1882.04.21
2,554 rows · 20,071 words · 182 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54
τῆς 21 Ἀπριλίου 1882
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδη, εἰσηγητὴς τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν, διεκπεραιώσας τὴν ἔκθεσίν του, παρακαλεῖται νὰ ὑποβάλῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριοι, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν καὶ τῶν συναφῶν καὶ σχετικῶν αὐτῇ ζητημάτων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τῇ Βουλῇ τὴν ἔκθεσιν, τὴν καταρτισθεῖσαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑμῶν, ἐκλεχθεῖσα τὴν 6 Μαρτίου ἐ. ἔ., ἐπεραίωσε τὴν ἐξέτασιν τῶν κλητευθέντων μαρτύρων τῇ 6 φθίνοντος μηνός. Κατόπιν αἱ δικογραφίαι καὶ ἡ ὅλη σωρευθεῖσα ὕλη παρεδόθη εἰς τὸν εἰσηγητὴν, καὶ ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἐπεραιώσαμεν τὴν ἔκθεσιν, καὶ ὑπεβάλομεν αὐτὴν τὴν νύκτα τῆς παρελθούσης Κυριακῆς ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠκροάσθη τῆς ἐκθέσεως ταύτης, προέκυψεν εἰς μέσον ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἣν παραδεχθεῖσα ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἔδωκε τὴν αἰτηθεῖσαν προθεσμίαν 48 ὡρῶν, ὅπως μελετήσῃ καὶ ἡ μειονοψηφία μᾶλλον ἐπισταμένως τὰ γεγονότα. Ἡ προθεσμία τῶν 48 ὡρῶν ἔληγε τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην, ἤτοι χθὲς τὸ ἑσπέρας. Προσελθόντα τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, οὐχὶ πάντα, ἀλλ’ οὕτως εἰπεῖν διὰ τοῦ πληρεξουσίου αὐτῶν κ. Μίληση, ἐζήτησαν καὶ δευτέραν παράτασιν τῆς προθεσμίας. Εὐκόλως ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἠθέλησε νὰ συναινέσῃ καὶ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην παράτασιν, ἠθέλησεν ὅμως ἐκ τῶν προτέρων νὰ λύσῃ ἓν ἕτερον ζήτημα, κατὰ τὴν πεποίθησίν της στενῶς συνδεόμενον μὲ τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας παρατάσεως· τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο, ἐὰν διδομένης καὶ δευτέρας παρατάσεως μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς σήμερον, ὑπέσχετο ἡ μειονοψηφία, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων αὐτῆς. Ἀλλὰ πάλιν ἡ μειονοψηφία διὰ τοῦ πληρεξουσίου της ἐδήλωσεν, ὅτι ταύτην τὴν ὑπόσχεσιν δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν. Πιεζόμενοι καὶ παρά τῶν κ. κ. συναδέλφων Βουλευτῶν καὶ νομίζοντες, ὅτι ἀναλάβομεν βαρὺ καθῆκον καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ ἀπέναντι τῆς πολιτείας, καὶ φρονοῦντες, ὅτι ἀρκετὰ παρετάθη ἡ ἐργασία αὕτη, διότι παρετάθη ἤδη ἐπὶ 45 ἡμέρας, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον ἡμῖν νὰ δώσωμεν καὶ δευτέραν προθεσμίαν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἠθέλομεν ἔλθει εἰς ὡρισμένον ἀποτέλεσμα μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς. Ἐπεμείναμεν καὶ παρεκαλέσαμεν τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ εἰ δυνατὸ, ἐπισπεύδοντες εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῶν νὰ παρουσιάσωσι ὡρισμένον ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἔχοντες καὶ αὐτοὶ τοὺς λόγους των, ἠρνήθησαν τοῦτο. Ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι καθῆκον καὶ δικαίωμα εἴχομεν νὰ μὴ δώσωμεν τὴν δευτέραν ταύτην προθεσμίαν, διότι ὁμολογουμένως πάντα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τά τε μέλη τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὰ τῆς μειονοψηφίας, εἰργάσθησαν δραστηρίως, παρέστησαν κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων, ἐμελέτησαν τὴν δικογραφίαν καὶ ἠδύναντο νὰ ἦναι ἕτοιμα. Εἶναι ὅμως ἀφ’ ἑτέρου ὁμολογούμενον, ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐβασίλευσε μεταξὺ πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἤδη ὑποβάλλων ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἔργον τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, βεβαίως δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς ἀνάλυσιν αὐτοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι πρὸς κατανόησιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης πλήρη, εἶναι ἀνάγκη δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ κάμω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐντεταλμένος παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, μικράν τινα εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἀναγκαιοτάτην. Ἅμα ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐκλητεύσαμεν πολλοὺς καὶ διαφόρους μάρτυρας· ὀφείλει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι, καίτοι δὲν εἶχεν ἐξαναγκαστικὴν ἐξουσίαν, οὐχ ἧττον ἅπαντες οἱ κλητευθέντες προθύμως προσῆλθον. Ἐκλητεύσαμεν πολλοὺς μάρτυρας· ἐκ τούτων ὅμως ἐξητάσαμεν μόνον 55, οἵτινες, πιστεύομεν, ὅτι ἦσαν ἀρκετοί. Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψει τὴν δικογραφίαν, τὴν σχηματισθεῖσαν ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν συμβουλίων, ἥτις ὁμολογουμένως εἶναι ὀγκωδεστάτη. Ἐλάβομεν 74 μαρτυρίας μαρτύρων, ἐξετασθέντων παρὰ τῶν ἀνακριτῶν· κατεφύγομεν εἰς διαφόρους Ἀρχὰς τοῦ Κράτους, πρὸς συλλογὴν πληροφοριῶν, καὶ ἐπὶ τέλους συλλέξαντες πάντα τὰ γεγονότα ἐφ’ ὅλης ταύτης τῆς περιπλόκου ὑποθέσεως, κατηρτίσαμεν τὴν ἔκθεσιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν. Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ πολλαὶ μαντεῖαι ἐξηνέχθησαν· -ὸ ἀληθὲς ὅμως εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα· οὐχὶ ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ πράξῃ τοῦτο· ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ πρότασιν ὡρισμένην, δὲν ἠδύνατο τουτέστι νὰ ἐκδώσῃ βούλευμα, ὅπως ἐκδίδουσιν αἱ ἀνακριτικαὶ Ἐπιτροπαί, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμον· ἠδύνατο ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ περιλάβῃ τί προκύπτει ἐκ τῶν γεγονότων, διότι τοῦτο ἦτο δικαίωμα αὐτῆς. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο· ἠθέλησεν ἀντ’ αὐτοῦ καὶ ἀντὶ τοῦ συμπεράσματός της νὰ ἀφήσῃ νὰ ὁμιλήσωσιν αὐτὰ καὶ μόνα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα, ὁπωςδήποτε θελήσητε νὰ τὰ ἐκλάβητε, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκούντως εὔγλωττα. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀτομικὴ πεποίθησις τοῦ εἰσηγητοῦ. Ἠθελήσαμεν τὸ συμπέρασμα τοῦτο νὰ γεννηθῇ, οὕτως εἰπεῖν, ἐξαίφνης καὶ μόνον, καὶ πατέρες αὐτοῦ νὰ ᾖναι ἁπλῶς τὰ γεγονότα. Διηρέσαμεν δὲ τὸ ὅλον ἔργον κυρίως εἰς δύω μεγάλα κεφάλαια. Καὶ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐξητάσαμεν τὸ Ταμεῖον Θηβῶν καθ’ ἑαυτὸ, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐξητάσαμεν τὰ κατὰ τὸ Ταμεῖον Θηβῶν, ἐφ’ ὅσον σχετίζεται τοῦτο πρὸς τυχὸν ἐνοχοποιουμένους ὑπουργούς. Ἴσως ἐρωτήσῃ τις, καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη τοῦ πρώτου κεφαλαίου; Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπίστευσεν, ὅτι τὸ πρῶτον κεφάλαιον εἶναι ἀναγκαιότατον, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἡ εἰσαγωγὴ εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τῆς ἐκθέσεως ταύτης, εἰσαγωγὴ ἀναγκαιοτάτη πρὸς κατανόησιν τῶν πολλῶν καὶ περιπλόκων καὶ συγκρουομένων γεγονότων τοῦ δευτέρου μέρους. Καὶ τί περιλαμβάνει τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης; Περιλαμβάνει τὴν γενικὴν κατάστασιν περὶ τοῦ Ταμείου Θηβῶν, ἐξετάζει ὁποίας φύσεως ἦτο τὸ Ταμεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἂν καὶ ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν, διατελεῖ εἰς τοὺς πλείονας τουλάχιστον ἐξ ἡμῶν ἄγνωστον. Ἐξητάσαμεν, ὡς ἀναγκαιότατον ἐφόδιον διὰ τὴν εἴσοδον ἡμῶν εἰς τὸ δεύτερον μέρος, ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις, αἱ περικυκλοῦσαι τὸν ταμίαν Θηβῶν, τὸν πρωταγωνιστὴν τοῦτον τοῦ δράματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ ταῦτα πάντα, ἵνα μετ’ αὐτῶν, ὡς ἐφοδίων, δυνηθῇ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Ἐξητάσθη ἐὰν ὁ ταμίας Θηβῶν ἀπελάμβανε προστασίας, καὶ τίνες ἦσαν οἱ προστάται αὐτοῦ· ἐξητάσθη ὁ χαρακτὴρ τοῦ ταμία Θηβῶν· διότι πρόκειται τέλος πάντων περὶ ἀδικήματος, καὶ εἶναι ἀνάγκη ὁ ἀκροατὴς ἢ ὁ ἀναγνώστης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὰς τὰς εἰκόνας περὶ τοῦ χαρακτῆρος ὅλων τῶν δρώντων προσώπων. Ἐξητάσθη ὁ χαρακτὴρ δευτέρου τινὸς ἀγωνιστοῦ ἐν τῷ δράματι τούτῳ, τοῦ ἀναπληρώσαντος τὸν Βελέντζαν, τοῦ ταμία Γκορτζῆ· ἐξητάσθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, διότι εἶναι στοιχεῖον ἀναπόφευκτον, ὅπως ἐννοήσῃ τις τὸ ἀδίκημα. Ἐὰν τοιοῦτον ὑπάρχῃ. Εἰς τοῦτο μᾶς ἔδωσεν ὤθησιν αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔν τινι τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων παρέστησεν ἡμῖν διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων τὴν κατάστασιν τοῦ Λογιστηρίου· ἠνάγκασεν εἰς τοῦτο ἀκόμη ἡμᾶς ἡ μαρτυρία ἑνὸς μάρτυρος, αὐτοῦ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει Λογιστήριον εἰς τὸ Κράτος, ὅστις κατέθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ συλλαμβάνῃ ἀνὰ τὰς ὁδοὺς κάῤῥα πλήρη ἐγγράφων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐκομίζοντο πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ ὑπουργείου τοῦτο συνέβαινε πρὸ 4 ἢ 5 μηνῶν. Ὠφείλομεν ἐν τῷ πρώτῳ μέρει νὰ δώσωμεν τοὺς χαρακτῆρας καὶ νὰ παραστήσωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀδικήματα ἄλλων προσώπων, σχετιζομένων ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι βουλεύματα τοῦ Σουμβουλίου τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ τῶν Πλημμελειοδικῶν, διότι, διὰ νὰ κατανοήσητε, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα καὶ τίνες ἐνέχονται καὶ ἐὰν ἐνέχωνται, ἦτο ἀναγκαιότατον νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὴν γενικὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Ἐπιτροπὴ εἰσέρχεται εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐκθέσεως. Τὸ δεύτερον μέρος ἡ Ἐπιτροπὴ διῄρεσεν εἰς δύω κυρίως τμήματα. Καὶ ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐξετάζεται ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ γνῶσις τοῦ ἐλλείμματος παρὰ τινος ἐκ τῶν ὑπουργῶν, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ ἐξετάζεται ἡ ἀποδιδομένη εἴς τινα ἐκ τῶν ὑπουργῶν πρᾶξις, τὸ ἀδίκημα τῆς δωροληψίας. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι γενικῶς ἐξεταζομένη ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ἡ παροῦσα στιγμὴ, οὔτε ἡ κατάλληλος, ὅπως, ἀναγινώσκοντες ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος, περιέλθωμεν εἰς τὴν ἀφήγησιν πάντων τῶν γεγονότων· τοῦτο εἶναι ἔργον ἑνὸς ἑκάστου βουλευτοῦ καὶ τῆς συνειδήσεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζομεν, ὅτι ὁπωσδήποτε, καὶ ἂν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν πρόκηται νὰ ἀναπτυχθῶσι τὰ ἐκτεθέντα ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς γεγονότα, ἁπλῆ καὶ μόνη ἡ κατάθεσις τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δικαιοῖ ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ στιγμὴ αὕτη εἶναι σοβαρὰ διὰ τὸν Τόπον, καὶ πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν μὴ τυχὸν ἀδικήσωμεν ἄνδρας, οἵτινες τῷ ὄντι ἔχουσι τὰ πρωτεῖα ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ. Ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ μήπως, ἀντὶ τῶν ἀνδρῶν τούτων, ἀδικήσωμεν τὴν πολιτείαν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὰ μεγαλείτερα πρωτεῖα ἀπέναντι τῶν τέκνων αὐτῆς. Ὀφείλομεν, ἐξετάζοντες ὡς δικασταὶ ἁπλῶς καὶ καθαρῶς καὶ ψυχρῶς τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ὁμολογουμένως μάλιστα τυγχάνουσι λίαν εὔγλωττα, νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν καὶ τὴν ἐτυμηγορίαν. Ἡ αὐλαία ὁλοκλήρου πλέον τοῦ δράματος τούτου πρέπει τέλος πάντων νὰ ὑψωθῇ· ὀφείλομεν ἐπὶ τῆς σκηνῆς νὰ ῥίψωμεν πολὺ φῶς, διὰ νὰ καταφανῶσι καὶ αἱ ἐλάχισται λεπτομέρειαι, καὶ ἐὰν μὲν δὲν ὑπάρχῃ ἐνοχή, καλῶς, ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο θὰ χειροκροτήσω· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἐνοχὴ, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν κάτω! (Καταθέτει τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§3Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριοι, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν κ. Λεβίδης, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, 10 ὅλων ἡμερῶν ἐνδελεχὴς ἐργασία ἐχρειάσθη αὐτῷ, διὰ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας τὴν σύνταξιν ἐνετείλατο αὐτῷ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ δεκαήμερον διάστημα ὁ κύριος εἰσηγητὴς εἶχεν, ὡς ἔδει νὰ ἔχῃ παρ’ ἑαυτῷ, οἴκαδε ἐργαζόμενος, ἅπασαν τὴν δικογραφίαν, τουτέστι τήν τε σχηματισθεῖσαν ἐκ τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, καὶ τὴν δικογραφίαν, ἣν ἔλαβε παρὰ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα παρὰ διαφόρων τοῦ Κράτους Ἀρχῶν προεκάλεσε. Τέλος τὴν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Κυριακῆς ὁ κ. εἰσηγητὴς παρουσίασεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἔκθεσίν του καὶ ἀνέγνωσεν αὐτήν, διαρκεσάσης τῆς ἀναγνώσεως ἐπὶ τρεῖς καὶ πλέον ὥρας, εἰς ἐπήκοον πάντων τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἀνεφύησαν διαφωνίαι τινὲς μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι, νομίζω, τοῦ παρόντος χρόνου νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν. Ἐπὶ τούτῳ ἡ μειονοψηφία παρεκάλεσε τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας νὰ χορηγήσωσιν αὐτῇ ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ, μελετῶσα τὰς σχετικὰς δικογραφίας καὶ ὅλα ἐν γένει τὰ ἔγγραφα, τὰ πρὸς αὐτὰς σχετιζόμενα, νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐπιχειρήσῃ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει τὸν συμβιβασμὸν μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ἦτο δυνατὸς οὗτος, ἄλλως νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν ἑτέρας ἐκθέσεως. Ἀληθῶς ἡ πλειονοψηφία παρεχώρησεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν 48 ὡρῶν προθεσμίαν μόνον. Προσεπαθήσαμεν, κύριοι, κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ, νυκτὸς καὶ μεθ’ ἡμέραν ἐργασθέντες, νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὰς ἐργασίας μας· ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἰς ὑπόθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ μὲν τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐξητάσθησαν, ὡς ὁ εἰσηγητὴς εἶπε, 55 μάρτυρες, τῶν ὁποίων αἱ καταθέσεις, τοὐλάχιστον ἐνίων ἐξ αὐτῶν, εἶναι λίαν πολυσέλιδοι, εἰς ὑπόθεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτον ὑπόχρεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της 77 καταθέσεις μαρτύρων ἐξετασθέντων ἀπὸ τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἦσαν μακροσκελέσταται, εἰς ὑπόθεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπὴ ὤφειλε νὰ μελετήσῃ τὰς ἀπολογίας τῶν κατηγορουμένων, τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται ἀποτελοῦνται ἐκ 30 ἢ 40 σελίδων, εἰς ὑπόθεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τέλει ὤφειλε νὰ διεπεξέλθῃ διάφορα ἄλλα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσεν ἐκ διαφόρων τοῦ Κράτους Ἀρχῶν· ἀφίνω, λέγω, εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς διάστημα 48 ὡρῶν νὰ κατορθώσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ ἅπαντα ταῦτα μετὰ τῆς προσηκούσης εἰς τοιαύτην ὑπόθεσιν ἐπιστασίας, καὶ νὰ κατορθώσῃ, νὰ φθάσῃ εἰς ἕν πέρας. Διὰ τοῦτο χθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅτε ἔληγεν ἡ ταχθεῖσα 48 ὡρῶν προθεσμία ἐζητησάμεθα ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν ἀκόμη παράτασιν προθεσμίας 24 ὡρῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ αἴτησίς μας ἀπεῤῥίφθη. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα καὶ ἡ τῆς μειονοψηφίας ἔκθεσις, ἡ ὁποία αὔριον θὰ ἦναι, ὡς ἐλπίζω, περατωμένη, παραπεμφθῇ εἰς τύπωσιν καὶ ἐκτυπωθῇ ὁμοῦ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας.
§4ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Βέβαια.
§5ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κάμνω δὲ ἀπὸ τοῦδε τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι, ὡς γνωστόν, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνεδριάσῃ οὔτε αὔριον, οὔτε μεθ’ αὔριον, καὶ ἑπομένως ἡ μειονοψηφία δὲν θὰ δυνηθῇ ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ καταθέσῃ τὴν ἔκθεσίν της παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐντείλῃ, ὥστε αὔριον, ὅταν εἰς τὸ Γραφεῖον καταθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἔκθεσίν μας, νὰ παραπεμφθῇ αὕτη ἀμέσως εἰς τύπωσιν καὶ τυπωθῇ ὁμοῦ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ τεύχει μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας.
§6ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ φέρῃ βεβαίως ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν· νομίζω ὅμως ὅτι, ὡς πρόεδρος τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ὀλίγα τινά, τείνοντα ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας ὁπωσδήποτε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξέφερε, στεροῦνται πάσης βασιμότητος.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐξέφερε καμμίαν αἰτίασιν.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔπραξεν ἐντὸς τῶν καθηκόντων της.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν τὸ εἶπε τοῦτο.
§12Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Πολλῷ περισσότερον δι’ ὑμᾶς, κ. Κωνσταντόπουλε, ὅστις μάλιστα ἐφρονεῖτε, ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς δοθῇ προθεσμία.
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠθέλησεν ὁ προαγορεύσας νὰ ἐκφράσῃ μομφήν τινα κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἐχορήγησε τὴν προθεσμίαν.
§16Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠθέλησα μόνον νὰ δικαιολογήσω διατὶ σήμερον δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἡ μειονοψηφία ἑτοίμην τὴν ἔκθεσίν μας.
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔργα τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας δὲν ἐπρόκειτο νὰ περατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν, ἢ ὡρῶν μάλιστα, τὰς ὁποίας, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν μας, παρεχωρήσαμεν ἀμοιβαίως. Τὰ ἔργα τῆς πλειονοψηφίας ἠδύνατο νὰ συντελεσθῶσι καθ’ ὅλην ἀκόμη τὴν διάρκειαν τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διήρκεσε. Τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς καταθέσεις τῶν διαφόρων μαρτύρων, καθὼς καὶ τὰς δικογραφίας τὰς σχετικὰς· ὁ εἰσηγητὴς παρέλαβε τὰς δικογραφίας μόνον μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καθ’ ὅλην ὅμως τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν ἡ δικογραφία ἦτον ἐντὸς τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς, καὶ ἠδύναντο ὅλα τὰ μέλη νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προχθὲς λαβοῦσαν χώραν συνεδρίασιν τῆς Κυριακῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ μεγίστης προσοχῆς ἠκροάσατο τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἡ μειοψηφία ἔφερεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως καὶ τὰς πλείστας ἀπεδέχθη, καὶ ἡ ἔκθεσις διωρθώθη κατ’ αὐτάς. Ὅταν δὲ ἐγὼ ὡς πρόεδρος ἔθεσα τὸ ζήτημα: ἂν θεωρῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὡς γνήσιον πόρισμα τῶν γενομένων ἐξετάσεων, τὰ δὲ μέλη τῆς μειοψηφίας ἀπήντησαν, ὅτι δὲν δύνανται ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποφανθῶσι, καὶ ἐζήτησαν νὰ χορηγηθῇ αὐτοῖς δύο ἡμερῶν προθεσμία, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀμέσως καὶ προθύμως ἐχορήγησε τὴν προθεσμίαν ταύτην. Ὅταν δὲ ἦλθον χθὲς μετὰ τὴν προθεσμίαν καὶ ἐζήτησαν καὶ ἄλλην προθεσμίαν, ἡ Ἐπιτροπὴ συνῄνεσεν ἀμέσως νὰ χορηγήσῃ καὶ ταύτην, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, μετὰ τὴν προθεσμίαν αὐτὴν, τὴν ἔκθεσίν της ἡ μειονοψηφία. Ἐνταῦθα μόνον ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ἀρνουμένων......
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ἀρνουμένων;
§19ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι θὰ ἔχωσιν ἑτοίμην τὴν ἔκθεσίν των, τῶν δὲ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας σχηματισάντων τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ ἀνευρέσεως ἐλλείψεων τῶν ἐκθέσεων, οὔτε περὶ ἐπιτυχίας συμβιβασμοῦ μετὰ τῆς μειοψηφίας, καὶ ἑπομένως θεωρησάντων περιττὴν καὶ ματαίαν πᾶσαν ἰδέαν παρατάσεως. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ἀποπεράτωσιν τῶν ἀνατεθεισῶν αὐτῇ ἐντολῶν.
§20Γ. ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καπετανάκης, σκοπὸν εἶχεν ὄχι νὰ προσβάλῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὡς ὑπέλαβεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ νὰ ἐκθέσῃ ἁπλῶς τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδὲ συνυποβάλλεται μετ’ αὐτῆς ἔκθεσις μειονοψηφίας. Ὁ κ. Καπετανάκης, ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, εἶχε τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐξηγήσῃ τὸ φαινόμενον τοῦτο, γνωστοποιῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συμβάντα, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε νὰ παρουσιασθῇ μονομερὴς ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας ἔκθεσις. Ἄτοπος λοιπὸν ἦτο ἡ κατ’ αὐτοῦ αἰτίασις, ὅτι ἔθιξε δῆθεν τὴν ὑπόληψιν τῆς πλειονοψηφίας. Ὀφείλω δὲ νὰ συνομολογήσω, ὅτι ὁ κ. Καπετανάκης ἐξήγησε τὰ γενόμενα μετὰ πάσης ἀκριβείας. Εἶναι τῷ ὄντι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἀφοῦ ἐπεραιώθη ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων, ὁ κ. εἰσηγητὴς παρέλαβε μεθ’ ἑαυτοῦ ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐργασθεὶς δὲ ἐπὶ 12 ὅλας ἡμέρας, συνέταξε τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν, καὶ προχθὲς τὴν ἑσπέραν ἀνέγνωσεν αὐτὴν εἰς ἐπήκοον τῶν πρὸς τοῦτο προσκληθέντων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ταύτην, διαρκέσασαν ὑπὲρ τὰς τρεῖς συνεχεῖς ὥρας, ἠρωτήθημεν ἂν ἀποδεχόμεθα τὸ περιεχόμενον τῆς ἐκθέσεως, ἡμεῖς δ’ εὐλόγως παρετηρήσαμεν, ὅτι μᾶς ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀπαντήσωμεν ἂν ἀποδεχώμεθα ἢ ὄχι ἔκθεσιν τόσον μακρὰν, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν εἰμὴ πολὺ ἀμυδρὰν ἰδέαν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν· ἐζητήσαμεν λοιπὸν νὰ μᾶς δοθῇ ἡ ἔκθεσις νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν, καὶ μετὰ 24 ὥρας ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὅσας τυχὸν ἔχομεν ἐπ’ αὐτῆς παρατηρήσεις, καὶ ἂν μὲν γείνωσιν αἱ παρατηρήσεις ἡμῶν δεκταὶ, νὰ τροποποιηθῇ κατ’ αὐτὰς ἡ ἔκθεσις· ἄλλως, νὰ διατυπώσωμεν ἡμεῖς αὐτὰς ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει. Ἀλλ’ οὐδεμία δυστυχῶς ἐδόθη εἰς τοὺς λόγους μας προσοχὴ, διότι ἡ πλειονοψηφία ἠξίου ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, χωρὶς νὰ τὴν ἴδωμεν, ἀρκούμενοι εἰς μόνην τὴν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς ἀντίληψιν. Ἐσκέφθημεν τότε ὅτι μᾶς ἐπεβάλλετο ἡ ἀνάγκη τῆς συντάξεως ἰδίας ἐκθέσεως, καὶ παρεκαλέσαμεν τὴν πλειονοψηφίαν ν’ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύω ἡμέρας τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἐκθέσεώς της εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς καιρὸν νὰ ἐξερευνήσωμεν τὰ ἔγγραφα καὶ συντάξωμεν ἰδίαν ἔκθεσιν. Ἐπειδὴ δὲ εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀντιγράψωσι τὴν ἔκθεσιν, μᾶς παρεχωρήθη ἡ προθεσμία αὕτη τῶν δύω ἡμερῶν, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς αὐτῆς ἦτο φυσικῶς ἀδύνατον νὰ συντελέσωμεν τὸ ἔργον, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν μάλιστα τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας ὡς ὁδηγὸν εἰς τὰς ἐρεύνας καὶ σκέψεις ἡμῶν. Εἰργάσθημεν τῳόντι, κύριοι, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τῶν δύω ἡμερῶν, ὅσον ἦτον ἀνθρωπίνως δυνατὸν, ἀπὸ τῆς πρωΐας μέχρι τῆς μεσημβρίας, ἀπὸ τῆς 1ης μ. μ. μέχρι τῆς 7ης καὶ ἀπὸ τῆς 8ης μ. μ. μέχρι τῆς 1ης μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἦτο καθ’ ἑαυτὸ ἀκατόρθωτον· παρεκαλέσαμεν λοιπὸν τοὺς συναδέλφους νὰ περιμείνωσιν ἀκόμη 24 ὥρας, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν μελέτην τῶν ἐγγράφων καὶ δυνηθῶμεν νὰ διατυπώσωμεν τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, ὅπως διετηρεῖτο αὕτη εἰς τὴν μνήμην μας ἐκ τῆς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, ἀλλ’ ἡ παράκλησίς μας αὕτη δὲν ἐγένετο δυστυχῶς δεκτή. Ἡ πλειονοψηφία ἠξίου νὰ λάβῃ παρ’ ἡμῶν τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι μετὰ τὰς ζητουμένας 24 ὥρας ἠθέλομεν ὑποβάλει εἰς αὐτὴν ἕτοιμον τὴν περιέχουσαν τὰς παρατηρήσεις ἔκθεσιν. Τοιαύτη ὑπόσχεσις ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ, διότι δὲν ὑπόσχεταί τις εἰμὴ ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἐξ ἑαυτοῦ· ὑπεσχέθημεν δὲ μόνον, ὅτι θὰ ἤμεθα ὁπωσδήποτε εἰς θέσιν ν’ ἀνακοινώσωμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὰς ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως παρατηρήσεις ἡμῶν. Πλὴν τοῦτο δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὲς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἀπεφάσισε νὰ μὴ περιμείνῃ μήτε 24 ὥρας, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἰδοὺ, κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς δὲν φαίνονται ὑπογεγραμμένα εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν, οὐδ’ ὑπέβαλον ἀκόμη ταῦτα τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν παρασκευάζουν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τούτου· ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καπετανάκη, νομίζω, ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατ’ αὐτῆς ἀντίῤῥησις, δηλ. νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἡμεῖς αὔριον τὴν ἔκθεσίν μας, καὶ νὰ τυπωθῇ αὕτη συνάμα μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἐν τῷ αὐτῷ φυλλαδίῳ.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§22ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἀναβῇ τὸ βῆμα ὁ κ. Μίλησης, ὅτε κατέβη αὐτοῦ ὁ κ. Καπετανάκης, τὰ πράγματα ἦσαν σαφέστερα· τώρα δὲ πλέον ἐσκοτισμένα. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. Μίλησην εἰς τὴν μακρὰν ἔκθεσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχρωμάτισε ζωηρότερον τὰ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ γενόμενα. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι μετὰ τὴν μελέτην τῆς ὑποθέσεως, κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως, ἐθυσιάσαμεν πάσας ἐκείνας τὰς περιόδους αὐτῆς, ἐν αἷς ὁ εἰσηγητὴς, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ πεποίθησιν, ἐξέφερε γνώμην περὶ τῶν ἐξαχθέντων γεγονότων.
§23ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἐξέθηκα γνώμην οὐδαμοῦ· καθίστων μόνον προσεκτικὴν τὴν Βουλὴν εἴς τινα γεγονότα.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοῶ πάσας τὰς ἐν παρόδῳ γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξεφέρετε. Τὰς ἐθυσιάσαμεν δὲ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπε μᾶλλον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβληθῇ ἔκθεσις, περιέχουσα μόνον τὰ γεγονότα, κατὰ λογικόν τινα συνειρμὸν ἐκτεθειμένα.
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξ ἀντικειμένου.
§26ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· καὶ εἰς τοῦτο περιωρίσθημεν. Ἠκούσαμεν πάσας τὰς παρατηρήσεις τῆς μειονοψηφίας, καὶ τὰς ἀπεδέχθημεν· ἐφθάσαμεν δὲ εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε, ὅτε ἠρωτήθησαν τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἂν ἔχωσί τι νὰ ἀποδοκιμάσωσιν, οὐδὲν εἶχον νὰ εἴπωσι.
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§28ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔμεινεν εἰς ὑμᾶς μόνον ν’ ἀποδοκιμάσητε τὸν συνειρμόν· διότι, ὅπως ἐξετίθεντο τὰ πράγματα, δὲν ἠθέλετε αὐτά, καὶ κατὰ τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω ἀκριβέστερον τὰ γενόμενα, ὅτι ἐζητήσατε τινὰ μὲν νὰ ἐκτεθῶσι πλατύτερον, τινὰ δὲ καὶ νὰ παρεντεθῶσιν, ἅτινα ὅμως δὲν ἐδείχθησαν ἡμῖν ὡρισμένως. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ἐχορηγήθη, κατ’ αἴτησιν ὑμῶν, 48 ὡρῶν προθεσμία, διὰ νὰ φέρητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, καθ’ ὑμᾶς, ἔπρεπε πλατύτερον νὰ ἐκτεθῶσιν, ἢ ἐκεῖνα, ἅτινα ἔδει νὰ παρεντεθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἐνομίσαμεν ἄξια ἵνα περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει. Καὶ τοῦτο μόνον ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι καὶ ὑμεῖς συνελέγετε ἐπιμελέστατα ἁπάσας τὰς πληροφορίας, καὶ τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκράτουν σημειώσεις, ἐν αἷς περιελαμβάνετο ἀκριβέστατα πᾶν ὅ,τι καὶ ἐν ταῖς ἐπισήμοις καταθέσεσιν. Αἱ σημειώσεις μάλιστα τοῦ κ. Καπετανάκη κατ’ οὐδὲν ἦταν ἀτελέστεραι τῶν τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Λεβίδου. Τί ἄλλο ἔμενε λοιπόν, παρὰ νὰ ἴδητε ἐὰν τὰ γεγονότα ἦσαν ἀκριβῶς ἐκτεθειμένα ἐν τῇ ἐκθέσει,—καὶ οὐδεὶς ἡμῶν ἠρνήθη τοῦτο, —καὶ νὰ ὑποβάλητε τὰς ὑμετέρας παρατηρήσεις, ὅπερ ἦτο εὔκολον, ἀφοῦ εἴχετε τὴν γνῶσιν καὶ τῆς δικογραφίας καὶ τῆς ἐκθέσεως, ἐντὸς 48 ὡρῶν; Ἀλλ’ ἂν δὲν ὑπεβλήθησαν, τοῦτο ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἀπὸ τῆς αἰτήσεως τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας πάντες ἡμεῖς ἀντελήφθημεν, ὅτι δὲν εἴχετε σκοπὸν νὰ ἐπιφέρητε παρατηρήσεις, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλητε ἰδίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον δὲν ὑπεβάλετε.
§29ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τίνα σκοπὸν εἴχομεν; Διὰ τί νὰ τὸ κρύψωμεν;
§30ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι οὕτω δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἴδωμεν τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας καὶ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ ἐν αὐτῇ.
§31ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἀπορῶ πῶς γίνεται λόγος περὶ τοιαύτης ὑποθέσεως. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅ,τι ἐλέχθη προηγουμένως, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ 3½ ὥρας διήρκεσεν ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως, ἥτις ἐγένετο μετὰ προσοχῆς, διότι πράγματι κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν, καθὼς ἐβεβαίωσεν ὁ προλαλήσας, ἐγένοντο διάφοροι παρατηρήσεις, προκαλέσασαι τὴν προσοχὴν καὶ αὐτῆς τῆς πλειονοψηφίας καὶ παρεδεχθεῖσαι μάλιστα παρ’ αὐτῆς, διότι ἀντέβαινον εἰς ὅ,τι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε θέσει ὡς βάσιν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, ἠδύνατο ἡ μειονοψηφία, ἢ τοὐλάχιστον μέλη αὐτῆς, εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα ἔληξεν ἡ ἀνάγνωσις, νὰ θέσωσι τὴν ὑπογραφὴν των, ὡς προσεκλήθησαν παρὰ τῶν συναδέλφων των, καὶ νὰ ἐπικυρώσωσι πανθ’ ὅσα περιείχοντο ἐν τῇ ἐκθέσει ἐκείνῃ; Ἠδύναντο πολλῷ μᾶλλον νὰ πράξωσι τοῦτο μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, μὴ παρευρεθέντα καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις, προκειμένου περὶ μιᾶς τόσον σπουδαίας ὑποθέσεως; Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς αὐτὰ καιρὸς νὰ σκεφθῶσιν ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸ πράξωσιν ἢ ὄχι, καὶ νὰ μελετήσωσι τὴν ἔκθεσιν, διὰ νὰ φέρωσι σπουδαιοτέρας παρατηρήσεις ἐπὶ ταύτης; Αὐτὸ ἦτο τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς διαφωνίαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης συνειργάσθημεν μεθ’ ἁπάσης τῆς ἀπαιτουμένης εὐρύτητος, ἀκριβείας καὶ ὁμοφροσύνης. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ τὴν ἔκθεσιν εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ἄνευ δὲ τῆς ἐκθέσεως, τίνι τρόπῳ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ συμπαραβολὴ τῆς δικογραφίας καὶ τῆς ἐκθέσεως; Πῶς ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ ἐν τῷ νῷ της ἡ μειονοψηφία τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ παραβάλῃ ταύτην πρὸς τὴν δικογραφίαν, καὶ νὰ εἴπῃ δὲν παραδέχομαι τοῦτο, διότι κακῶς ἐκφράζεται, ἢ ἐκεῖνο, διότι δὲν περιέχεται ἐν τῇ δικογραφίᾳ; Ἔχω ὅλην τὴν ὑπόληψιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ πιστεύω, ὅτι ὡρμήθη εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ ἐκφράσῃ ὅσον ἔνεστι πιστότερον ὅ,τι ἐκ τῆς δικογραφίας ἐξάγεται· ἀλλὰ δύνασθε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὁ ἐργαζόμενος ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως καὶ ἄκων ἴσως δύναται νὰ παρασυρθῇ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν λεγομένων, εἴτε ἀπὸ προκαταλήψεως, εἴτε ἀπὸ συμπαθείας, τὰς ὁποίας ἔχει διὰ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα πρόσωπον; Καὶ αὐτὸς ὁ ψυχρὸς καὶ ἄχρους δικαστὴς δύναται νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ φιλίαν ἢ συμπάθειαν, καὶ γεγονός τι νὰ τὸ ἐκφράσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἦναι κατὰ πάντα ἀκριβές. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἀπῃτήσαμεν τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν, μολονότι ὑπῆρχεν ἡ πεποίθησις, ὅτι κατ’ οὐδὲν ἡ πλειονοψηφία ἤθελε παρεκκλίνει τοῦ καθήκοντος αὑτῆς. Ἐχορηγήθη ἡ αἰτηθεῖσα προθεσμία, ἀλλὰ δὲν παρεδέχθη καὶ ἡ περὶ παραδόσεως τῆς ἐκθέσεως αἴτησις, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐπρόφθασεν ἡ μειονοψηφία νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της ἐντὸς τῆς δοθείσης προθεσμίας τῶν 48 ὡρῶν· ἐζητήθη νέα προθεσμία μικρά· ἀλλ’ ἀπῃτήθη παρὰ ταύτης ὁ λόγος τιμῆς, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τὸ ἔργον της ἀφεύκτως, καὶ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, μὴ δυναμένη νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων μὲ τοιαύτην ἀκρίβειαν τὸν χρόνον. Τώρα δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐπίστευσεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῶν παρατηρήσεων, ἀλλὰ περὶ νέας ἐκθέσεως, διατὶ νὰ μὴ παραχωρήσῃ τὴν αἰτηθεῖσαν προθεσμίαν πολὺ δὲ περισσότερον, ἐνῷ μεσολαβοῦσι δύω ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συνεδριάσῃ, καὶ ἤρκει ἡ ὑπόσχεσις τῆς μειονοψηφίας διὰ νὰ κερδήσῃ αὐτάς. Ἄλλως τε, εἴτε τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις πρὸ δύω ἡμερῶν, εἴτε μετὰ δύω ἡμέρας, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ εἶχε σπουδαίας συνεπείας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι λυποῦμαι πολὺ, ὅτι γίνεται συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου ἁπλουστάτου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κ. Καπετανάκης καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου ὅμως προκύπτει, ὅτι ἡ μειοψηφία ὑπεχρεώθη νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν νέας ἐκθέσεως.
§32ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἡ ἁρμονία, ἡ ἐπικρατήσασα μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, μόνον χθὲς καὶ ὅταν ἐπεραίωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὰς ἐργασίας της διεσπάσθη. Ὅταν ἀνεγινώσκετο ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ, τὰ μέλη ὅλα τῆς μειονοψηφίας ἐκράτουν σημειώσεις· καὶ εἰ μὲν τὸ πρῶτον μέρος ἐπέφερον διορθώσεις, αἵτινες καὶ ἐγένοντο ὁμοφώνως καὶ ἀμέσως δεκταὶ, εἰς δὲ τὸ δεύτερον ἐπήνεγκον ἐπίσης παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ πλεῖστον παρεδέχθη ἡ πλειονοψηφία. Κατόπιν ἐζήτησαν 48 ὡρῶν προθεσμίαν, ἵνα ἐπενέγκωσι νέας γενικωτέρας διορθώσεις. Σημειούσθω καὶ αὖθις, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐκράτουν ἀκριβεστάτας σημειώσεις περὶ ὅλων τῶν σημείων τῆς ἐκθέσεως, ἐφ’ ὧν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσι τροποποιήσεις. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναγνώσεως, ὁ πρόεδρος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ζήτημα: ἂν ἀποδέχηται αὕτη τὴν ἔκθεσιν ὁποία εἶναι, καὶ ἂν εἶναί τινες, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσι παρατηρήσεις καὶ θυσίας. Τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας εἶπον τότε: δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν γεγονότων εἶναι ἀκριβὴς, καὶ ἅπαντα τὰ περιστατικὰ, τὰ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενα, ἐλήφθησαν ἐκ τῆς δικογραφίας· ἐπειδὴ ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ θέλωμεν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ ἄλλας ἀντιῤῥήσεις, ζητοῦμεν πρὸς τοῦτο προθεσμίαν 48 ὡρῶν ὅπως κανονίσωμεν τὰς παρατηρήσεις ἢ ἀντιῤῥήσεις ἡμῶν ταύτας;». Δὲν ἐζητήθη ἄλλος λόγος ἢ ἄλλος σκοπὸς τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς προθεσμίας ταύτης. Ἐδόθη. Ὅταν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἦλθον καὶ ἐζήτησαν παράτασιν, ἠρωτήθησαν τοῦτο καὶ μόνον: «σκοπὸν ἔχετε νὰ φέρητε ἔκθεσιν μειονοψηφίας ἢ παρατηρήσεις;» «Δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν τί θέλομεν κάμει», ἀπήντησαν ἡμῖν. «Δύνασθε τουλάχιστον, ἠρωτήθησαν πάλιν, νὰ μᾶς ὑποσχεθῆτε, ὅτι τὸ ὑλικὸν θὰ τὸ ἔχετε αὔριον ἕτοιμον, ὥστε νὰ ὑποβάλητε αὐτὸ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὡς ἡ πλειονοψηφία σᾶς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της;» — Δὲν δυνάμεθα οὐδὲ τοῦτο νὰ ὑποσχεθῶμεν». «Τί λοιπὸν σᾶς χρησιμεύει ἡ παράτασις;» — Διὰ νὰ ἴδωμεν τίνας θὰ ὑποβάλωμεν παρατηρήσεις». Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ αὔριον δὲν εἶναι ἐργάσιμος ἕνεκα τῆς πανηγύρεως τοῦ Ἰσθμοῦ, καὶ ἡ μεθαύριον εἶναι ἑορτή· ὥστε οἱ 24 ὧραι, ἃς ἐζήτουν, ἦσαν πράγματι τρὶς 24. Ἡ ἔκθεσις οὕτω ἀμφίβολον ἂν θὰ ὑπεβάλετο καὶ τὸ Σάββατον. Ὅταν δὲν ἐδηλοῦτο ὁ σκοπός, δι’ ὃν ἐζητεῖτο ἡ προθεσμία, καὶ δὲν ἐδίδετο ὑπόσχεσις διὰ πέρας ταχύ, νομίζω, ὅτι ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἤθελε πράξει ὅ,τι ἔπραξε καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἤθελον μόνον νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς καιρὸς περισσότερος, ὅπως τὰς σημειώσεις των τὰς διατυπώσωσιν ἐν ἐκθέσει, καὶ τοιουτοτρόπως καταρτίσωσιν ὅ,τι ἴσως δὲν ἤθελε περιέλθει εἰς γνῶσιν τῆς Ἐπιτροπῆς προσηκόντως, διότι ὤφειλον νὰ ὑποσχεθῶσιν, ὅτι, καὶ ἔκθεσιν ἐὰν ἔμελλον νὰ κάμωσι, τὴν ἔκθεσιν ταύτην ἤθελον τὴν ὑποβάλει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἴσως, ἴσως τοῦτο ἠδυνάμεθα καὶ νὰ ἀπαιτήσωμεν χάριν ἰσότητος, πρὶν ἡ ἔκθεσις αὕτη τυπωθῇ. Ἔπρεπεν ἡ ἔκθεσις αὐτῶν, ὅπως τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Ἀλλὰ δὲν ἐνομίζομεν, ὅτι ὑπόθεσις, ἥτις κρατεῖ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν εἰς ἀνησυχίαν, ἔπρεπε νὰ μένῃ ἐκκρεμής, νὰ παρελκύηται ἄνευ λόγου, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν. Διὰ τὸν ἴδιον λόγον αἱ αἰτιάσεις, αἱ κατὰ τῆς πλειονοψηφίας ἐξενεχθεῖσαι, καίτοι ἔμμεσοι, ὅμως αἰτιάσεις πάντοτε οὖσαι, αἵτινες ἀνῃρέθησαν ὑπὸ τῶν συναδέλφων μου, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωσι παρὰ τῆς μειονοψηφίας. Ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἔκθεσιν ἡμῶν, ἥτις ἂν καὶ δὲν ἦναι ἴσως πλήρης, εἶναι ὅμως ἱκανὴ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν. Θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι μία ἀφήγησις τῶν γεγονότων, ἅτινα ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ποίας εἶχον νὰ φέρωσι περὶ αὐτῆς διαφόρους γνώμας οἱ κύριοι τῆς μειονοψηφίας; Ἡ ἀφήγησις καὶ ὁ συνδυασμὸς τῶν γεγονότων δὲν χρήζει μεγάλης ἐργασίας πρὸς τροποποίησιν. Ἴσως ἤθελον νὰ συντάξωσιν ὑπόμνημα, νὰ γράψωσιν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ῥηθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ὑποβάλωσιν ἀντέκθεσιν, ὑπεράσπισιν, ἢ ὅ,τι δήποτε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἐντὸς τοῦ σκοποῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μόνον περίληψιν συστηματικὴν τῶν πληροφοριῶν τῆς ἐχρεώστει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐκθέσεως, καὶ τοιαύτην ὑπέβαλεν.
§33ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, πρότασιν νόμου περὶ τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε αὐθαιρέτως οἰκοδομῶν ἐν τῇ πόλει Κορινθίων καὶ περὶ παρατάσεως τοῦ Νόμου περὶ συνοικισμοῦ. (Ὅρα Παράρτημα).
§34Μ. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ ἡμῶν διατάξει, κύριοι βουλευταί, ἀναγράφεται πρό τινος καὶ ἡ πρότασις περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου. Ἀλλ’ ὑπεβλήθη ἐσχάτως καὶ παρ’ ἄλλων συναδέλφων πρότασις τῆς αὐτῆς φύσεως, ἥτις καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τῆς προχθές. Ἐπὶ πλέον ἤκουσα, ὅτι καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρασκευάζεται νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄλλων οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ὅλαι αὐταὶ αἱ προτάσεις δὲν ἐκφράζουν, φρονῶ, ἢ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπὶ κρείττω μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως, ἢ τῆς τροποποιήσεως τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν κατεδείχθησαν πλημμελεῖς. Ἐκ τοιαύτης ἀνάγκης ὁρμώμενος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων μου βουλευτῶν κυρίων Τσιβανοπούλου καὶ Σαλτσιφέρου πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ 47 ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἕδρας τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων, καὶ παρακαλῶ τὴ Βουλὴν νὰ παραπέμψῃ καὶ τὴν πρότασίν μας ταύτην εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπήν, ὅπως τὴν συνδυάσῃ καὶ τὴν συναρμολογήσῃ αὕτη μετὰ τῶν προϋποβεβλημένων ἤδη, διὰ νὰ συζητηθῇ συγχρόνως μετ’ αὐτῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναλαβόντες τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, εὕρομεν συνωμολογημένας συμβάσεις σιδηροδρόμων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἤτοι ἀπὸ τῆς 31 Αὐγούστου. Αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι συνωμολογήθησαν κατόπιν μειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς καθῆκον, ὅπως τὰς συμβάσεις ταύτας ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλήν, προκαλοῦντες καὶ τὴν ψήφισιν αὐτῶν, διότι οἱ ἀναλαβόντες διὰ τῶν συμβάσεων τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων ἐδήλωσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐφ’ οἷς ὅροις αἱ συμβάσεις παραχωροῦσι τὸ προνόμιον θεωροῦσιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ κατασκευή, προέτειναν δὲ καὶ οἱ συμβληθέντες καὶ ἄλλοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅρους ἄλλους πρὸς κατασκευὴν τῶν αὐτῶν γραμμῶν· οὐχ ἧττον αἱ συμβάσεις αὗται ὑφίστανται καὶ δέον περὶ αὐτῶν ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι ὑπογραφεῖσαι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θεωροῦνται ὡς ἀπαλλάττουσαι αὐτὴν, ἔστω καὶ μεταβαλλομένων τῶν προσώπων τῶν ὑπουργῶν, ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως κατ’ αὐτὰς ἐργασθῶσιν οὗτοι εἰς τὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἂν μὴ ἡ Βουλὴ, χρωμένη τῷ δικαιώματι αὑτῆς, ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν τὰς ἐγκρίνει. Καίτοι δὲ οἱ συμβληθέντες ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν δύνανται εἰλικρινῶς νὰ ἐκτελέσωσι τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων τούτων, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὰς, ἐπικυροῦσα δὲ αὐτὰς, ἐν γνώσει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰλικρινῶς καὶ ὅτι οἱ συμβληθέντες θέλουσι κηρυχθῆ ἔκπτωτοι, θέλει διὰ τούτου ἐπιτύχει τὴν κατάπτωσιν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τῆς καταβληθείσης ἐγγυήσεως πρὸς τὴν κατασκευήν. Ἡ ἐγγύησις αὕτη, κατατεθεῖσα εἰς ὁμολογίας κατὰ τὴν ἀγοραίαν αὐτῶν ἀξίαν, ἀνέρχεται σήμερον εἰς ποσὸν 720,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ἂν αὕτη θέλῃ νὰ πολιτευθῇ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἔκπτωσις τῶν συμβληθέντων ἐκ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν δὲν θέλει ἐπέλθει ταχέως· θέλουσι παρέλθει διορίαι πρὸς τοῦτο, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χρόνου μέχρι τῆς ἐκπτώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τι περὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν σιδηροδρόμων. Εἰς τὰ τῆς καταπτώσεως τῶν ἐγγυήσεων ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐργάζηται ἀδιαφόρως, διότι δὲν πρέπει νὰ μεταδοθῇ εἰς τοὺς συμβαλλομένους ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ κατατιθεμένη ἐγγύησις εἶναι τυπικὴ, καὶ ὅτι, ἂν κατόπιν μεταβάλωσι γνώμην καὶ δὲν θελήσωσι νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν, ἢ ἂν δὲν δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσιν αὐτὰς, δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ παραχωρήσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὴν καταβληθεῖσαν ἐγγύησιν. Τοὐναντίον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταδεδομένη ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ καταβαλλομένη ἐγγύησις εἶναι σπουδαία καὶ ὅτι, κατὰ κανόνα, ἡ ἐγγύησις αὕτη θὰ περιέρχηται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου ὅταν οἱ συμβαλλόμενοι δὲν ἐκπληρῶσι τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῶν. Τοιοῦτος πρέπει νὰ ἦναι ὁ κανὼν καὶ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, ἐξετάζουσα τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν, ἐν ᾗ διατελοῦμεν ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν σιδηροδρόμων, θὰ διστάσῃ πολὺ νὰ ἀναβάλῃ τὰ τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἴδῃ πραγματοποιουμένην τὴν κατάπτωσιν τῆς καταβεβλημένη ἐγγυήσεως ἀπέναντι τῶν ὑπογεγραμμένων συμβάσεων. Προσέτι δὲ, δέον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλο, ὅτι ἐνῷ οἱ συμβληθέντες θεωροῦσι τὰς συμβάσεις ταύτας ἀπραγματοποιήτους, καὶ ἡ Βουλή φρονῶ, ἐὰν ἐμελέτα αὐτὰς ἀσχέτως πρὸς τὴν δήλωσιν τῶν συμβληθέντων, ἤθελε φθάσει καὶ αὕτη εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητοι καὶ ἤθελεν ἀποῤῥίψει αὐτάς. Ὁ τελευταῖος δ’ οὗτος λόγος, νομίζω, ὅτι εἶναι ὁ ἰσχυρότερος, δι’ ὃν ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, τουτέστι νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισιν αὑτῆς εἰς τὰς συμβάσεις, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καθαρίσῃ τὸ ἔδαφος πρὸς νέαν ἐνέργειαν. Ἡ Βουλὴ δύναται τοσούτῳ μᾶλλον θαῤῥούντως νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, ὅσον αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἄλλον κεφαλαιοῦχον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις νὰ πραγματοποιηθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι ἐν Ἑλλάδι.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ πάθωμεν τὰ αὐτὰ καὶ τώρα; Πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὥστε νὰ μὴ καταστήσωμεν προβληματικὴν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ ἔχωμεν πληρεστέρας τὰς ἐγγυήσεις.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν λέγω, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ὅρους συμφερωτέρους, ἐννοῶ ὄχι μόνον ὅτι δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν τοὺς σιδηροδρόμους οἰκονομικωτέρους, ἀλλ’ ὅτι δυνάμεθα καὶ νὰ τοὺς κατασκευάσωμεν ἀσφαλέστερον· ὅτι δυνάμεθα νὰ τύχωμεν παρὰ τῶν κεφαλαιούχων, πρὸς οὓς θέλομεν συμβληθῆ, ἐγγυήσεων πληρεστέρων τῶν προηγουμένων, πληρεστέρων καὶ κατὰ τὸ ποσὸν τοῦ κατατεθειμένου χρηματικοῦ ποσοῦ τῆς ἐγγυήσεως, καὶ κατὰ τοὺς ὅρους αὐτοὺς τῆς συμβάσεως, καθισταμένης μᾶλλον πραγματοποιήσιμου· διότι οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ κατατεθειμένη ἐγγύησις, ὅταν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἦναι κακοὶ, λίαν δυσχερὴς εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ εἶναι πιθανώτερον, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις θέλει ἀπολήξει μᾶλλον εἰς τὴν κατάπτωσιν τῆς ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, πρᾶγμα πρὸς τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν σκοπεῖ ἡ ἐνέργεια ἡμῶν. Αἱ νέαι διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀφώρων εἴς τε τὴν γραμμὴν, τὴν ἀπολήγουσαν εἰς Λάρισσαν, καὶ εἰς τὴν γραμμὴν, τὴν ἀπολήγουσαν εἰς Πάτρας, ἀμφοτέρων ἀρχομένων ἐν Ἀθήναις. Κατὰ τὰς προηγουμένας συμβάσεις, ἡ γραμμὴ, ἡ ἀπολήγουσα εἰς Λάρισσαν, ἦτον ἐπὶ τῶν διαστάσεων τῶν καλουμένων διεθνῶν, τουτέστι τὸ πλάτος σιδηρᾶς ὁδοῦ, ἤτοι ἡ ἀπόστασις τῶν ῥάβδων ἀπ’ ἀλλήλων ἦτον ἑνὸς μέτρου καὶ 43 ἑκατοστῶν, ὅπως καὶ τοῦ πλείστου εὐρωπαϊκοῦ συμπλέγματος· τὰς αὐτὰς δὲ διαστάσεις εἶχον ἀποδεχθῆ οἱ συμβληθέντες καὶ ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν τῶν Πατρῶν. Ἡ ἀρχικὴ διακήρυξις ὡς πρὸς ταύτην εἶχε διαστάσεις ἄλλας· τουτέστιν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Κορίνθου ἦτον ἡ αὐτὴ τοῦ ἑνὸς μέτρου καὶ 43 ἑκατοστῶν, ἀπὸ Κορίνθου δὲ μέχρι Πατρῶν ἑτέρα στενωτέρα, ἤτοι ἑνὸς μέτρου· αἱ διαστάσεις ὅμως αὗται κατόπιν τῆς διακηρύξεως τῆς παραγγελίας τοῦ μειοδοτικοῦ πλειστηριασμοῦ εἶχον μεταβληθῆ, ἀμφοτέρων τῶν γραμμῶν γενομένων εὐρειῶν. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε πρὸ πάντων τὸ θέμα τοῦτο νὰ μελετήσῃ, τῶν διαστάσεων τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, καὶ δὲν ἐδίστασεν ὡς πρὸς πάσας τὰς ἄλλας γραμμὰς, πλὴν τῆς ἀπ’ Ἀθηνῶν ἕως τῆς Λαρίσσης, ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι αὗται ἔδει νὰ κατασκευασθῶσι στεναί· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λάρισσαν γραμμὴν, τὴν προωρισμένην ὅπως συνδέσῃ τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων, ἐθεώρησεν, ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ καὶ τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ ἑκατέρας τῶν διαστάσεων, καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ἠδύνατο νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς θὰ ἐγίνοντο αἱ συμφωνίαι. Αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν Ἀθηνῶν καὶ Λαρίσσης, δὲν ἀπέληξαν ἔτι εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, καί τοι ὑπόσχονται εὐτυχῆ ἔκβασιν· ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν ὅμως Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα πλῆρες, ὑπογραφείσης καὶ συμβάσεως, ἧς ἡ κύρωσις ἐξαρτᾶται βεβαίως ἐκ τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, περὶ τῶν ἤδη ὑφισταμένων συμβάσεων. Ἡ σύμβασις ἡ ὑπογραφεῖσα ἀφορᾷ εἰς γραμμὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν, μετὰ διακλαδώσεως ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Ναυπλίου, καὶ ἀπὸ Ἄργους μέχρι Μύλων. Ὑπάρχει δὲ καὶ συμπλήρωμα τῆς συμβάσεως ταύτης, καθ’ ὃ, οὐχὶ ὑποχρεωτικῶς, ἀλλὰ δυνητικῶς, ἐὰν ἐντὸς 45 ἡμερῶν δηλώσωσιν οἱ συμβαλλόμενοι τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν, παραχωρεῖ αὐτοῖς ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν γραμμὴν ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Πύργου ἢ Κατακώλου, καὶ ἀπὸ τοῦ Μεσολογγίου μέχρις Ἀγρινίου ἢ μέχρις Ἄρτης, μετὰ διακλαδώσεως μέχρις Ἀγρινίου. Ἡ γραμμὴ, ἡ ὁριστικῶς παραχωρηθεῖσα διὰ τῆς συμβάσεως ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας καὶ Ναύπλιον, εἶναι, ὡς εἶπον, γραμμὴ στενὴ ἑνὸς μέτρου πλάτους. Πρὸς κατασκευὴν δὲ ταύτης, παραχωροῦνται εἰς τοὺς συμβαλλομένους τὰ γήπεδα, ἐφ’ ὧν θέλει στρωθῆ ὁ σιδηρόδρομος, δωρεάν· δίδεται προσέτι εἰς αὐτοὺς καὶ χορήγημα ὑπολογιζόμενον ἀνὰ 20,000 νέων δραχμῶν καθ’ ἕκαστον χιλιόμετρον. Οὕτως, ἐὰν ὑπολογισθῇ ἡ γραμμὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν ἕως Πατρῶν, ὡς συνισταμένη εἰς χιλιόμετρα 210, ἔχομεν ποσὸν χορηγήματος 4,200,000, εἰς τὸ ὁποῖον δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη πρὸς ἀπόκτησιν τῶν γηπέδων. Κατὰ τὴν ὑφισταμένην, ἀλλὰ μήπω κυρωθεῖσαν σύμβασιν, ἡ γραμμὴ εἶναι εὐρεῖα, καὶ ἑπομένως δαπανηροτέρα· ὑπολογίζεται δὲ ὅτι αἱ εὐρεῖαι γραμμαὶ εἶναι δαπανηρότεραι τῶν στενῶν κατὰ ἓν τεταρτημόριον ἢ κατὰ ἓν τριτημόριον, κατὰ τὰ περιστάσεις. Τὰ δὲ παρεχόμενα εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἐκείνην ἦσαν κανονισμένα ἐπὶ ἄλλης βάσεως, οὐχὶ ἐπὶ τῆς βάσεως χορηγήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς βάσεως ἐγγυήσεως. Ἐκανονίζετο τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης τοῦ σιδηροδρόμου ὁριστικῶς ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου καθωρίζετο τόκος 5%, καὶ τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης ὡρίζετο εἰς 41,900,000 δραχμάς· ἑπομένως ὁ ἐτήσιος τόκος θὰ ἦναι 2,095,000 δραχμάς. Ταῦτα ἀπετέλουν, ὡς εἶπον, ἐγγύησιν καὶ ἑπομένως, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ σιδηρόδρομος ἤθελεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπιφέρει κέρδος 5% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, τὸ Δημόσιον οὐδὲν θὰ εἶχε νὰ πληρώσῃ· ἀλλὰ κατὰ πάσας τὰς πιθανότητας, τὰ πρῶτα ἔτη δὲν θὰ παρέχωσι τοιαῦτα κέρδη, πιθανώτερον δὲ εἶναι ὅτι ἐλάχιστα θὰ ἦσαν τὰ κέρδη κατ’ ἀρχάς. Δέον δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ὑφισταμένην, ὁ σιδηρόδρομος εἶναι εὐρύς· ἑπομένως ἡ ἀναλογία τῶν κερδῶν πρὸς τὸ κεφάλαιον θὰ ἦτο μικροτέρα παρὰ ἐπὶ τῶν στενῶν σιδηροδρόμων, δυσχερεστέρα ἄρα ἡ διὰ τῶν κερδῶν ἀναπλήρωσις τοῦ ποσοῦ, ὃ ἀποτελοῦσιν οἱ τόκοι πρὸς 5%. Εἶναι προσέτι γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας, ὅτι ὁσάκις διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐγγυήσεων κατασκευάζονται σιδηρόδρομοι καὶ παραχωρεῖται τὸ προνόμιον τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν πρὸς ὠφέλειαν τῶν κατασκευαστῶν, ὁ λαμβάνων τὸ προνόμιον τοῦτο, οὐδὲν ἔχων συμφέρον ὅπως αὐξήσωσι τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρίας, ἐνόσῳ δὲν ἐλπίζει νὰ ὑπερβῶσι ταῦτα τὸν ὅρον τοῦ ἠγγυημένου τόκου, προβαίνει εἰς δαπάνας διαχειρίσεως ἀφειδῶς, ἀδιαφορῶν πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐτησίου κέρδους, ἐξ οὗ προσδοκᾷ τὸ Δημόσιον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ λόγῳ ἐγγυήσεως καταβλητέου ποσοῦ. Οὐδὲν ἄρα παράδοξον, ἂν ἐπὶ ὀλίγα ἔτη τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως ὁλόκληρον θὰ ἐπληρώνετο, καὶ βαθμηδὸν ἔπειτα θὰ προέβαινεν ἡ ἐλάττωσις, μετὰ πολλὰ δὲ ἔτη θὰ ἔφθανεν ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν οὐδὲν θὰ ἀπετίετο παρὰ τοῦ Δημοσίου. Ἐπειδὴ ἐπὶ 3 μόνον ἔτη ἀπετίετο τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως τῶν 2,065,000 δραχμῶν, τὸ ἄθροισμα τῆς τριετοῦς ταύτης πληρωμῆς θὰ ἦτο ἀνώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν θέλει πληρωθῆ ἐφάπαξ, καὶ θέλει ἐξοφλήσει τὰς πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ σύμβασις ἡ νέα συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως τῆς ὑπαρχούσης. Ἐπηνέχθησαν ὅμως τροποποιήσεις τινὲς ἐπὶ τὸ βέλτιον. Οὕτω, καὶ ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει καὶ ἐν τῇ ὑφισταμένῃ, ὑπάρχει ὁ ὅρος καθ’ ὃν μετὰ 15 ἔτη ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγορὰ τῶν σιδηροδρόμων, κανονιζομένου καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν αὕτη θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν, τὸ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγορᾶς ὑπάρχον κινητὸν ὑλικὸν τῆς Ἑταιρίας, καταλογίζεται ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὀφείλει τὸ Δημόσιον νὰ ἀποζημιώσῃ αὐτὴν διὰ τὴν ἀξίαν· ἐνῷ, κατὰ τὴν νέαν σύμβασιν, καὶ τὸ κινητὸν ὑλικὸν τῆς Ἑταιρίας, καὶ τὸ ἀποταμίευμα αὐτῆς διανέμονται ἐξ ἴσου μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ ἐξαγορᾷ. Ἕτερος ὅρος ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει εἶναι ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀπὸ ἴσου διανομὴν τοῦ κέρδους τοῦ σιδηροδρόμου, μετὰ τὴν πραγματοποίησιν καθαροῦ εἰσοδήματος 7%. Κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν, ἡ Ἑταιρία μετὰ τὴν πραγματοποίησιν καθαροῦ κέρδους 5% ἀποδίδει εἰς τὸ Κράτος ἐκ τοῦ περισσεύματος τὰ παρ’ αὐτοῦ καταβληθέντα, λόγῳ τῆς ἐγγυήσεως, ἀλλ’ οὐδὲν πλέον. Ἀλλὰ τὸ καθαρὸν κέρδος 5% δὲν εἶναι τὸ πραγματικόν. Τὸ 5% ὑπολογίζεται ἐπὶ κεφαλαίου 41,900,000 δραχ. ὡς προεῖπον. Ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο καθωρίσθη οὕτω, διότι ἡ Ἑταιρία ἐν τῷ διαγωνισμῷ ἐγίνωσκεν, ὅτι πρόκειται περὶ τόκου 5%, καὶ ἐπειδὴ οἱ ὑπολογισμοί, προκειμένου περὶ Ἑλληνικῆς πιστώσεως, γίνονται περίπου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 7%, εἶναι βέβαιον, ὅτι καθώρισαν οὕτω τὸ κεφάλαιον, ὥστε ἡ ἀναλογία τοῦ τόκου τῶν 5% ν’ ἀντιστοιχῇ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου πρὸς 7%. Ὥστε καὶ ἐν τῇ μιᾷ συμβάσει πράγματι καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ ἔχομεν τὸ 7%, ἀποδίδεται δὲ τὸ περίσσευμα, κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ καταβληθέντος λόγῳ τῆς ἐγγυήσεως, ἐνῷ κατὰ τὴν νεωτέραν σύμβασιν γίνεται ἴση διανομὴ τοῦ περισσεύματος μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἑταιρίας, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ τὸ προνόμιον. Ἡ κατατεθεῖσα ἐγγύησις παρὰ τῶν συμβληθέντων ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ἐγγυήσεως τῆς καταβληθείσης ὑπὸ τῶν συμβληθέντων ἐν τῇ ὑφισταμένῃ συμβάσει, διότι ἡ ἐγγύησις τῶν ἐν τῇ ὑφισταμένῃ συμβάσει συμβληθέντων, ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν αὐτῶν κατὰ τὴν ἀγοραίαν σήμερον τιμὴν, εἶναι 293,000 νέων δραχμῶν, ἐνῷ ἡ Ἑταιρία, πρὸς ἣν συνεβλήθημεν, κατέθεσεν ἤδη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν μετοχὰς, τῶν ὁποίων ἡ ἀγοραία ἀξία ἀνέρχεται εἰς 1.400,000 νέων δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ἐντὸς τῶν 45 ἡμερῶν ποιήσωνται τὴν δήλωσιν, καὶ ἀποδεχθῶσι τὸ προνόμιον διὰ τὴν προέκτασιν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Πατρῶν μέχρι Πύργου, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρις Ἄρτης, θέλουσιν ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀναλογίᾳ καταβάλει καὶ νέαν ἐγγύησιν, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὅρους τῶν γραμμῶν τούτων ἐτηρήθησαν τὰ ἐν τῇ ἀρχικῇ καὶ ὁριστικῇ συμβάσει. Ἡ Ἑταιρία, μεθ’ ἧς συνεβλήθημεν, εἶναι ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Ὑποβάλλω ἄρα ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πρὸς αὐτὴν συμβάσεις, ἐπιφυλαττόμενος βραδύτερον νὰ ὑποβάλω τὸ πόρισμα τῶν ἄλλων περὶ σιδηροδρόμων διαπραγματεύσεων ἡμῶν. Πρὶν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως τῆς νέας ταύτης συμβάσεως, ὀφείλει, ὡς προεῖπον, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἄλλων συμβάσεων τῶν ὑφισταμένων ἤδη, ἃς καὶ καταθέτω, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βουλή. (Ὅσα Παράρτημα). Εἰς τὰς συμβάσεις ταύτας ἐπιπροσθέτω καὶ μικρὰν σύμβασιν, ἐξαρτωμένην ἀπὸ τῆς τῶν Πατρῶν, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, ἀπὸ Κορίνθου μέχρι Ναυπλίου, περὶ τῆς ὁποίας συγχρόνως μετὰ τῆς ἄλλης δέον νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι ἐξάρτημα ἐκείνης. (Ὅρα Παράρτημα).
§38Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τῇ παλαιᾷ σεμβάσει ἦτον ἡ ἰδία.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἄλλης, κατὰ ῥητὴν διάταξιν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως). Δέον ἄρα καὶ περὶ ταύτης ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ αὕτη, ὡς παρετήρησα, εἶναι γραμμὴ σιδηροδρόμου ἐπὶ τῆς ἐπαρχιακῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ· εἶναι δ’ ἐπὶ τῶν αὐτῶν διαστάσεων ὡς αἱ γραμμαὶ τῆς νέας συμβάσεως, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους ἐλευθεριωτέρους διὰ τὴν Ἑταιρίαν. Τὰς συμβάσεις ταύτας τὰς ὑφισταμένας καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον, καὶ παρακαλῶ ὅπως τυπωθῶσι Καταθέτω ὡσαύτως καὶ σχέδιον νόμου, ἐπικυροῦν τὴν νέαν σύμβασιν, τὸ ὁποῖον ὅμως θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅταν αὕτη ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἑτέρων συμβάσεων. Καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὰς ἄλλας συμβάσεις, αἱ νεώτεραι οὐδὲν ἔχουσι κῦρος, καὶ ἑπομένως ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔσται ὡς καὶ νὰ μὴ ἐγένετο. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦδε τὴν πρότασιν νόμου καὶ τὰς συνοδευούσας αὐτὸν συμβάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, διότι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῶν ὑφισταμένων συμβάσεων, θέλει ἐπηρεάσει ἡ κρίσις, τὴν ὁποίαν θέλει μορφώσει περὶ τοῦ πιθανοῦ ἢ μὴ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἔργων κατὰ τὰς νέας συμβάσεις.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω. Βλέπω, ὅτι ἐλήφθη μέτρον περὶ σιδηροδρόμων εἰς διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος· καὶ διὰ τοῦτο ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἐὰν γίνεται φροντὶς καὶ περὶ σιδηροδρόμου, διασχίζοντος τὴν Πελοπόννησον καὶ διερχομένου διὰ τοῦ κέντρου αὐτῆς. Ἐκτὸς δὲ τούτου, βλέπω καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει· ἐκεῖνοι, οἵτινες καταγίνονται πάντοτε εἰς τοιαύτας ἐργασίας καὶ ἀναλαμβάνουσι τοιαύτας, τοὺς βλέπω, ὅτι θέλουν ν’ ἀποφύγωσι. Μοὶ ἐγείρεται λοιπὸν ἡ ὑπόνοια, μήπως πάλιν ὑποπέσωμεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀποτυχίαν, ἀφοῦ ἀναλαμβάνουσι τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου μὴ καταγινόμενοι εἰς τὰ τοιαῦτα.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μαντινείας, εὕρηται ἐν τῷ τρόπῳ, καθ’ ὃν γίνεται ἡ παραχώρησις. Δὲν προέβησαν εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις ταύτας αἱ Κυβερνήσεις, ὅπως ἔπρεπε νὰ προβῶσι· δὲν ἤρξαντο ἀπὸ τῆς μελέτης, ἀλλ’ ἀμελετήτως καὶ πρὸς ἑαυτὰς καὶ πρὸς ἐκείνους, πρὸς οὓς ἀπετείνοντο, προεκάλουν διαγωνισμόν. Διαγωνισμὸς, ἐπὶ τοιούτοις ὅροις, δὲν ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἀσφαλῆ ἀποτελέσματα· διότι μόνον διὰ τῶν μελετῶν δύνανται οἱ διαγωνιζόμενοι νὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτῶν καὶ εἰς εἰκασίας ὀρθάς. Εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς· διότι, ἂν μηδεμιᾶς γενομένης τέως προνοίας περὶ μελετῶν, ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν κατὰ τὸν τρόπον τὸν μεθοδικὸν, τὴν μόνον ὀρθὸν, ἤθελεν ἐπέλθει ἀπώλεια πολλοῦ χρόνου. Ἐσκέφθημεν ὅμως, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἐγένετο προηγουμένως ὅ,τι ἔπρεπε νὰ γενῇ, ἤτοι ἡ μελέτη τῶν σιδηροδρόμων δι’ ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἀφορώντων καὶ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι πρέπον σήμερον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ὅτε παρουσιάζονται οἱ προτείνοντες, ὅπως ἀναδεχθῶσι τὰς γραμμὰς ἐπὶ ὅροις, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὠφέλιμοι. Τοσοῦτο δὲ εἶναι ὠφέλιμοι, ὥστε δὲν μένει κατ’ αὐτῶν ἄλλη σκέψις, εἰμὴ ἡ ὑπόνοια, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μαντινείας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματοποιηθῶσιν. Ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν πρὸς τοὺς προτείναντας τοιούτους ὅρους εἰς συμφωνίαν καὶ ἄνευ προηγουμένης μελέτης, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν τὴν παρουσιαζομένην εὐκαιρίαν, ν’ ἀναζητήσωμεν δὲ πλήρη ἀσφάλειαν περὶ πραγματοποιήσεως τοῦ ἔργου. Ὡς πρὸς τοῦτο, ἐξεταστέον πρῶτον τίνες εἰσὶν οἱ συμβαλλόμενοι· καὶ ἔχομεν ἐνταῦθα συμβαλλομένους τὴν Γενικὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἔχει δυνάμεις, ἵνα αὐτὴ μόνη διὰ τῶν κεφαλαίων της ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον. Ἐμάθομεν ὅμως ὅτι ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα συμπράττει μετ’ ἄλλων, οἵτινες πλείονα ἔτι ἔχουσι κεφάλαια καὶ οἵτινες ἀρχικῶς ἦσαν οἱ προτείναντες τὰ τῆς συμβάσεως, δὲν ὑπογράφονται δὲ εἰς αὐτήν, διὰ λόγους εἰς αὐτοὺς ἀφορῶντας. Πλὴν τοῦ προσωπικῶς ἀξιοχρέου τῶν προσώπων, ἔχομεν καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως, διότι ἀντὶ τοῦ ποσοῦ 293 χιλιάδων φράγκων, κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν κατατεθεισῶν μετοχῶν, ἔχομεν ποσὸν 1,100,000 φράγκων. Ἑταιρία, ὡς ἡ Πιστωτική, ἔχουσα τὸ κεφάλαιον ἵνα πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν, βεβαίως θὰ σκεφθῇ πρὶν ἢ παραιτηθῇ τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἀπολέσῃ κατατεθεῖσαν ἐγγύησιν τοιαύτην. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν δευτέραν ἐρώτησιν· ὡς πρὸς δὲ τὴν πρώτην παρατηρῶ, ὅτι ἴσως ἐμεριμνήσαμεν περὶ τῆς γραμμῆς, ἣν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, τῆς διασχιζούσης τὴν Πελοπόννησον, διότι ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων γραμμῶν ἐκείνη εἶναι ἡ ὠφελιμωτέρα ὡς γραμμὴ τοπικῆς συγκοινωνίας, ἔχουσα συνάμα καὶ χρησιμότητα ὡς γραμμὴ διεθνοῦς συγκοινωνίας, διότι ἔσεται τὸ συμπλήρωμα τῆς γραμμῆς τῶν Εὐρωπαϊκῶν σιδηροδρόμων. Ἡ γραμμὴ παρουσιάζει δυσκολίας τινὰς ὡς ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐλπιζόμενον, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς ἐπὶ μόνῃ τῇ καταβολῇ χορηγήματος, ἀντιστοιχοῦντος πρὸς τὴν δαπάνην συνήθους ἁμαξιτῆς ὁδοῦ· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θέλω δυνηθῆ καὶ ὡς πρὸς τὴν γραμμὴν ἐκείνην ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου νὰ ὑποβάλω προτάσεις. Προτάσεις ἤδη ἔχομεν καὶ περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι ἀποδεκταὶ καὶ ὡς ἐκ τῶν ὅρων καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἐγγυήσεων· ἀλλ’ ὡς εἶπον ἀρχόμενος τῆς ἀπαντήσεώς μου, τὸ σύστημα τὸ μεθοδικῶς ὀρθὸν εἶναι τὸ τῆς μελέτης τῶν σιδηροδρόμων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται ἔκτακτοι εὐκαιρίαι πρέπει νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, ἵνα τραπῶμεν ἄλλην ὁδόν. Ὀφείλομεν ἄρα, νὰ ἀρξώμεθα ἀμέσως τῆς μελέτης τῶν γραμμῶν, τῶν μὴ παραχωρηθεισῶν εἰς Ἑταιρίας, διότι αἱ μελέται αὗται κατ’ οὐδὲν δύνανται νὰ μᾶς ζημιώσωσι, θὰ εἶναι δὲ οὐ μόνον χρήσιμοι εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Ἑταιρίας, αἵτινες θέλουν ἀναλάβει τὰς γραμμὰς καὶ αἵτινες βεβαίως θέλουσιν ὑπολογίσει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πᾶσαν δαπάνην, ἥτις θὰ γείνῃ διὰ τὴν μελέτην ταύτην. Ἑπομένως μία τῶν προτάσεων, ἃς θὰ ὑποβάλωμεν προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἡ χορήγησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν μέσων, ἵνα μετακαλέσῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰ κατάλληλα πρόσωπα, ὅπως προβῶσι ταῦτα εἰς τὴν μελέτην· ἦλθον δὲ καὶ εἰς συνεννοήσεις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ περὶ τῶν προσώπων καὶ εὐθὺς ὡς ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ μέτρον θέλομεν συμβληθῆ καὶ πρὸς τὰ πρόσωπα ταῦτα.
§42Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἡ ἀμφιβολία, ἣν ἐξέθηκεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, εἶναι τῳόντι λίαν σπουδαία. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τοῦ ἀξιόχρεου τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, δὲν ἀμφισβητεῖται τοῦτο. Πλὴν ἡμεῖς ἐγγύησιν ἔχομεν τὸ ἑκατομμύριον μόνον. Ἡ Τράπεζα εἶναι πιστωτικὸν κατάστημα, γνωρίζον καὶ ἐνεργοῦν τραπεζικὰς ἐπιχειρήσεις, ἐν πλήρει δὲ διατελεῖ ἀγνοίᾳ ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων. Πιστεύω, ὅτι ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐμελέτησε τὸ ζήτημα καὶ ἀρκετὰς ἔχει πληροφορίας. Ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς οἱ ἐν Ἑλλάδι εἰδικοὶ ἄνδρες, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Ἑταιριῶν μοὶ ἔδωσαν, εἶναι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ὅπως ἤρχισε, πιστεύουσιν, ὅτι θέλει φέρει εἰς τραπεζικὴν ἐπιχείρησιν μόνον καὶ οὐχὶ εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Κύριοι, τὸ ἀπεύχομαι καὶ δὲν τὸ πιστεύω, πεπεισμένος εἰς τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν μελέτην, ἣν πρέπει νὰ ἐνήργησεν ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα, ἥτις καὶ τοὺς ἄνδρας καὶ τὴν ἱκανότητα ἔχει νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἀμφιβολίαι γεννῶνται, διατί Ἑταιρία, λαμβάνουσα ὡς ἐπιχορήγησιν 2 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος ἢ ἓν καὶ ἥμισυ—ἐπειδὴ ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ στενὴ ἡ ὁδὸς—ἀμφιβάλλει, καὶ πιστεύει, ὅτι καὶ οὕτω ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἀτυχὴς καὶ ἀδύνατος καὶ παραιτεῖται ἑπομένως, τραπεζῖται δὲ ἀναλαμβάνουσι μετὰ τοιαύτης μικρᾶς συνδρομῆς· καὶ ὅμως ἂς ἐλπίσωμεν καὶ ἂς εὐχηθῶμεν τὸ καλόν. Λοιπὸν ἡ μὲν Πιστωτικὴ Τράπεζα ἀναδέχεται νὰ κατασκευάσῃ τὴν ὁδὸν μὲ συνδρομὴν ἅπαξ 5 ἢ 6 ἑκατομμυρίων, ἄνδρες δὲ εἰδικοὶ ζητοῦσι πολὺ πλειοτέραν καὶ παραιτοῦνται· ἦτο δυνατὸν τοιαύτη νὰ ὑπάρξῃ κίνησις ἐπὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, καὶ συγκοινωνία, ὥστε ἀμέσως νὰ δώσῃ τὸ κέρδος τὸ ἀπαιτούμενον καὶ νὰ μὴ ζητηθῇ, κατὰ τὸ σύστημα τῆς πρώτης συμβάσεως, ἡ ἀποζημίωσις ἀπὸ τὸ ἔθνος καὶ ἡ ἐγγύησις νὰ μὴ χρησιμεύσῃ; Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ἐνδεχόμενα· ἀμφιβάλλουσι δὲ οἱ εἰδικοὶ ἄνδρες καὶ δειλιῶσιν. Ἑπομένως τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου ἡ ἀμφιβολία ἦτο σπουδαία, καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι λίαν ἐνδεχόμενος. Ἡ ὁδὸς θ’ ἀποτύχῃ· εὔχομαι νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ τοῦτο καὶ νὰ μὴ λάβῃ ποτὲ ὑπόστασιν ἡ ὑπόνοια αὕτη, διότι κακίστας θὰ ἔχωμεν συνεπείας καὶ θὰ χάσωμεν τὸν σιδηρόδρομον. Εἰς τὴν σύμβασιν τὴν παρελθοῦσαν, δι’ ἧς παρεχωροῦμεν τὴν ὁδὸν τῶν Πατρῶν, προσετίθετο καὶ ἡ ὁδὸς εἰς Ναύπλιον καὶ προσετίθετο δωρεὰν, ἄνευ συνδρομῆς.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ συζητήσω τοῦτο. Οὕτω προσετέθη καὶ ὁδὸς ἀπὸ Βώλου εἰς Λάρισσαν, ἄνευ συνδρομῆς ὑπελογίσθη, ὅτι ἡ κυκλοφορία, ἡ κίνησις ἤθελεν εἶσθαι τοιαύτη, ὥστε μετ’ ὀλίγα ἔτη τὰ κέρδη ἤθελον ἐπαρκέσει, ὥστε νὰ ἀμείβωσι τοὺς ἐργολάβους διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς, τῆς συντηρήσεως κλπ. Ἡ Ἑταιρία, περὶ ἧς πρόκειται, καὶ μεθ’ ἧς ἡμεῖς συνεβλήθημεν, εἶχε μελετήσει καὶ τὴν ὁδὸν ἀπὸ Ναυπλίου μέχρι Καλαμῶν καὶ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Πύργον· μηχανικοὶ ἐπίτηδες ἐλθόντες ἐνησχολήθησαν ἀρκετὸν καιρόν, ἔφεραν μελέτας πλήρεις. Ἡ ὁδὸς μόνον ἀπὸ Μεσσηνίας μέχρι Μύλων ἔχει δυσκολίας τινάς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑταιρία δὲν ἠδύνατο ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν εἰμὴ ὑποσχέσει ἐγγυήσεως ὀλιγωτέρας τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπ’ αὐτοῦ διεφωνήσαμεν· τὸ ὑπουργεῖον ἐν τούτοις ἔπεσε καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμής. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀφήσαμεν τὰ πράγματα, ὅταν ἀπεχωρήσαμεν τῆς Ἐξουσίας. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὸ σύμπλεγμα ἡμῶν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ καὶ ἡ ὁδὸς ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρις Ἀγρινίου ἄνευ συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
§45Α. ΒΑΛΒΗΣ. Προκειμένου περὶ σιδηροδρόμων, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπον, οὔτε ἄσχετον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μεθ’ ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς συμβάσεως τῶν σιδηροδρόμων πρόκειται ἡ μέλλουσα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν τοῦ σιδηροδρόμου Ἑταιρία νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ ἀναδεχθῇ καὶ τὸν σιδηρόδρομον ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρις Ἄρτης, διερχόμενον διὰ τοῦ Ἀγρινίου.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διακλάδωσις μόνον.
§47ΒΑΛΒΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον, ἐπειδὴ ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς βεβαίως θὰ ἔχῃ διακλάδωσιν, καὶ διὰ νὰ ἀπολήξῃ εἰς τὴν Ἄρταν, θὰ διέλθῃ παρακειμένως τῆς Ἀκαρνανίας, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, ἥτις οὐ μόνον ὁδοὺς δὲν ἔχει ἁμαξιτὰς, ἀλλ’ οὔτε στενώτατον δρομίσκον, οἱ δὲ δρόμοι εἰσὶν ὁ ἄρτος τῶν σιδηροδρόμων, διότι δι’ αὐτῶν συγκεντροῦται ὅ τε πληθυσμὸς καὶ τὰ παραγωγικὰ προϊόντα τῶν διαφόρων χωρίων. Ἐπὶ τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ σκέψις καὶ ἐστάλη εἷς μηχανικὸς, ὅπως χαράξῃ ὁδὸν ἀπὸ τοῦ Ἀστακοῦ μέχρι Κουβαρᾶ, ἀφ’ ὅπου μέλλει νὰ διέλθῃ καὶ ὁ σιδηρόδρομος. Ἡ ἐν λόγῳ σχεδιαγράφησις ἤρξατο ὁμολογουμένως, ἀλλ’ ὁ κ. νομομηχανικὸς παρῄτησε πρὸ πολλοῦ τὸ οὕτως ἀρξάμενον ἔργον, ἐφ’ ᾧ, παρακαλῶ, ὅπως διαταχθῇ καὶ ἐξακολουθήσῃ τὴν σχεδιαγράφησιν. Ἐπίσης παρακαλῶ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησίν μου ταύτην περὶ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀκαρνανίας, καὶ ἐπιβάλῃ ὅπως ἐκεῖθεν χαραχθῇ ἡ ὁδὸς, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἡ ἀρτηρία διὰ τὸν μελετώμενον σιδηρόδρομον. Ἐὰν, κύριοι, πρόκειται νὰ γείνῃ ὁ σιδηρόδρομος, εἶναι γνωστὰ τὰ προϊόντα τῆς Ἀκαρνανίας, ἅτινα θὰ δώσῃ ὡς συνδρομὴν εἰς τὸν σιδηρόδρομον. (Θόρυβος).
§48Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὰς συμβάσεις, ἐθεώρησεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν νὰ ἐκθέσῃ ἡμῖν πλήρη αὐτῶν αἰτιολογίαν. Ὅταν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἐξέφρασε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὅπως ἐγένοντο τὰ πράγματα, κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν νέον ναυάγιον, ὁ κ. Τρικούπης, ἀπαντῶν, κατέκρινε τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἐνήργησεν ὡς πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις διὰ διαγωνισμοῦ ἐποιήσατο τὴν παραχώρησιν. Εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐφρόνει καὶ φρονεῖ, ὅτι ὁ καταλληλότερος τρόπος τῆς ἐνεργείας ἐπὶ τῶν σιδηροδρόμων εἶναι τὸ νὰ μελετήσῃ προηγουμένως αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις τὰς σιδηροδρομικὰς γραμμὰς δι’ ὀργάνων ἰδίων, ὅπως ἐν γνώσει ποιῆται συμφωνίας κατόπιν μετὰ τῶν διαφόρων Ἑταιριῶν. Τοῦτο δὲ τὸ σύστημα, τὸ ὀρθὸν, κατ’ αὐτὸν καὶ συμφέρον, δὲν ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην κατέκρινεν ἰδίως ὁ κ. Τρικούπης· ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο κατέκρινε καὶ ἀπεδοκίμασε, πράττει ἤδη παραδόξως αὐτὸς τὸ ἴδιον, καὶ ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν πρὸς ἑαυτὸν ἀντίφασιν, μᾶς εἶπεν, ὅτι τῷ ἐπαρουσιάσθη ἀνέλπιστος εὐκαιρία καὶ τι ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὡσανεὶ τὰ χρήματα τῶν κεφαλαιούχων διατίθενται διὰ λαχείου, καὶ ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχησε τὴν στιγμὴν ταύτην, πρωθυπουργοῦντος τοῦ κ. Τρικούπη, νὰ κερδήσῃ κατὰ τὴν ἐκκύβευσιν τὴν ὠφέλειαν τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλει ζημιωθῆ ἡ ἀναλαβοῦσα τὸν σιδηρόδρομον ἑταιρία. Πρῶτον ἀμφιβάλλω...
§49ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ γείνῃ συζήτησις τώρα; (Θόρυβος).
§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε πολλὰ ἀνακριβῆ, καὶ δικαιοῦμαι νὰ μὴ ἀφήσω ταῦτα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἠδύνατο, ἂν δὲν ἐπεθύμει συζήτησιν, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιόν του ἁπλῶς, νὰ ἐκθέσῃ δὲ τοὺς λόγους βραδύτερον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἄλλως ἔπραξεν, ἀφοῦ ἀπήντησε μάλιστα εἰς τὰς ἀπευθυνθείσας αὐτῷ ἐρωτήσεις, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πράξω ὅ,τι ἔπραξεν αὐτός. Εἶπον ὅτι ἀμφιβάλλω καὶ ἀμφιβάλλω πολὺ ἂν αἱ συμφωνίαι τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι οἰκονομικώτεραι...
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ συζητήσωμεν τώρα;
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριε Καλλιγᾶ, ἀντικείμενον, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Τόπου, καὶ ὅπερ συνδέεται πρὸς τὸ χρῆμα τοῦ ἔθνους, ἤτοι πρὸς τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ, ὃν ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτητε, ὑμεῖς μάλιστα, ὁ ὑπουργός.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει πᾶς βουλευτὴς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Κανονισμόν. (Θόρυβος).
§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτετε, ἀφοῦ ἄλλο τι δὲν δύνασθε νὰ πράξητε. Εἶπον, ὅτι ἀμφιβάλλω ἂν αἱ συμφωνίαι τοῦ κυρίου Τρικούπη εἶναι οἰκονομικώτεραι, ἀμφιβάλλει δὲ περὶ τούτου ὁ κ. Τρικούπης πλειότερον ἐμοῦ. Διὰ τοῦτο, ὅπως δικαιολογήσῃ τὸ σύστημά του, ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς προφητείαν καὶ νὰ εἴπῃ ἡμῖν, ἐν πληρεστάτῃ τοῦ πράγματος ἀγνοίᾳ, ὅτι ἡ ἐγγύησις, ἣν ὑπέσχετο ἡ προηγουμένη σύμβασις, ἐπὶ σειρὰν ὅλων ἐτῶν, ἐπειδὴ ὁ σιδηρόδρομος δὲν θὰ ἀπέφερεν ὠφέλειαν, θὰ ἐπληρώνετο ὁλόκληρος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ γνωρίζῃ ἂν ἡ ἐγγύησις δὲν ἤθελεν ἐλαττοῦσθαι κατὰ πολὺ ἐκ τοῦ μερίσματος, ὅπερ ἡ Ἑταιρία ἤθελε δίδει ἐξ ἐνδεχομένων καὶ λίαν πιθανῶν κερδῶν; Ἐν τούτοις, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ κ. Τρικούπη, δίδεται ἀποζημίωσις 20 χιλιάδων δρ. κατὰ χιλιόμετρον· νομίζω δὲ ὅτι ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἀνέρχεται εἰς ποσὸν 4,200,000 φράγκων.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προσθέσατε καὶ τὰ ποσὰ διὰ τὰ γήπεδα.
§56ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν τὸ προϋπελογίσατε ἀκριβῶς. Περὶ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου ἰδίως θὰ ὁμιλήσω.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶναι 5 ἑκατομμύρια.
§58ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἤκουσα, ἀλλ’ ὁ ὑπολογισμός σας οὗτος εἶναι αὐθαίρετος, ἐγένετο εἰς τὰ τυφλά Γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὰ μέρη, δι’ ὧν θὰ διέλθῃ ἡ ὁδὸς, εἶναι ἅπαντα κατειλημμένα ὑπὸ πολυτίμων κτημάτων, τῶν σταφιδώνων. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τούτων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου θὰ ἦναι μέγα. Ἀλλὰ καὶ εἰς πέντε μόνον ἑκατομμύρια, ἅπερ αὐθαιρέτως ὥρισεν ὁ κ. Τρικούπης, ἂν περιορισθῶμεν, ἔχομεν, μὲ τὴν σύμβασίν του, βεβαίαν δαπάνην 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καὶ δι’ ὁδὸν στενὴν, πολὺ τῆς ὁρισθείσης διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως διαφέρουσαν. Ἐκ δὲ τῆς συμβάσεως ἐκείνης, ἦτο πιθανὸν ἢ μᾶλλον βέβαιον νὰ μὴ ἔχωμεν δαπάνην τινά, ἢ ἐλαχίστην. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νῦν περὶ τούτων. Πρόκειται περὶ τῆς ὑπονοίας, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ὅτι θὰ περιέλθωμεν εἰς τὰ αὐτὰ, πρόκειται δὲ καὶ νὰ ἐξελέγξω τὴν αἰτιολογίαν, ἣν ἀτόπως φέρετε, πρὸς κατάκρισιν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, νὰ ἐξελέγξω δὲ αὐτὴν διὰ τῶν ἰδίων ὑμῶν σημερινῶν πράξεων. Εἴπατε, ὅτι καὶ ὀρθὸν καὶ συμφέρον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργῇ αὐτὴ προηγουμένως δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων τὰς μελέτας, καὶ ἔπειτα νὰ συμβάλληται, διότι ἡ ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων ἐνέργεια τῶν μελετῶν ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Σεῖς ὅμως δὲν ἐπράξατε τοῦτο σήμερον, καὶ δὲν τὸ ἐπράξατε οὐχὶ διὰ μικρόν τι μέρος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἢ ἡ κατασκευὴ ἐπεῖγεν, ἀλλὰ διὰ τὴν κυριωτέραν ἀρτηρίαν, τὴν διήκουσαν ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους μέχρι τῶν ἐσχατιῶν αὐτοῦ, μέχρι τῆς Ἄρτης· διότι, κατὰ τὰς συμφωνίας σας, εἰ καὶ πρὸς τὸ θεαθῆναι τεθείσας, ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἡ Ἑταιρία, μεθ’ ἧς συνεβλήθητε, δύναται νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν γραμμὴν ἐκείνην. Καὶ ἐπράξατε τοῦτο, μὴ ἔχοντες τοὐλάχιστον τὴν συνδρομὴν τῆς ἀντιθέσεως τῶν συμφερόντων τῶν συμβαλλομένων, ἤτοι μὴ ἐνεργήσαντες κἂν ὅ,τι ἐνήργησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, προκαλέσασα συναγωνισμόν.
§59ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λαμπρὸν συναγωνισμὸν ἄνευ συναγωνισμοῦ.
§60Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ψεύδεσθε.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ἐγνωμοδότησα, ὅτι δὲν ὑπῆρξε συναγωνισμὸς· ἐδέχθητε προτάσεις μετὰ τὴν συμφωνίαν. Αὐτὸς ἦτο ὁ συναγωνισμός. (Θόρυβος). Θεωρεῖτε ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον; (Θόρυβος) Ἤδη λέγετε πράγματα, ἃ θὰ διαψεύσωμεν κατόπιν, διότι ἤδη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι εἶχε συναγωνισμὸν καὶ ἐγὼ θὰ τοῦ ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶχεν. Εἴχετε συνεννόησιν συναγωνισμοῦ, ὄχι συναγωνισμόν.
§62Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴχομεν συναγωνισμὸν πλήρη· ψεύδεσθε.
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ μαρτυροῦσι τὰ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ προκύψαντα ποσὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς δαπάνης, ἅπερ διὰ τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἦσαν 140, 108 καὶ 99 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω, σεῖς εἴπατε πρὸ μικροῦ, ὅτι κακῶς ἐνήργησεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, παραχωρήσασα τὴν ἐπιχείρησιν ἄνευ προηγουμένης ἰδίας μελέτης· καὶ ὅμως σεῖς αὐτοὶ προέβητε, ἄνευ οὐδεμιᾶς μελέτης, εἰς τὴν παραχώρησιν, χωρὶς κἂν νὰ ἔχητε τὴν περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ὑπολογισμοῦ τῶν δαπανῶν, ὄχι μικρὰν ἐγγύησιν τῆς ἀντιθέσεως τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν συναλλαττομένων· καὶ διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν διατί προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ συναγωνισμόν. Ἐπερωτῶ αὐτὸν προσέτι ἂν τὰς προτάσεις, ἃς ἔλαβε παρὰ τῆς Ἑταιρίας, μεθ’ ἧς ἐσυμφώνησε, τὰς ἀνεκοίνωσε προηγουμένως καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν λοιπῶν Ἑταιριῶν.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς ὅλους.
§65ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἔλαβε καὶ προτάσεις τούτων, ἂν ἐμελέτησεν αὐτάς, ἂν εὗρεν, ὅτι εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἢ οὔ, καὶ διατί οὐδὲν περὶ αὐτῶν μᾶς εἶπεν. Ὡσαύτως παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν εἰς αὐτοὺς ἅπαντας ἀπήντησεν...
§66ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ εἰς τὸν Καράλην;
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὸν Καράλην, κύριε Ῥάλλη, καὶ εἰς τὸν κ. Richard καὶ εἰς τὸν κ. Κυρῖκον·—ἂν, λέγω, εἰς αὐτοὺς ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτῶν, καὶ ἂν ἐσυμβούλευσεν αὐτοὺς νὰ μὴ μένωσιν ἐδῶ καὶ ἐξοδεύωνται, διότι προτίθεται νὰ κάμῃ σύμβασιν, ὡς αὐτὸς τὴν ἐννοεῖ καὶ μετ’ ἐκείνων, οὓς αὐτὸς προτιμᾷ.
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν θὰ τὸ μάθετε.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς ὅσα ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, λέγω, ὅτι οὐδὲν τούτων ἐγένετο, ὅτι εἰς πάντας, καὶ εἰς τὸν κ. Κυρῖκον καὶ εἰς τὸν κ. Richard καὶ εἰς τὸν κ. Καράλην εἶπον τὰς βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐνόουν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ συναλλαχθῶμεν. Αὐτοὶ δὲ ἀπήντησαν, ὅτι ἐπὶ τοιούτων βάσεων δὲν δέχονται νὰ διαπραγματευθῶσιν. Ἐζήτουν δὲ νὰ διαπραγματευθῶσιν ἐπὶ τῶν ἰδικῶν των βάσεων, τουτέστιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ παραχωρήσωμεν ἡμεῖς τὰ χρήματα καὶ νὰ κατασκευάσωσιν αὐτοὶ τὸν σιδηρόδρομον. Εἴς τινα δὲ ἐπιμένοντα εἶπον, ὅτι ἐπὶ τοιούτων βάσεων ἐγὼ δὲν ἐνόουν νὰ διαπραγματευθῶ καὶ ὅτι ἡ παράτασις τῶν συνδιαλέξεων, ἂν δὲν εἶχε τι ἄλλο νὰ προτείνῃ, ἦτο ἀπώλεια ἄσκοπος χρόνου καὶ δι’ ἐκεῖνον καὶ δι’ ἐμέ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου.
§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ὀλίγον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ ἔρις, ἡ ἀμφιβολία, ἥτις ἐγεννήθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μεταξὺ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τυπικὴ καὶ οὐχὶ οὐσιαστική· διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠρνήθη τὴν πίστωσιν· ζητεῖ μόνον, ὥστε ἡ πίστωσις νὰ δοθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ π. ἔ. καὶ οὐχὶ τοῦ ἐνεστῶτος. Λοιπὸν πρόκειται περὶ τύπων, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δίκαιον, εἰπὼν: «εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε οὕτως ἐγένετο, αἱ τοιαῦται πιστώσεις ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον ἐζητοῦντο· ἐγὼ ὡς Κυβέρνησις δὲν εὐχαριστοῦμαι ἡ μεταβολὴ νὰ γείνῃ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν.» Καὶ ἀληθῶς κατὰ τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἐπράττετο· καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἑπομένως νὰ ἀποκρούσωμεν ἤδη τὴν τοιαύτην πίστωσιν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον διώρθωσε καὶ ἤδη, ὡς συνήθως διορθώνει, ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ πίστωσις, καὶ ἡ συζήτησις τῆς πιστώσεως, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασις, εἶναι ζήτημα πολιτικὸν, ἐμπερικλεῖον τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ ταύτης συνεζήτει καὶ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ περὶ Κυβερνήσεως.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶπε τὸ ἐναντίον ὁ κ. Πρόεδρος.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς θέλομεν ὅ,τι ἐγίγνετο διὰ τὸ παρελθὸν νὰ γείνῃ καὶ διὰ τὸ παρόν· ἡ πίστωσις ἐδίδετο οὐχὶ ὡς πολιτικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ὡς μέσον ὑπάρξεως καὶ ζωῆς τῆς Κυβερνήσεως.»
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὅτι οὐσιαστικῶς καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ παρελθὸν θεωρῶ αὐτὸ ὀρθόν.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο, ἐὰν ἦναι ὀρθὸν, θέλομεν τὸ ἐξετάσει. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν: ἡμεῖς ἤλθομεν μὲ τὴν πολιτικήν μας, καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ διαγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν πιστώσει ἑπομένως.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Ἡ ἀπόφασις σήμερον ἐπὶ τῆς πιστώσεως δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς αὔριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν σήμερον συνεζητοῦμεν τὴν πολιτικήν σας τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας ὡς καὶ εἰς τῶν ἀρχῶν τὴν ἐξέτασιν. Ἡ πίστωσις, ἡ σήμερον ζητουμένη, εἶναι προσωρινή· δίδομεν αὐτὴν ἵνα ζήσῃ ἡ Κυβέρνησις προσωρινῶς, καὶ ἐπιφυλάττομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ἐν ταῖς λεπτομερίαις τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν ὀρθότητα τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς διοικήσεως. Αὐτὸ γίνεται συνήθως. Τὸ σύστημα τὸ ἀντίθετον, τὸ σύστημα τοῦ κ. Καλλιγᾶ, εἶναι λίαν παράλογον, ἀνατρέπον καὶ παραβιάζον τὰ δικαιώματα ἡμῶν. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα ἡμῶν; Τὸ καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ παραχωρῶμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τ’ ἀναγκαῖα, νὰ ἐπιψηφίζωμεν φόρους νὰ δίδωμεν τὰ ἔξοδα. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμά μας εἶναι νὰ ψηφίζωμεν ἐν πλήρει γνώσει καὶ μετὰ προηγουμένην συζήτησιν καὶ μελέτην. Ἐὰν μᾶς ἀρνηθῶσι τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τότε εἶναι ματαία ἡ ὕπαρξις τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἂν θέλετε, δὲν δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν δύνασθε νὰ παραιτηθῆτε τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν, τοῦ ἐλέγχειν κλπ. Ὁ δὲ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἶναι παράλογος διὰ τοῦτο.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παράλογος!
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα· διότι ζητεῖ ἀνεξετάστως καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ν’ ἀποφαινώμεθα. Ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε δίκαιον ν’ ἀντιταχθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς συνειθίζει, ὅταν συζητῇ, νὰ λαμβάνῃ ὕφος τιμητοῦ, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἀπήντα εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἄνδρου, ἔθεσε κανόνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐζήτει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι εἶπεν εἰς τὸν βουλευτὴν Ἄνδρου: «διὰ νὰ φέρῃς τὸ παράπονον περὶ λαθρεμπορίου ἔπρεπε νὰ μὴ στηριχθῇς εἰς ἰδίας σκέψεις, εἰς ὅ,τι εἶδες καὶ ἤκουσες, ἀλλὰ νὰ σχηματίσῃς μέσον ὅρον δεκαετοῦς εἰσαγωγῆς πρὸς τὰς εἰσπράξεις καὶ πρὸς τὸν ὅρον αὐτὸν νὰ παραβάλῃς, καὶ ἐὰν αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὸν μέσον αὐτὸν ὅρον, τότε εἶχες τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσῃς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ.» Τοιαύτης φύσεως παράπονα παρουσιάζονται οὕτω· θέλεις συντρίψει, ἄλλως, τοὺς τοιαῦτα λέγοντας. Εἷς πλησίον μου καθήμενος εὐφυὴς εἶπε τότε: εἶσθε πολὺ ἐλαφρὸς κ. ὑπουργὲ, ὥστε νὰ κατορθώσῃς τοῦτο.»
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε, κ. πρόεδρε......
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον· ἐπανέλαβον ὅ,τι ἐλέχθη.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς δὲν τὰ συμμερίζεσθε.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν αὐτὸν τόνον, τὸ αὐτὸ ὕφος μετεχειρίσθη καὶ πρὸς τὴν Ἐπιτροπήν· σοβαρὰς ἐπιτιμήσεις καὶ ἐπιπλήξεις ἀπέτεινε πρὸς αὐτήν. Δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς ἐμὲ νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν οἰκογενειακὴν ταύτην ἔριδα. Ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις ἀναγκάζει ν’ ἀρνηθῶμεν πᾶσαν σχέσιν, ὁποίαν ἡ ἀντιπολίτευσις ὀφείλει κοινοβουλευτικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· διότι δὲν παλαίει κοινοβουλευτικῶς· ἐπιζητεῖ τὸν ὄλεθρον ἡμῶν τὸν ἠθικὸν καὶ τὸν φυσικὸν ἔτι. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῶμεν· νὰ σκεφθῶμεν εἴμεθα ὑπόχρεοι, οὔτε νὰ συντρέξωμεν, οὔτε νὰ συμπράξωμεν ἴσως.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τῶν αἰγῶν τὸν ὄλεθρον.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφίνω εἰς σᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ τρομάξητε ἐνώπιον τῶν κεράτων τῶν αἰγῶν.
§86ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε......
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἔκφρασις, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς καθ’ ἡμῶν, ὅστις μᾶς ἔλεγεν, ὅτι προετείναμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅτι ἐνώπιον τῶν κεράτων τῶν βοῶν θὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Δὲν ἀφορᾷ ὅθεν ἐμὲ αὐτὴ ἡ οἰκογενειακὴ ἔρις. Εἶπον μόνον ταῦτα, διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶναι ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιάζωνταί τινες καὶ νὰ μεταχειρίζωνται τοὺς βουλευτὰς ὅπως ὁ διδάσκαλος τοὺς μαθητάς του, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ μᾶς ἀναθρέψῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἐξανίσταται εἰς πᾶσαν ἀντιλογίαν τῶν ἀπειθῶν ἡμῶν μαθητῶν. Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς, οὔτε ἔντιμον. Ἀλλ’, κύριοι, τὸ δύσκολον, τὸ κακὸν τῆς ὑποθέσεως εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ ζήτημα τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἔπρεπε βεβαίως νὰ ἔλθῃ σήμερον, καὶ καθ’ ὃν τρόπον φέρεται εἶναι πρόωρον. Μᾶς ζητεῖται πίστωσις περὶ Ἐπιτροπῆς· αὕτη οὐδὲν ἐμπεριέχει, οὐδὲν λέγει ἡ πίστωσις οὔτε ὁ προϋπολογισμός· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν, οὔτε σώζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπικαλῆται ἤδη, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν, ἄλλα κεφάλαια· πρέπει νὰ ἐμμείνῃ εἰς ἐκεῖνο ὅπερ ἀναφέρει τὸ Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα παραπέμπει εἰς ἓν ἐδάφιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σκοποῦν νὰ λάβουν τὸ ποσὸν πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ ῥητῶς ὁρίζει εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ, τί ἐξ αὐτοῦ θέλει πληρώνεσθαι καὶ ἠπόρησα πῶς ὁ κ. Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος τόσον ἐκαυχήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τόσα εἶπε, διότι ἐξήλειψαν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὴν εἰς τὸ προκείμενον ἐδάφιον περιεχομένην λέξιν «κλπ.», ἥτις ἔδιδε χώραν εἰς καταχρήσεις, ὡς εἶπον, ἀπορῶ, λέγω, πῶς ἀμέσως ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἀφήρεσεν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, λαμβάνει χρήματα, παραβιάζει τὸν νόμον, πράττει τὴν κατάχρησιν, ἐναντίον τῆς ῥητῆς διατάξεως, ὅπως αὐτὸς τὴν ἐτροποποίησεν καὶ δίδει εἰς Ἐπιτροπὴν ἀποζημίωσιν, ἡ ὁποία οὔτε ἀναφέρεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, οὔτε φαίνεταί που, καὶ λαμβάνει τὰ χρήματα, ἐνῷ ῥητῶς εἰσι προσδιωρισμένα δι’ ἄλλην χρῆσιν, ἢ τὸ πράττει ἵνα δείξῃ τὴν πρὸς τοὺς νόμους καταφρόνησίν του! Ἀλλὰ, κύριοι, τί εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ, ἢ τί εἶναι τὸ περὶ αὐτῆς Διάταγμα; Κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαιώματα πολλὰ καὶ ἐκεῖνο τοῦ νὰ ἐκδίδῃ Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων. Αὐτὰ τὰ Διατάγματα ἀναγνωρίζει τὸ Σύνταγμα. Ἐρωτῶ: τὸ Διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, ἐξεδόθη καὶ ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου;
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλῶς. Ποίου νόμου;
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω;
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι διὰ Διατάγματος θέλει κανονίσει τὰ περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος ὁ περὶ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου εἶναι ῥητὸς καὶ ὁρίζει κατὰ τίνα τρόπον γίνεται οὗτος καὶ παρὰ τίνων· δὲν ἀναφέρει ποὺ ἐλεγκτὰς πολίτας, Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὀρθότερον τοῦ ὑπουργοῦ σκεπτόμενος, εἶπε: τὸ Διάταγμα δὲν διαφέρει διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου γραπτῆς ἢ καὶ προφορικῆς, ἑπομένως τὸ Διάταγμα οὐδὲν προσθέτει οὔτε μεταβάλλει· διὰ τοῦτο ἐγένετο τὸ Διάταγμα· ἤρκει καὶ ὑπουργικὴ διαταγή. Ἔχει τὴν ἄδειαν ἢ τὴν δύναμιν ὁ ὑπουργὸς νὰ στέλλῃ τινὰ ὅπως ἐπιτελέσῃ τὴν ὑλικὴν ἐργασίαν· αὐτὸ πράττεται καὶ ἤδη Διωρίσθη ἡ Ἐπιτροπὴ, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἵνα καταστιχώσῃ ἁπλῶς, νὰ ἴδῃ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτοὺς καὶ νὰ ποιήσηται ἁπλῆν ἐργασίαν.
§94ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἐργάται.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν ὁποίαν δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ κάμητε σεῖς.
§97ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε....
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς ὠνομάσατε ἐργάτας τοὺς ἀνωτέρους σας.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε λοιπὸν χθές, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἔχει σκοπὸν νὰ συῤῥάψῃ καὶ καταστιχώσῃ ἁπλῶς τοὺς λογαριασμούς. Διατί εἶπε ταῦτα ὁ κ. Πρωθυπουργός; Διὰ νὰ συγκαλύψῃ παρανομίαν κατάδηλον ἐν τῷ Διατάγματι. Κύριοι, δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τί γίνεται εἰς τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα· γνωρίζω μετὰ βεβαιότητος, ὅτι τὰ τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι εἰς πλήρη τάξιν· ἐντὸς ὥρας δύναται νὰ γείνῃ ἅπας ὁ ἔλεγχος ἀκριβέστατος· δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις καὶ τῶν λογαριασμῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀληθῶς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν εὑρίσκεται εἰς ἐντελῶς καλὴν κατάστασιν· καὶ ἠξεύρετε πόθεν τοῦτο; Διότι συνεσώρευσαν πολλὴν ἐργασίαν εἰς αὐτό· ἀντὶ νὰ τὸ περιορίσωσιν εἰς τὰ κύρια αὐτοῦ ζητήματα, τὸ ἐπεφόρτισαν τὴν καταδίωξιν, τὰ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ταμείου καὶ ἄλλα· διὰ τοῦτο καθυστερεῖ τὸ Λογιστήριον. Τοῦτο ἰδόντες ἡμεῖς, ἐσπεύσαμεν νὰ φέρωμεν διόρθωσιν· συνεστήσαμεν ἰδιαίτερον Τμῆμα. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα, κύριοι, ἀφοῦ δὲν γένετο πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου, τί εἶναι; Εἶναι νομοθετικόν; Πλὴν, παρούσης τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ ἦναι τοιοῦτον. Κύριοι, ἠκούσατε πολλὰ περὶ νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Δὲν ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ὁ κ. Δηλιγιάννης σᾶς τὸ εἶπε χθές· παρηνόμησεν ἵνα κερδήσῃ μῆνάς τινας χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας· ἡ Βουλὴ τὸ ἐσυγχώρησεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξετέλεσεν ὅλην τὴν ἐπιστράτευσιν, ὅλην τὴν περὶ αὐτῆς ἐργασίαν διὰ Διαταγμάτων, καὶ μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῆς ὑπουργείας του ἐνήργει οὕτω. Τὴν 11 καὶ 12 ἀκόμη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1880, ἐν ᾧ ἡμεῖς παρελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν 13 ὁ κ. Τρικούπης ἄνευ νόμου ὑπέγραψε συμβόλαιον, ὑποχρεοῦν τὸ Δημόσιον εἰς πληρωμὴν 1½ ἑκατομμυρίου δρ. δι’ ἀγορὰν πλοίων καὶ πυροβόλων· ἡ Βουλὴ παροῦσα εἰργάζετο· καὶ λοιπὸν ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ, εἰς τὸ καλὸν ἀποβλέποντες τοῦ Τόπου βεβαίως, ὑπέκυψαν εἰς τὸ ἄτοπον, καὶ ἡ Βουλὴ, ἀπὸ ὑψηλοτέρας περιωπῆς ἐπιβλέπουσα καὶ ὑπὸ τοῦ κοινοῦ καλοῦ ὁδηγουμένη, δὲν ἀπεδοκίμασε τὰς πράξεις αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς τὴν ἐμέμφθη. Αἱ ἄδικοι καὶ φατριαστικαὶ μόνον ἀποφάσεις προκαλοῦσι τὴν μομφὴν καὶ ἐξασθενοῦσι τὴν ἰσχὺ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὸ Διάταγμα αὐτὸ δὲν εἶναι νομοθετικὸν, καὶ ὅμως περιέχει νομοθετικὰς διατάξεις· διότι δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, τὴν συγκροτουμένην ἀπὸ ἰδιώτας, — καὶ περὶ τούτου θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, — ὄχι μόνον νὰ ἐκτελέσῃ ἔργον ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε τῇ παραγγείλῃ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη τοῦ Διατάγματος θέλει ἐργασθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ ἔργα καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου (ἴδε ἄρ. 12, 168, 198 κλπ.) καὶ θέλει ἔτι ὑπογράφει πρωτόκολλα καὶ θέλει εἰσέρχεσθαι εἰς τὰ δημόσια γραφεῖα καὶ πράττει πᾶν ὅ,τι οἱ δυνάμει τοῦ Νόμου ἀναλαβόντες τὴν ἐργασίαν ταύτην. Λοιπὸν τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔχει τὸ παράνομον, ὅτι ἐπιβάλλει καθήκοντα καὶ χορηγεῖ δικαιώματα εἰς ἰδιώτας, ἅτινα νόμος δύναται νὰ δώσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ οὐσιῶδες. Ἡ Ἐπιτροπὴ, κατὰ τὸ Διάταγμα, πρόκειται νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λογαριασμοὺς ἡμῶν καὶ ὑμῶν διότι οὐχὶ μόνον τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ὑπουργείων θέλει ἐξελέγξει, καὶ τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων καὶ ἐκεῖνο τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς ὑπουργοὶ διαθέσατε σεῖς τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἐναντίον τῶν λογιστικῶν νόμων, κατηργήσατε τὸν νόμον τότε, σήμερον καταργεῖτε καὶ τὸν ἔλεγχον· ἔπρεπε ν’ ἀφήσητε εἰς τοὺς κατὰ νόμους ἁρμοδίους νὰ σᾶς ἐξελέγχωσι καὶ οὐχὶ νὰ διορίσητε Ἐπιτροπὴν, ἥτις δὲν παρέχει ἐγγύησιν. Ἐγὼ, ὅστις δὲ ὑπώπτευσα μόνον ἀταξίας εἰς τοὺς λογαριασμούς σας, τίνος ἤδη νὰ ζητήσω τὴν συνδρομήν; Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων· πιστεύω, ὅτι τὰ διορισθέντα πρόσωπα παρέχουν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, εἰσὶν ἔντιμα, καλὰ εἶναι ὅμως ἰδιῶται, ἄνευ εὐθύνης, ἄνευ νομίμου ἀναγνωρίσεως, ἄνευ ὑποχρεώσεώς τινος. Οὕτω ἀφῃρέσατε ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος μᾶς δίδει, ὅπως ἐξελεγχθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ ἡμῶν ὑπὸ τῶν τακτικῶν Ἀρχῶν, ἐματαιώσατε τὸν καθ’ ὑμῶν ἔλεγχον, ἐπιφορτίσαντες τοῦτον εἰς ἰδιώτας ἐκ τῶν ὑστέρων κατ’ ἐκλογὴν σας. Καὶ ἠξεύρετε τί σημαίνει ἀντὶ ὑπαλλήλων νὰ διορίζωνται ἰδιῶται.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι φοβερόν!
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται τοιοῦτος κίνδυνος ἴσως σήμερον, ἀλλὰ τὸ αὔριο συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν, ἐπιφορτιζομένων προσωρινὴν ἐργασίαν, εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ ἐργασία αὕτη, προσέτι δὲ ν’ ἀποκαταστῶσι χρήσιμοι καὶ ἀναγκαῖοι, οὕτω κερδίζουσι πολλαπλῶς καὶ διατηροῦνται καὶ ἐπιβάλλονται. Καὶ τίς γνωρίζει ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν γείνῃ Ἐπιτροπὴ ὑπόπτων, καὶ δὲν θὰ ἐξέρχωνται ὁσημέραι ἐξ αὐτῆς διαδόσεις καὶ φῆμαι; Λοιπὸν, κύριοι, ἀφῃρέσατε τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς κατὰ νόμον, καὶ διωρίσατε ἰδιώτας, διωρίσατε ὄχι ἐκείνους, οὓς ὁποίους ὁρίζει ὁ νόμος, τοὺς μόνους ὁσάκις λογαριασμοὶ πρόκειται νὰ ἐξελεγχθῶσι. Διωρίσατε ἰδιώτας, ὁποίους σεῖς θέλετε, καλοὺς ἤδη κατὰ τύχην, ἀλλ’ ἠδύνασθε νὰ διορίσητε χείρονας, καὶ θέλετε διορίσει ἐπὶ τέλους τοιούτους. Ποίαν ἐγγύησιν παρέχουσιν οὗτοι; Οὐδεὶς δύναται νὰ ἐννοήσῃ πῶς καθίσταται ἄνευ σκοποῦ δῆθεν διὰ Διατάγματος Ἀρχὴ ἐξελεγκτικὴ κατὰ παράβασιν καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Κύριοι, ἐπίτιμος ὀπαδὸς τοῦ κόμματος ἔλεγε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν: πρέπει δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐξουδετερώσωμεν τοὺς ἄνδρας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἰδίως ἐμὲ, διότι τοιουτοτρόπως ὁ κίνδυνος ἀποσοβεῖται καὶ ἡ Ἐξουσία θὰ διατηρηθῇ ἐπὶ πολὺ εἰς χεῖράς μας, πρέπει νὰ λείψωσιν οὗτοι. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι πρὸ πολλοῦ ὑπάρχει ὠργανωμένον σύστημα πολιτικῆς δολοφονίας. Δὲν ἤλπιζον, οὔτε ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὡς Κυβέρνησις, θέλει δώσει χεῖρα βοηθείας καὶ ὑποστηρίξεως πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Ἂς βεβαιωθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἂν καθιερώσῃ μίαν τοιαύτην Ἀρχὴν, πολὺ ἐνδεχόμενον εἶναι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ γείνῃ, ὅπως καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, Ἐπιτροπὴ ὑπόπτων καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐργαστήριον συκοφαντιῶν. Ἰδοὺ διατί κατακρίνω τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης. Καὶ βεβαίως σήμερον δὲν ὑπάρχει τὸ μέσον νὰ πολεμήσωμεν αὐτήν. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ἢ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ δι’ ἐπερωτήσεως. Σήμερον δὲν πρόκειται ἢ νὰ δώσωμεν χρήματα διὰ ῥητὰς ἀνάγκας, καὶ δὲν ἀναφέρεται ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε πλαγίως ἐν τῇ πιστώσει· εἴμεθα διὰ τοῦτο ἠναγκασμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὴν πίστωσιν, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸν Τόπον.
§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, λίαν ἁπλῶς θέλω ἀπαντήσει εἰς ἀντιῤῥήσεις, γενομένας ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅσον ἔνεστι ἁπλοῦν· καὶ ἂν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, κατὰ τὸν συνήθη τρόπον του, ὁμιλῶν πάντοτε τραγικῶς περὶ οἱουδήποτε ζητήματος, ὡμίλησε τραγικῶς, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τραγικόν. Ἐνθυμοῦμαι ἐν Βατράχοις τὸν Ἀριστοφάνην, ὅτι φέρει ἐνώπιον τοῦ Αἰακοῦ δικαζομένους τὸν Αἰσχύλον καὶ Εὐριπίδην, καὶ ἐλέγχει τὸν Εὐριπίδην, ὅτι προτάσσει πομπώδη προοίμια, δυνάμενα νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ ληκύθιον ἀπώλεσεν, οἷον: «Σιδώνιον ποτ’ ἄστυ Κάδμος λιπὼν, Ἀγήνορος παῖς ληκύθιον ἀπώλεσε.» Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δύναταί τις νὰ προσκολλήσῃ εἰς πᾶσαν φράσιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος. Ἄρχεται πάντοτε πομπωδῶς καὶ καταλήγει εἰς τὸ ληκύθιον ἀπώλεσε. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν πολλάκις καὶ πολλὰ ἀπώλεσε ληκύθια. Τί λέγει; «Ἐγὼ, ὑπουργὸς ἐν τῇ Οἰκουμενικῇ, ἐζήτησα τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου τοῦ ἔτους, διότι ἦτον ἔκτακτον καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ζητήσω τὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προτέρου ἔτους, τὸ ὁποῖον ἦτο τακτικόν.» Δὲν ἐσκέπτετο, ὅτι ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἀντίστροφον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους; ἦτον ἔκτακτος, ἐνῷ τοῦ παρόντος εἶναι τακτικός; Πῶς λοιπὸν νομίζει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων του ἀντλεῖ ἐκ τοῦ Ἐράσμου «Μωρίας ἐγκώμιον»· καὶ ὅπως εἰς τὸν Χάμλετ τοῦ Σαῖξπηρ, ὅταν ἔρχεται ὁ τραγικὸς ὑποκριτής, μένει ἔκθαμβος ὁ Πολώνιος, διατὶ ὁ ὑποκριτὴς σφάζεται ἐπὶ ἀλλοτρίων παθημάτων, ὁ Χάμλετ ἐξηγεῖ εἰς αὐτὸν, ὅτι ἕκαστος ὑποκριτὴς ἦλθεν ἐπὶ τοῦ ὄνου του. Ποῦ εὑρίσκει τὸ ἄτοπον, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δέχεται τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς; Τὸ Ὑπουργεῖον φιλοτίμως δὲν δέχεται τὴν γνώμην αὐτῆς, θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐπιμένει, διότι τὸ Ὑπουργεῖον λέγει: Ἰδοὺ ἔρχομαι μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔθεσα ἐκείνους τοὺς λόγους καὶ ἐκείνας τὰς σκέψεις, καθ’ ἃς ἐννοῶ νὰ διεξαγάγω τὴν διοίκησιν. Τί εὑρίσκετε ἄτοπον ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ; Ἀλλ’ εὑρίσκει ἀφορμὴν τραγικῶς νὰ ἐκθέσῃ, πῶς μετετέθη ὁ περὶ ἀμαθείας ἔλεγχος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς θέματος εἰς ἄλλο. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι δὲν ὑποπίπτω εἰς λάθη, καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ καταδείξῃ σφάλλοντα· νομίζω μάλιστα, ὅτι, ὅστις ἔρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος μὲ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι οὐδέποτε σφάλλει, αὐτὸς οὗτος σφάλλει συχνότερα. Ἐρωτῶ τὸν βουλευτὴν Γόρτυνος, ἔσφαλλε ποτέ; διστάζει ποτὲ εἰς τὴν γνώμην του; Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἐλέγχει ἐπὶ ἀμαθείᾳ, ἐρωτῶ ἡ λέξις ἐπίωρος εἶναι Ἑλληνική; Ἐπιμένει εἰς αὐτήν; Τὸν καταγγέλλω εἰς τὸν Κόντον. (Ἱλαρότης).
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε ἀληθῶς διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἢ ἐρωτᾶτε μόνον διὰ νὰ ἐρωτήσητε; Θέλετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§104ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, οὔτε σᾶς ἐρωτῶ διὰ νὰ μὲ ἀπαντήσετε· κατὰ τὸ παρὸν εἶσθε δι’ ἐμὲ θέμα, οὐχὶ πρόσωπον.
§105ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε, ὅτι ἐρωτᾶτε, ὤφειλον νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐρωτᾶτε διὰ νὰ λάβητε ἀπάντησιν ἢ ἐρωτᾶτε διὰ νὰ ἐρωτᾶτε;
§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐρωτήσατε αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ ἐρωτήσατε ἂν θέλετε καὶ τὸ λεξικόν· εἶναι καλὸς σύμβουλος τὸ λεξικόν. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα· τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ συνέστη ἡ Ἐξελεγκτικὴ Ἐπιτροπή. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἁπλῶς παρεμπίπτει, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης ἀφορμὴν ζητεῖ εἰς οἱανδήποτε εὐκαιρίαν νὰ παρεμβάλλῃ ζήτημα ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον. Εἶναι πολὺ ἔμπειρος ὁ κ. Δημητρακάκης, γνωρίζει πολλὰ καὶ ποικίλα, ἀλλὰ τὸν λανθάνει πάντοτε ἡ σχέσις τῶν πραγμάτων πρὸς ἄλληλα (ἱλαρότης)· αὐτὸ τὸν λανθάνει πάντοτε, ἐνῷ εἶναι τῷ ὄντι πρᾶγμα χρήσιμον, ἀλλ’ αὐτὸς τὸ θεωρεῖ περιττόν. Τί σχέσιν ἔχει τὸ Διάταγμα τοῦτο πρὸς τὴν πίστωσιν; οὐδεμίαν. Ἐὰν δεχθῆτε τὸν ἕνα προϋπολογισμὸ ἢ τὸν ἄλλον, ἡ δαπάνη ὑφίσταται, ἡ δαπάνη προβλέπεται καὶ διὰ τοῦ ἑνὸς καὶ διὰ τοῦ ἄλλου, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ σοφώτερος βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅστις ἔρχεται ὡς ἀρχηγὸς μερίδος, διότι οἱ ἄλλοι ἔρχονται ἐν ὀνόματι ἀξιουμένης μερίδος, ἧς τὰ μέλη ποῦ εἶναι; ποῦ εὑρίσκονται; εἰς τὸ χάος.
§107ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ μάθετε.
§108ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκτὸς τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου, ὁ ὁποῖος φωνάζει, καὶ τοῦ κ. Ζυγομαλᾶ, ὅστις λείπει, ἄλλους δὲν γνωρίζω.
§109ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τοὺς μάθετε.
§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἰσδύσω εἰς τὰ βάθη καὶ νὰ ἴδω εἰς τὰ βάθη τὶ ὑπάρχει· ἕως ὅτου λοιπὸν νὰ προκύψουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνω τὶ κρύπτεται κάτω· κάτω ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολλὰ πράγματα. Καὶ οἱ σκώληκες εἶναι ὑπὸ τὴν γῆν, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι καὶ καταφανεῖς. Ἀλλ’ ὁ σοφώτερος ὅλων, ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ἔρχεται νὰ διεπεξέλθῃ αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ νὰ τὰ καταστήσῃ σπουδαῖα, προτείνων, ὅτι εὑρίσκει σοβαροὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἔπρεπε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ περιέλθῃ εἰς ἔριδα μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ σύγκειται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν φίλων τοῦ Ὑπουργείου. Ἐλυπήθη πολύ, ὅτε εἶδεν, ὅτι ὑπάρχει ἔρις μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῶν φίλων του· συνεκινήθη ἐκ τούτου καὶ ἔδειξε συμπάθειαν· δὲν εἰξεύρω ὑπὲρ τίνος, ὑπὲρ τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου, ἢ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου· (ἱλαρότης)· ἀλλ’ αὐτὸ παραλείπω νὰ ἐξετάσω, διότι δὲν εἰσδύω εἰς τὰ βάθη τῆς διανοίας τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν· ἀρκεῖ εἰς ἐμὲ, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔρις κάπως δὲν ἦτο εἰς αὐτὸν εὐάρεστος. Τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτική του ἐμπεριέχεται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὸ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς δεικνύει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης αὐτὸ εἶναι φυσικώτατον, καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνῃ καὶ τὰ λεπτότατα πράγματα, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου διέκρινε καὶ τὰ ἀνύπαρκτα· εὗρε μάλιστα, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶν εἰς τὸ βῆμα μὲ τρόπον μὴ δεικνύοντα περιποίησιν πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ ἐπιβλητικόν. Δὲν ἤκουσα ἄλλοτε περὶ ἐμοῦ τὸ τοιοῦτον πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω· οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ ἐξέφυγον φράσεις μὴ κοινοβουλευτικαί.
§111ΤΙΝΕΣ. (δεξιόθεν) Ὤ! Ὤ! Μάλιστα.
§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀρέσκω, τὸ ὁμολογῶ· ἄλλο ὅμως τὸ νὰ ἦναί τις κοινοβουλευτικὸς καὶ ἄλλο τὸ νὰ μὴ ἀρέσκῃ. Ἐμνημόνευσεν ὡς παράδειγμα τὸν βουλευτὴν Ἄνδρου, ὅστις ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ διὰ τρόπου μὴ ἁρμόζοντος, διότι εἶπεν εἰς ἐμὲ διὰ φράσεως, ἣν ἐντρέπομαι νὰ ἐπαναλάβω, μοῦ εἶπε, ὅτι κοροϊδεύω ἕνα βουλευτήν, — τοιαύτας λέξεις μεταχειρίζονται οἱ φίλοι σας — καὶ τὸ εἶπε καὶ τὸ ἐπανέλαβε φωνάζων. Λοιπὸν αὐτὸν, κύριε, Κουμουνδοῦρε, προστατεύετε, αὐτὸν ὑποστηρίζετε!
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἂν δὲν τὸ ἐκάματε, τότε μάλιστα.
§114ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν μοῦ εἶπε τοιαύτας λέξεις, βεβαίως παρωργίσθην ἔχω φιλοτιμίαν, καὶ ὅταν τις μὲ προσβάλῃ, εἶμαι καὶ ἐγὼ εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιταχθῶ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ μένω ὀφειλέτης.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐχαρακτήρισα τὸν τρόπον σας πρὸς αὐτὸν, διότι τὸν εἰρωνεύεσθε.
§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ εἰρωνεύεσθαι, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχω, καὶ σεῖς τὸ μεταχειρίζεσθε, καὶ ἐγὼ θὰ τὸ μεταχειρίζωμαι, διότι ἡμεῖς ἐδῶ αὐτὰ τὰ ὅπλα ἔχομεν, τὰ ὅπλα τοῦ λόγου· καὶ ποῖα εἶναι τὰ ὅπλα τοῦ λόγου; Ποῖα εἶναι τὰ τῆς διαλεκτικῆς; Ἐξητάσατε τί εἶναι διαλεκτικὴ εἰς τοὺς διαλόγους τοῦ Πλάτωνος; Δὲν εἶναι εἰρωνεία ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους; Τὸν σέβεσθε τὸν Σωκράτην; Ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, ὅτι δὲν εἰρωνεύεται;
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸν σέβομαι, ἀλλὰ ἠμπορῶ νὰ τοῦ εἰπῶ, ὅτι εἰρωνεύεται.
§118ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· εἴπατε, ὅτι ἐγενόμην ἐπιβλητικὸς καὶ μάλιστα ἐδώκατε εἰς τὸν λόγον σας ἄλλην χροιὰν, ἐμφαίνουσαν σκοποὺς ὀλεθρίους τῆς Κυβερνήσεως — ἐσεῖς εἴπατε, τῆς Κυβερνήσεως — ἀλλ’ ὅταν λέγετε τῆς Κυβερνήσεως, ἐννοεῖτε καὶ ἐκείνους, οἵτινες ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ἥτις ὑποστηρίζει τοιαύτην Κυβέρνησιν, ἐργάζεται πρὸς ἐξόντωσιν. Ὅτε εἴπατε ἐξόντωσιν, ἠρώτησα ποία εἶναι ἡ ἐξόντωσις, ποῖος λόγος ἐῤῥέθη ἐδῶ, ὅστις προέρχεται ἐκ τοιούτου πνεύματος, ἐκ τοιούτου σχεδίου; Τὸ νὰ λέγῃ τι ὅτι θέλει τοῦ ἄλλου τὴν ἐξόντωσιν εἶναι εὔκολον, τὸ νὰ τὸ ἀποδείξῃ εἶναι δύσκολον· τὸ νὰ τὸ εἴπῃ τις, ὅτι θέλομεν τοῦ ἄλλου τὴν ἐξόντωσιν εἶναι λέξεις κενή. Ἐδῶ ἐργαζόμεθα, βουλευόμεθα, εἰρωνευόμεθα, ἂν θέλετε, ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἐξόντωσιν; Ἐγὼ ἤκουσα προχθὲς, ὅτι θέλω τὴν ἐξόντωσιν τῶν αἰώνων. Μήπως αἱ ἰδέαι τοῦ κ. Ζηνοπούλου εἶναι κολλητικαί; Ὅστις εὑρίσκεται ἐντὸς πολυαρίθμου κόμματος, ἑνὸς κόμματος, τὸ τὸ ὁποῖον μετὰ μετριοπαθείας πολιτεύεται, τὸ ὁποῖον δέχεται πᾶσαν συζήτησιν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε, εἰμὴ ν’ ἀντικαταστήσῃ εἰς ὑπουργεῖον προϋπάρχον, ἄλλο ὑπουργεῖον, τὸ ἐργαζόμενον νὰ προφυλάξῃ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ προφανεῖς προσβολὰς, τὰς ὁποίας ἐθεώρησε τοιαύτας, ἡ μερὶς αὕτη, ὡς ἐξετέθη μέχρι τοῦδε, αὐτὸ εἶναι ἐξόντωσις; Ὅστις ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὅστις διὰ τοῦ νόμου διοικεῖ, ὅστις συζητεῖ πάντοτε, αὐτὸς ἐργάζεται πρὸς ἐξόντωσιν; Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφέρομεν, εἶναι ὑπὲρ πραγματικῶν συμφερόντων, περὶ βελτιώσεως ἐν γένει τῶν πραγμάτων· ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἐξόντωσιν; Τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἀπέληξεν εἰς μομφὴν, τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν δικαιοῦσθε νὰ κατακρίνητε, διότι σεῖς ἐθέσατε τὴν μομφὴν ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ ἀφοῦ ἐθέσατε αὐτὴν ἐκεῖ θεωρεῖτε ἴσως ἐξόντωσιν, διότι ἐξεφράσθη ἀπεσπασμένη· αὐτὴν θεωρεῖτε τὴν ἐξόντωσιν; Λοιπὸν, τότε εἶχα σκοπὸν σεῖς τὴν ἐξόντωσιν ἐκείνης τῆς μερίδος· αὐτὴ φαίνεται ἦτο ἡ πρόθεσίς σας τότε, καὶ ὄχι μόνον ἐκ τούτου δύναμαι νὰ συμπεράνω, ἀλλὰ τὸ εἴπατε καὶ τότε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ πλέον αὐτὴ ἡ μερὶς, διότι ἐκείνας τὰς λέξεις τὰς κατεχωρίσατε ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Τοιαῦται ἰδέαι φαίνεται, ὅτι κατέχουν τὸν νοῦν σας, ὅτι ἐξόντωσις εἶναι τὸ νὰ μὴ παραδέχεται τις τὰς γνώμας τῆς ἄλλης μερίδος καὶ νὰ ἐπικρατῇ διὰ τῆς ἰδίας μερίδος, παρέχων τὴν ὑποστήριξιν εἰς Κυβέρνησιν, ἢ παραδέχεται τὴν πορείαν. Καὶ διατί δὲν πρέπει νὰ τὸ πράττῃ; διότι αὐτὸ βλάπτει τὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε. Ἡ μερίς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε, ἔχει πατροπαράδοτον νὰ διοικῇ τὴν Ἑλλάδα· δὲ εἶναι σήμερον ἐν τῇ διοικήσει; Ἰδοὺ ἡ ἐξόντωσις. Ὅταν λέγῃ τις τοιαύτην λέξιν, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ καθιστᾷ πιθανὸν τὸ πρᾶγμα αὐτὸ διὰ πραγμάτων. Ὅ,τι σεῖς ἐπράξατε, οὔτε κατὰ μικρὸν ἔπραξεν ἡ μερὶς αὕτη· ἀλλὰ τί πράττετε σεῖς; διϋλίζετε τὸν κώνωπα, τὴν δὲ κάμηλον καταπίνετε· διότι βλέπετε ὅτι σεῖς προέβητε μέχρι νομοθετικῶν Διαταγμάτων, καὶ ὅταν ἦλθε τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι νομοθετικὸν, ἐξανίστασθε, ὅτι κατεστράφησαν τὰ πάντα, ὅτι συνιστᾶται Ἐπιτροπή, ἥτις τίς οἶδε τί μέλλει νὰ πράξῃ, μέλλει νὰ γείνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ὑπόπτων. Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς τὸ ἀντιστρέψω καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ἐννοῶ διατὶ δὲν θέλετε νὰ γείνῃ ἔλεγχος, διότι οὐδέποτε ἠθελήσατε νὰ μετέλθητε ἔλεγχον, διότι οὐδέποτε, ὁσάκις ἦσθε ἐν τῇ Κυβερνήσει, οὐδέποτε ἐσκέφθητε περὶ ἐλέγχου, καὶ ὁ μικρός σας βίος αὐτὸ ἐμφαίνει· Θεωρεῖτε ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι περιττὸς, Θεωρεῖτε ὅτι τὸ πρόσωπόν σας εἶναι ἐγγύησις, καὶ ὅτι ἐγγύησις εἶναι νὰ εὐχαριστῆται τοὺς φίλους σας, καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ εἰς τὸ Ἔθνος. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν εἶναι ἡ ἑξῆς, ὅτι ἐδῶ πλήρης προκαλεῖται ἔλεγχος ἐπὶ πᾶσι, καὶ αὐτὸς ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ γείνῃ ἐν πάσῃ αὐστηρότητι καὶ ἀκριβείᾳ. Εἴχετε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἴχετε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, οὐδέποτε ἐκάματε χρῆσιν αὐτῶν. Σήμερον εἶχον φιλονεικίαν μεθ’ ἑνὸς ὑπαλλήλου, εἰς ὃν παρήγγελλον τὰ περὶ τούτου, καὶ μοῦ εἶπε «22 ἔτη δὲν ἔγεινεν ἀπολογισμὸς, πῶς θέλετε ἐγὼ νὰ ἐργασθῶ περὶ αὐτοῦ σήμερον;» Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν παρευρεθέντων. Εἰς αὐτὰ τὰ 22 ἔτη εἶσθε σεῖς· κακῶς διετέλει τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ διατί διετέλει κακῶς; δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ τὸ γνωρίζητε σεῖς, ὅστις ὑπήρξατε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς σᾶς γνωρίζω ἀπὸ τοῦ 1856! Τί ἐπράξατε; Ὁ νόμος τοῦ λογιστικοῦ εἶναι τοῦ 1852 ὅλα τὰ μέσα, ὅλα τὰ ὄργανα τὰ εἴχατε τί ἐπράξατε διὰ τὸν ἔλεγχον; Ἰδοὺ, ἠκούσατε μόνον ἐκείνην τὴν ἐν Λεύκτροις μάχην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ὅστις ἐν ἔτει 1870, δὲν ἐνθυμοῦμαι πότε, ἔφερε τὸ Διάταγμα ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως διὰ νὰ συστήσῃ γραμματεῖς ταμιῶν, καὶ δὲν ἠξεύρω, ποίους νὰ ἐξελέγχωσιν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὁ Ἐπαμεινώνδας, ὅτε παρέβη τοὺς νόμους, ἔσωσε τὴν πατρίδα· ἀλλὰ τί ἴχνος ἔμεινεν ἐκ τοῦ νέου αὐτοῦ στρατηγοῦ; οὐδέν. Ἀφήκατε ὡς εὕρετε αὐτὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Λέγετε, ὅτι εἶναι βεβαρυμένον ἀπὸ ἀλλοτρίους ἐργασίας. Καὶ ποῖος σᾶς ἐμπόδισε νὰ τὸ καλέσητε εἰς τὰς ἀληθεῖς του ἐργασίας; οὐδείς. Εἴπετε, ὅτι ἔγινε φροντίς. Ἔγεινε μόνον Διάταγμα, τὸ εὗρον ἐν τοῖς χαρτίοις. Διατάγματα ὅσα θέλετε εὑρίσκω, ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι τίποτε. Τώρα ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω: Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἴσως ἐνόησε νὰ προβῇ εἰς τὰ πράγματα, μήπως σεῖς τὸν ἐμποδίσατε, καὶ τὸ Διάταγμα ἔμεινε νεκρὸν ἐν τοῖς ἀρχείοις; Μήπως εἴπατε εἰς αὐτὸν, τί τὰ θέλεις αὐτὰ, εἶναι περιττὰ, «μὲ ξέρεις καὶ σὲ ξέρω;» Λοιπὸν οὐδέποτε ἐξησκήσατε ἔλεγχον.
§119ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παράνομον ἔλεγχον δὲν ἐξήσκησα ποτέ.
§120ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νόμιμον ἐξησκήσατε;
§121ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§122ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πότε;
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σοῦ εἴπω.
§124ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶμαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἅμα μοῦ εἰπῆτε πότε, ἀμέσως θὰ σᾶς ἀπαντήσω· σᾶς προκαλῶ νὰ μὲ εἰπῆτε. Λοιπὸν ἐξακολουθῶ καὶ ἐξακολουθῶ μὲ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν, ὅτι οὐδέποτε ἐξησκήσατε ἔλεγχον, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀγνοεῖτε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὁ πρῶτος, ὅστις ζητεῖ τὸν ἔλεγχον παρὰ τῶν ὑπολόγων, καὶ αὐτὸ τὸ ἀγνοεῖτε, καὶ ἀπορεῖτε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γένῃ αὐτὸ τὸ Διάταγμα καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς νὰ ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἐλέγχου! καὶ τόση ἔγεινε σύγχυσις τῶν ἰδεῶν σας, ὥστε εἴπετε ὅτι ἀντιποιεῖται τῶν ἔργων τοῦ Συνεδρίου, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ποῖος ἀφαιρεῖ τὰ ἔργα τοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; οὐδείς· τὰ ἔργα των μένουν ὡς καὶ πρίν. Ὁ ἔλεγχος ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἕως ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, θέλει παρέλθει πολὺς καιρὸς καὶ μάλιστα περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, διότι τὸ Διάταγμα εἶναι περὶ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως αὐτοῦ τοῦ δανείου· τίς οἶδε πότε θέλει φθάσει μετὰ αἰῶνας. Σήμερον ὁ ὑπουργὸς, ὅστις βλέπει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς ἣν κατάστασιν περιῆλθε, δὲν δύναται νὰ περιμένῃ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδὲ γενικὴν συνεδρίασιν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ συγκροτήσῃ, ἀφ’ ὅτου ἐξῆλθεν ὁ κ. Ἀθανασιάδης, καὶ εὑρίσκεται εἰς ἐσωτερικὸν σάλον· τὸ ἀφήσατε ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, ἀνίκανον νὰ ἐργασθῇ, διῃρημένον, διαπληκτιζόμενον· τί νὰ περιμένωμεν ἐξ αὐτοῦ; νὰ περιμένωμεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἕως ὅτου ἐξομαλύνῃ τὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὅπως ἐκλείψουν τὰ ἀποτελέσματα ἐκείνων τῶν αἰτιῶν, τῶν ὁποίων σεῖς ὑπήρξατε οἱ γονεῖς. Ἄρα εἶχον καθῆκον ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐνασκήσω αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Τὴν ὑποχρέωσιν, τὸ καθῆκον, ὃ μοὶ ἐπέβαλεν ὁ νόμος, πῶς θέλω τὸ ἐνασκήσει, δὲν μοῦ εἴπατε οὐδείς, οὐδὲ ὁ κ. Δηλιγιάννης, οὐδὲ σεῖς, ὅστις ἤλθατε ὑπερθεματίζων, ὅστις ἠθελήσατε νὰ δώσητε ὑφὴν πολιτικῆς συζητήσεως, διότι τὰ ἄλλα εἶναι τραγικά (τὸ λυκήθιον ἀπώλεσε). Ἀλλὰ σεῖς τοὐλάχιστον συζητεῖτε μετὰ σοβαρότητος πολιτικῆς, δὲν μοῦ ἐξηγήσατε πῶς ἐξασκεῖ αὐτὸν τὸν ἔλεγχον ὁ ὑπουργός· πρέπει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα μόνος, νὰ ἐργασθῇ μόνος; ἠξεύρετε πόσα ἔγγραφα εἶναι; εἶναι πολλῶν ὑπουργείων, πολλῶν ὑπηρεσιῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν. Μὰ λέγετε, ἰδοὺ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Εἶναι αὐτὴ ἐργασία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου; Ὄχι! τὸ ὁμολογεῖτε σεῖς ὁ ἴδιος, δὲν εἶναι ἡ κυρία ἐργασία του, καὶ ἡ κυρία ἐργασία του καθυστερεῖται ἀπὸ μακροῦ, δὲν εἶναι ἐνήμερον. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ ταράξω ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, καὶ ὅταν ἴδετε ἐν συγχύσει ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἠθέλετε εἴπει, ὅτι βαδίζομεν τὴν αὐτὴν ὁδὸν, τὸν κατήφορον· ἀλλ’ εἴδατε, ὅτι δὲν βαδίζομεν τὸν κατήφορον καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἰσοπεδώσωμεν τὴν ὁδὸν, καὶ αὐτὸ σᾶς δυσηρέστησε· Θὰ μοῦ εἰπῆτε τώρα: πῶς ἐξασκεῖται αὐτὸς ὁ ἔλεγχος; τὸν ἐξασκῶ διὰ προσώπων τῆς ἐκλογῆς μου, καὶ εἶμαι κύριος νὰ προσκαλέσω συμβούλιον δι’ οἱονδήποτε ζήτημα. Σεῖς ὁ ἴδιος ἐμὲ μὲ προσεκαλέσατε πολλάκις σύμβουλον καὶ εἰς πολιτικὰς περιστάσεις, οὐ μόνον νομικάς· προσκαλοῦντες ἐμὲ τί ἐπράττετε; παρεδίδετε τότε τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἕνα ἰδιώτην; ἢ ἐπειδὴ ἦλθον ἐγὼ ὡς ἰδιώτης κατέστησα ἄλλους ὑπόπτους καὶ ἔγεινα μέλος Ἐπιτροπῆς ὑπόπτων; Σεῖς ἐσχηματίσατε εἰς ὅλον τὸν βίον σας ἀναριθμήτους Ἐπιτροπὰς· ἀλλὰ σεῖς ἐσχηματίζατε Ἐπιτροπὰς, ὅταν ἠθέλατε νὰ ἐξέλθετε ἀπὸ περιπλοκήν· ὅταν ὅμως ἐμεθοδεύατε σεῖς τὸ πρᾶγμα μόνος, τότε δὲν εἴχατε ἀνάγκην Ἐπιτροπῆς· ἅμα τὸ πρᾶγμα δὲν λύεται ἀμέσως, ὁμαλῶς, τότε προσκαλεῖτε Ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ προφασίζεσθε: ἰδοὺ ἡ Ἐπιτροπὴ, ἥτις σύγκειται ἀπὸ ἐπιστήμονας, ἀπὸ νομομαθεῖς, ἀπὸ λογίους, γνωματεύει οὕτω· τί θέλετε νὰ κάμω ἐγώ; Ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ ἐσᾶς εἶναι θώραξ τοῦ προσώπου σας, δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι θώραξ, εἶναι ἐνίσχυσις ἐλέγχου. Ἔρχεται ἤδη καὶ ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὅστις ἀπεκάλεσε τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὅτι εἶναι ἐργάται.
§125ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πληρωμὴν, ὅτι αὐτοὶ δὲν εἶναι ὑπάλληλοι...
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπετε, ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἐργάται. Τότε ἐξεφράσατε τὴν ἰδέαν σας λακωνικῶς διὰ μιᾶς λέξεως. Ἔπρεπε πρῶτον νὰ τιμᾶτε ἐκείνους, οἵτινες προσήνεγκον ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος τοιαῦτα, οἵας καὶ σεῖς προσηνέγκατε.
§127ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς τιμῶ· σεῖς τοὺς καταβιβάζετε.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν σεῖς τοὺς περιφρονῆτε, τότε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι ἀνώτεροι ἀπὸ σᾶς. Ἔφερον τοὺς ἐντιμοτέρους, τοὺς εἰδικωτέρους, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι εἶναι τοῦτο τυχαῖον. Τυχαῖον; Ἡ ἐκλογὴ εἶναι τυχαῖον; Τυχαῖον εἶναι νὰ ἐκλέξῃ τις τὸ δεῖνα ἢ τὸ δεῖνα πρόσωπον; Ποῖος ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχει πλήρη πεῖραν; Καὶ βλέπετε, ὅτι εἶναι καὶ στρατιωτικὰ μέλη· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε τίποτε περὶ αὐτῶν· ἄλλος εἶναι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τίποτε περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τίνος θὰ εἴπητέ τι; περὶ τοῦ κ. Λεβίδου, τοῦ ἐντιμοτέρου ὅλων, τοῦ ἐμπειροτέρου; Ποῖος ἐφήρμοσε τὸν Λογιστικὸν νόμον;
§129ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μόνον εἰς τὸν ἑαυτόν του δὲν τὸν ἐφήρμοσε.
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ μόνος, ὅστις ἠδύνατο ἄλλοτε νὰ συντάξῃ προϋπολογισμὸν, ἦτον ὁ κ. Λεβίδης.
§131ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰ 1845 τὸν ἔδιωξαν καὶ ἔκαμαν προϋπολογισμόν.
§132ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχετε ἀντιζηλίαν κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶδον ποτὲ νὰ συντάξητε προϋπολογισμόν. Ἠμπορεῖ νὰ συντάξετε ἐπαρχιακὸν, δημοτικὸν ἀλλὰ προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους δὲν σᾶς εἶδον νὰ συντάξητε ποτέ· σεῖς εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτι ἐδιοικήσατε καλὰ καὶ τὴν Ἀντίκυρον Tribus Anticyris cahut insanabile.
§133ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. ........ (Θόρυβος).
§134ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ὁ μὲν κ. Λεβίδης ἦτο πρὸ ὀλίγου Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ δὲ κ. Φλῶρος Ὑποδιευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου· ποῖος ἄλλος γνωρίζει κάλλιον αὐτῶν αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ἀνατεθὲν εἰς Ἐπιτροπὴν, ἥτις μέλλει νὰ ἦναι, ὡς λέγεται, ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ὑπόπτων; Ἐῤῥίψατε τὴν λέξιν ἀλλὰ δὲν εὑρίσκετε τὴν ὑπόστασιν· τὸ εἴπατε διὰ νὰ εὕρῃ ἐν ἐπιχείρημα, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἦναι, ἐνῷ δὲν εἶναι, εἶναι λόγος καὶ ὄνομα, μὴ δυνάμενα νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ εἰς τί θὰ ἐργασθῇ ἡ Ἐπιτροπή; Θὰ καταστρώσῃ λογαριασμούς. Ὅταν ἔχωμεν διαχείρισιν 120,000,000, ἐξ ὧν μόνον ἀπολείπονται 15,000,000 περίπου, εἴπατέ μας, σᾶς παρακαλῶ, εἶναι εὔκολος καὶ ἁπλῆ κατάστρωσις τῶν λογαριασμῶν, ὡς θεωρεῖτε αὐτήν; Ἠξεύρετε τί εὑρήκαμεν; Ἰδοὺ τί εὑρήκαμεν· δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ποίους τόκους χρεωστοῦμεν. Δηλαδὴ ἔγειναν καταβολαὶ παρὰ τῶν κεφαλαιούχων, οἵτινες προκατέβαλον· ἀντ’ αὐτῶν δὲ ἔλαβον τὰ χρήματα ἐκ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ δανείου καὶ μέχρι τῆς ἀναλήψεως δικαιοῦνται εἰς τόκους, διότι προκατέβαλον. Τώρα πρέπει νὰ εὕρωμεν αὐτοὺς τοὺς τόκους. Τί γίνεται σήμερον; Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρισκόμεθα; Τί πράττει, ὅταν εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἡ ὑπηρεσία; Προστρέχομεν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ λαμβάνομεν ἐκεῖθεν τί ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν. Ἀλλ’ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι πληρώνομεν ὅσα ὀφείλονται; Τὸ ἐξητάσετε ποτὲ σεῖς αὐτό; Φαίνεται, ὅτι σᾶς εἶναι ἀδιάφορον. Εἴπατε ἔχομεν 120,000,000 καὶ ἔχομεν καιρὸν ἕως οὗ νὰ τὰ ἐξαντλήσωμεν, καὶ ὅταν τελειώσωσι, κάμνομεν ἄλλο δάνειον· καὶ ὅταν τελειώσῃ καὶ ἐκεῖνο, κάμνομεν τρίτον δάνειον.
§135Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἐκάματε τὰ δάνεια.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡμεῖς κάμνομεν δάνεια ἁπλᾶ· Θέλομεν καὶ τὸν ἔλεγχον.
§137Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶσθε πολὺ ὀλίγον καιρὸν εἰς διαχείρισιν...
§138ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε μέχρι τοῦδε τίποτε.
§139Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀμύνης.
§140ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἀμύνης μάλιστα· εἶμαι ἔνοχος, καὶ ὅταν θέλετε, λογαριαζόμεθα. Ἐγὼ ἔχω κάμει πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς ὥρας νὰ τὰ ἐξετάσωμεν. Τώρα ἐξετάζομεν αὐτὰ, ὅσα εὑρίσκονται ἐδῶ· καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἐκεῖνο· Θὰ ἀνοιχθῇ τὸ βιβλίον. «Καὶ βίβλοι ἀνοιγήσονται».
§141Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ τὰ εἴπω ἐγώ· ἐγὼ σὲ γνωρίζω πολὺ καλὰ, σᾶς γνωρίζω κάλλιστα· ὅσα δὲν γνωρίζετε σεῖς τοῦ ἑαυτοῦ σας, θὰ τ’ ἀποδείξω ἐγώ.
§142ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἐσυστήσαμεν Ἐπιτροπὴν· εἰς τί ἐργάζεται αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή; Ἡ ὅλη διαχείρισις εἶναι χάος, δὲν εὑρίσκεται συγκεντρωμένη. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ εὕρωμεν οὔτε τὰ Διατάγματα τῶν πιστώσεων, οὔτε τὰς πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐγένετο χρῆσις χρημάτων. Τυχαίως ἐν τοῖς γραφείοις τὰ εὑρίσκομεν, ὥστε περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τὴν ἐλαχίστην ἰδέαν ἔχομεν. Τί πρέπει λοιπὸν νὰ γείνῃ; Πρέπει νὰ γείνῃ κατάστρωσις, καὶ αὐτὴ εἶναι τὸ πρῶτον ἔργον παντὸς ὅστις ἄρχεται ἐξετάσεως. Μὴ σᾶς φαίνεται, ὅτι εἶναι μικρὸν καὶ ὅτι εἶναι περιττόν; Σεῖς ὅταν θέλετε νὰ ἐξετάσητέ τι, ἄρχεσθε ἀπὸ τοῦ τελικοῦ πορίσματος, ἢ ἐξετάζετε τὸ πρᾶγμα ἱστορικῶς, χρονολογικῶς καὶ κατόπιν φθάνεται εἰς τὸ ἐξαγόμενον; Ἐδῶ δὲν ἔχομεν βιβλία, βιβλίον τῶν χρεῶν δὲν ὑπάρχει· ἔχομεν τὸ δάνειον τῶν 6,000,000, τὸ δάνειον τῶν 28,000,000, τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 τὸ δάνειον τῶν 10,000,000 τῶν 4,000,000, τῶν 60,000,000 καὶ τῶν 120,000,000, οὐδὲ σημειώσεις εὑρίσκομεν· δὲν ἔχομεν βιβλία τῶν χρεῶν, τὸ grand livre λεγόμενον, ἐνῷ ἔπρεπεν ἕκαστον δάνειον νὰ ἔχῃ τὸ βιβλίον του, νὰ καταγράφῃ τί ἐπληρώσαμεν καὶ τί ὀφείλομεν. Ἕκαστον παράρτημα, τὸ ὁποῖον πληρώνεται, πρέπει νὰ σημειώνεται καὶ νὰ καίεται, διότι δύναται νὰ παραπέσῃ, καὶ δύναται πάλιν νὰ ἀπαιτηθῇ· ὥστε μίαν ἡμέραν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πληρώσωμεν δίς. Σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ ἐπέλθῃ τάξις εἰς αὐτὸ τὸ χάος; Ἐσκέφθητε ποτέ; Ὅταν ὁ ὑπουργὸς σᾶς λέγῃ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν· δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ἐξετάσω αὐτὰ τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἔχω καιρὸν, δὲν ἔχω καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ εὕρω τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ τέλος εἰς αὐτὸ τὸ χάος, καὶ δι’ αὐτὸ ἀναθέτω αὐτὴν τὴν ἐργασίαν εἰς ἀνθρώπους εἰδικοὺς πρὸς τοῦτο, πρὸς τί μορφάζεσθε; Ὅταν γείνῃ ἡ κατάστρωσις, τότε ἄρχεται ἡ ἐργασία τοῦ Συνεδρίου. Ἡ πρώτη ἐργασία εἶναι διάφορος· αὐτὴ δύναται νὰ βεβαιώσῃ, νὰ καταδείξῃ, νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα, ἀλλὰ κρίσιν περὶ τῶν πραγμάτων ὁριστικὴν δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ. Ποῖος δύναται νὰ κρίνῃ ἂν μία πρᾶξις ἔγεινεν ἐντὸς τοῦ νόμου, ἢ δὲν ἔγεινεν ἐντὸς τοῦ νόμου; Ποῖος δύναται νὰ κρίνῃ ἐὰν τὸ δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον συνάπτεται, εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν νόμον ἢ ὄχι; Αὐτὰ εἶναι ἔργα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τότε ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἔργου καὶ δικάζει καὶ καταδικάζει. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ Ἐπιτροπή. Ἡ Ἐπιτροπή, λέγει ῥητῶς τὸ Διάταγμα, ἐργάζεται ὑπὸ τὰς ὁδηγίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁδηγιῶν τούτων. Ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ὁδηγιῶν ἐμοῦ; Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θέλουν μᾶς παραστήσει τί ἀπαιτεῖται, αὐτοὶ μόλις ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου· προϊόντος δὲ τοῦ ἔργου, θέλουν καταδείξει εἰς ἐμὲ πῶς θέλει καταρτισθῆ ἡ ἐργασία αὕτη· σήμερον, κατ’ ἐμὲ, ἐὰν μὲ ἐρωτήσητε, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπω πῶς θέλει διεξαχθῆ ἡ ἐργασία. Ἀλλὰ λέγετε, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ, ἥτις θὰ προπαρασκευάσῃ τὰς κρίσεις καὶ τὰς σκέψεις τοῦ ὑπουργοῦ, διατί νὰ γείνῃ διὰ Διατάγματος; Εἰς τί βλάπτει τὸ Διάταγμα; Τί βλάπτει νὰ γείνῃ διὰ Διατάγματος Ἐπιτροπή, ἥτις δύναται νὰ συγκροτηθῇ διὰ μόνης ὑπουργικῆς διαταγῆς; Ἐὰν ὅτι ἠδύνατο νὰ πράξῃ μόνος ὁ ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀντικείμενον τῆς κυβερνήσεως, δὲν ἕπεται ἄλλο ἢ ὅτι ἔδωκα μεγαλειτέραν σπουδαιότητα εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Καὶ ὁ ὑπουργὸς, ὅστις περιορίζει αὐτὸς ἑαυτὸν, ὅστις ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ Βασιλέως ἐργάζεται ἐπὶ τόσον σπουδαίας ὑποθέσεως, νομίζετε, ὅτι πράττει τι παρὰ τὸν νόμον;
§143Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σφετερίζεται ἐξουσίαν ὁ ὑπουργός.
§144ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποίαν ἐξουσίαν καὶ ἀπὸ ποῖον; Ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του;
§145Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἐξουσίαν τοιαύτην.
§146ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε, ὅτι ἔχει τὴν ἐξουσίαν μόνος του νὰ διορίζῃ Ἐπιτροπήν.
§147Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐπλάσατε αὐτό· δὲν εἶπον τίποτε.
§148ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μὲ εἴπητε, ὅτι ἀνεβήκατε εἰς τὸ βῆμα, καὶ κατεβήκατε χωρὶς νὰ εἴπητε τίποτε, τότε τὸ παραδέχομαι.
§149Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπεις διατὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος;
§150ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν λέγετε, ὅτι παραβιάζεται νόμος, ἢ γίνεται σφετερισμὸς ἐξουσίας, πρέπει νὰ εἴπητε ποῖος νόμος παραβιάζεται. Ἐδῶ παραβιάζεται ὁ νόμος τῆς ἐξουσίας τοῦ ὑπουργοῦ· ὁ ὑπουργὸς ὑποβάλλει αὐτὸς ἑαυτὸν εἰς μείωσιν τῆς ἐξουσίας του. Ἄλλο εἶναι νὰ παραβιάζῃ τις τὸν νόμον, ν’ ἀναστέλλῃ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους διὰ Διαταγμάτων. Τὸ νὰ ἀναστέλλῃ τις τὴν ἐξουσίαν τοῦ νόμου, αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε ἔγκυρον; Σεῖς ἀνεστείλατε τὸν περὶ καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου νόμον· τὸ θεωρεῖτε πολὺ καλὸν αὐτό;
§151Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς τὸ ἐπράξατε.
§152ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς φέρω τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§153Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ τὴν φέρετε.
§154ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς διὰ πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνεστείλατε τὴν καταδίωξιν τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, καὶ ποίων; Τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐκποιήσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν· δηλαδὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπέγγυα εἰς τὰ δάνεια, καὶ ἀφήσατε καθυστέρημα ἐκ μόνου τοῦ παρελθόντος ἔτους 3,500,000 διὰ τῆς ἀναστολῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη καὶ περαιτέρω, διότι σεῖς τὸ ἀπεφασίσατε ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ διὰ 3 ἢ 4 ἐπαρχίας, καὶ ἐκεῖνος τὸ ἐπεξέτεινε καὶ εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, τὴν Φθιώτιδα· καὶ ἰδοὺ τὸ πρακτικόν σας. Τοιοῦτον πρακτικὸν νὰ μοὶ φέρετε, καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι παρηνόμησα. Ὑπάρχει νόμος ἀπαγορεύων τὴν ἀναστολὴν καταδιώξεως; Βεβαίως. Τώρα σᾶς ἀναγινώσκω τὸ πρακτικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου λέγετε: «Συνεδρίασις ΟΒʹ. Πρᾶξις 224. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 11 7βρίου 1881. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἔχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἐφετεινὴν σιτοδείαν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Λοκρίδος, Θηβῶν καὶ Βάλτου, ὡς ἐκ τῆς ὁποίας οἱ δηλωταὶ ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσωσι τὰς ἐτησίας δόσεις, Ἀποφαίνεται: Ν’ ἀνασταλῇ ἡ καταδίωξις προσωρινῶς κατὰ τῶν τοιούτων ὀφειλετῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἐνεργήσει τὰ δέοντα ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Τὸ Συμβούλιον Ὁ Πρόεδρος Ἀ. Κουμουνδοῦρος. Τὰ μέλη Β. Βαλτινός. Α. Ῥικάκης. Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Λ. Ἀθανασιάδης.» Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ δυστυχὴς λέγει: πῶς νὰ ἀναστείλω! Ἠθέλησε νὰ τὸ κολάσῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς τὸν ταμίαν Θηβῶν συσταίνω ν’ ἀναβάλῃς. Ὁ νόμος λέγει: ἀπαγορεύω ἀναστολὴν, ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτρέπει ἀναβολήν.
§155Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀφήσητε αὐτὸ τὸ χαρτί.
§156ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς ἐπηδήσατε ὑπὲρ τὰ ἐσκαμμένα ἄνευ αὐτοῦ τοῦ λογοπαιγνίου, ἀλλ’ ἀπροκαλύπτως. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σεῖς ἐκάματε λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι παρανομία· τὸ νὰ περιορίσῃ ὅμως ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς ἑαυτὸν, αὐτὸ εἶναι παρανομία. Ἐγὼ ὑπέβαλα Διάταγμα πρὸς σύστασιν Ἐπιτροπῆς, ὥστε ἡ Ἐπιτροπὴ ν’ ἀναλάβῃ ἀνωτέραν εὐθύνην, ὄχι μόνον ἀπέναντι τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸ τὸ θεωρεῖτε παρανομίαν;
§157Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸ χαρτὶ εἰς τὸ προεδρεῖον;
§158ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. Διὰ νὰ σᾶς δείξω δὲ, ὅτι ἀνεστείλατε τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, σᾶς ἀφίνω καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐστείλατε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἑξῆς· «Διαβιβάζω πρὸς ὑμᾶς συνημμένως, διὰ τὴν προσήκουσαν περαιτέρω ἐνέργειαν, ἀντίγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 224 πράξεως τοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς ἐγνωμοδοτήσατε, ἵνα ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλόντων ἐτησίας δόσεις ἐπὶ τῇ δηλώσει ἐθνικῶν γαιῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας Λοκρίδος, Θηβῶν καὶ Βάλτου, ὡς ἐκ τῆς ἐν αὐταῖς ἐπικρατησάσης ἐφέτος σιτοδείας.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ».
Σᾶς ἀφίνω καὶ τοῦτο, καὶ παρακαλῶ μάλιστα νὰ δημοσιευθῇ διὰ τοῦ τύπου καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§159ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Νὰ φέρητε καὶ τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς Τρικούπης εἶχεν ἐκδώσει πρὸς συμψηφισμὸν τῶν χρεῶν τῶν δήμων.
§160ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, ἐὰν ἔχῃ σχέσιν μὲ γαίας καὶ φυτείας.
§161ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§162ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον.
§164ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε.
§165ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ καὶ προλαλήσας, εἶπεν, ὅτι ἐγὼ πηδῶ ἀπὸ τὸ ἓν ζήτημα εἰς τὸ ἄλλο. Τὸ νὰ πηδᾷ τις ἀπὸ ἓν ζήτημα εἰς τὸ ἄλλο, ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς σκολιόν· ἀλλὰ τὸ νὰ πηδᾷ τις ἀπὸ τὰ σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα εἰς τὰ γελοῖα, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐλεεινόν. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, δὲν ἐπήδησα μήτε εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, καθ’ ὅσον εὗρον εἰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, κεφ. 6, § 6 ἓν ποσὸν ἀπὸ 6,000 δραχμάς, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχεν ἄλλοτε εἰς τὸν προϋπολογισμόν, καὶ τοῦτο δὲν ἠρνήθη οὔτε ὁ κ. Πρωθυπουργός. Λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ συντάξας τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἠξεύρει τί περιέχει; Τὸ ζήτημα, καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ λάβῃ τὸ 1/12 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 ἢ τοῦ 1881, ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ἐξελέγξουσα τὴν διαχείρισιν τῶν 120,000,000, διωρίσθη σύμφωνα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Λέγω ὄχι! καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου φέρω ἀπόδειξιν τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· εἶπεν, ὅτι ἔχομεν ὄχι μόνον τὸ κεφ. 6, § β, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὧν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ὁ ὑπουργός, ὅταν θέλῃ νὰ πληρώσῃ ἰδιώτα διὰ νὰ ἐξελέγξωσι, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἥτις ὑπαγορεύει τοῦτο.
§166ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ γίνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ καιροῦ.
§167ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς λέγει τὸ ἐναντίον, ὅτι δηλαδὴ τὸν διορισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπαγορεύει ὁ λογιστικὸς νόμος, καὶ ἡ διαφωνία αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔφορος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ λογιστικοῦ νόμου, δὲν καταλαμβάνει τί λέγει ὁ νόμος αὐτός, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐτόλμησε νὰ ἀμφισβητήσῃ τοῦτο, ἔπειτα ἀπὸ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκε χθὲς ὁ προκάτοχός του, ἐξηγήσας πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς ὡς πρωτόσχολος, τὰ ὁποῖα τὸ Διάταγμα μνημονεύει ἄρθρα τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ἔπειτα ἀπαντῶμεν καθ’ ἕκαστον ζήτημα διαφωνίαν μεταξὺ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· τώρα τίνα πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν; Ἀνάγκη λοιπὸν ὁ κ. Τρικούπης, ἢ νὰ παραχωρήσῃ τὴν προεδρείαν εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ἢ ὡς προϊστάμενος νὰ τὸν κρατήσῃ εἰς πειθαρχίαν. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν διωρίσθη κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Κατὰ τὴν σημερινὴν ὅμως ῥῆσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἣν ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ δημόσιος ὑπάλληλος, δύναται νὰ κληθῇ νὰ τὴν ἐκτελέσῃ καὶ οἱοσδήποτε ἰδιώτης, φθάνει νὰ ἦναι τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ὑπουργοῦ. Δύναται λοιπόν, κατὰ τὴν ἰδέαν ταύτην, νὰ διατάξῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἕνα ἰδιώτην τῆς ἐμπιστοσύνης του νὰ ἐνεργήσῃ μὲ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Στρατολογικοῦ Συμβουλίου τὰς κληρώσεις τῶν στρατευσίμων, εἴτε διότι δὲν ἔχει Νομάρχην, εἴτε διότι δὲν τὸν ἐμπιστεύεται; Τίς λέγει τὴν τερατώδη ταύτην ἰδέαν; Ὁ νομομαθὴς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν!! Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ φίλος μου καὶ ἀρχηγὸς τοῦ μικροῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω καὶ ἐγώ, κ. Δηλιγιάννης, ὅτι ὁσάκις ὁμιλεῖ λαμβάνει θέσιν τραγικήν, καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν βγαίνει τίποτε, ἢ βγαίνουν μικρὰ πράγματα ἀπὸ τὸν λόγον του. Τὸ νὰ ὁμιλῇ τις, τηρῶν θέσιν τραγικήν, ἴσως στενοχωρεῖ κατά τι τοὺς ἀκούοντας, ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχῃ τις ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του θέσιν γελοίαν, καθίσταται ἐνίοτε καὶ ἀηδὴς, καὶ μόνον εἰς τὴν παράστασιν κωμῳδίας εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρίσταται τοιοῦτο πρόσωπον. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ κ. Δηλιγιάννη μικρὰ πράγματα εὐγαίνουν εἰς τὸ τέλος· τοῦτο ὁμολογῶ καὶ ἐγώ. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο φέρει εὐθύνην ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑποστηρίζει τὰς ἀξιώσεις τῶν Κυβερνήσεων, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ὅπως συνέβη προπέρυσιν, ὅτε ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἐγὼ ἀπεκρούσαμεν μετὰ μεγίστης ἐπιμονῆς, βοηθούμενοι καὶ ἀπὸ τὸ μικρὸν μας κόμμα, τὴν χορήγησιν τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης, ὅπερ κατέστησε δυστυχὲς ὁλόκληρον τὸ ἐργατικὸν τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, ἀποκλεισθείσης διὰ παντὸς τῆς συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ ὑπερετίμησε ἀμέσως διὰ τοῦ προνομίου τούτου τὸ κεφάλαιον τῆς Τραπέζης κατὰ δεκαοκτὼ μιλιούνια δραχμὰς, ἐξ ὧν εἶχε μερίδιον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς 327,000, ἐκ τῶν ὁποίων ἔχει ἐν τῇ Τραπέζῃ μετοχῶν. Τί ἔπταισε λοιπὸν ὁ λόγος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, ἂν δι’ ἑνὸς νόμου, ὃν ἐπολέμησεν αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του, ἡ Βουλὴ, μὴ ἀκούσασα αὐτοὺς, ἐπροίκισε τὸν κ. Καλλιγᾶν μὲ ἓν ποσὸν 327,000 δρχ. ἀποτελοῦν ἐν Ἑλλάδι μίαν σπουδαίαν περιουσίαν; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι οἱ συγκροτοῦντες τὸ μικρὸν αὐτὸ κόμμα εἶναι σκώληκες. Ἂν οἱ Ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ ἦναι σκώληκες, σκώληκες εἶναι ἐπίσης καὶ οἱ στείλαντες αὐτοὺς ἐκλογεῖς. Ἀτυχῶς διὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν οἱ ἐκλογεῖς οὗτοι δὲν εἶναι σκώληκες’ τοὐναντίον, εἶναι πολῖται ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ἀφοῦ ἐθυσίασαν τὸ αἷμα καὶ τὴν περιουσίαν των κατὰ τὸ ἐνεαετὲς διάστημα τοῦ ἀγῶνος, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Βασιλείας, ἤρξαντο ἀμέσω καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ συνεισφέρωσι διὰ τῆς ἐντίμου ἐργασίας των εἰς τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως τοῦ Κράτους, καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος.
§168ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Δημητρακάκη, σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἀπαντᾶτε εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, διότι εἶναι ἀνάξιος ἀπαντήσεως.
§169ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐὰν σεῖς θέλετε διὰ τῆς σιωπῆς νὰ περιφρονήσετε τὸν διδάσκαλόν μας, ἐγὼ τὸν σέβομαι καὶ δὲν τὸν περιφρονῶ· διὰ τοῦτο δὲν τὸν ἀφίνω ἄνευ ἀπαντήσεως — Βλέπει λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι, τοὺς ὁποίους ὕβρισε μὲ τὴν προσωνυμίαν τοῦ σκώληκος, δὲν εἶναι ἐκλογὴ σκωλήκων. Ἐνῷ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι ἀπεσταλμένος εἰς τὴν Βουλὴν μεγάλου σκώληκος, τοῦ καταστήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκμυζεῖ πᾶσαν τὴν ἰκμάδα τῆς Ἑλλάδος καὶ ξηραίνει αὐτὴν ὡς τὸ ἔντομον τῆς φυλλοξήρας.
§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ κατάστημα;
§171ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ καταλαμβάνεις; Εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος.
§172ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀνέφερε δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔλεγχος οὔτε παρὰ τοῦ Λογιστηρίου, οὔτε ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐλησμόνησεν, ὅτι μέχρι τοῦ 1875 ἐδιοικοῦσαν τὴν Ἑλλάδα μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ οἱ συνάδελφοί του, ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου κ. Τρικούπης, καὶ ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ ἰδίως τὸ 1867, ὅτε ἐγένοντο αἱ περίφημοι ἐκεῖναι προμήθειαι τῶν καθ’ ὁδῶν τιναζομένων εἰς τὸν ἀέρα σαπιοκαραβίων, ἀποστελλομένων ὑπὸ τοῦ πεφιλημένου των Σπάρταλη διὰ νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης· καὶ οὔτε οἱ λογαριασμοὶ ἐκεῖνοι ἐξηλέγχθησαν ἀκόμη, εἶναι δὲ ὑπόλογοι οἱ παραγγείλαντες ὑπουργοὶ τότε, τῶν Ναυτικῶν Γρίβας, τῶν Ἐξωτερικῶν Τρικούπης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ φίλτατος καὶ κανονίζων τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικὴν τοῦ κ. Καλλιγᾶ Κεχαγιᾶς.
§173ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ποτὲ δὲν ὑπῆρξα ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§174ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μετέχεις τῆς εὐθύνης τῆς πολιτικῆς τῶν ἀνωτέρω, διότι ἦσο ὑπουργός. Ὕστερον ἀπὸ αὐτὰ, κύριοι, πῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὴν τόλμην καθ’ ἑκάστην νὰ προσβάλλῃ τοὺς βουλευτὰς ὅλους; Παρεπονέθη εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν κ. Ἀργυρόπουλον, εἰπόντα τῷ κ. Καλλιγᾷ ὅτι κοροϊδεύει. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι πρῶτος αὐτὸς ὕβρισε τὸν κ. Ἀργυρόπουλον καὶ τὸν ἠνάγκασε νὰ τῷ εἴπῃ τὴν ῥυπαρὰν λέξιν κοροϊδεύει. Ἀφοῦ δὲν σέβεται τὸν ἑαυτόν του, πῶς θέλει νὰ τὸν σεβασθῶσιν οἱ ἄλλοι; Ἐννοῶ, κύριοι, διατί ἔχει αὐτὴν τὴν τόλμην καὶ τὴν διάθεσιν πρὸς τὸ ὑβρίζειν, διότι εὐχαριστεῖται διὰ τὴν συμπεριφορὰν ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν μεγάλη πλειοψηφία. (Θόρυβος). Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐναβρύνωνται διὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν; Τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει ἓν ἀνέκδοτον, ὄχι δύω καὶ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν ὁποῖα ἀναφέρει ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀλλὰ τοῦ τρέχοντος αἰῶνος. Κατὰ τὸ ἔτος 1808, ὅτε ἐφόνευσαν οἱ τοῦρκοι τὸν Σελίμην Γʹ καὶ ἀνεβίβασεν ὁ Μουσταφᾶ Μπαϊρακτάρης εἰς τὸν θρόνον τὸν Μαχμοὺτ, κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνῆλθεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Μεγάλου Βεζύρου ὁ Μπαϊρακτάρης, φίλος του ἔσπευσε νὰ παρουσιασθῇ διὰ νὰ τῷ ἀναφέρῃ ὑπόθεσίν του, ἀλλ’ εἰσελθὼν τὸν εὗρεν ἀγέρωχον, καὶ μετὰ περιφρονήσεως δεχόμενον· τότε ἀντὶ νὰ τῷ ὁμιλήσῃ διὰ τὴν ὑπόθεσιν, τῷ ἔδωκε πολύτιμον δακτυλίδιον, ὅπερ ἔφερε. Τί εἶναι αὐτό; ἠρώτησεν ὁ Βεζύρης. Ἦλθον νὰ σοὶ ὁμιλήσω δι’ ὑπόθεσίν μου, ἀπήντησεν ὁ προσελθὼν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ δέχεσαι, μὲ ἐνθύμισεν ἄλλο· εἶχον τάξει νὰ δώσω τοῦτο τὸ δακτυλίδι εἰς τὸν τρελλότερον τῶν ἀνθρώπων, καὶ μὰ τὸν Προφήτην, δὲν εὑρίσκω τρελλότερον σοῦ, ὅστις ὑπερηφανεύεσαι διὰ τὴν θέσιν σου, ἀφοῦ γνωρίζῃς, ὅτι ὁ προκάτοχός σου ἀποκεφαλίζεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ ἠξεύρεις καλὰ, ὅτι τὸ ἴδιον θὰ πάθῃ καὶ σύ. Ὑπερηφανεύσθε διὰ πλειοψηφίαν Ἑλλ. Βουλῆς; Δὲν ἔχετε πρόχειρον παράδειγμα ἐκεῖνον (δεικνύει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον), ὅστις καὶ μονάκριβον τέκνον τῆς Βουλῆς ἐνησμενίζετο νὰ ὀνομάζηται; Καὶ ἐν τούτοις τώρα ἡ φιλόστοργος αὕτη μήτηρ τῷ δίδει τόσους μπάτζους καὶ κλώτσους, ὅσους δὲν ἔφαγε τὸ ἀτακτότερον προγόνι! Ἡ ἀγερωχία σᾶς αὕτη σᾶς ἀποδεικνύει στερουμένους οὐ μόνον γνώσεως τῆς συγχρόνου ἱστορίας τῆς πατρίδος σας, ἀλλὰ καὶ κρίσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξέφρασε πρὸ μικροῦ ἐναντίον μου μυκτηρισμὸν, ὃν καὶ ἄλλοτε εἶπε, καὶ ἐῤῥαπίσθη· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸν ἐπανέλαβε, θὰ λάβῃ ῥάπισμα ἀλγεινόν. Εἶπεν, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν διαγινώσκουσιν εἰς ἐμὲ, παρ’ ὅτι ἐδιοίκησα τὰ «Ἄσπρα Σπήτια», θέλων νὰ μὲ σαρκάσῃ, διότι διετέλεσα ἔπαρχος. Ὁ πατήρ μου, ὡς ἀγαθὸν τέκνον τῆς πατρίδος του, ἀντὶ ὅπως ἔπραξεν ὁ πατὴρ τοῦ κ. Καλλιγᾶ νὰ λάβῃ τὴν περιουσίαν του κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, νὰ φύγῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ πλουτήσῃ διὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ νὰ ἐκπαιδεύσῃ καὶ ἐμὲ εἰς τὴν Εὐρώπην, ἔμεινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὑπηρετῶν προσωπικῶς καὶ θυσιάζων καὶ τὴν περιουσίαν του κατὰ τὸν ἀγῶνα, μόλις ἠδυνήθη νὰ μὲ μάθῃ τὰ ἐν Ἑλλάδι διδασκόμενα γράμματα, κατὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῆς Βασιλείας, ἀφήσας με καὶ ἄνευ περιουσίας, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑπηρετῶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ νὰ μὴ μένω, ὡς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐν Ἀθήναις νὰ εὐζωῶ καὶ πλουτῶ. Καὶ μολαταῦτα καυχῶμαι καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν μου αὐτὴν, καθόσον ὅπου διετέλεσα εἴτε ἔπαρχος, εἴτε νομάρχης, ἔφερα τὴν ἀσφάλειαν, καὶ ἡ ὑπηρεσία μου οὐδεμίαν μομφὴν μοὶ προσάπτει. Ὡς ἔπαρχος Λεβαδείας, ὅπου ἀνήκουσι καὶ τὰ Ἄσπρα Σπήτια, κατέστρεψα διὰ μιᾶς ἐν Ζεμενῷ οὐλαμὸν ὁλόκληρον λῃστῶν καὶ ἐξασφάλισα τὴν Ἀττικὴν καὶ Βοιωτίαν· εἰς Παρνασίδα ἐξώντωσα τὸν ἐξ ἐπισήμου ἐντοπίας οἰκογενείας τρομερὸν λήσταρχον Πανουργιὰν, καὶ ἔφερα τὴν ἀσφάλειαν εἰς πᾶσαν τὴν Φωκίδα καὶ Λοκρίδα. Ὡς νομάρχης εἰς τὴν Ἀρκαδίαν ἐξήλειψα καὶ τὰ τελευταῖα λείψανα τῆς λῃστείας τῆς Πελοποννήσου. Καὶ πότε κατώρθωσα ταῦτα; Ὅταν ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐτόλμα ἀπὸ τὴν λῃστείαν νὰ ἐξέλθῃ τῆς πρωτευούσης, καίτοι φρουρούμενος ἀπὸ μυρίας ξένας λόγχας Ἀγγλογαλλικὰς, ἀφοῦ ἔξωθεν τῶν ἀνακτόρων συνελάμβανον οἱ λῃσταὶ αἰχμάλωτον τὸν Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας! Ἔπεται λοιπὸν, ὅτι ἐγὼ ὡς ἔπαρχος ἤμην χρησιμώτερος εἰς τὴν πατρίδα μου ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν Καλλιγᾶν. Δυσανασχέτησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Ζηνόπουλος ἐκάλεσε, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ἐργάτας τὰ πλάσματα τοῦ Διατάγματός του. Ἀλλ’ ἀφοῦ θὰ ὑπηρετήσωσιν, ἰδιῶται ὄντες, μὲ ἡμερομίσθιον, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Διατάγματός του, πῶς ἄλλως δυνάμεθα νὰ τοὺς ὀνομάσωμεν; Εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἀκόμη, τὸν ὑπηρετοῦντα μὲ ἡμερομίσθιον ὀνομάζουσιν ἡμεροδουλιάρην· ὥστε ὁ κ. Ζηνόπουλος, ὀνομάσας τὸν τοιοῦτον ἐργάτην, τὸν ὠνόμασε κἄπως εὐφημότερον, ἀδιάφορον ἂν ἦναι καὶ ὁ κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν δυσεύρετος σοφὸς Λεβίδης του, ὅστις, διὰ νὰ λάβῃ τὸ μεροκάματο τῶν 25 δραχμῶν, λησμονεῖ ποίαν ἔννοιαν ἔχουν αἱ διατάξεις νόμου, τοῦ ὁποίου ἦτο εἰσηγητής. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εὗρε κακόηχον τὴν λέξιν ἐπίωρος, ἣν ἐπρόφερεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, καὶ τὸν ἐχλεύασε διὰ τοῦτο, καὶ ἡ πλειοψηφία ἐξεκαρδίσθη ἀπὸ τὰ γέλοια διὰ τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπουργοῦ, ὃν ὑποστηρίζει. Ἀλλ’ ὁ σοφὸς κ. Καλλιγᾶς, διατί δὲν ἤλεγξε τὸν πρωθυπουργόν του διὰ τὴν ὄντως κακόηχον λέξιν ὑπερβασία, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἑλληνικωτάτην λέξιν ὑπέρβασις; Ἐγὼ, ὅστις πιστεύω, ὅτι γνωρίζω μερικὰ κολυβογράμματα, οὐδαμοῦ ἀπήντησα λέξιν ὑπερβασία. Τὴν λέξιν βασία εὗρον σύνθετον ἀπὸ δύω μόνον λέξεις ὕπνος καὶ κτῆνος, ἐξ ὧν αἱ λέξεις ὑπνοβασία, κτηνοβασία. Ἂν ἀρχίσωμεν νὰ δεικνύωμεν πνεῦμα, σταχυολογοῦντες τὰς φράσεις καὶ λέξεις τῶν ὁμιλούντων ἐνταῦθα, θὰ προκαλέσωμεν τὴν ἔκδοσιν δέκα ἀντὶ ἑνὸς Ἀσμοδαίου, διὰ νὰ συμπεριληφθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ κοινοβουλευτικοὶ μαργαρῖται. Εἰς τὴν πλειοψηφίαν ἀποτεινόμενος παρατηρῶ, ὅτι, ἐνθαῤῥύνουσα τὴν συμπεριφορὰν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δεικνύει, ὅτι συμπεριφέρεται καὶ αὕτη ὅπως ἡ μωρὰ μήτηρ, ἥτις εὐχαριστεῖται διὰ τὰς ἐνώπιον ἄλλων ἀσχημοσύνας τοῦ τέκνου της, νομίζουσα, ὅτι μὲ τοῦτο τὸ μικρόν της δεικνύει πνεῦμα. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἦσαν αὐτὰ ὡς ἓν καλὸν μάθημα πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν καμαρώνουσαν αὐτὸν πλειοψηφίαν.
§175ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύω λέξεις, κύριοι, διότι εἶδον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν θριαμβεύοντα καὶ γαυριῶντα ἐφ’ ὅσων εἶπε. «Καὶ ποῖον ἔλεγχον ἐνήργησες σύ; ποῦ ἄφησες τὰ πράγματα;» μ’ εἶπε. Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1861 ἔπαυσα νὰ ἦμαι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπῆρξεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ οἱ φίλοι μου. Ἂν ἡ κατάστασις τῶν Οἰκονομικῶν ἦναι κακὴ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἔνοχος, καὶ ἂν ἦμαι ἔνοχος, εἶμαι ὅσον οἱ κύριοι αὐτοὶ, ὡς ὁ πρωθυπουργὸς αὐτός. Καὶ ἂν τῷ ὄντι μομφή τις πρέπῃ ν’ ἀποδοθῇ, πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν διευθύνοντα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ οὐχὶ εἰς ἐμέ. Ἠξεύρετε τί πράττουσιν, ὅσοι θέλουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των ἐντίμως; μένουσιν ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐντὸς τῶν κειμένων. Ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων διαχειρίζονται εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξῆλθον τοῦ Νόμου, διώρισαν πολίτας καὶ ἠθέτησαν τὰ νομοθετήματα. Ἐνόσῳ ἤμην ὑπουργὸς, προσεπάθησα πάντοτε νὰ ἐνεργῶ ἐντὸς τοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μᾶς μεμφθῇ ὡς παραβιάσαντας τὸν νόμον, παρουσίασε πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ οὗ παρηγγέλλομεν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀναστείλῃ προσωρινῶς τὴν καταδίωξιν τῶν κατοίκων Βάλτου, Ἀταλάντης, τῶν ὁποίων κατεστράφη ἡ σπορὰ καὶ δὲν ἐξήρκει οὔτε διὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Ὁ κ. Τρικούπης ἠμπόδισε τοὺς ταμίας νὰ συμψηφίσωσι τὰ παρὰ τῶν δήμων ὀφειλόμενα, διότι οἱ δῆμοι ὑστεροῦντο. Ὁ νόμος διατάττει τὰ εἰσπραττόμενα παρὰ τοῦ ταμείου καὶ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς δήμους νὰ μὴ ἀποδίδωνται εἰς αὐτοὺς, ἀλλὰ νὰ συμψηφίζωνται δι’ ὅσα ὀφείλουσι. Σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι ἀναστολὴ εἰσπράξεως ἢ καταδιώξεως τοῦτο; Καὶ ὁ ταμίας παραδίδων τὰ χρήματα, τὰ πρὸς τὸ ταμεῖον ὀφειλόμενα, καὶ μὴ κρατῶν αὐτὰ, τί ἄλλο πράττει ἢ ἀναστέλλει καὶ τὴν εἴσπραξιν καὶ τὴν καταδίωξιν; Ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ζημίαν τῶν δήμων· ἔπρεπε νὰ συγχωρήσωμεν ἡμεῖς τὴν καταστροφὴν οἰκογενειῶν δυστυχῶν; Ἡμεῖς ἐπράξαμεν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὠφείλαμεν εἰς συμπολίτας καὶ ἀνθρώπους στερουμένους τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου Ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν δυστυχίαν ταύτην καὶ τὴν στέρησιν τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας των καὶ τὴν ἀπώλειαν καὶ τῆς ἄλλης αὐτῶν περιουσίας. Ἐπράξαμεν τοῦτο μετὰ θάῤῥους καὶ καυχώμεθα, διότι ἐπράξαμεν ἔργον ὠφελιμώτερον τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη. Κύριοι, ἐρωτῶ: ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον θὰ πληρώσητε τὴν Ἐπιτροπήν; Τὸ κεφάλαιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πληρώνονται ἁπλῶς αἱ ὑλικαὶ ἐργασίαι, στερούμενον πάσης ἀξίας, αἱ ἐργασίαι τῶν βοηθῶν, τῶν καθαριστῶν καὶ τοιούτων. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ γραφεῖα, νὰ ἐνεργῇ ἐρεύνας καὶ νὰ ζητῇ ἔγγραφα, νὰ συντάσσῃ πρωτόκολλα, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τὰς Ἀρχὰς, καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς νόμος ἀφορᾷ πρὸς αὐτὴν, καὶ εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ προϋπολογισμοῦ σημειοῦται, κατατάσσεται μεταξὺ τῶν ἀνωνύμων ὑπηρετῶν. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κακῶς ὡμίλησε κατ’ ἐμοῦ· δὲν ἤλπιζον δὲ νὰ παρεκτραπῇ ἐπὶ τοσοῦτον.
§176Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω ὑποστηρίξει ὅσα καὶ ὁ κ. Ἀντωνόπουλος ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ μίαν μόνον προσθήκην, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως τοῦ ἑνὸς δωδεκατημορίου εἶναι ζήτημα καθαρᾶς τάξεως, εἶναι ζήτημα συνταγματικόν. Δὲν συμφωνῶ λοιπὸν μὲ τὴν γνώμην τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, οὔτε μὲ τὴν γνώμην τοῦ προκατόχου του κ. Κουμουνδούρου, διότι νομίζω, ὅτι κατὰ μικρὸν ὀφείλομεν νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῇ τάξει. Εἶναι βεβαίως ἀνωμαλία νὰ ζητῶμεν πίστωσιν δωδεκατημορίου, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις· πλὴν οὗτος δὲν εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ πίστωσις. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 60 λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ». Καὶ τί ἄλλο πράττομεν ἡμεῖς, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς κ. Τουρνάκης; Συζητοῦντες ἐπὶ ἑνὸς κλάσματος τῆς μονάδος (τοῦ δωδεκατημορίου), εἰσερχόμεθα εἰς τὴν μονάδα αὐτὴν (τὸν προϋπολογισμόν). Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς μονάδος ταύτης. Λοιπὸν προδικάζομεν, καὶ προδικάζομεν, παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα. Ἡ διάταξις δὲ αὕτη τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἄνευ σκοποῦ, τὸν δὲ σκοπὸν βλέπετε προκύψαντα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἀνέφεραν ἀπὸ προχθὲς πολλάκις τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, ὅστις ἔχει ῥητὴν διάταξιν, ὅτι, ὁσάκις προτείνεται δαπάνη τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, αὐτὴ ἀντικαθίσταται δι’ ἐξευρέσεως πόρων, διότι ὁ νόμος προϋποθέτει, ὅτι ὁ εἰσαγόμενος προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἦναι ἰσοσκελής. Τί βλέπομεν ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην; Ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς εἰσήγαγε φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀκόμη δὲν ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκάζεται ν’ ἀνακαλέσῃ τὰ φορολογικὰ ταῦτα νομοσχέδια. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὁριστικοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἵνα κανονίσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους; Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ὁρμώμενος εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται αἱ πιστώσεις ἀπὸ τὴν Βουλὴν, κακῶς δὲ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Τρικούπης ἔθεσε καὶ ζήτημα ὑπουργικὸν, διότι οὕτω πράξας, θέτει τοὺς φίλους του εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ ψηφίσωσιν ἢ κατὰ τοῦ Συντάγματος, ἢ κατὰ τοῦ ὑπουργείου· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι κακῶς ἐτέθη ὑπουργικὸν ζήτημα. Πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τάξιν μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, καὶ ὄχι νὰ παραβιάζωμεν κατὰ μικρὸν καὶ Σύνταγμα καὶ νόμους, τῶν ὁποίων τὴν ἀρωγὴν ζητοῦμεν ὅταν πάσχωμεν μόνον.
§177Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ περιορισθῶ δὲ ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ἡ πλειοψηφία αὐτῆς, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέρος. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντετάχθη, αὐτὸς πράγματι διὰ τρόπου τραγικοῦ, κατὰ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐφαντάσθη θυέλλας, καὶ εἶδε καὶ τὰ πτηνὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς θυέλλας παρουσιάζονται, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι βεβαίως οἱ φίλοι του, διότι ἡμεῖς, ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἴμεθα ἡ διαρκὴς τρικυμία τῆς συμπολιτεύσεως.
§178ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς ἐννοούσαμεν.
§179ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, ἢ ὁ λόγος σας δὲν εἶχεν ἔννοιαν, ἢ τὸν ἀνακαλεῖτε νῦν, χάριν τῶν φίλων σας. Μοὶ ἐφάνη, λέγω, παράδοξον, διότι δὲν ἀνεγνώρισα τὸν κ. Καλλιγᾶν εἰς τὸ βῆμα, παραβάλλων αὐτὸν πρὸς τὸν κ. Καλλιγᾶν, τὸν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὡς ζήτημα πολιτικὸν, καὶ τόσον εἶναι βέβαιον τοῦτο, ὥστε ἔντιμα μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, φίλοι τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ἤγειραν πρῶτοι αὐτό. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐγὼ προσῆλθον ἀργὰ εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ εὗρον τὸ ζήτημα σχεδὸν ἐξηντλημένον. Ἐζητήθη ἡ γνώμη μου καὶ εἶπον, ὅτι, ὅπως ἐγείρεται τὸ ζήτημα, αὐτὸ εἶναι τὸ κανονικώτερον. Τινὰ τῶν ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐζήτησαν νὰ παρακληθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέλθῃ. Οὗτος δὲ καὶ προσῆλθεν, ἔχων μετ’ αὐτοῦ καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Τῷ ἀνεκοινώθησαν αἱ ἰδέαι τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς μὲ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει πάντοτε περὶ τὸ ἐφευρίσκειν: καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, εἶπεν, εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ δύω λόγοι μὲ ἔκαμον νὰ μεταβάλω γνώμην· ὁ πρῶτος λόγος εἶναι νομικός, ὁ δεύτερος πραγματικός. Ὁ νομικὸς εἶναι, ὅτι τὸ νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 τὸ διατάσσει ὁ λογιστικὸς νόμος. Τοῦτο κατέπληξεν ἰδίως τὸν ὄπισθεν τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἱστάμενον διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐγὼ δὲ, ὁ ὁποῖος πολλάκις καὶ ἐμελέτησα καὶ ἐφήρμοσα τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐνόμισα, ὅτι ἔβλεπον ὄνειρον. Ὁ λογιστικὸς νόμος οὐδὲν τοιοῦτον περιέχει, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ περιέχῃ, διότι οὐδαμῶς ὑποθέτει τοιαύτας ἀνωμαλίας. Ὁ δὲ λόγος ὁ πραγματικὸς ἦτο, κατὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 δὲν περιλαμβάνονται δαπάναι, ἀφορῶσαι εἰς τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882. Ἀλλ’ ὅπως τὸν νομικὸν λόγον ἀνέτρεψεν αὐτὸς ὁ λογιστικὸς νόμος, ἀποροῦντος, ἀλλὰ συμφωνοῦντος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὕτω καὶ τὸν πραγματικὸν ἀπέδειξεν εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνύπαρκτον, ἐνισχυομένη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅστις διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, δι’ οὗ τὰ ἔξοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐπληρώθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχετικῶν ὀργανικῶν νόμων· τοῦτο δὲ προετείναμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς ἐκθέσεώς μας. Ταῦτα λέγω οὐχὶ ὅπως δικαιολογήσω τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ὑπερασπίσεως, οὐδὲ ἐγὼ τοιαύτην ἐντολὴν, ἀλλ’ ὅπως πιστοποιήσω, ὅτι καὶ τὰ μέλη ταῦτα δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐγείρωσι πολιτικὸν ζήτημα. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα τὸ ἐγείρει ἡ Κυβέρνησις ἀκαίρως καὶ ἄνευ λόγου, ἀφοῦ κάλλιστα γνωρίζει, ὅτι δὲν προτιθέμεθα ἡμεῖς ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν παραχώρησιν τῆς αἰτουμένης προσωρινῆς πιστώσεως, ἀφοῦ δι’ αὐτῆς οὐδὲν λύεται πολιτικὸν ἢ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεχείρησεν ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει του ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸ ὅπερ ζητεῖ εἶναι καὶ τὸ κανονικώτερον. Δυστυχῶς οὐδὲν μᾶς εἶπε σπουδαῖον καὶ δυνάμενον νὰ πείσῃ. Διὰ τοῦτο ἔκρινα ἀναγκαῖον ν’ ἀνατρέξω εἰς τὰ Κράτη, τὰ μᾶλλον ἡμῶν προωδευμένα ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ ἐφαρμογῇ αὐτῆς, ὅπως ἴδω τί πράττουσιν ἐκεῖ ἐν ὁμοίαις περιστάσεσιν. Ἐξέλεξα δὲ τὴν Γαλλίαν, καὶ εἶδον, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ προσωριναὶ πιστώσεις (Crédits provisoires) χορηγοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους de l’ année précédente) Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Dalloz ἐν τῇ λέξει trésor public. Πιστώσεις προσωριναί. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως πιστώσεων, λεγομένων προσωρινῶν, γεννᾶται ὁσάκις αἱ πιστώσεις, αἱ χορηγηθεῖσαι διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος, ἐξηντλήθησαν, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους δὲν κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Κυβέρνησις αἰτεῖται παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσῃ ἓν ἢ πλείονα δωδεκατημόρια τῶν φόρων, συμφώνως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς πιστώσεις αὐτοῦ εἰς τὰς τρεχούσας καὶ ἀναγκαίας δαπάνας». Ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει ἀνάλογος διάταξις ἐν τῷ περὶ δημοτικῶν φόρων νόμῳ, καθ’ ἣν, ἐν ἐλλείψει προϋπολογισμοῦ τρέχοντος ἔτους, αἱ δαπάναι γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξει τί διατάσσει τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Νόμου τῆς 22 Δεκεμβρίου 1874. «Καθ’ ἣν περίπτωσιν δι’ οἱανδήποτε αἰτίαν ὁ προϋπολογισμὸς ἑνὸς Δήμου δὲν καταρτισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, αἱ δημοτικαὶ εἰσπράξεις καὶ δαπάναι θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ γίνωνται, μέχρι τῆς ἐπικυρώσεως αὐτοῦ, συμφώνως πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους». Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἠπόρησα πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἔτι μᾶλλον πῶς ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου ἐθεώρησαν, ὅτι ἐπετρέπετο αὐτοὶ νὰ μεταβάλωσι τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ τόσον ἁπλοῦν, τὸ ζήτημα τάξεως, τῷ ὄντι ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, νὰ τὸ μεταβάλωσιν εἰς ζήτημα πολιτικόν. Ὑποθέτω, ὅτι ἔπραξαν τοῦτο, διότι ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην ἑνὸς ἀντισηκώματος, λίαν ἀτυχοῦς ὅμως, μετὰ τὴν ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθησαν νὰ κάμωσιν ὡς πρὸς τὸ φορολογικὸν ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἂν τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν τὸ ἤγειρεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, θὰ ἔπραττεν ἀληθῶς, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ πᾶσα Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὰς ἰδίας αὑτῆς πράξεις τιμῶσα. Εἰσήγαγεν εἰς ἡμᾶς προϋπολογισμὸν ἔχοντα 11 ἑκατομμύρια δραχ. ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει σήμερον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς 15,000,000· εἰσήγαγε δὲ ὁμοῦ καὶ σύστημά τι οἰκονομικόν, ἔστω καὶ ἀτελὲς, αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, πρὸς ἐλάττωσιν ἢ περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Τὸ κυριώτατον ἐκ τῶν εἰσαχθέντων οἰκονομικῶν νομοσχεδίων εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ζώων. Καὶ ἐπὶ τούτου, μετὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας εἶδεν ἐγειρομένας ἐνταῦθα, μετὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ Βουλῇ ἐπεκράτησεν, ἐπὶ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ὑπεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑπεχώρησεν οὐχὶ διότι ἐπείσθη, ἀφοῦ μᾶς προήγγειλε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, ἀκαδημαϊκῶς πλέον, ἀλλὰ διότι ἐνόησεν, ὅτι, ἐὰν ἐτίθετο τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ψηφοφορίαν, ἤθελεν ἀπολέσει τὴν πλειονοψηφίαν. Δὲν εἰξεύρω ἂν τοῦτο ἐπετρέπετο ἐν γένει εἰς φιλότιμον καὶ σπουδαίαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο παντάπασιν ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν ἰδίως, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἐλάλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀγωνιζόμενος πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω πλειότερον, διότι σέβομαι τὰς στιγμὰς τῆς Βουλῆς πολλῷ μᾶλλον ἢ ὅσον οἱ γινώσκοντες νὰ διακόπτωσι μόνον. Ἀλλ’ ὤφειλον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως πράγματα λεχθέντα ἀνακριβῶς, καὶ διαστρέφοντα τὰς ἰδέας καὶ τὰς προθέσεις τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ χορηγήσεως πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον.
§181ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα θὰ ἐνεργηθῇ ἡ κλήρωσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ παραστῇ κατὰ τὴν τελετὴν τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Γεωργίου. Ἐπειδὴ δὲ αὔριον δὲν θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν, τὴν Παρασκευὴν κατὰ τὴν συνήθη ὥραν θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συνεδριάσεις. (Γενομένης τῆς κληρώσεως διὰ ψηφοδελτίων, ἐξήχθησαν ἐκ τῆς κληρωτίδος τὰ ἀκόλουθα ἐννέα ὀνόματα βουλευτῶν, ὡς μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν τελετήν· Σπήλιος Ἀντωνόπουλος, Ἰω. Ἀστεριάδης, Ἀλέξ. Καραμπίνης, Ἀριστ. Τζιβανόπουλος, Ν. Λεβίδης, Στέφ. Σκουλούδης, Ῥοβ. Ῥώμας, Δ. Βουλπιώτης, Θ. Δηλιγιάννης καὶ Δ. Τζάνες). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7½ μ. μ.