1882.05.22
2.355 στίχοι · 18.127 λέξεις · 276 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
τῆς 22 Μαΐου 1882.
(Ὥρα 3 μ. μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν Πύργῳ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας παρεπιδημοῦντες Ἕλληνες ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔμμισθον διατήρησιν τοῦ Ὑποπροξενείου Πύργου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νόμου τοῦ τιθεμένου εἰς ἐνέργειαν ἀπὸ τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου τρέχοντος ἔτους γίνεται Προξενικὸν Πρακτορεῖον.—Τινὲς κάτοικοι Λεβαδείας ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν μὴ κύρωσιν τῆς ἄρτι ψηφισθείσης συμβάσεως περὶ Κωπαΐδος, καθόσον ἡ Ἑταιρία, μὴ ποιήσασα οὐδεμίαν ἐργασίαν, θεωρεῖται ἔκπτωτος τοῦ δικαιώματος.— Ὁ Δημήτριος Λιώσης, κάτοικος Ἀλιβερίου, ζητεῖ ἵνα διαταχθῶσι τὰ δέοντα πρὸς σύλληψιν τοῦ Ἀριστείδου Οἰκονομοπούλου, δικολάβου ἐν Ἀλιβερίῳ, παραπεμφθέντος διὰ βουλεύματος ὑπὸ τὸ ὄνομα Γ. Οἰκονομόπουλος ἐσφαλμένως, ἐνῷ ὁ Ἀριστείδης Οἰκονομόπουλος εἶναι ὁ χρηματίσας γραμματεὺς τοῦ Ἐπαρχείου Θηβῶν.— Οἱ Κ. Τσάλης, Π. Σκουμπουρδῆς, Λ. Τράκας καὶ ἄλλοι θεωροῦντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ζώων εἰς ἀμπέλους εἶναι δημευτικὸν διὰ τοὺς ἔχοντας δικαίωμα βόσκειν χόρτον ἐκ ἀμπέλοις, ἐξαιτοῦνται τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.— Σοφοῦλα Χήρα Δ. Κουντουριώτου καὶ Παναγοῦλα Χήρα Π. Κουντουριώτου, εὑρισκόμεναι ἐν μεγίσταις στερήσεσιν, ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς, ἐπιψηφίζουσα νόμον περὶ συντάξεως ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν των.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί θὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ, κύριε Πρόεδρε;
§3Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§4ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑποβάλλω δύω προτάσεις, ἐξ ὧν ἡ μία εἶναι «περὶ συστάσεως Εἰρηνοδικείου μεθ’ Ὑποθηκοφυλακείου ἐν Προστοβίτσῃ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Τριταίας τῆς Ἐπαρχίας Πατρῶν» ἡ δὲ ἄλλη «περὶ συστάσεως δύω δημοτικῶν σχολείων ἐν τῷ δήμῳ Τριταίας». (Ὅρα Παράρτημα).
§5Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πρέπει νὰ λάβητε πρόνοιαν, κύριε συνάδελφε, καὶ περὶ τῶν διδασκάλων, διότι οἱ διδάσκαλοι εἶναι πολὺ ὀλίγοι ἀπέναντι τόσων σχολείων.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἐκλογῆς Ἀρχιερέων, τὰ ὑπέβαλεν εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι.
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος. — Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ποῖον καθῆκον ἔχει λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀνωτάτη Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Εἰς τὰ 1833, ὅτε τὸ πρῶτον ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τοῦ νὰ σχηματισθῇ ἡ Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν......
§9ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι βουλευταὶ, καθήσατε.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Ὑπουργὲ, ὅταν τὸ πρῶτον συνεστήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνεξάρτητος Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ ἀπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας καὶ διεχωρίσθη αὐτῆς, ἐγεννήθη ζήτημα, καὶ ζήτημα σπουδαῖον. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριε Ὑπουργὲ, διεχώρισε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ 17 ὅλα ἔτη μέχρι τοῦ 1849, διότι ἀπὸ τοῦ 1833..........................
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τώρα;
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι· ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἂν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὑπεβάλατε εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἴσως μετὰ τὴν ὁμιλίαν μου πεισθῆτε νὰ τὰ ὑποβάλεται.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, τότε τὰ λέγετε, διότι πιθανὸν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§16ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Κύριοι, παρετήρησα, ὅτι τινὲς τῶν κυρίων βουλευτῶν πολὺ ἐγκαίρως καὶ δικαίως, ἔσπευσαν νὰ παρακαλέσουν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβωσιν πρόνοιαν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν διακλαδώσεων εἰς τὰς ἐπαρχίας αὑτῶν. Ἀλλά, κύριοι, διὰ τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Στεφανίδης, δὲν ἔχομεν μόνον νὰ προτείνωμεν τὸν λόγον τῆς εὐκολίας τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς ἄλλους λόγους, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς διακλαδώσεως καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς. Διὰ τοῦτο, ὁ κ. Στεφανίδης καὶ ἐγὼ συνετάξαμεν ἀπὸ κοινοῦ μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§17ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἁγυιᾶς εἰς τὸ νὰ κατασκευασθῇ σιδηρόδρομος καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς.
§18ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἐπαρχία Ἁγυιᾶς εἶναι ἡ πλέον προσοδοφόρος τῆς Θεσσαλίας, παράγουσα διάφορα καὶ ἄφθονα προϊόντα, ἀξίας καὶ χρησιμότητος μεγάλης, καὶ τῆς πρώτης μάλιστα ἀνάγκης. Διὰ τῆς κατασκευῆς διακλαδώσεως σιδηροδρομικῆς ἀπὸ τοῦ χωρίου Γκερλί, ὅπερ εἶναι τὸ κέντρον τῆς γραμμῆς ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν, μέχρι τῆς παραλίας Τσάγιαζι, ἢ τῆς παραλίας Ἁγιόκαμπος τῆς ἰδίας ἐπαρχίας, δύναται νὰ λάβῃ τὸ ἐμπόριον τῆς Θεσσαλίας μεγίστην ὤθησιν καὶ ἀνάπτυξιν. Ἀλλά, κύριοι, γιγνομένης τῆς διακλαδώσεως μέχρι Τσάγιαζι, ἀπαραιτήτως χρήσιμος καθίσταται καὶ ὁ σχηματισμὸς τοῦ λιμένος ἐκεῖσε, ὅστις καὶ φυσικῶς διευκολύνεται. Ἄλλως περιστρέφων τὴν πρότασί μας ταύτην, λέγων, ὅπως γείνῃ ἡ διακλάδωσις μέχρι τῆς πρωτευούσης Ἁγυιᾶς καὶ τότε πολὺ ταχέως θ’ ἀποδείξωσι τὰ πράγματα πόσον ἡ ἐπαρχία μας αὕτη εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν Ἑταιρίαν.
§19ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην Λακωνίας, ὅπως ἀποστείλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν ὑποβληθεῖσαν πρᾶξιν παρὰ τοῦ Δημάρχου Λεύκτρου τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ δημοτικοῦ Εἰσπράκτορος, τὴν ὁποίαν κρατεῖ ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Νομαρχίας τέσσαρας περίπου μῆνας. Εἰσπράκτωρ δὲν ὑπάρχει ἤδη, διότι ὁ παραιτηθεὶς δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ εἰσπράττῃ, ἀφοῦ ἅπαξ παρῃτήθη. Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ὁ Νομάρχης ν’ ἀποστείλῃ τὰ ἔγγραφα ταχέως καὶ νὰ τῷ ζητηθῇ λόγος διὰ τὴν τοιαύτην ὀλιγωρίαν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι σήμερον ἡ ὡρισμένη ἡμέρα εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις, παρακαλῶ δὲ τοὺς κυρίους βουλευτάς, εἰς τοὺς τυχὸν λησμονήσω ν’ ἀπαντήσω, νὰ μὴ παραπονεθῶσιν, ὅσοι δὲν ἠθέλησαν νὰ δώσωσιν ἀπάντησιν, διότι εἶναι πολλαὶ αἱ ἐπερωτήσεις καὶ ἐπέρχεται σύγχυσις, ὥστε, ἐὰν παρατηρηθῇ ἔλλειψις, νὰ μοὶ τὸ ὑπομνήσωσι διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας ἐπηρώτησεν, ἂν οἱ τέως ἐν ταῖς νέαις τοῦ Κράτους ἐπαρχίαις συλληφθέντες καὶ προφυλακισθέντες ὑπάγωνται ἢ ὄχι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀμνηστευτέων, κατὰ τὸ ἄρθρον 17 τῆς μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συμβάσεως. Οὐδεμία παρατήρησις ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν ὡς πρὸς τοῦτο, τουτέστιν ἡ Τουρκία δὲν ἀπηύθυνε παράπονον, ὅτι συνελήφθη πρόσωπόν τι, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως εἶχε δικαίωμα ἀμνηστείας. Ὅσον δὲ γινώσκω, σύλληψις προσώπου δὲν ἐγένετο διὰ λόγον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Ἂν τυχὸν συνελήφθησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀμνηστείας, διὰ λόγον ὅμως μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἀμνηστείαν, ἀλλὰ δι’ ἄλλον, βεβαίως οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ· ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων δὲν παραπονεῖται, φρονῶ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀφορμή, ὅπως γείνῃ λόγος περὶ τούτου, διότι τὰ ἐν τῇ συμβάσει περὶ ἀμνηστείας, ἐὰν παρέχωσι δικαίωμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Τουρκίας τὴν μὴ καταδίωξιν προσώπων ἐπί λόγῳ ἀναμίξεως αὐτῶν εἰς κινήματα ἐπαναστατικά, ἐπίσης παρέχουσι καὶ ἀμοιβαιότητα εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο δικαίωμα ὅμοιον, ὅπως καὶ ἡμεῖς μὴ καταδιώκωμεν πρόσωπα διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὰ κινήματα ἐκεῖνα, καὶ ὑπὲρ ὧν ἐνδιαφέρεται τὸ Κράτος ἐκεῖνο· ἀλλ’ εἰς ταῦτα τὰ πρόσωπα νὰ μὴ παρέμβῃ ὑπὲρ αὐτῶν.
§21ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§23ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν συνθηκῶν εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη εἰς τὰς συνομολογησάσας αὐτὰς Κυβερνήσεις· κατὰ συνέπειαν ἑκάστη Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ κατὰ πόσον οἱ ὅροι μιᾶς συνθήκης βαρύνουσιν αὐτήν, καὶ νὰ ἐκτελῇ τοὺς ὅρους τούτους, ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀντιθέτου ὑποχρεώσεως. Ἐὰν μεταξὺ τῶν προσώπων τῶν προφυλακισθέντων ὑπάρχωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ληστανταρτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν διέπραξαν πράξεις ἀξιοποίνους ἐν Ἑλλάδι, νομίζω, ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀμνηστευτέων, συνεπῶς δὲ πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβεν, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτὰ ἀμνηστείαν, καὶ δίδουσα οὕτω παράδειγμα σεβασμοῦ πρὸς τὴν Σύμβασιν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως τὴν πλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε καὶ αὐτὴ διὰ τῆς Συνθήκης.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ περίστασις, ὅτι ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις οὐδὲν ἀπηύθυνε παράπονον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν οὔτε ἐπισήμως, οὔτε ἀνεπισήμως, οὔτε διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου αὐτῆς ἰδιαιτέρως, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐτηρήθη· ἄλλως τε καὶ ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι οὐδὲν πρόσωπον καταδιώκεται δι’ ἀνταρσίαν, ἂν καταδιώκωνται πρόσωπα, καταδιώκωνται διὰ λόγους ἀσχέτους πρὸς τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα περὶ ὧν ἐπρονόησε τὸ ἄρθρον 17 τῆς συνθήκης.
§25ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ ἄτομα ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ῥήτραν μιᾶς συμβάσεως, ὅταν ἀφορᾷ αὐτά;
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ὑφίσταται. Νομίζω ὅμως, ὅτι αἱ συμβάσεις κατὰ τὰς ἐν αὐταῖς κανονιζομένας περιστάσεις γεννῶσι δικαιώματα καὶ δημιουργοῦσιν ὑποχρεώσεις μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι ἐὰν μία τῶν Κυβερνήσεων δὲν θέλει νὰ ποιήσηται τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ σύμβασις, δὲν δύναται τρίτος τις νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἔχει αὐτὸς συμφέρον ἐν τῇ διεκδικήσει τοῦ δικαιώματος ἐκείνου καὶ ἑπομένως νὰ ζητήσῃ, ἵνα ἡ ὑποχρέωσις ἐκτελεσθῇ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον, διότι οὐδεμία ἠγέρθη ἔνστασις ἢ ἀντίῤῥησις παρὰ τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως, οὐδὲν περὶ τούτου ἠκούσαμεν, οὐδεμία εἴδησις ὑπάρχει, ὅτι κατεδιώχθη τις διὰ λόγους τοιούτους· γινώσκομεν τουναντίον, ὅτι αἱ καταδιώξεις ἐγένοντο δι’ ἐγκλήματα μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 17 τῆς συμβάσεως.
§27ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Πολλοὶ ἐξ Ἰωαννίνων μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 συνελήφθησαν ἐν Ἰωαννίνοις καὶ εὑρίσκονται εἰς Κωνσταντινούπολιν, οὐχὶ βεβαίως εἰς τὰς εἱρκτάς, ἀλλ’ εἶναι περιωρισμένοι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς πατρίδας των.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὑπηκόων Ἑλλήνων, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ἐπισήμως· ἄλλως, ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἐπίσημος, δύναται οὐχ ἧττον νὰ ἐργασθῇ διὰ τῶν φιλικῶν σχέσεων.
§29ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει σύμφωνα μὲ τὴν σύμβασιν, τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας, τὸ δικαστήριον θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ παρατηρήσῃ εἰς ποίαν κατηγορίαν ὑπάγεται τὸ πρόσωπον αὐτό, ἂν δηλ. ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν διὰ πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἔπραξε κατὰ ὑπηκόου Ἕλληνος, ἢ δι’ ἄλλην, καὶ ἑπομένως ἂν ὑπάγεται εἰς ἀμνηστείαν ἢ ὄχι· καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, καὶ ἱκανοποιεῖται καὶ ὁ κ. Μεσσηνέζης· Βεβαίως τὰ δικαστήρια θὰ ἐξετάσουν· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπεστάλη ἄλλη ἐπερώτησις περὶ τῆς γενομένης ἐνεργείας παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν αἰτήσεως τοῦ δήμου Πατρέων περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Χρηματιστηρίου. Περὶ τούτου ἐζητήθησαν πληροφορίαι διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πρέπῃ νὰ ποιήσηται τὴν παραχώρησιν· ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἐλήφθησαν αἱ ἀπαντήσεις αἱ ζητηθεῖσαι ἐκ Πατρῶν.
§31ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ............
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πολλαὶ αἱ πληροφορίαι, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ κατάστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐγερθῇ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα, καὶ πρόκειται νὰ δοθῇ προτίμησις. Βεβαίως θὰ διεξαχθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ ἐξετάσεις αὗται. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἀφορᾷ εἰς αἴτησιν περὶ καταθέσεως τῶν διαμειφθέντων ἐγγράφων περὶ τοῦ ἐν Γαλλίᾳ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἐγένετο πρὸ τῆς ὑποβολῆς ἐγγράφων τινῶν ζητηθέντων παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης· τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, εἶναι αὐτὰ ἐκεῖνα, εἰς ἃ ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις. Καταθέτων αὐτὰ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔγγραφα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ ἔγγραφα τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ τὰ ὑποβάλω, διότι ἐκείνη ἡ διαπραγμάτευσις εἶναι τετελεσμένη, ἀλλὰ τὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσι, διότι αἱ διαπραγματεύσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, καὶ ἐπὶ τοιούτων διαπραγματεύσεων δὲν εἶναι πρέπον νὰ καταστήσωμεν κοινωνὸν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἕως οὗ ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία διαπράξῃ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον.
§33Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐζήτησα συνεπεία τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος βουλευτὴς Πατρῶν εἶπε. Τότε ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἔγγραφα.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐπερώτησις τοῦ κ. Ῥηγοπούλου, νομίζω, δὲν εἶναι ἐδική σας· δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἀνακοινώσει τοῦ Προεδρείου τὸ ὄνομα τοῦ ἐπερωτήσαντος, λέγει μόνον «ἀκολούθως εἷς τῶν βουλευτῶν Πατρῶν». Καὶ εἰς αὐτὸν ἀπαντῶ.
§35ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐπερώτησις τοῦ κ. Κοντογούρη.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλη ἐπερώτησις εἶναι τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τροιζηνίας. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Δουζίνας· «α). Τοῦ τίνος φόρου εἰσπράκτορές εἰσιν οἱ ἐν τῷ σταθμῷ τοῦ σιδηροδρόμου ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν τῇ σχετικῇ ἁμαξιτῇ ὁδῷ εἰσπράκτορες. β) Ἡ ἰδιότης τοῦ κομιστοῦ καὶ αἱ συνθῆκαι τοῦ κομιζομένου ἀντικειμένου, οἷον τὸ ποσὸν, τὸ ποιὸν καὶ ὁ προορισμὸς αὐτοῦ, οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν διάγνωσιν ἐὰν ἦναι εἰσπρακτέος φόρος ἢ οὔ· ἐν ἄλλαις λέξεσι, καὶ τὸ πλέον παραμικρὸν καὶ χειροβαστακτὸν ἐδώδιμον ἢ ἄλλο ἀντικείμενον προσωπικῆς χρήσεως ὑπόκειται εἰς φόρον ἀδιακρίτως, ἐὰν εἰσάγεται πρὸς ἐμπορίαν ἢ ὄχι;» Οἱ εἰσπράκτορες οὗτοι εἶναι τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ δὲ δημοτικὸς φόρος εἰσπράττεται δυνάμει διατάξεως τοῦ περὶ δήμων νόμου, καθ’ ἣν: «Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες εἶναι πρωτεύουσαι ἐπαρχιῶν, ἢ παρ’ οἷς εἶναι καθιδρυμένη τελωνιακὴ Ἀρχὴ μέχρι καὶ αὐτοῦ τοῦ σταθμάρχου, καὶ τῶν ὁποίων τὰ τακτικὰ εἰσοδήματα δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἀνάγκας των, νὰ ἐπιβάλωσιν ἐπὶ τῶν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν εἰσαγομένων καὶ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὡρισμένων ὠνίων δασμὸν μὴ ὑπερβαίνοντα τὰ 2% τῆς τιμῆς αὐτῶν.» Κατὰ τὴν διάταξιν λοιπὸν ταύτην ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς εἰσπράκτορας ἐκείνους νὰ ἀπαιτῶσι πληρωμὴν φόρου. Τώρα τὰ εἰσαγόμενα, περὶ τῶν ὁποίων ἐρωτᾷ ὁ κύριος βουλευτὴς, εἶναι τὰ πνευματώδη ποτὰ καὶ λοιπὰ ῥευστὰ καὶ τὰ τρόφιμα, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα δύναται κατ’ ἐπέκτασιν νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπεται αὕτη ποτὲ, ἤτοι «δημητριακοὶ καρποὶ, ἄλευρα, ἄρτος, λάχανα, χλωρὰ ὄσπρια, χλωραὶ ὀπῶραι, χλωρὸς τυρὸς, γάλα, ἅλας, ὀρνίθια, ᾠὰ καὶ ἄλλα μικρὰ εἴδη». Λοιπὸν, ἐὰν ἐπί τινος ἐκ τῶν εἰδῶν τούτων εἰσεπράχθη τέλος, ἔχει δικαίωμα παραπόνου ὁ κύριος βουλευτὴς, καὶ θέλομεν ἀποδώσει εἰς τὸ παράπονόν του πᾶσαν τὴν ὀφειλομένην προσοχήν.
§37ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι γίνονται διαπληκτισμοὶ πολλοί. Ὁ φόρος εἶναι τῶν εἰσαγομένων ὠνίων· τὸ ὤνιον ὑποτίθεται ἐμπόρευμα, ἑπομένως πᾶν τὸ ὁποῖον πρὸς ἰδίαν κατανάλωσιν φέρει........
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις. Φόρος ἐμπορευσίμων καὶ καταναλωθησομένων παρὰ τοῦ κομίζοντος δὲν διακρίνει οὐδὲ ὁ γενικὸς περὶ δασμολογίου νόμος, καί τοι θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι προκειμένου περὶ μεγάλης εἰσαγωγῆς, θὰ ἐπετρέπετό τις παράβλεψις ὑπὲρ τῆς ἀποσκευῆς τῶν ὁδοιπόρων· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐκεῖ δὲν ἐπιτρέπει ἐξαίρεσιν ὁ νόμος, πολλῷ μᾶλλον δὲν ἐπιτρέπει αὐτὴν προκειμένου περὶ τῆς εἰς τὸν δημοτικὸν δασμὸν ὑποβαλλομένης μικρᾶς εἰσαγωγῆς, ἐν ᾗ τὸ πλεῖστον τῶν φορολογησίμων ὑπὲρ τοῦ δήμου, ἂν ὄχι ἴσως ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ εἰς πόλεις ἄλλας μικροτέρας, θὰ ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν καταναλωθησομένων παρὰ τοῦ εἰσάγοντος.
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατὰ τύχην εἰσφέρει ἕνα ἰχθὺν εἰς τὰς χεῖρας, πρέπει νὰ πληρώσῃ;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος κύριος Βαλαβάνης ἐπηρώτησε περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγεται ἐν τῷ Τμήματι τῷ δικαστικῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ παραπομπὴ τῶν ὑποθέσεων, τουτέστιν, ἐὰν γίνωνται προτιμήσεις ἐκείνων τῶν ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπάρχει κατεπεῖγον, ἢ ἐὰν ἀκολουθῆται τὸ σύστημα τῆς προτεραιότητος. Τοῦτο δὲ, ὡς λέγει, ὁ ἐπερωτήσας αὐτοῦ, κατόπιν συμβάντος τινος εἰς αὐτὸν μεταβάντα εἰς τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα καὶ ζητήσαντα, ὅπως προτιμηθῇ ὑπόθεσίς τις, καὶ λαβόντα παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου τὴν ἀπάντησιν, ὅτι προτίμησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ κατόπιν τοιούτων παραστάσεων, ἀλλ’ ὅτι ἡ προτεραιότης κανονίζεται ἐκ τῆς σειρᾶς τῆς ἐγγραφῆς καὶ τῆς ὡριμότητος τῶν ὑποθέσεων. Ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ κατ’ ἐμέ. Ἐγὼ δὲ ἐνέκρινα αὐτὴν καὶ ἐνετειλάμην εἰς τὸν Τμηματάρχην ἐπὶ ταύτης τῆς ἀρχῆς νὰ ἐξακολουθῇ ἐνεργῶν, οὐδέποτε δὲ νὰ δοθῇ προτίμησις εἰς ὑπόθεσιν, διότι τῷ ἐγένετο παράστασις ὑπὸ οἱουδήποτε. Βεβαίως, ἐὰν οἱ λόγοι, οἵτινες τῷ ἀνακοινωθῶσιν, ὅπως δοθῇ προτίμησις, ἦναι βάσιμοι, θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν χρειάζεται νὰ γείνῃ καὶ προφορικὴ παράστασις προσώπου κατέχοντος ὑψηλὴν πολιτικὴν ἢ κοινωνικὴν θέσιν· ὁ κανὼν, ὅστις πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τοῦτο, καὶ ὅστις εὐτυχῶς ἐπικρατεῖ διευθύνοντος τὸ τμῆμα τοῦ νῦν ἀξιοτίμου τμηματάρχου, εἶναι, ὅτι αἱ ὑποθέσεις ἀκολουθοῦσι τὴν σειράν τῆς ὡριμότητος αὐτῶν, ὅτι πᾶσα ἐνέργεια γίνεται, ὅπως καταστῶσιν ὥριμοι αἱ ὑποθέσεις καὶ εὐθὺς ὡς καταστῶσιν ὥριμοι παραπέμπονται. Ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, πόσαι εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου καὶ πόσαι παραπέμπονται καθ’ ἑκάστην; Αἱ ὑποθέσεις αἱ ἐκκρεμεῖς σήμερον ἐνώπιον τοῦ τμήματος εἶναι 70, κατὰ μέσον δὲ ὅρον παραπέμπονται καθ’ ἑκάστην 25 δικογραφίαι. Ἐρωτᾷ προσέτι, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένῃ ἐν τῷ γραφείῳ δικογραφία πλέον τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν, τηρεῖται. Ἐκ τῆς ἀναλογίας, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, βλέπει, ὅτι τηρεῖται, διότι 70 ὑποθέσεις ἔχομεν, 25 δὲ παραπέμπονται καθ’ ἑκάστην· ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι τρεῖς ἡμέραι εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς διεκπεραιώσεως, δὲν ὑπάρχει δὲ παράδειγμα νὰ ἐβράδυνέ ποτε παραπομπὴ δικογραφίας πλέον τῶν ὀκτὼ ἡμερῶν.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ ὑποδίκων τί γίνεται;
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ ὑποδίκων εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ διορισθῶσι πρόσθετοι ἀντεισηγηταί, διότι ὁ ἀριθμὸς ὁ ἤδη ὑπάρχων δὲν εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἡ ἐπιστράτευσις, περὶ τούτου δὲ θὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§44ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν δεκαπέντε μῆνας εἰς τὰς φυλακάς· λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ σήμερον καὶ ὁ νόμος.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς καὶ ἡ πρὸ αὐτοῦ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἠλείας γενομένη εἶναι ὀρθὴ καὶ δυνάμεθα καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νὰ πράξωμέν τι, περὶ τούτου δὲ σκεπτόμεθα ὡς ἑξῆς. Ὁ νόμος περὶ τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίζῃ ἕνα ἢ πλείονας ἀντεισηγητὰς, ἀλλ’ ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος περιορίζει τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι καθορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀντεισηγητῶν. Εἶναι λοιπὸν ὁ νόμος ὁ περὶ ὀργανισμοῦ, ὅστις φέρει ἐμπόδιον. Ἀλλὰ συνέβη τι ἐν τῷ μεταξὺ, τὸ ὁποῖον ἴσως δύναται νὰ διευκολύνῃ τὴν ἐπιδιωκομένην λύσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν ἀρτίως τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ· ὁ νόμος οὗτος εἶναι τὸ πόρισμα τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὡς περὶ ἀντεισηγητῶν ἐτροπολογήθη· ἑπομένως νομίζω, ὅτι, καίτοι ὁ νόμος οὗτος δὲν δίδει ῥητῶς τὴν ἄδειαν, ἀφοῦ ὅμως ἐδώσαμεν τὴν ἐξήγησιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν πλειόνων ἀντεισηγητῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας.
§46ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κάμετέ το λοιπὸν σύμφωνα μὲ τὸν νόμον.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Κωνστ. Στράτος, βουλευτὴς Βάλτου, ἐπηρώτησεν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦλθεν εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν περὶ συστάσεως γραμμῆς ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ εἴτε ἄνευ χορηγήματος, εἴτε μετὰ χορηγήματος. Περὶ τούτου ἐγένετο πρότασις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παρ’ ἄλλων ἑταιριῶν, ὅπως διὰ χορηγήματος συστηθῶσιν τοιαῦται γραμμαὶ, ἡ δὲ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν φαίνεται εὐδιάθετος ἄνευ χορηγήματος νὰ πράξῃ τοῦτο, καὶ ἡ Κυβέρνησις φροντίζει νὰ ἐξεύρῃ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην ὅσῳ δυνατὸν ὀλιγώτερον δαπανηρῶς. Ὁ κύριος βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἐπηρώτησε περὶ ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας τῆς Κωπαΐδος, τουτέστιν, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐγκαίρως ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐνεργείας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς πρὸς βεβαίωσιν τοῦ ἀληθοῦς ἢ μὴ τῶν ἀξιώσεων τῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐγγράφων ἐξάγεται, ὅτι ἡ ἑταιρία πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους ἀνήγγειλεν ἐπισήμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τούτων. Εἶναι τὸ ἔγγραφον ἀπὸ 14 Ἀπριλίου καὶ ἔχει οὕτω: «Ἡ ἀνωτέρω ἀνώνυμος ἑταιρία, ὡς δικαιοῦχος τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἰω. Δ. Βούρου, τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τῆς ἀπὸ 30 Μαΐου 1880 συμβάσεως τῆς καταρτισθείσης μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἤρξατο ἤδη τῶν ἐργασιῶν τῆς ὑπὸ τὸ Πτῶον ὄρος ὑπώρυγος, συμφώνως πρὸς τὸ ἐδάφιον 1 τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως τοῦ ἔτους 1865, ἣν ἐκύρωσεν ὁ νόμος ΡΟΓ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1867». Ἐπέδωκε δηλαδὴ ἡ ἑταιρία τὴν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν ἔκτοτε, ὅτι ἐποιήσατο ἔναρξιν τοῦ ἔργου· ἐξ ἄλλου δὲ ἐγγράφου ἐξάγεται, ὅτι αἱ ἐργασίαι, ὧν ἀξιοῖ, ὅτι ἐποιήσατο ἔναρξιν, εἶναι πλὴν τῆς πλήρους ἐπιτοπίου μελέτης, πρῶτον ἡ κάθαρσις, ἡ ὄρυξις τῶν παλαιῶν φρεάτων 16 τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἡ κατασκευὴ διώρυγος, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπάνησεν 90 χιλιάδας δραχμῶν, ἀποληγούσης εἰς τὸ Πτῶον· ἐξάγεται προσέτι, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις προσεκάλεσε τὴν ἑταιρίαν νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἐργαζομένη πρὸς τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου, διότι προετίθετο νὰ αἰτήσῃ παρ’ αὐτῆς, ὅπως μετοχετεύσῃ τὰ ὕδατα εἰς τὰς δύο παρακειμένας λίμνας. Ὑπάρχουσι περὶ τούτου ἔγγραφα τῆς τότε Κυβερνήσεως. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις κλπ.» Ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἐκείνη δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ. Ὥστε κατόπιν τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἔγραψεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἑταιρίαν: «Ἐπειδὴ ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑμῶν συνομολογηθεῖσα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 14 Φεβρουαρίου ε. ε. σύμβασις δὲν ἐνεκρίθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλώσητε ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῆς, ὅπως ὑποβληθῇ αὕτη πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, συντασσομένου τοῦ σχετικοῦ περὶ τῆς παρατάσεως ταύτης πρωτοκόλλου». Εἰς ταῦτα ἀπήντησεν ἡ ἑταιρία ἀποδεχομένη. Ὑπάρχει προσέτι ἔγγραφον ἄλλο, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη θέτει ἐμπόδιον εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰ ἔργα. Τοῦτο δὲ προτάττει ἐν ἄλλοις ἡ ἑταιρία, ἀπαντῶσα εἰς ἐρωτήσεις, ἃς ἀπηύθυνα πρὸς αὐτήν. Γράφει ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος: «Τοῦτο δὲ διότι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργείου πρὸ πάσης ἐνεργείας δέον νὰ καθορισθῇ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἡ περίμετρος τῆς συνήθους πλημμύρας». Δηλαδὴ διέταττε τὴν ἑταιρίαν νὰ παύσῃ ἐργαζομένη μέχρις ὅτου καθορισθῇ ἡ περίμετρος τῆς παραχωρουμένης ἐκτάσεως. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρία ἀξιοῖ ὅτι, καί τοι παρενεβλήθησαν τὰ ἐμπόδια ταῦτα, ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν ἔργων τῆς διατρήσεως καὶ ἐπισήμως καθώρισε τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσεν, ἰδίως δὲ τὴν ἀνόρυξιν τῶν φρεάτων καὶ τὴν ἀνόρυξιν τῆς ἀρχῆς τῶν στοῶν, διότι εἶχον οἱ ἀρχαῖοι ἀρχὴν στοῶν εἰς τὰ φρέατα καὶ τὴν διορυχὴν τὴν ἀπολήγουσαν εἰς τὸ Πτῶον ὄρος. Ἔχομεν προσέτι καὶ τοῦ ἀποβιώσαντος μηχανικοῦ τῆς ἑταιρίας Ταῤῥὰτ ἔγγραφον ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1881, ἐν ᾧ γράφων πρὸς τὴν ἑταιρίαν λέγει: «ὁ ὑπογεγραμμένος προσεκλήθη παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ παύσῃ τὰ ἔργα ὡς περιττὰ, καθόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀποφασίσει, ἵνα μὴ ἐπιτρέψῃ ὅπως ῥιφθῶσι τὰ ὕδατα εἰς τὴν Δάρυμναν».
§48Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτὸ, ἀλλ’ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν γαιῶν.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ ἐργασιῶν λέγει, καὶ οὐχὶ περὶ γαιῶν.
§50Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἤρχισαν νὰ εἰσπράττουν.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο εἶναι τὰ δύω ἔγγραφα, τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾷ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις τὴν ἑταιρίαν ἐὰν δέχεται καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἵνα ἐξακολουθῇ ἀποδεχομένη τὴν σύμβασιν, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησε καταφατικῶς ἡ ἑταιρία, καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ μηχανικοῦ, ὅπερ, ἐπειδὴ ἀπεβίωσεν οὗτος, ἀπέκτησε βεβαίαν χρονολογίαν, καὶ ἐν ᾧ ἀναφέρει ὁ κ. Ταῤῥάτ εἰς τὴν ἐν Παρισίοις ἑταιρίαν, ὅτι κατὰ πρόσκλησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔπαυσε τὰς ἐργασίας, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ χυθῶσι τὰ ὕδατα εἰς τὴν Δάρυμναν. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος, καὶ ἂν ἔχωσι τὰ κατ’ αὐτὸ ὅπως ἡ ἑταιρία τὰ παρέστησε, δὲν φαίνεται ὑπάρχων λόγος ἐκπτώσεως· διότι πιστεύω οὐδεὶς θέλει ἀξιώσει ὅπως διὰ στρεψοδικιῶν φθάσωμεν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητοῦμεν. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν δὲ νὰ φθάσωμεν καὶ διὰ τοιούτων μέσων, διότι ἡ ἑταιρία γινώσκει, ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἡ ἔκπτωσις οὔτε ἐκ τῆς βουλευτικῆς θελήσεως, οὔτε ἐκ τῆς κυβερνητικῆς, διότι τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων· ὥστε μόνον τότε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἐνεργείας ἐπὶ ταύτῃ τῇ βάσει, ὅταν μορφώσωμεν τὴν πεποίθησιν ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θέλομεν βεβαιώσει, ὅτι ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου θέλει ἀναγνωρισθῆ, ὅτι ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δίκαιον, ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ δικαστικὴ παρέμβασις. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ὁ τρόπος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ πολιτεύηται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς τὰς ἑταιρίας, βεβαίως δὲν εἶναι οὗτος. Βεβαίως, ἐὰν πρόκηται νὰ σώσωμεν μέγα συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ δὲν τὸ πράττομεν, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαιολογίαν ἐὰν δὲν τὸ πράττωμεν, ἵνα μὴ φανῶμεν μικρολόγοι, διότι ὠφείλαμεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ὅταν μάλιστα ἦναι αὕτη μεγάλη· ἀλλὰ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν, ἐὰν δὲν ἔχωμεν σπουδαιοτάτην ἐλπίδα ἐπιτυχίας. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπε καὶ ἄλλον λόγον, ὅστις βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθός....
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ....
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπεν ὅτι καὶ ἐὰν αἱ ἀξιώσεις τῆς ἑταιρίας ἀπεδεικνύοντο ἀληθεῖς, δὲν ἐλύετο ἐκ τούτου τὸ ζήτημα, ἀφοῦ, προκειμένου περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ διαγράμματος τοῦ Σωβὰζ, ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὰ ἐπιδιωκόμενα ὡς ἀντάλλαγμα τῆς μεταβολῆς. Περὶ τούτου ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐποιήσαντο λόγον περὶ τούτου, καὶ ἠθέλησαν νὰ συνδέσωσι πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐπιβολὴν ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν ἑταιρίαν περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐχόντων τυχὸν δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἐντὸς τῆς παρακεχωρημένης ζώνης· ἐῤῥέθη δὲ τότε καὶ δὲν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ἔχει τι κοινὸν πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· εἴτε ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον εἴτε οὔ, τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρίας θὰ ἦσαν αἱ αὐταὶ, ἀφοῦ μάλιστα αὕτη τρανῶς καὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ὑπογράφει τὴν σύμβασιν, ἂν συνδεθῶσι πρὸς αὐτὴν ὅροι ξένοι πρὸς τὸ προκείμενον. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν ἐργάζεται ἐν πνεύματι μικρολόγῳ, ὡς ἐπείσθην ἐξ ὑπαρχῆς τῶν περὶ τοῦ θέματος τούτου διαπραγματεύσεων. Εὐθὺς ὡς ἔλαβε γνῶσιν τῶν ἐγειρομένων ἀξιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου, ἡ ἑταιρία ἔδειξεν, ὅτι εἶναι εὐδιάθετος ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν περὶ τῶν ἀμφισβητουμένων γαιῶν καὶ νὰ συντρέξῃ ὅσον τὸ ἐπ’ αὐτῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως δι’ ὅσον ἔνεστι μικροτέρας ζημίας τοῦ Κράτους. Πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀρτίως ψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ σχεδίου τῆς ἀποξηράνσεως, ἠρωτήσαμεν τὴν ἑταιρίαν περὶ τῶν διαθέσεων αὐτῆς, καὶ ἀπήντησεν αὕτη, ὅτι ἐὰν θελήσωμεν νὰ συνδέσωμεν τὰς παραχωρήσεις αὐτῆς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀρνεῖται πᾶσαν παραχώρησιν, ἀδιαφοροῦσα περὶ τῆς ὑποβολῆς ἢ μὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ὅμως ἐννοοῦμεν ὅπως καὶ αὕτη ἀναλάβῃ μέρος τῆς ζημίας ἕνεκα τοῦ τυχὸν ἀποδειχθησομένου μὴ καταλλήλου διαγράμματος τοῦ Sauvage ὡς πρὸς τὴν περίμετρον, ἀφοῦ προῆλθεν ἡ ζημία ἐκ τῆς ἀγνοίας καὶ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ ἀκριβὲς τοῦ διαγράμματος, εἶναι ἑτοίμη ἡ ἑταιρία νὰ συμμετάσχῃ τῶν ἐνδεχομένων ἀποζημιώσεων. Ἤδη καὶ πάλιν ἠρώτησα τὴν ἑταιρίαν ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὴν τοιαύτην διάθεσιν· αὕτη δὲ ἀπήντησεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη· ἐὰν ὅμως ἐννοοῦμεν νὰ συνδέσωμεν τὸ ζήτημα τῶν παρ’ αὐτῆς παραχωρήσεων πρὸς τὸ τῆς ἐκπτώσεως καὶ πρὸς ἄλλην ὁμοίας φύσεως ἀμφισβήτησιν, καὶ πάλιν ἀρνεῖται πᾶσαν περὶ παραχωρήσεων διαπραγμάτευσιν, ἐὰν ὅμως ἀσχέτως πρὸς τοιαύτας ἀξιώσεις ἐννοοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ συμμετάσχῃ καὶ ἡ ἑταιρία εἰς τὴν ζημίαν, ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν νὰ πράξῃ ὅ,τι θεωρεῖ ὀρθὸν, ὡς πρὸς τὰς ἀμφισβητήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελε κρίνει συμφέρον νὰ ἐγείρῃ, ἐπιφυλαττομένη νὰ ἀποκρούσῃ αὐτὰς νομίμως, εἶναι δὲ πρόθυμος ὅλως ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἀμφισβητήσεις ταύτας νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ παραχωρήσεων ὡρισμένων ὡς πρὸς τὰ τῶν διεκδικουμένων ἐν τῇ παρακεχωρημένῃ ζώνῃ γαιῶν. Περὶ τούτων δὲν ἐφθάσαμεν ἔτι εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα. Ἀνέφερα δὲ τοῦτο οὐχὶ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως, διότι ἡ ἑταιρία δὲν τὸ συνδέει, οὐδὲ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τοῦ σχεδίου τῆς ἀποξηράνσεως, τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθορισθείσης, διότι τοῦτο ἐψηφίσθη, καὶ πρὸ δὲ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ δὲν ἐδέχετο ἡ ἑταιρία τὴν ἐξάρτησιν τῶν παραχωρήσεων ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ σχεδίου. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη ἐπερώτησις.
§54ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ τὴν ὁδόν.......
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι εἰς πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ζητήματα ἐκτελέσεως, θὰ δίδετε ἡ δέουσα ὤθησις. Ἂν καὶ αὕτη ἡ ἐπερώτησις δὲν εἶχε περιέλθει εἰς γνῶσίν μου καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῆς, ἡ ἀπάντησις ὅμως εἶναι ὅτι ἐπράξαμεν καὶ θέλομεν πράξει ὅ,τι δυνάμεθα, ἵνα δοθῇ ὅσον ἔνεστι ταχυτέρα λύσις εἰς τὴν ὑπόθεσιν.
§56ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἐδώκατε εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μεσσηνέζη. Τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς συμβάσεως τὴν ἀρύεται ἐξ ἀντικειμένου ἐφ’ ὅσον ἡ σύμβασις ὑφίσταται. Μία ἀπορία μοι ἐγείρεται, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μὲ διαφωτίσῃ. Ὑπάρχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διημάρτησαν παρ’ ἡμῖν καὶ τὰ ὁποῖα κατέφυγον εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν καὶ παρέμειναν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἐλεύθερα. Δὲν νομίζετε, ὅτι εἰς τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἰσχύει ἡ Σύμβασις;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§58ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Σχετικῶς, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, τί ἐγένετο περὶ τῶν καταφυγόντων εἰς τὴν Ἑπτάνησον;
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίποτε. Μοὶ ἐγένετο καὶ ἐξωδίκως λόγος περὶ τούτου καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο.
§60ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν ἀρύονται κανὲν δικαίωμα ἀπὸ τῆς συνθήκης;
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδέν. Ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσσήνης Κωνστ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν στηριζομένην ἐπὶ τηλεγραφήματος, ὅπερ ἔλαβεν ἐκ Πυλίας ἀνακοινοῦντος, ὅτι 8 φυγόδικοι ἠπείλησαν τὸν τηλεγραφήσαντα. Μέχρις ὥρας δὲν καθωρίσθη τίνι τρόπῳ ἠπειλήθη ὁ τηλεγραφήσας· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, μεταβάλλεται καὶ τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως, ὅτι δὲν ἦσαν 8 οἱ ἀπειλήσαντες, ἀλλὰ 3, δὲν ἀποδεικνύεται δὲ ὅτι ἦσαν φυγόδικοι. Ὑποθέτομεν, ὅτι ἡ ἀπειλὴ θὰ ἐγένετο δι’ ἐπιστολῆς, ἀλλ’ οὔτε ὀνόματα ἀναφέρονται, οὔτε ἄλλη τις δίδεται ἔνδειξις περὶ τῶν ἐνόχων, ὥστε χρήζει ἐξετάσεως ἡ ὑπόθεσις, ἥτις φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει ὁπωσδήποτε τὴν σπουδαιότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ τὴν περιβάλωσιν οἱ τηλεγραφήσαντες.
§62ΣΤΟΥΡΝΑΡΑΣ. Ἀνέγνωσα, ὅτι τινὲς τῶν εἰς Θεσσαλίαν καταφυγόντων ἐγκληματιῶν εἶχον μετέλθει τὸν λῃστρικὸν βίον, καὶ ὅτι ἐτιμωρήθησαν διὰ τοῦτο καὶ κατόπιν ἔμειναν ἐλεύθεροι. Ὑπάρχει δι’ αὐτοὺς τὸ δεδικασμένον;
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου οὐδόλως προνοεῖ ἡ Συνθήκη Τὰ δικαστήρια τὰ ἡμέτερα θέλουσι λύσει τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τοὺς ἡμετέρους νόμους.
§64ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Οἱ φυγόδικοι......
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὗτοι ὑπήχθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, ὅπως καὶ ἐπὶ τῇ ἑνώσει τῆς Ἑπτανήσου ὑπήχθησαν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια οἱ φυγόδικοι καὶ δὲν ἀνεγνωρίσθη ὑπὲρ αὐτῶν δικαίωμα ἀσυλίας· οἵ τε ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ φυγόδικοι ἐξ Ἑπτανήσου καὶ οἱ ἐκ τοῦ παλαιοῦ βασιλείου φυγόδικοι ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις κατεδιώκοντο νομίμως, οὐδεμιᾶς ὑπὲρ αὐτῶν γενομένης ἐξαιρέσεως λόγῳ, ὅτι ἑκατέρα τῶν χωρῶν, ὅτε κατέφυγον εἰς αὐτὴν οἱ φυγόδικοι, ἦτο ὡς πρὸς αὐτοὺς ξένον ἔδαφος.
§66ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διοικητικῶς ἐλήφθησαν μέτρα περὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων. Ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης διαταγὴ πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς καθ’ ἣν οἱ ἐκ τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα καταφυγόντες φυγόδικοι, ὡς καὶ οἱ ἐξ Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἑπτάνησον καταφυγόντες οὐδὲν............. δικαίωμα εἶχον ἀσυλίας, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἐπιεικὲς καὶ φιλάνθρωπον, ἀφοῦ αὐτοὶ εὑρέθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἑνώσεως ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἔνθα διῆγον ἡσύχως, νὰ μὴν ἐπιδιωχθῇ ἡ κατ’ αὐτῶν κατηγορία, ἐκτὸς ἂν ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὸν τόπον, ἔνθα διέπραξαν τὸ ἔγκλημα.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν νομοθετικῶς κανονισθέντων, οὐδένα δὲ ποιοῦμαι λόγον περὶ πράξεων ἀκύρων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐννοεῖται ὅτι ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἥτις ἐντέλλεται εἰς τὰς Ἀρχὰς νὰ μὴν ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντά των, εἶναι ἀνίσχυρος· ὁ δὲ νομοθετικὸς κανονισμὸς τῆς ὑποθέσεως ἔχει ὡς ἐξέθηκα τὰ κατ’ αὐτόν.
§68ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν εἶχον παρακαλέσει νὰ διατάξητε νὰ μὴν εἰσπράττωνται οἱ δημοτικοὶ φόροι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου....
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶχον λάβει ἀνακοίνωσιν τῆς ἐπερωτήσεως, διὸ καὶ δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω τί συμβαίνει. Πρὶν ἢ εἴπω τί θὰ πράξω, πρέπει νὰ γνωρίζω τί συμβαίνει, καὶ μέχρι τίνος σημείου συμβαίνει.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ Μαράτου....;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διέταξα τὰ εἰκότα καὶ ἀναμένω πληροφορίας· θέλω δὲ σᾶς ἀπαντήσει ὅταν ληφθῶσι.
§72ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ Κωπαΐδος θὰ εἴπω ὀλίγα. Ἐκ τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τοῦτο μόνον ἐξήχθη, ὅτι ἡ Ἑταιρία ἡ Γαλλικὴ ἔχει πολὺ εὔθικτον φιλοτιμίαν, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἀπ’ ἐναντίας προσηνέχθη καὶ προσφέρεται πρὸς αὐτὴν μετὰ χριστιανικῆς ταπεινοφροσύνης. Μόνον ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν τολμήσει νὰ συνδέσῃ τὰς ἀξιώσεις αὑτῆς, τὰς δικαίας πρὸς τὴν μὴ κύρωσιν τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου ἢ πρὸς τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑταιρίας, μόνον τότε θέλει ἐπινεύσει ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Σκουλούδη ἀντιπροσωπευομένη Ἑταιρία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια τοῦ Δημοσίου καὶ μετάσχῃ, ἐν μέτρῳ ᾧ ἡ μεγαλοδωρία αὐτῆς τῇ ὑπαγορεύσει, πρὸς ἀνακούφισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται ἤδη. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐὰν τῳόντι ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ἢ οὐ, ἀλλ’ ἠρκέσθη διαβεβαιῶν, ὅτι τοῦτο διατείνεται ἡ Ἑταιρία. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ γνωρίζῃ, ἕπεται ὅτι ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ· τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Καὶ μολονότι ἀπέφυγε νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀφείλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ τὸ πράξῃ. Ἀπορῶ δὲ διατί, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὰς νέας διαπραγματεύσεις, περὶ ὧν μᾶς ὡμίλησε, δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν ἡ Ἑταιρία ἐποιήσατο ἔναρξιν ἢ οὐ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν τὴν φοβεῖται, διὰ τὸν πρωτοφανῆ λόγον, ὅτι εἷς ἀποβιώσας μηχανικὸς αὐτῆς ἔγραψεν εἰς τὴν ἐν Παρισίοις διεύθυνσιν, ὅτι εἶχε διαταχθῆ ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ παύσῃ τῆς ἐργασίας, διότι δῆθεν ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐπιτρέψει νὰ διοχετευθῶσι τὰ ὕδατα εἰς τὴν Λάρυμναν. Οὐδὲν τούτων ὅμως ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων. Ἀλλ’ οὐδὲ μᾶς ἐνδιαφέρουσι ταῦτα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν παρέβη ἢ δὲν παρέβη ἡ Ἑταιρία τὰς ὑποχρεώσεις της. Ἀλλὰ καὶ αὖθις μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν μᾶς φοβεῖτε ἡ ἀτρόμητος ἐκείνη Ἑταιρία, διότι γνωρίζει αὕτη, ὅτι δὲν εἶναι ἔκπτωτος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν γνωρίζει ἂν ἡ Ἑταιρία ἐποιήσατο ἔναρξιν, πῶς αὐτὸς οὗτος βεβαιοῖ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει ἀφορμὴν νὰ φοβῆται; Ἴσως διότι φρονεῖ, ὅπερ καὶ ῥητῶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια. Τὸν διέκοψα, ὅτε ἐξέφερε τὴν σφαλερὰν ταύτην γνώμην, εἰπὼν αὐτῷ, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀμφισβητήσιμον. Ἀλλ’ εἶναι τῷ λέγω νῦν βεβαιότατον, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια τὸ ζήτημα, διότι ἡ περὶ ἐκπτώσεως διάταξις λέγει ῥητῶς, ὅτι αὕτη διατάσσεται ἀνεκκλήτως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅτι δὲ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, καθ’ ἣν δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις, ἠρωτήθη ἁπλῶς ἡ Ἑταιρία ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἐπιμένῃ εἰς τὰς προτάσεις της, αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ αὐτὴν παντάπασι, διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 καὶ τὰς συμβάσεις τοῦ 1865 καὶ τοῦ 1880, αἱ προθεσμίαι ἄρχονται ἐπιτακτικῶς ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐκείνης, ἤτοι ἀπὸ τῆς 14 Μαρτίου 1881. Ἑπομένως, ἐὰν μέχρι τῆς 14 Μαρτίου τοῦ 1882 δὲν ἐγένετο ἔναρξις τῆς διατρήσεως, ἡ Ἑταιρία περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως, καὶ ἄπορον εἶναι πῶς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καίπερ μὴ δυνάμενος νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἀντίθετον, ὑπερμαχεῖ ὅμως μετὰ τοσαύτης στοργῆς ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἂν δὲν τὸ εἶχεν αὐτὸς κατὰ νοῦν, ἀφοῦ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν αὖθις, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀφεύκτως, πρὸ πάσης ἐνεργείας, τοὺς ἁρμοδίους, ὅπως μάθῃ ἐὰν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο ἔναρξις τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους· ἐν περιπτώσει δὲ, καθ’ ἣν φρονεῖ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ νομικαὶ ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἐξακριβώσῃ καὶ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν νομικήν· ἀλλὰ δὲν δύναται ποτὲ νὰ παραλείψῃ σπουδαιότατον καθῆκον, πολλῷ δ’ ἧσσον νὰ προβῇ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ εἰς νέας πράξεις, ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος τούτου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπε προσέτι, ὅτι ἐγὼ παρῃτήθην δῆθεν τῶν λοιπῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1880 ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐὰν δὲ ὡς πρὸς τὴν ἔκπτωσιν περιωρίσθην εἰς τὰ τῆς διατρήσεως, τοῦτο ἔπραξα, ὅπως ἦμαι σύμφωνος περὶ τοῦ ἐξεταστέου θέματος μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπιμένω θεωρῶν λόγον ἐκπτώσεως καὶ τὰ τῆς μὴ ἐγκαίρου καταβολῆς τοῦ δανείου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ τὸ λάβῃ, ἐὰν θελήσῃ. Ἀλλ’ ὑπάρχει μὲν ἀληθῶς διάταξις ἐν τέλει τοῦ νόμου, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὸ δάνειον, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ κατ’ ἀνάγκην ἀπαιτουμένη συνταγματικὴ ἄδεια, ἀφορᾷ δηλαδὴ εἰς τὸν τύπον. Ἐν τῇ οὐσίᾳ ὅμως τὸ δάνειον ἀποτελεῖ πραγματικὴν ὑποχρέωσιν, ῥητῶς συνομολογηθεῖσαν διὰ τῆς συμβάσεως καὶ ῥητῶς ἀναγνωρισθεῖσαν διὰ τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην, τὸ δάνειον ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ ἐντὸς δύω μηνῶν, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου· ἐὰν δὲν κατεβάλλετο ἐντὸς τῶν 2 μηνῶν, ἡ ἑταιρία ἠδύνατο νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος. Δὲν ἀφῆκε λοιπὸν ὁ νόμος τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν καὶ πρὸς τοῦτο, διότι, ὡς εἶπον καὶ ἀπέδειξα ἄλλοτε, τὸ δάνειον τοῦ 1,700,000 δρ. δὲν ἐπεβλήθη τῇ ἑταιρίᾳ χάριν τοῦ δανείου, ἀλλὰ χάριν ἐγγυήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγράφη, ὅτι ἡ μὴ καταβολὴ αὐτοῦ, ὅπως καὶ ἡ μὴ καταβολὴ τῆς ἐγγυήσεως, ἐπιφέρῃ τὴν ἔκπτωσιν. Καὶ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, καὶ περὶ τούτου ὤφειλε νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν γνώμην του εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ ὤφειλε πρὸ πάντων νὰ πράξῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων, ἦτο καὶ εἶναι τὸ νὰ ἐξετάσῃ δι’ ἐπιστημονικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ ἂν ἐγένετο ἔναρξις τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους ἐντὸς τῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου προθεσμίας.
§73ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἐννοεῖτε; Ἀνέγνωσα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐγράψατε εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§74ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ βουλευτὴς νὰ γράφῃ ἄρθρα, ὅταν ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὸ μέσον νὰ σᾶς ἐξελέγχῃ ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τούτου. Σεῖς ἐσυνειθίσατε νὰ πράττητε....
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ γράφω ἄρθρα.
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλεῖτε περὶ ἄρθρων ἐν οὐ δέοντι;
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν δημοσιογραφίαν δὲν θεωρῶ ἄτιμον πρᾶγμα.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως γενομένης παρὰ βουλευτοῦ, εἰς ἣν ὀφείλετε ν’ ἀπαντήσητε· πρὸς τοῦτο δὲ οὐδὲν ἔχουσι κοινὸν, ὅσα ἀκαίρως λέγετε περὶ δημοσιογραφίας.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ ἔλθητε εἰς νευρικὴν κατάστασιν.
§80ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι μοὶ προξενεῖτε λύπην· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατί, καὶ οὕτως ἔχοντες δὲν θέλετε νὰ παραιτήσητε τὴν ἕξιν σας τοῦ νὰ νομίζητε, ὅτι εὐφυολογεῖτε καὶ σαρκάζετε. Εἶναι νόσος αὕτη. Προσπαθήσατε ν’ ἀπαλλαγῆτε.
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν θὰ τὴν ἀφήσω ποτέ.
§82ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν βλέπω τέλος πάντων ὁποίαν σχέσιν ἔχει ἡ πρὸς ἐμὲ ἐρώτησίς σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχουν σχέσιν, διότι ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα νὰ μοῦ ὁρίσητε, τί ἐννοεῖτε διὰ τῆς ἐνάρξεως, διότι δὲν τὸ καταλαμβάνω· καὶ ἰδοὺ διατί σᾶς εἶπον, ὅτι ἀνέγνωσα τὰς ἐφημερίδας. Σᾶς εἶπον ὅτι σᾶς ἤκουσα νὰ ἐπαναλαμβάνετε 10κις καὶ 100κις τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, καὶ ἀφοῦ σᾶς ἤκουσα καὶ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐγράψατε ἢ τὰ ἔγραψεν ἄλλος, πάλιν δὲν ἐνόησα. Ἐγὼ γράφω καθ’ ἡμέραν εἰς τὴν ἐφημερίδα καὶ δὲν τὸ θεωρῶ ἔγκλημα· ἂν εἶμαι ἄξιος νὰ γράφω ἄρθρα καὶ νὰ τὰ διαβάζουν, αὐτὸ εἶναι τιμή μου. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐννοεῖτε ἕναρξιν· εἰς τὰς ἀξιοποίνους πράξεις π. χ. ὑπάρχει ἕναρξις ἐκτελέσεως. Λοιπὸν ἐρωτῶ, καὶ εἰς τὰ τοιαῦτα ἔργα τί ἐννοεῖτε ἕναρξιν; Ὑποθέσατε ὅτι ἔφερον ὅλα τὰ ἐργαλεῖα καὶ ἔθεσαν ἓν τρύπανον ἐπάνω εἰς τὸ Πτῷον εἶναι τοῦτο ἕναρξις; ἢ ἐννοεῖτε νὰ τρυπήσῃ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ ἓν τρίτον; Ἕως ποῦ πρέπει νὰ προχωρήσῃ μέσα καὶ νὰ εἰπῆτε ὅτι εἶναι ἕναρξις;
§84ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν, μολονότι ἐδιαβάσατε καὶ τόσα ἄρθρα δημοσιευθέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν ἐνοήσατε ἀτυχῶς περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ ἐπερώτησίς μου, ἣν εἴπατε ὅτι ἀνεγνώσατε, λέγει ῥητῶς, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, περὶ οὗ παραδόξως καὶ μετ’ ἀκαταβλήτου ἐπιμονῆς μὲ ἐρωτᾶτε, οὔτε ὁ Καλλιγᾶς, οὔτε ὁ Ζηνόπουλος, οὔτε ἄλλος τις βουλευτὴς, οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ, ἀλλὰ τεχνικὴ ἐπιτροπὴ, καὶ ἡ ἐπερώτησίς μου ῥητῶς συνιστᾷ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ στείλῃ τοιαύτην ἐπιτροπήν.
§85ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἐγὼ προτείνω νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Ἀκαδημία τῶν Παρισίων.
§86ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε! Τὰ περὶ τῶν νομικῶν ζητημάτων, περὶ ὧν μὲ ἐρωτᾷ ὁ κ. Φωτήλας, δὲν εἶμαι βεβαίως ἁρμόδιος νὰ τὰ λύσω ἐγὼ, ὅπως οὐδ’ ὁ ἐρωτῶν. Διὰ τοῦτο ὑπέδειξα ταῦτα καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀναβάλῃ πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν, ἥτις δύναται νὰ περιπλέξῃ τὰ πράγματα, ἕως οὗ ἐξακριβωθῶσι τὰ τῆς οὐσίας καὶ λυθῶσιν ἁρμοδίως τὰ νομικὰ ζητήματα. Παρατηρῶ δὲ εἰς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι ὡς εἶπεν ἀδιάφορον εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ νὰ κυρωθῇ ἡ νέα σύμβασις, τὸ νὰ μεταβληθῇ ἢ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων, ἀλλ’ εἶναι τόσῳ σημαντικὸν, ὥστε ὑπολογίζεται ὑπὸ τῶν εἰδότων ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων εἰς 1½ ἕως 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν πλὴν τῆς προσθήκης ἐκ νέου τινὸς κέρδους, τοῦ ἐκ τῆς ἀρδεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχεν ἡ ἑταιρία, ἂν διωχετεύοντο τὰ ὕδατα εἰς τὴν Λάρυμναν. Τώρα δὲν ἠξεύρω, ἐὰν, τοιούτων συμφερόντων ὑπαρχόντων, ἡ ἑταιρία δὲν θὰ ὑποχρεωθῇ, οὐχὶ προσβαλλομένης τῆς εὐθίκτου φιλοτιμίας της, ἄπαγε! ἀλλὰ χάριν τοῦ κέρδους, ὅπερ τὰ πάντα νικᾷ, νὰ τείνῃ τὸ οὖς εἰς τὰς παρακλητικὰς προτάσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἥτις ἐχάλασε τὸν κόσμον διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ μεταβολὴ τῆς διευθύνσεως τῶν ὑδάτων, ἐὰν τῇ εἴπῃ, ὅσον θέλει εὐλαβῶς, ὅτι ἐὰν δὲν ἔλθῃ εἰς δικαιοτέρας συμφωνίας, αὐτὴν τὴν κερδαλέαν τροποποίησιν δὲν τὴν ἐγκρίνει ἡ Κυβέρνησις, ἡ Ἑταιρία πολὺ θὰ τὸ σκεφθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν τὸ δεχθῇ τοῦτο ἡ Ἑταιρία, πάλιν τὰ δικαιώματα ἡμῶν τὰ διατηροῦμεν ἀκέραια, ὑπὸ τὴν ἰσχὺν τῶν παλαιῶν νόμων. Προκειμένου δὲ περὶ τηλικούτων σπουδαίων συμφερόντων, δὲν πρέπει νὰ παίζωμεν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καθῆκον ἐπιτακτικὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ πάραυτα εἰς Κωπαΐδα τεχνικὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετάσῃ δὲ ἐμβριθῶς καὶ σπουδαίως καὶ τὰ λοιπὰ συναφῆ ζητήματα πρὸς τὴν ἀμοιβαίαν θέσιν τῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ προτείνῃ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου καὶ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν νέας συμβάσεως. Εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ἐγὼ οἷαν ἐπὶ τούτοις φέρει εὐθύνην τὸ Ὑπουργεῖον.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος εἰς τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους. Ἡ Ἑταιρία τότε ἤθελε νὰ ἐξασκήσῃ δικαιώματα εἰσπράξεως ἐκ τῶν γαιῶν. Ἡ ἀπάντησις ἡ ἐν τῷ ἐγγράφῳ πρὸς τὴν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐγένετο· εἴπομεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ συνδρομὴν οὐδεμίαν πρὶν ἀκόμη διευκρινηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ζώνης. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον: «Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὸς τὸν κ. Στέφανον Σκουλούδην, ἀντιπρόσωπον τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος Ἑταιρίας. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀπὸ 14 Ἀπριλίου καὶ 6 ἱσταμένου ὑμετέρων ἀναφορῶν ἀνακοινῶ ὑμῖν, ὅτι διέταξα μὲν τὸν ἔπαρχον Λεβαδείας νὰ παράσχῃ τὴν νόμιμον συνδρομήν του εἰς τὸν μισθωτὴν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον τὸ πρὸς αὐτὸν ἐκμισθωθὲν μέρος περιλαμβάνεται ἀναμφισβητήτως, καθ’ ἃ καὶ προφορικῶς μοι ἐδηλώσατε, ἐντὸς τῆς ζώνης τῆς λίμνης. Τοῦτο δὲ διότι, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργείου, πρὸ πάσης ἐνεργείας δέον νὰ καθορισθῇ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἡ περίμετρος τῆς συνήθους πλημμύρας. Πρὸς ἐκτέλεσιν ἑπομένως τούτου σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλώσητε τὰ ὀνόματα τῶν παρὰ τῆς Ἑταιρίας διορισθησομένων δύω ἐμπειροτεχνῶν, ὅπως προκληθῇ ὁ διορισμὸς καὶ τῶν ἑτέρων πέντε. Ἀθήνησι, 11 Μαΐου 1881.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.»
Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐνάρξεως ἔργων, ἀλλὰ περὶ δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐξασκήσει ἡ Ἑταιρία, καὶ ἀπορῶ πῶς τοιοῦτον ἔγγραφον ἦλθεν ἐδῶ καὶ διὰ ποῖον σκοπόν.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν τοῦτο τὸ ἔγγραφον νὰ ἀφορᾷ εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν, ἀλλὰ τὰ ἄλλα ἔγγραφα ἀφορῶσιν εἰς αὐτήν.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦ ἑτέρου ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς ἑταιρίας· ἠρωτήθη τί ἐσκέπτετο νὰ κάμῃ, διότι ἡμεῖς ἠρχίσαμεν νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν Σύμβασιν· συνετάξαμεν κατὰ πρῶτον τὴν Σύμβασιν ἐπὶ τῇ ἐλπίδι τῆς διατηρήσεως τῶν ὑδάτων, ὅτι δύνανται νὰ χρισιμεύσωσιν αὐτὰ πρὸς ποτισμὸν τῆς πεδιάδος τῶν Θηβῶν, ἀλλὰ κατόπιν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωσεν αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ὁ ἴδιος μηχανικὸς αὐτῆς, ἐπείσθημεν, ὅτι αὐτὸ ἦτο δύσκολον, διότι ἀπῃτοῦντο πρὸς διοχέτευσιν περισσότερα ἢ τοῦ εἰσοδήματος ἔξοδα· διὰ τὸ πότισμα τῆς πεδιάδος μᾶς ὑπελόγισεν, ὅτι ἀπῃτοῦντο πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου. Λοιπὸν, ὡς εἶπον, ἀμφεβάλλομεν, ἐὰν ἔπρεπε τοιαύτην Σύμβασιν νὰ ὑποστηρίξωμεν ἢ νὰ τὴν ἐπαναφέρωμεν ἄνευ ἀνταλλάγματος.
§90ΡΑΛΛΗΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὅτι ἐκ τῆς νέας Συμβάσεως κερδίζει 2 ἕως 2½ ἑκατομμύρια ἡ ἑταιρία.
§91Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι μεγάλως ὠφελεῖται ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς διατηρήσεως· πρῶτον, διότι τὰ ἔξοδα εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα, καὶ δεύτερον, διότι ἤθελε φυλάξει ἡ ἑταιρία διὰ τὸν ἑαυτόν της ἀρκετὸν ποσὸν ὕδατος νὰ ποτίσῃ τὰς γαίας της ἐν Κωπαΐδι, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤθελε διατρήσῃ τὸ Πτῶον, δὲν ἤθελε τὸ διατηρήσει.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί δὲν ἐζητήσατε ἀντάλλαγμα τότε, ἀφοῦ εἴχετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλ’ ὑπεγράψατε Σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἁπλῶς ἀντεγράψαμεν, καὶ τὴν ὁποίαν ὑμεῖς τώρα πολεμεῖτε; Ὑμεῖς ἐπολεμήσατε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς ὑμετέρας Συμβάσεως. Ἡμεῖς ἐκεῖ ἐστηρίχθημεν, ἤδη δὲ λέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς ἀντάλλαγμα. Διατί δὲν τὸ ἐζητήσατε ὑμεῖς;
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν τὴν πρώτην σύμβασιν, ὁμολογῶ, ὀλίγον κατεσπευσμένως, συνεπείᾳ παραπόνων τῶν κατοίκων Θηβῶν καὶ σφοδρᾶς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως ὑπὲρ τοιαύτης συμβάσεως. Οἱ κάτοικοι ἐζήτουν διεύθυνσιν τῶν ὑδάτων, ἵνα ποτίζωσι τὴν πεδιάδα· ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις καὶ ἐπληροφορήθημεν παρὰ τοῦ ἰδίου μηχανικοῦ τῆς ἑταιρίας, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἦτο ἀμφίβολον...
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐξάγεται, ὅτι εἴχετε τὴν αὐτὴν γνώμην· διότι, ἀφοῦ δὲν ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις, πάλιν ἐκαλέσατε τὴν ἑταιρίαν εἰς ἀποδοχὴν αὐτῆς.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴχομεν σκοπὸν νὰ τῇ ζητήσωμεν ἀντάλλαγμα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπεγράψαμεν νέαν σύμβασιν...
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης εἶπεν ὅτι: «ἂν κατόπιν τῆς ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ τῆς μὴ ψηφίσεως ἐν τῇ Βουλῇ, πάλιν προσεκαλέσαμεν τὴν ἑταιρίαν, τὸ ἐπράξαμεν, διότι εἴχομεν σκοπὸν νὰ τῇ ζητήσωμεν ἀντάλλαγμα». Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐξάγεται, ὅτι οὐδένα εἶχε τοιοῦτον σκοπόν. (Ἀναγινώσκει). «Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν Πρὸς τὸν κ. Στέφανον Σκουλούδην, ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος Γαλλικῆς Ἑταιρίας. Ἐπειδὴ ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑμῶν συνομολογηθεῖσα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 14 Φεβρουαρίου ε. ε. Σύμβασις δὲν ἐνεκρίθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ ἑπομένως θεωρεῖται ὡς μὴ γενομένη, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ δηλώσητε ἂν ἐπιθυμῆτε νὰ παραταθῇ ἡ ἰσχὺς αὐτῆς, ὅπως ὑποβληθῇ αὕτη πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, συντασσομένου τοῦ σχετικοῦ περὶ τῆς παρατάσεως ταύτης πρωτοκόλλου. Ἀθῆναι, 5 Μαΐου 1881.
Ὁ ὑπουργὸς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ».
Εἶναι καθαρώτατον τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν· ἐπειδὴ ὅμως τὴν ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς, θὰ ἐζήτει ἀντάλλαγμα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτη μᾶς ὑπεβλήθη καὶ ἀπεκρούσθη, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις ἔτος ὁλόκληρον. Ὅταν εἷς ἐκ τῆς ἑταιρίας—δὲν νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει νὰ ὀνομάσω αὐτὸν—μᾶς ἀπηύθυνε παράκλησιν ῥητὴν νὰ ὑπογράψωμεν τὴν σύμβασιν, τῷ εἴπομεν, ὄχι.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἑταιρία ἔσπευδεν, ἡμεῖς δὲν ὑπεγράψαμεν· ἐὰν ἠθέλομεν, ὑπεγράφαμεν τὴν σύμβασιν· δὲν ἠθέλομεν, καὶ διὰ τοῦτο σύμβασις δὲν ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως, διότι ἐνήργησα ἐπ’ αὐτῆς ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅταν ἡ ἑταιρία τὸ πρῶτον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αἴτησιν τοῦ νὰ διοχετεύσῃ τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος οὐχὶ διὰ τοῦ Πτώου ὄρους, ἀλλὰ διὰ τῶν παρακειμένων λιμνῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη πολὺ ἐὰν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρίας. Ὑπερίσχυσε δὲ ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις τόσῳ μεγάλην εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διευθύνσεως τῶν ὑδάτων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ τέλους συνωμολόγησε τὴν σύμβασιν τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1881, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο ἡ μεταβολὴ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων. Τὴν σύμβασιν δὲ ταύτην ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῶς διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἀφοῦ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν ἀντιπροσώπων τῶν παρακειμένων ἐπαρχιῶν, τί ἦτο τὸ συμφερώτερον νὰ πραχθῇ. Συνέπεσεν ὅμως νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ἡ σύμβασις αὕτη, ἐξηκολούθει δὲ πάντοτε ἐν ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι μεγάλην εὐθύνην ἀνελαμβάνομεν, ἐὰν ἀφήσωμεν τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος νὰ λάβωσι τὴν διεύθυνσιν πρὸς τὸ Πτῶον, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῶσι ταῦτα διὰ τὴν ἄρδευσιν τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου, ἴσως δὲ, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει τοῦ 1880, διοχετευθῶσι καὶ εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἀπηυθύναμεν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, πρὸς τὴν ἑταιρίαν, διὰ νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἐμμένῃ εἰς τὴν σύμβασιν ἢ ὄχι· ἐὰν ἡ ἑταιρία ἐδήλωνεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπιθυμίαν της ταύτην, βεβαίως ἠθέλομεν ἔλθει εἰς νέαν διαπραγμάτευσιν μετ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἡ ἑταιρία ἐσιώπησεν ἐπὶ πολὺν χρόνον, καὶ μετὰ παρέλευσιν 8–9 μηνῶν, —καὶ περὶ τούτου ἔχω ἰδιαίτερα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσω,—ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἀπηυθύνθη δὲ δι’ ἰδιαιτέρας πρὸς ἐμὲ ἐπιστολῆς ὑποβαλοῦσα καὶ σχέδιον νέας συμβάσεως· τὸ σχέδιον δὲ τοῦτο ὑπέβαλον εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ὑπουργείου καὶ εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀλλὰ βεβαιῶ ἐπισήμως, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὸ ἀπέκρουσεν. Ἡμέραν τινὰ μάλιστα προσῆλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας τῆς ἑταιρίας κ. Μπογιαντζόγλους, ὁ ὁποῖος ἀπῄτησε νὰ δώσωμεν ὁριστικὴν ἀπάντησιν, ἂν δεχώμεθα ἢ ὄχι τὴν ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλεν ἡ ἑταιρία σχέδιον, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἔχω εἰς χεῖράς μου· συνέπεσε δὲ νὰ ἦναι τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ῥητῶς εἶπεν εἰς τὸν κ. Μπογιατζόγλουν, ὅτι τὴν ἀνανέωσιν δὲν τὴν δεχόμεθα.
§101Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἀνεδέχθημεν τὴν εὐθύνην καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένον διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡμεῖς τὴν τοιαύτην σύμβασιν τὴν ἀπεκρούσαμεν καὶ δὲν τὴν ὑπεγράψαμεν· ἂς κρίνῃ πᾶς τις διὰ τί αὐτὴ ἡ πρεμοῦρα δι’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν.
§102ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ πρεμοῦρα εἶναι, διότι θέλετε νὰ μᾶς θέσητε εἰς ἴσην μοῖραν μὲ σᾶς.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ καταδεχόμεθα νὰ ἤμεθα εἰς ἴσην μοῖραν μὲ σᾶς.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ εἶναι ἀναξία ἀπαντήσεως, διότι ὅταν ἔρχεται μία Κυβέρνησις καὶ λέγῃ εἰς μίαν ἑταιρίαν, ἔλα νὰ ἀνανεώσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ ὕστερον περὶ τῆς ἰδίας συμβάσεως κάμῃ ἐπερώτησιν, ἡ ἐπερώτησις εἶναι κακῆς πίστεως καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διατυπώνουν τοιαύτας ἐπερωτήσεις, εἶναι ἀνάξιοι ἀπαντήσεως.
§105ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν ὡς βουλευταὶ καὶ οὐχὶ ὡς βάναυσοι.
§106ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἀποδεικνύωνται τοιαῦται αἱ ἐπερωτήσεις, εἶναι ἀνάξιαι ἀπαντήσεως.
§107ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπερωτῶ ὡς βουλευτὴς καὶ γνωρίζω τὰ πράγματα ὡς τὰ εἶδον ἐν τῇ ἐκθέσει, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός.
§108ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ ἀντεγκλήσεις, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὰς ὁποίας φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ πρώην καὶ οἱ νῦν Κυβερνῆται προσπαθοῦν νὰ ἐπιῤῥίψουν ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον τὴν εὐθύνην διὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἀποδεικνύουσι κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν τόπον. Ἐνῷ, ἂν ἡ σύμβασις αὐτὴ ἦτο ὠφέλιμος, καὶ αἱ δύω πτέρυγες θὰ διημφισβήτουν τὸ γέρας καὶ τὴν τιμὴν τῆς καταρτίσεως αὐτῆς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει ἐπισήμους πληροφορίας ἂν ἔγεινε ἔναρξις τῶν ἔργων τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου. Καὶ ἦτο δυσκολία νὰ τὰς ἔχῃ; 10 ὥρας ἀπέχει ἀπὸ ἐδῶ ἡ λίμνη· ἀπὸ προχθές, ὅτε ἐψηφίσαμεν τὴν σύμβασιν, ἠδύνασθε, κ. πρωθυπουργέ, νὰ ἔχητε ἀκριβεστάτας πληροφορίας. Μᾶς ἀνεφέρατε δὲ ὡς ἔναρξιν διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου τὸν καθαρισμὸν τῶν φεγγιτῶν (πηγαδίων)· εἶναι αὐτὸ ἔναρξις; Ὁ νόμος ἐννοεῖ νὰ τεθοῦν εἰς ἐνέργειαν ὅλα τὰ μέσα τῆς διατρήσεως τῶν βράχων, ἐκ τῶν ὁποίων σύγκειται τὸ ὄρος. Πῶς δὲν μᾶς παρουσιάζετε ὡς ἔναρξιν διατρήσεως καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διέτρησε πρὸ 3 χιλιάδων ἐτῶν ὁ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου μηχανικὸς Χαλκιδεύς! Ἀντὶ νὰ ἔρχεσθε, κ. Τρικούπη, εἰς ἀντεγκλήσεις μὲ τὸν προκάτοχόν σας καὶ νὰ λέγετε, ὅτι ἐκεῖνος ἔκαμε τὴν σύμβασιν καὶ σεῖς τὴν ἐφέρατε, ἀφοῦ αἰσθάνεσθε τὸ ἐπιβλαβὲς τῆς συμβάσεως, διατί ἐπιμένετε νὰ κυρώσητε αὐτὸν τὸν νόμον; Τί σᾶς ἐπαπειλεῖ, ἐὰν δὲν τὸν κυρώσητε;
§109ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ 120 ψῆφοι ἐναντίον τῶν 58.
§110ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Εἶσαι μικρὸς νὰ ἐλέγξῃς!
§111ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν ἤκουσα καὶ προχθές. Εἶμαι μέγας, διότι εἶναι μέγα τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, καθὼς καὶ πᾶς βουλευτής, ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες δὲν συναισθάνονται τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἀποστολήν των.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν πλειονοψηφίαν καὶ δὲν σᾶς ἀκούομεν.
§113ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον τί ἐστὶ πλειοψηφία Βουλῆς ἐν Ἑλλάδι, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένητε νὰ κυρώσητε νόμον καταδικαζόμενον ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης....
§114ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς καὶ ἡ «Πρωΐα» εἶσθε ἡ κοινὴ γνώμη; Εἴμεθα καλλίτεροί σας.
§115ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ «Πρωΐα» δὲν εἶναι ὁ «Σατανᾶς», διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου σὲ ἔδειραν ἄλλοτε εἰς τὸ καφενεῖον, καὶ μὴ νομίζῃς, ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ μετέβαλε τὴν ἰδέαν τοῦ κόσμου, ὅτι ἀνήκεις εἰς τοὺς τραμπούκους, καὶ μάλιστα τοὺς ἀγοραίους.
§116ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Τ’ εἶν’ αὐτά; (Θόρυβος).
§117ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν. (Θόρυβος καὶ φωναί). Δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀγορεύων, νὰ τὸν κατεβάσητε ἀπὸ τὸ βῆμα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς προσκαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἴπατε.
§119ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀνακαλῶ· ἂς μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς.
§120ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος. (Θόρυβος).
§121ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ μειδίαμά σου ἀποδεικνύει ὅτι εἶσαι ἀναίσθητος.
§122ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι, ὅταν παρεκτρέπηται βουλευτής, ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν.
§123ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μένῃ εἰς τὸ βῆμα.
§124ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Παρουσιάζω πρότασιν ἀποδοκιμασίας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταβῆτε τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀποδοκιμασίας, καὶ ἐπαναλαμβάνετε τὸν λόγον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης προτείνει τὴν ἑξῆς πρότασιν: νὰ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκην διὰ τὰς ἀντικοινοβουλευτικὰς φράσεις. (Θόρυβος).
§127ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.........
§128ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔξω εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Βουλῆς συνέβη πρὸ ὀλίγου ἄτοπόν τι εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Κάγκαν, διότι οἱ φρουροὶ μᾶς ἐμπόδιζαν νὰ εἰσέλθωμεν, καὶ ἐξετέθημεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον, τὸν ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου ἱστάμενον, μέχρις οὗ κατορθωθῇ ἡ εἴσοδός μας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἔξω εἰς τὴν θύραν κλητήρ;
§130ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τοῦτο γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐγὼ καὶ ὁ κ. Κάγκας ἐμποδίσθημεν νὰ εἰσέλθωμεν, καὶ καταγγέλλω αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τὴν ἀπρεπῆ καὶ ἀνοίκειον, ὅπως τοὐλάχιστον μὴ ἐπαναληφθῇ. (Θόρυβος).
§131Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνέβην πρὸ μικροῦ ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ δεχθῇ πρότασιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸν Κανονισμόν. Ἡ τάξις περὶ τὰς συζητήσεις εἶναι στοιχεῖον ἀναπόφευκτον πρὸς διατήρησιν τῆς ἀξιοπρεπείας Σώματος πολιτικοῦ καὶ μεγάλου, οἷον εἶναι τὸ Κοινοβούλιον. Τὴν τάξιν ὅμως δυστυχῶς πολλάκις διέκοψαν ἐκ τῶν διαφόρων θρανίων οἱ κκ. βουλευταί· αἱ διακοπαὶ αὐτῶν αὗται φέρουσιν ἐρεθισμούς, οἱ ἐρεθισμοὶ φέρουν εἰς ἀντεγκλήσεις, αἱ δὲ ἀντεγκλήσεις προκαλοῦν προσωπικότητας, αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν εἰς θορύβους. Ὁ Κανονισμὸς προέβλεψε περὶ ὅλων τούτων. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιδοκιμάζῃ ἢ ἀποδοκιμάζῃ, ἀλλὰ περιέβαλε τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς μὲ δικαιώματα καὶ καθήκοντα, ἵνα διατηρῇ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συζητήσεις. Ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς διακόπτοντας ἀπὸ τοῦ νὰ διακόπτωσι τὸν ἀγορεύοντα, ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐμποδίζῃ τὰς ἀντεγκλήσεις, τὰς προσωπικότητας καὶ τοὺς θορύβους. Ποία, κύριοι, ἡ ἐξουσία τοῦ προέδρου; Ἄν τις ταράσσῃ τὴν τάξιν, ὁ πρόεδρος ἀνακαλεῖ αὐτὸν εἰς τὴν τάξιν πάραυτα· ἐὰν ἐκτραπῇ εἰς προσωπικότητας, ἀνακαλεῖ αὐτὸν εἰς τὸ καθῆκόν του, καὶ ἂν ὁ ἀνακαλούμενος ἐπιμένῃ, καταχωρίζεται εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις. Ταῦτα εἶναι τὰ καθήκοντά του. Ποῦ εὑρέθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδοκιμασίας ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἤδη προκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ; Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Κανονισμοῦ εἰσι σαφεῖς: «Ἄρθρον 27. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ δια«κόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ χειρονομιῶν «νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς. Ἀπαγορεύε«ται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς «προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παρα«βαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ προέδρου «οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ». Πρὸ ὀκτὼ χρόνων συνηγόρησα ἐπὶ παραπλησίας ὑποθέσεως ὡσαύτως, οὐχὶ ὑπὲρ πολιτικοῦ φίλου μου, ὅπως σήμερον ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, καὶ ἐζήτησα νὰ ἀποτρέψω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδοκιμάσῃ αὐτόν. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἐξέφερε γνώμας πολιτικὰς, τὰς ὁποίας ἡ τότε Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστείλῃ. Καὶ μετὰ διήμερον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις σύσσωμος καὶ προέβαλε πρότασιν νὰ ἀποδοκιμασθῇ ὁ κ. Λομβάρδος διὰ τὰς γνώμας ἐκείνας....
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὕβρισεν.
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παραβαίνετε τὴν τάξιν διακόπτοντες, καὶ λυποῦμαι, διότι σᾶς ἀνέχεται ὁ κ. πρόεδρος. (Θόρυβος). Συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου......
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει διαφορά.
§135ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ λέγουσιν, ὅτι τὸ πρᾶγμα διαφέρει καὶ ὅτι τότε ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῶν γνωμῶν καὶ ὅτι τώρα πρόκειται περὶ φράσεως θιγούσης τὴν τιμὴν ἢ τὴν φιλοτιμίαν ἑνὸς τῶν βουλευτῶν. Ταὐτό ἐστὶν· ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν πολιτικὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν πολιτικῶν γνωμῶν τοῦ κ. Λομβάρδου, τὴν ἐζήτησε, διότι ἐθεώρει αὐτὰς ἀτόπους· ἐὰν σήμερον ζητῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν φράσεων τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Λακεδαίμονος, ζητεῖ αὐτὴν διότι θεωρεῖ τὴν φράσιν αὐτοῦ ἄτοπον. Ἀλλὰ διατί θέλετε ἄλλα παραδείγματα; Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρὸ δύω Περιόδων δὲν συνέβη τὸ αὐτό; Ὑπῆρχε τότε ἀντικείμενον οὐχὶ ὁ βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, ἀλλὰ ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Ῥάλλης, καὶ προετάθη, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποδοκιμασίαν......
§136ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐγένετο ἀποδοκιμασία, δὲν εἶναι ἀληθές.
§137ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἠγέρθην πρὸς ὑπεράσπισιν. Τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔπραξα τότε ὑπὲρ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ζακύνθου κ. Λομβάρδου, ἐκπληρῶ ἤδη ὑπὲρ τοῦ πολιτικοῦ μου φίλου.
§138ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐγένετο ἀποδοκιμασία.
§139ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ μάρτυρας, τὸν κ. Β. Βουδούρην......
§140ΡΑΛΛΗΣ. Πάρετε τὰ πρακτικὰ τοῦ 1875.
§141ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι ἦτο ἄτοπος ἡ πρότασις, ὡς εἶναι ἄτοπος πᾶσα πρότασις ἀποδοκιμασίας. (Θόρυβος). Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός· «Ἄρθρον 27. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ χειρονομιῶν νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παραβαίνοντες, ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ προέδρου οἴκοθεν, ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ».
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει τὸ 31 ἄρθρον.
§143ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τοῦτο: «Πᾶς βουλευτής, ταράττων τὴν τάξιν....
§144ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τάξιν ταράττετε σεῖς δι’ αὐτῆς τῆς συζητήτεως, τὴν ὁποίαν προκαλεῖτε ἐπὶ τοιαύτης πράξεως.
§145ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ταράσσω ἐγὼ τὴν τάξιν ἀγορεύων· βεβαίως ὅμως σεῖς, κ. Στεφανόπουλε, γνωρίζετε, ὅτι δὲν μὲ ταράσσουν αἱ διακοπαί σας. Ἐπεκαλέσθητε τὸ ἄρθρον 31. Ἀναγινώσκω καὶ τοῦτο: «Ἄρθρον 31. Πᾶς βουλευτὴς ταράττων τὴν τάξιν, ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ προέδρου· ἐὰν δ’ ἐπιμένῃ, ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπειθοῦντος δ’ αὐτοῦ καὶ περαιτέρω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἅμα τὴν εἰς τὰ πρακτικὰ καταχώρισιν τῆς τε παρεκτροπῆς καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας». Κατὰ τὴν διάταξιν λοιπόν, ἣν ἐπικαλεῖσθε, ἀνακαλεῖται παρὰ τοῦ Προέδρου· ἂν δ’ ἐπιμένῃ, ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ποῦ ἐπιτρέπει πρὸ τούτου τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς; Ἐρωτῶ, ἀνεκλήθη παρὰ τοῦ Προέδρου εἰς τὴν τάξιν;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, δὶς καὶ τρίς.
§147ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀπεφασίσθη μετὰ τοῦτο νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά; Διότι τοῦτο εἶναι ὁ δεύτερος βαθμὸς, καὶ μόνον ἂν μετὰ τοῦτον ἐπιμένῃ, ἔρχεται ἡ ἀποδοκιμασία. Ἀλλ’ ἐγένετο τοιοῦτόν τι; Μὴ νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει συμφέρον τι μέγα καὶ σπουδαῖον διὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἀπόφασίν σας, ἀφοῦ αὕτη δὲν εἶναι νόμιμος, ἀλλ’ αὐθαίρετος, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν Κανονισμόν. Τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, εἶναι οὐχὶ νὰ ἀπαλλάξω τὸν βουλευτὴν ἐκ τῆς ἀποφάσεώς σας, ἀλλ’ ὅπως ἐμποδίσω σᾶς νὰ κάμητε κακὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας σας, διότι πρέπει πρότερον νὰ ἐξαντλήσητε ὅλα τὰ μέσα, ἤτοι τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν σημείωσιν εἰς τὰ πρακτικά.
§148ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ τί μέλλει γενέσθαι;
§149ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ μὴ διακόπτῃς τοὺς ἀγορεύοντας, αὐτὸ δεῖ γενέσθαι. Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε δικαιολογημένοι διακόπτοντες τοὺς ἀγορεύοντας, διότι ἔχετε παράδειγμα τοὺς ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των ἐκτρεπόμενοι εἰς φράσεις καὶ λέξεις, μὴ συμβιβαζομένας οὔτε μὲ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, οὔτε μὲ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ἂν σήμερον παραπλήσιοι διακοπαί, καὶ παραπλήσιοι φράσεις δὲν ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰ χείλη τῶν ὑπουργῶν, βεβαίως δὲν ἤθελε προκληθῆ ὁ ἐρεθισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ Λακεδαίμονος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀποδοκιμασίας τοῦ κ. βουλευτοῦ Λακεδαίμονος δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμὸν, πᾶσα δ’ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἔχει ἀξίαν, διότι δὲν ἐκδίδεται δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι αὐθαίρετος· διότι ἡ πλειοψηφία δι’ αὐτῆς παραβαίνει πρώτη τὸν νόμον της, παραβαίνουσα δὲ τὸν νόμον της, δίδει ἐνθαῤῥυντικὸν παράδειγμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ὀφείλοντες πρῶτοι ἐκ τῆς ἰδιότητος αὑτῶν νὰ μὴ παραβαίνωσι τὸν νόμον τῆς Βουλῆς, ἥκιστα ἐσεβάσθησαν τὸν Κανονισμόν, προκαλέσαντες καὶ τοὺς θορύβους τῆς συνεδριάσεως ταύτης.
§150Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, μὴ ζητῶμεν τὰ ἀδύνατα· μὴ ζητῶμεν νὰ μεταβάλλῃ φύσιν ὁ ἄνθρωπος, καὶ μάλιστα ὡς ὁ ἄνθρωπος ὁ καταβὰς ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὑπὲρ οὗ ἀνέβη νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁ μὲν ἀναβαίνων εἰς τὸ βῆμα οὐδέποτε παρέλειψε νὰ ἐκκενώσῃ ὕβρεις καὶ λοιδορίας, καὶ νομίζει, ὅτι φωτίζει τὸ Ἔθνος, ὅταν οὕτω πως συζητῇ καὶ οὕτω πως προσβάλλῃ· νομίζει, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἐκτοξεύσῃ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ προτείναντος νομοσχέδιον ἢ κατ’ ἄλλου ἐναντίου εἰς τὰς ἰδέας του ὕβριν, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὰ προτεινόμενα, ὁ δὲ πάλιν ἀναβαίνων εἰς τὸ βῆμα οὐδέποτε ἐξετάζει τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτῶν ἔποψιν, ὑφ’ ἣν καυχᾶται καὶ ἀξιοῖ, ὅτι τὰ ἐξετάζει. Εἶναι παράδοξον ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὅστις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πλείονα πεῖραν παντὸς ἄλλου......
§151ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐμοῦ; Ἐμὲ ἀποδοκιμάζετε;
§152ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς σᾶς ἀπαντῶ. Πᾶς λόγος μου εἶναι μία ἀποδοκιμασία τῶν λόγων σας καὶ πᾶσα λέξις καὶ πᾶσα φράσις (θόρυβος).—Ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ σᾶς παρέστησε τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὅπως εἶναι, μολονότι καυχᾶται, ὅτι ἐξετάζει αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν ἔποψιν. Ὁμιλῶν φιλοτιμεῖται νὰ τηρήσῃ ἐν μέσῳ τῶν δύω ἀντιθέτων κομμάτων θέσιν ἀνωτέραν καὶ ὑπεράνω αὐτῶν, καὶ νὰ δείξῃ εἰς τὸ Ἔθνος, ὅτι ἵσταται ἐφ’ ὑψηλοτέρας σκοπιᾶς. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πολιτεύεται, ἐργαζόμενος νὰ προστρίψῃ εἰς αὐτὰ μῶμον, ἐν πάσῃ εὐκαιρίᾳ συντελεῖ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὰ ὑπέρκεινται ὡς δύω ὑψηλοὶ λόφοι, μεταξὺ δὲ αὐτῶν τί εἶναι; εἶναι ἡ μισγάγκεια ὅπου καταῤῥέουν ὅλα τὰ ὑγρὰ, τὰ καθαρὰ καὶ τ’ ἀκάθαρτα. Ἐκ τοῦ βάθους τῆς μισγαγκείας ταύτης ἀνέρχονται ἀναθυμιάσεις τελματώδεις, βακτηριδιώδεις, αἵτινες ὅσῳ ὑψοῦνται, ἀραιοῦνται, καὶ ὅταν φθάσωσι μέχρι τῶν κορυφῶν, εἶναι πλέον ἀβλαβεῖς καὶ ἐξηφανίσθησαν.
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Τί κατάστασις εἶναι αὐτὴ, κ. Πρόεδρε, δὲν τὸν ἀνακαλεῖτε εἰς τὴν τάξιν;
§154ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅστις θέλει νὰ κατέχῃ οἵαν θέσιν ἀντιποιεῖται ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, πρέπει νὰ παρίσταται ἀμερόληπτος, πρέπει νὰ παρίσταται ἀντιπρόσωπος γενικῶν ἰδεῶν, ὁμιλῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτῶν, καὶ νὰ ἦναι προσεκτικὸς, ὥστε οὐδὲν νὰ παραλείπῃ ἐκ τῶν κειμένων, οὐδεμίαν τῶν ῥήσεων, ὅσα ἔχει ἐνώπιόν του. Τί ἄλλο δύναμαι νὰ κατακρίνω αὐστηρότερον, ἢ ὅταν ὁ κρατῶν τὸ κείμενον εἰς χεῖρας ὁμιλῇ παρὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ; Εἶναι ἐπιτετραμμένος αὐτὸς ὁ τρόπος νὰ καλύπτῃ τις τὸ ἥμισυ τῆς ἀληθείας καὶ νὰ παρίσταται ἔπειτα προσάγων τὸ ἕτερον ἥμισυ νενοθευμένον, καὶ οὕτω λέγων καὶ κρίνων, νὰ φέρηται προσέτι ἐπιθετικῶς ἐναντίον τῶν ἄλλων καὶ μὲ τοιοῦτον τρόπον τραγικὸν, ὅστις, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, οὐδὲν ἄλλο ἐμφαίνει ἢ ὅτι ληκύθιον ἀπώλεσεν. Ἤρξατο ἀπὸ μιᾶς συγχύσεως καὶ διὰ μιᾶς εἰσεπήδησεν εἰς τὸ ἄρθρον 31 ὡς νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἑτέρα διάταξις, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλεῖται ἐκείνην, ἥτις δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν περίστασιν.
§155ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐπεκαλέσθη ὁ σύντροφός σας.
§156ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει περὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Προέδρου πρὸς διεύθυνσιν τῶν συζητήσεων, ἤτοι τὰς σχέσεις αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας καὶ πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως. Τί ἔπραξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος; Ἐπεκαλέσθη τὸ ἕτερον μέρος καὶ αὐτὸ κατέστησε θέμα τῆς ὁμιλίας του. Δὲν εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀναγνώσῃ ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐφάνη πάσχων ὅ,τι εἶπον περὶ Γενικῶν Γραμματέων, οἵτινες οὐδέποτε βλέπουν τὰ πράγματα ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλὰ πάντοτε μεμονωμένως, πάντοτε ἁρπάζοντες τὰ πρόχειρα καὶ πρὸ ποδῶν.
§157ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ὁ εἷς σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι οὔτε μίαν γραμμὴν παρακάτω δὲν ἐδιαβάσατε.
§158ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα θὰ τὸ ἴδωμεν· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν λέγω τι κατὰ τῶν Γενικῶν Γραμματέων.
§159ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἤδη ἔρχεσθε εἰς προσωπικότητας.
§160ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι προσωπικόν· τοὐναντίον μάλιστα νομίζω, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἶναι ἐντιμοτάτη· μετὰ τὸν ὑπουργὸν ἔρχεται ὁ Γενικὸς Γραμματεύς.
§161ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως μετὰ τὸν ὑποδιευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης κ. Κεχαγιᾶν ἔρχεται ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Καλλιγᾶς.
§162ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. Ἐὰν μοὶ ἐλέγετε, ὅτι ὑπῆρξα Γενικὸς Γραμματεὺς, δὲν θὰ μὲ δυσηρέστει. Ἐγὼ ὑπῆρξα εἰς θέσιν κατωτέραν, ἐγὼ τὸν Γενικὸν Γραμματέα ἄλλοτε ἔβλεπα ὑψηλὰ ἱστάμενον, ὑπεράνω ἐμοῦ.
§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Ἀνδρέας Ζαΐμης καὶ ὁ Ἀνδρέας Μεταξᾶς ἦσαν νομάρχαι, μολοντοῦτο....
§164ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα ὅμως ἔχομεν τοσοῦτον τῦφον, ὥστε ὅταν λέγωμεν εἴς τινα, ὅτι ἦτο Γενικὸς Γραμματεὺς, πειράζεται· ἕκαστος φαίνεται φαντάζεται, ὅτι εἶναι Γλάδστων, Γαμβέτας· μήπως νομίζετε, ὅτι εἶσθε Βίσμαρκ;
§165ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν γνωμῶν τῶν Γενικῶν Γραμματέων. Τί κάθεσθε καὶ πλάττετε; Ἔχετε νὰ εἴπητέ τι περὶ τοῦ ζητήματος;
§166ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχω, καὶ δὲν θὰ σᾶς ἐρωτήσω. Σεῖς συνηγορεῖτε ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις θέλει νὰ διευθύνῃ τὸν ἀγορεύοντα, ἐνῷ ἀξιοῖτε, ὅτι μόνον ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο· δὲν ὁμιλεῖτε λοιπὸν ὡς Γενικὸς Γραμματεύς;
§167ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φάσκετε καὶ ἀντιφάσκετε λοιπόν; Λέγετε ὅτι ἡ θέσις τῶν Γενικῶν Γραμματέων δὲν εἶναι περιφρονημένη καὶ μετὰ ταῦτα ὅτι δὲν εἰξεύρουν τί λέγουν.
§168ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλήσατε ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. ὑπουργέ.
§169ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί σεῖς, ὅστις μὲ προτρέπετε νὰ ὁμιλήσω ἐντὸς τοῦ θέματος, πολὺ σπανίως ὁμιλεῖτε ἐντὸς αὐτοῦ; Πολλὰ ἄλλα πράγματα ἀναμιγνύετε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Λοιπὸν ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν Κανονισμὸν, διότι βλέπετε, ὅτι ἤδη δὲν εἶναι ἀνάγκη ἄλλου ἢ πιστῆς ἀναγνώσεως· ἐὰν εἴχομεν ἕνα ἀναγνώστην καλὸν, ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως, διότι ἤθελε γίνει εἰλικρινὴς ἀνάγνωσις· ἐγὼ ἀναπληρῶ τὸν ἀναγνώστην· εἶμαι κατώτερος, ἀναγνώστης. Καὶ λέγων Κανονισμὸν, ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 27. Τοῦτο πρῶτον ἀποφαίνεται, ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
§170Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνετε σεῖς.
§171ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα· ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, θὰ προσπαθήσω νὰ τὸ διορθώσω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω καὶ τοὺς ἄλλους νὰ τὸ διορθώσουν.
§172Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ δώσητε τὸ παράδειγμα.
§173ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βλέπετε, ὅτι μὲ διακόπτετε πάντοτε, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ἐκδικοῦμαι. Καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης μὲ διακόπτει κἄποτε, ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ καὶ διὰ μιᾶς μόνης λέξεως. Τὴν διακοπὴν διὰ μιᾶς μόνης λέξεως δὲν θεωρῶ διακοπήν, δέχομαι αὐτὴν, μόνον ἀπειλὰς δὲν δέχομαι. Ἂς φιλοτιμηθῶμεν λοιπὸν ὅλοι νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα, ἂν καὶ μοὶ φαίνεται πολὺ δύσκολον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις: «Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς». Περὶ τίνος ἦτο ὁ λόγος ἐνταῦθα; περὶ προσβολῆς προσωπικῆς, περὶ προσβολῆς, ἣν ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω. Ἰδοὺ τὸ θέμα, ἰδοὺ τί λέγει ὁ Κανονισμός.
§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει ὁ Κανονισμὸς ὅτι γίνεται.
§175ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα θὰ τὸ ἴδωμεν. «Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παραβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ Προέδρου...» Θέλετε νὰ σταθῶ ἐδῶ;
§176ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, παρακάτω.
§177ΚΑΛΛΙΓΑΣ. «Οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ». Ὅταν λοιπὸν δὲν ἦναι εἷς βουλευτὴς, ἀλλ’ εἶναι ἑκατὸν, δὲν εἶναι δεκτόν; δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι πολλοί; Αὐτὸ ἦλθε νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτής; Κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ ἐπιτρέπεται καὶ κατ’ αἴτησιν πολλῶν οὔ.
§178ΜΙΛΗΣΗΣ. Τοῦτο ποῖος τὸ ἀρνεῖται;
§179ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§180ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἄρα ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν τοῦ παρεκτραπέντος εἰς προσωπικότητας βουλευτοῦ· τὸ δέχεσθε;
§181ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§182ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ δέχεται καὶ ὁ ἐκ Γόρτυνος ἀξιότιμος βουλευτής;
§183ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§184ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς τὸ λέγετε, τὸ λέγει καὶ αὐτός; Ἐγὼ, βλέπετε, μὲ μετριότητα παρακολουθῶ τὸ κείμενον, ἀναγινώσκων αὐτὸ βῆμα πρὸς βῆμα. Ἤλθομεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνακλήσεως· τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Διότι σεῖς ἐφέρατε λεπτοτάτην διάστιξιν, λέγοντες, ὅτι ἄλλο εἶναι ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν καὶ ἄλλο ἀποδοκιμασία· ἄλλη ἡ ἐξουσία τοῦ Προέδρου, ὅταν πρόκηται περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν, ἄλλη ὅταν πρόκηται περὶ ἀποδοκιμασίας.
§185ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, αὐτὸ εἶναι.
§186ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ νὰ ἴδωμεν. Ἐνταῦθα ὅμως ἠκούσαμεν ἐκεῖνο τὸ τραγικὸν πάθος, προκειμένης ἑρμηνείας κειμένου, τὴν τραγικὴν φωνὴν τοῦ ἀρουραίου Οἰνομάου, οὐδ’ ἐννοεῖ τις διατὶ τοσοῦτον παθαίνεται ὁ ἠθοποιός.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἑρμηνεία αὐτά;
§188ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ἑρμηνεία ἑνὸς ἄρθρου εἶναι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου· διατί αὐτὸ τὸ τραγικὸν πάθος, διατί νὰ παρίσταται αἴφνης ὡς ὑπερασπιστὴς ἀγνώστων ἀδικουμένων, οὓς ἔσωσεν ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ὅτε ἀνεχαίτισε τὴν Βουλὴν ἀπὸ παρεκτροπάς; Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἕτερον ἄρθρον, τὸ 31. Τοῦτο ἀνάγεται εἰς πᾶσαν ταραχὴν, ὄχι μόνον εἰς πρᾶξιν τοῦ ἀγορεύοντος, διότι λέγει: πᾶς βουλευτὴς ταράττων τὴν τάξιν ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ Προέδρου· οὐ μόνον ὁ ἀγορεύων, ἀλλὰ καὶ ὁ καθήμενος ἐκεῖ. Τὸ δεύτερον τοῦτο ἄρθρον προετάχθη ὡς φραγμὸς, ὃν δῆθεν ἠθέλησε νὰ ὑπερπηδήσῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 31 δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀγορεύοντος, ὁ δὲ προλαλήσας παρέλειπε νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ, τί γίνεται περὶ τοῦ ἀγορεύοντος. Εἰς τὴν πρώτην περίστασιν ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς βουλευτοῦ, ζητοῦντος τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν, οὐδεὶς δὲ ἔφθασεν ἕως ἐκεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἷς δύναται, ἑκατὸν δὲν δύνανται· τώρα σᾶς ἐρωτῶ τὸ ἀντίθετον: ἐντὸς τοῦ «πᾶς βουλευτὴς» δὲν περιέχεται καὶ ὁ ἀγορεύων;
§189ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§190ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν καὶ αὐτὸς δύναται νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν· εἶναι γενικόν.
§191ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται αὐτό;
§192ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλὰ πότε; Ὅταν δὲν ὑποτάσσεται ὁ ἀγορεύων εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ Προέδρου.
§193ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀνεκλήθη καὶ δὲν ὑπετάχθη;
§194ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια. Ὅταν δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Προέδρου, τότε διαταράττει τὴν τάξιν ὁ ἀγορεύων· διότι πῶς ἄλλω; θέλει διαταράξει τὴν τάξιν ὁ ἀγορεύων; Αὐτὸς κατέχει τὸ βῆμα καὶ ἐλευθέρως ἐκτίθησι τὰς γνώμας του, μόνον δὲ παρεκτρέπεται, ὅταν ἐκπίπτῃ εἰς προσωπικότητας. Τότε ἀνακαλεῖται, ἡ ἀνάκλησις δὲ αὕτη δύναται νὰ γείνῃ κατ’ αἴτησιν τῶν βουλευτῶν, ζητούντων παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν ἀνάκλησιν, μόνον ὅταν ὑπάρχῃ προσβολὴ προσωπική. Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ θέλων ν’ ἀξιοῖ τὴν θέσιν, ἣν ἀντιποιεῖται, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅπως πολλοὶ ἠξίωσαν αὐτὴν ἐν Κοινοβουλίῳ, οὐδέποτε ἀποφαίνεται ὑπὲρ πράξεως τοιαύτης, ὑπὲρ πράξεως βδελυρᾶς, ἀλλὰ στιγματίζει αὐτὴν καὶ ὅταν θέλῃ νὰ σώσῃ τὴν Κανονισμόν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ μὴ παρεκτρέπηται αὐτοῦ, ἐρεθιζομένη. Οὐδέποτε παραλείπει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν, καὶ ὁ γενικὸς ἄνθρωπος οὐδ’ ἀποφεύγει νὰ καταδείξῃ αὐτὴν, ὁποία εἶναι, ὅταν ἐπὶ τοῦ βήματος φέρωνται ὅ,τι πρό τινων ἡμερῶν ὠνόμασα σκουπίδια (Θόρυβος). Τότε ἐννοῶ, ὅτι ὁμιλεῖ τις ἐν πνεύματι δικαιοσύνης καὶ ὄχι ὅταν ἀποφεύγῃ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν, διότι συνδέεται διὰ κομματικῶν δεσμῶν μετὰ τοῦ παρεκτραπέντος. Πῶς δύναται νὰ φαίνηται ἀμερόληπτος ἄνθρωπος, ὅστις ἔρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ὑπερασπίσῃ τοιαύτας πράξεις καὶ δύναται νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὰ κόμματα, νουθετῶν αὐτὰ καὶ παριστάνων, ὅτι αὐτὸς κατέχει τὴν ὑψηλοτέραν σκοπιὰν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους; Τοιουτοτρόπως ἐννοεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, νὰ περιστοιχισθῇ ὑπὸ ὑβριστῶν ἀσεβῶς φερομένων κατὰ βουλευτῶν;
§195ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τοὺς βουλευτάς....
§196ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ περιστοιχίζηται ὑπὸ μιᾶς σπείρας....
§197ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς συγχαίρω, κύριε Ὑπουργέ.
§198Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρέπονται αὐτὰ, κύριε Πρόεδρε;
§199Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του.
§200ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§201ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ζητοῦσι τόσοι βουλευταὶ νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, κ. Πρόεδρε.
§202ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε.
§203ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς ἀριθμῶ ἐν τοῖς δακτύλοις καὶ εἶσθε πέντε.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐντροπή· πρέπει νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν.
§205ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἔπραξε παραλείψας νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν; Ἰδοὺ τί ἔπραξε· κατέστησε μεταξὺ ἑαυτοῦ καὶ καὶ τοῦ ὑβρίσαντος ἀλληλεγγύην, ἀλληλεγγύην ἠθικήν· ὑπάρχει σήμερον ἡ ἠθικὴ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τοῦ ἀγορεύσαντος βουλευτοῦ ἐκ Σπάρτης καὶ τοῦ ὑποστηρικτοῦ ἐκ Γόρτυνος. Ἀνήκει εἰς αὐτὸν ν’ ἀποπλύνῃ τὸν ῥύπον (Θόρυβος). Ἔρχεται ἤδη τὸ λεπτὸν ζήτημα, ὅπερ ἠθέλησε ν’ ἀναπτύξῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἂν ὁ Πρόεδρος δύναται μόνος ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἢ ἂν δύναται καὶ ἡ Βουλή. Αὐτὴ δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνάκλησιν εἰς τὴν τάξιν, δὲν ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ ἀποδοκιμασίαν, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ, καὶ ἀφοῦ ἀποδοκιμάσῃ ὁ Πρόεδρος, νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἀποδοκιμασία εἰς τὰ πρακτικά. Τοῦτο ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας προσκολληθεὶς εἰς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 31 καὶ παραλείψας τὸ ἄρθρον 27. Οὕτω πράττει καὶ ὁ στρουθοκάμηλος· ὅταν κρύψῃ τὴν κεφαλήν, νομίζει, ὅτι οὐδεὶς βλέπει τὸ σῶμα.
§206ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὰ εἶναι εὐπρεπῆ;
§207ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι φυσικὴ ἱστορία. Ὅταν ἡ φυσικὴ ἱστορία δὲν εἶναι εὐπρεπὴς, τί εἶναι εὐπρεπές;
§208ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ φυσικὴ ἱστορία παρέχει πολλὰ τὰ σκανδαλώδη, ἀλλ’ οἱ συνετοὶ ἄνθρωποι τὰ παραλείπουν, ὅταν μάλιστα εἶναι ὑπουργοί.
§209ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν γνωρίζω τὰ σκανδαλώδη τῆς φυσικῆς ἱστορίας· νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἀφηγεῖται τὰ πλάσματα τοῦ δημιουργοῦ.
§210ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀπογυμνωθῆτε λοιπὸν καὶ καθήσατε ἐπὶ τοῦ βήματος.
§211ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι φυσικὴ ἱστορία.
§212ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἡλικίαν σας διὰ νὰ δώσητε τέρμα εἰς τὰ σκάνδαλα.
§213ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἶναι παράβασις ἀστυνομικῶν διατάξεων. Τὸ ἴδιον λοιπὸν πάσχει καὶ ὅστις δὲν ἀναγινώσκει τὸ ὅλον καὶ νομίζει, ὅτι αὐτὸ δὲν ὑπάρχει. Συνδυάζοντες τὰ ἄρθρα 27 καὶ 31, βλέπομεν, ὅτι ὁ ἀγορεύων εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ τὰς γνώμας του, οὐδὲ διαταράττει ἐνόσῳ δὲν παρεκτρέπεται εἰς προσωπικότητας. Διὰ πᾶν ὅ,τι δὲν εἶναι ἀρεστὸν, ἔστω καὶ εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ μέλη, τ’ ἀποτελοῦντα τὴν Βουλήν, δὲν δύναται ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν, ἐνόσῳ ἐξηγεῖ τὰ φρονήματά του, οὐδεὶς δύναται νὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι παρεκτρέπεται· παρεκτροπὴ ὀνομάζεται, ὅταν ἐκπέσῃ εἰς προσωπικότητας· τότε μόνον ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. Ἐνταῦθα τοῦτο συνέβη. Παρεξετράπη εἰς προσωπικότητας ὁ ἀγορεύων, ὅτε μέγας ἀριθμὸς βουλευτῶν ἐζήτησε ν’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν. Ὁ πρόεδρος ἀνεκάλεσεν αὐτόν· ἀλλ’ οὗτος ἐπέμενεν, καὶ τότε ἤρξατο ἡ ταραχή.
§214ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῦ ἐπέμενε; Τί σημαίνει αὐτὸ; ἐγὼ δὲν ἐπανέλαβον τὴν ὕβριν.
§215ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε, κ. βουλευτὰ Σπάρτης, τὴν συναίσθησιν ἐκείνων, ὅσα λέγετε καὶ πράττετε· κατὰ τοῦτο εἶσθε τῳόντι ἀπηλλαγμένος καταλογισμοῦ.
§216ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. ..... (Θόρυβος).
§217ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν εἴχετε αὐτὴν τὴν συναίσθησιν, ὠφείλετε νὰ τὴν ἔχητε πρὸ πολλοῦ, θὰ τὴν εἴχετε ἀφ’ ὅτου εἰσήλθετε εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ οὐδέποτε ἠθέλετε παρεκτραπῆ εἰς προσωπικότητας. Καὶ κατ’ ἐμοῦ πολλάκις παρεξετράπητε, ἀλλ’ ἀδιαφόρησα ὡς ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ λέγοντος.
§218ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀδιαφορῶ.
§219ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀδιαφόρησα, διότι εἶπον: ἰδοὺ ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἔχει συναίσθησιν τῶν πράξεών του. (Θόρυβος).
§220ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.........
§221ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ βλέπετε δὲν σᾶς ἀπέδωκα κακίαν, καὶ διὰ τοῦτο ὁσάκις συμβαίνει νὰ σᾶς συναντήσω, σᾶς ὁμιλῶ, ὅπως πρὸς πάντα ἄλλον. Δὲν μοὶ φαίνεται παράδοξον, ἐὰν ὁ βουλευτὴς δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ προέδρου, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο συνήθης λέξις, ἣν ἠδύνατο νὰ παρατρέξῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ λαλῶν. Ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, τότε ἔχει ἀποτέλεσμα, ὅταν ἐπιφέρῃ ὅλην τὴν ἐντύπωσιν, ἣν πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ εἰς ἄνδρα συνετόν, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Κανονισμὸς ἀρκεῖται εἰς αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν τοῦ προέδρου. Ὁ πρόεδρος ἔχει ἐλάχιστα μέσα διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ μέσα πρέπει νὰ φέρουν ἀποτέλεσμα. Ἀρκεῖ ἡ ἠθικὴ τιμωρία δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει συναίσθησιν τῆς τοιαύτης ἀποδοκιμασίας, διότι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ τί σημαίνει μία ἀποδοκιμασία τῆς Βουλῆς, καὶ μάλιστα ἀποδοκιμασία διὰ παρεκτροπὴν εἰς προσωπικότητας.
§222ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. «Διδάσκαλε, ποῦ δίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις».
§223ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προχθὲς ἔλεγες τὸν Παπαγεωργίου τραγί.
§224ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἐμὲ, ὅπως εἰς πάντα ἄνθρωπον δύναται νὰ συμβῇ· νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει τις ἀλάθηστος; δὲν δύναταί τις πρὸς στιγμὴν νὰ παροργισθῇ καὶ νὰ λησμονήσῃ ἑαυτόν; δὲν δύναται νὰ ἐκφύγῃ ἐκ τοῦ στόματός του λέξις, ἥτις δὲν θὰ ἐξέφευγεν, ἐὰν εἶχεν ὅλην τὴν ἠρεμίαν; Ἐὰν λοιπὸν μοὶ συμβῇ νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν τάξιν, ἐγὼ θὰ δείξω ταπείνωσιν.
§225ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς δὲν σᾶς ἀνακαλεῖ.
§226ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ μοὶ ἔτυχεν ἐδῶ νὰ εἴπω λέξιν μὴ προσήκουσαν, ἀλλὰ πρὶν μὲ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐζήτησα συγγνώμην. Μοὶ φαίνεται ὅλοι ὁρμῶνται ἐκ καλῶν αἰσθημάτων, ὅλοι αἰσθάνονται τὸ πρὸς τὴν πατρίδα χρέος, ἀλλὰ δὲν συμμερίζομαι τὰ φρονήματα τὰ πολιτικὰ ἄλλων, καὶ ταῦτα ἀντικείμενα ὄντα καταπολεμῶ.
§227ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς τὰ ἐδικά σας.
§228ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ πάντας ἐξίσου ἐκτιμῶ, ἀλλὰ τὰ πολιτικὰ φρονήματα πολεμῶ τῶν ἀντιφρονούντων· ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά. Ὁ ἀτυχὴς βουλευτὴς Σπάρτης δὲν πολεμεῖ τὰ πολιτικὰ φρονήματα, ἀλλὰ προσβάλλει τὰς προαιρέσεις. Κατὰ τοῦτο δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει συνείδησιν τοῦ τὶ λέγει· καὶ ν’ ἀπορήσω πῶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος δὲν εἶπεν εἰς αὐτὸν νὰ μεταβάλῃ τρόπον, ἐὰν θέλῃ νὰ ἦναι φίλος του. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν παρέμβασιν τῶν βουλευτῶν, οἵτινες ζητοῦν νὰ μὴ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἀνάκλησιν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν ἀποδοκιμασίαν. Νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ παρῄτησεν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν; Ἡ Βουλὴ, ἐξ ἧς ἀντλεῖ ὁ Πρόεδρος ὅσην ἔχει ἐξουσίαν, νομίζετε, ἔχει ἥττονα ἐξουσίαν; Τολμᾶτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἔχει ὑπερτέραν ἐξουσίαν, ἢ ὅσην ἔχει ἡ Βουλή;
§229ΤΙΝΕΣ. Ὁ Κανονισμός.
§230ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί πράττει ὁ Κανονισμός; Οὐδαμοῦ περιώρισεν ἡ Βουλὴ ἑαυτήν· εἴδατε τοιαύτην διάταξιν; καὶ ἠμπορεῖτε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ, ἥτις δὲν ἔχει ἐξουσίαν νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τοῦτο ὁ Κανονισμός; Ἰδοὺ λοιπὸν τὶ ἦτον αὐτὸ τὸ ὕφος τοῦ λόγου, αἱ ἀποστροφαὶ αἱ τραγικαὶ, ἡ παραγνώρισις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς τοῦ Προέδρου, κεναὶ λέξεις καὶ κόμπος λόγων.
§231ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἔκαμα τὴν περὶ ἀποδοκιμασίας πρότασιν, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα προέβην εἰς ταύτην. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι μετὰ λύπης μου ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξα, καὶ μετὰ λύπης λέγω, διότι δὲν ἤθελον ποτὲ νὰ γείνω ἀφορμὴ νὰ ἀποδοκιμασθῇ εἷς συνάδελφός μου μετὰ τοῦ ὁποίου δὶς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συμβουλεύωμαι καὶ νὰ συνεδριάζω ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ πρὸ ἡμερῶν, κύριοι, ὁ αὐτὸς ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φράσεις, αἵτινες μὲ ἐλύπησαν· τότε δὲ ἐζήτησα παρὰ τοῦ Προέδρου νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν παρεκτραπέντα, καὶ παρουσίᾳ ὅλων τῷ ὑπεσχέθην, ὅτι, ἐὰν ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον, ἤθελα ζητήσει τὴν ἀποδοκιμασίαν. Καὶ εἶπον τοῦτο, διότι ἐὰν, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν φροντίσῃ νὰ ἐμποδίσῃ τὰς τοιαύτας μὴ κοινοβουλευτικὰς φράσεις, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ ἦναι Κοινοβούλιον, ἀλλὰ παλαίστρα παθῶν καὶ ποταποτήτων Δώδεκα ἔτη συνεδριάζω ἐνταῦθα, εἶναι δὲ ἡ ἐννάτη Περίοδος καθ’ ἣν ἦλθον ἀντιπρόσωπος· σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἶναι ἡ δευτέρα φορά, καθ’ ἣν ἀκούεται τοιαύτη φράσις καὶ τοιαύτη σκηνὴ λαμβάνει χώραν. Καὶ δὲν ἤθελα ὁμιλήσει περὶ τῆς πρώτης φορᾶς, διότι ἐπρόκειτο περὶ μὴ ἐν ζωῇ ὑπάρχοντος προσώπου καὶ ὅπερ ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει ἔπραξεν ὅ,τι ἔπραξεν, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ τότε ἐπετίμησε τὴν διαγωγὴν τοῦ λαοφιλοῦς καὶ ἀγαπητοτάτου βουλευτοῦ Λευκάδος Ἀριστοτέλους Βαλαωρίτου, ὅστις ἔπραξεν ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ βουλευτὴς Σπάρτης, διότι ὁ βουλευτὴς Λευκάδος προσέβαλε τότε διὰ χειρὸς τὸν Γ. Ἰακωβάτον· ἀλλὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι αἱ φράσεις καὶ οἱ μορφασμοὶ τοῦ κ. Γ. Ἰακωβάτου προεκάλεσαν τὴν μέχρις ἀπογνώσεως ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Α. Βαλαωρίτου, καὶ ἐν τέλει, κύριοι, προεκλήθη βαναύσως ὁ κ. Α. Βαλαωρίτης. Ἀλλὰ σήμερον ἔρχεται ἐπανειλημμένως ὁ κ. συνάδελφος, βουλευτὴς Λακεδαίμονος, καὶ δὶς πρῶτος αὐτὸς προσβάλλει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ σεβασθῇ καὶ ὄχι νὰ θελήσῃ νὰ τὰ ποδοπατήσῃ. Ἐν τούτοις, πρέπει νὰ λείψῃ ὁ τοιοῦτος μὴ κοινοβουλευτικὸς τρόπος, ἡ τοιαύτη οὐχὶ βάναυσος, ἀλλὰ σκανδαλώδης συμπεριφορά, διὰ νὰ παραδειγματισθῶμεν ἅπαντες. Βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ πράττω καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον περισσότερον, διὰ νὰ περιστείλω καὶ ἐμὲ αὐτὸν εἰς τὸ μέλλον, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ὡς ζωηρὸς δύναμαι νὰ ὑποπέσω εἰς παραπλήσια σφάλματα. Καλὸν λοιπὸν εἶναι ὅπως περισταλῇ αὐτὸ τὸ ἀτόπημα, ἀφοῦ μάλιστα ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος δὲν ἀνεμνήσθη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ὑποστηρίζει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὐδέποτε ἤθελεν ἀνεχθῆ νὰ περιυβρισθῶσι σύμβουλοι τοῦ Στέμματος καὶ πρόσωπα ἀνώτερα πάσης τοιαύτης προσβολῆς.
§232Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν πράγματα ἥκιστα ἀκριβῆ. Εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἀνέγνων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 27, καὶ ὅτι τοῦτο τὸ ἔπραξα ἐκ προθέσεως. Τοῦτο εἶναι ὑπόθεσις, ἣν κατασκευάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ψευδής· διότι ἐγὼ ἐξ ἐναντίας, ἀνέγνων τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦτο ἐπεκαλέσθην· ὅταν δ’ ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) μοὶ ὑπέδειξε καὶ τὸ ἄρθρον 31, τότε ἀνέγνων καὶ αὐτό. Ὁ κ. Καλλιγᾶς παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγὼ διετεινόμην, ὅτι εἷς μόνος βουλευτὴς δικαιοῦται νὰ ζητῇ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ εἰς προσωπικὰς προσβολὰς περιπεσόντος, καὶ τότε ὁ προσβαλὼν βουλευτὴς ἀνακαλεῖται· καὶ ὅτι, ὅταν ζητῶσι πολλοὶ βουλευταὶ τὴν ἀνάκλησιν, τότε ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ διετεινόμην, ὅτι δὲν ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν ὁ προσβαλών· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι πλαστὴ καὶ ψευδὴς ὑπόθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις εἶναι τοσοῦτον ἄτοπος, ὅσον οὐδεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ καὶ νὰ παραστήσῃ αὐτήν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλυσε τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, ἐνῷ ἐγὼ, οὐ μόνον οὐδὲν τοιοῦτον παρετήρησα, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον 27 ἐπεκαλέσθην· ἑπομένως καὶ τοῦτο, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ προταθὲν, εἶναι ἥκιστα ἀκριβές. Παρέστησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐγὼ, ἵνα βοηθήσω φίλον μου, ἀνέγνων μέρος τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ οὐχὶ ὅλον τὸ κείμενον αὐτῶν, ὅτι ἐνόθευσα οὕτω τὸν Κανονισμὸν, ὅτι ἀναγινώσκων αὐτὸν ἐπλαστογράφησα τὸ κείμενον αὐτοῦ. Οὐδὲν τούτων μοὶ φαίνεται παράξενον λεγόμενον ἀπὸ ἄνθρωπον, οἷος ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός. Οὗτος ἄρτι εἰσῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν, εἶναι δὲ συγγνωστέος διὰ ταῦτα. Εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ του βίου, διότι μέχρι τοῦδε ἐμερίμνα μόνον πῶς νὰ χρηματίζηται, δὲν ἠδυνήθη ἔτι νὰ μάθῃ τοὺς κανόνας, οἵτινες διέπουσι τὰς ἐργασίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου. Ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ πρῶτον ἐγχειρίδιον ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε ἐδημοσιεύθησαν περὶ τούτων, ἐὰν ἀνεγίνωσκε τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ Βένθαμ ἢ τοῦ Βαλὲττ, ἤθελε μάθει, ὅτι καθῆκον εἶχε συζητῶν νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, οὐδέποτε δὲ νὰ ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιλέγοντας πρόθεσιν ἐπιλήψιμον, ὅτι ὤφειλε νὰ σέβηται ἡμᾶς μὴ προσάπτων εἰς ἡμᾶς πλημμέλειαν προθέσεως. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀγνοῶν τοῦτο, ζητεῖ ν’ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλὴ τὸν κ. Δημητρακάκην, καθ’ ὃν χρόνον αὐτὸς πρῶτος γίγνεται ἄξιος ἀποδοκιμασίας, λέγων μὴ ἀληθῆ πράγματα· καὶ λέγει ταῦτα διὰ νὰ προσβάλῃ τὴν τιμὴν ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρενέβαλε καὶ ἄλλα, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος ἦτο τόσον βδελυρὰ, τοσοῦτον ἀξία κατακρίσεως καὶ στιγματισμοῦ, ὥστε ἦτο ἀνοίκειον εἰς ἐμὲ νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, τυφλώττων ἐκ τῶν πολιτικῶν συμφερότων μου, καὶ ζητῶν νὰ καλύψω τὴν ἀλήθειαν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν γνωρίζει ὅτι ἔχει καθήκοντα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λυποῦμαι δὲ διότι οὐδ’ ἄλλος τις ἐκ τῶν φίλων του εὑρέθη, ἵνα ὑπομνήσκῃ αὐτῷ τὰ καθήκοντά του ταῦτα. Ἂν ἐγνώριζεν, ὅτι εἶχε καθήκοντα, ἤθελεν ἀναμνησθῆ, ὅτι ὁ κ. Δημητρακάκης, ἐρεθισθεὶς ἐκ τῶν ἀνοικείων διακοπῶν καὶ τῶν ἀπρεπῶν φράσεων τοῦ κ. Καλλιγᾶ καὶ τοῦ κ. Ῥάλλη, ἀπέδωκε ταύτας πρὸς αὐτοὺς, καὶ ὅτι τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην οὐχὶ ὁ κ. Δημητρακάκης, ἀλλ’ οἱ κκ. Καλλιγᾶς καὶ Ῥάλλης ὑπέχουσιν, οἱ πρῶτοι ἀνοικείως καὶ ἀπρεπῶς πρὸς αὐτὸν διὰ διακοπῶν λαλήσαντες. Ἤθελεν ἀναμνησθῆ, ὅτι ἂν ἦναι τόσῳ βδελυρὰ ἡ προσβολὴ, εἰς ἣν περιέπεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος, τότε ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου κ. Τρικούπης πρὸ 6 ἐτῶν περιέπεσεν εἰς πολλῷ περισσότερον βδελυροτέραν πρᾶξιν, γενόμενος ἀντικείμενον προτάσεως ἀποδοκιμασίας. Ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἁπλοῦς βουλευτὴς περιπίπτῃ εἰς τοιαῦτα, προκαλεῖ ὀλιγωτέραν ἔκπληξιν ἢ ὅσην καλεῖ ὁ περιπίπτων εἰς τοιαῦτα, ὅταν ἀξιοῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὡς ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις καὶ ἀνέλαβε καὶ διαχειρίζεται ἤδη αὐτήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἐρευνᾷ πόθεν προέρχονται οἱ ἐρεθισμοὶ καὶ αἱ προσωπικαὶ προσβολαὶ, δὲν στρέφει τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐφ’ ἑαυτόν, ἵνα ἐξετάσῃ ἄν ποτε ὡμίλησε χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ καὶ νὰ προσβάλῃ, χωρὶς νὰ διακόψῃ ἐρεθιστικῶς τοὺς ἀγορεύοντας. Καὶ τί ἄλλο παρασύρει τοὺς βουλευτὰς νὰ παρεκτρέπωνται; Ἀφ’ οὗ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξετράπη, τί παράξενον ἂν ἐξετράπη καὶ ἓν ἁπλοῦν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ ὑπερασπίσω τὴν προσωπικὴν προσβολὴν, οὐδὲ νὰ καλύψω αὐτὴν, οὐδ’ ἐζήτησα νὰ δικαιολογήσω αὐτήν, ἀλλ’ ἐζήτησα νὰ ἐμποδίσω καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ παρεκτραπῇ ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐξίσταμαι δὲ πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐτόλμησε νὰ σᾶς λέγῃ πράγματα μὴ ἀληθῆ. Ἐγὼ ἀνέγνων διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐζήτησα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὗται, προσεπάθησα δὲ νὰ ἐμποδίσω νὰ ποιήσητε χρῆσιν δικαιωμάτων εὐρυτέρων. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον, ὅταν παρεκτρέπεταί τις εἴτε εἰς προσωπικὰς προσβολάς, εἴτε εἰς διατάραξιν τῆς τάξεως, νὰ ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν τὸν βουλευτήν. Καὶ ὁ κ. πρόεδρος ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸν ἀνεκάλεσε. Μετὰ τοῦτο ἠρώτησα, ἂν ἐπέμεινεν ὁ βουλευτὴς εἰς τὰς προσβολὰς καὶ μετὰ τὴν ἀνάκλησιν, καὶ ἂν ἐγένετο χρῆσις καὶ τοῦ δευτέρου μέτρου τῆς ἐγγραφῆς τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικά· ἀφοῦ δὲ ὁ κ. πρόεδρος δὲν ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐγένετο τοῦτο, τότε σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε ἀποδοκιμασίαν. Τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τοῦτο προέτρεψα τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ τηροῦσα τὸν Κανονισμὸν, καὶ οὐχὶ ὅπως ὁ κ. ὑπουργός των Οἰκονομικῶν δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι δὲν ἔχει ὅμοια μὲ ἡμᾶς πολιτικὰ φρονήματα. Ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ οἱονδήποτε φρόνημα, καὶ οὔτε μὲ ἐξέπληξεν ἀκούσαντα, ὅτι δὲν ἔχει τὰ πολιτικὰ φρονήματα ἡμῶν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἂν εἶχε τὰ φρονήματα, ἅπερ ἔχομεν ἡμεῖς, ἤθελε κάθησθε μεθ’ ἡμῶν ἐπὶ τῆς κορυφῆς ταύτης τῆς αἰθούσης, καὶ δὲν ἤθελε κάθησθε μετὰ τῶν ὑπουργῶν. Αὐτὸς καὶ πρὶν ἢ οἱ πολιτικοὶ φίλοι του ἀνέλθωσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἔδραμεν ὄπισθεν αὐτῶν, ἵνα δυνηθῇ νὰ συγκαθήσῃ μετ’ αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, διότι ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ μὴ ἔχῃ πολιτικὰ φρονήματα, καὶ ἑπομένως τὴν ἐλευθερίαν νὰ φαίνηται, ὅτι ἔχει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ τὸν φέρωσιν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Ἀλλ’ ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν φρονῇ, ὁσονδήποτε καὶ ἂν κατορθώσῃ νὰ μὴ φρονῇ τίποτε, τίς ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ταπεινώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος; Τίς ἔδωκεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποφαίνηται περὶ ἡμῶν ὑβριστικῶς, νὰ ὀνομάζῃ ἐμὲ καὶ τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς, μεθ’ ὧν συμπράττω, σπεῖραν; Ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐκεῖνοι, οὓς ἐξυβρίζει, ποτὲ μὲν ἀποκαλῶν σπεῖραν, ποτὲ δὲ παραβάλλων πρὸς ἀντικείμενα τῆς φύσεως ἄξια ἐμπαιγμοῦ ἢ καταφρονήσεως, εἰσὶ πολλῷ ἀνώτεροι αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀπέδειξαν, οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ πραγμάτων, διότι καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμερίμνα περὶ τῶν ἰδίων, προσπαθῶν νὰ χρηματίζηται καὶ διὰ παντὸς μέσου, ἐκεῖνοι ὑπηρέτουν τὴν πατρίδα μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ ἐντίμως.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετσάλη· «Ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸν βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκην διὰ τὰς μὴ κοινοβουλευτικὰς φράσεις του». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀποδοκιμασίαν.
§234ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἐναντία τοῦ Κανονισμοῦ. (Θόρυβος).
§235ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι ἀφοῦ δὲ ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις... (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλήσατε, κύριε Παπαμιχαλόπουλε. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§237ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐπερωτήσεις ἀκόμη.
§238ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κτλ.). Ἐπὶ τῆς ἐπηρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Βάλτου, ὁ ὁποῖος ἐπηρώτησε, διατί ὁ Ἐπίσκοπος Μεσολογγίου δὲν δίδει ἀδείας εἰς 6 ἢ 7 ἱερεῖς νὰ ἱερουργῶσιν, ἀπαντῶ, ὅτι οἱ ἱερεῖς αὐτοὶ ἐγένοντο παρενορίαι, δηλαδὴ ἐχειροτονήθησαν παρὰ τοῦ Ἐπισκόπου Ἄρτης. Ἐγένοντο παραστάσεις εἰς τὴν Σύνοδον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ ὁ Ἐπίσκοπος Ἄρτης εἰς τὴν χειροτονίαν, ἡ Σύνοδος ἀνεφέρθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Ἄρτης νὰ παύσῃ· ὁ Ἐπίσκοπος ὅμως ἐχειροτόνησεν ἄλλους 6 ἱερεῖς. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ ὑπάρχον ἔθιμον καὶ κατὰ τοὺς κανόνας, ὁ ἱερεὺς ὁ χειροτονούμενος παρενορίαν δὲν δύναται νὰ ἱεροπράττῃ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἂν ὁ Ἐπίσκοπος τῆς ἐπαρχίας δὲν τὸ ἐπιτρέψῃ. Ἄλλη ἐπερώτησις εἶναι τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Σωλιώτου περὶ κτημάτων τινῶν τῆς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χωρικοὶ τῇ συναινέσει τοῦ ἡγουμενοσυμβουλίου, μὲ τὴν συμφωνίαν νὰ πληρώνωσιν 20% εἰς τὸ Μοναστήριον. Τώρα αὐτοὶ οἱ χωρικοὶ παραπονοῦνται, ὅτι εἶναι πολὺ καὶ ζητοῦν νὰ ἐλαττωθῇ· Ἔκαμαν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔστειλα εἰς τὸν Ἔπαρχον νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν.
§239Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ συνάδελφός μου καὶ ἐξάδελφος Κ. Στράτος ἔκαμε δύω ἐπερωτήσεις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· καὶ ἡ μία μὲν ἀφορᾷ τὴν συγκοινωνίαν ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ἡ δὲ ἑτέρα ἀφορᾷ εἰς τὴν εἰς ἀργίαν μετάθεσιν ἱερέων εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπήντησεν, ἀλλὰ μόνον ἐλπίδα ἔδωσε περὶ συγκοινωνίας ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ, ἐνῷ ἡμεῖς σήμερον ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην συγκοινωνίας. Αἱ πέριξ τοῦ κόλπου τούτου ἐπαρχίαι τῶν Τζουμέρκων, τῆς Ἄρτης καὶ τοῦ Ῥαδοβιζίου μέχρι μὲν τῆς ἑνώσεως εἶχον τὸ αὐστριακὸν ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ὑπηρέτει τὴν συγκοινωνίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἑνώσεως καὶ ἐντεῦθεν ἡ Τουρκικὴ κυβέρνησις ἔκλεισε τὴν δίοδον ἐκείνην εἰς τὰς ἐλευθερωθείσας ἐπαρχίας καὶ τοιουτοτρόπως οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Τζουμέρκων, Ῥαδοβιζίου καὶ Ἄρτης μένουν ἄνευ συγκοινωνίας. Ἀλλὰ σήμερον προσετέθησαν καὶ δύω ἄλλαι ἐπαρχίαι τοῦ Βάλτου καὶ Ἀκαρνανίας. Βεβαίως ἀπέναντι πέντε ἐπαρχιῶν ἡ Κυβέρνησις εἶναι καλὸν νὰ κάμῃ μίαν μικρὰν θυσίαν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ συγκοινωνία μέχρι Λευκάδος, καὶ τοιουτοτρόπως εὐκολυνθοῦν οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων εἰς τὸ σπουδαιότερον κεφάλαιον τῆς συγκοινωνίας. Εἶναι δὲ καὶ δίκαιον ἀπέναντι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ πληρώνουσι διὰ τόκους τοῦ νέου δανείου τῶν 20,000,000, νὰ τοῖς δοθῇ τὸ ἀντάλλαγμα αὐτό, ὅπερ εἶναι ἓν μέγα εὐεργέτημα διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ λάβῃ τόσην δυσκολίαν πρὸς τοῦτο καὶ θὰ προβῇ ἀμέσως εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρίας. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν συμβαίνει εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας ἡ ἀκόλουθος περίστασις. Ἐν Βάλτῳ ἀτυχῶς εἴχομεν ὀλίγα σχολεῖα μόλις τρία, τέσσαρα, ἐνῷ λογαριάζονται 35 χωρία· ἑπομένως οἱ κάτοικοι δυσκόλως ἐξεπαιδεύοντο, καὶ ὁ ἱερατικὸς κλῆρος ἦτο παραπολὺ μακρὰν τοῦ νὰ ἔχῃ θιασώτας ἐν Βάλτῳ· ἐντεῦθεν τὰ χωρία τοῦ Βάλτου εἶχον ἱερεῖς ἀπὸ τὰ Τζουμέρκα, καὶ τὸ Ῥαδοβίζιον, διότι ἐκεῖναι αἱ ἐπαρχίαι εἶχον εὐτυχήσει νὰ ἔχωσι σχολεῖα, ἐνῷ ὁ Βάλτος, ὁ ὁποῖος καταβάλλει κατ’ ἔτος τόσας χιλιάδας δραχμὰς διὰ φόρους, εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ μόνον 4 σχολεῖα. Εὐτυχῶς πρὸ 4 ἢ 5 ἐτῶν μερικοὶ νέοι ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐνεκολπώθησαν τὸ ἱερατικὸν στάδιον ἐν Βάλτῳ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Βάλτου μέχρι Μεσολογγίου, ὅπου εἶναι ὁ Ἐπίσκοπός μας, εἶναι ἀπόστασις δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ μεταβοῦν εἰς Μεσολόγγιον, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐχρειάζετο καὶ κἄτι τι ἄλλο, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχον αὐτὸ τὸ κἄτι τι, μετέβησαν μετὰ τὴν ἕνωσιν εἰς τὴν Ἄρταν καὶ ἐχειροτονήθησαν ἑπτὰ ἱερεῖς παρὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐκείνου. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἐπῆγαν εἰς τὸ Μεσολόγγιον νὰ χειροτονηθοῦν, ἐπῆλθε διαίρεσις μεταξὺ τοῦ Ἐπισκόπου Μεσολογγίου καὶ τῶν ἱερέων αὐτῶν, οἵτινες ἐτέθησαν εἰς ἀργίαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι τὰ 35 χωρία τοῦ Βάλτου ἔχουσι 16 ἕως 17 ἱερεῖς, ὥστε οἱ ἑπτὰ οὗτοι ἱερεῖς περιλαμβάνουν 15 χωρία· ὥστε ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Ἄρτης νὰ χειροτονήσῃ ἱερεῖς τοῦ Βάλτου, ἀλλ’ εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Μεσολογγίου, τότε τί θὰ γείνῃ ὁ Βάλτος; τὰ ἡμίση χωρία θὰ ἔχουν ἱερεῖς καὶ τὰ ἕτερα ἡμίση δὲν θὰ ἔχουν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐν ἀργίᾳ ὄντες ἀναγκάζονται νὰ ἱερουργῶσι, διότι ἀποθνήσκουν ἄνθρωποι, καὶ αὐτοὶ οἱ ἀργοὶ ἱερεῖς ἀναγκάζονται νὰ τοὺς ἐνταφιάζωσιν, ἀναγκάζονται νὰ βαπτίζωσι καὶ νὰ κάμνωσι ἄλλας ἱεροτελεστίας, ὅπερ εἶναι παράνομον’ λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Ὁ Ἐπίσκοπος τοῦ Μεσολογγίου δὲν θέλει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ τοὺς παραδεχθῇ, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις καὶ χωρὶς νὰ παραβιασθῶσιν οἱ ἱεροὶ κανόνες, οἵτινες εἶναι σεβαστοί, καὶ χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπερβῇ τὰ ἐσκαμμένα, ἐὰν ἑνωθῇ ἐκκλησιαστικῶς ἡ ἐπαρχία Βάλτου μετὰ τῆς ἐπαρχίας Ἄρτης.
§240ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην συγκοινωνίας δι’ ἀτμοπλοΐας ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ, διότι τῷ ὄντι αἱ ἐπαρχίαι Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων εἶναι ἀποκεκλεισμέναι, εἶναι οὕτως εἰπεῖν νῆσοι ἐν τῇ ξηρᾷ. Ἀλλὰ θέλω νὰ προσθέσω μίαν πληροφορίαν. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία εἶχεν ἀποφασίσει πρὸ ἕξ μηνῶν νὰ φέρῃ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον νὰ κάμῃ τοὺς πλόας τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Τὸ ἀτμόπλοιον τοῦτο εἶχε παραγγελθῆ καὶ εἶναι ἤδη ἕτοιμον. Τότε ὑπῆρχεν ἡ διάθεσις νὰ κάμῃ τοὺς πλόας αὐτοὺς, εἴτε ἄνευ ἀμοιβῆς, εἴτε μὲ μικράν τινα ἀμοιβήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακινήσῃ τὴν Ἑταιρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ ἐν ἀνάγκῃ παραδεχθῇ μικράν τινα ἐπιχορήγησιν, ὅπως αὕτη στείλῃ ὅσον τάχιον τὸ κατασκευασθὲν ἀτμόπλοιον καὶ ἀρχίσῃ τὴν ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ ὑπηρεσίαν του.
§241ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐξηνέχθησαν παράπονα κατὰ τοῦ ὑποπροξένου Ἀταλείας, θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη μεταξὺ τοῦ ὑποπροξένου καὶ διακεκριμένων πολιτῶν τῆς Ἀτταλείας. Μάλιστα ἐστάλησαν ἀποφάσεις τὰς ὁποίας τὸ Ἐφετεῖον μετεῤῥύθμισε καὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ πρόξενος ἐκεῖνος ἔφθασεν εἰς τὸ μὴ περαιτέρω. Κατὰ συνέπειαν παρακαλοῦμεν, ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον μίαν μετάθεσιν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἡσυχία εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον.
§242ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ διαψεύδονται δι’ ἀναφορᾶς τῶν ἐκεῖ προκρίτων...
§243ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Οἱ ἐν Τριπόλει οἰνοπνευματοποιοὶ ὑποβάλλουν ἀναφοράν, δι’ ἧς παρακαλοῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς δικαίας καὶ εὐλόγους παρατηρήσεις των ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν.
§244ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀναγκάζομαι δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω, ὅτι ἐν Πάτραις πρὸ πέντε μηνῶν δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν, ὅλαι αἱ ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις, διότι δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει ἀνάλογον προσωπικὸν ἐν τῷ δικαστηρίῳ. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἀσθενεῖ· εἰς τὸν ἀντεισαγγελέα ἐδώκατε ἄδειαν, λόγῳ ἀσθενείας, ἀναπληροῖ δ’ αὐτὸν εἷς δικαστής, ἕτερος δικαστὴς λείπει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως στείλῃ τὸ ἀνάλογον προσωπικὸν, διότι πρόκειται περὶ ἀπείρων συμφερόντων πόλεως ἐμπορικῆς, ἐνῷ εἰς τὰς Ἀθήνας ὑπάρχουν πλεονάζοντες δικασταί.
§245ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχομεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν δικαστῶν. Ἐξ ὅλων τῶν Πρωτοδικείων λείπουν 18 δικασταί. Τώρα ἤρχισαν αἱ ἐξετάσεις καὶ ἠμπορεῖ νὰ ἔχωμεν.
§246ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὅπως λειτουργῶσι τὰ δικαστήρια τακτικῶς καὶ ἑπομένως δοθῇ ταχύτης περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, ὀφείλομεν δυστυχῶς νὰ μετέλθωμεν μέσα κἄπως θίγοντα ἐγγύτερον τὴν ἐνεργητικότητα τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Τοιοῦτόν τι εἴδομεν ἐφαρμοζόμενον ἐπὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· δὲν θέλει εἶσθαι ἄτοπον, ἂν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐφαρμόσῃ καὶ ἐπὶ τῶν δικαστῶν τὸ μέτρον τοῦ ἐπὶ τοὺς καθηγητὰς ἐφαρμοσθὲν, ἵνα ἀποζημιώνωνται καὶ ἐκεῖνοι ἀναλόγως τῆς ἐργασίας των, διότι πράγματι πανταχόθεν ἐγείρονται παράπονα περὶ τῆς βραδύτητος ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων, ἥτις σπουδαῖα συμφέροντα καταστρέφει. Δὲν ἐννοῶ πρὸς τούτοις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ εἰς τοῦτο ἰδιάζουσαν προσοχὴν, εἰς τί χρησιμεύουσιν αἱ διακοπαί. Πρόκειται περὶ θερισμοῦ, πρόκειται νὰ ἀπέλθωσιν οἱ δικασταὶ εἰς ἄλλον τόπον παρ’ ἐκεῖνον ἔνθα εἶναι ἐγκατεσταμένοι πρὸς ἐξάσκησιν τῆς ἐργασίας των; οὐδόλως· πρὸς ποῖον λοιπὸν σκοπὸν αἱ διακοπαί; καὶ δὲν εἶναι μόνον 2 μῆνες αἱ διακοπαὶ, ἀλλὰ εἷς μὴν πρὸ τῶν διακοπῶν καὶ ἄλλος εἷς μετὰ τὰς διακοπὰς, 4, καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ διακοπαὶ, εἶναι καὶ αἱ διακοπαὶ τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Πάσχα, τῶν Ἀποκρέω, πάντοτε ἔχομεν διακοπὰς, καὶ δὲν μένει τακτικὴ ἀσχολία εἰμὴ τὸ πολὺ ἑνὸς μηνὸς ἢ δύω. Τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασι ὑπερβολὴ, καὶ ἂν θέλετε περὶ τούτου κάμετε ὑπολογισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἐκδίδουν καὶ μάλιστα ἐκδίδουν ὁλονὲν προδικαστικὰς διὰ νὰ φαίνωνται, ὅτι ἐργάζονται. Λοιπὸν τὰ δύω ταῦτα μέτρα προτείνω, πρῶτον τὸν κανονισμὸν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν δικαστῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐργασιῶν των, καὶ δεύτερον τὴν κατάργησιν τῶν διακοπῶν, καὶ νομίζω, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θέλουσι κἄπως δώσει τὴν ἀπαιτουμένην ταχύτητα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Θήρας.
§248ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς ἐντὸς τῶν σταφιδαμπέλων. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπεβλήθη τροπολογία, ἥτις θὰ σταλῇ εἰς τύπωσιν. Ἑπομένως ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις. (Ὅρα Παράρτημα).
§250ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον τὸ καθυποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι σχετικὸν μὲ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν τοιοῦτον, νὰ συζητηθῶσιν ὁμοῦ.
§251ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1881 Ἑλληνοτουρκικῆς Συμβάσεως Ἐπιτροπῆς.
§253Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρῶτον νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὥρα πλέον νὰ συζητήσωμεν, ἀλλὰ θὰ εἴπω δύω λέξεις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καλὸν τὸ σύστημα τοῦ νὰ προσδιορίζεται ὁ μισθὸς διὰ Διατάγματος· θέλει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις εἰς πολλὰς δυσχερείας ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων τῶν διορισθησομένων. Ἔπειτα ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἂν νομίζῃ ἀναγκαῖον, καὶ ἂν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ, ποῦ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἀναλήψεως· ἐξετέλεσεν ἡ Τουρκία τὴν Σύμβασιν; Θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς οὐσιῶδες μέρος τῆς Συμβάσεως τὸ ζήτημα τῆς Ἀναλήψεως; Νομίζει ἄν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἢ ἄλλα τοπογραφικὰ ζητήματα δὲν λυθῶσι, ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Συμβάσεως; Κύριοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις κάμνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἴσως διαπραγματεύεται μὲ τὴν Τουρκίαν, νὰ ἀπαντήσῃ ναὶ ἢ ὄχι. Ὅπως δήποτε, ἐγὼ νομίζω εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὅτι ἂν ἡ Τουρκία δὲν ἐκτελέσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν Σύμβασιν, δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι, οὔτε πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν.
§254ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, ἀνακοινῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τί ἔπραξα. Ἐρωτηθεὶς παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τουρκίας ἐὰν ἐσκέφθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποστείλῃ ταχέως τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς, ὅπως συνάμα μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Τουρκίας, ἀφιχθέντων πρὸ καιροῦ εἰς Λάρισσαν, προβῶσιν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Τουρκοελληνικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, ἀπήντησα ὅτι, ἐν ὅσῳ δὲν ἐκτελεσθῶσι πάντες οἱ ὅροι τῆς Συμβάσεως παρὰ τῆς Τουρκίας, δὲν προτιθέμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ ἐφ’ ἡμῖν τοὺς ὅρους αὐτῆς· ταύτην δὲ τὴν ἀπάντησιν ἐνεκοίνωσα πρὸς ἁπάσας τὰς Δυνάμεις.
§255ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§256ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς μισθοὺς καὶ εἰς τὸν βαθμὸν τῶν ἐπιτρόπων, ἀπαντῶ, ὅτι μόνον ὡς πρὸς τούτους ἐπιφυλάττεται ὁ κανονισμὸς εἰς Β. Διάταγμα, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα μέλη, ὧν ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ βαθμὸς καὶ ὁ μισθός. Τοῦτο γίνεται ἐξ ἀνάγκης, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ποῖα εἶναι τὰ κύρια πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα θέλομεν ἀποταθῆ, λόγῳ δὲ τῆς προηγουμένης θέσεως τῶν προσώπων, πρέπει νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ τοῦ βαθμοῦ· εἶναι δυνατὸν τὸ πρόσωπον τοῦτο νὰ ὑπῆρξεν ἄλλοτε Πρέσβυς, ὅτε δὲν δυνάμεθα νὰ τῷ δώσωμεν βαθμὸν κατώτερον ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ βαθμὸν κατώτερον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τῷ δώσωμεν ἀνώτερον βαθμόν. Καὶ τὰ τοῦ μισθοῦ δὲν δύνανται νὰ κανονισθῶσιν ἀναλόγως τῶν μισθῶν, τῶν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν προσδιωρισμένων· πρέπει μᾶλλον νὰ λάβωμεν ὡς μέτρον τοὺς μισθοὺς τῆς διπλωματικῆς ὑπηρεσίας, ἢ καὶ τῆς προξενικῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν βαθμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ πρόσωπον τοῦτο θὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι προκειμένου περὶ ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ὁ χαρακτὴρ δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ ἀκριβῶς ἐκ τῶν προτέρων, τῆς ὁποίας τὰ καθέκαστα δὲν δύνανται νὰ γνωσθῶσι καὶ διατυπωθῶσιν ἀκριβῶς εἰμὴ ἀφοῦ γέννηται ἔναρξις τῶν εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς ἀφορώντων, δέον ἵνα δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν, ὅπως κατὰ τὰς περιστάσεις κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου. Ἐξήτασα τί ἔπραξεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν παρ’ αὐτῆς ἀποσταλέντων ἐπιτρόπων, καὶ τί ἔπραξαν καὶ ἡ Τουρκία καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ὡς πρὸς τοὺς ἐπιτρόπους αὐτῶν εἰς ἐπιτροπὰς ὁμοίας φύσεως συστηθείσας ἐν Ῥουμανίᾳ, Σερβίᾳ, Βουλγαρίᾳ καὶ Μαυροβουνίῳ. Ἡ Τουρκία καθώρισεν οὕτω τὰ τῶν μισθῶν· δίδει 75 λίρας τουρκικὰς εἰς τὸν ἐπίτροπον, ἀνὰ 25 λίρας εἰς τοὺς παρέδρους καὶ 30 λίρας εἰς τοὺς γραμματεῖς κατὰ μῆνα. Δὲν πιστεύω νὰ καθορισθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ἡμετέρων ἐπιτρόπων ἐπὶ τοιαύτης ἀκριβῶς κλίμακος, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπομακρυνθῶμεν πολὺ ἀπὸ τῆς κλίμακος ἐκείνης, διότι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ μὴ παρίστανται ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ἐπίσης ἀξιοπρεπῶς οἱ ἡμέτεροι ἐπίτροποι, ὅπως καὶ οἱ ἐπίτροποι τοῦ ἑτέρου Κράτους. Τώρα, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ καθορισθῶσι τὰ τῶν μισθῶν ἐν τῷ νόμῳ, θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι οὗτος ὁ συμφερώτερος τρόπος τοῦ καθορισμοῦ, ἀλλὰ δὲν θέλομεν ἀποκρούσει αὐτὸν, καὶ ἤθελον τότε προτείνει τὸ μισθολόγιον· ἂν ὅμως συμμερισθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν ἡ Βουλὴ, νομίζω, θέλει πράξει τὸ ὀρθότερον, ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν μισθῶν κατὰ τὰς περιστάσεις, ἐπίσης δὲ καὶ τὰ τῶν βαθμῶν τῶν ἐπιτρόπων. Περὶ Ἀναλήψεως παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχει ἐσφαλμένη ἰδέα διαδεδομένη, ὅτι ἡ Ἀνάληψις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν Τούρκων καὶ πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς ἡμᾶς· ἡ Ἀνάληψις διατελεῖ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν καὶ ζητεῖται νὰ ἀποδοθῇ παρ’ ἡμῶν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα ἑτέρων σημείων, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐπίσης ὡς καὶ τὴν Ἀνάληψιν ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς ἔδαφος Ἑλληνικόν.
§257ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πολλοὶ Ἕλληνες ἔχουν νὰ λαμβάνουν πολλὰ ποσὰ χρημάτων ἀπὸ τὴν Τουρκίαν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀπαιτήσεις των, ἂν τυχὸν ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸ Δημόσιον τῆς Τουρκίας;
§258Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δύω νομοσχέδια διενεμήθησαν εἰς τοὺς κκ. βουλευτὰς περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ τὰ δύω φέρουσι τὴν αὐτὴν ἡμερομηνίαν τῆς 3 Μαΐου. Τὸ μὲν ἀποτελεῖται ἐξ ἄρθρων δύω, τὸ δὲ ἐξ ἄρθρων τριῶν.
§259ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἡμερομηνία εἶναι λάθος γραφικόν. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ φέρω τροπολογίαν.
§260ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Λαμβάνω ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως τὸ ἔχον τρία ἄρθρα. Καὶ περὶ μὲν τοῦ μισθοῦ τῶν ἐπιτρόπων δὲν ἀντιλέγω πρὸς τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ τὸν μισθὸν τῶν ἐπιτρόπων καὶ τῶν παρ’ αὐτῇ ὑπαλλήλων. Κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁρμώμενος ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλει προσδιορισθῆ ὁ μισθὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μισθῶν τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων περιλαμβάνει οὐ μόνον μισθὸν, ἀποζημίωσιν τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ἔξοδα παραστάσεως, τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν διπλωματικῶν ὑπαλλήλων ἀναλόγως τῶν μεγαλοπόλεων, εἰς τὰς ὁποίας διατρίβουσι. Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν ἑπομένως τοῦ μισθοῦ εἴτε τῶν διορισθησομένων ἐπιτρόπων, εἴτε τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ἂν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀναγκαῖα τῆς παραστάσεως ἔξοδα, πρέπει νὰ ὡρισθῶσιν αὐτὰ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς πόλεως ἢ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον θέλουσι λειτουργήσει, καὶ οὐχὶ ἀναλόγως τῶν μεγαλοπόλεων, εἰς τὰς ὁποίας λειτουργοῦσιν οἱ Πρέσβεις· διότι αἱ ἀνάγκαι ἐκεῖ εἶναι μεγαλείτεραι, οὗ ἕνεκα καὶ ὁ μισθὸς τῶν Πρέσβεων ἐκανονίσθη μεγαλείτερος. Τοῦτο ἐξήγησα πρὸς ὁδηγίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέλῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτά. Ἀλλ’ ἔχω παρατήρησιν καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου καὶ τρίτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα, δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ, πλὴν τῶν ἐπιτρόπων, παρέδρους διερμηνεῖς καὶ γραμματεῖς, οἵτινες θέλουν ἔχει βαθμὸν οἱ μὲν πάρεδροι τμηματάρχου πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως, οἱ δὲ διερμηνεῖς καὶ γραμματεῖς, ὑπουργικοῦ γραμματέως πρώτης τάξεως. Κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1877, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ οἱονδήποτε θέλει τμηματάρχην ἢ ὑπουργικὸν γραμματέα πρώτης τάξεως. Ὁ νόμος προσδιορίζει προσόντα, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ διορίζῃ εἰς τὰς θέσεις ταύτας μόνους τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα. Εἶναι δὲ αὐτὰ τὰ ἑξῆς: Ἅρθρον 16 τοῦ νόμου τῆς 21 Δεκεμβρίου 1877 «Ἵνα διορισθῇ τις τμηματάρχης ά τάξεως, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρέτησεν ἐπὶ διετίαν τοὐλάχιστον ὡς τμηματάρχης βʹ τάξεως, ἢ ὡς ὁμοιόβαθμος γραμματεὺς Πρεσβείας, ἢ ἐπὶ ἑξαετίαν ὡς Γενικὸς Πρόξενος ἢ ἐπὶ δωδεκαετίαν ὡς Πρόξενος». Οἱ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν διορίζονται μὲ βαθμὸν τμηματάρχου πρώτης τάξεως, πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα, ἅπερ ὁ νόμος διέγραψε. Διοριζόμενοι δὲ ἔχουσι κατὰ τὸν νόμον δικαιώματα προαγωγῆς, μετὰ ὡρισμένην διάρκειαν ὑπηρεσίας. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅμως τοῦτο, ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει οὐ μόνον τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ διορίσῃ οἱονδήποτε θέλει μὲ βαθμὸν τμηματάρχου ἢ ὑπουργικοῦ γραμματέως, καίτοι μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα, ἀλλὰ καὶ νὰ παρέχῃ αὐτῷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος τοῦ 1877 ἐχορήγησεν εἰς τοὺς διοριζομένους τμηματάρχας πρώτης τάξεως. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου «Ἡ κατὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὑπηρεσία παρέχει εἰς διορισμὸν ἢ προβιβασμὸν ἐν τῇ κεντρικῇ, τῇ διπλωματικῇ ἢ τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅσα καὶ πᾶσα, κατὰ τοὺς νόμους ΧΝΖ καὶ ΧΝΣΤʹ, ὁμοιόβαθμος δικαιώματα.» Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου τροποποιεῖ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀποδώσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι οἱ διοριζόμενοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἠθέλησα νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα φέρῃ τροποποίησιν.
§261ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὸ ἄρθρον 3. Κατὰ τοῦτο, αἱ περὶ διορισμοῦ καὶ προβιβασμοῦ, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ περὶ παύσεως διατάξεις τῶν νόμων ΧΝΖʹ καὶ ΧΝΣΤʹ ἰσχύουσι καὶ ἐπὶ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπηρεσίας, ἑπομένως, ἵνα ἀποκτήσῃ τις δικαίωμα διορισμοῦ καὶ προβιβασμοῦ ἐκ τοιαύτης ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ καθέξῃ τὰς τοῦ νομοσχεδίου θέσεις ἐπὶ πολὺν χρόνον ἢ νὰ κατεῖχεν ὁμοιοβάθμους θέσεις ἐπὶ χρόνον ἱκανὸν, νὰ συμπληροῖ δὲ αὐτὸν διὰ τῆς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπηρεσίας. Τὴν διάταξιν ταύτην ἐθέσαμεν, διότι δὲν θὰ ἐδέχοντο ὑπάλληλοι τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τῆς προξενικῆς θέσιν παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ταύτῃ, ἐὰν θὰ διεκόπτετο ἐκ τούτου ἡ ὑπηρεσία, ἡ προσμετροῦσα εἰς προβιβασμόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κανονίζονται οὐχὶ θέσεις τμηματαρχῶν, οὐχὶ θέσεις ὑπουργικῶν γραμματέων, κανονίζονται θέσεις παρέδρων, διερμηνέων καὶ γραμματέων, οὐχὶ ὑπουργικῶν, ἀλλὰ τῆς Τουρκο–Ελληνικῆς ἐπιτροπῆς· ἀπεδόθησαν δ’ εἰς τὰς θέσεις βαθμοὶ ἐξ ἀναλογίας τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν θέσιν παρέπεται ἡ μονιμότης κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον· αἱ δὲ θέσεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφομοιοῦνται πρὸς τὰς θέσεις ἐκείνας ὡς πρὸς τὴν μονιμότητα, ἀλλ’ ἀφομοιοῦνται μόνον ὡς πρὸς τὸ παρεπόμενον εἰς τὸν βαθμὸν μετὰ ὑπηρεσίαν ἐν αὐτῷ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον προσὸν πρὸς διορισμὸν ἢ προβιβασμόν. Ἐὰν διαρκέσῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη χρόνον ἱκανὸν, ὥστε ἡ ἐν αὐτῇ ὑπηρεσία νὰ πληροῖ τὸ διάστημα τὸ παρέχον δικαίωμα διορισμοῦ ἐν τῇ κεντρικῇ ἢ τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ, θέλουσιν ἀποκτήσει τὸ προσὸν τοῦτο οἱ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ὑπηρετήσαντες, καὶ οὐδὲν δικαιώτερον· ἐὰν δὲ διαρκέσῃ ὀλίγον, ὁ χρόνος θέλει ἐπιπροστεθῆ εἰς τὴν ἄλλην τυχὸν ὑπηρεσίαν τῶν παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ὑπαλλήλων.
§262Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔσφαλα εἰς τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἄρθρου 3, καὶ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔσφαλα, θὰ φέρω παράδειγμα ἐφ’ οὗ παρακαλῶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν ἦναι ὀρθὸν ἢ ἐσφαλμένον. Ὁ κ. ὑπουργὸς, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δύναται νὰ διορίσῃ τινὰ πάρεδρον· ἵνα διορίσῃ αὐτὸν, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα ἢ ὄχι. Ὁ διορισθησόμενος, εὐθὺς ὡς διορισθῇ, ἔχει βαθμὸν τμηματάρχου δευτέρας ἢ πρώτης τάξεως. Γενόμενος ὅμως τμηματάρχης ἀποκτᾷ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἄλλοι τμηματάρχαι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877. Οὕτω λοιπὸν ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ ἰδιώτου δύναται νὰ γείνῃ τμηματάρχης, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡρισμένα προσόντα, συνιστάμενα κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς πολυετῆ ὑπηρεσίαν. Ὑπάρχει λοιπὸν ἀνισότης μεταξὺ τοῦ νόμου τοῦ 1877 καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ καλλίτερον τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἀντιλέγω, ἐὰν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον τοῦ 1877. Ἐγὼ μάλιστα θεωρῶ αὐτὸν ἐλαττωματικὸν καὶ πλημμελῶς λειτουργοῦντα· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν μεταβληθῇ δι’ ἄλλου νόμου, εἶναι ἄτοπον νὰ ἀθετῶνται λαθραίως αἱ διατάξεις αὐτοῦ.
§263ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας φαίνεται, ὅτι δὲν ἐμελέτησε τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Νομίζει, ὅτι ὁ διατελέσας ἐν προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ δύναται νὰ διορισθῇ πάντοτε εἰς ὁμοιόβαθμον θέσιν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐνῷ τοῦτο δὲν συμβαίνει. Μετὰ τοῦ νόμου περὶ τῶν προσόντων τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐψηφίσθη καὶ ὁ περὶ προξενείων, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχονται διατάξεις περὶ προσόντων καὶ κανονίζονται οἱ βαθμοὶ τῶν προξενικῶν θέσεων, ἐκ τοῦ συδυνασμοῦ δὲ τῶν δύω νόμων προκύπτει, ὅτι ὁ ἔχων ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ βαθμὸν τμηματάρχου δὲν δύναται νὰ διορισθῇ μὲ τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰμὴ μετὰ ὑπηρεσίαν πολυχρόνιον· διότι ἄλλο βαθμὸς καὶ ἄλλο θέσις. Ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν δύναταί τις νὰ διορισθῇ τμηματάρχης ἢ ὑπουργικὸς γραμματεὺς, ἐὰν διετέλεσεν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει παρὰ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐν ὁμοιοβάθμῳ παρὰ τῇ προξενικῇ. Ὁ νόμος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην ὑπὲρ τῶν παλαιῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας διατελούντων κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, οἵτινες ὅμως εἶχον ὑπηρετήσει εἰς θέσεις τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς προξενικῆς· οἱ διατελέσαντες ὅμως ἐν τῇ προξενικῇ ὑπηρεσίᾳ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ εἰμὴ ἀφοῦ διανύσωσιν ὡρισμένον χρόνον ὁμοιοβάθμου ὑπηρεσίας. Οὕτως ὁ ὑποπρόξενος ἔχει βαθμὸν ὑπουργικοῦ γραμματέως, δὲν δύναται ὅμως νὰ διορισθῇ ὑπουργικὸς γραμματεὺς παρὰ τῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείῳ εἰμὴ μετὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶς εἶναι εἰς θέσιν νὰ φωτίσῃ τὸν κ. Δηλιγιάννην περὶ τούτου.
§264ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης εἶναι φωτισμένος καὶ γνωρίζει τὸν νόμον. Φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν τὸν ἐνοήσατε, κύριε Πρωθυπουργέ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης δὲν εἶπεν ὅτι δύνανται ὑπάλληλοι προξενικοὶ νὰ μετατίθενται, διορίζωνται ἢ προβιβάζωνται ἄνευ παρόδου ὡρισμένου χρόνου ὡς τάσσει ὁ ΧΝΖʹ νόμος, ἀλλ’ ἀκριβῶς τοὐναντίον, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου σκοπεῖτε νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὴν διπλωματικὴν ὑπηρεσίαν ἀνθρώπους ἰδιώτας, μὴ κεκτημένους τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα· ὅτι δηλαδὴ ἀνοίγετε θύραν παράνομον, δι’ ἧς θὰ εἰσαγάγητε, οὓς θέλετε ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰς Πρεσβείας καὶ δὴ εἰς ἀνωτέρας θέσεις πρὸς ζημίαν τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα διπλωματικῶν ὑπαλλήλων.
§265ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ, ὅτι ἡ παροῦσα στιγμὴ δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ διατυπῶ τὴν γνώμην τοῦ ἐκ Μεσσήνης βουλευτοῦ ὡς πρότασιν περὶ ἀναβολῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης παρετήρησεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας συμβάσεως πρὶν ἢ αὕτη ἐκπληρώσῃ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέβαλεν. Δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀπέχῃ παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀρχὴ ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, μέχρις οὗ αὕτη πρώτη ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ἐὰν πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐκτελεσθῇ ἡ συνθήκη, δυνάμεθα ἐντὸς δύω ἡμερῶν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· ἐὰν δὲ δὲν ἐκτελεσθῇ ὑπὸ τῆς Τουρκίας ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης, τότε οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ κατακρίνῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διότι ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Τουρκίας δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὅσων διὰ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβεν ἀπέναντι αὐτῆς ὑποχρεώσεων πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς δευτέραν Σύνοδον. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἐκ τῶν ἀδυνάτων νὰ πέσῃ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις πρωτοῦ ἡ Τουρκία νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύμβασιν, καὶ νὰ κληθῇ εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἄλλη Κυβέρνησις. Εἰς τὴν τοιαύτην Κυβέρνησιν δὲν ἐπιθυμῶ, τὸ ἐπ’ ἐμοί, νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐλευθερία νὰ προβῇ εἰς πράξεις ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως πρὶν ἢ ἡ Τουρκία ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§266ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα, διὰ τὴν συνδρομὴν, ἣν εἶναι διατεθειμένος νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς πραγματοποίησιν τῆς Συνθήκης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, δὲν παρέχει ἡμῖν τοιαύτην συνδρομήν· τοὐναντίον, θέλει μᾶς περιαγάγει εἰς δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν θέσιν Κυβερνήσεως; ἀθετούσης διεθνεῖς ὑποχρεώσεις. Ἂν ἡ Τουρκία ἀθετήσῃ τὰς διεθνεῖς αὑτῆς ὑποχρεώσεις, μὴ παραδίδουσα τὰς χώρας, ἃς ὀφείλει νὰ παραδώσῃ κατὰ τὴν Σύμβασιν, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ μόνον εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ παρέχει καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἐκτελέσει τὴν Σύμβασιν εἰμὴ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Τουρκία ἐκτελεῖ τὸ εἰς αὑτὴν ἀνῆκον. Ἀλλ’ ἂν ἡ Τουρκία ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, οὐδὲ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναβάλλωμεν· καὶ ὅμως τοιαύτη ἀναβολὴ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὡς αὐτὸς ἐννοεῖ τὰς συνεπείας της, καὶ εὑρισκώμεθα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἄνευ νόμου, ἐπιτρέποντος τὸν διορισμὸν τῶν ἡμετέρων ἐπιτρόπων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου δύναται νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτρόπων, διότι τὰ τῆς Ἐπιτροπῆς κανονίζονται ἐν τῇ συμβάσει, ἥτις ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη, διότι, παρούσης τῆς Βουλῆς, ἠθέλησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ αὐτὴν συμπράκτορα εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν θέσεων τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν μὴ ψηφισθῇ εἰδικὸς περὶ τούτου νόμος, ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῆς συμβάσεως, θὰ δυνηθῇ νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν θέσεων κατὰ τὸ δοκοῦν. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, καίτοι ἡ πρότασίς του δὲν ἐπάγεται τοὺς περιορισμούς, οὓς ὑπέθεσε, δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς αὐτήν, ἔτι δὲ μᾶλλον δὲν ἤθελεν ἐπιμείνει, ἐὰν ἡ πρότασις ἐδέσμευε τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν θὰ ἐπεθύμει, ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κατακριθῇ ἐπὶ ἐλλείψει καλῆς πίστεως περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Τουρκία σπεύσει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἰδίων ὑποχρεώσεων, ἡ δὲ Βουλὴ συμβῇ νὰ μὴ ἦναι παροῦσα, ἵνα χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, ἥν τινα τῇ προτείνεται σήμερον ν’ ἀρνηθῇ.
§267ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ νὰ προτείνω τὴν ἀθέτησιν τῶν ὅσων ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑποχρεώσεων ἢ τὴν μὴ πρὸς τοῦτο ἐκτέλεσιν τῆς Συμβάσεως, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ὥρα. Τὴν περὶ ἀναβολῆς παρατήρησιν ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ, ὅταν ἀπηύθυνα ἐπερώτησιν περὶ μὴ ἐκτελέσεως διαφόρων ὅρων τῆς Συμβάσεως ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤκουσα, ὅτι τὴν αὐτὴν πρότασιν ὑπέβαλε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δέον τοὐναντίον νὰ κηρύξῃ, ὅτι διάκειται δυσπίστως πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἥτις ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν σπουδαίων τῆς Συνθήκης ὅρων, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ διατήρησις τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας ἐν τε τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Θέλετε νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ τὴν δυσπιστίαν ταύτην τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὅμως ἔχομεν εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας κατάστασιν πραγμάτων, ἡ ὁποία δὲν ἀπέχει πολὺ τῆς καταστάσεως πολέμου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ, εἰ δυνατόν, τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§268ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς Κυβέρνησις ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν παρὰ τῆς Βουλῆς ἐμπιστοσύνην οὐ μόνον προσωπικὴν, ἀλλὰ καὶ γενικήν. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν Συνόδων νὰ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἐμπνέῃ εἰς τὸν προτείναντα τὰ πιστὰ, ὅπως εὐτυχῶς τῷ ἐμπνέωμεν ἡμεῖς αὐτὰ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ὅπως ζητήσῃ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν γένει καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ πρόσωπα τὴν ἐμπιστοσύνην, ἧς πρέπει ν’ ἀπολαύῃ πᾶσα Κυβέρνησις, ἵνα δύνηται νὰ ἐπιτελῇ τὰ καθῆκοντά της. Δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἀνέχηται, ὅπως μὴ χορηγῶνται αὐτῇ πάντα τὰ μέσα, ἅτινα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων της, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ χορηγῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πάντα ταῦτα. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἐμπιστεύεται τὰ πρόσωπα, ἅτινα κατέχουσι τὰς κυβερνητικὰς ἕδρας, ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῶν· ἀλλὰ νὰ ἀρνῆται εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ οἱονδήποτε λόγον τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρέποντος, τοῦτο οὐδέποτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συντελοῦν ἐπ’ ἀγαθῷ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιθυμῇ, ὅπως τὸ ταχύτερον ἡ Πύλη ἐπιτελέσῃ τὰ ἐκ τῆς Συμβάσεως καθήκοντα αὐτῆς, συγχρόνως δὲ, ὅπως καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιτελέσῃ τὰς ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις. Ὁ κίνδυνος μήπως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν πρὶν ἢ ἡ Τουρκία ἐκπληρώσῃ τὸ εἰς αὐτὴν ἀνῆκον, δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Κυβέρνησις, δυναμένη νὰ παραγνωρίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὰ καθήκοντά της πρὸς τὸ Ἔθνος, δὲν θ’ ἀπέῤῥεεν ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ἐκ τῆς μειοψηφίας αὐτῆς. Ἀφοῦ δ’ ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἀποῤῥέουσα ἐκ τῆς πλειοψηφίας, οὐδένα ἔχει λόγον ἡ Βουλὴ, ἵνα ἀρνηθῇ ὅ,τι καὶ καθῆκον καὶ δικαίωμα ἔχομεν ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις νὰ ζητῶμεν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν μετὰ ταῦτα εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1881 Ἑλληνοτουρκικῆς Συμβάσεως Ἐπιτροπῆς κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον ὁ βουλευτὴς Ἁγυιᾶς κ. Στεφανίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.
§270ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν Συμβούλων.
§272ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§273Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι πολὺ ἀργὰ ἀπόψε.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μείνωμεν ὀλίγον ἔτι.
§275ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 9, κ. Πρόεδρε, καὶ εἴμεθα νηστικοί.
§276ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 9 μ. μ.