1882.05.29
966 rows · 7,452 words · 101 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82
τῆς 29 Μαΐου 1882.
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων Νεοκλῆς Πετιμεζᾶς).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν διὰ τὰ δύω νομοσχέδια, τῆς συντάξεως τῆς οἰκογενείας Κουντουριώτου καὶ τοῦ πρώην καθηγητοῦ Νικολαΐδου. Εἶναι Τρίτη συζήτησις. (Ἀναγινώσκονται τὰ νομοσχέδια).
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Γίνομαι φορτικός, ἀλλὰ καθῆκον ἱερὸν, καθῆκον βαρὺ, ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμὲ (θόρυβος), μὲ ἄγει εἰς τὴν μονότονον καὶ ἐπίμονον ἐπανάληψιν τῆς αὑτῆς προτάσεως, καὶ εἰς δικαιολογίαν μου ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ τοῦ ἀρχαίου ἐκείνου Κάτωνος τὴν ἐπιμονὴν ἴσως περὶ ὄχι μικροτέρας ἀφορμῆς, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν συνεδρίασιν ἐπεκαλεῖτο τὸ διάσημον delenda Carthago, ἄχρις οὗ ἔπεισεν· οὕτω καὶ ἐγώ, διὰ τελευταίαν ὅμως ἤδη φορὰν λαλῶν, λέγω πρὸ πάντων, πλὴν διὰ παντὸς νὰ τελειώσωμεν τὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκογενείας Κουντουριώτου. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ. — Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε. (Γίνεται μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 130. Διὰ τὴν οἰκογένειαν Κουντουριώτου 119 σφαιρίδια εὑρέθησαν εἰς τὸ Ναὶ καὶ 11 εἰς τὸ Ὄχι. Διὰ τὸν πρώην καθηγητὴν Νικολαΐδην εὑρέθησαν 122 σφαιρίδια εἰς τὸ Ναὶ καὶ 8 εἰς τὸ Ὄχι· ὥστε ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἐγένοντο δεκτὰ εἰς Τρίτην συζήτησιν. — Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§5ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπερωτήσεις σήμερον, κύριε Πρόεδρε;
§6ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, πρῶτον ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τελωνοφυλάκων, καθ’ ὅσον διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν γίνεται ἀνάγκη τῆς ἐπικουρίας τῆς χωροφυλακῆς. Εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀπαλλαχθῶσιν οἱ χωροφύλακες, διότι ἡ χωροφυλακὴ ἔχει ἄλλας ὑπηρεσίας, εἰς ἃς δὲν ἐπαρκεῖ. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐγένοντο αἱ ἑξῆς ἐπερωτήσεις. Ὑπάρχει ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Βάλτου κ. Στράτου, ἐρωτῶντος περὶ κτήματος ἐπιδικασθέντος εἰς τὸ Δημόσιον, διατί δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε ἐγκατάστασις ἐν αὐτῷ. Ὑποθέτει ὁ ἐπερωτῶν, ὅτι ὑπάρχει τελεσίδικος ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδικάσθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ κτῆμα Μαυροβοῦνι, καὶ ὅτι τὸ Δημόσιον παραμελεῖ τὴν ἐγκατάστασιν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο· εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ὑπόθεσις. Ὑπῆρχεν ἀπόφασις τελεσίδικος τοῦ Ἐφετείου ἐπιδικάζουσα τὸ κτῆμα, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη ἀνῃρέθη, ἡ δὲ ἀπόφασις τῶν Πρωτοδικῶν δὲν εἶναι προσωρινῶς ἐκτελεστή· ὁ Ἄρειος Πάγος παρέπεμψε τὴν δίκην ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου Ναυπλίου, συμβαίνει δὲ οἱ ἀντίδικοι τοῦ Δημοσίου νὰ ἦναι πολυπληθεῖς, καὶ πολλοὶ ἀπέθανον διαδοχικῶς. Ἕνεκα τούτου γίνονται ἐπαναλήψεις καὶ πάλιν ἐπαναλήψεις. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπιζῶντες παρεμβάλλουσι πᾶν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκδίκασιν. Τελευταῖον ἐδικάσθησαν ἐρήμην καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐκοινοποιήθη ἡ ἀνακοπὴ εἰς τὸ Δημόσιον. Ἄλλην ἐπερώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τοῦ διορισθέντος Ἁλαταποθηκαρίου Δοβραίνης. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις προέρχεται ἐξ ἐσφαλμένων ὑποθέσεων· ἔγειναν τῳόντι πολλαὶ ὑπομνήσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν Μοίραν αἰτιάσεων· τὸ ὑπουργεῖον ἀμέσως ἀπηυθύνθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν καὶ ἐζήτησε νὰ γείνῃ ἔρευνα, ἐὰν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀνάκρισις ἐκκρεμὴς κατ’ αὐτοῦ, ἢ ἂν ὑπάρχῃ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἡ δὲ Εἰσαγγελία, μετὰ τὴν γενομένην ἔρευναν, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν εὑρέθη ἐκδεδομένη ἀπόφασις ἢ βούλευμα κατὰ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται Κωνστ. Μοίρα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1880 καὶ ἐντεῦθεν, εὑρέθη ὅμως βούλευμα προγενέστερον, ἐμφαῖνον, ὅτι ἔγεινε κατ’ αὐτοῦ καταγγελία καὶ ὅτι ἀπηλλάγη παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν καθ’ ὁλοκληρίαν.
§7Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ ποίαν ὑπόθεσιν;
§8ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ τοιαύτην, ὁποίαν λέγετε. Τὸ βούλευμα φέρει (Ἀναγινώσκει). «Ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ κατηγορία κατὰ τοῦ Κωνστ. Μοίρα καὶ Ἡσαΐου Δημητρίου, Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Δομποῦ, κατηγορουμένων, τοῦ μὲν πρώτου, ὅτι κατὰ τὸ 1876, 1877 καὶ 1878 διατελῶν ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας τῆς ἁλικῆς Δομβραίνης κτλ.» ἐνῷ οὐδὲν βούλευμα κατὰ τοῦ Μοίρα ὑπάρχει· τοὐναντίον ὑπάρχει βούλευμα ἀπαλλαγῆς καὶ μάλιστα δι’ αὐτὴν τὴν περίοδον, καθ’ ἣν διετέλει ἁλαταποθηκάριος. Αὐτὸ φθάνει μέχρι τοῦ 1878, κατόπιν δὲ οὐδὲν γεγονὸς ὑπάρχει ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ ἢ ἐν τῇ ἀνακρίσει καταμηνύσεως οἱασδήποτε ἐκκρεμοῦς. Μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεώς του. Ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἄργους κ. Ζωγράφου ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ διορισμοῦ ἐν Ἄργει πραγματογνωμόνων, ἀντὶ γεωμέτρου, πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν δηλωθέντων γρασιδίων. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Πρὸ ἡμερῶν ἔλαβον ἀνώνυμον ἐπιστολὴν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅτι προὐτίθετο ὁ Ἔφορος νὰ διορίσῃ πραγματογνώμονας διὰ τὴν ἀναθεώρησιν καὶ καταμέτρησιν τῶν δηλωθέντων γρασιδίων. Ἡ ἐπιστολὴ εἶναι τῆς 20 Μαΐου 1882. Ἅμα ἔλαβον αὐτὴν τὴν 24 Μαΐου, ἀμέσως διέταξα διὰ τηλεγραφήματος τὸν Ἔφορον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταμέτρησιν διὰ γεωμέτρου. Τὸ τηλεγράφημα ὑπάρχει ἐνταῦθα· εἶναι τῆς 21 Μαΐου. Κατόπιν τούτου ἦλθεν ἡ ἐπερώτησις καὶ ἀμέσως ἐζήτησα πληροφορίας τί συμβαίνει, καὶ ἐὰν ἐξετέλεσεν ὁ Ἔφορος τὴν διαταγὴν τὴν δοθεῖσαν εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τῆς 24 Μαΐου. Ὁ Ἔφορος ἀπαντᾷ, ὅτι ἐνόμισε καταλληλοτέρους πραγματογνώμονας, καὶ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν γεωμέτρην, ἂν καὶ φέρῃ ὄνομα μέγα, ὀνομάζεται Μετερνίχ. Μήπως δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὸν, ὑποθέτων, ὅτι θέλει ἀναπτύξει τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ Μετερνίχου, ἢ ὅτι θέλει ἐφαρμόσει τὸ ἀξίωμα, ὅτι πρέπει ν’ ἀπέχῃ ὑπερβολικοῦ ζήλου; Ἀμέσως ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Ἔφορον, ὅτι κακῶς ἔπραξε καὶ ὅτι πρέπει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι τῆς 28 Μαΐου. Ἀπήντησα ἀνυπερθέτως νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν γεωμέτρου πρὸς καταμέτρησιν. Θέλω ἐπιτηρήσει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγένετο ἐπερώτησις ἄλλη παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης κ. Δημητρακάκη, ὅστις ἐπεφύλαξε νὰ γείνῃ ἡ ἀπάντησις κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ παρενοχλῶμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἐπερωτήσεων, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὰς διασαφήσεις ἀπὸ τοῦδε. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης ἀνάγεται εἰς τὸ κληροδότημα τοῦ Πέτρου Δημάκη, τοῦ λεγομένου Ἀλαγωνίου. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Δημητρακάκης διὰ ποίαν αἰτίαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναφέρεται ὡς ἔσοδον μόνον ποσὸν 6 χιλιάδων δραχμῶν ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Δημάκη, ἐνῷ τὸ ποσὸν ἔπρεπε νὰ ἦναι ἀνώτερον, κατὰ τὴν διαθήκην, ἢ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐπερωτῶντος, ἀναβιβάζοντος εἰς 9 χιλιάδας, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς πόσα. Τὸ κληροδότημα Δημάκη συνίσταται εἰς οἰκίαν, ὅπου ὑπάρχει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἐγένετο ἐνοικίασις καὶ ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων εἰσπράττονται μόνον 6 χιλ. δραχμαί· ἄρα δὲν ἠδυνάμην νὰ φέρω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν ἀνώτερον. Τοσοῦτον μόνον εἰσπράττεται. Ἐρωτᾷ προσέτι περὶ τῶν ἑξῆς: Εἶχε παραχωρηθῆ εἰς τὸν διαθέτην ἡ κάρπωσις δύω Μονῶν ἐν Ἀλαγωνίᾳ ἐπὶ σκοπῷ διὰ τῆς προσόδου ταύτης νὰ σχηματισθῇ ἐκεῖ Σχολεῖον; Τὸ ἐντεῦθεν ποσὸν δὲν ἤρκεσεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις τότε ἐκτιμῶσα τὴν πρόθεσιν τοῦ Δημάκου καὶ τὸν εὐγενῆ σκοπόν του, διότι ἀφῆκεν αὐτὰ τὰ κληροδοτήματα, ἀπεφάσισε νὰ χορηγῆται ποσὸν 5 χιλ. δραχμῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν συντήρησιν αὐτῶν τῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων. Διὰ τῆς διαθήκης του ὁ Δημάκης ὥρισεν αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 5 χιλ. δραχμῶν νὰ δίδεται εἰς τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης. Ἐνῷ ἐξ ἑνὸς μέρους λαμβάνει τὸ Δημόσιον 6 χιλ. δραχμῶν πρόσοδον ἐκ τῆς οἰκίας, ἐξ ἄλλου μέρους παρέχει 5 χιλ. δραχμῶν. Οἱ ἐκτελεσταὶ ἀπεβίωσαν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐὰν τὸ Δημόσιον δύναται νὰ φροντίζῃ αὐτὸ ἢ διὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς διαθήκης καὶ περὶ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν τῶν καταστημάτων. Ἀλλ’ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη, ὅτι πρέπει νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, καὶ ἐσχηματίσθη τοιαύτη· ἔγεινε μάλιστα δίκη περὶ τούτου καὶ ἐλύθη ἡ διαφορὰ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ δίκη ἀπέβη κατὰ τοῦ Δημοσίου, ὀφείλοντος ν’ ἀποδίδῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐντεῦθεν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὰ καθέκαστα τῆς χρήσεως· γνωρίζομεν, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν δίδεται πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Λέγει: διατί δὲν ἐζητήθη λογοδοσία παρὰ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης; Αὐτὸ δὲν ἦτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον, εἶναι προγενεστέρας ἐποχῆς, εἶναι ἀπὸ τοῦ 1850, ἢ ἀπὸ τοῦ 1855, εἶναι παλαιοτάτης ἐποχῆς· τότε περίπου ἀπέθανεν ὁ Ἀλαγώνιος, ἀνέλαβον δὲ οἱ ἐκτελεσταὶ τῆς διαθήκης. Περὶ τῶν πράξεων τῶν ἐκτελεστῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ Δημόσιον. Διὰ τῆς διαθήκης ἐκανόνισεν ὁ διαθέτης τὰ τῆς περιουσίας του, ὠνόμασε κληρονόμους, ἀφῆκεν εἰς τὴν ἀδελφήν του καὶ εἰς τὰ τέκνα τῆς ἀδελφῆς μέρος τῆς περιουσίας· δὲν ἀνῆκεν λοιπὸν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητήσῃ λόγον περὶ τούτων.
§9ΤΖΑΝΕΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν; Ἀπὸ ποίους συνίσταται ἡ Ἐπιτροπή;
§10ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος δὲν εἶναι· εἶναι ὁ Νομάρχης, ὁ Ἔφορος καὶ ὁ Γυμνασιάρχης.
§11ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ Δημόσιον ὅμως, προκειμένου νὰ γείνῃ ἡ λογοδοσία τῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Δημάκη καὶ πρὸ τοῦ 1878, πρὸς τίνα θ’ ἀπευθύνῃ ἀγωγήν;
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι νέα ἐπερώτησις αὕτη;
§13ΤΖΑΝΕΣ. Εἶχον κάμει τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καὶ ἄλλοτε, ὅτε, προκειμένου περὶ τῶν ζημιῶν ἐκ τῆς διαχειρίσεως τοῦ κληροδοτήματος, ἐφρόνουν, ὅτι τὸ Δημόσιον ὤφειλε νὰ διαχειρίζηται αὐτό. Εἶχον ὄντως τότε τὴν ἰδέαν, ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τῶν ἐκτελεστῶν καὶ συνεπείᾳ τῶν διατάξεων τῆς διαθήκης, τὸ Δημόσιον ἔδει νὰ ἦναι ὁ διαχειριστής. Ἤδη ἐρωτῶ καὶ πάλιν, τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος, ὅστις, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχουν ἐλλείμματα, θὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου;
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης ἐπερωτήσεως καὶ περιέχει ζήτημα νομικόν. Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις ἀπέῤῥιψε τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Δημοσίου, μὴ δεχθεὶς αὐτὴν καὶ εἰπὼν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγαθοεργοῦ ἱδρύματος, διοικουμένου εἴτε διὰ τῶν ἐκτελεστῶν, εἴτε δι’ Ἐπιτροπῆς ἰδιαιτέρας, εἰδικὴν ἐχούσης ἁρμοδιότητα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶναι ὀρθὴ, καλὸν εἶναι νὰ ἐκδώσητε πραγματείαν, διὰ νὰ φωτισθῶμεν δι’ αὐτῆς.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν Πατριάρχην τῶν Νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐρωτῶ αὐτὸν τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος, ὅστις θὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγήν; διότι ἤδη μετεβλήθησαν τὰ πράγματα. Ὁ Δῆμος Ἀλαγωνίας, φρονῶ, ὅτι ἀξιοῦται τὴν διαχείρισιν, καὶ δικαίως, τοῦ κληροδοτήματος.
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ ἐγὼ ὁ ἐπερωτήσας. Ὁ Ἀλαγώνιος Πέτρος Δημάκης ἀπέθανε κατὰ τὸ 1858, ἡ δὲ διαθήκη του εἶναι κατὰ τὸ 1856. Ἐκ τῶν ἐκτελεστῶν ὁ Θερινὸς φυγὼν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπέθανεν εἰς Κωνσταντινούπολιν, πρὶν ἢ ἀποθάνῃ ὁ διαθέτης. Ἐκ τῶν ἐκτελεστῶν διαχειρισταὶ ὑπῆρξαν ἰδίως οἱ μακαρῖται Γεώργιος Ψύλλας καὶ Στέφανος Ἀναστασιάδης. Αὐτοὶ οἱ δύω ἐλάμβανον τὰς 5,000 δραχμὰς ἀπὸ τὸ Δημόσιον καὶ ἐπλήρωναν τὰ ἔξοδα. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὰ σχολεῖα εἶχον ἕνα διδάσκαλον δημοτικὸν μὲ μισθὸν 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα, καὶ ἕνα Ἑλληνικὸν βοηθὸν λαμβάνοντα 90 δραχμὰς, τὸ ὅλον 190 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἤτοι κατ’ ἔτος δραχμὰς 2,280. Τὸ δὲ ἄλλο ποσὸν τῶν δύω χιλιάδων ἑπτακοσίων τόσων δραχμῶν δὲν φαίνεται τί ἔγεινεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναμιχθῇ τὸ Δημόσιον εἰμὴ εἰς τὴν συγκέντρωσιν καὶ βεβαίωσιν τῶν ἐσόδων. Ὁ Ἄρειος Πάγος νομίζω, ὅτι εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ φροντίζῃ περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ τῆς συγκεντρώσεως τῶν εἰσοδημάτων. Ἀφοῦ ἀπεβίωσαν οἱ διὰ διαθήκης ἐκτελεσταί, τὸ κληροδότημα ὑπάγεται εἰς τὴν ἐπιτήρησιν καὶ ἐπιστασίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ διὰ τοῦτο τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ἐδῶ εὑρίσκονται καὶ τὰ Β. Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκανόνισαν τὴν μετὰ τὸν θάνατον τῶν ἐκτελεστῶν συσταινομένην ἐπιτροπήν. Καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν γνωρίζει. Ἀποτείνομαι λοιπὸν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Δὲν θέλω νὰ ζητήσω ἀπολογίαν ἀπὸ τοὺς κληρονόμους τῶν πρώην διαχειριστῶν τῆς περιουσίας· παρακαλῶ μόνον τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἐξετάσῃ ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῶν λογαριασμῶν τῶν πρώην διαχειριστῶν. Ὁ δῆμος Ἀλαγωνίας εἶχε πρό τινων ἐτῶν ἕνα δήμαρχον σπουδαῖον, ὅστις ἀπὸ τοῦ 1870–1879 ἐπανειλημμένως ἐζήτησεν ἀπὸ τὰ ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Παιδείας τὰς πληροφορίας περὶ λογαριασμῶν ἀπὸ τοὺς ἐκτελεστάς. Ὁ Δήμαρχος οὗτος εἶναι ἐδῶ ἐνωμοτάρχης· αὐτὸς δύναται νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας.
§17ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Δημάκη ὡρίσθησαν διὰ τῆς διαθήκης 5,000 δραχμαί, πρὸς συντήρησιν τῶν ἐν Μελὲ σχολείων, ὡρίσθη δὲ καὶ ποσὸν πρὸς συντήρησιν τοῦ ἱερέως τῆς μονῆς Σιδερόπορτας καὶ ἑνὸς ὑπηρέτου τῶν σχολείων. Οἱ διαχειρισταί, καὶ ἰδίᾳ ὁ μακαρίτης Ἀναστασιάδης εἷς τῶν ἐκτελεστῶν, ἐπί τινα καιρὸν ἐξετέλουν τὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, ἀλλὰ μετά τινα καιρὸν τὸ κληροδότημα δὲν ἐλειτούργει κανονικῶς καὶ ἔμεινον εἰς τὴν τύχην των τὰ σχολεῖα καὶ ὁ ἱερεύς. Ἔκτοτε ἐγεννήθησαν ἀπαιτήσεις παρὰ τῶν διδασκάλων καὶ τοῦ πεινῶντος ἱερέως, ἀλλ’ οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀνεύρῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο τὸ κληροδότημα καὶ διὰ τινα λόγον δὲν ἐπληρώνοντο οἱ μισθοὶ τῶν εἰρημένων προσώπων τῶν σχολείων κλπ. Ὅτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον, ἔφερα ἐπερώτησιν. Ὑπουργὸς ἦτον ὁ κ. Αὐγερινὸς, ὅστις σπουδαίως εἰργάσθη καὶ τὸ κληροδότημα ἔφερεν εἰς ὕπαρξιν καὶ ἔκτοτε ἤρξαντο νὰ μισθοδοτοῦνται οἱ διδάσκαλοι κλπ. Ἤδη μένει ν’ ἀνευρεθῇ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τί θὰ γείνῃ, καὶ ἐπειδὴ γίνεται νέα ἐπερώτησις, θέλω νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως τίς ἐστὶν ὁ νόμιμος διαχειριστὴς τοῦ κληροδοτήματος μετὰ τὸν θάνατον τῶν διαχειριστῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπε νὰ γράψω ἰδίαν πραγματείαν. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ γείνω συγγραφεύς, ἀφοῦ ἔχω, ὡς προεῖπον, τὸν πατριάρχην τῶν νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιόν μου, καὶ ζητῶ παρ’ αὐτοῦ ν’ ἀκούσω τὴν λύσιν τοιούτου ζητήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διαφωτίσῃ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας συνάδελφον αὐτοῦ, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ διαχειρισάμενος τὸ κληροδότημα εἶναι ὑπόχρεως ὡς καὶ οἱ κληρονόμοι τούτου νὰ πληρώσωσι τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ ἀνέρχεται εἰς 80,000 δραχμῶν καὶ πλέον, καὶ νόμιμος τοῦ κληροδοτήματος ἀντιπρόσωπος εἶναι τὸ Δημόσιον.
§18Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρουσίασε διὰ τὸν ἐπιστάτην Δομβραίνης, εἶχε δίκαιον νὰ τὸν διατηρήσῃ. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς εἶπεν ἡ Εἰσαγγελία, ὅτι δὲν ὑπάρχει καταγγελία, ἐνῷ γνωρίζω καὶ τίς ὁ καταγγείλας, εἶναι ἐδῶ ὁ συνάδελφός μας βουλευτὴς Θηβῶν κ. Διαμάντης. Καὶ παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ τιμωρήσῃ τὸν ψευσθέντα Εἰσαγγελέα.
§19ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς περὶ ἁλυκῆς Δομβραίνης θὰ ἔφερον εὐθύνην ἂν ἐσιώπων. Ἡ ἁλυκὴ αὕτη πρὸ δωδεκαετίας ληστεύεται· ἄνθρωποι δὲ πτωχοὶ εἰσελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, ἐξῆλθον μετ’ ὀλίγον εὔποροι. Καὶ συμβαίνει πάντοτε ὁ ἁλαταποθηκάριος, ὁ ἐπιστάτης, ὁ ἀρχιτεχνίτης νὰ ἦναι πάντες συγγενεῖς, ἀδελφοὶ ἢ πρωτεξάδελφοι πρὸς ἀλλήλους ἢ πρὸς τοὺς διαδόχους αὐτῶν. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐποχὴ, καθ’ ἣν 14 τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἁλυκῆς ἄτομα ἔφερον τὸ αὐτὸ ὄνομα, Μοίρας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πρὸ ὀλίγου ὅτι προέβη εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Μοίρα, ἀφοῦ προηγουμένως ἔλαβεν ἔγγραφον τῆς εἰσαγγελίας, καθ’ ὃ οὐδεμία καταδικαστικὴ ἀπόφασις, οὐδὲ βούλευμα κατ’ αὐτοῦ ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἡ εἰσαγγελία ὑπέπεσεν εἰς πλάνην καὶ ἐπλανήθη, διότι κατηγγέλλοντο οὐχὶ ὀνομαστὶ πρόσωπα, ἀλλ’ ὁ ἁλαταποθηκάριος, ὁ ἐπιστάτης, ὁ ἀρχιτεχνίτης καὶ λοιποὶ ἀπὸ 5 ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν, καὶ ἰδίως τὸ προσωπικὸν τῆς τελευταίας διαχειρίσεως, χωρὶς ν’ ἀναφέρωνται καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Ἐντεῦθεν προῆλθεν ἡ πλάνη τῆς εἰσαγγελίας εἰς τὴν ἀπάντησιν αὐτῆς.
§20ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ εἰσαγγελία δὲν εἶχε κατηγορίαν κατ’ ὡρισμένων προσώπων.
§21ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Κατηγγέλλοντο ὡρισμένως τὰ πρόσωπα ὡρισμένης διαχειρίσεως. (Θόρυβος)
§22ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ εἰσαγγελία ἠρωτήθη ἂν ὑπάρχῃ καταγγελία καθ’ ὡρισμένων προσώπων.
§23ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ὁπωσδήποτε κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἀνάκρισις ἐπιτελεῖ τὸ ἔργον της ἐξετάζουσα 36 μάρτυρας κατὰ τῶν προσώπων τούτων καὶ τοῦ Μοίρα, διατελοῦντος τότε ἐπιστάτου ἐπὶ τῆς καλλιεργίας τῶν ἁλάτων.
§24ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἡ καταγγελία σας ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μοίρα.
§25ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Βεβαίως. Ὅταν, κύριοι, ἐγένετο ἡ ἀνακάλυψις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν, ἡ ἐπαρχία Θηβῶν συνεταράχθη καὶ ἐπέῤῥιψε μέρος τῆς εὐθύνης εἰς τοὺς πολιτευομένους τῆς ἐπαρχίας.
§26ΦΩΤΗΛΑΣ. Ποίους ἐννοεῖτε πολιτευομένους; Καὶ σεῖς πολιτεύεσθε.
§27ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Δὲν ἐξαιρῶ οὐδ’ ἐμαυτὸν, διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, κύριε Φωτήλα.
§28ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ......
§29ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ὁ κ. Κουκούλεζας δὲν τὸ ἀποδέχεται· ἀλλὰ τὰ ἐξαγόμενα τῶν ἀνακρίσεων ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν τὸν διαψεύδουν. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης στάσεως τῶν πνευμάτων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καὶ ἀφοῦ οὐχὶ πλέον ἀφηρημένως, ἀλλὰ ζωηρῶς παρίσταντο τὰ τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης, ἐθεώρησα....
§30ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Αὐτὰ δὲν συνέβησαν.
§31ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Κατέστησαν ἱστορικαὶ αἱ συνεχεῖς καταχρήσεις τῆς ἁλυκῆς Δομβραίνης εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἡμῶν, ἐν ᾗ καὶ οἱ παῖδες καὶ τὰ νήπια ἐπαναλαμβάνουσιν: «Ἀνάθεμα τὸ ἁλάτι». Καὶ ἂν ἦσαι τίμιος ἄνθρωπος, κύριε Κουκούλεζα, ἐλθὲ νὰ μὲ διαψεύσῃς. — Ἐθεώρησα λοιπὸν καθῆκόν μου νὰ πέμψω εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἦτο καὶ τῆς Δικαιοσύνης, καταγγελίαν ἐν εἴδει ἐπιστολῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνέφερον τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης. Συνεπείᾳ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης ἐστάλη ἀμέσως ἀνακριτὴς εἰς Θήβας, ὅστις προέβη εἰς διαφόρους ἀνακρίσεις, ἐξήτασε δὲ καὶ ἐμέ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιστολή μου ἐκείνη ἰδίως ἀφεώρα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὐτὴ αὐτεπαγγέλτως προσπαθήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν καταγγελλομένων συλλήβδην ἀξιοποίνων πράξεων. Ἡ ἀνάκρισις ὅμως ἄλλως εἶδε τὰ πράγματα, καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι ἐγὼ ὤφειλον νὰ παρουσιάσω τὰ μέσα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν περιεχομένων τῆς ἐπιστολῆς μου. Ἐπὶ τούτου δ’ εἰργάσθην καὶ ἐχρειάσθη ἀρκετὸς χρόνος, ὅπως συλλέξω τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως· ἤδη δὲ, καθ’ ὃν χρόνον ὁμιλῶ, ἐξετάζονται 36 μάρτυρες κατὰ τοῦ πρώην ἁλαταποθηκαρίου, τοῦ ἐπιστάτου τῆς καλλιεργείας Κωνσταντίνου Μοίρα κτλ. (Θόρυβος). Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ὑπῆρχεν ἐπίσης καταγγελία κατὰ τῶν αὐτῶν προσώπων ἐπὶ ἀπιστίᾳ δι’ ἅλας, ὅπερ μετέφερον ἀπὸ τῆς ἁλυκῆς εἰς τὴν Μονὴν Δομβοῦς, καὶ ἐπειδὴ ἐγνώσθη, ὅτι ἡ πρᾶξις κατηγγέλθη, διὰ νυκτὸς μετεκομίσθη τὸ ἅλας ἐντὸς παρακειμένου δάσους, καὶ ἐκ τούτου, ἵνα μὴ φωραθῶσι, τὴν ἐπιοῦσαν νύκτα τὸ ἔῤῥιψαν εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐπὶ τρία ἔτη ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔμενεν ἀργὴ εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ὅτε εἴδομεν ἐξαίφνης τοὺς ἀσπόνδους ἐχθροὺς, τὸν μηνυτὴν καὶ ἕνα τῶν καταγγελθέντων, τὸν ἁλαταποθηκάριον, νὰ γείνωσι συμπέθεροι. Τότε ἡ ἀνάκρισις εὐθὺς ἐπελήφθη τῆς ἐκκρεμοῦς ἕως τότε ὑποθέσεως, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα αὐτῆς εἶναι τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§32ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ κάμητε διάκρισιν μεταξὺ ἁλαταποθηκαρίου καὶ Μοίρα, διότι ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τὰ καθέκαστα.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ἁλαταποθηκάριος;
§34ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἁλαταποθηκάριος ἦτο ὁ Κατσιμπάρδης, ὅτε ὁ Μοίρας ἦτο ἐπιστάτης τῆς καλλιεργείας. Καὶ ὁ εἷς ὅμως καὶ ὁ ἕτερος διαλαμβάνονται εἰς τὸ βούλευμα. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἄλλη κατηγορία κατὰ Μοίρα, ἐφ’ ἧς ἐξεδόθη κατὰ τὸ 1881 βούλευμα, δι’ οὗ παύει πρὸς καιρὸν ἡ ἀνάκρισις. Ἤδη δὲ, ὡς προεῖπον, ἐξετάζονται μάρτυρες συνεπείᾳ τῆς ἐν εἴδει ἐπιστολῆς καταγγελίας μου.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τῆς ἐπιστολῆς σας ἐκείνης;
§36ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν παῦσιν ὅλου τοῦ προσωπικοῦ καὶ τὸ ἀντικατέστησε διὰ ξένων, καὶ τοῦτο τὸ σύστημα ἦτο ἐπιτυχὲς, διότι μόνον ὁ ἐντόπιος ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ καταχρᾶται ἐπὶ προϊόντος βαρέως, ὡς τὸ ἅλας. Καὶ οἱ ξένοι οὗτοι διετηρήθησαν εἰς τὰς θέσεις των μέχρι τῶν τελευταίων διορισμῶν ἐντοπίων, γενομένων ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Πολιτεύομαι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Θηβῶν καὶ ἔχω φίλους· ἐν τούτοις ὑψηλότερον θεωρῶν τὰ πράγματα, οὐ μόνον δὲν προέτεινον, οὐδὲ συνέστησα φίλους μου, ἀλλ’ ἀπεναντίας παρέστησα τῇ τότε Κυβερνήσει, ὅτι καταχρήσεις δὲν γίνονται, ὅταν τὸ προσωπικὸν τῆς ἁλυκῆς δὲν εἶναι ἐντόπιον.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνες ἦσαν οἱ ξένοι οἱ διορισθέντες ὑπὸ τῆς προκατόχου;
§38ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἐπιστάτης ἐπὶ τῆς καλλιεργείας ἦτό τις ἐκ Μεσολογγίου, ἁλαταποθηκάριος δὲ εἷς Καπετανάκης ὀνόματι. Καὶ τῳόντι ἦτο ἡ μόνη ἐποχὴ, καθ’ ἣν δὲν ἐγένοντο οὐδ’ ἠκούσθησαν καταχρήσεις. Ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, κύριοι, διὰ τῶν ἐπιστολῶν, αἵτινες ἐν τῇ ἐπερωτήσει τοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου ἀναφέρονται, ἐκτὸς τῆς πληροφορίας, ὅτι ὁ διορισθησόμενος τότε Μοίρας διετέλει ὑπὸ κατηγορίαν, περιεῖχον καὶ πανθ’ ὅσα ἤδη σᾶς ἀνέφερον. Ἑπομένως καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ τοιαῦτα τῇ ἐγνωστοποιοῦντο, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τοὺς τοιούτους διορισμοὺς, νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὰ πράγματα, ἅτινα συμβαίνουν 10 ὥρας μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ εἰς ἐπαρχίαν, ἥτις, ἀφοῦ εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἦναι τὸ θέατρον ὅλων τῶν ἀσχημιῶν τούτων, δὲν πρέπει ν’ ἀπελπίζηται ὑπὸ τῆς ἀδιαφορίας τῶν ἁρμοδίων καὶ ὑπὸ τῆς ἰδέας, ὅτι τὰ πάντα δύνανται ἀτιμωρητεὶ νὰ γίνωνται. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν παράκλησίν μου ταύτην, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην, ἥτις εἶναι ἀπαύγασμα ἀληθείας καὶ ἐνδιαφέροντος οὐχὶ μόνον τοπικοῦ, ἀλλ’ ἐξ ὑψηλοτέρων λόγων ἀποῤῥέοντος. Πρὸς βεβαίωσιν τῶν ὅσων σᾶς εἶπον θὰ σᾶς ἀναφέρω συγχρόνως καὶ ἕτερόν τι. Ἅμα ἐγένετο ὁ διορισμὸς τοῦ Μοίρα, ἀπελπισθέντες περὶ κυβερνητικῆς προνοίας, ἐσκέφθημεν τίνι τρόπῳ δύνανται νὰ προληφθῶσιν αἱ καταχρήσεις μετὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Εἴδομεν ἑπομένως ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι κατὰ τὴν ζύγισιν καὶ τὴν παράδοσιν τῶν ἁλάτων λαμβάνει μέρος καὶ ὁ ἐργολάβος ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ἁλάτων. Ἐφροντίσαμεν λοιπὸν αὐτὸς νὰ ἦναι ἐκ τῶν ἰδικῶν μας, καὶ διὰ νὰ κατορθωθῇ τοῦτο ἐλάβομεν μέρος εἰς τὴν μειοδοτικὴν δημοπρασίαν. Ἡ χιλιὰς ὀκάδων ἅλατος διὰ τὴν μεταφορὰν ἀπὸ τοῦ ἁλατοπηγείου εἰς τὸν σωρὸν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν ἀποθήκην κοστίζει 2 δραχ. καὶ ὅμως κατὰ τὴν γενομένην τελευταίαν δημοπρασίαν ὁ τελευταῖος μειοδότης ὁ ἐκ τῶν φίλων μου Θεμιστοκλῆς Παπαθωμᾶς κατεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς 40 λεπτά, δηλαδὴ μὲ ζημίαν μιᾶς δραχμῆς καὶ 60 λεπτῶν κατὰ χιλιάδα.
§39ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θαυμάζω τὴν αὐταπάρνησιν αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου συμφέροντος. Ἀφοῦ δὲν γίνεται μὲ ζημίαν, ὑποθέτω ὅτι ἡ προθυμία των αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὸν σκοπὸν νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ ἐπιστάτου.
§40ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Χαριεντίζεσθε, κ. ὑπουργέ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὰς εὐχαριστίας σας, ἀφοῦ σκοπὸς ἡμῶν εἶναι ἡ διάσωσις τῆς δημοσίας περιουσίας. Βεβαίως τὸ ἐνδιαφέρον ἡμῶν δὲν εἶναι καθολοκληρίαν πλατωνικόν. Σὺν τῷ ἐνδιαφέροντι ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου οἱ φίλοι μου ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ μὴ ἀφήσωσι τοὺς ἐχθρούς των νὰ χρηματίζωνται ἀθεμίτως, διότι ἡ ἐντεῦθεν εὐπορία αὐτῶν τοῖς εἶναι ἐπιζήμιος κατὰ τὰς ἐκλογάς.— Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπαινίσσεται ἄλλο συμφέρον, ἂς μὴ λησμονήσῃ, ὅτι ἠδύναντο ἐξαίρετα τῇ συστάσει μου νὰ διορισθῶσι φίλοι μου εἰς τὴν ἁλυκὴν Δομβραίνης ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐπέμενα, καθῆκον καλοῦ φίλου ἐπιτελῶν, νὰ πείσω αὐτήν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν ἁλυκῶν, διὰ νὰ ἐκλείψωσιν αἱ καταχρήσεις, δὲν πρέπει νὰ ἦνε ἐξ ἐντοπίων· καὶ τοῦτο ἐγένετο καὶ διετηρήθη ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Κατόπιν εἰσέρχεται ὁ διαγωνισθεὶς εἰς τὴν δημοπρασίαν Μπέσας, ὁ ἄνθρωπος τῆς ὁμάδος τῆς διαχειριζομένης τὴν ἁλυκήν, ὅστις δι’ ἀναφορᾶς του προσφέρει 38 λεπτὰ κατὰ χιλιάδα διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ἁλάτων. Ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ καταβῶμεν μέχρι τοῦ δωρεὰν ἐν ἀνάγκῃ (θόρυβος), καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργόν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, νὰ προτιμήσῃ τοῦ Μπέσα τὸν Θεμιστοκλῆ Παπαθωμᾶν, ὅστις, ὡς ἀντίθετος πολιτικὸς τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς ἁλυκῆς, εἶναι λογικῶς ὁ φυσικὸς ἐλεγκτής των.
§41ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, διετέλεσα ἔπαρχος Θηβῶν, γνωρίζω προσωπικῶς τὸν κ. Μοίραν καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑπὸ προσωπικήν μου εὐθύνην, ὅτι εἶναι ὁ τιμιώτερος ἄνθρωπος καὶ ὅτι εἶναι καὶ ὁ πτωχότερος πάντων.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἡ ἑξῆς ἐπερώτησις ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Φωτήλα, Ντετάκη καὶ Φλέσσα.
§43ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα)
§44ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). (Ὅρα Παράρτημα)
§45Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι πρὸ ἐτῶν τινων, ἕνεκα ἐπιζωοτίας ἐπικρατούσης ἐν τῇ γείτονι χώρᾳ καὶ ἄλλαις, ἐξ ὧν ἐκομίζοντο βόες πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, εἰσήχθη κάθαρσις ἐννεαήμερος, καὶ τότε μὲν βεβαίως ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου, καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τοιοῦτον μέτρον· νομίζω ὅμως ὅτι, ἐκλιπόντος τοῦ λόγου ἐκείνου τῆς ἐπιζωοτίας, εἶναι δίκαιον ν’ ἀρθῇ ἡ κάθαρσις αὕτη, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη τις τροποποίησις, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἐπαχθὴς εἰς τοὺς ἐμπορευομένους καὶ τοὺς κρεωπώλας. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ ἐν Σύρῳ πράκτορος τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Μασσουγὲ περὶ συνάψεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ὀθωμανικῆς ἑταιρίας, διότι ἡ ἑταιρία αὕτη ἐκτελεῖ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Σύρου καὶ ἀπωτάτων ἄλλων μερῶν. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη πρὸ πολλοῦ, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Διεύθυνσις τῶν Ταχυδρομείων εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην σύμβασιν, διότι ἄλλως ἡ ἑταιρία θέλει παύσει τὰς ἐργασίας της καὶ ἐκ τούτου θέλει οὐσιωδῶς ζημιωθῇ τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου καὶ ἰδίᾳ οἱ καπνέμποροι, καθόσον δὲν δύναται ἡ ἑταιρία, ἕνεκα τῶν βαρέων λιμενικῶν τελῶν, νὰ ἐξακολουθῇ ἐκτελοῦσα τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τῆς Μελίτης, Τριπόλεως τῆς Ἀφρικῆς καὶ ἄλλων μερῶν.
§46ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πολλάκις ἀπετάθην καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ διαταχθῇ ἡ διανομὴ τοῦ τεύχους τοῦ ἀστικοῦ Κώδικος τῆς Ἑλλάδος τοῖς βουλευταῖς, εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ὁποίου ἐπὶ 20 ἔτη νομομαθῶν Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη σπουδαίως, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε συνεργάτης ὁ γηραιὸς καὶ σεβαστός μοι πατὴρ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Γ. Ῥάλλης· εἶναι ἄδικον καὶ ἀναξιοπρεπὲς ἐπὶ 60 ἔτη τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ ἐξώδευσαν 600 χιλιάδας δραχμὰς εἰς ἔξοδα μισθῶν, νὰ μὴν ἀποκτήσῃ εἰσέτι οὐσιαστικὸν πολιτικὸν νόμον, καὶ νὰ μὴν ἠξεύρουν οἱ πολῖται Ἕλληνες μὲ ποίους νόμους κανονίζονται αἱ πολιτικαί των διαφοραί. Διὰ παρακαλῶ νὰ διανεμηθῇ τὸ σῶμα τοῦ ἀστικοῦ Κώδικος εἰς τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἕκαστος βουλευτὴς μελετήσῃ ἐπισταμένως καὶ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸν ὡς νόμον τοῦ Κράτους. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι, ἂν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἐπιψηφισθῇ ὁ ἀστικὸς κώδηξ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, τὸ ὄνομά σας θέλει μείνει ἀνεξίτηλον εἰς τὰς καρδίας τῶν πολιτῶν, διότι ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτικοῦ Κώδικος ὑφ’ ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας θεωρεῖται τῆς πρωτίστης ἀνάγκης.
§47ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). (Ὅρα Παράρτημα).
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ διανομέων τῶν τηλεγραφημάτων, συμπληροῦν τὰ μέτρα τὰ ὑποβληθέντα περὶ τῶν Τηλεγραφείων. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔχω μίαν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κ. Κουμουνδούρου: «Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διωρίσθησαν εἰς ἓν τῶν ἐνταῦθα ἑλληνικῶν σχολείων διδάσκαλοι εἰς θέσιν μὴ νενομοθετημένην μὲ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 160;» Παρεκάλεσα καὶ ἄλλοτε αἱ ἐπερωτήσεις νὰ ἦναι ὡρισμέναι, διὰ νὰ δύναμαι νὰ δώσω ὡρισμένην ἀπάντησιν. Εἰς ταύτην τὴν ἐπερώτησιν δύναμαι μόνον ν’ ἀπαντήσω, ὅτι, ἐὰν διωρίσθησαν ἑλληνοδιδάσκαλοι, βεβαίως θέλουσιν ἀπολαμβάνει μισθὸν 160 δραχμῶν, καὶ ἐὰν διωρίσθησαν, βεβαίως διωρίσθησαν ὄχι μόνον εἰς θέσιν νενομοθετημένην, ἀλλὰ καὶ εἰς θέσιν διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ ἀνάλογος πίστωσις. Δευτέρα ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κορινθίας κυρίου Κανελλοπούλου εἶναι αὕτη. «Διὰ τοῦ ἀπὸ 26 Δεκεμβρίου 1881, ὑπ’ ἀριθ. 12,453 Β. Διατάγματος, συνεστήσατε διαγωνισμὸν ἐπὶ ὑποτροφίᾳ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅστις καὶ ἐγένετο, ἐπιτυχόντων ἐν μὲν τῷ παιδαγωγικῷ ἀγῶνι τεσσάρων φοιτητῶν, ἐν δὲ τοῖς τεχνικοῖς μαθήμασι δύω, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι, καὶ οἱ φοιτηταὶ ἐκεῖνοι μένουσι μετέωροι. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ γνωστὸν πόθεν προέρχεται ἡ βραδύτης τῆς μὴ ἐκτελέσεως τοῦ ἐν λόγῳ Διατάγματος». Ἡ ἐπερώτησις αὕτη εἶναι ὡρισμένη καὶ δικαιοῦται πρὸς ὡρισμένην ἀπάντησιν. Δὲν προεκάλεσα ἐγὼ τὸ Διάταγμα, ἀλλ’ ὁ προκάτοχός μου. Διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου ὡρίζετο νὰ ἀποσταλῶσιν ὑπότροφοι τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Εὐρώπην, ἐξ ὧν οἱ τέσσαρες, ὅπως σπουδάσωσι τὴν διὰ τῆς δευτέρας μεθόδου διδασκαλίαν τῶν μαθημάτων εἰς τὰ Σχολεῖα, οἱ δὲ δύω ἕτεροι, ὅπως σπουδάσωσι παιδαγωγικὰ καὶ εἰδικώτερον μουσικὴν, γυμναστικὴν καὶ ἰχνογραφίαν. Εἰς τὸ Διάταγμα τοῦτο ὡρίζετο ὑποτροφία 250 δραχμῶν δι’ ἕκαστον κατὰ μῆνα, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος πόθεν θὰ πληρωθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα. Ἐν τῷ τρίτῳ δὲ ἄρθρῳ τοῦ Διατάγματος τούτου ὁρίζεται, ὅτι «ὁ Ὑπουργὸς θέλει διορίσει δι’ ἀποφάσεώς του τοὺς κριτὰς, τοὺς ὅρους, καὶ τὸν χρόνον τοῦ ἀγῶνος, τὰ προσόντα τῶν διαγωνισθησομένων, τὰ μαθήματα ἐν οἷς θέλουσι διαγωνισθῆ, καὶ τοὺς ὅρους ἐφ’ οἷς θέλουσιν ἀποσταλῆ οἱ ὑπότροφοι.» Κατόπιν τοῦ Διατάγματος τούτου ἐν τῇ ἀποφάσει, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ προκάτοχός μου διατάξας νὰ ἐνεργηθῇ ὁ διαγωνισμὸς, λέγει, ὅτι ὁ μηνιαῖος μισθὸς τῶν νέων τούτων θὰ πληρώνηται ἀπὸ τὰ κληροδοτήματα, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ. Εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω τίποτε, καὶ ὅτι μέλλει ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§50ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τί ἔγεινε περὶ τῶν ἐξορίστων κληρικῶν;
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Παλαμίδου ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν, ὅτε κατέθεσα τὰ ἔγγραφα.
§52ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ποία εἶναι ἡ γνώμη σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς τὴν εἴπητε. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ἔνοχοι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι;
§53ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα παρὰ τῷ Προεδρείῳ τῆς Βουλῆς τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἐξορίστους κληρικούς, δυνάμει τῶν ὁποίων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν φρονεῖ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει καλῶς, καὶ δεδικαιολογημένη εἶναι ἡ καταδίκη τῶν κληρικῶν.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό. Εἶπον μόνον, ὅτι κατέθεσα τὰ ἔγγραφα.
§55ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι.....
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἔργα τῆς Βουλῆς αὐτά.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα θρησκευτικόν.
§58ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ θρησκευτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ καθαρῶς πολιτικοῦ, δὲν θὰ ἐφρόντιζε νὰ μὲ συμβουλεύῃ. Πρόκειται κυρίως περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ δεικνύωμεν ὅλοι ἐνδιαφέρον. Πρόκειται δὲ συνάμα νὰ ἀρθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολὺν χρόνον ταράττει τὴν κοινωνίαν. Τὰ ἔγγραφα, ἅπερ κατετέθησαν παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι ἀποτέλεσμα μελέτης ἐπιστημονικῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον φῶς διαχύνουσι. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἀποβλέπουσι τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, τὰ ἔργα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τὰ καθήκοντα τῶν κληρικῶν. Περὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ πρόκειται εἰς λύσιν, δὲν λέγουσι τίποτε. Ἤδη περὶ τίνας πρόκειται; Οἱ ἐξόριστοι κληρικοὶ παραπονοῦνται, ὅτι ἀδίκως καὶ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας ἐξεδιώχθησαν μακρὰν τῆς ἕδρας των, καὶ στεροῦνται τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας. Πρὸς ὑποστήριξιν δὲ τῶν παραπόνων των τούτων ἔφερον τὴν γνωμοδότησιν διακεκριμένων νομομαθῶν, ἔφερον αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Ἀπέναντι τοιούτων αὐθεντικῶν ἀποδείξεων, τοσούτῳ ἰσχυρῶν λόγων, εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Βουλὴ καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφανθῇ ἂν ἐτιμωρήθησαν καλῶς καὶ νομίμως, ἢ ἀδίκως καὶ παρὰ τὸν νόμον. Καὶ ἂν ἐτιμωρήθησαν νομίμως, πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος. Ἐὰν δὲ ἀδίκως ἐτιμωρήθησαν, πάλιν πρέπει νὰ φροντίσωμεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνην.
§59ΕΙΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τοῦ νὰ φροντίσῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος;
§60ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐὰν νομίμως ἔχωσι καταδικασθῆ, ἐννοῶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως, διότι ἐνόσῳ μένουν ἐλεύθεροι, ἔχει δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος. Λοιπὸν σήμερον πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Οἱ παραπονούμενοι κληρικοὶ κατεδικάσθησαν παρὰ τῆς Συνόδου εἰς δέκα ἐτῶν ἐξορίαν.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι ἐξορίαν.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς σωματικὸν περιορισμόν.
§63ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Εἰς σωματικὸν περιορισμόν, ὅστις μετεβλήθη εἰς ἐξορίαν.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξορία εἶναι, ὅταν ἐξέρχηταί τις τοῦ τόπου ἐν ᾧ εἶναι γεννημένος. Κατ’ αὐτοὺς λοιπὸν οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται εἰς τὰς φυλακὰς Ῥίου, εἶναι ἐξόριστοι.
§65ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχετε πολὺ λάθος.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται εἰς τὴν Αἴγιναν...
§67ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Αἴγιναν εἶναι φυλακαί. Τώρα θ’ ἀκούσητε.
§68ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ νόμος, κύριοι, τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, κατὰ τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον παραθέτει αὐτὴ ἡ Σύνοδος, ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι «Δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ τιμωρία εἰς κληρικόν, ἐὰν δὲν ἐνεργηθῇ προηγουμένως ἀνάκρισις παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ἀνήκει ὁ κληρικός». Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν δὲν προηγήθη ἡ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένη ῥητὴ αὕτη διατύπωσις, καὶ εἶναι γεγονός, ὅτι δὲν προηγήθη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐναντίον τοῦ νόμου, προέβη εἰς τὴν καταδίκην τῶν κληρικῶν αὐτῶν, 11 τὸν ἀριθμόν, καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς τὴν παράνομον ἐπεκύρωσε καὶ ἐξετέλεσεν, ἐναντίον τοῦ Νόμου, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀπεδείξατε ὅτι δὲν ἐγένετο ἀνάκρισις;
§70ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἡ μόνη ἀνάκρισις, ἥτις ἐγένετο, δὲν ἐγένετο παρὰ τοῦ ἁρμοδίου προσώπου, ἤτοι οὔτε παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου, οὔτε παρὰ τοῦ προσώπου, εἰς ὃ ἠδύνατο ν’ ἀναθέσῃ ὁ ἁρμόδιος Ἐπίσκοπος τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἐγένετο παρὰ ὑπαλλήλου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· ὁ δὲ νόμος διατάσσει ὅλως τὸ ἐναντίον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐνεργήθη. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ πρὶν ἀκόμη ἐπικυρωθῇ ἡ ἀπόφασις προεκλήθη ἡ γνώμη τῶν τριῶν διακεκριμένων νομοδιδασκάλων ἐν Ἑλλάδι κυρίων Β. Οἰκονομίδου, κ. Σαριπόλου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ γνωμοδότησις αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ κείμενον ζήτημα. Ἐγένετο πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν.
§72ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου καὶ διὰ τὸν ἴδιον ἀκριβῶς λόγον ἐγένετο ἡ γνωμοδότησις αὕτη, καὶ ἐχρησίμευσεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον ὡς δικαιολόγημα ν’ ἀρνηθῇ ὅ,τι βραδύτερον ἔπραξεν ἄλλος Ὑπουργὸς, διὰ τὴν προσβαλλομένην ἤδη ἀπόφασιν.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσεκλήθησαν νὰ γνωμοδοτήσωσι καὶ διὰ τὴν ἄνω ἀπόφασιν;
§74ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Εἰς αὐτὴν μάλιστα τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου ἀναφέρεται ἡ γνωμοδότησις, διαῤῥήδην ἀποδεικνύουσα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καθ’ ἃ ὁρίζει ὁ νόμος ῥητῶς, δὲν δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, ἡ ὁποία ἐκδίδεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀνακρίσεως, ἣν δὲν ἐξετέλεσε τὸ ἁρμόδιον πρόσωπον. Οὐ μόνον οἱ διακεκριμένοι αὐτοὶ νομομαθεῖς ἀπεκρίθησαν ῥητῶς, ὅτι «γνωμοδοτοῦμεν νὰ μὴν ἐγκριθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς διαληφθείσης ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἀπόφασις, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐνεργηθῇ ἁρμοδίως ἡ ἀνάκρισις καὶ νὰ παραταθῇ ὁ ἀναγκαῖος πρὸς κύρωσιν τῆς ποινῆς κανὼν», ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἐκκλησιαστικὸς νόμος αὐτὸ τοῦτο ὑπαγορεύει. «Ἐάν ποτε, λέγει, κληρικὸς ὑποπέσῃ εἰς ἁμάρτημα ἐκκλησιαστικὸν ἐπάγον καθαίρεσιν, ὁ Ἐπίσκοπος, εἴτε αὐτὸς, εἴτε κατὰ παραγγελίαν του, εἷς ἐκ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῆς ἐπισκοπῆς του, ἐνεργεῖ τακτικὴν ἀνάκρισιν, καὶ ταύτης περατωθείσης, πέμπει τὸν φάκελλον τῆς ἀνακρίσεως εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἥτις δικάζει κατὰ τὰς κανονικὰς διατάξεις καὶ τὰς ἐκκλησιαστικὰς διατυπώσεις, ἀφοῦ πρῶτον ἀκούσῃ τὸν κατηγορούμενον κληρικόν.» (Ἄρθρ. Θʹ. τοῦ περὶ Ἐπισκόπων νόμου). Καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον ΙΔʹ τοῦ αὐτοῦ νόμου, αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ἐκδίδωνται ᾐτιολογημέναι μετὰ τῆς παραθέσεως καὶ τῶν κανόνων, ἐφ’ ὧν αὗται στηρίζονται.
§75ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου εἶναι τελεσίδικος· δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§76ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις· ἀλλὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις σας δύνασθε νὰ τὰς ὑποστηρίξητε ἀπὸ τοῦ βήματος. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, λέγουσιν οἱ νομοδιδάσκαλοι, ὅτι ἐπεβλήθη ποινὴ, καὶ ἐπεκυρώθη ἡ ποινὴ αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ τοιαύτην ποινὴν δὲν ἀναφέρει ὁ νόμος, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ παρὰ τῆς Συνόδου ἡ ἐπιβληθεῖσα εἰς τοὺς κληρικοὺς ποινή. Λοιπὸν ὁπόταν ἔχωμεν γνώμην αὐθεντικὴν, ὅτι εἶναι παράνομος, ὁπόταν ἔχωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῶν κληρικῶν, ὅταν ἔχωμεν αὐτοὺς τοὺς ἰδίους κυβερνήτας ὁμολογοῦντας σχεδὸν, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθησαν εἰς δεκαετῆ περιορισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἀφίνοντας ἐλευθέρους αὐτοὺς, πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, πρῶτον διὰ νὰ τρέφωνται τὰ σκάνδαλα, καὶ δεύτερον διὰ νὰ δίδηται ἀφορμὴ δικαίων παραπόνων; Ἐγὼ νομίζω ὄχι. Πρέπει νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ λύσις. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν εἶχε δίκαιον ἡ Σύνοδος νὰ καταδιώξῃ αὐτοὺς τοὺς κληρικούς; Ὄχι. Ἡ Σύνοδος κατεδίωξε τοὺς κληρικοὺς καὶ ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς περιορισμὸν, λόγῳ, ὅτι ἠσπάσθησαν τὴν αἵρεσιν τοῦ Μακράκη. Πρέπει ὅμως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ σεβαστὸν Σῶμα, ὅτι οἱ καταδιωκόμενοι εἶναι ἐκ τῶν διακρινομένων ἐπὶ ἠθικότητι. Τίς ὅμως ἐγένετο ὁ παραίτιος νὰ ἀσπασθῶσι τὴν αἵρεσιν τοῦ Μακράκη καὶ ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ, οἱ ἄνω κληρικοί; Ἀκούσατε τί λέγει αὐτὴ ἡ ἱερὰ Σύνοδος: Ἀριθ. πρωτ. 8,266. Διεκπερ. 6,180.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς κατὰ τὴν ἐπικράτειαν Σεβασμιωτάτους ἱεράρχας. Ὁ ἐκ τῆς νήσου Σίφνου ἐλλόγιμος κ. Α. Μακράκης, γνωστὸς ἐπὶ τοῖς ἓν ὅλον ἔτος καταχωρισθεῖσιν ἐν τῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐκδιδομένῃ ἐφημερίδι τῇ «Δικαιοσύνη» ἐκκλησιαστικοῖς ἄρθροις, μαρτυροῦσι τάς τε ἀκλονήτους ἐπὶ τοῦ θείου λόγου ἑδραζομένας πεποιθήσεις καὶ τὰς χριστιανικὰς αὐτοῦ ἀρετὰς ἐμπνεόμενος καὶ ἤδη ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ διαπύρου χριστιανικοῦ ζήλου ὑπὲρ τῆς διαδόσεως τῶν θείων ἀληθειῶν καὶ τῆς δόξης τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, ἀνηνέχθη πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἐξαιτούμενος συστηθῆναι παρ’ αὐτῆς τὴν προαγγελλομένην ἐκδοθήσεσθαι ὑπ’ αὐτοῦ ἐκκλησιαστικὴν ἐφημερίδα ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Λόγος». Ἡ Σύνοδος, ἀείποτε μεριμνῶσα ὑπὲρ τῆς ψυχικῆς σωτηρίας τοῦ χριστωνύμου πληρώματος τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας καὶ συναισθανομένη τὴν ἔλλειψιν ἐκκλησιαστικῆς ἐφημερίδος, ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ διδασκούσης πάσας τὰς θείας ἀληθείας καὶ οἰκοδομούσης ἐπὶ τῆς ἁγίας τοῦ Χριστοῦ πίστεως τοὺς ἀναγνώστας αὐτῆς, ἀπεδέχθη τὴν αἴτησιν τοῦ διαληφθέντος κ. Α. Μακράκη, προσφερομένου ὑπηρετῆσαι τῇ Ἐκκλησίᾳ. Καὶ δὴ τὴν ἔκδοσιν τοιαύτης ἐφημερίδος συνιστῶσα ἡ Σύνοδος πρὸς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς ἅπαντα τὸν κατὰ τὴν ὑμετέραν δικαιοδοσίαν εὐλαβέστατον κλῆρον καὶ εὐσεβῆ λαὸν, πέμπει ὧδε ἐγκλείστως πρὸς ἕκαστον ὑμῶν τέσσαρα ἔντυπα τῆς ὑπὸ τοῦ συντάκτου ἐκδοθείσης ἀγγελίας, ὅπως τὸ ἐφ’ ὑμῖν προτρέψητε τὸν Ἱερὸν Κλῆρον καὶ τοὺς χριστιανούς, ἵνα ἐγγραφῶσι συνδρομηταί. Πεποιθυῖα δὲ ἡ Σύνοδος, ὅτι καὶ ὑμεῖς θεωρεῖται ὠφέλιμον τοῖς χριστιανοῖς τὴν ὕπαρξιν ἐκκλησιαστικῆς ἐφημερίδος, ἔχει χρηστὰς τὰς ἐλπίδας, ὅτι συντελέσητε ἐγγραφῆναι ὡς πλείους συνδρομητάς. Ἐγγραφέντων δὲ τούτων, δέον ἐπιστραφῆναι τὰς ἀγγελίας πρὸς τὴν Σύνοδον ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 5 Δεκεμβρίου 1876. † Ὁ Ἀθηνῶν ΘΕΟΦΙΛΟΣ, πρόεδρος † Ὁ Ἰθάκης ΓΑΒΡΙΗΛ † Ὁ Θηβῶν καὶ Λεβαδείας ΔΟΣΙΘΕΟΣ † Ὁ Γυθείου ΙΩΣΗΦ. † Ὁ Θήρας ΖΑΧΑΡΙΑΣ. Ὁ Βʹ. Γραμματεὺς Εὐθύμιος Ἀλεξανδρόπουλος Ἀρχιμανδρίτης.
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει τὸ ἔγγραφον τοῦτο;
§78ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. 5 Νοεμβρίου 1876.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχον ἀποκαλυφθῆ ἀκόμη τὰ τοῦ Μακράκη.
§80ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐκ τούτων λοιπὸν βλέπετε, ὅτι πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ ν’ ἀκολουθήσωσι τὰς γνώμας καὶ τὰς διδασκαλίας τοῦ Μακράκη οἱ ἄνω κληρικοὶ ὑπῆρξεν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος. Τότε δὲ, σημειώσατε, ὅτι ὁ Μακράκης δὲν ἔγραφεν, οὔτε ἐδίδασκεν ἢ αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα κατόπιν κατηγορήθη ὡς αἱρετικός. Τότε ὁ Μακράκης ἦτο θεοσεβὴς, ἐλλόγιμος, ἀκλόνητος εἰς τὰς πεποιθήσεις του· κατόπιν διὰ τὰ αὐτὰ ἦτον αἱρετικός. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετασθῇ καὶ πῶς ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ μεταβολή. Ἰδοὺ πῶς ἐπῆλθε. Τοῦτο δὲ δὲν βλάπτει νὰ γείνῃ γνωστόν, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ ἄλλοτε ἀνεπτύχθησαν καὶ ἐν τῇ δημοσιότητι καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· καὶ ἤδη, ἐὰν ἀναπτυχθῶσι περισσότερον, θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὴν πεποίθησιν ἑκάστου καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ ὡς πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἡ μεταβολὴ κυρίως τῆς Συνόδου ἐπῆλθε κατόπιν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὅλοι γνωρίζετε τὰ ἐπισκοπικὰ καὶ ὅλοι γνωρίζετε τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων διὰ τὰ ἐπισκοπικά. Καὶ γνωρίζετε ὅτι κατεδιώχθησαν μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν σιμωνίαν, ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ σχηματισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, καὶ ἀφοῦ ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη καὶ κατεδικάσθησαν οἱ ὑπουργοὶ εἰς φυλάκισιν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς εἰς παῦσιν, ἔκτοτε ἀρχίζει ὁ Μακράκης νὰ γίνεται αἱρετικὸς καὶ ἐχθρὸς τῆς Συνόδου, διότι καὶ ὁ Μακράκης ἐφρόνει ὅπως δύναται νὰ φρονῇ ἕκαστος χριστιανός, ὅτι ὤφειλε νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν θρησκείαν καὶ νὰ ἐφαρμοσθῶσι κατὰ τῶν καταδικασθέντων Ἐπισκόπων οἱ κανόνες τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τὴν θρησκείαν νομίζετε, ὅτι συμβαίνει ἄλλο τι παρὰ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν Πολιτείαν; Συμβαίνει αὐτὸ τὸ ἴδιον, καὶ καθὼς ὅταν συμβαίνῃ νὰ γίνῃ τι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἕκαστος πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ καταγγείλῃ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ εἰς τὴν θρησκείαν ἕκαστος χριστιανός, ὅταν πρόκηται νὰ καταπατηθῇ κανών τις τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλει νὰ καταγγέλλῃ τὸν παραβαίνοντα τὸν κανόνα. Ὑπάρχουν, κύριοι, δύω κανόνες σπουδαιότατοι, οἵτινες παρεβιάσθησαν, ὁ 29 καὶ ὁ 30· ὁ μὲν εἷς λέγει...
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποίας Συνόδου;
§82ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τῆς μεγάλης Συνόδου τῶν ἁγίων Ἀποστόλων «εἴτε δὲ ἀρχιερεὺς, εἴτε ἄλλος κληρικός, ὑπόκεινται εἰς τὰς αὐτὰς ποινὰς μὲ τὸν καταδικασθέντα Σιμωνιακὸν, ἐὰν συγκοινωνῶσιν αὐτῷ κλπ.» Ἡ Σύνοδος ἠθέλησε μετὰ τὴν καταδίκην νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ, καὶ ἐγένετο εἷς ἀγὼν μεταξὺ Συνόδου καὶ Κυβερνήσεως, τῆς μὲν Συνόδου ἐπιμενούσης νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς καταδικασθέντας, τῆς δὲ Κυβερνήσεως ζητούσης νέους, μέχρις οὗ ἐπῆλθεν ἀμοιβαία συναλλαγὴ καὶ ἐγένοντο οἱ τελευταῖον χειροτονηθέντες Ἀρχιερεῖς.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ τρισύνθετον δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μ’ αὐτά;
§84ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ Μακράκης ἐπέμενεν ἵνα ἐφαρμοσθῶσιν οἱ ἄνω κανόνες καὶ κατὰ τῶν καταδικασθέντων καὶ κατὰ τῆς Συνόδου, ἔγεινεν ἐχθρὸς τῆς Συνόδου καὶ διότι ἐτόλμησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν Σύνοδον διὰ τὰ παραπτώματα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανον χώραν.
§85ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ τρισύνθετον δὲν ἔχει νὰ κάμῃ μ’ αὐτά;
§86ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φρονεῖ, ὅτι ἡ ἔρις ἐγεννήθη ἐκ τοῦ τρισυνθέτου καὶ δισυνθέτου· ἀλλ’ αὐτὸ ἐχρησίμευσε κυρίως ὡς ἀφορμή, διότι τὸ τρισύνθετον εἶχε διδαχθῆ ὅταν ἡ Σύνοδος συνίστα τὸν «Λόγον», τὸν ὁποῖον συνέττατε καὶ ἔγραφεν ὁ κ. Μακράκης πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διότι ἦτο συνδρομητὴς ἡ Σύνοδος καὶ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ τρισύνθετον. Κατόπιν ἤρχισεν ἡ ἔρις, καὶ τοῦτο ὄχι διότι ὡμίλει ἐναντίον τῆς θρησκείας ὁ Μακράκης, ἀλλὰ διότι ἐπολέμει τὰ ἀντικανονικά. Δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ θρησκείας, διότι δὲν δίδεται εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς θρησκείας, διότι εἶναι δικαίωμα πεποιθήσεως, διότι ἡ θρησκεία εἶναι ἤδη πρὸ αἰώνων ἐγκατεσταμένη εἰς τὴν συνείδησιν τῶν χριστιανῶν καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι περισσότερον χριστιανός, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα συνειδήσεως. Λοιπὸν δὲν ἐπρόκειτο περὶ θρησκείας, ἐπρόκειτο κυρίως δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου. Λοιπὸν τί πταίουν, κύριοι, σήμερον οἱ κληρικοί, καὶ τί δικαίωμα ἔχει ἡ Σύνοδος, διότι ἔχει πάθος πρὸς τὸν Μακράκην, νὰ περιορίσῃ ἐπὶ δέκα ἔτη ἕνδεκα διακεκριμένους κληρικούς; Ἔπειτα διατί νὰ μὴν ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον καὶ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ Ἐκκλησία; Αὐτὰ κυρίως, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, αὐτὰ τὰ ἴδια μᾶς βεβαιοῦν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μᾶς βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀφ’ ὅτου ἐγκατεστάθη Βασίλειον καὶ Σύνοδος ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐπιβάλλωνται ποιναὶ αὐθαίρετοι. Ἡ Σύνοδος καὶ ἡ θρησκεία πρέπει νὰ στηρίζωνται πράγματι εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας, δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύωσι δι’ ἄλλον σκοπόν, καὶ μάλιστα ὡς ὄργανον ἐκδικήσεως ἰδιαιτέρων παθῶν. Γνωρίζετε δέ, κύριοι, τί θὰ εἰπῇ καλόγηρος μὲ πάθος. (Ἱλαρότης)
§87ΤΙΝΕΣ. Τί πάθος;
§88ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ, ὅτι ἐνδιαφέρεται νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὴν παρακαλέσω νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν μὲν ἡ ἀπόφασις ἦναι παράνομος, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς ὁπωσδή ποτε, ἢ νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν χάριτος, ἐὰν δὲ ἡ ποινὴ ἦναι δικαία, πρέπει νὰ τοῖς εἴπῃ, ὅτι δικαίως ἐτιμωρήθησαν. Αὐτό, κύριοι, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§89ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Παλαμίδης διὰ τοῦ συμπεράσματος, εἰς ὃ κατέληξε, κατέδειξεν, ὅτι ἡ συζήτησις, ἣν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἐπερωτήσαντες προὐκάλεσαν, ἦν ἄσκοπος καὶ ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς, καθόσον κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δέον νὰ ἀπονείμῃ χάριν εἰς τοὺς καταδικασθέντας κληρικούς. Φρονῶ δὲ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ὅτι λόγῳ ἐπιεικείας ὡς ἐκ τῆς αὐστηρότητος τῆς ποινῆς δέον ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν κληρικῶν αὐτῶν, ὅπως μετριασθῇ ἡ ποινή των· οἱ ἐπερωτήσαντες ὅμως, ὡς καὶ ὁ κ. Παλαμίδης δι’ ὅσων ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας του εἶπε, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχον αὐτὸν τὸν σκοπόν, ἀλλὰ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν πρόθεσιν ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἦναι ἔγκυρος, ἂν στηρίζεται εἰς τοὺς κανόνας ἢ οὔ, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει ν’ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου. Τὰ καθήκοντα τῶν καθεστηκυιῶν Ἐξουσιῶν ἐν τῷ Κράτει εἶναι ἀκριβῶς διακεχωρισμένα, καὶ οὐδεμία Ἐξουσία δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων τῆς ἄλλης Ἐξουσίας, καθόσον ἄλλα εἶναι τὰ καθήκοντα τῆς Ἐκτελεστικῆς, ἄλλα τῆς Νομοθετικῆς, καὶ ἄλλα τὰ καθήκοντα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δυνάμει τῶν κανόνων καὶ τοῦ ἰσχύοντος καταστατικοῦ τῆς Συνόδου, ἔχουσα ἰδίαν δικαιοδοσίαν, ἐνασκοῦσα δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ἐφήρμοσε τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους καὶ ἐπέβαλε ποινάς· ἡ δὲ ἀπόφασις τῆς Συνόδου κατέστη τελεσίδικος διὰ τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, ἤτοι οἱ καταδικασθέντες κληρικοὶ κατηγορήθησαν, ἐνεργήθη ἀνάκρισις κατ’ αὐτῶν, ἐξεδόθη ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἥτις περιεβλήθη, δυνάμει τοῦ καταστατικοῦ, μὲ τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως, ὃν ἀποτελεῖ τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, ἐὰν ἐξεδόθη σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας; Δύναται, ἐρωτῶ πάντας τοὺς βουλευτὰς καὶ πρὸ πάντων τὸν κ. Στεφανίδην, ἡ Βουλὴ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα ἄλλης Ἐξουσίας;
§90ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἂν δὲν στηρίζηται εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἄκυρος· ἐπὶ ἀποφάσεως παρανόμου, μὴ στηριζομένης εἰς τὸν νόμον, εἶναι ἄκυρον τὸ Διάταγμα.
§91ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑποθέσωμεν, κύριε Στεφανίδη, — διότι δὲν ἐννοῶ, οὐδὲ δικαίωμα ἔχω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου, καὶ τοῦτο διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπέμβασις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα καὶ καθήκοντα ἄλλης Ἐξουσίας — ὑποθέτω ὅμως, ὅπως καταδείξω τὸ ἄτοπον τῆς συζητήσεως ταύτης, ὅτι κατηγορεῖταί τις ἐπὶ κλοπῇ ἐνώπιον Πλημμελειοδικείου, καὶ ἐν ᾧ τὸ ἀντικείμενον τῆς κλοπῆς εἶναι ἔλαττον τῶν δραχμῶν 20, τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς φυλακίσεως. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ ἀκυρώσῃ αὐτήν; Παρομοία εἶναι ἡ περίπτωσις, περὶ ἧς συζητοῦμεν σήμερον, καὶ εἰς τοιαῦτα ἄτοπα θέλουσι νὰ μᾶς περιαγάγωσιν οἱ ἐπερωτήσαντες. Ὁ κ. Στεφανίδης ἐπεκαλέσθη γνωμοδότησίν τινα τῶν νομομαθῶν Καλλιγᾶ, Σκριπόλου καὶ Οἰκονομίδου· ἡ γνωμοδότησις ὅμως αὕτη τὸ παράπαν δὲν ὠφελεῖ τὸν κ. Στεφανίδην καὶ τοὺς καταδικασθέντας κληρικούς· τοὐναντίον, εἶναι κατ’ αὐτῶν, καθόσον ἐπὶ ἄλλης ὑποθέσεως πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος οἱ νομομαθεῖς ἠρωτήθησαν περὶ τοῦ τύπου ἐγκύρου ἀποφάσεώς τινος τῆς Συνόδου, ἀπεφάνθησαν δὲ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου δὲν ἦτο κατὰ τύπους ἔγκυρος καὶ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς διὰ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τῆς Συνόδου ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν διὰ τῆς μὴ ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα. Ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα σύμφωνα μὲ τὸ καταστατικὸν τῆς Συνόδου καὶ ὑπάρχει πλήρης τελεσιδικία, δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου ἦναι νόμιμος ἢ οὔ;
§92ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπόθες, ὅτι ἀπεφάσιζε νὰ κόψουν τὴν γλῶσσαν.
§93ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Δουζίνα, περὶ ἀντικειμένων φαντασιωδῶν, οὐδὲ δύναται νὰ ἦναι ζήτημα, ὅταν δὲν ἔχωμεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου χωρὶς ν’ ἀντιποιηθῶμεν καθήκοντα ἄλλης Ἐξουσίας καὶ μάλιστα καθ’ ὑπέρβασιν καὶ ἀναρμοδίως. Ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα ἀπὸ αἴσθημα ἐπιεικείας καὶ οἴκτου νὰ συστήσωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ δοθῇ χάρις εἰς τοὺς κληρικοὺς αὐτοὺς, ἂν καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κληρικοὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἄξιοι ἀπολύτου συμπαθείας. Ὁ διδάσκαλός των, ὁ Μακράκης, καὶ οἱ κληρικοὶ οὗτοι, ἀντὶ νὰ ἔρχωνται ἐν μέσαις Ἀθήναις, ὅπου ἐδίδαξεν ὁ Παῦλος, ὅπου τὰ φῶτα εἶναι ἐξηπλωμένα, καὶ ὁ Χριστιανισμὸς, ἔχων βαθείας ῥίζας, δὲν σαλεύεται, ἀντὶ, λέγω, νὰ μᾶς διδάσκωσι περὶ δισυνθέτου καὶ τρισυνθέτου, ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετήσωσι καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸν Χριστιανισμόν, ἐὰν μετέβαινον εἰς τὴν Θρᾴκην, εἰς τὴν Μακεδονίαν, εἰς τὰς πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως διαφωτίσωσι τοὺς λαοὺς ἐκείνους, μεταδίδοντες τὰς ἀρχὰς τοῦ Χριστιανισμοῦ, καθ’ ἃ ἔπραττον οἱ ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ καὶ ὄχι διαμένοντες ἐν Ἀθήναις, ὅπου καὶ τὰ νήπια πρεσβεύουσι τὸν Χριστιανισμόν, νὰ θέλωσι νὰ μᾶς διδάξωσι περὶ δισυνθέτου καὶ τρισυνθέτου, προκαλοῦντες ἔριδας καὶ ῥήξεις ἐκκλησιαστικὰς καὶ ὑβρίζοντες τοὺς ἀνωτάτους τῆς Ἐκκλησίας λειτουργούς.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§95ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἦλθον οὔτε ἔρχομαι ἐνώπιόν σας νὰ φέρω τὸν λόγον οὔτε ὑπὲρ τοῦ Μακράκη, τὸν ὁποῖον οὔτε κατὰ πρόσωπον γνωρίζω, οὔτε ὑπὲρ αἱρετικῶν. Ἔρχομαι μόνον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν σεβαστὴν ταύτην Βουλὴν, ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, καὶ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ζήτημα θὰ περιορισθῶ. Ἐδῶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι κατηγορηθέντες ὡς αἱρετικοί· ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἐπεμβαίνω πῶς ἔκαμε τὴν ἀνάκρισιν, ἀλλ’ ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς κανόνας, διότι οἱ κανόνες 4 καὶ 5 λέγουσι ῥητῶς, «ὅστις εὑρεθῇ αἱρετικὸς ἐκ τῶν κληρικῶν καθαίρεται ἢ ἀφορίζεται». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἄλλη θεραπεία παρὰ νὰ κοποῦν τὰ γένεια των. Ἡ καθαίρεσις ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ὁ καθαιρούμενος κληρικὸς «χάνει τὰ γένεια του»·
§96ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§97ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην πρὸς κοινὸν σκάνδαλον.
§98ΜΑΥΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ ζήτημα· δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος).
§99ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε πρόεδρε, ἀπὸ τῆς ἐνστάσεως.
§100ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· τὴν ἀναλαμβάνω ἐγώ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Αὐτὸ δὲν εἶναι τρόπος συζητήσεως. (Θόρυβος).
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐγείρονται νὰ ἀναχωρήσουν). (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 10 μ. μ.)