1882.05.27
1,532 rows · 12,287 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80
τῆς 27 Μαΐου 1882.
(Ὥρα 3 μ. μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κτήματος Ἀδαμῶν Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων ἐξαιτεῖται πίστωσιν 370 δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐργασθέντων ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων ἐξόδων. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ τὴν πίστωσιν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί! Σήμερον πρόκειται νὰ ἀπονεμηθῇ σύνταξίς τις εἰς τὴν σεβαστὴν οἰκογένειαν τῶν τέκνων, τοῦ ἀοιδίμου Κουντουριώτου, καὶ ἁπαξάπασα ἡ Βουλὴ τοῦ Ἔθνους μετὰ συγκινήσεως ἐδείχθη πρόθυμος νὰ ψηφίσῃ τὸν περὶ τῆς συντάξεως ταύτης Νόμον, ἐκπληροῦσα καθῆκον εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν μνήμην τῆς οἰκογενείας Κουντουριώτου, διότι αὕτη κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ὑπῆρξεν ὁ θεμέλιος λίθος τῆς παλιγγενεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐκ τῶν πρώτων δὲ καὶ ἐγὼ θέλω ψηφίσει μετὰ πάσης προθυμίας· ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκον νὰ συστήσω εἰς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῆς οἰκογενείας τοῦ Δικαίου Φλέσσα, πεινώσης, καὶ στερουμένης καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας τῆς οἰκογενείας Φλέσσα πρὸς τὴν Πατρίδα, ὡς γνωστὰς εἰς ὅλους τοὺς Πελοποννησίους καὶ Στερεολαδίτας. Προτείνω λοιπὸν νὰ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην διὰ νόμου σύνταξις πρὸς ἐξοικονόμισιν τῶν τοῦ βίου της ἀναγκαίων ἐφοδίων. Ἤδη ὑποβάλλω πρότασιν νόμου ὑπὲρ τῶν διδασκάλων τῶν διδαξάντων τὴν νεολαίαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, τοῦ νὰ ἀπολαύσωσι τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ διδάσκαλοι τοῦ Κράτους, καθ’ ὅσον ἡ παιδεία ὡρισμένην πατρίδα δὲν ἔχει, καὶ δίκαιον εἶναι νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ διδάσκαλοι τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, ἔστω καὶ ἂν ἐδίδασκον τὴν νεολαίαν πρὸ τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Διὸ καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν πρότασίν μου καὶ εὔχομαι περὶ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεώς της, καθόσον θεωρῶ τοὺς ἐν Τουρκίᾳ διδασκάλους, διδάσκοντας τὰ ἐγκύκλια ἑλληνικὰ γράμματα εἰς τὴν νεολαίαν, ἀνωτέρους παντὸς ἐπαίνου, ὡς καλλιεργοῦντας καὶ διατηροῦντας ἐν τῇ ἀκμῇ τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, καθότι διὰ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς Ἑλληνικῆς μαθήσεως ἠρέμα θὰ ἀποξηρανθῇ ἢ θὰ καταπέσῃ τὸ δένδρον τοῦ ἀπολιτισμοῦ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Ἀνθούσης Ῥοζοῦ, θυγατρὸς τοῦ ποτὲ στρατηγοῦ Χ. Παλάσκα, ἐξαιτουμένης, διὰ τὰς γνωστὰς καὶ μεγάλας ἐκδουλεύσεις τοῦ πατρός της, αὔξησιν τοῦ εἰς αὐτὴν χορηγουμένου μηνιαίου ἐπιδόματος. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλέξανδρος Ῥηγίδης, πρώην ὑπολοχαγὸς τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, λιποτακτήσας κατὰ τὸ 1878, κατέφυγε εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ ταγματάρχου Ἐμὶν ἐφέντη, ὅπου εἰσέτι διαμένει· ζητεῖ ἤδη ἵνα ἀναγνωρισθῇ μὲ τὸν βαθμὸν, ὃν ἔχει, καὶ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατόν.— Αἴτησις Θεοδώρου Τσελιοπίτσαρη Κολονιώτου, ὁπλαρχηγοῦ, κατοίκου Ἀθηνῶν, περὶ ἀπονομῆς μηνιαίου ἐπαρκοῦς μισθοῦ, λόγῳ ἐκδουλεύσεων. Αἴτησις Νικολάου Παπαδοπούλου ἐκ Τριπόλεως, ἐπιτίμου ὑπολοχαγοῦ τῆς Φάλαγγος τοῦ 1821, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ βαθμοῦ του. — Ἔκθεσις τῶν Βουλευτῶν Πυλίας Δ. Τριγγέτα καὶ Π. Τριγγέτα πρὸς τὴν Βουλὴν. Θὰ τυπωθῇ,
§7ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσήνης κ. Κωνστ. Κουμουνδούρου. (Ἀναγινώσκει) (Ὅρα Παράρτημα). Ἑτέρα Ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου κ. Γ. Φιλαρέτου. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Διενεμήθη εἰς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς αἴτησις τοῦ Νικολάου Παπαδοπούλου, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν εἰς τὴν ἐνεργὸν Φάλαγγα κατάταξίν του, ἀποδίδουσα οὕτω εἰς αὐτὸν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ ἔχῃ. Εἶναι πενέστατος καὶ ἄξιος τῆς προνοίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄλλοτε ἀνεφέρθη καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὸν κἄποια βοήθεια. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχουσι τὴν θέλησιν νὰ ἀποδώσουν εἰς τὸν ἀναφερόμενον αὐτὸν ἀγωνιστὴν τὴν ἀπαιτουμένην περίθαλψιν. Παρακαλῶ καὶ ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§10ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, διὰ τὰς ναυτικὰς καὶ στρατιωτικὰς παρασκευὰς ὑποβάλλω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις τῆς πρώτης σειρᾶς τοῦ δανείου, τοῦ μέλλοντος νὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς καταρτισμὸν τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν ἐθνικῶν δυνάμεων. Ἐν συνόλῳ ἀπαιτοῦνται 40 ἑκατομύρια, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἔχομεν ἀνάγκην 10 ἑκατομμυρίων. Συγχρόνως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῆς πιστώσεως τῆς ἀναγκαίας διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ τοῦ δανείου. Ἐδῶ ἐπισυνάπτονται εἰδικῶς τὰ κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ δαπανηθῇ τὸ δάνειον τοῦτο διὰ τὰς παρασκευὰς καὶ τὰς ναυτικὰς καὶ τὰς στρατιωτικὰς τοῦ Κράτους. (Ὅρα Παράρτημα).
§11Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ σχέδια ὑπ’ ὄψιν.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλετε νὰ ἠξεύρετε τὰ πλοῖα; Ἐνθυμεῖσθε, προχθές, κατεγίναμεν εἰς μηχανικὰς θεωρίας· θέλετε τώρα νὰ καταγίνωμεν καὶ εἰς ναυπηγικὰς καὶ πυροβολικάς;
§13Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι λέγει ὁ νόμος.
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τούτου. Ἐν τοσούτῳ θὰ μελετήσω τὰ ναυπηγικὰ, διὰ νὰ παρασκευασθῶ εἰς τὴν συζήτησιν.
§15Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλά θὰ κάμητε.
§16ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Τουρκικῶν καὶ Ἰσραηλιτικῶν Ἐκπαιδευτηρίων ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Περὶ γεωργικῆς Σχολῆς οὐδεμία φροντίς!
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν· ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας· ἕτερον περὶ προσόντων τῶν τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἕτερον περὶ Σχολῆς τῶν μαθημάτων τῆς τηλεγραφίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι θὰ μοὶ κάμητε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ἐπ’ ὀλίγον πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι πρόκειται νὰ ὁμιλήσω περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὅλοι, φρονῶ, παραδεχόμεθα, ὅτι εἶναι τῆς πρωτίστης ἀνάγκης καὶ σπουδαιότητος, περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις πρέπει νὰ προσελκύσῃ σπουδαίως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξευρεθῶσι τὰ δυνατὰ μέσα τῆς θεραπείας. Ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον θέλω καταλήξει εἰς ἐπερώτησιν μὲν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς πρότασιν δὲ πρὸς τὴν Βουλήν. Ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπετέλεσε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη προόδους ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ καὶ ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι ἡ ἠθικὴ πρόοδος δὲν εἶναι ἀνάλογος. Πολλοὶ ἠσχολήθησαν, ὅπως ἀνεύρωσι τὰ αἴτια τούτου· βεβαίως διάφοροι ἐδόθησαν λύσεις, διότι οἱ μὲν ἀπέδωκαν τοῦτο εἰς ταύτην τὴν αἰτίαν, οἱ δὲ εὗρον τὸ αἴτιον ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ δὲν πρόκειται ν’ ἀσχοληθῶ σήμερον εἰς γενικὴν τοῦ ζητήματος τούτου ἐξέτασιν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ ὅτι οἱανδήποτε λύσιν καὶ ἂν παραδεχθῇ τις, ὡς λόγον τῆς ἐνεστώσης ἠθικῆς τοῦ Τόπου καταστάσεως, δύω ἐκ τῶν κυριωτέρων αἰτίων βεβαίως θέλει παραδεχθῆ......
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶναι τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§21ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτωσι διὰ νὰ τελειώσω γρήγορα.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀνάπτυξις νὰ γείνῃ τὸ Σάββατον.
§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σύντομον εἰσήγησιν θὰ προτάξω τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τῆς προτάσεώς μου· ἡ συζήτησις ἂς γείνῃ τὸ Σάββατον. Ἀφοῦ κατηναλώσαμεν τόσον χρόνον εἰς ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα φρονῶ δὲν ἦσαν ἐξ ἴσου σπουδαῖα καὶ ἐπείγοντα......
§24ΠΟΛΛΟΙ. Ὁρίστε, ὁρίστε. Προχωρήσατε.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι καλλίτερον ν’ ἀναβάλητε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς σας εἰς τὸ Σάββατον, ὅτε ἔχομεν ὅλον τὸν χρόνον διαθέσιμον;
§26ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ μὴ διακόπτητε.
§28ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατ’ ἐμὲ τὰ κυριώτερα τῶν αἰτίων τῆς ἠθικῆς τοῦ Τόπου ὀπισθοδρομήσεως ἀναμφισβητήτως εἶναι, πρῶτον ἡ ἔλλειψις καλῆς καὶ ταχείας ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ δεύτερον ἡ ἔλλειψις τῆς καλῶς ἐννοουμένης ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ. Ἤθελον ἀδικήσει τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιμείνω, ὅπως πλατύτερον ἐξηγήσω τὴν ἔννοιαν τῶν τοιούτων λόγων μου. Ὅθεν περιορίζομαι μόνον εἰς τὸ νὰ καταδείξω ἁπλῶς τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προσελκύσωσι τὴν προσοχὴν παντὸς, σπουδαίως ἐργαζομένου πρὸς βελτίωσιν τοῦ Τόπου. Πάντες, πιστεύω, ζωηρῶς αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς ἠθικῆς ἀναπλάσεως τοῦ Τόπου. Ἀνάγκη καὶ ἐπείγουσα εἶναι νὰ προβῶμεν εἰς πρόοδον ἠθικὴν καὶ διανοητικὴν ἀνάλογον πρὸς τὰς ἱστορικὰς ἡμῶν παραδόσεις καὶ πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ αἰῶνος. Εὐχαρίστως δὲ παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸς ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἰδίᾳ τῆς δημοτικῆς. Ἐὰν δὲ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι ἀνάλογα νομοσχέδια πρὸς βελτίωσιν τῆς δικαιοσύνης, δὲν τολμῶ νὰ ὑποπτεύσω ἔλλειψιν θελήσεως, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι αἰσθάνεται ὀλιγώτερον ἐμοῦ τὴν ἀνάγκην τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως. Τοῦτο μᾶλλον ἀποδοτέον εἰς ἔλλειψιν χρόνου ἱκανοῦ καὶ ἴσως εἰς τὸ ὅτι δὲν ὡρίμασεν ἔτι ἡ ἰδέα περὶ τοῦ καταλληλοτέρου συστήματος πρὸς τοῦτο. Ὅ,τι ὅμως φρονῶ καὶ μετὰ ἑδραίας πεποιθήσεως εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν, οὕτως εἰπεῖν, διάταξιν ὅλων, τόσῳ τῶν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅσῳ καὶ τῶν ἐκτὸς αὐτοῦ. Ὡς δὲ τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας, ὡς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ τῶν στρατιωτικῶν παρασκευῶν ἀπησχόλησαν ἐπὶ πολὺ τὸν Τόπον ἐν γένει, ἑπομένως καὶ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οὕτω καὶ τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ ἀναβιβασθῇ εἰς τὸ ἐμπρέπον σημεῖον, πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τοὺς πάντας, νὰ μελετηθῇ ἐπαρκῶς, ὅπως δοθῇ ἡ πρέπουσα λύσις. Εἶναι ἀναντίῤῥητον πλέον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη πάσχει. Ἡ ἐνεστῶσα δὲ κατάστασις αὐτῆς, κατ’ ἐμὲ, ὀφείλεται εἰς πολλοὺς λόγους, ὧν οὐσιωδέστεροι εἶναι οὗτοι. Πολλαὶ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων ἐῤῥίφθησαν αὐθαιρέτως εἰς ἀχρηστίαν ὑπό τινων δικαστικῶν λειτουργῶν πρὸ ἐτῶν, καὶ ἰδίως ἀφ’ ὅτου ἐπῆλθεν ἡ ἰσοβιότης. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰσοβιότητος ὡς θεσμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐπιληφθῶ εἰδικῶς τοῦ ζητήματος τούτου· ἀρκοῦμαι λέγων, ὅτι ἡ ἰσοβιότης δὲν ἔφερε τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῖ παρ’ αὐτῆς ἡ Πολιτεία, διότι δὲν προηγήθη ὁ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμος, καὶ διότι ἔπρεπε ταὐτοχρόνως μὲ τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος νὰ νομοθετηθῶσιν ἄλλα νομοθετήματα ἀναγκαῖα, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὸν κανονισμὸν τῶν ἀντιστοίχων ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειράν τοῦ λόγου μου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, αἵτινες πρὸ πολλοῦ παραδόξως δὲν ἐφαρμόζονται πλέον, φρονῶ, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς δι’ ἐγκυκλίων του ἀπεφάσιζε ν’ ἀναβιώσῃ αὐτὰς, διότι τοιουτοτρόπως θὰ ἐπέλθῃ προσωρινὴ τοὐλάχιστον θεραπεία, ἕως ὅτου ληφθῶσι ῥιζικώτερα μέτρα· ἄλλως δὲ ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι μόνη ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τροποποιεῖ ἢ καταργεῖ τοὺς ἰσχύοντας νόμους. Τούτου ἕνεκεν ὑποβάλλω πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί πολλαὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων διατάξεις, ἰδίως αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν ἐποπτείαν τῶν προϊσταμένων ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων εἰς τὰς ἐργασίμους ἡμέρας καὶ ὥρας, εἰς τὰς διασκέψεις, εἰς τὰς δημοσιεύσεις τῶν ἀποφάσεων καὶ εἰς ἄλλας, διατί δὲν ἐφαρμόζονται;....
§29ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐννοῶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δημοσιεύσεις τῶν ἀποφάσεων, τίνες διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται;
§30ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φειδόμενος τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς δὲν ἀνέγνων τὴν ἐπερώτησίν μου, ἥτις θὰ τυπωθῇ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοὶ δίδει ἀφορμὴν, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δεικνύει τόσην ἀνυπομονησίαν, δύναμαι φρονῶ νὰ εἴπω, ὅτι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ Κυβέρνησις τὰ νομοσχέδια ῥίπτει ὡς χάλαζαν ἐν τῇ Βουλῇ, πρέπει πρὸ τῆς ψηφίσεώς των νὰ ἐξετασθῇ σπουδαίως ἡ ἐπερώτησίς μου, διατί δὲν ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι; πρὸς τί ἡ πληθὺς νόμων, ὅταν πρόκηται νὰ μὴ ἐφαρμόζωνται;
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ Σάββατον.
§32ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ λέγει ὁ κ. Καλλιγᾶς τὸ Σάββατον, ἀλλ’ ἐγὼ ὑποβάλλω ἐπερώτησιν, ἥτις, ὡς εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἰς πᾶσαν στιγμὴν τῆς συνεδριάσεως δύναται νὰ ὑποβληθῇ. Παραδίδω λοιπὸν εἰς τὸ Προεδρεῖον τὴν ἐπερώτησίν μου, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἀπαντήσει τὸ προσεχὲς Σάββατον.
ΕΠΕΡΩΤΗΣΙΣ.
Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῇ Δικαιοσύνης ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ πρὸ ἐτῶν οἱ πλεῖστοι τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἔῤῥιψαν εἰς ἀχρηστίαν πολλὰς τῶν νόμων διατάξεις, καὶ ἰδίᾳ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καὶ διατὶ δὲν ὑπομιμνήσκει δι’ ἐγκυκλίων εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκόν των, ὅπως ἐπέλθῃ προσωρινή τις τοὐλάχιστον θεραπεία εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης μέχρις ὅτου ληφθῶσιν ῥιζικώτερα μέτρα; Ὡς παραδείγματα τῶν μὴ ἐφαρμοζομένων νόμων ἀναφέρω τὰ ἑξῆς· Δὲν ἐνασκεῖται ἡ ἐποπτεία τῶν προϊσταμένων, ἰδίᾳ δὲ οἱ εἰσαγγελεῖς δὲν ἐφαρμόζουσι τὰ ἄρθρα 95–99 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων. Δὲν ἐργάζονται τὰ δικαστήρια καὶ τὰ δικαστικὰ γραφεῖα συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 125 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τὸ Διάταγμα τῆς 22 Νοεμβρίου 1833 κατὰ τὰς ἐργασίμους ἡμέρας καὶ ὥρας, ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 250 τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ 161 τῆς Πολ. Δικονομίας, ὁ Νομοθέτης ἐν ἀνάγκῃ ἐπιτρέπει συνεδριάσεις καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς Κυριακὰς καὶ ἑορτάς. Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀραιαὶ γίνονται καὶ πλήρεις δὲν εἶναι, ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 251 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἐνόσῳ ὑπάρχουσιν ἀντικείμενα συζητήσεως, ἑκάστη συνεδρίασις διαρκεῖ τοὐλάχιστον ἐπὶ τέσσαρας ὥρας. Δὲν τηρεῖται τὸ ἄρθρον 252 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃ πᾶς πρόεδρος, δικαστὴς, εἰσαγγελεὺς, εἰρηνοδίκης, δημόσιος κατήγορος, γραμματεὺς καὶ κλητὴρ τοῦ ἀκροατηρίου ὀφείλει, ἐπὶ πειθαρχικῇ ποινῇ, νὰ ἐμφανίζηται κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν εἰς τὸν τόπον τῆς συνεδριάσεως, καὶ νὰ παραμένῃ μέχρι τέλους αὐτῆς· ἐντεῦθεν δὲ γεννᾶται τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ περιμένωσι δικηγόροι, διάδικοι, κατηγορούμενοι καὶ μάρτυρες ἐπ’ ἀόριστον. Ἐνῷ τὸ Διάταγμα τῆς 22 Νοεμβρίου 1843 δὲν ἐπιτρέπει ἄλλας ἑορτὰς ἐκτὸς τῶν δώδεκα ἐν τῷ Διατάγματι ὡρισμένων καὶ ἐκτὸς τῶν Κυριακῶν, ὁ δὲ νόμος τῆς 5 Ἰουλίου 1851 δὲν ἐπιτρέπει ἄλλας δικαστικὰς διακοπὰς ἐκτὸς τῶν μηνῶν Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, ἐν τούτοις τὰ δικαστήρια αὐθαιρέτως πολλαπλασιάζουσι τὰς ἑορτὰς καὶ τὰς διακοπάς. Ὤ, ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῶν ἀνωτέρω νόμων, ἐκ τῶν 12 μηνῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ ἐλάχιστος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν καὶ ὡρῶν, ἐντεῦθεν ἡ συσσώρευσις πολλῶν ὑποθέσεων καὶ ἡ μὴ ἐνημερότης τῶν πινακίων. Δὲν τηροῦνται τὰ ἄρθρα 83 τοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ 164 τῆς Πολ. Δικονομίας, ὅπως δημοσιεύωνται πάραυτα αἱ ἀποφάσεις, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιεύωνται, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐπισπεύδεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ δημοσίευσις αὐτῶν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 84 τοῦ Ὀργαν. τῶν δικαστηρίων. Αἱ περισσότεραι δὲ ὑποθέσεις κοιμῶνται ἐπὶ χρόνον πολὺν, οἱονεὶ πρὸς διάσκεψιν εὑρισκόμεναι, καὶ οἱ μετατιθέμενοι ἢ προαγόμενοι δικασταὶ δὲν φροντίζουσι περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων, εἰς ἃς ἔχουσι λάβει μέρος πρὶν τῆς ἀναχωρήσεώς των. Σπουδαῖα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσκόμματα παρεμβάλλονται κατὰ τὴν παραβολὴν καὶ ὑπογραφὴν τῶν ἀποφάσεων καὶ πολλάκις ἀπαιτοῦνται μῆνες διὰ νὰ εὐτυχήσῃ μία ἀπόφασις νὰ ὑπογραφῇ, ὅσον κατεπείγουσα καὶ ἂν ὑποτεθῇ. Δὲν ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρ. 81 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ διασκέψεως, καὶ ἐντεῦθεν οἱ ἀποφάσεις τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων μετεβλήθησαν εἰς ἀποφάσεις μελῶν τινων, ἔστιν ὅτε δὲ τῶν εἰσηγητῶν μόνον, μειουμένων οὕτω τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ταχθεισῶν ἐγγυήσεων. Ἐπελθούσης τῆς δικαστικῆς ἰσιβιότητος, δυνάμει τοῦ ἄρθρ. 88 τοῦ Συντάγματος, θεωροῦνται κατηργημέναι πᾶσαι αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἄρθρου 278, δι’ ὧν ἐπετρέπετο πρὶν τῆς ἰσοβιότητος ἡ ἀναπλήρωσις πρωτοδίκου, ἐφέτου καὶ ἀρειοπαγίτου, πλημμελειοδίκου καὶ συνέδρου διὰ δικηγόρων καὶ παρέδρων· διατί δὲ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν παρήγγειλε τὰ δέοντα εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ὅπως παύσῃ ἡ τοιαύτη παραβίασις τοῦ Συντάγματος; Κατὰ τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων δὲν τηρεῖται ἡ ἀπαιτουμένη εὐταξία, ἕνεκα τῆς ὀλιγωρίας πολλῶν προέδρων, εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν. Οὐδεὶς κλητὴρ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρίσταται κατὰ τὰς συνεδριάσεις, τοιοῦτος δὲ καὶ τηλικοῦτος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπικρατεῖ θόρυβος, ὥστε δὲν εἶναι σπάνια τὰ παραδείγματα τοῦ νὰ δικάζωνται ὑποθέσεις ἐρήμην, καί τοι εὑρισκομένων τῶν πληρεξουσίων ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων. Πολλὰ ἀρχεῖα δικαστικῶν γραφείων εἶναι ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, ὑπάρχουσι δὲ πολλαὶ δυσκολίαι, ὅπως λάβωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἀντίγραφα, καὶ δὲν τηρεῖται τὸ ἄρθρον 127 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων περὶ τῶν διδομένων δικαιωμάτων ἀντιγράφων. Δὲν τηρεῖται τὸ ἄρθρον 135 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καθ’ ὃ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ δικαστηρίῳ διοριζομένων δικηγόρων πρέπει νὰ προσδιορίζηται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου. Δὲν τηρεῖται τὸ ἄρθρον 262 καὶ 50 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων καὶ τὰ ἄρθρα 570 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, καθ’ ἃ ἡ ὑπόθεσις τότε μόνον διαγράφεται τοῦ πινακίου, ὅταν γείνῃ συζήτησις κατ’ ἀντιμωλίαν ἢ κατ’ ἐρήμην ἢ ὅταν κανεὶς τῶν ἐνδιαφερομένων δὲν ἐμφανισθῇ· ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι πρόεδροι διαγράφουσι τὰς ὑποθέσεις αὐθαιρέτως, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τις τῶν ἀνωτέρω περιπτώσεων. Εἰς ὅσας πόλεις ὑπάρχουσι πλείονα τοῦ ἑνὸς Δικαστήρια, οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται, ἵνα μὴ διορίζωνται ὧραι συνεδριάσεων αἱ αὐταί. Ἐνῷ εἶναι πολλάκις δυνατὸς τοιοῦτος κανονισμός, ὥστε αἱ ὧραι τῶν συνεδριάσεων τῶν κυριωτέρων τουλάχιστον δικαστηρίων νὰ ἦναι διάφοροι, διότι πᾶσα δυσκολία παρεμβαλλομένη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων εἰς τὴν ἐμπρόθεσμον παρουσίαν τοῦ δικηγόρου ἀντανακλᾷ πρὸς ζημίαν τῶν διαδίκων καὶ τοῦ γενικοῦ τῆς Πολιτείας συμφέροντος. Ἡ ἀνάκρισις τῶν ἀδικημάτων δὲν γίνεται μετὰ τῆς δεούσης ταχύτητος, ἡ δὲ προφυλάκισις πολλῶν ὑποδίκων παρατείνεται πολλάκις ἀδικαιολογήτως. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 27 Μαΐου 1882.
Ὁ ἐκ Βώλου Βουλευτὴς
Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ.
Καὶ ἡ μὲν ἐπερώτησίς μου προσωρινὴν μόνον θεραπείαν δύναται νὰ φέρῃ. Ἀλλὰ χρειάζονται ῥιζικώτερα μέτρα. Ἔχομεν προδήλως ἀνάγκην δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἐγένετο τῷ 1834, δηλαδὴ πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, εἰς ἐποχὴν Μοναρχικοῦ συστήματος, ὅτε ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία ἐπὶ τὸ συγκεντρωτικώτερον ἐθεωρήθη ὡς τμῆμα καὶ ἐξάρτημα, οὕτως εἰπεῖν, τῆς Ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ ἰδίως τὸ τοῦ 1864, πρέπει καὶ ὁ Ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων νὰ τεθῇ εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸν θεμελιώδη ἡμῶν νόμον. Ἡ δὲ ἀναδιοργάνωσις πρέπει νὰ ἑδραιωθῇ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ἀρχῶν· πρῶτον, τῆς πλήρους ἀποκεντρώσεως τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς ἀπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς καὶ ἀπὸ τῆς Νομοθετικῆς· δεύτερον, τῆς ἐγγυτάτης ἐποπτείας τῶν προϊσταμένων δικαστικῶν συμβουλίων ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν, καὶ τρίτον, τῆς ἀναλόγου αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τε συνειδήσεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πάντοτε διὰ τοὺς δικαστὰς αὔξησιν μισθῶν......
§34ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅταν δὲν ἔχητε δικαστὰς καλοὺς, δὲν ἔχετε δικαστήρια, καὶ ὅταν δὲν ἔχητε δικαστήρια, δὲν ἔχετε τίποτε. Ἐκτὸς ὅμως τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως, ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Καὶ ταύτην ὑπαγορεύει ὁ τῆς ἁρμονίας τῶν ὀργανικῶν νόμων πρὸς τὸ πολίτευμα λόγος, διότι ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος προσκόπτει καὶ ὡς ἐκ τῶν συγκεντρωτικῶν νόμων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, λόγος σπουδαῖος συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς γενικῆς ἀναθεωρήσεως τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, εἶναι τὸ παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦν σύστημα τοῦ νομοθετεῖν, καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ....
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολλάκις ἐγένετο οὕτω.
§36ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον· ἀλλ’ ἐγὼ πρώτην φορὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθῶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς βουλευτικὰς ἐργασίας, καὶ τῇ ἀληθείᾳ μετὰ τινος στενοχωρίας βλέπω κυρούμενα νομοσχέδια, ἅτινα ὅλοι πολλάκις δὲν ἔχομεν ἀναγνώσει λόγῳ τῆς πληθύος ἢ τῆς κατεπειγότητος. Πολλάκις οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι ἔργα ἑνὸς ἀνθρώπου, ὑπουργοῦ ἢ τμηματάρχου ἢ ὑπουργικοῦ γραμματέως, ὅστις ὅσην καλὴν διάθεσιν ἢ ἱκανότητα ἐὰν ἔχῃ, δύναται νὰ σφάλῃ· νόμοι τοιοῦτοι δὲν εἶναι τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι γνῶμαι ἀτομικαί....
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἡ ἡμερησία διάταξις;
§38ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ μὲ πτοήσωσιν αἱ ἐπίμονοι διακοπαί σας. Ὑποχωρήσατε λοιπὸν ἐγκαίρως καὶ ἀκούσατε ὅσα περὶ ζητήματος κατ’ ἐξοχὴν σπουδαίου καὶ ἐπείγοντος λέγω πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ἀσχολοῦμαι περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σεῖς καθῆκον εἴχατε πρὸ πολλοῦ ν’ ἀναλάβητε; (Θόρυβος). Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ κανείς, οὔτε ὑπουργὸς ἐὰν ἦναι ὁ θέλων τοῦτο.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§40ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, κύριοι, δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἐν τῇ παρούσῃ πλέον Συνόδῳ. Ὁ καιρὸς κατεπείγει· αἱ ἐργάσιμοι ἡμέραι τῆς Βουλῆς μετρῶνται ἐπὶ τῶν δακτύλων Ἀλλ’ εἶναι ἐν τούτοις ἀνάγκη νὰ γείνῃ προπαρασκευὴ διὰ τὸ ἔργον τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Ἀνάγκη νὰ σπαρῶσιν αἱ ἰδέαι, νὰ καλλιεργηθῶσι, νὰ βλαστήσωσι καὶ νὰ καρποφορήσωσιν ἐν καιρῷ· πρέπει νὰ μελετηθῶσι, πρὶν γίνωσι νόμοι. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς τοῦτο ἐπιτροπὴ, νὰ παρακληθῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἰδοποιήσῃ νὰ ἔλθωσι τὰ δικαστικὰ συμβούλια, οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι, ἡ Νομικὴ Σχολὴ ἢ καὶ πᾶσα ἄλλη Ἀρχὴ εἰς συνεννόισιν καὶ συνάφειαν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον ἐγκαίρως τὰ πορίσματα τῶν ἐργασιῶν της, ὑποδεικνύουσα τίνα νομοθετήματα κατ’ αὐτήν εἰσιν ἀναγκαῖα πρὸς δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν, καὶ πρὸς νομοθετικὴν μεταῤῥύθμισιν. Ἐὰν τὸ ὅλον ἔργον ἦναι μέγα καὶ δὲν περατωθῇ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς Συνόδου, ἂς ἀρχίσῃ ἐν τούτοις καὶ ἰδίᾳ τὸ τῆς ὀργανώσεως τῶν δικαστηρίων, διὰ δὲ τῆς ἐπιμονῆς θὰ τελειώσῃ προϊόντος τοῦ χρόνου τὸ ὅλον τῆς δικαιοσύνης οἰκοδόμημα ἐπὶ βάσεων ἀσφαλῶν. Ἀρκεῖ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἄνευ δικαιοσύνης πᾶσα ἐργασία προοδευτικὴ θὰ σκοντάπτῃ· διότι, ἐὰν οἱ νόμοι διαγράφωσι τὴν σφαῖραν τῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων παντὸς πολίτου, ἡ σφαῖρα αὕτη εἶναι ἰδανικὴ ἄνευ δικαιοσύνης πραγματικῆς, δικαιοσύνης καλῆς καὶ ταχείας. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν πρότασίν μου, ἔχουσαν οὕτω: «Προτείνω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκλέξῃ ἐπιτροπὴν ἐνεαμελῆ, ἥτις, μελετῶσα τὸ ζήτημα τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς δυνατῆς νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως, ὑποβάλῃ ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς προσεχοῦς Συνόδου τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα τ’ ἀναγκαιοῦντα νομοθετήματα πρὸς καλὴν καὶ ταχεῖαν τῆς Δικαιοσύνης ἀπονομήν».
§41ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§42ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διανείμῃ τὸν κώδικα τοῦ ἀστικοῦ νόμου εἰς τοὺς κ. βουλευτὰς διὰ νὰ μελετήσωσι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτου καὶ τὰς χήρας τῶν υἱῶν αὐτοῦ.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τῶν δύω νομοσχεδίων, αὐτοῦ καὶ τοῦ ἑπομένου διὰ τὸν Νικολαΐδην, νὰ γείνῃ συγχρόνως ἡ ψηφοφορία.
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ 1873 ἐδόθη εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Γ. Κουντουριώτου σύνταξις, εἰς τὴν θυγατέρα αὐτοῦ καὶ ἕνα υἱόν. Ἀλλ’ ὁ εἷς υἱὸς, ἔγγαμος τότε, ἀποβιώσας, ἔχει ὀρφανὴν θυγατέρα 16 ἐτῶν καὶ ἕνα υἱὸν ἀνήλικον· ἀπέθανε λοιπὸν καὶ ἡ μήτηρ καὶ ὁ πατὴρ καὶ δὲν ἔχουν σύνταξιν τὰ δύω ὀρφανὰ αὐτά. Ἓν περιβόλι, τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὸν Πόρον, κατεστράφη. Λοιπὸν ἔχω μίαν προσθήκην.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι αὐτὰ τὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ τὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις.
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου, καὶ ἐκ ταύτης ἂς λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἀφορμὴν νὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς· «Καθὼς καὶ δραχ. 150 εἰς τὴν ὀρφανὴν θυγατέρα τοῦ Θ. Κουντουριώτου, καὶ δραχ. 100 εἰς τὸν ἀνήλικον ἤδη ἐπίσης ὀρφανὸν υἱὸν τοῦ ἰδίου, Ἰωάννην.»
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὰ δύω νομοσχέδια θὰ γείνῃ μία ψηφοφορία.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσα πρόσωπα εἶναι, τόσαι κάλπαι θὰ τεθοῦν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ τῆς τάξεως. Ὅσα πρόσωπα ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, τόσαι κάλπαι πρέπει νὰ τεθῶσι. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε μίαν κάλπην διὰ τρία πρόσωπα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν οἰκογένειαν Κανάρη τὸ αὐτὸ ἔγεινε.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἴτε νὰ θέσῃ πολλὰς κάλπας, εἴτε ὀλίγας· ὁ Κανονισμὸς κατ’ οὐδὲν τὴν δεσμεύει. Ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου περιέχονται πάντες. Ἐάν τις τῶν βουλευτῶν ζητήσῃ τὴν διαίρεσιν κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἔχει τὸ δικαίωμα· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι καλὸν νὰ μὴ ζητηθῇ ἡ διαίρεσις.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ διὰ τὴν τάξιν· πρέπει νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσα πρόσωπα εἶναι. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦτο ὁ Κανονισμὸς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα καὶ μόνον βουλευτὴν νὰ ζητῇ τὴν διαίρεσιν καὶ νὰ τὴν ἐπιβάλλῃ· ὅταν ὅμως ἅπασα ἡ Βουλὴ ἦναι σύμφωνος νὰ μὴ γείνῃ διαίρεσις, καὶ ἀφοῦ περιέχονται τὰ χορηγήματα ἐν ἑνὶ ἄρθρῳ, καὶ ἀφορῶσιν εἰς μίαν οἰκογένειαν, δὲν βλέπω ὅτι ὑπάρχει λόγος, ἵνα προβῶμεν εἰς τὴν διαίρεσιν.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ψηφοφορία, κύριε Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται λοιπὸν τὰ νομοσχέδια (Ἀναγινώσκονται καὶ τὰ δύω νομοσχέδια, τό τε ἀφορῶν τὴν οἰκογένειαν Κουντουριώτου καὶ τὸ ἀφορῶν τὸν καθηγητὴν Νικολαΐδην. Παρετέθησαν δύω κάλπαι, γίνεται ἡ ψηφοφορία μυστικὴ καὶ διὰ σφαιριδίων κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὰς δύω κάλπας ταὐτοχρόνως, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ἀντιπροέδρων κ. κ. Γεωργιάδου καὶ Νομικοῦ).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 150. Ἔλαβε δὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Λαζάρου Κουντουριώτου καὶ τὰς χήρας τῶν υἱῶν αὐτοῦ ψήφους λευκὰς 130, μελένας δὲ 20· τὸ δὲ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας συντάξεως εἰς τὸν πρώην καθηγητὴν Ν. Νικολαΐδην ἐγένετο δεκτὸν διὰ ψήφων 133 κατὰ 17. Ἑπομένως ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἐγένοντο δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§59ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπινεύσῃ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασις πρὸς διορισμὸν ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ κυρίων τῶν κτημάτων καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδέχεται, νὰ τὸ προτάξωμεν.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀλλ’ οὐχὶ καὶ πρῶτον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται;
§62ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ πάλιν σήμερον πρέπει νὰ διατρέξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐκεῖνα μὲν τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ ἀναγνωσθῶσιν, ὅπου δὲ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 693,331 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1881. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια. 1) Περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων τῆς μέσης καὶ κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως. 2) Περὶ βοηθοῦ ἐν τῷ Ἀστεροσκοπείῳ Ἀθηνῶν. 3) Περὶ προσθήκης δύω γραφέων ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. 4) Περὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Πανεπιστημίου. 5) Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος καὶ ἄλλων ὀργάνων καταστρεπτικῶν τοῦ γόνου τῶν ἰχθύων. 6) Περὶ ἐκμισθώσεως διὰ δημοπρασίας τῶν κατὰ τὸν ΥΝΔʹ νόμον δασμῶν καὶ προσθέτων τελῶν ἐν τοῖς νήσοις Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης. 7) Περὶ προσθήκης γʹ ὑποταμίου παρὰ τῷ Κεντρικῷ Ταμείῳ καὶ καταργήσεως θέσεως γραμματέως Βʹ τάξεως. 8) Περὶ ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ βραχείας διακοπῆς τῆς χρήσεως αὐτῆς. 9) Περὶ εὐθυγραμμήσεως τῆς βορείου πλευρᾶς τοῦ περιβόλου τοῦ κεντρικοῦ Μουσείου. — Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς ά συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. 1) Περὶ συστάσεως ἐν Πειραιεῖ δημοσυντηρήτου Γυμνασίου. 2) Περὶ συστάσεως Κεντρικοῦ Συμβουλίου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. 3) Πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΧΛΘʹ νόμου περὶ συστάσεως Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. 4) Περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1882. 5) Περὶ μισθοδοσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ).
§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἔμαθον, πρὸ μικροῦ ἐψηφίσθη νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 630, νομίζω, χιλιάδων. Δὲν ἤμην ἐν τῇ αἰθούσῃ, ὅπως ἀντιταχθῶ· λαμβάνω δὲ τὸν λόγον, διότι ἀκόμη φρονῶ, ὅτι εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ προλάβωμεν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καταστῇ προηγούμενον ἐπικίνδυνον. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει, διὰ νὰ ψηφισθῇ πίστωσις, νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐξητάσθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς;
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πῶς ἔγεινεν αὐτό;
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ἀναγραφῆ καὶ πρὸ ἡμερῶν, ἄνευ ἐκθέσεως, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλὰ τῇ προτάσει μου, εἶχε διαγραφῆ. Δὲν ἠξεύρω δὲ πῶς ἀνεγράφη πάλιν. Φρονῶ ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἴμεθα ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προσκαλέσῃ τὰ μέλη νὰ συνέλθωσιν, ὅπως ἐξετάσωσι τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὔριον, ὅτε θὰ προταθῇ ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν περὶ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης συζήτησιν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πρακτέου, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν νόμιμον καὶ συνταγματικὴν ὁδόν.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι περὶ τὰ τοιαῦτα δὲν πρέπει νὰ προσφεύγωμεν εἰς οἰκονομίας. Εὐθὺς ὡς ἀποδειχθῇ, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ ἐπέρχηται θεραπεία ῥιζική. Αἱ γενόμεναι ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ὑπάρξασαι, καὶ δέον μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως νὰ συζητηθῇ τρίς.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου.
§71Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ μας ἀπὸ τὰ 1863 μέχρι τοῦδε δὲν εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν, βεβαίως οὔτε ἐγὼ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνομολογῶ, οὔτε ἐγὼ ἔσομαι ὁ τελευταῖος· πλεῖστοι ὅσοι τῶν κκ. βουλευτῶν πολλάκις διετύπωσαν τὸ τοιοῦτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπικαλούμενοι τὴν σύμπραξιν πρὸ πάντων τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία τοῦ κακοῦ, καὶ ἐπιδιορθωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Ἐπίσης χιλιάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐῤῥέθη, ὅτι δραστήρια μέτρα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἐπιδιορθωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ διατὶ, κύριοι, καὶ οἱ κκ. Ὑπουργοὶ καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, καὶ οἱ πολιτευόμενοι ἐγκαίρως δὲν ἐφρόντισαν, ὅπως θεραπεύσωσιν αὐτὴν τὴν πληγὴν διὰ τὸν Τόπον, ὥστε νὰ ὀρθοποδήσῃ ὁ στρατὸς, καὶ τεθῇ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ ἦναι, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μέλλον; Διατί οὔτε εἷς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν; Δὲν ἐγνώριζον ποῖα μέσα ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶσι διὰ νὰ φέρωσι βελτίωσιν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτοῦ, καὶ διὰ νὰ θεραπεύσωσι τὸ κακόν; ὄχι, κύριοι, καὶ τὸ ἓν ἐγνώριζον καὶ τὸ ἄλλο· προσθέτω δὲ, ὅτι εἶχον καὶ τὴν καλὴν διάθεσιν, καὶ τὴν καλὴν πρόθεσιν νὰ ἐπανορθώσωσι τὸ κακὸν καὶ νὰ ὀρθοποδήσῃ ὁ στρατός· ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τοὺς ὑπουργοὺς ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια ἰσχύος, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπέδρα ἀπὸ τοῦ 1863. Προῆλθον ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν πολλάκις νομοθετήματά τινα, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀπέτυχον, ὥστε ποτὲ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπέλθῃ ῥιζική τις θεραπεία. Εὐτυχῶς, τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἰσχύος ταύτης τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Πρόεδρος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ 1880 διαγνοὺς ἠθέλησε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς οὗτος τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ κακοῦ, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν θεραπείαν ἐκείνην, ἥτις ἠδύνατο τὸν στρατὸν μετά τινα καιρὸν νὰ τὸν φέρῃ εἰς θέσιν, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μέλλον. Μεθ’ ὅλης τῆς εὐχαριστήσεως ὡς ἀξιωματικὸς ὁμολογῶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καὶ πιστεύω, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς, ἀναγνωρίζων τὴν καλλίστην πρόθεσιν καὶ τὸ θάῤῥος, μὲ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ὄχι μόνον τὰς προλήψεις τοῦ στρατοῦ νὰ κτυπήσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτικὴν δ’ αὐτοῦ ἐπίδρασιν, θέλει ἀνομολογήσει τοῦτο καὶ συντελέσει, ὥστε τοιουτοτρόπως νὰ προβῶμεν μετὰ θάῤῥους εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ. Τὰ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντα νομοσχέδια δύνανται νὰ ἐπιδράσωσιν εὐστόχως εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ θεραπεύσωσι τὰς πληγὰς ἐκείνας, ἃς οὗτος ἔχει. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς τῷ ὄντι, κύριοι, στερεῖται νομοθετημάτων τοιούτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξ ὑπαρχῆς ἠδύνατο νὰ ἦναι ἐν καλλιτέρᾳ καταστάσει; ὄχι. Ὁ στρατὸς καὶ πρὸ τοῦ 1863 ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ ἀειμνήστου Ὄθωνος καὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Βότσαρη ἠδυνήθη νὰ ἀποκτήσῃ ὅ,τι καλὸν ἐν τῷ στρατῷ τῷ Γαλλικῷ καὶ τῷ Γερμανικῷ καὶ ὅ,τι σοφὸν ὑπῆρχε, καὶ τοῦτο διετυπώθη εἴτε διὰ νομοθετημάτων, εἴτε δι’ ὀργανικῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Διατί λοιπὸν, ἀφοῦ εἶχε τοιαύτην νομοθεσίαν καὶ διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ ἀπροσκόπτως εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἵσταται; διότι οἱ νόμοι οὗτοι, οἱ τόσον σοφοὶ, δὲν ἐτηρήθησαν εἰμὴ ἐπ’ ὀλίγον. Ἐνθυμοῦμαι τὸν μακαρίτην Συνταγματάρχην τοῦ Πυροβολικοῦ κατὰ τὰ 1871 κ. Ζυμβρακάκην, ὅστις θέλων νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον νὰ προσεγγίσωσιν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ περισσότερον νὰ προσκολληθῶσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἔφερεν ἓν Διάταγμα, ὅτι πᾶς ἀξιωματικὸς ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ πλέον τῶν δύω ἐτῶν ἐν ἑκάστῃ ὑπηρεσίᾳ, ἐν ᾗ διορίζεται, ὅπως ἔχῃ δικαίωμα εἰς προβιβασμόν. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐξηνάγκαζε τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ μὴ ἐγκαταλείπωσι τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, πόσον νομίζετε χρόνον ἐτηρήθη; μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν κατηργήθη. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι νομοθετήματα σοφὰ καὶ καλὰ ὁ στρατὸς ἀπέκτησε πλεῖστα, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ ἐπίδρασις, πότε ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πότε ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου, δὲν ἄφινε νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις των, ὅπως πρέπει, ὅτε βεβαιότατα θὰ ἦτο καλλίστη καὶ ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὑπάρχῃ, κύριοι, νόμος, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐπέφερε βελτίωσιν εἰς τὸν στρατὸν, εἶναι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς, ὡς καὶ χθὲς ἐῤῥέθη, μετεφράσθη αὐτολεξεὶ ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ ἐφηρμόσθη ἀπὸ τὸν μακαρίτην στρατηγὸν Σπυρομήλιον εἰς τὰ 1851 τὴν 7 Μαρτίου. Ὁ νόμος αὐτὸς καὶ διὰ τὸ λεκτικόν του, καὶ διὰ τὸ ὕφος του τὸ ὄντως στρατιωτικὸν, ὁ νόμος οὗτος ὑπῆρξε τῷ ὄντι λίαν ἐπιτυχὴς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐνομοθετήθη. Τοῦ νόμου τούτου ἡ πλήρης ἐπιτυχία ἦτον ἐφικτὴ, καὶ δι’ ἄλλον λόγον, καὶ διότι, διὰ τὸν νόμον αὐτὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τοῦ 1826 μέχρι τοῦ 1834, ὅτε συνετάχθη ἐν Γαλλίᾳ, εἰργάσθησαν οἱ μεγαλείτεροι στρατηγοὶ τῆς Γαλλίας, Gouvion Saint – Cyre καὶ Soulte, ὁτὲ μὲν εἰς Ἐπιτροπὰς, ὁτὲ ὡς ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Λοιπὸν διεσκευάσθη ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἔλαβε τοιαύτην βάσανον, ὥστε ἀπὸ τοῦ 1834, ὅτε ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Γαλλίαν, μέχρι τῆς σήμερον οὐδεμία παράγραφος ἠδυνήθη νὰ μεταβληθῇ, ἐκτὸς μόνον μικρᾶς τινος περιπτώσεως, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς ἀναφέρει, καὶ ἣν ἔφερε μία ἐπανάστασις καὶ μία ἀλλοίωσις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐν Γαλλίᾳ. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, καὶ τὰ ὁποῖα ὁσάκις ὑπῆρχεν ἰσχυρὰ θέλησις, ἰσχυρῶς διείποντο ἐκ τοῦ στρατοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ αὐτῇ ἰδέᾳ περὶ μορφώσεως τοῦ στρατοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἀποβλέπει πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν, ὡς καὶ τὰ ἄλλα, ἅτινα ὑπέβαλεν Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἠρώτησε τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν χθὲς, διὰ ποῖον λόγον ἔφερε τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν, εἶπε, νομίζω, ὅτι ἡ κυρία αἰτία, ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ φέρῃ τὴν μεταβολὴν ταύτην εἰς τὸν περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμον, εἶναι ὁ νόμος, ὃν ἕνα μῆνα πρότερον ἐψηφίσαμεν, περὶ ἀναμίξεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ ἐπάγεται ποινὴ, ὅτε ὁ ἀξιωματικὸς ἤθελε φέρει τὴν στολὴν, ἤτοι τίθεται ποινὴ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐνόμισεν ἑπομένως ἀναγκαῖον, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ τροποποίησιν, ὥστε νὰ συνδέσῃ τὴν περίπτωσιν ἐκείνην πρὸς τὰς ἄλλας περιπτώσεις, τοῦ καθεστῶτος νόμου. Ἔτυχε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐσυζητεῖτο πράγματι ὁ νόμος οὗτος νὰ ἦμαι καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διότι ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐπικυρωθῆ ἡ ἐκκλογή μου. Ἤκουσα τότε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, καθὼς καὶ τοὺς ἄλλους, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον. Ἔχω μίαν ἀπορίαν, ἥτις τότε ἐγεννήθη εἰς ἐμὲ, ἣν θὰ εἴπω ἐν παρόδῳ καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θεωρῶ ἄσκοπον. Νομίζω, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἡ τιμωρία πρέπει νὰ προσομοιάζῃ· καθὼς π. χ. ὁ στρατιωτικὸς ποινικὸς νόμος εἰς τὰς τιμωρίας του οὐδέποτε θέτει πρόστιμον, ἀλλὰ ποινήν· καὶ τοῦτο, διότι ὡρμήθη ἀπὸ τὴν καλὴν σκέψιν, ὅτι διὰ τὴν ποινὴν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἢ στρατιώτου ἐὰν τεθῇ τὸ πρόστιμον, τότε δύναται νὰ πληρώνῃ αὐτὸ εὐκολώτερον, καὶ οὕτω ἀπαλλάσσεται· ἀλλ’ ἡ ἐπιβαλλομένη ποινὴ γράφεται κάπου. Διὰ τοῦτο ἔκτοτε ἐθεώρησα, ὅτι ἡ ποινή, ὅπως διετυπώθη τότε εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὅπερ ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπιψήφισίν του, δὲν προσομοιάζει πρὸς τὴν φύσιν τῆς πράξεως· διότι ὑποθέτω μίαν στιγμὴν, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤμην εἷς τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, κατὰ λάθος δ’ ἔφερον τὴν στολὴν τοῦ στρατιωτικοῦ, καὶ ἐπετύγχανον, ὅτι ἠρχόμην ἐνταῦθα, ἐπεκυροῦτο ἡ ἐκλογή μου, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τότε μὲ ἔθετε νομίμως εἰς τὴν διαθεσιμότητα. Ἦτο δυνατὸν ἐρωτῶ νὰ ἐφηρμόζετο εἰς ἐμὲ ἀνακριτικὸν συμβούλιον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; βουλευτὴς ὤν, καὶ ἐν διαθεσιμότητι εὑρισκόμενος νὰ τεθῶ ὑπὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον καὶ νὰ ὑποστῶ ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως; μοὶ φαίνεται, ὅτι προσαρμοστέα ποινὴ ἐν τοιαύτῃ περιστάσει εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ὁ λόγος τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, προσομοιάζουσα περισσότερον πρὸς τὸ ἐκλογικὸν ζήτημα, καὶ οὕτη θὰ ἐξεφόβιζε περισσότερον· διότι θὰ ἤμην ἐγὼ ἢ ἄλλος τις πολὺ ποταπὸς, ἵνα καταγγείλω τὸν Ἴσκον, ὁ ὁποῖος ἦτο φίλος μου καὶ γνώριμος, νὰ τὸν καταγγείλω διὰ νὰ ὑποστῇ τί; ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως. Ἐπανέρχομαι: ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, θέλων νὰ κάμῃ τὸν κανονισμόν του, ἔφερε τὴν τροποποίησιν ταύτην· ἀλλὰ τίς ὁ καταγγέλλων τὴν πρᾶξιν ταύτην, προκειμένου περὶ ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος παρηνόμισε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Ποῖος θὰ ἦναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν κατὰ τὴν ἐκλογικὴν ταύτην παράβασιν; Περὶ αὐτῶν τῶν δύω ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἴσα ἴσα ἔπρεπε νὰ περιλαμβάνῃ ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ ἡ τροποποίησις, περὶ αὐτῶν δὲν γίνεται μνεία. Θὰ διατυπωθῇ τοῦτο δι’ ἑτέρου νόμου, ἢ θὰ διατυπωθῇ ἡ ἐργασία αὕτη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὁ τρόπος δηλ. διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιωματικὸς θὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, ὁπόταν εἰς τὸ ἐκλογικὸν διάστημα παρουσιάζηται μὲ τὴν στολήν; Τοιοῦτόν τι, Κύριοι, ἐπερίμενα, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶυ Στρατιωτικῶν δὲν ἔφερε διὰ νὰ τὸ διατυπώσῃ εἰς τὸν νόμον, φαίνεται, ὅτι σκοπεύει νὰ τὸ διατυπώσῃ δι’ ἐκτελεστικοῦ Β. Διατάγματος. Λοιπόν, κύριοι, ἡ ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡρμήθη διὰ νὰ φέρῃ τὰς μεταῤῥυθμίσεις εἶναι ἄρθρον ἐκείνου τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον πρὸ 30 χρόνων ἐνομοθετήσαμεν· ὁ κανονισμός, τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του, παρουσιάζει μέρη τινά, τὰ ὁποῖα εἶναι οὐχὶ κατάλληλα, ἀλλὰ εἶναι καί τινα μέρη, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῆ. Ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ τὰ καθήκοντά του, ἐννοεῖ τὸν προορισμόν του καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ᾖναι, ὅπως εἶπον πρωτήτερα, φοβερός, διότι ποτὲ μὴ ὑποθέσητε, ὅτι ἐὰν θέλετε νὰ ἔχητε στρατὸν ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ᾖναι φοβερός. Ὁ καταστατικὸς νόμος τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι πράγματι τὸ Εὐαγγέλιον τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιωματικὸς κάμνει μετὰ τοῦ ἔθνους του, ἐξ αὐτοῦ ἀρύεται τὰ δικαιώματά του, ἐξ αὐτοῦ ἀρύεται τὰ καθήκοντά του. Ὁ καταστατικὸς αὐτὸς νόμος, ὁποῖος σύγκειται ἀπὸ 2–3 φύλλα, ἐν τῷ πρώτῳ κεφαλαίῳ του ἀναφέρει περὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ, εἰς ποίας περιπτώσεις καὶ μόνον δύναται ὁ ἀξιωματικὸς νὰ χάσῃ τὸν βαθμόν του. Κατὰ τὸ Βʹ κεφάλαιον εἶναι αἱ καταστάσεις τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀναγκάζομαι νὰ τὰ διέλθω διὰ νὰ λάβητε πληρεστέραν γνῶσιν ὅλων αὐτῶν. Περὶ ἐνεργείας καὶ διαθεσιμότητος ὁρίζει καθαρῶς πότε ὁ ἀξιωματικὸς δέον νὰ θεωρεῖται ἐν ἐνεργείᾳ καὶ πότε ἐν διαθεσιμότητι, καὶ μετὰ ταῦτα προβαίνει εἰς τὸ περὶ ἀργίας. Ἐδῶ εἶναι τὸ κεφάλαιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔφερε τὰς μεταῤῥυθμίσεις. Τί εἶναι ἡ ἀργία κατὰ τὸν νόμον τὸν καταστατικόν; Ἀκούσατε, Σᾶς παρακαλῶ. (Ἀναγινώσκει). Ὁ ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικὸς δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ· πῶς δὲ παράγεται αὐτὴ ἡ ἀργία; Πῶς ὁ ἀξιωματικὸς ὑπάγεται εἰς τὴν ἀργίαν καὶ ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὸν ὁρισμὸν αὐτὸν τῆς ἀργίας; (Ἀναγινώσκει). Αἱ τρεῖς αὐταὶ περιστάσεις σχηματίζουσι μίαν ἰδιότητα τῆς ἀργίας· ἀλλ’ ἔρχονται καὶ δύω ἄλλαι περιστάσεις. (Ἀναγινώσκει.) Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐταί· κατὰ τὸν ἴδιον νόμον καὶ τὸν συμπληρωματικόν, ἄρθρον 19, οἱ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὑπὲρ τοὺς ἓξ μῆνας καταδικασθέντες παύονται ἐπίσης τιθέμενοι ἢ εἰς ἀργίαν ἢ εἰς ἀπόταξιν, ὥστε εἶναι μία περιπλέον περίστασις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κατὰ τὸ θέσπισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1863, πᾶς ἀξιωματικός, ὅστις ὑποπίπτει εἰς ἀνυποταξίαν, μὴ ἐπισύρουσαν ποινικὴν καταδίωξιν, τίθεται εἰς ἀργίαν, ἐπίσης διὰ προσκαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεώς του· ὥστε βλέπετε, ἐκτὸς τῶν ἀναφερομένων ἐδῶ μερικοτήτων τῆς ἀργίας, ὑπάρχουσι καί τινες ἄλλαι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι συνάπτονται μετ’ αὐτῶν καὶ ἀποτελοῦσι τὸ ὅλον τῆς ἀργίας· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἰδιότητα, ἤτοι τῆς ἐπανόδου ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας, ἢ καταργήσεως θέσεως ἢ διαλύσεως Σώματος, εἶναι ὁ ἐλαφρότερος χαρακτὴρ τῆς ἀργίας· δύναταί τις νὰ τὸ ὀνομάσῃ ἡμιαργίαν· ἡ πρώτη ἰδιότης προκύπτει οὐχὶ ἐξ ἀτοπήματος τοῦ ἀξιωματικοῦ, οὐχὶ ἐξ ἀσεβείας ἢ φυλακίσεως ἐπὶ ἓξ μῆνας, ἀλλὰ δύναται νὰ προκύψῃ ἐξ οἰκονομολογικῶν καὶ ἄλλων περιστάσεων, αἵτινες ἀναγκάζουσι τὸ Δημόσιον νὰ καταργῇ ὁτὲ μὲν θέσεις ἐν τῷ στρατῷ, ὁτὲ δὲ Σώματα· ἡ ἐπάνοδος ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας εἶναι μία κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὸν περὶ προβιβασμοῦ νόμον, ἐπανερχόμενος ὁ ἀξιωματικός, προβιβάζεται οὗτος μόνον εἰς τὸν ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔχει, ἐνῷ ἐν ὅσῳ διαρκεῖ ἡ αἰχμαλωσία του ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἰσοβάθμιοι δύνανται νὰ ἀποκτήσωσιν ἕνα καὶ δύω βαθμούς. Δευτέρα ἰδιότης εἶναι ἡ διὰ χρονίου νοσήματος, ἰδιότης εἰς ἣν προσαρμόζεται ἡ ποινὴ τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως. Τρίτη ἰδιότης εἶναι αὐτή, ἡ διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἡ δι’ ἀπολύσεως μετάστασις, περιστάσεις, αἵτινες προκύπτουσιν ἐκ λόγου, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα προηγουμένως, τουτέστιν ἀπὸ ἀνυποταξίαν ἢ φυλάκισιν πλέον τῶν ἕξ μηνῶν κτλ. Ἐκτὸς τοῦ 5 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον διαγράφει τὸ περὶ ἀργίας, ἐν τῇ αὐτῇ ἰδιότητι ὑπάρχουσι καὶ τρία ἄλλα ἄρθρα, τὸ 6, 7 καὶ 8. Ἐπὶ τῶν τριῶν αὐτῶν ἄρθρων τὸ νομοσχέδιον φέρει τροποποιήσεις· κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ περὶ καταστάσεως νόμου, (Ἀναγινώσκει.) Τὸ ἕβδομον διασαφίζει ἐπίσης, ὅτι (Ἀναγινώσκει). Τὸ δὲ ἄρθρον 8 περιλαμβάνει τοὺς διὰ χρόνιον νόσημα τιθεμένους εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως κτλ. Τὰ τρία ταῦτα λοιπὸν καταργοῦνται, ἀντὶ δὲ αὐτῶν διατυποῦνται τρία ἕτερα. Κύριοι, τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον παραδέχεται μέχρι τοῦ ἄρθρου 6 ἅπαντα τὰ ἄρθρα τὰ προαναφερόμενα· θεωρεῖ ἑπομένως, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ἐν ἀργίᾳ, εἴτε διὰ διαλύσεως Σώματος, εἴτε διὰ καταργήσεως θέσεως ἢ ἐπανόδου ἐκ τῆς αἰχμαλωσίας, δὲν ὑπάρχει, τουτέστιν, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ὁ ὑποκείμενος εἰς τὰς τοιαύτας περιπτώσεις, δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅπως τὸ ἄρθρον 4 διατάσσει, ὅτι ἡ ἀργία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἡ ἄνευ θέσεως. Ἀλλ’ ἐκ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, τὰς ὁποίας ὁρίζει, προκύπτουσιν ἄλλαι καταστάσεις ἢ μερικότητες τῆς ἀργίας, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔρχονται κἄπως εἰς ἀντίθεσιν καὶ μάλιστα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ 71 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐκ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου πηγάζουσιν ἐπίσης καὶ αἱ ἀκόλουθοι ἰδιότητες· ἡ ἀργία διὰ προσκαίρου παύσεως καθὼς καὶ ἡ ἀργία δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως. — Οὕτως ἔχομεν ὡς πρώτην ἰδιότητα, τὰς διὰ διαλύσεως Σώματος καὶ καταργήσεως θέσεως, τὴν διὰ χρονίου νοσήματος ὡς δευτέραν ἰδιότητα, ἀντὶ δὲ τῆς τρίτης ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ὁ καθεστὼς νόμος ἔχει, φέρει τὸ νομοσχέδιον τὴν ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως καὶ ἑτέραν, τὴν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως· ἀλλ’ ἐνῷ ὁ καθεστὼς νόμος μεταξὺ τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, καθὼς καὶ διὰ προσκαίρου παύσεως, δὲν παρέχει οὐδεμίαν διαφοράν, τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν ἰδιοτήτων παράγε ἓν χάσμα οὐχὶ μικρόν· κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, ἡ ἀργία δι’ ἀπολύσεως ἢ προσκαίρου παύσεως δὲν προσμετρεῖ ποτὲ χρόνον ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμόν, ἀλλὰ μόνον παρέχει δικαίωμα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ εἰς τὴν ἀπόταξιν· ἐπίσης ἡ ἑτέρα κατάστασις, ἡ εἰς ἀργίαν τοποθέτησις διὰ καταργήσεως θέσεως, δι’ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας καὶ διὰ διαλύσεως Σώματος, κατὰ μὲν τὸν καθεστῶτα νόμον, ὁσάκις πρόκηται νὰ ἀνακληθῶσι, παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ ἀργίᾳ, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ὁμοιοβάθμους ἀξιωματικούς. Καὶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἐπραγματεύθη χθές· μοὶ φαίνεται περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τοὺς ἰδίους λόγους· καλὸν εἶναι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χάριν τῆς θέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, ν’ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ὑπάρχει εἰς τὸν καθεστῶτα νόμον, διότι, ἂν λέγω τίποτε περιπλέον, ἀναγκάζομαι νὰ τὸ προσθέσω, διότι ἂν ἐφαρμοσθῇ, οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ἀργίαν ἕνεκα τῶν τριῶν αὐτῶν περιπτώσεων, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ μέσα νὰ ζῶσιν εὐπόρως, δύνανται νὰ ὑπεκφεύγωσι μὲ εὐκολίαν τὰ καθήκοντά των, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θὰ ὑπηρετῶσιν. Ἢ, ἂν θέλετε, ἀξιωματικοὶ εὐποροῦντες, εὐνοούμενοι ἀπὸ φίλους των ὑπουργοὺς, εὑρισκόμενοι εἰς θέσεις στρατιωτικὰς καὶ εἰς σώματα στρατοῦ, θὰ προκαλῶσι καταργήσεις, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔρχωνται εἰς ἀργίαν, καὶ οὕτω θὰ κάθηνται ἡσυχάζοντες καὶ κάμνοντες τὰ συμφέροντά των, καὶ ἐπειδὴ προσμετρεῖται ὁ χρόνος τῆς τοιαύτης ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν, θὰ ἐπανέρχωνται κατόπιν εἰς τὸν στρατὸν προαγόμενοι, ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερόν. Λοιπὸν ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, διὰ τὸ καλὸν τοῦ στρατοῦ, δέον νὰ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει ἐν τῷ νόμῳ, ἐν τῷ 7ῳ ἄρθρῳ, διότι τοῦτο συμβάλλει εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ. Περαίνων τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ ἀνακεφαλαιῶν, προτείνω, ὅπως, καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὸ 7 ἄρθρον τοῦ καθεστῶτος Νόμου, μείνῃ ἀκέραιον, ὅπως ἔχει. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν τροποποίησιν, ἣν τὸν ὑπουργικὸν νομοσχέδιον φέρει, διακρῖνον δύω εἴδη ἀργίας, τὴν τῆς προσκαίρου παύσεως καὶ τὴν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, δίδον δ’ ἅμα ἴδια προσόντα δι’ ἑκάστην, ἐπειδὴ ἡ τελευταία προσομοιάζει πρὸς τὸν καθεστῶτα Νόμον, νὰ τηρηθῇ συμφώνως πρὸς τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, ἡ δὲ διὰ προσκαίρου παύσεως, λαμβάνουσα ἤδη τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμὸν, καὶ ἐξισουμένη, ἐκτὸς τῆς μισθοδοσίας πρὸς τὴν διαθεσιμότητα, δέον νὰ ἀφαιρεθῇ ὅλως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀκατάλληλος καὶ μέλλουσα νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παντὸς Ὑπουργοῦ, ἐπιθυμοῦντος καὶ ἐννοοῦντος τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ στρατοῦ. Εὐελπίζομαι, δ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλει ἀντιστῆ, διότι ὅ,τι ζητῶ ἀντίκειται ὅλως εἰς τὸ συμφέρον ἑνὸς ἑκάστου ἀξιωματικοῦ, προσφέρει ὅμως ὠφελείας εἰς τὸ ὅλον τοῦ στρατοῦ, καὶ ἰδίως εἰς τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν.
§72ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ποσῶς, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι παράδοξον, τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προτείνει διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεταξὺ τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως καὶ τῆς δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως. Ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ τοιαύτη διάκρισις δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχει μόνον διαφορά τις ὡς πρὸς τὴν μισθοδοσίαν, νομίζω, καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐπανόδου εἰς ἐνέργειαν. Ἄλλη τις διαφορὰ δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ποιναὶ, ἐπιβαλλόμεναι διὰ πράξεις θιγούσας εἴτε τὴν φιλοτιμίαν, εἴτε τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Αἱ περιπτώσεις δὲ, δι’ ἃς ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ἢ διὰ προσκαίρου παύσεως, ὁρίζονται κοινῶς δι’ ἀμφοτέρας ὑπὸ τοῦ Διατάγματος τῆς 7 Ἰουλίου 1861. Πῶς λοιπὸν ποιεῖται διάκρισιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα, ὅπερ παρέχει πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ νὰ θέτῃ τὸν ἀξιωματικὸν εἰς πρόσκαιρον παῦσιν αὐτιβούλω, ἄνευ γνωμοδοτήσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τὴν παρέμβασιν ἀναγράφει ἤδη διὰ τὴν ἀπόλυσιν ἀπὸ τῆς θέσεως, ἀφοῦ καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν οἱ αὐτοὶ ὅροι συντρέχουσιν; Οὕτω, προκειμένου μὲν περὶ προσκαίρου παύσεως, θὰ κρίνῃ ὁ ὑπουργὸς αὐθαιρέτως, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς παρέβη τὸ καθῆκόν του, ἂν ἔδειξεν ἀσυμβίβαστον διαγωγὴν πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἂν παρεβίασε τὴν ἐχεμυθίαν κλπ., προκειμένου δὲ περὶ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, ἥτις καὶ αὕτη διὰ τοὺς αὐτοὺς ἀκριβῶς λόγους διατάσσεται, τοὺς λόγους τούτους, τοὺς αὐτούς, τοὺς ἀπαραλλάκτους, δὲν δύναται πλέον νὰ κρίνῃ ὁ ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον! Ὁμολογήσατε, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι μόνον ἀκατανόητα, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἥκιστα σπουδαῖα. Ἰδοὺ δὲ τί λέγει τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1861. «Ἡ πειθαρχικὴ ποινὴ τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ διὰ προσκαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεώς του ἐπιβάλλεται ἕνεκα τῶν ἑξῆς αἰτιῶν· αʹ) διὰ παράβασιν τῆς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἀπαιτουμένης ἐχεμυθίας......
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦτο θὰ ἰσχύῃ μετὰ τὸν νέον νόμον;
§74ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτά εἰσι τὰ νῦν ἰσχύοντα. Ἐὰν δε νομίζετε, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν πρέπει νὰ ἰσχύωσιν ἐν τῷ μέλλοντι ἢ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῶσιν ἐν Διατάγματι, ἐπεβάλλετο ὑμῖν, ἐν τῷ νόμῳ, ὃν εἰσηγάγετε, νὰ ποιήσητε τὴν διάκρισιν τῶν λόγων, δι’ οὓς τίθεται εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ὁ ἀξιωματικός, καὶ ἐκείνων, δι’ οὓς ἡ ἀργία ἐπιβάλλεται δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐάν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ διάκρισις τῶν δύω τούτων τρόπων τῆς ἀργίας ἦτο λογικῶς δυνατὴ, περὶ οὗ σφόδρα ἀμφιβάλλω.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναται νὰ γείνῃ ἐν Διατάγματι.
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τούτου δὲν εἴπετε τίποτε ἐν τῇ ἀναπτύξει τοῦ νομοσχεδίου σας.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις. Εἶπον ὅτι θὰ φέρω τὸν λόγον μόνον ἐκεῖ, ὅπου θὰ μοὶ γείνῃ παρατήρησις.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνασθε τοὐλάχιστον νὰ μᾶς εἴπητε ποίους λόγους ἔχετε, ἐνῷ διὰ τὴν εἰς ἀργίαν θέσιν ἕνεκα προσκαίρου παύσεως......
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως.
§80ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποία ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου;
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν παραδείγματι δι’ ἐπιδεκτικὴν ἐπανορθώσεως ἀνικανότητα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του.
§82ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον δι’ αὐτό; Κέρδος εἶναι καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ μήπως καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι πειθαρχικὸς λόγος;
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον τοῦτο ἐν παραδείγματι, ἐπειδὴ μὲ ἠρωτήσατε.
§84ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὑποβάλλετε νόμον καὶ δὲν ποιεῖτε οὐδεμίαν διάκρισιν, ὁ βουλευτὴς ἔχει καθῆκον νὰ μελετήσῃ τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ φέρῃ τὰς κρίσεις του. Περὶ δὲ τῶν διανοημάτων σας δὲν εἶναι βεβαίως ὑπόχρεως νὰ ἐρευνᾷ, οὔτε δύναται. βʹ.) Διὰ φυλάκισιν ὑπὲρ τοὺς 6 μῆνας καταγνωσθεῖσαν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. γʹ.) Δι’ ἀνικανότητα περὶ τὸ διοικεῖν (καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος, ὃν ἐσφαλμένως ἀνεφέρατε πρὸ μικροῦ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, λαβόντες προχείρως τὸ τροποποιηθὲν παλαιὸν Διάταγμα.) δʹ.) Δι’ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀξιωματικοῦ διαγωγήν, διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ καθῆκον καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτοῦ καὶ διὰ πᾶσαν εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐξ ἀμελείας παράβασιν τοῦ τῆς ὑπηρεσίας καθήκοντος, ὑπερβαίνουσαν τοὺς ὅρους τῶν μικροτέρων πειθαρχικῶν ποινῶν, ἢ δι’ ἀνυποταξίαν, μὴ παρέχουσαν ἀφορμὴν εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, κατὰ τὴν § 3 τοῦ ἄρθρου 207 τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου». Ῥητῶς δὲ τὸ θέσπισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς 5 Ἰουλίου 1863 ὁρίζει, ὅτι διὰ τὸν τελευταῖον τοῦτον λόγον, τὸν τῆς ἀνυποταξίας, ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως ἢ προσκαίρου παύσεως. Ταῦτα ὁρίζουσι τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ Διατάγματα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τροποποιήσεως αὐτῶν, διότι ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου, δι’ οὗ ὁρίζεται, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς παύεται τῆς θέσεώς του (καὶ οὐχὶ ἀπολύεται) ἢ τίθεται εἰς ἀπόταξιν διὰ τὸν δεινότερον τῶν λόγων, τὸν τῆς φυλακίσεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 19. «Ὁ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως καταδικασθεὶς «εἰς φυλάκισιν, ὑπερβαίνουσαν τοὺς ἓξ μῆνας, ἀξιωματικὸς «παύεται τῆς θέσεώς του ἢ μετατίθεται εἰς ἀπόταξιν, συμ«φώνως μὲ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ἄρθρων 6 καὶ 13 τοῦ παρόντος νόμου».
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζετε, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινῆς παύσεως;
§86ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα. Προσωρινὴ ἤ, ἀκριβέστερον, πρόσκαιρος παῦσις δὲν ὑπάρχει.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει;
§88ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλούστατα. Ἡ ἔκφρασις εἶναι ἐσφαλμένη ἐκ κακῆς μεταφράσεως. Ἡ παῦσις ἡ προσωρινὴ ἐννοεῖ ὡρισμένον χρόνον διαρκείας, τοιοῦτος δὲ χρόνος εἰς τὴν ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως δὲν ὑπάρχει· διαρκεῖ καὶ αὕτη, κατὰ τὰ κείμενα, ὅσον καὶ ἡ δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως ἀργία, καὶ διὰ τοῦτο ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα τὴν διαφοράν, ἣν ἐποιήσατε. Δὲν ἠπόρησα δὲ διότι τόσον ἐσπευσμένως ἐνηργήθησαν τὰ περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐλυπήθην, διότι ἡ σπουδὴ ὡδήγησεν εἰς διάταξιν, ἥτις ἀναιρεῖ διὰ τῆς ἑτέρας χειρὸς τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας διὰ τῆς ἑτέρας προσπαθεῖτε νὰ ἀναγράψητε ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ὑπουργῶν. Τὴν πρόσκαιρον παῦσιν, ἥτις οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ παῦσις ὁμοία τῇ ἀπολύσει, τὴν ἀναθέτει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσάγετε, εἰς τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἐνῷ τὴν ἀπόλυσιν ὑπάγει εἰς τὸ ἀνακριτικὸν συμβούλιον! Ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ προσλαλήσας, τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἐμὲ δὲ εἶναι ὁ θεμελιώδης τοῦ στρατοῦ νόμος, τὸ σύνταγμα αὐτοῦ. Αὐτὸς κανονίζει πᾶν ὅ,τι ἔχει τιμαλφέστερον ὁ ἀξιωματικός, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν του· εἶναι δὲ ἰδιοκτησία ὁ βαθμὸς, καὶ ὑπάρχει μάλιστα Διάταγμα, ὅπερ κατὰ τὸ 1843 ἐξέδωκαν ἄνδρες, εἰς τῶν ὁποίων τὴν μνήμην ὀφείλομεν νὰ κλίνωμεν τὴν κεφαλὴν, ὅπερ ἀναγράφει, ὅτι τοῦ ἀξιωματικοῦ ὁ βαθμὸς εἶναι ἰδιοκτησία. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Διάταγμα τῆς 6 Νοεμβρίου 1843. «Μέχρις οὗ διαταχθῇ ὁριστικῶς διὰ νόμου τὸ περὶ καταστάσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὁ βαθμός του θεωρεῖται ὡς ἰδιοκτησία του, καὶ ἑπομένως οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν θέλει στερεῖσθαι τοῦ λοιποῦ τοῦ βαθμοῦ του, εἰ μὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ θέτῃ τις χεῖρα ἐπὶ τοιούτων νόμων, λειτουργούντων πρὸ τριακονταετίας καὶ καιονιζόντων δικαιώματα ἱερά. Ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς κ. Μαυρομιχάλης εἶπε χθές, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ μεταβολή τις, εὐνοϊκὴ μάλιστα πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, διότι σκοπὸν εἶχεν αὕτη νὰ συγχωνευθῇ δι’ ὅλον τὸν στρατὸν ὁ πρὸς προβιβασμὸν χρόνος, ὁριζόμενος ἐκεῖ κατὰ σύνταγμα, δὲν προέβησαν εἰς τὸ μέτρον αὐθαιρέτως ὡς πράττομεν ἐδῶ. Ἀλλὰ τί ἔπραξαν ἐν Γαλλίᾳ; Διέταξαν anquète, ἔπεμψαν δηλαδὴ ἐπιτροπὴν ἀπὸ στρατῶνος εἰς στρατῶνα καὶ ἐξήτασαν ὅλους τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐζήτησαν τὴν γνώμην αὐτῶν, καὶ μολονότι εἶχον συμφέρον ἐκ τούτου ἀξιωματικοὶ οὐχὶ ὀλίγοι, οὗτοι μὲν, ἀφορῶντες εἰς συμφέροντα ὑψηλότερα τῆς πατρίδος, εἶπον ὅτι προτιμῶσι νὰ ἀδικῶνται προσωπικῶς καὶ νὰ βλέπωσι τοὺς ὑποδεεστέρους αὑτῶν προβιβαζομένους, παρὰ νὰ μεταβληθῇ διάταξις, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν εὐεξίαν τοῦ στρατοῦ καὶ ἥτις ἐγείρει τὸν ζῆλον τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, ἡ δὲ ὄντως σοφὴ ἐκείνη Κυβέρνησις παρῄτησε τὸ μέτρον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐφελκύω τὴν σύντονον προσοχὴν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ· δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, οὔτε εἶμαι ἁρμόδιος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι οὔτε ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶναι πλειότερον ἐμοῦ ἁρμόδιος εἰς τὰ στρατιωτικά. Ὁ διοργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐν γένει πρωτίστην βάσιν ἔχει τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ, οἵτινες εἶναι ὁ νοῦς τοῦ στρατοῦ καὶ ἡ ψυχὴ, καὶ ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως. Τὸ ζήτημα δὲ εἶναι τόσον μέγα, ὥστε δὲν πρέπει μὲ τόσον ἐλαφρὰν καρδίαν νὰ θίγῃ τις αὐτὸ καὶ νὰ τὸ λύῃ μάλιστα ἐν πολλοῖς ἐν σπουδῇ καὶ ἄνευ βαθείας γνώσεως τοῦ πράγματος. Ὑπάρχει π. χ. διάταξις ἐν τῷ εἰσαγομένῳ νομοσχεδίῳ, καθ’ ἣν καταλαμβάνονται ὅλαι αἱ θέσεις ὑπὸ τῶν ἐν ἀργίᾳ, εἴτε διὰ καταργήσεως θέσεως, εἴτε διαλύσεως Σώματος, εἴτε δι’ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας, εἴτε καὶ διὰ προσκαίρου παύσεως, καὶ διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε μετὰ συγκινήσεως, ἀλλὰ περὶ μόνου τοῦ ἐπανερχομένου ἐξ αἰχμαλωσίας, διατί οὗτος νὰ ἀδικῆται; Ἀλλὰ ὁποία τότε θὰ ἦναι ἡ κατάστασις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, ὅταν γνωρίζωσιν ὅτι χάριν τῶν ἐν ἀργίᾳ, καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν πειθαρχικῶς τιμωρουμένων δι’ αὐτῆς, οἷοι εἶναι τῆς προσκαίρου παύσεως, ἀναστέλλεται ἡ προαγωγὴ αὐτῶν; Ποῖος θὰ ἦναι ὁ ζῆλός των, ποία ἡ στοργή των πρὸς τὸ ἔργον, ποία θὰ ἦναι ἡ προθυμία αὐτῶν τῶν ὑφισταμένων τὰ σκληρὰ βάρη τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας; Ὑπάρχουσι μυρίαι ὅσαι ψυχολογικαὶ ἐπόψεις, αἵτινες, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, συντελοῦσιν εἰς ἀνάπτυξιν τῆς προθυμίας, τοῦ ζήλου, τῆς ἀφοσιώσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὸ καθῆκον, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἀφορῶσι καὶ εἰς τοῦτο πράγματι ἀφορῶσιν οἱ νόμοι, οὓς μεταῤῥυθμίζει ὁ κ. πρωθυπουργός. Εἶπον, ὅτι ὡς καὶ τὸν χρόνον τῆς προσκαίρου παύσεως ὑπολογίζει ὡς χρόνον ἐνεργείας, παρέχοντα δικαίωμα εἰς προβιβασμόν, ἐνῷ πειθαρχικὸς εἶναι ὁ λόγος, εἴτε μεγαλειτέρας, εἴτε μικροτέρας βαρύτητος, ἀδιάφορον, οὗ ἕνεκεν ἡ πρόσκερος παῦσις ἐπιβάλλεται. Καὶ ὅταν ἔτι πρόκηται περὶ ἀνικανότητος περὶ τὸ διοικεῖν, τὸ πρᾶγμα ὄχι μόνον δὲν μεταβάλλει χαρακτῆρα, ἀλλ’ εἶναι ἴσως ἔτι μᾶλλον ὀδυνηρὸν διὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς, τοὺς ἱκανοὺς, ἀφοῦ εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ ὑπηρετῶσιν αὐτοὶ ὅπως προβιβασθῶσιν οἱ ἀνίκανοι, ὅταν ἐπανορθωθῶσιν. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη εἰς τοῦτο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπέθεσε χεῖρα καὶ εἰς τὴν ἀπόταξιν. Τὴν ἀπόταξιν τὴν κανονίζει ὁ νόμος· ὁ νόμος ὁρίζει τίς εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη, τίνες οἱ τιθέμενοι εἰς ἀπόταξιν, καὶ διὰ τίνας λόγους. Κατὰ τὸ ἄρθρον δεύτερον τοῦ νομοσχεδίου, μετατίθενται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀποτάξεως οἱ διατελοῦντες ἐν ἐνεργείᾳ, διαθεσιμότητι καὶ ἐν ἀργίᾳ διὰ προσκαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως ἀξιωματικοί, κατὰ τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου περιστάσεις. Αἱ περιστάσεις τῆς ἀποτάξεως εἶναι ὅλαι βαρεῖαι πειθαρχικαὶ παραβάσεις, εἶναι πράξεις θίγουσαι τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ, καὶ ὁρίζονται ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, εἰς ἀπόταξιν τίθεται ὁ ἀξιωματικὸς ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ἣν μάλιστα μόνον ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου δύναται νὰ μετατρέψῃ ὁ ὑπουργός, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου. Ἂν ἡ ἔκφρασις ἦναι τοσοῦτον ἀτυχὴς ὥστε ἡ ὀρθὴ ἰδέα νὰ ὑπάρχῃ μόνον εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αὕτη θὰ ναυαγήσῃ ἀπέναντι τοῦ γράμματος τῆς διατάξεως. Τὸ ἄρθρον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν λέγει κατὰ τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ νόμου περιπτώσεις, ἀλλ’ αἱ περιπτώσεις εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς, καὶ οὐχὶ οἱ ὅροι, καθ’ οὓς ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀπόταξιν. Ἐννοεῖτε, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ θέτητε εἰς ἀπόταξιν ἤτοι εἰς τὴν ἐσχάτην τάξιν τὸν ἀξιωματικὸν ἄνευ γνωμοδοτήσεως ἀνακριτικοῦ συμβουλίου;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μήπως καταργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἱ νῦν ἰσχύουσαι περὶ ἀποτάξεως διατάξεις;
§90ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ καταργοῦνται ἢ τοὐλάχιστον εἶναι λίαν ἀτυχὴς ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου σας, διότι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσῃ τις πρὸς τί νὰ εἴπητε περὶ τῶν περιπτώσεων, ἀφοῦ ἂν σιωπᾶτε καὶ περὶ αὐτῶν δὲν κατηργοῦντο καὶ αὗται· ἡ ἀντίῤῥησίς σας, βλέπετε, πίπτει διὰ τῆς ἰδίας σας φράσεως. Ἀφοῦ εἴπετε τὸ ἕν, ἔπρεπε νὰ εἴπητε καὶ τὸ ἄλλο, διότι σεῖς μὲν δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον κατὰ τὴν ἐν τῇ διανοίᾳ σας ὀρθὴν γνώμην, ἀλλ’ ἄλλος ὑπουργὸς δύναται καὶ ὀφείλει ἴσως νὰ τὸν ἐξηγήσῃ κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 καταργεῖ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπόταξιν, τὴν ἐπιβαλλομένην μετὰ παρέλευσιν τριετίας ἐν ἀργίᾳ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὸν σκοπὸν καὶ τὸν λόγον τῆς διατάξεως ταύτης. Ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ τεθεὶς εἰς ἀργίαν, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν εἰμὴ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Ἐὰν μετὰ τριετίαν δὲν ἐπανέλθῃ εἰς ἐνέργειαν, δύναται μὲν νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν, ἀλλὰ μόνον δυνάμει γνωμοδοτήσεως τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ὅπερ, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Διατάγματος τῆς 9 Νοεμβρίου 1854, ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ ἂν ὑπάρχῃ λόγος νὰ τεθῇ εἰς ἀπόταξιν ὁ ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη διατελέσας ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικὸς, ἐξ οὗ πρόδηλον, ὅτι ἡ τριετὴς ἀργία δὲν εἶναι λόγος ἀποτάξεως. Ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω πρὸς τί ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ διορθώσεως τοῦ νόμου, καθ’ ἧς εἶμαι ἐναντίος κατ’ ἀρχὴν, διότι νομίζω, ὅτι ἡ διόρθωσις τοιούτων νόμων πρέπει νὰ γίνεται μετὰ προηγουμένην ὥριμον μελέτην, ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ τούτου δυστυχῶς πρόκειται, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἀναβιβαζόμενον, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, θὰ ψηφισθῇ, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ δικαιοσύνῃ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἔχῃ μίαν ἄδικον διάκρισιν, ἥτις ὑπάρχει κατὰ τῶν εἰς ἀργίαν τιθεμένων ἀξιωματικῶν, οὐχὶ ἕνεκα παραπτώματος, καὶ μίαν ἔτι ἀδικωτέραν συνταύτισιν τῶν τοιούτων ἀξιωματικῶν πρὸς τοὺς διὰ τὸν δεινότερον τῶν λόγων τεθέντας εἰς ἀργίαν, τοὺς δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως. Ὁμιλῶ περὶ τῶν πασχόντων ἐκ χρονίου νοσήματος. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, οἱ διὰ προσκαίρου ἔτι παύσεως τεθέντες εἰς ἀργίαν, ἤτοι οἱ ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων τιμωρηθέντες δι’ αὐτῆς διατηροῦσι τὸν χρόνον τῆς ἀρχαιότητος αὑτῶν ἐν πᾶσιν, ἤτοι καὶ ὡς πρὸς τὸν προβιβασμόν. Ἀλλὰ διατί μεταξὺ αὐτῶν δὲν περιέλαβε καὶ τοὺς παθόντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκ χρονίου νοσήματος; Διατί αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἅμα θεραπευθῶσι καὶ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν νὰ εὕρωσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν καταπατηθέντα, ἀφοῦ δὲν εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὸ νόσημα, ὅπερ τοὺς ἔφερεν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας καὶ ἴσως μάλιστα δικαιοῦνται παρὰ τῷ στρατῷ, ὑπὲρ οὗ ἔπαθον, καὶ πλειοτέρας μερίμνης; Τί θὰ εἴπωσιν εὑρίσκοντες ἀνωτέρους αὑτῶν τοὺς χθὲς ὑποδεεστέρους ἀξιωματικοὺς, τοὺς δι’ ἀνικανότητα ἢ δι’ ἄλλους πειθαρχικοὺς λόγους τεθέντας εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως; Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν, παρακαλῶ δὲ ἰδίως τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐπιψήφισιν αὐτοῦ οὕτως ἀνεξετάστως. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἢ νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἢ νὰ σταλῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὅπως αὕτη ἐν ἀνέσει καὶ μετὰ προσοχῆς μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ παραβάλλουσα τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ καταστατικοῦ, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ πρὸ τριακονταετίας, ὑποβάλῃ πεφωτισμένην γνώμην· οὕτω δὲ ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς ἄτοπα καὶ εἰς ἀδικίας, ὧν ἕνεκα θὰ καταρασθῶμεν ἴσως τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐψηφίσαμεν τὸν νόμον τοῦτον.
§91Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πρότασιν, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποχρώντως ἀποκρούει αὐτὴ ἡ ἀγόρευσις τοῦ τελευταίου λαλήσαντος, ἀποδείξαντος διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει σπουδαῖον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐκτὸς μόνον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦνται ἐκ παρανοήσεως τοῦ νόμου. Εὐθὺς ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐννοηθῇ ὡς ἔχει, πάντα τὰ κατ’ αὐτοῦ λεχθέντα καταπίπτουσι· καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἥτις παρετάθη ἀπὸ τῆς χθὲς ἕως τῆς σήμερον ἀποδεικνύεται περιττή. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶχεν ἐννοήσει τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἐξηντλεῖτο ἐν βεβιασμένῃ ἀγανακτήσει προσπαθῶν ν’ ἀναπληρώσῃ διὰ τοῦ τόνου τῆς φωνῆς τὸ κενὸν τῶν ἐπιχειρημάτων. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μέτρον ζημιοῦν τοὺς ἀξιωματικούς, ἀφαιροῦν ἀπ’ αὐτῶν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ προηγουμένου νόμου εἶχον· καὶ παρατηρεῖ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι τοιαύτη ἀφαίρεσις ἐγγυήσεων ἀπὸ τῶν στρατιωτικῶν ἰδίως δὲν ἐπιτρέπεται εἰμὴ μετὰ σπουδαιοτάτην μελέτην, διότι τὰ δικαιώματα τῶν στρατιωτικῶν εἶναι ἀναφαίρετα κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1844. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν δὲν προτίθεται ν’ ἀφαιρέσῃ ἐγγυήσεις, προτίθεται νὰ προσθέσῃ ἐγγυήσεις· οὗτος εἶναι ὁ μόνος σκοπός, δι’ ὃν προτείνεται τὸ μέτρον τοῦτο. Ποία δὲ εἶναι κυρίως ἡ περίστασις, ἥτις κατέστησε ἀναγκαίαν τὴν ψήφισιν νέου νομοθετήματος ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ 8 τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου; Εἶναι, ὅτι οὐ μόνον αὐτὸς ὁ νόμος περιέχει διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς δύναται αὐθαιρέτως νὰ θέσῃ ἀξιωματικὸν εἰς ἀργίαν, ἥτις παρατεινομένη ἐπὶ τρία ἔτη δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς ἀπόταξιν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων κατέστησεν ἔτι ἐπαχθεστέραν τὴν νομοθεσίαν. Ἐν ἄρθρῳ 6 τοῦ νόμου περιέχεται διάταξις ἀπαιτοῦσα, ὅπως ὁ ὑπουργὸς στηριχθῇ ἐπὶ ἐγγράφων δικαιολογητικῶν· ἀλλὰ τὰ δικαστήρια, ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, καὶ ὅτι τὰ δικαιολογικὰ ταῦτα ἔγγραφα δὲν εἶναι οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ λαμβάνονται μόνον ὑπ’ ὄψιν πρὸς διαμόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως τοῦ ὑπουργοῦ· ἔχω δὲ προχείρους τὰς ἀποφάσεις ταύτας. Ὡς ἐκ τούτων ἐσχηματίσθη γνώμη, ὅτι ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ μὴ τίθενται αὐθαιρέτως εἰς ἀργίαν, δέον ἵνα περιβληθῶσι διὰ πλειόνων ἐγγυήσεων, καὶ προϊόν τῆς ὡριμασάσης ταύτης γνώμης ὑπῆρξε τὸ προταθὲν νομοσχέδιον παρὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Κέας κ. Κόρπα, ἀπαιτοῦν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀντὶ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων ἔκθεσιν ἐπιτροπῆς ἀνακριτικῆς. Ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ὀφείλει νὰ προτείνῃ μέτρον ἄλλο, ἀποδεχομένη μὲν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐγγυήσεως, ἀλλὰ καὶ μὴ ἀφαιροῦσα ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ πᾶσαν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἧς ἡ στέρησις ἐκινδύνευε νὰ χαλαρώσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ ἐπιῤῥοὴν αὐτοῦ. Ἐθεωρήθη δὲ ἀναγκαῖον, ὅπως διατηρηθῇ ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κείμενος νόμος δὲν ἐξέφρασεν, ἀλλ’ ὡς φαίνεται ἐκ τῶν Βασ. Διαταγμάτων καὶ ἐκτελεστικῶν διατάξεων εἶχεν ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ, τουτέστιν, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς δύνηται νὰ θέτῃ εἰς ἀργίαν τὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἄνευ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ εἰς ἀργίαν μὴ ἐπαγομένην τὰς συνεπείας τὰς παρεπομένας εἰς τὴν ἀργίαν, τὴν ἀποῤῥέουσαν ἐξ ἀποφάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς Ἕως οὗ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύναται καὶ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν νὰ θέση εἰς ἀργίαν πάντα ἀξιωματικὸν, νὰ ἀφήσῃ αὐτὸν ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ ἐπὶ τρία ἔτη, καὶ κατόπιν νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀπόταξιν, ἑπόμενος τῷ ἄρθρῳ 7, τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὡς αἰτίαν ἀποτάξεως, τὸ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἄφησεν αὐτὸν ἐπὶ τρία ἔτη εἰς ἀργίαν. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ἀξιωματικοῦ, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον. Καὶ ὅμως λέγετε πρὸς ἡμᾶς, διατί, μὴ μελετήσαντες ἐπὶ ἔτη πολλὰ τὸν νόμον τοῦτον, καταργεῖτε ἐγγύησιν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ἥτις ἀπὸ ἐποχῆς ἀρχαιοτάτης ἀνεγράφη; Ἡμεῖς καταργοῦμεν, ἢ ἐρχόμεθα νὰ ἀναγράψωμεν ἐγγύησιν, τῆς ὁποίας ἡ ἄρνησις ὑπάρχει ἤδη ἐν τῷ νόμῳ;
§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἄρνησις αὐτὴ, διότι δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι μόνον τὸ εἴπατε, ἀλλὰ τὸ λέγετε καὶ τώρα· διότι ἰδοὺ ἀκριβῶς τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νόμου. «Αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀπόταξιν, ἕνεκα πειθαρχικῶν λόγων, εἰσὶν αἱ ἐφεξῆς: Συνήθης ἀπρεπὴς διαγωγή. — Βαρέα πταίσματα περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἢ τὴν πειθαρχίαν. — Παραπτώματα ἀφορῶντα τὴν στρατιωτικὴν τιμήν. — Παράτασις ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη ἐν ἀργίᾳ ὑπὸ τοὺς ὁριζομένους ἐν τῷ κατωτέρω ἄρθρῳ ὅρους». Τουτέστιν ἡ ἁπλῆ διαμονὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐπὶ τρία ἔτη ἐν ἀργίᾳ εἶναι λόγος ἀποτάξεως. Οὐδὲν ἀπαιτεῖται ἄλλο. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν καταργοῦμεν, διὰ τοῦ βʹ. ἐδαφίου τοῦ 2 ἄρθρου, ἐν ᾧ λέγομεν, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ παράτασις τῆς ἀργίας ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος πρὸς μετάθεσιν εἰς ἀπόταξιν. Σκοπὸν λοιπὸν ἔχομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ περιβάλωμεν δι’ ἐγγυήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἐστερημένον ἐγγυήσεως, τουτέστι τὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ στρατῷ. Θέλομεν ὅπως ὁ ἀξιωματικὸς, ἵνα τεθῇ εἰς ἀργίαν ἐπαγομένην συνεπείας διαρκεῖς οἱασδήποτε, ἀρκεῖ νὰ ἦναι διαρκεῖς, ἔχῃ ἐγγύησιν, ὅτι ἡ τοιαύτη αὐτοῦ εἰς ἀργίαν μετάθεσις δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν, εἰμὴ μετὰ ἐξέτασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ἀρκεῖ, νὰ θέλῃ ὁ ὑπουργὸς, ὅπως τοῦτο γίνεται, δὲν ἀρκοῦσι δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, ἅτινα ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει τοῦτο ἀπολύτως. Εἶπον, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ προαγάγωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν· ἀναγνωρίζομεν ὅμως ἐν ἄλλοις καὶ θέλομεν ἐπιφυλάξει ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ δικαιώματά τινα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀναγκαῖα, ὅπως ἐπιβάλληται εἰς τὸν στρατόν. Πῶς δὲ κατωρθώσαμεν τοῦτο; Ἐνῷ κατόπιν ἀποφάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς ἐστρέψαμεν τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐπὶ τριετίαν δι’ ἀπολύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐπετρέψαμεν τοῦτο εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ ἄνευ ἀποφάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ μόνον διὰ προσωρινῆς παύσεως ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλὰ παύσεως μὴ ἐπαγομένης τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐπάγεται ἡ ἀπόλυσις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς τιθεμένους εἰς ἀργίαν κατόπιν ἀποφάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν ἐξακολουθεῖ λογιζομένη μόνον διὰ τὴν ἀπόταξιν καὶ ἀποστρατείαν· ὡς πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅμως τοὺς τιθεμένους εἰς ἀργίαν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ ἄνευ γνωμοδοτήσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἀρχαιότης αὐτῶν λογίζεται διὰ πάντα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν προβιβασμόν· διότι, ἐὰν μὴ ἐλογίζετο διὰ τὸν προβιβασμὸν, θὰ ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς διὰ παύσεως προσωρινῆς, διὰ τιμωρίας τοῦ ἀξιωματικοῦ, μὴ ἐχούσης κατ’ ἐπιφάνειαν καὶ κατὰ τὸ γράμμα εἰμὴ μόνον διάρκειαν ἑνὸς ἔτους, νὰ τιμωρήσῃ αὐτὸν πράγματι διαρκῶς, μεταβάλλων τὴν θέσιν αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ, στερῶν αὐτὸν τῆς πραγωγῆς του καὶ ἐπιτρέπων εἰς νεωτέρους αὐτοῦ νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν καὶ νὰ διοικῶσι τὸν οὕτω τιμωρηθέντα. Τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἢ μόνον κατόπιν ἀποφάσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς· κατόπιν ὅμως ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ μόνου, στηριζομένης ἐπὶ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀπολέσῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν σχετικὴν αὐτοῦ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, ὅπως ἀπολέσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐκέκτητο νὰ διοικῇ ἀξιωματικοὺς νεωτέρους αὐτοῦ καὶ νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διοικῆται ὑπ’ αὐτῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν μὴ ψηφίσητε αὐτὸ ὅπως τὸ ὑπεβάλομεν, οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ ἐξακολουθῶσι διατελοῦντες ὑπὸ τὴν αὐθαίρετον ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ· ὁ ὑπουργὸς θὰ δύναται νὰ θέτῃ πάντα ἀξιωματικὸν ἐπὶ τρία ἔτη εἰς ἀργίαν καὶ κατόπιν λαμβάνων τὴν ἐπὶ τόσον χρόνον ἀργίαν του ὡς λόγον, νὰ θέτῃ αὐτὸν δι’ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἀπόταξιν. Ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνομεν, θέλετε περιορίσει τὴν ἐξουσίαν ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ, θέλετε περιορίσει τὴν παρ’ αὐτοῦ ἐπιβαλλομένην ἀργίαν ἀπὸ τριῶν ἐτῶν εἰς ἕν· θέλετε προσέτι περιορίσει τὰς συνεπείας τῆς ἀργίας ταύτης ἐπὶ τὴν ἀρχαιότητα καὶ ἐπὶ τὴν ἀπόταξιν. Ταύτας τὰς ἐγγυήσεις ζητοῦμεν ἡμεῖς παρ’ ὑμῶν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, ταύτας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς, ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν συνηγορῶν, φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε, προτείνων ὅπως παραπέμψητε τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπὴν, ἵνα ἐξετάσῃ ἐὰν βλάπτωνται οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τοιούτου μέτρου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, περιέχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἄλλην τινὰ διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐν ἀργίᾳ ἕνεκα διαλύσεως Σώματος, καταργήσεως θέσεως καὶ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας κλπ διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ καταλαμβάνουσι τὰς χηρευούσας θέσεις πάσας· τοῦ δ’ ἐν ἀργίᾳ διὰ προσκαίρου παύσεως ἡ θέσις οὐδὲ κἂν πληροῦται. Ἡ διάταξις ὑπαγορεύεται κατὰ πρῶτον λόγον ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας· διότι συμφέρον τῆς πολιτείας εἶναι νὰ μὴ δαπανᾷ δι’ ἀξιωματικοὺς μὴ ἐργαζομένους· εἶναι καὶ συμφέρον τοῦ στρατοῦ, διότι καὶ ὁ στρατὸς μέγιστον ἔχει συμφέρον ὅπως οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸν μὴ μαραίνωνται ἐν τῇ ἀργίᾳ. Εἶναι δ’ ἐπὶ πᾶσι μέτρον δικαιοσύνης. Μόνη ὠφέλεια ἐκ τῆς διατάξεως, ὡς σήμερον ἔχει, εἶναι ὅτι ὁ ὑπουργὸς προάγει μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν· ἀλλὰ βεβαίως οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἐπιθυμοῦσι τὴν προαγωγὴν των δι’ ἀδικίας πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ διατελοῦντος ἐν ἀργίᾳ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ποινῆς του· πρόκειται περὶ ἀξιωματικοῦ εἴτε μὴ πταίσαντος εἴτε ἀποτίσαντος τὴν ποινὴν αὐτοῦ, καὶ ὅστις δὲν πρέπει νὰ τιμωρῆται διὰ παρατάσεως τῆς ἀργίας, ἵνα ὑπάρχουσαν θέσιν ἐνεργείας καταλάβῃ ἕτερος ἀξιωματικός, προβιβαζόμενος. Τὸ ἔμφυτον αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης θὰ καταστήσῃ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ προθύμους, ἵνα τῷ παράσχωσι θέσιν κατὰ προτίμησιν τὴν πρώτην κενήν. Ἀδικεῖ τὸν στρατὸν, ὅστις ὑποθέτει αὐτὸν ἔχοντα ἐναντίαν ἐπιθυμίαν. Παρὰ στρατοῖς ἄλλοις καὶ ἐν περιστάσεσιν ἄλλαις ἡ ταχεῖα προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι σκέψις, ἧς ἐνώπιον ὑποχωρεῖ πᾶσα ἄλλη δικαιοσύνης ἢ συμφέροντος ἀτομικοῦ ἢ πολιτειακοῦ. Τοῦτο ἐξηγεῖ τὴν ἀλλαχοῦ διατήρησιν θεσμοῦ, θυσιάζοντος τὰ δικαιώματα τῶν ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικῶν χάριν τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει σήμερον τοιοῦτο συμφέρον, οὔτε τοῦ στρατοῦ οὔτε τῆς πολιτείας. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐν ταῖς τάξεσι θέσεις κενὰς, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ πρόσωπα τὰ κατὰ νόμον δικαιούμενα εἰς προβιβασμὸν, καὶ θέλετε νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν αὐξάνουσαν τὰ κενά; Ἆρα ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τούτου προτείνεται ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν; Μένει τὸ ζήτημα τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου καταργοῦμεν ἄρθρα τινὰ τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου, ἀλλ’ ὅτι δὲν καταργοῦμεν καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, ὅτι ἐξακολουθεῖ μένον ἐν ἰσχύϊ τὸ Διάταγμα τὸ κανονίζον τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ 8, τὰς ὁποίας καταργοῦμεν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, καταργουμένων τινῶν ἄρθρων τοῦ νόμου, διατελοῦσιν ἐν ἰσχύϊ διατάξεις Διατάγματος ἐκτελεστικοῦ τῶν ἄρθρων τούτων; Προδήλως θέλει ἐκδοθῆ νέον Διάταγμα, δι’ οὗ θέλουσι διαῤῥυθμισθῆ τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένων νέων διατάξεων, τὸ δὲ νέον Διάταγμα ὡς πρός τινα ἔσται ἐντελῶς ἀντίθετον τοῦ πρώτου, ἀφοῦ τὴν ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως κανονίζομεν ἐπὶ νέων βάσεων. Ἀφοῦ διακρίνομεν δύω εἰδῶν ἀργίας, τὴν μὲν ἐλαφροτέραν, μηδεμίαν ἐπαγομένην διαρκῆ συνέπειαν ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ ἁπλῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων στηριζομένου καὶ σχεδὸν αὐτοβούλως, τὴν δὲ βαρυτέραν καὶ ἐπιβαλλομένην κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἕπεται ὅτι καὶ ἐν τῷ Διατάγματι θὰ παραδεχθῶμεν τὰς διακρίσεις ταύτας καὶ θὰ κανονίσωμεν τὰ καθέκαστον.
§94Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐξ ὅλων τούτων προέκυψεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπεῤῥόφησε τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ μεταχειρίζομαι τὰς λέξεις αὐτὰς, διότι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς καὶ τὰ μέχρι τοῦδε εἰσαχθέντα εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀτόμων καὶ ὄχι ὑπὲρ τῆς στρατ. ὑπηρεσίας. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων ἐπὶ ζημίᾳ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Ὁ Νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν λειτουργεῖ ἀπὸ τοῦ 1851. Τί ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὁποῖα τὰ παραχθέντα ἀποτελέσματα, καὶ ποῖοι λόγοι προεκάλεσαν τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ μέτρα τοῦ κ. ὑπουργοῦ; Ἀλλὰ, λέγει, ὁ Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προβαίνει εἰς αὐθαιρεσίας, καὶ ἕνεκα τούτου ὑπέστη τὸ Δημόσιον βαρυτάτας δαπάνας. Ἀληθῶς, καὶ ἔχω μάλιστα πρόχειρον καὶ ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, λέγοντος ῥητῶς, ὅτι ὑπάρχουσιν 20 ἀνθυπασπισταὶ μισθοδοτούμενοι ἀπὸ τοῦ 1871 μέχρι σήμερον, ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ, ὃν ἔχουσι ἤδη οἱ προβιβαζόμενοι νεώτεροί των. Μέχρι δὲ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, εἶχε πληρώσει τὸ Δημόσιον δι’ ἕκαστον τῶν ἀνθυπασπιστῶν 15 χιλ. δραχμῶν· ἀναγκάζεται δὲ νὰ πληρώνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον κατ’ ἔτος μέγα ποσὸν, διότι, καί τοι φέρουσι βαθμὸν ἀνθυπασπιστοῦ, λαμβάνουσιν ἀποδοχὰς τοὐλάχιστον λοχαγοῦ. Αὐτὰ εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ὑπουργῶν. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν κακῶν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν αὐτοῦ εἰς τὰς βάσεις καὶ εἰς τὴν ῥίζαν καὶ ὄχι εἰς τὰ φυλλώματα, τὰ ὁποῖα τάχιστα θέλουν ἀναπτυχθῆ καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πῶς θέλετε νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἐν Ἑλλάδι χωρὶς νὰ ἔχῃ αὐτὰς τὰς συνεπείας, ἀφοῦ αἱ στρατιωτικαὶ ὑποθέσεις ἐκδικάζονται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων; Ὁ νόμος οὗτος εἰσήχθη τὸ πρῶτον εἰς τὴν Γαλλίαν ἐν ἔτει 1834 ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὑπῆρχε πολίτευμα μᾶλλον φιλελεύθερον· ὁ αὐτὸς νόμος ἐλειτούργησε καὶ ἐν τῷ πολιτεύματι τοῦ 1848, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως καὶ σήμερον λειτουργεῖ. Οὐδέποτε Κυβέρνησις διενοήθη, ὅσον δημοκρατικὴ καὶ ἂν ἦναι, νὰ ἀναθέσῃ τὴν ἐκδίκασιν τῶν στρατιωτικῶν ὑποθέσεων εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, καὶ τοῦτο ὄχι δι’ ἔλλειψιν σεβασμοῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀπαιτουμένων εἰδικῶν γνώσεων καὶ περιστάσεων.
§95ΤΙΝΕΣ. Διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐξασφαλίζονται.
§96ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἐξασφαλίζονται τ’ ἄτομα, ἀλλὰ καταστρέφεται ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ὤφειλον νὰ σπεύσωσιν εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, καὶ διὰ τοῦτο ἔκτοτε καὶ ἀπὸ πολλῶν χρόνων εἶχον ὑποβάλει πρότασιν σχετικὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦ 1865, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ πειθαρχία ἐν τῷ στρατῷ, ὅταν τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ἀπονέμουν βαθμοὺς, καὶ λέγω, ὅτι ἀπονέμουν βαθμοὺς, διότι, ἀφοῦ ἀπονέμουσι μισθοδοσίας, ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπόχρεως νὰ χορηγήσῃ καὶ τὸν ἀνάλογον βαθμόν. Εἶπον καὶ χθὲς ἀγορεύων, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ πολλοὶ εἶναι οἱ ἀδίκως εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἐνέργειαν, οὐδεὶς δ’ ἐτέθη εἰς ἀργίαν ἀδίκως. Καὶ εἶναι πολὺ πικρὸν διὰ πάντα ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν ἄρτον ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅστις εἶναι σχεδὸν πάντοτε οἰκογενειάρχης ἢ συντηρεῖ μητέρα καὶ ἀδελφάς. Μόνη λοιπὸν ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος ἀναγκάζει τὸν ὑπουργὸν νὰ θέσῃ εἰς ἀργίαν τὸν ἀξιωματικόν. Ποῖα εἶναι τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ὅτι ἀξιωματικός τις ἀδίκως ἐτέθη εἰς ἀργίαν καὶ δὲν ἐπανῆλθε πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔτους; Καὶ ἐὰν τυχὸν ἔμεινεν ἐν ἀργίᾳ ὁλόκληρον τριετίαν, εἶναι τοῦτο πλήρης ἀπόδειξις, ὅτι κατέστη ἐντελῶς ἀνίκανος καὶ συνεπῶς ἀνεπίδεκτος διορθώσεως. Περὶ δὲ τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὡς ἐγγύησιν, δὲν εἶναι τοιαύτη. Τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια ἐλειτούργησαν μέχρι τοῦδε κακῶς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, διότι ὄπισθεν αὐτῶν ὁ ὑπουργὸς πολλάκις ὀχυρούμενος ἐνήργει ἀδίκως· καὶ δι’ αὐτὸ πάντοτε ἐπεζήτησα, ὅπως ὁ ὑπουργὸς ἦναι μόνος ὑπεύθυνος τῶν πράξεών του, ἐν ἀνάγκῃ καταγγελλόμενος, κατηγορούμενος καὶ φυλακιζόμενος. Ἀποκρούω ὅθεν τὴν διὰ τῶν ἀνακριτικῶν συμβουλίων δυναμένην νὰ λαμβάνῃ χώραν ἐπίδρασιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτοῦ δύω ἰδίως διατάξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες πράγματι ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τῆς τελευταίας διατάξεως. Οἱ λόγοι τῆς ἀποτάξεως εἶναι ὑποχρεωτικοὶ, δὲν ἔχομεν δὲ παράδειγμα ὅτι ἀξιωματικὸς παρέτεινε τὴν διαμονήν του ὑπὲρ τὰ τρία ἔτη εἰς ἀργίαν ἢ μόνον καθ’ ἣν περίπτωσιν τὸ ἄτομον ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀνίκανον, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ ἦναι μέλος τῆς κοινωνίας. Ὅταν ἀφερέσητε τὸν φόβον ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἀργίας, εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ πολλαπλασιάσητε τ’ ἀτακτήματα τῶν εἰς ἀργίαν διατελούντων ἀξιωματικῶν, καὶ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπιβαρύνετε τὸν στρατὸν μὲ βάρη, δίδοντες συνάμα τὸ ὀλέθριον παράδειγμα τῆς ἀτιμωρησίας. Ἄλλως, κύριοι, δὲν γνωρίζω εἰς τὸν στρατὸν παρὰ ὀλίγα πρόσωπα, ἅτινα, τεθέντα εἰς ἀργίαν, κατώρθωσαν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν εἰς ἐνέργειαν ἐπάνοδόν των. Ἂς μὴ θελήσωμεν λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τοῦτο, ἵνα προφυλάξωμεν πέραν τοῦ πρέποντος τὰ ἀτακτοῦντα ἄτομα ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ ὑπουργοῦ. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ἀντιστρατεύεται πρὸς ὅλας τὰς ἰδέας τοῦ περὶ καταστάσεως νόμου· ὅταν ἔχετε τοιοῦτον νόμον, πῶς θέλετε νὰ καταστρέψητε τὴν βάσιν ἐφ’ ἧς ἐρείδεται; Λοιπὸν ἡ παράτασις τῆς διαμονῆς εἰς ἀργίαν ἐπὶ τρία ἔτη καὶ κατόπιν ἡ ἀπόταξις, εἶναι ἀναγκαῖον ὅπλον, ὅπερ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀργίας διὰ παρακαίρου παύσεως ἢ δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, τοῦτο προῆλθεν ἐκ κακῆς μεταφρασθείσης παρ’ ἡμῖν φράσεως τοῦ Γαλλικοῦ κειμένου, καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλας τὰς παρεξηγήσεις. Κατὰ τὸν καθεστῶτα νόμον, ἡ μὲν ἀργία διὰ προσκαίρου παύσεως, καθὼς καὶ ἡ ἀργία δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, εἶναι ζητήματα μᾶλλον ἐφαρμογῆς ἢ ἑρμηνείας, ἐξαρτωμένης ἐκ τῆς ποιότητος τῶν τιμωρουμένων ἀξιωματικῶν, καὶ ἐκ τῆς τὸ πρῶτον ἢ κατ’ ἐπανάληψιν τιμωρίας τοῦ ἀτόμου. Ὥστε θέλοντες νὰ χωρήσητε τὰς δύω αὐτὰς κατηγορίας, λίαν στενῶς συνδεδεμένας καὶ οὕτως εἰπεῖν δυναμένας νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἄτομον, θέλετε καταστήσει τὸν νόμον καὶ ἄχρηστον καὶ ἐπιβλαβῆ. Ὁ ἀξιωματικὸς τίθεται εἰς ἀργίαν, ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι, ἕνεκα παραπτώματος. Καὶ εἰ μὲν τὸ πρῶτον περιπέσει εἰς παράπτωμα τὸ ἄτομον, τότε ἐπέρχεται ἡ ποινὴ αὕτη. Ἀλλ’ ἡ ποινὴ τῆς ἀργίας δὲν ὁρίζει καὶ χρόνον, διότι εἰμπορεῖ νὰ ἦναι δύω μηνῶν, τριῶν μηνῶν, ἐνιαύσιος ἢ καὶ τριετής. Ὁ ἀξιωματικὸς, τιθέμενος εἰς ἀργίαν, διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς στρατιωτικῆς Ἀρχῆς· τὸ φρουραρχεῖον, αἱ στρατιωτικαὶ Ἀρχαὶ ὑποβάλλουν καταστάσεις περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτοῦ κατὰ μῆνα.
§97Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποτὲ δὲν ἔγεινε τοῦτο. Δύνασαι νὰ εὕρῃς ἓν ἔγγραφον τοιοῦτο; καὶ σᾶς τὸ λέγω, διότι ἠξεύρω, ὅτι τὸ ἠξεύρετε.
§98Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀναλόγως ὅθεν τῶν πληροφοριῶν τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, ὁ ἀξιωματικὸς παραμένει ἐν ἀργίᾳ ἢ ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· καὶ, κύριοι, πιστεύσατε, ὅτι οὐδέποτε ἀξιωματικὸς τεθεὶς εἰς ἀργίαν, ἕνεκα παραπτώματος, καὶ ἀποδείξας διὰ τῆς κατόπιν συμπεριφορᾶς του ὅτι μετημελήθη, δὲν ἐπανῆλθεν εἰς ἐνέργειαν. Καὶ παράδειγμα πρόσφατον εἶναι, ὅτι εἶχον θέσει τελευταῖον ἀξιωματικούς τινας εἰς ἀργίαν, καὶ ὅλοι ἐπανῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, μὴ διαμείναντες ἐν ἀργίᾳ οὔτε τρεῖς μῆνας. Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω σήμερον τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγω τὶ συμβαίνει.
§99Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τοὺς ἔθεσα εἰς ἀποστρατείαν καὶ ἐπανῆλθον. Δὲν καταλαμβάνετε πόσα γίνονται...
§100Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λέγω, ἴσα ἴσα, ὅτι ἐπειδὴ γίνονται, διὰ τοῦτο περιήλθομεν καὶ εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν νὰ θέσητε τὸν Ὑπουργὸν ἀντιμέτωπον, πρὸς ἄτομα ἀτακτοῦντα, καὶ ἀνίκανον ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ τοιαῦτα βάρη. Ἡ κατάστασις τῆς προσκαίρου ἀργίας καὶ τῆς ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι συνδεδεμένη ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ ὅτι πολλάκις ἡ μία συνεπάγεται τὴν ἄλλην. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀξιωματικὸς, ὑποπεσὼν εἴς τι παράπτωμα, ἐτέθη εἰς ἀργίαν· ἐὰν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δὲν δώσῃ νέας ἀφορμὰς κατ’ αὐτοῦ, θέλει ἐπανέλθει εἰς τὴν ὑπρεσίαν· ἐὰν ὅμως ἐξακολουθῇ καὶ κατὰ τὴν εἰς ἀργίαν διαμονήν του νὰ φέρεται ἀπρεπῶς, βεβαίως δὲν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπρεσίαν ἀλλὰ θὰ μείνῃ ἐπὶ 1 ἔτος, καὶ ἂν ἐξακολουθῇ, ἐπὶ 2 καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ ἐπὶ 3 ἔτη εἰς ἀργίαν· τοιοῦτος ἀξιωματικὸς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προσκαίρου παύσεως εἶναι ἀλληλένδετον πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποτάξεως, διότι ὁ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν ἀργίᾳ 3 ἔτη. Δὲν ὑπάρχει δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀργίας διὰ προσκαίρου παύσεως καὶ τῆς ἀργίας δι’ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, ἢ ἡ διαφορὰ τῆς μισθοδοσίας. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ζητήματα, νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον χθές. Μίαν μόνον ἐν τέλει σύστασιν ὀφείλω νὰ κάμω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς εἰς ἀργίαν μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν διὰ προσκαίρου παύσεως, νὰ μὴν θελήσῃ νὰ θέσῃ εἰς ἴσην μοῖραν τοὺς ἀτακτοῦντας ἀξιωματικοὺς πρὸς τοὺς καλῶς ὑπηρετοῦντας........ (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ συζητηθὲν νομοσχέδιον.) Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἐν ὥρᾳ 9 μ. μ.