1882.05.11
2.011 στίχοι · 15.620 λέξεις · 179 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
τῆς 11 Μαΐου 1882.
Ὥρα 3 μ. μ.
(Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ συμβὰν χθὲς ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, καὶ νὰ ἀφήσω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις ἦτο νόμιμος ἢ ὄχι, ἐὰν τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται, εἶναι πρακτικὰ ἀληθῆ ἢ εἰκονικά. Χθὲς ὁ κ. Πρόεδρος ἐκήρυξεν, ὅτι ἦτον ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ διέταξε ν’ ἀνοιχθῶσι τ’ ἀκροατήρια. Οὕτως οἱ ἀκροαταὶ ἐπλήρωσαν αὐτά. Ἐγώ, παρατηρήσας, ὅτι δὲν ἦτον ἀπαρτία, ἔκαμα ἔνστασιν περὶ τούτου καὶ ἐπέμεινα ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ εὑρέθησαν παρόντες βουλευταὶ 147. Ὁ κ. Πρόεδρος πρῶτος ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Κατόπιν ἐγώ, εὑρισκόμενος πλησίον αὐτοῦ, τὸ ἐπανέλαβον, καὶ κατῆλθον τοῦ Προεδρείου. Ἐπίστευσα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ ἔθιμα τῆς Βουλῆς, ἤθελε διαλύσει τὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Πρόεδρος ὅμως δὲν ἔκαμε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπέμενε, καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθον ὁ κ. Μαῦρος καὶ ὁ κ. Μαυρομμάτης, καὶ τότε ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι 149 εἶναι παρόντες, καὶ ἀπαρτία δὲν εἶναι. Μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο διάλογός τις περὶ τούτου, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος κρούει τὸν κώδωνα καὶ κηρύττει τὴν Βουλὴν ἐν ἀπαρτίᾳ. Σημειώσατε καλῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, διότι εἶναι ἀληθέστατον· μετὰ τοὺς δύω, τὸν κ. Μαῦρον καὶ Μαυρομμάτην, οὐδεὶς ἄλλος εἰσῆλθε.
§3ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἦλθον καὶ ἄλλοι.
§4ΚΑΡΡΕΡ. Ἦλθον καὶ ἐγώ.
§5Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ διαβεβαιῶ ἐπισήμως, ὅτι δὲν ἦλθον. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι ἦλθον. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Ἡ τακτικὴ αὕτη ἐτηρήθη μέχρι τῆς σήμερον εἰς τὰ χρονικὰ τῶν Βουλῶν. Ἐγὼ μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι εἶναι ἀπαρτία, ἐγέλασα. Ὁ δὲ κ. Πρόεδρος μὲ ἐρωτᾷ, διατί γελῶ, καὶ μὲ ἠρώτησε, καὶ ἔπρεπε νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, διότι ἡ συνείδησίς του τὸν ἤλεγχεν, ὅτι δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐταράχθη, ὅταν ἐγέλασα. Ἐπίστευον λοιπὸν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος σήμερον δὲν ἤθελε ζητήσει τὴν ἐπικύρωσιν τῶν ψευδῶν τούτων πρακτικῶν, ἀλλ’ ἤθελε ζητήσει ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου. Καὶ εἶπον χθὲς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττει, εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι δὲν σέβεται ἑαυτὸν πρῶτον. Ἐπίστευον λοιπὸν, ὅτι ἤθελε σεβασθῆ σήμερον ἑαυτὸν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἤθελε ζητήσει τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ χθεσινοῦ ἀτόπου. Αὐτὸ σχεδὸν τοῦτο συνέβη μόνον εἰς τὰ 1871 ἐπὶ τῆς προεδρείας τοῦ κ. Ζάρκου. Ἀλλὰ τότε ὑπῆρχε πέπλος τις εἰς τὰς ἐργασίας ἐκείνας, διότι ἡ Βουλὴ ἐνόμιζεν, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχον 92 βουλευταὶ, ἠδύνατο νὰ ἐκπληροῖ τὰ ἔργα της. Τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς ὑπ’ ὄψιν ἔχων ὁ τότε Πρόεδρος, ἐκάλει τοὺς βουλευτὰς εἰς συνεδρίασιν. Προχθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς νὰ γίνωνται τὴν πρωΐαν κατὰ τὴν 7ην ὥραν. Ἦτον ἡ πρώτη ἡμέρα, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐργασθῶμεν χθὲς αὐτὴν τὴν ὥραν, ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ μήτηρ ἀπέθανε, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν μελῶν καὶ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς πτέρυγος ἔπρεπε νὰ ἀποδώσωσι τὸν τελευταῖον φόρον εἰς τὴν ἀποθανοῦσαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἀπαρτία. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτον ἀπόδειξις, ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει καθ’ ἡμέραν νὰ μὴ γίνεται ἀπαρτία. Οὐδένα εἶχε λοιπὸν λόγον ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προσκαλέσῃ τοὺς βουλευτὰς καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ κανονίσῃ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἔνδειξις, ὅτι ἤθελεν ἐξακολουθήσει ἡ κατάστασις αὕτη, νὰ μὴ κατορθοῦται δηλ. ἡ ἀπαρτία τὴν πρωΐαν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο τὸ ἄτοπον ἐγένετο, ἀλλ’ ἐνῷ προσδιώρισεν εἰς τὰ προσκλητήρια ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι δὲν ἔχομεν ἄλλην ἐργασίαν ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ μεσημβρίαν, εἰμὴ μόνον νὰ κανονίσωμεν τὴν ὥραν τῶν ἐργασιῶν, προβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων σπουδαίων, ἐνῷ πολλοὶ ἐκ τῶν μελῶν τῆς πτέρυγος, οἱ ὁποῖοι ἀντιφρονοῦν εἰς αὐτά, ἐπίστευον, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν ἔχει νὰ κάμῃ ἄλλην ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως δὲν προσῆλθον, ὅπως ἐκπληρώσωσι καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιῤῥήσεις των κατὰ τῶν νομοσχεδίων.
§6ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὰς φέρετε.
§7Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦσαν καὶ πολλά, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν. Λοιπόν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν ἔκαμε καὶ κατὰ τοῦτο καλὰ ὁ κ. Πρόεδρος, ἐπιτρέψας τὴν συζήτησιν, καὶ δὲν θ’ ἀπαντηθῇ παρόμοιον πραξικόπημα εἰς οὐδὲν Κοινοβούλιον. (Θόρυβος).
§8ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἐπρόκειτο εἰμὴ περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ὥρας, κ. Βουδούρη.
§9ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ ἐκάμετε διὰ νὰ ματαιώσητε τὰς συνεδριάσεις.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εἴχομεν σκοπὸν νὰ ματαιώσωμεν τὰς ἐργασίας, ἠθέλομεν μιμηθῆ τὴν πτέρυγά σας, ἐπερωτῶντες, καὶ ἠθέλομεν πράττει ὅ,τι σεῖς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ζητοῦντες ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἠθέλομεν ἀπέρχεσθαι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐπράττετε σεῖς ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, ὅτε ἔμενον μόνον πέντε καὶ αὐτοὶ ἐματαίουν ἐπὶ πολὺν χρόνον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ μικροῦ δεῖν ἐγένοντο ἐγκλήματα ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ὀφείλει νὰ ἐπικυρώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθές, καὶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἄκυροι. Ἀφίνω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήσατε, κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ κύρους τῶν πρακτικῶν.
§12Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφῆτε πρῶτα νὰ προηγηθῶ ἐγώ....
§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅτι, κύριε Πρόεδρε, ἡ συνεδρίασις, ἡ γενομένη χθὲς μετὰ μεσημβρίαν, δὲν ἦτο νόμιμος καὶ εἶναι λίαν σκανδαλώδης, περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, διότι προχθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν αἱ συνεδριάσεις αὐτῆς νὰ ἄρχωνται ἀπὸ τῆς ἑβδόμης πρωϊνῆς ὥρας· χθὲς δὲ τὴν πρωΐαν, εἴτε ἕνεκα τοῦ θανάτου τῆς μακαρίτιδος Ῥάλλη, διότι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ συνοδεύσωμεν εἰς τὴν τελευταίαν κατοικίαν της τὴν μακαρίτιδα, εἴτε ἕνεκα τοῦ χειμῶνος, ἀπαρτία δὲν ἐγένετο. Τί ἔλεγον τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν; Ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου ἀπεφάσισε νὰ γίνωνται εἰς τὸ ἑξῆς αἱ συνεδριάσεις τὴν ἑβδόμην πρωϊνὴν ὥραν. Πότε δ’ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ αὐτά; Ἐπεκυρώθησαν εἰς συνεδρίασιν, γενομένην μετὰ μεσημβρίαν. Καὶ δυνάμει ποίας ἰσχύος; τίνος Κανονισμοῦ; δυνάμει ποίας ἀποφάσεως; Ὅταν σεῖς, κύριε Πρόεδρε, χθὲς μᾶς ἐκαλεῖτε ἐδῶ, μᾶς ἐλέγετε: «Κύριε βουλευτά, σᾶς παρακαλῶ, ἵνα εὐαρεστούμενος, συνέλθητε σήμερον ἐν ὥρᾳ 3 μ. μ. εἰς συνεδρίασιν, ἵνα κανονίσωμεν τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων». Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἴχατε τοιοῦτον δικαίωμα, μολονότι δὲν ἔχετε, διότι ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις γίνεται τῇ συγκαταθέσει τῆς Βουλῆς, ὅτι διὰ νὰ μεταβληθῇ ἡ ὥρα τῶν συνεδριάσεων ἀπαιτεῖται ἀπόφασις αὐτῆς, καὶ οὔτε τὸ ἓν ἔχετε, οὔτε τὸ ἄλλο· ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν, κύριε πρόεδρε, ὅτι τὸ εἴχετε, ὅτι τὸ ἀπεκτήσατε κατ’ ἐξαίρεσιν, διότι ἴσως, κ. πρόεδρε, εἶσθε καὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1874 συνειθισμένος, διότι καὶ τότε αὐτὰς τὰς ἰδέας ὑπεστηρίξατε, ἂς ὑποθέσωμεν, λέγω, ὅτι εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλήν· ποία ἦτον ἡ ἡμερησία διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλητε ἐνώπιον τοῦ Σώματος; Ἦτον ἡ πρόσκλησίς σας. Δὲν ἐδύνασθε πλέον, ὡς ἐπόπτης αὐστηρὸς τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς οὐδὲν ἄλλο ἀντικείμενον. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν εἴχετε δικαίωμα νὰ κάμητε τοιαύτην πρότασιν, ἀλλά, καὶ ἂν εἴχετε αὐτὸ τὸ δικαίωμα, αὐτὴ ἡ ἐπιστολή σας ἦτον ἡ ἡμερησία διάταξις. Καὶ ὅμως ἐγένετο, καὶ ἐπετρέψατε νὰ διέλθουν πολλὰ νομοσχέδια σημαντικά, ἀφορῶντα εἰς σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀφίνω εἰς σᾶς, κύριε πρόεδρε, νὰ ὀνομάσητε τί πρέπει τις νὰ εἴπῃ ἐπὶ τοιαύτης πράξεως καὶ διαγωγῆς.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν Βουλήν....
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ ὁ κ. Κωνστ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων ἀπέτειναν καθ’ ἡμῶν, ὅτι παρενομήσαμεν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἔγεινε, νὰ συνεδριάζῃ κατὰ τὴν 7 ὥραν τὸ πρωί, καὶ συνήλθομεν χθές.
§17ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Πρέπει νὰ ἀφήσητε τὴν ἕδραν σας, κ. πρόεδρε, καὶ νὰ καταβῆτε εἰς τὸ βῆμα.
§18ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι· δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ἐξακολουθήσατε ἀπὸ τῆς ἕδρας σας, κ. πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνήλθομεν κατὰ τὴν 7ην ὥραν τὸ πρωὶ χθὲς καὶ εὑρέθημεν μόνον 72. Πολλοὶ ἐκ τῶν παρευρεθέντων, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, δὲν ἔπαυσαν νὰ ἐκφράζωνται: «δὲν εἶναι δυνατόν, κ. πρόεδρε, νὰ συνερχώμεθα τὴν 7ην ὥραν, καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ προσκαλέσητε τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ δι’ ἄλλην ὥραν». Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι εἶχον καθῆκον, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, εἶναι κατεπείγοντα καὶ κοινωφελῆ, καὶ ἦτο καθῆκον νὰ μὴν ἀπολέσωμεν τὴν ἡμέραν, καὶ οὔτε μίαν ὥραν ἀκόμη. Διεβίβασα αὐτὴν τὴν πρόσκλησιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν ὥραν. Ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθουν, ἔγεινεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου καὶ εὑρέθησαν 127 παρόντες, ὅτε ἔγεινεν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κωνστ. Κουμουνδούρου ἡ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Πῶς συνέβη, ἀναγνωσθέντος ἀμέσως τοῦ καταλόγου, καὶ εὑρέθησαν 117 ἀντὶ τῶν 127, εὔκολον νὰ τὸ ἐννοήσητε· ἤρχοντο καὶ ἔδιδον τὸ ὄνομά των καὶ κατόπιν ἀνεχώρουν. Εὑρέθησαν λοιπὸν 117· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα ἦλθον διάφοροι βουλευταὶ καὶ κατηρτίσθη ἀπαρτία. Ἔχει ὁ πρόεδρος δικαίωμα, κύριοι βουλευταί, νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν; Ὄχι βεβαίως. Διαλύει αὐτήν, συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν κατηρτίσθη ἀπαρτία, ἔμειναν ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἐδῶ, οὐδεὶς δὲ διεμαρτυρήθη.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε πρόεδρε.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς κ. Δημητρακάκης ἔκαμε μόνον τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἶπον νὰ προχωρήσωμεν. Ἀνεγνώσθησαν τὰ διάφορα νομοσχέδια εἰς πρώτην συζήτησιν, ἔγεινε συζήτησις εὐρεῖα. Λοιπὸν δὲν βλέπω ποῖος ὁ κίνδυνος, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ τὰ πάρωμεν ἐξ ἐφόδου. Τὰ περισσότερα νομοσχέδια ἦσαν εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, τινὰ δὲ εἰς τρίτην. Οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν, καθὼς καὶ ἐγὼ, ὡς πρόεδρος, ἐμφορούμεθα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τελειώσωμεν αὐτά τὰ κοινωφελῆ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ πατρὶς μᾶς προσκαλεῖ νὰ τελειώσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία καὶ ἐμοῦ, ὡς προέδρου, καὶ τῆς πτέρυγος αὐτῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§22ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα σήμερον, σᾶς τὰς ἔκαμα καὶ χθὲς τὴν πρωΐαν. Ὥστε ἐννοεῖτε, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἀποῤῥέουν καθαρὰ ἀπὸ τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ μοι ὑπενθύμισε τώρα αὐτὸς ὁ λόγος σας μίαν παροιμίαν τοῦ γέρο Κολοκοτρώνη, ὅστις ἔλεγεν: «Ἠρώτησαν τὴν κουκουβάγιαν, διατί τὸ κεφάλι της εἶναι μεγάλο; — Διότι, ἀπεκρίθη, εἶμαι γερόντισσα. Ἀλλ’ ἡ οὐρά σου διατὶ εἶναι μικρά; — Διότι εἶμαι πουλαρίδα». Σεῖς ἰσχυρίζεσθε, ὅτι δὲν διελύσατε τὴν συνεδρίασιν, διότι δὲν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παρατήρησιν;
§24ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ. Καὶ σεῖς, ὅστις λέγετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχητε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ ἐγένετο λόγος περὶ μὴ ἀπαρτίας καὶ δὲν εὑρέθη ἀπαρτία μετὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν θεωρείων, ὅπου πάντοτε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διαλύεται ἡ συνεδρίασις, σεῖς ὁ ἴδιος, χωρὶς νὰ ἔχητε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐκαλέσατε τοὺς βουλευτὰς εἰς συνεδρίασιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦτο δικαίωμά μου.
§26ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κἀνὲν δικαίωμα δὲν εἴχατε, διότι δὲν δύνασθε νὰ κανονίσητε σεῖς τὴν ὥραν τῆς συνεδριάσεως, οὔτε τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήσατε, κύριε πρόεδρε, τὴν Βουλήν.
§28Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι χθὲς ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἐγένετο ἀπαρτία, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε πρῶτον περὶ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων· ὕστερον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία συνῄνεσεν εἰς τὸ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον.
§31ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ ἡμερησία διάταξις κανονίζεται ἀπὸ τὴν προτεραίαν.
§32Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἅμα δὲν γείνῃ ἀπαρτία, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συνεδρίασις.
§33ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Αὐτὰ εἶναι προφάσεις, καὶ τὸ κάμνετε διὰ νὰ περνᾷ ὁ καιρός.
§34Γ. ΜΙΛΗΣΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα, κυρίως περὶ τῆς καλῆς ἢ κακῆς πίστεως τοῦ κ. Προέδρου. Ἐπὶ τούτου εὐχαρίστως ἀνομολογῶ, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ἔχω δισταγμὸν πρὸς τὸν εὐθὺν χαρακτῆρα τοῦ διευθύνοντος τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν κεῖται, νομίζω, ἐνταῦθα· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικὸν, ὅπως ἐκ πρώτης ὄψεως παρουσιάζεται, ἀλλ’ ἔχει σημασίαν πραγματικὴν, ἀξίαν τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς· διότι ἂν ἀφεθῇ τὸ πρᾶγμα ἀπαρατήρητον, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κακὸν προηγούμενον διὰ μεγάλα ἀτοπήματα ἐν τῷ μέλλοντι, ἴσως δὲ νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ αὐτὸ τὸ κῦρος τῶν πράξεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος, ἡ Βουλὴ ἢ ὁ Πρόεδρος; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα...
§35ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἡ Βουλή. (Θόρυβος).
§36ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀκούω ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θορύβου «ἡ Βουλή». Ἀφοῦ ὅλοι συνομολογοῦμεν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, πρὸς τί ὁ θόρυβος; Ἡ Βουλή, ἥτις μόνη δικαιοῦται νὰ κανονίζῃ τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεών της, διὰ ῥητῆς ἀποφάσεώς της ὥρισε προχθὲς τὸ Σάββατον νὰ γίνωνται τοῦ λοιποῦ αἱ συνεδριάσεις τὴν 7 πρωϊνὴν ὥραν. Ἀλλὰ τίς μετέβαλε...
§37ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἡ Βουλή. (Θόρυβος).
§38ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ψεῦδος αὐτό! δὲν τὴν μετέβαλεν ἡ Βουλή. (Θόρυβος).
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν ἐν τῷ θορύβῳ.—Λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ μετέβαλε καὶ πάλιν τὴν ὥραν τῶν συνεδριάσεών της. Ἐρωτῶ, πότε συνελθοῦσα ἔπραξε τοῦτο; (Θόρυβος)
§40ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Τὴν ὥραν, ὅπου σεῖς παρεμονεύετε ἀπ’ ἔξω. (Θόρυβος).
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς συγχαίρω διὰ τὸ ὀνειροπόλημα. (Θόρυβος).
§42ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὴν 7 ὥραν συνήλθομεν πολλοὶ καὶ ἐπεριμέναμεν, καὶ πολλοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πρὸ μεσημβρίας νὰ συνεδριάζωμεν, εἴπαμεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι πρέπει νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ μεσημβρίαν, διὰ νὰ κανονισθῇ ἄλλη ὥρα συνεδριάσεως.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ἀποτελεῖ βέβαια ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Προπάντων, κύριοι, ἀμφισβητῶ διαῤῥήδην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συγκαλῇ ἐξ οἰκείας ἐξουσίας τοὺς βουλευτὰς εἰς συνεδρίασιν... (Θόρυβος δεξιόθεν). Ἀλλὰ δὲν εἶναι συζήτησις αὐτὴ, κύριε Πρόεδρε. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸν Κανονισμόν· προστατεύσατε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι· μὴ διακόπτετε. (Θόρυβος).
§45ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅσον θέλετε θορυβεῖτε, ὅσον θέλετε φωνάζετε. Δὲν θὰ καταβῶ τοῦ βήματος, ἂν δὲν τελειώσω τὴν σειράν τοῦ λόγου μου. Τοῦτο μόνον τὸ ἀποτέλεσμα ἔχει ὁ θόρυβος, ὅτι παρατείνει ἀσκόπως τὴν συζήτησιν καὶ καθιστᾷ αὐτὴν ἄκοσμον καὶ ἄκαρπον. Ἐπαναλαμβάνω, οὐδεὶς νόμος παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ συγκαλῇ εἰς συνεδρίασιν τοὺς βουλευτάς, διότι ὅλοι συνομολογοῦμεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων κανονίζει αὐτὴ ἡ Βουλή, ὁ δὲ Πρόεδρος ἐκτελεῖ ἁπλῶς τὴν περὶ τούτου ἀπόφασίν της. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος προσεκάλεσε τοὺς βουλευτὰς νὰ συνέλθωσιν εἰς συνεδρίασιν τὴν 3ην μετὰ μεσημβρίαν, ἡ τοιαύτη πρόσκλησις, ἧς ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔλαβον γνῶσιν, εἶναι καθ’ ἑαυτὴν ἔκνομος καὶ ἄτοπος, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἤδη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἄλλην προσδιορίζουσα ὥραν διὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Τοῦτο δὲ ἐνυπῆρχε καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου, διότι ἐκ τοῦ προσκλητηρίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων στιγμῶν εἶδον ἐνταῦθα, ἐξάγεται, ὅτι ἐκάλεσε τοὺς βουλευτὰς εἰς οἰκογενειακὴν, οὕτως εἰπεῖν, συνεδρίασιν, διὰ ν’ ἀποφασισθῇ ἁπλῶς περὶ καταλληλοτέρας τῶν συνεδριάσεων ὥρας. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ καθήσουν εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν οἱ κατόπιν τῆς προσκλήσεως τοῦ Προέδρου συνελθόντες τὴν 3 ὥραν μ. μ. βουλευταί, καὶ ἂν ἀπετέλουν ἀπαρτίαν...
§46ΤΙΝΕΣ. Ἔπρεπε νὰ λάβουν τὴν ἄδειάν σας.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν ἄδειάν μου, λέγετε, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν;
§48ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἐγώ.
§50ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς συγχαίρω καὶ τοὺς τρεῖς. Τῆς ἀδείας μου δὲν ἔχει βέβαια ἡ Βουλὴ ἀνάγκην διὰ νὰ συνεδριάζῃ, ὅπως δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς ἰδικῆς σας’ ἔχει ὅμως ἀνάγκην, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ λησμονεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ σέβηται τὸν Κανονισμόν της, συνερχομένη εἰς συνεδρίασιν κατὰ τὴν ἐν αὐτῷ ὁριζομένην ὥραν, διότι ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν θὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνεδριάζῃ εἰς ὅποιαν δήποτε ὥραν φανῇ ἀρεστὸν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ τὴν συγκαλέσῃ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἀποφασίσει τὸ Σάββατον νὰ συνεδριάζῃ τοῦ λοιποῦ τὴν 7ην πρωινὴν ὥραν, πῶς συνήλθατε ἐνταῦθα τὴν 3ην μεταμεσημβρινήν! Ἂν τὴν πρωΐαν ἐγίνετο ἀπαρτία, χωρὶς νὰ ἤμεθα ἡμεῖς παρόντες, καὶ ἡ Βουλὴ ὥριζεν ἄλλην ὥραν συνεδριάσεως, οὐδεμίαν θὰ εἴχομεν ἀντίῤῥησιν. Ἂν τοὐλάχιστον, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ μία συνεδρίασις, οἱ προσκληθέντες ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ συνελθόντες βουλευταὶ περιωρίζοντο νὰ προσδιορίσωσιν ἁπλῶς, κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς προσκλήσεως, ἄλλην ὥραν συνεδριάσεως, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτον ὁπωσδήποτε ἀνεκτόν. Ἀλλὰ σεῖς, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν συναδέλφων σας, προέβητε εἰς τακτικὴν... (Θόρυβος δεξιόθεν). Κύριοι, εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου αἱ πλειονοψηφίαι σπανιώτατα θορυβοῦν καὶ κραυγάζουν καὶ διακόπτουν. Διατί; διότι ἔχουν τὴν δύναμιν, διότι ἐπιβάλλουν τὴν θέλησίν των ὡς νόμον. Καὶ ὁ ἔχων τὴν δύναμιν καὶ ὁ κῦρος εἶναι συνήθως καὶ μετριοπαθής. Αἱ μειονοψηφίαι θορυβοῦν ἀλλοῦ, αὐταὶ διακόπτουν, διότι ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀριθμητικὴν ἀδυναμίαν καὶ τὸν διὰ τοῦ λόγου ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἐδῶ παρατηρῶ, ὅτι συμβαίνει παραδόξως τὸ ἐναντίον’ ἡ μειονοψηφία ἠρεμεῖ, καὶ ἡ πλειονοψηφία φιλοτιμεῖται νὰ παρεμποδίσῃ καὶ αὐτὸν τὸν λόγον μας διὰ τῶν συστηματικῶν διακοπῶν καὶ τῶν ἀνοικονομήτων θορύβων. Τί σᾶς ὠφελεῖ ἡ τακτικὴ αὕτη; Ἂν παραλογιζώμεθα, ἂν λέγωμεν πράγματα προφανῶς ἀνυπόστατα, τόσῳ χειρότερα δι’ ἡμᾶς’ ἂν δὲ λέγωμεν πράγματα καταφανῶς ὀρθὰ καὶ νόμιμα, τόσῳ χειρότερα διὰ σᾶς νὰ μὴ τὰ ἀκούετε, ἀλλὰ νὰ θορυβῆται καὶ νὰ κραυγάζητε ἀενάως! — Λέγω λοιπὸν, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ καλέσῃ ἐκτάκτως τοὺς βουλευτὰς εἰς ἄλλην ὥραν παρὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφασισμένην, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ προσκληθέντες βουλευταὶ ἠδύναντο νὰ συνεδριάσωσι νομίμως καθ’ ἣν ὥραν προσεκλήθησαν, εἶναι ὅμως ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι ὤφειλον νὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς ὃ ἔργον ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Προέδρου, εἰς τὸν προσδιορισμὸν δηλ. μόνον νέας ὥρας τῶν συνεδριάσεων τοῦ Σώματος, οὐχὶ δὲ νὰ προβῶσι καὶ εἰς συζήτησιν, ἢ μᾶλλον εἰς ἐπιψήφισιν τόσων νομοσχεδίων, καὶ ταῦτα, ἐνῷ σπουδαίως, ὡς ἠκούσατε, ἠμφισβητήθη καὶ αὐτὴ ἡ νόμιμος ἀπαρτία τοῦ Σώματος, διότι ἀναγνωσθέντος, ἐπὶ τῇ ἐνστάσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες μόνον 117, καὶ ἔπρεπε νὰ περιμένουν ἀτόπως τὴν προσέλευσιν ἄλλων βουλευτῶν, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ Σῶμα. Ἔπειτα αὐτὴ ἡ πολιτικὴ ἀξιοπρέπεια ἀπηγόρευε τοιοῦτον διάβημα, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον ὅτι ἔλειπεν ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη. (Δεικνύει τὴν δεξιάν).
§52ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος ἔγκριτον μέλος, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, τρὶς ὡμίλησε χθές.
§53ΜΙΛΗΣΗΣ. Πιθανὸν νὰ εὑρέθησαν ἐνταῦθα τινὲς ἐξ ἡμῶν τυχαίως: ἀλλὰ δὲν ἦσαν βέβαια πλέον τῶν 5 ἢ 6 βουλευτῶν. Ὁ ἡμέτερος ἀρχηγὸς ἀπῆν, οἱ πλεῖστοι ἡμῶν ἀπῆμεν ὡσαύτως, οὐ μόνον διότι δὲν ἐλάβομεν ἅπαντες τὴν πρόσκλησιν τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ καὶ διότι καὶ αὐτοὶ οἱ λαβόντες τὴν πρόσκλησιν ἐφρόνουν, ὅτι ἢ δὲν ἤθελον συνέλθει παντάπασιν οἱ προσκαλούμενοι βουλευταὶ, ἢ ἤθελον περιορισθῆ εἰς ἁπλῆν μεταβολὴν τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων. Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ, ὅτι κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Προέδρου ἠθέλετε συνέλθει εἰς τακτικὴν συνεδρίασιν καὶ ἠθέλετε προβῆ ἐπὶ τροχάδην εἰς ἐπιψήφισιν τόσων νομοσχεδίων, ἐρήμην, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Γνωρίζω, κύριοι, ἐκ προοιμίων τὴν τύχην τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἣν ὑποστηρίζω. Μοὶ προεσήμαναν ταύτην οἱ θόρυβοι καὶ αἱ διακοπαὶ, αἵτινες συνώδευσαν τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ θέσις μας. Ἠθελήσαμεν νὰ μένῃ ἐν τοῖς πρακτικοῖς σημειωμένον, ὅτι τὰ χρονικὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου παρουσιάζουσιν οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ δύω τοιαύτας ἀξιομνημονεύτους συνεδριάσεις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγκρίνῃ τὰ πρακτικά. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὰ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ἐλήφθησαν σήμερον τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς τῆς Ἐπαρχίας Θήρας. (Γίνεται ἡ κλήρωσις τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸ 3ον Τμῆμα).
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ, ἵνα ἔλθωσι ταχέως καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, γενομένης κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς Θήρας.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιστέρα Ν. Φιλίππου ἐξ Σιατίστης τῆς Μακεδονίας, ἀρχηγὸς τῆς κατὰ τὸ 1878 ἐπαναστάσεως, ζητεῖ, διὰ τοὺς ἀγῶνας αὑτῆς καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς περιουσίας της, νὰ τῇ χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα πρὸς συντήρησίν της. Ὁ Κωνσταντῖνος Ἰωσὴφ, πρώην στρατιώτης Ὀθωμανὸς, καταφυγὼν ἐν Ἑλλάδι καὶ δεχθεὶς τὸ Ἀνατολικὸν δόγμα, ἐξετεῖται νὰ τῷ χορηγηθῇ μικρός τις μισθὸς πρὸς συντήρησίν του, ὡς τοῦτο γίνεται εἰς πολλοὺς Ὀθωμανούς.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὸ ἐτήσιον νομοσχέδιον περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Προσέτι ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας τοῦ Φραισσινὲ, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν νὰ διατηρῇ γραμμὴν μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Βώλου. Τὴν γραμμὴν ταύτην ἠδύνατο πρότερον νὰ διατηρῇ, διότι ὁ Βῶλος ἀνῆκεν εἰς ξένην Ἐπικράτειαν· ἤδη ὅμως ἡ μετὰ τοῦ Βώλου συγκοινωνία ἀποτελεῖ ἀκτοπλοΐαν, καὶ ἄνευ ρητῆς νομοθετικῆς ἀδείας δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ξένην Ἑταιρίαν ὁ κατὰ τὴν γραμμὴν ταύτην πλοῦς. (Ὅρα Παράρτημα).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις τοῦ ἐξ Ἄνδρου βουλευτοῦ κ. Καρυστυνάκη.
§59ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§60ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι τὰ δεκάφραγκα γραμμάτια κόπτονται ὅλα εἰς τὸ μέσον, πολλάκις δὲ ἐξαλείφεται ἡ προτομὴ τοῦ μακαρίτου Γεωργίου Σταύρου ἀπὸ τὸ ἓν μέρος. Ἀπὸ τὰς Πάτρας πρὸ ἡμερῶν μοὶ ἔγραψαν, ὅτι τοῦτο εἶναι κακὸν διὰ τὴν ἀγοράν. Ἐπίσης ὁ Ἐμπορικὸς καὶ ὁ Βιομηχανικὸς Σύλλογος τῶν Ἀθηνῶν, ἀποταθεὶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Τράπεζαν, ἀνέφερε καὶ παρεκάλεσεν, ὅπως αὕτη ἀποφασίσῃ νὰ τυπώσῃ πεντόφραγκα ὅπως τοιαῦτα ὑπάρχουν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη. Ἴσως γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅπως ἀλλάξωσι τὰ ἄχρηστα πλέον ταῦτα καταντήσαντα πεντόφραγκα, ὄχι μόνον δὲν κατορθώνουσι τοῦτο, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα λαμβάνει αὐτὰ πληρόνουσα 3½ μόνον φράγκα δι’ ἕκαστον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐπιφέρει βλάβην εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν κ. Καλλιγᾶν νὰ συστήσῃ πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ Τράπεζαν νὰ κόψῃ πεντόφραγκα ἄρτια.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐπήνεγκον μέχρι τοῦδε ἀντιῤῥήσεις εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς δήλωσιν γαιῶν καὶ φυτειῶν, ἐνασχολούμενος νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει πολὺ τὸ Δημόσιον. Σήμερον λοιπὸν ὑποβάλλω περὶ τούτου νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν δηλώσεων μόνον τῶν φυτειῶν· θέλω δὲ ἐξηγήσει τὸν λόγον κατόπιν διατὶ ὄχι καὶ τῶν γαιῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι δύναται νὰ συζητηθῇ ὡς τροπολογία, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν φυτειῶν. (Ὄρα Παράρτημα).
§62ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ κτήματος Ἀδαμὼν ἀναγγέλλει δι’ ἐμοῦ, ὡς προέδρου αὐτῆς, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι σήμερον, ὅτε λήγει ἡ παραταθεῖσα προθεσμία πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐτελείωσε τὰς ἐργασίας της. Περιμένεται ἡ ἐκτέλεσίς τινων παραγγελιῶν αὐτῇ, ἀλλαχόθι ἀπευθυνθεισῶν, καὶ ἐντὸς δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν ὁ κ. εἰσηγητὴς θέλει ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἂς ἐπιθεωρήσωμεν πρῶτον τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κατὰ τὸ σύνηθες. (Ἀναγνωσθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐγένετο ἀντίῤῥησις ἐφ’ ὅλων τῶν εἰς αʹ. καὶ βʹ. ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τ’ ἄρθρα 1–13. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§66ΚΡΙΕΖΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει οἱ προσερχόμενοι νὰ κατατάσσωνται, διότι τὸ ἄρθρον εἶναι ἀόριστον ὅλως διόλου.
§67ΡΟΥΦΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ ἄρθρον λέγει, «ἅμα τῇ ἐπανόδῳ αὐτῶν εἰς ἕνα τῶν λιμένων τοῦ Κράτους».
§68ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἶναι ἀόριστον, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ χρόνος τουλάχιστον μιᾶς ἑξαμηνίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὑποχρεοῦται, ἀφ’ ἧς προσεκλήθη ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ προσέρχηται καὶ κατατάσσηται.
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρατηρήσατε τὸ ἑπόμενον ἄρθρον. ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἐν αἷς διατελοῦσιν οἱ προσκαλούμενοι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου. Μέγας ἀριθμὸς θαλάσσης ἐργατῶν διαβιοῖ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ δὲν ἐμφανίζεται ἐν Ἑλλάδι. Περὶ αὐτῶν ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν διατάξωμεν, θὰ ἦναι ἀπραγματοποίητον. Ἔχομεν εἰς ἀπομεμακρυσμένας χώρας ἐν Αὐστραλίᾳ, ἐν Καλλιφορνίᾳ, ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐργατῶν θαλάσσης καὶ ἑπομένως ὑπάγονται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου τούτου. Τί ὠφελεῖ νὰ διατάξωμεν περὶ! αὐτῶν καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινάς; Οὗτοι οὐδὲν γινώσκουσι τῶν διαταττομένων, καὶ μόνον ὅταν ἔλθωσιν ἐνταῦθα θὰ τὸ μάθωσι. Δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν διορίαν εἰς αὐτοὺς, διότι θ’ ἀνεγνωρίζομεν τὸ ἔκρυθμον τῆς καταστάσεως.
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 διατάσσει: «Κατὰ τῶν ὑποχρέων εἰς ναυτολογίαν καὶ μὴ προσερχομένων ἐμπροθέσμως ἐφαρμόζονται αἱ ἀνάλογοι ποινικαὶ διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου». Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν κενόν.
§72ΚΡΙΕΖΗΣ. Διὰ τοὺς κληρωτοὺς τῆς ξηρᾶς, εὑρισκομένους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἔχει προθεσμίαν· διατί διὰ τοὺς τῆς θαλάσσης νὰ μὴν ἔχῃ;
§73ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοῦτο ἔγεινε χάριν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ ναυτικὸν στοιχεῖον· δὲν πρέπει διὰ θεσμοῦ λίαν αὐστηροῦ ν’ ἀναγκάζωμεν τοὺς ναυτιλλομένους νὰ μένωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ὅταν τις εὑρισκόμενος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ὑπόκηται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν ἐνταῦθα, δὲν θ’ ἀποφασίζῃ εὐκόλως νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα· καὶ δὲν ἔχομεν συμφέρον οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ν’ ἀποχωρήσωσιν ὁριστικῶς ἀπὸ τοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι ὡς ἔχει ὁ νόμος ἔχει καλῶς. Τὸ ἄρθρον 15 ὁμιλεῖ περὶ ποινῶν· αἱ ποιναὶ αὗται δὲν θὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπῃ τοῦτο ῥητῶς ὁ νόμος, νὰ διαιρέσῃ αὐτοὺς εἰς δύω κατηγορίας, τὴν τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ τὴν τῶν ἐκτός· ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὗτοι ὑποχρεοῦνται νὰ καταταχθῶσιν ἅμα τῇ ἐπανόδῳ των.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὥστε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15 δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένων.
§76ΚΡΙΕΖΗΣ. Νὰ σημειωθῇ λοιπὸν τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15).
§78ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ σημειωθῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκομένων.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐσημειώθη. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18).
§80ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐνταῦθα φρονῶ, ὅτι τὸ «ὁσάκις τὸ ὑπουργεῖον κρίνῃ ἀναγκαῖον» πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Πάντοτε πρέπει νὰ στέλλεται ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ.
§81ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Ἔχομεν τόσους ἀξιωματικούς;
§82ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμός των.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 19–24). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 25).
§84ΚΡΙΕΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τροπολογίαν. Προτείνει, ὅπως εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα πλοιάρχου ἀπονέμηται βαθμὸς ὑπαξιωματικοῦ, ἤτοι λοχίου· εἰς δὲ τοὺς ἔχοντας δίπλωμα κυβερνήτου, βαθμὸς δεκανέως. Παρακαλῶ νὰ καθορισθῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, διότι εἶναι ἄδικον, ἄνθρωποι, διευθύνοντες μεγάλα πλοῖα, νὰ ἔρχωνται καὶ κατατάσσωνται ὡς ἁπλοῖ ναῦται.
§85ΡΟΥΦΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς). (Ὅρα Παράρτημα).
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ· δύνασθε δὲ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θ’ ἀδικηθῶσιν οἱ πλοίαρχοι καὶ κυβερνῆται τῶν πλοίων.
§87ΚΡΙΕΖΗΣ. Φοβοῦμαι μήπως πλοίαρχός τις γείνῃ δεκανεὺς, καὶ κυβερνήτης κελευστής.
§88ΡΟΥΦΟΣ. Ἀφήσατε τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα διορίζῃ ἐν ᾧ βαθμῷ ὑπάρχει ἀνάγκη.
§89ΚΡΙΕΖΗΣ. Θέλομεν νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Νόμος. Αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν Γαλλικὸν Νόμον.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τοιούτου κανονισμοῦ ἠμπορεῖ νὰ ἦναι, ὅπως ὁ ὑπουργὸς, ἐνῷ ἐλλείψει πλοιάρχου εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διορίσῃ κυβερνήτην εἰς θέσιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, νὰ μὴ δύναται. Διατί νὰ ἀποφασίσωμεν οἱ τοιοῦτοι ἐξ ἀνάγκης νὰ ἔχωσι κατώτερον βαθμόν; Ἑπομένως πρέπει νὰ δύναται τὸ ὑπουργεῖον, ἔχον ἀνάγκην προσώπων δι’ ἀνωτέρους βαθμοὺς, νὰ διορίσῃ καὶ τοὺς πλοιάρχους καὶ κυβερνήτας. Διατί διὰ τοῦ Νόμου νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν ὑπουργὸν νὰ κατατάσσῃ πάντοτε τοὺς κυβερνήτας εἰς βαθμὸν κατώτερον; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγκαῖον· αἱ περιστάσεις θέλουσι τὸ κανονίσει, καὶ πρέπει ἐν ἀνάγκῃ νὰ δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν· ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, τότε νὰ διορίζηται ὁ κυβερνήτης εἰς κατώτερον βαθμὸν, ὁ δὲ πλοίαρχος εἰς ἀνώτερον.
§91ΚΡΙΕΖΗΣ. Αὐτὸ ζητοῦμεν.
§92ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ, ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία, δεσμεύεται ὁ ὑπουργός. Νομίζω, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ μείνῃ.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 26).
§94ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ ἐδάφιον τέταρτον πρέπει νὰ δοθῇ νομικὸς προσδιορισμὸς τῆς ἀνικανότητος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ποινικῆς νομοθεσίας καὶ τῶν σχετικῶν περὶ ἀνικανοτήτων καὶ στερήσεως δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν διατάξεων. Καταγγελία δὲν ἀρκεῖ, διότι τοιαῦται ἠμποροῦν νὰ προκληθῶσιν ἐκ δόλου, οὖσαι πράγματι ἀβάσιμοι. Δέον λοιπὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ θέσις τῶν αἰτούντων διὰ τῆς προσθήκης «νὰ ὑπάρχῃ κατ’ αὐτῶν βούλευμα παραπομπῆς ἐπὶ κατηγορίᾳ» κτλ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου πρώτου ἔχει τροπολογίαν ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, ἀντὶ 35 ἐτῶν, 40 ἐτῶν. Δὲν πρέπει, κύριοι, ψηφίζοντες τὰ νομοσχέδια νὰ σπεύδωμεν, διότι τότε θὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρχώμεθα νὰ τὰ μεταῤῥυθμίζωμεν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπιβάλλει βάρος σπουδαῖον εἰς τάξιν ὁλόκληρον, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀνακαινίσωμεν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αἱ τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρήσεις πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἂν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπακριβῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ διήρχετο τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἤθελεν ἔχει πολλὰ νὰ διορθώσῃ. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα, ὅσα παρετήρησε, στηρίζονται εἰς ὀρθὰς σκέψεις· ἕνεκα ὅμως ἐλλείψεως χρόνου δὲν ἔφερε πολλὰς τροποποιήσεις, μολαταῦτα ὑπέβαλε τινὰς παρατηρήσεις. Προτείνει λοιπὸν, ἀντὶ τῆς ἡλικίας τῶν 35 ἐτῶν, νὰ θέσωμεν τὴν ἡλικίαν τῶν 40 ἐτῶν, διότι, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ 35 ἔτος εἶναι μικρὰ ἡλικία, καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ναύτας, διότι ἐντὸς τόσον ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος δὲν θὰ ἔχουν ἐξασφαλίσει τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἐνῷ, ἐὰν ἐπιτραπῇ μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, τότε θὰ συμπληρώσωσι τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἑπομένως οὐδεὶς θὰ προσέλθῃ, διότι θὰ σκεφθῇ, ὅτι, ἂν προσέλθῃ καὶ ὑποστῇ ἐξάντλησιν ἐκ τῶν κακουχιῶν, ὕστερον δὲν θὰ δύναται νὰ ταξειδεύσῃ διὰ τῆς ἄλλης ἱστιοφόρου ναυτιλίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν θὰ ἀποφασίσῃ οὔτε εἰς τὴν νεαρὰν ἡλικίαν νὰ προσέλθῃ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡλικία, ἥτις νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸ μέλλον τοῦ ναύτου. Ὥστε πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας.
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς θαλάσσης εἶναι εὔκολον τὸ ἐκπατρίζεσθαι, μάλιστα ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν πολεμικὸν ναυτικὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πάσχῃ ἐκ σπάνιος ἀνδρῶν, ἐχόντων τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὡς ἁρμόζει εἰς Ἕλληνας ναύτας ἐν τῷ πολεμικῷ ναυτικῷ. Ὡς πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, πολλῶν ὄντων τῶν στρατευσίμων, δὲν παρουσιάζεται βεβαίως ἡ αὐτὴ ἀνάγκη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἐργάτας θαλάσσης νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ὡς πρὸς τὸν στρατὸν ὅμως τῆς θαλάσσης, ἄλλως ἔχουσι τὰ πράγματα, ἕνεκεν τοῦ ἄνω ἐκτεθέντος λόγου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα, ὅστις ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης ἤθελε ζητήσει τὴν ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης ἐθελουσίαν κατάταξίν του, νὰ κατατάσσηται. Λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐκ περιστάσεως, ἥτις ἀνάγεται εἰς τὴν οἰκογένειάν μου. Ὁ υἱός μου, καθ’ ἣν ἐποχὴν μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐνεργείας, εὑρέθη ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἤκουσε συνάδελφόν μου, λέγοντα, ὅτι «αὐτὸς (δεικνύων ἐμὲ), ὅστις κόπτεται ὑπὲρ τοῦ πολέμου, ἐκίνησε πάντα λίθον, ὅπως ἐξαιρέσῃ τὸν υἱόν του, καὶ τὸν ἐξῄρεσεν». Ἐταράχθη ὁ νέος ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ, τὴν δ’ ἀκόλουθον ἡμέραν ἐν ὥρᾳ τοῦ γεύματος μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ καταχθῇ ὡς ἐθελοντὴς εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυκλάστρων, τὴν ὁποίαν καὶ ἔδωκα μὲ τὴν εὐχήν μου. Οὕτω κατετάχθη εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ναυκλήρων καὶ ὑπηρέτησεν ὡς ὁ τελευταῖος ναύτης, καὶ ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῇ περίστασις, ἤθελε, πιστεύω, ἐκπληρώσει τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν του. Μετὰ τὴν κατάταξίν του ἐν τῷ Ναυτικῷ ἐκληρώθη ὡς στρατεύσιμος, τότε δὲ ἠγέρθη πόλεμος τρομερὸς, ὅπως ἐξαναγκάσωσι τὸν νέον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς τάξεις τοῦ Ναυτικοῦ, ἔνθα εἶχεν ἀποκτήσει καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ διόπου, καὶ καταταχθῇ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Καὶ ἐξηκολούθησαν ἐπιμένοντες εἰς τοῦτο, καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου τελευταίως νὰ πολιορκήσωσι τὸν οἶκόν μου διὰ χωροφυλάκων καὶ νὰ συλλάβωσι τὸν νέον, καίτοι τὸ ζήτημα, ὅτι ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῆται ἐργάτης τῆς θαλάσσης, μένει εἰσέτι ἐκκρεμὲς, καίτοι θὰ θεωρηθῇ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν στρατολογικοῦ νόμου ὡς ἐξαιρετέος, μονογενὴς ὢν, καὶ νὰ τὸν περιφέρωσι ὡς κακοῦργον ἀπὸ στρατῶνος εἰς στρατῶνα. Δὲν λέγω ταῦτα μόνον, διότι μὲ ἐλύπησεν ἡ τοιαύτη ἀπρεπὴς πρός με διαγωγὴ, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι λυπηρὸν καὶ ἐπιζήμιον νὰ μὴν ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς νέους, καίπερ μὴ ἐργάτας τῆς θαλάσσης, νὰ μὴν ἐπιτρέπηται ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ἐὰν νομίζουν, ὅτι ὡς ναυτικοὶ δύνανται νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των πρὸς τὴν Πατρίδα, νὰ κατατάσσωνται ὡς ἐργάται θαλάσσης εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Ὅθεν προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸν προκείμενον νόμον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τὸ παραδέχεται, ὅτι ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης καὶ ὅτε ὑπάρχει σπάνις ναυτῶν, ἐὰν παρουσιάζωνται ἄνδρες, μὴ ἐργάται θαλάσσης, πρόθυμοι νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν Πατρίδα κατὰ θάλασσαν, νὰ γίνωνται δεκτοί. Διὰ τοῦτο προτείνω, εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ μὴ ἐργάται τῆς θαλάσσης».
§96ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸς ὁ νόμος δὲν εἶναι διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἀλλὰ εἶναι διὰ τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν. Τώρα εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἐὰν ὑπάρχῃ σπάνις ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, τότε ἡ Κυβέρνησις, ἥτις θέλει ἔχει τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, θὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως θεραπεύσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν τὸ τοιοῦτον.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν τεθῇ ἡ προσθήκη αὕτη, τότε ἠμπορεῖ νὰ λειτουργῇ ὁ νόμος καὶ εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπέρχονται συνήθως ἀπροόπτως, καὶ δὲν εἶναι τότε εὔκολον νὰ τροποποιοῦνται οἱ νόμοι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ δύναται νὰ προλάβῃ τὸν ὑποδειχθέντα κίνδυνον.
§98ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε εἷς ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ κάμῃ τοὺς εὐνοουμένους του.
§99ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μήπως ὁ υἱὸς τοῦ Σκουζὲ, ὁ υἱὸς τοῦ Καλλιφρονᾶ, δὲν κατετάχθησαν εἰς τὸ ναυτικόν;
§100ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Λύτσικα κατετάχθη.
§101ΚΡΙΕΖΗΣ. Αὐτοὶ κατετάχθησαν, διότι ὁ νόμος τὸ ἐπέτρεπεν· ἀλλὰ ὁ τελευταῖος νόμος δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ κ. Σκουζὲ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ κ. Μεσσηνέζη οὕτω κατετάχθησαν καὶ εὐδοκίμησαν· ἀλλ’ ἡ ἐπιτυχία αὐτῶν οὐδὲν ἀποδεικνύει ὑπὲρ τοῦ κανόνος, διότι οἱ νέοι οὗτοι ἔχουσι μόρφωσιν, ἥτις καθιστᾷ ἐφικτὸν ὅ,τι ἄλλως θὰ ἦτο δυσχερές. Ἰδίως ἐν ἐκτάκτοις ἀνάγκαις θὰ ἦτον ἐπιζήμιον νὰ λαμβάνωμεν νέους χερσαίους, ὅπως μορφώσωμεν αὐτοὺς πρὸς τὴν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν, διότι οὗτοι ἥκιστα ἤθελον ὠφελήσει. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ μὲν ναυτικὸς, ἀντὶ νὰ ᾖναι ὠφέλιμος κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς θαλασσοπλοΐας, εἶναι βάρος, ἕνεκα τῆς ἀδεξιότητος καὶ τῶν θαλασσίων ἐνοχλήσεων. Ὁ νόμος θέλει ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ τὴν σύγκλησιν ἀνδρῶν ἐξησκημένων εἰς τὰ τῆς θαλάσσης καὶ οἵτινες νὰ αἰσθάνωνται ἑαυτοὺς ἐπὶ τῆς θαλάσσης, ὅπως οἱ ἄλλοι αἰσθάνονται ἑαυτοὺς ἐπὶ τῆς ξηρᾶς. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἀποκλείεται κατὰ τὸ 35 ἔτος ὁ καταταχθεὶς ὡς ἐθελοντὴς ἀλλ’ οὔτε κατὰ τὸ 39, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ τέρμα τῆς τελευταίας αὐτῶν θητείας· διότι ἐὰν ὁ ἐθελοντὴς οὗτος ἀναπτύξῃ ἱκανότητα, ἀποδειχθῇ χρήσιμος, θέλει γείνει ὑποκελευστὴς ἢ κελευστὴς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἀνακατατασσόμενος ὡς ὑποκελευστὴς μέχρις οὗ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ὡς κελευστὴς δὲ μέχρι τοῦ 50 ἔτους τῆς ἡλικίας του. Ὥστε νομίζω, ὡς πρὸς τὰ τῆς ἡλικίας, ἱκανῶς προενόησε τὸ νομοσχέδιον.
§103ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐκ πείρας γνωρίζω, ὅτι ναυτικοὶ, οἵτινες ἔφθασαν 40 ἐτῶν ἡλικίαν καὶ ἀνέπτυξαν ἱκανότητα, ἐν τούτοις δὲν ἐπροβιβάσθησαν, διότι δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι πάντοτε ἀπαιτεῖται πρὸς τῇ ἱκανότητι καὶ ἡ ὑποστήριξις πρὸς προαγωγήν. Καὶ ἔχομεν παραδείγματα ἱκανωτάτων ἀνδρῶν, οἵτινες εἶναι τὰ στοιχεῖα τῶν πλοίων, καὶ ἐν τούτοις δὲν προήχθησαν. Περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ἑπομένως μία διαφορὰ πέντε ἐτῶν δὲν θὰ θεωρηθῇ, ὅτι δύναται νὰ βλάψῃ.
§104ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μίαν παρατήρησιν κάμω ἐξ ἀνάγκης. Πολλάκις οἱ μὴ ἐργάται τῆς θαλάσσης προσβάλλονται ὀλιγώτερον τῶν ἐργατῶν, ὥστε δὲν πρέπει ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης νὰ ἀποστερήσωμεν τοὺς θέλοντας νὰ ὑπηρετήσωσι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 27 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§106ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί ἐννοεῖ τὸ ἐδάφιον 4; «Οὐδὲ νὰ διατελῶσιν ὑπὸ κατηγορίαν δι’ ἐγκλήματος»; Διότι ἠμπορεῖ τις ἐπίτηδες νὰ τοὺς καταγγείλῃ.
§107Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Πρόκειται περὶ ἐθελουσίας κατατάξεως. Ἑπομένως θὰ γείνῃ ἐκλογὴ, ὥστε δὲν δύνασθε ἀνθρώπους, ὑπαγομένους εἰς κατηγορίαν, νὰ τοὺς ἐκλέξητε.
§108ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία.
§109ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ψευδῶς καταγγέλλων τιμωρεῖται. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 28–39. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 40).
§110ΜΑΡΛΑΣ. Κύριοι, γνωρίζετε εἰς ποῖον οἰκτρὸν σημεῖον εὑρίσκεται ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία. Ἅμα ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κατὰ τὴν κρίσιν μου, θὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν ναυτολογίαν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ πλεῖστοι ὅσοι ἐθελονταί. Ἐπειδὴ λοιπὸν προβλέπω, ὅτι ἀπὸ ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας θὰ προσέλθωσιν ἐθελονταὶ, διὰ τοῦτο θεωρῶ προσῆκον εἰς τὸ ἄρθρον 40 νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη δηλαδὴ ἡ κατάταξις τῶν προσελευσομένων ἐθελοντῶν νὰ γείνῃ ἀναλόγως τῶν κοινοτήτων, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὅλαι αἱ κοινότητες.
§111ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Οἱ προσελευσόμενοι ἐκ διαφόρων μερῶν πρὸς κατάταξιν ἐν τῷ Βασιλικῷ Ναυτικῷ, θὰ προσέλθωσι κατὰ πρῶτον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπιθεωρῇ ἂν ἦναι ἱκανοί. Τώρα ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν ἔχετε περὶ τοῦ ὅτι οἱ δεῖνα εἶναι ἱκανοὶ ἢ ἀνίκανοι, παρὰ μόνον τὴν καλὴν προαίρεσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωσι τὴν κατάταξιν; Ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὴν ἐφαρμογήν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 40. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα 41–50, ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου.
§113ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, νὰ προβῶ εἰς συζήτησιν, διότι τοῦτο, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς Βουλῆς σήμερον, ἤθελεν εἶσθαι καθαρὰ ματαιοπονία· οὐχ ἧττον καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴν ἀφήσω ὅλως ἀπαρατήρητον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀτόπων, ἅτινα δύναται νὰ γεννήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ τοιούτου νομοσχεδίου της. Τὰ περὶ προβιβασμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν εἰσι κεκανονισμένα διὰ νόμου παγίου τοῦ 1861, ὑπουργοῦντος τοῦ μακαρίτου Βότσαρη. Ἐν τῷ νόμῳ δ’ ἐκείνῳ ὁρίζεται καὶ ὁ πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν ἀπαιτούμενος χρόνος ὑπηρεσίας καὶ ὁ τρόπος τοῦ προβιβασμοῦ. Τὸν νόμον λοιπὸν αὐτὸν εἶχε βεβαίως ὑπ’ ὄψιν της ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862, ἥτις ἐν τούτοις ἐν τῷ Συντάγματι ἀνέγραψε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 71. Διὰ τοῦ ἄρθρου δὲ αὐτοῦ τὸ Σύνταγμα ρητῶς διατάσσει, ὅτι ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς δύναται νὰ ἐκλέγηται βουλευτὴς, ἀλλ’ ἐκλεγόμενος τίθεται εἰς διαθεσιμότητα· καὶ ἡ διαθεσιμότης, κύριοι, εἶναι κατάστασις ἐνεργητικὴ, οὐδόλως παραβλάπτουσα τὸ πρὸς προβιβασμὸν δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ· ἑπομένως, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐξασφαλίζει πλήρη καὶ ἀκέραια τοῦ ἀξιωματικοῦ τὰ δικαιώματα, ἐννοοῦν νὰ προσμετρῆται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ὁ χρόνος τοῦ βουλευτικοῦ βίου τοῦ ἀξιωματικοῦ. Δὲν νομίζετε λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, καὶ δὲν φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ σήμερον συζητουμένου νόμου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν χρόνου, γεννᾶται καθαρὰ ἀντινομία μεταξὺ τοῦ νόμου τούτου καὶ τοῦ Συντάγματος; Καὶ προκειμένης ἀντινομίας μεταξὺ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένου, ὁποίαν ἔχει σήμερον ἰδέαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγώ;
§115ΣΤΑΪΚΟΣ. Ναί· ὑμεῖς, ὁ κ. Παῦλος Καλλιγᾶς, ὁ νομοδιδάσκαλος, ὅστις ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ἰδίαν ὑμῶν ἔκφρασιν, ᾗ χρᾶσθε, λόγον ποιούμενος περὶ Σαβυνῆ, φέρετε τὰ ἄκρα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων νομοδιδασκάλων, καὶ ὅστις, πραγματευόμενος τὸ ζήτημα τῆς τοιαύτης ἀντινομίας, ἀνεπιφυλάκτως ἀποφαίνεσθε, ὅτι, ἐν περιπτώσει τοιαύτῃ, ἂν τὸ ζήτημα καταντήσῃ εἰς τὰ δικαστήρια, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν νὰ διστάσῃ, ὅτι ὀφείλῃ ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Εἰμὶ δὲ πολὺ περίεργος, κ. Καλλιγᾶ, νὰ ἀκούσω σήμερον τὴν γνώμην σας περὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Οὕτως ἔχοντος λοιπὸν τοῦ πράγματος, ὁποῖαι θέλουσιν εἶσθαι καὶ διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ διὰ τὸν στρατὸν αἱ συνέπειαι; Οὐδεὶς, φρονῶ, ἐλησμόνησεν ὅσα πρὸ μικροῦ χρόνου συνέβησαν καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἐν τοῖς δικαστηρίοις, διότι, ἐντὸς τοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πολιτείας, ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔθηκεν εἰς ἀποστρατείας ἀξιωματικούς τινας. Ἁπλῆ μόνον παράλειψις ἀσημάντου τύπου, καὶ ἐκ καλλίστης πίστεως τοῦ ὑπουργοῦ προελθοῦσα, ἤρκεσε νὰ ματαιωθῇ τὸ σωστικὸν ἐκεῖνο μέτρον διὰ τὸ στρατὸν, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ὑποστῇ μεγάλας ζημίας, καὶ εἰς τὸν στρατὸν, ἀντὶ ἀγαθοῦ, μέγα νὰ προσγένηται κακόν. Ἴσως, κύριοι, ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγεγραμμένη διάταξις εἶναι πλημμελὴς, ἴσως εἶναι μάλιστα κακή· ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐρωτῶ μόνον καὶ Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν, δυνάμεθα ἡμεῖς σήμερον, ψηφίζοντες νόμον, νὰ ἀνατρέψωμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Φρονῶ ἀδιστάκτως ὄχι. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω περὶ τῆς ἀστόργου καὶ αὐθαιρέτου διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ; Προσμετρεῖται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς χρόνος ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τῶν διευθυντῶν τοῦ μηχανικοῦ, τῶν καθηγητῶν τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, τῶν παρὰ ταῖς Πρεσβείαις ἀξιωματικῶν, τῶν παρὰ τοῖς Ἀρχηγείοις ἐπιτελῶν, καὶ δὲν προσμετρεῖται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ βασιλέως, ὅστις ἐν τούτοις εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν προσμετρεῖται ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν στρατοδικῶν, βασιλικῶν ἐπιτρόπων καὶ εἰσηγητῶν, καὶ δὲν προσμετρεῖται ὡς χρόνος στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἡ στρατιωτικωτέρα τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ ὑπηρεσία τῶν Φρουραρχείων. Εἶναι τῷ ὄντι λίαν παράδοξος ἡ τοιαύτη σκέψις καὶ διάκρισις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καὶ δύναται διὰ τοῦτο νὰ διεκδικήσῃ τὴν πρωτίστην θέσιν τῆς πρωτοτυπίας.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ὑπῆρχεν ἀντινομία τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸ Σύνταγμα, βεβαίως αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος θὰ εἶχον πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Ἀλλ’ ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι ἡ ἀντινομία δὲν εἶναι πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρὸς τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ 1861, τὸν ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς ἀποκτήσαντα κῦρος Συντάγματος, διότι προϋπῆρχε τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἂν τοιαύτην ἀρχὴν ἐθέτομεν, πάντες οἱ νόμοι, ὅσοι προϋπῆρχον τοῦ Συντάγματος, περὶ θεμάτων, περὶ ὧν ἐπρονόησε τὸ Σύνταγμα, θὰ ἦσαν καὶ αὐτοὶ Σύνταγμα, καὶ ἴσως τότε τῆς Βουλῆς ἡ ἐργασία θὰ ἦτο περιττὴ, διότι ὀλίγα εἶναι τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπρονόησε τὸ Σύνταγμα.
§117ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐξηγήθητε καλῶς, πάλιν τὸ ζήτημα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλως, διότι ὅσα εἶπεν ὁ κ. προαγορεύσας δὲν ἀφορῶσιν εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος, διότι ἀφορῶσιν εἰς τὰ περὶ προβιβασμῶν, τὸ Σύνταγμα δὲ δὲν ὁμιλεῖ περὶ προβιβασμῶν· τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ δυναμένους νὰ ἐκλεχθῶσι βουλευταὶ, καὶ οὐδὲν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, λέγει ἐναντίον εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δύναται ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικὸς νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐπιτυγχάνων νὰ παρακαθήσῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ· ἀλλὰ πράττων τοῦτο, ἐπηρεάζει τὰ εἰς προβιβασμὸν προσόντα. Ἀλλὰ τὰ εἰς προβιβασμὸν προσόντα ἐκ τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐπιδεκτικὰ κανονισμοῦ νομοθετικοῦ· οἱ ἀξιωματικοὶ π. χ. τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὑπάγονται εἰς διάταξιν ἀνάλογον τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τοῦτο ἐξ ὑπαρχῆς, οὐδεμία δ’ ἐκ τούτου ἐγεννήθη δίκη. Ὥστε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δύναται νὰ ἦναι ἥσυχος ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, διότι ἔχομεν πεῖραν 20 σχεδὸν ἐτῶν, καθ’ ἣν οὐδεμία ἠγέρθη ἀγωγή.
§119ΚΡΙΕΖΗΣ. Δὲν ἐπεδίωξαν τὰ δικαιώματά των.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύνανταί τινες νὰ ἦναι ἐναντίας ἰδέας, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν νὰ ἐπιδιώξωσι δικαστικῶς τὰ δικαιώματά των, διότι ἠξεύρουσιν, ὅτι δὲν ἤθελον εὕρει ὑποδοχὴν παρὰ τοῖς δικαστηρίοις. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγομεν, κανονίζον τὰ περὶ προβιβασμοῦ ἐν τῇ ἐνεργῶ ὑπηρεσίᾳ, ποιεῖται διακρίσεις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, καὶ τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας προσμετρεῖ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβασμοῦ ὡς πρός τινας ὑπηρεσίας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, δὲν προσμετρεῖ δὲ αὐτὸν ὡς πρὸς ἄλλας ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὴ ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, καθ’ ἣν πᾶσα ὑπηρεσία, μὴ προσμετρουμένη πρὸς προβιβασμὸν, δὲν εἶναι καὶ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία. Τίς ἀρνεῖται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία παρὰ τῇ Αὐλῇ εἶναι στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἐν τοῖς Φρουραρχείοις εἶναι στρατιωτική, παρὰ τοῖς Ἀρχηγείοις καὶ τοῖς Στρατοδικείοις; ὡσαύτως; ἀλλ’ εἶναι ζήτημα προσόντος διὰ τὸν προβιβασμὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑφίσταται ἢ οὔ, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ νομοθετοῦντος. Ὁ νόμος τοῦ 1861 ἀπαιτεῖ πρὸς προβιβασμὸν χρόνον τινὰ ὡρισμένον ὑπηρεσίας, δὲν ἀποκλείει δὲ οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου. Τοῦτο ἐθεωρήθη οὐχὶ πρέπον, ἐθεωρήθη ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπηρεσίαι τινὲς, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ παρέχωσι τὸ δικαίωμα πρὸς προβιβασμὸν, ἰδίως δὲ μία πρέπει νὰ ἦναι ἡ ὑπηρεσία, ἥτις πρέπει νὰ παρέχῃ δικαίωμα τοιοῦτον, εἶναι δὲ αὕτη ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ μαχίμῳ στρατῷ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ ἐν τῇ ἁγνότητι αὐτῆς, μόνον ἡ ἐν τῷ μαχίμῳ στρατῷ ὑπηρεσία ἔπρεπε νὰ προσμετρηθῇ. Ἀλλὰ διατί ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προτείνομεν καὶ ἄλλας; Τὰς προσθέτομεν χάριν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα μὴ εὑρεθῇ εἰς στενοχωρίαν καὶ ἵνα μὴ χωλαίνῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἀρχικὴν, τὴν ὀρθὴν ἰδέαν, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτοῦ, ὡς ἀναγράφουσα ἀρχὴν, ἀναγράφει αὐτὴν ὀρθότερον ἢ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τὰ συμφέροντα τῇ ὑπηρεσίας, εἶναι πρακτικώτερον, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν, τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζω θεωρητικῶς τὴν ὑπεροχήν. Ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ ὅπλῳ εἶναι ἡ μόνη, ἥτις ἔπρεπε νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ προσετέθησαν καὶ ἄλλαι τινές· προσετέθη ἡ τῶν καθηγητῶν. Ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ νὰ ὑπάρχωσι καθηγηταὶ πολιτικοί. Τῷ ὄντι εἶναι δύσκολον νὰ συμβιβασθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη μετὰ τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ, διότι, ὅταν τις μορφωθῇ ἐκεῖ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ καθηγητοῦ, τότε ἀκριβῶς ἀναγκάζεται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατὸν, ἀφοῦ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ θέλῃ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐπὶ πολὺ ἀπὸ τῆς μαχίμου ὑπηρεσίας. Ὥστε ἡ ὑπηρεσία ἐν τῇ Σχολῇ θὰ πάθῃ. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι δυσχερέστατον, τὸ νὰ εὑρεθῶσι καθηγηταὶ μὴ στρατιωτικοὶ εἰς καθαρῶς στρατιωτικὰ μαθήματα, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ ἔχωμεν ἀξιωματικούς. Ἂν ὅμως θελήσωμεν νὰ μὴ προσμετρήσωμεν τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐν τῷ ἀπαιτουμένῳ πρὸς προβιβασμὸν, κινδυνεύομεν νὰ μὴν ἔχωμεν τοὺς καταλλήλους καθηγητάς. Χάριν λοιπὸν τῆς Σχολῆς γίνεται μία ἐξαίρεσις, ἐπίσης καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Εὐθὺς ὡς προβιβασθῇ ἀξιωματικός τις, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, καταλαμβάνει θέσιν προσμετροῦσαν εἰς προβιβασμόν· δύναται δὲ οὗτος, ὁ προβιβασθεὶς κατ’ ἀρχαιότητα, ἂν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ διηύθυνε κλάδον, νὰ ἦναι ἀναγκαῖος κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ἂν ἄρα δὲν προσμετρῆται ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, πρέπει νὰ καταλίπῃ αὐτὸν, νὰ ταχθῇ ἐν τῷ μαχίμῳ στρατῷ. Τοῦτο ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προληφθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ἐξαίρεσις καὶ ὡς πρὸς τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσίαν, ἥτις, ἄλλως, ὡς ἐπιτελικὴ, δὲν δύναται, κατ’ ἄλλο νομοσχέδιον, νὰ παραταθῇ πέραν τῶν τριῶν ἐτῶν. Ἐγένετο ἐξαίρεσις καὶ χάριν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀξιωματικῶν, διότι θεωροῦμεν, ὅτι ἡ μετάβασις τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς ἐκπαίδευσιν συντελεῖ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, καὶ νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποθαῤῥύνωμεν τὴν τοιαύτην μετάβασιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν ἐνισχύωμεν. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἀσαφὴς ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις, καὶ πρέπει νὰ τεθῇ καθαρωτέρα φράσις, ὥστε νὰ καταφαίνηται, ὅτι οὐ μόνον οἱ ἀποστελλόμενοι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπ’ ἀδείᾳ μεταβαίνοντες πρὸς ἐκπαίδευσιν δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου.
§121ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ Σύνταγμα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογάς. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν, ὅταν ἠξεύρῃ, ὅτι ὁ χρόνος ἐν τῇ Βουλῇ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν; Εἶναι μία ἔμμεσος προσβολὴ τοῦ Συντάγματος.
§122Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἡ ὑποβολὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου γενομένων καταχρήσεων ἐν τῷ στρατῷ ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Νόμον τοιοῦτον δὲν θὰ εὕρητε ἀναγεγραμμένον εἰς καμμίαν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν ἄλλου Κράτους, διότι καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος ἐγένετο τοιαύτη κατάχρησις τῶν στρατιωτικῶν κανονισμῶν ὅπως εἰς τὸ ἡμέτερον. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρόκειται νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη, ὅπως οἱ μὲν φυγόπονοι τιμωρῶνται, τί δὲ ἐργαζόμενοι ἀνταμείβωνται. Ἔχομεν παραδείγματα ζώντων στρατιωτικῶν, οἵτινες ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ στρατιώτου μέχρι τοῦ λοχαγοῦ δὲν ὑπηρέτησαν πώποτε εἰς τὸν στρατόν. Καταταχθέντες εἰς τὸν στρατὸν, κατώρθωσαν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς κατατάξεώς των νὰ μὴν ἀσκηθῶσιν οὐδὲ εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ στρατιώτου. Δὲν ἀδικῶ τόσον τὰ ἄτομα, ὅσον τὰς Κυβερνήσεις, αἵτινες ἀνέχονται τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κατασταθῇ ἀληθὴς ἡ διάταξις, ὅτι ὁ προβιβασμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὅτι γίνεται μετὰ ἐκτίμησιν τῆς στρατιωτικῆς ἱκανότητος τοῦ ἀτόμου. Ἀλλὰ πῶς δύνασθε νὰ ἀνεύρητε τὴν τοιαύτην ἱκανότητα εἰς ἄτομα, τὰ ὁποῖα πώποτε ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν; Διὰ τοῦτο, κύριοι, βλέπομεν τὸ πρωτότυπον, τὸ παράδοξον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα μὴ προσμετρῆται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπασπιστῶν τοῦ Βασιλέως, διότι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, ἐπὶ ζημίᾳ καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὰ ἄτομα αὐτὰ καθίστανται ἄχρηστα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, ὡς ἐπὶ πολλὰ ἔτη διαμείναντα μακρὰν τῶν τάξεών των. Τὸ τοιοῦτον δὲν συμβαίνει εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς, ὅπου οἱ ἡγεμόνες ἔχουν ὑπασπιστὰς, διότι οὗτοι δὲν παραμένουσιν ὑπηρετοῦντες παρὰ ἐπὶ ὡρισμένῳ χρονικῷ διαστήματι. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον φαίνεται εἴς τινας ὑπηρεσίας ἐπιεικὲς, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι αὐστηρὸν, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις νὰ εἴπω, καὶ λίαν εὔνουν πρὸς τάξιν στρατιωτικῶν, ἥτις πώποτε ὑπηρέτησεν ἐν τῷ στρατεύματι· καὶ ἐννοῶ τὰς θέσεις ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἔχουν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ στρατεύματι ὑφίστανται. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, εἶναι ἄδικον, καὶ τὸ προσβάλλω ὡς ἐπιεικὲς καὶ μεροληπτικὸν, διότι κάμνει ἐξαιρέσεις. Τίνας ἐξαιρεῖ; Ἐξαιρεῖ τοὺς καθημένους εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὰς Πρεσβείας, ἐν τῇ Εὐρώπῃ, καὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς μόνον τοὺς βουλευτὰς ἀξιωματικοὺς, εἰς τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ βασιλέως, εἰς τοὺς φρουράρχους καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ στρατοδικεῖα. Ἂς ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι αἱ μεγάλαι, τὰς ὁποίας προσέφερον εἰς τὸ Κράτος οἱ μὲν, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ δευτερεύουσαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτρέπεται χρόνος προσμετρήσεως. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐθεώρησε μετ’ ἐπιεικείας τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Κύριοι, μέχρι τοῦδε δυστυχῶς, καί τοι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν λειτουργεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, δὲν κατωρθώθη νὰ σχηματισθῶσιν εἰδικότητες τοιαῦται, τῶν ὁποίων ἡ ἀπομάκρυνσις νὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ τοιαύτη ἐξαίρεσις ἀδικεῖ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τοῖς στρατεύμασι, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία εἶναι κοπιώδης καὶ ἐπιζημία καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑγείαν αὐτῶν καὶ ὡς πρὸς τὰ γλίσχρα χρηματικὰ μέσα των, πολλάκις δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν ζωήν των, ἐνῷ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν ἢ νὰ πάθωσι. Νομίζω, ὅτι εἶναι λίαν ἐπιβλαβὲς τὸ νὰ λαμβάνῃ τις βαθμοὺς καθήμενος εἰς τὰ γραφεῖα. Ἠξεύρει ἤδη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ γνωρίζει ποίαν συνδρομὴν ὁ εἰσηγητὴς δύναται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν ὑπουργόν. Ἠξεύρει ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ ὑπουργείῳ ὀλίγιστοι στρατιωτικοὶ ἔχοντες μεγάλην μόρφωσιν, στεροῦνται ὅμως τῶν γνώσεων τῶν λεπτομερειῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι πώποτε ὑπηρέτησαν εἰς τὰ στρατεύματα. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν καὶ οἱ ὑπασπισταὶ τοῦ βασιλέως εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ στρατεύματα, διότι πολλοὶ τούτων, πρὸ πολλοῦ τοποθετηθέντες μὲ μικροὺς βαθμοὺς, ἔλαβον ἤδη τρεῖς ἢ τέσσαρας προβιβασμοὺς, χωρὶς νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸ στράτευμα Πιθανὸν κατὰ τὸ μακροχρόνιον αὐτὸ διάστημα νὰ κατεγίνοντο εἰς μελέτας στρατιωτικὰς, ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστήμη εἶναι ἐνταυτῷ καὶ στρατιωτικὴ τέχνη ἔχει ἀνάγκην ἐφαρμογῆς. Ὅταν λοιπὸν ἐπιβάλλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πραγματικῆς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ Συντάγματος κατέρχονται εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅταν τὴν ἐπιβάλλωμεν εἰς τοὺς ὑπασπιστὰς τοῦ βασιλέως, ὅταν ἐπιβάλλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ εἰς καθαρῶς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, ὅτα εἶναι ἡ τοῦ φρουράρχου καὶ μὴ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν μόνον τοὺς φρουράρχους ἐν καιρῷ εἰρήνης, ὅτε τὸ ἔργον των εἶναι καθαρῶς ἀστυνομικόν· ὑποθέσατε τὸν φρούραρχον ἑνὸς φρουραρχείου, ὅταν πολιορκῆται, ὅταν ἐνεργῇ ἐξόδους, ὅταν δέχηται τὴν πρώτην ἔφοδον, ὁ φρούραρχος αὐτὸς κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν δικαιοῦται εἰς προσμέτρησιν χρόνου πρὸς προβιβασμὸν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου, ἐναντίον πάσης λογικῆς, πάσης δικαιοσύνης, οἱ ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἀξιωματικοὶ δύνανται, καθήμενοι εἰς τὰ γραφεῖά των, νὰ διανύσωσι ὅλα τὰ στάδια τῆς ἱεραρχίας ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ δεκανέως μέχρι τοῦ στρατηγοῦ. Αἱ διατάξεις λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ἦναι δίκαιαι πρὸς ὅλους διὰ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν, διότι θὰ ἦναι, καὶ τὸ λέγω πρὸς εὐχαρίστησιν ὅλου τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦναι σκληρὸν διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ στρατοδικεῖα, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν δικαιοσύνην τοῦ στρατοῦ, ἄτοπον ἰδίως διὰ τὸν βασιλικὸν ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν Γαλλικὴν φράσιν εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ βασιλέως καὶ τοῦ νόμου, νὰ μὴ προσμετρῆται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας του πρὸς προβιβασμὸν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ δικαιώματος τούτου νὰ τυγχάνουν οἱ ἐν ταῖς Πρεσβείαις προσκεκολημμένοι ἀξιωματικοί. Καὶ θὰ ἴδωμεν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου νὰ προσκολληθῶσι τοιοῦτοι στρατιωτικοὶ καὶ εἰς τὰς Πρεσβείας τοῦ Λονδίνου, τῶν Παρισίων, τῆς Βιέννης, καὶ οὕτω θὰ κάμωμεν διπλωματικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον καθήμενον θὰ προβιβάζηται διαρκῶς. Ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄδικον, τὸ ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν ὑποβάλλω ἀνταποκρίνεται μᾶλλον πρὸς τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ δίκαιον. Ἀλλ’ ἡ βάσις καὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας ποία εἶναι; εἶναι ὁ περὶ προβιβασμῶν νόμος, ὅστις λέγει ῥητῶς, ὅτι διὰ νὰ προβιβασθῇ τις ταγματάρχης ἀπαιτεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ τέσσαρα ἔτη ὡς λοχαγὸς, ἀλλὰ ὑποχρεωτικῶς ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ὄχι εἰς τὰ γραφεῖα· ἄλλως, καὶ τὰ πράγματα τὸ ἀπέδειξαν’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔχετε παράδειγμα πρόχειρον· τὸ αὐτὸ πρόσωπον ἤρχισε νὰ ἐκτελῇ ὑπηρεσίαν τινὰ ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ δεκανέως καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, γενόμενον λοχαγὸς, ἐκτελεῖ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἐξετέλει ὡς δεκανεύς. Ὁ νόμος εἶπε, ὅτι ἵνα προβιβάσω ἓν ἄτομον, πρέπει νὰ χορηγήσῃ ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ, περὶ τῆς ἀξίας ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος καὶ περὶ τοῦ χαρακτῆρός του. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἦναι ἀληθὴς ἡ τοιαύτη ἐκτίμησις, ὅταν τὰ ἄτομα κάθηνται, εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἴτε ἐν τῇ Αὐλῇ τοῦ Βασιλέως, εἴτε ἐν τοῖς ὑπουργείοις; Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦτα διενοεῖτο ὁ νομοθέτης εἰς τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν, δύνασθε σήμερον τὴν ἰδέαν αὐτοῦ νὰ μεταβάλητε μεροληπτοῦντες ὑπὲρ τοῦ μὲν καὶ οὕτως εἰπεῖν καταδιώκοντες τοὺς δέ; Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἐν τοῖς γραφείοις ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν γίνεται ἐκ περιτροπῆς πρὸς τοὺς λοιποὺς ἀξιωματικοὺς (θόρυβος). Οἱ πλεῖστοι κατώρθωσαν τὰς θέσεις αὐτὰς νὰ τὰς κατέχωσι διὰ τῆς πολιτικῆς, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλλω καμμίαν πολιτικὴν μερίδα. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία μου πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ, διότι δὲν ἐξαιρεῖ κανένα, ὑπαγάγει ὅλους εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ στράτευμα τοῦ ὅπλου των. Ἐπειδὴ δὲ ἐκτὸς τῶν σωμάτων αὐτῶν ὑπάρχει καὶ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἄνδρας πρὸς διοίκησιν, θεωρῶ ὡς χρόνον πρὸς προβιβασμὸν τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ καὶ ἐν τοῖς Ἀρχηγείοις τοῦ στρατοῦ· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν λοιπῶν σωμάτων, οὗτοι πρέπει νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ ὅπλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν, μετὰ παρέλευσιν τοῦ ἀπαιτουμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ἡ προαγωγὴ εἰς τοὺς βαθμοὺς κατὰ μέσον ὅρον πρέπει νὰ ἦναι 4 ἢ 5 ἔτη, διότι εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν διὰ νὰ προβιβασθῇ ὁ ἀνθυπολοχαγὸς παρήρχοντο πολλάκις 9 καὶ 10 ἔτη. Ἕνεκα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔλαβον χώραν κατ’ ἀνάγκην πολλοὶ καὶ συνεχεῖς προβιβασμοί, ἀλλ’ εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν καὶ ἐλπίζω, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι θέλουσι λειτουργεῖ ἀσφαλῶς. Φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι, ἀφοῦ ὑπεχρεώσαμεν πάντας τοὺς πολίτας Ἕλληνας νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατὸν, πῶς νὰ μὴ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ Στράτευμα τοῦ Ὅπλου ἢ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν ἐπὶ ἓν χρονικὸν διάστημα; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς καθηγητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι πράγματι προσφέρουσιν ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος καὶ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ἀνταλλάξῃ ἕνεκεν ἐλλείψεως πολιτῶν καθηγητῶν, ἰδίως εἰς τὰ στρατιωτικὰ μαθήματα. Ὅταν συνέταξα τὴν τροπολογίαν ἐσκέφθην πολὺ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπον ὅμως ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ θεωρηθῇ ὡς προνόμιον, διότι δυστυχῶς, ὅπως εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, οὕτω καὶ εἰς τὴν Σχολὴν δὲν ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ σχηματίσῃ εἰδικοὺς ἄνδρας διὰ τὴν Στρατ. Σχολήν· διὰ τοῦτο δὲν θέλω ἀντιλέξει εἰς τὰ περὶ Στρατιωτ. Σχολῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν εἰς τὴν τροπολογίαν προστεθῇ ὁ ὅρος ὅτι μετὰ πενταετῆ διαρκῆ καθηγεσίαν ἐν τῇ Σχολῇ, νὰ προσμετρῆται ὡς χρόνος εἰς προβιβασμόν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς καθηγητὰς, τὸ προκείμενον δὲ νομοσχέδιον, κύριοι, δύναται νὰ ὑποστῇ καὶ βελτιώσεις εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπὶ τούτου ὑπέβαλα τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν του) Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, διότι θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ εὐχερῆ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. (Ὅρα Παράρτημα).
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐν αὐτῷ «μετὰ τὴν λῆξιν τῆς περιόδου αὐτῆς»;
§124ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τοὺς βουλευτὰς μόνον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλος ν’ ἀγορεύσῃ; — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§126Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία θὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὡς ἐζήτησεν ὁ προτείνας. (Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ὑπὲρ τῶν ἄλλων προνομιούχων καὶ ἀναγνωρισμένων Τραπεζῶν, δυνάμει τῶν εἰδικῶν συμβάσεων καὶ νόμων διατάξεων ὡς πρὸς τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκτελέσεις κλπ.
§129ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης 8 γεωμετρῶν.
§131Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα προχθὲς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ διασάφησίν τινα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν δὲν δύναται νὰ τὴν δώσῃ σήμερον, τότε δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον.
§132ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τίνα διασάφησιν θέλετε;
§133ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω διατί δὲν περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν κλίμακα τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ δίδωνται εἰς τοὺς γεωμέτρας.
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βλέπετε, εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἡ ἀπάντησις «ἡ κατὰ στρέμμα ἀποζημίωσις τῶν γεωμετρῶν κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος.......» Ἀλλ’ ἡ διάταξις περιέχει κατώτατον καὶ ἀνώτατον ὅρον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ δοθῇ κλῖμαξ ἀποζημιώσεων. Βλέπετε τί λέγει «θέλει περιορίζεται διὰ μὲν τὰς ἁπλᾶς καταμετρήσεις, τὰς ἐνεργουμένας ἐπὶ ἀνοικτῶν ἢ ἐπὶ ἐσπαρμένων δενδροφύτων ἐκτάσεων, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος «μέχρι τῶν λεπτῶν 10 κατὰ στρέμμα». Ἀφίνεται εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀναλόγως τοῦ εἴδους καὶ τοῦ σχήματος τῶν καταμετρουμένων ἐκτάσεων, ἀναλόγως τοῦ κόπου, ὁ ὁποῖος θὰ καταβάλλεται, νὰ κανονίσῃ τὴν ἀντιμισθίαν. «Διὰ δὲ τὰς μετὰ χωροσταθμήσεως καταμετρήσεις ἀπὸ τῶν λεπτῶν 10 μέχρι τῶν λεπτῶν 20 κατὰ στρέμμα. Γνωρίζετε, ὅτι ἔγειναν καὶ γίνονται παραχωρήσεις ἐθνικῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην προηγουμένης καταμετρήσεως. Αἱ ἐργασίαι αὗται δὲν προβαίνουν, διότι δὲν ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς γεωμετρῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ χορηγήσητε γεωμέτρας, ἀλλ’ οὗτοι δὲν δύνανται νὰ ἐργάζωνται, ἐὰν δὲν ἀμείβωνται. Δυνάμεθα ὅμως ν’ ἀνταμείβωμεν αὐτοὺς ὁμοίως εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας; Ὄχι. Διὰ τοῦτο λοιπὸν σᾶς ζητοῦμεν ν’ ἀφήσητε εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὅπως διὰ Διατάγματος κανονίζῃ τὴν ἀντιμισθίαν αὐτῶν ἀναλόγως τῆς φύσεως τῶν γαιῶν κατ’ ἐπαρχίας καὶ τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ ἐδάφους. Διὰ νὰ μὴ ἀφίνηται ὅλως ἐλευθέρα ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ὁρίζεται ἐν τῷ Νόμῳ ὁ ἀνώτατος καὶ κατώτατος ὅρος. Κλίμακα ἀπὸ τοῦδε δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω.
§135Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς φρονεῖ, ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις, αἱ ἀποδοτέαι εἰς τοὺς γεωμέτρας τοὺς ἐνεργοῦντας γεωμετρικὰς καταμετρήσεις, πρέπει νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου. Μέχρι τοῦδε αἱ ἀποζημιώσεις αὗται ἐκανονίζοντο καὶ ἀπεδίδοντο δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος· ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα, διότι φρονεῖ, ὅτι τὸ δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν πρέπει οὐ μόνον νὰ ἀναγνωρισθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν εἶχεν ἐπὶ ὡρισμένων ἄλλοτε περιπτώσεων, ὡς φερ’ εἰπεῖν ἐπὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τὴν ὁποίαν ἀποζημίωσιν καὶ ἀνεγνώρισεν ἄνευ νόμου καὶ ἐκανόνισε διὰ Διατάγματος· ἔχει ὅμως τὴν γνώμην ταύτην διὰ τοὺς γεωμέτρας. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχον ἐκδεδομένα τέσσαρα Διατάγματα, τὰ ὁποῖα διαφοροτρόπως ἐκανόνισαν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως· πρῶτον τὸ Διάταγμα τοῦ 1858· μετὰ ταῦτα τὸ Διάταγμα τοῦ 1867, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀποζημιώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον κανονισθῆ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1857. Μετὰ τοῦτο τρίτον Διάταγμα τοῦ 1868, τὸ ὁποῖον μετέβαλε πάλιν τὸ τοῦ 1867· καὶ τελευταῖον ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦ 1871, τὸ ὁποῖον μετέβαλε πάλιν τὰ ποσὰ τῶν ἀποζημιώσεων, τὰ ὁποῖα προσδιωρίζοντο ἐν τῷ Διατάγματι τοῦ 1868. Πάντα ταῦτα τὰ Διατάγματα ἀναιρεῖ ὁ κύριος ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονεῖ, ὅτι κακῶς διὰ Διαταγμάτων εἶχον κανονισθῆ τὰ τῶν ἀποζημιώσεων, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου· ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου ἐπεφύλαξεν ἑαυτῷ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὸ ποσὸν, ὅπως θέλει Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ ἀνωτάτου καὶ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἐπιτρεπομένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποζημιώσεως. Τὸ τελευταῖον Διάταγμα τοῦ 1871, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, προεκάλεσα ἐγὼ, ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, προσδιώρισεν ὡς ποσὸν ἀποζημιώσεως τῶν γεωμετρῶν τὰ ἡμίση τῶν ποσῶν, ἅπερ εἶχον προσδιορισθῆ διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1868. Καὶ μολονότι ἦσαν τὰ ἡμίση, ὁ ἐλάχιστος ὅρος ἦτο ἓν λεπτὸν κατὰ στρέμμα, καὶ ἀνώτερος ὅρος εἴκοσι λεπτά. Λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς δύω ὅρους μεταξὺ ἑνὸς λεπτοῦ καὶ εἴκοσι θέλει νὰ διαχειρίζηται μόνος ὁ ὑπουργὸς, νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίζῃ αὐτὸς πόσον ποσὸν ἀποζημιώσεως μεταξὺ τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ καὶ τῶν εἴκοσι λεπτῶν κατὰ στρέμμα θέλει ἀποδίδει διὰ ταύτην ἢ δι’ ἐκείνην τὴν ἐργασίαν. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1881, διαιροῦνται αἱ ἀποζημιώσεις κατὰ διαφόρους κατηγορίας. Πρώτη κατηγορία ἦτον τῶν συνεχομένων γαιῶν μεγάλης ἐκτάσεως καὶ ἐπὶ πεδιάδος ἢ ὁμαλῆς κλίσεως, καὶ τῶν γαιῶν ἐπὶ ὀρεινῶν καὶ ἀνωμάλων θέσεων, διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ὁποίων, ἀναλόγως τῶν ἀπαντωμένων δυσκολιῶν, προσδιωρίζετο ἀποζημίωσις κατὰ στρέμμα λεπτῶν ἑνὸς μέχρι τριῶν. Δευτέρα κατηγορία ἦτον ἡ τῶν γαιῶν, αἵτινες ἦσαν ἁπλοῖ ἀγροὶ, ἐπὶ ὁμαλοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ σποραδικῶς κείμεναι, ὡς φέρ’ εἰπεῖν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ὅσαι καταμετροῦντο διὰ νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι, διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν ὁποίων κατὰ στρέμμα προσδιωρίζετο ἀποζημίωσις λεπτῶν πέντε μέχρις ὀκτώ. Τρίτη κατηγορία, ἀπεδίδετο ἀποζημίωσις πέντε ἕως δέκα λεπτῶν κατὰ στρέμμα διὰ τὴν καταμέτρησιν τῶν καπνοφυτειῶν, τῶν βαμβακοφυτειῶν, τῶν λαχανοκήπων, τῶν μποστανίων, τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων, τῶν ἐλαιοτεμαχίων, τῶν ἐλαιοπεριβολίων, τῶν συκώνων, τῶν συκοπεριβολίων, τῶν μωρεοπεριβολίων, τῶν κήπων, τῶν λεμονοπεριβολίων καὶ τῶν δασῶν. Ἀπεδίδοντο λεπτὰ 20–25 κατὰ στρέμμα, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ καταμετρήσεως δασῶν, γιγνομένης κατὰ τοὺς κανόνας τῆς δασονομικῆς ἐπιστήμης. Καὶ τελευταία κατηγορία ἀποζημιώσεως ἦτον ἡ ἑπομένη, καθ’ ἣν ἀποδίδοντο 25–30 λεπτὰ διὰ τὴν καταμέτρησιν ἑλῶν πρὸς ἀποξήρανσιν, πεδιάδων καὶ φυτειῶν πρὸς ἄρδευσιν, καὶ τὰ παρόμοια, ἀναλόγως τῶν παρουσιαζομένων δυσκολιῶν εἰς τὴν καταμέτρησιν ἢ τὴν χωροστάθμησιν. Τώρα διὰ τοῦ νομοσχεδίου, πάσας ταύτας τὰς κατηγορίας ἀφίνει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις θέλει κανονίζει αὐτὰς διὰ Διατάγματος. Ἑπομένως διατηρεῖ εἰς τὸν ὑπουργὸν, οὐ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ὑπαγωγῆς ἑκάστης ἐργασίας εἰς μίαν κατηγορίαν, οἵαν δήποτε, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ διακρίνῃ τὰς ἐργασίας κατὰ κατηγορίας, καὶ νὰ προσδιορίζῃ τὸ ἀποδοτέον ποσὸν ἀποζημιώσεως εἰς ἑκάστην κατηγορίαν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ καὶ τῶν εἴκοσι λεπτῶν. Ἐγὼ ἐπικρίνω τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦτο, διότι φρονῶ, ὅτι πρέπει μὲν νὰ ἀφεθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφαίνηται εἰς ποίαν κατηγορίαν πρέπει νὰ καταταχθῇ ἑκάστη ἐργασία, ἀλλὰ πρέπει ἐν τῷ νόμῳ νὰ κανονισθῶσι αἱ διάφοροι κατηγορίαι καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον ἀποδίδοται διὰ τὰς ἐργασίας ἑκάστης τῶν κατηγοριῶν.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνῷ σήμερον προστίθεται ἀνώτερος περιορισμὸς καὶ αἴρεται ἐκ τοῦ μέσου ἡ πλήρης αὐθαιρεσία, ἥτις ὑπῆρχε, διότι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἕκαστος ὑπουργὸς ἦτον ἐλεύθερος νὰ πράττῃ ὅ,τι ἤθελε ἄνευ νόμου, σήμερον προτείνεται νὰ γίνηται ἐκτίμησις τῆς ἐργασίας καὶ κατὰ ταύτην νὰ δίδωνται αἱ ἀποζημιώσεις, ἐν τούτοις ὁ ἔντιμος προλαλήσας, τώρα, ὅτε πρώτην φορὰν προτείνεται νόμος, μεριμνᾷ νὰ καθορίσῃ δι’ αὐτοῦ καὶ ὅ,τι εἶναι τῆς ἐλευθέρας ἐκτιμήσεως. Οὐδεὶς εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκ τῶν προτέρων νὰ βεβαιώσῃ ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν ἀποζημιώσεων. Ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅπως αἱ περιστάσεις δεικνύουν καὶ ἡ γενομένη ἐργασία ἐμφαίνει, εὑρίσκεται τοῦτο. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι οὐδεμία τροπολογία πρέπει νὰ γείνῃ.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμοίως γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν πολιτικῶν συντάξεων καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρεμματικῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐνεργούντων τὴν καταμέτρησιν δασῶν).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Μαΐου 1882.
§139ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§140ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε πρόεδρε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ.
§141ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Πρέπει νὰ διατάξητε νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπίσης καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, περὶ ὧν δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις σήμερον.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς ά. ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§143ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν, εἰς τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ παρουσιάσῃ πληροφορίας εἰς τίνα κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ συνταχθέντα μητρῷα.
§144ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν συνετάχθησαν μητρῷα.
§145ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν.
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οἱ κατάλογοι ἐκεῖνοι δὲν συνετάχθησαν κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ἀπαιτουμένην περὶ τοῦ μητρῴου ἀῤῥένων, καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τὰ μητρῷα ἀῤῥένων.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ νόμου.
§148Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Παρακάτω.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΧΜΖʹ καὶ ΧΜΓʹ.
§150ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὸ πρῶτον ἄρθρον).
§151Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐν Πρεβέζῃ Προξενεῖον μισθοδοτεῖται ὀλίγον. Εἶναι σπουδαῖον Προξενεῖον, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μισθοδοτῆται καλλίτερον.
§152ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸ προβιβάζομεν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ, δυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν του.
§153ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ ἔτι.
§154ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυριότητος τῶν μεταλλείων.
§156Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον περιέχει τὴν λέξιν «ὀρυκτῶν». Διατί δὲν ὁρίζονται τὰ ὀρυκτά;
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἐν τῷ νόμῳ, διότι τινὰ τῶν ὀρυκτῶν ὑποβάλλονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μεταλλείων· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσι. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς ά συζήτησιν τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια)· 1) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς 1 Ἰουλίου 1838 περὶ δενδροφορῶν· 2) περὶ καταχωρίσεως Διαταγμάτων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως· 3) περὶ πορθμείων· 4) περὶ προσχωρήσεως εἰς τὴν περὶ ἀπαλλαγῆς Ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν συμφωνίαν· 5) περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Παρισίοις συνομολογηθείσης μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος Ταχυδρομικῆς Συμβάσεως· 6) περὶ ἐγκρίσεως τῆς ἐν Λονδίνῳ συνομολογηθείσης μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος Ταχυδρομικῆς Συμβάσεως· 7) περὶ ἀκυρώσεως τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἰδιωτῶν Συμβάσεως, ἂν δὲν κυρωθῶσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου· 8) περὶ ἐγκρίσεως νὰ προσχωρήσῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν συνομολογηθεῖσαν ἐν Παρισίοις τῇ 3 Νοεμβρίου 1880 Ταχυδρομικὴν Σύμβασιν μετὰ τῶν Κρατῶν τῆς Εὐρώπης· 9) πρότασις νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως ἐφέσεων κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων ἐν γένει.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§159Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος λίαν οὐσιώδους καὶ σπουδαίου, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν μετ’ ἀπαθείας καὶ σοβαρότητος, διότι ὅλους ἡμᾶς ἐνδιαφέρει ἐπίσης. Ἔχομεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα, ἔχομεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν πλήρη, ἔχομεν τὴν πίστιν ἡμῶν κλονιζομένην· ἰδοὺ ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, καὶ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, δὲν εἶναι εὐάρεστος. Διὰ τοῦτο εἰς πᾶν οἰκονομικὸν ἡμῶν βῆμα πρέπει νὰ προσέχωμεν, διότι πολλὰς συνεπείας δύνανται τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν, νὰ ἔχωσιν ἐπιβλαβεῖς. Ἐρωτῶ, κύριοι, πρῶτον: εἶναι ἀναγκαῖον τὸ δάνειον διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας; Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει, καὶ δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα; Καὶ πρῶτον ποῖα εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον μᾶς ὑπέβαλε, τὸ ἔσοδον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1879 ἀνεβιβάσθη εἰς 3,300,000 δραχμάς. Τὸ ἔσοδον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ποσοστὸν ἢ μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως καθόσον ὁ προϋπολογισμὸς ἀναβιβάζεται, καθόσον αἱ εἰσπράξεις αὐξάνουσι, καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας αὐξάνουσιν ἐπίσης· ἑπομένως ἀφοῦ τὸ 1879, ὅταν ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς ἀνέβαινεν εἰς 45,000,000, εἰσεπράξαμεν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 3,300,000, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἐφέτος ἀνῆλθεν εἰς 66,000,000, ἀναντιῤῥήτως θ’ ἀναβιβασθῶσιν ἀναλόγως καὶ αἱ εἰσπράξεις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ θὰ ἔχωμεν περὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια περίπου. Ἀφαιρῶ τὸ 1,000,000 τὸ εἰς τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν ὡρισμένον, καὶ ἐρωτῶ 4,000,000 δύνανται νὰ δαπανηθῶσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν εἰς ὅ τὸ πολὺ μῆνας; Ἐὰν ὑπολογίσητε, κύριοι, τὸ ἡμερομίσθιον πρὸς 3 φράγκα ἢ 3½, 4,000,000 ἀνταποκρίνονται πρὸς 1,200,000 ἡμερομισθίων, ἢ 1,080,000 πρὸς 3½ φράγκα· ἐρωτῶ, μετὰ τὰ μεγάλα ἔργα τῶν σιδηροδρόμων, μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν φυτειῶν, μετὰ τὴν ἐργασίαν τῆς διατρήσεως τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, περισσεύουσι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐργάται 1,200,000 ἡμερῶν ἐργασίας, δηλ. 10,000 ἐργάται νὰ ἐργασθῶσι ἐντὸς 6 μηνῶν; καὶ θὰ εἴπω διατὶ λέγω 6 μηνῶν· ἐγώ, κύριοι, ἀμφιβάλλω· γνωρίζω δὲ ὅτι οἱ ἐργολάβοι συνήθως σταματοῦν τὰς ἐργασίας ἐξ ἐλλείψεως χειρῶν καὶ οὐχὶ χρημάτων, καὶ περιῆλθον πολλάκις εἰς δυσχερείας μεγάλας, ὡς μὴ δυνάμενοι νὰ προμηθευθῶσιν ἐργάτας καὶ ἐκηρύχθησαν ἔκπτωτοι. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, τίνες εἰσὶν οἱ ἐργολάβοι ἐν Ἑλλάδι· μικροὶ ἐπιχειρηματίαι μὲ μικρὰ μέσα καὶ πτωχοὶ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προμηθευθῶσιν ἐργάτας μάλιστα μὲ ὑπερτίμησιν· ἀναγκάζονται διὰ τοῦτο νὰ περιορίσωσι τὰς ἐργασίας· ἐν ὅσῳ δὲ ἔχετε καὶ ἐργολάβους τοιούτους, τοιαῦτα θέλουσι συμβαίνει. Εἶναι ἀδύνατον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εὕρητε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν 10,000 ἐργάτας, ὑπολογίζω δι’ ἓξ μόνον μῆνας τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῆς Βουλῆς, μολονότι σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἑτοίμη ἀμέσως νὰ προβῇ, διότι οὔτε διαγράμματα ἔχει, οὔτε μηχανικούς, μετὰ μῆνας δὲ ἡ Βουλὴ θὰ ἦναι ἐδῶ καὶ δίκαιον εἶναι καὶ ὀρθὸν, πρὶν ἢ ἀποπειραθῇ, τὸ ὑπουργεῖον νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον μὲ τόκους καὶ τὸν λαὸν μὲ φόρους, ἂς ἀποπειραθῇ πρῶτον νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ 4,000,000, καὶ ἐὰν ταῦτα δὲν ἐπαρκέσωσιν, ἂς ζητήσῃ τότε τὴν συμπλήρωσιν, ἂς φέρῃ τὴν κατάλληλον πρότασιν, καὶ τότε ἐγὼ, κύριοι, θέλω προτιμήσει καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἀντὶ δανείου φόρον. Τῶν δανείων ποιοῦνται χρῆσιν τὰ ἔθνη εἰς ἀνάγκας κατεπειγούσας καὶ ὅτε εἰσὶν οὕτω μεγάλαι, ὥστε οἱ φόροι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν. Ὅταν βεβαίως ἀπαιτῆται διὰ μιᾶς νὰ ἐξοδευθῶσι 10, 15, 20 καὶ πλείονα ἑκατομμύρια, ἅτινα εἶναι ἀδύνατον νὰ οἰκονομηθῶσι διὰ φόρων, ἀνάγκη παρίσταται νὰ καταφύγωσιν εἰς δάνεια· ἀλλ’ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀνάγκη προτιμότεροι εἶναι οἱ φόροι, καὶ εἰς αὐτοὺς καταφεύγουσι συνήθως αἱ κυβερνήσεις, διότι τὸ δάνειον εἶναι φόρος διαρκέστερος, καὶ ἐὰν ἡ ἀνάγκη ἦναι μικρὰ καὶ προσωρινὴ, τὸ δάνειον ἀφαιρεῖ διὰ μιᾶς κεφάλαια, ὧν ἡ παραγωγὴ ἔχει ἀνάγκην· ὁ φόρος ἄρχεται, πληροῖ τὴν ἔλλειψιν, καὶ μετ’ ὀλίγον ἐκλείπει· τὴν δύναμιν τοῦ δανείζεσθαι ἐπιφυλάττουσι διὰ σπουδαίας καὶ κατεπειγούσας ἀνάγκας. Ἔχετε, κύριοι, 4,000,000, καθὼς εἶπον, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· ἐὰν προσθέσητε ἐν ἀνάγκῃ καὶ 2,000,000 τοὺς νέους φόρους, ἐὰν τοὺς δεχθῆτε, δὲν ἀρκοῦν ἆρα 6,000,000 διὰ τὴν ὁδοποιΐαν; Καὶ ἐρωτῶ πάλιν, θὰ εὕρητε ἐργάτας; ἴσως εὕρετε, ἐὰν αὐξήσητε τὸ ἡμερομίσθιον. Συμφέρει ὅμως τοῦτο; Δὲν θὰ βλάψῃ τὴν ὁδοποιΐαν; Ἐὰν δὲ, κύριοι, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 6 ἑκατομμυρίων δὲν ἀρκέσῃ, τότε δύνασθε νὰ καταφύγητε εἰς δάνειον ἐν πλήρει ὅμως βεβαιότητι τῆς ἀνεπαρκείας, θὰ εἴπω δὲ ποῖον δάνειον προτιμῶ. Ὅταν, κύριοι, ἠκούσθη ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δανειζόμεθα χαρτὶ μὲ 6 καὶ ¾%, τὸ κοινὸν ἠπόρησε. Μὲ 6 καὶ ¾% ἐδανείσθημεν εἰς περιστάσεις δυσχερεῖς, καὶ ὅταν κίνδυνοι μᾶς ἠπείλουν, ἐδανείσθημεν μέταλλον 120 ἑκατομμύρια, καὶ ἤδη ἐν πλήρει τάξει καὶ ἡσυχίᾳ καὶ ἀφοῦ προσετέθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι καὶ ηὔξηξαν οἱ πόροι ἡμῶν, νὰ δανεισθῶμεν μὲ μεγαλείτερον τόκον; Καὶ δὲν εἶναι 6 καὶ 3[1 ὁ τόκος, ἀλλὰ εἶναι 7 καὶ 3[1, διότι τὸ χαρτὶ εἶναι ὑποτετιμημένον, καὶ ἡ ἀξία τοῦ χαρτίου δὲν πληροῖ τὴν ἀνάγκην ἐπίσης, τὴν ὁποίαν πληροῖ τὸ νόμισμα. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ ὑποτίμησις, καὶ ὁ ἔχων χαρτὶ δὲν ἔχει ἀκριβῶς τὴν αὐτὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ ἀντιπροσωπευομένου νομίσματος ἢ πλερώνων διὰ χαρτίου ὑποφέρει τὴν ὑποτίμησιν· ἑπομένως τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν εἰς χαρτὶ πρὸς 6 καὶ 3[1%, εἶναι ἀντὶ 7 καὶ 3[1%. Διατί, κύριοι, δανειζόμεθα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἄμεσον ἀνάγκην δανείου; Διατί δανειζόμεθα μὲ 6 καὶ ¾% καὶ δὲν ἐξακολουθοῦμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἕως τώρα ἐφηρμόσαμεν, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησαν καὶ ἄλλα ἔθνη, ἐν ὅσῳ ἦτο δύσκολος ἡ οἰκονομικὴ κατάστασίς των, ὡς ἡ ἡμετέρα; Ἀντὶ δανείων συνήθων, ἐξακολουθοῦν τὸ σύστημα τὸ διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Ἰταλία ἐδανείσθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πολλὰ ἑκατομμύρια καὶ ἀνεβίβασε μὲν τὰ γραμμάτιά της ἀπὸ 400,000,000 εἰς 900,000,000, ὑπέφερε μόνην τὴν ζημίαν τῆς ὑποτιμήσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ τῶν μεγάλων τόκων, μέχρις οὗ αὐξάνουσα τοὺς φόρους καὶ ἐλαττόνουσα τὰ ἔξοδα ἔφερεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὸν προϋπολογισμόν της καὶ οὕτω κατώρθωσε κατόπιν ἀνέτως νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ ἐπιληφθῇ μεγάλων δημοσίων ἔργων. Καὶ διατί νὰ δανεισθῶμεν πρὸς 6 καὶ ¾ τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν μὲ μικρότερον τόκον, ὡς σᾶς εἶπον; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἀντικρούει τοῦτο, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν ἡμῶν καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης. Πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι τὰ ἔθνη, ὅταν δανείζονται μὲ μικρότερον τόκον, προσβάλλονται, παθαίνει ἡ ἀξιοπρέπειά των, καὶ ὅτι δανείζουσα ἡ Τράπεζα μὲ μικρότερον τόκον ἤθελε καταστραφῆ, ἤθελε πάθει ἡ πίστις αὐτῆς. Ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἂς ἐξοφλήσωμεν ἀμέσως τὰ 52,000,0 0, τὰ ὁποῖα τῇ χρεωστοῦμεν μὲ τόκον πρὸς 1 τοῖς 100· ἂν τῷ ὄντι ἡ ἀξιοπιστία τῆς Τραπέζης κινδυνεύει καὶ ἡ ὑπόληψις ἡ ἰδική μας προσβάλλεται, τότε πρὸ πολλοῦ συνέβη τὸ κακόν· ἀλλὰ τὰ 52,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, δὲν εἶχον τοιαύτην συνέπειαν, τὰ 20,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ἤδη, αὐτὰ θὰ χειροτερεύσωσι τὴν κατάστασίν μας· ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν μετὰ μικροῦ τόκου δανείων καὶ οὐδεὶς παρεπονέθη Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπέ τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, εἶναι σπουδαῖον· σᾶς εἶπε, δὲν κατέφυγον εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα μὴ αὐξήσω τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων τῆς Τραπέζης, διότι ἡ ἀγορὰ δὲν ἀντέχει εἰς μεγαλειτέραν τῆς ὑπαρχούσης κυκλοφορίαν, μεγαλειτέραν τῶν 96,000,000 γραμματίων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐδέχθη, οὕτο ἀληθῶς πράττει; Ὑποθέσατε ὅτι πραγματοποιεῖται ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ ἐξοδεύσῃ μέχρις 20 ἢ 30 ἑκατομ. ἀμέσως, ἢ ὑποθέσατε, ὅτι ἐξοδεύει τὰ 15,000,000, τὸ δάνειον 15,000,000 θέλομεν ῥίψει εἰς τὴν κοινωνίαν χαρτὶ, διότι χαρτὶ δανειζόμεθα· τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. πρωθυπουργὸς, οὕτω γίνεται, καὶ αὐξάνει οὕτως ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων. Κύριοι, ἡμεῖς πληρόνοντες τοὺς ἐργάτας, ἐπιβάλλομε ἀναγκαστικῶς τὴν κυκλοφορίαν· διότι οἱ ἐργάται ὀφείλουσι νὰ λάβωσιν τὰ γραμμάτια, ἐνῷ ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ Τράπεζα δίδει εἰς τοὺς ζητοῦντας, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ζητοῦντες, ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ θέσῃ ἀναγκαστικῶς εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτιά της, ἐνῷ ἡμεῖς τὰ ἐπιβάλλομεν εἰς τὸν λαὸν, εἰς τοὺς ἐργάτας, τοὺς πληρόνομεν δι’ αὐτῶν ἀνεξαρτήτως τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγορᾶς. Ἐκ τούτου τί θέλει συμβῆ; ἡ τιμὴ τῶν γραμματίων θέλει ἐκπέσει ἀκόμη· ἐὰν ἐδανειζόμεθα, ὅπως τὰ 52 ἑκατομμύρια, ἠθέλομεν δώσει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Τράπεζαν ν’ αὐξήσῃ τὰ γραμμάτιά της. Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα, καὶ ἤδη ἔχει εἰς τὰ κιβώτιά της πλέον τῶν εἰκοσιπέντε ἑκατομμυρίων, καὶ δὲν δύναται νὰ τὰ κυκλοφορήσῃ· ἑπομένως δὲν πράττομεν κακὸν εἰμὴ ἐὰν ἡμεῖς θέσωμεν γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν, ὅπως μελετῶμεν νὰ πράξωμεν· εἰς τοῦτο συνίσταται τὸ κακόν. Ἐξεύρετε, κύριοι, ποία ἡ ὑποτίμησις εἶναι σήμερον; 8 ἢ 9%. Θέσατε ἀκόμη εἰς κυκλοφορίαν 15,000,000 γραμμάτια, καὶ ἡ ὑποτίμησις θὰ ἀναβιβασθῇ ἴσως εἰς 15%· καὶ 15% γνωρίζετε ποίαν ζημίαν θὰ προξενήσουν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἔχομεν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν, νομίζω, πλέον τῶν 150,000,000· ἀποστέλλομεν περισσότερα τῶν 60,000,000 εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δι’ ἀγορὰν ἐμπορευμάτων. Ἐὰν ἀπατῶμαι, δὲν πταίω, δὲν ἔχομεν πίνακα κινήσεως τοῦ ἐμπορίου· ἀποστέλλοντες δὲ συναλλάγματα νόμισμα, τὸ ὁποῖον ἀγοράζομεν διὰ γραμματίων, ὑποφέρομεν τὴν ὑποτίμησιν, καὶ ἂν ἡ ὑποτίμησις φθάνει εἰς 10% τοὐλάχιστον, τὰ 65,000,000 ἐπιφέρουσι ζημίαν εἰς τὴν κοινωνίαν 6,000,000 τὸ ὀλιγώτερον, ἀλλ’ ὄχι μόνον εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος στέλλει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν 13,000,000 περίπου πρὸς πληρωμὴν τόκων καὶ χρεωλυσίων· ἑπομένως ζημιοῦμεν τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον στέλλει τὸ μεταλλικὸν, πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἂν πρόκειται σήμερον νὰ στείλωμεν χρήματα, θὰ ζημιωθῶμεν λοιπὸν ἓν ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον· ὅσῳ δὲ αὐξάνομεν τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων, τόσῳ ἡ αὔξησις αὕτη ὑποτιμᾷ τὰ γραμμάτια, καὶ ἡ ζημία ἡ προξενουμένη ἐξ αὐτῆς μεγεθύνεται καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν· ὥστε εἰς τὰ 1,400,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν πληρόνει ὡς τόκον εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ, ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν διὰ τὴν νέαν ὑποτίμησιν νέα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον. Κύριοι, ἀπορῶ ἀφοῦ κατὰ τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου τοῦ Φεβρουαρίου, τὰ ἔξοδα εἶναι πληρωμένα καὶ μέρος τοῦ Μαρτίου, μᾶς μένουσι δὲ ἔτι κατὰ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου 15 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, 9,804,684 ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, 4,000,000 ἔντοκα γραμμάτια· καὶ ὁμιλῶ περὶ ἐντόκων γραμματίων, διότι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἄλλοτε εἶπεν ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι δάνεια, εἶναι εὐκολία προσωρινὴ, καὶ ἑπομένως οὐδὲν κακὸν ἔχουσι.
§160ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι.
§161Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμεῖσθε; σταθῆτε· (ἀναγινώσκει) «Ἂν τὸ δάνειον εἶναι διαρκὲς, λέγει ὁ κ. Καλλιγᾶς, τότε μάλιστα, ἐπιβάλλει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις· ἀλλὰ ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδοτέον μετὰ ἓν ἔτος, τί ἄλλο εἶναι παρὰ μία μικρὰ εὐκολία χρηματική!» Ἔχομεν, κύριοι, προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα· ἔχομεν εἰς τὸ ταμεῖόν μας 15,000,000 ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἔχομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μας 10,000,000 ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔχομεν ὑπόχρεων τὴν Τράπεζαν νὰ ἐγγυηθῇ δι’ ἡμᾶς ἢ νὰ μᾶς δανείσῃ 10,000,000 εἰς μεταλλικὸν, ἔχομεν 4,000,000 ἔντοκα γραμμάτια φυλάττομεν ταῦτα καὶ δανειζόμεθα γραμμάτια τῆς Τραπέζης πρὸς 6 καὶ 75 τοῖς ἑκατόν! Αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές. Ὑπῆρξέ ποτε ἄνθρωπος ὀφείλων καὶ ἔχων εἰς τὰ ταμεῖά του τὰ ἀναγκαῖα χρήματα καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας του δὲν λαμβάνει ἀπὸ τὰ χρήματα αὐτὰ ἵνα τὰς θεραπεύσῃ, ἀλλὰ συνάπτει νέα δάνεια; Καὶ ὁ κοινότερος ἄνθρωπος πράττει τοῦτο; Θὰ ὑπερβῇ, νομίζω ἐγὼ, τὸ ἔλλειμμα τὰ 15 ἑκατομμύρια, διότι τὸ ἐρχόμενον ἔτος δὲν θέλομεν ἔχει τὰ εἰσοδήματα τῶν χαλκίνων νομισμάτων, δὲν θέλομεν ἔχει τὰ εἰσοδήματα τῶν πωλουμένων ζώων, καὶ θέλομεν ἔχει τὸ ἔξοδον διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ, διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικόν· ἐφέτος δὲν ἠγοράσαμεν, διότι αἱ ἀποθῆκαι ἦσαν πλήρεις, καὶ ποσὸν διὰ τοῦτο δὲν σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἔχομεν δὲ ἐφέτος 11,000,000 ἔλλειμμα καὶ 15,000,000 τὸ ἐρχόμενον ἔτος, καὶ ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας 35 ἑκατομμύρια καὶ δανειζόμεθα, δι’ ἀνάγκην μὴ βεβαιωμένην· διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι βεβαιωμένη ἡ ἀνάγκη, καὶ δανειζόμεθα διὰ νὰ δίδωμεν τόκους κατ’ ἔτος εἰς Τράπεζαν 1,500,000! Δὲν ὑπηρετοῦμεν τὴν Τράπεζαν, διότι ἡ Τράπεζα εὑρίσκει νὰ διαθέσῃ τὰ κεφάλαιά της· ἐπιβαρύνομεν μόνον τὸ ταμεῖον μὲ 1,500,000. Ἀντὶ τῶν 2,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν ἀπὸ τοὺς φόρους ἵνα τὰ χρησιμοποιήσωμεν, τὰ δίδομεν εἰς τὴν Τράπεζαν ὡς τόκους, καὶ δὲν τὰ δίδομεν, ἐπαναλέγω, εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἵνα χρησιμεύσωσι διὰ τὰ ἔργα καὶ ὄχι εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων· καὶ αὐτὸ τέλος θὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ 30 περίπου ἔτη μέχρις οὗ ἐξοφληθῇ τὸ χρέος καὶ θέλομεν πληρώσει πεντήκοντα ἑκατομμύρια. Διατί ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν δρόμον διαῤῥήδην ἀντίθετον τοῦ δρόμου, τὸν ὁποῖον τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ οἱ κοινότεροι ἔτι τῶν ἀνθρώπων ἀκολουθοῦν; Ἡ Ἰταλία, τὴν ὁποίαν πρέπει τῷ ὄντι νὰ θαυμάζωμεν καὶ διὰ τὴν οἰκονομικήν της καλὴν διαχείρισιν, ἡ Ἰταλία εὑρίσκετο εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς. Γνωρίζετε τί ἔπραξεν; Ἡ Ἰταλία δὲν ηὔξησε μόνον τοὺς φόρους, ἔκαμε καὶ οἰκονομίας καὶ μέχρις ἀπιστεύτου βαθμοῦ, δὲν συνεκάλει τοὺς ἐφέδρους πρὸς ἐκγύμνασιν, διὰ νὰ μὴ ἀγοράσῃ ὅπλα, ἐστερεῖτο ὑλικοῦ ὁ στρατὸς καὶ τὰ πλοῖα, καὶ δὲν ἠγόραζε διὰ νὰ μὴ βαρύνῃ τὸν προϋπολογισμόν της· εἰξεύρετε ὅμως τί ἔκαμε, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν πράττομεν; ἐνῷ προσέθετε φόρους, ἠλάττονε τοὺς ἐπιβαρύνοντας τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς φόρους τοὺς ἀποβλέποντας εἰς τὴν πρώτην ὕλην.
§162ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἕν παράδειγμα νὰ φέρητε.
§163Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χίλια θὰ σᾶς φέρω.
§164ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Χίλια φέρετε· ἀλλὰ ἓν μόνον, ὄχι.
§165Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ σεῖς τὸ εἰξεύρετε, ἀλλὰ τὸ ἀρνεῖσθε.
§166ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδειγμα;
§167Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἤξευρον πῶς τόσον φανερὰ πράγματα θὰ τὰ ἀρνεῖσθε· ἄλλως, ἤθελον σᾶς φέρει πολλὰ παραδείγματα. Σᾶς φέρω αὔριον.
§168ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὔριον.
§169Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τοιουτοτρόπως κατώρθωσεν ἡ Ἰταλία νὰ φέρῃ εἰς ἰσοῤῥοπίαν τὸν προϋπολογισμόν· οἱ Ἰταλοὶ ἔπραξαν ὅ,τι ἡμεῖς θέλομεν νὰ πράξωμεν σήμερον; Μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀμφιβάλλω ἂν ἐδανείσθησαν διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐκτὸς τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ἐπιβαρύνωσι τὸν προϋπολογισμόν των μὲ ὑπερβολικοὺς τόκους, ὅπως ἡμεῖς πράττομεν ἤδη. Ἐὰν, κύριοι, ἐξακολουθῶμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν ν’ αὐξάνωμεν τὰ ἔξοδα καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν Τόπον μὲ φόρους ὄχι πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείματος, διότι ἐγὼ δέχομαι πάντα φόρον πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείματος, εἰξεύρετε τί θὰ πάθωμεν; Θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ εὑρίσκωμεν χρήματα ἐν ἀνάγκῃ, ἐνῷ πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι, νὰ ἔχωμεν εὐκολίαν καὶ τὰς δυνάμεις μας πλήρεις ἐν καιρῷ ἐνεργείας. Ἐξαντλούμεθα ὀλεθρίως· δὲν πρέπει, ἐπαναλέγω, ν’ ἀφαιρῶμεν οὕτω τὰ μέσα μας, ν’ ἀπογυμνώμεθα, διότι ἄνευ χρημάτων εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν τι, καὶ ὅλα τὰ σχέδια, ὅσα βλέπετε, ὅλαι αἱ ἐλπίδες μας εἶναι ματαιοπονία, ὅταν τῷ ὄντι δὲν ἔχωσιν ὡς βάσιν μέσα ἄφθονα, πλούσια καὶ ἀσφαλῆ. Ὅπως βαδίζωμεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα μέσα, ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν πίστιν, ἐνόσῳ ἔχομεν ἔλλειμμα· ἀδύνατον νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα, ἐνόσῳ δὲν κάμνωμεν καὶ οἰκονομίας, καὶ ἐνόσῳ δὲν οἰκονομοῦμεν τοὺς φόρους μας πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἐνόσῳ εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ προϋπολογισμός μας, δὲν θὰ ἤμεθα εἰς κατάστασιν νὰ πράξωμεν οὐδὲν σπουδαῖον καὶ γενναῖον. Νομίζω λοιπὸν πρῶτον, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἔχει ἀνάγκην δανείου, ἢ τοὐλάχιστον ἂς ἀποφασίσωμεν νὰ συνδράμωμεν αὐτὸ, ἀφοῦ ἀποπειραθῶμεν καὶ ἴδωμεν ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἤδη, δὲν ἀρκοῦν· ἂς προσθέσωμεν φόρους, ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργείου, ἀφορῶντος εἰς τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἑτοιμάζει, εἶναι ὀλέθριον, ἐπιβλαβὲς, διότι ἐπιβαρύνει χωρὶς σκοπὸν καὶ ἄνευ λόγου τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸν λαόν· δίδει δωρεὰν 1,500,000, ἐνῷ χωρὶς νὰ ὑποστῶμεν οὐδεμίαν ζημίαν καὶ βλάβην δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν δωρεὰν αὐτὴν, καὶ αὐξάνει κατὰ δυστυχίαν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, πρὸς μεγάλην ζημίαν τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ παρεκτρέπει τὴν Τράπεζαν ἀπὸ τὰ κύρια καθήκοντά της, διότι καθόσον τὴν ἐξαντλεῖ καὶ τῆς ἀφαιρεῖ τὰ μέσα κατὰ τοσοῦτον ἡ Τράπεζα δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν κύριον σκοπόν της, νὰ βοηθήσῃ τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον. Ἀλλὰ καὶ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον προτείνουσι, πρέπει νὰ γίνῃ τάχα δεκτὸς; Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων εἶναι ἐπιβλαβέστατον καὶ εἶναι σύστημά του καθιερωμένον· ἐπιβάλλει διὰ μιᾶς καὶ ἀδιακρίτως ἓν ποσοστόν· τὸ σύστημα τοῦτο πρέπει νὰ δεχθῶμεν; καὶ σᾶς εἶπε δικαιολόγημα λίαν ἀστεῖον, σᾶς εἶπε: τὰ τελωνιακὰ τέλη εἶναι κακῶς διανεμημένα, ὑπάρχει ἀδικία, εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει τι τὸ ὀρθόν· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ δασμολόγιον· ἀλλ’ ἡ ἀναθεώρησις δασμολογίου σημαίνει ἐργασίαν πέντε ἐτῶν· οὕτω θὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ ἀκριβῆ ἐξαγόμενα· πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν πέντε ἔτη μετὰ πολλῶν καὶ ποικίλων ἐπιτροπῶν κτλ. καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κατορθώσῃ τοῦτο, ὡς λέγει, ἐπιτείνει τὴν ἀδικίαν, τὸ κακὸν τὸ κάμνει χειρότερον· ἰδοὺ τὸ σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου δικαιολογεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν φορολογίαν, ὅπως τὴν ἐπιβάλῃ ὄχι ἐφέτος, ἀλλὰ καὶ πέρυσι, καὶ προπέρυσι· ἐπιτείνει δηλ. τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἀνισότητα· διατί; διότι δὲν τῷ μένει ὁ καιρὸς νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ δίκαιον· τοὐλάχιστον δὲν ἀφίνει τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι; Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι τόσον δύσκολον ἔργον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου; δὲν τὸ πιστεύω· εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἡ δυσκολία, διότι δὲν ἔχομεν ἐκτεταμένην βιομηχανίαν, δὲν ἔχομεν πολλὰ συμφέροντα παλαίοντα καὶ κινδυνεύοντα, δὲν ἔχομεν ἐκτεταμένην γεωπονίαν. Ἑπομένως δυνάμεθα εὐκόλως νὰ διακρίνωμεν ποῖα προϊόντα δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν περισσότερον. Ἐξεύρετε τί πράττουσιν ἐν Εὐρώπῃ; τὸ δασμολόγιον δὲν εἶναι ἁπλῶς φορολογικὸν μέσον· ἡ ἱστορία του εἶναι πολλαπλῆ καὶ μεγάλη. Τὸ δασμολόγιον ἐμελετήθη κατὰ πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας τῆς ἐσωτερικῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεβλήθησαν φόροι καὶ ἐλήφθησαν μέτρα σχεδὸν ἀπαγορευτικὰ, τὰ ὁποῖα σκοπὸν εἶχον διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ συναγωνισμοῦ νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν ἐσωτερικὴν παραγωγὴν καὶ νὰ προαγάγωσι τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου. Μετὰ ἐξέτασιν καὶ πεῖραν μεγάλην ὅμως εὑρέθη ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἀληθέστερον· δὲν ἔφερε πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ζητούμενον, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἐγκατέλιπον, καὶ ἀντὶ ἀπαγορεύσεων καὶ περιορισμῶν ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φροντίσουν πῶς νὰ αὐξήσωσι τὰς ἀγορὰς, νὰ εὕρωσι τόπους καταναλώσεως, πῶς νὰ εὐκολύνουν τὴν συναλλαγὴν τῶν προϊόντων καὶ νὰ διευκολύνωσι τὸ ἐμπόριον. Τί κάμνουσι λοιπὸν ἐν Ἀγγλίᾳ; φορολογοῦσι μόνον 17 εἴδη, τὰ λοιπὰ παρῄτησαν ἀφορολόγητα, καὶ ἐξ αὐτῶν ἕξ μόνον εἶναι τὰ μᾶλλον φορολογούμενα, ὁ καφὲς, τὸ τέϊον, ὁ οἶνος καί τινα ἄλλα τοιαῦτα· τῆς ζακχάρεως, ἐπειδὴ εἶναι κοινῆς χρήσεως, κατήργησαν τὸν φόρον, καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα περίπου ἰσχύει καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν λοιπὸν περιώρισαν τὰ φορολογητέα ἀντικείμενα, καὶ τοιουτοτρόπως εὐκόλυναν τὸ ἐμπόριον, διότι ἡ ἐργασία ἐν τοῖς τελωνείοις γίνεται ταχυτέρα καὶ εὐκολώτερον, καὶ ἐπεβάρυναν μόνον τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας, ποτὲ τὰ προϊόντα τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ τῆς πρώτης ὕλης· ἐπεβάρυναν τὸν καφὲ, τὸ τέϊον, τὸν καπνὸν καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ νομίζω, ταῦτα πληρόνουν πλέον τῶν 39 περίπου χιλιάδων φράγκων, ἐνῷ τὰ ἄλλα 10 εἴδη πληρόνουσι μέχρι τῶν 40,000,000 καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐλαττώνουσι καὶ αὐτά. Ἰδοὺ τί πράττουν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον· δὲν φορολογοῦν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε καὶ ὅπου εὕρουν χρήματα· σκέπτονται πῶς νὰ ὑποστηρίξουν τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, νὰ προαγάγωσι τὴν εὐζωΐαν τῶν κατοίκων, καὶ ὄχι μόνον νὰ εἰσπράξωσι χρήματα. Τί πράττομεν ὅμως ἐν Ἑλλάδι; ηὐξήσαμεν ἀδιακρίτως τοὺς φόρους κατὰ 50%, καὶ ἰδίως τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, τῆς τροφῆς τοῦ πτωχοῦ λαοῦ· αὐξάνομεν 50% τὸ φόρον τοῦ ἄρτου, καὶ ἂν ὑποθέσητε οἰκογένειαν ἕξ ψυχῶν, καταναλίσκουσαν 2–3 ὀκάδας ἄρτου τὴν ἡμέραν, ἀφαιροῦμεν ἀπὸ αὐτὴν 30 δραχμὰς τὸ ἔτος, δηλαδὴ τὴν ἐργασίαν ἑνὸς ἐργάτου ἐπὶ δέκα ἡμέρας· φορολογοῦμεν, κύριοι, τὸν σῖτον, ὅστις χρησιμεύει, ὄχι μόνον ὡς τροφὴ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς πρώτη ὕλη βιομηχανίας, καὶ βλάπτομεν ὄχι μόνον τὸν πολίτην, τὸν τρεφόμενον ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ βλάπτομεν καὶ τὴν βιομηχανίαν, διότι ἐπιβάλλοντες φόρον εἰς τὸν σῖτον ἐμποδίζομεν τὴν βιομηχανίαν τῶν ζυμαρικῶν, ἥτις δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναγωνισθῇ πρὸς τὴν ἔξω βιομηχανίαν, ἔνθα καὶ οἱ φόροι εἶναι ὀλιγώτεροι, καὶ τὰ κεφάλαια εὐθηνότερα. Ἔχομεν βιομηχανίαν σπουδαίαν, τὰ βυρσοδεψεῖα· ἐπιβάλλομεν φόρον εἰς αὐτὴν 50%, πῶς δύναται νὰ συναγωνισθῇ ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Πῶς δύναται ν’ ἀνθέξῃ; Ἐπιβάλλομεν φόρους εἰς τὰ σίδηρα· πῶς θέλετε νὰ προοδεύσουν τὰ ἐργοστάσιά μας, ὅταν πληρόνουν ἐκτὸς τῶν ὑπερβολικῶν τόκων, τῆς ἀκριβείας τῶν ἡμερομισθίων, καὶ φόρον βαρύτατον διὰ τὰς πρώτας ὕλας; Εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνεται τοῦτο· εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου φροντίζουσι πῶς νὰ προοδεύσῃ ὁ τόπος καὶ νὰ προαχθῇ ἡ βιομηχανία, κατήργησαν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης, ἡμεῖς τὸν διπλασιάζομεν· διατί; Διότι δὲν ἔχομεν τὸν καιρὸν νὰ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν, καὶ αὐξάνοντες τοὺς φόρους ζημιοῦμεν τὴν κοινωνίαν, ἐλαττόνομεν τὴν κατανάλωσιν καὶ βλάπτομεν διὰ τοῦτο τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν ἐλαττόνωμεν τὴν κατανάλωσιν, αὐξάνοντες τοὺς φόρους, αὐξάνομεν τὴν τιμὴν ὅλων τῶν προϊόντων καὶ τῆς ἐργασίας· ὁ ἐργάτης ἔχει ἀνάγκην νὰ ζήσῃ αὐτὸς; καὶ ἡ οἰκογένειά του· ἐὰν ὁ φόρος τοῦ ἀφαιρῇ ἓν μέρος τοῦ εἰσοδήματός του, τὸν περιορίζει, ἐπιζητεῖ τὴν ἀναπλήρωσιν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἐργασίας του, καὶ διὰ τοῦτο κυρίως κατήντησεν ὁ βίος τόσον ἀκριβὸς παρ’ ἡμῖν, διὰ τοῦτο ἡ ἀκρίβεια τῶν πραγμάτων· ἠξεύρετε πόσον ηὔξησαν οἱ φόροι; Μοὶ ἔλεγέ τις φίλος μου, ὅτι διὰ πράγματά τινα, ἅπερ ἐκ Παρισίων ἔλαβεν, ἀξίας 300 φράγκων, ἐπλήρωσεν εἰς τὸ τελωνεῖον 200 δραχμάς.
§170ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦσαν ἀντικείμενα πολυτελείας.
§171Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δέχομαι νὰ ἐπιβάλλητε φόρον, ὅσον θέλετε εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας, ἀλλ’ ἐλαττώσατε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἀπὸ τὴν τροφὴν τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὰς πρώτας ὕλας τῆς βιομηχανίας· οὕτω φορολογοῦντες, δὲν βλάπτετε· ἀλλὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖτε, εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ ὀλέθριον. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός; Ἔχετε ἄδικον, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ, ὅτι ἔχετε ἄδικον, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσπράξεις· ἂν οἱ φόροι ἦσαν ὑπερβολικοί, δὲν θὰ ἠδύναντο ν’ αὐξήσωσι τὰς εἰσπράξεις· μετὰ τὴν ἐπιβουλὴν αὐτῶν ἤθελον ἐλαττωθῶσιν, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὐξάνουσι κολοσσιαίως· λοιπὸν τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχομεν στάδιον ἔτι νὰ προσθέσωμεν φόρους· καὶ Κύριος εἶδε ποῦ θὰ φθάσωμεν! καὶ ἂν ἀποδεδειγμένως ἤθελε σταματήσει ἡ αὔξησις, τότε ἠμποροῦμεν νὰ σταματήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ τότε ἀκόμη δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν φόρους. Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριοι; εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν, ὅσον οἱ φόροι; Θὰ σᾶς παρουσιάσω τὰ πράγματα, καὶ τὸν κ. Καλλιγᾶν ἔτι, ὁ ὁποῖος διαψεύδει τὸ ἰσχυρισμὸν τοῦ πρωθυπουργοῦ· «ἐσχάτως, κύριοι, προσέθεσαν ἓν δεκατημόριον εἰς τὰ τελωνιακὰ τέλη ἐν Ῥωσσίᾳ, πληρωθησόμενα εἰς μέταλλον, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσθήκης αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσπράξεων κατὰ 19 ἑκατομμύρια ῥουβλίων· ὁ κανὼν αὐτὸς ἀναμφισβητήτως παντοῦ μετεβλήθη ἐν Ἑλλάδι; ἂς ἴδωμεν. Τὸ 1877 τὴν 21 Ἰουνίου ἐπεβλήθη ὁ πρῶτος πρόσθετος φόρος 10%· τὸ 1877 μέχρι τέλους τοῦ 1878 εἰσεπράχθησαν τελωνιακὰ 10,879,905, ἐνῷ τῷ 1877 εἰσέπραξαν 9,870,055, ἑπομένως καὶ μετὰ τὴν προσθήκην τὸ τελωνεῖον εἰσέπραξεν ἓν ἑκατομμύριον περιπλέον. — Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ σημειώσητε αὐτὸ διὰ νὰ ἴδητε πῶς τὰ ἀναιρεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶ — τὸ 1879 εἰσεπράχθησαν 13,411,081· ἑπομένως ηὔξησαν αἱ εἰσπράξεις κατὰ 2,500,000 περίπου· ἐνθυμήθητε δὲ, ὅτι τὴν 23 Νοεμβρίου τοῦ 1878 ἐπροσθέσαμεν ἄλλο ἓν δεκατημόριον· ὁ Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ προσθήκη τῶν φόρων ἔφερε τῶν 2,500,000 τὴν αὔξησιν, ἑπομένως λέγει αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ φόρος εἶναι παραγωγικὸς, δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς, ἀντέχει ἀκόμη ὁ κόσμος· ἀλλὰ δὲν παρετήρησεν, ὅτι ἀπέναντι τῆς αὐξήσεως αὐτῆς ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις αὔξησις τῶν ἐξαγωγικῶν τελῶν εἰς 2,532,855 ἀντὶ 1,276,763 τοῦ 1878· διότι τὸ ἔτος αὐτὸ ἤρχισεν ἡ ἀγορὰ τῶν σταφίδων, καὶ παρήχθη περισσότερον ἔλαιον εἰς Ζάκυνθον. Ἔχομεν λοιπὸν βεβαιωμένον, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ 1879 ὑπερτερεῖ τὴν τοῦ 1878 κατὰ ἓν ἑκατομμύριον περίπου, καὶ σημειώσατε, ὅτι οἱ φόροι τῆς ἐξαγωγῆς σημειοῦνται ἠλαττωμένοι, διότι δὲν φέρουσι βάρη τῆς μεταφορᾶς, τῶν φόρων καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσι τὰ εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα. Τὰ ἐξαχθέντα τὸ ἔτος αὐτὸ προϊόντα ἦσαν κατὰ συνέπειαν πολὺ πλείονα, διότι ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγή. Ἐστείλαμεν ἔξω ἐμπορεύματα περισσότερα, εἰσηγάγομεν ἑπομένως περισσότερον, ἔγεινεν ἀνταλλαγὴ ἀξιῶν, αὐτὸ πράττει τὸ ἐμπόριον.
§172ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐξαγωγή, ἣν βλέπετε, εἶναι μόνον τῆς Ἑπτανήσου, καὶ προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἓν ἔτος γίνεται ἔλαιον, τὸ ἄλλο ἔτος δὲν γίνεται, ἡ ἐνταῦθα δ’ ἐξαγωγὴ ὑπάγεται εἰς τὸν ἔγγειον φόρον.
§173ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἔχομεν ἐξαγωγὴν περισσοτέραν, παρηγάγομεν ἀξίας περισσοτέρας αὐτὸ τὸ ἔτος, δὲν κρατοῦμεν ἐδῶ τὴν παραγωγήν μας αὐτὴν, τὴν ἀπεστείλαμεν καὶ τὴν ἀντηλλάξαμεν μὲ ἄλλας ἀξίας· ἐστείλαμεν περισσοτέρας, ἐλάβομεν περισσοτέρας, καὶ διὰ τοῦτο ηὔξησαν αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις, καὶ ἡ ἀπόδειξις ὅτι τὸ 1880 κατ’ αὐτὸ δὲν ἔχομεν μεγαλειτέραν εἰσαγωγὴν, διότι δὲν εἴχομεν ἐξαγωγὴν μεγαλειτέραν, καὶ ἐνῷ τὸ 1879 ἡ εἴσπραξις ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς ηὔξησεν εἰς 250,000, τὸ 1880, ὅτε δὲν εἴχομεν μεγάλην παραγωγὴν καὶ ἐξαγωγὴν, εἰσεπράξαμεν 1,000,000 μόνον.
§174ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰ 1880 ὁ φόρος ἐφηρμόσθη ἀπὸ τοῦ Μαΐου καὶ οὐχὶ ἀπὸ Ἰανουαρίου.
§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ αὐτὸ ἔλαβε χώραν καὶ τὸ 1881 τὸ 1880 τὴν 29 Ἀπριλίου προσετέθη ἓν δεκατημόριον, ἀλλὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἡ ἐξαγωγὴ ηὔξησε καθ’ ἓν ἔτι ἑκατομμύριον, διὰ τοῦτο ηὔξησε καὶ ἡ εἰσαγωγή· ἡ προσθήκη τῶν τελωνιακῶν τελῶν δὲν κάμνει 2 καὶ 2=4· ἀλλὰ πολλάκις 2 καὶ 2=3, αὐτὸ εἶναι ὁ κανὼν μᾶλλον, ἡ προσθήκη φόρων δὲν φέρει βεβαίαν αὔξησιν. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως αἱ εἰσπράξεις τῶν τελωνείων θὰ ἦναι στάσιμοι, ἐνῷ προοδεύει ὁ Τόπος; ἐὰν πιστεύσωμεν τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι σπουδαίως μᾶς ὁμιλεῖ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν μᾶς ἀπατᾷ. Οἱ δὲ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἀβάσιμοι. Καὶ ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς τὸν προϋπολογισμόν: «Ἐκ τῶν γνωστῶν ἀποτελεσμάτων κατ’ ἔτος βεβαιοῦται κανονικὴ αὔξησις τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων ἀνωτέρα τῶν 10%, ἐπειδὴ ἐκ τῶν κατὰ τὸ 1881 προϋπολογισθέντων δραχ. 15,000,000, εἰσεπράχθησαν 16,500,000 καὶ προϋπελογίσαμεν διὰ τὸ ἔτος 1881 διὰ τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας δραχ. 29,000,000· τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μ’ αὔξησιν 18% περίπου. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνείων λοιπὸν ὑπελογίσθη παρ’ αὐτοῦ πλέον τῶν 10%. Ἐὰν λάβητε αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, τὸ 1881 ἤθελεν εἰσπράξει πλέον τῶν 20 ἑκατομ. ἀφοῦ τὸ 1878 εἰσέπραξε 10,870,655. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὸς περισσοτέραν βεβαιότητα, ὅτι λαμβάνει χώραν κατ’ ἔτος κανονικὴ αὔξησις, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ 1869 ἀνήρχετο εἰς 20 ἑκατομ. περίπου, τώρα ἔχομεν 56 ἑκατομ. ἐκτὸς τῶν νέων ἐπαρχιῶν· ἡ πρόοδος αὕτη διανέμεται εἰς τὰ τελωνεῖα ἢ μᾶλλον ἐκεῖ καταλήγει· ἔχομεν λοιπὸν ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς προόδου τῆς παραγωγῆς, καὶ ἐὰν τὴν ὑπολογίσωμεν οὐχὶ ὅπως τὴν ὑπελόγισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, 10% αὔξησιν εἰσπράξεων· ἀπὸ τὸ 1878 μέχρι τοῦ 1881 ἔχομεν πέντε ἑκατομ. σεῖς ἐπεβάλετε 3,500,000, ἔπρεπε κατὰ συνέπειαν νὰ εἰσπράξητε 19,300,775, καὶ ἀντὶ νὰ εἰσπράξητε δεκαεννέα ἢ εἴκοσι ἑκατομμύρια τὸ 1881, δηλ. τὸν πρόσθετον φόρον καὶ τὴν κανονικὴν αὔξησιν, εἰσεπράξατε 16 ἑκατομ. μόλις τὸ ἀναλογοῦν πρὸς τὴν αὔξησιν· ὁ πρόσθετος φόρος ἀπωλέσθη. Ἰδοὺ ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ μεγάλων φόρων δὲν εἶναι ἀσφαλὲς ἐπιχείρημα, ἀσφαλὲς μέσον πρὸς αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Εἶναι λοιπὸν, κύριοι, ἄτοπον τὸ σύστημα τοῦ αὐξάνειν τοὺς φόρους· βλάπτει τοὺς παραγωγοὺς, καὶ τὴν ἐργατικὴν μᾶλλον τάξιν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰσάγει καὶ ἕτερον σύστημα ἀτυχὲς καὶ περίεργον ἤδη. Ἔχομεν προϊόντα τινὰ ἀποτελοῦντα τὸν ἀληθῆ πλοῦτον τῆς Ἑλλάδος, τὴν σταφίδα, τοὺς οἴνους καὶ τὰ σῦκα· ἴσως δὲν γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τίνων σύκων· πρόκειται περὶ ἀχρήστων, τῶν μὴ τρωγωμένων, μὲ τὰ ὁποῖα τρέφουν τοὺς χοίρους ἐδῶ· ἐὰν δὲν χρησιμεύσωσι διὰ ῥακὶ, ταῦτα κατεργάζονται εἰς τὴν Μασσαλίαν καὶ ἄλλα μέρη, κατασκευάζουν πνεύματα ἐξ αὐτῶν· τὰ σῦκα αὐτὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς σῦκα τῆς Ἀνατολῆς, διότι πληρόνουν τριπλάσιον φόρον· ἔχομεν λοιπὸν συμφέρον μέγιστον νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τῶν σύκων τούτων· ἠμποροῦν νὰ δώσουν μεγάλην πρόσοδον εἰς τὸν Τόπον. Ἡ σταφὶς μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ἀμπέλων τῆς Εὐρώπης χρησιμεύει ὡς πρώτη ὕλη κατασκευῆς οἴνων. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει μέγας ἀνταγωνιστὴς αὐτῆς ἡ σταφὶς ἄλλων μερῶν. Οἱ οἶνοι τῆς Ἰταλίας, ἡ σταφὶς τῆς Ἀνατολῆς συναγωνίζονται πρὸς τοὺς οἴνους καὶ τὴν σταφίδα ἡμῶν· ζητεῖται δὲ ἡ σταφὶς ἡ Ἑλληνικὴ μᾶλλον ὡς περιέχουσα περισσότερον πνεῦμα· τὸ κέρδος αὐτὸ θέλει ἀποῤῥοφηθῆ, ἐὰν ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς εἶναι μεγάλη. Ἀλλὰ τί πληρόνει ἡ σταφὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐν Γαλλίᾳ ὅμως 15 περίπου δραχ. ἡ χιλιὰς ἴσον σχεδὸν τοῦ ἡμίσεος τῆς συνήθους τιμῆς τῆς σταφίδος τῆς Μεσσηνίας· ἂν ἐξακολουθήσῃ δὲ οὕτω ἐπιβαρυνομένη, ὑπάρχει κίνδυνος καταστροφῆς· καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν φυτειῶν, ἥτις ἐσχάτως ἔλαβε χώραν, ἡ αὐτὴ παραγωγὴ ὑπερέχει τῆς καταναλώσεως· ἡ κατανάλωσις δὲν ἐξήντλησεν ὅλον τὸ παραχθὲν ἐφέτος· ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι σταφὶς ἀπώλητος, καὶ αἱ τιμαὶ ἐξέπεσαν. Διὰ τοῦτο ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου καὶ εἰργάσθημεν πρὸς τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου πολλὰ καὶ ἐπιτόπια συμφέροντα ὑπεστήριζον τὴν πρότασίν μας· μᾶς εἶπον ὅμως· θέλετε ἐλάττωσιν; Σεῖς πρῶτοι πρέπει νὰ ἐλαττώσητε τοὺς ὑπερβολικοὺς φόρους σας. Προσέξατε καλὰ, διότι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς εἶπει, ἐξηγεῖ διατί ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν παρουσίασε τὸ ἔγγραφον τῆς Γαλλίας.
§176ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ κρύπτομεν.
§177Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἔγγραφον τῆς Γαλλίας προσβάλλει τὸ ποσὸν τῆς ὑπαρχούσης φορολογίας ὡς ὑπερβολικόν· δὲν ζητεῖ ἁπλῶς ἐλάττωσιν· λέγει, ἡ ὑπάρχουσα φορολογία εἶναι ὑπερβολική. Ἐὰν θέλετε νὰ τὴν αὐξήσητε, προσθέσατε ὅσον θέλετε ἤδη, δὲν ἐπιτυγχάνετε τίποτε· ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσθέτοντος ματαιοῦται, διότι ἡ Γαλλία σᾶς λέγει ὅ,τι ἔχετε ἤδη εἶναι πολὺ, ἐὰν δὲ περισσότερον προσθέσητε χειροτερεύετε τὴν θέσιν σας, οὐδὲν θὰ κερδήσητε· ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται λέγων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐλάττωσιν, ἀνάγκη νὰ αὐξήσωμεν ἡμεῖς τοὺς φόρους τῆς εἰσαγωγῆς· οὕτω θὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ξένους διὰ νὰ ἐπιτύχωσιν ἐλάττωσιν νὰ ἐλαττώσωσι καὶ αὐτοί· ἀνταλλαγὴ συμφερόντων, περὶ τούτου πρόκειται. Αὐτὸ μεταξὺ μεγάλων Κρατῶν ἴσως εἶναι ὀρθόν· ποῖοι ὅμως θὰ αἰσθανθῶσι κακὸν ἀπὸ τὴν αὔξησιν ἡμῶν αὐτὴν, ἵνα ἔλθουν νὰ μᾶς ζητήσουν ἐλάττωσιν; Αὐτὸ εἶναι ἐλεεινὸν ἐπινόημα· εἶναι πλάνη καὶ πλάνη ἐπικίνδυνος· ἂν ἐπιμείνωμεν θέλομεν πάθει. Ποία εἶναι ἡ ἀγορὰ τῆς Ἑλλάδος; Ποῖον ποσὸν καταναλίσκει αὕτη; ἔστω καὶ 15 ἑκατομ. ἐμπορεύματα Γαλλικά· ἡ Γαλλία ἐξαποστέλλει δυσεκατομμύρια εἰς τὸν κόσμον· ἐὰν ἡ ἰδική μας φορολογικὴ ἀσυνεσία ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν γαλλικῶν προϊόντων, ἔστω κατὰ 5 ἑκατομ. θέλει τὸ αἰσθανθῆ ἡ Γαλλία καὶ θέλει πονέσει; εἶναι τοιαύτη ἡ ἀγορὰ ἡμῶν ὥστε νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς τῶν γαλλικῶν προϊόντων; Ἐνθυμίζω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τί μᾶς εἶπον διὰ τὰς προσθήκας μας, δὲν μᾶς εἶπον τίποτε, ἐγὼ πιστεύω μάλιστα, ὅτι μᾶς ἐγέλασαν, μᾶς ἐλεεινολόγησαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι κακῶς πράττουσιν αἱ ὑποτιμῶσαι τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος Κυβερνήσεις αὐτῆς· καὶ δὲν ὑπερασπίζονται τὰ δίκαιά της πρεπόντως, ἀλλὰ κακῶς σκέπτονται ὡς οἱ ὑπερτιμῶντες πέραν τῆς πραγματικότητος τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ φαντασιοκοποῦντες εἰς τὸ παρὸν ζήτημα. Μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας, μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἰταλίας ἐννοῶ τὴν πάλην αὐτὴν, εἶχεν ἐπιῤῥοὴν τὸ δασμολόγιον ἐκεῖ, διότι αἱ ἀγοραὶ ἐκεῖναι εἶναι μέγισται, καὶ τοιαῦται μεταβολαὶ ἔχουσι συνεπείας· δὲν βλέπετε πόσον μέγα ἀποκατέστη τὸ δασμολογικὸν ζήτημα μεταξὺ τῶν ἐθνῶν αὐτῶν καὶ πόσας πρὸς ῥύθμισιν αὐτοῦ καταβάλλουσι προσπαθείας; Πρόκειται περὶ μεγάλης καταναλώσεως καὶ δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχουσι καὶ ἐν Ἑλλάδι συμφέροντα δασμολογικὰ οἱ ξένοι, ἔχουσι πλὴν μικρά. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ σύστημα δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν κατανάλωσιν ἡμῶν καὶ νὰ σμικρύνῃ τὸ ἐμπόριόν μας· διότι καθ’ ὅσον ἐπιβάλλομεν φόρους, κατὰ τοσοῦτον ὀλιγώτερον ἀγοράζομεν, καὶ θὰ γείνωμεν αἴτιοι βλάβης καὶ ζημίας εἰς τοὺς κατοίκους, θὰ πέσῃ ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ εὐζωΐα ἡμῶν· καὶ ἂν, κύριοι, τοῦ συστήματος αὐτοῦ κηρυχθῇ ὀπαδὸς καὶ ἡ Γαλλία καὶ εὕρῃ καλὸν νὰ αὐξήσῃ τὰ τέλη καὶ διπλασιάσῃ τοὺς φόρους τῆς σταφίδος καὶ τοῦ οἴνου, δὲν θὰ μᾶς καταστρέψῃ; Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἀγορᾶς διὰ τὰ προϊόντα ἡμῶν· ἂν δὲν εὕρωμεν ἀγορὰν, τὰ προϊόντα κινδυνεύουσι. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν αὐτό. Πρῶτον ἐγὼ, κύριοι, θέλω ψηφίσει πάντα φόρον συντελοῦντα εἰς τὸ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐγγίζῃ τὴν πρώτην ὕλην τῆς βιομηχανίας, καὶ τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ.
§178ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ οἰνοπνεύματα;
§179ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴχομεν ἕτοιμον ἡμεῖς νομοσχέδιον φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων καὶ τοῦ καπνοῦ, διότι βεβαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς θυσίας σπουδαίας, ὄχι μόνον φόρων, ἀλλὰ καὶ οἰκονομιῶν, ἵνα φέρωμεν ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι μὴ ἐλπίζετε δύναμιν ἐθνικὴν ἄνευ ἰσοῤῥοπίας προϋπολογισμοῦ. Μὴ ἐλπίζετε πρόοδον, βελτίωσιν κοινωνικὴν, ἂν δὲν ὑποστηρίξητε τὰς ἐργασίας, καὶ ἂν δὲν εὕρητε ἀγοράς. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνουσι, θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα. Λοιπὸν τὸ δάνειον δὲν εἶναι ἀναγκαῖον, ὅπως δὲ γίνεται εἶναι κακὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ δεχθῶμεν, εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιον· δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὸν φόρον ὡς ἐπιβάλλεται· ὡς ἐπιβλαβὴς καὶ ἄδικος, πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 μ. μ.