1882.06.04
2,343 rows · 18,931 words · 51 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87
Τῆς 4 Ἰουνίου 1882.
Ὥρᾳ 4 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Θάνος Ἀνάγνου, κάτοικος Πατρῶν, δικαστικὸς κλητὴρ, διὰ τὴν ἐπὶ 47 ἔτη ὑπηρεσίαν του, ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ μηνιαία συνδρομὴ πρὸς πορισμὸν τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ὁ αὐτὸς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι οἱ νόμοι περὶ οἰκοπέδων Πατρῶν εἶναι ἄκυροι, ὡς ἀντιβαίνοντες εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος· ἄλλως, νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτοὺς, ὅπως μὴ ἀπωλέσωσιν οἱ ἰδιοκτῆται τὴν περιουσίαν των. Ἡ Σοφοῦλα Δ. Λ. Κουντουριώτου καὶ ἡ Παναγιοῦλα Π. Λ. Κουντουριώτου ἀποστέλλουσι τὸ ἑξῆς εὐχαριστήριον ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλήν: «Κύριε Πρόεδρε. Ἡ ψῆφος, δι’ ἧς ἡ Βουλὴ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους εὐηρεστήθη ν’ ἀπονείμῃ κλπ.» Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὰς ἑξῆς ἐκθέσεις· 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 976,865 ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 693,331 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1881. 3) Ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. (Ὅρα Παράρτημα). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων.
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, διὰ νὰ ἦμαι εὐκρινέστερος εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, προλαμβάνω νὰ θέσω τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω. Τὴν συζήτησιν θὰ φέρω ἐπὶ τῶν δύω συναφῶν νομοσχεδίων, καὶ συναφῆ τὰ ἐθεώρησε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ προλαλήσαντες, ἐννοῶ τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, καὶ τὸ περὶ τῶν ἐκ ξένης Σχολῆς εἰσαγομένων ἀξιωματικῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ Σώματα. Προτίθεμαι δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὄχι τῶν δύω τεχνικῶν ὅπλων, τοῦ πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ, διότι ὁμολογουμένως ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ εἰς Εὐρώπην μεταβαίνοντες ἀξιωματικοὶ τῶν δύω τούτων ὅπλων τελειοποιοῦνται καλλίτερον. Περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων μίαν μόνην τροπολογίαν θὰ προτείνω, τοῦ νὰ ὑποβάλλωνται οὗτοι, καίτοι φέροντες πτυχία εὐρωπαϊκῆς Σχολῆς, εἰς τὰς κεκανονισμένας ἐξετάσεις τῶν τῆς ἡμετέρας Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Ἐσφαλμένως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἷς μόνος ἀξιωματικὸς κατετάχθη εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἐλθὼν ἀπὸ ξένην Σχολήν. Τοὐναντίον, κατετάχθησαν πολλοί, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἔφθασαν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι, καίτοι ἐλθόντες μὲ πτυχία μάλιστα τῆς Γαλλικῆς Σχολῆς, μόλα ταῦτα ὑπεβλήθησαν καὶ ἐνταῦθα εἰς ἐξετάσεις, ὅπως ὁ Μάνος, ὁ Τομαρόπουλος, ὁ Καλλέργης, ὅστις ἦτο εἷς τῶν καλλιτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, πρὶν ἢ παραφρονήσῃ. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν πρέπει νὰ ὑποβάλλωμεν καὶ τοὺς εἰς τὰ τεχνιτὰ Σώματα κατασσομένους, ὅπως παρετήρησε προχθὲς ὀρθῶς εἷς συνάδελφος ἀξιωματικὸς, εἰπὼν, ὅτι ἐπειδὴ φέρουσιν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διπλώματα, δὲν εἶναι καὶ ἀπόδειξις ἀσφαλὴς, ὅτι εἶναι καὶ ἱκανοὶ εἰς τὸ ὅπλον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταταχθῶσιν. Ὅλοι γνωρίζομεν, κύριοι, μὲ ποίαν εὐκολίαν δίδονται εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τὰ διπλώματα εἰς τοὺς ξένους. Διὰ τοῦτο εἴδομεν φοιτητὰς ἀποῤῥιφθέντας ἀπὸ τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ δὶς, καὶ ἐν τούτοις, μετὰ μῆνας ὀλίγους ἀπὸ τῆς μεταβάσεώς των εἰς ξένα Πανεπιστήμια, ἐπανῆλθον ἐφωδιασμένοι μὲ διπλώματα. Μόνην λοιπὸν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἔχω νὰ φέρω διὰ τοὺς προωρισμένους διὰ τὰ ὅπλα τοῦ μηχανικοῦ καὶ πυροβολικοῦ. Ἔρχομαι ὅμως ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἕτερα δύω ὅπλα, τὸ ἱππικὸν καὶ πεζικὸν, διότι ἡ ἀπὸ ξένα σχολεῖα εἰσαγωγὴ εἰς αὐτὰ ἀξιωματικῶν ἀπελπίζει τοὺς ὑπαξιωματικούς. Μνημονεύει τὸ νομοσχέδιον διπλώματα ξένης Σχολῆς τοῦ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐξήγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ποῖαι αὐταὶ αἱ χωρισταὶ Σχολαὶ πεζικοῦ καὶ ἱππικοῦ. Ἔχομεν βεβαιωμένον, ὅτι τὸ σχολεῖον τοῦ Βελγίου μᾶς κατασκευάζει ἀξιωματικοὺς διὰ τὸ ἱππικὸν ἐντὸς δύω ἐτῶν ἢ καὶ ὀλιγώτερον, διὰ τὸ πεζικὸν θὰ τοὺς κατασκευάζῃ βεβαίως ἐντὸς ἔτους, ἢ καὶ ἑξαμηνίας. Σᾶς φέρω, κύριοι, εἰς γνῶσιν, ὅτι πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἐξητάσθησαν διὰ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς κἄμποσοι παῖδες, τούτων τινὲς ἀπεῤῥίφθησαν· τὸ ἑπόμενον ἔτος ἐξητάσθησαν οἱ ἀποῤῥιφθέντες διὰ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τελευταίαν πάλιν τάξιν τοῦ Σχολείου, καὶ πάλιν ἀπεῤῥίφθησαν, οἱ δὲ μετ’ αὐτῶν τὸ προηγούμενον ἔτος συνεξετασθέντες καὶ δεκτοὶ γενόμενοι, ἐπροβιβάσθησαν εἰς τὴν δευτέραν τοῦ Σχολείου. Οἱ πρῶτοι ἀπελπισθέντες νὰ γίνωσι δεκτοὶ εἰς τὴν ἐνταῦθα Σχολὴν, μετέβησαν εἰς Βέλγιον· ἐπανῆλθον μετὰ δύω ἔτη καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸ ἱππικὸν ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Οἱ δεύτεροι, καίτοι εὐδοκιμήσαντες εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ προβιβαζόμενοι τακτικῶς εἰς τὴν ἐνταῦθα Σχολὴν, ὀφείλουν νὰ διανύσωσιν ἐν αὐτῇ τριῶν εἰσέτι ἐτῶν σπουδὰς, καὶ ἂν κατὰ τὰς ἀπολυτηρίους ἐξετάσεις των τύχωσι βαθμοῦ σχεδὸν καλῶς, θὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἱππικὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐνῷ οἱ ἐπανειλημμένως ἀποῤῥιφθέντες συνομήλικές των ὡς συνεξετασθέντες, καὶ πέντε ὀλιγώτερον ἔτη ἐκπαιδευθέντες, θὰ φέρωσι τότε τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Βλέπετε, κύριοι, ὁποία τερατώδης ἀδικία γίνεται! Τὸν νοήμονα, τὸν ἐπιμελῆ καὶ τακτικὰς σπουδὰς διανύσαντα, τὸν κατατάττομεν πολλοὺς βαθμοὺς κατώτερον τοῦ ἀνικάνου πρὸς στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν καταδειχθέντος, διότι οὗτος μετέβη εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ διεσκέδασε δύω ἔτη! Ἐκ τοῦ παραδείγματος ἀντιλαμβάνεσθε σαφέστατα ποίου εἴδους ἀξιωματικοὺς μᾶς κατασκευάζουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ τὸ προνόμιον αὐτὸ, ἀπαιτεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, νὰ ἐκτείνωμεν καὶ εἰς τὸ πεζικὸν, διὰ νὰ καταστρέψωμεν τὴν τάξιν τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι τὰ νεῦρα παντὸς στρατοῦ. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας. Ἡ ἡλικία τῶν 18 ἐτῶν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπιείκειαν μᾶς παρεχώρησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι μικρὰ, ἐμποδίζουσα τὰς ἐπαρχίας νὰ στέλλωσι μαθητὰς εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν, καὶ μάλιστα ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι γυμνάσια, μολονότι καὶ εἰς τὰς ἐχούσας τοιαῦτα, ἐκτὸς δύω τριῶν μεγαλοπόλεων, δὲν εἶναι εὔκολον ν’ ἀποστείλωσι τοιούτους μαθητὰς, διότι, ὅπως εἶπον χθὲς, γαλλικὰ δὲν μανθάνουσιν εἰς τὰ δημόσια γυμνάσια, οὔτε εἰς τὰ ἐνταῦθα ἀκόμη, ἂν καὶ ἔχωμεν εἰς ὅλα τὰ γυμνάσια καθηγητὰς τῆς γαλλικῆς, ἀφοῦ ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι ὁ μαθητὴς, λαυβάνων ἀπολυτήριον τοῦ Γυμνασίου, μόλις δύναται ν’ ἀναγινώσκῃ γαλλικὰ καὶ νὰ ἐφαρμόζῃ ὀλίγα ῥήματα· αὐτὰ εἶναι τὰ γαλλικὰ, τὰ ὁποῖα μανθάνουν εἰς τὰ Γυμνάσια. Καὶ μόλα ταῦτα τοὺς θέλετε δεκαοκταετεῖς νὰ ἐξεύρουν γαλλικὰ· δηλαδὴ καθιερώνετε τὴν εἰς τὸ ἑξῆς κατάταξιν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν ἐκείνων μόνων, οἵ ὁποῖοι μανθάνουν ἀπὸ τὴν μητέρα καὶ ἀπὸ τὸν πατέρα των τὰ γαλλικὰ, ἢ καθὼς εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἀπὸ τὰς γκουβερνάντας, τὰς ὁποίας οἱ πλούσιοι μόνον καὶ ἐν Ἀθήναις δύνανται νὰ συντηρῶσι. Δὲν μένει πλέον εἰς τοὺς ἐπαρχιώτας εἰμὴ νὰ οἰκονομήσωσι τοιαύτας, καὶ διὰ τοῦτο ὅσοι ἔχετε ἡλικίαν νὰ ὑπανδρευθῆτε, σπεύσατε νὰ λάβητε σύζυγον μίαν γκουβερνάνταν, διὰ νὰ ἔχητε ἐλπίδα νὰ καταταχθοῦν τὰ παιδιά σας εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολὴν (ἱλαρότης). Νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς συνέλαβε τὴν χριστιανικὴν ἰδέαν ν’ ἀποκαταστήσῃ, διὰ τοῦ νόμου τούτου, καὶ τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν γκουβερνάντων, αἵτινες πλεονάσασαι ἐνταῦθα καὶ ἀπελπισθεῖσαι περὶ τοῦ μέλλοντός των ἤρχισαν ν’ αὐτοκτονῶσιν; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ ἡλικία, κατ’ ἐλάχιστον ὅρον πρέπει νὰ ἦναι τῶν 19 ἐτῶν, καὶ αὕτη εἶναι ἀρκετὰ μικρὰ, καὶ διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης φέρομεν εἰς ἰσοτιμίαν μὲ τοὺς ἐκ ξένων Σχολῶν ἐρχομένους, εἰς τοὺς ὁποίους προσδιορίζομεν ἡλικίαν 25 ἐτῶν. Ὁρίζοντες λοιπὸν διὰ τοὺς ἐνταῦθα μαθητὰς 19 ἔτη, τοὺς ἔχομεν ἀξιωματικοὺς 24 ἐτῶν· ἀφίνομεν καὶ ἕν, διότι πιθανὸν νὰ μείνωσι δύω ἔτη εἴς τινα τῶν τάξεων. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 13 ἄρθρον. Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι μία παγὶς, ἡ ὁποία, μοὶ φαίνεται, δὲν θὰ ἀφήσῃ οὔτε τὸ ⅕ τῶν κατατασσομένων νὰ ἐξέλθωσι. Λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι 17 ἐτῶν ὁ μαθητὴς ὁρκίζεται καὶ λαμβάνει τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει πᾶς στρατιωτικός. Γνωρίζετε, κύριοι, τοὺς δρακοντείους νόμους τοῦ στρατοῦ; Ὕβρισε τὸν ἀξιωματικόν του, εἶναι κακούργημα. Καὶ συλλογισθῆτε τοὺς νέους αὐτοὺς νὰ τοὺς ῥίψετε προφυλακισμένους εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ φρουραρχείου!
§3ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν πᾶνε ἐκεῖ.
§4ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖ θὰ ὑπάγουν.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Εἶναι αἱ φυλακαὶ τῆς Σχολῆς.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ φυλακαὶ τῆς Σχολῆς χρησιμεύουν διὰ μόνας τὰς πειθαρχικὰς ποινὰς τῆς Διοικήσεως. Εἶναι μικραὶ αἱ ποιναὶ αὗται αἱ πειθαρχικαὶ, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐφαρμόζουν εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Σχολήν; Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἰσότητα, καὶ ἀφοῦ ὁ ἐθελοντὴς 17 ἐτῶν ὑπόκειται εἰς τὰς ποινὰς τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ καὶ ὁ μαθητὴς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς. Δὲν μοὶ λέγει ὅμως πόσοι κατετάχθησαν 17, 18 καὶ 19 ἐτῶν ἕως τώρα ἐθελονταὶ, καὶ μολονότι εἴχομεν προτήτερα τὴν στρατιωτικὴν κατάταξιν ἀπὸ 18 ἐτῶν; (θόρυβος). Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 13 θὰ καταστρέψῃ τοὺς πλείστους τῶν νέων, οἵτινες θὰ κακουργήσωσι στρατιωτικῶς, καθόσον γνωρίζομεν πάντες τίς ἐστὶν ἡ ἡλικία τῶν 17, 18 καὶ 19 ἐτῶν, εἶναι ἡλικία, καθ’ ἣν, ἐν ᾧ τὰ πάθη εἶναι ἀνεπτυγμένα, ἐλλείπει δυστυχῶς ἡ κρίσις. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἐζήτησεν ἀνεπτυγμένους ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ μορφώσῃ τὸν στρατόν. Καὶ οἱ ἐρχόμενοι, κ. πρωθυπουργὲ, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἀπὸ ἐκείνου τοῦ ὑπαξιωματικοῦ δὲν εἶναι μορφωμένοι; Εἶναι κακῆς διαγωγῆς; πρέπει νὰ τοὺς κηρύξωμεν ἀνικάνους νὰ διοικῶσι στρατόν, καὶ νὰ κλείσωμεν εἰς αὐτοὺς πᾶν στάδιον προαγωγῆς; Πρέπει νὰ τοῖς εἴπωμεν, ὅτι θὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ ἀποθάνωσιν ἐπιλοχίαι, καὶ σπανιώτατα ἀπόστρατοι ἀνθυπασπισταί; Πρέπει νὰ τοῖς εἴπωμεν, ὅτι ὅσον καὶ ἂν ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν ὡς ὑπαξιωματικοὶ μετὰ προσοχῆς, ἱκανότητος καὶ ζήλου, θὰ μένωσι μέχρι τέλους ὑπαξιωματικοὶ, καὶ τοιοῦτοι ὄντες, γινόμενοι ἀπόστρατοι, θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παραμάγειροι εἰς τοὺς ἀξιωματικούς των, τὰ πλουσιόπαιδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔρχωνται ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, καὶ θὰ τοῖς ἐπιβάλλωνται ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των! Θέλει ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ σχηματίσῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ εὐγενεῖς; Μάλιστα· ἀλλὰ νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ τῷ προτείνω, διὰ τῆς ὁποίας νὰ σχηματίζεται καὶ ὁ κατώτερος στρατὸς ἀπὸ εὐγενεῖς. Νὰ κατατάττωμεν λοιπὸν εἰς τὸν στρατὸν μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῶν 20 ἕως 30,000, ἐξ ὅσων θὰ συγκροτῆται, κατὰ πρῶτον τοὺς τελειοφοίτους Γυμνασίων καὶ γνωρίζοντας ξένας γλώσσας, κατόπιν τοὺς ὀλιγώτερα γνωρίζοντας γράμματα, καὶ τελευταῖον, ἂν δὲν ἔχωμεν μαθητὰς γυμνασίων καὶ ὑπάρξῃ ἀνάγκη πρὸς κατάρτισιν τῶν 30,000, λαμβάνομεν καὶ τοὺς τὰ μαθήματα τῶν σχολαρχείων γνωρίζοντας ἐπαρχιώτας. Δὲν δέχεται ὅμως τοῦτο ὁ κ. πρωθυπουργὸς, διότι θέλει τὸν ἐπαρχιώτην μόνον στρατιώτην καὶ ὑπαξιωματικὸν, τὸ δὲ ἐξ Εὐρώπης ἀρχοντόπουλον ἀξιωματικὸν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ διαγωγὴ καὶ ἡ διανοητικὴ κατάστασις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς προχθεσινῆς ὁμιλίας μου ἐνόησε πόσην ζημίαν θὰ φέρῃ εἰς τὸν στρατὸν ὁ νόμος οὗτος, διότι ὅλοι οἱ ἱκανοὶ ὑπαξιωματικοὶ, οἱ ἔχοντες ἐλπίδα προαγωγῆς καὶ στερούμενοι τώρα ταύτης, θὰ φύγωσι· συναισθανόμενος λέγω τὴν περίστασιν, ἠθέλησε προχθὲς νὰ μὲ ἀποστομώσῃ τρόπον τινὰ καὶ ἀποταθεὶς εἰς ἐμὲ εἶπεν: «Δὲν ἀνέγνωσες τὸν νόμον τοῦ 1878 καὶ ὅτι τὴν κατάχρησιν τὴν ἐκ τοῦ νόμου τούτου ἠθέλησα νὰ προλάβω καὶ ὅτι ἐφρόντισα νὰ συστηθῶσι καὶ σχολεῖα ὑπαξιωματικῶν!» τὰ ὁποῖα ὠνόμασα ἐγὼ προχθὲς σχολεῖα τῶν ἀπόρων παίδων. Ἐπρόσθεσε δὲ, ὅτι τὸν νόμον τοῦ 1878 ἐψήφισα καὶ ἐγώ. Τὸ 1878 δὲν ἔδωκα τὴν ψῆφόν μου, διότι δὲν ἤμην βουλευτὴς, ἤμην ὅμως εἰς τὰ 1861, ὅτε τὸ πρῶτον συνετάχθη ὁ νόμος αὐτὸς ἀπὸ πνεῦμα πολιτικοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος, διότι ἔγεινεν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς κατ’ αὐτοῦ συνωμοσίας καὶ ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς συνωμόσαντας, καὶ παρ’ αὐτοῦ εὐεργετηθέντας ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ ἐκ τῶν ἐξ Εὐρώπης ἐρχομένων ἀξιωματικῶν καὶ κατόπιν ἐκ τῆς ἐνταῦθα Σχολῆς. Τότε ἤμην βουλευτὴς καὶ ἐπολέμησα τὸν νόμον αὐτόν· ἴσως ὁ κ. Μεσσηνέζης, τότε συνάδελφός μου, ἐνθυμεῖται τὴν συζήτησιν αὐτήν· εἶπον κατὰ τὸ 1861, διὰ τὸ πεζικὸν καὶ ἱππικὸν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐκ ξένων Σχολῶν ἀξιωματικούς. Καὶ συλλογισθῆτε, ὅτι αὐτὸ τὸ εἶπον πρὸ 21 ἐτῶν, ὅτε ὑπῆρχεν ἡ ἀντικατάστασις, καὶ δὲν εἴχομεν τόσους ἀνεπτυγμένους ὑπαξιωματικοὺς, ὅσους ἔχομεν σήμερον, οὔσης ἀπηγορευμένης τῆς ἀντικαταστάσεως, καὶ τοὺς ὁποίους μᾶς ἔφερεν εἰς τὸν στρατὸν ἡ ἐφεδρεία τοῦ 1877 καὶ ἡ ἐπιστρατεία τοῦ 1880. Ὁ κύριος λοιπὸν πρωθυπουργὸς ἠθέλησε προχθὲς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν ἀνέγνωσα τὸν νόμον τοῦ 1878, ἀλλὰ τῷ ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι ἐὰν διὰ τοῦ νόμου τούτου κατήργει μόνον ἐκεῖνον τοῦ 1861 καὶ 1878, ἤθελον παραδεχθῆ, ὅτι ἐφρόντισε νὰ καταργήσῃ κατάχρησιν, ἀλλ’ ἐκτείνει τὸ προνόμιον καὶ εἰς τὸ πεζικὸν, ἀνοίγει θύραν, δι’ ἧς θὰ εἰσέρχωνται ἐξ Εὐρώπης τὰ πλουσιόπαιδα, διὰ νὰ κάθηνται εἰς τὸν τράχηλον τῶν δυστυχῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πεζικοῦ, τοὺς ὁποίους ἀπελπίζει ἐντελῶς (θόρυβος).—Λέγω ἐπὶ τέλους, κύριοι, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐπὶ πολὺ, διότι θὰ πέσῃ, ὅταν ἔλθῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ περισσοτέρας συμπαθείας ἕνεκα τῆς καταγωγῆς καὶ τῆς ἀνατροφῆς της εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἐὰν πέσῃ αὐτὸς ὁ νόμος δι’ ἄλλου νόμου, ἔχει καλῶς· φοβοῦμαι ὅμως μήπως αὐτὸς ὁ νόμος σχισθῇ διὰ τῆς αἰχμῆς τῶν λογχῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων καταπατοῦνται δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἱερὰ δικαιώματα.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀλίγας ἔχω νὰ κάμω παρατηρήσεις πρὸς ὅσα χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, οὐχὶ βεβαίως, ὅτι ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ φέρω, θὰ μεταβάλουν κατά τι τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐπικαλούμενος μάλιστα καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν γινομένων εἰς ἄλλας χώρας. Καὶ πρῶτον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡλικίαν, ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν ἡλικίαν τῶν 19 συμπεπληρωμένων ἐτῶν, ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἐν μὲν τῷ νομοσχεδίῳ ὑποστηρίζει τὴν ἡλικίαν τῶν 17 ἐτῶν μὴ συμπεπληρωμένων, ἠθέλησεν ὅμως χθὲς νὰ παραδεχθῇ τὴν ἡλικίαν τῶν 18 ἐτῶν μὴ συμπεπλωρωμένων. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ λάβητε καθ’ ὅλου ὑπ’ ὄψιν τί συμβαίνει, ἂν καὶ ὡς ἔμαθον, εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ μαθηταὶ οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν στρατιωτικὴν σχολὴν διανύουν τὸ 19 ἔτος τῆς ἡλικίας των· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν κατατάσσονται νέοι μὲ ἡλικίαν ἐλάσσονα τῶν 17 ἐτῶν, ὑπάρχει λόγος ἐκεῖ ἄλλος καὶ ἄλλος διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ πρῶτον, διότι ἡ γλῶσσα εἰς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα μανθάνεται ἅμα ὡς γεννηθῇ ὁ παῖς, ἐνῷ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἐὰν ἤθελέ τις ἀφιερώσει ὅλον αὐτοῦ τὸν βίον, δὲν θὰ δυνηθῇ ποτε νὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν ἐξέμαθε.—Πρῶτος λοιπὸν σκόπελος, τὸν ὁποῖον ἀπαντῶσιν οἱ νέοι κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐκπαίδευσιν, εἶναι ἡ ἐκμάθησις τῆς γλώσσης. Ἡ δὲ ἀπαίτησις τοῦ νομοσχεδίου εἴδατε ὁποία εἶναι καὶ ὁποίας γνώσεις τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ καταταχθησόμενος. Δεύτερον, εἰς τὰ Ἔθνη ἐκεῖνα ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι κανονικὴ καὶ ὁμαλή. Δύνασθε νὰ εἴπητε τοῦτο καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα; Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχετε δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν κανονικήν; Πρῶτον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, διότι δὲν ἔχομεν δημοτικοὺς διδασκάλους, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἔχομεν δὲν ἔχομεν τόσους, ὥστε νὰ ἐπαρκέσουν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἁπάσης τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἠκούσατε πολλάκις, ὅταν ἐζητήθη ἡ σύστασις δημοτικῶν σχολείων, ποίαν ἐλάβατε ἀπάντησιν; δὲν ὑπάρχουσι διδάσκαλοι. Λοιπὸν ἀρχίζει τὸ ἐμπόδιον, ἐκτὸς τῆς γλώσσης, ἐμπόδιον τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν, ἀρχίζει τὸ ἐμπόδιον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μαθητῶν ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν ὁ μαθητὴς εἰς τὸ Σχολαρχεῖον· νέα ἐμπόδια ἐκεῖ. Ἔρχεται εἰς τὸ Γυμνάσιον, καὶ νέα ἐμπόδια ἀπαντᾷ ἐκεῖ· διότι ἐκτὸς τῶν ἐλλείψεων τῆς ἐκπαιδεύσεως τόσον εἰς τὴν κατωτέραν, ὅσον καὶ εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἔχομεν καὶ τὴν πολιτικὴν, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἥτις ἐπιδρᾷ καὶ ἐπιδρᾷ σπουδαίως εἰς τὸ νὰ μὴ ἀφίνῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παιδείας ἐν τῷ Τόπῳ, διὰ τῆς ἀενάου καὶ ἐν πάσῃ ὥρᾳ μετακινήσεως ἢ παύσεως τῶν διδασκάλων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἠνάγκασαν νὰ ὑποστηρίξω ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἰσότητα διὰ τὴν κατάταξιν τῶν νέων εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, ὀφείλομεν ἐκ παντὸς νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἡλικίαν τῶν 19 ἐτῶν, συμπεπληρωμένων. Δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5. Ἐγὼ χθὲς ὡμίλησα περὶ τῆς Γερμανικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ 5 ἄρθρον, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἶπον, ὅτι προστίθεται ἔτι περισσότερον εἰς τὴν σειράν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἡ γνῶσις τῶν γλωσσῶν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς παρετήρησε κατόπιν, ὅτι τοῦτο λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν κατάταξιν τῶν μαθητῶν ἐν τῇ Σχολῇ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάζωνται εἰς μαθήματα κατὰ τὴν κατάταξίν των οἱ μαθηταὶ, καὶ ὅταν ἐξέρχωνται νὰ μὴ ἐξετάζωνται εἰς αὐτὰ τὰ μαθήματα ἀλλ’ ἂς παραδεχθῶ διὰ μίαν στιγμὴν καὶ ὡς ὀρθὸν ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀκριβῶς λοιπὸν τοῦτο μᾶς καθιερώνει τὴν ἀνισότητα, διότι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχονται νὰ ἐξετασθῶσι 36 μαθηταὶ, καὶ οἱ 32 ἔχουν ἱκανότητα καὶ λαμβάνουν ἀριθμοὺς ἀνωτέρους ἀπὸ τοὺς 4 προσθέτους ἄλλους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μαθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δώσουν ἐξετάσεις διὰ νὰ εἰσέλθωσιν· τί γίνεται τότε; οἱ γνωρίζοντες τὴν Γαλλικὴν καὶ τὴν Ἀγγλικὴν ἔδωσαν ἐξετάσεις, καὶ προστίθενται πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔλαβον, καὶ οὕτω, καίτοι μὴ ἔχοντες σειρὰν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν Σχολὴν ἐκ τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦται νὰ γνωρίζῃ ὁ μαθητὴς, διὰ τῆς ἐξετάσεώς των εἰς τὴν Γερμανικὴν καὶ Ἀγγλικὴν γλῶσσαν, ἔρχονται εἰς σειρὰν νέαν ἀνωτέραν τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὰ μαθήματα τὰ ὑποχρεωτικὰ καὶ προτιμῶνται εἰς τὴν κατάταξιν τῶν ἄλλων, καὶ οὕτω, καθιεροῦμεν τὴν ἀνισότητα διὰ μαθημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ κατατασσόμενος δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ γνωρίζῃ. Καὶ διατί ἀφοῦ καθιεροῦμεν τὰ μαθήματα ταῦτα, νὰ μὴ καθιερώσωμεν καὶ ἄλλα; Ὑποθέσατε, ὅτι εἷς ἀποφοιτήσας ἐκ τοῦ γυμνασίου εἶναι δυνατὸς εἰς τὴν θεολογίαν· διατί δὲν τὸν ἐξετάζετε εἰς αὐτὴν καὶ δὲν τὸν ἀντιμετρεῖτε μὲ τὸν γνωρίζοντα τὴν Ἀγγλική; Τὴν προτίμησιν ἤθελον τὴν θεωρήσει ἀναγκαίαν μόνον διὰ τὴν Τουρκικὴν, καὶ δὲν θεωρῶ τὸν ἀριθμὸν 5 κατάλληλον δι’ αὐτὴν, ἀλλὰ τὸ 10 διὰ τὸν γνωρίζοντα τὴν γλῶσσαν ταύτην, ἣν ἔχουσι μεγάλην ἀνάγκην νὰ γνωρίζωσιν οἱ ἀξιωματικοί. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου 13. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δυνάμεθα νὰ κατατάσσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὸν στρατὸν ἐθελοντάς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι ὁ περὶ στρατολογίας νόμος δέχεται ὡς ἐθελοντὴν μόνον τὸν συμπληρώσαντα τὸ 18 ἔτος τῆς ἡλικίας του· ὁ δὲ στρατολογικὸς νόμος ποίαν ἡλικίαν παραδέχεται; κατὰ γενικὸν κανόνα τὸ 21 ἔτος, συμπεπληρωμένον· καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ προλαλήσας, εἰς τὸν στρατὸν δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε 20 οὔτε 30 μὲ τὴν ἡλικίαν τῶν 18 ὡς ἐθελονταὶ, καθ’ ὅσον ἔχομεν ἡλικίαν ἀνωτέραν, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται τὸ δικαίωμα τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως. Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὅταν ἔχωμεν τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, τιμωροῦντας τοὺς στρατιώτας αὐστηρῶς, θέλετε νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν τὴν αὐτὴν τιμωρίαν καὶ εἰς τοὺς μαθητὰς, οἵτινες εἶναι μᾶλλον ἀνεπτυγμένοι; Ναὶ, λέγω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, διότι ἡ ἡλικία τῶν στρατιωτῶν εἶναι ἀνωτέρα τοῦ 21 ἔτους· δεύτερον ὁ στρατιώτης ἀπὸ τῆς κατατάξεώς του εἰσέρχεται εἰς τὸν πραγματικὸν στρατιωτικὸν βίον, ἐνῷ ὁ μαθητὴς τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων δὲν εἰσέρχεται εἰς τὸν στρατιωτικὸν βίον ἢ μετὰ τὴν ἔξοδόν του, ὡς ἀξιωματικὸς, ἐκ τῆς Σχολῆς. Ἡ ἐκμάθησις τῶν μαθηματικῶν, ἡ ἐκμάθησις τῆς μηχανικῆς δὲν ἔδωσεν εἰς αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα τοῦ στρατιώτου, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν Σχολὴν μεταβαίνει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅπου ὑπηρετεῖ ὡς στρατιώτης ὡρισμένον καιρόν· φυλάσσει σκοπὸς, λαμβάνει μέρος εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατιώτου, καί τοι ἔχων τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, διότι ἐκεῖ ἀρχίζει νὰ λαμβάνῃ τὸ βάπτισμα τῆς στρατιωτικῆς τέχνης. Εἰς τὸ σχολεῖον εἶναι ἀκόμη μαθητὴς, ἔχει ὅλας τὰς ἕξεις τοῦ μαθητοῦ ἐν τῷ σχολείῳ, καὶ ἀφοῦ ὑπηρετήσῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ Σώματος ὡς στρατιώτης θὰ ὑπηρετήσῃ κατόπιν ὡς δεκανεὺς, λοχίας καὶ ἐπιλοχίας, καὶ μετὰ ταῦτα λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ βαθμοῦ του εἰς τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατετάχθη. Οἱ νομοθετήσαντες οὕτω τὸν ὀργανισμὸν τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς εἶχον βεβαίως μεγάλην πεῖραν. Ἄλλως, ὁ στρατιώτης ἀναστρέφεται καὶ συνδιαιτᾶται μετ’ ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ συστρατιωτῶν ἐνηλίκων, εἰς τὸ σχολεῖον ὅμως πάντες εἶναι ἀνήλικες, καὶ ὡς τοιοῦτοι ὑπόκεινται εἰς ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τῆς νεότητος, ἥτις στερεῖται τῆς κρίσεως καὶ διὰ τοῦτο ἐξήρεσαν τοὺς μαθητὰς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους. Μία ἐπίθεσις κατ’ ἀνωτέρου τιμωρεῖται κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους μὲ θάνατον· τοιαύτας θὰ ἐπιβάλετε εἰς τοὺς μαθητὰς ποινάς; Εἰς τὸν στρατιώτην αὐτὸν, ἅμα ὡς καταταχθῇ, δὲν ἐπιβάλλεται ἀμέσως ἡ ποινὴ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου· ἀπαιτεῖται νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος ἀπὸ τῆς κατατάξεώς του, ὅπως ἐκπαιδευθῇ καὶ γνωρίσῃ τὰ καθήκοντά του, ὅπως διδαχθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά του, ποία ἡ τιμωρία, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ, καὶ κατόπιν ἐφαρμόζεται ἐπ’ αὐτοῦ ὁλόκληρος ὁ ποινικὸς στρατιωτικὸς νόμος· Θὰ ἦναι λοιπὸν φοβερὸν εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκπαιδεύονται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγαλειτέραν ἀνάπτυξιν ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, ἀλλὰ στεροῦνται στρατιωτικῆς ἀνατροφῆς, νὰ ἐπιβάλετε τοιαύτας ποινὰς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλετε εἰς τοὺς στρατιώτας. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, τελειόνω δὲ χωρὶς νὰ ἔχω τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι θὰ γείνῃ δεκτὴ καμμία ἐκ τῶν προτάσεών μου.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1–18 τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
§10ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 ἔχω μίαν τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἀνατίθεται καὶ εἰς τοὺς ὑπασπιστὰς, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Σχολείου, ἡ ὑφηγησία μαθημάτων κτλ. ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Λαρίσης προτείνει, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 19 προστεθῇ καὶ ὁ ὑπασπιστὴς, ὡς δυνάμενος ν’ ἀναλάβῃ τὴν διδασκαλίαν μαθημάτων ἢ ἀσκήσεων, ἀφοῦ ἐπιτρέπεται τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπιτηρητὰς τοῦ Σχολείου. Δὲν ὑπάρχει λόγος, ἵνα μὴ γείνῃ ἡ προσθήκη αὕτη. Δυνάμεθα ἐν τῷ ἄρθρῳ νὰ ἐγγράψωμεν «εἰς τὸν ὑπασπιστὴν καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐπιτηρητὰς τοῦ Σχολείου» ὄχι «ἀνατίθεται», ἀλλὰ «δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑφηγησία κτλ»· διότι πιθανὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ εὑρίσκῃ τὸν ὑπασπιστὴν κατάλληλον διὰ τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 20–23.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρόσθετον ἄρθρον 24. «Κατὰ τὴν διάρκειαν πενταετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 ὁριζόμενον ἀνώτερον ὅριον τῆς πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Σχολείῳ ἀπαιτουμένης ἡλικίας παρατείνεται ἐπὶ ἔτος». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 24, λαβὸν τὸν ἀριθμὸν 25, καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ τῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ Σχολεῖα ξένων Κρατῶν ἐκπαιδευθέντων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ὑπαγόμενοι ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰς κεκανονισμένας ἐξετάσεις».
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχουν κεκανονισμέναι ἐξετάσεις. (Θόρυβος). (Ἀποῤῥιφθείσης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Δημητρακάκη, γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΧΙΣΤʹ νόμου περὶ στρατολογίας.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης Κωνσταντῖνος Κουμουνδοῦρος εἶχε ζητήσει νὰ κατατεθῇ κατάστασις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, ἐζήτησε δὲ ὅπως ἀπαντήσωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν πρὸ τοῦ Σαββάτου, πιθανῶς διότι ἤθελε νὰ σχετίσῃ τὰς πληροφορίας ταύτας πρὸς τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Τὴν κατάστασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. (Ὅρα Παράρτημα).
§19ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ στρατολογίας εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἔχει δὲ σχέσιν μὲ τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ, ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ λάβω τὸν λόγον πρὶν ψηφίσῃ τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ μεταχειρισθῆτε καὶ πυρίτιδα.
§21ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε εὐφυΐαν, ἥτις εἶναι ἀνωτέρα τῆς πυρίτιδος. Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ δὲν θὰ ἀπορήσουν, διότι ὄχι μόνον λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ μάλιστα καὶ τολμῶ νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ἀπορήσουν, λέγω, καθόσον καὶ ὁ καθυποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ δὲν φέρει καὶ αὐτὸς πτερνιστῆρας, καίτοι εἶναι ὑπουργὸς τοῦ πολέμου, ὄχι τοῦ πολέμου, δὲν εἶναι ὀρθὸν, εἶναι ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι μόνος ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ὑπουργὸς τοῦ πολέμου...... κατὰ τῶν αἰγῶν, καὶ μέχρις ἐξοντώσεως μάλιστα, εἰς τὸν ὁποῖον ὅμως ἡττήθη, ἀλλ’ ὄχι καθὼς εἰς Βατερλὼ, ἀλλὰ καθὼς εἰς ἄλλο Σεδὰν, διότι ὑπεχώρησεν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν ἐτελέσθη ἐνταῦθα μία ξιφομαχία, μία πάλη ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλη καὶ τοῦ πρωθυπουργοῦ κ. Τρικούπη· τὸ δὲ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτελέσθη ἡ ξιφομαχία ἐκείνη, ἦτο ἡ θητεία. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ εἷς παλαιστής, ὁ βουλευτὴς Οἰτύλου, εἶναι φίλος τοῦ Ἄρεως, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, φέρει δόρυ, ξίφος καὶ ἀσπίδα, ὁ δ’ ἕτερος, ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς, φίλος ὄχι τοῦ Ἄρεως, ἀλλὰ μᾶλλον τῆς θεᾶς Δήμητρος, ἥτις, ὡς εἴδετε εἰς τὰ ἀνάγλυφα, φέρεται ἐπὶ τεθρίππου, συρομένου ὑπὸ δύω ἐκ τῶν ἀροτήρων βοῶν (ἱλαρότης). Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτοῦ θέλω σταθῆ καὶ ἐγὼ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς ὅσα εἴπω. Στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, θέλω συμπαραβάλει τὰ λεχθέντα, ἢ τὰς ξιφομαχίας τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ὁ μὲν κ. βουλευτὴς Οἰτύλου εἶπεν, ὅτι, ὅπως καταρτισθῇ σπουδαῖος στρατὸς, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τριετὴς θητεία εἰς ὅλα τὰ ὅπλα, καὶ ἂν ἐδύνατο θὰ ὥριζεν ἴσως καὶ πλέον τῶν 3 ἐτῶν. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τούτου εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ὅπως κατασκευάσῃ στρατὸν σπουδαῖον, πρέπει νὰ στηριχθῇ πάντοτε εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμοὺς τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Γαλλίας. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, μέχρι τοῦδε ἡ Ἑλλὰς κατὰ μέγα μέρος τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους της ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν δύω ἐκείνων Κρατῶν. Προσέθηκε δὲ, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι μόνον ἐπὶ τοιούτων βάσεων πρέπει νὰ σχηματισθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ μας καὶ νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ δευτερεύοντα Κράτη, φέρ’ εἰπεῖν, τὴν Σουηδίαν, τὴν Νορβηγίαν, τὴν Δανιμαρκίαν καὶ τὴν Ἑλβετίαν, διότι ἐκεῖνα τὰ Κράτη ἔχουν στρατὸν μόνον δι’ ἄμυναν καὶ στεροῦνται ἑνὸς σκοποῦ ὑπερτέρου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία ἔχουν μεγάλους στρατοὺς, διότι εἶναι κατακτητικὰ Κράτη· ἰδανικὸν τῆς Γερμανίας δὲν εἶναι ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ ἡ κατάκτησις, οἱ δὲ Γάλλοι εἶναι σήμερον ἐπίσης κατακτητικοὶ, διότι ἔχουν τὴν Ἀφρικήν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι καὶ τὰ ἄλλα Ἔθνη τὰ μικρὰ, ἡ Δανιμαρκία, ἡ Σουηδία, ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχουν τὸ ἰδανικόν των; Ἔχουν μάλιστα ὑπέρτερον ἰδανικὸν, τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐθνικότητος μετὰ τῆς ἐλευθερίας, ἔχουν καὶ αὐτὰ, ὑπὸ ἄλλους ὅρους τὴν μεγάλην ἰδέαν των, ὡς ἔχει καὶ ἡ Ἑλλάς. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Δανιμαρκία, ἡ Σουηδία, ἡ Νορβηγία, ἔχουσι μίαν ἐθνικὴν ἰδέαν, τὴν Σκανδιναβικὴν ἕνωσιν, καὶ θὰ τὴν ἀποτελέσωσι, κύριοι, διότι σήμερον ἐπικρατεῖ τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας καὶ ὁ αἰὼν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐθνικοτήτων. Ὅτι δὲ ἡ Δανιμαρκία εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὸ ἀπέδειξε, δι’ ἡρωϊκῶν μάλιστα ἔργων, παλαίσασα κατὰ τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας, ὑπερασπιζομένη τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Σλέβιγ Ὀλστέϊν. Ἡ δὲ Ἑλβετία φυλάττει ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ὁμοσπονδίας της καὶ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμά της. Ταῦτα ἂν ἐσκέπτετο ὁ κ. βουλευτὴς Οἰτύλου, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔχῃ τῷ ὄντι σπουδαῖον, ἐπαρκῆ καὶ ὀλιγοέξοδον στρατὸν, συμφώνως μὲ τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν παραδόσεις καὶ τοὺς πόρους ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ μιμηθῶμεν τὰ μεγάλα ἐκεῖνα καὶ κατακτητικὰ Κράτη, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀναφέρω, διότι ἄλλως δὲν θὰ κατορθώσωμεν ποτὲ νὰ ἔχωμεν στρατόν, καθὼς δὲν εἴχομεν μέχρι τοῦδε. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπρόσωπος τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὄχι τῆς κατακτήσεως καὶ τῆς βίας. Ὁ στρατός της λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναι ἐπιθετικὸς μὲν, ἀλλὰ πρὸς ἄμυναν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Οἰτύλου, τὸν ζητοῦντα τὴν τριετῆ θυτείαν, ὑπεστήριξε τὴν μονοετῆ, ὡς πρὸς τὸ πεζικὸν μόνον, παραλαβὼν αὐτὴν ἀπὸ τὰ δευτερεύοντα ἐκεῖνα Κράτη. Ἐν τούτοις, ἀντὶ νὰ μιμηθῇ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμοὺς αὐτῶν, ἠρύσθη τοὺς ἰδικούς του ὀργανισμοὺς ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ μεγάλα καὶ κατακτητικά. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι συνεπὴς ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἂν ἦτο συνεπὴς, ὤφειλε νὰ στηριχθῇ εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν Κρατῶν ἐκείνων, πρὸς τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον ὁμοιάζομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἀνέφερε καὶ αὐτὸς μετ’ ἐπαίνου καὶ ὡς ἄξια μιμήσεως. Ἀπ’ ἐναντίας, ἀκολουθῶν καὶ αὐτὸς τὸ πλημμελὲς παρελθὸν, μᾶς παρουσίασεν ὀργανισμοὺς κατ’ οὐσίαν ὁμοίους μὲ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν κατακτητικῶν καὶ μεγάλων Κρατῶν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ τὸ κάμωμεν, δυνάμεθα; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς ἡ εὐτυχῶς, δὲν δυνάμεθα. Τοιαύτας δὲ ἐσφαλμένας ἰδέας ἀκολουθοῦντες, δὲν κατωρθώσαμεν τόσους χρόνους νὰ διοργανώσωμεν στρατὸν ἑλληνικὸν, οἷος ἔπρεπε νὰ ἦναι, καὶ εὑρέθημεν ἀπαράσκευοι εἰς τὰς κρισίμους ὥρας. Παρακαλῶ ἐν τούτοις νὰ σημειώσητε τὴν ἀσυνέπειαν ταύτην τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Πρὸς δὲ τὸν κ. βουλευτὴν Οἰτύλου, εἰπόντα, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔπρεπε νὰ μιμηθῇ τὰ μεγάλα Κράτη, παρατηρῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1833 ἐξῆλθε δυστυχῶς καθ’ ὅλα τῆς ἐθνικῆς τροχιᾶς της. Κατ’ εἰσηγήσεις δολίας τινῶν ἢ πλάνας ἄλλων, ἐμιμήθη τὰς μεγάλας καὶ πομπώδεις Αὐλὰς, τοὺ νόμους καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς ξένων ἐχόντων παραδόσεις δεσποτικάς· καὶ τοῦτο ἄνευ ἐπιλογῆς, ἀλλὰ πιθηκίζουσα. Τί δὲ ἔπαθεν ἐκ τούτου ἡ Ἑλλὰς, κύριοι; Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐστρεβλώθη πολιτικῶς καὶ φιλολογικῶς, ἐζημιώθη δὲ ἠθικῶς καὶ οἰκονομικῶς· ἀφ’ ἑτέρου δὲ, δὲν ἠδυνήθη νὰ διοργανωθῇ στρατιωτικῶς. Ἂν ὅμως ἡ Ἑλλὰς, χωρὶς νὰ ἐξέλθῃ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ αἰῶνός μας, ἠκολούθει τὰς ἐθνικὰς παραδόσεις μας εἰς ὅλας αὑτῆς τὰς ἐνεργείας, τὰ ἐθνικὰ ἔνστικτα καὶ τοὺς ὅρους τῆς γεωγραφικῆς θέσεως καὶ κατασκευῆς τοῦ τόπου μας, παρελάμβανε δὲ ἐκ τῶν φιλελευθέρων ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης μόνον πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ μας, τότε ἤθελεν εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς ἐννοήσει ὅτι ὁ ἀληθὴς στρατὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἡ διωργανωμένη ἄσκησις ὅλου τοῦ ἔθνους, ὡς ἔπραξεν ἡ Ἑλβετία καὶ ἡ Ἀμερική, καὶ ἤθελε πρὸ καιροῦ ἤδη πραγματοποιήσει τὴν στρατιωτικὴν ταύτην διοργάνωσιν, τὴν μόνην πρόσφορον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν. Ἡ πεῖρα καὶ ἡ πρόοδος τῶν ἄλλων ἐθνῶν χρησιμεύουσι βεβαίως εἰς ὅλους. Ἀλλ’ οἱ νοήμονες ἡγέται ἔθνους τινὸς ὀφείλουν νὰ λαμβάνουν μὲν ὡς ὑπόδειγμα τοὺς νόμους τῶν φιλελευθέρων ἐθνῶν, τροπολογοῦντες ὅμως αὐτοὺς συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἰδίου αὐτῶν ἔθνους καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου των, νὰ προτιμοῦν δὲ πάντοτε τοὺς ὀργανισμοὺς ἐκείνους, οἵτινες δύνανται καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ πλειότερον νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν πόθων τῆς πατρίδος των. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἄλλοτε, τὸ λέγω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην ῥιζικῆς μεταμορφώσεως εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐνεργείας της, εἰς ὅλους τοὺς ὀργανισμούς της, καθόσον ὅλοι σχεδὸν εἶναι προϊόντα τυφλῆς μιμήσεως, κατὰ τὸ πλεῖστον λαβυρινθώδεις καὶ ἐπιζήμιοι, ὅλοι δ’ ἀνεφάρμοστοι, ἰδίως οἱ στρατιωτικοί. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ὀπισθοδρόμησις, ἡ ἀθλία ἡμῶν οἰκονομικὴ κατάστασις, ἡ πενία τοῦ πλείστου μέρους τοῦ λαοῦ καὶ τὰ μεγάλα ἐθνικὰ ἡμῶν δεινοπαθήματα εἶναι μάρτυρες τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου. Ἔχοντες λοιπὸν ἀνάγκην μεταῤῥυθμίσεων, ὀφείλομεν, ὡς εἶπον ἤδη, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς νόμους καὶ τοὺς ὀργανισμοὺς τῶν καλλίτερον συντεταγμένων καὶ μᾶλλον φιλελευθέρων ἐθνῶν, ἀλλὰ παραδεχόμενοι τοὺς καλλιτέρους ἐξ αὐτῶν, νὰ τροπολογῶμεν αὐτοὺς κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἰδικοῦ μας ἔθνους, νὰ ἐκλέγωμεν δὲ πάντοτε ἐκείνους, ὅσοι δύνανται καὶ ἐδῶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι καὶ νὰ φέρωσιν εἰς ἡμᾶς ὠφέλιμον ἀποτέλεσμα, μάλιστα δὲ τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμούς· διότι βεβαίως, κύριοι, ἡ ἐπιστήμη εἶναι μία· ἀλλ’ ἐπειδὴ κάθε ἔθνος εἶναι μία ἰδία ἐνέργεια καὶ κλίσις ἐν τῇ ἀνθρωπότητι, καθὼς πᾶν ἄτομον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἡ ἐπιστήμη λαμβάνει ἰδιάζοντα τύπον, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν εἰς ἕκαστον ἔθνος. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἡ ἐπιστήμη, ὡς μέθοδος, τροποποιεῖται κατὰ τὰ διάφορα ἔθνη. Ἀρκοῦμαι εἰς ἓν μόνον παράδειγμα, τὴν ἰατρικήν. Ἡ ἰατρικὴ, ὡς ἐπιστήμη, εἶναι μία ἐν συνόλῳ. Ἀλλ’ ἂν ἕνας ἰατρὸς, εἰς τὰ καθέκαστα, ζητήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐνταῦθα ἀκριβῶς μέθοδον ἰατρικὴν, οἵαν μεταχειρίζονται εἰς τὰ βόρεια, ἢ εἰς τὰ πολὺ θερμὰ κλίματα, ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ θὰ αὐξήσῃ ἢ θὰ περιπλέξῃ τὸ νόσημα. Ἡ ἰατρικὴ τροποποιεῖται κατὰ τόπους καθὼς καὶ ἡ δίαιτα αὐτή. Πᾶς νοήμων ἰατρὸς ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐννοήσῃ καλῶς τὸ κλίμα, τὴν γεωγραφικὴν κατασκευὴν τοῦ τόπου, ἐν τῷ ὁποίῳ διαμένει, τὴν ἰδιοσυγκρασίαν καὶ τὴν ψυχολογικὴν αὐτὴν κατάστασιν τῶν κατοίκων, καὶ τότε μόνον δύναται καὶ τὰς ἀσθενείας καλῶς νὰ διαγνώσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τελεσφόρως τὰς θεραπευτικὰς μεθόδους τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐθνικὴ ἰατρικὴ, καὶ τοι ἡ ἐπιστήμη εἶναι μία. Τὸ αὐτό, κύριοι, ἀληθεύει εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπιστήμας, ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ὀργανισμούς, μολονότι ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη ἐν συνόλῳ εἶναι καὶ αὐτὴ μία. Τώρα, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, ὕστερον ἀπὸ τόσον πικρὰν πεῖραν, ὕστερον ἀπὸ τόσα ἐθνικὰ δεινοπαθήματα, πῶς ὤφειλε μία νοήμων Κυβέρνησις νὰ μεταῤῥυθμίσῃ, ἰδίως εἰς τὰ στρατιωτικά, τὸ δυστυχὲς τούτο Κράτος μας, τὸ ὁποῖον κατήντησεν ἓν ἐρείπιον ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Τί θὰ εἴπῃ, κύριοι, μεταῤῥύθμισις, ἀναμόρφωσις; Κατ’ οὐσίαν, θὰ εἴπῃ δημιουργία. Βεβαίως ἡ δημιουργία δὲν παράγεται ἐκ τοῦ μηδενὸς, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος. Πᾶν ὅ,τι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν, καταργεῖται καὶ ὁ παλαιὸς ὀργανισμὸς μεταβάλλεται, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κ. Σωτηρίου Πετιμεζᾶ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅστις ἐνόησε καλλίτερον τὸ γενικὸν, τὸ ἀνθρωποτικὸν πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ κατήντησε νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τοῦ Χριστοῦ γίνονται τὰ πάντα καινὰ, καταστρέφων οὕτω καὶ αὐτὴν τὴν παράδοσιν, ἐνῷ ὁ Πέτρος ἔμενε πράγματι ἐντὸς τοῦ Μωσαϊσμοῦ, δηλαδὴ ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ παρελθόντος. Εἰς τὴν Ἑλλάδα σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων μεταῤῥυθμίσεων εἰς ὅλους τοὺς νόμους μας καὶ τοὺς ὀργανισμούς μας. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν δυνάμεθα ὅλα διὰ μιᾶς νὰ τὰ διοργανώσωμεν ἐπὶ νέων καὶ ἐθνικῶν βάσεων, οἱ δὲ καιροὶ ἐπείγουν, φρονῶ, ὅτι τὰ κυριώτερα, εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλε καὶ ὀφείλει ν’ ἀσχοληθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ἐλθοῦσα μὲ μεταῤῥυθμιστικὰς ἐπαγγελίας, εἶναι: 1) ἡ ἐκπαίδευσις, καὶ ἐννοῶ συνάμα τὴν θρησκευτικὴν καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἐν γένει, διότι ἡ μὲν θρησκευτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἡ ἠθικοποίησις τοῦ ἀνθρώπου, ἡ δὲ ἐπιστημονικὴ εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τοῦ πνεύματος· 2) μέλημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔργων, καὶ μάλιστα δρόμων· ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς εἴδατε ἐσχάτως, ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Πατρῶν καὶ Πειραιῶς, συνωμολόγησεν ἐσπευσμένως καὶ ἄνευ τῆς δεούσης περισκέψεως σύμβασιν, τὴν ὁποίαν, καίτοι ἐλαττωματικὴν καὶ ἀμφιβόλου ἀκόμη καλοῦ ἀποτελέσματος, ἠναγκάσθημεν νὰ παραδεχθῶμεν, διότι, ὡς εἶπον πρὸς ὑμᾶς ἐν τῇ ἐπὶ τούτου ὁμιλίᾳ μου, μετὰ πεντήκοντα ἐτῶν ἀγρίαν κατάστασιν, ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν οἱανδήποτε σιδηροδρομικὴν ὁδὸν, ἔστω καὶ ὡς πείραμα· 3) σπουδαῖον ἐπίσης εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ κατάλληλος ἵδρυσις προξενείων, καὶ ὁ διορισμὸς ἱκανῶν καὶ πατριωτῶν προξένων, καθὰ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρό τινων ἡμερῶν, διότι σήμερον εὑρισκόμεθα ἐντὸς κινδύνου καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον αὐτὸν, ἐὰν δὲν στείλωμεν καταλλήλους προξένους εἰς τὴν Ἀνατολήν. Τὸ τελευταῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ αὐτοκαλουμένη μεταῤῥυθμιστικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν καὶ φροντίσῃ περὶ ἐθνωφελοῦς λύσεως αὐτοῦ, εἶναι βεβαίως ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμός. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ παρουσιασθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδια ἀποδεικνύουσιν ἐξακολούθησιν τῶν σφαλερῶν μέτρων τοῦ παρελθόντος. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διδασκομένη ἀπὸ τὴν μακρὰν πεῖραν καὶ ἀπὸ τὰ τελευταῖα ἐθνικὰ δεινοπαθήματα, ὤφειλε νὰ συντάξῃ ὀργανισμὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δηλαδὴ ὅλων τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα· διότι μόνος τοιοῦτος στρατὸς, ἐξ ὅλου τοῦ λαοῦ, δύναται τοῦ λοιποῦ νὰ ἦναι ἡ ἀληθὴς δύναμις τοῦ Τόπου καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἐλευθερίας καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων μας. Ἀπ’ ἐναντίας, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔφερε νομοσχέδιον, δι’ οὗ ὁ στρατὸς σύγκειται ἀπὸ 29 χιλιάδας ὁπλίτας, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐξοδεύῃ κατ’ ἔτος εἴκοσιν ἑκατομμύρια. Ἤδη σᾶς ἐρωτῶ, εἰς τί θὰ χρησιμεύουν αἱ 29 αὗται χιλιάδες; Εἶναι πολλαὶ μὲν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ τὴν ἀσφάλειαν, ὀλίγισται δὲ διὰ πόλεμον, ἤγουν δι’ ἄμυναν τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων μας. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ μὲν λεγόμενος μόνιμος στρατὸς νὰ ἦναι κατὰ τὸν ἀριθμὸν τοιοῦτος, ὅσος ἤρκει διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀσφάλειαν· τὸ δὲ μέγα μέρος τοῦ λαοῦ νὰ ἀσκῆται εἰς τὰ ὅπλα διαρκῶς διὰ καταλλήλου ὀργανισμοῦ ἐν ταῖς ἑστίαις του, ὅπως ἐν ὥρᾳ ἐθνικῆς ἀνάγκης ἔχωμεν καὶ μεγάλην καὶ ἀξιόμαχον δύναμιν. Οὕτω δὲ καὶ στρατὸν σπουδαῖον θὰ καταρτίζωμεν καὶ τὸ ἥμισυ τῶν 20,000,000 θὰ ἐξοδεύωμεν μόνον. Τοιοῦτό τι ἐπεριμένομεν ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὕστερον ἀπὸ τὰ τελευταῖα δυστυχῆ συμβάντα καὶ ἀπὸ τὴν ἐσπευσμένην ἐκείνην ἐπιστράτευσιν, ἥτις τοσοῦτον ἐζημίωσεν ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ἄνευ οὐδενὸς σπουδαίου ἀποτελέσματος. Ἀπὸ τοιαύτας σκέψεις ὁρμώμενος, κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ παρουσιάσω μίαν πρότασιν νόμου περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τῆς Ἑλλάδος, ἀτελῆ μὲν, ἀλλ’ ὅπως δήποτε τείνουσαν πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν ὅλοι. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἡ σύλληψις σχεδίου τινὸς, εἴτε πολιτικοῦ εἴτε στρατιωτικοῦ, εἰς μόνους τοὺς λεγομένους εἰδικοὺς, εἴτε πολῖται ἁπλοῖ εἶναι οὗτοι, εἴτε διευθύνουν τὰς τύχας ἑνὸς λαοῦ. Γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχε μία ἐκπαίδευσις γενικὴ, ἐγκυκλοπαιδική. Εἷς καὶ ὁ αὐτὸς ἐνίοτε ἦτο καὶ πολιτικὸς καὶ στρατιωτικὸς καὶ φυσιολόγος καὶ ποιητής· πάντων δὲ τῶν ἀρχαίων ὁ μᾶλλον περιλαβὼν ἐν ἑαυτῷ ὅλας τὰς ἀνθρωπίνους γνώσεις ὑπῆρξε βεβαίως ὁ Ἀριστοτέλης. Ἀλλὰ μὲ τὴν αὔξησιν τῶν γνώσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν ἐν τῇ ἀνθρωπότητι ἐπῆλθεν ὁ καταμερισμὸς τῆς ἐργασίας καὶ ἑπομένως αἱ εἰδικότητες. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εὑρίσκωνται καὶ σήμερον ἄνθρωποι, οἵτινες, ἀποκτήσαντες γενικὰς γνώσεις, νὰ δύνανται νὰ φιλοσοφῶσι, καίτοι μὴ εἰδικοί, ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων καὶ νὰ δίδουν νύξεις εἰς ὀργανισμοὺς οἱουσδήποτε, ἀφίνοντες τὰς λεπτομερείας εἰς τοὺς λεγομένους εἰδικούς, οἵτινες δύνανται εἰς τὰ καθέκαστα νὰ συμπληρώσουν τὸ ἔργον. Ὑπάρχει φιλοσοφία ὅλων τῶν ἐπιστημῶν καὶ τεχνῶν· αὕτη δὲ εἶναι κτῆμα παντὸς πεπαιδευμένου. Κατόπιν δὲ ὅταν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἰδέα, ἡ σύλληψις, ἔρχονται οἱ εἰδικοὶ ἄνθρωποι καὶ τὴν ὀργανίζουν εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτῆς. Θὰ γνωρίζετε ἴσως, κύριοι, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ τῆς Γαλλίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγάλην παιδείαν, ὅταν πρόκηται ἰδίως περὶ φορολογικῶν ἢ στρατιωτικῶν νομοσχεδίων, συγκαλοῦσιν ἐπιτροπὰς, συγκειμένας ἀπὸ εἰδικοὺς ἀνθρώπους. Πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν αὐτὰ πρότερον εἰς ἐπεξεργασίαν εἰδικῶν πρὸς τοῦτο ἀνδρῶν. Ἐγὼ δὲν εἶχον τοιαύτας βοηθείας, ἀλλ’ ἔφερον μόνον μίαν ἰδέαν, ἥτις δύναται νὰ τελειοποιηθῇ καὶ διοργανωθῇ εἰς τὰς λεπτομερείας της. Σήμερον, κύριοι, μετὰ τὴν γενομένην πεῖραν καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν πόρων μας, πᾶσα Κυβέρνησις ἀληθῶς μεταῤῥυθμιστικὴ καὶ τέρμα τιθεμένη τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ σκοποῦ, ὤφειλε νὰ ὀργανώσῃ τὴν πολεμικὴν ἄσκησιν ὅλου τοῦ ἔθνους, ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν καὶ αὔριον ἀνέτοιμοι, καθὼς εὑρέθημεν καὶ χθές. Ἐγὼ λοιπὸν ἔβαλον ὡς βάσιν τὸ στρατιωτικὸν σύστημα τῆς Ἑλβετίας μὲ διαφόρους τροποποιήσεις αὐτοῦ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης καὶ ὅλαι αἱ ἄχρι τοῦδε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς παρούσης, ἔλαβον ὡς βάσιν τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν, Δυνάμεις καὶ μεγάλας καὶ κατακτητικάς. Ἐγὼ ἔλαβον ὡς βάσιν τὴν Ἑλβετίαν, ἡ ὁποία ἔχει δύω ἥμισυ ἑκατομμυρίων πληθυσμὸν, καὶ ἐν τούτοις ἔχει εἰς οἱαδήποτε στιγμὴν θέλει 180–200,000 ἀνδρῶν. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς ἄλλα τινὰ τῆς Εὐρώπης Κράτη, πρὶν ἢ σχηματισθῶσιν αἱ μόνιμοι στρατιαὶ, ἐπροσκαλοῦντο μισθωτοὶ Ἑλβετοὶ στρατιῶται καὶ ἐθεωροῦντο παρ’ ὅλων καὶ ἦσαν πράγματι ἄριστοι. Ἀφοῦ δὲ ἐγένοντο ἐν Εὐρώπῃ οἱ μόνιμοι στρατοὶ, οἱ Ἑλβετοὶ περιωρίσθησαν εἰς μόνην τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Πατρίδος των. Ἡ Ἑλβετία, κύριοι, ὁμοιάζει κατὰ πολὺ μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὑπὸ ἔποψιν γεωγραφικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικῶν καὶ ἐθνικῶν παραδόσεων. Διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς ἐλευθερίας δὲν διαιρεῖ, ἀλλὰ ἑνώνει, παράδειγμα πρόχειρον εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλβετία, ἥτις σύγκειται ἀπὸ τρεῖς διαφόρους φυλάς, ἰταλικὴν, γαλλικὴν καὶ γερμανικήν· καὶ ὅμως ἀποτελεῖ ὁμοσπονδίαν ἀῤῥήκτως συνδεδεμένην πολιτικῶς, στρατιωτικῶς εἰς ἓν Κράτος, διατηρουμένων συνάμα τῶν τοπικῶν ἐλευθεριῶν, δι’ ὧν παράγεται ἡ ἅμιλλα καὶ ἡ κοινὴ πρόοδος ὅλων. Ἡ Ἑλβετία, καίτοι τὸ πλεῖστον ὀρεινὴ, ὑπὸ ἔποψιν γεωργικὴν, κτηνοτροφικὴν, βιομηχανικὴν καὶ ἐμπορικὴν, εὑρίσκεται εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν. Ἐκεῖ ἐγείρονται τὰ ὑψηλότερα ὄρη τῆς Εὐρώπης, τὰ πλεῖστα ἀείποτε χιονοσκεπῆ, καὶ ὅμως παντοῦ εὑρίσκετε δρόμους ὡραίους, ἐπαύλεις, ξενοδοχεῖα, ἐργοστάσια, κτηνοτροφίαν, ὅπου καὶ αἱ αἶγες αὐταὶ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, πολιτισμέναι, (ἱλαρότης) διέρχεσθε δὲ πανταχοῦ ἐν ἄκρᾳ ἀσφαλείᾳ· δὲν λέγω, ὅτι καὶ ἐκεῖ δὲν δύνανται νὰ συμβαίνωσιν ἐνίοτε δυστυχήματα, ἀλλ’ εἶναι σπάνια. Κατ’ ἔτος ταξειδεύει ἐκεῖ ἄπειρος κόσμος ἐκ τῆς ἄλλης Εὐρώπης, καὶ οἱ πλεῖστοι πλουσιώτατοι, καὶ ὅμως δύναταί τις νὰ διατρέξῃ τὴν Ἑλβετίαν φορτωμένος θησαυροὺς καὶ ἀδάμαντας καὶ εἶναι βέβαιος, ὅτι τίποτε δὲν θὰ πάθῃ· τοσαύτη εἶναι ὁμολογουμένως ἡ ἀσφάλεια εἰς τὴν εὐτυχῆ ἐκείνην χώραν, ὅπου ὑπάρχουν οἱ καλοὶ νόμοι καὶ ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος. Τί θὰ εἴπῃ τοῦτο, κύριοι; Θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία φέρει λαμπρὰ ἀποτελέσματα. Κάτω δὲ εἰς τὰς κοιλάδας βλέπετε τὰς λίμνας, τὰς ὁποίας διασχίζουν τὰ ἀτμόπλοια καὶ σᾶς ἀποβιβάζουν εἰς πόλεις βιομηχάνους καὶ ἐμπορικάς. Εἶναι παράδεισος ἐκ φύσεως καὶ ἐκ τέχνης, τελειοποιούμενος διὰ τῆς ἐλευθερίας. Μόνος ὁ δεσποτισμὸς καὶ διαιρεῖ τοὺς λαοὺς καὶ ἀγριεύει τὴν φύσιν καὶ τὴν μεταβάλλει εἰς ἔρημον. Οὕτως ἡ Ἑλλὰς, καίτοι ἔχουσα κλίμα λαμπρὸν καὶ φύσιν μᾶλλον ποικίλην καὶ ὡραίαν καὶ ἀπ’ αὐτὴν τὴν Ἰταλίαν, κατήντησεν εἰς οἵαν θλιβερὰν κατάστασιν τὴν βλέπομεν ἀκόμη καὶ σήμερον. Ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν ἡ Ἑλβετία εἶναι ὑπόδειγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πάντα ὑπ’ ὄψιν της, συμφώνως μὲ τὰς παραδόσεις της καὶ τὸν προορισμόν της. Ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν εἶναι ἐπίσης δὲ ὑπόδειγμα ἡ Ἑλβετία, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπεν, ἂν θέλῃ τῷ ὄντι νὰ διοργανωθῇ στρατιωτικῶς, νὰ τὸ παραδεχθῇ, τροποποιοῦσα αὐτὸ κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἀνογκῶν της, τῆς γεωγραφικῆς κατασκευῆς της, τῆς ἰδιοσυγκρασίας τῶν κατοίκων της καὶ τῶν πόρων αὐτῆς. Ἡ Ἑλβετία πρὸ τινων ἐτῶν εἶχεν ἔξοδα 19 ἑκατομμυρίων φράγκων. Τί ἐξοδεύει διὰ τὸν στρατόν της, ὅστις σύγκειται ἀπὸ 180–200,000 ὁπλίτας; Μόλις τρία ἢ τέσσαρα ἑκατομμύρια. Ἡμεῖς τοιαύτην τινὰ στρατιωτικὴν διοργάνωσιν ἔπρεπε νὰ κάμωμεν—καθόσον καὶ ἄλλως πως δὲν ἔχομεν τὰ μέσα —διότι ἡ Ἑλλὰς οὐδέποτε ὑπῆρξε κυρίως ἐπιθετικὴ, ἀλλ’ ἀμυντική. Ἐὰν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τοῦ Τρωϊκοῦ πολέμου καὶ καταβῶμεν μέχρις ἡμῶν, θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὡς ἐκ τῆς φιλελευθέρου φύσεώς μας, οὐδέποτε ὑπήρξαμεν κατακτητικοὶ διὰ τῶν ὅπλων, ἀλλ’ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἐλευθερίας.
§22Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί ἦτον ὁ Ἀλέξανδρος;
§23ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο κυρίως κατακτητὴς, ἀλλὰ μία ἀντίδρασις κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς Ἀσίας καὶ διάδοσις τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν ἄκραν Ἀνατολήν. Διὰ τοῦτο ὁ Ναπολέων δὲν ἤθελεν οὔτε κἂν ν’ ἀκούσῃ περὶ Ἀλεξάνδρου, ἐνῷ μόνον τὸν Καίσαρα ἐθαύμαζε καὶ εἶχεν ὑπόδειγμα, κατακτητὴς ὢν καὶ αὐτὸς κατὰ τὴν ἀληθῆ σημασίαν τῆς λέξεως. Εἰς τὴν Ἑλβετίαν, ἰδοὺ, κύριοι, τί κάμνουν ἐν συνόψει. Ἀπὸ τοῦ 12 ἔτους τῆς ἡλικίας των ἀρχίζουν νὰ γυμνάζωνται οἱ νέοι εἰς τὰ ὅπλα. Τοῦτο ὅμως ἡμεῖς, διὰ πολλοὺς λόγους, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν ἐνταῦθα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μου εἰς ἀόπλους ἀσκήσεις ὑποβάλλονται οἱ παῖδες τῶν δημοτικῶν καὶ ἑλληνικῶν σχολείων, εἰς ἐνόπλους δὲ οἱ ἐν τοῖς γυμνασίοις μαθηταί. Τὸ νομοσχέδιόν μου δὲν εἶναι μίμησις τυφλή, ἀλλὰ δημιουργία τις, ἔχουσα βάσιν τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα. Ἀπὸ τοῦ 20 ἔτους μέχρι τοῦ 40 τῆς ἡλικίας των γυμνάζονται οἱ Ἑλβετοὶ εἰς τὰς ἑστίας των, ὡς στρατιῶται τῆς Ὁμοσπονδίας, κατά τινας ἡμέρας τοῦ ἔτους. Μετὰ ταῦτα σχηματίζονται στρατόπεδα κατὰ καιροὺς, ὅπου συνέρχονται καὶ ἐκτελοῦν τὰ γενικὰ πολεμικὰ γυμνάσια, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλβετία δύναται νὰ ἔχῃ 180–200 χιλιάδας ἀνδρῶν ἀξιομάχων. Ἐνῷ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν ποτὲ μέχρι τοῦδε στρατὸν οὔτε ἐπαρκῆ, οὔτε ἀξιόμαχον, καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε τί συνέβη κατὰ τὸ ἔτος 1878. Ἦτον ὑπουργὸς τότε ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, καὶ ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν θέλετε, αὔριον εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διαβῇ τὰ σύνορα. Ἐξῆλθον, ἀλλ’ ἀμέσως ἐπανῆλθον. Εἰς τοῦτο δὲν ἔπταιε, βεβαίως, οὔτε ὁ ὑπουργὸς, οὔτε οἱ στρατιῶται, ἀλλ’ οἱ ὀργανισμοὶ οἱ ἄθλιοι. Διατηροῦν δὲ οἱ Ἑλβετοὶ τὰ στελέχη διαρκῆ, διότι ἡ πολεμικὴ ἄσκησις τῶν πολιτῶν δὲν παύει ποτέ. Ὁ στρατός των αὐτὸς σύγκειται ἀπὸ τρία μέρη· τὸ 1 μέρος τὸ ὀνομαζόμενον ἐπίλεκτοι, τὸ 2 ἔφεδροι καὶ τὸ 3 τοποφρουροὶ ἢ ἐθνοφρουροί. Οἱ ἐπίλεκτοι καὶ οἱ ἔφεδροι ἀποτελοῦσι τὸν ἐνεργὸν στρατόν. Οἱ ἐπίλεκτοι εἶναι οἱ ἔχοντες ἡλικίαν ἀπὸ 20 ἕως 21 ἐτῶν· οἱ ἔφεδροι, ἤγουν οἱ προϋπηρετήσαντες ἐν τοῖς ἐπιλέκτοις, φθάνουσι μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 30 ἐτῶν, οἱ δὲ ἐθνοφρουροὶ μέχρι τοῦ 40 ἔτους. Ὁ ἐξ αὐτῶν τῶν στοιχείων ἀποτελούμενος ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 180,000· καὶ οἱ μὲν ἐπίλεκτοι εἶναι 80,000, οἱ δὲ ἔφεδροι 45,000, καὶ οἱ ἐθνοφρουροὶ 62,000. Τοιαύτη εἶναι ἐν συνόψει ἡ Ἑλβετία καὶ ὁ στρατιωτικὸς ὀργανισμὸς αὐτῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἑλβετικοῦ, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, κατήρτισα ἓν σχεδιαγράφημα, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν ἀτελὲς, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ τὸν σχετικὸν τύπον τοῦ τελείου ἀπὸ ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν ἀνδρῶν συγκειμένην. Ἄλλως τε, πόσα νομοσχέδια, ἐξ ὅσων καθυπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἦσαν ὄχι μόνον ἀτελῆ, ἀλλὰ καὶ μὴ δεόντως μελετημένα, ὡς ἀπεδείχθη, διότι αἱ ἀναλαβοῦσαι τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν ἐπιτροπαὶ, τὰ ἀπεδοκίμασαν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐδέησε καὶ οἱ ὑπουργοὶ αὐτοὶ εἰς πολλὰ νὰ ὑποχωρήσωσιν. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἷς πρέπει νὰ ἦναι ὁ στρατὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἦναι διαρκής· ἤγουν τὸ ἔθνος πρέπει νὰ ἀσκῆται παντοτεινῶς εἰς τὰ ὅπλα, καὶ οὕτω δὲν θὰ ἐξοδεύωμεν πλέον τῶν δυνάμεών μας, καὶ δὲν θὰ ζημιόνωμεν ἐπὶ ματαίῳ τόσον ἐργατικὸν κόσμον, καθὼς τοῦτο συνέβη πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους. Οὕτω δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἔχωμεν τῷ ὄντι ἐπαρκῆ καὶ ἐξησκημένον στρατὸν, δυνάμενον νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ ἐθνικὰ δικαιώματά μας, εἴτε κατὰ τῆς δυναστείας τῶν Τούρκων, εἴτε κατὰ τῶν Σλάβων, εἴτε κατὰ τῶν Αὐστριακῶν. Ἐνθυμεῖσθε τοὺς πολέμους τοῦ Ναπολέοντος, ὅτε ἐγένετο ἡ τρομερὰ ἐκείνη πανολεθρία τοῦ Πρωσσικοῦ στρατοῦ.—Εἰς τὴν ἀπελπισίαν ἐκείνην ὁ Πρῶσσος πρωθυπουργὸς Στέϊν κατὰ τὰ 1806, ἀνὴρ νοημονέστατος, ἀντὶ νὰ καταβληθῇ ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν, εἶπεν: «Ὄχι· θ’ ἀρχίσωμεν πάλιν». Καὶ ἤρχισε τὴν ἐργασίαν του ἀπὸ ἐκεῖ, ὅθεν ἤρχισαν καὶ οἱ Ἑλβετοὶ, ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν εἰς τὰ ὅπλα ὅλης τῆς νεολαίας· καὶ οὕτω πράττων εἶχε δίκαιον νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι ἡμέραν τινὰ ἡ Γερμανία ἤθελε δώσει τὰ ἀντίποινα εἰς τὴν Γαλλίαν, ἥτις τότε ἦτον ὅλως κατακτητικὴ ὑπὸ τὸν δεσπότην ἐκεῖνον. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Γερμανία εἶναι κατὰ παράδοσιν κατακτητικὴ καὶ ἔχει πόρους ἀρκετοὺς, βέβαια δὲν ἠδύνατο, παρὰ νὰ σχηματίσῃ στρατοὺς μονίμους καὶ μεγάλους. Ἐν τούτοις τί παρατηρεῖται, κύριοι; Ἐσχάτως ὁ Μόλτκε καὶ ὁ Βίσμαρκ, κατήντησαν εἰς στενοχωρίαν, εἰς ἀπελπισίαν σχεδὸν, ἕνεκα τῶν ἐξωγκωμένων προϋπολογισμῶν των· διὰ τοῦτο ὁ Βίσμαρκ πρὸ ὀλίγων μηνῶν, ἔχασεν ὡς ἔγγιστα τὸν νοῦν του ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομολογικὴν, καὶ κατέφευγε πότε εἰς τὸ κόμμα τῶν ἐθνικῶν, πότε εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, καὶ πότε εἰς τὸ κόμμα τῶν κληρικῶν, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν κοινωνιστῶν, ὅπως εὕρῃ πόρους καὶ μέσα διὰ νέων φορολογιῶν. Γνωρίζετε πρὸς τούτοις, ὅτι καὶ ὁ Βίσμαρκ καὶ ὁ Μόλτκε, πρὸ δύω ἢ τριῶν ἐτῶν, ἐζήτησαν, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσαν, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ψηφισθῇ ὄχι δι’ ἓν ἔτος μόνον, ἀλλὰ διὰ τρία ἢ πέντε ἔτη. Ἀλλ’ ἡ Γερμανία, ὅσον καὶ ἂν ἠκολούθει τὸ πνεῦμα τοῦ Βίσμαρκ, οὐχ ἧττον ὅμως εἶδε τὸ μέγα κακὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρχετο κατὰ τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν, ἀπὸ τοσοῦτον μεγάλους καὶ παγίους προϋπολογισμοὺς, καὶ ἀντέστη. Ἐνόησεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ὁ Βίσμαρκ μετὰ τὸν κατὰ τῆς Γαλλίας θρίαμβόν του, ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τοῦ δέοντος· διότι, ἂν ὁ Βίσμαρκ ἠρκεῖτο νὰ λάβῃ μόνον τὰ 5 δισεκατομμύρια καὶ νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἀλσατίας καὶ τῆς Λωραίνης, αἱ ὁποῖαι ἐπαρχίαι δὲν ἤθελον τὴν Γερμανίαν, διότι ἐξεγαλλίσθησαν ἀπὸ διακοσίων ἤδη ἐτῶν καὶ διότι προώδευον ὡς μέλη τῆς Γαλλίας ἥτις εἶναι τὸ μᾶλλον προωδευμένον ἔθνος, ἡ Γερμανία δὲ θὰ εὑρίσκετο σήμερον εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ δὲν θὰ ἔτρεχε τὸν κίνδυνον ἄλλου φοβεροῦ πολέμου μετὰ τῆς Γαλλίας εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ὁ θρίαμβος φέρει ὄχι σπανίως εἰς μέθην. Μεθύουν ὄχι μόνον οἱ μικροὶ τὸν νοῦν, ἀλλ’ ἐνίοτε καὶ αὐτοὶ οἱ μεγαλοφυεῖς. Ἂν ὁ Βίσμαρκ μετὰ τὸν θρίαμβόν του ἐδεικνύετο συνετώτερος καὶ μετριοπαθέστερος πρὸς τὴν ἡττηθεῖσαν, ἀλλὰ πάντοτε γενναίαν καὶ εὐγενῆ Γαλλίαν, καὶ ηὐχαριστεῖτο εἰς ὅλας τὰς ἄλλας αὐτῆς θυσίας, ἐκτὸς τῆς θυσίας τῆς Λωραίνης καὶ Ἀλσατίας, τότε δὲν θὰ ἐφοβεῖτο διὰ τὸ μέλλον καὶ δὲν θὰ ἐβάρυνε τὸν Γερμανικὸν λαόν. Τῷ ὄντι, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μέθης ταύτης εἶναι, ὅτι ἡ Γερμανία, ἡ νικήσασα, ἔχασεν ἤδη, πιέζεται οἰκονομικῶς καὶ δὲν δύναται ν’ ἀνθέξῃ, καθόσον μάλιστα ἡ Γερμανία, κατὰ πολὺ ὑπὸ τὸ τιμαριωτικὸν σύστημα τοῦ μεσαιῶνος εἰσέτι διατελοῦσα, εἶναι πολὺ ὀπίσω ὑπὸ οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, ἐνῷ ἡ Γαλλία, ἕνεκα τῶν πολιτικῶν αὐτῆς ἐπαναστάσεων καὶ τῶν φιλελευθέρων νόμων της, εἶναι πρὸ καιροῦ τὸ μᾶλλον πολιτισμένον, προοδευτικὸν καὶ τὸ ἀληθῶς πλουσιώτερον ἔθνος τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἂν ἡ Γερμανία δὲν ἐνδώσῃ, ἡ Γαλλία θὰ πολεμήσῃ μίαν ἡμέραν ὑπὲρ τῶν ἁρπαγεισῶν ἐπαρχιῶν της· καὶ ἔχει δίκαιον νὰ τὰς ἀνακτήσῃ, διότι πρὸ δύω ἤδη αἰώνων ἡ Ἀλσατία καὶ ἡ Λωραίνη εἶναι ἐκγαλλισμέναι καὶ ἐπιθυμοῦν νὰ ἦναι γαλλικαί. Ὅλαι αὐταὶ αἱ σκέψεις μὲ ὡδήγησαν, ἐπαναλέγω, εἰς τὸ νὰ συντάξω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τώρα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξηγήσω αὐτὸ εἰς τὰ οὐσιωδέστερα αὐτοῦ μέρη. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι αἱ 29 χιλιάδες στρατοῦ, ὡς ὡρίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὀλίγισται μὲν διὰ πόλεμον, πολλαὶ δὲ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πόρους ἀρκετοὺς, ἔχομεν δὲ ἔλλειμμα 11–15 ἑκατομμυρίων, νομίζω ὅτι 11–15 χιλιάδες στρατοῦ εἶναι ἀρκεταὶ, διότι ἐπὶ Ὄθωνος εἴχομεν πραγματικὴν δύναμιν 7 ἕως 10,000. Τώρα λοιπὸν μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀρκεῖ ἡ δύναμις τῶν 11–15,000, συνάμα δὲ κάμνομεν οἰκονομίαν 10 ἑκατομμυρίων. Βεβαίως ὁ στρατὸς αὐτὸς θὰ λάβῃ βάσιν τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, τροποποιηθησομένους εἴς τινα μέρη των καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς στρατολογίας καὶ τῆς κληρώσεως. Κατὰ τὸ νομοσχέδιόν μου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ ἀσκῆται εἰς τὰ ὅπλα ἁπλῶς μόνον ἀσκήσεις ἡ νεολαία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς σπουδαῖα στρατιωτικὰ γυμνάσια ὅλοι οἱ πολῖται ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους τῆς ἡλικίας των. Συνέπεια τῆς γενικῆς ταύτης πολεμικῆς συντάξεως τοῦ ἔθνους, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἡ μονοετὴς θητεία ἀρκεῖ, διότι ὁ ἐξερχόμενος τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἀσκῆται εἰς τὴν πατρίδα του μέχρι τοῦ 40 ἔτους, διατηρῶν τὸν βαθμόν του καὶ προβιβαζόμενος. Ἀφοῦ δὲ τὸ ἔθνος ὅλον θὰ συνταχθῇ οὕτω στρατιωτικῶς καὶ θὰ ἀσκῆται διαρκῶς, τότε δὲν ἔχουν πλέον λόγον ὑπάρξεως οὔτ’ ἡ ἀντικατάστασις, οὔτε ἡ ἐθελουσία κατάταξις.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ τὰ πιστεύετε σεῖς, κύριε Ῥηγόπουλε;
§25ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐν πεποιθήσε, ὅταν θελήσωμεν νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ πράξωμεν σπουδαῖα. Ἐπίσης, κύριοι, κατὰ συνέπειαν, ἐξαιροῦνται ἀπὸ τὸν ἐνεργὸν στρατὸν οἱ μονογενεῖς καὶ ὁ πρῶτος υἱὸς ὀρφανῆς οἰκογενείας, διότι θὰ γυμνάζωνται εἰς τὰς πατρίδας των, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς καταστρέψωμεν. Ἐπίσης οἱ φοιτηταὶ θὰ γυμνάζωνται εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ὕστερον εἰς τὰς ἑστίας των. Βεβαίως πρὸς τελεσφόρον ἄσκησιν τοῦ ἔθνους, ἀνάγκη νὰ σχηματισθῶσι, καθὼς πρέπει, μὲ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, στρατιωτικὰ γραφεῖα εἰς ὅλα τὰ κέντρα, μεγάλα καὶ μικρά. Περὶ τούτου ἰδίως θὰ φροντίσωσιν οἱ εἰδικοὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἄνδρες. Οὕτω δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐν ἀνάγκῃ ἀπὸ 100–150 χιλιάδας στρατοῦ ἐν ἀνέσει, χωρὶς νὰ καταστρέψωμεν τὸν κόσμον, καθὼς, ὅτε συνεκαλέσαμεν πέρυσι τὴν ἐπιστράτευσιν, κατεστρέψαμεν τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς βιομηχάνους, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ζῆλον ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τῶν γυμναζόντων τότε τοὺς ἐπιστράτους. Τοὺς ἔβλεπα εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς, ἢ ἀλλαχοῦ ἱδρώνοντας εἰς τὰ γυμνάσια καὶ τοὺς ἐπιστράτους ἁμιλλωμένους. Ἀλλ’ εἰς μάτην, διότι ὅλα καὶ ἀργὰ καὶ κατεσπευσμένα. Μεταξὺ αὐτῶν, ὅλων ἀξίων ἐπαίνου, σᾶς ἀναφέρω ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἐκ τῶν μᾶλλον δραστηρίων, ὁ ὁποῖος τὸ σῶμά του τὸ μετέφερεν ἀείποτε τροχάδην ἀπὸ τὸ πρωΐ ἕως τὸ ἑσπέρας, τὸν κ. Γεώργιον Μαυρομιχάλην. Τί ἠδυνήθη νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸς, κύριοι; Ὅ,τι καὶ οἱ ἄλλοι. Τίποτε.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου σας, ἅμα τὸ διορθώσητε.
§27ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται νὰ καθυποβληθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν εἰδικῶν ἀνθρώπων, νὰ διορθωθῇ καὶ τελειοποιηθῇ. Ἐγὼ δὲν συνεβουλεύθην κανένα στρατιωτικόν· εἶπον, ἂς ρίψω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ ὅταν ὡριμάσῃ καὶ γείνῃ ἀσπαστὴ ἀπὸ τὸ ἔθνος, τότε θὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὅπως διοργανωθῇ τὸ νομοσχέδιόν μου καὶ μεταβληθῇ εἰς νόμον. (Διάλογοι ζωηροί). Αἱ φωναὶ καὶ ὁ θόρυβος δὲν μὲ πτοοῦν, κύριε Ῥάλλη, διότι ἐπὶ τοῦ μετώπου μου φέρω μόνον τὸ μαρτύριον, ἀλλ’ ὄχι κανὲν στίγμα. Πρὸς τούτοις, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ σύντονα καθήκοντα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ φροντίσῃ περὶ στρατιωτικῶν ὀχυρωμάτων εἰς τὰ σύνορα, διότι τὰ σύνορα, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν ἀπὸ τὴν Συνδιάσκεψιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶναι ὄχι μόνον ἀκατάλληλα πρὸς ἄμυναν, ἀλλὰ κατάλληλα πρὸς ἐπίθεσιν καθ’ ἡμῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι διὰ τῶν ὀχυρωματικῶν ἔργων δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν τῶν κακῶν ἐκείνων συνόρων, διότι τὰ πράγματα δεινοῦνται, κύριοι, καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα, καὶ δυνατὸν νὰ ἐκραγῇ νέα θύελλα, καὶ τότε ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν μὲ τὰς 29,000 τοῦ κ. Τρικούπη ἢ μὲ τὰς εὐρυολογίας τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἢ μὲ καμμίαν ἄλλην ἐπιστράτευσιν τροχάδην, ἐσπευσμένην καὶ ἀπαράσκευον; Λοιπὸν πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ὀχυρωματικὰ ἔργα εἰς τὰ κυριώτερα μέρη τῶν συνόρων καὶ συνάμα νὰ κατασκευάσωμεν καὶ μερικὰς στρατιωτικὰς ὁδοὺς, συνάμα δὲ ἡ πλείστη δύναμις τοῦ ἱππικοῦ νὰ διαμένῃ εἰς τὰ μέρη τῆς Θεσσαλίας, διότι καὶ ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸ μέρος εἶναι πεδινὸν πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἱππικοῦ. Ἡ θέσις τοῦ πλείστου μέρους τοῦ στρατοῦ εἶναι εἰς τὰ σύνορα· ἐδῶ δὲ νὰ μείνουν μόνον ὅσοι ἀρκοῦν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων. Ἴσως μοὶ εἴπουν τινὲς στρατιωτικοὶ, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ μου, ποῦ μένει ἡ πειθαρχία; Ἀλλὰ πῶς ἐννοοῦν τὴν πειθαρχίαν; Ἐννοοῦν πειθαρχίαν τὸ νὰ ἦναι ἀπὸ τῆς αὐγῆς μέχρι τῆς ἑσπέρας ἐπὶ ποδός; τὸ νὰ καθαρίζουν καλῶς τὰ κομβία των οἱ στρατιῶται καὶ νὰ πηγαίνουν νὰ κάμουν ἔφοδον λοχαγοῦ ἢ νὰ ἦναι παρόντες εἰς τὴν ὥραν τοῦ σαλπίσματος; Τὴν πειθαρχίαν αὐτὴν τὴν ἐννοῶ μόνον εἰς τὰ δεσποτικὰ Κράτη, ὅπου ὁ στρατὸς κυρίως ἐκεῖ δὲν εἶναι πρὸς ὑπεράσπισιν μιᾶς ἰδέας ἐθνικῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ εἶναι ἢ πρὸς περιστολὴν τῶν ἐλευθεριῶν ἢ πρὸς κατάκτησιν. Τοιαύτην πειθαρχίαν εἶχε καὶ ἡ Γαλλία ἐπὶ Ναπολέοντος τοῦ μικροῦ, ἀλλ’ ἐνικήθη καὶ ἔπεσεν εἰς τὸ Σεδάν· διότι ἐστερήθη τῆς ἀληθοῦς πειθαρχίας, ἥτις εἶναι προϊὸν φιλελευθέρου πνεύματος καὶ συναισθήσεως τοῦ πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος, καὶ ὁ στρατός της μετεβλήθη εἰς ὄργανον τυραννίας. Τὴν ἐνίκησε δὲ ἡ Γερμανία, διότι αὕτη εἶχε τότε ἓν ἰδανικὸν, τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐθνικότητος, τὸ ὁποῖον ἐγέννα τὴν ἀληθῆ πειθαρχίαν. Ἡ ἀληθὴς πειθαρχία, ἡ γόνιμος εἰς νίκας, συνίσταται εἰς μίαν ὑπερτέραν ἰδέαν, εἰς ἓν ὑψηλὸν φρόνημα. Εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἡ πειθαρχία ἦτο τὸ φρόνημα. Ἔπεσεν ὁ Λεωνίδας εἰς τὰς Θερμοπύλας μὲ τοὺς 300 καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου του ἐγράφη «Ὦ ξένε, ἀνάγγειλε εἰς τοὺς Λακεδαιμονίους, ὅτι κείμεθα ἐνταῦθα πειθόμενοι εἰς τοὺς νόμους τῆς Σπάρτης». Ἀπεφάσισαν, κύριοι, ν’ ἀντιστῶσι κατὰ τοῦ ἑκατομμυρίου τῶν Περσῶν καὶ νὰ φονευθῶσι, διότι ἔλαμπεν εἰς τὴν διάνοιάν των, ὡς ὡραῖον ἄστρον, τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς πατρίδος. Τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀκόμη τοὺς Τούρκους; Εἶναι ἡ ἰδέα, ὅτι ἂν φονευθοῦν κατὰ τῶν ἀπίστων πολεμοῦντες θὰ ὑπάγουν εἰς τὸν Παράδεισον· εἶναι καὶ αὕτη μία ἰδέα θρησκευτικὴ ὅπως οἱ πατέρες μας τῷ 1821 ἔλεγον «πίστις καὶ πατρίς.» Εἰς τὴν Ῥωσσίαν τί ἦτο μέχρι τοῦδε ἡ ἐθνικὴ ἰδέα; Ὁ Τσάρος θεωρούμενος ὡς ἐνσάρκωσις τοῦ Σλαβισμοῦ. Λοιπὸν ἡ πειθαρχία συνίσταται εἰς τὴν ἐπικράτησιν μιᾶς ἰδέας, ἑνὸς ἰδανικοῦ καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους, εἰς τὸν διαρκῆ στρατωνισμὸν καὶ εἰς τὴν ἄκραν αὐστηρότητα. Ταῦτα εἶναι δευτερεύοντα, ἡ ἰδέα εἶναι τὸ κύριον. Εἰς τοὺς βαρβάρους στρατοὺς, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μία ἰδέα ὑπερτέρα νὰ κινῇ αὐτοὺς, τότε τοὺς πλείστους στρατιώτας, ὅπως προβῶσι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ τοὺς ὠθοῦσιν οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τῆς σπάθης ἢ διὰ μάστιγος. Σᾶς φέρω ἓν ἄλλο παράδειγμα κατὰ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον. Ὁ αὐτοκράτωρ Νικόλαος ἦτο τυπικώτατος ἄνθρωπος· εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις τοῦ στρατοῦ ἐτιμώρει αὐστηρότατα τὸν στρατιώτην, τὸν μὴ ἔχοντα τυχὸν κανὲν κομβίον του καλῶς θηλυκωμένον. Ἐν τούτοις, ὅταν ἦλθεν ὁ Κριμαϊκὸς πόλεμος, ὁ στρατὸς ἐκεῖνος ὁ τόσον καλῶς ἠσκημένος ὑπέστη μεγάλας ἥττας ἀπὸ τοὺς Ἀγγλογαλλικοὺς στρατούς. Μόνον λοιπὸν διὰ γενικῆς καὶ διαρκοῦς ἀσκήσεως τοῦ ἔθνους, διὰ τοιαύτης πολεμικῆς ἀνατροφῆς, δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποκτήσῃ στρατὸν καὶ πολυάριθμον καὶ ἀξιόμαχον καὶ κεκτημένον τὴν ἀληθῆ πειθαρχίαν. Ἡ Ἑλλὰς, ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας ἀποδεικνύεται, ἐστερεῖτο πνεύματος καὶ κατ’ ἐξοχὴν διοικητικοῦ καὶ ὀργανωτικοῦ, διακριθεῖσα κυρίως ὡς μεταφυσικὸν καὶ καλλιτεχνικὸν πνεῦμα. Μόνη ἡ Λατινικὴ φυλὴ εἶχεν εἰς μέγαν βαθμὸν τὴν διοικητικὴν καὶ ὀργανωτικὴν ἱκανότητα, διὰ τοῦτο καὶ κατέκτησε τὸν κόσμον. Ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος δὲν εἶναι ὁ Ἀριστοτέλης, ἀλλ’ ὁ Πλάτων, δηλαδὴ τὸ ἰδεῶδες, τὸ πολλάκις ἀνεφάρμοστον. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν μεσαίωνα, ἐντὸς τοῦ ἰσχυροῦ ἐκείνου ὀργανισμοῦ τῆς Παποσύνης ἐν τῇ νεωτέρᾳ λατινικῇ φυλῇ, ὁ Ἀριστοτέλης ἦτον ὁ μέγας διδάσκαλος ὁ ἔχων τὸ ἀπόλυτον κῦρος, καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἐπρότεινάν τινες χριστιανοὶ θεολόγοι νὰ τὸν κηρύξωσιν ἅγιον, διότι ὁ Ἀριστοτέλης ἦτο πράγματι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ διοργανιστικοῦ καὶ πρακτικοῦ πνεύματος ἐν τῇ φιλοσοφίᾳ. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ γένος ἡμῶν στερεῖται κατὰ πολὺ τοῦ διοικητικοῦ καὶ διοργανωτικοῦ πνεύματος, ἂς ἀναπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ πρόγονοί μας εἶχον καὶ οἱ πατέρες τοῦ 21, διότι, κύριοι, ἄνευ αὐτοῦ τοῦ πατριωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι μία ἀληθὴς ἔμπνευσις, μία ἄγραφος, ὡς εἰπεῖν, ἐπιστήμη, εἶναι κίνδυνος μὴ ἀποτύχωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ νέου προορισμοῦ μας. Παρετηρήσατε, κύριοι, εἰς τὸ ἀγῶνα τοῦ 21 ποῖα θαύματα ἐτέλεσεν ὁ πατριωτισμὸς, ὅταν ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης ἔδιδε τὴν χεῖρα καὶ τὸ δίπλωμα εἰς τὸν Καραϊσκάκην καὶ ἀνεγνωρίζετο πλέον ἡ ἱκανότης τοῦ μεγάλου στρατηγοῦ, ὅταν ὁ Μιαούλης ὕστερον ἀπὸ μίαν συνδιάλεξιν μὲ τὸν Κουντουριώτην συνέτριβε τὰς οἰναποθήκας του, δὲν ἔπινε πλέον ἢ νερὸν, μετεβάλλετο εἰς ἀληθῆ ἀρχιναύαρχον, ὅταν ὁ ἀτομικὸς ἡρωϊσμὸς ἀνεγεννᾶτο διὰ τοῦ Κανάρη εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ τοῦ Βότσαρη, τοῦ Νικηταρᾶ καὶ τοῦ Διάκου εἰς τὴν ξηράν; Μόνον τὸ πνεῦμα τοῦτο τοῦ πατριωτισμοῦ δύναται καὶ σήμερον νὰ μᾶς σώσῃ, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχομεν ἀκόμη οὔτε ἐπιστήμην ἀρκοῦσαν, οὔτε πόρους μεγάλους καὶ ἄλλα ἀπαιτούμενα μέσα. Ὁ πατριωτισμὸς οὗτος ἔδιδε θάῤῥος εἰς τοὺς πατέρας μας ἐν καιρῷ ἀγωνίας, ἐξύψονε τὸ φρόνημά των καὶ τοὺς ἐνέπνεεν ἀκόμη καὶ αὐτὴν τὴν ἀτομικὴν ἀξιοπρέπειαν. Ἀκούσατε ἓν ἀνέκδοτον περὶ τοῦ Νικηταρᾶ. Ὅταν ὁ στρατὸς τῆς Γαλλίας ἦλθε πρὸς βοήθειαν ἡμῶν εἰς τὴν Πύλον, ὁ Νικηταρᾶς μὲ ἓν σῶμα στρατιωτῶν εὑρίσκετο ἐκεῖ, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι ἐστερεῖτο τῶν πάντων. Ὁ στρατηγὸς τῶν Γάλλων, βλέπων τὴν ἀθλίαν κατάστασιν τοῦ στρατιωτικοῦ ἐκείνου σώματος, τοῦ διοικουμένου ἀπὸ τὸν ἐπικληθέντα Τουρκοφάγον, μετριοφρονέστατον δὲ ἥρωα, ἐπειράθη δι’ εὐγενοῦς τρόπου νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἐκεῖνο στρατιωτικὸν τάγμα τροφὰς, σκεπάσματα καὶ χρήματα, ἀλλ’ ὁ Νικηταρᾶς ἀπεποιήθη, εὐχαριστῶν τὸν Γάλλον στρατηγὸν καὶ ἔλεγεν αὐτῷ, ὅτι δόξα τῷ Θεῷ δὲν ἐστεροῦντο ἀπὸ τίποτε καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐφρόντιζε τὰ δέοντα ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐν τούτοις, ὡς διηγεῖται ὁ μέγας τῆς Γαλλίας καὶ ἀείμνηστος φιλέλλην Ἐδγὰρ Κυϊνὲ, τότε δὲ μέλος τῆς ἐπιστημονικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις παρηκολούθει τὸν Γαλλικὸν στρατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοί, οἱ συνεχῶς ἐπισκεπτόμενοι εἰς τὴν σκηνήν του τὸν Νικηταρᾶν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐθαύμαζον, ἔβλεπον αὐτὸν νὰ κρύπτῃ εἰς γωνίαν τινὰ, ἅμα ἐκεῖνοι εἰσήρχοντο, ἓν κλειδοπίνακον περιέχον ἐλαίας. Ἐν τούτοις, ὁ ἥρως δὲν ἐδέχετο τίποτε καὶ ἔλεγεν, ὅτι οὐδενὸς χρησίμου ἐστερεῖτο! Καὶ τὸ ἐλάχιστον τοῦτο γεγονὸς τί ἄλλο εἶναι, κύριοι, ἢ ἀποτέλεσμα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ δήλωσις ἀληθοῦς πειθαρχίας; Ἂν λοιπὸν καὶ σήμερον δὲν ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν ἐκεῖνον, ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ ἡμέρα θλιβερὰ, ὅτε νὰ συμβῇ ὅ,τι ἄλλοτε ἔπαθον οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι, ὅταν ἐξέκλινον καὶ μετεβλήθησαν εἰς Γραικύλους, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔγεινε Ῥωμαϊκὴ ἐπαρχία. Τότε, πολὺ μετὰ τὸν Νέρωνα, ὅστις ἐχάριζεν ἐμπαικτικῶς τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς μὴ ἐννοοῦντας πλέον τί εἶναι ἐλευθερία, ἐπὶ Ἀδριανοῦ ἢ Αὐρηλίου αὐτοκράτορος, νομίζω, ὑπῆρξεν ἕνας σπουδαῖος φιλόσοφος καὶ ἱστορικὸς, ὁ Πλούταρχος. Οὗτος ἐν τῇ θλίψει αὑτοῦ, ἔγραφεν ὡς παράγγελμα πρὸς τοὺς συγχρόνους του Ἕλληνας τὰ ἀκόλουθα λόγια, τὰ ὁποῖα ὁμοιάζουν ἐπιτάφιον θρῆνον ἐπὶ τοῦ μνήματος ὁλοκλήρου λαοῦ. Ἔγραφε: «Τώρα παντὸς τοῦ εὖ φρονοῦντος καθῆκον εἶναι νὰ διδάσκῃ καὶ νὰ διεξηγῇ κοινῇ τε καὶ κατ’ ἰδίαν τὴν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων ἀσθένειαν, δι’ ἣν ἕκαστος ὀφείλει νὰ διάγῃ τὸν βίον ἐν ἡσυχίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ, διότι οὔτε ἡγεμονία, οὔτε δόξα, οὔτε δύναμίς τις ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἀποκτηθῇ, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ μικροῦ Διατάγματος τοῦ Ῥωμαίου ἀνθυπάτου».
§28Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, θὰ εἴπω πολὺ ὀλίγα· εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἐν πεποιθήσει πιστεύω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντίκειται πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Γνωρίζω, ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον ἀπολαμβάνει δημοτικότητος, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἐξητάσθη ἀκριβῶς καὶ μεμελετημένως, καὶ ἀντὶ πινακίου φακῆς παραχωροῦμεν τὰ πρωτοτόκια, ὡς θέλετε πεισθῆ. Κύριοι, ἐθνοφυλακὴν ἢ στρατὸν πρέπει νὰ σχηματίσωμεν; Νομίζω, ὅτι ὁ κακῶς ἐσχηματισμένος στρατὸς εἶναι χείρων τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι ἔχει τὸ κακὸν ν’ ἀποσπᾷ τοὺς ἄνδρας τῶν ἔργων των, καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἐπὶ μᾶλλον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ πλανᾷ τὴν κοινωνίαν. Ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, στρατοῦ διωργανισμένου κατὰ τοὺς κανόνας καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν ὅλα τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα σκέπτονται περὶ συγκροτήσεως στρατοῦ ἀληθοῦς. Καὶ πρὶν ἢ λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρητικῶς, ἂς ἐξετάσωμεν τί πράττουσι πέριξ ἡμῶν τὰ Ἔθνη, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ συμπράξωμεν ἢ πρὸς τὰ ὁποῖα θ’ ἀντιπράξωμεν, τί πράττουσιν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ οἱ μικροὶ ἀκόμη λαοὶ, τί πράττει ἡ Τουρκία· διδάσκαλόν της αὕτη ἔχει ἤδη τὸν ἴδιον Μόλτκε ἢ τὴν Σχολὴν αὐτοῦ· τί πράττει ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία τὸν ἴδιον ἀκολουθεῖ, καὶ καθ’ ἃς ἔχομεν πληροφορίας διοργανίζει τὸν στρατόν της ἐπὶ βάσεων ἑδραίων καὶ ἐπιστημονικῶν· τί πράττει ἡ Σερβία· ἠκολούθησε ψευδὲς σύστημα μέχρι τοῦδε ὡς τὸ προτεινόμενον τῆς μὴ πλήρους καὶ ἐντελοῦς ἐκγυμνάσεως, τῆς μὴ στρατοποιήσεως, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ λαοῦ, καὶ ὑπέστη διὰ τοῦτο συμφορὰν καὶ τὴν ἐπεβάρυναν συνέπειαι ἐλεειναί· τί πράττει ἡ Ῥουμανία. Ἔχοντες αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, ἂς σχηματίσωμεν καὶ ἡμεῖς δύναμιν ἀνάλογον καὶ κατάλληλον. Καὶ εἶπον, ὅτι κακῶς ἐμελετήθη τὸ ζήτημα, διότι πρὸς τὸ ψευδὲς καὶ μικρὸν κέρδος, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς τὰ ἄτομα νὰ παραχωρήσωμεν, ἐλαττόνοντες τὸν χρόνον τῆς θητείας, ἑτοιμάζομεν ἴσως ἐν τοῖς ἔργοις διὰ τὰ ἄτομα αὐτὰ καὶ τὴν Πολιτείαν καταστροφὴν βεβαίαν καὶ ἀναπόφευκτον, ἐάν ποτε ἀναλάβωμεν ἡμεῖς ἀνέτοιμοι καὶ ἀγύμναστοι ἀγῶνα πρὸς στρατιώτας καλῶς γεγυμνασμένους, καὶ τὸ ἀπεύχομαι. Κύριοι, καθὼς ἠξεύρετε, ὑπῆρχον ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὴν ποιότητα τοῦ στρατοῦ ἐζήτουν πρὸ πάντων εἰς τὴν μεγάλην καὶ τὴν καλὴν ἐκγύμνασιν· ἤθελον στρατὸν ὀλίγον, ἀλλὰ καλόν. Αἱ τελευταῖαι ὅμως πρόοδοι τῆς πολεμικῆς τέχνης ἀπῄτησαν ὄχι ὀλίγον καὶ καλὸν στρατὸν, ἀλλὰ καλὸν καὶ πολύν· ἐνθυμηθῆτε δὲ, ὅτι εἰς τοὺς τελευταίους πολέμους κατὰ μυριάδας ἠγωνίζοντο καὶ κατὰ ἑκατοστύας χιλιάδων. Ἡ ἀνάγκη ἑπομένως αὕτη ὑπεχρέωσε τὰ Ἔθνη νὰ σκεφθῶσι πῶς δύνανται νὰ ἑτοιμασθῶσι καὶ ἐφοδιασθῶσι μὲ πλῆθος στρατιωτῶν. Νὰ μεταβληθῇ εἰς στρατὸν Ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι ἀδύνατον· τοιαύτην κατάστασιν, οὔτε ἡ κοινωνία, οὔτε ὁ προϋπολογισμὸς ἐπιτρέπει, καὶ ὅμως ἡ ἀνάγκη ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν ἀπόλυτον, ἔπρεπε νὰ συμβιβασθῶσι τὰ δύω συμφέροντα. Αἱ στρατιωτικαὶ ἀπαιτήσεις συνίστανται εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ τὴν καλὴν αὐτοῦ ἐκγύμνασιν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀντιτάττονται αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι, καὶ αὗται εἶναι ἐπίσης σπουδαῖαι, διότι αὗται μᾶλλον εἶναι ἡ βάσις καὶ πρέπει νὰ θεραπεύωνται. Ἡ κοινωνία πρέπει καὶ νὰ παραγάγῃ καὶ νὰ καλλιεργήσῃ καὶ νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ ἀναπτύξῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀμφότερα ταῦτα ἐθεράπευσαν τὰ τελευταῖα παραδεχθέντα στρατολογικὰ συστήματα. Κατ’ αὐτὰ, διαιροῦνται οἱ ἐκγυμναζόμενοι καὶ οἱ ὑπόχρεοι πρὸς στράτευσιν εἰς δύω τάξεις, εἰς ἐκγυμναζομένους πολυετῶς, διὰ νὰ ἀποκατασταθῶσιν αὐτοὶ ὡς ἀληθεῖς τῳόντι στρατιῶται καὶ ὁ πυρὴν, περὶ τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν δευτέραν τάξιν, οἱ ἁπλῶς καὶ προσωρινῶς ἐκγυμναζόμενοι· ἤθελον νὰ ἐκγυμνάσουν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, ἤθελον νὰ συνειθίσῃ ὁ λαὸς τὸν χειρισμὸν τῶν ὅπλων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ὁ πολίτης πρέπει νὰ ἐμπνευσθῇ στρατιωτικὸν πνεῦμα, πρέπει ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἕξιν τῆς πρωτοβουλίας τῆς στρατιωτικῆς ἐν ἀνάγκῃ, νὰ συνειθίσῃ εἰς τὴν πειθαρχίαν, τέλος νὰ ἐμπνέηται ἀπὸ τὸ μέγα καὶ ἱερὸν αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἀφοσιώσεως εἰς τὴν σημαίαν. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ ἓν μέρος τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ἐλαττώσητε τὴν πολυχρόνιον ὑπηρεσίαν, χάνετε τὸν πυρῆνα τοῦ στρατοῦ, δὲν εὑρίσκετε εἰς τὸν στρατόν σας τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, οὔτε τὴν στρατιωτικὴν ἑτοιμότητα καὶ προθυμίαν ἐν ἀνάγκῃ. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὸ ἕτερον μέρος τῆς προσωρινῆς ἐκγυμνάσεως, τότε, κύριοι, ἐν ἀνάγκῃ θέλετε ἔχει ὀλίγην στρατιωτικὴν δύναμιν, μικρὸν ἀριθμόν. Πρέπει λοιπὸν καὶ τὰ δύω νὰ συμβιβάσητε. Τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀνάγκην αὐτήν; Θεραπεύει καμμίαν ἀνάγκην, ἢ τουλάχιστον θεραπεύει τὴν κοινωνικὴν ἀπαίτησιν, οἰκονομεῖ τοὺς βραχίονας ἢ τὰ χρήματα τουλάχιστον τῆς κοινωνίας; ἀπεναντίας, καταστρέφει τὴν ἰδέαν τοῦ στρατοῦ, διότι, ὅπως καλλίτερον σᾶς εἶπον ἄλλοι ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο στρατιωτικοὶ, στρατιώτης μένων εἰς τὸν στρατὸν ἓν μόνον ἔτος δὲν δύναται νὰ γυμνασθῇ περισσότερον τῶν 80 ἡμερῶν, ἀφαιρουμένων τῶν ἑορτῶν, τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν, καὶ αἱ 80 ἡμέραι ἀρκοῦν μόνον νὰ γυμνάσουν ἁπλῶς τὸν νεοσύλλεκτον, ἀλλὰ δὲν σχηματίζουσι στρατιώτην· ὁ ἀπογυμνασθεὶς νεοσύλλεκτος δὲν εἶναι στρατιώτης ἔτι· ἀπὸ τότε ἀρχίζει νὰ σχηματίζεται στρατιώτης. Ἔχει λοιπὸν ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας πρῶτον τοῦτο τὸ κακόν. Δεύτερον κακὸν σπουδαῖον εἶναι ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ἀδύνατον νὰ ἔχητε ὄχι ὑπαξιωματικούς, ἀλλ’ οὔτε ἀξιωματικούς, διότι οἱ ἀξιωματικοί, ἐνασχολούμενοι εἰς τὸ νὰ ἐκγυμνάζωσιν αἰωνίως τοὺς νεοσυλλέκτους καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰ μεγάλα γυμνάσια, εἰς σπουδαίας ἐργασίας, καθ’ ἃς ὁ ἀξιωματικὸς καὶ γυμνάζεται καὶ μορφώνεται, θέλουσιν ἐπὶ τέλους κορεσθῆ καὶ ἀηδιάσει ἐπαναλαμβάνοντες τὴν ἰδίαν διδασκαλίαν νεοσυλλέκτων. Δὲν θὰ ἔχητε ὑπαξιωματικούς, διότι δυνάμενοι ν’ ἀφεθῶσιν οἱ καλούμενοι εἰς τὸν στρατὸν μετὰ ἓν ἔτος, δὲν θέλουσι παρατείνει τὴν διαμονήν των ἐκεῖ· τὸ πρῶτον ἔτος ὡς εἶναι γνωστὸν, δὲν προσκολλᾷ τοὺς ἄνδρας εἰς τὸν στρατὸν, τοὺς ἀπωθεῖ. Θέλετε ἔχει λοιπὸν στρατὸν χείρονα τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἀλλ’ ὠφελεῖτε τουλάχιστον τὴν κοινωνίαν, θεραπεύετε τὰς ἀνάγκας αὐτῆς; Ἐλαττοῦντες οὕτω τὴν θητείαν ἀντὶ δύω ἐτῶν εἰς ἓν, καὶ ἀναβιβάζοντες ἀφ’ ἑτέρου τὴν θητείαν ἀπὸ ἓξ μηνῶν εἰς ἓν ἔτος, ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοὺς μὲν βάρη καὶ τὰ προσθέτετε εἰς τοὺς δέ. Δὲν ὑπηρετεῖτε τὴν κοινωνίαν ἀλλ’ ἀτομικὰ μόνον συμφέροντα. Ἡ κοινωνία δίδει κατ’ ἔτος εἰς τὸν στρατὸν τὸν ἴδιον ἀριθμὸν βραχιόνων. Ἄτομα, ἐπαναλέγω, ὠφελοῦνται, ἀλλ’ ἡ κοινωνία ἀπόλλυσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν ἐργασίας, πολλάκις μάλιστα περισσοτέραν κατὰ τὸ νέον σύστημα. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν γελῶσιν. Ἔχουσιν ὅμως ἄδικον. Ὑποθέσατε, ὅτι ζητεῖτε στρατιώτας 10,000· κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα, θέλετε ἔχει 5 χιλιάδας δι’ ἓν ἔτος καὶ 5 χιλιάδας δι’ ἓξ μῆνας. Τὸ δεύτερον ἔτος θέλετε λάβει τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν διὰ νὰ καταρτίσητε 10 χιλιάδας στρατόν· τὸ δεύτερον ἔτος λοιπὸν θέλετε ἔχει 5 χιλιάδας ὑπηρετήσαντας δύω ἔτη, 5 χιλιάδας ὑπηρετήσαντες ἓν ἔτος καὶ 5 χιλιάδας ἀνὰ ἓξ μῆνας, ἀναλογεῖ πρὸς 5 χιλιάδας κατ’ ἔτος ἢ 10 κατ’ ἔτος τὸ ὅλον, ἀλλὰ τόσους δὲν λαμβάνομεν κατὰ τὸ νέον σύστημα. Καὶ ἐρωτῶ, δὲν ἀποτελεῖται ὁ ἴδιος ἀριθμὸς, δὲν ὑπάρχει ἀκριβὴς ἡ ἀναλογία; Κατὰ τί ἡ κοινωνία ὠφελεῖται; Ἡ μεταβολὴ λοιπὸν αὕτη ὠφελεῖ τινας πρὸς βλάβην ἑτέρων· δὲν ὑπηρετεῖ πιστῶς τὴν κοινωνίαν, διότι δὲν οἰκονομεῖ βραχίονας, ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμόν. Καταστρέφει ὅμως τὸν στρατόν· ἀντὶ στρατοῦ, ἄθροισμα ἐνόπλων θέλομεν ἔχει. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον εἶναι τὸ κακόν; Ἐὰν ἐπιτύχῃ τὸ σύστημά σας, ἀποκαθιστᾶτε δαπανηρότερον τὸν στρατὸν, διότι, ἐνῷ θὰ ἔχητε τὸν ἴδιον στρατὸν, ὡς ἤδη, ἐπιβαρύνετε τὸ ταμεῖον μὲ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, διπλασιάζοντες τὸν μισθὸν τῶν ἐθελοντῶν. Κύριοι, τὸ σύστημα τῶν ἐθελοντῶν ἤδη πολεμεῖται. Τελευταῖον εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ ὑπουργεῖον Γαμβέττα ἐδέχθη τὴν τριετῆ θητείαν, τὴν ἰδέαν αὐτὴν, φαίνεται, παραδέχονται καὶ οἱ νῦν ὑπουργοὶ, ἀλλ’ οἱ ἐθελονταὶ ἀμειλίκτως πολεμοῦνται. Ἐθεωρήθησαν ὡς σῶμα μὴ δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸν καλὸν καταρτισμὸν τοῦ στρατοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ, πόθεν θέλετε λάβει τοὺς ἐθελοντάς; ἀπὸ τοὺς ἐφέδρους, ὑποθέτω. Ἐὰν τὸ σύστημά σας ἐπιτύχῃ εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἐὰν ἐπιτύχῃ καὶ ἡ ἀντικατάστασις οὕτω, θέλετε κατορθώσει νὰ μὴ ἔχητε στρατιώτας πλείονας τῶν ἐν τοῖς ὅπλοις, νὰ μὴ ἔχητε ἐφέδρους. Θ’ ἀποκτήσητε ἐμμίσθους στρατιώτας μονίμους καὶ θὰ διαφθείρητε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα. Τὸ σύστημά σας λέγει εἰς αὐτούς: Δὲν ἔχετε ὑποχρέωσιν ἱερὰν πρὸς τὴν πατρίδα, λαμβάνετε ἀμοιβὴν, ἵνα γίνητε στρατιῶται, πληρώνεσθε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Μέχρι τοῦδε ὁ νέος Ἕλλην, καλούμενος εἰς τὸν στρατὸν, ἐνόμιζεν, ὅτι ἐκπληροῖ καθῆκον ἱερὸν καὶ ἐλάμβανε τόσα, ὅσα ἀπῃτοῦντο διὰ νὰ ζήσῃ· ἀλλ’ ἤδη δὲν ἐκτελεῖ πλέον καθῆκον, εἶναι μισθωτός. Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ κακὰ τοῦ συστήματος τούτου. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τὸ σύστημά σας θὰ γείνῃ δεκτὸν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, διότι εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θέλουν εἶσθαι αὗται ἐλεειναὶ, καὶ ἐάν ποτε τὸ Ἔθνος προσκληθῇ νὰ ἐργασθῇ, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι οἱ κληθησόμενοι νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν πατρίδα δὲν θὰ εὕρωσι πυρῆνα στρατοῦ, οὔτε παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν συναδέλφους ἑτοίμους πρὸς ἐπιτυχίαν καὶ ἐκτέλεσιν ἱεροῦ καθήκοντος, καὶ εὐόδωσιν τοῦ περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνος. Νομίζω, ὅτι τὰ μικρὰ μάλιστα Κράτη ἔχουσιν ἀνάγκην καλοῦ στρατοῦ, διότι εἰς ὅ,τι καθυστεροῦσι κατ’ ἀριθμὸν, διὰ τοῦ ποιοῦ θ’ ἀναπληρώσωσι. Εἰς οὐδὲν δύνανται, οὔτε πρέπει νὰ μᾶς χρησιμεύσωσι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερον. Συνέπεσεν ὅταν τελευταῖον ἤμην εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ ὁμιλήσω μὲ ἀξιωματικὸν Ὁλλανδόν· ἠρώτησα αὐτὸν περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματός των, ἐγέλασε δὲ καὶ μοὶ εἶπεν: «Ἀπὸ ἡμᾶς ζητεῖτε στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν καὶ συστήματα; Ἡμεῖς εἴμεθα Ἔθνος ναυτικόν· μὲ τὰ προχώματα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ὑπερασπιζόμεθα κατακλύζοντες, ὅταν θέλωμεν τὴν χώραν· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἐργατῶν καὶ ἀνδρῶν ἀμύνης μόνον· μὴ συμβουλεύεσθε ἡμᾶς. Περὶ Δανίας καὶ ἄλλων μικρῶν Κρατῶν βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσῃ τις, ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ λάβωμεν αὐτὰ ὡς παραδείγματα. Εἰς τὴν Σουηδίαν ἠξεύρετε, ὅτι τὸ ὑφιστάμενον σύστημα εἶναι προϊὸν ἀγῶνος πολυετοῦς· ὑπάρχει ἐκεῖ ἄλλο σύστημα στρατιωτικόν· ἀρχῆθεν ὁ στρατὸς συνετηρεῖτο κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ τάξιν ἀνδρῶν κατεχόντων γαίας καὶ ὀφειλόντων νὰ συντηρῶσι στρατὸν, ὅστις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μὲν ἐγυμνάζετο, ὑπηρέτει ὅσον ἠδύνατο καὶ ἐπὶ πολύ. Τὸ σύστημα αὐτὸ πολεμήσασα ἡ Κυβέρνησις, ἠναγκάσθη νὰ παρουσιάσῃ σύστημα τὸ μᾶλλον εὐπρόσδεκτον εἰς τὸν λαόν. Ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχει μόνιμον στρατιάν. Πληροφοροῦμαι δὲ, ὅτι ἤδη πεισθεῖσα διὰ τὰς ἐλλείψεις τοῦ συστήματός της σκοπεύει νὰ τὸ βελτιώσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ βεβαιῶ. Ἡ Ἑλβετία ὅμως λαμβάνει τὸν νέον ἀπὸ τῆς ἡλικίας τῶν 10 ἐτῶν καὶ ἀνατρέφει αὐτὸν στρατιωτικῶς. Ἡ Ἑλβετία πλημμυρεῖ σχολείων παντοειδῶν· σχολείων διὰ τὸν στρατιώτην, σχολείων διὰ τὸν ὑπαξιωματικὸν, σχολείων σκοποβολῆς. Ἡ Ἑλβετία διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ δὲν κατατάσσεται ἤδη μεταξὺ τῶν σπουδαίων στρατιωτικῶν ἐθνῶν, τῶν προτιθεμένων — καὶ σημειώσατέ το καλῶς — νὰ ἐνεργήσωσι.
§29Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Ἑλβετία πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς εἶναι νεκρά.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, διότι ἴσα ἴσα αὐτὸ λέγω, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μιμηθῶμεν τὴν Ἑλβετίαν. Ἐὰν νομίζωμεν — καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ἐκείνους ἰδίως, οἵτινες ἐπιδεικνύονται ὅτι ἐνεκολπώθησαν τὴν ἰδέαν αὐτὴν — ἐὰν νομίζωμεν, ὅτι κεκλήμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐργασθῶμεν, πρέπει νὰ ἑτοιμάσωμεν τὰ ἀληθῆ μέσα τῆς ἐνεργείας, πρέπει νὰ μελετήσωμεν τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θὰ ἐργασθῶμεν, καὶ συμφώνως πρὸς τὸ ἔδαφος αὐτὸ καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων νὰ συμμορφοθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν πρόκηται ἀπέναντι ἡμῶν μέγιστον νὰ ἔχωμεν στρατὸν, ἐξελθόντα ἀπὸ τὰ σχολεῖα τοῦ Μόλτκε, ἐὰν πρόκηται νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατ’ αὐτῶν μὲ ἐθνοφυλακὴν, μὲ στρατὸν ὅπως τὸν παρουσιάζουν, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πράττομεν ἔργον λίαν ἐπικίνδυνον, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην χείρονα φράσιν. Καὶ, κύριοι, θὰ ἤμεθα γελοῖοι, θὰ προξενήσωμεν χειρίστην ἐντύπωσιν ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ἡμῶν ἔθνη φθάσαντα εἰς τὸν κολοφῶνα τοῦ ὕψους ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν, ἔχοντε, ἐνώπιον ἡμῶν τοὺς διοργανισμούς, τὰ συστήματα, τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας ἐθνῶν μεγάλων καὶ σοφῶν, νὰ ἐγκαταλείπωμεν ἡμεῖς ταῦτα καὶ νὰ αὐτοσχεδιάζωμεν συστήματα ἰδικά μας· τοῦτο μοὶ φαίνεται παράλογον. Μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω εἰς τὰ φῶτα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, λέγω μόνον ὅτι εἶναι φῶτα βιβλίων. Οὔτε εἰς τὸν στρατὸν ἔζησεν, οὔτε μάχην εἶδεν, οὔτε διοργανισμὸν στρατῶν ἐγνώρισε· καὶ ἡ διδασκαλία τῶν βιβλίων πόσον ἐπικίνδυνος εἶναι, πόσον ἀπατηλή. Πρὶν δὲ τελειώσω διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἰδέαν, ἣν ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐρωτῶ αὐτὸν, διατί μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δὲν διωρίσθη ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν στρατιωτικός; Ἡ ἐρώτησις αὕτη σημαίνει ἀρκετά. Ἐξηγεῖ τὴν καθαρὰν θέσιν τῶν πραγμάτων.
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Συγχωρεῖτε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω διατί γίνεται ἡ ἐρώτησις;
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ ἐξηγήσω ποίαν ἰδέαν ἔχει ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ.
§33ΗΛ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, αἰσθάνομαι τὸν ὀλίγον χρόνον, ὃν ἔχομεν καὶ τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου καὶ διὰ τοῦτο θὰ φροντίσω νὰ ἦμαι βραχύλογος. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, δὲν ἤθελον ἀνέλθει τὸ βῆμα, διότι τὸ ζήτημα ἀνῆκεν εἰδικῶς εἰς τοὺς στρατιωτικούς. Ἤδη πρόκειται περὶ εὐεργετικῶν διατάξεων, ἃς ἀπαιτεῖ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία καὶ τὰς ὁποίας συμπληροῖ ἤδη ἡ Κυβέρνησις· πρόκειται περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΨΙΣΤʹ περὶ στρατολογίας. Ἐὰν, κύριοι, οἱ ἁρμόδιοι ἐπεθύμουν νὰ συντάξωσι στρατὸν ὠργανισμένον δεόντως ὡς εἶναι ἀνάγκη εἰς ἓν ἔθνος πολεμικὸν οἷον ἡ Ἑλλὰς, δὲν εἶναι ἡ παροῦσα ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ πραγματευθῶσι τὸ τοιοῦτον· τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀπαιτοῦν καὶ χρόνον πολὺν καὶ ἐργασίαν ἀπὸ εἰδήμονας ἄνδρας καὶ συμφωνίαν τῶν κομμάτων, ὅπως κανονισθῇ ἓν σύστημα, ὅπερ νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ καιρόν· πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅπερ πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ προηγούμενον νόμον ἢ νὰ διορθώσῃ ἐλαττωματικὰ μέρη αὐτοῦ, νὰ φρονῶμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν πλήρη στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μεγαλυνθῇ ἡ Ἑλλάς; Τότε θὰ ἦναι μέγα ψεῦδος λεγόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· καὶ ἂν τὸ λέγομεν, τὸ λέγομεν οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως. Δὲν ἐννοῶ τὴν τακτικὴν, ἣν μετέρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ τῶν ἀγορευόντων· διότι δὲν μᾶς ἔφεραν μελέτην τινὰ εἰδικὴν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς κατακρίνουν πᾶν νομοσχέδιον, καὶ ἀναφέρουν μέτρα, ὧν τὴν πραγματοποίησιν οὐδέποτε ἐσκέφθησαν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι εἶναι κοινωνικὴ ἀπαίτησις, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ διορθώσῃ τὸν στρατόν, διότι δὲν μεταβάλλει τὴν βάσιν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος. Ὁ στρατὸς θὰ μείνῃ οἷος εἶναι. Ἐὰν θέλετε νὰ κάμητε στρατὸν, σχηματίσατε εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ καταρτίσῃ ἕνα τέλειον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ἡ θητεία διὰ νὰ ἔχωμεν Πρωσσικὸν ἢ Γαλλικὸν στρατὸν, ἅμα δὲ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔλθῃ ἄλλη, νὰ εὑρισκώμεθα μὲ τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν καταχρήσεων, ἃς εἰσάγουσιν αὐτοὶ οἱ τὴν διόρθωσιν καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ στρατοῦ ἐπαγγελόμενοι! Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀνεγνώρισε μίαν κοινωνικὴν ἀνάγκην καὶ συνεπλήρωσε τὸ εὐεργιτικὸν μέτρον, ὅπερ ἐλήφθη πρῶτον δι’ ἐγκυκλίου καὶ εἶτα διὰ νόμου διὰ τοὺς λιποτάκτας· ἀλλ’ ἐνῷ πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, παρετήρησα, ὅτι λείπουν σπουδαῖά τινα, διότι ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν νὰ διορθωθῶσι τὰ κακὰ, ἅτινα ἐγνωρίσαμεν ἐκ πείρας, ὅτι ἔλαβον χώραν, καὶ τὰς καταχρήσεις τὰς διαπραττομένας παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων ἢ τὴν καταδίωξιν τῶν πρὸς στρατείαν καλουμένων ἢ τὴν μόρφωσιν τοῦ στρατοῦ. Πρῶτον, κύριοι, εἰς τὸν νόμον αὐτὸν παρετήρησα, ὅτι δὲν ὑπάρχει κᾀμμία ποινὴ, οὔτε εὐθύνη διὰ τοὺς δημάρχους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰς τοὺς καταλόγους γράφουν τὸν τριακονταετῆ ὡς ἔχοντα ἡλικίαν 21 ἔτους, καὶ αἴφνης βλέπετε οἰκογενειάρχας νὰ συλαμβάνωνται ὡς κληροῦχοι· δεύτερον δὲ δὲν ἐγένετο φροντὶς, ὥστε νὰ ἐννοήσῃ ὁ στρατευόμενος, ὅτι ἐνδιαφέρεται ἡ Πολιτεία δι’ αὐτόν· ἀλλὰ τὸν στρατευόμενον ἁρπάζοντες ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν του ῥίπτομεν εἰς τὸν στρατὸν, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν πλέον ἂν ἦναι ἄνθρωπος ἢ ἄλλο τι. Παρετήρησα, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν δυστυχῶς οὐδεμία ἐδίδετο φροντὶς ἐπὶ τούτου. Εἰς τὴν Πρωσσίαν, κύριοι, διατί προθύμως ὑπηρετοῦν οἱ στρατιῶται; διότι ἐφρόντισαν διὰ ῥητοῦ νόμου, ὅπως αἱ οἰκογένειαι τῶν στρατευομένων λαμβάνωσιν ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς συντήρησίν των. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ φόρου αἵματος ἐνδιαφέροντος τὸν Τόπον, νὰ φροντίσῃ νὰ λάβῃ μίαν ἐφαρμογὴν δικαίαν ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ αἵματος. Ὅταν ὁ πολίτης αἰσθανθῇ, ὅτι κατατασσόμενος εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἐπαφίεται εἰς τὴν τύχην του, οὔτε λησμονεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι προσφέρει μίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐνδιαφέρον περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἀπολαμβάνει δικαιοσύνης ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται, ὅτι ἀπολαμβάνει ἰσότητος, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι προθύμως ἕκαστος θὰ κατατάσσεται καὶ θὰ ὑπηρετῇ εἰς τὸν στρατόν· πρέπει μάλιστα νὰ φροντίσωμεν, ὅπως εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐξαιρέσεων ἦναι ὁ νόμος ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρός· καὶ ὅταν ὁ πολίτης ὁ στρατευόμενος μάθῃ, ὅτι ἐπίσης τοῦ πλουσίου καὶ ἰσχυροῦ καθὼς καὶ τοῦ ἀπόρου ὁ υἱὸς ὑπηρετεῖ εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἀπαραλλάκτως καὶ αὐτὸς προσφέρει τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ ἔχει ἴσην θέσιν πρὸς ἐκεῖνον καὶ ἐκεῖνος ὁ πλούσιος καὶ ἰσχυρὸς, δὲν ἐξαιρεῖται καὶ δὲν διασκεδάζει εἰς τὰ καφενεῖα ὡς γίνεται συνήθως, ἀλλὰ φορτώνεται καὶ αὐτὸς τὸν σάκκον καὶ τὸ ὅπλον, ὑπηρετεῖ μὲ μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν. Οὕτω θὰ ἴδητε, ὅτι ἕκαστος εὐχαρίστως κατατάσσεται εἰς τὸν στρατόν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, διότι πρόκειται περὶ φόρου αἵματος, ὁ ὁποῖος μίαν ἡμέραν θὰ φέρῃ εἰς κρίσιμον θέσιν τὴν κοινωνίαν, ἂν δὲν φροντίσωμεν νὰ δώσωμεν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἐπικρατεῖ τὸ πνεῦμα τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι, μετὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα, προκειμένου περὶ θυσίας, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις οὐχὶ βεβαίως μὲ τὴν πρόθεσιν ἢ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ μεταβάλω τὴν θέσιν τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἵνα ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον καὶ πρὸς τὸν Τόπον καὶ πρὸς τὸν θεσμὸν, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἀναγκαῖος παρ’ ἡμῖν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ, κύριοι, καθ’ ἣν ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις τῶν γραμμάτων, ἡ διάδοσις τῶν φώτων ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι ὁ σπουδαιότερος παράγων τῆς ἐπιδιώξεως διπλωμάτων αἰωνίων. Τὰ πράγματα ὁσημέραι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ παράγων αὐτὸς, καί τοι ἀναγκαῖος, δὲν εἶναι ὁ μόνος. Τὰ τελευταῖα γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι ἂν ἄλλοτε τὸ δίκαιον ἐπεκράτει τῆς ἰσχύος, σήμερον ἡ ἰσχὺς ἐπικρατεῖ τοῦ δικαίου· μόνον εἰς τὰ συγγράμματα λέγεται τὸ ἀντίθετον· μόναι αἱ φιλοσοφικαὶ ἰδέαι ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ἐπὶ 10 ἔτη βλέπομεν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν λαῶν ὁσάκις δὲν ὑποστηρίζονται διὰ τῆς ἰσχύος εἶναι δικαιώματα κλασικὰ, εἶναι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναγραφῶσιν μόνον εἰς τὰ μουσεῖα. Εἴχομεν μέχρι 3 ἐτῶν ἓν σύστημα ἀπογραφῆς, ὅπερ μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματά του εἶχε καὶ πλεονέκτημα, ὅτι ἂν δὲν ἐμόρφωνε στρατὸν τῆς πατρίδος ὑπὸ τὴν ὑψηλοτέραν ἔννοιαν τοῦ ὀνόματος, εἶχε στρατὸν εἰδικὸν καὶ ἱκανὸν ν’ ἀνθέξῃ εἰς τοὺς κόπους καὶ τὰς κακουχίας. Ἀλλὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατηργήθη. Τὸ κατήργησεν ὅλος ὁ κόσμος· διότι ἡ τελειοποίησις τῶν ὅπλων ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τις νὰ ἦναι ἱκανὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ ἀριθμόν. Σήμερον αἱ δύω αὐταὶ ἀνάγκαι, τὸ πολὺ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ ἐκλεκτὸν, εἶναι δύω ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται μεταξύ των εἰς τὰς κοινωνίας, διότι αἱ κοινωνίαι δὲν δύνανται νὰ δεχθῶσιν ἐκ παραλλήλου τὰς ὑποχρεώσεις αὐτὰς, χωρὶς ἡ μία νὰ μὴ βλάψῃ τὴν ἑτέραν. Λειτουργεῖ ἀπὸ 3 ἐτῶν ὁ περὶ γενικῆς στρατολογίας νόμος, ὃν ἐδανείσθημεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία ὑπεχρεώθη νὰ τὸν παραλάβῃ ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἠλέγχετο ὁ ὀργανισμὸς ὁ γερμανικός. Ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἦτο μόνον εἰς τὸ χαρτὶ γεγραμμένος μὴ παρέχων ἰσχύν· τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ μεγάλη ἐκπαίδευσις τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ καθίστα τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ ἐπιβεβλημένον. Εἴχομεν τὸν Γαλλικὸν νόμον μὲ μείωσιν ἐπαισθητὴν ὑπὲρ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων· λειτουργεῖ ἀπὸ δύω ἐτῶν, ἀλλὰ δὲν ἐλειτούργησε κανονικῶς ἕνεκα τῆς ἐκτάκτου ἐπιστρατείας, ἡ ὁποία κατέστησε τὸν νόμον λίαν ἐπίμοχθον εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ πρὶν ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ καὶ πρὶν ἢ ἴδωμεν τὰ ἐλαττώματά του, ἐρχόμεθα ἀπρομελέτητοι καὶ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης πείρας, καὶ ἄνευ τῶν ἐλαχίστων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθησαν ἐκ τῆς πείρας, νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα αὐτό. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἄλλη Κυβέρνησις ἀπεπειράθη νὰ εἰσαγάγῃ καινοτομίαν, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Γαμβέττα· καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁμιλοῦμεν, τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς τροποποιήσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου τῆς στρατολογίας εἶναι ὑπὸ μεγάλην συζήτησιν. Γράφονται διαρκῶς ἄρθρα, τὰ μὲν ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ Γαμβέττα, τὰ δὲ κατὰ τοῦ συστήματος καὶ ὑπὲρ τοῦ ὑπάρχοντος νόμου· καὶ ἀφοῦ ἐκεῖ, ὅπου ἐγένετο ἄπειρος ἐργασία ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ καὶ σπουδαίου ζητήματος, δὲν κατώρθωσαν μέχρι τῆς στιγμῆς νὰ λάβουν μίαν λύσιν, καὶ ἀφοῦ ἐκεῖ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μορφώσωσι γνώμην ὁριστικὴν πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῆς ἡλικίας τῆς ὑποχρέου πρὸς στράτευσιν, διότι ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου στηρίζει καὶ ὁ Γαμβέττας τὴν μεταβολὴν τοῦ ὑπάρχοντος στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ὅταν ἄλλα πεφωτισμένα Κράτη ἔχοντα εἰδικότητας ἀπείρους, ὧν δυστυχῶς ἡμεῖς στερούμεθα, δὲν ἔφθασαν εἰς ἀποτέλεσμα, πῶς ἡμεῖς μετὰ τόσου θάῤῥους καὶ εὐκολίας τολμῶμεν νὰ καινοτομῶμεν ἐπὶ ζητημάτων, ἐφ’ ὧν μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ φειδοῦς πρέπει νὰ φέρωμεν εἰς τὴν ἐλαχίστην καινοτομίαν; Ὁ στρατολογικὸς νόμος μιᾶς Χώρας εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν σκέψεων καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τόπου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφαρμόζεται ὁ στρατολογικὸς νόμος· εἶναι ἐργασία, ἐφ’ ἧς δημιουργεῖται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον ἑνὸς Τόπου σχετικῶς πρὸς τὴν γειτονίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περικυκλοῦται, σχετικῶς πρὸς τὴν ἐνέργειαν, ἣν πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ. Ἡμεῖς, κύριοι, διατί θέλομεν μόνιμον στρατόν; Ἔχομεν πληθυσμὸν τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπασχολῶμεν ἀνθρώπους ἀέργους εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τοῦ πολεμικοῦ ἐπαγγέλματος; Ἔχομεν τὰ οἰκονομικά μας εἰς τόσον ἀνθηρὰν κατάστασιν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πολυτέλειαν; Ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, ἵνα τὸν ἐπιδείξωμεν εἰς τὰς τελετὰς καὶ παρελάσεις; Ὄχι· ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, ἵνα ἐνεργήσωμεν. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπὶ ποίου ἐδάφους θέλει ἐνεργήσει, καὶ ἀπέναντι τίνων θέλει ἀντιταχθῆ; Τὰ ζητήματα δὲν εἶναι πρωτοφανῆ, ὡς πιστεύει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Κοινοβούλιον, ἐν προσεχεῖ μέλλοντι θέλομεν προσκληθῆ νὰ λάβωμεν μέρος· τί δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀντιτάξῃ ἀπέναντι τῆς μεγάλης πληθύος Εὐρωπαϊκῶς κατηρτισμένης; Δύναται δι’ ἑνὸς νομοθετήματος ν’ αὐξήσῃ τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος; Ὄχι βεβαίως. Δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ παρατάξῃ στρατὸν ἰσάριθμον πρὸς ἐκεῖνον, πρὸς ὃν θέλομεν παλαίσει μίαν ἡμέραν; Ὄχι. Ποῖον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἔχομεν; Ἔχομεν καθῆκον τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἀριθμοῦ νὰ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῆς ἀλκίμου δυνάμεως τοῦ Τόπου· ὅταν καθυστερῶμεν κατὰ τὸν πληθυσμὸν, πρέπει ἐφ’ ὅσον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ τὰ ἀναπληρώσωμεν διὰ τῆς ποιότητος τοῦ στρατοῦ. Τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον καθιεροῖ διετῆ θητείαν διὰ τὰ τεχνικὰ σώματα καὶ μονοετῆ διὰ τὸ πεζικόν. Λυποῦμαι, ὅτι ἀνώτεραι ἰδέαι, αἱ ἐπικρατοῦσαι εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη, δὲν ἔφθασαν μέχρι τῆς τραπέζης τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ νὰ διδαχθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι αἱ μέχρι πρὸ ὀλίγου ὑπάρχουσαι προλήψεις κατέπεσαν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως, καὶ ὅτι ἡ μεγαλειτέρα προσοχὴ, ἥτις δίδεται σήμερον εἰς ὅλους τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς, εἶναι εἰς τὸ Σῶμα τοῦ πεζικοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν ἐνέργειαν παρακολουθοῦσιν ὑποχρεωτικῶς τὰ λοιπὰ Σώματα, τὰ λεγόμενα εἰδικά. Ἐκ τῆς ἰσχύος τοῦ ὅπλου τούτου ἐξαρτᾶται ἡ εὐδόκιμος ἐνέργεια ὅλων τῶν λοιπῶν βοηθητικῶν Σωμάτων. Καὶ ἐν τούτοις ἐρχόμεθα τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ συγκροτήσωμεν ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ καταστήσουν αὐτὸ μὲν ἀνίσχυρον, καὶ παρασκευάζον καὶ τὴν ἀδυναμίαν ὅλων τῶν Σωμάτων. Ὑπῆρχε καὶ ἐν Γαλλίᾳ μέχρι τινὸς ἡ ἐσφαλμένη ἰδέα, ὅτι εἰς τὸ πεζικὸν, ὡς πρὸς τοὺς ἄνδρας, δὲν πρέπει νὰ δίδηται προσοχή. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν, ἀναφέρων ἐπίσημα γεγονότα προερχόμενα ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῶν διαφόρων στατιστικῶν πληροφοριῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδείκνυον, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ προλήψεις κατέπεσαν, καὶ σήμερον οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν τῶν δαφόρων Κρατῶν φροντίζουν, ὥστε οἱ καλλίτεροι ἄνδρες, οἱ μᾶλλον εὐσταλεῖς νὰ στέλλωνται εἰς τὸ πεζικὸν, καὶ τὸ ὅπλον αὐτὸ, ὅπερ ἀποτελεῖ τὸν κύριον στρατὸν, τὰς κινήσεις τοῦ ὁποίου ὀφείλουν ὑποχρεωτικῶς νὰ παρακολουθοῦν τὰ ὅπλα. Καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ συγκροτήσῃ ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι καθιστᾶσι τὸ ὅπλον αὐτὸ ἐντελῶς ἄχρηστον καὶ ἀνίκανον. Ἡ μονοετὴς θητεία εἰς τὸ πεζικὸν οὐ μόνον εἶναι ἀνεπαρκὴς,—ἡ λέξις δὲν ἐκφράζει τὸ πρᾶγμα,—ἀλλ’ εἶναι ματαία, καὶ τότε ἤθελον ὡς λογικώτερον πᾶν ἄλλο σύστημα, καθὼς π. χ. τὸ σύστημα τοῦ γυμνάζειν τοὺς πολίτας εἰς τὸν οἶκόν των. Τουλάχιστον θὰ εἶχον τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δὲν ἀποσπῶ τοὺς ἄνδρας ἀπὸ τὰς οἰκίας των καὶ δὲν ἐπιβαρύνω τὸν δημόσιον θησαυρὸν μὲ 20 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Τὸ σύστημα τῆς μονοετοῦς θητείας εἶναι κἄτι τι πρωτοφανὲς, καὶ ὅτε τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γαλλίας, ὅπερ ἐκήρυξε τὴν ἀπογραφὴν τῶν 3 ἐτῶν, καὶ τὴν ὁποίαν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐξετέλεσε, τί εἶπεν εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ ἀρχηγὸς τοῦ μεγάλου κόμματος τῆς Γαλλίας; Εἶπεν, ὅτι τὰ 3 ἔτη εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς στρατοῦ. Καὶ ἐνῷ ἀναγράφουν ὅλοι οἱ στρατιωτικοὶ συγγραφεῖς, ὅλαι αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ τοῦ κόσμου, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 3 ἐτῶν εἶναι ἐλάχιστον, ἐρχόμεθα σήμερον μετὰ τόσης εὐκολίας καὶ καθιεροῦμεν μονοετῆ θητείαν εἰς τὸ πεζικόν! Καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ μάθητε, ὅτι στρατοὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, ὧν οἱ ἄνδρες φέρουν ἓν εἶδος στολῆς καὶ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας· στρατοὶ ἀληθεῖς εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ ὑποστῶσιν ὅλας τὰς κακουχίας μιᾶς ἐκστρατείας, οἵτινες δύνανται νὰ ἔχουν ἐμπιστοσύνην καὶ ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὸ ὅπλον, ὅπερ φέρουσι, καὶ οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ καὶ ἀξιωματικοί των εἶναι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἀνώτεροι καὶ πείθονται εἰς αὐτοὺς καὶ ὑπακούουσι τυφλῶς. Ὅλας αὐτὰς τὰς ἰδέας πῶς δύνασθε νὰ τὰς ἐμπνεύσητε; Πῶς δύνασθε νὰ ἀποκτήσητε στρατιώτην ἑνὸς ἔτους; Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐμελετήθη ἀρκούντως καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ μεταβάλῃ νόμον, ὁ ὁποῖος, δύναμαι νὰ εἴπω, μέχρι τοῦδε δὲν ἐλειτούργησε’ καὶ ἂς προσέξωμεν πολύ, κύριοι, διότι εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἅπαξ ψηφισθέντα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ ἀληθὲς ὅριον· καὶ ἀφοῦ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπιβαρύνετε τὴν κοινωνικὴν τάξιν μὲ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα τὴν ἐπιβαρύνετε μὲ τὰ τοῦ προϋπάρχοντος νόμου καὶ ἂν θέλετε μάλιστα ἐπὶ πλέον, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦτον εἶναι ἑξάμηνος ἡ ὑπηρεσία τῶν μὴ ὑποχρέων κληρωτῶν, κατὰ δὲ τὸν παρόντα εἶναι μονοετής.... (Θόρυβος). Κατὰ τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν 9 ἢ 10,000 κληρωτούς.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περισσοτέρους.
§36ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ὑπολογισμός σας δὲν εἶναι ἀκριβής.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§38ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἐσφαλμένα τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐξάγετε ἐκ τοῦ μέσου ὅρου τῶν ἡλικιῶν, διότι ὑποθέτετε, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι οἱ γεννώμενοι τὸ πρῶτον ἔτος, θὰ ἦναι καὶ ζῶντες ἐπὶ 20 ἔτη. Ἄλλως, λαμβάνεται ὁ μέσος ὅρος.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀναλογίαι καὶ ἐγένοντο ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὶ καὶ ἐξαιρέσεις.
§40ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ τὰ βάρη τὰ κοινωνικὰ δὲν ἐλαττοῦνται. Ἐὰν θέλετε αὐξάνουν, καὶ ἡ ἀπόδειξις τὸ μέχρι τοῦδε γινόμενον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅταν ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅταν ἀπὸ τοῦ 1870, ἀφ’ ὅτου ὁ νόμος λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ, μέχρι τοῦ 1882, τὸ μέγα παράπονον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας εἶναι πῶς νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα νὰ καταρτίσῃ ὑπαξιωματικούς, ἀφοῦ ἐχορήγησε προνόμια εἰς ὑπαξιωματικούς, ἀφοῦ ἀφυπηρετήσουν, νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἔρχωνται εἰς θέσεις, ἀφοῦ εἷς λόγος, δι’ ὃν καταργεῖται ἡ ἐθελουσία κατάταξις, ἥτις κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον, ἵνα λάβῃ χώραν ἀπαιτεῖται προεκπαίδευσις, καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι καίτοι ἡ Γαλλία, ἥτις εὐμοιρεῖ καὶ χρηματικῶς καὶ ἔχει ὅλα τὰ μέσα, δὲν κατώρθωσε νὰ καταρτίσῃ τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν, πῶς ἡμεῖς θὰ καταρτίσωμεν αὐτὴν τὴν τάξιν τῶν βαθμοφόρων, οἵτινες εἶναι τὰ νεῦρα τοῦ στρατοῦ; Ἐννοῶ, κύριοι, χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ χορηγήσῃ τὸ Κράτος οἱασδήποτε ἡ ἀνάγκη καλέσῃ, καὶ ἂς ἤθελον λίαν ἐλευθέρως παραδεχθῆ, ἵνα καταρτίσωμεν αὐτὸ τὸ σῶμα τῶν ὑπαξιωματικῶν· διότι βεβαίως ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ γίνωνται ἀξιωματικοὶ καὶ ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν, εἶναι πρόνοια, ἥτις ὤφειλε νὰ ληφθῇ· ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα ἀνάγκη, ἣν ἔχομεν, εἶναι ὄχι νὰ ἔχωμεν ὑπαξιωματικούς, ἵνα ἔλθουν εἰς κατάστασιν νὰ γείνωσιν ἀξιωματικοί, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ μεγαλειτέραν ἀνάγκην νὰ εὕρωμεν τὸ μέσον ὥστε νὰ ἔχωμεν αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικούς. Ὅταν λοιπὸν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως ἔχουσι, ὅταν δὲν ἠδυνήθη ὁ νόμος νὰ λειτουργήσῃ, ὅταν ὁ νόμος αὐτὸς, ὅστις ἐλειτούργησεν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ 10 ἔτη, δὲν ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ τοὺς ἀναγκαίους καὶ χρησίμους ὑπαξιωματικούς, καὶ καταγίνονται νὰ εὕρουν τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ δυνηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς νὰ λειτουργήσῃ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου, εἶναι ὀρθὸν ἡμεῖς ἄνευ μελέτης, καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας, εὐκόλως νὰ προβαίνωμεν εἰς μεταβολὰς καὶ καινοτομίας; Ἡ μονοετὴς θητεία, κύριοι, ἣν ἤθελον ἀποδεχθῆ διὰ τῆς ἀπογραφῆς ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων, τὴν καταδικάζω ὅμως ὡς θητείαν· τὴν μονοετῆ θητείαν διὰ τὸ πεζικόν, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω, διότι φρονῶ, ὅτι ἀντίκειται πρὸς τὰς ἀνάγκας ἰδίως τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων. Δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ βιβλία νὰ σᾶς ἀποδείξω τί λέγουν οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ περὶ τοῦ πεζικοῦ καὶ τῆς θητείας αὐτοῦ· τί λέγει ὁ μέγας διδάσκαλος τοῦ στρατοῦ ὁ Μόλτκε, καὶ ἅπαντες οἱ ἐπιστήμονες τῆς στρατιωτικῆς, τέχνης. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ ἐπιδιώκωμεν διὰ παντὸς μέσου τὴν ὀλιγωτέραν θυσίαν ἐκ μέρους τοῦ ἀτόμου, διότι λίαν ὀρθῶς ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν θεραπεύεται τὴν ἀτομικὴν ἀνάγκην, διότι αὐτὸ θὰ ὑποστῇ μίαν στιγμὴν ὅλας τὰς συνεπείας καὶ τὰ βάρη τοῦ κακοῦ ὀργανισμοῦ. Νομίζω λοιπὸν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο· ὁπωσδήποτε ὅμως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν θητείαν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἵνα ἀποφασίσωμεν περὶ αὐτοῦ, κατόπιν μελέτης καὶ πείρας. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργός, ὅστις ἤδη εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦναι εἰς τὸ μέλον πάλιν κυβερνήτης, καὶ τότε πρῶτος αὐτὸς θὰ αἰσθανθῇ τὰ ἀτοπήματα, καὶ τὰς δυσαρέστους συνεπείας τῆς μονοετοῦς θητείας, καὶ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἂς ἀκολουθήσωμεν τὸ δίδαγμα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν: Μὴ σπεύδετε, ἀφήσατε νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, καὶ ἂν παρουσιασθῇ καμμία ἔλλειψις, ἠμποροῦμεν, κύριοι, ἐν καιρῷ, κατόπιν μελέτης καὶ πείρας νὰ τὴν διορθώσωμεν. Ἄλλως τε διατί δὲν διδασκόμεθα ἀπὸ τὸ ἔθνος, εἰς ὃ λειτουργεῖ ἐπὶ δεκκετίαν; Ἐν ᾧ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν οἱ μεγαλείτεροι ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς, ἐζήτησαν τὴν τροποποίησιν, καὶ ἐγένετο μεγάλη συζήτησις· θὰ ἴδετε μίαν μεγάλην ἔκθεσιν, ἐξ ἧς ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ Γαμβέττας, εἶναι καταστρεπτικόν. Ἐκεῖ ὅσα γράφονται εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν γράφονται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε· εἶναι ἔργα ἐπιστήμης καὶ πείρας μεγάλης. Λοιπὸν ὅταν τὰ πράγματα ἔχωσιν ὅπως ἔχουν, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τῆς θητείας εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ ὑπάρχον στρατιωτικὸν σύστημα ἐλειτούργει, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε πρὸ ὀλίγου πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐδίδετο ἀφορμή, ἵνα ἀκουσθῶσιν ἐνταῦθα, διότι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων εἶναι ἀγαθή, δὲν θὰ ἠθέλομεν νὰ μὴ διατηρήσωμεν τὰ καλῶς κείμενα, καίτοι ἠδυνάμεθα νὰ θεωρῶμεν, ὅτι εἶναι ταῦτα ἐπιδεικτικὰ βελτιώσεως. Ἡ στιγμὴ πρὸς τὰς βελτιώσεις δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ ἡ ἐγγίζουσα πρὸς τὴν ἐνέργειαν, ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας δὲν ἀπέχει πολύ· φρονοῦμεν, ὅτι πρὸς τὴν στιγμὴν ταύτην τῆς ἐνεργείας ἀποβλέποντες, ὀφείλομεν νὰ ἐργαζώμεθα εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ τὸ καθεστώς, ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἐλειτούργει· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχει στρατιωτικὸν καθεστώς; Τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ὁ κείμενος νόμος λειτουργεῖ; Ὅστις ἐξετάσει τοὺς πίνακας, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ἐπὶ τῆς τραπέζης τῆς Βουλῆς προὐκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, τί βλέπει; Ὅτι ἔχομεν νόμους ὑποβάλλοντας τὸν λαὸν εἰς ὑποχρεώσεις, καὶ ὅτι καὶ τῶν ἐπιβεβλημένων ὑποχρεώσεων δὲν ἐγένετο ἐκτέλεσις, οὐδὲ κατὰ πολλοστημόριον. Ἐξετάσατε τὰς ἀπογραφὰς τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, καὶ ἐπὶ περίοδον μακρὰν, θὰ εὕρητε πάντας καθυστερούσας. Τί ταῦτα ἀποδεικνύουσιν; Ἀποδεικνύουσιν, ὅτι λειτουργεῖ ὁ νόμος; Καὶ ἐὰν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν λειτουργεῖ, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν διὰ τί δὲν λειτουργεῖ; Ἐὰν τὰ αἴτια τῆς μὴ λειτουργίας τῶν νόμων ἔγκεινται ἀλλαχοῦ ἢ ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ἐννοῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν αὐτόν· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ βαρεῖαι ὑποχρεώσεις, αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸν λαὸν, εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων αἰτίων, τὸ ἄνισον, λέγω, τῶν ὑποχρεώσεων καὶ τὸ ἐν γένει βαρύ. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν θεσμὸν λειτουργοῦντα, ὀφείλομεν καὶ τὰ δύω ταῦτα νὰ θελήσωμεν νὰ ἐκλείψωσι, καὶ τὸ ἄνισον τῶν ὑποχρεώσεων νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ βαρὺ αὐτῶν νὰ ἐλαττώσωμεν. Καταργοῦντες τὸ ἄνισον καὶ ἐλαττοῦντες τὸ βαρὺ, φθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα ἀνεπαρκῆ; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Σήμερον οὐδὲν ἔχομεν νὰ ζημιωθῶμεν, διότι οὐδεὶς θέλει ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἔχομεν σήμερον ὀργανισμόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀποκτήσωμεν, ἀποκτᾶται ἐπαρκῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις προτείνει εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν; Διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐνταῦθα δὲν θέλω ἐξετάσει τί ζητοῦμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ τί ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις πολεμεῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅταν ἐξετάσωμεν τί ἡ ἀντιπολίτευσις ζητεῖ, θὰ ἴδωμεν, ἐὰν διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐκείνη προτείνει, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ὅ,τι παρ’ αὐτῆς θεωρεῖται ἀναγκαῖον, ἢ διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προτείνομεν. Τί δὲ ζητεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, τὸ γνωρίζομεν οὐχὶ ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἤδη ἀκούομεν, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὡς Κυβέρνησις. Ὅτε ἡμεῖς εἴχομεν ἀπομακρυνθῆ τῆς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων, παρουσιάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ἡ νῦν ἀντιπολίτευσις, καὶ εἶπεν, ὅτι οἱ προκάτοχοι αὐτῶν ὑπουργοὶ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ ἔθνους 60,000 ἀνδρῶν, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη τοῦ στρατοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ ὅτι ἄνευ 80 ἢ 90 ἢ καὶ 100 χιλιάδων ἀνδρῶν, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐπαρκής. Ἡμεῖς τότε ἀντιτασσόμενοι πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης καὶ τότε προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν δύναται, πρὸ τῆς ἐνάρξεως πολέμου, νὰ ὑποστῇ μεγαλειτέραν ἐπιβάρυνσιν, καὶ ὁ τότε πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὅτι ἄλλως δὲν ἀναδέχεται τὴν εὐθύνην νὰ Κυβερνήσῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ μὴ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἔθνους, ὅπως προσφέρῃ ἐν ἐπιστρατεύσει, ἄνδρας 80 ἕως 100 χιλιάδας. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς ἐνεργείας, ἀνεγνώριζεν ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην 80 ἕως 100 χιλιάδων ἀνδρῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν τοῦτο δύναται νὰ τὸ ἀποκτήσῃ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ πᾶσαν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσφέρῃ πρὸς τὴν ἐνέργειαν. Δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν ἡ δύναμις αὕτη δύναται νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν 80 ἢ 100 χιλιάδων ἀνδρῶν· ἀλλ’ ἠξεύρομεν, ὅτι τὸ μόνον ὅριον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ἦναι οἱ ἀριθμοὶ τῶν δυναμένων νὰ φέρωσιν ὅπλα καὶ νὰ παρασκευασθῶσιν εἰς στράτευσιν. Πῶς πραγματοποιοῦμεν τοῦτο ἡμεῖς; Προτείνομεν ἵνα κανονισθῇ νομοθετικῶς, ὅτι πᾶς ὁ συμπληρῶν τὴν ἡλικίαν τοῦ 21 ἔτους, πᾶς ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἀνδρικὴν ἡλικίαν, δέον νὰ ἀσκῆται ἐν τῷ στρατῷ καὶ εἶτα νὰ κατατάσσηται ἐν τῇ πολεμικῇ ἐφεδρείᾳ. Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον· ἐὰν φέρῃ τὴν δύναμιν εἰς 60 ἢ 80 ἢ 100 χιλιάδας, τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζομεν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐξῆρε σήμερον τὰ συστήματα τὰ ὑφιστάμενα ἐν ταῖς περὶ ἡμᾶς μικραῖς ἐπικρατείαις Ῥυμουνίᾳ, Σερβίᾳ, Μαυροβουνίῳ, Βουλγαρίᾳ. Τὰ συστήματα ἐκεῖνα στηρίζονται ἐπὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς τῆς παρασκευαζούσης ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ πάντας τοὺς δυναμένους νὰ φέρωσιν ὅπλα; Ὄχι βεβαίως. Ἐν Σερβίᾳ ἡ ἐτησία ἀπογραφὴ εἶναι 1500 ἕως 1700 ἀνδρῶν, ὁ δὲ πληθυσμὸς αὐτῆς εἶναι ὁ αὐτὸς πρὸς τὸν ἡμέτερον, ἄνευ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, οἱ δὲ ἀπογραφόμενοι ἀπογράφονται ἐπὶ δύω ἐτῶν ὑπηρεσίᾳ· ἐννοεῖτε ἐκ τούτου ποῖος εἶναι ὁ στρατός, κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας καὶ πρὸς τὸν ἡμέτερον στρατόν. Πάντες οἱ μὴ ἀπογραφόμενοι διὰ τὸν μόνιμον στρατὸν κατατάσσονται εἰς τὴν ἐφεδρείαν, εἰσέρχονται δὲ ἐτησίως εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἀγύμναστοι καὶ ὑποχρεούμενοι μόνον εἰς ἐτησίαν ἄσκησιν 25 ἡμερῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ὡς τὸ καλλίτερον, ὡς δυνάμενον ἀσυγκρίτως βέλτιον τοῦ ἡμετέρου συστήματος νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔθνος, ὅπως ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ. Ἐν Ῥουμουνίᾳ ἐπίσης δὲν ὑπηρετοῦσι πάντες οἱ τῆς ἐτησίας ἡλικίας ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ. Διὰ κλήρου ἀποφασίζεται τίνες θὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ καὶ τίνες θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ἐν Μαυροβουνίῳ δὲν ὑφίσταται μόνιμος στρατός· πάντες ἀποτελοῦσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐφεδρείαν, καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ ἔχουσι στρατὸν μόνιμον 16500 ἀνδρῶν, ἐπὶ πληθυσμοῦ ὅσος καὶ ὁ ἡμέτερος· ἐκ τούτου δὲ δύνασθε νὰ ἐννοήτητε, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ θητεία εἶναι ὀνόματι τετραετὴς καὶ πράγματι διετής, ὅτι δὲν ὑπηρετοῦσιν ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ ὑπηρετῶσιν. Ἐν Ῥουμουνίᾳ ἡ διαφορὰ εἶναι μεγαλειτέρα· ὁ στρατὸς ὁ μόνιμος ἐν Ῥουμουνίᾳ σύγκειται ἐξ 20,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πληθυσμοῦ 5,400,000, παρ’ ἡμῖν σύγκειται ἐξ 29,000 ἀνδρῶν ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,000,000. Βλέπετε ἐκ τούτου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ θητεία εἶναι τριετὴς ἐν τῷ πεζικῷ καὶ τετραετὴς ἐν τῷ ἱππικῷ, ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, ὁ ὁποῖος μένει ἀγύμναστος ἐν Ῥουμουνίᾳ, ἀποστελλόμενος εὐθὺς εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἄνευ ἀσκήσεως οὐδ’ ἐνιαυσίου. Ἐὰν θελήσωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ περιορίσωμεν οὕτω τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποχρέων εἰς στράτευσιν, δυνάμεθα τὴν ὑποχρέωσιν καὶ διετῆ καὶ τριετῆ καὶ τετραετῆ νὰ κανονίσωμεν, ἀναλόγως τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποχρέων, καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διαφορὰ τῶν δύω συστημάτων, ὁποία παρίσταται ἐν ἅπασι τοῖς ἔθνεσι. Ἁπανταχοῦ παρέστη τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα· θέλετε ἀριθμοὺς ἢ θέλετε ποιότητα; Εἶναι ἀδύνατον οἱ δύω οὗτοι ὅροι νὰ συνδυασθῶσιν ἀκέραιοι καὶ εἶναι μάταιον ἐνταῦθα νὰ συζητῶμεν, ὡσανεὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν ἐσφαλμένην ἀρχὴν καὶ οἱ ἄλλοι τὴν ὀρθὴν ἀρχήν. Βεβαίως ἡ ποιότης δὲν ἀποκτᾶται ἐν μικρῷ χρονικῷ διαστήματι ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἂν θέλετε μακρὰν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἔχητε ἐξαίρετον ποιότητα, θέλετε ἔχει μικροὺς ἀριθμοὺς, καὶ δυνατὸν ἔθνη ὡς ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία, καὶ μὲ μικροὺς ἀριθμοὺς νὰ φθάνωσιν εἰς ἀποτελέσματα, διότι οἱ μικροὶ ἀριθμοὶ τῶν ἐθνῶν ἐκείνων εἶναι μέγιστοι ἀριθμοὶ, παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μικρῶν ἐθνῶν· ἀλλ’ ἂν τὰ μικρὰ ἔθνη θελήσωσι νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ μικρῶν ἀριθμῶν, φθάνουσιν εἰς ἀποτελέσματα μικροσκοπικὰ, εἰς στρατοὺς παρατάξεων κατὰ τὰς τελετὰς, δὲν ἀποκτῶσι στρατοὺς ἐνεργείας.
§43ΦΩΝΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§44Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ μὴ ἦναι ἀληθῆ, διότι εἶναι ἀδύνατον ἐκγυμνάζοντες πᾶσαν τὴν ἡλικίαν τὴν στρατεύσιμον, οὐχὶ ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλὰ ἐπὶ τρία ἔτη, νὰ ἔχητε στρατὸν μόνιμον μόνον 30 χιλιάδων· πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται δύναμις μόνιμος 50 καὶ 60,000. Ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ ἐν εἰρήνῃ στρατὸν ἑξήκοντα χιλιάδων, εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως· ἡ Ἑλλὰς οὐδὲ 29,000 στρατὸν δύναται νὰ βαστάσῃ. Καὶ διατί τὸν προτείνομεν, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸν βαστάσῃ; Διότι ὅ,τι προτείνομεν, τὸ προτείνομεν προσωρινῶς, τὸ προτείνομεν, διότι, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας ἐγγίζει, καὶ νομοθετοῦντες πρὸς τοιαύτην ἐνέργειαν δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὴν διαρκῆ δύναμιν τοῦ Τόπου· φρονοῦμεν, ὅτι ὁ Τόπος εἶναι εἰς κατάστασιν στιγμιαίως καὶ ἐπὶ βραχεῖ νὰ ὑποστῇ ἀνώτερον βάρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ εἰς μεγαλείτερον βάρος ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ὅταν λοιπὸν ὑμεῖς λέγετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι νὰ ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν ποιότητα, τουτέστι νὰ ἐπιβάλωμεν βάρος διπλάσιον καὶ τριπλάσιον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, λέγετέ τι τὸ ὁποῖον προσκρούει εἰς τοὺς κανόνας τῶν ἀριθμῶν, εἰς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Τὰ πράγματα αὐτὰ σᾶς ἀπαντῶσι, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ· σᾶς ἀπαντῶσιν αὐτὰ τὰ γινόμενα ἐν ἅπασι τοῖς ἄλλοις Κράτεσι. Καὶ ἐκεῖ παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἀλλοῦ μὲν ἐλύθη νομοθετικῶς, ἀλλοῦ δὲ λύεται ἤδη. Ἐλύθη παρ’ ἅπασι τοῖς μικροῖς Κράτεσιν· ἅπαντα τὰ μικρὰ Κράτη ἀνεγνώρισαν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσωσι τὸν ἀριθμὸν τῆς ποιότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅτι καὶ ἡ Σουηδία καὶ ἡ Ὁλλανδία καὶ ἡ Δανία καὶ ἡ Ἑλβετία, τὰ μικρὰ ταῦτα Κράτη τῆς Εὐρώπης, λύσαντα τὸ ζήτημα ὑπὲρ τοῦ ἀριθμοῦ, ἀπεδέχθησαν θητείαν ἐλάσσονα τῆς θητείας τῆς παρ’ ἡμῶν προτεινομένης. Ὑπάρχουσιν ἄλλα Κράτη, ἐν οἷς τὸ ζήτημα εἰσέτι δὲν ἐλύθη· ἐν Γαλλίᾳ, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, σήμερον τοῦτο κυρίως συζητεῖται, καὶ δὲν εὗρον ἔτι τὴν λύσιν του· οἱ περὶ τὸν κ. Γαμβέταν ὑποστηρίζουσι τὴν βραχεῖαν θητείαν, οἱ ἐναντίοι τοῦ Γαμβέτα ὑποστηρίζουσι τὴν μακρὰν θητείαν, καὶ τὰ νομοσχέδια τὰ προταθέντα εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθησαν ὁριστικῶς, οὐδὲ ἀπεῤῥίφθησαν ὁριστικῶς. Διατί τὸ ζήτημα τοῦτο ὑφίσταται ἐν Γαλλίᾳ; Ἆρα ὁ κ. Γαμβέτας δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ στρατὸς ὁ ἐπὶ θητείᾳ πενταετεῖ εἶναι εὐσταθέστερος τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐπὶ θητείᾳ τριετεῖ; Βεβαίως ἐννοεῖ τοῦτο, ἀλλ’ ὡς λέγει ὁ ἴδιος ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸς νὰ δεχθῇ νὰ ὑπάρχῃ τμῆμα οἱονδήποτε τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦναι ἐκγεγυμνασμένον, καὶ κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς πενταετοῦς θητείας, ὑπάρχει μέγα τμῆμα τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκγυμνάζεται, καίτοι ὁ κείμενος νόμος ἐν Γαλλίᾳ ἀναγνωρίζει καὶ τὴν μονοετῆ θητείαν, καὶ ἀναγνωρίζει μονοετῆ θητείαν δι’ ἐκείνους, οἵτινες, κατὰ τὴν κλήρωσιν, δὲν κατατάσσονται ἐν τοῖς ἐπὶ πενταετεῖ θητείᾳ ἀπογραφομένοις. Ἐπίσης καὶ αὐτὸς ὁ κ. Γαμβέτας, θελήσας νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς γενικῆς τριετοῦς θητείας, εὑρέθη ἀπέναντι τοιούτων δυσχερειῶν ἀριθμητικῶν, ὥστε ἠναγκάσθη ὡς πρὸς ἀριθμοὺς μικροτέρους, ὡς πρὸς 70 χιλιάδας ἀνδρῶν ἐτησίως, νὰ παραδεχθῇ τὴν ἐνιαύσιον θητείαν καὶ τὴν διετῆ θητείαν, διότι ἐπιβάλλεται ἀναποδράστως ἡ βραχεῖα θητεία, ἡ ἐνιαύσιος θητεία, εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἔχωσι τὴν γενικὴν στρατολογίαν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἴτε τὸ θέσετε οὕτω, εἴτε μὴ, κεῖται ἐν τῇ ἐπιλογῇ μεταξὺ γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως καὶ μακρᾶς θητείας· τοῦτο δὲ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λύσωμεν. Ἄν θέλετε μακρὰν θητείαν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ὑποχρεωτικὴν στράτευσιν γενικήν· ἐὰν ἔχετε γενικὴν στράτευσιν ὑποχρεωτικὴν, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε μακρὰν θητείαν, καὶ τοῦτο διὰ δύω λόγους, καὶ διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν τὸ ἐπιτρέπει, καὶ διότι αἱ προσωπικαὶ δυνάμεις τοῦ Κράτους δὲν τὸ ἐπιτρέπουσιν. Ἐγὼ ὑποθέτω, κύριοι, πρὸς στιγμήν, ὅτι εὑρίσκεται σήμερον δισεκατομμυριοῦχός τις, ὅστις προσφέρεται νὰ πληρώνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα στρατὸν ἐκ γενικῆς ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως καὶ ἐπὶ θητείᾳ μακρᾷ πενταετεῖ, ἂν ταύτην πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν ὡς τὴν κανονικήν· ὑποθέτω ὅτι τὸ ζήτημα τὸ χρηματικὸν δὲν παρουσιάζεται διόλου, ὡς ἐκ τοιαύτης τινὸς περιστάσεως· ἆρα θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν στρατιωτικήν; βεβαίως ὄχι, διὰ τὸ ζήτημα τὸ προσωπικόν. Εὐθὺς ὡς ὁμιλοῦμεν περὶ ὑποχρεωτικῆς θητείας, ὁμιλοῦμεν περὶ φορολογίας. Τὸ ζήτημα τῆς χρηματικῆς συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνταποκρίνονται οἱ χρηματικοὶ φόροι, εἶναι τὸ δευτερεῦον ζήτημα ἐν τούτῳ τῷ θέματι· τὸ πρωτεῦον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς προσωπικῆς θυσίας, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐπαχθέστερος φόρος τοῦ φόρου τῆς προσωπικῆς ὑποχρεώσεως. Καὶ ἂν ἔτι τὸ ἔθνος ἐξ ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἀπεδέχετο νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν τοιαύτην φορολογίαν, πάλιν ἤθελον εἴπει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἐπιψηφίσῃ, διότι ἐπὶ ὀλίγα ἔτη ἂν ἐξακολουθήσῃ τοιαύτη κατάστασις, θέλει ἐπὶ τοσοῦτον ἐξασθενήσει τὸ ἔθνος, ὥστε ἔχον στρατὸν μέγαν, δὲν θὰ εἶχε τὴν δύναμιν ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸν στρατόν. Ἄν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα πρακτικὸν, πρέπει νὰ διαῤῥυθμίσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις τοῦ Κράτους, πρὸς τὰς δυνάμεις τὰς χρηματικὰς, πρὸς τὰς δυνάμεις τὰς προσωπικὰς, πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν γεωργικὴν τῆς χώρας καὶ τὴν βιομηχανικήν· μόνον ἐὰν ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν δύναμις ἦναι ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς τοὺς πόρους καὶ τὰς προσωπικὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, δύναται νὰ λειτουργήσῃ καὶ αὕτη· ἄλλως, θέλομεν φθάνει εἰς ἀναλογίαν μεγάλην στρατοῦ ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἀλλὰ στρατὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, διότι μόνος στρατὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων· ὅταν δὲ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις καταστρέφετε, διὰ νὰ πλάσητε τὸν στρατὸν, πρὸ πάντων τὸν στρατὸν καταστρέφετε. Καὶ ὡμίλησα μέχρι τοῦδε περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡσανεὶ ἀληθῶς ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς ποιότητος τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἐὰν ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τί ἐν τοῖς πράγμασι προτείνει, τί ἄλλοτε ἐπρότεινε, τί διὰ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς ἐπεψηφίσθη, τί ἐφήρμοσεν, ἆρα θὰ εὕρωμεν, ὅτι ἐγκαταλιποῦσα τὸ ζήτημα τῶν ἀριθμῶν, ἀπέκτησε τὴν ποιότητα; Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑπάρχει νενομοθετημένον παρ’ ἡμῖν; Τὸ σύστημα τὸ νενομοθετημένον παρ’ ἡμῖν πόσους φέρει ὑποχρέους εἰς στράτευσιν ἐπὶ θητείᾳ ἐνιαυσίως; Τὸ παρελθὸν δεικνύει, ὅτι οὐδέποτε προσεκλήθησαν ἐτησίως δι’ ὑποχρέωσιν θητείας πλείονες τῶν 2,800· οὗτος ὑπῆρξεν ὁ ἀνώτατος ἀριθμὸς, διότι δὲν ἀναφέρω τὸν ἀριθμὸν τῶν 6,000 τῶν διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἡ πρόσκλησις ἐκείνη ἦτο πρόσκλησις ἐπιστρατεύσεως, ἀλλ’ ἐν καιρῷ εἰρήνης, ἐν καιροῖς κανονικοῖς, ἐν καιροῖς, καθ’ οὓς δὲν ἐπικρατεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, ὁ ἀνώτατος ὅρος τῶν ἐτησίως καλουμένων εἶναι 2,800· ἂν ἄρα ἔχωμεν τριετῆ θητείαν καὶ διὰ τοὺς 2,800, ὅπερ δὲν εἴχομεν, διότι ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς τῶν 2,800 καλεῖται ἐπὶ διετεί ὑποχρεώσει ἐν τῷ πεζικῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τριετεῖ ὑποχρεώσει ἂν ὑποθέσετε αὐτοὺς καλουμένους, αὐτοὺς μόνους ἔχετε οὕτω καλουμένους, οἱ δὲ ἄλλοι πῶς καλοῦνται; οἱ ἄλλοι καλοῦνται ἐπὶ ἑξαμήνῳ ὑπηρεσίᾳ, οἱ δὲ ἄλλοι οὗτοι πόσοι εἶναι; Ἐὰν 2,800 καλῶμεν εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν στράτευσιν, μέχρι τῶν 15 ἢ 16 χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἢ μέχρι τῶν 12 ἢ 13 χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται ἐκ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου, ποῖος ἀριθμὸς μένει;
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα χιλιάδες.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δέκα χιλιάδες, λέγει ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, 10 ἢ 12,000 συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Δώδεκα χιλ. λοιπὸν ἔχομεν ἐπὶ ἑξαμήνῳ θητείᾳ καὶ 2,800 ἐπὶ θητείᾳ τριετεῖ, καὶ ὀνομάζετε τὸν στρατὸν, στρατὸν τριετοῦς θητείας; Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ καλούμενοι ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ, πράγματι ἐπὶ τίνι ὑποχρεώσει καλοῦνται; Ὑπέθεσα ἐν τῇ ἀριθμήσει ταύτῃ, ὅτι καλοῦνται ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια ποία εἶναι; ὅτι οἱ πλεῖστοι τούτων καλοῦνται ἐπὶ διετεί θητείᾳ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπὶ διετεί καὶ οἱ ἐπὶ τριετεῖ θητείᾳ καλούμενοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, δὲν ὑπηρετοῦσι δύω ἢ τρία ἔτη, διότι κατὰ τὸν κείμενον νόμον, πᾶς ὁ χρόνος, ὃν διανύουσιν ἐν ἀδείᾳ, ἐν ἀσθενίαις, ἐν φυλακίσει, πᾶς ὁ χρόνος οὗτος ὑπολογίζεται ἐν τῷ χρόνῳ τῆς ὑπηρεσίας· κατὰ μέσον δὲ ὅρον δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ ⅓ ἡ ὑπηρεσία ὡς ἐκ τούτου συντέμνεται. Ἂν λοιπὸν λάβωμεν τὴν δύναμιν τοῦ πεζικοῦ, τὴν ὁποίαν δικαίως ἐθεώρησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὡς τὴν πρωτεύουσαν, τί ἔχομεν; ἐν τῷ πεζικῷ ἔχομεν ἐλαχίστην δύναμιν, ὀνόματι διετῆ, πράγματι δὲ ὑπηρετοῦσαν 14 ἢ 15 μῆνας, τὸ πλεῖστον δὲ τῆς δυνάμεως ἐξ ἀνδρῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ 6 μῆνας. Ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ πεζικῷ θὰ ἦναι 12,000— καὶ λαμβάνω τὸν ἀριθμὸν τοῦτον οὐχὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ὡς ἐν παραδείγματι—αἱ 11,000 περίπου ἐξ αὐτῶν θὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ ἑξάμηνον, οἱ δὲ χίλιοι θὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ 14 μῆνας· τοῦτο δὲ τὸ σύστημα θεωροῦσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς σύστημα μακροτέρας θητείας ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς προτείνομεν, καὶ συζητοῦσι πρὸς ἡμᾶς, ὡσανεὶ ἦταν οἱ ὑπέρμαχοι τοῦ θεωρητικοῦ θέματος τῆς προτιμήσεως τῆς καλλιτέρας ποιότητος μᾶλλον ἢ τοῦ μεγαλειτέρου ἀριθμοῦ. Ἡμεῖς πράγματι προτείνομεν τὸν μεγαλείτερον ἀριθμὸν, ἀναγνωρίζοντες, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ποιούμεθα θυσίας ὡς πρὸς τὴν ποιότητα, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις θυσιάζει πρὸς τοῖς ἀριθμοῖς καὶ τὴν ποιότητα. Ἡμεῖς προτείνομεν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ πεζικῷ ὁμοιόμορφον πρὸς πάντας ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην τοῦ ἑνὸς ἔτους τὴν ἐννοοῦμεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀφαιρέσεως, λόγῳ ἀδειῶν, λόγῳ ἀσθενειῶν ἢ ἄλλων ἀπουσιῶν, ἔχομεν ἄρα ὑπηρεσίαν, ἥτις εἶναι σχεδὸν ἡ αὐτὴ μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν τὸ κείμενον σύστημα, τὸ σύστημα τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, παραδέχεται διὰ τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἔχομεν τοῦτο ὡς πρὸς πάντα τὸν στρατὸν, ὡς πρὸς πάντας τοὺς ὑποχρέους, εἰσάγοντες οὕτω τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ἀφαιροῦντες οὕτω τὰ αἴτια τῶν παραπόνων καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἐλαττοῦντες τὸ βάρος· διότι καίτοι ἡ ὑπηρεσία ἡ διετὴς πράγματι διὰ τῶν ἀδειῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀπουσιῶν καθίσταται πολὺ μικροτέρα τῆς διετοῦς, ἡ ἐπιβάρυνσις ὅμως εἶναι διετὴς, διότι ὁ ἀποχωρῶν ἐκ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, ὁ κληρωθεὶς δι’ ὑπηρεσίαν διετῆ, ἐπιβαρύνει τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ διὰ τῆς ζημίας διετοῦς ἀπουσίας, καίτοι κατορθόνει νὰ λαμβάνῃ ἐν τῷ μεταξὺ ἀδείας καὶ ὑπολογίζει ἐν τῇ διετίᾳ χρόνον, ὅστις δὲν εἶναι συντελεστικὸς εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ. Ὁ χρόνος ἐκεῖνος δὲν εἶναι ὠφέλιμος οὔτε εἰς τὸν στρατὸν οὔτε εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνομεν, παρουσιάζει μὲν χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ φαινόμενον μικρότερον, ἀλλὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα εἶναι ἀληθὲς, εἶναι πλῆρες, ἐπιβαρύνει δὲ τὸν λαὸν μὲ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι τὸν ἐπιβαρύνει, ὠφελεῖ δὲ τὸν στρατὸν μὲ πάντα τὸν χρόνον ὑπηρεσίας, τὸν ὁποῖον φαίνεται, ὅτι φέρει εἰς αὐτόν. Ὥστε ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς ἀνισότητος ὁ λαὸς προθυμότερον θέλει ἀποδεχθῆ τὰ βάρη τὰ ἐκ τοῦ συστήματος τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως, καὶ εἴδομεν, ὅτι ἐν Ἑλλάδι πολὺ περισσότερον, παρὰ τὸ βάρος αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, αἰσθάνεται ὁ λαὸς τὴν ἀνισότητα. Τὰ βάρη τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐν ὅσῳ ἡ ἐπιστράτευσις ἐφηρμόζετο ἐξ ἴσου πρὸς πάντας, ἔφερεν ὁ λαὸς ἀγογγύστως, ἤρχισε δὲ νὰ γογγύζῃ εὐθὺς ὡς ὑπωπτεύθη, ὅτι ἤρχισαν νὰ γίνωνται διακρίσεις· καὶ ἂν τὰς διακρίσεις ταύτας βλέπῃ ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ νόμῳ, διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νόμου καὶ ὁ νόμος δὲν λειτουργεῖ· σήμερον αἱ φωναὶ τῆς διαμαρτυρήσεως τοῦ ἔθνους κατὰ τοῦ νόμου ἐπήνεγκον τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου κατὰ πολὺ ἀργοῦσιν. Ἀλλὰ προσέτι ἐπαυξάνομεν τὰς ἀληθεῖς δυνάμεις τοῦ Τόπου πρὸς ἐνέργειαν, διότι πᾶσα ἐνεργὸς δύναμις τοῦ Ἔθνους θὰ εὑρίσκηται, κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο, ἐπίσης παρεσκευασμένη πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ. Βεβαίως, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πάντας ὁμοίως παρεσκευασμένους δ’ ὑπηρεσίας ἀνωτέρας τοῦ ἔτους, ὁ στρατὸς θὰ ἦτο κατὰ τοσοῦτον ἰσχυρότερος, ἀλλὰ διότι ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος θὰ ἀσκηθῇ ὁ στρατιώτης, ἆρα δὲν ἐπαρκεῖ πρὸς τὸν σκοπὸν πρὸς τὸν ὁποῖον ἠσκήθη; Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ. Μάτην ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ πρὸ ὀλίγου, ὅτι πάντες οἱ εἰς ταῦτα καταγινόμενοι ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἡ ἐνιαύσιος θητεία δὲν παρασκευάζει στρατόν· τοὐναντίον, ἡ ἀνωτάτη αὐθεντεία ἐπὶ τούτου, ὁ στρατηγὸς Λεβὰλ, ἰσχυρίζεται, ὅτι ἓν ἔτος ἀρκεῖ, ἀλλὰ πρέπει, ἵνα ἀρκέσῃ, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους νὰ μὴ καταγίνηται ὁ στρατιώτης εἰς ἄλλο παρὰ εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεώς του. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ζήτημα περιέμενον νὰ ἀναπτυχθῇ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Οἰτύλου, περιέμενον νὰ ἴδω αὐτὸν ἀξιοῦντα, ὅπως διὰ καταλλήλου κανονισμοῦ, ὄχι μόνον τῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν πολιτικῶν, δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν πάσης ξένης εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ ὑπηρεσίας· καὶ ἂν τοῦτο κατωρθοῦτο, τὸ ζήτημα τῆς θητείας θὰ ἦτο δευτερεῦον, διότι ἂν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὸν στρατὸν συγκεντρωμένον καὶ διαρκῶς ἐκπαιδευόμενον, φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἐνιαύσιος θητεία δὲν εἶναι ἀποχρῶσα πρὸς καταρτισμὸν στρατοῦ ἐφεδρείας, διότι ἡμεῖς μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν καταρτισμοῦ ἐφεδρείας ἔχομεν τὸν στρατόν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ὡς πρὸς ταῦτα εἶπεν, ὅτι περισσότερος χρόνος ὑπηρεσίας ἀπαιτεῖται διὰ τὸ πεζικὸν παρὰ διὰ τὰ εἰδικὰ σώματα, καὶ ταὐτοχρόνως ἐπεκαλεῖτο καὶ μαρτυρίας τῶν ξένων συγγραφέων περὶ τούτου. Ὅτι τὸ τὸ πεζικὸν εἶναι ἡ κυρία δύναμις τοῦ στρατοῦ, εἶναι τὸ θεμέλιον τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, τίς ἀρνεῖται; ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἀπαιτεῖται καὶ μακροτέρα θητεία διὰ τὸ πεζικὸν; Τὰ δύω ταῦτα εἶναι ὅλως ἄσχετα. Δύναται νὰ ἦναι σῶμά τι ἁπλῶς ἐπικουρικὸν, δύναται νὰ ἦναι ἁπλοῦν συμπλήρωμα τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ ἀπαιτῇ πρὸς ἄσκησιν τῶν εἰς αὐτὸ κατατασσομένων χρόνον πολὺ πλειότερον τοῦ πεζικοῦ· ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως δὲν ἀποδεικνύει τὴν σπουδαιότητα τοῦ σώματος, ἡ σπουδαιότης τοῦ σώματος εἶναι ζήτημα τακτικῆς. Τὸ ζήτημα τῆς ἐξασκήσεως ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκμάθῃ ὁ ἐκπαιδευθησόμενος· εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι ὁ αὐτὸς χρόνος ἀπαιτεῖται ἵνα ἐκπαιδευθῇ τις, ὅπως κινεῖται πεζὸς καὶ ὅπως κινεῖται ἔφιππος; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὅσην θητείαν καὶ ἂν προσδιορίσωμεν ἡμεῖς, οἵτινες δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰς θητείας τῶν μεγάλων ἐθνῶν, οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν θητείαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ συνειθίσῃ ὁ ἔφιππος νὰ κινῆται ἐπὶ τοῦ ἵππου, ὅπως κινεῖται ὁ πεζὸς ἐπὶ τῶν ποδῶν του. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἰσχυρίσθη ἀπόψε, ὅτι διὰ τὸ πεζικὸν ἀπαιτεῖται τόσος χρόνος ὑπηρεσίας ὅσος ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὸ ἱππικόν. Διὰ τὸ πεζικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἀνωτέρας τῆς ἐνιαυσίου θητείας, ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ πάσης ξένης εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ ὑπηρεσίας. Εἰς τοῦτο ἄρα ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, εἰς τούτου τὴν ἐπιδίωξιν ὀφείλομεν νὰ ἐπιμείνωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν περὶ τῶν ἀνεπιδέκτων ἀντιῤῥήσεως. Εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀντιῤῥήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ νὰ ἐκγυμνάσῃ πάντας τοὺς δυναμένους νὰ φέρωσιν ὅπλα, πρέπει νὰ περιορίσῃ τὴν θητείαν, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ καταπονηθῇ ὑπὸ τὸ βάρος τῶν δαπανῶν καὶ τῶν προσωπικῶν θυσιῶν. Περὶ τοῦ ἐναντίου αἱ συζητήσεις δύνανται νὰ γίνωνται πρὸς τὸ θεαθῆναι, ἀλλ’ ὄχι ὅπως φθάσωμεν εἰς πραγματικὰ ἀποτελέσματα. Περὶ τούτου αἱ συζητήσεις γίνονται μόνον, ἵνα γίνωνται, παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πέρυσιν, ὅτε ὑπεβάλομεν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, εἴδομεν καὶ τότε τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐξεγειρομένην δῆθεν καὶ πολεμοῦσαν τὸ σύστημα καὶ χλευάζουσαν αὐτὸ, καὶ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν μόλις 14 κατεψήφισαν, καὶ οὗτοι, διότι ἤξευραν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου ἤθελε ψηφισθῆ· καὶ εἴδομεν βραδύτερον τὴν αὐτὴν ἀντιπολίτευσιν ἀναλαμβάνουσαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ παραδεχομένην πάντα, ὅσα ἐκήρυττε πρότερον ὀλέθρια. Ὅταν δὲ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ἀπελπιστικὸν εἶναι, ὅτι σήμερον ψηφίζεται τοῦτο προτεινόμενον παρὰ μιᾶς μερίδος, ἥτις τοιαῦτα φρονεῖ, καὶ ὅτι αὔριον θὰ ψηφισθῇ ἄλλο, προτεινόμενον παρὰ μερίδος ἄλλης, φρονούσης τὰ ἐναντία, ἠπόρησα πῶς τοιούτους ἐξήνεγκε φόβους ἀνήρ, ἔχων τοσαύτην πεῖραν τῶν πραγμάτων ἡμῶν. Ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. βουλευτής, ὅτι ἂν αὔριον ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲ λέξιν θέλει εἴπει κατὰ τοῦ συστήματος τῆς βραχυχρονίου θητείας, ὅπερ σήμερον πολεμεῖ, καὶ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο, ψηφιζόμενον ἀπόψε, θέλει μείνει διαρκῶς, εἴτε ἡμεῖς κυβερνῶμεν, εἴτε ἡ ἀντιπολίτευσις κυβερνᾷ· θέλει δὲ μείνει διαρκῶς, διότι δὲν δύνανται νὰ πολεμηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς Χώρας καὶ εἶναι προϊὸν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Τίς ἐξ ἡμῶν ὑπάρχει, κύριοι, ὅστις νὰ φρονῇ, ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ βαστάσῃ ταυτοχρόνως καὶ μακρὰν θητείαν καὶ γενικὴν στρατολογίαν; Ἡ Βουλὴ συνίσταται ἐκ προσώπων γινωσκόντων ἄριστα τὰ τῶν ἐπαρχιῶν, εἶναι ἀδύνατον δέ τις νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐλαχίστην συνάφειαν πρὸς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ μὴ ἔχῃ πλήρη γνῶσιν τοῦ μεγάλου βάρους, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ὁ λαὸς ἐκ τῆς γενικῆς καὶ ὑποχρεωτικῆς στρατεύσεως. Ὅστις ἦλθεν εἰς συνάφειαν πρὸς τὸν λαὸν, καὶ ἦλθον πάντες οἱ βουλευταὶ, δὲν δύναται παρὰ νὰ γινώσκῃ, ὅτι, διὰ νὰ δύναται ὁ θεσμὸς τῆς γενικῆς στρατεύσεως νὰ λειτουργήσῃ, πρέπει νὰ συνδυασθῇ πρὸς τὴν μικρὰν θητείαν, καὶ ἑπομένως, ὅστις θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατὸν πολυάριθμον, δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρῇ συνάμα, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν θητείαν μικράν. Ἀφοῦ ταῦτα εἶναι πανθομολογούμενα ἐν τῇ συνειδήσει ἁπάντων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πολεμῶμεν τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπενοήθησαν παρ’ ἡμῶν πρὸς καινοτομίαν, ἀλλ’ ἀναγράφουσιν ἁπλῶς γενικὴν ἀπαίτησιν συμπάσης τῆς χώρας. Δὲν πρέπει νὰ ἀμφισβητῇ ἡ ἀντιπολίτευσις τὰ ἀναμφισβήτητα καὶ τὰ ἀναπόδραστα, ἀλλὰ πρέπει νὰ στρέψωμεν πάντες τὴν προσοχὴν ἡμῶν εἰς τὰ πρακτικά. Ἡ ἀντιπολίτευσις γινώσκει, ὅτι τὰ παρ’ ἡμῶν προτεινόμενα περὶ θητείας πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, διότι δὲν δύνανται νὰ μὴ ψηφισθῶσι, καὶ τοῦτο, ὄχι διότι ὑποστριζόμεθα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ κρατοῦσα τοῦ ἔθνους γνώμη, ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν ἐν ἄλλοις, καὶ διότι ἠξεύρει, ὅτι θέλει φέρει τοιαύτας προτάσεις. Πρέπει ἑπομένως νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν εἰς τὰ μέσα, δι’ ὧν θέλει κατορθωθῆ, ὅπως διὰ τῆς βραχείας θητείας ὁ στρατὸς ἀποβῇ ὅσον ἔνεστι τελεσφόρος· εἶπον δὲ ὅτι πρὸς τοῦτο δέον νὰ ἐπιτύχωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ στρατὸς ἀπὸ ὑποχρεώσεων ξένων τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἠρξάμεθα τοῦ ἔργου τούτου νομοθετικῶς ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθημεν, καὶ συνετελέσαμεν εἰς αὐτὸ διὰ τῶν μέσων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθημεν. Ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ προθύμως ἐπεψήφισεν αὕτη νόμον, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν δύναμιν τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, εἰς ἣν ἀνήκουσι πολλαὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ ἐκτελεῖ σήμερον ὁ ἄλλος στρατός. Πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι πρέπει δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν, πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ σώματος τῶν εὐζώνων, δι’ οὗ ἀπαλλάττοντες ἄλλων ὑποχρεώσεων τὸν στρατὸν, καταρτίζομεν συνάμα ἕτερον κλάδον πεζικοῦ, ἀντιπροσωπεύοντα τὴν Ἑλλάδα θαυμασίως, διότι οἱ ἔπαινοι τοὺς ὁποίους ἐπισπᾷ ἐπὶ τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος τὸ εὐζωνικὸν σῶμα, εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοὰς ἁπάντων. Τὸ σῶμα τοῦτο κατεκρίθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες πολεμοῦσι τὸ σύστημα τῆς βραχείας θητείας· ὅταν ὅμως ἦλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν, προσεπάθησαν, ν’ αὐξήσωσι ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησαν πρότερον περιττὸν, καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξηθῇ καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ μαζώματα, ὡς ἔλεγον πρότερον, τῆς Σμύρνης ἢ τοῦ Γαλαζίου, ἵνα τὸ καταρτίσωσι πολυάριθμον, ἐνῷ εἶναι καὶ ἀγλάϊσμα τοῦ στρατοῦ. Εἰς ταῦτα νομοθετικῶς κατεγίνομεν, καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν καταγινόμενοι. Διὰ τῆς ἐκτελεστικῆς δ’ ἐξουσίας κατεγίνομεν καὶ θὰ ἐξακολουθήσωμεν καταγινόμενοι εἰς τὸν ἀποχωρισμὸν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, καὶ πιστεύω ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου δὲν θέλει μὲ διαψεύσει ὡς πρὸς τοῦτο, καὶ ἴσως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης θέλει εὕρει τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν, ἣν ἐξέφρασε, διατί ὁ πρωθυπουργὸς, καί τοι πολιτικὸς, ἀπεδέχθη νὰ διευθύνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ μερίμνῃ ὅπως ἀποχωρισθῇ ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τοῦ στρατοῦ, πρὸς ὃ ἐδέησεν ἵνα ἡ πολιτικὴ, ἐν πλήρει αὐτῇ τῇ πανοπλίᾳ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκριζώσῃ τὸ παράσιτον. Τοιαύτας ἐνεργείας ἐποιησάμεθα νομοθετικὰς καὶ ἐκτελεστικὰς ἐνεργείας, ὅπως οἱ στρατιῶται καταρτισθῶσιν ἐν τῷ βραχεῖ χρόνῳ τῆς ἐνιαυσίου θητείας ὅσον ἔνεστι τελειότεροι. Δὲν θὰ ἔχωμεν βεβαίως αὐτοὺς ἀνταποκρινομένους πρὸς τὸ ἰδανικὸν, ὅπερ ἐπιζητεῖ δικαίως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν στρατιώτας, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης· ἡ δὲ τελευταία ἐπιστρατεία ἀπέδειξεν, ὅτι ὅ,τι χωλαίνει τὰ πλεῖστα ἐν τῷ ἡμετέρῳ στρατῷ, δὲν εἶναι οἱ στρατιῶται· ἡ ἀσθένεια τοῦ στρατοῦ εἶναι εἰς τὰ στελέχη, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν στελεχῶν εἶναι ἓν τῶν πρωτίστων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ στρέψωμεν τὴν μέριμναν ἡμῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου ἠθέλησε νὰ συνδυάσῃ τὰ περὶ τούτου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μακρᾶς θητείας, καὶ πιστεύω καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐπὶ τούτου ἐστήριξεν ἓν τῶν ἐπιχειρημάτων αὑτοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τί ἡ θητεία ἡ βραχεῖα ἢ ἡ μακρὰ, ὅπως ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχει μακρὰ, δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καταρτισμὸν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν; Βεβαίως διὰ θητείας ἑνὸς ἔτους, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσιν ἄλλα συντελοῦντα, δὲν ἀποκτῶμεν εὐκόλως ὑπαξιωματικούς· ἀλλ’ ἐνταῦθα οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν θητείαν ἐντελῶς μακρὰν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν δι’ αὐτῆς ὑπαξιωματικούς. Πάντοτε πρέπει νὰ ἐπιζητήσωμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν ἐν τῇ ἀνακατατάξει. Μόνον διὰ τῆς ἀνακατατάξεως θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔχωμεν ὑπαξιωματικοὺς, ἡ δ’ ἀνακατάταξις ἐπίσης σχεδὸν δυσχερὴς θὰ ἦναι μετὰ τὰ τρία ἔτη, ὡς καὶ μετὰ τὸ πρῶτον. Τὸ ζήτημα εἶναι, πῶς θὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀνακατατάξωμεν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύονται ἱκανοὶ, ὅπως ἐπιδοθῶσιν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ὑπαξιωματικοῦ καὶ κατόπιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Εἰς τὰ τῆς ἀνακατατάξεως ἐδώσαμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, καὶ τὴν ἐδώσαμεν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ δὲν ἠρκέσθημεν, ὅπως ἐργασθῶμεν εἰς τὸ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν ὡς Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία· ὑπεβάλομεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῶν σκέψεων ἡμῶν ὡς πρός τινα, διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ταῦτα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, ἠθελήσαμεν νὰ γείνῃ ὁ θεσμὸς διαρκὴς, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ διαρκὴς, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε τὴν σφραγῖδα τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει προθύμως ψηφίσει τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπαξιωματικῶν· τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐκεῖνο θέλει πολὺ περισσότερον συντελέσει εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, παρὰ τὸ ζήτημα τῆς προσθήκης τριῶν μηνῶν εἰς τὴν θητείαν 1,000 ἢ 2,000 ἀνδρῶν. Τὸ ζήτημα τῆς μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐπίσης ἓν τῶν ζητημάτων, εἰς ἃ πρέπει νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν, καὶ σήμερον ἔτι ἐψηφίσατε δύω νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν πρὸς τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν δέον ν’ ἀφορᾷ καὶ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς κύκλῳ. Ἐὰν δὲ, συνδυάζοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐνέργειαν πρὸς τὴν νομοθετικὴν, δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν, τὰ τοῦ στρατοῦ, ὡς τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας κανονίζει αὐτὰ, θέλουσιν εἶσθαι βεβαίως ἀποχρῶντα ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, διότι θὰ ἔχωμεν πάντας τοὺς ἀριθμοὺς, οὓς δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ δώσῃ, θὰ ἦναι δὲ ἱκανῶς ἐπαρκῆ ὡς πρὸς τὴν ποιότητα. Τοῦτο ὅταν δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν, νομίζω, ὅτι ἀνταποκρινόμεθα πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν. Τοῦτο τὸ καθῆκον ἐπετελέσαμεν ἡμεῖς, προτείναντες εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Εἴμεθα δὲ πεπεισμένοι, ὅτι τοῦτο τὸ καθῆκον θέλει ἐπιτελέσει καὶ ἡ Βουλὴ, ψηφίζουσα σχεδὸν ὁμοθύμως τὸ νομοσχέδιον, διότι, ὡς εἶπον, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ψηφίσωσι κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἤξευρον, ὅτι ἡ ψῆφός των ἤθελεν ἐπιδράσει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἔδιδον τοιαύτην ψῆφον. (Χειροκροτήματα).
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι 9½ ἡ ὥρα, κ. Πρόεδρε. Θὰ φύγωμεν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. (Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἀπαρτία, παρακαλῶ νὰ συνέλθητε αὔριον τὴν πρωΐαν, διότι ἔχομεν ὀλίγας ἡμέρας καὶ πολλὰς ἐργασίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν προϋπολογισμόν. Ἄλλως, θὰ ἀναλάβετε μεγάλην εὐθύνην. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 καὶ 45 μ. μ.