1882.05.14
1,763 rows · 14,045 words · 170 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71
τῆς 14 Μαΐου 1882.
Ὥρα 3 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν ἐν Ἑρμουπόλει οἰνοπνευματοποιῶν, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ἐσχάτως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευμάτων, καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβω τὸν λόγον.
§2ΤΖΑΝΕΣ. Ὑπὸ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν Καλαμῶν ἔλαβον τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ παρακαλοῦσι ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εὐχαρίστως θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς πάντα φόρον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ ἰδίως ἐν Καλάμαις, ἡ οἰνοπνευματοποιία ἀποτελεῖ μέρος τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου, ἥτις μόλις ἀναγεννᾶται, διὰ τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἐπῆλθεν εἰσέτι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ βαρεῖς μάλιστα φόρους καὶ εἰς τὴν οὕτω μόλις ἀναπτυσσομένην βιομηχανίαν τοῦ τόπου. Ἐν καιρῷ δὲ θέλω ἀναπτύξει τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§3ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, πρὸ τεσσάρων περίπου ἐτῶν ἡ δημοτικὴ Ἀρχὴ Λαρίσσης, ἀκούσασα ὅτι εἰσπράττονται διόδια, ἐπέβαλεν αὐθαιρέτως καὶ εἰσπράττει μέχρι σήμερον παρὰ τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ καραγωγέων, τῶν μεταβαινόντων ἀπὸ Τυρνάβου εἰς Λάρισσαν, διόδια, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ καὶ μάθῃ, ὅτι τὰ διόδια ἐπιβάλλονται καὶ εἰσπράττονται διὰ τὴν συντήρησιν κατασκευασθεισῶν ὁδῶν ἢ κατασκευαζομένων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ μέχρι σήμερον οὐδεμιᾶς σπιθαμῆς ὁδὸν κατεσκεύασεν ἐπὶ τῆς μεταξὺ Τυρνάβου καὶ Λαρίσσης ὁδοῦ, παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ παράνομος καὶ αὐθαίρετος εἴσπραξις τῶν διοδίων, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιστραφῶσι τὰ παρανόμως εἰσπραχθέντα εἰς τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν Τυρνάβου, ὅπως χρησιμεύσωσιν εἰς κατασκευὴν δημοτικῶν κοινωφελῶν ἔργων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἰνοπνευματοποιοὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἱκετεύουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν ν’ ἀναβάλῃ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος πᾶσαν σκέψιν περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τὰ πνευματώδη ποτά. Ὁ Σύλλογος τῶν ἀγωνιστῶν ζητεῖ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἡ ἀπὸ 26 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀναφορὰ τεσσαράκοντα ἀγωνιστῶν, δι’ ἧς ζητοῦσιν ἀπονομὴν δικαιοσύνης διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ἐκδουλεύσεις των. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχουσι δίκαιον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Πρέπει τέλος πάντων νὰ ληφθῇ μία πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἐκ Λαρίσσης οἱ Κωνστ. Μακρῆς, Ζ. Μιζώτης καὶ Ν. Κεχαγιᾶς παραπονοῦνται, ὅτι παρανόμως κρατοῦνται πρὸ δέκα ἡμερῶν εἰς τὰς φυλακὰς Λαρίσσης ἄνευ ἐντάλματος καὶ ἄνευ καταγγελίας — Ὁ Σπυρίδων Πετανίτης, κάτοικος Ἀθηνῶν, ζητεῖ νὰ συστηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε τῷ ἐδίδετο βοήθημα, διότι κατεστράφησαν τὰ ἐν Πέτᾳ κτήματά του ἐν ἔτει 1851.— Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τοῦ Τμήματος ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Πυλίας. Θὰ σταλῇ εἰς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν συνῆλθεν; ἔλαμε τὰς ἀρχαιρεσίας της; διότι ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν ἀγωνιστῶν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ ἓν τέλος· τόσοι ἀτυχεῖς γέροντες ἀγωνισταὶ στεροῦνται τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Παρεπέμφθη ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἀλλ’ ἕως τώρα οὐδὲν ἐγένετο, οὐδὲ κἂν συνῆλθεν, ἡ ἐπιστοφὴ ἵνα ποιήσηται τὰς ἀρχαιρεσίας της.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ, κύριε βουλευτὰ, ὅτι πρέπει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ λάβῃ πρόνοιαν.—Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Αὐτὸ ἀναβάλλεται δίχα.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐκλογὴ τῆς Αἰγίνης τὶ ἔγεινε, κ. Πρόεδρε;
§8ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγεῖται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἂν θέλετε, νὰ συζητηθῇ.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ συζητηθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύω ἐκθέσεις, μία τῆς μειονοψηφίας, καὶ ἑτέρα τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ πλειονοψηφία προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Κωνσταντίνου Μωραϊτίνη, ἔχοντος τὰ παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα. Ἡ δὲ μειονοψηφία προτείνει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐν λόγῳ ἐκλογὴ ὡς πρὸς μόνον τὸν κ. Μωραϊτίνην, νὰ ἐπικυρωθῇ δὲ ὡς πρὸς τοὺς ἑτέρους δύω ὑποψηφίους Π. Λυκούρην καὶ Ἰω. Κοντόσταυλον, καὶ ν’ ἀναγνωρισθῇ ὡς νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Αἰγίνης ὁ πλειονοψηφήσας Π. Λυκούρης.
§12ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖα, ὡραῖα! Εἶναι νομομετρικὴ ἡ ἔκθεσις. Ποῖοι εἶναι οἱ μειονοψηφοῦντες;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης καὶ ὁ κ. Τσώκρης. — Ζητεῖ τις τὸν λόγον; (Οὐδεὶς ἀποκρίνεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Αἰγίνης καὶ νόμιμον βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Μωραϊτίνην. (Θόρυβος)
§14ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἔγεινεν ἡ ἐκλογή;
§15ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα πλέον.
§16ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως κύριε Πρόεδρε, (Θόρυβος.)
§17ΠΟΛΛΟΙ. Τώρα πλέον ἀπηγγέλθη τὸ ἀποτέλεσμα.
§18ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπιμένω.
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσε πλέον!
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκαταστάσεως, οὔτε ἠδύνατο νὰ τὸ ἀποκτήσῃ ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐπιτρέπεται πλέον συζήτησις, κύριε Πρόεδρε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια 1) περὶ διαφορικῶν τελῶν καὶ 2) περὶ προσθήκης ὑπαλλήλων διὰ τὴν στατιστικήν. Ἀναβάλλεται ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας καὶ Ναύπλιον. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Λαυρίου εἰς Ἀθήνας. — Ἀναβάλλεται ἡ δευτέρα συζήτησις τῶν νομοσχεδίων 1) περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΨΙΕʹ νόμου περὶ στρατολογίας· 2) περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. — Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1882. Ἐπίσης ἀναγινώσκεται καὶ γίνονται δεκτὰ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά. συζήτησιν τὰ νομοσχέδια 1) περὶ κυρώσεως ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1880 ἐκ δραχμῶν 29,500· 2) περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 693,331 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1881.)
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως 1881 ἐκ δραχμῶν 2,129,352 καὶ 45%.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖα εἶναι τὰ ἄρθρα καὶ τὰ κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου τῶν Ὑπουργείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐχορηγήθησαν οἱ ἔκτακτοι πιστώσεις, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ κύρωσις. Νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀνακοινωθῶσι προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αἱ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις, δι’ ὧν ἐζητήθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅταν ὑπεβλήθησαν τὰ σχέδια τῶν περὶ χορηγίας τῶν ἐκτάκτων τούτων πιστώσεων Βʹ. διαταγμάτων· διότι ἐξ αὐτῶν θέλομεν πληροφορηθῆ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν καὶ πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις ἐχορηγήθησαν.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,740,000 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1881.
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητοῦνται πιστώσεις δι’ ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται νὰ γένωνται πρὸς περάτωσιν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν. Καὶ αἱ μὲν ἐργασίαι, αἱ γενόμεναι, ἐγένοντο διὰ ἡμερομισθίων, διότι αἱ ἀνάγκαι ἐπέβαλον τοῦτο· ἀλλ’ αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι μέλλουσι νὰ γένωνται, εὐσταῖον εἶναι νὰ τελεσθῶσι κατὰ τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἔργων.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου.
§31ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ προσμετρήσεως Νομοσχέδιον, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ τώρα· ἀλλὰ νὰ τεθῇ ὡς πρῶτον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, ὥστε κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ συζητηθῇ.
§33Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. (Ἐπίσης ἀναβάλλεται ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων προνομιούχων καὶ ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν κτλ. καὶ ἡ δευτέρα συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐντὸς τῶν ἐν Ἠλείᾳ σταφιδαμπέλων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν φυτειῶν).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχουσι πρόσθετα ἄρθρα, πέμπτον καὶ ἕκτον, ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Κανελλοπούλου.
§36ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.
§37ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν.
§38ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν λαμβάνονται ὅλα αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν. (Ἀναβάλλεται ἡ πρώτη συζήτησις διαφόρων νομοσχεδίων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαΐου 1882).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου.
§41Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ.
§42ΚΟΡΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω. Κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ὀγδόου ἄρθρου, ὁ χρόνος καθ’ ὃν διατελεῖ ἀξιωματικός τις ἐν ἀργίᾳ, ἕνεκα καταργήσεως θέσεως, διαλύσεως σώματος ἢ ἐπανόδου ἐξ αἰχμαλωσίας, λογίζεται ὡς χρόνος πραγματικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν· τὸ δικαίωμα τοῦτο μετεβιβάσθη διὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ἰδίου ἄρθρου εἰς τοὺς ἐν ἀργίᾳ διὰ προσκαίρου παύσεως διατελοῦντας. Ἆρα, ἐὰν εἷς ἀνθυπολοχαγός, ἔχων ὑπηρεσίαν ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, διατελῇ ἐπὶ ἑξάμηνον εἰς ἀργίαν διὰ προσκαίρου παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ; Κατὰ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου, δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς προβιβασμόν· ἑπομένως τὸ ἓν νομοσχέδιον εἶναι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἐπεξήγησις, ἐκτὸς ἐὰν προηγηθῇ τὸ περὶ προσμετρήσεως, καὶ τότε εἶναι περιττὴ ἡ ἐξήγησις.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν τὸ ἐνοήσατε. Ἄλλο καταλογισμὸς τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας εἰς ἀπόκτησιν δικαιώματος πρὸς προβιβασμὸν, καὶ ἄλλο ὁ καταλογισμὸς τοῦ χρόνου διὰ τὴν ἀρχαιότητα. Δύναταί τις νὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν καταλογίσιμον πρὸς τὸν προβιβασμὸν συνάμα καὶ πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, ἀλλὰ δύναται ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ καταλογίζηται μὲν πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, νὰ μὴ καταλογίζηται δὲ κατὰ τὸν νόμον τὸν ἀπαιτοῦντα ὡρισμένου εἴδους ὑπηρεσίαν διὰ νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ προβιβασθῇ. Αὕτη ἡ διάκρισις δεικνύει, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίφασις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ ἀναβάλλεται.—Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΧΝΖʹ καὶ ΧΝΣΤʹ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν τροπολογίαν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν παραδέχεται ἡ Κυβέρνησις, καὶ πιστεύω δὲν ἔχει δυσκολίαν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτήν. Ὥστε δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἄνευ συζητήσεως. Ἰδοὺ εἰς τί συνίσταται.......
§46ΨΥΛΛΑΣ. Παραλείπει Προξενεῖα. Ἑπομένως πῶς θὰ γείνῃ;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς τελειώσωμεν τοῦτο. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 συνιστῶμεν ἤδη 5 τακτικὰ δικαστήρια εἴς τινα μέρη τῆς Τουρκίας. Οἱ παρὰ τοῖς δικαστηρίοις τούτοις δικηγόροι ἀπῃτεῖτο, κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ἵνα ἔχωσι τὰ αὐτὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ οἱ δικηγόροι ἐν τῷ Βασιλείῳ. Τοῦτο ἀπῃτεῖτο, διότι ἐδίδετο εἰς τὰ νέα προξενικὰ δικαστήρια δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον τὰ παλαιά. Ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη, ἐνῷ παρεῖχεν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀπετέλει καὶ ἀδίκημα, διότι σήμερον τὰ προξενικὰ δικαστήρια πράγματι, ἂν οὐχὶ καὶ δικαίῳ, κυρίως ἀσχολοῦνται εἰς ἐμπορικὰς ὑποθέσεις· ὡς πρὸς τὰς ἐμπορικὰς δὲ ὑποθέσεις εἶναι δεκτοὶ καὶ ἐνταῦθα οἱ πάντες, ἵνα παρίστανται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Οἱ μέχρι τοῦδε ἄρα παριστάμενοι ἐνώπιον τῶν προξενικῶν δικαστηρίων θὰ δύνανται νὰ παρασταθῶσι καὶ ἐνώπιον τῶν νέων δικαστηρίων διὰ τὰς αὐτὰς ὑποθέσεις, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἤδη παρίστανται· ὥστε κεκτημένον δικαίωμα δὲν προσβάλλεται. Οὐχ ἧττον ὅμως κατ’ ἐπιείκειαν νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, διότι εἶναι σκληρὸν, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς πολυχρονίου αὐτῶν παρὰ τοῖς προξενικοῖς δικαστηρίοις λειτουργίας δὲν δύνανται νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα, νὰ ἦναι ἀποκεκλεισμένα τῶν νέων δικαστηρίων ὡς δικηγόροι καὶ νὰ ἦναι δεκτοὶ μόνον ὡς ἁπλοῖ πολῖται· ὡς πρὸς τὰς ὑποθέσεις, δι’ ἃς παρίσταντο ὡς; ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρότερον, ἤτοι τὰς ἐμπορικὰς, θὰ ἦναι δεκτοὶ καὶ ἤδη, ἀλλ’ ἡ θέσις των θὰ ἦναι μειωμένη κατὰ πολὺ, διότι σήμερον ἁπλοῖ πολῖται θὰ παρίστανται ἐν δικαστηρίῳ, ἔχοντες παραπλεύρως ἄλλους ἀσκοῦντας πλήρη τὰ δικαιώματα τοῦ δικηγόρου, ἐνῷ πρότερον παρίσταντο ἀπὸ ἴσου πρὸς πάντας. Δυνάμεθα ἄρα ἐν ἐπιεικείᾳ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν. (Δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον ὁ Βουλευτὴς Αἰγίνης κ. Κωνσταντῖνος Μωραϊτίνης. Ἀναβάλλεται ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΧΝΖʹ καὶ ΧΝΣΤʹ.— Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια· 1) εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου κλπ. 2) εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ καταθέσεως εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα τῶν διαπιστευομένων εἰς τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας τῶν χρημάτων· 3) εἰς ά συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως τοῦ ζύθου, τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν καὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγομένου οἴνου).
§48ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου τῆς 1 Ἰουλίου 1838 περὶ δενδροφθορῶν.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μία ἀντίῤῥησις μόνον ἐγένετο, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας ἀνεβλήθη ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Παρετηρήθη, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οἱ συντάττοντες τὸν ἐρανικὸν κατάλογον δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι τὸν ἔρανον ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀντὶ τῶν πρώην ὑποχρέων εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς δεκάτης, καὶ ὡς ἐκ τούτου δύναται νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀδίκημα νὰ πληρώνῃ τὸν ἔρανον ἄλλος παρὰ τὸν παραγωγόν. Νομίζω, ὅτι ὁ ἁπλούστερος τρόπος πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου, ὅπερ παρουσιάζεται, ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν ἦναι καὶ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς, εἶναι νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν αὐτὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιελάβομεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, τουτέστιν ὅπως ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται ὁ ἔρανος λόγῳ τῆς κατοχῆς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἔχουσι δικαίωμα κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων τὰς γαίας καλλιεργοῦσι.
§50Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια;
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα δύνανται νὰ λύωνται συνοπτικῶς. Δυνάμεθα ὅμως νὰ θέσωμεν, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συντάσσει τὸν ἐρανικὸν κατάλογον, αὐτὸ καὶ ἀποφασίζει.
§52ΤΙΝΕΣ. Καλλίτερα τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
§53ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀμέσου φορολογίας, ἥτις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν ἐν Ἑπτανήσῳ Νόμον. Τί θὰ γείνῃ λοιπόν;
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέτεινεν ὁ κ. βουλευτὴς Κραναίας, εἶναι ὀρθή. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τοῦ κειμένου νόμου. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ κατάλογος ὁ ἐρανικὸς ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν εὑρίσκει ἔδαφος, διότι ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τόπου, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ὁ φόρος· ἑπομένως εἶναι ἄγνωστα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται ἐμμέσως εἰς τὸν φόρον. Ἐὰν ἤδη συνετάττομεν τὸν νόμον ἐν ὅλαις αὑτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, ἐννοῶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωμεν καὶ πρόνοιαν περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἐδῶ συντάττομεν νόμον, τροποποιοῦντα τὸν πρῶτον, πρὸς τὸν εἰδικὸν σκοπὸν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ Δημόσιον ἀπὸ τῶν ζημιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποκύπτει, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ συμπαιγνίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἀφίνομεν τὸν νόμον ὅπως εἶχεν, ἐπιφυλασσόμενοι εἰς ἄλλην ἐποχὴν νὰ διορθώσωμεν αὐτόν.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀφίνομεν καὶ αὐτό;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν μείνῃ ὡς ἔχει, τὸ Δημόσιον θὰ ὑφίσταται μεγάλας ζημίας, καὶ θὰ περιπλέκεται συνεχῶς εἰς δίκας. Ἔχω δὲ ἀνὰ χεῖρας ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἵτινες ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι ὑπῆρχε συμπαιγνία μεταξὺ φορολογουμένων καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ἐνώπιον τοιαύτης κατατάσεως ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, καὶ νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ ἀπαλλαγῆς τοῦ Δημοσίου τῶν τοιούτων ζημιῶν.
§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι, ἂν δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἐπιβάλλωσι τὸν ἔρανον ἀναλόγως τῆς περιουσίας τῶν ἰδιοκτητῶν, τοιουτοτρόπως προλαμβάνεται καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον τὸ κακὸν, καὶ καθίσταται ἐφαρμοστέος ὁ νόμος καὶ ἐκεῖ. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ προηγούμενον, διότι ὑπάρχει νόμος ἐν Ἑπτανήσῳ.
§58Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Λακωνίαν οἱ ἰδιοκτῆται.........
§59ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὑπάρχουν διατάξεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Δημάρχους καὶ Νομάρχας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συνεπείας.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω καὶ ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον συντάξει κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ βουλευτοῦ Κραναίας. Ἐὰν θέλετε, προτιμήσατε ταύτην, καὶ τότε λύεται τὸ ζήτημα καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἑπτάνησον. Ἰδοὺ αὕτη (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Ἀντὶ «φορολογουμένους» θέτω «ἰδιοκτήτας», καὶ ἀντὶ «κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κτλ.» ἔθεσα «κατὰ λόγον τοῦ ἐγγείου αὐτῶν εἰσοδήματος.»
§61ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφαρμόζεται ὁ νόμος καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν.
§62ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐν γένει ἡ βάσις νομίζω, ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς ἓν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δικαιοσύνην, διότι οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι πληρώνουν περισσότερον ἔρανον. Διατί νὰ γίνεται τοῦτο; Ἐπειδὴ εἶναι μᾶλλον φορολογούμενοι; Εἶναι ἄνισος ὁ φόρος αὐτός. Μάλιστα δὲ οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι ἴσως εἶναι ὀλιγώτεροι κτηματίαι.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ ἔγεινεν ἡ τροπολογία. Δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν ὁ κατάλογος νὰ συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγγείου εἰσοδήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἐρανικοῦ καταλόγου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν μὲ τὰς ἀνωτέρω τροπολογίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν συμβούλων.
§65Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ μᾶς φέρῃ ἕνα κατάλογον περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα καταβάλλει τὸ Δημόσιον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑποθέσεων, αἵτινες συζητοῦνται ἐν Ἀθήναις.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλοτε εἶχε δημοσιευθῆ πίναξ, ἐνδεικνύων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους ἐν γένει δικῶν, καὶ ἰδίως τῶν ἐνώπιον τῶν ἐν Ἀθήναις δικαστηρίων ὑπαρχουσῶν ἐκκρεμῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου. Ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ τὸν πίνακα τοῦτον, ἤθελε μᾶς βοηθήσει.
§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πότε ἐγένετο;
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ κ. Βασιλείου Οἰκονομίδου κατὰ τὰ 1874. Ἐπίσης κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν περὶ τοῦ ἑξῆς: Κατά τινα διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν ἐπέλθῃ ἀνανέωσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, αὐξάνει ὁ μισθὸς αὐτοῦ κατὰ 200 δραχμάς. Ἂς ὑπολογίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πόση θέλει εἶσθαι ἡ σύνταξις τοῦ Συμβούλου μετὰ τὸ τέρμα τῆς ἀνανεώσεως ταύτης, ἂν πρὶν διορισθῇ σύμβουλος διετέλεσε εἰς δικαστικὴν ὑπηρεσίαν ἄλλην καὶ συμπληροῖ τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς συντάξεως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων, γηπέδων καὶ κτιρίων. Ὁμοίως εἰς γʹ συζήτησιν τὸ περὶ τῆς κατὰ τὰ ἄρθρον 9 τῆς ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1881 Ἑλληνοτουρκικῆς Συμβάσεως Ἐπιτροπῆς. Ὁμοίως εἰς βʹ τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Μασσαλίᾳ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας Φραισινὲ συμπληρωτικῆς συμβάσεως).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ διπλῶν εὑρημάτων.
§70Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατ’ ἀρχὴν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέα πᾶσα μεταβίβασις ἀρχαιοτήτων εἰς τὴν ξένην ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, διότι τὰ καλλιτεχνήματα ταῦτα συνδέονται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν ἱστορίαν αὐτῆς· μόνον ἐν ᾧ τόπῳ ἱδρύθησαν καὶ ἐν ᾧ τόπῳ κατεσκευάσθησαν εἶναι δεκτικὰ τῆς δεούσης ἐκτιμήσεως ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης. Πᾶν Κράτος ἐλεύθερον καὶ πεπολιτισμένον ἔχει καθῆκον νὰ μαστεύῃ τὸν θησαυρόν, ὅστις εὑρίσκεται τεθαμμένος ἐν τῷ ἐδάφει αὐτοῦ, καὶ αὐτὸ νὰ προνοῇ περὶ συντηρήσεως τοῦ θησαυροῦ τούτου τοῦ ἀρχαιολογικοῦ, ἵνα παρέχῃ αὐτόν εἰς μελέτην πρῶτον μὲν εἰς τοὺς ἐγχωρίους τῶν ὁποίων ὁ ἀρχαιολογικὸς θησαυρὸς εἶναι μνημεῖον καὶ πηγὴ τῆς ἱστορίας αὐτῶν, ἔπειτα δὲ νὰ παρέχῃ αὐτὸν εἰς μελέτην καὶ εἰς τοὺς ξένους, εἰς πάντα ἐπιστήμονα, διότι εἶναι κοινὸν κτῆμα τῆς ἁπανταχοῦ διανοίας. Ἡμεῖς, κύριοι, προκειμένου νῦν περὶ τῆς Ἑλλάδος, ὡς κάτοχοι τῶν προγονικῶν ἡμῶν κτημάτων, ὀφείλομεν εἰς αὐτὰ πᾶσαν ἐπιμέλειαν, οὐχὶ μόνον διὰ τοῦτο ὅτι εἶναι προγονικὰ κειμήλια, ἀλλὰ καὶ διότι θεωρούμεθα τεταγμένοι θεματοφύλακες αὐτῶν, ἵνα παρέχωμεν αὐτὰ πρὸς μελέτην εἰς πάντα τὸν πεπολιτισμένον κόσμον. Ἐπιμελούμενοι αὐτῶν ὡς πρέπει, καθιστῶμεν τὴν Ἑλλάδα μουσεῖον ἅπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ἀπαραλλάκτως ὡς, τοὺς ἀρχαίους χρόνους, αἱ Ἀθῆναι, ὡς ἡ μᾶλλον ἐν τῷ πολιτισμῷ προωδευμένη πόλις, ἐθεωροῦντο μουσεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ὑπάρχουσι μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἄνθρωποι, οἵτινες παραδέχονται ὡς σοφὰς τὰς κατακρίσεις, τὰς γενομένας ὑπὸ ξένων ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαιοτήτων· παραδέχονται δὲ αὐτὰς ὡς σοφὰς μόνον καὶ μόνον διότι ἐξέρχονται ἀπὸ στόματος σοφῶν ἴσως ἀνθρώπων ἀλλοδαπῶν. Ἀλλ’ εἰς τοὺς τοιαῦτα φρονοῦντας ἐν Ἑλλάδι, ἀρίστη ἀπάντησις εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἷς τῶν μεγαλειτέρων φιλελλήνων καὶ τῶν μεγαλειτέρων ποιητῶν τοῦ κόσμου πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἶπε, κατακρίνων αὐτοὺς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ συμπολίτας «ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξαν οἱ Γότθοι ἐκεῖνο ἔπραξαν οἱ Σκῶτοι.» Πρὸ ὀλίγων ἡμερερῶν ἔτι, πρὸ ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν, ξένοι ἐπίσημοι εἰς ἔρημον τινα παραλίαν τῆς Ἀττικῆς παρέλαβον νύκτωρ παρ’ ἀγροίκου Ἕλληνος ἄγαλμα ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀττικὴν τέχνην, ἐπεβίβασαν ἐπὶ ξένου πλοίου οὐχὶ ἰδιωτικοῦ, καὶ ἀπεμάκρυνον αὐτὸ ἀπὸ τῶν ἀκτῶν τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τῶν τοιαῦτα τολμώντων ἐραστῶν τῆς ἀρχαίας ἐπιστήμης, κατὰ τῶν τοιαῦτα τολμώντων Γάλλος διακεκριμένος περὶ Ἀθηνῶν γράψας, ὁ κόμης Delaborde, ἀπηύθυνε τὴν ἀφιέρωσιν τοῦ συγγράμματος ἐκείνου προσφωνήσας αὐτὸ «εἰς τοὺς ἀπὸ πάσης χώρας Βανδάλους, τοὺς ἀκρωτηριαστὰς καὶ συλλήτας τῶν Ἑλληνικῶν καλλιτεχνημάτων.» Πρὸς περιστολὴν, κύριοι, τῶν καταχρήσεων τούτων, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκούντως αὐστηρὸς ὁ Ἑλληνικὸς νόμος· νομίζω δὲ καὶ ὑπὲρ τὸ δέον ἐπιεικὴς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος ἐν Ἑλλάδι νόμου περὶ ἀρχαιοτήτων. Καὶ ὅτι ἡ γνώμη μου αὕτη περὶ ἀρχαιοτήτων εἶναι ὀρθὴ, δὲν θέλω προσπαθήσει δι’ ἰδίων ἐμοῦ ἐπιχειρημάτων νὰ ἀποδείξω, θέλω ἀναγνώσει σύντομον αὐτῆς ἀνάπτυξιν Γάλλου γράψαντος ἐσχάτως ἐν τῇ «Ἐπιθεωρήσει τῶν δύω κόσμων,» Γάλλου ὅμως ἐντελῶς ἀμερολήπτου κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου, μὴ ἐπηρεαζομένου μήτε ὑπὸ τῶν Γαλλικῶν μήτε ὑπὸ ἄλλων συμφερόντων οἱωνδήποτε. Πρὸ ἑνὸς ἔτους ἡ Γερμανία παρελάμβανεν ἐκ τῆς Περγάμου ὁλόκληρον λαμπρὸν μνημεῖον τῆς ἀρχαιότητος, κοσμοῦν ἤδη τὸ Βερολῖνον, καὶ μετέφερεν αὐτὸ διὰ πάσης θυσίας καὶ παντὸς κόπου ἀπὸ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας εἰς Βερολῖνον. Περὶ τῆς μεγάλης ταύτης καταστροφῆς καὶ τοῦ μεγάλου γεγονότος, μεγάλου γεγονότος καθόσον ἐξ ἐκείνου μόνου τοῦ μνημείου κατηρτίσθη πλῆρες μουσεῖον ἐν Γερμανίᾳ, γράφων ὁ Γεώργιος Bogordan ἐν τῷ σπουδαίῳ συγγράμματι τῆς «Ἐπιθεωρήσεως τῶν δύω κόσμων,» ἀποδίδει δικαιοσύνην εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας καὶ κατακρίνει αὐτοὺς τοὺς ἰδίους αὑτοῦ συμπολίτας. (Ἀναγινώσκει) «Ἐκ δὲ Δικελίου πλοῖα γερμανικὰ ἀνέλαβον τὴν μέχρι τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Σπρέου μεταφοράν. Καὶ αὗται μόναι οἱ δυσχέρειαι ἀπηντήθησαν, αἱ ὑλικαί· διότι ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, ἥτις κατ’ ἀρχὰς ἠθέλησε νὰ φυλάξῃ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ μερίδιον τὸ κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς νόμους ἐκ παντὸς θησαυροῦ εἰς τὸ Κράτος ἀνῆκον, ἐπὶ τέλους ἐγκατέλιπε τὸ ὅλον εἰς τὴν Γερμανίαν. Οἱ δὲ κάτοικοι τῆς Περγάμου παρέστησαν ἀδάκρυτοι εἰς τὴν ἀπαγωγὴν τῶν πολυτίμων καλλιτεχνημάτων. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς κυριαρχίας ἐφάνησαν πολὺ δυσκολώτεροι, διότι, ὡς ἱστορεῖ ὁ Τάκιτος, ὅτε ἀπελεύθερός τις, ὀνόματι Ἄκρατος, παρηγγέλθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος, ἵνα μετακομίσῃ εἰς Ῥώμην τὰ ἀγάλματα καὶ τοὺς πίνακας τῆς Περγάμου, ὁ λαὸς ἐξεγερθεὶς οὕτω ζωηρῶς ἀντέστη εἰς τὴν παρασκευαζομένην ἁρπαγὴν, ὥστε ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτήσωσιν αὐτήν. Σήμερον ὅμως πόσοι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων τῆς Περγάμου σκέπτονται περὶ τοῦ παρελθόντος τῆς πόλεως αὐτῶν; Μόνη ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἀπηγόρευσε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαιοτήτων, πολλάκις ἐκ τούτου παρασχοῦσα λύπην εἰς τοὺς τροφίμους τῆς ἐν Ἀθήναις Γαλλικῆς Σχολῆς. Ἀλλὰ βεβαίως ὀφείλομεν νὰ ἐπαινέσωμεν αὐτήν· διότι τὰ ἔργα τῆς τέχνης δὲν κατεσκευάσθησαν, ἵνα περιπλανῶνται, ὁ δὲ περιάγων αὐτὰ διὰ τῆς οἰκουμένης πάντοτε ἐνομίσθη ὑπ’ ἐμοῦ πράττων τι ἱερόσυλον. Μόνον ἐν ᾗ θέσει ἡρμόσθησαν δύναταί τις νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὰ τελείως. Καὶ εἶναι μὲν τοῦτο ἀληθὲς περὶ πάσης τέχνης· αἱ μὲν σκανδιναδικαὶ μελῳδίαι θέλουσιν ἀκρόασιν ἐν τοῖς ὅρμοις τῆς Νορβηγίας, τὰ δὲ ἀθιγγανικὰ ἐμβατήρια ἐν Οὐγγρικῇ πεδιάδι καὶ οἱ πίνακες τῆς Ἱσπανικῆς Σχολῆς εἶναι ἄξιοι θέας ἐν ταῖς Ἐκκλησίαις τῆς Σεβίλλης ἢ τοῦ Βύργου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ τέχνη, δι’ ἣν εἶναι ἰδιαίτατα ἀναντίῤῥητος ἡ ἀλήθεια αὕτη, ἆρά γε ἡ τέχνη αὕτη δὲν εἶναι ἡ ἀρχιτεκτονική, ἡ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πρὸς τὸ ἔδαφος στενότατα συνδεδεμένη; Τῷ ὄντι ὁ ἀρχιτεκτονικὸς ῥυθμὸς εἶναι ἀποτέλεσμα μυρίων τοπικῶν ἐπιδράσεων. Τὸ μὲν κλῖμα ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ τύπου τῶν κτισμάτων καὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς ὕλης, τὰ δὲ ζῶα καὶ τὰ ἄνθη τῆς χώρας συμβάλλουσι πάντα τὸν κόσμον τοῦ οἰκοδομήματος. Τὸ δὲ πνεῦμα, τὰ ἤθη, ἡ θρησκεία τοῦ λαοῦ ἀποκαλύπτονται ἔν τε τῷ συνόλῳ καὶ ἐν ταῖς ἐσχάταις λεπτομερείαις. Καὶ ἐπὶ τέλους ἡ πρὸς ἵδρυσιν μνημείου τινὸς ἐκλεχθεῖσα θέσις ἀποτελεῖ οὐσιώδη ὅρον πρὸς παραγωγὴν τῆς δεούσης αἰσθήσεως. Ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς τοὺς ἡμετέρους χρόνους τὸ κατόρθωμα τοῦ περιπλανᾶν τὰ ἀρχιτεκτονικὰ ἔργα. Καὶ ὁμιλοῦμεν περὶ μεταθέσεως Ἑλληνικοῦ ναοῦ ὡς περὶ μετακινήσεως τυχαίου τινὸς κιβωτίου. Οἱ δὲ ἐρευνῶντες τὰ ἐρείπια ἐρευνῶσι πάντοτε προϋπολογίζοντες κατ’ ἰδίαν ν’ ἁρπάσωσί τι ἐξ αὐτῶν....» Τοιοῦτον νόμον, κύριοι ἔχοντες, ἀρχαιολογικόν, ἀπαγορεύοντα τὰς ἐξαγωγάς, καὶ τοιαῦτα διδάγματα λαμβάνοντες περὶ τοῦ ὠφελίμου τῆς ἀποστερήσεως ταύτης, νομίζω, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ψηφίσαντες συνθήκην μετὰ τῆς Γερμανίας περὶ ἀνασκαφῆς τῆς Ὀλυμπίας· ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἐτελέσθη, σήμερον δὲ μένει μόνον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχῃ τις ὑποχρέωσις εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ παραχωρήσῃ τὰ ζητούμενα ὑπὸ τῆς Γερμανίας ἀρχαῖα καλλιτεχνήματα. Προελήφθη εὐτυχῶς ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διετρέξαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν πάντα τὰ ζητηθέντα, καὶ ν’ ἀποδώσωμεν αὐτὰ εἰς τρόπον ὥστε καὶ πάλιν νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἄλλα ἀρχαῖα. Τὸ νομοσχέδιον τὸ τότε ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ἦτο συντεταγμένον εἰς τοιοῦτον τρόπον ἀορίστως καὶ ἀπεριορίστως, ὥστε ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἐψηφίζετο ὡς εἶχεν, ἠθέλομεν δώσει πολλὰ οὔτε διπλᾶ οὔτε ἀντίτυπα, ἔπειτα δὲ καὶ πάλιν ἄλλα εἰς τὴν Γερμανίαν· ἀλλὰ ταῦτα παρῆλθον χάρις εἰς τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς γνώμην, ἥτις ἐπανέφερε τὰ πράγματα εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδόν· διέταξε τότε ἡ Κυβέρνησις ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν Ὀλυμπίαν ἐπιτροπὴ ἀρχαιογνωμόνων καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον τὸν Γερμανικόν, ἐξετάσῃ πάντα τὰ ἀρχαῖα τὰ ζητούμενα καὶ ἀποφασίσῃ τίνα εἶναι τὰ κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμῶν γνώμην παραχωρητέα, ἀποφασίσῃ δὲ καὶ περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τεθῶσι πάλιν εἰς τὸ μουσεῖον τῆς Ὀλυμπίας. Κατόπιν τῶν τριῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γερμανίας ἐφάνη πρόθυμος νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἀξιώσεις αὑτοῦ, ἔρχεται δὲ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἐξετελέσθη τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑποβληθὲν εἰς αὐτὴν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἔρχεται καὶ ὑποβάλλει νομοσχέδιον νέον διὰ τοῦ ὁποίου προτείνει νὰ παραχωρηθῶσι οὐχὶ ὅσα περιέχει ὁ Γερμανικὸς κατάλογος, ὁ ὑπογεγραμμένος παρὰ τοῦ δόκτορος Treu, ἀλλ’ ὅσα ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε δεκτικὰ παραχωρήσεως.
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω νομοσχεδίων, τοῦ περυσινοῦ καὶ τοῦ ἐφετεινοῦ;
§72ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδοὺ τὸ περυσινόν, λέγει· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 13/ 25 Ἀπριλίου 1874 συμβάσεως μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος.... νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ διπλᾶ ἢ ὅμοια, ὅσα ἐπιτροπὴ Ἀρχαιολόγων, διοριζομένη κλπ. ἤθελε χαρακτηρίσει ὡς τοιαῦτα ἐκ τῶν κατὰ τὰς αὐτόθι ἀνασκαφὰς εὑρεθέντων καλλιτεχνημάτων»· ἐνῷ τὸ σημερινὸν ὁρίζει ὡς παραχωρητέα μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προτείνονται ὑπὸ τῆς ἤδη ἐργασθείσης ἐπιτροπῆς ἐν καταλόγῳ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, διότι συνυπεβλήθη ἡμῖν μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ γινώσκομεν ὁποία ὑπάρχει διαφορά....
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω κἀμμίαν διαφοράν, εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ περυσινοῦ νόμου.
§74ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι καὶ ὑμεῖς μετεβάλετε γνώμην πέρυσι καὶ ἐδέχθητε νὰ προηγηθῇ ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς, τραπέντες τὴν ὀρθὴν ὁδόν. Ἀλλ’ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ὅστις κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος πάσης παραχωρήσεως ἀρχαιοτήτων, καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀναγκάζομαι νὰ ὑποχωρήσω, οὐχὶ διότι ἡ ἀνασκαφὴ ἡ Ὀλυμπιακὴ ἐγένετο εἰλικρινῶς καὶ μετὰ πάσης ἐπιστημονικῆς τελειότητος,— τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες μετ’ ἐπαίνων πρὸς ἐκείνους οἵτινες διεξήγαγον τὸ ἔργον — ἀλλὰ διότι πρεσβεύω ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδεμίαν πρέπει νὰ ὀφείλῃ εἰς οὐδένα, οὔτε ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ προσχωρῶ εἰς τὴν πρότασιν περὶ παραχωρήσεως ἀρχαιοτήτων. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι πάντα τὰ περιεχόμενα εἰς τὸν κατάλογον, τὸν καταρτισθέντα ὑπὸ τῆς ἀρχαιολογικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν. Ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸν ὁποῖον κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Ὑπουργεῖον, περιλαμβάνει ὡς παραχωρητέα ἔργα τέχνης, τὰ ὁποῖα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀντίτυπα ἢ διπλᾶ. Παραλείπω ἐντελῶς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος περὶ διπλῶν καὶ ἀντιγράφων, διότι ἤθελε φέρει ἡμᾶς εἰς μακρὰν συζήτησιν· ἀλλὰ πάντως δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι διπλᾶ, πάντα ὅσα προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἥτις φαίνεται, ὅτι ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως ἀνέμιξε καὶ αὐτὴ διπλωματικήν τινα δεινότητα εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν μόνην ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ.
§75ΤΙΝΕΣ. Ἀπὸ ποίους συνέκειτο ἡ Ἐπιτροπή;
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὸ ἀληθῶς ἀξίων πάσης ἐμπιστοσύνης προσώπων καὶ ὡς ἀρχαιολόγων, τοῦ κ. Εὐστρατιάδου, Γενικοῦ Ἐφόρου τῶν ἀρχαιοτήτων, κ. Καστόρχου τότε προέδρου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρίας, καὶ τοῦ κ. Μυλωνᾶ, ὑφηγητοῦ τῆς Ἀρχαιολογίας.
§77ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἦτο καὶ ὁ Κουμανούδης;
§78ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Κουμανούδης δὲν ἐδέχθη. Ἀκούσατε Κύριοι. Προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ παραχωρηθῶσι λίθινα ἐκ τῶν 12 λεόντων τοῦ πρώτου τύπου δύω, ἐξ 9 ἄλλου τύπου εἷς, ἐκ τριῶν ἄλλου τύπου εἷς, καὶ ἐκ 19 ἄλλων εἷς. Αἱ κεφαλαὶ αὗται προϊόντα τέχνης διαφόρων χρόνων ἀξίας μελέτης, ἀνήκουσαι δὲ ἀναποσπάστως εἰς τὸ οἰκοδόμημα ἀφ’ οὗ ὁ χρόνος ἀπέσπασεν αὐτάς, νομίζω ὅτι ὡς μέλη ἀρχιτεκτονικὰ οἰκοδομήματος πρέπει νὰ μείνωσιν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἀποτελεῖ δὲ ἡ μία κεφαλὴ ἐπανάληψιν τῆς ἄλλης, répétition, ὡς θέλει ἡ συνθήκη. Κύριοι ἓν μόνον ἐκ πάντων τῶν ἐν τῷ Γερμανικῷ καταλόγῳ καλλιτεχνημάτων, λέγω τῶν μεγαλειτέρων, ἕν μόνον δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντίγραφον, μόνη ἡ λεγομένη Νέμεσις Τύχη, ἄγαλμα τοῦ ὁποίου, ἂν καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀντίγραφον ἑτέρου ὁμοίου εὑρεθέντος ὡσαύτως ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἐν τούτοις καὶ αὐτοὶ οἱ Γερμανοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι μετὰ τὸν διορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Πάντα δὲ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι, τὰ μεγάλα, θέλετε παρατηρήσει ὅτι οὔτε διπλᾶ εἶναι, οὔτε ἀντίγραφα. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι ἐπιστημονικὴ ἐκτίμησις αὕτη; ἡ ἐκτίμησις καθ’ ἣν αἱ εὑρεθεῖσαι 17 πεπλοφόροι γυναῖκες, γυναῖκες δηλαδή, αἱ ὁποῖαι καὶ αἱ 17 φέρουσι πέπλον, θεωροῦνται διπλαῖ, ἢ ἀντίγραφα ἢ μία τῆς ἄλλης; Ἐξ αὐτῶν ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ δοθῇ ἓν ἄγαλμα· ὡσαύτως ἐκ τριῶν ἀνδρῶν τηβεννοφόρων προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ δοθῇ εἷς ἐκ πέντε ἀγαλμάτων γυναικῶν ἱματιοφόρων προτείνει νὰ δοθῇ μία. Ἐρωτῶ, κύριοι, ἡ παραχώρησις τῶν καλλιτεχνημάτων τούτων προτείνεται ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ συνθήκη ἐν ἄρθρῳ 6 ἔθεσε;
§79ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§80ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι διπλᾶ; εἶναι ἀντίγραφα; εἶναι ἀπομιμήματα; Νομίζω ὄχι.
§81Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως ὄχι.
§82ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ εὑρέθησαν πλῆθος ἐπιγραφῶν ἐπὶ χαλκοῦ καὶ ἐπὶ λίθων· ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπιγραφῶν προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ δοθῶσιν ὡς δεῖγμα ὡς εἰ προέκειτο ὕφασμά τι ἢ ἐδώδιμον, νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Γερμανίαν τμήματά τινα. Ἐπιτρέπεται τοῦτο; Ταῦτα εἶναι διπλᾶ; Ταῦτα εἶναι ἀντίγραφα; Πλὴν ἡ ἐπιτροπὴ λέγει νὰ παραδοθῶσι· καὶ ἐδῶ βλέπω τὸ διπλωματικὸν ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς· διότι σημειώσατε, ὅτι καὶ οἱ Γερμανοὶ ἐπιστήμονες ἐδείχθησαν διπλωμάται, ἀλλὰ μόνον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀνασκαφῆς καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτῆς, διότι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτῆς, ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἦσαν οἱ ὕπατοι τῶν ἐπιστημόνων. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἀνασκαφῆς οἱ Γερμανοὶ ἐπιστήμονες ἐδέχθησαν νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ συνθήκῃ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐγνώριζον βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιστημονικοὶ, ὁ ὅρος περὶ τῶν διπλῶν καὶ τῶν πανομοιοτύπων· μετὰ δὲ τὴν λῆξιν ὑπέβαλον κατάλογον, ὁ ὁποῖος περιέχει ὅσα ἠκούσατε πράγματα, τὰ ὁποῖα πολὺ ἀπέχουσι τοῦ νὰ ἦναι διπλᾶ ἢ ἀντίγραφα.
§83ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν δὲν εἰργάσθη καλῶς;
§84ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν γένει τὸ ἔργον αὐτῆς εἶναι καλὸν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἐπὶ χιλιάδων ἀγαλματίων πηλίνων ἢ χαλκῶν, πολλὰ σχεδὸν εἶναι ἀπαράλλακτα, διότι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ αὐτοῦ τύπου, καὶ θὰ φανῶμεν ἀγνώμονες, ἐὰν δὲν δώσωμεν μέρος αὐτῶν, τὸ ὁποῖον, σημειώσατε, πλῆρες μουσεῖον ἀποτελεῖ. Ἐγώ, κύριοι δὲν ζητῶ νὰ ἐξαιρέσω παρὰ τὰ λίθινα ἀγάλματα καὶ ἀνάγλυφα καὶ ἄλλα τινὰ ἀρχιτεκτονικὰ κοσμήματα, οἷον τὰ κιονόκρανα, διότι καὶ κιονόκρανα παραχωρεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι ταῦτα ὅσον καὶ ἂν ἦναι πολλὰ, βεβαίως δὲν εἶναι διπλᾶ, εἶναι δὲ χρήσιμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἂν σήμερον δὲν ἔχομεν τὴν ἱκανότητα, θέλουσι βεβαίως διαδεχθῆ ἡμᾶς ἄλλοι ἱκανώτεροι νὰ φθάσωσιν εἰς ἀνόρθωσιν τοῦ οἰκοδομήματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκον· εἶναι κιονόκρανα π. χ. τῆς παλαίστρας· ζητοῦνται καὶ ἄλλα ἀρχιτεκτονικὰ προσαρτήματα, ζητοῦνται π. χ. ὑδραγωγοὶ σωλῆνες, ὡς πρὸς τούτους ὑποχωρῶ· ζητοῦνται κοσμήματα ἐκ κεράμου ἀρχιτεκτονικὰ, καὶ εἰς ταῦτα δὲν ἐπιμένω· ἐπιμένω ὅμως εἰς τὰ λίθινα.
§85ΚΡΙΕΖΗΣ. Ποίας ἐποχῆς εἶναι τὰ λίθινα;
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀδιάφορον, εἶναι ἀρχαῖα. Λέγω δὲ, κύριοι, ὅτι διὰ τῶν ὑπολοίπων οἱ Γερμανοὶ θέλουσι συγκροτήσει ὁλόκληρον μουσεῖον, δεικνῦον ὁποία ἦτο ἡ ἐργασία ἐν Ὀλυμπίᾳ. Ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἀγγεῖα, βελόναι, βελόναι ῥαψίματος, περόναι παντὸς εἴδους, τριχολαβίδες, στλεγγίδες, δίσκοι......
§87ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πυγολαμπίδες.
§88ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐδίδοντο καὶ πυγολαμπίδες, ἂν εὑρίσκοντο ἀπολιθωμέναι. Ὡς πρὸς δὲ τὰ νομίσματα, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὰς ἐζήτησε νὰ μετενεχθῶσιν εἰς Γερμανίαν καὶ ἐκεῖ νὰ καθαρισθῶσι καὶ νὰ γείνῃ ἡ διαλογὴ, ἐκεῖθεν δὲ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς ὅ,τι ὀφείλεται αὐτῇ. Τὸ σημερινὸν ὅμως νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι κρεῖττον τοῦ περυσινοῦ, διότι ὁ καθαρισμὸς, κατ’ αὐτὸ, θέλει γίνει ἐνταῦθα, καὶ ἐνταῦθα θὰ διαιρεθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι τὰ νομίσματα ὑπὸ ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς. Κατὰ ταῦτα, κύριοι, καί τοι κατ’ ἀρχὴν ἔχω ἐναντίαν ὅλως γνώμην, δέχομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπέβαλεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν ἐξαιρέσεων, ἃς ὑπέδειξα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ἐνθυμουμένη, ὅτι ἂν σύμβασις τοιαύτη, οἵα ἡ γενομένη κατὰ τὸ 1874, ἐπαναληφθῇ καθ’ ὅμοιον τρόπον, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἔσται λυπηρά.
§89ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἔχετε σημείωσιν τῶν ἐξαιρετέων;
§90ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω, μάλιστα’ θὰ τὴν ὑποβάλω ὡς πρότασιν.
§91Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον ἀνεκοινώσατε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιῤῥήσεις ταύτας;
§92ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς ποῖον νὰ τὰς ἀνακοινώσω; Εἶπον, ὅτι δέχομαι νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἔχω πρότασιν περὶ ἐξαιρέσεώς τινων ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρουμένων.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Παραδέχομαι ἐν ἀρχῇ ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας. Προχωρῶ ἔτι μᾶλλον αὐτοῦ, καὶ λέγω, ὅτι ἀπὸ τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς Ὀλυμπίας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετακινηθῇ οὔτε εἷς χάλιξ. Ἀλλ’ εὑρίσκομαι ἐνώπιον μιᾶς Συμβάσεως, ἡ ὁποία συνωμολογήθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μας καὶ ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν μας. Νομικὴν ὑποχρέωσιν δὲν ἔχομεν, ἔχομεν ὅμως ἠθικήν, νὰ δώσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζομεν, ὅτι εἶναι διπλᾶ. Ἡ Γερμανία ζητεῖ νὰ δώσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ἡμεῖς διπλᾶ (θόρυβος). Ἐπιτροπή, ἐκλεχθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μας, μετέβη εἰς Ὀλυμπίαν καὶ ὥρισε τὰ διπλᾶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν. Θὰ τὰ ἀρνηθῶμεν;
§94ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀποφασίσῃ.
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δηλαδὴ ἡ Βουλή. Ἡ σταλεῖσα ἐπιτροπὴ συνεζήτησε μετὰ τῶν Γερμανῶν καὶ μᾶς ὑποδεικνύει ποῖα θεωροῦσι διπλᾶ. Ἐπὶ τέλους αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ.
§96ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι ἀνέκκλητος ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς;
§97ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἀπορῶ πῶς δὲν προέθησαν νὰ ζητήσουν καὶ τοὺς σπονδύλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι, προκειμένου περὶ ἀρχαιοτήτων, οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐστάλησαν ἐνδιαφέρονται τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου μὲ ἡμᾶς, τοὺς γινώσκετε. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης εἶναι κέρβερος. Θὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔκρινον ἐπιπολαίως; Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπεγράψαμεν μίαν συνθήκην. Τώρα, νομίζει ἡ Βουλή, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Δραγούμης; Πρέπει νὰ ἐκλεχθῇ νέα ἐπιτροπή, νὰ ὑπάγῃ ν’ ἀποφασίσῃ; Κακὸν, κύριοι, ὅ,τι πρότερον ἔγινεν. Περισσότερον λυποῦμαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα κ. Δραγούμην· ἐπαναλέγω, δὲν ἔπρεπε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ ἔδαφος τῆς Ὀλυμπίας οὐδὲν ἐξ ὅσων ἐκεῖ εὑρέθησαν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ λυθῇ· ἔχομεν μίαν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποφύγωμεν. Ὅλα ὅσα λέγομεν σήμερον ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι, ὅταν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις, τότε ἂς ἐλέγομεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ ἐξέλθῃ τίποτε ἀπὸ τὴν Ὀλυμπίαν.
§99ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συμβάσεως καὶ πέρυσιν ὅτε ἦλθε τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ πρόκειται, ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ σήμερον εἶμαι ἐπίσης εἰς τὴν αὐτὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ἀκολουθήσω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ τότε· ἔτι δὲ μᾶλλον σήμερον, διότι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεγαρίδος καὶ μετὰ τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσε, μᾶς δίδετε πλέον οὐχὶ τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ ὁμολογία ἡ ῥητὴ, ὅτι τὰ ἀγάλματα ἐκεῖνα δὲν δύνανται νὰ δοθῶσι· διότι, κύριοι, ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε μίαν εἰκόνα παριστῶσαν 17 γυναῖκας πεπλοφόρους ὅπως εἶναι τὰ ἀγάλματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος· δύναται αὐτὴ ἡ εἰκὼν νὰ ἔχῃ δύω ὁμοίας εἰκόνας; ὄχι· αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὴν ἀγαλματοποιΐαν ἔτι περισσότερον· καὶ ἂν ἦσαν ὅμοιαι αἱ πεπλοφόροι γυναῖκες, τότε ἔπρεπε νὰ δώσωμεν 8 καὶ ὄχι δύο· ἂν δὲν ἦναι ὅμοιαι, δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν καμμίαν.
§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς διακόψω. Ἐπεσκέφθην τὰς ἀνασκαφὰς τῆς Ὀλυμπίας. Ἐκεῖ μὲ ὡδήγησεν ὁ κ. Καββαδίας γνωστὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους ἀρχαιολόγος. Εἶδον τὰς 17 ταύτας πεπλοφόρους γυναῖκας, κατὰ δὲ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὸς μοὶ ἔδωκε καὶ τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ εὐκολώτατα ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω, ἐπὶ τῶν Ῥωμαϊκῶν χρόνων ὑπῆρχον ἐργοστάσια, κατασκευάζοντα σώματα γυναικῶν πεπλοφόρων, ὅμοια ἐντελῶς πρὸς ἄλληλα, τὰ ὁποῖα ἐξέθετον πρὸς πώλησιν· ἔλιπε δὲ μόνον ἡ κεφαλή. Οἱ τότε εὔποροι μετέβαινον καὶ ἠγόραζον ἐκ τούτων προσθέτοντες τὴν κεφαλήν. Αἱ πεπλοφόροι λοιπὸν εἰσιν ἔργα Ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς, ὅμοια δὲ ὑπάρχουν τούτων πολλά.
§101ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ μὲ ὅλας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος ἐπεσκέφθη τὴν Ὀλυμπίαν, ἐγὼ δὲ δὲν τὴν ἐπεσκέφθην, ἄλλως δὲν εἶμαι καὶ ἁρμόδιος, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι σήμερον, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν φωτογραφίαν δύω ὅμοια· πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν διάφοροι τεχνῖται νὰ κατασκευάζουν πεπλοφόρους γυναῖκας μὲ προσθέτους κεφαλὰς καὶ νὰ ἦναι ὅλαι ὅμοιαι! αὐτὸ εἶναι ἐναντίον τῆς φύσεως. Νομίζω, λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη εἶναι ὀρθοτάτη, καὶ ὅτι κατ’ οὐδὲν θὰ προσβληθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ ἔθνους, ἂν δὲν προσχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀπαίτησιν· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα, ἐὰν ὑποχωρήσωμεν, ὅλοι θὰ μᾶς κατακρίνουν καὶ θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐνεδώκαμεν ἀποβλέποντες εἰς ἄλλους σκοπούς. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ συμφώνως πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δραγούμης, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὀνομάσω ἱερόσυλον.
§102ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, μέλος ὢν τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρίας ὑπεστήριξα τὴν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γερμανικῆς σύμβασιν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θεωρῶν αὐτὸ ὡς συνέπειαν τῆς συμβάσεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν σκέπτεται περὶ τῶν ζητημάτων τῶν ἔργων τῆς ὡραίας τέχνης ὁ ἀξιότιμος κ. ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς, εἶναι τρόπος στενός. Κύριοι, τὰ ἔργα τῆς ἀρχαίας τέχνης δὲν ἀνήκουν μόνον εἰς τοὺς ἐκτελέσαντας αὐτά· εἶναι ἔργα τῆς ἀνθρωπότητος ὁλοκλήρου, διότι ἡ ἀνθρωπότης καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰ ἔργα τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς προόδου εἶναι ἀλληλέγγυος. Τί ἠθέλατε εἰπεῖ, ἐὰν ὑπεβάλετο πρότασις λέγουσα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημοσιευθῇ ἔργον ἀρχαῖον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ εἶναι Ἑλληνικὸν, καὶ μόνοι οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἀναγνώσουν.
§103ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἴσα ἴσα ἀνέγραψεν ἡ συνθήκη τῶν Γερμανῶν, ὅτι δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ τὰ ἔργα τῆς Ὀλυμπίας, πλὴν αὐτῶν. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ Παρίαι καὶ οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι ἔχουν τὰ δικαιώματα.
§104ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ σήμερον εἶναι ἔργα τέχνης, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐξαίσια· τί ἠθέλατε εἰπεῖ, ἂν ἐτίθετο νόμος ἀπαγορεύων τὴν ἀγορὰν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἔθνους πρὸς τὸ ἕτερον. Τὰ ἔθνη τείνουν ἤδη εἰς τὴν ἀδελφοποίησιν, αὐτὸς εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς ἀνθρωπότητος.
§105ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε πολὺ δίκαιον ἔχει ὁ Ἐλγῖνος, ὅστις ἀφήρπασε τὰ ἀρχαῖα καὶ τὰ περιέφερεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ μελετήσῃ.
§106ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ ἐπρολάβατε· θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου καὶ θὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀρχαιοτήτων· Διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἔργων τέχνης, τὰ ὁποῖα εἶναι προσκεκολλημένα εἰς τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, ἅτινα ἀποσπώμενα καταστρέφουσι τὴν ἑνότητα τοῦ ἔργου, καὶ ἑπομένως τὸ ὡραῖον αὐτοῦ, ἡ ἀφαίρεσις καὶ τοῦ ἐλαχίστου τεμαχίου εἶναι ἱεροσυλία· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἔργων ἀπεσπασμένων, μὴ ἀποτελούντων σύνολον, νομίζω, ὅτι ἀντιστρατευόμεθα κατὰ τοῦ πνεύματος τῆς ἐποχῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου καὶ τῆς προόδου τῆς ἐπιστήμης, ἐμποδίζοντες τὰς ἀνασκαφὰς τὰς γινομένας μάλιστα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λαμβάνωσιν οἱ ποιοῦντες τὰς ἀνασκαφὰς μέρος μόνον τῶν ἀνακαλυπτομένων ἔργων τῆς ἀρχαιότητος. Μὴ θέλετε νὰ κρύπτετε τὸ τάλαντον ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Αἱ ἀρχαιότητες δὲν εἶναι ἔργα ἡμῶν, ἀλλ’ ἔργα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλιπον. Ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντλήσωμεν ἡμεῖς τιμὴν καὶ δόξαν. Τὰ ἔργα τιμῶσι καὶ δοξάζουσι μόνον τοὺς κατεργαζομένους αὐτά· δὲν ὠφελούμεθα ἐκ τοῦ τρόπου τοῦ στενοῦ τοῦ σκέπτεσθαι περὶ τοιούτων ἀντικειμένων. Τὰ ἔργα τῶν προπατόρων ἡμῶν καὶ διασκορπιζόμενα εἰς τὴν ὑφήλιον ὠφελοῦσιν ἡμᾶς, διότι μανθάνουσιν ἐξ αὐτῶν οἱ ἄνθρωποι, ὅτι ὑπῆρξε πάλαι ποτὲ ἔθνος, τὸ ὁποῖον παρήγαγε τοιαῦτα θεσπέσια ἔργα καὶ ὅτι σώζονται ἀκόμη ἀπόγονοι τοῦ ἔθνους ἐκείνου καὶ ἔχουσι τὴν φιλοτιμίαν καὶ ἐργάζονται, ὅπως δυνατὸν φθάσωσιν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ ἔφθασαν ἐκεῖνοι. Ἐπεσκέφθην μάλιστα τῆς Εὐρώπης καὶ ὅταν ἤκουον ξένους θαυμάζοντας τὰ ἔργα τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης ἠσθανόμην ὑπερηφάνειαν, διότι τὸ τοιοῦτον ἦτο μία τιμή, ἡ ὁποία ἀπεδίδετο εἰς τὸν ἐν γένει Ἑλληνισμόν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα ἔργα, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἣν θέσιν εἴμεθα. Τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος καλύπτει πολλοὺς θησαυρούς, καὶ πρέπει νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ μέσα τὴν ἄδειαν νὰ κάμωσιν ἀνασκαφάς, ὅπως προέρχωνται οὗτοι εἰς φῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἐπιστημῶν. Θὰ μείνωσι δὲ ἱκανὰ καὶ δι’ ἡμᾶς, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸ πλουσιώτερον μουσεῖον τῆς οἰκουμένης· ἀρκεῖ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διατηρήσωμεν τὰ ἐναπομένοντα ἐν καλῇ καταστάσει καὶ νὰ ἔχωμεν μουσεῖα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἦναι χρήσιμα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἀναπτυχθῇ παρ’ αὐτοῖς τὸ αἴσθημα τοῦ καλοῦ. Ὀφείλομεν, κύριοι, εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Αὐτοκρατορικὴν τῆς Γερμανίας κυβέρνησιν διὰ τὰς ἀνασκαφὰς ταύτας, δι’ ὧν ἐγένοντο γνωστὰ πολλὰ κειμήλια τέχνης, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ὀρθὴν κατάληψιν τῆς ἀνθρωπίνου ἱστορίας, διότι ἀκόμη καλύπτονται ὑπὸ σκότος πολλὰ μέρη τῆς ἱστορίας. Ἡ Ὀλυμπία ἀνεσκάφη, πρέπει νὰ τὴν καταστήσωμεν Μουσεῖον. Ἀλλ’ εἴμεθα εἰς κατάστασιν;
§107ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα καὶ παραεἴμεθα.
§108ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μὲ λόγια.
§109ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὄχι, μὲ πράγματα, καὶ τοιαῦτα λόγια δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ἐνταῦθα.
§110ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δυστυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν καὶ νὰ διατηρήσωμεν ὅ,τι ἔχομεν.
§111ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὰ κιονόκρανα τὰ θεωρεῖτε ὡς μέρη, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀποσπασθῶσι;
§112ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι, ἐὰν ἦναι δυνατὴ ἡ ἀνοικοδόμησις τοῦ ναοῦ, ὅπερ δὲν πιστεύω. Δέον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ παραχωρήσωμεν πρὸς τὴν Γερμανίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐγνώμονες, διότι ἔκαμε τὰς ἀνασκαφὰς, ἅπαντα τὰ ἐν τῷ σχετικῷ καταλόγῳ ἀναφερόμενα, ἀρκούμενοι εἰς τοῦτο ὅτι ἐγένετο γνωστόν, ὅτι εἶναι ἔργα Ἑλληνικά. Κύριοι, κακῶς ποιοῦντες θέτομεν ἐντὸς τοῦ ἐμπορίου πᾶν ἔργον ἀρχαίας τέχνης. Ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ ὁ τοιοῦτος νόμος, καὶ νὰ ἐπιβάλλεται μόνον εἰς τὸν ἀνακαλύπτοντα ἀρχαῖα νὰ καθιστᾷ τοῦτο γνωστὸν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρίαν καὶ νὰ δίδηται προκειμένης πωλήσεως αὐτῶν ἡ προτίμησις εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Δέον ὅμως, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξέλθωσιν ἀρχαῖα τῆς χώρας, νὰ καθίσταται τοῦτο γνωστόν, ὡς καὶ τὸ μέρος ἔνθα μεταφέρονται. Κύριοι, νομίζω, διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὅτι πρέπει νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δραγούμη. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τῆς συμβάσεως μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Γερμανικῆς κυβερνήσεως καὶ χάριν τῶν τεχνῶν καὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος νὰ παραχωρηθῶσιν ὅσα ἀπεφάνθησαν, ὅτι εἶναι παραχωρητέα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰδικοί.
§113ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ συζήτησις αὐτὴ εἶναι ματαία. Καλούμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρῶτον δὲν εἴδομεν, καὶ δεύτερον, καὶ ἂν ἠθέλομεν τὰ ἴδει, δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν ταῦτα ταυτίζωνται μὲ τὴν Ἑλληνικὴν μεγαλοφυΐαν. Ἐὰν λοιπὸν διὰ τῆς ἀποφάσεως, ἣν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ, δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ δοθῇ πεφωτισμένη λύσι τοῦ ἀμφισβητουμένου ζητήματος, διότι ἡ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπικρίνῃ ἢ ἀποδοκιμάσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Λοιπόν, κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν κατ’ οὐδὲν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος συντελοῦσι τὰ φῶτα ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν· διότι καὶ ἂν ἅπαντες ἀπετελοῦμεν συνέδριον, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὐσυνειδήτως νὰ ψηφίσωμεν ἐφ’ ὅσον δὲν ἴδωμεν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος ἀρχαιότητας ἐπὶ τοῦ βήματος. Ὑπάρχουσι λοιπὸν περιστάσεις ἐν ταῖς Κοινοβουλίοις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ψῆφος τοῦ Κοινοβουλίου κατ’ οὐσίαν μὲν εἶναι τυφλή, κατὰ τύπους δὲ ἄγεται ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ὅπως δήποτε περιβεβλημένοι αὐθεντίαν καὶ βαθμόν τινα τιμιότητος, ἀποφαίνονται, ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι ἐπιψηφιστέα ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§114Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Δουζίνας λέγει — καὶ ἔχει δίκαιον, — ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ πρέπει ν’ ἀφεθῶμεν τυφλῶς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀπεφάσισεν ὅπως ἀπεφάσισεν. Αὐτὴν τὴν γνώμην ὁ κ. Δουζίνας ἔχει σήμερον μόνον, διότι ὅτε μία ἐπιστιμονικὴ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ μετατοπισθῇ ὁ ναύσταθμος ἀπὸ τὸν Πόῤῥον εἰς Ἅγιον Γεώργιον, διέῤῥηξε τὰ ἱμάτιά του, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§115ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς συγκρίνει ἓν πραγματικὸν γεγονός, ὁποῖον μία πρᾶξις Κυβερνητική, διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὁποίας κυρίως προώρισται ἡ Βουλή, πρὸς τὴν ἐπιστημονικὴν διάγνωσιν τῶν ἔργων τῆς καλλιτεχνίας κατὰ ποιὸν τέχνης καὶ χαρακτῆρα ἐποχῆς, καὶ συμπεραίνει, ὅτι, ἀφοῦ τὸ πρῶτον δυνάμεθα, ἄρα καὶ τὸ δεύτερον... Φαντασθῆτε λοιπὸν ποῖα εἶναι τὰ φῶτα τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀρχαιοτήτων.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται εἰς ἐξέτασιν, δὲν ἀπαιτεῖ τὴν παρουσίαν τῶν ἀγαλμάτων ἐδῶ. Εἶναι προφανές, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὅπως περιέγραψεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτής· οὐχ ἧττον τὸ ἓν εἶναι διάφορον τοῦ ἄλλου. Εἶναι ἴσως ἔργα τοῦ αὐτοῦ ἐργαστηρίου, κατεσκευασμένα πρὸς ἐμπορίαν ἴσως, εἶναι ἔργα εὐτελοῦς τέχνης, ἀλλὰ τὸ ἓν δὲν εἶναι πανομοιότυπον τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχομεν αὐτὰ ἐδῶ διὰ νὰ κρίνωμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἕκαστον κιονόκρανον ἀποτελῇ τὸ διπλοῦν τῶν ἄλλων· ἕκαστον κιονόκρανον ἀνήκει εἰς ἕνα κίονα. Ὁ κ. βουλευτὴς Αἰγιαλείας φρονεῖ, ὅτι εἶναι στενὸς ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ τὰ περὶ ἀρχαιοτήτων· ἐγὼ δὲ δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἤθελον εὑρεθῆ ἄνθρωποι ἐκτιμῶν διαφόρως τὰ περὶ αὐτῶν ἢ ὡς ἐκτιμῶ ἐγώ, ἀφοῦ μάλιστα βλέπω, ὅτι μεταξὺ τῶν κρειττόνων σοφῶν τῆς Εὐρώπης ἐπαινεῖται ἡ Ἑλλὰς διὰ τὴν περὶ φυλάξεως τῶν ἀρχαιοτήτων μέριμναν καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐλευθερίας τῆς παρεχομένης ὑπ’ αὐτῆς πρὸς μελέτην τῶν ἔργων τῆς ἀρχαίας τέχνης. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων κατὰ τοῦτο μόνον αὐστηρὸν, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἀρχαιοτήτων, καθ’ ὅλα ὅμως τὰ ἄλλα ὁ νόμος ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι ὅ,τι ἐλευθεριώτερον ὑπάρχει ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ. Κανὲν ἔθνος δὲν παρέχει τόσην ἐλευθερίαν ὡς πρὸς τὰς ἀρχαιότητας ὅσην ἡ Ἑλλάς. Τὰ μουσεῖα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀδιακρίτως ἀνοικτὰ εἰς πάντας καὶ πρὶν ἢ ἔτι αὐτὸς ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων ἀντιγράψῃ ἐπιγραφήν τινα, πρὶν ἢ μελετήσῃ αὐτὸς τὰς εὑρισκομένας ἀρχαιότητας, ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέρχωνται οἱ ξένοι, νὰ μελετῶσι, ν’ ἀντιγράφωσι τὰς ἐπιγραφὰς, τὰς ὁποίας πολλάκις ἐξ αὐτῶν πρώτων μανθάνομεν. Οὔτε ἡ Ἰταλία αὐτὴ ἔχει τοσαύτην ἐλευθερίαν. Ὑπάγετε νὰ ζητήσητε παρὰ τῆς Ἰταλίας, ἥτις μόνη δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὡς πρὸς τὸν ἀρχαιολογικὸν πλοῦτον, νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ τοιοῦτον. Δύναται ἴσως νὰ παραβλέψῃ καὶ αὐτὴ νὰ ἐξέλθῃ ἀγγεῖον ἤ τι ἄλλο μικρὸν ἢ εὐτελὲς ἀλλὰ προκειμένου περὶ σπουδαίων καλλιτεχνημάτων περὶ ἀρχιτεκτονικῶν τμημάτων, οὐδέποτε βεβαίως θὰ ἐπιτρέψῃ ἀφαίρεσιν τοιαύτην. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι στενὴ τῶν πραγμάτων ἐκτίμησις, ὅταν ἔθνος τι ἐλεύθερον καὶ πεπολιτισμένον λέγῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐξέλθωσι τῆς χώρας αὐτοῦ ἀντικείμενα, τῆς ἀρχαίας αὐτοῦ τέχνης. Ἂς ἔλθωσιν ἐνταῦθα οἱ ἐπιστήμονες ξένοι νὰ μελετήσωσιν αὐτά. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα εἰς τὴν ὁποίαν πᾶς ἐπιστήμων θέλει ἔλθει· ἄνευ ἐπισκέψεως αὐτῆς δὲν συμπληροῦνται αἱ περὶ τοῦ πολιτισμοῦ αὐτῆς μελέται. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἵδρυσαν ἐνταῦθα Σχολάς. Ἱδρύθη πρώτη ἡ Γαλλικὴ Σχολή, ὑπάρχει ἤδη ἡ Γερμανική. Πρόκειται δὲ ν’ ἀποφασισθῇ καὶ ἵδρυσις Ῥωσσικῆς Σχολῆς. Νομίζω μᾶλλον, ὅτι ὁ τρόπος δι’ οὗ βλέπει τὰ πράγματα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον εὐρὺς, βαίνει ὑπὲρ τὰ ἐσκεμμένα. Ἡ Τουρκία μόνη παρέχει παράδειγμα ἀδιαφορίας πρὸς τὰ κειμήλια τῆς τέχνης, καὶ μόνην αὐτὴν βλέπετε, ὅτι πρὸς πάντας τοὺς ξένους, ἵνα τύχῃ μικρᾶς τινος χάριτος, παρέχει ἄδειαν, ἵνα διαρπάζουν αὐτά.
§117ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ἰδικά της.
§118ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως, διότι δὲν εἶναι ἰδικά της, δὲν συνάδουσι πρὸς τὸν πολιτισμόν της, καὶ δὲν γινώσκει νὰ βελτιωθῇ δι’ αὐτῶν. Θὰ εἴπω δύω λέξεις ἔτι, ἵνα ἀποδείξω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Αἰγιαλείας, ὅτι πολὺ ἀπέχουσιν ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορεῖ τοῦ νὰ δεικνύωνται αὐτοὶ ἐλευθέριοι. Ἂν οὗτοι ἐδεικνύοντο ἐλευθέριοι, διατί νὰ ἀπαγορεύσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ λαμβάνῃ ἀποτυπώματα ἴδια τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνευρισκομένων ἰδίων αὐτῆς κτημάτων; Διατί νὰ ἐπιμένωσιν ἀκόμη καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι ἂν ἡ Ἑλλὰς θέλῃ εἰκόνας τῶν ἀρχαιοτήτων τούτων, πρέπει πάντως ν’ ἀπευθύνηται εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα λάβῃ αὐτὰς, καὶ δὲν τῇ ἐπιτρέπεται ν’ ἀπευθυνθῇ, οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν, οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἴσως δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι τελειότεραι; Διατί ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι πρὸς ἔθνος, τὸ ὁποῖον διὰ συνθήκης παρεχώρησεν ἐπὶ δεκαετίαν ὅλην εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, νὰ λαμβάνῃ ἐλευθέρως ἀποτυπώματα τῶν ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος ὑπαρχουσῶν ἢ ἀνακαλυφθησομένων ἀρχαιοτήτων; Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐνόησε τὸ πνεῦμα τῶν λόγων μου· δὲν θέλω νὰ παραβῶμεν τὴν ἠθικὴν ἡμῶν ὑποχρέωσιν, διότι μόνον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἔχομεν πρὸς τὴν Γερμανίαν. Τὸ ἄρθρον 6 ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἰδιοκτήτρια πάντων τῶν προϊόντων οὗ τινος τῆς ἀρχαίας τέχνης καὶ παντὸς ἄλλου πράγματος ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἀνακάλυψις ὡς ἐκ τῶν ἀνασκαφῶν.» Ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πᾶν ὅ,τι εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, εἶναι ἰδικόν της. «Ἀπὸ μόνης δὲ τῆς θελήσεως αὐτῆς θέλει ἐξαρτᾶσθαι τὸ νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γερμανίαν τὰ διπλᾶ ἢ ὅμοια τῶν κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς ταύτας εὑρεθησομένων καλλιτεχνημάτων.» Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μείνωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἄρθρου. Λοιπὸν προτείνω νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν πάντα τὰ διπλᾶ καὶ ὅμοια ὅσα εὑρίσκομεν, οὕτω χαρακτηριζόμενα ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν πραγματογνωμόνων· ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατωνόμασα, δὲν εἶναι διπλᾶ.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν γνώμην ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ περὶ αὐτῶν;
§120ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ θεωρεῖ παραχωρητέα.
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ λέγει διπλᾶ;
§122ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ θεωρεῖ ἁπλῶς παραχωρητέα· δὲν λέγει διατί. Ἐννοεῖ πιθανῶς ὅτι εἶναι διπλᾶ. (Ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον). «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ διπλῶν καὶ πολλαπλῶν εὑρημάτων πάντα τὰ ἐν τῷ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντι λεπτομερεῖ καταλόγῳ τῆς ἐπιτροπῆς σεσημειωμένα καὶ ἤδη ἀποκεχωρισμένα ἐν ταῖς ἐν Ὀλυμπίᾳ συλλογαῖς.» Ἐδῶ προσθέτω διὰ τῆς τροπολογίας μου: «ἐξαιρουμένων τῶν ἐννέα λιθίνων ἀγαλμάτων καὶ ἀναγλύφων, τῶν ἐπιγραφῶν καὶ τῶν 53 λιθίνων τεμαχίων μελῶν διαφόρων κτιρίων» καὶ παραιτοῦμαι ἀπὸ πάσης μου ἄλλης παρακλήσεως.
§123ΤΖΑΝΕΣ. Περὶ τῶν νομισμάτων τί λέγεται;
§124ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι περὶ τούτων εἴμεθα ἀσφαλεῖς· ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν θέλει γίνει ἐνταῦθα ὑπὸ ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν περιλαμβάνεται ὁ διευθυντὴς τοῦ νομισματολογικοῦ μουσείου, ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ εἷς ἄλλος ἔξωθεν ἀρχαιολόγος.
§125ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τὴν λύπην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεγαρίδος, διότι μέρος τῆς πολυτίμου συλλογῆς τῆς Ὀλυμπίας πρόκειται ν’ ἀποσπασθῇ αὐτῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις νὰ δώσωμεν τὰ διπλᾶ τῶν εὑρεθέντων ἀρχαίων ἐν Ὀλυμπίᾳ εἰς τὴν Γερμανίαν, νομίζω, ὅτι τὰ τεμάχια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος κ. Δραγούμης, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τοῦ καταλόγου, δὲν παρουσιάζονται ἔχοντα τόσην τεχνικὴν καὶ ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, ὥστε νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα δυσκολίας εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἠθικῆς ταύτης ὑποχρετεώς μας. Ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὡρίσωμεν ἐνταῦθα τὰ τεμάχια, ἅτινα πρέπει νὰ δώσωμεν ὡς διπλᾶ εἰς τὸ Μουσεῖον τοῦ Βερολίνου, ἤθελον προτείνει ἴσως τὴν ἐξαίρεσιν ἄλλων ἀντὶ τῶν πεπλοφόρων γυναικῶν ἢ τῶν τηβεννοφόρων ἀνδρῶν, τὰ ὁποῖα θεωρῶ ὅτι εἶναι ἔργα ῥωμαϊκῆς ἐποχῆς. Ἤθελον προτιμήσει π. χ. ἀντὶ τούτων τὰ χάλκινα ἀγαλμάτια τῆς ἀρχαϊκῆς Ἑλληνικῆς τέχνης.
§126ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἑκατὸν χιλιάδες ἀπ’ αὐτά.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προτιμῶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἓν περιπλέον χάλκινον ἀγαλμάτιον Ἑλληνικῆς τέχνης, ἔστω καὶ ἂν ἔχωμεν ἑτέρας 100,000, παρὰ ἓν κοινὸν ἄγαλμα Ῥωμαϊκῆς τέχνης, μὴ προσθέτον τίποτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τέχνην καὶ ἱστορίαν, ἥτις ἐνδιαφέρει ἀμέσως, ἀλλὰ ἐξαιροῦντες τὰ Ἑλληνικὰ ταῦτα τεμάχια, ἐλαττοῦμεν τὴν ἀξίαν τῆς αὐθορμήτου καὶ ἄνευ δυσκολίας ἐκτελέσεως τῆς ἠθικῆς ἡμῶν ὑποχρεώσεως πρὸς τοὺς ἐνεργήσαντας μετὰ τοσαύτης ἐπιστημονικῆς εὐσυνειδησίας καὶ τελειότητος τὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφάς. Σήμερον δέ, ὅτε ἀντικείμενον μεγίστης ἀξίας ἐξέρχεται λάθρα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐξαίρεσις καὶ τούτων δὲν ἤθελε συντελέσει πολὺ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν συλλογῶν. Ἄλλως τε δὲν δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν διαφόρων τούτων ἔργων καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν πίστιν εἰς τὰ εἰδικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐξετάσαντα ἐπιτοπίως ὅλα τὰ ἐν Ὀλυμπίᾳ εὑρεθέντα ἔκριναν ποῖα δυνάμεθα ν’ ἀποσπάσωμεν ἐξ αὐτῶν ὡς διπλᾶ καὶ τὰ δώσωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἐὰν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὰ πολύτιμα ἔργα τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς τέχνης, ἄλλα μέτρα πρέπει νὰ λάβωμεν.
§128ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Ἡμεῖς παραδεχόμεθα νὰ ἐξαιρέσωμεν καὶ ἄλλα ἀπὸ τὸν κατάλογον.
§129ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς παραχωρήσεως τῶν διπλῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἠθικῆς ἡμῶν ὑποχρεώσεως, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ δείξωμεν δυσκολίας, ἐξαιροῦντες ἀντικείμενα, ἅτινα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης δὲν ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν· λέγω δὲ τοῦτο, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ σταλεῖσα ἐπιτροπὴ τοιουτοτρόπως ἐσκέφθη προσδιορίσασα τὰ ἐν τῷ καταλόγῳ σημειούμενα ὡς διπλᾶ.
§130ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Φρονῶ καὶ ἐγώ, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ὁ κ. Δραγοῦμης, ὅτι ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀτυχῶς ὑφισταμένης Συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Δυνάμεως, σήμερον ὀφείλομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως· συγχρόνως ὅμως νὰ διακηρύξωμεν ἐπισήμως, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν ἐννοεῖ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀναγκάζηται νὰ ψηφίζῃ τοιαύτην ὀδυνηρὰν ἀπογύμνωσιν τῆς Πατρίδος ἀφ’ ὅ,τι ἔχει τιμαλφέστερον ἐν αὐτῇ.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δυσκόλως δύναμαι ν’ ἀνθέξω εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι ἐὰν ἦναί τι, εἰς ὃ σταθερῶς ἐπανέρχομαι ἐνασχολούμενος, ἐνῷ πᾶν ἄλλο δὲν ἠκολούθησα διὰ τῆς αὐτῆς σταθερότητος, εἶναι τὰ ἀρχαιολογικά, οὐχὶ πρὸς μελέτην, ἀλλ’ ἐκ περιεργείας, καὶ ἐπιθυμῶ ἡ συζήτησις, νὰ λάβῃ σοβαρὸν χαρακτῆρα, καὶ ν’ ἀνέλθωμεν εἰς ἀνωτέραν ἔποψιν, ἢ ὅσον ἤκουσα μέχρι τοῦδε νὰ γίνηται περὶ τοιούτου θέματος λόγος. Ἔνθα μέν, ἤκουσα ἐπαινούμενον τὸν ἡμέτερον νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ θεωρούμενον ὡς λίαν πρόσφορον, ἔνθα δὲ πάλιν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀρχαιολογικῶν πραγμάτων ὡς περὶ ὑλικοῦ τινος κτήματος. Πρῶτον, κύριοι, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν ἡμέτερον νόμον, ἵνα ἤμεθα ἐν γνώσει τοῦ πράγματος· εἶναι τρόπῳ τινὶ μοναδικὸς νόμος, διότι οὐδὲν Κράτος σήμερον ἔχει τοιοῦτον νόμον. Ὁ τοιοῦτος νόμος, ὃν φιλοτιμούμεθα νὰ ἐπαινῶμεν, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων, εἶναι ὁ νόμος τῆς παποκρατίας. Ἡ παποκρατία ἐν Ῥώμῃ, ὅτε ἤκμαζε, κατεσκεύασε τὸ πρωτότυπον τοῦ νόμου τούτου. Εἶναι παράδοξον πῶς ἡμεῖς οἱ δυσανασχετοῦντες ν’ ἀκούσωμεν, ὅτι πλησιάζομεν πρὸς τὴν δυτικὴν Ἐκκλησίαν, ἐναγκαλιζόμεθα ἀπρὶξ τὸ ἔργον τῆς παποκρατίας καὶ μετὰ θαυμασμοῦ λέγομεν, τί λαμπρὸν νόμον ἔχομεν! συνάμα δὲ νομίζομεν, ὅτι διὰ τοιούτου νόμου ἐσώσαμεν τὰς ἀρχαιότητας. Δὲν σώζονται διὰ τοιούτου νόμου. Ἡ Ἰταλία ἔχει πολλὰς ἀρχαιότητας, τὰ πλεῖστα ἄλλα Κράτη τῆς Εὐρώπης ἐπίσης· ἀλλὰ δὲν χρεωστοῦν αὐτὰς εἰς τοιοῦτον νόμον. Ἀπαγορεύομεν τὴν ἐξαγωγὴν, ἀλλὰ δὲν δίδομεν τὴν ἀποζημίωσιν καὶ οὕτω ὁ ἔχων τὴν ἀρχαιότητα εὑρίσκεται μεταξὺ δύω ἀντιθέτων πειρασμῶν· καὶ τί ὑπερνικᾷ; ἡ ἀπώλεια τῶν ἀρχαιοτήτων. Ὥστε ὁ νόμος δὲν μᾶς σώζει. Ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι εἰς ἡμᾶς ἀναγκαῖος ἕνεκα τῆς πενίας ἡμῶν. Ἐὰν εἴχομεν τὰ μέσα, οὐ μόνον οὐδεμία ἀρχαιότης δὲν ἐξήρχετο ἔξω τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ εἰς θέσιν εἴμεθα νὰ εἰσάξωμεν τὰς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἔχομεν παράδειγμα τὴν Ἰταλίαν, ἥτις ἔχει τὰ κάλλιστα τῶν μουσείων, καὶ σήμερον, ὅτε ἡ παποκρατία ἀπώλεσε τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν καὶ συνεξέλιπεν αὐτὸς ὁ νόμος, ἐν αὐτῇ τῇ Ῥώμῃ εἶναι γνωστὸν, τί συνέβη πρό τινων ἐτῶν. Ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου ἐν Ῥώμῃ εἶχε μανίαν διὰ τὰς ἀρχαιότητας. Ἀφοῦ ἐξώδευσε τὴν περιουσίαν του, τελευταῖον μετεχειρίσθη τὰ χρήματα τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου διὰ νὰ σχηματίσῃ τὸ μουσεῖόν του καὶ ἐν βραχεῖ κατήρτισε τὸ ἄριστον μουσεῖον τῆς Εὐρώπης. Ὁ διευθυντὴς οὗτος τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου, Campana, κατεδιώχθη καὶ ἐπωλήθη τὸ μουσεῖόν του εἰς τὴν δημοπρασίαν. Ποῖαι ἀρχαιότητες ἐξῆλθον ἔξω τῆς Ἰταλίας; αἱ Ἐτρουσκικαὶ ἀρχαιότητες μετηνέχθησαν εἰς τὸ Λοῦβρον, ὅπου ὑπάρχουν σήμερον· αἱ ὡραιόταται Ἑλληνικαὶ καὶ Ῥωμαϊκαὶ ἀρχαιότητες μετηνάστευσαν εἰς Πετρούπολιν ἀγορασθεῖσαι ἀντὶ 3 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ἐνῷ 1½ ἑκατομμύριον, ὡς νομίζω, ἐπλήρωσεν ἡ Γαλλία. Ἰδοὺ, ὅτι μουσεῖα αὐτοσχεδιάζει τις ἀμέσως διὰ χρημάτων, ἐνῷ ἡμεῖς καυχώμενοι, ὅτι ἔχομεν τέλειον νόμον, δὲν διατηροῦμεν οὐδὲ ὅσα ἔχομεν. Ἂς παύσωμεν τοὐλάχιστον καυχώμενοι, ὅτι ἔχομεν τὸν ἄριστον τῶν νόμων καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ καλύπτομεν μόνον τὴν ἔνδειάν μας. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς κτήσεως τῶν ἀρχαιοτήτων. Νομίζετε, ὅτι ὅστις κατέχει τὴν ἀρχαιότητα εἶναι καὶ κύριος αὐτῆς; Τὴν κτῆσιν τῆς ἀρχαιότητος ἔχει μόνον ἐκεῖνος ὅστις δύναται ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ νὰ γνωρίσῃ τὰς καλλονὰς τῆς ἀρχαιότητος. Ἡμεῖς ἔχομεν τὸ μοναδικὸν καὶ ἀνυπέρβλητον ἀριστούργημα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς χειρὸς τοῦ Πραξιτέλους, ἐξ ὧν οὐδὲν ἄλλο σώζεται. Ἦταν ἄγνωστον μέχρι τοῦδε ὁποία ἦτον ἡ τέχνη τῆς ἐποχῆς τοῦ Πραξιτέλους, ὅτε ἀνευρέθη ὁ Ἑρμῆς ἐν Ὀλυμπίᾳ· οὐδὲν μουσεῖον ἔχει ἐν Εὐρώπῃ ἔργα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐρωτῶ, ἐξετιμήσαμεν τὰς καλλονὰς αὐτοῦ τοῦ ἀριστουργήματος; Τί ἐπράξαμεν ὑπὲρ αὐτοῦ; Ἡ ἀγανάκτησις μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ μὴ ἐννοῇ τὸ Ἔθνος τὴν θέσιν, ἣν ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὸν θησαυρόν. Αὐτὸς ὁ θησαυρὸς ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐν Ἀθήναις.
§132ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§133ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλα εἰς τὴν πρωτεύουσαν θὰ ἦναι;
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα Πρωτευούσης καὶ Ἐπαρχιῶν. Δὲν πρόκειται περὶ Πρωτευούσης· ἐδῶ εἶναι ἡ Σχολὴ τῆς γλυπτικῆς τέχνης. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Πραξιτέλους δύναται νὰ μεταδοθῇ ὁ σπινθὴρ πρὸς ἀναζωπύρησιν τῆς τέχνης καὶ νὰ σχηματισθῇ σχολὴ γλυπτικὴ ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ἐκ τῶν καλλιτεχνημάτων, ὅσα ἀνάκεινται ἐν τοῖς Μουσείοις, ὅλα τὰ λοιπὰ Ἔθνη ἐσχημάτισαν Σχολὰς γλυπτικῆς, καὶ σήμερον ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τοιαῦτα ἀριστουργήματα, ξενιτεύομεν εἰς Ῥώμην, εἰς Μόναχον, εἰς Παρισίους, διὰ νὰ μυηθῶμεν εἰς τὰ ἀπόῤῥητα τῆς γλυπτικῆς, ἐνῷ οὐδὲν τοιοῦτον ἀριστούργημα δύναται νὰ δείξῃ οἱονδήποτε μουσεῖον ἐν Εὐρώπῃ, οὐδὲ ὑπάρχει τελειότερον· εἶναι αὐτόχρημα τὸ ἔμψυχον ἐν μαρμάρῳ. Ἡμεῖς προσέχομεν ἐὰν τὸ μάρμαρον, ὅσον ὑπάρχει ἐκ τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Πραξιτέλους, κεῖται ἐπὶ τόπου· ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ μυστήρια τῆς ἀρχαίας τέχνης νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν; Πῶς θέλετε νὰ ἐπισκέπτωνται αὐτὸν ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἔνθα οὐδὲ κατοικία ὑπάρχει. Ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ἀνωρθώθη ἐπὶ τῶν ποδῶν αὑτοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐῤῥιμμένος κεῖται χαμαὶ, ὅπως κεῖται παρ’ ἡμῖν χαμαὶ καὶ ἡ τέχνη. Παρά τινος τῶν μεγαλοπλούτων ἐδόθη ποσὸν 100 χιλ. δραχ. καὶ μετὰ ταῦτα ἐδιπλασιάσθη πρὸς ἀνέγερσιν μουσείου ἐν Ὀλυμπίᾳ. Τοσαύτην βλέπω τὴν βλάβην εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὴν τέχνην, ἐὰν κλεισθῇ ἐκεῖ ὁ Ἑρμῆς, ὥστε προτιμῶ ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν δωρεάν.
§135ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μάλιστα.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς γείνῃ ἡ δαπάνη, διὰ νὰ μετενεχθῇ ἐδῶ ὁ Ἑρμῆς τοῦ Πραξιτέλους, διὰ νὰ θέσωμεν αὐτὸν ἐν μέσῳ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου εἶναι προσιτὸς εἰς τὴν σχολὴν τῆς γλυπτικῆς καὶ δύναται ν’ ἀναφλέξῃ πάλιν τὴν σβεσθεῖσαν λαμπάδα τῆς τέχνης. Σᾶς λέγω τὸν λόγον (θόρυβος). Σεῖς ταράττεσθε, διότι νομίζετε, ὅτι ὁ Ἑρμῆς τοῦ Πραξιτέλους εἶναι ἐπαρχιακὸν προϊόν. Ὄχι! Τὸ ἔργον τοῦ Πραξιτέλους δὲν ἀνήκει εἰς τοῦτον ἢ εἰς ἐκεῖνον· εἶναι ἔργον τῆς Ἑλληνικῆς διανοίας. Καταβιβάζετε τὸν Ἑλληνισμόν, ἐὰν δὲν ἀναβῆτε ἐκεῖ εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος, εἰς ὃ ἀνῆλθεν ἡ Ἑλληνικὴ τέχνη. Τί νομίζετε, ὅτι εἶναι ὁ Ἑλληνισμός; εἶναι σταθμὸς τῆς ἀνθρωπίνης ἀναπτύξεως. Νομίζετε, ὅτι εἶναι κτῆμα ἰδικόν μας ὁ Ἑλληνισμός; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ γενεαλογία, δι’ ἧς ἀνερχόμεθα εἰς τοὺς προγόνους μας; Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι ἀνώτερόν τι. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπετέλεσε περίοδον ἐν τῇ προόδῳ τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, καὶ ἐν τῇ ἀνελίξει τῆς ἐκλάμψεως αὐτοῦ. Οἱ ὄντες εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοοῦν τὴν τελειότητα αὐτῆς τῆς πλαστικῆς τέχνης καὶ τῆς πλαστικῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ νοός, ἐκεῖνοι καρποῦνται ὡς ἴδιον κτῆμα ὅλας τὰς ἀρχαιότητας· ὅσοι δὲ νομίζουν, ὅτι κατέχουν αὐτὸ τὸ κτῆμα, δὲν μετέχουν τῆς ἀπολαύσεως αὐτοῦ, ἔχουν μόνον τὴν ὕλην, τὸν λίθον κατὰ πρόληψιν, ἀλλὰ δὲν γνωρίζουν τί ἔχουν. Σᾶς φέρω παράδειγμα. Ὅλοι οἱ ἡμέτεροι ἀρχαιολόγοι ἀνέβαινον εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ ἐθαύμαζον τὸ ἀριστούργημα τοῦ Φειδίου, τὸν Παρθενῶνα. Ποῖος ὅμως ἀνεκάλυψε τὸ μυστήριον τῆς τέχνης τοῦ Φειδίου, τῆς μεγαλοφυΐας τοῦ ἀρχαίου τεχνίτου; εἷς Ἀμερικανός, ὁ Penrose. Αὐτὸς ἦλθεν ἀπαρατήρητος καὶ ἐμελέτησε τὸν Παρθενῶνα ἐπισταμένως, καταμετρήσας αὐτὸν μαθηματικῶς καὶ μετὰ τῆς ἀκριβείας ἐκείνης, ἣν καταβάλλουν οἱ Ἀμερικανοὶ καὶ οἱ Ἄγγλοι καὶ ὅλοι ὅσοι οὐδὲν παραλείπουν ἀνεξέταστον πρὸς ἀνίχνευσιν τῶν ἀποῤῥήτων ἀρχαίας τέχνης. Τί ἀνεκάλυψε λοιπόν; Ἐρευνῶν τὴν ἀναλογίαν καὶ τὴν ἁρμονίαν ἑκάστου μέρους πρὸς ἕκαστον καὶ πρὸς τὸ ὅλον, ἀνεκάλυψε τὴν καμπύλην γραμμήν, ἀνεκάλυψεν, ὅτι αἱ στῆλαι δὲν ἵσταται κατὰ γραμμὴν εὐθεῖαν, ἀλλὰ κατὰ καμπύλην ἀνεπαίσθητον, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ καμπύλη, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰς στήλας τοῦ περιπτέρου ναοῦ, παρέχει τὴν ὀπτικὴν καλλονήν. Ἀνεπαίσθητος εἶναι ἡ καμπύλη, καὶ ὅμως τὴν ἀνεκάλυψεν, ἐνῷ σήμερον, ἐὰν ἀναθέσητε εἰς ἀρχιτέκτονα νὰ σᾶς παρατάξῃ στήλας, θὰ φροντίσῃ νὰ τηρήσῃ τὴν ὅσον ἔνεστιν εὐθυτέραν γραμμήν, καὶ ἤθελε νομίσει, ὅτι παραβαίνει τοὺς ὅρους τῆς τέχνης, ἐὰν αἱ γραμμαὶ δὲν ἦναι εὐθεῖαι. Σᾶς ἐρωτῶ, ποῖος εὗρεν αὐτὸ τὸ ἀπόῤῥητον; αὐτὸς, ὅστις εἶχε τὸν νοῦ) καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸν νοῦν τῆς ἀρχαιότητος, εἰς ὃν οὐδεὶς ἄλλος εἰσεχώρησεν, οὐδὲ ὑποπτεύθη τὸ μυστήριον τῆς τέχνης. Τί εἶναι ἴδιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τί εἶναι ἡ ἀπαράμιλλος δόξα αὐτοῦ; εἶναι ἡ πρωτουργία· ὅτι ἀκαταπαύστως δημιουργεῖ ἐξ ἰδίων καὶ ἐπινοεῖ ἄνευ πολλῆς προπαρασκευῆς, ἀλλὰ δι’ ἁλμάτων, πάντοτε ἐπιτυχῶν, ὑποκλέπτων τ’ ἀπόῤῥητα τῆς φυσικῆς καλλονῆς, ὡς ὁ Προμηθεὺς τὸ πῦρ ἐκ τῶν οὐρανίων δωμάτων. Εἶναι φυσικὴ ἀνάπτυξις νοὸς ἐκ μεγαλοφυΐας· καὶ, οὕτως εἰπεῖν, ἡ μεγαλοφυΐα αὕτη ἀδιαλείπτως αὐτοσχεδιάζει.
§137ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Καλλιγᾶ, παρακαλῶ, μίαν παρατήρησιν. Βεβαίως, ὅταν εἶσθε εἰς Παρισίους, θὰ εἴδετε τὴν Μαγδαληνὴν καὶ θὰ παρετηρήσατε, ὅτι τὸ κτίριον φαίνεται μεγαλείτερον, ἐνῷ ἡ Μαγδαληνὴ εἶναι μικροτέρα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, περὶ οὗ εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς.
§138ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁ ναὸς τῆς Μαγδαληνῆς ἐν Παρισίοις εἶναι ἐποχῆς ἀρχαιοτέρας, πρὶν ἀκόμη γείνῃ ἡ σπουδὴ τῆς ἀρχαίας τέχνης καὶ μάλιστα τῆς Ἑλληνικῆς· εἶναι πρὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βιγκελμάνου. Ἔκτοτε ἤρξατο ἡ σύντονος μελέτη τῆς ἀρχαίας τέχνης. Πρὸ τοῦ Βιγκελμάνου ἐθαύμαζον τὰς ἀρχαιότητας ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἕκαστος ἐφιλοτιμεῖτο νὰ ἔχῃ ἀρχαῖα ἀγάλματα· καὶ μάλιστα τοιοῦτοι, οἵτινες πολλάκις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσωσιν εἰς τί συνίσταται ἡ ἀξία αὐτῶν. Πρῶτος ὁ Βιγκελμάνος ἐπεδόθη μετ’ ἀκρατήτου ζέσεως εἰς τὴν σπουδὴν τῆς ἀρχαίας τέχνης. Τοσοῦτον ἐφλέγετο, ὥστε ἤλλαξε καὶ θρησκείαν διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Βατικανὸν καὶ νὰ προσληφθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πάπα. Οὕτω ἠδυνήθη νὰ κορέσῃ τὴν δίψαν του καὶ καθαρίσῃ τὸ ἔδαφος τῆς ἀρχαιολογίας, ἕως οὗ ἐγένετο θῦμα τῆς πλεονεξίας, δολοφονηθείς.
§139ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐφονεύθη ἀπὸ ἕνα ὑπηρέτην.
§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σήμερον ὅμως εὑρίσκονται εἰς πολὺ διάφορον θέσιν οἱ ἀρχαιολογοῦντες καὶ γνωρίζουν, ὅσον οὐδὲ φανταζόμεθα, τὶ σημαίνουν τὰ ἔργα τῆς τέχνης, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς οὔτε βῆμα εἰσέτι προέβημεν εἰς τὰς γνώσεις ταύτας. Πάντες ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ καὶ οἱ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος εἶναι ἀνώτεροι ἡμῶν κατὰ τὰς γνώσεις περὶ τῆς τέχνης τῶν ἀρχαίων, οἱ μόνοι μάλιστα, οἵτινες ἀποτελοῦν ἐξαίρεσιν, εἴμεθα ἡμεῖς,
§141Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον, διότι μόλις ἀνεγεννήθημεν.
§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς λέγω ὀλίγα περὶ τοῦ Μουσείου τοῦ Βερολίνου. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἶναι τὸ τελειότερον, ὑπερέχει ὅλων τῶν ἄλλων Μουσείων κατὰ τὴν Αἰγυπτιακὴν τέχνην, ἰδίως ὅμως κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς τέχνης.
§143ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τοῦ Γαλλικοῦ μουσείου;
§144ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. Τὸ Γαλλικὸν μουσεῖον ἔχει Αἰγυπτιακά· ἔχει καὶ ἄλλα τινά, ἔχει τὴν Ἀφροδίτην τῆς Μήλου, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὴν ἱστορικὴν πληρότητα, ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Μουσείῳ τοῦ Βερολίνου. Τὸ Βερολῖνον παραβάλλεται καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν καὶ ὡς πρὸς τὸ εἶδος πρὸς πᾶν ἄλλο Μουσεῖον· ἀλλ’ αὐτὸ ἰδίως ὑπερτερεῖ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐν τῷ Μουσείῳ τοῦ Βερολίνου ἐκτίθεται ἡ ἱστορία τῆς τέχνης· ὅστις θέλει νὰ σπουδάσῃ ἱστορικῶς τὴν ἀρχαίαν τέχνην, ἀρκεῖ νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Μουσεῖον, διότι ἐν ἑκάστῃ αἰθούσῃ ἐταξινομήθησαν τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων κατὰ ἱστορικὴν σειράν, συγχρόνως δὲ ὑπάρχουν καὶ τοιχογραφίαι, παριστάνουσαι τῆς ἀρχιτεκτονικῆς τὰ σύγχρονα ἑκάστου ἀγάλματος καὶ ὅθεν ἐλήφθη· ὅταν βλέπητε τὸν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους, ἐν τῇ τοιχογραφίᾳ βλέπετε τὸν ναὸν, ὃν ἐκόσμει, οἷον τὸ Ἡραῖον, τὸν ναὸν τοῦ Ὀλυμπίου Διός, καὶ οὕτω ἀναπαριστάνεται τὸ σύνολον τοῦ ἀριστοτεχνήματος ἑκάστης ἐποχῆς. Τὸ Μουσεῖον τοῦ Βερολίνου φιλοτιμεῖται νὰ συναθροίσῃ ὅλα τὰ λείψανα τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας τέχνης, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ σπουδῆς καὶ ἐνδιαφέροντος εὐγενοῦς ἐπιζητεῖ ἀρχαιότητας αὐτοῦ τοῦ κύκλου τῶν Ὀλυμπίων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι οἱ Γερμανοὶ διὰ τῆς ἀνασκαφῆς, ἣν ἐπεχείρησαν ἐν Ὀλυμπίᾳ, ἴσως ἐκέντησαν τὴν φιλοτιμίαν μας. Ἡμεῖς ἀπαιτοῦμεν ν’ ἀκούωμεν, ὅτι μᾶς θαυμάζουν διὰ τὰ ἔργα τῶν προγόνων μας, θεωροῦμεν, ὅτι ὀφείλουν νὰ μᾶς θαυμάζουν, καὶ θαυμάζομεν καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ἀξιοῦντες νὰ ἤμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἐν τῇ ἐκτιμήσει ὅλου τοῦ κόσμου, εἰς ἣν εἶναι οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Αὐτὸ βεβαίως θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν πνευματικὴν ἡμῶν ἀνάπτυξιν, καὶ ἐξεγείρῃ ὅλα τὰ ἐλατήρια πρὸς πᾶσαν πρόοδον εἰς τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας καὶ εἰς τὴν ἀρχαιολογίαν. Αὐτὸ πιστεύω, ὅπως καὶ ἂν εἶπον αὐτὸ ἀτέχνως, ὅτι δὲν θέλει θεωρηθῆ, ὅτι δὲν εἶπον μεθ’ ὅλης τῆς εὐλαβείας, ἣν παρακαλῶ πάντα ἐξ ὑμῶν νὰ παραδεχθῇ ὑπάρχουσαν. Πᾶν ἔθνος ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς φιλοτιμίας, τὸ ὁποῖον κινεῖται ζωηρότερον, ὅταν ἄλλο ἔθνος ἐπεμβαίνῃ, εἰς ὅσα ἐφάπτονται τῆς φιλοτιμίας, καὶ δὲν εἶναι λόγος, ὅτι εἶναι μεγάλη δύναμις ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι μικρά· διότι πᾶν ἔθνος διέπεται ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἐνοχλήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτοβούλως δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἑαυτοῦ· ἐνταῦθα τοιοῦτόν τι συμβαίνει. Οὐδὲν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν θέλομεν νὰ πράξωμεν. Οὐδεμίαν φέρομεν συμβατικὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμέν τι, ἀλλ’ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ πράξωμεν ὅ,τι κρίνομεν πρέπον, εὐγενὲς καὶ Ἑλληνοπρεπές. Ἐννοῶ τὴν φιλοτιμίαν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἱστορικὴν σειρὰν τοῦ Μουσείου ἡ Γερμανία. Αὐτὴ κατήρτισε τὴν πληρεστέραν ἱστορικὴν σειρὰν τῆς γλυπτικῆς. Ἐκεῖ ἀνάκεινται τὰ ἔργα πάσης ἐποχῆς, οὐχὶ πάντοτε πρωτότυπα. Πρὸς συμπλήρωσιν ἔλαβον πανταχόθεν ἐκμαγεῖα, ὥστε εὑρίσκετε γύψινα ἐκμαγεῖα παντὸς ἔργου τῆς ἀρχαίας τέχνης· εἴτε εἶναι πρωτότυπον, εἴτε γύψινον ἐκμαγεῖον τὸ ἔργον ἐκεῖ ἐναποτίθεται. Ὅταν ἀκούωμεν ἐδῶ, ὅτι ὑπάρχει ἄγαλμα μαρμάρινον καὶ παραπλεύρως γύψινον ἐκμαγεῖον, καταλαμβάνει τινὰς ἡμῶν ἔκπληξις· ἀλλ’ οὕτω συμπληροῦται ἡ ἱστορικὴ σειρά. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ζητοῦνται παρ’ ἡμῶν τὰ ἐν τῷ καταλόγῳ, καὶ παντοῖαι προτείνονται ἀντιῤῥήσεις καὶ ἐξαιρέσεις. Ὁ μὲν βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα· οἱ πεπλοφόροι, οἱ λέοντες, τὰ κιονόκρανα· ὁ δὲ βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ποῖα ἄλλα ἐξαιρεῖ, τὰ χάλκινα.
§145ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον νὰ ἐξαιρεθῶσιν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ὅλα εἶναι διαφορετικά, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐξογκώσωμεν τὸν κατάλογον· ὡς ἐκ τούτου παρεδέχθην τὴν ἀρχὴν νὰ μὴν ἐξαιρέσωμεν οὐδέν.
§146ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι παρεξήγησα. Ὅστις ἀκούει ἀντιῤῥήσεις, ἐκλαμβάνει, ὅτι τοιαῦτα εἶναι καὶ τὰ συμπεράσματα. Ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται κύματα· ἐν τῷ σάλῳ αὐτῷ εὐκόλως βυθίζομαι. Ἐγὼ λέγω, οὐδὲν νὰ ἐξαιρέσωμεν. Ὅτε ἠρωτήθην ἄλλοτε, ἐξήνεγκον τὴν γνώμην, ὅτι μόνη ἁρμοδία εἶναι ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, προσκληθεὶς παρὰ τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅπως ἐκφέρω γνώμην. Προκειμένου περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἐθνικοῦ κτήματος καὶ μάλιστα τοιαύτης ἀξίας, μόνη ἡ Βουλὴ ἔχει ἁρμοδιότητα, καὶ ὅ,τι ἀποφασίσει εἶναι ἄμεμπτον. Τὸ ζήτημα τίθεται τοιουτοτρόπως. Οὐδεὶς ἀποκρούει τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν· νομικῶς δὲν ἔχομεν, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εἴπῃ τις, ὅτι δὲν ἔχομεν· ἀλλ’ ἐγείρεται ἀμφιβολία, ἐὰν ὑπάρχωσι διπλᾶ. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ παραχωρήσωμεν, ἀλλ’ ἀποφεύγει διπλωματικῶς ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν ὑπάρχωσι διπλᾶ. Διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅσα εἶναι διπλᾶ νὰ παραχωρήσωμεν, νὰ μὴ παραχωρήσωμεν δὲ ὅσα δὲν εἶναι διπλᾶ. Ἔρχομαι εἰς αὐτό. Ὑπάρχουν διπλᾶ ἢ δὲν ὑπάρχουν; Ἐγὼ λέγω, ὅτι διπλᾶ δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῷ κόσμῳ· εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ὅμοια καὶ τὰ αὐτὰ, ἀπολύτως ἀδύνατον· προκαλῶ ἐκεῖνον, ὅστις μᾶς δείξῃ διπλᾶ. Εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ ἐργαστηρίου νὰ εὑρεθῇ ἔργον τέχνης ἀπαράλλακτον.
§147ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἦναι ἴσον μαθηματικῶς καὶ ὅμοιον, ἀλλ’ ἀντίγραφον.
§148ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ παράστασις πεπλοφόρων εἶναι ὡρισμένη παράστασις, εἶναι τύπος, ὅπως εἶναι εἰς τὴν ζωοφόρον τοῦ Παρθενῶνος, αἱ κανηφόροι ἢ αἱ ὑδροφόροι, αἵτινες μετέβαινον εἰς τὴν Καλιῤῥόην καὶ ἔφερον ὕδωρ, αὐταὶ ἔφερον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὴν ὑδρίαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε ὑδροφόρον ὁμοίαν πρὸς ἄλλην, ἀλλ’ ἡ παράστασις εἶναι ἡ αὐτή· ἡ μὲν ἔχει οὕτως τὴν χεῖρα, ἡ δὲ ἄλλη ἀλλέως· ἡ μία βλέπει ἄντικρυ, ἡ ἄλλη πλαγίως, καὶ ἀτυχῶς παραλλάσσουν, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἡ αὐτὴ παράστασις. Εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος, καὶ τὸ ἠκούσατε, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἦναι τοῦ ἰδίου τεχνίτου. Ἔμαθεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅτι κατὰ τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐποχὴν ὑπῆρχον ἐργαστήρια, ἐν οἷς εἰργάζοντο πρὸς ἐμπορίαν. Αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε μόνον ἐν τοῖς Ῥωμαϊκοῖς χρόνοις, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ ἀρχαιότητι. Ἀπόδειξις οἱ Ἑρμογλύφοι καὶ οἱ ἀπειράριθμοι Ἑρμαῖ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀνάγλυφα τῶν ζωοφόρων καὶ αὐτῆς τῆς Ὀλυμπίας τοῦ ναοῦ τοῦ Ὀλυμπίου Διὸς ἢ τοῦ Ἡραίου δὲν εἶναι ἔργα τέχνης τελείας καὶ ἐξηκριβωμένης, καί τοι σύγχρονα τοῦ Πραξιτέλους. Αὐτὰ ἐξῆλθον ἐξ ἐργαστηρίων, ἅτινα εἰργάζοντο καθ’ ἕνα τύπον, ὃν ἔδιδεν ὁ προϊστάμενος καλλιτέχνης. Αἱ Ἀμαζόνες, οἱ Λαπίθαι εἶναι διάφοροι, δὲν εἶναι ὅλα τῆς αὐτῆς ἐπιμελοῦς ἐργασίας, καὶ ὑπάρχουσιν ἔργα, καθ’ ἃ ὁ μετὰ προσοχῆς μελετῶν δὲν εὑρίσκει τὴν τελειότητα τῆς τέχνης, καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀνασκαφῆς ἐγεννήθη ἀπορία, ἕως ὅτου εὑρέθησαν ἡ Νίκη τοῦ Παιονίου καὶ ὁ Ἑρμῆς τοῦ Πραξιτέλους, καὶ πάλιν ἡ Νίκη τοῦ Παιονίου καθ’ ὅλα τὰ μέρη δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένης ἐπεξεργασίας, καὶ αὐτὴ κατά τι μέρος εἶναι ἀτημέλητος. Σήμερον γνωρίζομεν τὸ ὕψος τῆς ἀρχαίας τέχνης. Γνωρίζομεν ὅμως, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν ἀρχαιότητα ὑπῆρχον ἐργαστήρια ἐν Αἰγίνῃ, ἐν Ἀθήναις, ἐν Κορίνθῳ, ἐν Σικυῶνι, ἐν Ἄργει καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσι, αὐτὰ δὲ ἀπετέλουν ἰδίαν Σχολὴν, κατὰ τὸν προϊστάμενον. Ἐν Ὀλυμπίᾳ δὲν ὑπῆρχε Σχολή, ἀλλ’ οἱ ἀριστοτέχναι, ὡς ὁ Παιόνιος, ὁ Πραξιτέλης, προσεκλήθησαν ἄλλοθεν. Ὅπως ἐν Ὀλυμπίᾳ οὕτω δὲν ὑπῆρχε Σχολὴ ἐν Δελφοῖς, ὅπου ἡ πληθὺς τῶν ἔργων τῆς τέχνης ὑπερέβαινε πᾶν ὅ,τι ὑπῆρχεν ἀλλαχοῦ. Ἐνῷ οἱ Ῥωμαῖοι ἀφήρεσαν πλεῖστα, πάλιν οἱ Δελφοὶ ἦσαν πλήρεις ἀγαλμάτων. Ὡς εἶπον, τὰ ἐργαστήρια ἦσαν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰργάζοντο καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας ἐτρέφοντο· ἀλλ’ οἱ μεγάλοι τεχνῖται, οἱ ἔχοντες τὸ δῶρον τῆς μεγαλοφυΐας, ἐχάραττον τὸν ῥυθμὸν, αὐτοὶ τιθέμενοι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Σχολῆς, ἐκτελούσης τὰ σχέδια αὐτῶν. Ὁ Φειδίας σπανίως εἰργάζετο ὁ ἴδιος ἐν μαρμάρῳ· αὐτὸς προετίμα τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἐλέφαντα· τὰ περισσότερα ἔργα τοῦ Φειδίου ἦσαν χρυσελεφάντινα, διὰ τοῦτο καὶ ἀπωλέσθησαν πάντα· αὐτὸς ὅμως ἔδιδε τὸ πρότυπον ἢ τὸ πρόπλασμα, κατὰ τὸ σχέδιον δὲ τοῦτο εἰργάζοντο οἱ μαθηταί, οὓς ἐμόρφωσεν· ὅλα τὰ ἐργαστήρια οὕτω εἰργάζοντο. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε δύω ἔργα τοῦ αὐτοῦ τεχνίτου ἀπαράλλακτα. Ἐπενθυμίζω τὸ ἀνέκδοτον τοῦ Λεϊβνιτίου. Αὐτὸς ἐπενόησε τὴν θεωρίαν, τὴν λεγομένην μοναδολογίαν, καθ’ ἣν τὰ πάντα εἶναι μονάδες. Ἑκάστη μονὰς κατ’ οὐσίαν εἶναι ὅ,τι πᾶσα ἄλλη, ἀλλὰ διαφέρει κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἑκάστη δὲ ἀποτελεῖ μικρόκοσμον, δηλ. περιλαμβάνει τὸ ὅλον δυνάμει, ἀλλὰ διαφέρει πάσης ἄλλης κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἐνεργείᾳ· λόγου χάριν· ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου εἶναι τῆς ἀναπτύξεως (ἱλαρότης). Ὁ μὲν ἀνεπτύχθη κατὰ πλάτος, ὁ δὲ κατὰ μῆκος καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς· ἰδοὺ ἡ διαφορά· αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Λεϊβνιτίου.
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ ἐγκέφαλον.
§150ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ κατὰ τὴν μύτην, ἐὰν θέλετε. Λοιπὸν ὁ Λεϊβνίτιος λέγει, ὅτι οὐδεμία μονὰς εἶναι ὁμοία τῆς ἄλλης. Ἐπειδὴ εἶχε πολλὰς σχέσεις μὲ Ἡγεμόνας, εἶχε καὶ μετὰ τῆς εὐφυεστάτης ἀδελφῆς τοῦ Ἡγεμόνος τῆς Πρωσσίας. Ἐνῷ περιεπάτουν εἰς τὴν βασιλικὴν ἔπαυλιν, ἡ Ἡγεμονίς, φιλονεικοῦσα πρὸς τὸν φιλόσοφον, δὲν παρεδέχετο, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὅμοια καὶ τὰ αὐτά. Δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ὅμοια τὰ φύλλα τοῦ αὐτοῦ δένδρου; Ἄς δοκιμάσωμεν, εἶπεν ὁ Λεϊβνίτιος· κόπτοντες φύλλα καὶ παραβάλλοντες, ἐδοκίμασαν καὶ ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ εὕρωσι δύω φύλλα ὅμοια καὶ ἀπαράλλακτα. Ἰδοὺ ἐσχάτως ὁ Pasteur, εἰς ὃν χρεωστοῦμεν μεγάλας ἀνακαλύψεις, καὶ αὐτὸς εὑρίσκει τὴν διαφορὰν πρὸς δεξιὰ καὶ πρὸς ἀριστερὰ τὴν λεγομένην δισυμμετρίαν τῶν μορίων, dissymetric moleculaire, ἡ δὲ ἀνακάλυψις αὕτη συνετέλεσεν εἰς ἄλλας ἀνακαλύψεις ἐν τῇ φυσιολογίᾳ καὶ τῇ οἰκονομίᾳ τοῦ ζωϊκοῦ ὀργανισμοῦ. Πόσον ἐξετιμήθησαν αἱ ἐντεῦθεν ἀνακαλύψεις, εἴδομεν, ὅταν μετέβη εἰς Ἀγγλίαν εἰς τὴν σύνοδον τῶν φυσιοδιφῶν. Τοῦ αὐτοῦ σώματος ἡ δεξιὰ χεὶρ δὲν εἶναι ἀπαράλλακτος πρὸς τὴν ἀριστεράν. Ἡ ἑτέρα αὐτῶν εἶναι πλέον ἀνεπτυγμένη τῆς ἄλλης· τούτου μὲν ἡ δεξιά, ἐκείνου δὲ ἡ ἀριστερά. Ἡ δύναμις τοῦ σώματος ἀναπτύσσεται ἐπὶ πλέον εἴτε πρὸς δεξιά, εἴτε πρὸς ἀριστερά· ὁ μὲν εἶναι ἐπιδέξιος, ὁ δὲ ἐπαρίστερος. Ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σώματος. Λοιπόν, ἐὰν θέλετε νὰ εὕρητε διπλοῦν, εἶναι ἀδύνατον· καὶ σᾶς προκαλῶ νὰ διέλθητε οἱονδήποτε μουσεῖον, ἐν ᾧ νὰ δείξητε διπλοῦν. Τί θέλετε νὰ μοὶ δείξητε, κεφαλὰς λεόντων, ἀνάγλυφα; εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εὕρητε διαφοράν. Ἀλλ’ ὅμως ὁ τύπος εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ ἡ αὐτὴ ὑπάρχει παράστασις. Αὐτὸ κοινῶς λέγεται διπλοῦν.
§151Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἔχει ἡ Σύμβασις.
§152ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡμεῖς δίδομεν, λέγει, τὰ διπλᾶ.
§153Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ διπλᾶ δὲν ὑπάρχουσι.......;
§154ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι διπλᾶ δὲν ὑπάρχουσιν. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν διπλᾶ, ἄλλο ἐννοοῦμεν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἠθέλατε νὰ παραστήσητε δεκάκις τὸν κ. Πετιμεζᾶν, εἰκοσάκις, τριακοντάκις. Ὁ αὐτὸς τεχνίτης ἑκάστοτε θέλει παραστήσει κατά τι διάφορον· ἂν δὲ εἶναι ἄλλος, ἔτι μᾶλλον, εἴτε μεγαλείτερον, εἴτε μικρότερον, ἢ ἄλλην ἐκφράζοντα ψυχικὴν διάθεσιν, πάντοτε θὰ ἦναι ὁ αὐτὸς κ. Πετιμεζᾶς· εἶναι διπλοῦν ἢ ὄχι; Ἐγὼ κατὰ τὴν ἰδέαν μου θεωρῶ, ὅτι εἶναι καὶ πολλαπλοῦν.
§155Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ ὅμοιον δὲν εἶναι.
§156ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι θὰ ὑπάρξῃ διαφορά· μικρολογοῦντες θὰ εὕρητε διαφοράν. Καὶ εἰς τὰ ἐκμαγεῖα, ἢ εἰς τὰ ἐκ χαλκοῦ θὰ εὕρητε πάντοτε διαφοράν· διότι, ὅταν τήξητε ἐντελέστερον τὸ μέταλλον, διὰ τῆς ὑπερτέρας ῥευστότητος πληροῦται ὁ τύπος, ὥστε τὸ ἐκτυπούμενον κατά τι διαφέρει. Διὰ τοῦτο δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε ἐντελῶς ὅμοια, εἴτε, διότι τὸ μέταλλον διαφέρει κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, εἴτε κατὰ τὸν χρωματισμόν, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ὅταν λέγωμεν διπλᾶ, ἐννοοῦμεν τῆς αὐτῆς παραστάσεως, τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα φέρουν κατά τι μικρὰν διαφοράν· ἤθελον νὰ ἦσαν ἐδῶ αἱ πεπλοφόροι καὶ νὰ καταγίνωμεν νὰ εὕρωμεν τὰς διαφορὰς πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ ἴδιος γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων διὰ νὰ σᾶς εἴπῃ, ἐδῶ ὑπάρχει πτυχὴ, ἥτις δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ὑγρότητα, τὴν αὐτὴν θλάσιν, ὡς ἔχει ἡ ἄλλη πτυχή, καὶ ὁ τεχνίτης ἐφάνη ἐδῶ δεξιώτερος.
§157ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, διπλᾶ ὑπὸ ἔποψιν τέχνης λέγονται, ὅταν ἦναι κατεσκευασμένα κατὰ τὴν αὐτὴν Σχολὴν, τοῦ αὐτοῦ ὕφους, ὄχι τὰ ὅμοια.
§158ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τῶν πραγματογνωμόνων δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀρνηθῶμεν, οὐδὲ ἓν ἐξ ἐκείνων ὅσα κατέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι εἶναι παραχωρητέα, διότι οὐδεμία ζημία γίνεται ἡμῖν ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο εἶναι κυρίως ὅ,τι μᾶς ἐνδιαφέρει. Διὰ τῆς ἐξαγωγῆς δὲν μέλλει νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἡμᾶς ἀναντικατάστατος στέρησις, ἂν δὲν ἔχωμεν 15 πεπλοφόρους, ἀλλὰ 14, ἐνῷ ἐκεῖνος σᾶς λέγει, δώσατε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν πεπλοφόρον, ὥστε νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἱστορικὴ σειρά μου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§159ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα κακῶς ἐννοουμένη Ἑλληνικὴ φιλοτιμία. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα σοφώτατα καὶ χαριέστατα ἀνέπτυξεν ὑπὲρ τῆς γνώμης του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἀρχαιοτήτων, τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ θαυμάζῃ τις, εἶναι νόμος ἁρμόζων εἰς τὴν πενίαν ἡμῶν. Ἀλλ’ ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἄριστος τῶν νόμων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καλῶς ἐφαρμόζεται ἐν ᾧ τόπῳ προωρίσθη νὰ λειτουργήσῃ, ἀνάγκη νὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἔχομεν ἄριστον διὰ τὴν Ἑλλάδα νόμον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι Παπικὸς, ἐγὼ ὅμως μέχρι τοῦδε ἐνόμιζον, ὅτι τὴν περὶ τῶν ἀρχαιοτήτων νομοθεσίαν εἰσήγαγον εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ Βαυαροὶ, εἰσήγαγον δὲ αὐτὴν ἀφοῦ προηγουμένως τὰ Αἰγινιτικὰ ἀγάλματα μετετέθησαν εἰς τὸ Μόναχον. Βαυαροὶ λοιπὸν εἰσήγαγον τὸν νόμον ἐπὶ τῆς Ἀντιβασιλείας, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς γινώσκει, ὅτι δὲν ἦσαν τυχαῖοι ἄνδρες ἐκεῖνοι οἱ ἀντιβασιλεῖς. Πλὴν εἶναι Παπικὴ νομοθεσία, ἔστω· ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι τὰ μουσεῖα τῆς Ἰταλίας, τὰ ὁποῖα εἶναι τοσοῦτον πλούσια, κατηρτίσθησαν ὑπὸ τῶν Παπῶν, ὅτι χάρις εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις τῶν Παπῶν καὶ διὰ τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἰταλίαν περιηγήσεων τῶν ὑπ’ αὐτῶν στελλομένων ἀνδρῶν κατηρτίσθησαν τὰ λαμπρὰ ἐκεῖνα μουσεῖα· κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον κατηρτίσθη καὶ τὸ μουσεῖον τῆς Νεαπόλεως, τὸ ἀνώτατον ἴσως πάντων τῶν μουσείων τῶν ὑπαρχόντων ἐν Εὐρώπῃ, προκειμένου περὶ Ἑλληνικῶν ἀριστουργημάτων. Καὶ βεβαίως σήμερον εἶναι πλουσιώτατα τὰ μουσεῖα ἐκεῖνα, καὶ παραβλέπουσιν οἱ Ἰταλοὶ τὴν ἐξαγωγὴν ἀρχαιοτήτων. Λέγουσιν οἱ Ἰταλοὶ, Ἐτρουσκικὰ Τυῤῥηνικὰ ἀγγεῖα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἄφθονα πασῶν τῶν ἐποχῶν· ἂς ἐξέλθωσι καί τινες ἔξω τῆς Ἰταλίας, ὅταν μάλιστα πρέπει νὰ ἐξέλθωσιν ἵνα μεταβῶσι εἰς τὴν Γαλλίαν μετὰ τὰς εὐεργεσίας τοῦ Ναπολέοντος. Καὶ ὁ ἡμέτερος νόμος λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἡμέτερον Μουσεῖον νὰ πωλήσῃ τινὰ ἐκ τῶν ἐν αὐτῷ εὑρισκομένων πολλαπλῶν, ἵνα ἀποκτήσῃ ἄλλα ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει. Ἀλλὰ αὗται αἱ εὐκολίαι ἐπιτρέπονται, ἀφοῦ πρῶτον πληρωθῶσι τὰ Ἑλληνικὰ μουσεῖα· ὥστε ὅλα τὰ ἐπιχειρίματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀντιστρέφονται κατὰ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Εἶπε καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀντιστρέφεται κατὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ γνώμης. Ἰσχυρίσθην ἐγὼ ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἔργων, ὅσα δὲν εἶναι μικρὰ καὶ εὐμετακόμιστα, ὅσα συνδέονται πρὸς τὸν τόπον ἔνθα κατεσκευάσθησαν καὶ ἡρμόσθησαν, ταῦτα πρέπει νὰ μένωσιν ἐκεῖ καὶ νὰ ἵστανται πρὸ τοῦ διερχομένου καὶ θαυμάζοντος περιηγητοῦ. Τί σᾶς διηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ μουσεῖον τοῦ Βερολίνου εἶναι τὸ ἄριστον πάντων, οὐχὶ τόσον διὰ τὸν πλοῦτον αὐτοῦ, ὅσον διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ἐν αὐτῷ ἀρχαιοτήτων, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι ἀπέναντι ἑκάστου ἀγάλματος ἢ ἄλλου καλλιτεχνήματος ἔχουσι τὸν τύπον τοῦ ναοῦ ἢ τοῦ οἰκοδομήματος τῶν αὐτῶν χρόνων. Καὶ τί λέγω ἐγώ; τὸ ἄγαλμα νὰ μείνῃ ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ εἶναι οὐχὶ ὁ τόπος τοῦ ναοῦ, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ναός Ἀλλ’ ἔπαιξαν μὲ τὰς πεπλοφόρους· ἐγὼ τὰς χαρίζω τὰς πεπλοφόρους· εἶναι ἔργα Ῥωμαϊκά. Ἀλλὰ πεπλοφόροι εἶναι οἱ κίονες τοῦ κτιρίου ἐκείνου, οἵτινες περιγράφονται καὶ ζωγραφίζονται μάλιστα ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν πραγματογνωμόνων; Δὲν εἶναι πεπλοφόροι οἱ κίονες ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δύνανται οἱ ἀπόγονοι ἡμῶν προβαίνοντες εἰς τὴν τέχνην καὶ τὴν μελέτην τῆς ἐπιστήμης νὰ ἀνορθώσωσι καὶ θέσωσι εἰς ἣν ἄλλοτε εἶχον θέσιν.
§160ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μέλη ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ὀργανικοῦ σώματος.
§161ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἔχετε εἰς τὴν ἀκρόπολιν μουσεῖον θαυμάσιον, οὐχὶ βεβαίως διὰ τὴν διακόσμησιν, ἥτις εἶναι εὐτελής, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κατατάξεως· καὶ ἐκεῖ εἶναι κατατεταγμένα κατὰ σειρὰν χρονολογικὴν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς παναρχαίας μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Βλέπετε δὲ ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐν Βερολίνῳ, βλέπετε τὰς γυψίνους μετόπας τοῦ Παρθενῶνος, αἵτινες εὑρίσκονται νῦν ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐκεῖ εἶναι καὶ αἱ μείνασαι εἰς ἡμᾶς ὀλίγαι, καὶ παραβάλλονται πρὸς τὸν μέγαν πλοῦτον τὸν ἀφ’ ἡμῶν ἁρπαγέντα ὑπὸ τέκνου τῆς Ἀγγλίας· ἐκεῖ ἀπέναντι τοῦ γυψίνου ἀποτυπώματος βλέπετε ἀποτετμημένον μόνον τὸ στῆθος κορμοῦ, ὅστις ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ, κορμοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸ ἀέτωμα τοῦ Παρθενῶνος. Ταῦτα εἶναι τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι· διὰ ταῦτα ἀγωνίζομαι, οὐχὶ τόσον ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν προσφορὰν τῶν ζητουμένων· ἀγωνίζομαι, διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχωμεν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν· φοβοῦμαι ὅτι ταχέως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ πρῶτα σφάλματα, καὶ ἔχομεν ἤδη ἀπόπειραν ἐπαναλήψεως τοῦ πρώτου σφάλματος· φοβοῦμαι ὅτι μετὰ τὴν Γερμανίαν θὰ ἔλθῃ ἡ Γαλλία, καὶ μετὰ τὴν Γαλλίαν ἡ Ῥωσσία, καὶ μετὰ τὴν Ῥωσσίαν ἡ Αὐστρία. Ἡ Αὐστρία μετέβη εἰς τὴν Σαμοθράκην καὶ ἀφήρεσε πλοῦτον Ἑλληνικόν, ἡ Γερμανία μετέβη εἰς τὴν Πέργαμον καὶ ἀφήρεσε πλοῦτον Ἑλληνικόν· ἀλλ’ ἐκεῖ τοὐλάχιστον δὲν ἐκτείνεται ἡ κυριαρχία τῆς Ἑλλάδος. Φοβοῦμαι μήπως φθάσῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν ἐξακολουθήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ ἴδητε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Τουρκία, θὰ μάχωνται περὶ τὴν Ἑλλάδα οἱ μεγάλοι ὡς περὶ ἑταίραν οἱ ἐρασταί.
§162ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεγαρίδος δύναται νὰ μὴ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς του δὲν κεῖται ἐν τῇ περὶ αὐτῆς ψήφῳ, ἡ ἔννοια τῆς προτάσεώς του κεῖται ἐν τῷ μέλλοντι· ἐζήτησεν, ὡς καὶ αὐτὸς εἶπε, νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐν εὐρείᾳ συζητήσει περὶ τῆς ἐννοίας τῶν τοιούτων συμφωνιῶν, ὅπως εἴ ποτε ὁμοία πρότασις ἤθελε γίνει πρὸς Κυβέρνησιν, νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς ὁδηγὸν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἴδει ἐκφραζομένην σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ κατὰ τοῦτο ὑπῆρξε λίαν ὠφέλιμος ἡ σημερινὴ συζήτησις, διότι νομίζω θὰ ἀπέλθωμεν τοῦ Βουλευτηρίου ἀποκομίζοντες τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων ὀφείλομεν νὰ προβαίνωμεν εἰς συμφωνίας πρὸς ξένας Κυβερνήσεις μετὰ περισκέψεως μεγίστης· τοσούτῳ μᾶλλον πρέπει νὰ πράττωμεν τοῦτο, ὅσῳ αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνομεν, δὲν εἶναι, ὡς εἶπον, ὑποχρεώσεις νομικαὶ τόσον ὅσον ἠθικαί. Ἠθέλησάν τινες νὰ εἴπωσιν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ συνθήκῃ, εἶναι μόνον ἠθικὴ, διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς στενότερον, παρ’ ὅ,τι ἠθέλομεν προβῆ, ἂν ἡ ὑποχρέωσις ἦτο καὶ νομική. Ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ἂν ἡ ὑποχρέωσις ἦτο νομική, μόνον τότε ἠδυνάμεθα, νὰ φροντίσωμεν ὅσῳ τὸ δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς ἐντὸς τῶν στενῶν τοῦ γράμματος ὁρίων· ὅταν ὅμως ἡ ὑποχρέωσις εἶναι ἠθική, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως. Ἰδίως δὲ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν ἄνευ ἐπιφυλάξεως, ὅταν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, ἔπραξαν τὸ εἰς αὐτοὺς ἀνῆκον διὰ πάσης εἰλικρινείας καὶ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε τὴν ἐπιστήμην πολυτιμότατα. Ὅσοι ἐπεσκέφθησαν τὴν Ὀλυμπίαν δὲν δύνανται νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ἐργασία ἀρχαιολογικὴ δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε διὰ τοσαύτης ἱκανότητος καὶ τοσούτου πρὸς τὴν ἐπιστήμην ἔρωτος, ὅσον ἡ ἀνασκαφὴ ἐκείνη· καὶ ὠφελούμεθα ἡμεῖς ἐκ τῆς ἀνασκαφῆς καὶ δι’ ὅσα ἀπεκαλύφθησαν, καὶ διὰ τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξ αὐτῆς ἠρύσθημεν περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον τοιαῦται ἐργασίαι πρέπει νὰ γίνωνται. Ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις; πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ ἡμετέρα συνηλλάγη, οὕτως ἐξεπλήρωσε τὴν ἰδίαν αὑτῆς ὑποχρέωσιν, ἡμεῖς νομίζω, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ θελήσωμεν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἡμετέρας ὑποχρεώσεως νὰ φανῶμεν φειδωλοί. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ προσκρούῃ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον νὰ προσκρούῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἀρχαιολογικὴν συλλογὴν ἡμῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραχωρήσωμεν εἰς ξένην Ἐπικράτειαν τι τὸ ὁποῖον μένον ἐν Ἑλλάδι θὰ εἶχε καὶ αὐτὸ πλείονα ἀξίαν καὶ θὰ ἔδιδε πλείονα ἀξίαν εἰς τὴν συλλογὴν ἡμῶν ὡς συμπληροῦν αὐτήν, ἐννοῶ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διστάσωμεν· ἀλλ’ ἐξ ἁπάσης τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἀπεδείχθη, ὅτι τὰ διδόμενα, τὴν συλλογὴν ὀλίγον βλάπτουσι, καίτοι ἀποτελοῦσιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐξετέλεσαν τὸ ἔργον τῆς ἀνασκαφῆς, ἀνάμνησιν πολύτιμον τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Πῶς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ἠθικῆς ἡμῶν ὑποχρεώσεως; Εἴμεθα ἡμεῖς εἰς θέσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ καὶ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει οἱ ἁρμόδιοι ἵνα κρίνωμεν ἂν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἀρχαιολογικὸν ἀντικείμενον ἦτο τὸ δυνάμενον νὰ δοθῇ, ἂν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἶναι τὸ μὴ δυνάμενον νὰ δοθῇ; Πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν ἰδέαν, ὅτι αἱ πεπλοφόροι ἔχουσιν ἀξίαν τοιαύτην ὥστε τὰ ἀνακαλυφθέντα ἀγάλματα ἀποτελοῦσι μίαν συλλογὴν, ἥτις ἤθελεν ἀπολέσει ἐκ τῆς ἀξίας αὐτῆς, ἂν ἐξ αὐτῆς ἀφῃρεῖτό τι; Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἀξίαν τουναντίον μεγαλαιτέραν ἔχουν τὰ ἄλλα ἔργα τὰ Ἑλληνικὰ, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγένετο πρότασις, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς παραχωρήσεως; Ταῦτα, κύριοι, δὲν δυνάμεθα ἐν τῇ συζητήσει ἐνταῦθα νὰ διευκρινίσωμεν, οὐδὲ καὶ συνέδριον ἀρχαιολόγων ἐὰν ἤμεθα, ἐν τοιαύτῃ συζητήσει τοιαῦτα ζητήματα θὰ ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν· ὅ,τι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὁ προσδιορισμὸς τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ παραχωρηθῶσιν, ἐγένετο διὰ τρόπου τοῦ καταλληλοτέρου, ἐγένετο παρὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ ἡμῶν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τὰ ἁρμοδιώτερα. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία συνεστήθη, ἀναντιῤῥήτως ἦτο καλῶς κατηρτισμένη, ἀναντιῤῥήτως δὲ εἰργάσθη μετὰ τῆς εἰλικρινοῦς προθέσεως, ὅπως διεξαγάγῃ τὸ ἔργον της εὐσυνειδήτως. Οὐδὲν ἐῤῥέθη σήμερον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀμελῶς διεξήγαγε τὸ ἔργον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν διεξήγαγε τὸ ἔργον της εἰλικρινῶς, οὐδὲ ἠδύνατο προκειμένου περὶ τοιούτων προσώπων νὰ ὑποτεθῇ ἀνειλικρίνειά τις. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη, ἡ ἐξ ἁρμοδίων συγκειμένη, ἀπεφάνθη, ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραχωρηθῶσι, πῶς θὰ ἐδικαιολογούμεθα ἡμεῖς, ἀπέναντι τῆς ἠθικῆς ἡμῶν ὑποχρεώσεως, λέγοντες, ὅτι ἐκ τοιαύτης παροδικῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πειθόμεθα, ὅτι κακῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη τῶν εἰδημόνων ἀπεφάνθη; Πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡμῶν, ὅταν ἄνευ ἐπιτοπίου ἐπισκέψεως, ἄνευ εἰδικῶν γνώσεων, ἄνευ τῆς παρασκευῆς ἐκείνης πρὸς τὸ ἔργον, ἥτις εἶναι ἀναγκαία πρὸς τοιαύτην ἀπόφασιν, θεωροῦμεν τὴν ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης προκύπτουσαν γνώμην περὶ τῆς σχετικῆς ἀξίας τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, ὡς ὑπερτέραν τῆς γνώμης ἐκείνων, οἵτινες ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν, οἵτινες ἦσαν παρισκευασμένοι πρὸς τὸ ἔργον, οἵτινες ἐπισήμως ἦσαν οἱ κατάλληλοι πρὸς τὸ ἔργον τοῦτο; Ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω λέγω, ὅτι καὶ ἂν προδήλως ἔσφαλεν ἡ ἐπιτροπή, πάλιν δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Βουλὴν ἀπέναντι ἠθικῆς ὑποχρεώσεως νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὰ τῆς γνώμης αὐτῆς. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς ἰσχυρίσθη· οὐδεὶς ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν διεξήγαγε τὸ ἔργον αὑτῆς καλῶς. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ καλῶς διεξήγαγε τὸ ἔργον αὐτῆς, ἀφοῦ ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ παραχωρήσωμεν τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα, ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑποχρέωσιν καθ’ ὁλοκληρία, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς συμβάσεως ἀνέλαβον, νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐπιδείξει τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδομεν εἰς τὰς ἠθικὰς ἡμῶν ὀφειλὰς, μὴ ἀμφισβητοῦντες τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης, τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς ἡμετέρας ἐπιτροπῆς, καὶ ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον)
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς κ. Δραγούμης ἐπρότεινε τροπολογίαν. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία καὶ ἀποῤῥίπτεται. Μεθ’ ὃ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ περιῆλθον εἰς τὸ Προεδρεῖον τὰ ἔγγραφα τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, πρέπει νὰ κληρωθῇ τὸ Τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραπεμφθῶσιν τὰ ἔγγραφα. Κληροῦται τὸ Ζʹ Τμῆμα.
§165Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅπερ συμβαίνει καθ’ ἑκάστην· ὅτι ἡμεῖς ἔρχεσθε εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐρχόμεθα εἰς τὴν προσδιωρισμένην ὥραν ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἔρχονται μετὰ δύω τρεῖς ὥρας, ἔρχονται εἰς τὰς ἕξ, καὶ ἔπειτα μᾶς λέγουν «καθήσατε ἀκόμη νὰ ἐργασθῶμεν». Διατί δὲν ἔρχονται οἱ κύριοι εἰς τὰς τρεῖς, νὰ ἀρχίζωμεν τὰς ἐργασίας μας; Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀνθέξωμεν μέχρι τῆς ἐννάτης. Ἄν δείξετε μεγαλειτέραν αὐστηρότητα, κύριε Πρόεδρε, ἐστὲ βέβαιος, ὅτι θέλετε ὑποχρεώσει τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται εἰς τὰς τρεῖς, καὶ οὕτω νὰ τελειώνωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐγκαίρως· διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ προκεχωρημένῃ ὥρᾳ νὰ συζητήσωμεν σπουδαίως, ἐνῷ εἴμεθα κεκμηκότες; Ἄλλως, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην ἡμέραν θέλομεν συζητεῖ κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἄλλως θὰ ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν καθ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων, καθόσον ὅλην τὴν ἡμέραν διερχόμεθα τὰ νομοσχέδια καὶ τὸ ἑσπέρας, ὅτε εἴμεθα κεκμηκότες, παρουσιάζονται σπουδαῖα νομοσχέδια νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἔχετε δίκαιον. Θὰ φανῶ αὐστηρότερος· καὶ ὁμολογῶ, ὅτι σεῖς εἶσθε μεταξὺ τῶν πρώτων ἐρχομένων. — Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος.
§167ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἕνεκα τῆς προκεχωρηκυίας ὥρας εἶσθε κεκοπιακότες καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀκροασθῆτε, καὶ διὰ τοῦτο ἔσομαι συντομώτατος. Ὡς ἀντιπρόσωπος, κύριοι, μιᾶς τῶν ἐπαρχιῶν τῶν περὶ τὴν Κωπαΐδα λίμνην, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις· τὸ μὲν, διότι διὰ τῆς προκειμένης συμβάσεως θίγονται σπουδαῖα συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας μου, τὸ δὲ, διότι ἔλαβον ῥητὴν καὶ εἰδικὴν ἐντολὴν ὑπὸ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου δημοτῶν τοῦ Δήμου Λαρύμνης νὰ ἀποκρούσω τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν. Εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, ὁ κύριος Δηλιγιάννης, ὑπεστήριξεν ὀρθῶς ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποφανθῇ θετικῶς περὶ τῆς ὠφελιμότητος τῆς προκειμένης συμβάσεως. Τὴν γνώμην ταύτην ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ· φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν σήμερον ν’ ἀποφασίσῃ ἀσφαλῶς περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος· διότι οὔτε τὴν πρώτην σύμβασιν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ἵνα συγκρίνωσι ταύτην πρὸς τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν, οὔτε ἔκθεσίν τινα ἐπιτροπῆς ἐξ εἰδημόνων ἀνδρῶν ἔχομεν, οἵτινες ἐξήτασαν τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐξέφεραν γνώμην εἴτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς εἴτε ὑπὲρ τῆς ἑτέρας συμβάσεως. Πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν, κύριοι, μὴ γνωρίζοντες ποία σύμβασις εἶναι ἡ ἐπωφελεστέρα διὰ τὸ ἔθνος. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, εἴμεθα μηχανικοί; Εἴμεθα ἐπιστήμονες καὶ ἰατροὶ ὅπως ἀποφασίσωμεν; (διότι καὶ ἰατρικαὶ γνώσεις ἀπαιτοῦνται ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Θηβῶν) καθόσον ἐκ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων εἰς τὰς λίμνας τῶν Θηβῶν ἐκ τῆς Κωπαΐδος θ’ ἀναπτυχθῶσι πυρετοὶ καὶ θὰ γεννηθῶσι νόσοι φοβεραὶ καὶ καταστρεπτικαὶ ἐκ τῆς σήψεως τῶν ὑδάτων. Εἴμεθα εἰς κατάστασιν περὶ τούτων, κύριοι, νὰ κρίνωμεν ἀσφαλῶς; Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῷ τέλει, ἵνα ἡ Κυβέρνησις στείλῃ ἐπιτροπὴν εἰδικὴν ἐν τῷ τόπῳ καὶ ἐξετάσῃ ποία ἡ ἐπωφελεστέρα καὶ συμφερωτέρα τῶν συμβάσεων διὰ τὸ Ἔθνος καὶ τὸν τόπον. Ἐὰν δὲ δὲν ἀποφασισθῇ τοῦτο, τότε ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἥτις εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, διότι εἶναι ἐπιζημιωτάτη εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν τριῶν συνορευουσῶν τῇ Κωπαΐδι ἐπαρχιῶν, ἐπωφελεστάτη δὲ εἰς τὰ συμφέροντα μόνον τῆς ἑταιρίας, ἥτις, ἀπαλλασσομένη τῶν ἐξόδων τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους, θέλει κερδήσῃ ἱκανὰ ἑκατομμύρια, καὶ θὰ ἔχῃ πλὴν τούτου καὶ τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος, ἅτινα θέλει μεταφέρει εἰς τὰς δύω τῶν Θηβῶν λίμνας, αἵτινες λίμναι ἀναγκαίως θέλουσιν ἀποξηρανθῆ ἅμα τῇ ἀποξηράνσει τῆς Κωπαΐδος διὰ τῆς διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων της εἰς τὸν λιμένα Λαρύμνης διὰ τοῦ Πτώου ὄρους· ἀποξηραινομένων δὲ τῶν δύω τούτων λιμνῶν, θὰ παραδοθῶσι 50,000 περίπου στρέμματα εὐφόρου γῆς, ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων, εἰς τὴν γεωργίαν. Τὸ προκείμενον ζήτημα, κύριοι, εἶναι ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας, ἵνα μὴ μεταμεληθῶμεν βραδύτερον, ὅπως μετεμελήθημεν καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρτι συζητηθέντος ζητήματος περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐκ τῆς Ὀλυμπίας ἀρχαιοτήτων εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν.
§168ΛΑΠΠΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§169ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρέθησαν παρόντες μόνον 123. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 45 μ. μ.).