1882.06.12
1,304 rows · 10,339 words · 84 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 94
τῆς 12 Ἰουνίου 1882.
Ὥρα 8 π. μ.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρακτικὰ, κύριοι βουλευταὶ δὲν θὰ ἀναγνωσθοῦν, καθόσον ἀντιγράφονται. Θὰ ἀναγνωσθοῦν ἀργότερα. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν κ. Ῥηγόπουλος ὑποβάλλει δύω ἐπερωτήσεις καὶ δύω συστάσεις.
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδελφαὶ Μαριγὼ καὶ Ἀγγελικὴ Δούκα, διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας τοῦ ἀδελφοῦ των καὶ τὰς θυσίας τῆς πατρικῆς των οἰκογενείας, ζητοῦσι χορηγίαν συντάξεως.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, βέβαια.—Ἀναφορὰ Ἀθανασίου Πινιὰ, ἐκ Μετζητιὲ, κώμης τῆς Ἠπείρου, πρόσφυξ, δι’ ἧς ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δοθῇ αὐτῷ καὶ ἄλλαις 40 οἰκογενείαις ἐξ Ἠπείρου χρηματικὸν βοήθημα καὶ ὁρισθῇ τόπος, ἐν ᾧ νὰ συνοικισθῶσι καὶ ἐργάζωνται.— Ὁ Ἀναστάσιος Τσόχας ὑποβάλλει ἔκθεσιν ἀφορῶσαν τὴν ἀνοικοδόμησιν θεάτρου ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ πεφωτισμένην βούλησιν τῆς Βουλῆς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς καὶ μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐλάβομεν τηλεγράφημα ἐκ πληρεξουσίου τοῦ χωρίου Ἀγόριανης τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, ἐγὼ δ’ ἔλαβον καὶ ἕτερον σήμερον, διὰ τοῦ ὁποίου παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου, διότι ἔχοντες ἀμφισβήτησιν πρός τινα Μουστοῦρον, ὅστις ἀξιοῖ δικαιώματα ἐπὶ τῆς κυριότητος τοῦ χωρίου των, καὶ προκειμένου ἡ διαφορὰ αὕτη ὡς ἀναγομένη καθαρῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων καὶ νὰ λυθῇ δικαστικῶς, αἴφνης ἐπενέβη πρὸς λύσιν αὐτῆς στρατιωτικὴ δύναμις τῇ παραγγελίᾳ τοῦ ἀντισαγγελέως· ὁ ἀντισαγγελεὺς δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ εἰς διαφορὰς ἀφορώσας εἰς πολιτικὰς ἀμφισβητήσεις. Καὶ ἤθελον ἐννοήσει, ὅτι ὅταν πρόκηται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις οἱουδήποτε δικαστηρίου καὶ ὅταν ἀπαντῶνται προσκόμματα ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν, ἐννοῶ, ὅτι τότε ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, προσκαλουμένη, παρέχει τὴν συνδρομήν της, δυνάμει τοῦ νόμου, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως· διοικητικῶς ὅμως δὲν ἔχει κἀνὲν δικαίωμα καμμία Ἀρχὴ νὰ παρεμβαίνῃ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ὅπως ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς τύχης τῆς διαφορᾶς ὑποθέσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠγέρθη πολιτικὴ διαφορὰ καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἀναμιγνύεται ἡ διοίκησις καὶ πολὺ περισσότερον νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ, ὅπως ἀπαγορεύῃ εἰς τοὺς πολίτας τὴν διεκδίκησιν τῶν νομίμων αὐτῶν δικαιωμάτων. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τόσον τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρωθυπουργὸν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν διαφόρων Ἀρχῶν ἐκεῖ νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται διοικητικῶς εἰς διαφορὰς, ἀναγομένας καθαρῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων.
§7ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.—Ἐμπρὸς Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν Πταισματοδικείων.
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν). Τί Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων!
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπαμεν κατὰ τὴν πρωτελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, τῶν συνδεομένων πρὸς αὐτὸν, εἶναί τι ὅλως ἔκρυθμον, ἀλλ’ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ βεβαιότης, ὅτι εὐθὺς κατόπιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ὑπουργείου καὶ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως τῆς αὐτῆς ἡμέρας θὰ ψηφίζωνται καὶ τὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ὑπετέθη ἡ ὕπαρξις, ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ μικρὰ αὕτη ἀνωμαλία δὲν ἔβλαπτε, διότι δὲν ἤθελε φέρει εἰς ἀποτελέσματα πρακτικῶς ἄτοπα. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ κίνδυνος ἀποδεικνυόμενος ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ ψηφισθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις ὡς στηριζόμεναι ἐπὶ Νόμου, ὁ δὲ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται στηριζομένη ἡ πίστωσις, φαίνεται πιθανὸν ὅτι δὲν θέλει ψηφισθῆ, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σταματήσῃ, καὶ εἴτε νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰς πιστώσεις ταύτας, εἴτε νὰ φροντίσῃ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος πρὶν ψηφισθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ ἀναγραφεῖσαι, πιστώσεις. Κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τούτων κατὰ τὴν πρωτελευταίαν συνεδρίασιν, εἴπομεν τότε πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐὰν γένηται ἡ ἑσπερινὴ συνεδρίασις, δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον διεβλέπομεν· ἐὰν ὅμως δὲν γίνῃ, ὁ κίνδυνος μετατρέπεται σχεδὸν καὶ εἰς βεβαιότητα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ τοιούτου ἀτόπου. Χθὲς δὲν ἐγένετο συνεδρίασις ἑσπερινὴ, ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἐλπίδα, ὅτι θὰ γένηται ἑσπερινὴ συνεδρίασις· διὰ τοῦτο ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην νὰ ἐξακολουθῶμεν προτείνοντες εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίζωνται πιστώσεις, μὴ στηριζόμεναι ἐπὶ νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως τινὲς ἐκ τῶν πιστώσεων τούτων εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖαι, ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς ἵνα ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις αὗται στηρίζονται, διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§12Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὑπεσχέθημεν καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἐδώσαμεν πρὸς αὐτὴν καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσχετίζοντο κατά τινα τρόπον μὲ τὸν προϋπολογισμὸν· καὶ τὰ ἐδώσαμεν εἰς τρόπον περίεργον καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδὲν τῶν νομοσχεδίων τούτων ἢ πολλὰ ὀλίγα αὐτῶν, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβὴς, συνωδεύθησαν μετ’ ἐκθέσεων, ὅτι ἡ διάταξις ἡ περὶ Ἐπιτροπῶν ὅλως διόλου κατηργήθη, μόλις ἀνεγινώσκοντο τὰ νομοσχέδια καὶ ἀμέσως ἤρχοντο εἰς συζήτησιν. Ἡμεῖς ἠδιαφορήσαμεν διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ τοὺς ὁδηγήσῃ ἡ μέθη, καὶ τέλος πάντων ἡ Βουλὴ ἔδωσε νομοσχέδια, πολλὰ τῶν ὁποίων καὶ αὐτοὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως οἱ ἴδιοι τὰ κατέκριναν, καὶ πολλὰ παράπονα ἠκούσαμεν δι’ ἄλλα καὶ ἀπὸ Σώματα καὶ ἀπὸ τοὺς πολίτας. Ἐκ τῶν ὑπολειπομένων νομοσχεδίων, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, δύω εἶναι ἴσως ἀναγκαῖα, καὶ πρέπει νὰ ψηφισθοῦν, πρὸ πάντων τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναχώρησιν τοῦ βασιλέως καὶ τὸ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἄλλα, οὐδεμία κατεπείγουσα ἀνάγκη εἶναι, ὥστε νὰ ψηφισθοῦν τόσον κατεσπευσμένως ἐφέτος εἰς αὐτὴν τὴν Σύνοδον, καὶ ἀμέσως· γνωρίζετε δ’ ὅτι ἐναντίον αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων πολλὰ παράπονα ἐξηγέρθησαν. Μᾶς ζητοῦν νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον περὶ Ἀρείου Πάγου. Ἐπὶ παραδείγματι ποίαν σχέσιν ἔχει αὐτὸς μὲ τὸν προϋπολογισμόν; ἀναγνώσατε, κύριοι, σήμερον τὸ παράπονον πολλῶν δικηγόρων θεωρούντων τὸν νόμον λίαν ἐπιβλαβῆ.
§13ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκ τοὐναντίον.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ δικηγόροι λέγουν, ὅτι δύω μόνον ἄρθρα εἶναι ἀναγκαῖα· ὅλα τὰ ἄλλα τὰ θεωροῦν περιττὰ καὶ ἐπιβλαβῆ (Θόρυβος).
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρομεν, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἐγένετο ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§16Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τέλος πάντων, κύριοι, κατεσπευσμένως μᾶς ζητοῦσι νὰ ψηφίσωμεν σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐξητάσθησαν, οὔτε ἐμελετήθησαν, οὔτε ὑπάρχει καιρὸς νὰ μελετηθοῦν. Ἡ ἀνάγκη ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι πιστώσεις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λίαν ἰσχυρά. Διότι τὸ ὑπουργεῖον κατεσκεύασεν ἕνα προϋπολογισμὸν, διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια; Ἐδῶ ὀφείλομεν φρονίμως ποιοῦντες νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τῶν ἀχωρίστων νομοσχεδίων, διότι θὰ ἔχωσι συνεπείας βλαβεράς. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δύσκολον νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὔτε κἂν ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἠκούσαμεν οὐδεμίαν γνώμην, καὶ τὰ ὁποῖα κανεὶς δὲν γνωρίζει, οὔτε ἐμελέτησε. Λοιπὸν, κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν τὰ ἀποφασισθέντα· πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν πρόκηται περὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἡ συζήτησις τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἀναγκαιότης εἶναι βεβαιωμένη καὶ ἔχομεν καιρὸν, βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θέλει εἰπεῖ ὄχι. Διὰ ταῦτα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, διότι ἐνδέχεται ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ λάβωμεν μέρος, ὅπως τοιουτοτρόπως θέλουν νὰ μᾶς πιέσουν εἰς τὴν συζήτησιν, οὕτω νὰ προσκόψῃ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ. Τοῦτο κηρύττομεν ἀπὸ τοῦδε, διὰ νὰ ἤμεθα ἐκτὸς πάσης εὐθύνης. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ νὰ συζητήσωμεν ἀντὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια, ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶ ἴσως νὰ λάβω μέρος, καὶ νὰ ἐργασθῶ ἐν τῷ σκότει· ἑπομένως καὶ ἂν ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ναυαγήσῃ, οὐδόλως θεωρόμεν τὸν ἑαυτόν μας ὑπεύθυνον· ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θέλει ὅσα συσσωρεύσει εἰς τὸν νοῦν της, νὰ τὰ κάμῃ νομοσχέδια νομοθετημένα. Θέλομεν φανερῶς καὶ καθαρῶς νὰ εἰδοποιήσωμεν περὶ τούτου τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ἐπιθυμοῦμεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ παρεμβάλωμεν εἰς ὅ,τι ἀναγκαιοῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν εὐθύνην ἑκάστου κανονίζει οὐχὶ ἡ ἰδία θέλησις, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις αὑτοῦ. Ἐὰν ἄρα ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ ἔχωσιν ὑποχρέωσιν, ὄντες βουλευταὶ, νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πλειοψηφοῦσι νὰ βλέπωσι τὰς ἰδέας αὐτῶν ἐπικρατούσας, ἐφ’ ὅσον δὲ μειοψηφοῦσι νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης εἶναι ζήτημα, ὅπερ αὐτοὶ θὰ λύσωσιν, ἀλλ’ ἡ λύσις, ἣν αὐτοὶ θέλουσι δόσει εἰς τὸ ζήτημα, εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὰ τῆς εὐθύνης. Ἄν τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς σέβηταί τις μόνον ἐφ’ ὅσον αὗται συμφωνοῦσι πρὸς τὰς ἰδέας αὑτοῦ, εὐθὺς δὲ ὡς ὑποβάλλωνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ αὐτὸς μὴ ἀναγκαῖα, ἀπαιτεῖ νὰ ἀποσύρωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν τοῦτο μὴ γείνῃ, ἀπειλεῖ ἀποχώρησιν, τοιαύτην διαγωγὴν ἡμεῖς θεωροῦμεν ἐντελῶς παράνομον, καὶ ἐπιβαρύνουσαν σπουδαίως τὴν εὐθύνην ἐκείνων, οἵτινες μετέρχονται αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ τοιαῦτα φρονοῦντες, οὐδὲν ἔχομεν δικαίωμα, ἵνα παρεμβῶμεν· τὰ τῆς εὐθύνης τοῦ βουλευτοῦ ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸν, καὶ θέλει κρίνει ὁ Τόπος. Ἄν ἐκ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς τῆς μειοψηφίας, θελούσης νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν πλειοψηφίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, ὡς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἡ μὴ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπάρχει βεβαίως ὁ ἁρμόδιος, ἵνα κρίνῃ περὶ τούτου, καὶ ἀνευρίσκων τὸν αἴτιον τῆς μὴ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ; Δὲν εἶναι ἔργον ἐμὸν νὰ ἐξετάσω τί θὰ ἀποφανθῇ ὁ ἔχων τὴν ἐντολὴν νὰ κρίνῃ τὰ περὶ τούτου. Ἡμεῖς θέλομεν προβῆ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν νομοθετικῶν ἡμῶν καθηκόντων, ἔχοντες πλήρη τὴν συνείδησιν τῆς ἰδίας ἡμῶν εὐθύνης· καὶ ὑποστηριζόμενοι ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας θέλομεν ἐργάζεσθαι κατὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν ἰδέας, καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς ἰδέας τῆς μειοψηφίας.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναρχίας.
§19ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέτει ἀτόπως, ὡς ἀκούω ἐντεῦθεν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς συμπλήρωσιν ὅσων ἀνακριβῶς εἶπεν ὁ κατελθὼν τοῦ βήματος κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀρχὴ τῆς ἀναρχίας. Ἀναρχίαν εἰσάγουσιν ἐκεῖνοι εἰς τὴν Βουλὴν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῇ καμμίαν συζήτησιν· ἀναρχίαν ἀπειλοῦσιν εἰς τὸν Τόπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι σωρηδὸν νομοσχέδια ἐπὶ νομοσχεδίων καὶ καταργοῦσι τὰς ἐπιτροπὰς, καὶ καθιστῶσι γράμμα νεκρὸν καὶ αὐτὴν τὴν περὶ τριῶν ἀναγνώσεων καὶ συζητήσεων διάταξιν τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξαναγκάζουσι τὴν Βουλὴν, ἐγείροντες ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, νὰ ψηφίζῃ τυφλῶς ὁρμαθὸν νόμων, τοὺς ὁποίους τὰ ¾ τῶν βουλευτῶν δὲν ἠδυνήθησαν βεβαίως οὔτε κἂν ν’ ἀναγνώσωσιν. Ἐὰν ὑπῆρχε σκοπὸς νὰ διασεισθῇ ἐκ βάθρων τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, οὐδὲν μέσον ἤθελεν εἶσθαι πρακτικώτερον καὶ σκοπιμώτερον πρὸς τοῦτο, ἢ ἡ κοινοβουλευτικὴ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ἐφέτος τὸ ὑπουργεῖον. Ἐρωτῶ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἁπάντων, πασῶν τῶν μερίδων, ἐὰν ἐν γνώσει καὶ μετὰ μελέτην ἐψηφίσατε ἔστω καὶ ἓν νομοσχέδιον. Ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ἂν σᾶς ἐπετράπη τοὐλάχιστον νὰ ἔχητε ἐπ’ αὐτοῦ ἰδίαν γνώμην. Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει σπουδαιότερον ἀντικείμενον ἐν τῇ Κυβερνήσει χώρας τινὸς, εἰμὴ ἡ κατασκευὴ τῶν νόμων αὐτῆς. Εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τοῦ κόσμου, εἰς τὰ Κράτη τὰ ἐξηυγενισμένα, εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ἐκεῖ ἔνθα τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ εἶναι σεβαστὰ καὶ ὅπου αἱ Κυβερνήσεις σέβονται ἑαυτὰς, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἐλήφθησαν μυρίαι ὅσαι ἐγγυήσεις περὶ τῆς δεούσης συντάξεως, προπαρασκευῆς, μελέτης, συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τῶν νόμων. Καίτοι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δύω βουλευτικὰ Σώματα, ἐν οἷς ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως συζητοῦνται τὰ νομοσχέδια, δὶς ὑφιστάμενα εὐρυτάτην νομοθετικὴν βάσανον, ἔχουσιν ὅμως καὶ συμβούλια ἐπικρατείας, τὰ ὁποῖα ἐκφέρουσι προηγουμένως τὴν γνώμην αὐτῶν, ἔχουσι νομοθετικὰς προεξετάσεως τῶν σχεδίων τῶν νόμων Ἐπιτροπὰς, τηροῦσι θρησκευτικῶς τὸ σύστημα τῶν τριῶν συζητήσεων, δὲν ἐξουδετεροῦσι τὴν πολύτιμον συμβολὴν τῶν ἐπιτροπῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν, καὶ προσφεύγουσιν ἔτι συνηθέστατα εἰς τὸ μέτρον τῶν ἐπιτοπίων ἐξετάσεων (enguêies parlementcures), ὅπως μάθωσι τὴν γνώμην τοῦ Τόπου, τὰς ἰδέας αὐτοῦ, τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ· ταῦτα πράττουσιν ἐκεῖ, πρὶν ἢ θέσωσιν ὁριστικῶς τὴν σφραγῖδα τοῦ νόμου εἰς τὰ νομοσχέδια. Ἡμεῖς δὲ ἐδῶ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξετάσεως καὶ μελέτης, ἄνευ εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων—αἵτινες, ὡς ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν, ἐξέλιπον καὶ αὗται, διότι ἐλάχιστα νομοσχέδια συνοδεύονται ὑπὸ τοιούτων — ἄνευ προεξελέγξεως ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς τῆς Βουλῆς;—ἄνευ τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένων τριῶν συζητήσεων, διότι αἱ γινόμεναι κατὰ δεκάδας ἀναγνώσεις (ἂν γίνωνται καὶ ἀναγνώσεις!) εἶναι περίγελως καὶ ὄχι ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ἡμεῖς, λέγω, ἐδῶ καλούμεθα ὑπὸ τοῦ πανσόφου Ὑπουργείου νὰ ψηφίζωμεν εἰς τὰ τυφλά. Καὶ εἰς ἐπίμετρον τούτων ὅλων ἀκούομεν πάντοτε καὶ ἐν πάσῃ οἱᾳδήποτε νόμου φράσει, ἣν ἤθελέ τις τολμήσει νὰ ψέξῃ, ἐπισειόμενον τὸ φόβητρον τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως! Ἰδού, κύριοι βουλευταὶ, διατὶ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο μέσον σκοπιμώτερον, πρὸς διάσεισιν τῶν πεποιθήσεων τοῦ Τόπου ἐπὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος εἶναι ἢ τοῦτο, τὸ ὑπὸ τῶν παρόντων ὑπουργῶν ἐπινοηθέν. Ὅταν ὁ λαὸς δὲν ἔχῃ ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συζητούμενα ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιψηφιζόμενα μελετῶνται σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς, πρὸ πάντων δὲ ἐλευθέρως, καὶ ὅτι ἐξετάζονται ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἐκλείπει τὸ πρώτιστον τῆς εὐνομίας στοιχεῖον, ὁ σεβασμὸς τοῦ λαοῦ εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς χώρας, καὶ κλονίζεται ὁ ἀπαραίτητος ὅρος τῆς τάξεως, ἥτις ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτοῦ πρὸς τὰς καθεστηκυίας Ἐξουσίας. Καὶ ἤκουσα μὲν νὰ λέγωσιν ὅτι πᾶν τὸ πραττόμενον πράττεται μετὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἂν λέγωσι ταῦτα ὅπως, ἐλαττώσωσι τὴν εὐθύνην αὐτῶν, ἂν πράττηται τι κακὸν, καὶ ὅπως μειώσωσι τὸ ὀλέθριον τῶν συνεπειῶν παντὸς πρὸς τὴν πολιτείαν πραττομένου κακοῦ, ἀπατῶνται δεινῶς. Τοῦτο ἴσα ἴσα περικλείει κινδύνους μεγαλειτέρους, καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐννοοῦσιν αὐτὸ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ μάλιστα ὁ κ. πρωθυπουργός. Τῷ ὄντι, κύριοι, ἐάν τις, καταχρώμενος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν παρέχει αὐτῷ τὸ Κοινοβούλιον ἢ τῆς στενοχωρίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ πράγματα τοῦ Τόπου, ἐξαναγκάζῃ τὴν Βουλὴν εἰς πορείαν μὴ παρέχουσαν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ὅσαι πρέπει νὰ παρέχωνται ὑπὸ τῶν μεγάλων ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, διασαλεύει τὰ θεμέλια αὐτῶν. Καὶ χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ ποιήσω οἱονδήποτε πολιτικὸν ὑπαινιγμὸν, θέλω ἱστορικῶς μόνον μνημονεύσει τῶν συμβάντων πρὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ 1862. Οὐδὲν ἐπράχθη τότε οὐχὶ ἁπλῶς ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἄνευ τῆς παμψηφίας αὐτῆς. Τοῦτο ὅμως δὲν ἠδυνήθη νὰ προλάβῃ τὴν καταστροφὴν, διότι τὰ πράγματα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τοὺς τύπους· δὲν ἠδυνήθη νὰ σώσῃ τὰς Ἐξουσίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι παρεγνώρισαν τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ ζητήματος, καὶ τὴν ἐπικίνδυνον ταύτην θέσιν τοῦ ζητήματος ὀφείλω νὰ παραστήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ τὴν ἀκούσῃ μετ’ αὐτῆς καὶ τὸ ἔθνος. Ἐκεῖ πορευόμεθα, πρὸς τοιούτους βαίνομεν κινδύνους ὑπὸ τὴν τυραννικὴν πίεσιν τοῦ ὑπουργείου. Ποίαν δὲ ἀξίαν ἔχουσιν αἱ κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως αἰτιάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Ἐπιζητεῖ πράγματι ἡ ἀντιπολίτευσις, ὡς ἀνακριβῶς λέγει ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἰδέας αὑτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἠπείλησεν ἀληθῶς, ὡς ἀναληθῶς προσθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐπιδιώξῃ τοῦτο ἀποχωροῦσα; Οὐδαμῶς. Τί ἠρνήθη μέχρι τοῦδε ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν προέβη καὶ μέχρι τοῦ νὰ μετέχῃ εἰς τὸ ἀναιροῦν πᾶσαν νομοθετικὴν τάξιν νέον σύστημα τοῦ ὑπουργείου, ὅπως ψηφίζωνται πολυάριθμα νομοσχέδια ἄνευ συζητήσεως, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, διότι ὅλοι τὸ ἠξεύρετε, καὶ ἄνευ ἀκριβοῦς ἀναγνώσεως! Ταῦτα ἔπραξε ἡ ἀντιπολίτευσις, οἱ πάντες τὸ γινώσκετε, τὰ δὲ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὸ μαρτυροῦσι. Τί δὲ σᾶς λέγει σήμερον, ὅτε κ. Πρωθυπουργὸς παραδόξως καὶ ἀνελπίστως προτείνει νὰ τεθῇ κατὰ μέρος ὁ προϋπολογισμός; Σᾶς λέγει ὅ,τι πᾶς ὁ σεβόμενος τὴν Βουλήν, ὁ κατανοῶν τὰς πρὸς τὸ Ἔθνος ὑποχρεώσεις αὑτῆς ἤθελεν εἴπει. Σᾶς λέγει, προτάξατε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις εἶναι τὸ πρώτιστον τῆς Βουλῆς ἔργον καὶ τὸ κύριον, καὶ σᾶς λέγει τοῦτο διότι, ὡς πάντες ἐννοοῦμεν, δὲν ἔχομεν πλέον καιρὸν νὰ σπαταλῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων.....
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ὑπάγητε ἴσως εἰς τὰ λουτρὰ, ἔχετε ἀνάγκην.
§21ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐγὼ ὑπάγω εἰς τὰ λουτρὰ, ὡς μοὶ λέγει ἐκεῖθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ὑπάγω εἰς λουτρὰ θερμὰ, ἀλλ’ αὐτὸς ἔχει βεβαίως ἀνάγκην ψυχρολουσίας. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταβιβάζησθε τοσοῦτον, κ. ὑπουργὲ, τοὐλάχιστον, διότι εἶσθε ὑπουργός.
§22ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§23ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· τὸ εἶπα.
§24ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἀκούετε, κύριε Ῥάλλη; Ἀλλ’ ἐὰν νομίζῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἔχει αὐτὸς πλειοτέραν προσωπικὴν ἀξίαν, εἴπατέ τῳ, ὅτι χάνει καὶ αὐτὴν, ὅταν δὲν ἠξεύρῃ νὰ σέβηται τὸ ἐπίσημον ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον φέρει.
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς φίλος σᾶς τὸ εἶπα.
§26ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὡς φίλος σᾶς συμβουλεύω νὰ τρέξητε τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ψυχρολουσίαν. Ὅτι δὲ ὁ καιρὸς ἐπείγει, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνωμολόγησε πρὸ πολλοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ ἔτι ἐπιστοποίησεν, ἀποφασίσασα πρὸ ἑβδομάδων ἤδη τὰς δύω συνεδριάσεις. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς τὸ λεχθέν. Ἀλλ’ ἂν λέγῃ ταῦτα στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ καὶ δι’ αὐτοῦ θέλων νὰ πιέσῃ, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, καὶ δικαιούμεθα νὰ τῷ ὑπομνήσωμεν τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἡμῶν, ἀντιτασσόμενος εἰς τὴν πίεσιν, θὰ γίνῃ ἀμυνόμενος· ἂν διὰ τοῦ ἀριθμοῦ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιβάλλων ἡμῖν τὰς παραβόλους θελήσεις του, τὰς ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ ἀντισυνταγματικὰς προτάσεις του, δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀντιτάξωμεν τὸν ἀριθμὸν, διὰ νὰ ἀποσοβήσωμεν τὸν κίνδυνον τῶν δημοσίων συμφερόντων, διὰ ν’ ἀποσοβήσωμεν ἴσως μεγαλείτερον κίνδυνον. Ἀλλὰ πρέπει τέλος πάντων νὰ μάθῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Τόπος περὶ τίνος πρόκειται· διότι τῇ ἀληθείᾳ φαντάζεται τις ὅταν βλέπῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀγωνιζόμενον τοσούτῳ ἐπιμόνως, ἵνα μεταβάλῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀναστέλλων μάλιστα τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καὶ τοῦτο κατὰ τὸν ἕκτον μῆνα τοῦ ἔτους, φαντάζεταί τις, λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, ὅτι πρόκειται τῷ ὄντι νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει αὕτη ἐξυπηρετήσει μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, ἢ ἀνορθώσει τὴν δημοσίαν τάξιν, ἢ τακτοποιήσει τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἢ κἂν πραγματοποιήσῃ τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον διατυμπανίζουσιν ἡμῖν καθ’ ἑκάστην. Δὲν πρόκειται περὶ τούτων, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίων ῥοσφετικῶν. Ἀναγνώσατε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅμως καὶ αὐτοὶ οἱ προτείναντες δὲν εἶναι σύμφωνοι, καὶ ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῆς ὑγείας αὐτοῦ, πάντα τὰ λοιπὰ εἶναι νομοσχέδια ἢ ἀσήμαντα, ἢ ἄστοχα, ἢ προσωπικὰ, αὐξάνοντα ἀστόργως τὰ δημόσια ἔξοδα. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπουσίαν τοῦ Βασιλέως, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπρεπε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔτι νὰ κερδοσκοπήσῃ καὶ νὰ τὸ φέρῃ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐνῷ πρόκειται περὶ τῆς ὑγείας τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἐνῷ εἶναι γνωστὸν, ὅτι πρὸ καιροῦ ὁ Βασιλεὺς ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀποδημήσῃ. Εἴδετε δὲ τί συνέβη χθές; Ἑκατοστύες νομοσχεδίων καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον καὶ εἰς ἄλλας Περιόδους τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθησαν ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ αὐτῶν, διότι ἐκηρύχθησαν κατεπείγοντα. Ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀπουσίας τοῦ Βασιλέως, ὅπερ εἶναι λίαν κατεπεῖγον, προέτεινα νὰ ἀναγνωσθῇ ἀμέσως, ἀφορῶν εἰς τὸ δύσκολον τῆς καταρτίσεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντετάχθη, εἰπὼν, αὐτὸς ὅστις ἠκούσατε καὶ βλέπετε πῶς ἐννοεῖ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει ἐπὶ τούτου κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς αὐστηρῶς. Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τάχα τὰ προσφιλῆ νομοσχέδια, ὑπὲρ ὧν αἱ τοσαῦται θυσίαι καὶ τὰ τοιαῦτα τεχνάσματα, καὶ ὧν χάριν προτιμᾷ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ μείνῃ τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Εἶναι τὸ περὶ διορισμοῦ 100 τελωνοφυλάκων, τῶν ὁποίων μάλιστα ἡ ἀνάγκη εἶναι ἀμφισβητήσιμος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ 100 προσώπων ἐξασφαλιζομένων διὰ θητείας. Εἶναι τὸ περὶ διορισμοῦ νομικῶν συμβούλων, περὶ θέσεων πολυτελείας, ἐξασφαλιζομένων καὶ τούτων διὰ θητείας, καὶ περὶ προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ἡ κρίσις ἐπὶ ἀντικειμένων, εἰς ἃ καὶ τὰ προσωπικὰ συμφέροντα ἀναμιγνύονται καὶ ἡ πολιτική. Χάριν δὲ τούτων, ἄνευ μελέτης, εἰσάγεται σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐφηρμόσθη, ἀλλ’ ἀπέτυχεν. Καὶ ζητοῦσιν ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν ἐπὶ τροχάδην μέτρον χρῇζον ἐμβριθοῦς συζητήσεως, ἀφορῶν δὲ εἰς μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὡς ὁμολογεῖ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος λέγων, ὅτι ἕνεκα πράξεων μόνον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατεδικάσθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ 2,000,000 δρ. ἀποζημιώσεις.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ ποσὸν, χιλιάδας ἴσως ἠθέλατε νὰ εἴπητε.
§28ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σεῖς πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ γινώσκητε ὅτι ἡ τοιαύτη ἐπιδρομὴ κατὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἤρξατο πρὸ εἰκοσαετίας καὶ ἐπέκεινα ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταγματάρχου Ἀξελοῦ, καὶ ὅτι αἱ ζημίαι τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ ὑπερβαίνουσιν ἴσως καὶ τὰ 3,000,000.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι δὲν ἔφθασαν αἱ ἀποζημιώσεις τὰ ἑκατομμύρια· τοὐναντίον, ὅσον αὐξάνετε τὸ ποσὸν τόσον ὁμιλεῖτε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§30ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἀπατᾶσθε. Τὸ σύστημα, ὅπερ εἰσάγετε, ἐφηρμόσθη, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἀπέτυχε. Ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἄλλων προσφιλῶν νομοσχεδίων. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν προτείνει χάριν τοῦ περιλαλήτου ἐλέγχου, τί νομίζετε; τὸν διορισμὸν 20 ὀγδοηκονταδράχμων μαθητευομένων, πρὸς ἀνύψωσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὰς ὁποίας ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν παύεται παριστῶν ἐλεεινάς. Πρόκειται προσέτι περὶ διορισμοῦ διανομέων τῶν τηλεγραφημάτων μὲ μισθὸν ἤδη καὶ μὲ θητείαν· πρόκειται ἀκόμη περὶ ἐπιθεωρητῶν καὶ ὑποδιευθυντῶν τῶν ταχυδρομείων, περὶ γραμματέων, περὶ βοηθῶν, περὶ ἐμμίσθων γραμματοκομιστῶν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα λέγουσιν, ὅτι συνδέονται μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πρὸς ἐπιψήφισιν αὐτῶν ζητοῦσι νὰ μεταβάλωμεν τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων, πράττουσι δ’ ἔτι μᾶλλον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἀπειλοῦσι νὰ φέρωσι κρίσιν πολιτικὴν, καὶ μᾶς εἶπον ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἡ κρίσις μᾶλλον θὰ ἐπέλθῃ, ἢ αὐτοὶ θὰ ὑποχωρήσωσι. Βεβαίως ἡ κρίσις θὰ ἐπέλθῃ, ἀλλὰ τὴν προκαλεῖτε, τὴν ἐπιβάλλετε μάλιστα σεῖς ἄνευ ἀνάγκης, ἐκ πείσματος ἢ ἐκ πλαγίων συμφερόντων. Θὰ ἐπέλθῃ ὅμως δικαία, διότι τὰ πάντα γίνονται ἐνταῦθα ἐν πλήρει φωτὶ, καὶ ἅπασα ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ πορεία ἡμῶν ἐκτιμῶνται ὑπὸ πάντων καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τεταμένον τὸ βλέμμα ἐφ’ ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ὀφείλομεν εὐθύνας. Καὶ τὰς εὐθύνας ταύτας ὑπενθυμίζω εἰς πάντας ὑμᾶς. (Θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἠρνήθη ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν αὑτῆς, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις τῇ παρέσχε αὐτὴν πλήρη καὶ ἀφθονωτάτην, ἧς μάλιστα δὲν ἤξιζον τὰ προτεινόμενα ἀχώνευτα, ἀνεπαρκῆ καὶ ἀμφιβόλου χρησιμότητος μέτρα. Σήμερον τί μᾶς ζητοῦσι; Ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν ἡμῖν καὶ τὰ τελευταῖα ἀποκυήματα τῶν ἰδιοτροπιῶν αὐτῶν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ ἰδίως τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν, τῶν ροσφετικῶν, πρὸς συντήρησιν τῆς Ἐξουσίας. Ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τῇ προτάσει μάλιστα τοῦ πρωθυπουργοῦ, νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ προτίμησιν παντὸς ἄλλου νομοθετήματος. Πρὸς τοῦτο δὲ ἀπεφασίσθη συγχρόνως ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς, ἀπεφασίσθη δὲ ἐν ἀπλέτῳ φωτὶ καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὸ σκότος, νὰ γίνωνται δύο συνεδριάσεις, ὧν ἡ μὲν πρωϊνὴ ν’ ἀφιερωθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἡ δὲ μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναγκαίως συνδεομένων πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχεδίων. Κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ συνεκροτήθησαν ἀμφότεραι αἱ συνεδριάσεις ἐπὶ ἡμέρας ἱκανάς. Μόνον ἡ χθεσινὴ δὲν κατωρθώθη, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας, καὶ ἦτο ἀσέβεια, νομίζω, πρὸς ἄνδρα ὑπηρετήσαντα τὴν πατρίδα, ὅπως ὑπηρέτησεν αὐτὴν ὁ ἀείμνηστος Καρατζᾶς, νὰ λεχθῇ, ὅτι οἱ βουλευταὶ, οἱ ἀκολουθήσαντες τὴν κηδείαν τοῦ νεκροῦ, δὲν προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ πλαγίας σκέψεως ...
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶσθε σεῖς εἰς τὴν κηδείαν;
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο.
§33ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀνάξια νὰ λέγωνται παρ’ ὑμῶν μάλιστα, κύριε πρωθυπουργὲ, διότι εἶναι παιδαριώδη. Καὶ διότι δὲν συνεκροτήθη ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις, δι’ ἣν εἶπον εὐσεβῆ λόγον, ἔρχονται σήμερον οἱ ὑπουργοὶ ἀπροκαλύπτως καὶ ζητοῦσι, τί; Ὅ,τι οὐδέποτε οὐδεμία Κυβέρνησις ἐζήτησε, ζητοῦσι τὴν παραμέρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, χάριν τῶν τελευταίων ἐκείνων ἀποκυημάτων! Πῶς δὲν ἐντρέπονται νὰ ἐπισείωσιν ἡμῖν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως οἱ κ.κ. ὑπουργοί, ἀφοῦ δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ τῶν μαθητευομένων τοῦ Συνεδρίου καὶ περὶ σωρείας θέσεων πολυδαπάνων καὶ πάντη περιττῶν; Διατί δὲ λέγουσιν ἡμῖν ἀνακριβῶς, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνουσι δῆθεν τὴν εὐθύνην νὰ ἀναγράψωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὰ, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται εἰς νόμον; Καὶ διατί νὰ ἐπιμείνωσι νὰ ἀναγραφῶσιν; Ἂς ζητήσωσι τὴν διαγραφήν των, καὶ ἂν τὰ νομοσχέδια ψηφισθῶσι κατόπιν, ἀναγράφονται ἐν αὐτοῖς, ὅπως συνηθέστατα γίνεται, αἱ σχετικαὶ πιστώσεις. Ποῦ τότε τὸ κενόν; Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἡ διαγραφὴ τῶν πιστώσεων, τὰ ἐν αὐταῖς ποσὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ δαπανηθῶσι. Ποῦ δὲ τότε ὁ κίνδυνος καὶ ποῦ ἡ εὐθύνη; Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἐπιβληθῇ βέβηλος χεὶρ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἄωρος, κατὰ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ ὁμολογίαν, ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον θέλετε πραγματικῶς, διὰ τῆς ἀναξίας ταύτης μηχανοῤῥαφίας, νὰ ὑφαρπάσητε τὰ προσφιλῆ σας προσωπικὰ νομοσχέδια. Ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώσητε. Ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει ὑμῖν καθαρῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ ἐργασθῇ μεθ’ ὑμῶν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ εἶναι τὸ μόνον νομοθέτημα τὸ σπουδαῖον σήμερον· ὅτι εἶναι πρόθυμος ὡσαύτως νὰ συνεργασθῇ μεθ’ ὑμῶν πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ὁ ἡγεμὼν τῆς χώρας, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ. Πρόθυμοι ἐσμὲν ἐπίσης, ἂν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν φορολογίαν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, νὰ συνεργασθῶμεν μεθ’ ὑμῶν καὶ ἐπὶ τούτου, ὡς συνδεομένου πρὸς τὴν ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Τί ζητεῖτε περιπλέον ἢ τί πλέον τούτων δύναται νὰ ζητήσῃ εἰλικρινὴς καὶ συνετὴ Κυβέρνησις; Ἢ ἔχετε ἀπόφασιν νὰ προκαλέσητε τὴν κρίσιν, ἣν ἠπειλήσατε; Ἂν τοιαύτην ἔχητε ἀπόφασιν, προχωρήσατε. Οὐδεὶς σᾶς φοβεῖται. Τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναρχικαὶ ἰδέαι.
§35ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναρχικαὶ εἶναι αἱ ἰδέαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὑτῶν, καὶ ἐκθέτουσιν εἰς τὰς ὑπονοίας τοῦ Τόπου ἢ εἰς τὴν χλεύην αὐτοῦ τὰς ἀνωτάτας Ἐξουσίας τοῦ Κράτους.
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, πρέπει νὰ συνέλθω ἀπὸ τὰ σφυροκοπήματα τοῦ λόγου τοῦ προλαλήσαντος, διὰ νὰ δυνηθῶ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν. Ἡ ἀπαγγελία του εἶναι αὐτόχρημα σφυροκόπημα. Εἰς πᾶσαν λέξιν θέτει τελείαν καὶ δυσκόλως παρακολουθεῖ τις τὴν συνάρτησιν τῶν ἰδεῶν· τοῦτο δεικνύει, ὅτι ὁ λόγος του δὲν εἶναι φυσικὸς, εἶναι ἐπιτηδειότης τέχνης παραστατικῆς, διὰ τοῦτο ἐπὶ πάσης λέξεως θέτει τελείαν, ὡς νὰ ἦτο ἡ ἐπίτασις δύναμις λογικῆς. Ἐφάνη εἰς αὐτὸν παράδοξον, ὅτι ὠνόμασα τὴν ἀναρχίαν, ἀποκαλέσας ἀξίωμα ἀναρχίας τὴν θεωρίαν του. Οἱ ἀρχαῖοι τοὺς πολίτας, τοὺς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκον, ὠνόμαζον «διαδρασιπολίτας», καὶ τοῦτο ἦλθε νὰ ἐκθέσῃ ὡς ἀξίωμα πολιτικὸν, τὴν ἀπολογίαν τοῦ διαδρασιπολίτου (θόρυβος). Θεωρῶ σπουδαῖον νὰ σᾶς εἴπω, τί ἔστι διαδρασιπολίτης. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξηγηθῶμεν περὶ τούτου.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Δηλαδὴ θέλετε νὰ μὴ λάβητε προϋπολογισμόν.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἐγὼ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἡ ὥρα ἐξαντλεῖται εἰς μάτην, ὅταν ὁμιλοῦν οἱ φίλοι σας ἀρκετὴν ὥραν, καὶ γίνεται ἡ παρατήρησις νὰ ἦναι συντομώτεροι, τότε δὲν δαπανᾶται ἡ ὥρα, δὲν ῥέει ἡ κλεψύδρα, ἐπειδὴ εἶναι ἐκ τοῦ κόμματός σας. Δότε μοι τὴν ἰδίαν κλεψύδραν καὶ μὴ παρεμβαίνετε ἐν τῷ ἐμῷ ὕδατι. Τί εὑρίσκει ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὡς δικαιολογίαν, ὅπως ἀπέχῃ τῶν συνεδριάσεων, πρὶν ἐκπληρώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ βουλευτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα; Εὑρίσκει, ὅτι ὑπεβλήθησαν πλεῖστα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ· ἡ ἀντιπολίτευσις πιέζεται μὴ μελετήσασα αὐτά. Εἶπεν, ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν συνοδεύονται μὲ ἔκθεσιν, οὐχὶ ὅλα, διότι πολλὰ συνοδεύονται, ἀλλὰ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἐνησχολήθησαν νὰ ἐκφράσουν γνώμην ἐπ’ αὐτῶν, αὐτὰ προτείνει ἰδίως, ἐὰν προτείνῃ καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι ἔχουσι ἄλλους λόγους νὰ ἀναχωρήσωσι ταχύτερον, αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ βουλευτοῦ. Ὁ βουλευτὴς δὲν ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραμένῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἄλλας ἀσχολίας, διότι ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων νὰ παραλείψῃ πᾶσαν ἀσχολίαν, διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον τῆς ἐντολῆς. Ὅσα εἶπε περὶ μὴ προμελέτης, περὶ μὴ προπαρασκευῆς τῶν νομοσχεδίων, ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ κατάκρισις τοῦ Συντάγματος, τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, διότι ἂν νομοσχέδιόν τι δὲν ὑπέστη τὴν δέουσαν προμελέτην καὶ προδικασίαν, εἶχε λόγον νὰ ζητήσῃ αὐτὰς, ἀλλὰ δὲν πράττει τοῦτο· λέγει ἐψηφίσαμεν πλεῖστα νομοσχέδια ταχέως, ἐνῷ οὐδέποτε ἠκούσθη ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι διεκόπη συζήτησις ἐπὶ οἱῳδήποτε νομοσχεδίῳ. Ὅπου ὑπῆρχεν αἰτία συζητήσεως, ἡ συζήτησις παρετάθη καὶ ἐξηκολούθησε μέχρις ἐξαντλήσεως· ἐξηντλήθησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ προταθῶσιν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀπετύχατε νὰ πείσητε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀποτυχὼν νὰ πείσῃ τὴν πλειοψηφίαν δὲν δικαιοῦται νὰ μέμφηται οἱονδήποτε πλὴν ἑαυτοῦ, διότι δὲν ὑπῆρξεν εἰς κατάστασιν νὰ εὕρῃ ἐπιχειρήματα κατάλληλα, διὰ νὰ πείσῃ ἐκείνους, οἵτινες, εἴτε διότι ἀνήκουν εἰς ἄλλην μερίδα, εἴτε διότι εἶναι προκατειλημμένοι, δὲν μετεπείσθησαν. Ἡ συζήτησις δὲν διεκόπη ἀποτόμως, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκοπῇ καθ’ ὃν ἔχομεν Κανονισμὸν, ὅστις οὐδέποτε ἀποκλείει τὸν λόγον, ἀλλὰ τοὐναντίον δίδει παράτασιν ἀπέραντον εἰς τὸν λόγον. Ἀλλὰ λέγει, δὲν ἔχομεν Γερουσίαν, δὲν ἐνησχολήθησαν αἱ ἐπιτροπαί· ποῖος πταίει εἰς τοῦτο; Τὰ νομοσχέδια μήπως ὑπεβλήθησαν χθές; Ὅλα τὰ νομοσχέδια, περὶ ὧν πρόκειται, εἶναι πρὸ δύω μηνῶν ἐκκρεμῆ, τινὰ δὲ καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Περιόδου, ὅπως τὸ περὶ Ἀρείου Πάγου. Εὔκολον εἶναι νὰ καταδικάζῃ τις διὰ μιᾶς λέξεως λέγων, τοῦτο τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀποκύημα, τὸ ἄλλο εἶναι παρατράγῳδον, ἢ ἔχει τὸν δεῖνα σκοπὸν, ἀλλ’ οὐδέποτε, ὅσα ἐπίθετα καὶ ἂν ἐπισωρεύσῃ ἀτόπως, ὠφελεῖται. Ὅτε ἑκάστοτε ἦλθον εἰς τὴν συζήτησιν οἱ περιφρονήσαντες ἐφάνησαν ἀσθενέστεροι ἐπὶ τῶν σπουδαίων νομοθετημάτων. Μᾶς λέγουν, ὅτι τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ συζήτησιν προέρχονται ἐκ κομματικῶν λόγων πρὸς ἱκανοποίησιν φίλων. Ἰδοὺ ἡ Ῥόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα· θὰ ἔλθουν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ θὰ δείξητε, ὅτι εἶναι ἄσκοπα· ἀλλ’ ἄνευ συζητήσεως καταδικάζοντες ἐκ τῶν προτέρων, πράττετε τί, τὸ ὁποῖον ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω ἄλλως, ἢ ὡς μεγάλην ἐλαφρότητα, ἐπιτρεπομένην εἰς ἐκείνους, οἵτινες φθάνουν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπουν, ὅτι χάριν σεβασμοῦ δὲν ἦλθον χθές, διὰ νὰ μὴ λείψουν ἐκ τῆς κηδείας, οὕτω πως δὲ ἔδειξαν τὸν σεβασμὸν μὴ παρευρεθέντες εἰς τὴν κηδείαν, εἰς ἣν οὐδὲ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος παρευρέθη. Μέχρις αὐτῆς τῆς ἀντιφάσεως ἔφθασαν· διὸ ἐρωτώμενοι ὀργίζονται, ὡς περιελθόντες εἰς θέσιν νὰ μὴ δύνωνται ν’ ἀπαντήσωσιν. Οὐδὲν νομοσχέδιον δύναται νὰ προδικασθῇ καὶ νὰ καταδικασθῇ διὰ μιᾶς λέξεως· οἱ φρονοῦντες, ὅτι ἀποκρούουσι διὰ μιᾶς λέξεως ἓν νομοσχέδιον, πλανῶνται, διότι δὲν ἔπεται, ὅτι ἔπεισαν ἢ ἡμᾶς ἢ τὸ κοινὸν, περὶ τῆς ποιότητος τοῦ νομοσχεδίου· εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ οὗτοι νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ὑπάρχουσι νομοσχέδια ἀφωρῶντα εἰς σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ ὡμολόγησαν ὡς τοιοῦτον τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἂν καὶ κατέκριναν αὐτό· ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τὰς ἐλλείψεις του. Πρώτην φορὰν εἰσάγεται τοιοῦτος φόρος· δὲν εἶναι δὲ ἀπίθανον νὰ ἔχῃ ἐλλείψεις· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ μὴ συζητηθῇ. Λέγουν ἐξ ἑνὸς μέρους, ὅτι ἐψηφίσθησαν νομοσχέδια μετὰ μεγάλης ταχύτητος. Τί ἔπραξαν, ἀφοῦ ἔχωσι πρὸ δύω καὶ τριῶν μηνῶν πολλὰ νομοσχέδια εἰς χεῖράς των, καὶ τινὰ μάλιστα πρὸ ἔτους; Ποῖος πταίει; ἐὰν ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς εἶναι ἕτοιμος εἰς τὸ νὰ συζητήσῃ τὰ νομοσχέδια αὐτά, σεῖς δὲ δὲν εἶσθε ἕτοιμοι, πρέπει ὁ μικρότερος ἀριθμὸς ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς πολυαριθμοτέρους νὰ περιμένωσι νὰ ἑτοιμασθῇ καὶ ὁ τελευταῖος; Πρέπει οἱ περισσότεροι, οἵτινες εἶναι προπαρεσκευασμένοι εἰς τὴν συζήτησιν, διότι οἱ ὀλιγώτεροι εἶναι ἀμελέτητοι, νὰ σταματήσωσιν; Ἠκούσθη αὐτὸ ποτέ, οἱ μεμελετημένοι πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς τοὺς ἀμελετήτους! Ἐξ ἑνὸς λέγουν, ἐφέρατε τὰ νομοσχέδια ἀπ’ εὐθείας, καὶ ἐσυζητήθησαν τροχάδην, ἐξ ἄλλου δὲ πάλιν λέγουν, διατί τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε ἀπευθείας; Πῶς νὰ συμβιβασθῶσιν αὐτά; ἀφ’ ἑνὸς οὐδεὶς εἶναι εἰς κατάστασιν, νὰ συζητήσῃ πρὶν προμελετήσῃ, ἀφ’ ἑτέρου πάλιν διατί δὲν θέλετε νὰ συζητήσωμεν πρὶν κἂν λάβωμεν γνῶσιν· ὅλα αὐτὰ δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν; Δύνασθε, λέγουν, νὰ συζητήσητε ἐν ἀκαρεὶ νομοσχέδιον· καὶ ποῖον νομοσχέδιον; νομοσχέδιον μικρᾶς σημασίας; νομίζω, ὅτι εἶναι νομοσχέδιον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τὸ περὶ ἀντιβασιλείας, διότι πᾶσα λέξις αὐτοῦ ἔχει μεγάλην ἔννοιαν καὶ σημασίαν· παρετηρήσατε, ἐὰν ἦναι ὅμοιον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε πέρυσιν; Ἴδατε τὰς διαφοράς; ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς μελετήσητε; Θέλετε ἐν τούτοις ἀπευθείας καὶ πρὶν ὑποστῇ οἱανδήποτε βάσανον!
§39ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Διατί δὲν ἐτυπώθη;
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διετάχθη ἡ τύπωσις, αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ τυπογραφεῖον· ἀλλὰ σεῖς θέλετε πρὶν διανεμηθῇ τὸ ἔντυπον νὰ γείνῃ ἀνάγνωσις. Γνωρίζετε τί εἶναι ἡ ἀνάγνωσις· ὅταν ὑπάρχῃ ἔντυπον ἐν χερσὶν ὅλων τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀνάγνωσις εἶναι τυπικὴ, καὶ δὲν βλάπτουν αὐτὴν οἱ θόρυβοι καὶ οἱ διάλογοι· ἀλλὰ πρὶν διανεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν γίνεται ἡ ἀνάγνωσις ἐν μέσῳ θορύβου ὑπὸ τῆς εὐφυΐας μάλιστα, ἥτις διακρίνει τινὰς τῶν βουλευτῶν......
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Αἱ ὁποῖαι προέρχονται παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρὰ τοῦ κυρίου, ὅστις ἔχει πρὸ πάντων τὸ δῶρον τῆς εὐφυΐας, ἥτις ἀπαυγάζει καὶ ἐκ τοῦ βλέμματός του. Πῶς εἶναι δυνατόν, λέγουσιν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ συζητήσωμεν, πρὶν μᾶς δώσετε καιρὸν νὰ μελετήσωμεν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου, διατί τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀντιβασιλείας δὲν ἀνεγνώσατε ἀμέσως; Καὶ θὰ δικαιολογηθῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων σας;
§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Βέβαια θὰ ὑπάγωμεν......
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχετε σκοπὸν κἂν νὰ ἰδῆτε τοὺς ἐκλογεῖς σας καὶ νὰ ἴδητε ἂν ἐγκρίνωσι ταῦτα;
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. ...... (Θόρυβος).
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ εὐτυχῶς ἔχω αὐτοὺς παρόντας.
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅπως σεῖς ἐφέρθητε προπέρυσιν, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐφέτος.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πῶς θέλετε δικαιολογήσει αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν; Σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θέλετε δικαιολογήσει εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας τὴν ἀποχώρησιν ἐκ τοῦ βουλευλευτηρίου, ἐὰν σᾶς ἐρωτήσωσι, τί ἐσκέφθητε περὶ τῆς ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς προπαρασκευῆς τοῦ ἔθνους;
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζετε, ὅτι δὲν γνωρίζουσιν αἱ ἐπαρχίαι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιούτων παρασκευῶν;
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κ. Δημητρακάκης ἐσκέφθη ἀπὸ τοῦδε ἀμέσως καὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν προπαρασκευῶν τῆς χώρας. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν αὐτὸ φρονοῦσι καὶ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ κ. Δημητρακακάκη ἢ τὸ ἐναντίον.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ ἐβάλατε περιπλέον ἕνα κα.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δημητρακακακάκης, Δημητρακάκης δὲν ὀνομάζεται;
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Μήπως περὶ τῶν τελωνοφυλάκων καὶ τῶν συμβούλων, ἐὰν ἀποφασίσωμεν, θέλομεν συντελέσει εἰς τὰς προπαρασκευάς;
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν σᾶς ὁμιλῶ περὶ ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν παρασκευῶν τῆς Χώρας, μοὶ λέγετε διὰ τοὺς τελωνοφύλακας’ τί νομίζετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ τελωνοφυλάκων μ’ ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως; δυνάμεθα καὶ νὰ τὸ ἀναβάλωμεν. Ἐὰν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν πολιτικὴν σᾶς ἐνδιαφέρῃ καὶ ἦναι φόβος καὶ τρόμος νὰ τὸ ψηφίσητε, καὶ πρέπει ἀναγκαίως νὰ τὸ προμελετήσητε, δύναται καὶ νὰ ἀναβληθῇ. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη προῆλθεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ σᾶς παρέστησα τὴν κατάστασιν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ θέλετε νὰ γείνῃ Ἐπιτροπὴ νὰ μάθωμεν 100, ὄχι 100, 85· δὲν ἠξεύρω ποία ἐκ τούτου ὠφέλεια θὰ προέλθῃ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖον· διὰ τὴν ὑπηρεσίαν εἶναι σπουδαῖον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὴν πολιτικήν. Ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο πράττω εἰμὴ νὰ ἐκθέτω τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ὑπέβαλον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ σπουδαῖον νομοσχέδιον· σπουδαῖον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς τῆς χώρας. Ἐὰν σεῖς φύγετε, δὲν ἀναλογίζεσθε τὴν εὐθύνην, ἣν φέρετε; Θέλετε εἶπει εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅτι σᾶς ἐμπόδισαν νὰ προσέρχεσθε; Τὸ Ὑπουργεῖον σᾶς ἀπέτρεψε νὰ μελετήσητε τὰ νομοσχέδια; Ὄχι. Ποῦ εἶναι ἡ πίεσις; Ἡ πίεσις εἶναι, διότι δὲν ἀποδέχεσθε τὰς ἰδέας μας. Αὐτὸ εἶναι ἡ τύχη τῆς μειονοψηφίας. Θέλετε νὰ μεταβάλλωμεν τὸ πολίτευμα; Θέλετε τοὐλάχιστον ἐπὶ δέκα ἀντικείμενα νὰ ὑπερισχύσῃ καθ’ ἓν ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας; ἢ θέλετε ἡ μειονοψηφία νὰ κυβερνᾷ τὴν πλειονοψηφίαν; Τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Σύνταγμα λέγουσιν, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Ἡ μειονοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλεται· αὐτὸ λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν θέλετε εἶπει, ὅτι πιέζεσθε; Αὐτὸ εἶναι πίεσις;
§55ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ πίεσις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δὲν θέλετε νὰ λάβητε τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ θέλετε νὰ μᾶς πιέσητε νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς δὲν ἐννοεῖτε οὐδὲ τὴν λέξιν πίεσιν, οὐδὲ τὸ πρᾶγμα.
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔμαθες πολλὰ γράμματα, ἀλλ’ ἔχεις ὀλίγην κρίσιν.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς πολλὰ Ἔθνη.... (Θόρυβος).
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ὑπῆρξεν ἄλλοτε ὁ Βούλγαρης, ὁ Χρηστίδης.... (Θόρυβος).
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς δὲν ἐνθυμεῖσθε ἄλλο, εἰμὴ τὸν Χρηστίδην καὶ τὸν Βούλγαρην. (Θόρυβος).
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτοὶ ἦσαν ἔντιμοι. (Θόρυβος). Σεῖς εἶσθε νήπιον ἀπέναντι αὐτῶν.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ σέβομαι καὶ τιμῶ αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀναστήσω. Ἐὰν ἠδυνάμην νὰ τοὺς ἀναστήσω, θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις ἤθελον ἐπιδοθῆ νὰ τὸ πράξω· ἀλλ’ ὅταν δὲν δύναμαι νὰ τοὺς ἀναστήσω, τί νὰ κάμω;
§63ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σὲ ἐτίμησε, κύριε Δημητρακάκη, διότι εἶπε, ὅτι εἶσθε ὀπαδὸς ἐκείνων τῶν ἀνδρῶν.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφήσατε, διότι αὐτὸς δὲν καταλαμβάνει. Tribus Anticyris. Θὰ δικαιολογηθῆτε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς σας λέγοντες ὅτι ἐφύγαμεν, διότι δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν νὰ ἦναι πλειονοψηφία; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διότι ὅσα νομοσχέδια ὑμεῖς κατεκρίνατε, ἡ πλειονοψηφία τὰ ἐνέκρινεν. Οἱ ἐκλογεῖς σας δὲν θέλουν σᾶς εἴπει, ὅτι τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ τούτου, ὅτι ἐν διαφωνίᾳ λύεται τὸ ζήτημα διὰ τῆς πλειονοψηφίας. Πᾶσα ἀποχώρησις ἐκ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτοις λόγοις, τί ἄλλο δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, εἰμὴ ὅτι δὲν θὰ ἔχητε τί νὰ εἴπητε εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἐπιψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν; Νομίζετε, ὅτι ἐξασθενεῖτε τὴν Κυβέρνησιν; Ἐξ ἐναντίας, φέρετε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κυβερνᾷ ἄλλως, ἢ ὅπως ἔπρεπε νὰ κυβερνᾷ, κατὰ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ πολιτεύματος καὶ τοὺς ὅρους, οὓς πρέπει ν’ ἀκολουθῇ, διὰ νὰ ὑφίσταται πᾶσαν στιγμὴν τὸν ἔλεγχον. Τί εἶναι, λέγετε, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; εἶναι νομοσχέδιον εἴκοσι μαθητευομένων. Λέγει ταῦτα σοβαρῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος; Νομίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ ὁ ἔλεγχος παρὰ τῶν εἴκοσι μαθητευομένων; Ὁ ἔλεγχος γίνεται ἐξ Ἐλεγκτῶν, καὶ ἐγένοντο ἀνακαλύψεις μεγάλαι, δὲν εἶναι καιρὸς νὰ σᾶς εἴπω αὐτὰς, θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ τὰς ἐννοήσητε, μὴ μὲ προκαλεῖτε, διότι δὲν θέλω νὰ ἐξηγηθῶ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, σεῖς, οἵτινες ἐμποδίζετε τὸν ἔλεγχον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Γραφεῖον ἐλέγχου ἄνευ τοῦ προσωπικοῦ γραφέων; Δὲν σᾶς ἐζήτησα ἄλλο, εἰμὴ νὰ λειτουργήσῃ ὁ θεσμὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διατί μὲ παριστάνετε νομίζοντα, ὅτι διὰ τῶν εἴκοσι μαθητευομένων θὰ γείνῃ ὁ ἔλεγχος; Δὲν θὰ γείνῃ δι’ αὐτῶν, ἀλλὰ δι’ ἐκείνων, οἵτινες γνωρίζουσι, πῶς γίνεται ὁ ἔλεγχος· ἀλλ’ οἱ μαθητευόμενοι δὲν εἶναι ἄλλο, ἢ ἀντιγραφεῖς ἐγγράφων, προπαρασκευαζόμενοι εἰς τὸ νὰ δύνανται εἰς τὸ μέλλον νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπάλληλοι, διὰ νὰ ὑπάρχῃ φυτώριον. Ἐὰν δὲν σχηματίσωμεν φυτώριον, δὲν θὰ ἔχωμεν διαρκῆ τὸν ἔλεγχον. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν γείνῃ ὁ ἔλεγχος, πῶς θέλει γείνει μετ’ ὀλίγον; Δὲν πρέπει πάλιν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν περιήλθομεν τώρα. Δὲν θέλετε νὰ γείνῃ ὁ ἔλεγχος, θέλετε ν’ ἀρνηθῆτε τὰ μέσα νὰ γείνῃ; Βεβαίως, ὅταν ἀρνηθῆτε τὰ μέσα, ὁ ἔλεγχος θέλει βραδύνει, καὶ ὅπον βραδύτερον θέλει γείνει, τόσον νομίζετε, ὅτι εἶναι καλλίτερον διὰ σᾶς. Δὲν νομίζω λοιπὸν, ὅτι συμφέρει νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους τοιαύτη πολιτικὴ, ἧς τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ σύμβολον κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν δι’ αὐτοῦ τοῦ ὕφους τοῦ σφυρηλατικοῦ, lapidaire, εἶναι τὸ πρόγραμμα τοῦ διαδρασιπολίτου.
§65ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἐμβριθῆ ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ὑπολείπεται παρὰ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ σεβόμενοι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος καὶ τὰ ἀμοιβαῖα δικαιώματα παρακαλοῦνται νὰ δώσωσι προσοχήν. Τίς ἐξ ἡμῶν, κύριοι, δὲν γνωρίζει τὸν σκοπὸν τῆς ἀποστολῆς μας ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου; ὁ σκοπὸς τῆς ἀποστολῆς μας, κύριοι, δὲν εἶναι νὰ διαπληκτιζώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ φερώμεθα ὡς ἄλλοι δαιμονιῶντες, καὶ νὰ κάμνωμεν πόλεμον κατ’ ἀλλήλων. Ἐὰν αὐτὸς ἦναι ὁ σκοπὸς τῶν ἐκλογέων, τότε δὲν ἤθελον κάμει ἐκλογὴν, ἵνα ἐκλέξωσι τὰ καλλίτερα πρόσωπα νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύσωσιν, ἀλλ’ ἤθελον φροντίσει νὰ ἀνεύρωσι μεταξὺ ἑαυτῶν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνείδησιν οὔτε τοῦ Συντάγματος οὔτε τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ὅλην τὴν ἀξίαν των στηρίζουν εἰς τὰς σωματικάς των δυνάμεις καὶ νὰ τὰ στέλλουν ἐδῶ νὰ κάμνουν πόλεμον, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσχυρότεροι, νὰ νικήσωσι τοὺς μὴ ἰσχυρούς. Ἑπομένως τοιαῦτα πράττοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ἑκάστην καὶ εἰς διαπληκτισμοὺς κατερχόμενοι, δὲν πράττομεν ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκτιθέμεθα ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέλεξαν, καὶ νὰ ἀποδεικνύωμεν ὅτι δὲν ἠξεύρομεν ποία εἶναι ἡ ἀποστολή μας. Ὅστις, κύριοι, λαλεῖ ἐκ τοῦ βήματος τούτου εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ λέγῃ τὶ φρονεῖ καλὸν καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα, καὶ διὰ τὴν γενικὴν πατρίδα. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράζῃ τὰς ἀνάγκας καὶ νὰ ζητῇ τὴν διόρθωσιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Τόπου, καὶ τὴν πρόοδον καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος ἐν γένει, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Ἀλλὰ διότι ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπαρχίας μου, ἢ διότι ἔχω τὴν δεῖνα ἰδέαν περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Τόπου, δὲν ὑποτίθεται ὅτι τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὀφείλουν νὰ ἀσπασθῶσι καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἵτινες πιθανὸν νὰ ἔχουν διαφορετικὴν ἰδέαν, οὔτε ὑποτίθεται, διότι φρονῶ ὅτι ἓν μέτρον εἶναι καλὸν, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον πρέπει καὶ διὰ τῆς βίας νὰ θελήσω νὰ τὸ ἐφαρμόσω. Ἐὰν, κύριοι, εὑρισκώμεθα ὄχι εἰς συνταγματικὴν καὶ εὐνομουμένην πολιτείαν, ἀλλ’ εἰς ἀσύντακτον κατάστασιν, πάλιν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν οἱ ἄλλοι νὰ παραδεχθῶσι τὰς ἰδέας μας, οὔτε οἱ πολλοὶ νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τὰς ἰδέας τῶν ὀλίγων. Κατὰ μείζονα δὲ λόγον δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο ἐν εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ. Ἡ πλειονοψηφία ἢ ἡ Βουλή, ἥτις κατὰ νόμον πρέπει νὰ κυβερνᾷ, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ εἰς κανένα ἄλλον λόγον, παρὰ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς της. Μόνον ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος νὰ κρίνῃ περὶ τῆς πορείας ἑκάστου ἡμῶν καὶ ἂν ἐπράξαμεν καλῶς, αὐτὸς θέλει ἀποφασίσει. Λοιπὸν, κύριοι, ἐκεῖνος ὅστις εἶναι ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ, εἶναι ὁ λαὸς, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι κυρίαρχος. Ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, οἱ διαπράττοντες τὰ δημόσια εἰς τὴν πολιτείαν εἴτε ὡς ἀντιπρόσωποι, εἴτε ὡς ὑπουργοὶ εἴτε ὡς ὑπάλληλοι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ὑπηρέται τοῦ λαοῦ μὲ διάφορα ὀνόματα, οἱ μὲν ὡς ἀντιπρόσωποι, οἱ δὲ ὡς ὑπάλληλοι, οἱ δὲ ὡς ὑπουργοί. Ἀπέναντι δὲ τοῦ λαοῦ ἵσταται ἡ Βασιλεία, αὕτη δὲ ἵσταται ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Ἐὰν ἴδῃ ὅτι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δὲν ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν ἀποστολήν μας, ὅτι ἄλλα ὑπεσχέθημεν νὰ πράξωμεν, καὶ ἄλλα πράττομεν ἐδῶ, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ κυριάρχου λαοῦ, καὶ διὰ νὰ περιστείλῃ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὴν ἀποστολήν των, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς εἴπῃ, πηγαίνετε εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας καὶ οἱ ἐκλογεῖς σας πάλιν θὰ κρίνουν ἐὰν ἐπράξατε καλῶς ἢ κακῶς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, κύριοι, τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν συναφῶν αὐτῷ, σᾶς ἐρωτῶ ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν, ἢ δύναται νὰ διοικηθῇ ἄνευ προϋπολογισμοῦ; Νομίζω, ὅτι κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ φιλονικήσῃ ὅτι Κράτος ἐλεύθερον ἄνευ προϋπολογισμοῦ εἶναι τὸ χείριστον τῶν Κρατῶν. Λοιπὸν, κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὶ ἔχετε νὰ εἰπῆτε, ἢ τίνα προσκόμματα δύνασθε νὰ παρεμβάλητε, ἀφοῦ ἄνευ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ κυβερνηθῇ συνταγματικῶς καὶ νομίμως ἡ Πολιτεία; Δύνασθε μάλιστα νὰ εἴπητε τὴν γνώμην σας, καὶ ἂν μὲν εἰσακουσθῆτε, καλῶς ἔχει, ἐὰν δὲ δὲν εἰσακουσθῆτε, ὀφείλετε νὰ διαμαρτυρηθῆτε· τὴν εὐθύνην τὴν ἔχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ἐκεῖνοι θὰ δώσουν λόγον ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς εἰσήγαγον τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμόν, καὶ ἂν καλῶς ἔπραξαν. Ἀλλὰ νὰ λέγητε σήμερον ὅτι θὰ ἀποχωρήσετε, τοῦτο εἶναι ἄρνησις ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Ἔπειτα δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζετε πότε τοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς πλειονοψηφίας, πότε τὴν πλειονοψηφίαν καὶ πότε τὴν Βουλήν. Ἐτολμήσατε νὰ εἴπετε τὴν λέξιν ἀσεβῶς· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἀσεβῶς προσεφέρθητε, ὅταν εἴπατε, ὅτι τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται ἀμελέτητα παρὰ τῆς Βουλῆς· διότι πάντοτε σᾶς ἐδόθη ὁ λόγος καὶ ὁ καιρὸς νὰ τὰ ἐξετάσητε, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίζετε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπιψηφίζει τὰ νομοσχέδια ἀβασανίστως· ἐπίσης δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δίδετε τὸν προϋπολογισμόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι καὶ ὁ λαός, ὅστις δὲν εἶναι ψευδομάρτυς τῶν ὀργίων, ἀλλὰ τῆς πολιτείας ἑκάστου, νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Αὐτὴν τὴν πλειονοψηφίαν σεῖς τὴν εἴχατε πρὶν διαλύσετε τὴν Βουλήν, καὶ ἐντούτοις ὅταν τὸ ἔθνος ἔκαμε τὰς νέας ἐκλογὰς τὶ εἶπεν εἰς τοὺς νέους Ἀντιπροσώπου του; δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ ὑπάγητε εἰς ἐκείνην τὴν μερίδα διὰ νὰ τιμωρήσετε τὰς καταχρήσεις τῆς ἄλλης μερίδος. Λοιπὸν ἡ πλειοιοψηφία ἐκείνη εἶναι ἀπαύγασμα τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν θέλησιν σεῖς ἐζητήσατε διὰ τῆς διαλύσεως νὰ μάθετε. Λοιπὸν δὲν κύπτετε εἰς τὴν θέλησιν αὐτὴν τοῦ λαοῦ; ἀλλὰ θέλετε νὰ ἀποχωρήσητε; Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι, καὶ εὔχομαι, ὅπως ἡ σύνεσις διευθύνῃ εἰς αἴσιον τέλος.
§66Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς νέας ταύτης προτάσεως τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἵνα οὐ μόνον κατὰ τὴν μεταμεσημβρινὴν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν προμεσημβρινὴν συνεδρίασιν συζητῇ ἡ Βουλὴ τὰ νομοσχέδια, παραλείπουσα τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν νομίζω δ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ μετὰ πολιτικῆς προαιρέσεως, διότι δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ἀξία πολιτικῆς ἐρεύνης, ἢ ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὴν τοιαύτην· οὐδὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμίξω κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς τὰ ποικίλα ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἔψαυσαν οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες, καὶ τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, οὐδὲ νὰ πραγματευθῶ περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀενάως ἐπισειομένου ἐλέγχου. Ἑκατοντάκις ἀληθῶς, κύριοι, ἠκούσατε αὐτὴν τὴν ἀπειλὴν τοῦ ἐλέγχου καὶ ἑκατοντάκις ἠκούσατε ἄλλους ν’ ἀποκρούωσιν αὐτήν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι ἀναξία τῆς σοβαρότητος τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν ἐπαισθητῶς μέχρι τοῦδε ἐμείωσεν. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ σκοπὸν ἔχει νὰ κανονίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσητε τοῦτο καὶ μόνον, ἐὰν πρέπῃ νὰ κανονισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. πρωθυπουργὸς προβάλλει, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον, ἢ ἐὰν ἡ Βουλὴ πρέπῃ νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς κατὰ τρόπον, συμφωνότερον πρὸς τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα. Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ, καθ’ ἣν συζητοῦμεν περὶ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ κατὰ τὰς δύω προγενεστέρας φορὰς ἐγὼ δὲν ἐπηρεάσθην ὑπὸ πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ. Ὅταν τὴν πρώτην φορὰν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐζήτησε νὰ γίνωνται δύω ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, παρέστησα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δύω ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας συνεδριάσεις μᾶς φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσωσιν, ἐκπληρούντων τῶν βουλευτῶν τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι, μετὰ τῆς εὐσυνειδησίας μεθ’ ἧς ὀφείλουσι νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτά. Εἶπα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅτι θέλομεν καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐργασθῶμεν, ἵνα συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἐκεῖνα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ἵνα συμβαδίζωσι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔλεγε, «καὶ τὰ ὀγδοήκοντα νομοσχέδια θὰ συζητηθῶσι», κινῶν τὴν χεῖρα καὶ σείων τὸν δάκτυλον πρός με. Ἐσιώπησα, διότι οὐδὲν ἄλλο ὤφειλον νὰ εἴπω πρὸς αὐτόν. Τὴν δευτέραν φορὰν, ὅτε προὐτάθη πάλιν ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον ἡμῶν, ἐζήτησα νὰ προσδιορίσῃ ἡ Κυβέρνησις ποῖα νομοσχέδια θεωρεῖ ἀναγκαῖα, ἵνα συζητηθῶσι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ παρευρίσκωμαι καὶ κατὰ τὰς δύω συνεδριάσεις. Σᾶς ἐξήγησα δὲ διατὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ παρευρίσκωμαι καὶ κατὰ τὰς δύω συνεδριάσεις, ἐξηκολούθουν δὲ νὰ ἔρχωμαι τακτικῶς κατὰ τὴν προμεσημβρινὴν, ἥτις ὡρίζετο διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς προτείνει πάλιν νὰ μεταβάλωμεν τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων καὶ κατὰ τὴν προμεσημβρινὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, ἤτοι κατὰ μὲν τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τῆς 8. π. μ. ὥρας μέχρι τῆς 12, μετὰ μεσημβρίαν δὲ ἀπὸ τῆς 4 μέχρι τῆς 8, καὶ ζητεῖ καὶ κατὰ τὰς δύω ταύτας συνεδριάσεις νὰ συζητῶμεν. Τοῦτο κρίνω ἀδύνατον, οὐχὶ ἐκ πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως ἣν ἔχομέν τινες, ὅτι ἀδυνατοῦμεν πρὸς τὴν εὐσυνείδητον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μας, δὶς συνερχόμενοι ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ κατὰ τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν ἑσπερινήν. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δίδει τὸν νόμον, κανονίζει τὰς ἐργασίας, καὶ ἡ μειοψηφία ὀφείλει νὰ ὑποβάλληται. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ στασιάσωμεν πρὸς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ λέγομεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ καθήκοντά μας κατὰ τρόπον, ὅστις θέλει δικαιολογήσει τὴν πολιτείαν μας ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τρόπον, ὅστις ἀποδεικνύει, ὅτι ἐκπληροῦμεν εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μας. Ἐννοοῦμεν νὰ συντελέσωμεν πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, νὰ προσπαθῶμεν νὰ διαφωτίζωμεν τὴν συνείδησιν τοῦ Κοινοβουλίου διὰ νὰ ψηφισθῶσι νόμοι ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβεῖς καὶ τέλειοι. Ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων δὲν εἶναι ἐργασία πολιτική. Ἡ Βουλὴ διερμηνεύει τὸ πολιτικόν της φρόνημα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ πᾶσαν διάταξιν νομοσχεδίου, νομίζετε, ὅτι συζήτησις πολιτικὴ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται; Οὐδέποτε. Ἐξ ἐναντίας, νομίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ πολιτικὴ πρέπῃ ν’ ἀποῤῥοφᾷ πάσας τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου ἐν ἑκάστῃ ψήφῳ, τὴν ὁποίαν δίδομεν διὰ πᾶσαν διάταξιν τῶν νομοσχεδίων, ἐὰν ἑκάστη ψῆφος πρέπῃ νὰ λογίζεται ὡς ψῆφος πολιτικὴ, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται νὰ μείνῃ ἢ ὄχι τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι τότε δὲν νομοθετοῦμεν πλέον, εἴμεθα πολιτικὴ ὁμήγυρις, καὶ λησμονοῦμεν ἐν ἐπίσης κύριον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, διότι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὸ καθῆκον νὰ νομοθετῶμεν ὅσα νομίζομεν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου ἐπιβάλλει ἡμῖν ἵνα νομοθετήσωμεν. Λοιπὸν δὲν στασιάζομεν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν λέγοντες, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν δὶς τῆς ἡμέρας εἰς συνεδρίασιν, ἀλλὰ λέγομεν τὴν ἀλήθειαν· καὶ, ἂν ἡ πλειοψηφία δὲν θέλῃ νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀλήθειαν, πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κόσμος διατὶ δὲν προσερχόμεθα δὶς τῆς ἡμέρας εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡμεῖς ἐκ στασιασμοῦ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ἐκ δυστροπίας καὶ πολιτικοῦ φατριασμοῦ παραβαίνωμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐὰν δυστροπῶμεν πρὸς τὴν κανονικὴν λειτουργείαν τοῦ πολιτεύματος, ἢ ἐὰν ἡ πλειοψηφία καταχρᾶται τῆς δυνάμεώς της. Ἡ πλειονοψηφία εἶσθε κύριοι νὰ προσδιορίσητε μίαν συνεδρίασιν ἐντὸς τῆς ἡμέρας, θέλετε τὴν πρωΐαν, θέλετε μετὰ μεσημβρίαν· ἡ πλειονοψηφία κανονίζει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἂς ἀναγράψῃ εἰς αὐτήν, ὅ,τι ἂν θέλῃ· θέλει προϋπολογισμόν; προϋπολογισμόν· θέλει νομοσχέδια; νομοσχέδια· ἡμεῖς θὰ ἔλθωμεν καὶ θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν τυχὸν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδεχθῇ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφήσῃ κατὰ τὴν ἐσχάτην ἡμέραν τὴν προϋπολογισμόν, ἡμεῖς δὲν εὐθυνόμεθα. Ἐὰν προτάξῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ 40, τὰ ὁποῖα ἔχει σήμερον ἢ τὰ 55, τὰ ὁποῖα εἶχε χθὲς, ἢ τὰ 60, τὰ ὁποῖα θέλουσι γείνει αὔριον, καὶ ἐγγράψῃ μόνον ταῦτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡμεῖς θὰ ἐρχώμεθα εἰς τὴν προσδιωρισμένην συνεδρίασιν, ἵνα συζητήσωμεν αὐτά. Ἐὰν ἤθελε συμβῆ εἴτε διὰ τὴν ὥραν τοῦ ἐνιαυτοῦ, εἴτε διότι πολλοὶ συνάδελφοι ὀφείλουσι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡμεῖς δὲν εὐθυνόμεθα. Ἡμεῖς χρεωστοῦμεν νὰ φωτίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐδὲν ἐμπόδιον προέρχεται ἐξ ἡμῶν πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν ὑμῶν. Ὅταν, παρελθόντος τοῦ χρόνου, ὅστις ἔχει ὁρισθῆ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ἵνα προκαλῇ, ἐὰν ἔχῃ λόγους, τὴν διάλυσιν τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἔβλεπον ὅτι ἐβαίνομεν πρὸς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ, πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἔχει προσδιορίσει ἵνα αὐτοδικαίως συνέρχηται, ἐδυσφόρουν, διότι ἔβλεπον ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε συνέλθει βραδέως καὶ ὅτι δὲν ἤθελε μείνει ὁ ἀναγκαῖος χρόνος πρὸς θεραπείαν μεγίστης ἐπικειμένης ἀνάγκης, τῆς οἰκονομικῆς. Τὸ Κράτος, κύριοι, τέσσαρα πλήρη ἔτη εἶχε λησμονήσει ἑαυτὸ, διότι εἶχε συγκεντρώσει πᾶσαν τὴν μέριμναν καὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸς τοὺς ὁμοφύλους του. Ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις βαρυτάτας, τὰ οἰκονομικά του εἶχον διαταραχθῆ εἰς μέγαν βαθμόν. Καὶ ὅταν ἔβλεπον, ὅτι ἐβαίνομεν εἰς τὴν 1 Νοεμβρίου τοῦ 1881, καὶ δὲν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ, ἔλεγον ὅτι ὀλίγος χρόνος ἤθελε μᾶς μείνει μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1882, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ θεραπεύσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ διοικήσει τῶν κοινῶν. Διελύθη ἡ Βουλὴ, καὶ τέλος συνήλθομεν, κύριοι. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τοῦ ὑπουργείου ἦτο ὑποδεεστέρα τοῦ μεγάλου τούτου καθήκοντος. Τὸ Ὑπουργεῖον κατέγεινεν εἰς συγγραφὴν νόμων διαφόρων, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζε τείνοντας πρὸς θεραπείαν τῶν οἰκονομικῶν ἀνωμαλιῶν ἢ πρὸς πλήρωσιν τῶν μεγάλων κενῶν, τὰ ὁποῖα ἄφησεν ἡ πρώτη κατάστασις. Ἐκ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει καὶ τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε μᾶς προβάλλει, οὐδὲν εἶναι τοιοῦτον, διότι καὶ αὐτὰ τὰ προταθέντα πρὸς αὔξησιν δῆθεν τῶν ἐσόδων ἦσαν καὶ ἀτελῆ καὶ πλημμελῆ. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐκκρεμῶν εἶναι νομοθετήματα, εἰς τῶν ὁποίων τὴν συγγραφὴν καὶ σύνταξιν δὲν προήδρευσεν ἡ ἐμβριθὴς ἐκείνη μελέτη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προεδρεύῃ εἰς πᾶσαν συγγραφὴν νόμου τοῦ Κράτους. Ἐνθυμοῦμαι μίαν ἐποχὴν, ἔκτακτον διὰ τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἐποχὴν τοῦ 1836, ὅτε ἐκυβέρνα ἡ Ἀντιβασιλεία, ἥτις ἐντὸς μικροῦ χρόνου, ἐντὸς τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν, ἐπλούτισε τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν διὰ πλούτου νομοθετημάτων σοφῶν, τῶν ὁποίων τὰ πλεῖστα λειτουργοῦσι καὶ κανονίζουσιν ἔτι τὰς ἀστικὰς καὶ πολιτικὰς σχέσεις ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ, τὴν ὁποίαν διανύομεν τώρα, ἐὰν ἐπιψηφισθῶσιν ὅλα τὰ νομοθετικὰ ἔργα τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὰ 180, δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς στολίζουσα τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τῆς Ἑλλάδος. Πιστεύω μάλιστα ὅτι ἐντὸς βραχέος χρόνου θὰ καταδειχθῇ εἰς τὸν καθένα ἡ ἀτέλεια καὶ τὸ πλημμελὲς τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ἀλλὰ μολονότι ἔχω τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἀνθίσταμαι νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐγώ. Ἂς προσδιορισθῇ μία συνεδρίασις ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἂς ἀποφανθῇ ἡ πλειοψηφία κατὰ ποίαν ὥραν θέλει αὐτὴν, τὴν πρωΐαν ἢ τὴ μεσημβρίαν. Ἂς κανονίσῃ ἡ πλειοψηφία καὶ ἃς θέσῃ καὶ νομοσχέδια ὑπὸ συζήτησιν. Ἡμεῖς θὰ ἐρχώμεθα νὰ συζητῶμεν ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἶναι, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐρχώμεθα δὶς τῆς ἡμέρας. Δὲν δυνάμεθα, διότι ἡμεῖς ὁμολογοῦμεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἀνεπαρκεῖς πρὸς ἐκπλήρωσιν τοιούτου καθήκοντος. Δύνανται οἱ ἄλλοι νὰ ἔχωσιν οἱανδήποτε ἱκανότητα ἀξιοῦσιν ὅτι ἔχουσι, δύνανται νὰ νομίζωσιν, ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς πρὸς ὅλα. Ἂς ἔρχωνται αὐτοὶ δὶς τῆς ἡμέρας. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι μᾶλλον φιλόπονοι ἡμῶν, μᾶλλον ἐργατικοὶ καὶ νὰ ἔρχωνται νὰ ἐργάζωνται ὅπως αὐτοὶ νομίζουσιν. Οὗτοι ἂς συνέρχωνται δὶς τῆς ἡμέρας. Ἡμεῖς ὅμως δὲν δυνάμεθα. Ἐὰν πρόκηται περὶ μιᾶς συνεδριάσεως, ἐσμὲν ἕτοιμοι νὰ προσέλθωμεν καὶ νὰ ἐργαζώμεθα. Ἐπιθυμοῦμεν βεβαίως κατὰ τὴν ἐργασίαν τῆς μιᾶς ταύτης συνεδριάσεως τῆς ἡμέρας νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὡς πολῖται καὶ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διότι νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ἐπιβλαβέστατον νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος πρὶν ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον πολλὰ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε ἕνεκα τῆς ὥρας τοῦ ἔτους, εἴτε ἀπὸ οἰκογενειακὰς αὑτῶν ἀνάγκας, νὰ ἀπέλθωσι καὶ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν γίνεται ἀπαρτία, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὴν εὐθύνην. Θέλομεν συζητεῖ καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει ἐνδείξει ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ ἐπιμένομεν νὰ μὴ προσερχώμεθα εἰμὴ εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν ἐντὸς τῆς ἡμέρας.
§67Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὀλίγον δίκαιον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπονῆται διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ ὑπερβολικὰ μάλιστα εἰργάσθη· πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἔχει δίκαιον ἐναντίον τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐνδελεχῶς ἔδωκε τὴν συνδρομὴν αὑτῆς, καὶ πλέον, ἢ ὡς ὤφειλεν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς συνειθίζει, ὅταν δυσκολεύεται νὰ πείσῃ, ν’ ἀπειλῇ. Εἶναι, κύριοι, ἐπιχείρημα ἀρχαῖον τοῦτο, ἀλλ’ οὔτε ἀξιοπρεπὲς εἶναι, οὔτε ἐντύπωσίν τινα κάμνουν αἱ ἐπαναλαμβανόμεναι αὗται ἀπειλαί. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐ μόνον ἀδιαφοροῦμεν, ἀλλὰ καὶ καταφρονοῦμεν αὐτὰς, διότι καταφρονήσεως εἰσὶν ἄξιαι. Καὶ μᾶς ὡμίλησαν, κύριοι, περὶ ἐλέγχου, καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ἵνα ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον φέρομεν δυσκολίας. Ὁ ἔλεγχος δὲ, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦσι, συνίσταται εἰς τὸν διορισμὸν δέκα μαθητευομένων, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς φυτώριον νέων λογιστῶν, οἵτινες θέλουσιν ἐπιληφθῆ τοῦ ἐλέγχου· καὶ σπουδαῖα ἐὰν ὦσι ταῦτα, θὰ γείνουν οὐχὶ μετὰ δύω ἢ τρία, ἀλλὰ καὶ μετὰ δέκα ἔτη, διότι ταχύτερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ἔναρξιν ἐλέγχου, οὕτως ἑτοιμαζομένου. Καὶ εἶναι σπουδαῖον αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς προτάττουσιν ἑκάστοτε, πραγματοποιοῦν ἀληθῶς ἔλεγχον ἢ ἐργασίαν σπουδαίαν καὶ ἐὰν διορίσωσι μαθητευομένους πρὸς 80 δραχμὰς κατὰ μῆνα, οἱ ὁποῖοι θὰ διδαχθῶσι διὰ νὰ γίνωσι λογισταὶ καὶ ἀρχίσωσιν οὗτοι νὰ ἐξελέγξουν τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Δημοσίου; Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν· ἐνθυμεῖσθε ἄλλοτε ὅταν ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ συγκροτήσεως ἐκτάκτου ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐπιτροπὴ τῶν ὑπόπτων, καὶ ἠκούσατε σήμερον τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς; πολλὰ ἀνακαλύπτομεν καὶ πολλὰ θέλομεν ἀνακαλύψει πλὴν ὅλα ἐν τῷ κρυπτῷ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν εἰλικρινῶς ἐνεργῆτε τὸν ἔλεγχον, πρέπει νὰ τὸν ἐνεργήσητε δημοσίᾳ, νὰ συγχωρήσητε εἰς πάντα νὰ εἰσέλθῃ καὶ λάβῃ πληροφορίας· δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῆται ὁ ἔλεγχος ἐν κρυπτῷ καὶ ἀπὸ ἀναρμοδίους, διότι ἐν κρυπτῷ καὶ λαθραίως πολλὰ τεκταίνονται καὶ πολλὰ ἀκούονται. Ἐὰν θέλετε εἰλικρινῶς τὸν ἔλεγχον, ἀποκαταστήσατε αὐτὸν προτιστὸν εἰς ὅλους. Καὶ ἐπειδὴ ἀφαιρέσατε τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τὰ ἁρμόδια πρόσωπα, ἐπιτρέψατε εἰς ὅλους νὰ εἰσέρχωνται νὰ ἐξελέγχωσι τὸν ἔλεγχον. Ἠκούσαμεν καὶ ἡμεῖς πολλὰ, ἀλλὰ πῶς νὰ τὰ ἐξελέγξωμεν, πῶς νὰ τὰ βεβαιώσωμεν; Ἐνεργοῦντες ἐν τῷ κρυπτῷ, προσποιεῖσθε ἔλεγχον καὶ φέρετε διαδόσεις πρὸ τοῦ ἀποτελέσματος! Δύνασθε, κύριοι, νὰ σχηματίσητε ἐπιτροπὴν ὑπόπτων, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀληθῆ ἐπιτροπὴν ἐλέγχου· ὁ ἔλεγχος ἢ πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ τὰ ἁρμόδια πρόσωπα ἢ πρέπει νὰ εἶναι προσιτὸς εἰς ὅλους διὰ νὰ δύναται ἕκαστος ν’ ἀνακαλύπτῃ καὶ βεβαιοῖ τὴν ἀλήθειαν. Σᾶς εἶπα, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὰ πρὸ πάντων ἀναγκαῖα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προταχθῶσιν, εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νομοσχέδια δύω· ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐπειδὴ τοῦτο λέγομεν ἐπειδὴ πιστεύομεν καὶ ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀναπόφευκτος, νομίζει, ὅτι τοιουτοτρόπως δύναται νὰ μᾶς πιέσῃ καὶ μᾶς ἀπαντᾷ: ἢ ὅλα ἢ τίποτε· πρέπει νὰ ψιφίσητε πρῶτον τὰ νομοσχέδια καὶ ἔπειτα τὸν προϋπολογισμό... Αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐὰν ἐπενοήθη πρὸς πίεσιν, τὸ ἀποκρούω. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐρωτῶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ἐπιθυμεῖ νὰ διοικήσῃ ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡμεῖς λέγομεν ἤδη ὅ,τι καὶ αὐτὸς μᾶς εἶπε κοινοβουλευτικῶς κατὰ τὸ παρελθὸν: σπεύσατε, μᾶς εἶπε, τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν πρὸ πάντων κατεπειγόντων, τὰ δὲ λοιπὰ κατόπιν ἀφήσατέ τα νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἐργασθῶμεν καθόσον δυνάμεθα, καὶ ἔχομεν καιρὸν, διότι ἐνδέχεται ἐκ τοῦ τρόπου τούτου τῆς ἐνεργείας σας, καὶ αὐτὸς ὁ προϋπολογισμὸς νὰ μὴ συζητηθῇ· ἐὰν τῳόντι συμβῇ τοῦτο, ὑπεύθυνοι εἶσθε σεῖς. Τί ἄλλο ἡμεῖς λέγομεν, εἰμὴ ὅ,τι ὁ κ. πρωθυπουργός; Ἐὰν τῳόντι ἐπιθυμῇ νὰ συζητήσωμεν τεσσαράκοντα νομοσχέδια καὶ ἔπειτα τὸν προϋπολογισμὸν, τὰ 40 νομοσχέδια εἶναι δύσκολον νὰ συζητηθῶσιν ἵνα συζητηθῶσιν ἀπαιτοῦνται ἑξήκοντα περίπου ἡμέραι, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται ν’ ἀναγνωσθῶσιν ἁπλῶς· νομίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι, ἐὰν τὴν τελευταίαν ἡμέραν μᾶς εἴπῃ, ὁ καιρὸς παρῆλθε, ψηφίσατε τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν ὄχι, θὰ συζητήσωμεν, θ’ ἀποφασίσωμεν ἐν συνειδήσει, εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι; λέγομεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προτάξατε τὴν συζήτησιν τῶν ἀναγκαιοτάτων καὶ ἀναποφεύκτων, διότι ἐὰν θέλητε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, καὶ ὅμως καὶ ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἀκριβῶς, ἀλλὰ καὶ εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον ἡμῶν ψηφίζοντες καὶ ἐργαζόμενοι ἐν πλήρει ἐπιγνώσει, ὅπως τὸ καθῆκόν μας μᾶς ἐπιβάλλει, θέλομεν καθυστερήσει ἀφεύκτως· νομίζομεν δὲ καθῆκον ἡμῶν νὰ μεταχειρισθῶμεν ὅλα τὰ ἔννομα καὶ θεμιτὰ μέσα, ἵνα ἀποφύγωμεν πᾶν ὅ,τι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θέλει βλάψει οὐσιωδῶς τὸν τόπον.
§68Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἀπωλέσθη χρόνος ἄνευ λόγου, διότι ἐνῶ ἐπρόκειτο καθαρῶς περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ὀλίγον αὐτὸ, ὁμολογουμένως, χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ συνεδριάζῃ, πῶς θὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας της, παρεξετράπη ἡ συζήτησις εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, ξένα ἐντελῶς τοῦ θέματος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς περιωρίσθη ἐντὸς τοῦ θέματος ἄνευ παρεκτροπῆς. Δὲν κάμνω λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ὅστις ὠνόμασεν σφυρηλατικὸν, τὸ σύστημα τοῦ βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, διότι θέτει τελείαν, ἀνὰ πᾶσαν λέξιν, χωρὶς νὰ προσέξῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀνὰ πᾶσαν λέξιν βάλλει κόμμα, καὶ δικαίως ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ σύστημά του εἶναι ἢ κομματικόν, ἢ κωμικόν. Τί ἀπεδείχθη ἐκ τῆς πείρας κατὰ τὴν ὁποίαν συνεδριάζομεν δὶς τῆς ἡμέρας; ὅτι δὲν γίνεται οὔτε αὐτὴ ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγίνετο καὶ ὅταν συνεδριάζομεν ἅπαξ, καὶ μὴ ἐπιῤῥίπτῃ οὔτε ἡ μία μερὶς εἰς τὴν ἄλλην, οὔτε ἡ ἄλλη πρὸς τὴν ἑτέραν τὸ σφάλμα· διότι ἐνῷ ἀπεφασίσαμεν νὰ συνερχώμεθα τὴν 8 πρωϊνὴν ὥραν, μόλις περὶ τὴν 10 καὶ ½ γίνεται τὸ πρωῒ ἀπαρτία, καὶ μόλις μετὰ τὴν μεσημβρίαν περὶ τὴν 6 ὥραν, καὶ ἀναχωροῦμεν τὴν μὲν πρωΐαν κατὰ τὴν 12 τῆς μεσημβρίας, τὸ δὲ ἑσπέρας πρὸς τὰς 8· καὶ ἐνῷ φαίνεται, ὅτι ἐργαζόμεθα εἰς δύω καθημέραν συνεδριάσεις, ἐργαζόμεθα ὀλιγώτερον παρ’ ὅσον πρότερον. Λοιπὸν ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ δύω συνεδριάσεις δὲν ὠφελοῦσιν· ἡ μία συνεδρίασις εἶναι ἀρκοῦσα, ἀρκεῖ ὅμως νὰ ἔχωμεν ὅλοι τὴν συναίσθησιν, ὅταν ἀποφασίσωμεν μίαν ὥραν, νὰ ἐρχώμεθα ἀκριβῶς καὶ νὰ ἐργαζώμεθα. Ἀλλ’ ὅτι ὑπεστήριξε σήμερον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ ὅ,τι ὑπεστηρίξαμεν ἄλλοτε ἀπὸ κοινοῦ ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει. Ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριζε πέρυσιν ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὅ,τι ὑποστηρίζει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὡς ἀρχηγὸς μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως σήμερον. Ἰδοὺ διατί. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς Περιόδου ὁ κ. Τρικούπης εἶπε τὴν 24 Φεβρουαρίου, ἡ δὲ βουλευτικὴ Σύνοδος ἔληγε τὴν 9 Ἀπριλίου, τώρα συγκρίνατε τὰς δύω ἐποχὰς τὰς καιρικὰς καὶ τὴν ἐποχὴν τῆς ἡμέρας τῆς 24 Φεβρουαρίου πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως, καὶ τὴν ἡμέραν τὴν σημερινὴν πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς χείρονα θέσιν.
§69ΡΑΛΛΗΣ. Πότε εἴχομεν Πάσχα;
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν 12 Ἀπριλίου. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως: «Σχεδὸν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ψηφίσωμεν τῶν δύω τούτων ὑπουργείων συλλήβδην, ἀλλ’ ἀπέναντι τοιαύτης πορείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ζητῇ νὰ ἐπωφελῆται ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἵνα παρεμβάλλῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ζητήματα ἀλλότρια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι νομοσχέδιόν τι σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ πρότασις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι τί δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν; «Τὰ πάντα ἀπολήγουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι νομοσχέδιόν τι εἶναι προτακτέον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς σχετιζόμενον πρὸς αὐτόν, ἐννοοῦμεν νομοσχέδιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου, δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς, βεβαίως δὲ ἄνευ τῆς συμβάσεως πρὸς τὸν Berdoux εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ νὰ ὑπάρξῃ τὸ Κράτος.» Τὰ αὐτὰ ἀκριβῶς λέγει σήμερον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἄλλας ἰδέας ἔχομεν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει καὶ ἄλλας ἐν τῇ συμπολιτεύσει· ἐγὼ ὅμως ἐμμένω εἰς τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ τότε.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἴχομεν τότε ἐκφράσει ἡμεῖς ἀπειλὴν ἀποχωρήσεως;
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα· δὲν σᾶς ἀνέγνωσα ὅλην τὴν περικοπὴν, ἰδού. «Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνταποκριθῇ, διότι, ἂν μὴ ἀνταποκριθῇ, αἱ διαθέσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι μεταβληθῆ, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι οὐδὲ προϋπολογισμὸν θὰ λάβῃ, πρὸς ζημίαν ἑαυτῆς, δυστυχῶς ὅμως καὶ τοῦ Κράτους.»
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ δὲν περιέχει ἀπειλὴν, καὶ διὰ τοῦτο βεβαίως δὲν τὸ ἀνεγνώσατε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς· ἡμεῖς οὐδέποτε ἐνοήσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν ἀποχωρήσει, οὐδ’ εἴχομεν σκοπόν· ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἐὰν θέλετε ἀσυζητητεὶ νὰ λάβητε τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ ζητήσητε μόνον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ σιδηροδρόμων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι σχετίζεται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν· ἑπομένως ἐὰν θελήσητε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιμείνητε, ἡμεῖς θέλομεν συζητήσει καὶ συζητοῦντες θέλομεν φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ αὐταὶ περιστάσεις συντρέχουν καὶ τώρα καὶ ὡς τότε ἐλέγετε τί σχέσιν ἔχει ἡ σύμβασις τοῦ Perdoux πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, οὕτω δυνάμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν τί σχέσιν ἔχει πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ ἀποχώρησις τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἤ τὸ περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τόσα ἄλλα! Ἡ Βουλὴ ἐφέτος προέβη μάλιστα μετὰ τοσαύτης σπουδῆς, ὥστε παρεβίασε καὶ αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, διότι τὰ πλεῖστα δὲν προεπεξειργάσθησαν, διότι τὰ νομοσχέδια ἀποστέλλονται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς πλειοψηφίας.
§76ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ, προέβημεν εἰς τὴν ταχύτητα, ὥστε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μίαν πίστωσιν τὴν ἐπεψηφίσαμεν οὐχὶ τρὶς ἀλλὰ τετράκις, καὶ μετὰ τὴν τετάρτην τὴν ἐστείλαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας διὰ τῆς δυναμίτιδος, καὶ ἐπετρέπετο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ ποινὰς διὰ Διατάγματος ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐπεξεργασία τῶν νόμων καὶ αἱ ἐκθέσεις καὶ ἡ εὐρεῖα συζήτησις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν συνεδρίασιν ἂς προστάξῃ ὅ,τι θέλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂς φροντίσωμεν οἱ βουλευταὶ νὰ ἐρχώμεθα ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὥραν, τὴν ὁποίαν θὰ προσδιορίσωμεν, διότι βεβαίως δὲν εἴμεθα τινὲς ἐξ ἡμῶν ὑπόχρεοι νὰ παραμένωμεν ἐδῶ ἐπὶ δύω καὶ ἡμίσειαν ὥρας τοὺς ἄλλους, διότι ἐνταῦθα δὲν βλέπω οὔτε πρίγκιπας, οὔτε κόντιδες, διὰ νὰ ἔχωσι προνόμια.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς βλέπομεν προσήγγισαν αἱ διϊστάμεναι γνῶμαι, καὶ δὲν ὑπάρχει θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦμεν. Ὅταν ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν ταύτην ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἀποχωρήσεως ἑνὸς τμήματος τῆς Βουλῆς, ἤδη δὲ περὶ τοιαύτης ἀποχωρήσεως δὲν πρόκειται. Ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι ἀφοῦ παρετηρήθη, ὅτι δευτέρα συνεδρίασις τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ γείνῃ, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ἐν τῇ μιᾷ συνεδριάσει, ἥτις πρόκειται νὰ γίνηται, νὰ προτάττωνται τὰ νομοσχέδια, τὰ σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ κατόπιν αὐτῶν νὰ ψηφίζωνται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ ἀντίστοιχοι πιστώσεις. Ἤδη βλέπω, ὅτι ταύτην τὴν γνώμην παραδέχονται πάντες καὶ δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνερχώμεθα, συμπεφωνημένου ὄντος, ὅτι θὰ προτάττωνται τὰ νομοσχέδια τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὡς πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀτομικαὶ διαθέσεις τῶν βουλευτῶν, ἡ προτίμησις τῆς πρωΐας ἢ τῆς ἑσπέρας. Ὑποβάλλω πρότασιν οὐχὶ ἵνα ἐπιμείνω, ἀλλὰ διότι εὑρίσκομαι ἤδη εἰς τὸ βῆμα, ὅπως συνερχώμεθα τὸ ἀπόγευμα τὴν 4 ὥραν.
§78Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὶ θὰ πρωτοσυζητήσωμεν (θόρυβος).
§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν πρωΐαν νὰ συνερχώμεθα.
§80ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι τὴν ἑσπέραν (θόρυβος).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν μετὰ μεσημβρίαν.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν σήμερον. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίων, ἀλλὰ περὶ τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ ἑπομένως εἰς τοὺς ὑποβαλόντας αὐτὰς κκ. βουλευτὰς ἀνήκει ν’ ἀποφανθῶσιν ἂν θέλωσι νὰ ἔλθωσιν, ἵνα ἀκούσωσιν τὰς ἀπαντήσεις καὶ προκαλέσωσι συζητήσεις.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν Δευτέραν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν Δευτέραν εἰς τὰς 4 μετὰ μεσημβρίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 12 τῆς μεσημβρίας.