονται συγχρόνως, δὲν ἀποτελοῦν εἰ μὴ ἕνα καὶ μόνον συγκείμενον ἐκ 5 λεπτῶν, ἅτινα ὅλα ἐπιβάλλονται εἰς τὸν παραγωγὸν καὶ οὐχὶ εἰς τὸν καταναλωτήν. Ἴσως ἠθέλησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φανῇ, ὅτι ἀσπάζεται καὶ εἰσάγει καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ πολλαπλοῦν τῶν φόρων, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως διευκολύνει καὶ καθιστᾷ ὀλιγώτερον ἐπαισθητὴν τὴν φορολογίαν. Ἀλλὰ τὸ πολλαπλοῦν τῶν φόρων, ὅπερ συνίσταται εἰς τὴν ἐπιβολὴν πλειόνων φόρων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, δὲν ἐφαρμόζεται εἰ μὴ μόνον ὅταν τὸ ἀντικείμενον ἀλλάζῃ κύριον, τόπον ἢ περιστάσεις. Εἰς τὴν Γαλλίαν π. χ. ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ οἴνου 4 φόροι· ἀλλ’ ὁ μελετῶν τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν βλέπει, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι δὲν ἐπιβάλλονται οὔτε συγχρόνως, οὔτε ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων. Ἐν πρώτοις ἐπιβάλλεται ἔγγειος κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν ἀμπέλων, ὡς γίνεται μέχρι τοῦδε καὶ παρ’ ἡμῖν. Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ ἄμεσος φόρος, τὸν ὁποῖον πληρώνουν ὅλοι οἱ ἀμπελοκτήμονες. Μετὰ τοῦτον ἐπιβάλλεται ἕτερος φόρος ὁ ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας ἢ μεταφορᾶς· ἀλλ’ εἰς τὸν φόρον τοῦτον δὲν ὑποβάλλεται εἰ μὴ μόνον ὁ οἶνος, ὁ μεταφερόμενος ἀπὸ ἕνα εἰς ἄλλον τόπον. Εἶναι δὲ ἀπηλλαγμένος ἐκ τοῦ φόρου τούτου ὁ παραγωγὸς, ὁ μετακομίζων τὸν οἶνόν του ἀπὸ μίαν εἰς ἄλλην ἀποθήκην, ὡς καὶ ὁ μεταφέρων αὐτὸν ἀπὸ ἓν εἰς ἄλλο χωρίον κείμενον ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἢ τῆς παρακειμένης Εἰρηνοδικειακῆς περιφερείας (canton). Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ δεύτερος οὗτος φόρος δὲν ἐπιβάλλεται συγχρόνως μὲ τὸν πρῶτον, οὔτε ἐφ’ ὅλων τῶν οἴνων, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξάγει ἀπὸ τὰς ἀποθήκας μετὰ πολὺν χρόνον ὁ παραγωγὸς ἐπὶ σκοπῷ ἐμπορίου. Μετὰ τοῦτον εἶναι ὁ φόρος τῆς εἰσαγωγῆς, ὅστις πληρώνεται, ὅταν ὁ οἶνος εἰσάγηται εἰς τὰς πολυανθρώπους πόλεις, καὶ τελευταῖον ὁ φόρος τῆς λιανικῆς πωλήσεως, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα· ἐπειδὴ δὲ ὅλοι οὗτοι οἱ φόροι δὲν ἐπιβάλλονται συλλήβδην οὐδὲ ἐπὶ τῶν παραγωγῶν, συμβαίνει ὥστε ἀπὸ 60,000,000 ἑκατολίτρων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέβαινεν ἡ παραγωγὴ τοῦ οἴνου ἐν Γαλλίᾳ πρὸ τῆς φυλλοξήρας, 40,000,000 νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸν φόρον τῆς κυκλοφορίας, μόλις δὲ 6,000,000 κατορθοῦται νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πόσα;!
§17ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 6,000,000, ἐκτὸς ἐννοεῖται, ἄλλων δέκα περίπου ἑκατομμυρίων, εἰσαγομένων εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους καὶ ἄλλας πόλεις, ἔνθα ὅλοι οἱ φόροι εἶναι συγχωνευμένοι εἰς ἕνα. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν οἴνων, τὸ ὁποῖον παράγεται καὶ ἀποταμιεύεται, θὰ ὑποβάλλεται εἰς τὸν φόρον τῶν δύω λεπτῶν καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως τῶν 3 λεπτῶν· δὲν ὑπάρχει δὲ καμμία ἄλλη ἐξαίρεσις εἰμὴ μόνον ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸ λεγόμενον δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ 500 ὀκάδ. πρὸς ἄμεσον χρῆσιν τῶν παραγωγῶν, καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν οἴνων τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον τῶν 2 λεπτῶν. Ἀλλ’ αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται δὲν μεταβάλλουσι τὴν ἰδιότητα τοῦ φόρου, ὅστις εἶναι ἄμεσος, ἔγγειος καὶ ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῶν παραγωγῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ ἔχων 10 στρέμματα ἀμπέλου μετρίας ποιότητος καὶ παράγων 5,000 ὀκάδας οἴνου, εἶναι ὑποχρεωμένος, κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, νὰ πληρώσῃ 250 δραχμὰς διάφορον ἔγγειον καὶ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἀφαιρουμένων 15 δραχμῶν διὰ τὸ δικαίωμα τῆς καταναλώσεως, ἐπὶ 500 ὀκάδων, τὰς ὁποίας ἀφίνει πρὸς ἰδίαν χρῆσιν τοῦ παραγωγοῦ, ὥστε ἀντὶ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου, ὃν πληρώνει ὁ ἀμπελοκτήμων οὗτος ἐκ δραχμῶν περίπου τριάκοντα, τῷ ἐπιβάλλεται φόρος 235 δραχμῶν. Καὶ τὸν φόρον τοῦτον ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ χωρὶς νὰ λαμβάνηται καθόλου ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν ἐκ τοῦ παραχθέντος οἴνου ἐπώλησε μέρος καὶ ἔλαβε χρήματα ἢ ἐὰν τὸν κατηνάλωσεν ὅλον πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του, ἢ ἐὰν τὸν ἀπώλεσε, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ξυνίσῃ ἢ νὰ χυθῇ. Τὸν τοιοῦτον φόρον βαπτίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς φόρον καταναλώσεως, ἐνῷ συνήθως ὁ τῆς καταναλώσεως φόρος ἐπιβάλλεται οὐχὶ εἰς τοὺς παραγωγούς, ἀλλ’ εἰς τοὺς οἰνοπώλας. Ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, τὸν ὁποῖον κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, θέλει ἀποβῆ λίαν καταθλιπτικὸς καὶ θέλει γεννήσει τὰ μεγαλείτερα σκάνδαλα. Τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ἡ ἐξέλεγξις καὶ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἀμπελοκτήμων ἀπεταμίευσεν, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς ἀποθήκας, τὰς οἰκίας, τὰ δωμάτια, καὶ παντοῦ ὅπου ἔχουν ὑποψίαν ὅτι κρύπτεται οἶνος, καὶ δύνανται ἀκόμη νὰ συντρίβουν τὰς θύρας τῶν οἰκιῶν, συμμορφούμενοι μὲ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ὥστε χάριν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου καταργεῖται τὸ ἄσυλον τῶν οἰκιῶν, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ ἢ οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν βεβαίωσιν ἐπιστάται ἔχουν δικαίωμα νὰ τὸ παραβιάζουν, ὁπόταν θέλουν. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιόν του ἔτι μᾶλλον καταθλιπτικὸν, εἰσάγων ἐν αὐτῷ διατάξεις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι, ὅταν οἱ φόροι βεβαιοῦνται διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, τάσσεται προθεσμία τις σύντομος, ἐντὸς τῆς ὁποίας τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας δύνανται νὰ τὰς ἐξελέγξωσι καὶ νὰ βεβαιώσωσι τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν π. χ. διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων τῶν ζώων ὑπάρχει προθεσμία μέχρι τέλους Μαΐου, διὰ τὴν τῶν χοίρων μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπαρίθμησις ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ πάντοτε.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε· δὲν ἀνεγνώσατε, φαίνεται, τὸν νόμον.—Ἐντὸς λοιπὸν τῆς συντόμου ταύτης προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὁρίζουν οἱ νόμοι, δύναται νὰ γείνῃ πᾶσα ἐξέλεγξις· μετὰ δὲ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, οἱ φορολογούμενοι εἶναι ἀπηλλαγμένοι πάσης ἐνοχλήσεως καὶ δύνανται νὰ μεταφέρωσι τὰ ζῶά των ὅπου θέλουν καὶ νὰ τὰ διαθέτωσι καθ’ ὃν τρόπον βούλονται. Ἀλλὰ τὸ περὶ οἴνου νομοσχέδιον δὲν ἔχει προθεσμίαν διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δηλώσεων, ἃς οἱ ἀμπελοκτήμονες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παρουσιάζωσιν· ἑπομένως οἱ ἐνοικιασταὶ δύνανται ἐν παντὶ καιρῷ καὶ χρόνῳ νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν οἰκίαν σας διὰ νὰ βεβαιωθοῦν ἐὰν ὑπάρχῃ οἶνος. Καὶ τὴν Ἀπόκρεω, καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, καὶ τὴν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς σας, καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου σας ἔχει ὁ ἐνοικιαστὴς ἢ ὁ ἐπιστάτης τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν καὶ νὰ καταμετρήσῃ τὸν περιεχόμενον εἰς τὰ ἀγγεῖά σας οἶνον, τίς οἶδε κατὰ τίνα τρόπον. Ἐκτὸς τούτου, τὸ νομοσχέδιον ἀπαγορεύει τὴν ἐλευθέραν μεταφορὰν τοῦ οἴνου ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅλως περιττὸν, ἀφοῦ ἅπαξ ἐβεβαιώθη καὶ ἐπληρώθη ὁ φόρος ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποταμίευσιν. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ἔχων ἀνάγκην νὰ μεταφέρῃ οἶνον ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλον τόπον, ὀφείλει νὰ ἐφοδιάζηται μὲ δηλωτικὸν, ἐκδιδόμενον ἀπὸ τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, τὸν Εἰρηνοδίκην ἢ τὴν τελωνιακὴν Ἀρχήν. Ἀλλ’ ὁ μεταπράτης, ὁ ἐξερχόμενος ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ μεταβαίνων εἰς τὰ χωρία διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἓν ἢ δύω φορτία οἴνου, ποῦ θὰ εὕρῃ τὸν Ἔφορον ἢ τὸν Εἰρηνοδίκην διὰ νὰ τὸν ἐφοδιάσῃ μὲ δηλωτικὸν, καὶ ἑπομένως νὰ δυνηθῇ νὰ μεταφέρῃ ἐλευθέρως τὸν οἶνον; Καὶ ὅταν ἀκόμη θέλητε νὰ μεταφέρητε οἶνον ἀπὸ τὴν ἐξοχήν σας εἰς τὴν πόλιν, ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν εἰς τὴν ἐξοχὴν, ὀφείλετε καὶ τότε νὰ συνοδεύησθε μὲ δηλωτικὸν, διότι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι γενικὴ, καὶ πᾶσα μεταφορὰ ἀπαγορεύεται ἄνευ δηλωτικοῦ. Μίαν μόνον ἐξαίρεσιν βλέπετε, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἐτέθη διὰ ν’ ἀποδείξῃ ἔτι μᾶλλον τὸ τερατῶδες τοῦ πράγματος καὶ τὴν ἀκρισίαν τῶν συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 18, ἐξαιρεῖται τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ συνοδεύηται μὲ δηλωτικὸν «ὁ δι’ ἄμεσον χρῆσιν εἰς φιάλας μεταφερόμενος ἐντὸς τῆς αὐτῆς πόλεως ἢ τοῦ αὐτοῦ χωρίου οἶνος.» Ὥστε καὶ ὁ ὑπηρέτης σας, ὅταν ἀπὸ τὸ οἰνοπωλεῖον ἀγοράζῃ οἶνον διὰ τὴν τράπεζάν σας, ἐὰν δὲν ἔχῃ πρόχειρον φιάλην καὶ λάβῃ κανάταν ἢ τσουκάλι, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ συλληφθῇ καθ’ ὁδὸν, νὰ τοῦ πάρουν τὸν οἶνον καὶ νὰ τὸν ὑποβάλουν εἰς πρόστιμον· διότι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, μόνη ἡ διὰ φιάλης μεταφορὰ εἶναι ἐλευθέρα, πᾶσα δὲ ἄλλη εἶναι ἀνάγκη νὰ συνοδεύηται μὲ δηλωτικόν. Ἀκόμη καὶ ὁ οἶνος, ὅστις κατὰ πᾶσαν πρωΐαν παραδίδοται εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς καλλιεργοῦντας τὰ κτήματα, καὶ ὅστις, ὡς γνωρίζετε, μεταφέρεται ἐντὸς ἀσκῶν ἢ πηλίνων ἀγγείων, τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ κατασχεθῇ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δηλωτικόν, καὶ νὰ μείνουν οἱ ἐργάται χωρὶς οἶνον. Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζουν ὡς νομοσχέδιον περὶ φόρου καταναλώσεως. Φόρος τοιοῦτος ἀπέχει παραπολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι φόρος καταναλώσεως· εἶναι φόρος ἔγγειος, ὅστις θὰ πληρόνηται ἀπὸ τοὺς ἀμπελοκτήμονας, καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδράσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν παραγωγήν. Ἕνεκα δὲ τῶν πολλῶν καὶ ἀσκόπων διατυπώσεων, μὲ τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον περιβάλλει τὴν βεβαίωσιν, θέλουν ἐπέλθει μέγιστα σκάνδαλα· ἐὰν δὲ καὶ ἐπιψηφισθῇ, ἀδύνατον εἶναι νὰ εἰσπραχθῇ οὐδὲ τὸ τρίτον τῆς προϋπολογιζομένης προσόδου. Τὸ τρίτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τὸ περὶ φόρου καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἐγὼ τίποτε, διότι στηρίζεται ἀκριβῶς εἰς τὰς αὐτὰς βάσεις, εἰς τὰς ὁποίας καὶ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ πρὸ δύω ἐτῶν εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως ἐκεῖνο ἀπήντησε σπουδαίαν ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ὅλης τῆς πτέρυγος ταύτης. Διὰ τοῦτο εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω τί θὰ εἴπωσι σήμερον περὶ αὐτοῦ οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Φθιώτιδος, καὶ πρὸ πάντων ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Ζουλούμης, ὅστις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, λαβὼν τότε τὸν λόγον παρέστησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοιούτου φορολογικοῦ συστήματος, οὐ μόνον ἡ παραγωγὴ τοῦ καπνοῦ θέλει καταστραφῆ, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον δὲν θέλει εἰσπράξει πλέον τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν. Εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ νῦν ἀξιότιμοι βουλευταὶ Τριχωνίας, διότι οἱ τότε ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας ταύτης κατεξανέστησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ παρέστησαν ὅτι, ἂν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ, ἤθελεν ἐπιφέρει τὸ χάος καὶ τὴν ἐρήμωσιν εἰς τὴν ὡραίαν ἐπαρχίαν των. Εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω τί θὰ εἴπωσιν οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ Σύρου, διότι οἱ προκάτοχοί των ἐκραύγαζον, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν μου ἤθελε καταστρέψει σπουδαίαν βιομηχανίαν τῆς νήσου καὶ ἤθελεν ἀφαιρέσει 6 περίπου ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος ὁ τόπος καὶ ἡ ναυτιλία ὠφελοῦνται. Πρὸ πάντων δὲ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τίνες λόγοι ἔπεισαν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἀσπασθῶσι σύστημα, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον σφοδρῶς κατεδίκαζον ἄλλοτε, καὶ τόσον μᾶλλον εἶμαι περίεργος, καθόσον ἔκτοτε οὐδένα ἤκουσα συνηγοροῦντα ὑπὲρ τοῦ προταθέντος συστήματος καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνηγορήσῃ τις, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὁ ὑποβαλὼν ἐξέφραζον δημοσίᾳ τοὺς δισταγμούς, τοὺς ὁποίους εἶχον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ τὸ κατέστρεψε.
§21ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς μίαν δὲ μακρὰν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξέθετον τὰς ἀμφιβολίας μου, καὶ παρίστων εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, πλὴν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἶχον παρασκευασθῆ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἄλλα περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ· Θαυμάζω δὲ πῶς, ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη τότε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀφοῦ παρῆλθε τόσος καιρὸς, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει οὔτε αἱ γνῶμαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, οὔτε τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε, ἀφοῦ τέλος πάντων πρόκειται νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν τουλάχιστον σύστημα τελειότερον, τὸ ὁποῖον καὶ ὀλιγώτερα ἰδιωτικὰ συμφέροντα νὰ προσβάλῃ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ πρόσοδον ἀνωτέραν. Ὅπως δήποτε θέλω εὐχαριστηθῆ πολὺ, ἐὰν ἀκούσω τοὺς Ὑπουργοὺς ὁμολογοῦντας σήμερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν μου ἦτο τὸ καταλληλότερον καὶ τελειότερον, καὶ μετανοοῦντας, διότι ἐκ τῆς ἀντιδράσεώς των δὲν ἐπεψηφίσθη ἔκτοτε, καὶ οὕτω τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη 6 ἢ 8 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ διάστημα τῶν δύω ἐτῶν ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι. Τελευταῖον φορολογικὸν νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἐπὶ τῶν σιγαροχάρτων. Περὶ τούτου καὶ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ προσδοκᾶτε, εἶπεν ἱκανὰ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι εἶσθε πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐλπίζετε, ὅτι δύνασθε διὰ τοιούτου φόρου νὰ εἰσπράξητε 1,500,000· διότι, καὶ κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν οὔτε 700,000 δραχμῶν, ἐγὼ δὲ προσθέτω, ὅτι ἀμφιβάλλω ἂν θέλουσιν εἰσπραχθῆ 100,000 μόνον ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ σιγαροχάρτου, ὅστις, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, εἶναι πρωτοφανὴς, διότι, καθόσον ἐγὼ γνωρίζω, δὲν ἀπαντᾶται εἰς οὐδεμίαν Ἐπικράτειαν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει τὸν φόρον τοῦτον ὡς συμπλήρωμα τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην ἀνωτέρας εἰσπράξεως, νὰ μὴ ἐπιβάλῃ φόρον, ἀνώτερον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ὡς ἐκ τοῦ νέου τούτου φόρου ἡ χρῆσις τῶν σιγαροχάρτων θέλει ἐλαττωθῆ ἐπαισθητῶς, διότι πολλοὶ τῶν καπνιζόντων θὰ μεταχειρισθῶσι πίπας, ἄλλοι ἀραβοσιτόφυλλα καὶ ἄλλοι ἄλλα (θόρυβος). Ἐκτὸς τούτων, εἶναι ἀδύνατον νὰ προλάβωμεν τὴν λαθραίαν εἰσαγωγὴν τοῦ σιγαροχάρτου, διότι διὰ τοιούτου χάρτου περιτυλίσσονται πολλὰ λεπτὰ ἐμπορεύματα, δὲν εἶναι δὲ εὔκολον οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ παραγγείλητε νὰ μὴ μεταχειρίζωνται τοιοῦτον χάρτην διὰ τὰ πρὸς ἀποστολὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα προωρισμένα, οὔτε ὅταν φθάνουν ἐνταῦθα νὰ τὰ ἐκτυλίσσητε διὰ νὰ ἐξάγητε τὸ σιγαρόχαρτον. Διὰ τοῦτο πολλὰ ὀλίγα καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου δύνασθε νὰ ἐλπίσητε. Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὸ οἰκοδόμημα καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἐλπίζει νὰ εἰσπράξῃ 17 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω, ἐγένετο, νομίζω, κατάδηλον ὅτι οἱ προτεινόμενοι φόροι δὲν εἶναι πάντες κατάλληλοι καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ἐξ αὐτῶν οὐδὲ τὸ τρίτον τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει· ἐὰν δὲ ἐπιψηφισθῶσι τὰ φορολογικὰ ταῦτα νομοσχέδια, θὰ βλαφθῇ ἡ παραγωγὴ, θὰ ἀδικηθῇ ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία καὶ θὰ γεννηθῶσι πολλὰ σκάνδαλα, χωρὶς τουλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωμεν ἀποκαθιστάμενον δι’ αὐτῶν τὸ ἰσοζύγιον. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἀποβλέποντες εἰς τὸ δυσάρεστον τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς σκέψεις τῶν οἰκονομιῶν, οὐδὲ νὰ παραλείψωμεν κανὲν νομοθετικὸν ἢ διοικητικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, νὰ ἐπιβάλωμεν δὲ καί τινας φόρους, ἀλλὰ φόρους καταναλώσεως καὶ οὐχὶ παραγωγῆς. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει νὰ γείνῃ σκέψις καὶ περὶ ἄλλων τινῶν ἀντικειμένων φορολογίας. Πολὺς γίνεται λόγος περὶ τῆς φορολογίας τῶν κεφαλαίων· νομίζω δὲ, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ ληφθῇ καὶ περὶ τούτου πρόνοια, διότι καὶ οἱ ἔχοντες τὰ κεφάλαια πολλὰ κερδίζουσι καὶ ὀλίγον φορολογοῦνται. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τέλειον οἰκονομικὸν πρόγραμμα· τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅστις, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, πρὶν κλείσῃ ἡ παροῦσα συζήτησις, θέλει ἐξηγήσει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου φρονεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς μέτρα τόσον ἄδικα καὶ καταθλιπτικὰ, οἷα εἶναι τὰ ἤδη προτεινόμενα.
§22Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προηγουμένως ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως χώρου εἰς τὰς μεταλλευτικὰς ἑταιρίας ἐπὶ ἀνεγέρσει καταστημάτων. (Ὅρα παράρτημα). Κύριοι, λίαν ἐσπευσμένως ἡ ἀντιπολιτευομένη μερὶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐμφαίνουσα τοιουτοτρόπως μόνον τὴν ἀνυπομονησίαν της. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀνυπομονησία, ὥστε καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅστις κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζει τὰς κοινοβουλευτικὰς παραδόσεις, καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐνήστευσε τοῦ βήματος, σπεύδων ἀνῆλθεν ἐπ’ αὐτοῦ, ἵνα ἐπιληφθῇ ἀνέτοιμος τῆς συζητήσεως, πρὶν ἀκόμη λάβει πλήρη γνῶσιν τοῦ ὑποβληθέντος διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ σχεδίου. Οὐχ ἧττον εὐχάριστον εἶναι δι’ ἐμὲ ὅτι τοιοῦτος ἔμπειρος εἰς τὰ οἰκονομικὰ καὶ ὡς αὐθεντία θεωρούμενος ἀνέπτυξεν ὅσα εἶχεν ἐπιχειρήματα, διότι ἦσαν μᾶλλον μεμετρημένα, καὶ δὲν ἦσαν ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠκούομεν παρὰ τῶν ἐχόντων τὴν ἕξιν οὐ μόνον νὰ περιφρονῶσι τοὺς λοιποὺς τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ τὰ κοινῶς παραδεδεγμένα διδάγματα τῆς ἐπιστήμης. Ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως δὲν εἶναι ἀπόλυτος, ὅτι τὸ νόμισμα εἶναι μὲν τὸ μέτρον τῶν ἀξιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντοτε, ὁ δὲ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως δεικνύεται σχετικὸς ἐνίοτε, ὡς ἐν παραδείγματι διὰ τῆς μωρίας τῶν ἁλάτων. Τὰ ἅλατα ἔχουν τὴν μωρίαν νὰ μὴ ἀκολουθοῦν τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἰδοὺ, λέγουν, τὸ παράδειγμα ὅτι, καίτοι ὑπαρχούσης πολλῆς προσφορᾶς, οὐχ ἧττον οἱ ζητοῦντες ἐπλήρωσαν ἀνώτερον τῶν 10 λεπτῶν τίμημα τοῦ ἅλατος. Ἡ μωρία ποῦ ἔγκειται; ἐν τῷ ἅλατι, ἢ ἐν τῇ ἀγνοίᾳ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν τὸ ἅλας περισσότερον ἢ ὅσον ἠδύναντο νὰ ἔχουν διὰ τῆς πολλῆς προσφορᾶς; Καὶ τόσον ὀλίγον ἐσεβάσθησαν αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τὸ ἀπαρέγκλιτον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὥστε παρεγνώρισαν αὐτὸ καὶ ὅταν ἦλθον νὰ ἐξετάσωσι πόθεν προέρχεται ἡ ὕψωσις τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἡ ὑπερτίμησις τῶν μετάλλων. Ἠθέλησα, εἶπεν ὁ ἀγορεύων, νὰ ἐπιβεβαιώσω ὅ,τι ἄλλοτε προεμάντευον, ὅτι ἤθελεν ἔλθει ἡμέρα, ὅτε ἡ Τράπεζα θὰ ἐξέδιδε τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπὲρ τὰ ἑκατὸν ἑκατομμύρια, καὶ τότε τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα Ἀγγλικῆς λίρας ἔμελλε νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς δραχμὰς 31 καὶ 60. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐβεβαιώθη· καὶ διατί ἐβεβαιώθη; διότι, λέγουσιν, ὅσῳ ἀνώτερον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἐκδίδοται κατὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, κατὰ τοσοῦτον ἐλαττοῦται ἡ ἀξία αὐτῶν καὶ αὐξάνει ἡ ἀξία τῶν μετάλλων. Παράδοξον, ἂν δύναταί τις ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων νὰ προμαντεύῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος· πόσοι καταγίνονται εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κερδοσκοπίαν πωλοῦντες ἢ ἀγοράζοντες! ὅταν λοιπὸν ἢ ἠγόρασαν εὐθηνὰ, ἢ ἐπώλησαν εἰς ἀνωτέρας τιμὰς, δὲν ἔχουν, ἢ νὰ προστρέξουν εἰς τὴν μηνιαίαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ ἴδουν πόσα εἶναι τὰ ἐκδοθέντα τραπεζικὰ γραμμάτια, διὰ νὰ εἴπωσιν: ἰδοὺ ἡ τιμὴ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος. Αὐτὴν τὴν θεωρίαν ἐδοκίμασαν νὰ ἐπιβεβαιώσωσι διὰ τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ὑποδείξωσιν οὕτω πως, ὅτι εἶναι καὶ προφῆται. Ἀλλὰ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, μήπως πρὸ ἑνὸς μηνὸς, πρὸ 10 ἡμερῶν, τὸ αὐτὸ ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν ἦτο ἐν κυκλοφορίᾳ; 105 ἑκατομμυρίων εἶναι πρὸ πολοῦ χρόνου, καὶ 105 θὰ μείνωσιν ἐπὶ πολὺ, ἂν δὲν ἔλθῃ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον πάλιν νὰ προστρέξῃ εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ δάνειον, ὥστε νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ ἐν τοσούτῳ καθ’ ἡμέραν κυμαίνεται ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος· σήμερον εἶναι 31 καὶ 60, αὔριον δύναται νὰ ἦναι 30 καὶ 50· πῶς ἤρτηται τότε ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος; Καὶ ἐνταῦθα παρεγνώρισαν τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ζητεῖται ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα; αὐξάνει ἡ ἀξία· προσφέρεται μὴ ζητούμενον; ἐλαττοῦται ἡ ἀξία· ἀλλὰ διατί προσφέρεται πολύ; ἢ ὅταν ζητῆται, διατί ζητεῖται; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Προσφέρεται πλέον ἢ ὅσον ζητεῖται, ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ πρὸς ἐξαγωγὴν προϊόντα, ὅταν δύναται νὰ λάβῃ τὸ ἀντίτιμον ἔξωθεν· ζητεῖται δὲ, ὅταν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχῃ νὰ ἐξαγάγῃ προϊόντα. Καταπίπτει ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος, ὡς παρετήρησα ἄλλοτε, ὅταν καταπίπτῃ καὶ ἡ τιμὴ τῶν ἐθνικῶν ὁμολογιῶν. Ἅμα ἐξευτελίζεται ἡ τιμὴ τῶν ἐθνικῶν ὁμολογιῶν, δὲν θέλει ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ νὰ ἦναι κάτοχος αὐτῶν, διὸ τὰς ἀποστέλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς πώλησιν, θεωρῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς ἀξία, οὐδὲ συμφέρουσα· ἀλλ’ ὅταν συῤῥέουν εἰς τὴν χώραν πολλαὶ πρὸς πώλησιν, ἀντ’ αὐτῶν ἐξάγεται μέταλλον, ὡς τὸ ἀντίτιμον. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν. Ἐν τῇ παραγνωρίσει τοιούτων στοιχειωδῶν ἀξιωμάτων, δὲν εἶναι παράδοξος ἡ παρατήρησις, ὅτι κακῶς εἰσήχθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος εἰς ἐποχὴν, ὅτε ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἔπρεπε, λέγουν, νὰ ὑπάρχῃ μεταλλικὸν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν νόμισμα πραγματικὸν, νὰ ἔχωμεν ἄργυρον καὶ χρυσὸν, καὶ τότε μόνον ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ εἰς τί ἤθελε συντελέσει τὸ ἀργυροῦν καὶ τὸ χρυσοῦν νόμισμα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος; Μήπως ἐπρόκειτο νὰ ἀγοράσωμέν τι; οὐδὲν ἄλλο ἐπρόκειτο, ἢ περὶ ὑπολογισμοῦ κατὰ τὴν μίαν μονάδα ἢ τὴν ἄλλην. Τί παρεμβαίνει ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Μήπως τοιαῦται σκέψεις ἐπενήργησαν μέχρι τοῦδε, κωλύουσαι τὴν ἐκτέλεσιν ῥητοῦ νόμου; Τί ἐγένετο πρὸ ἡμῶν; ἐγένετο ἡ διαστροφὴ, τὴν ὁποίαν βλέπομεν εἰς πᾶσαν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Ἅπαξ ὁ Νομοθέτης ὥρισεν, ὅτι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1869 μέλλει νὰ γείνῃ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου συστήματος, ὅτε δυσχέρειαι ἐφάνησαν. Τί ἔπραξεν ὁ Νομοθέτης; ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὴν ἐντολὴν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως. Ἡ δὲ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἔπραξε τοῦτο; οὐδαμῶς, ἀλλὰ παρέβη τὴν ἐντολὴν, παρηρμήνευσεν αὐτὴν, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ παραγγελθὲν, ἁπλῶς ἀνέβαλεν, ἐνῷ δὲν εἶχεν οὔτε τὴν ἐξουσίαν, οὔτε τὴν ἀνάγκην. Τοιοῦται πράξεις ἐγένοντο ἐπανειλημμένως ἀναβολῆς, δι’ ὧν ἐξαπατῶνται οἱ ἁπλούστεροι, δι’ ὧν εἴμεθα συγχρόνως καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν τῇ Δύσει καὶ φημι κἀπόφημι, διὰ νὰ δικαιολογῶνται εἰς ὅ,τι πράξωσιν. Ἐκράτησαν μετέωρον τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ τὴν ἐκράτησαν καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἤθελεν ὁ Νομοθέτης. Ἐδοκίμασαν νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐντολὴν, καὶ ποῦ προσέκοψαν; εἰς τὸ ὅτι προανήγγειλαν τὴν ἡμέραν τῆς ἐφαρμογῆς, ὥστε κατέστησαν τὴν ἐφαρμογὴν ἀδύνατον ἄνευ ζημιῶν καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, μὴ περιερχόμενος εἰς τοιαῦτα ἁμαρτήματα, ὡς δύναμαι νὰ ὀνομάσω αὐτὰ, εἰς τοιαύτην παραγνώρισιν τῶν κοινοτέρων, τῶν στοιχειωδεστέρων ἀξιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ πάσης σκέψεως οἰκονομικῶν πραγμάτων, δὲν εὑρῆκεν αὐτὸ τὸ κώλυμα. Ἀλλαχοῦ παρετήρησεν, ὅτι ἀναφαίνεται τὸ πρόσκομμα. Ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ νόμισμα εἶναι τὸ μέτρον τῶν ἀξιῶν κατὰ τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ κανὼν εἶναι ἀπαρέγκλιτος, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι χρήσιμα πράγματα εἰς τὴν κοινωνίαν ἐλαχίστης ἀξίας, διότι εἶναι ἐλάττω τῶν 5 λεπτῶν, τῶν κλασμάτων ἐκείνων τῆς δραχμῆς, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει σήμερον ἡ παράστασις, διότι δὲν ἔχομεν μονόλεπτα καὶ δίλεπτα. Ὅλη ἡ δυσχέρεια λοιπὸν ἔγκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν μονολέπτων καὶ διλέπτων· καὶ ποῦ ἀναφαίνεται ἡ ζημία; οὐχὶ εἰς τὸν ἔμπορον, δὲν ἤκουσα νὰ διαταραχθῇ ἐμπορικὴ συναλλαγή· λαμβάνομεν τηλεγραφήματα ἐκ τῶν ἐμπορικῶν κέντρων τῆς Ἑλλάδος, ἐξ ὧν ἐκδηλοῦται ἡ γνώμη περὶ αὐτοῦ τοῦ μέτρου, δι’ ὧν μανθάνομεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἔβλαψε, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Λαμίας, ἐξ ἧς μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ οὐδεμία ὑπογραφὴ, ἐλάβομεν πολλὰς ἀναιρούσας ἐκεῖνον, ὅστις ἐτόλμησεν νὰ προκαλέσῃ ἀναίρεσιν. Εἰς τὸν ἔμπορον οὐδὲν πρόσκομμα ἐγένετο, οὐδὲ εἰς τὴν καθημερινὴν συναλλαγήν· ποῦ λοιπὸν ἐγένετο τὸ πρόσκομμα κατὰ τὸν προλαλήσαντα περὶ τῶν προσκομμάτων; εἰς τὸ ἓν λεπτὸν καὶ τὰ δύω λεπτά. Τῳόντι διὰ τῆς ἐπιτηδειότητος τοῦ πρίοντος τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἠθέλησε νὰ καταδείξῃ, ὅτι ὑπάρχουσι πρόσωπα, τῶν ὁποίων μόνος πόρος εἶναι 60 δραχμαὶ κατὰ μῆνα, δι’ ἃ εἶναι ὅλα μεμετρημένα, ὥστε δὲν δύνανται ν’ ἀγοράσωσιν ἄνευ ζημίας τὰ ἔχοντα ἀξίαν ἐλάττω τῶν 5 λεπτῶν· δι’ αὐτὰ εἶναι ἄφευκτος ἡ ζημία κατὰ ἓν λεπτὸν διὰ πᾶσαν ἀγορὰν πρὸς προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων· αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα πρόσκομμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον, εἶπεν, ὅτι ἀπαντᾷ τις σήμερον, καὶ ἦτον ἄξιον αὐτὸ τὸ πρόσκομμα, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις καὶ συζήτησις τοιούτων διαστάσεων, ὥστε νὰ ἐξετασθῇ ὅλος ὁ προϋπολογισμὸς, ὅλον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα καὶ ὅλη ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὸ τὸ ἓν λεπτὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ζημιωθῇ ἡ χήρα, ἡ ἔχουσα μόνον πόρον σύνταξιν 60 δραχμῶν! Ἀφοῦ ἔχει ὁ προαγορεύσας τοσαύτην λεπτότητα διανοίας, ὥστε νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ λεπτοῦ διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ζημίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠδύνατο ὀλίγον ἔτι νὰ βασανίσῃ τὴν εὐφυΐαν του, διὰ νὰ εὕρῃ τρόπον, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ χήρα νὰ μὴ ζημιωθῇ, διότι καὶ αὐτὴ ἡ χήρα, ἡ ὁποία ἤθελε ν’ ἀγοράσῃ 4 μελιτζάνες ἀνὰ μίαν δι’ ἕκαστον λεπτὸν, ἠμποροῦσε ν’ ἀγοράσῃ 5 καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πέμπτην διὰ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἄνευ ζημίας. Ἐγὼ ἔβλεπον, κύριοι, τὸ σοβαρὸν ὕφος, τὸ ὁποῖον παρίστα ὁ ῥήτωρ καὶ ἐζήτουν νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν σοβαρότητα τῶν σκέψεών του, ἀλλὰ δὲν εὗρον πλέον τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ. Κατακρίνεται διὰ τοῦτο τὸ μέτρον τοῦ νομίσματος, καὶ ἐπειδὴ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῶ προεκλήθημεν νὰ μὴ θέσωμεν πολιτικὸν ζήτημα, ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν κατάκρισιν ἁπλῆν χριστιανικῷ τῷ τρόπῳ, διὰ τοῦτο, κατὰ παράβασιν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἐκεῖνος, ὅστις, ὡς νομίζω, ἔπρεπε νὰ ἐνασκῇ αὐθεντίαν, ἐργαζόμενος νὰ στηρίξῃ τὰς ὑγιεῖς παραδόσεις, εἰσῆλθε λάβρως καὶ χύδην εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἀκόμη ἐκτεθῇ ἀρκούντως καὶ λάβῃ πλήρη γνῶσιν ἑκάστου μέρους αὐτοῦ. Δὲν ὀκνῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα εἰς ὅσα ἐξέθηκεν ἀλλὰ δὲν βλέπω, ὅτι θὰ συντελέσῃ τοῦτο εἰς τὸ νὰ μορφώσῃ ὀρθὴν κρίσιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὔτε ν’ ἀπαλλάξῃ ὑμᾶς τῆς συζητήσεως, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὅταν ἕκαστον ἀναγνωσθῇ τῶν νομοσχεδίων, ὅσα φέρομεν συμφώνως πρὸς αὐτόν. Τί ἄλλο σημαίνει ἡ τακτικὴ τοιαύτης προώρου συζητήσεως, ἢ ὅτι τὸ νὰ προκαταλάβῃ τὴν κοινὴν γνώμην ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς διαδόσεως εἰδήσεων μὴ ἀκριβῶν, ἃς ἔπειτα δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, διότι δὲν εἶχεν ἐξετάσει ἐπισταμένως; Μόνον διὰ νὰ διασκεδάσω τὴν πλάνην, θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα προελέχθησαν. Κατὰ πρῶτον κατακρίνει ὁ προαγορεύσας, ὅτι προέβημεν νὰ ἐπιθέσωμεν βάρος 17 ἑκατομμυρίων νέων φόρων εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐλαφρύνωμεν ὅσον ἔνεστι τὰ βάρη τῶν φορολογουμένων. Ἔπρεπε, λέγει, προηγουμένως νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν ἄλλο μέσον, πρὶν καταφύγωμεν εἰς φόρους, καὶ τότε ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν φόρους μὴ ἐπαχθεῖς. Ἀπορεῖ τις, ὅταν ἀκούῃ τοιούτους κοινοὺς τόπους ἀπὸ τοὺς ἐντριβεῖς, ἀπὸ τοὺς δυναμένους νὰ γινώσκωσι τὰ σοφώτερα. Τάχα τώρα πρώτην φορὰν ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ δοκιμάσωμεν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα; Μέχρι τοῦδε οἱ κυβερνῶντες δὲν εἶχον ἐνώπιόν των τὸ χάσμα τοῦ ἐλλείμματος αὐξάνον; Αὐτὰ τὰ μέσα, ἃ σήμερον προβάλλονται, τίς ἐκώλυε τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα νὰ δοκιμάσῃ, ὅτε ἦν Ὑπουργός; Πρέπει λοιπὸν ἕκαστον Ὑπουργεῖον νὰ δοκιμάζῃ αὐτὴν τὴν λιτανείαν τῆς διζήσεως ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ πρῶτον νὰ προβαίνῃ εἰς τὰς οἰκονομίας, ὡς λέγουν, ἔπειτα βελτιοῦν τὰ τῆς διοικήσεως καὶ τρίτον νὰ καταφεύγῃ εἰς τοὺς φόρους; Ἂν ἠδύνατο τῷ ὄντι δι’ οἰκονομιῶν νὰ ἐλαττωθῇ ἡ στήλη τῶν δαπανῶν, διατί αὐτὸ τοῦτο δὲν ἔπραττεν; Ἀπορῶ νὰ λέγηται τοῦτο παρ’ ἐκείνου, ὅστις γνωρίζει κατὰ κεφάλαιον, κατ’ ἄρθρον καὶ κατ’ ἐδάφιον ὅ,τι ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει· γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι τὸ πλεῖστον τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀναλλοίωτον καὶ ἀπαραμείωτον. Τί θέλετε νὰ μειώσητε; Τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους, τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἐσωτερικοῦ; Θέλετε νὰ μειώσητε τὰς συντάξεις; Θέλετε τὴν ἐπιχορήγησιν, θέλετε τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως καὶ ἐπιστασίας; ἢ θέλετε νὰ μειώσητε τὸν στρατόν; ἐκφρασθῆτε. Θέλετε νὰ μὴ ὑπάρχῃ στρατός; δύνασθε νὰ ἐπαναφέρητε αὐτὸν ἐκεῖ, ὅπου ἦτο πρὸ ἐτῶν· καὶ ἐπανερχόμενος ἐκεῖ ὁ στρατὸς δύναται πλέον νὰ λειτουργῇ; Δύναται νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς ἔθνους ἀνεξαρτήτου καὶ ἔθνους, τὸ ὁποῖον καθ’ ἡμέραν ἔχει ἀνάγκην νὰ προστατεύῃ τὴν ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν; Θέλετε νὰ μειώσητε τὸ μισθολόγιον; διότι ἐπαναλέγετε συχνάκις καὶ κατὰ κόρον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι κατὰ τὰ 1880 ἔγεινε μείωσις. Κατηργήθησαν οἱ Γραμματεῖς τῶν τρίτης τάξεως Ταμείων. Ἰδοὺ, λέγετε, ἡ φοβερὰ ἐλάττωσις, ἥτις ἔγεινε παρ’ ἡμῶν, ἔγεινε καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται πλέον νὰ γείνῃ αὔξησις δαπάνης, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνεται πάντοτε μείωσις. Τί δύνασθε νὰ ἐκπέσητε; Οἱ μισθοὶ τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§24ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντιπολιτευομένης μερίδος δὲν ὁμολογεῖ, ὅτι οἱ μισθοὶ πλέον δὲν δύνανται νὰ ἦναι τοιοῦτοι, οἷοι ὑπάρχουν;
§25ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου.
§26ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν, ἀντὶ νὰ μειώσητε, ἔπρεπε νὰ αὐξήσητε, καὶ εἶχον τὴν πρότασιν τῆς αὐξήσεως, ὥστε καὶ οἱ μισθοὶ νὰ μεταβληθοῦν εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ ἀνεχαιτίσθην ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας ἀνεγνώρισα ὀρθὰς, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν βεβαίαν καὶ σταθερὰν, καὶ τότε μόνον τὸ Κράτος δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην δαπάνην. Ἐγὼ λέγω, ὅτι, ἅμα φθάσωμεν εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν, ἔχομεν καθῆκον μέγιστον, καθῆκον ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας, ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Κράτους, ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς ἀντὶ δραχμῆς εἰς νέαν δραχμήν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν αὐταὶ αἱ μειώσεις; Ἀλλὰ συχνάκις λέγεται αὐτὸ, καὶ λέγεται μάλιστα, διὰ νὰ ἀκούεται καὶ ἔξω τοῦ Κράτους, ὅτι ἰδοὺ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον προέταττεν οἰκονομίας, καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ποσῶς νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς μισθοδοτικοὺς καταλόγους. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει μέρος καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, διατί, ἐὰν τοῦτο ἦτο συντελεστικὸν, δὲν τὸ ἔπραξε; Διατί ἀνθίστατο καὶ εἰς αὐτὴν τὴν μικρὰν οἰκονομίαν τῶν Γραμματέων τῶν γʹ. τάξεως Ταμείων; Δὲν ἐτράπημεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν πεπλανημένην ὁδὸν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι ἐδοκίμασαν, ἀλλὰ πάντες ἐγκατέλειψαν, διότι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἄγει ἢ εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ὑπηρεσίας. Τοὐναντίον, ἡ βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας εἶναι αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, καὶ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, προτείνομεν αὔξησιν ὑπηρεσιῶν.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὔξησιν προσώπων.
§28ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρον τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἠδυνάμην διὰ βραχέων νὰ σᾶς περιγράψω· καὶ ἂν σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν νὰ μάθητε τί ἐστὶ κακὴ διοίκησις, ἀρκοῦσιν ὀλίγοι λόγοι διὰ νὰ πεισθῆτε. Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ὑπῆρχεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγνώριζε ποία εἶναι ἡ διαχείρισις ὅλου τοῦ Κράτους. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ χαρτοσήμου, τὴν ταμιακήν. Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ὑπῆρχεν, ἢ ὑπῆρχε κατ’ ὄνομα· οὐδὲν βιβλίον εὑρέθη τῶν δανείων, ἄγνωστον ἦτο τί ἔγειναν τὰ δάνεια τόσων καὶ τόσων ἑκατομμυρίων.
§29ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἀπομνημονεύματα εἶχαν.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Φαίνεται ἐκ μνήμης, ὡς ἐκ τῆς μεγαλοφυΐας ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν εἶχον ἀνάγκην γραφῆς. Τί εἰσῆλθε διὰ τῶν δανείων, ἄγνωστον, τί ἐπληρώθη διὰ τῶν δανείων, ἄγνωστον. Ἀνεζητήσαμεν πᾶν ἴχνος, διὰ νὰ ἀνεύρωμεν ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀνεύρωμεν τὸ ἐλάχιστον, ἐὰν δὲν ἤρχοντο εἰς ἐπικουρίαν ἄλλοι· προσετρέχομεν εἰς τὰς Τραπέζας, διὰ νὰ μάθωμεν παρ’ αὐτῶν ποία χρῆσις ἐγένετο τῶν δανείων, καὶ ἐκ τῶν βιβλίων τῶν Τραπεζῶν ἐμανθάνομεν ποῖα χρήματα ἡμεῖς ἔχομεν. Δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλ’ ἔξωθεν τραπεζίτης ἀνήγγειλεν εἰς ἡμᾶς «ἔχω εἰς χεῖράς μου 3.200,000 φράγκων». Πόθεν αὐτὰ τὰ χρήματα, ἄγνωστον, οὐδὲν ἴχνος, οὐδεὶς ὑπάλληλος ἐγνώριζεν, οὐδὲ Κεντρικὸς Ταμίας, οὐδὲ ἄλλος τις. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Μετὰ παρέλευσιν τεσσάρων μηνῶν, λαμβάνομεν ἄλλην ἐπιστολὴν τραπεζίτου, λέγοντος «ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἔχετε χρήματα ἐν Ἀμερικῇ 1,700,000, καὶ ἐὰν θέλετε, ἐγὼ ἀναδέχομαι νὰ τὰ λάβητε, ἀλλὰ νὰ μένουν παρ’ ἐμοὶ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ.» Ἔμενον λοιπὸν αὐτὰ τὰ χρήματα ἄτοκα ἐν Ἀμερικῇ, ἐνῷ ἡμεῖς ἐπληρώνομεν 8%, ἐνῷ ἠγοράζομεν ξένον συνάλλαγμα μὲ ζημίαν 15%, ἐνῷ εἴχομεν χρήματα εἰς μέταλλον ἐν Ἀμερικῇ. Εἶχε, φαίνεται, παραγγελθῆ τὸ κατάστημα τὸ ἐμπορικὸν ν’ ἀνοίξῃ πίστωσιν εἰς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλλάδος ἐν Νεοβοράκῳ 1,700,000, ἄγνωστον δὲ ἐὰν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο χρῆσις· ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν κατοχὴν αὐτῶν τῶν χρημάτων, ἀλλ’ ἐβεβαιώσαμεν τὴν ὕπαρξίν των καὶ τὰ ἐπιδιώκομεν.
§31ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὰ 1881 ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Φαίνεται, ὅτι ἐδίδοντο αἱ διαταγαὶ ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἄνευ σημειώσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§33ΛΑΜΠΡΥΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1880 ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐφρόντισε νὰ τακτοποιήσῃ τὰ οἰκονομικά;
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι μεταγενέστερον.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τῶν 15,000,000 δὲν μᾶς λέγετε τίποτε;
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τί ἐννοεῖτε.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλὰ τὸ ἠξεύρετε.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα θέλετε νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἀνέκδοτα; Ἐγράψαμεν εἰς Βιέννην περὶ κατασκευῆς κινητοῦ χαρτοσήμου διὰ τὰ Προξενεῖα, μᾶς ἀπήντησαν δὲ «πληρώσατε τὸ παλαιόν σας χρέος, διότι ἄλλως δὲν σᾶς κατασκευάζομεν χαρτόσημον.» Μετὰ πολλὰς ἐρεύνας γράφοντες καὶ εἰς τὸν Πρέσβυν ἐν Βιέννῃ, μανθάνομεν, ὅτι πρὸ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν ἐστάλησαν τρία κιβώτια σφραγιστοῦ χάρτου ἐκ Βιέννης καὶ ὅτι αὐτὰ δὲν ἐπληρώθησαν. Ποῦ εἶναι; Ἔγεινε χρῆσις αὐτοῦ τοῦ χάρτου; Δὲν ἔγεινε; Τί εὑρίσκομεν; ὅτι ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν κιβωτίων ἦτο ἐῤῥιμμένον εἰς γωνίαν τοῦ Ὑπουργείου ἄγνωστον εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, δύω δὲ κιβώτια ἔκειντο ἀκόμη εἰς τὸ Τελωνεῖον. Τοιαῦτα ἀνέκδοτα δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Ἐσπεύσαμεν τότε νὰ πληρώσωμεν καὶ τὴν ἀξίαν του καὶ τοὺς τόκους. Σᾶς εἶπον ἐν γένει: διὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Διὰ ποίαν αἰτίαν παρημελήθη τὸ Γενικὸν Λογιστήριον; ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ δι’ ἀνικανότητα, ἢ δι’ ἔλλειψιν θελήσεως· καὶ τὰ δύω ἀξιοκατάκριτα ἐξ ἴσου. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἦτον ἔλλειψις θελήσεως, διότι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἱκανότητα εἰς τὰ τοιαῦτα, καὶ ἐν τοσούτῳ εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν διάστημα τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔγεινεν ἐνήμερον, καὶ σᾶς ἐκοινοποίησα ἤδη τὸ ἰσοζύγιον τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τῆς Αʹ. ἑξαμηνίας, εἶναι δὲ ἐνήμερον τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μέχρι τέλους Σεπτεμβρίου. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γείνῃ ἄνευ ἐργασίας, ἄνευ ὑπαλλήλων; Δὲν δύνασθε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ὑπαλλήλους διὰ τῶν μικρῶν μισθῶν, οὓς δίδομεν, νὰ ἐργάζωνται ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς, καὶ χρεωστῶ νὰ τοὺς ἐπαινέσω διὰ τὴν φιλοτιμίαν των, διότι καὶ τὰς νύκτας ἐργάζονται, διὰ νὰ φέρουν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Εἶπον, ὅτι τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εἶχε καὶ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν. Ἐστράφην πρὸς ἐξέτασιν τῆς καταστάσεως τῶν Ταμείων τοῦ Κράτους, ἥτις ἦτον ἀπίστευτος· ὅλα τὰ Ταμεῖα εἶχον τὰ λεγόμενα παραστατικὰ ἔγγραφα, καὶ δὲν ἠδύνασθε νὰ μάθητε ποία ἡ διαχείρισις αὐτῶν. Εἰργάσθη συντόνως τὸ νέον Τμῆμα καὶ μετὰ πολλῆς ἐπιτυχίας, ὄχι ἐγὼ, τὸ Τμῆμα, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἐργασθῶ εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀρκεῖ ὅμως ἡ θέλησις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν θέλησιν, καὶ εἰργάσθη τὸ Τμῆμα, ὥστε σήμερον μόνον τέσσαρα Ταμεῖα ἔχουν ἔτι παραστατικὰ ἔγγραφα, μὴ παραδοθέντα, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ ἐξητάσθησαν, τὰ ἔγγραφα ἀνεῴχθησαν, καὶ εἶναι ἐνήμερα· τὰ Ταμεῖα ὑπεχρεώθησαν κατὰ δεκαημερίαν νὰ δίδουν τὰς καταστάσεις των, καὶ πολλοὶ Ταμίαι ἔλεγον «αὐτὰ δὲν ἔγειναν ποτὲ, καὶ ζητεῖτε πράγματα ἀδύνατα, αὐτὰ δὲν γίνονται ἐν Ἑλλάδι.» Καὶ ὅμως ἔγειναν καὶ γίνονται κατὰ πᾶσαν δεκαημερίαν. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὰς καταστάσεις ὅλων τῶν Ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς ἔχω πάλιν τὴν ἀνακεφαλαίωσιν. Σᾶς ἐρωτῶ, ὅλα αὐτὰ δὲν ἀπαιτοῦν πρόσωπα ἐργαζόμενα; Ἐγὼ θὰ σᾶς φέρω μετ’ ὀλίγον αἴτησιν πιστώσεως περὶ τούτου, ἣν προβλέπει ὁ νόμος τοῦ νέου νομίσματος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀναγωγῆς. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ προτάσεις αὐξήσεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἐφέραμεν; σᾶς ἐφέραμεν διὰ τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς. Δύναται πλέον αὐτὸ τὸ Τελωνεῖον νὰ μένῃ μὲ τοὺς ὑπαλλήλους, οὓς εἶχεν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν Τελωνείων; Σήμερον τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς εἰσπράττει 8 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος· δύναται νὰ ἐξακολουθῇ πράττον τοῦτο μὲ δύω μόνον Ἐλεγκτάς; Ὁ ἐπιστάτης τῆς διαμετακομίσεως οὐδένα ἔχει ὑπάλληλον· ἐργάζεται μόνος. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρον τὴν Διαμετακόμισιν ἐν Πειραιεῖ; εἶναι μοναδικὸν, τερατῶδες, νὰ τὸ εἴπω. Πάντες εἶχον τὰ ἐμπορεύματα εἰς τὴν διάθεσίν των, εἰς τὰς ἰδίας ἀποθήκας των, τὰς ἀποθήκας τῆς καθημερινῆς καταναλώσεως, καὶ ἁπλῶς ἔλεγον «ἔχω ὑπὸ διαμετακόμισιν»· ὅταν δὲ ἤρεσκεν εἰς αὐτοὺς, καὶ ὅσα ἤρεσκον, αὐτὰ κατεδείκνυον, ὡς εἰσαχθέντα ἐκ τῆς διαμετακομίσεως εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ἐκλείσθησαν λοιπὸν αἱ ἀποθῆκαι καὶ ἐλήφθησαν αἱ κλεῖδες. Ἀλλὰ θέλετε νὰ μάθητε ποία ἦτον ἡ ἐπιτήρησις τοῦ λαθρεμπορίου; διότι συχνάκις γίνεται λόγος περὶ αὐτοῦ, καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας. Ἐγὼ εὑρῆκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 650 ἐφέσεις κατ’ ἀποφάσεων περὶ λαθρεμπορίου· τοὺς φακέλλους ὅμως τοὺς εὑρῆκα κεκρυμμένους εἰς ὅλας τὰς γωνίας· καὶ τῶν μεγαλειτέρων λαθρεμπορίων ἀνεδέχθην ἐγὼ τὴν ἐκδίκασιν, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἴσως ἤθελον διστάσει οἱ ὑποδεέστεροι νὰ τὸ πράξωσι. Κατεδίκασα τοὺς δεινοτέρους λαθρεμπόρους, οἵτινες ἐφαίνοντο, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἰσχυόντων ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ, καὶ κατεδίκασα αὐτοὺς εἰς μεγάλα ποσά. Μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, παρέπεμψα ἐκεῖ περίπου 500 ἐφέσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν ἐκδικάζονται. Σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν ὁ τελωνοφύλαξ ἢ ὁ δεκάρχης καταγγείλῃ λαθρεμπορίαν, δι’ ἣν ἀμείβεται, καὶ αὐτὴ βεβαιοῦται ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτοῦ καὶ τοῦ Τελώνου καὶ ἐκδίδοται ἀπόφασις, αὕτη δὲ θάπτεται, ἐνισχύεται τάχα ἡ ἐπιτήρησις κατὰ τῆς λαθρεμπορίας, ἢ ἐνισχύεται ἡ λαθρεμπορία; Ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον προκάτοχόν μου, ὅστις ἔχει πεῖραν, τί φρονεῖ περὶ τούτου; Ἀλλὰ, λέγει, δὲν ἐφέρετε καὶ νομοσχέδια, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ πρόσοδος τοῦ Κράτους. Ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων κεφαλαίων, ἃ φαίνονται εἰς τὰ ἔσοδα, εἶναι τὸ περὶ τῶν δόσεων τῶν φυτειῶν καὶ τῶν γαιῶν. Βλέπετε πάντοτε σημειούμενον ποσὸν 3,500,000, ἐξ ὧν ἐλάχιστα εἰσπράττομεν. Ποῖαι εἶναι αἱ αἰτίαι; πρώτη αἰτία εἶναι, ὅτι δὲν γίνονται καταμετρήσεις τῶν γαιῶν, καὶ ὁ δηλώσας δὲν εἶναι βέβαιος, ὅτι λαμβάνει πράγματι ἐκεῖνο τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσε, καὶ ἂν ἀκόμη ἐκδοθῇ τὸ παραχωρητήριον· διστάζει ἑπομένως καὶ δυσανασχετεῖ νὰ καταβάλῃ. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἔλλειψις νὰ θεραπευθῇ, νὰ γίνηται ἡ καταμέτρησις· πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται γεωμέτραι. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐζήτησα παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἔλαβον τὴν προσθήκην ὀκτὼ γεωμετρῶν· ἀλλὰ γεωμέτραι δὲν εὑρίσκονται, οὐδεὶς προσετέθη· διότι ὁ κλάδος αὐτὸς δὲν ἔχει προαγωγήν· ὁ ἀνώτερος μισθὸς εἶναι 150 δραχμῶν· ποῖος θέλετε νὰ ἀφιερώσῃ τὴν ζωήν του, ἀρχόμενος ἀπὸ τὰς 100 δραχμὰς, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰς 150 καὶ νὰ μείνῃ ἐκεῖ, ἕως οὗ φθάσῃ εἰς τὴν σύνταξιν τῶν 80 ἴσως δραχμῶν; οὐδείς. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκομεν γεωμέτρας. Οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τοῦ Πολυτεχνείου δὲν θέλουν νὰ στρατολογηθοῦν. Προτείνομεν λοιπὸν, καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτία τῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, προτείνομεν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, σχηματίζοντες 4 τάξεις, διὰ νὰ ἔχωμεν πρώτην τάξιν, ἥτις νὰ λαμβάνῃ σπουδαῖον μισθὸν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἑλκύσῃ ἐκεῖνον, ὅστις εἰς τὸ γῆράς του θέλει νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον σύνταξιν ἐπαρκῆ. Ἄνευ γεωμετρῶν, ὅλη ἡ ἐργασία τῆς διανομῆς τῆς γῆς καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς πρόσοδος ματαιοῦται. Εἰς μάτην ἐκδίδομεν παραχωρητήρια, εἰς μάτην ἐγγράφομεν εἰς τὰ ἔσοδα 3,500,000, ἁπλῶς αὐξάνοντες τὸ ποσὸν τῶν καθυστερούντων, καὶ ἔπειτα ἀποροῦντες ποίους ν’ ἀνεύρωσιν τρόπους, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τῶν καθυστερούντων τὴν εἴσπραξιν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ αἰτία τῆς προσθήκης. Περὶ τούτου φέρω νομοσχέδιον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προσόδου· φέρω νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ μέλλοντος νὰ ψηφισθῇ νόμου ὁ καθυστερῶν 2 δόσεις, κατὰ σειράν, γίνεται ἔκπτωτος· καὶ ὅταν ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ ἀπειλὴ, θὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, ὅπως ἔφερε κατὰ τὸν νόμον τῆς ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων εἰς τὸ νὰ μὴ καθυστερῶνται αἱ δόσεις, ἐκ φόβου μὴ ἀπολέσῃ τις καὶ ὅ,τι κατέβαλεν. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ πρόσοδος τῶν 3,500,000, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη, κατὰ τὸν ἡμέτερον προϋπολογισμόν. Ὁ προλαλήσας περὶ τῶν καθυστερούντων εἶχε νομοσχέδια πολλὰ, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ἐγκατέλειψε· τὰ ἐγκατέλειψε δὲ, διότι τὰ ἔφερε καὶ τὰ συνεζήτησε χλιαρῶς, παπταίνων, μὴ ἔχων θάῤῥος, μὴ ἔχων πεποίθησιν καὶ μὴ δυνάμενος νὰ μεταδώσῃ αὐτὴν εἰς ἄλλους. Τί ἦτο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξύμνησεν, ὅτι ἠδύνατο δι’ αὐτοῦ νὰ εἰσπράξῃ τὰς καθυστερήσεις; σᾶς τὸ ἀνέπτυξεν, ἀλλὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ ἐπαναφέρω αὐτὸ εἰς τὴν μνήμην σας· λέγει, οἱ εἰσπράκτορες θέλουν συντάξει κατάλογον τῶν καθυστερούντων καὶ θέλουν βεβαιώσει τὴν καθυστέρησιν, προσθέτοντες ἓν ποσοστὸν, ἡ δὲ εἴσπραξις θέλει ἐκτεθῆ εἰς ἐνοικίασιν. Ἠξεύρετε, κύριοι, αὐτὴ ἡ ἐνοικίασις εἶναι ἡ κοινὴ πανάκεια· χρεωστεῖται εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, καὶ πράγματι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἐπέτυχεν ἐπὶ τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἐνοικίασις ἔγεινε τῶν ἐμπειρικῶν ἡ πανάκεια· θέλεις νὰ εἰσπράξῃς φόρον ἄνευ κόπου; ἐνοικίασον. Τί ἀπεδείχθη ὅμως τώρα; ὅτι εἶναι ἀπ’ ἐκεῖνα τὰ μαντζούνια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτε.
§39ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἔχετε καὶ σεῖς.
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνοικιάζω τὸν φόρον τῶν καπνῶν, οὐχὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων, δὲν εἶναι τὸ αὐτό· ἐδῶ ἐνοικιάζετε τὴν καθυστέρησιν, τὴν ἀπόκρυψιν τῆς δηλώσεως. Τί γίνεται λοιπὸν ἐπὶ τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων; ἀποκρύπτουν τὰ ζῶα, δὲν γίνεται δήλωσις τῶν ζώων καὶ ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν ἡ ἐνοικίασις τῶν μὴ δηλωθέντων. Συμφωνοῦν οἱ μὴ δηλώσαντες φορολογούμενοι μετὰ τοῦ ἐπιδόξου ἐνοικιαστοῦ νὰ μὴ ὑπερθεματίσῃ, ἢ νὰ ὑπερθεματίσῃ ἐλάχιστον ποσὸν, ὅσον ἔνεστιν ἐλάχιστον, ὑποσχόμενοι ἀνάλογον ἀμοιβήν. Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπὶ τόπου, δίδει πίστιν· λέγει, ἐδῶ ἔγεινεν ἐπαναληπτικὴ δημοπρασία καὶ προσφέρεται ἐλαχίστη τιμή, ἄρα δὲν ὑπάρχουσιν ἀδήλωτα ζῶα· πείθεται καὶ κατακυρώνει, καὶ ἀφοῦ κατακυρώσῃ, τότε ἀνακαλύπτεται, ὅτι εἶναι φοβερὸν ποσὸν μὴ δηλωθέντων ζώων. Σᾶς ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου· μᾶς εἶπον ὅτι ἀδήλωτα ζῶα εἶναι 150 ἢ 200, εὑρέθησαν ὅμως τοιαῦτα 6,000 καὶ πλέον. Ἀφίνω ἄλλας ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀνῆλθον εἰς μεῖζον ποσὸν, ἕως 15,000 εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ὥστε ἡ ἐνοικίασις εἶναι ἀφορμὴ συμπαιγνίας μεταξὺ ἐνοικιαστοῦ καὶ φορολογουμένων Ἀλλ’ εἶναι τῳόντι ἀξιοπρεπὲς εἰς τὸ Κράτος νὰ παραιτῆται τῶν ἐκτελεστικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχει, νὰ ὁμολογῇ τὴν ἀνικανότητά του, ἔχον τοιαῦτα ὅπλα εἰς χεῖράς του καὶ τοσαῦτα ὄργανα, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ; Δύναται δὲ μᾶλλον νὰ τὰ εἰσπράξῃ ὁ ἰδιώτης κερδοσκοπῶν, καὶ δύναται τάχα νὰ κάμῃ καλλιτέραν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας; Τὰ τοιαῦτα οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ὡς ἐκεῖνα τὰ ἰαματικὰ φάρμακα, τὰ ὁποῖα θεραπεύουν πᾶσαν νόσον καὶ μαλακίαν, φάρμακα τῶν ἐμπειρικῶν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἠκούσατε ἄλλον ρήτορα, ὅστις εἶπεν, ὅτι μία χεὶρ σεσηπυῖα, ἥτις ἤδη ἤρχισε νὰ ὄζῃ σηπεδόνος, ἐθεραπεύθη παρ’ ἑνὸς ἐμπειρικοῦ εἰς εἰκοσιτέσσαρας ὥρας. Ἐξ αὐτῶν τῶν φαρμάκων εἶναι καὶ ἡ ἐνοικίασις. Θέλετε δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ διοικήσεως, εἰς ποίαν κατάστασιν εὗρον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Δὲν ἠδύνατό τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ὅλων τῶν ἐτῶν ἦσαν χύδην καὶ ἀναμὶξ, κατέχοντα ἅπαντα τὰ δωμάτια, ἐν οἷς οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Αὐτὸ ἦτο τὸ Συνέδριον, σῆψις καὶ δυσωδία, καὶ οὐδεμία ἐργασία· 90,000 παραχωρητήρια ἦσαν ἐκκρεμῆ. Ἀφίνω τώρα τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ὑπολόγων, τοιαύτη οὐδεμία ἐγίνετο· τί λέγομεν ἐνήμερον καὶ ἀνήμερον, ἦτον ἀνήλιον καὶ ἀκατοίκητον. Ὀλίγαι ἀποφάσεις ἐξεδίδοντο περὶ κανονισμοῦ τῶν συντάξεων καὶ ἐνίοτε περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἁλαταποθηκαρίων. Ἔλεγον δὲ πάντες ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ, ὅπου κατεδικάσθημεν εἰς βέβαιον θάνατον διὰ τοῦ τύφου. Πρὸς βελτίωσιν ἔγεινεν αὐτὴ ἡ σκέψις, νὰ γείνῃ ἔναρξις ὑλικῆς ἐργασίας, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὰ ἔγγραφα, νὰ ἀποχωρίσωμεν τὰ περιττὰ, ἀφοῦ κατατάξωμεν αὐτὰ, καὶ ἤδη προβαίνει αὐτὴ ἡ ἐργασία θαυμασίως· ἤδη ἐτέθησαν ἐντὸς κιβωτίων ταξινομηθέντα τὰ ἔγγραφα, καὶ ἐπληρώθησαν 175 κιβώτια. Αὐτὰ κατετάχθησαν συστηματικῶς, περιεδέθησαν, ἐσημειώθησαν ἐν εὑρετηρίῳ, ὥστε διὰ τοῦ εὑρετηρίου γνωρίζεται ἕκαστον ἐν ποίῳ κιβωτίῳ ἐτέθη καὶ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται, καὶ δύνασθε νὰ τὸ εὕρητε ἀμέσως. Τὰ κιβώτια αὐτὰ δὲν ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ τὸ κατάστημα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἐλάβομεν τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Πολυτεχνείου, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλα ὑπόγεια, ὅπου ἐτέθησαν τὰ κιβώτια ἀρκούντως ἐξησφαλισμένα. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία αὕτη, διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπὸ τοῦ ὄγκου τῶν ἐγγράφων, ὥστε νὰ μείνῃ χῶρος πρὸς ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἔγεινε καὶ ἡ ἄλλη ὑπηρεσία. 90,000 παραχωρητήρια ἐθεωρήθησαν καὶ κατεχωρίσθησαν, μέλλοντα νὰ παραδοθοῦν εἰς τοὺς δηλώσαντας. Ἀφίνω καὶ τοῦτο κατὰ μέρος, τὸ ἔφερα μόνον πρὸς σύγκρισιν, διὰ νὰ ἀκούσω τὶ φρονεῖ ἐκεῖνος ὁ σοβαρὸς ῥήτωρ, ὅστις λέγει: βελτίωσον τὴν διοίκησιν. Σὺ ἐβελτίωσας τὴν διοίκησιν ἢ μόνον παρέστης ἀπαθὴς θεατὴς καὶ οὐδὲν ἔπραξας πρὸς βελτίωσιν; Καὶ ἂν δὲν ἔπραξες τίποτε, τί εἶναι τοῦτο, ἔλλειψις ἱκανότητος ἢ θελήσεως; Ἂς τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος. Μᾶς εἶπε περὶ τῶν ἁλάτων, σεῖς ἔχετε πόρους, ἔχετε τὰ ἅλατα, τί ἐπιβάλλετε ἄλλους φόρους; Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖτε, θέλω σᾶς ἐξηγήσει. Πόσον ποσὸν ἅλατος δύναται νὰ καταναλωθῇ ἐν Ἑλλάδι; οὐδέποτε ἄνω τῶν 12,000,000 ὀκάδων· τὸ περιπλέον δύναται νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν; ὄχι. Ἐν Λευκάδι ἔχομεν σωροὺς ἁλάτων, ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι περὶ τῆς κατασκευῆς ἁλάτων, τὸ ζήτημα εἶναι περὶ τῆς καταναλώσεως· δύναται νὰ ἐξαχθῇ; ποῖος ἀγοράζει ἅλας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς; ὅλοι ἔχουν· μόνον τὸ Μαυροβούνιον ἅπαξ ἐζήτησε, τὸ ὁποῖον τώρα καὶ αὐτὸ ἀπέκτησε παραλίαν, ἔνθα δύναται νὰ πήγῃ ἅλας. Ποῦ θέλετε; ἐν Ἰταλίᾳ; ἐν Τουρκίᾳ; ἐν Αἰγύπτῳ; παντοῦ ὑπάρχουν παράλια. Λοιπὸν ποία ἀνάπτυξις δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν τὴν παραγωγήν; οὐδεμία· 1,100,000 δραχμῶν ἔχομεν πρόσοδον· ἴσως διὰ τῆς ἐνοικιάσεως θέλουν γείνει 1,200,000, τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως θὰ ἦναι ὀλιγώτερα. Τί δὲ ἦτο ἐκείνη ἡ πρότασις; θέλω σᾶς εἴπει πόθεν προῆλθε. Πρὸ τριῶν, ἢ τεσσάρων ἐτῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πότε, ἤμην καὶ τότε, ὡς εἶμαι εἰσέτι, Πρόεδρος τῆς Τραπέζης τῆς Βιομηχανικῆς Πίστεως· ὑπεβλήθη λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὸ σχέδιον συνεταιρισμοῦ διὰ τὰ ἅλατα· ποῖοι ἦσαν οἱ προτείναντες, οἱ συνέταιροι, οἵτινες ἐζήτουν τὰ ἅλατα; ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤρχοντο πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους νὰ συνεταιρισθοῦν. Δύνασθε νὰ ἐννοήσητε ποία ἦτο ἡ ἐντύπωσις, ἥτις ἐγεννήθη, καὶ ἡ Βιομηχανικὴ Τράπεζα δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον, διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν ἀναμεμιγμένοι, ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος ἄλλος παρὰ ὁ προλαλήσας; Ἐρωτήσατε τὸν κύριον Ἀθανασιάδην νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ Ἀθανασιάδου, πρόκειται περὶ Σωτηροπούλου.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κύριος Ἀθανασιάδης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἦσθε μέσα.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθον ἐγώ; (θόρυβος).
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Ἀθανασιάδης καὶ εἴχομεν συνεδρίασιν καὶ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Σκουζέ.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιοῖς, ὅτι ἦλθεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς τὴν Βιομηχανικὴν Τράπεζαν; (θόρυβος παρατεταμένος, διαπληκτισμοί).
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὁ Ἀθανασιάδης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (σφοδραὶ ἀντεγκλήσεις καὶ διαπληκτισμοὶ μεταξὺ τῆς δεξιᾶς καὶ ἀριστερᾶς).
§49ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΟΣ. Εἶσαι ψεύστης.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι...
§51Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶσαι ψεύστης καὶ συκοφάντης (θόρυβος).
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης ἦλθε νὰ διαπραγματευθῇ καὶ διαπραγματευόμενος εἶπεν, ὅτι εἶναι συνέταιρος καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§53Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπες αὐτό· ψεύδεσαι.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μήπως εἶσθε καὶ σεῖς μέσα;
§55Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄνθρωπε τῆς Τραπέζης... (θόρυβος παρατεταμένος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουμουνδοῦρε...
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μάθῃ νὰ σέβηται καὶ ὕστερον θὰ τὸν σέβωνται.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦλθεν ἔπειτα ὁ ἔντιμος προλαλήσας νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν ἀξίαν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων· καὶ διακρίνων τὰ μὲν ἀπὸ τὰ δὲ, εἶπεν, ὅτι τὰ δύω νομοσχέδια τῶν ποτῶν καὶ τῶν οἴνων τὰ ἀποδοκιμάζει, διότι θεωρεῖ, ὅτι αὐτὰ δὲν ἀνάγονται εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως· ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐναντίος, ἠθέλησεν ὅμως νὰ ἐξετάσῃ τὰς συνειδήσεις περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ, δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ καὶ τί φρονεῖ ἕκαστος περὶ τοῦ νόμου, τί συλλογίζεται ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα· τὸν δὲ τέταρτον φόρον τοῦ σιγαροχάρτου θεωρεῖ μὴ ἄξιον λόγου. Ἐπιτροχάδην μόνον θέλω εἴπει τινὰ πρὸς ἀναίρεσιν. Εἶπεν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἴνων δὲν εἶναι φόρος τῆς καταναλώσεως, διότι φόρος τῆς καταναλώσεως εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πληρώνει ἀμέσως ὁ καταναλωτής. Δὲν ἐξέδωκεν εἰσέτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλλίας τὰ συγγράμματά του, διὰ νὰ μελετήσω κατὰ τίνας ὁρισμοὺς κατατάσσει. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχω ἄλλα βοηθήματα ἢ ἐκ τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ποτῶν ὀνομάζεται excise καὶ εἶναι φόρος καταναλώσεως· πῶς δὲ εἰσπράττεται; ἰδοὺ πῶς εἰσπράττεται. Ἕκαστον κατάστημα ὑπόκειται εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἐλάχιστον ποτὸν ἄνευ τῆς χρεώσεως τοῦ καταστήματος καὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου, καὶ μάλιστα ὁ νόμος ἐπιβάλλει, ὅτι τὰ καταστήματα, τὰ σταλακτήρια, πρέπει νὰ ἦναι ἐντὸς τῶν πόλεων, διὰ νὰ ἐπιτηρῶνται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἦναι εἰς ἀπόστασιν ὡρισμένων μιλίων, τότε δαπάναις αὐτῶν διατηρεῖται ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ καταστήματι, καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἡ ἐλαχίστη πρᾶξις ἄνευ τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ. Ἰδοὺ πῶς εἰσπράττεται ὁ φόρος καταναλώσεως, καὶ οὐδεὶς ἐν Ἀγγλίᾳ ἀμφιβάλλει, ὅτι εἶναι τοιοῦτος.
§59ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Πρόκειται περὶ ἐπιτηρήσεως, δὲν πρόκειται περὶ καταναλώσεως.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀκούω ἓν κελάδημα, δὲν διακρίνω πόθεν ἔρχεται.—Λοιπὸν ἡ Ἀγγλία δὲν συμφωνεῖ μετὰ τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, καὶ ἐγὼ προτιμῶ νὰ συμφωνῶ μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ν’ ἀκολουθῶ τὸ παράδειγμά της. Ἐρχόμεθα ἐν Γαλλίᾳ· μᾶς εἶπεν ἐκεῖ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ποῦ ἀνέγνωσε, μολονότι ἀνέφερε τὸ ὄνομα τοῦ Leroi-Beaulieu· περίεργον πῶς ἀνέφερε τὸ ὄνομά του, ἐνῶ οὗτος φρονεῖ τὸ ἐναντίον· ὅπως καὶ κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν, ἐξαιρεῖται καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἡ λεγομένη σοῦμα· ἐν Γαλλίᾳ δὲ ὀνομάζονται οἱ κατασκευασταὶ, bouilleurs de cru, ὅπως κατὰ τὸ νομοσχέδιον. Ἕκαστον σταλακτήριον ὀφείλει νὰ δηλώσῃ τὸ κατασκευαζόμενον ποσὸν, καὶ ἅμα πωλεῖται, ἢ ὁ ἀγοραστὴς ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἀμέσως τὸν φόρον τοῦ ὅλου, ἢ πρέπει νὰ δώσῃ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν, ὅτι θέλει πληρώσει αὐτὸν εἰς τὸν τόπον τῆς ἀποστολῆς τὸ λεγόμενον acquit à caution. Τί γίνεται κατὰ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον; μήπως ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι ὁ κατασκευάζων οἰνόπνευμα ὑπάγεται ἀμέσως εἰς φόρον; διατί εἶπον, ὅτι προτρέχει καὶ ἀπερχόμενος δὲν ἔδωκε καιρὸν εἰς ἑαυτὸν νὰ μελετήσῃ, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ προκαταλάβῃ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ διασείσῃ τὰς πεποιθήσεις. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὸ εἰς ἐμπορίαν διδόμενον, δὲν λέγομεν ὁ κατασκευαστὴς τοῦ οἰνοπνεύματος, ὑποβάλλεται εἰς φόρον. Πῶς θὰ φορολογήσετε ἀπευθείας τὸν καταναλωτήν; Εἰς ἕκαστον, ὅστις θὰ πίῃ ἓν ποτήριον θὰ τὸν εἴπετε, περίμενε, δὸς προηγουμένως ἓν λεπτόν; καὶ ποῦ τὸ λεπτόν; ἀλλὰ λέγει ὄχι, ὁ πωλῶν λιανικῶς πρέπει νὰ φορολογῆται. Ἠξεύρετε τί συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ; ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει καὶ δεύτερος φόρος εἰς τὸν πωλοῦντα λιανικῶς· πρῶτος εἶναι ὁ φόρος τοῦ κατασκευαστοῦ καὶ δεύτερος ὁ φόρος τοῦ λιανοπωλητοῦ. Λοιπὸν ὅταν λέγωμεν τὸ πρὸς ἐμπορίαν οἰνόπνευμα, ἐννοεῖται κάλλιστα, ὅτι δὲν φορολογοῦμεν τοὺς χωρικοὺς, οὔτε τὴν λεγομένην σοῦμαν, τὴν ὁποίαν ἀφίνομεν ἐλευθέραν, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ καταναλώσεως, τότε ἔρχεται ἡ φορολογία. Ἀλλὰ μοῦ λέγετε, ποία εἶναι τὰ καθέκαστα περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου· δὲν εἶναι ἡ ὥρα διὰ τοῦτο· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι πλημμελῆ· ἂν δέχεσθε τὴν ἀρχὴν, ἔλθετε νὰ συμπράξωμεν πρὸς ἀνεύρεσιν τοῦ καταλληλοτέρου τρόπου· ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ ἀπ’ ἀρχῆς καταδικάζειν. Σᾶς φέρω καὶ ἄλλο παράδειγμα, ὅτι εἶναι φόρος καταναλώσεως· ὡς πρὸς τὰ ποτὰ ἐτάραξεν ἴσως τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα ἡ ἀνάγνωσις ξένων βιβλίων. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἐπὶ τοῦ ζύθου ἀπὸ ποῖον πληρώνεται; ἀπὸ τὸν κατασκευαστὴν τοῦ ζύθου; οὐχί· ἀπὸ τὸ καταναλωτὴν ἢ τὸν λιανοπωλητήν. Τί λέγει ἡ μεγάλη ὑμῶν πεῖρα περὶ τὰ οἰκονομικὰ περὶ αὐτῆς τῆς κατατάξεως τῶν Γάλλων.; Ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἴνου δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀποκρούσω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀκριβέστατα διακρίνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ ἔγγειος φόρος καὶ ὁ τῆς καταναλώσεως. Ὡς πρὸς τὸν ἔγγειον φόρον, λέγομεν, ὅτι ἐξαιροῦνται αἱ πεντακόσιαι ὀκάδες. Δὲν λέγεται τὸ αὐτὸ ὡς πρὸς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως. Κατὰ τοῦ ἐγγείου φόρου οὐδὲν ἐῤῥέθη σπουδαῖον, ἀλλ’ ἐπολέμησαν τὸν δεύτερον φόρον τῆς καταναλώσεως καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἄμεσος φόρος· διατί; ἐκ τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν, διότι ἐνόμισαν, ὅτι φορολογεῖται πᾶς οἶνος, καὶ ἑπομένως φορολογεῖται ὁ καλλιεργητής· δὲν παρετήρησαν, ὅτι φορολογεῖται ὁ πωλούμενος οἶνος καὶ ὅτι ὁ ἀμπελουργὸς, ὁ καλλιεργητὴς δὲν πληρώνει φόρον καταναλώσεως, κατὰ τὸ νομοσχέδιον· αὐτὸς δύναται νὰ μεταχειρίζηται τὸν οἶνόν του εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων του πρὸς χρῆσιν τῶν ἐργατῶν του· δι’ αὐτὸν τὸν οἶνον οὐδὲν πρόκειται νὰ πληρώσῃ.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίς τὸ λέγει αὐτό;
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον.
§63ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ λέγει αὐτό (θόρυβος).
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἑλληνιστὶ εἶναι γεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅταν λέγῃ ὁ πωλούμενος οἶνος ὑποβάλλεται εἰς τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως, σεῖς, κύριε Κουμουνδοῦρε, ὅστις γνωρίζετε καλῶς τὴν γλῶσσαν καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι ἀγορὰ καὶ πώλησις, δὲν ἐννοεῖτε τὸ αὐτό; Ὅστις δὲν ἀγοράζει τὸν οἶνον, δὲν ὑποβάλλεται εἰς φόρον καταναλώσεως.
§65Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν λέγητε μόνον 500 ὀκάδες ἐξαιροῦνται, τί ἐννοεῖτε;
§66ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρετε τί λέγετε (θόρυβος).
§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔγγειον φόρον λέγομεν τοῦτο.
§68ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοεῖτε τί ἐγράψατε (θόρυβος).
§69ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκ τοῦ ὑπερβολικοῦ τῆς ζέσεως ἐπῆλθεν ὅλη αὐτὴ ἡ σύγχυσις. Ἐγὼ σᾶς λέγω πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν εἶναι σαφὴς ἡ ἔκφρασις· ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν τοῦτο, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ εἶναι σαφής· σᾶς εἶπον τὴν διάνοιαν τοῦ νομοσχεδίου· αὐτὴ εἶναι ἡ διάνοια τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ἐλάχιστος φόβος αὐτὴ ἡ διάνοια νὰ μὴ κατασταθῇ σαφής. Λοιπὸν τί εἶναι αὐταὶ αἱ φωναὶ, τί εἶναι αὐτὸς ὁ ἀγὼν, αὐτὴ ἡ νευρικὴ ταραχή; μάλιστα, μάλιστα, μάλιστα! (ἱλαρότης). Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας εἶπεν, αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ προσβάλω, εἶναι τὸ νομοσχέδιόν μου. Μὲ συγχωρεῖ ὁ προαγορεύσας, δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιόν του. Νομίζω ὅποιος λαλεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀντιποιεῖται ξένας ἰδέας, δὲν πράττει ὡς πρέπει εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἔχει ἀξίωσιν νὰ ᾖναι σεβαστός. Πρῶτον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν περιέχει κανένα ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ νομοσχεδίου του, καὶ δεύτερον αὐτὴν τὴν φορολογίαν διὰ τῶν ταινιῶν παρελάβετε παρ’ ἄλλων, καὶ ἑπομένως δὲν ἐποιήσατε πρωτότυπον· δὲν ἔχετε λοιπὸν τὴν πρωτοτυπίαν. Μὴ λέγετε λοιπὸν, ὅτι σᾶς ἀπεμιμήθημεν. Δὲν ἀρνοῦμαι ἀπομιμήσεις· εἶναι γελοῖον νὰ εἴπῃ τις ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ βήματος, ὅτι εἰσάγει πρωτότυπα φορολογικὰ νομοσχέδια. Ὅλη ἡ Εὐρώπη ἔχει αὐτοὺς τοὺς φόρους. Τί θὰ φέρητε σεῖς νέον, ὅταν ὅλη ἡ Εὐρώπη ἔχῃ αὐτοὺς τοὺς φόρους; Δὲν ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν σήμερον νὰ ὑπερασπισθῶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ φυσικῶς ἔχει ἀνάγκην μελέτης καὶ παρατηρήσεων, αἵτινες θέλουσιν ἀκουσθῆ εὐχαρίστως, ὅταν καταδείξωσι τὰς ἐλλείψεις, οὔτε εἶναι ζήτημα τοῦ θέματος ἢ συζητήσεως τί ἐφρόνει ὁ δεῖνα, τί ἀνέφερεν ὁ δεῖνα, τί ἔλεγε πρὸ δύω ἐτῶν, ἀλλὰ τί συντελεῖ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ φόρου. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι μόνος ὁ Ἰησουίτης ἀναδέχεται νὰ ἐξετάζῃ τὰς συνειδήσεις καὶ νὰ μανθάνῃ τί ἕκαστος ἐνδομύχως φρονεῖ· ὁ μαθητὴς αὐτῆς τῆς σχολῆς εἶναι συνεπέστατος εἰς ἑαυτόν. Ἀλλὰ πολιτικὸς ἄνθρωπος, ὅστις ἔρχεται νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος του καὶ πρώτην φροντίδα θεωρεῖ τὴν ἐξάλειψιν αὐτοῦ τοῦ χάσματος τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν, ὀφείλει νὰ σκέπτηται τί θέλει πράξει σήμερον, οὐχὶ τί ἐφρόνει προχθὲς καὶ τί πρὸ ἑνὸς ἔτους ἕκαστος. Μὴ ταράττεσθε λοιπὸν, ἐὰν ἐξετάζωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ αὐτοῦ, μὴ ταράττεσθε, ἐὰν ἔχετε εὐαίσθητον ἐπιδερμίδα, διότι δύνανται καὶ ἄλλοι νὰ ἔχωσι τοιαύτην. Τώρα δὲ περὶ σιγαροχάρτου. Νὰ σᾶς καταδείξω τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ σιγαροχάρτου, καὶ ἐὰν ἐπιτρέπηται νὰ εἰσάγηται χάρτης μόνον πρὸς περιτύλιγμα, δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὸ εἴπω. Καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ σχεδίου τοιοῦτόν τι, δὲν δύνασθε νὰ τὸ διορθώσητε; ἀφοῦ τὸ σιγαρόχαρτον θέλει σφραγισθῆ, νομίζετε, ὅτι θέλει ἐξασφαλισθῆ ἀρκούντως ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, καὶ ὅτι δὲν θέλει γείνει κατάσχησις; Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι δὲν θέλει δώσει τόσον ποσόν. Ἠξεύρετε πρὸς πόσα σιγάρα ἀναλογεῖ μία ὀκὰ καπνοῦ; πρὸς 1600 σιγάρα ἑκάστη ὀκὰ, κατὰ τὸν νόμον τῆς Τουρκίας. Λοιπὸν κάμετε τὸν ὑπολογισμόν. Ἐδῶ ἔχομεν προαγορεύσαντα βουλευτὴν, ὅστις γνωρίζει καλλίτερα τὰ μαθηματικὰ καὶ ὅστις ἄλλοτε εἶπεν, ὅτι γνωρίζει πολὺ καλλίτερα καὶ τὰ μηχανικά. Ἂς κάμῃ λοιπὸν αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν, καὶ τότε θέλομεν τῷ δώσει καὶ μίαν ἀμοιβήν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι αἱ δειναὶ ἀντιῤῥήσεις, ἃς ἠκούσατε κατὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σᾶς ἀφίνω νὰ κρίνητε τί ἀπομένει πλέον ἐξ αὐτῶν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ἀτμοτελωνίδων. Θέλει τεθῆ τὸ Νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα)· Ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ἐκπαιδεύσεως ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ συστάσεως Ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· καὶ αὐτὸ θέλει τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της περὶ προσθήκης ὑπαλλήλων εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς· καὶ αὐτὸ θέλει τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐπειδὴ δὲ ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρημένη, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 6, 20′ μ. μ).