1882.04.24
1.613 στίχοι · 12.649 λέξεις · 137 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
τῆς 24 Ἀπριλίου 1882.
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 39 πρότασιν νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως βοσκῆς ἐντὸς τῶν ἐν Ἠλείᾳ σταφιδαμπέλων, παραδέχεται αὐτὴν, μὲ τὴν ἀκόλουθον προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ἐδαφίου 2. «Τὰ ἁρμόδια Δημοτικὰ Συμβούλια ἑκάστου δήμου διὰ πράξεως τῶν ¾ τῶν μελῶν αὐτοῦ, δύνανται ν’ ἀπαγορεύσωσιν ἀπολύτως τὴν βοσκὴν τῶν ἀνωτέρω ζώων εἰς ὡρισμένας περιφερείας». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα).
§2Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κύριε Πρόεδρε νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕκτον Τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου. Θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§4ΤΙΝΕΣ. Σήμερον.
§5Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως, γίνεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν.
§6ΖΩΤΟΣ. Μόλις τώρα, κ. Πρόεδρε, διενεμήθη ἡ ἔκθεσις.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ υἱοὶ Γλύκα, ἐργοστασιάρχαι σχοινίων ἐν Σύρῳ, ζητοῦσι τὴν ἀτέλειαν ἐπὶ μίαν πενταετίαν ποσοῦ καναβίου ὀκάδων 30,000 κατ’ ἔτος, καὶ στυπίου στριμμένου ὀκάδων 20,000.— Κτηνοτρόφοι Ἠπειρο–Μακεδονίας ἐν Λαρίσσῃ ἐπικαλοῦνται τὴν κατάργησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν κτηνῶν των, ἕνεκα τῆς ἐπαπειλούσης τὸν τόπον ἐπιζωοτίας.— Οἱ ποιμένες τῆς Εἰδυλλίας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων.— Κάτοικοι Ἀγράφων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσῃ πίστωσιν πρὸ χορηγίαν τοῦ μηνιαίου βοηθήματος, ὅπερ ἐχορήγει ὁ εἰς αὐτοὺς δυνάμει Διατάγματος, καὶ τὸ ὁποῖον τοῖς ἀφῃρέθη μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς πατρίδος των εἰς τὴν Ἑλλάδα.— Ὁ Πάνος Σκλαβοχωρίτης ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ εἰκοσαετὲς προνόμιον ἐπὶ τῶν ἀχρήστων ὑλῶν τῆς Φαληρικῆς παραλίας, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ ἐτήσιον φόρον δραχμὰς 200 εἰς τὸ Δημόσιον. — Ὁ Βαλεντῖνος Γαφαρέλος, φιλέλλην Γάλλος, ἐξαιτεῖται, διὰ τὰς κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821 προσενεχθείσας στρατιωτικὰς αὐτοῦ ὑπηρεσίας, ἀνάλογον μηνιαίαν σύνταξιν. — Ὁ Δήμαρχος Σκιλλοῦντος ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ψηφίσῃ νόμον, ὅστις νὰ μὴ ὑπαγάγῃ τὰς ὑπὸ τῶν δημοτῶν του ἐμφυτευθείσας καὶ καλλιεργουμένας γαίας, εἰς τὰς δασικὰς περιφερείας. Ὁ κ. Α. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§8Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπίστευον, ὅτι καλλίτερον ἤθελεν εἶσθαι αἱ ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Βελεντζιακῶν νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον καὶ ἔπειτα εἰς τὴν δημοσιότητα. Καὶ ὅμως εἰς διαφόρους ἐφημερίδας ἀναφέρονται καὶ δημοσιεύονται ἀποσπάσματα τῆς ἐκθέσεως, καὶ ὁ ἀναγινώσκων τὰς ἐφημερίδας ταύτας δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τωόντι εἶναι γνήσια ἀποσπάσματα αὐτῆς, διότι κατὰ λέξιν δημοσιεύονται. Εἰς μίαν τῶν ἐφημερίδων τούτων σημειοῦται: Ὁ Βελέντζας κατέθεσεν, ὅτι ἔδωσε 10 χιλιάδας δραχμὰς εἰς τὴν σύζυγόν μου καὶ ἄλλας τινὰς εἰς τὴν γυναικαδέλφην μου καὶ ἐπανελαμβάνετο κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς σημειοῦται, ὅτι ἡ κατηγορία δὲν ἐπιστεύθη, διότι ταῦτα κατέθεσε μόνον ὁ Βελέντζας καὶ δὲν ὑπεστηρίχθη καὶ ἐξ ἄλλων μαρτύρων ἢ γεγονότων. Καὶ ὅμως, κύριοι, τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω· παρακαλῶ ἀκούσατέ μου μίαν στιγμήν. Ὁ Βελέντζας, παρουσιασθεὶς εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ πρῶτον εἶπεν, ὅτι, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν Χαλκίδα πρὸς ἐπίσκεψιν τοῦ κτήματος Καστανιωτίσσης, ἔφερε μαζῆ του 10 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ χωρίου, ὅτι, φθάσας εἰς Αἰδηψὸν, ἀπήντησε τὴν σύζυγόν μου, ἡ ὁποία τοῦ ἐζήτησε καὶ τῇ ἔδωκε τὰς 10 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ὅτι τοῦτο ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ 1878. Ἐν τούτοις, εἶναι γνωστὸν καὶ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ κτῆμα μας ἐπωλήθη κατὰ τὸ 1879 καὶ ὄχι κατὰ τὸ 1878. Ἑπομένως ὁ Βελέντζας ἀποδεδειγμένως ἐψεύσθη. Μαθὼν τοῦτο, φαίνεται, εἰς τὴν δευτέραν ἐξέτασίν του εἶπεν, ὅτι κατὰ λάθος ἀνέφερεν, ὅτι τὰ χρήματα ἔδωσε κατὰ τὸ 1878, ὅτι τὰ ἔδωσε κατὰ τὸ 1879 εἰς τὴν Αἰδηψόν. Καὶ ὅμως καὶ πάλιν ἐβεβαιώθη, καὶ τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἡμῶν κ. Δημητρακάκης, καὶ τὸ βεβαιοῖ ὁ κ. Κέφαλος καὶ ἄλλοι, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἡ σύζυγός μου δὲν ἐπάτησεν εἰς Αἰδηψὸν, ἀλλ’ ἔκαμε τὰ λουτρά της εἰς Ὑπάτην· ἑπομένως ἀπεδείχθη καὶ πάλιν ὁ Βελέντζας ψευδόμενος. Μετὰ τοῦτο, ὡς πληροφοροῦμαι, ἡ σύζυγος αὐτοῦ καὶ ἡ κόρη αὐτοῦ παρουσιάσθησαν εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν νὰ καλέσωσι καὶ ἐκ τρίτου τὸν Βελέντζαν, ὅστις ἤθελε καταθέσει, ὅτι ἔδωκε τὰ χρήματα εἰς τὰ 1880· ἀλλὰ εἰς τὰ 1880 εὑρισκόμεθα οἰκογενειακῶς μετὰ τῆς συζύγου μου εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὁ κ. εἰσηγητὴς, γνωρίζων καὶ ἐνθυμηθεὶς τοῦτο καὶ ἐννοήσας ὅτι ἐπαναλαμβάνεται καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν ψεῦδος, ἀπέπεμψε τὰς γυναῖκας. Ὁ Βελέντζας λοιπὸν ἀπεδείχθη καθαρῶς καὶ ἀναμφιβόλως ψευδόμενος. Καὶ ταῦτα τὰ ὁποῖα λέγω βεβαιοῦνται ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐξετάσεων τοῦ Βελέντζα καὶ ἀπὸ διαφόρους μάρτυρας καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα. Βεβαιοῦται πρὸς δὲ ὅτι ἡ κόρη καὶ ἡ σύζυγος, νομίζω, τοῦ Βελέντζα, εἶπον, «πιστεύουσαι ὅτι ὁ πατὴρ ἡμῶν κατεμηνύθη ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοῦ συζύγου τῆς Μαρίας Πεῤῥωτῆ, ὡμολογήσαμεν, ὅτι ἐδώκαμεν πρὸς αὐτὴν 6 χιλιάδας δραχμάς». Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ πράγματα κατετέθησαν ὅλως διαφορετικὰ ἢ ὅπως ἐκτίθενται, καὶ ὁ Βελέντζας ἀπεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ψευδόμενος καὶ οὐχὶ ὅτι ἐλλείψει μαρτύρων δὲν ἐπιστεύθη. Ἡ διαφορὰ, κύριοι, εἶναι σπουδαία· ἀποδεικνύει τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν συκοφαντοῦντα ἄλλους, ὁποῖος εἶναι· καὶ εἶναι οὐσιῶδες νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ κατηγορία ὄχι δὲν ὑπεστηρίχθη ἀλλὰ ἀπεδείχθη ψευδής. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω τωόντι ἐὰν ἡ ἐφημερὶς ἐδημοσίευσε πιστὸν ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως· δὲν δύναμαι διὰ τοῦτο νὰ ζητήσω λόγον σήμερον. Ἐπιφυλάττομαι, ὅταν ἡ ἔκθεσις κοινοποιηθῇ εἰς τὰ φύλλα καὶ ὅταν ἀναγνώσω αὐτὴν, νὰ ἐρωτήσω τὴν Ἐπιτροπὴν, ἐὰν τοιοῦτόν τι λαμβάνει χώραν καὶ διατὶ ἔπραξε τοῦτο, διατὶ παρεμόρφωσε τὰ γεγονότα, διατὶ δὲν ἐξέθηκε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ περιέκοψε ταῦτα πρὸς βλάβην ἡμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ ὥστε ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ ὅλαι αἱ ἐκθέσεις νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς, ὥστε εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἔχωμεν τὴν εὐκολίαν νὰ ἀποδεικνύωμεν τὸ ἀκριβὲς ἢ μὴ τῶν ἐκτεθειμένων, καὶ θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν δημοσίευσιν, διότι εἶναι οὐσιωδέστατον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τοῦ πράγματος, ὄχι μόνον ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑπόληψιν ἡμῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ Τόπου, τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν γένει, τοὺς ὁποίους ἐξακολουθοῦσι νὰ συκοφαντῶσι καὶ διαβάλλωσι. Πιστεύω ἑπομένως, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§9Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν, κύριοι, ὁ κ. εἰσηγητὴς προχθὲς ὑπέβαλε τὸ πόρισμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μετέβαλον γνώμην, διὰ νὰ μὴ φέρω συζήτησιν, ἀφ’ οὗ ἐπρόκειτο περὶ ἄλλης συζητήσεως πολὺ σπουδαιοτέρας διὰ τοῦτο δὲ ἀφῆκα τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεγαρίδος νὰ ἐκφέρῃ τὴ γνώμην του, καίτοι ἤμην ἐγγεγραμμένος. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον ζητήσει τὸν λόγον’ ἐπειδὴ ὅμως δὲν μοὶ ἦσαν πρόσφατα ὅσα ἀνέγνων, ὑποπτευόμην, ὅτι δυνατὸν νὰ εὑρισκόμην ἐν ἀπάτῃ, δηλ. ἐὰν ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἐξητάσθησαν τὰ γεγονότα ἦτον ὁ ἀληθὴς καὶ ὁ ἐπιστημονικός. Μετὰ ταῦτα ἠναγκάσθην νὰ καταφύγω εἰς διαφόρους συγγραφεῖς, νὰ ἴδω ἂν ἡ πρώτη ἐντύπωσις ἦτο πράγματι ἐπιστημονική· παρετήρησα δὲ, ὅτι πραγματικῶς εἶχον δίκαιον, καὶ ὅτι κακῶς ὑπεβλήθη, ὡς ὑπεβλήθη, ἡ ἔκθεσις, δηλαδὴ ἄνευ γνωμοδοτήσεως. Θέλω ἀπαντήσει καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γνωμοδοτήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸ περὶ τῆς δημοσιότητος.
§10ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δηλαδὴ ἄνευ συμπεράσματος ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἡ Ἐπιτροπή.
§11ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μάλιστα, αὐτὸ ἐννοῶ. Κατέφυγον, κύριοι, εἰς πολλοὺς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι δυστυχῶς ἐν ἐκτάσει τὰ καθήκοντα τῶν τοιούτων Ἐπιτροπῶν· εἷς καὶ μόνος νόμος ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ 18 ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ Βελγίου, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ὁ Thonissen καὶ ὅστις πραγματεύεται περὶ τῶν καθηκόντων αὐτῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐν τῷ συγγραφεῖ τούτῳ εἶδον ὅτι ἡ πρώτη μου ἐντύπωσις ἦτο δικαία. Ἐκεῖ λέγει ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα εἶναι σχεδὸν δημόσια, διότι ἐγείρονται συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλ’ ὀφείλει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν κεφαλίδι νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἰδίαν ἑαυτῆς γνώμην καὶ ὡς αἰτιολογίαν τὸ πόρισμα τῶν διαφόρων μαρτύρων καὶ τῶν διαφόρων δικογραφιῶν. Ἐὰν ταῦτα πάντα συνέβαινον, οὔτε αἱ γελοιογραφικαὶ ἐφημερίδες, οὔτε ὁ ἄλλος τύπος θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ὅπως ἤθελε περὶ τῆς ἐκθέσεως. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ μετὰ τὴν ἐξέτασιν διαφόρων μαρτύρων, μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν διαφόρων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐκ τοῦ ἀνακριτικοῦ γραφείου, ἐπέφερε καὶ γνώμην, ἡμεῖς θὰ ἤμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν. Διατί διορίζονται αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῶν; Ὅ,τι δύναται νὰ κάμῃ αὐτὴ ἡ Βουλὴ, ὡς Σῶμα πολυμελές, ἀνατίθησι τοῦτο εἰς ἄνδρας τινὰς εἰδικοὺς ὡς ἐκ τῶν γνώσεων αὐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δίδει τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως καὶ τῆς ἀποφάνσεως ὡρισμένης γνώμης· ἡ γνώμη δὲ αὕτη ἔχει ἐπίσημον χαρακτῆρα, δύναται ὅμως ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως νὰ μεταβληθῇ. Ἐὰν σήμερον εἰργάσθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἐὰν κατηνάλωσεν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τοσοῦτον χρόνον διὰ τὴν συναρμολόγησιν ὅλων τῶν μαρτυριῶν καὶ ὅλων τῶν ἐγγράφων, πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπῆρξε καὶ μία διαμάχη μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας πρὸς ὑποβολὴν τοιαύτης ἐκ μέρους τῆς τελευταίας, διαφωνούσης ὡς πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὁ Εἰσηγητὴς κατήρτισε τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν, καὶ διαμφισβητούσης τὸ ὀρθὸν τῆς συναρμολογήσεως, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία ἤθελε φέρει συμπέρασμα, δικαιολογοῦσα, κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν της, τὰ λαβόντα χώραν διάφορα γεγονότα....
§12Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν εὕρισκε τοιαῦτα πράγματα καὶ δὲν ἐξετίθεντο ἀκριβῶς, τί ἤθελε κάμει;
§13ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ Block λέγει, ὅτι, ὅταν αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ δὲν εὑρίσκωσι, ἀκρίβειαν καὶ ἐνοχὴν, ὅπως μὴ λάβωσι μεγάλην εὐθύνην, ἔχουσαι τὴν συναίσθησιν τῶν καθηκόντων των καὶ ἀναλογιζόμεναι τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, μεθ’ ἧς περιεβλήθησαν, δὲν ἐκφέρουσι γνώμην, ἀλλ’ ἐκθέτουσι μόνον ξηρὰ τὰ γεγονότα· ἐξακολουθεῖ λέγων, ὅτι τότε δικαιότερον ἡ μειονοψηφία ἠδύνατο νὰ συντάξῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἰδίαν ἔκθεσιν, ἴδια, κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς, πορίσματα, ἀντίθετα τῆς πλειονοψηφίας. Ἐγὼ ἐνόησα, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς ὑπεδήλωσεν, ὅτι τοὐναντίον εἶναι τόσον σαφῆ τὰ πράγματα, ὥστε δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία περὶ τῆς ἐνοχῆς ὡρισμένων προσώπων, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐξέφερε γνώμην ἀμέσως, ἀλλ’ ἐμμέσως ἐξέθηκεν, ὅτι ὑπάρχουν κατηγορούμενοι. Ἀλλὰ τίνες; Δὲν τοὺς κατονομάζει, καίτοι εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο, διὰ νὰ φιμώσῃ τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος κακοβούλους. Ταῦτα ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑποβολῆς τῶν τοιούτων ἐκθέσεων.
§14Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ, ἀγορεύων προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, παριστάμην ἐκεῖ ὑπὸ δύω ἰδιότητας, ἃς καθαρῶς ἠθέλησα νὰ διακρίνω· παριστάμην ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ὑπὸ ταύτην δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ ἀποφανθῶ ἄλλην γνώμην ἢ τὴν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας ἀπεφάνθη, ὅτι θεωρεῖ κατάλληλον νὰ μὴ ἐπιφέρῃ γνώμην ἐν συμπεράσματι. Ἠθέλησεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐκθέσῃ μόνον τὰ γεγονότα ἐν ἀλληλουχίᾳ καὶ συνδυασμῷ, καὶ διότι τοιαύτην ἐντολὴν εἶχε παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι, διὰ νὰ ἦναι μᾶλλον ἀκριβὴς ἡ ἔκθεσις ἡμῶν καὶ μᾶλλον ἀξιόπιστος, δὲν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ἓν συμπέρασμα, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτοῦ νὰ οἰκοδομήσωμεν τὰ γεγονότα· τότε ἕκαστος ἤθελεν εἰπεῖ ἴσως, ὅτι τείνομεν εἰς ἀπόδειξιν τοῦ συμπεράσματος, καὶ μεταχειριζόμεθα κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ γεγονότα. Ἠθελήσαμεν λοιπὸν νὰ ἐκθέσωμεν τὰ πράγματα, καὶ ταῦτα δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐξετέθησαν ὅπως κατετέθησαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂν παριστάμην ἐκεῖ, ὡς εἶπον, οὐδεὶς ἐδύνατο νὰ μοῦ ἀπαγορεύσῃ νὰ ἐκφρασθῶ καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ ὡς τοιοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἐξ ὅσων ἤκουσα καὶ ἐξ ὅσων ἐμελέτησα, καὶ οὐχὶ πλέον ὡς Εἰσηγητής, ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι πράττομεν ἀδίκημα πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ ἀδίκημα κατάδηλον καὶ μετὰ δεινῶν συνεπειῶν, ἐὰν δὲν εὑρεθῶσιν 20 βουλευταὶ νὰ ἐγείρωσι τὴν κατηγορίαν· οὐχὶ διότι φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἐνοχή· τοῦτο εἶναι πρόωρον. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἀπέναντι γεγονότων, τοσοῦτον συῤῥεόντων πρὸς ἓν κοινὸν ἀποτέλεσμα, ὑπάρχουσι βουλευταὶ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον ἐκ τοῦ ἐγγὺς γνῶσιν τῶν πραγμάτων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι φέρει κατηγορίαν κατ’ ἐκείνων, ὅσοι εἶναι ἄξιοι τοιαύτης, ἵνα ἀποδειχθῇ ἂν ὑπάρχῃ ἐνοχή. Καὶ ταῦτα ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν τελευταῖον ἀγορεύσαντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Κύριοι, ἐὰν τὰ πράγματα μείνωσιν ἕως ἐδῶ, ἐὰν οἱ κ.κ. βουλευταὶ περιορισθῶσιν εἰς τὸ νὰ ἀναγνώσωσι χάριν διασκεδάσεως τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἄδικον, καὶ ἀδικοῦσι τὴν Πολιτείαν αὐτήν. Ἐγὼ δὲν κάμνω διάκρισιν οὐδεμίαν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ τῶν πολιτευομένων, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ἀδικημάτων. Δι’ οἷον δήποτε ἄνθρωπον, ἂν κατετίθεντο ὅσα κατετέθησαν κατὰ τῶν ὑπουργῶν, ὁ εἰσαγγελεὺς ἤθελεν ἐγείρει κατηγορίαν. Κατετέθησαν, κύριοι, τοιαῦτα γεγονότα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὁμολογῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἀμφιβάλλω πρὸς ἔγερσιν κατηγορίας καὶ κατηγορίας ταχίστης. Καὶ ταῦτα λέγω, οὐχὶ ὡς Εἰσηγητὴς, ἐπαναλαμβάνω, ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου. Μόνον ὁ ἔχων ἐκ προθέσεως κεκλεισμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς, θέτων δὲ ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὰς χεῖρας, ἵνα μὴ ἴδῃ, δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἐγερθῇ ἡ κατηγορία. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Κουμουνδοῦρον, ἀπορῶ πῶς ἀνὴρ, τοσοῦτον ἐντριβὴς περὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, ἠθέλησε νὰ φέρῃ μίαν συζήτησιν ἐξ ἐφόδου· ἴσως ἐξέλαβεν, ὅτι, ἁρπάζων ἡμᾶς ἐξαίφνης καὶ ἀπαρασκευάστους πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, ἠδύνατο νὰ ῥίψῃ καθ’ ἡμῶν τὴν σιωπήν· ἀλλ’ εὐτυχῶς, ἂν καὶ δὲν ἔχωμεν τὰς αὐτὰς δυνάμεις, δυνάμεθα ἐν τούτοις καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν δύω λέξεις εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ ἐγὼ, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, παρεκαλέσαμεν τοὺς κυρίους, τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν μειονοψηφίαν, παντάπασι νὰ μὴ γείνῃ λόγος περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν, ἅτινα ὑπέδειξεν ὁ πρώην Πρωθυπουργός· εἴπομεν, ὅτι δὲν κατετέθησαν τοιαῦτα γεγονότα παρὰ μαρτύρων, ὥστε νὰ δίδωται καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι πράγματι εἶναι ἀληθῆ ἐκεῖνα, ἅπερ ἐλέχθησαν περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν, ἢ τοὐλάχιστον, ὅτι δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἐξέτασιν τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἢ αἱ τυχὸν πράξεις αὐτῶν. Δὲν ἠθελήσαμεν ἡμεῖς νὰ πλάσωμεν ἐκεῖ ἐν τῷ δωματίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόχους. Ὄχι· ἀλλ’ ἠθελήσαμεν νὰ εὕρωμεν ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα, πῶς θέλει καταρτισθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐγὼ αὐτὸς ὡς εἰσηγητὴς εἶχον μὲν καταχωρίσει ἐν τῇ ἐκθέσει ὅσα κατετέθησαν περὶ τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν Κυριῶν, ἀλλὰ δι’ ἐρυθροῦ χρωστῆρος εἶχον διαγράψει αὐτά· εἶχον τεθῆ πρὸ ὑπόμνησιν, διότι, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσιν, ἐκεῖ ἦτο ὁ κατάλληλος τόπος. Καὶ προκαλῶ τὸν κ. Καπετανάκην νὰ μὲ διαψεύσῃ. Εἶχον σημειώσει ἐν τῷ περιθωρίῳ τῆς ἐκθέσεως νὰ διαγραφῶσι, καὶ εἶδεν αὐτὸ ὁ κ. Καπετανάκης, διότι ἐκάθητο ἐξ εὐωνύμων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ μειονοψηφία ἀπῄτησε νὰ τεθῶσιν ὅλα Ἠδυνάμεθα τώρα ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς ἀξιοῖ ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ; Παντάπασι· διότι εἴχομεν ἀποφασίσει νὰ μὴ φέρωμεν ἐν τῇ ἐκθέσει συμπέρασμα καὶ οὐδεμίαν κρίσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ἐναντία τῶν κρίσεων καὶ τῶν γνωμῶν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα, εἰς ἃ ὁ Εἰσηγητὴς καθίστα προσεκτικὸν τὸ Κοινοβούλιον, ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις ἡ Ἐπιτροπὴ, εἰποῦσα καὶ τοῦτο νὰ λείψῃ. Καὶ αὐτὴν τὴν παρακέλευσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ πρὸς προσοχὴν ἠθέλησαν νὰ τὴν διαγράψωσι, καὶ διεγράφη. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶπε καί τι ἄλλο ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἶπεν, ὅτι ὁ Βελέντζας ὅσα κατέθεσε περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων εἶναι ψευδῆ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ ἀποφανθῇ τόσῳ θετικῶς περὶ αὐτῶν. Δὲν ἐννοῶ τὰ περὶ δώρων πρὸς τὰς ἀξιοτίμους ἐκείνας Κυρίας, διότι περὶ τούτων δὲν κατετέθη τι παρ’ ἄλλων· ὁ Βελέντζας μόνον κατέθεσε περὶ αὐτῶν τῶν προσώπων ὅσα ἐλέχθησαν περὶ δώρων. Ἐκεῖνο λοιπὸν, περὶ οὗ δὲν δύναταί τις νὰ ἀποφανθῇ θετικῶς, εἶναι ἂν αἱ Κυρίαι ἐκεῖναι ἦσαν ἢ οὔ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν λέγει ὁ Βελέντζας, ἐν Αἰδηψῷ. Τοῦτο δὲν εἶναι καλῶς ἀποδεδειγμένον, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξήτασεν ἡ Ἐπιτροπή. Τὸ ἂν εὑρέθησαν ἐν Αἰδηψῷ καὶ ἂν συνδιεσκέδασαν μετὰ τοῦ Βελέντζα, ταῦτα πάντα εἶναι ζητήματα, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο πολύ. Δὲν ἀπεδείχθη καθαρῶς καὶ τὸ ἐναντίον, νομίζω δὲ, ὅτι θέλει εὑρεθῆ, ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ περὶ τούτου κατατεθέντα ἢ ὄχι. Ἡ κυρία Φαιναρέτη Ξύδη, ἐξεταζομένη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξέθηκεν, ὅτι εὑρισκομένη κατὰ τὸ θέρος τοῦ ἔτους 1878 ἐν Αἰδηψῷ, συνήντησεν ἐκεῖ τὰς ἀξιοτίμους Κυρίας, συνδιεσκέδασε μετ’ αὐτῶν καὶ ἐξέδραμον μέχρι τῆς θέσεως Γυάλτρα. Ἐκεῖ μετέβη καὶ ὁ Βελέντζας μετ’ αὐτῶν διὰ λέμβου, καὶ ἡ κυρία Κουμουνδούρου συνέστησε τὰς κυρίας αὐτὰς εἰς τὸν Βελέντζαν. Ἡ κυρία Ξύδη, σημειώσατε, ὅτι τυγχάνει φίλη τῆς οἰκογενείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκομίσθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἷς ἄλλος μάρτυς, ὁ καθηγητὴς κ. Μητσόπουλος, ὅστις καλλίτερον ἦτο δι’ αὐτὸν νὰ μὴ ἐκομίζετο ἐκεῖ, καὶ νὰ μὴ ἦτο καὶ καθηγητὴς, καὶ περιέπεσεν εἰς ψεύδη, εἰς ἃ δὲν ἐπετρέπετο νὰ περιπέσῃ εἷς καθηγητής. Καὶ εἶπεν, ὅτι ἐδάνεισε τὰς Κυρίας, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, 50 φράγκα, διότι δὲν εἶχον ὀβολὸν, καὶ ὅτι τὰ φράγκα ἐβράδυναν νὰ ἐπιστραφῶσιν αὐτῷ, καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ ταῦτα ἦσαν ἀνάξια τοῦ μάρτυρος, καὶ εἶναι ἀνάξια τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε λόγον περὶ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἐπιτίθενται κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταθέσῃ πάντα αὐτά. Οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑμῖν νὰ ἐπιτίθεσθε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδὲ σκοπεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ θέλητε αὐτὴν ἐν τάξει κατηγορουμένου, καὶ παρακαλῶ καλῶς τοῦτο νὰ ἐννοηθῇ.
§15Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Χαίρω πολὺ, κύριοι, ἀκούσας τὸν εἰσηγητὴν, διότι ἐκ τῆς ὁμιλίας του ἀποδεικνύεται ὑπὸ ποῖον πνεῦμα ἐγράφη ἡ ἔκθεσις. Παρεκάλεσα νὰ γραφῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει ὅλα τὰ κατατεθέντα ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς, καὶ ἐπέμεινα. Ὁ εἰσηγητὴς ἀληθῶς δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὰ περὶ Κυριῶν, ἵνα βεβαίως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ κατόπιν ἔτι χείρονα τῶν ὅσων γράφει· ἐλέχθησαν μὲν διὰ τὰς Κυρίας, ἀλλὰ δὲν ὑπεστηρίχθησαν καὶ δὲν ἀπεδείχθησαν ἀρκούντως· ὑπάρχουσιν ὅμως ἀμφιβολίαι. Ἐγὼ ἤθελον νὰ σημειωθῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, ἐζήτουν τὸ φῶς· τὸ φῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια· δὲν ἤθελον τὸ σκότος· ἐν αὐτῷ χαλκεύονται αἱ συκοφαντίαι. Ἤθελον νὰ γραφῇ ὅ,τι ἐλέχθη, διότι οὕτως ἀποδεικνύονται τὰ ψεύδη. Τί ὠφελοῦν ὅσα εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητὴς περὶ τῶν μαρτύρων, τῆς κυρίας Φεναρέτης καὶ τοῦ καθηγητοῦ Μουτσοπούλου; Ὁ Μουτσόπουλος, ἀναντιῤῥήτως καλλιτέραν κατέχων κοινωνικὴν θέσιν τοῦ εἰσηγητοῦ, ἀνὴρ ἐντιμότατος, εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ποῖος ἀρνεῖται, ὅτι ἡ σύζυγός μου εἰς τὸ 1878 ἦτον εἰς Αἰδηψόν. Ἔστω· ἦτον ἐκεῖ καὶ ὁ Βελέντζας· ἀλλὰ περὶ τούτου πρόκειται; Ὁ Βελέντζας εἶπεν, ὅτι εἰς τὰ 1878 μετέβη νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ κτῆμα Καστανιώτισσα καὶ ἔδωκε χρήματα εἰς τὴν σύζυγόν μου, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ ἔφερεν, ἵνα πληρώσῃ ἐργασίας τοῦ κτήματος, καὶ εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὸ κτῆμα ἠγοράσθη εἰς τὰ 1879· λοιπὸν εἶναι ψεῦδος τὸ κατατεθὲν παρὰ τοῦ Βελέντζα. Διατί παρέλειψε ταῦτα ὁ εἰσηγητής; Τί ὠφελεῖ τὸν εἰσηγητὴν, ἂν ἡ Κυρία Ξύδη καὶ ὁ κ. Μουτσόπουλος λέγουσιν, ὅτι εὑρέθη καὶ ὁ Βελέντζας ἐκεῖ; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Δὲν τὸ ἐννοεῖ ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ἢ θέλει νὰ σᾶς ἀποπλανήσῃ; Δὲν διακρίνει ἄρα τὴν διαφορὰν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ὅτι «δὲν πιστεύει τὰ κατατεθέντα, διότι δὲν ἀπεδείχθησαν καὶ δι’ ἄλλων μαρτύρων», καὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, «ὅτι δὲν ἐπιστεύθησαν, διότι ἀπεδείχθησαν ψευδῆ;» Καὶ ἀληθῶς δὲν ἐννοεῖ τὰς συνεπείας τῆς διαφορᾶς καὶ τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ὁ κόσμος, ἐὰν βεβαιωθῇ ὅτι αὐτὸς ὁ καταγγέλλων Βελέντζας ἀναιρεῖ ἑαυτὸν, λέγων ῥητῶς ψεύματα, ἢ δὲν συνέφερε τοῦτο εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν καὶ ἤθελε νὰ θεωρῇ ἡ Βουλὴ τὸν Βελέντζαν ὡς μὴ ψευσθέντα! Ἐπεθύμουν λοιπὸν, κύριοι, νὰ σημειωθῶσι τὰ κατατεθέντα, διότι γνωρίζω τὸ σύστημα τῶν διαβολῶν. Ἡ συκοφαντία καὶ ἡ διαβολὴ φοβεῖται τὸ φῶς, διότι ἐν τῷ φωτὶ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια· ἐπιθυμῶ ἐγὼ τὸ φῶς καὶ οὐχὶ τὸ σύστημα τοῦ Εἰσηγητοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπροτίμα τὸ σκότος, διότι εὐκολύνει τὴν συκοφαντίαν, καὶ εὐχαριστῶ τὴν Ἐπιτροπὴν, διότι ἀπεφάσισε νὰ δεχθῇ τὸ σύστημα ἡμῶν. Λυποῦμαι ὅμως καὶ παραπονοῦμαι, διότι ὁ Εἰσηγητὴς δὲν κατεχώρισεν ἀκριβῶς καὶ εἰλικρινῶς ὅπως κατετέθησαν τὰ πράγματα, ἐξελέξατο ὅσα ὑπέθετεν, ὅτι μεμονωμένως λεχθέντα ἤθελον μᾶς βλάψει. Ἐπιφυλάττομαι ὅμως μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἐκθέσεως....
§16ΦΩΤΗΛΑΣ.....
§17Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἔκαμα ἓν παράπονον.
§18ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς ὡμίλησε προκληθείς· τώρα εἶναι περιττὸν νὰ γίνεται λόγος, ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη.
§19Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω περαιτέρω· ἔκαμα λόγον, διότι ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ ὥστε ὅλαι αἱ καταθέσεις νὰ ἦναι ἐδῶ.
§20ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἦναι ἐδῶ καὶ νὰ τυπωθῶσιν.
§21Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχω σκοπὸν νὰ ἐξελέγξω τὰ ἐκτεθέντα, καὶ νὰ ἀποδείξω ὅσα ὁ Εἰσηγητὴς παρέλειψε ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὴν ἔκθεσίν του· παρεμόρφωσεν ἴσως πολλά· δι’ αὐτῶν ἤθελε καταρτισθῆ ἀκριβὴς καὶ εἰλικρινὴς πεποίθησις καὶ γνώμη, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνέφερε, φαίνεται. Πιστεύω, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν μὲ ἐμὲ εἶχε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ, καὶ περιμένω νὰ ἴδω τὴν ἔκθεσιν καὶ νὰ κρίνω ἐὰν τῷ ὄντι παρεξηγήθη που· ἂν δὲν ἦναι ὁποία δημοσιεύεται, πρῶτος ἐγὼ τότε θέλω ὁμολογήσει τοῦτο.
§22ΤΙΝΕΣ. Ὅλα, ὅλα θὰ ἦναι.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ λόγος;
§24Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ἐδημοσίευσαν ἄλλα ἀντ’ ἄλλων εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ ἐῤῥέθη, ὅτι εἶναι ἡ ἔκθεσις.
§25Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἐνόμισεν, ὅτι τοιαύτη ἦτο ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς, ὁποίαν τὴν ἐξέθηκεν· ἐγὼ ὅμως δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην του καὶ φρονῶ, ὅτι ἐσφαλμένως ἀντελήφθη τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διατεινόμενος, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε τοιαύτην ἐντολήν... Ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἐντολὴν, ἀφοῦ μόνον δύω εἰδῶν Ἐπιτροπαὶ ὑπάρχουσιν, αἱ Διοικητικαὶ καὶ αἱ Βουλευτικαὶ, Parlementaires, δηλαδὴ αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ Ἐξεταστικαὶ ἐπὶ ἀμφισβητησίμων πράξεων. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, ὡς εἶναι παραδεδεγμένον καὶ εἰς ἄλλα συνταγματικὰ Κράτη, διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν, ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ ὅπως νομίσῃ αὕτη καταλληλότερον· οὐδεὶς δύναται νὰ διαγράψῃ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας αὐτῆς, ἀλλὰ πάντοτε ὀφείλει νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· ὡς πρὸς δὲ τὴν γνώμην ταύτην σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ εὔληπτον, διὰ νὰ ἐννοήσητε τὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς τε πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται ἐξέτασις περὶ ἀμφισβητησίμου πράγματος ἐπί τινος ὑποθέσεως, χάριν τῆς ὁποίας ἐκαλέσατε δικηγορικὸν συμβούλιον· τὸ δὲ δικηγορικὸν συμβούλιον σᾶς φέρει ἀντίγραφον μόνον τῶν διαφόρων μαρτυριῶν, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ τίς ὁ ἐνεχόμενος καὶ ἕνεκα τίνων λόγων· τότε τί ἐκερδήσατε ἐξ αὐτοῦ τοῦ δικηγορικοῦ συμβουλίου; Ἡ πρόσκλησις τοιούτου δικηγορικοῦ συμβουλίου ἦτο ματαία καὶ ἄνευ σκοποῦ· τοῦτο θέλετε τὸ συνομολογήσει μετ’ ἐμοῦ. Καὶ ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν μελῶν τῆς Ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Μητσοπούλου, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἐπειδὴ μετ’ αὐτοῦ συνδέομαι στενῶς, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς τοῦ κυρίου Εἰσηγητοῦ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους, ὑποστηρίζων τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου καθηγητοῦ, ὅτι πραγματικῶς κατὰ τὸ 1878 ἡ κ. Κουμουνδούρου δὲν εἶχε χρήματα, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐλθοῦσα εἰς Αἰδηψὸ. (καὶ τοῦτο τὸ γνωρίζω ἐκ τοῦ τότε ἐνοικιαστοῦ Δ. Χαριδήμου), δὲν ἐπλήρωσε κατὰ τὴν ἀναχώρησίν της, ὑποσχεθεῖσα νὰ στείλῃ αὐτῷ τὰ ὀφειλόμενα ἐξ Ἀθηνῶν, ὅπερ καὶ μόνον ἀποδεικνύει τὴν ἔλλειψιν χρημάτων. Ταῦτα δὲ λέγω, διότι ἀνεφέρθη τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μιτσοπούλου μετὰ περιφρονήσεως, διὰ νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς πρόσωπον κατὰ πάντα ἀξιότιμον καὶ ἀξιόπιστον, καθόσον ὁ κ. Εἰσηγητὴς ὡμίλησε περὶ αὐτοῦ διὰ τρόπου ἥκιστα φιλόφρονος, ἀποδοὺς κακὴν πίστιν εἰς πρόσωπον τοσοῦτον ἀξιότιμον, ὡς ὁ κ. Μητσόπουλος.
§26Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅστι, εἶναι καλλίτερός του.
§27ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν;
§28ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅταν σεῖς ὁμιλοῦντες ἀναφέρετε περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, ἡ Βουλὴ σᾶς ἀκούει. (Θόρυβος).
§29ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, καὶ νὰ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον...
§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Σεῖς εἶσθε μικρὸς διὰ νὰ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον, οὔτε ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο Περαίνων τὸν λόγον μου, λέγω, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς ἀναξίας καὶ σκανδαλώδους αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ ἡμῶν αὐτῶν, πάντοτε ἐσφαλμένως κρίνωμεν, χωρὶς νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ἐκπίπτομεν τῆς ἀξίας ἡμῶν, δίδοντες προσοχὴν εἰς τοιαῦτα ληρήματα. Ἐγὼ, ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμίαν ἀπάντησιν θὰ ἔδιδον εἰς ἀόριστα κοινολογήματα, ὅταν τοιαῦτα ἦναι. (Θόρυβος).
§31Ν. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οἱ κύριοι προτείνουσι νῦν παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι κακῶς ἔκαμε νὰ ἐπιτρέψῃ τοιαύτην συζήτησιν, ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην τοῦ κ. Μεσσηνέζη, ἥτις εἶναι μὲν ὀρθὴ, ἀλλὰ παράκαιρος, διότι, ὅτε ἔλαλει ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ὤφειλον τότε νὰ παρατηρήσωσιν, ὅτι ἡ συζήτησις παρεκτρέπεται, καὶ νὰ ἐμποδίσωσι ταύτην ἀπὸ τοῦ νὰ προβῇ· τώρα ὅμως ἀφοῦ ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Εἰσηγητὴν νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε, τοιαύτη προσπάθεια εἶναι παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ προσβολὴ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν.
§32ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅταν ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ἀλλ’ ἀφοῦ μετὰ τὸν κ. Εἰσηγητὴν ἔλαβε τὸν λόγον πάλιν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, κατόπιν ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψω τὴν ἀπολογίαν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι εἶναι παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος Νόμος, ὅστις δύναται νὰ ὁδηγῇ τὰς πράξεις τοῦ Κοινοβουλίου.
§33ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ γενομένη συζήτησις ἀφορᾷ κυρίως τὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς ἐλάλησε διὰ τοῦ Εἰσηγητοῦ αὐτῆς, ἑπομένως ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ ὅστις μόνος ἐκ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας παρίσταμαι. (Θόρυβος). Ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω μέχρι τέλους. (Θόρυβος).
§34Σ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς κατηργήσαμεν ἄλλην ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις θὰ συζητῶνται τὸ Σάββατον. Ὥστε, ἀφοῦ τὸ Σάββατον δὲν θὰ ἔχωμεν συζήτησιν, ἂς συζητήσωμεν τώρα.
§35ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μὲ ἀκούσῃ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρέρχεται ἡ ὥρα.
§37ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Διατί δὲν ἐκάμετε, κ. Πρόεδρε, πρότερον τὴν παρατήρησιν ταύτην; Ἐὰν δὲν ἐκάμετε τοιαύτας παρατηρήσεις καὶ διακοπὰς, ἤθελον ἤδη τελειώσει. (Θόρυβος). Παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Εἰσηγητὴς, ἀπαντῶν καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρον, ἀπηυθύνετο συνάμα καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας. Μὲ ἐπροκάλεσαν, εἶπε, συγχύζων τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας μετὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὡς ἐκ τούτου καθῆκον ἔχω καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ σιωπήσω. Νομίζω, ὅτι λίαν ἀτόπως ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἐσύγχυσε τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας μὲ τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσήνης, διότι τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἔλαβον παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν αὐτὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον καὶ τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, καὶ πᾶσα ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ὡς ἀντιπροσωπεύουσα τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπελάβετο τῆς ἐξετάσεως ἄνευ διακρίσεως τῶν ὑπὸ ἐξέτασιν προσώπων· ἐπέστησαν δὲ τὴν προσοχὴν αὐτῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπὶ τούτῳ ἐγένετο πᾶσα ἡ δέουσα ἐξέτασις, καὶ μόνον ἐπὶ τούτων ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω διατὶ ἡ μειονοψηφία ὑπεχρεώθη νὰ καταφύγῃ εἰς χωριστὴν ἔκθεσιν, διότι μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις θὰ ἦτο ἐπανάληψις ὀχληρὰ διὰ τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις τῶν λόγων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὸ τοιοῦτο μέτρον. Περιορίζομαι λοιπὸν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ὅσα σήμερον ἐῤῥέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφορῶντα τὴν θέσιν τῆς μειονοψηφίας καὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ὑπεστηρίχθη, κύριοι, καὶ ἀπηυθύνθησαν παρατηρήσεις, ἀφορῶσαι οὐχὶ μόνον τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν μειονοψηφίαν, ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν συμπεράσματος, καὶ μάλιστα ἡ παρατήρησις ταύτην ἰδίως ἀφώρα, ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι ἐπὶ τούτου ἐγένετο, παμψηφεὶ ἀπεφασίσθη, καὶ ἅπαντα τὰ μέλη τὸ ἀπεδέχθησαν, διότι φρονοῦσιν, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς, καὶ διότι ὁ ὀρθὸς λόγος τὸ ἐπέβαλε καὶ τὰ προηγούμενα ἄλλων ἐθνῶν τὸ ὑπηγόρευον. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ξηροχωρίου ὑποπίπτει εἰς λάθος, ὑποστηρίζων, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα. Διορίζονται παρὰ τῶν Βουλῶν Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ, διάφορα σκοποῦσαι ἀντικείμενα, εἴτε ἀφορῶσαι εἰς τὴν διοίκησιν, εἴτε εἰς τὸ ἐμπόριον, εἴτε εἰς τὴν βιομηχανίαν, εἴτε εἰς ἄλλους ὁμοίους σκοποὺς, ἀλλ’ αὗται διορίζονται οὐχὶ μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ παροῦσα Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, καὶ μὲ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προέθετο ἡ Βουλή, διορίζουσα αὐτήν. Εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις βεβαίως ὅταν διορίζεται Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ, αὕτη πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα, καὶ δικαιοῦται νὰ ὑποβάλῃ μάλιστα καὶ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δι’ αὐτῶν φρονῇ, ὅτι κανονίζει τὰς περιστάσεις, καὶ προλαμβάνῃ ἢ θεραπεύῃ τὸ κακόν. Διορίζεται π. χ. Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔφερον τὴν ναυτιλίαν τῆς Ἑλλάδος εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκεται.
§38ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἄλλαι εἶναι αὐταὶ αἱ Ἐπιτροπαί.
§39ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐξεταστικαὶ εἶναι. Τοιαῦται Ἐπιτροπαὶ ὀφείλουν καὶ ἔχουν καθῆκον νὰ ἐξετάσουν τοὺς λόγους, καὶ οὐ μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ φέρωσι συμπέρασμα καὶ νὰ ὑποβάλλωσι καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα θεωροῦν συντελεστικὰ πρὸς θεραπείαν. Εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὅμως τί συνέβη, κύριοι; Τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου τῶν Θηβῶν ἀνεστάτωσε τὴν κοινωνίαν ἅπασαν, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνεμιγνύοντο διὰ τῶν λεγομένων ἀνώτεροι ὑπάλληλοι καὶ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους. Εὑρίσκετο εἰς σημεῖον ἡ Βουλή, στηριζομένη εἰς τὰ θρυλλούμενα καὶ εἰς τὰς φήμας, νὰ λάβῃ τὸν Νόμον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ προβῇ εἰς κατηγορίαν; οὐχί. Ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ; οὐχί. Ἰδού, κύριοι, ἡ ἀνάγκη τοῦ διορισμοῦ τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἐπροκάλεσαν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόληψις διεσύρετο, καὶ ἥτις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἁπλῶς νὰ θέσῃ ὑπ’ ὄψει καὶ εἰς τὰ ὄμματα τῶν βουλευτῶν τὰ προκύψοντα ἐκ τῆς ἐξετάσεως, ὅπως ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ καὶ ἐνεργήσῃ κατὰ τὰς πεποιθήσεις του. Διαφέρει δὲ ἡ προκειμένη περίστασις, καθ’ ὅτι ἐὰν γείνῃ κατηγορητήριον, θὰ προβῶμεν εἰς τὸν διορισμὸν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις, ἐὰν διορισθῇ, θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ συμπέρασμα καὶ πρότασιν, ἂν πρέπῃ νὰ κατηγορηθῶσί τινες καὶ διατί. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι μία τοιαύτη ἐργασία τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ὑπεστηρίχθη, θὰ ἦτο ὅλως παράκαιρος καὶ θὰ ἐσφετερίζετο τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐναποθέτει εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Ταῦτα καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ξηροχωρίου. Ἀφοῦ ὅμως ἐγένετο λόγος ἐκ μέρους μέλους τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ σπουδαίου περιστατικοῦ, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγα, ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς ἐχώρισε τὸν εἰσηγητὴν καὶ βουλευτὴν εἰς δύω πρόσωπα διακεκριμένα, καὶ εἶπεν, ὡς Εἰσηγητὴς, δὲν ἔπρεπεν, ὑποβάλλων τὴν ἔκθεσιν, νὰ φέρω συμπεράσματα, ἀλλ’ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς ἐδικαιούμην νὰ φέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως.
§40ΛΕΒΙΔΗΣ. Σήμερον.
§41ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ τότε διεκρίνατε.
§42ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εὕρῃ λόγον κατηγορίας, θέλομεν δεχθῆ χειροκροτοῦντες· ἐὰν ὅμως φρονῇ τὸ ἐναντίον, τότε ὀφείλει νὰ εἴπῃ κάτω· εἶναι γνώμη καὶ συμπέρασμα αὐτὸ κατὰ τῶν ὑπουργῶν; Εἶναι καὶ τὰ δύω· ἐκλέξατε ὅ,τι προτιμᾶτε.
§43ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἴπατε, τὰ ἐφέρατε ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου;
§44ΛΕΒΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§45ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἦτον ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην σας, καὶ ἰδοὺ τὸ ἄτοπον. Ὥστε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ νὰ γείνῃ λόγος προώρως καὶ ἀτόπως.
§46ΛΕΒΙΔΗΣ. Σεῖς τὸ ἐπροκαλέσατε.
§47Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα, διότι δὲν μᾶς συμφέρει νὰ διαδίδωνται ψεύματα.
§48ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχε δίκαιον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας, διότι ἐνῷ ἡ ἔκθεσις εἰσέτι δὲν ἐτυπώθη, ἐτυπώθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας πολλά, καὶ οὐχὶ βεβαίως ὅπως τὰ ἐκθέτει ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὤφειλον δὲ οἱ κύριοι, οἵτινες σπεύδουσι νὰ δημοσιεύσωσι τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, νὰ παραμείνωσι τὴν δημοσίευσιν τῶν ἐκθέσεων, ἐὰν κινοῦνται ἀπὸ εἰλικρινῆ καὶ πατριωτικὸν σκοπὸν, νὰ καταδείξωσι τί ἔλαβε χώραν, καὶ τίς ὁ πταίστης, καὶ νὰ φωτίσωσι τὴν κοινὴν γνώμην. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης, εἶναι γεγονὸς σπουδαῖον, προσβάλλον ἀμέσως τὴν οἰκογενειακὴν ὑπόληψιν καὶ βαρύνον εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἀληθείας· πολὺ δικαίως δὲ παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι διεστράφη δημοσιευόμενον, διότι ὡς ἐξετυλίχθη ἐνώπιον τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὄχι μόνον καταφαίνεται ψευδὲς αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ παριστᾷ καὶ τὸν κατηγορούμενον Βελέντζαν ψευδόμενον καὶ συκοφαντοῦντα, καὶ ἄνθρωπον προσπαθοῦντα νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ποσάκις ἦλθε καὶ κατέθεσεν ἐνώπιον ἡμῶν μὲ σημειώσεις εἰς τὰς χεῖρας;....
§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θὰ συζητήσωμεν τώρα;
§50ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ γεγονὸς προεκλήθη. (Θόρυβος). Ἔχω καθῆκον, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκφράσω τὰς ἐντυπώσεις μου.
§51ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀναβολὴν ζητοῦμεν.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἂς προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§53ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ὡς παρετήρησε δὲ ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατέδειξε τὸν Βελέντζαν ψευδόμενον, εἶναι ἡ ἐποχὴ, διότι δι’ ἐπισήμου συμβολαίου ἀπεδείχθη καὶ ἀποδεικνύεται τὸ ψεῦδος Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅτε ἠρωτήθη «ἀφοῦ ἔδωσε τὰς 40,000 δραχ. πῶς ἐπλήρωσε κατόπιν τοὺς ἐργάτας διὰ τὰ ἔργα τοῦ κτήματος;» ἀπήντησεν, ὅτι ἐπώλησε τὸ ἔλαιον, λαβὼν περὶ τὰς 15–20 χιλιάδας δραχμῶν· καὶ ἐν τούτοις, ὅταν ἠρωτήθη εἰς ἄλλην ἡμέραν, πόσον ἔλαιον παράγει τὸ κτῆμα (διότι κατὰ τὰς πληροφορίας δὲν παράγει τοιοῦτο προϊὸν), ἀπήντησεν, ὅτι ἐσύγχυσε τὸ ἔλαιον ἄλλης ἐποχῆς. Ὁ κ. Εἰσηγητὴς εἶπεν, ὅτι ὑπεχρεώθη παρὰ τῆς μειονοψηφίας νὰ καταχωρίσῃ τὰ περιστατικὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασταθῶσι, καὶ ἀληθῶς λέγει. Ἀλλ’ ἡ μειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ καταχωρισθῶσιν ἐν τῇ ἐκθέσει πάντα τὰ συντελοῦντα πρὸς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως, καὶ ὡς τοιαῦτα θεωρεῖ καὶ πᾶν ὅ,τι χρησιμεύει διὰ νὰ καταδείξῃ ἐὰν ὁ Βελέντζας ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος λέγῃ τὴν ἀλήθειαν· ἤτοι ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν γνῶσίν σας ὄχι μόνον ὅ,τι κατέθεσε καὶ περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει ἀπόδειξις περὶ τοῦ ψεύδους τῆς καταθέσεως, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι καταδείκνυσι τοῦτον ψευδόμενον, διότι ἐκ τούτου θὰ ἐκτιμήσητε τὸ ἀληθὲς ἢ τὸ ψεῦδος τῶν λεγομένων, καὶ συνδυάζοντες τὸ συμφέρον τοῦ κατηγορουμένου καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, καὶ νὰ εἴπῃ ὅ,τι φρονεῖ ὅτι τὸν ὠφελεῖ, θὰ δυνηθῆτε ὡρίμως καὶ εὐσυνειδήτως νὰ σκεφθῆτε. Διὰ τοῦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶν ὅ,τι συντελεῖ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἀληθείας, καὶ μέχρις οὗ τοῦτο δὲν γίγνεται, ἡ μονομερὴς ἀφήγησις καὶ δημοσίευσις περιστατικοῦ τινος εἶναι καθαρὰ ἀποπλάνησις αὐτῆς.
§54Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς νὰ συζητήσωμεν ἐπιστημονικῶς ἐὰν αἱ Ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ ὀφείλωσι νὰ προβαίνωσι καὶ εἰς τὴν ἔκφρασιν συμπερασμάτων, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ περιορίζωνται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων. Φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει μεγάλως νὰ ἐπιδράσῃ καὶ τὸ εἶδος τοῦ ἀντικειμένου, οὗ ἡ ἐξέτασις ἀνατίθεται εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θέλει πεισθῆ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκφρασιν συμπερασμάτων· διότι ὁποίαν ἐντολὴν ἀνέθηκεν ἡμῖν ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ διέταξε νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου τῶν Θηβῶν καὶ πᾶν σχετικὸν πρὸς τοῦτο, χωρὶς νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν γνώμην ἐπὶ ὡρισμένου τινὸς θέματος. Ἕνεκα τῆς γενικῆς ταύτης ἐντολῆς εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἁπλῆν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων, ὅσα προέκυψαν ἐκ τῶν ἡμετέρων ἐξετάσεων, ἀποφεύγοντες ἐπιμελῶς πᾶσαν ἐκτίμησιν αὐτῶν καὶ πᾶσαν ἔκφρασιν γνώμης. Τὰ ἐκ τῶν ἐξετάσεων ἡμῶν προκύψαντα γεγονότα εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα, εἰς δὲ τὴν ἔκθεσιν αὐτῶν ἐνδέχεται ποῦ μὲν νὰ ἐπεκράτησε περισσοτέρα ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρεια, ποῦ δὲ ὀλιγωτέρα. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε τὸ μὲν, οὔτε τὸ δὲ ἀναγνωρίζει ὡς ἀληθές. Πᾶν ὅ,τι ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐῤῥέθη τυχὸν περὶ τῆς βασιμότητος τῶν γεγονότων, ἀποτελεῖ τὴν ἰδιαιτέραν πεποίθησιν τῶν λεγόντων, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν πεποίθησιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐγώ, κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἤθελον σᾶς εἴπει, ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ἀξίαν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Βελέντζα καὶ οὐδεμίαν σημασίαν. Εἶναι πάντοτε ὕποπτος ἡ κατάθεσις κατηγορουμένου, ἐνοχοποιοῦντος τρίτα πρόσωπα, καὶ μάλιστα ἐκ μεταγενεστέρων αὐτοῦ ἐξετάσεων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἕτεροι μάρτυρες διαψεύδουσι τὸν Βελέντζαν, καταθέτοντες, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον καταθέτει, ὅτι ἔφερε χρήματα, ἵνα φροντίσῃ περὶ καλλιεργείας τοῦ κτήματος τῆς Καστανιώτισσας, δὲν εἶχε κἂν ἀγορασθῆ τὸ κτῆμα τοῦτο. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενα δὲν εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ παραδέχεται ὡς ἀληθῆ, ἀπόκειται εἰς ἕκαστον τῶν βουλευτῶν νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ.
§55ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὰ τρία τέταρτα τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς δὲν θέλουν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§56ΤΙΝΕΣ. Ἐτελείωσε.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπεφασίσατε, ὅτι τὸ Σάββατον θὰ ἀπαντῶσιν οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς γενομένας πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑβδομάδος. Τοιαῦται δὲ ἐπερωτήσεις μοὶ ἐγένοντο ὡς ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Αἰγιαλείας καὶ παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαμῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἔχουσι τὰ τῆς καταδιώξεως ὑπὸ τῆς Πύλης προσώπων τινῶν, ἅτινα διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν διατάξεων τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς Συμβάσεως· ἐπίσης δὲ ἠρώτησε, καὶ ἂν ἡ Σύμβασις ἐκείνη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξετελέσθη. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἀπαντῶ, ὅτι αἱ καταδιώξεις ἀφορῶσι τινὲς μὲν εἰς πρόσωπα, περὶ ὧν, κατὰ τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ Σύμβασις προενόησεν, ἄλλαι δὲ εἰς πρόσωπα, μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην, ἀλλὰ περὶ ὧν δύναται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ, διότι εἶναι οὗτοι Ἕλληνες ὑπήκοοι. Περὶ πάντων τούτων ἐγένετο ἐνέργεια δραστηρία· πολλὰ τῶν κρατουμένων προσώπων ἀπελύθησαν, ὑπάρχουσι δὲ ἐλπίδες, ὅτι προσεχῶς θὰ ἀπολυθῶσι πάντες. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπεσχημένων, καὶ μόνον ἂν ἴδωμεν βραδυτῆτα, τότε νὰ προβῶμεν εἰς πληρεστέρας ἀναπτύξεις. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Συμβάσεως ἀπαντῶ, ὅτι αὕτη δὲν ἐξετελέσθη εἰσέτι καθ’ ὁλοκληρίαν· ὅτι χθὲς ἔτι ὁ ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπος τῆς Πύλης ἐπισκεφθείς με μοὶ ἐποιήσατο ἀνακοίνωσιν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεώς του, ὅτι τρία σημεῖα, ἡ Γούνιτσα, τὸ Κρητῆρι καὶ τὸ Καραλὶκ Δερβένι ἤθελον κενωθῆ κατ’ αὐτάς, ἵνα καταληφθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ κατάληψις δὲν ἀποτελεῖ τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ὅρων τῆς Συμβάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπόθεσις αὕτη εὑρίσκεται εἰς στάδιον ἐκτελέσεως κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, φρονῶ, ὅτι καὶ περὶ τούτου δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς πληρεστέρας λεπτομερείας. Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαμῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ προξενεῖον Ἰωαννίνων καὶ εἰς τὸ ὑποπροξενεῖον Ἀταλείας, παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν οὐδὲν εὕρομεν ἴχνος περὶ τοῦ γεγονότος, ὅπερ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰ τοῦ προξενείου Ἰωαννίνων, ὅτι ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸ προξενεῖον ἐκεῖνο, ἔλαβον δὲ χθὲς τηλεγράφημα τοῦ προσώπου, καθ’ οὗ ἡ ἐπερώτησις, λέγοντος, ὅτι πάσης ὑποστάσεως στεροῦνται τὰ τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ ὅτι οὐδὲν συνέβη ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Περὶ δὲ τοῦ ὑποπροξένου Ἀταλείας παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ καταγγελίαι σύμφωνοι πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν, ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλαὶ ἀναφοραὶ ἀντίθετοι, διαψεύδουσαι ὅσα αἱ καταγγελίαι ἐκεῖναι περιέχουσι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φροντίζει νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν διὰ τῶν μέσων, ἅτινα ὁ νόμος κανονίζει. Ὡς πρὸς τὰ τῶν Ἰωαννίνων ὀφείλομεν ἤδη νὰ ἀναμένωμεν τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ νέου γενικοῦ προξένου αὐτόθι, ἵνα πληροφορηθῶμεν καὶ παρ’ αὐτοῦ ἀκριβέστερον περὶ τῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἀφορώντων.
§58Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ γλῶσσα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε γλῶσσα ἐπίσημος, ἁρμόζουσα εἰς τὴν θέσιν ἣν κατέχει· ἐγὼ ὅμως δὲν εὑρίσκομαι εἰς ὁμοίας ὑποχρεώσεις, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκθέσω καθαρῶς τὴν γνώμην μου περὶ τῆς στάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται αἱ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας σχέσεις. Ὑποχωρήσασα, κύριοι, ἡ Τουρκία ἡ φιλοπόλεμος, παρεχώρησεν ἀμαχητὶ τὴν Ἄρταν, τὴν Λάρισσαν, τὸν Βῶλον, πειθομένη εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ χάριν τῆς εἰρήνης καὶ τῶν ἐκ ταύτης ἀνεκτιμήτων ἀγαθῶν· ὑπεχωρήσαμεν καὶ ἡμεῖς οἱ τὸν πόλεμον ἀπειλήσαντες, καὶ παρητήθημεν ἱερῶν δικαιωμάτων, ἀνακτηθέντων διὰ πολλῶν θυσιῶν καὶ διὰ διεθνῶν συμβάσεων.
§59ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν παρητήθημεν.
§60ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ λέγωμεν, δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα εἶναι ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ διεκδικήσωμεν, ἐκτὸς ἂν καταφύγωμεν εἰς τὰ ὅπλα· (Θόρυβος) Παρητήθημεν ἐξαναγκασθέντες καὶ πειθόμενοι εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ χάριν τῆς τοσοῦτον ἀναγκαίας ἡμῖν τε καὶ τῇ Ἀνατολῇ εἰρήνης καὶ συμφιλιώσεως. Καὶ ὅμως ἀντὶ εἰρήνης ἔχομεν διωγμούς, ἔχομεν καταδυναστεύσεις, ἔχομεν καταστροφάς, ἀντὶ συμφιλιώσεως ἔχομεν ἀθετήσεις διεθνοῦς συμβάσεως, ἔχομεν δυσπιστίας, ἔχομεν πόλεμον ἀκήρυκτον μὲν ἀλλὰ πόλεμον. Ἡ τοιαύτη τῶν πραγμάτων κατάστασις εἶναι λυπηρὴ, διότι ὁδηγεῖ βαθμηδὸν εἰς πράγματα ὅλως ἀντίθετα πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τῶν Συνθηκῶν καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ὅλης Ἀνατολῆς. Ἀναμφισβήτητον δὲ τυγχάνει, ὅτι ἡ Τουρκία ἀρνεῖται τὴν ἐκτέλεσιν διεθνοῦς συμβάσεως, καὶ ὅτι παρασπονδοῦσα κρατεῖ τὰς κλεῖς τῆς Θεσσαλίας ὡσεὶ ἐπρόκειτο νὰ κηρύξῃ καθ’ ἡμῶν πόλεμον, καὶ ἀθετεῖ ἣν ἀνέλαβε ῥητὴν ὑποχρέωσιν διὰ τοῦ 17 ἄρθρου τῆς Συμβάσεως, ὅπως χορηγήσῃ ἀμνηστείαν πλήρη καὶ τελείαν πρὸς πάντας, ὅσοι ἀνεμίχθησαν εἰς γεγονότα πολιτικὰ προγενέστερα τῆς Συμβάσεως, σχετιζόμενα δὲ πρὸς τὸ ζήτημα, ὅπερ ἐχύθη δι’ αὐτῆς, καὶ ὡσεὶ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη Σύμβασις παραδίδει τοὺς ἐν τοῖς μὴ παραχωρηθεῖσι διαμερίσμασιν οἰκοῦντας Ἕλληνας καὶ ἑλληνίζοντας, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν ἐν Ἰωαννίνοις, εἰς τὴν ἀνενόχλητον διάκρισιν τῶν ληστῶν καὶ βασιβουζούκων, καὶ ἐπιτρέπει ἐπιδρομὰς ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, καὶ κατακρατεῖ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἰωαννίνων, Θεσσαλονίκης καὶ Κωνσταντινουπόλεως πλείστους ὅσους ὑπαγομένους εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀμνηστευτέων, καὶ εἰς ὑπερ λίαν πολλοὺς τούτων καταδικάζει. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ κατονομάσω πολλοὺς τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατουμένων, καίπερ ὑπαγομένους εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀμνηστευτέων. Στενάζουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς Θεσσαλονίκης, ὁ Ἀναστάσιος Ν. Παπαναστασίου ἰατρὸς ἐκ Λεβαδείας, ὁ Πέτρος Γεωργίου ἢ Ἀλαία, ὁ Νικόλαος Ἀναγνώστου, ὁ Ἀγαπητὸς Δημητρίου, ὁ Ἀστέργιος Καραθανασίου, ὁ Παπαδορόθεος, ὁ Δημήτριος Βλάχου, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἄγνωστοί μοι. Ἀπέλπιδες δὲ διατρέχουσι τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν, εἰς ὑπερορίαν καταδικασθέντες, ὁ Εὐάγγελος Κοροβάγκος, πρόεδρος τῆς ἐν Λιτοχωρίῳ κατὰ τὸ 1878 προσωρινῆς Κυβερνήσεως — οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατεστράφησαν, πιστεύσαντες εἰς τὰ ὅπλα τὰ Ἑλληνικὰ, ἤδη δὲ ἐπελθούσης εἰρήνης μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας, ἡμεῖς μὲν ἡσυχάζομεν καὶ ἐργαζόμενοι προαγόμεθα, αὐτοὶ δὲ ὑφίστανται νέας καταστροφὰς, μένοντες ἀπέλπιδες μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν των — ὁ Δημοσθένης Ἀγγελάκης, ὅστις ὑπηρέτησεν ἄλλοτε ὡς πρόξενος, ἤδη δὲ κατέχει μεγάλην περιουσίαν, ἔχων μεταλλεῖα μεγάλης ἐκτάσεως καὶ ἀξίας ἐν τῇ Χαλκιδικῇ, ὁ ἐξ Ἰωαννίνων Παπαδόπουλος φαρμακοποιὸς, ὅστις ἀνεμίχθη εἰς τὰ γεγονότα τοῦ 1878, καὶ ἔμεινεν ἐδῶ πολὺν χρόνον, ἐπέστρεψε δὲ εἰς Ἰωάννινα, ἔμεινεν ἐκεῖσε τρεῖς μῆνας καὶ μετὰ τοῦτο ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ ἔργον του καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Δὲν προχωρῶ κατονομάζων ἄλλους, ἵνα μὴ ἐκθέσω εἰς καταδιώξεις τὰς οἰκογενείας των. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ἐλπίζει ταχεῖαν καὶ εὐτυχῆ τὴν λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων, ὅσα διαχωρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς Τουρκίας. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πολιτεία τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα πᾶν ἄλλο προδίδει ἢ τὸ τοιοῦτον. Κύριοι, ἡ Τουρκία δι’ ὅσων πράττει, προκαλεῖ ἡμᾶς, παρασπονδοῦσα, ἔργοις δὲ ὑβρίζουσα ἡμᾶς καὶ ἀπηνῶς διώκουσα τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ διότι προκαλούμεθα, διότι ἡ Τουρκία, τυφλώττουσα, παραγνωρίζει τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, καὶ τὰ συμφέροντα ὅλης τῆς Ἀνατολῆς, καὶ προκαλεῖ ἡμᾶς, ἐπιτρέπεται ἡμῖν, τοῖς μὴ τυφλώττουσι, ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην πρόκλησιν; Ὄχι λέγω· καθ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, ἐναντίον μάλιστα τῆς δεδηλωμένης πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης, νὰ συνταράττωμεν τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς· τοῦτο ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ, δύναται νὰ βλάψῃ ἡμᾶς. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡμῖν καὶ τὸ ἀδιαφορεῖν καὶ τὸ μὴ ὑπερασπίζειν τοὺς ἀδικουμένους, διότι τότε ἡ Δύναμις, ἡ ἀδικοῦσα, θρασύνεται καὶ θρασυνομένη, πιθανὸν νὰ προβῇ εἰς μεγαλεῖτερα τολμήματα, ἅτινα θ’ ἀναγκάσουν ἡμᾶς καὶ ἄκοντας νὰ προβῶμεν εἰς πράξεις ἀντεκδικήσεως, καὶ ἐκ τούτων εἰς νέας ἀναστατώσεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὅπερ διὰ παντὸς δυνατοῦ ἡμῖν μέσου δέον νὰ προλάβωμεν. Πρὸς τοῦτο δὲ δέον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, νὰ μετέλθωμεν πᾶν ὑπὸ τῶν Συνθηκῶν καὶ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἐπιτρεπόμενον ἡμῖν μέσον, ὅπως πειθαναγκάσωμεν τὴν Τουρκίαν νὰ πράξῃ ὅ,τι ὀφείλει, δυνάμει τῶν Συνθηκῶν, τουτέστι νὰ παραχωρήσῃ τὰ μὴ παραχωρηθέντα μέρη, νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀμνηστείαν καὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ἀδίκως φυλακισθέντων, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπάνοδον εἰς τὰς ἑστίας τῶν ἀδίκως ἐξορισθέντων, καὶ νὰ διατάξῃ νὰ παύσῃ ὁ κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ διωγμός. Τὰ δὲ μέσα, ὅσα δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ μετέλθωμεν πρὸς τοῦτο εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, πρῶτον μὲν ἡ προσφυγὴ διὰ πᾶσαν παράσπονδον τῆς Τουρκίας πρᾶξιν, διὰ πᾶν κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀδίκημα, ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον, εἰς τὰς ὑπογραψάσας τὴν Βερολίνειον Συνθήκην Δυνάμεις, καταγγελλομένης οὕτως ἀπαύστως τῆς Τουρκίας ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ αὐτῆς πολιτείᾳ ἐνώπιον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅπως αὐτὴ καὶ μόνη φέρῃ τὴν εὐθύνην τῶν συμφορῶν ὅσαι ἐξ αὐτῆς προϊόντος τοῦ χρόνου θὰ προκύψωσι· δέον ἡ Ἑλλὰς καθεκάστην νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Εὐρώπης ὅσα πράττει ἡ Τουρκία κατὰ παράβασιν Συνθήκης, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς τεθείσης. Τὸ δεύτερον δὲ μέσον, ὅπερ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μετέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, εἶναι νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν οὐδεμιᾶς ὑποχρεώσεως ἐξ ἐκείνων, ἃς ἀνέλαβε διὰ τῆς Συμβάσεως. Δικαιούμεθα, νομίζω, ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐκτέλεσιν πάσης ὑποχρεώσεως ἐκ τῶν ὅσων ἀνελάβομεν διὰ τῆς Συμβάσεως, μέχρις οὗ ἡ Τουρκία ἐκτελέσῃ πρώτη, ὅσα αὐτὴ ὑπεσχέθη, κατέχοντες τὰ παραχωρηθέντα, διότι τὰ κατέχομεν φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι κακῶς ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις—καὶ ἐκ τούτου ἤχθην εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου— προέβη εἰς τὸν διορισμὸν Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ 9 ἄρθρου τῆς Συμβάσεως, τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν Βακουφίων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σουλτάνου. Δὲν ἀναγνωρίζομεν βακούφια, δὲν ἀναγνωρίζομεν περιουσίαν Σουλτανικήν, ἐὰν ἡ Ὑ. Πύλη δὲν ἐκτελέσῃ τὴν Σύμβασιν καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν χορηγήσῃ τὴν ἀμνηστείαν καὶ δὲν παύσῃ καταδιώκουσα τοὺς ἀναμιχθέντας εἰς πολιτικὰ γεγονότα, θεωρούμενα ἐν πάσῃ πεπολιτισμένῃ χώρᾳ καὶ θεωρηθέντα διὰ τῆς Συμβάσεως ὡς ἄξια συγγνώμης καὶ ἀμνηστείας, καὶ ἐὰν δὲν ἀπελευθερώσῃ τοὺς ἀδίκως φυλακισθέντας, καὶ δὲν ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἐξορισθέντας νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενοι ὡς φιλήσυχοι πολῖται. Κακῶς λοιπὸν ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις, προέβη εἰς τὸν διορισμὸν Ἐπιτροπῆς, καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπάνοδον τῶν διορισθέντων, κηρύττουσα πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὅτι ἀπέχει τῆς ἐκτελέσεως παντὸς ὅρου τῆς Συνθήκης μέχρις οὗ αὐτὴ ἐκτελέσῃ τὰ ὑποσχεθέντα. Τοιοῦτον, κύριοι, εἶναι τὸ συμπέρασμα, εἰς ὃ ἄγει ἡ μελέτη τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς καὶ τοιαύτη ἡ γνώμη, ἣν ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§61ΤΖΑΝΕΣ. Ἐγὼ ἀναβάλλω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐπιφυλάσσομαι δὲ τὸ δικαίωμά μου τὸ ἐρχόμενον Σάββατον νὰ ἀπαντήσω, καὶ θέλω σᾶς εἴπει τὴν καθαρὰν ἀλήθειαν.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ παρελθὸν Σάββατον ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τῷ ἀπευθύνω, ὅτι ἤθελε θεωρήσει διά τινα καιρὸν τοὐλάχιστον ἐξωφλημένον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελε περιμείνει νὰ ἴδῃ τί θὰ ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἠρώτησε νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τί γίνεται τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὅτι περὶ αὐτοῦ σκέπτεται ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι πρόκειται τὸ πολὺ περὶ ζητήματος χάριτος. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἶναι κατάδικοι, καὶ εἶναι καταδικασμένοι μὲ ὅλους τοὺς τύπους καὶ τοὺς νόμους, οἵτινες ἐτηρήθησαν μέχρι τοῦδε ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης φύσεως.
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι μὲ τοὺς νόμους.
§65ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ μὲ τοὺς νόμους. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, κατὰ τὸν νόμον, νὰ ἐγκρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Τὸ ἐγκρίνειν τοῦτο ἐξηγήθη μέχρι τοῦδε ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ Βουλὰς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισίν της, δηλ. νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνέδου, καλύπτουσα τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὑπὸ τὸ μελανοδοχεῖον, ὡς λέγουν, ἢ ὀφείλει νὰ τὴν ἐκτελέσῃ, δὲν δύναται ὅμως νὰ τὴν τροποποιήσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ἕως τώρα. Ἂν ἐρωτᾶτε τὴν ἰδιαιτέραν γνώμην ἐμοῦ, ὅστις δὲν εἶμαι νομικὸς, τὸ ἐγκρίνειν θὰ εἰπῇ, ὅτι δύναται καὶ τροποποιεῖν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔγεινε μέχρι τοῦδε. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Συνόδου διεβιβάσθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὸ προκάτοχον. Τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον τὴν ἐνέκρινε καὶ ἐξετελέσθη· ἑπομένως ἡ ἀπόφασις εἶναι νομιμωτάτη καὶ συνταγματικωτάτη. Ἔχει τὸ δικαίωμα ὅμως ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς νὰ προβῇ εἰς χάριτας, καὶ εἶχε δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ ἐρωτᾷ ἢ καθὼς ἐπηρώτησε τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον· ἀφοῦ δὲ ἡ Κυβέρνησις τῷ εἶπεν, ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, ὤφειλεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς νὰ περιμένῃ νὰ ἴδῃ τί θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις· τότε μόνον ἐδικαιοῦτο νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἔπραττεν οὕτως ἢ ἄλλως. Δὲν ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ γνώμην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τότε αἴρεται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἄνευ πλήρους ἐλευθερίας ἐνεργείας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τοῦτο· ἂς περιμείνῃ ὁ κ. βουλευτὴς νὰ ἴδῃ τὴν ἀπόφασίν της, καὶ τότε ἂς ἐπικρίνῃ.
§66Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἔρχομαι ἐνώπιόν σας, ἵνα ὑπερασπίσω καλογήρους αἱρετικούς· ἄπαγε τῆς τοιαύτης βλασφημίας. Ἐπιθυμῶ ἐξ ὅλης καρδίας ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τοῦ Ἰησοῦ ἡμῶν Χριστοῦ νὰ διαλάμπῃ ὅπως διέλαμπε καὶ κατὰ τὸ 1821, ἐποχὴν τῶν πατέρων μας, καὶ προτήτερα, ὅτε, δυνάμει τῆς ἐκλάμπρου θείας ταύτης θρησκείας, καὶ τοῦ ἁγνοῦ πατριωτισμοῦ των οἱ πατέρες ἡμῶν ἀνεδείχθησαν κραταιοὶ, καὶ οὕτω διὰ μεγάλων καὶ ἐπιφανῶν πράξεων κατώρθωσαν νὰ προκαλέσουν καὶ τὸν θαυμασμὸν τῶν ἐξευγενισμένων ἐθνῶν καὶ νὰ ἀδελφοποιηθῇ μετὰ τῶν ἀγωνιζομένων τοῦ 1821 μέχρι τοῦ 1828 ἁπαξάπασα ἡ ἑσπερία Εὐρώπη, καὶ οὕτω νὰ καταστῇ ἡ Ἑλλὰς, μετὰ τὸν αἱμοσταγῆ καὶ ἱερὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἔνδοξος καὶ κραταιά. Ἀλλὰ δυστυχῶς, παραδοθεῖσα εἶτα εἰς ἀδεξίας χεῖρας, κατέπεσε σήμερον ἐκ τοῦ ὕψους τῆς δόξης της, καὶ διατελεῖ μοιραίως ὑπὸ τὸ κράτος τῆς χλεύης. Ὅθεν ἔρχομαι νὰ φέρω τὸν λόγον, ὑπερασπιζόμενος τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρ. 4 του Συντάγματος τῆς Ἑλλάδος κηρύσσει ἀπαραβίαστον, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἰς τὸ πρόσωπον κληρικῶν παρεβίασε σκανδαλωδῶς. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Λομβάρδος, ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μὲ πολλὴν εὐχέρειαν καὶ ταχυπέτειαν σᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι νόμιμος, καὶ ὀρθῶς κατεδικάσθησαν ἐπὶ αἱρέσει εἰς πολυετῆ ἐξορίαν, καὶ ὅτι νομίμως ἐξεδόθη τὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς εἰρημένης ἀποφάσεως Β. Διάταγμα. Ἄν, κύριοι βουλευταὶ, ὁ κ. Λομβάρδος ἠρωτᾶτο νὰ ἀποφανθῇ περὶ ἐπιστημονικῆς κατασκευῆς ἐκδορίων καὶ ἄλλων τῆς ἰατρικῆς θεραπευτικῶν φαρμάκων, ἤθελον εἶσθαι πειστικὸς παρὰ πάντα ἄλλον, μὴ ἔχοντα τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ, ἀλλὰ προκειμένου λόγου περὶ νομικῶν ζητημάτων, ἡ γνώμη του δὲν ἔχει τὸ παραμικρὸν κῦρος καὶ ἀξίαν, ἀπέναντι μάλιστα τῆς νομικῆς γνωμοδοτήσεως τῶν τριῶν διαπρεπόντων καὶ ἐπιφανῶν νομοδιδασκάλων ἐν Ἑλλάδι, καὶ καθηγητῶν τοῦ ἐν Ἑλλάδι Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, Β. Οἰκονομίδου, Π. Καλλιγᾶ καὶ Ν. Σαριπόλου, τοῦ τελευταίου μάλιστα τυγχάνοντος καὶ μέλους πολλῶν ἀκαδημιῶν τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης, οἵτινες παμψηφεὶ κατέκριναν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὡς παράνομον καὶ παράτυπον, ἕνεκα τῆς μὴ παραθέσεως τῶν ἱερῶν ἀποστολικῶν καὶ συνοδικῶν κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων, ἐφ’ ὧν δῆθεν στηρίζεται ἡ ποινὴ τῆς πολυετοῦς ἐξορίας τῶν καταδικασθέντων κληρικῶν ὡς δῆθεν αἱρετικῶν, διότι εἶναι πρόδηλον, ὅτι οἱ Ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες εἰς τοὺς αἱρετικοὺς ὡς ποινὴν ὁρίζουν μόνον τὴν καθαίρεσιν, ἢ τὸν ἀφορισμὸν, οὐδεμία δὲ ἄλλη ποινὴ εἶναι καθιερωμένη κατὰ τοὺς Ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας. Ὁ κύριος Λομβάρδος ἀνέφερεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ προκαλέσῃ τὴν βασιλικὴν χάριτα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου λίαν ἐλαφρῶς ἀποφαίνεται περὶ χάριτος ἐπὶ παρανόμως καταδικασθέντων πολιτῶν. Ἂς μάθῃ λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι χάρις δίδεται εἰς καταδικασθέντας νομίμως παρ’ ἁρμοδίου Δικαστηρίου δι’ ἀποφάσεως, νομίμως καταρτισθείσης, καὶ μόνον ὅταν ὁ καταδικασθεὶς δεικνύῃ πραγματικὴν μετάνοιαν, ἢ καὶ ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ ἐγκλήματος, ὅτε δικαίως ἔρχεται ἡ φιλανθρωπία τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις καὶ προκαλεῖ τὴν Βασιλικὴν χάριτα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἡμεῖς καταγγέλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι φρικαλέα διὰ τὴν ἀνήκουστον παρανομίαν της — διότι αὕτη δὲν στηρίζεται εἰς οὐδένα ἀποστολικὸν κανόνα καὶ εἰς τὰς ἱερὰς παραδόσεις, ἀλλὰ στηρίζεται εἰς αὐθαίρετον καλλογερικὴν ἰσχυρογνωμοσύνην τῶν ἀρχιερέων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ὡς τοιαύτη, εἶναι αἶσχος εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἐκκλησίας—καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τυφλοῖς ὄμμασι περιήψε τὸ Β. Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς τερατώδους ἐκείνης ἀκαίρου ἀποφάσεως, καὶ ἐξετέλεσε παρανόμως αὐτὴν ἀπὸ τὸ 1878, καὶ οἱ δυστυχεῖς κληρικοὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς παρανόμου ποινῆς τῆς ἐξορίας, πενόμενοι καὶ ἐστερημένοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ξηροῦ καὶ μουχλιασμένου ἐπιουσίου ἄρτου—καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καί τις κληρικὸς λαϊκὸς μὲ θυγατέρα εἰς ἡλικίαν γάμου, στερουμένην ὅλων τῶν ἀναγκαίων τοῦ βίου, καὶ ὅλως ἀπροστάτευτον.—Ἑπομένως δὲν ἔχουν σημασίαν τὰ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ λεχθέντα. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν σήμερον παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης βασ. χάριτας, εἰμὴ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Β. Διατάγματος, ὅπερ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις ἐπροκάλεσε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς καταγγελλομένης ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐναντίον τῶν ἀποστολικῶν κανόνων, καὶ ἐναντίον τῶν ἄρθ. 2 καὶ 7 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθ. 1 τοῦ Η Νόμου, καθ’ ἃ ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτὴν, καὶ παρὰ τοὺς Ἀποστολικοὺς καὶ Συνοδικοὺς κανόνας, ὁρίζοντας, ὅτι εἰς αἱρετικοὺς ὡς ποινὴ μόνον ἐπιβάλλεται καθαίρεσις, ἢ ἀφορισμὸς, οὐχὶ δὲ καὶ ἐξορία πολυετὴς, ὡς εἴρηται. Τὸ δὲ ἄρθ. 11 τοῦ ΣΗʹ Καταστατικοῦ Νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852, εἶναι κατηργημένον διὰ τοῦ ἄρθ. 103 τοῦ Συντάγματος, ὁρίζοντος: «Ὅλοι οἱ Νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα, καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καταργοῦνται». Ἀλλὰ τινὲς ἐξ ὑμῶν εἶπον, ὅτι ἀντὶ καθαιρέσεως ἢ ἀφορισμοῦ, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος ἐπιεικῶς κατεδίκασε τοὺς περὶ ὧν ὁ λόγος κληρικοὺς εἰς πολυετῆ ἐξορίαν· ἀλλὰ ἐλησμόνησαν οὗτοι καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ὅτι ὁ δικαστὴς, ἐπιεικῶς δικάζων τὸν ἔνοχον, ἐκφέρει σιωπηλῶς ἀτιμωρησίας ψήφισμα, καὶ θεωρεῖται ὡς συμπράκτωρ καὶ ὑπασπιστὴς τῆς κακουργίας τοῦ κακούργου κατὰ τὴν γνώμην Βεκαρία, καὶ Φιλαγγιέρου νομοδιδασκάλων. Ἑπομένως δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ὄχι μόνον ἐπιεικῶς νὰ δικάσῃ τοὺς αἱρετικοὺς, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ αὐθαιρέτως νὰ νομοθετήσῃ ἄλλου εἴδους ποινὰς, καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὰς εἰς ἐλευθέρους πολίτας κληρικοὺς ὡς δῆθεν ἐπὶ αἱρέσει κατηγορουμένους, εἰς τοὺς ὁποίους μάλιστα καὶ ἠρνήθη, καὶ νὰ ἀπολογηθῶσι, καὶ ἀποδείξωσι τὴν κατηγορίαν ὡς αὐτόχρημα αἰσχρὰν σικοφαντίαν. Διὸ ζητῶ καὶ ἐπιμένω νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξετελέσθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, ὡς νομοθετικὸν Σῶμα, καὶ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος, ἀφοῦ διαῤῥήδην ἀποδεικνύεται, ὅτι περιήφθη εἰς ἐκτέλεσιν παρανόμου ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Βουλὴ πρὸ ἡμερῶν ἐντὸς τῆς κυριάρχου ἐξουσίας της ἠκύρωσε τὰ ὅλως παράνομα Διατάγματα τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τὸν αὐτὸν λοιπὸν λόγον τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῆς ἐπιληψίμου ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρέπει νὰ ἀκυρώσῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Β. Διάταγμα ὡς παρανόμως προκληθὲν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπονειδίστου ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἄλλως, ἡ Βουλὴ θέλει θεωρεῖσθαι εἰς τὰς ἀποφάσεις της κομματικὴ καὶ φατριάζουσα ἐναντίον τοῦ προγράμματός της, κηρύξασα τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ τὴν ἐπιδαψίλευσιν πάσης εὐδαιμονίας καὶ ὀλβιότητος εἰς τὴν Πατρίδα μας. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι εἶναι λίαν κατεπεῖγον τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀκυρώσεως τοῦ Διατάγματος, διότι οἱ κληρικοὶ τυραννοῦνται ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος διὰ μιᾶς παρανόμου ἀποφάσεως, καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει, μὴ ἀνεχομένη παρανομίας τόσον ψηλαφητὰς, νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Β. Διατάγ. ἀποδίδουσα εἰς τοὺς κληρικοὺς τὴν ἐλευθερίαν, τῆς ὁποίας, κατὰ κακὴν μοῖραν, δι’ ἀποφάσεως παρανόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἐστερήθησαν ἀπὸ τὰ 1878, διότι καὶ ἡ κοινωνία ἀνυπομόνως περιμένει νὰ ἴδῃ ἐλευθέρους τοὺς κληρικούς, καὶ ἀπολαύσῃ αὐτοὺς εἰς τοὺς κόλπους της ὡς γνήσια τέκνα τῆς ὀρθοδόξου ἡμῶν θρησκείας.
§67ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἀδίκως, κύριοι, ᾐτιάσατο ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τοῦ συναδέλφου ἡμῶν καὶ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅτι προώρως ἐπανέφερε σήμερον τὴν συζήτησιν περὶ τῶν ἐξορίστων κληρικῶν· ᾐτιάσατο, λέγω, αὐτοῦ ἀδίκως, διότι ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν παρελθούσῃ συνεδριάσει, λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐξ ἐπερωτήσεως ἐμοῦ, τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καὶ ἄλλων συναδέλφων, προσδιώρισε τὴν σήμερον πρὸς συζήτησιν τοῦ προκειμένου θέματος, καὶ εἶχε δίκαιον, κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν, καὶ συζήτησιν εὐρεῖαν τοῦ θέματος τούτου, διότι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸς ἐποιήσατο τότε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκ τοῦ προχείρου, ἦτον ἀπάντησις ὑπεκφεύγουσα, ἀόριστος, μηδεμίαν ὑποσχομένη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου μέριμναν σήμερον ὅμως, ὅτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηγορηματικῶς ὑπεσχέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται καὶ σκέπτεται σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ὅτι προσεχῶς θέλει λάβει μέτρον ὁριστικὸν ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων ἐξορίστων καλογήρων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκ καθήκοντος εἶχον σκοπὸν νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ ὑποστηρίξωσι τὴν γνώμην τῶν κληρικῶν τούτων, καθῆκον ἔχουσιν ν’ ἀναβάλωσι τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν μέχρις οὗ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου σκέψεις καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ καθῆκον τοῦτο, νὰ περιμείνῃ δηλαδὴ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ἑτέρωθεν ἔχει καθῆκον παμψηφεὶ νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ θέμα τοῦτο, καὶ ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως καταπαύσῃ τὸ μέγιστον τοῦτο κακὸν, καὶ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν.
§68ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁμολογουμένως αἱ περιπέτειαι τῶν κληρικῶν, ἀνωτέρων καὶ ἠθικωτέρων, κινοῦσιν ἕκαστον εἰς ἀγανάκτησιν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τόσον ἁπλοῦν, εἶναι λίαν λεπτὸν, καὶ συνδέεται καὶ πρὸς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, καὶ πρὸς τοὺς θρησκευτικούς μας θεσμοὺς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ὁριστικῶς τί μέτρα ἔπρεπε νὰ λάβῃ διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐνώπιόν της, ἅμα ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου σπουδαίως σκέπτεται· οὔτε εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ συζητηθῶσιν ὅλα τὰ αἴτια, ἅτινα ἔφεραν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν πάντων ἡμῶν ὡρίμασε τὸ ζήτημα, ὅτι ἀδίκως κατεδικάσθησαν 11 κληρικοί. Καὶ ἐὰν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἦναι σεβαστὴ καὶ δῶρον θεῖον, κατὰ μείζονα λόγον, κύριοι, ἡ στέρησις αὐτῆς πρέπει νὰ κινήσῃ εἰς ἀγανάκτησιν, ὁπόταν ἔχωμεν διακεκριμένων νομομαθῶν γνωμοδότησιν, ὅτι καταδιώκονται ἀδίκως. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, τὸ ζήτημα ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἅμα τῇ ἀνόδῳ εἰς τὴν ἐξουσίαν, μήπως ἀπηντήσαμεν ἀντίστασιν; Μήπως ἡ κυβέρνησις δὲν ἐργάζεται νὰ εὕρῃ θεραπείαν; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ποία εἶναι αὐτὴ ἡ θεραπεία; Δὲν ἠμποροῦμεν, κύριοι, νὰ ζητήσωμεν ἀμέσως τὸ ἀποτέλεσμα καὶ δὲν ἠμποροῦμεν, διότι ἂν θελήσῃ νὰ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα, φοβεῖται μήπως προσβάλῃ διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν πρέπει νὰ προσβάλῃ τὴν φιλοτιμίαν τῶν κληρικῶν. Ἰδοὺ ἡ λεπτότης τοῦ ζητήματος, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν εἶναι ὁ καιρὸς ἀκόμη νὰ συζητηθῇ μὲ εὐρυτάτας διαστάσεις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὸ ζήτημα τῶν ἐξορίστων. Εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν ἤμην δικηγόρος καὶ τῶν ἐξορίστων καὶ τοῦ Α. Μακράκη, ὅστις κατηγορεῖτο ὡς αἱρετικὸς καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὀπαδοί του. Ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ ὁ Μακράκης ἦτο θῦμα ἀδίκου καταδιώξεως, καὶ οἱ ἐξόριστοι ἐπίσης τὰ θύματα ἀδίκου καταδιώξεως· ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀπόφασις, καὶ συνεπείᾳ ταύτης ἐξωρίσθησαν. Διὰ νὰ φέρωμεν νόμον εἰς τὴν Βουλὴν, κινδυνεύομεν νὰ φέρωμεν σκάνδαλον, εἴτε Συνταγματικόν, εἴτε θρησκευτικὸν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μᾶς ἐζήτησεν ὅλας τὰς πληροφορίας, νὰ φροντίσῃ καὶ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὸ ζήτημα, καὶ ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν τῆς φιλοτιμίας τῶν κληρικῶν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ τύπου, καὶ τοῦ Συνταγματικοῦ καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ, διότι μόνον λύσις καλὴ δύναται νὰ προλάβῃ σκάνδαλον ὅπως τοιοῦτόν τι ὑπῆρξε, τὸ ὁποῖον χάρις εἰς τὸν φιλόνομον χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐπέδρασεν οὐδόλως ἐπὶ κακῷ, εἴτε τῆς κοινωνίας, εἴτε τῆς Πολιτείας.
§69Α. ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ὅταν ἐξετέθην ὡς ὑποψήφιος βουλευτὴς, ἐξέδωκα πρόγραμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον ῥητῶς τὴν ἑξῆς φράσιν, «ὅτι θέλω προστατεύσει τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως». Ἐπὶ τῆς προκειμένης ὅμως περιστάσεως βλέπω, ὅτι καταπατεῖται καὶ πολὺ βιαίως ἡ ῥήτρα αὕτη, καταπατεῖται ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν τῶν κληρικῶν, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν καὶ καταδιώκονται, διότι ἐξέφρασαν τὴν γνώμην των ἐπὶ ὑποθέσεως μάλιστα, ἥτις ἀκόμη εἶναι συζητήσιμος, ἐξέφρασαν δὲ τὴν γνώμην των ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως κατὰ τῶν Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν παρὰ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου μετὰ τῶν ὑπουργῶν, εἰπόντες, ὅτι οὕτω καὶ οὕτω ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδόλως ἠδίκησαν, ἐκφράσαντες τὴν γνώμην των, καὶ οἵτινες ὑπέφερον βασάνους ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀφορμῆς. Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι καὶ σπουδαῖον σκάνδαλον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ἡ ἔρις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸ πάντων ἔχει καθῆκον νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου, θέλει δὲ τὴν ἄρει, συμβιβάζων αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν τῶν κληρικῶν.
§70ΤΖΑΝΕΣ. Εἴπατε εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας σας, ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμά σας εἴχατε τὴν ῥήτραν τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως ἐν αὐτῷ δὲν εἴχατε θέσει ὡς ῥήτραν καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς θρησκείας τῶν πατέρων σας;
§71ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Χωρὶς ἄλλο· ἀλλ’ εἶμαι συνεπέστατος, ὡς βλέπετε, καθόσον ἡ θρησκεία τῶν πατέρων μου ἐπιβάλλει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως.
§72Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἡ θρησκεία τῶν πατέρων μας κινδυνεύῃ, τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ· διότι ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν κανένα ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν θρησκείαν τῶν πατέρων μας, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας. Θέλετε δὲ νὰ εἴπω καὶ κάτι τι ἄλλο; Ἡ πολιτικὴ τοῦ 1821 ἦτον ἡ θρησκεία, καὶ σήμερον, ὅστις σκέπτεται διαφορετικὰ περὶ τῆς πολιτικῆς, ἣν καθιέρωσαν τὰ αἵματα 600,000 ἀνθρώπων κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, εἶναι ἀνάξιος νὰ λέγεται μέλος τῆς Ἑλλάδος. Παρακαλῶ τὸν κ. Λομβάρδον, ὃν πιστεύω καὶ ὑπολήπτομαι, καὶ ὅστις μοὶ εἶπε νὰ περιμένω, διότι σκέπτεται, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ περιμένω νὰ σκέπτεται αἰωνίως, διότι τότε οἱ καλόγηροι τελειώνουν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ σκεφθῇ ὀλίγον ὀγλήγορα.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρέπει νὰ μοὶ δώσητε μίαν πληροφορίαν: αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὅλοι εἰς τὴν ἐξορίαν, ναὶ ἢ ὄχι;
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ ἦναι εἰς πόλεις· ἀλλὰ οἱ κανόνες δὲν ἐπιτρέπουν......
§75ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐδῶ εἶναι παράνομος ἡ ἀπόφασις.
§76ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ καταδίωξις τῶν καλογήρων εἶναι παράνομος καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς καταδίκης οὗτοι. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προκληθῇ συζήτησις, διότι δὲν εἶναι καλὸν, δὲν ἐμπρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναλαμβάνοντες τὴν ὑπεράσπισιν δέκα ἢ εἴκοσι κληρικῶν, οἵτινες ὑπέπεσαν εἰς λάθος, καὶ κατεδικάσθησαν. Περὶ τῶν τοιούτων δὲν εἶναι καλὸν νὰ γίνεται λόγος καὶ νὰ συζητῆται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὅ,τι δὲν εἶναι συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας. Ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Πετρίτζη, ἐνῷ ἔκαμον αὐτῷ τὴν παρατήρησιν, ἂν ἐν τῷ προγράμματι αὐτοῦ ἀνέγραψε ὡς ὅρον καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς θρησκείας τῶν πατέρων μας, ἤκουσα τὸν κ. Πετιμεζᾶν εἰπόντα μοι, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ μεγάλη τοῦ 1821 ἦτον ἡ θρησκεία τῶν πατέρων μας, ἥτις, ἐὰν δὲν κατισχύῃ πάντοτε, οὐδὲν καλὸν περιμένομεν. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἔχω καὶ ἐγώ, ὅτι ἂν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ 1821, ἀπολώλαμεν· ἕνεκα λοιπὸν τούτου ἀντιλέγω εἰς συζητήσεις, ἀντικειμένας εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τοῦ ἔτους 1821.
§77Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νομίζω, ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶπεν, ὅτι σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, ἥτις ἐγένετο, ἔχει ἀξίαν καὶ σημασίαν, διότι καὶ νὰ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λάβῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἑδραίαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη δικαία. Ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, καὶ φέρῃ τὰς ἰδέας της πλήρεις, ὅτε θὰ ἦναι καιρὸς νὰ συζητηθῇ ἐπὶ μακρότερον ἡ ὑπόθεσις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, τό γε νῦν ἔχον, πρέπει νὰ καταπαύσῃ.
§78ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἦτον ἀναγκαία αὐτὴ ἡ συζήτησις, διότι τοιουτοτρόπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν θέλει ἐννοήσει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσῃ ὅσον τάχιον ὅπως ἐλευθερώσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἔχωμεν ὡς ἀνδράποδα κεκλεισμένους εἰς τὰς Μονάς.
§79ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας.
§80ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ λέγουν τοὺς ἔφεραν εἰς τὰς Ἀθήνας. Τοῦτο δὲν τοὺς ὠφελεῖ τίποτε, διότι εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀποφάσεων. Λοιπὸν ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι δίδει νύξιν εἰς τὸν φιλοδίκαιον ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ σκεφθῇ ὅσον τάχιον.
§81ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τρίτην ἤδη φορὰν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, ὃ ὢν συμφέρον καθαρῶς ἐπαρχιακὸν, τουτέστι τὴν ἵδρυσιν καὶ ἑτέρου τελωνοσταθμαρχείου ἐν τῇ νήσῳ Κυθήρων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὲν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του πρὸς συζήτησιν, ὡς δὲν ἦλθε κατὰ τὰς προηγουμένας δύω Συνόδους. Ἰδοὺ διατὶ ὑπέβαλον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων. Λαμβάνω δὲ ἤδη τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ πρότασίς μου περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ διευκολύνηται ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, τῶν ἀφορώντων εἰς καθαρὰ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα, καὶ νὰ γίνωνται αἱ ἐπερωτήσεις μόνον εἰς ὡρισμένας ἡμέρας. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑπέβαλον καὶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ προτάσσωσιν ἐν ἀνάγκῃ τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων Προβλέπων ὅμως, ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ ποτὲ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου μου, παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγράψῃ αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὁ κ. Πρόεδρος, ἀφοῦ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπῃ.
§83Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§85ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι ἐὰν μὴ ὁρισθῶσιν αἱ ἡμέραι τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῆς συζητήσεως τῶν ἐπαρχιακῶν νομοσχεδίων, δὲν θὰ τελειώσωμεν κανὲν ἔργον. Τὸ ν’ ἀδιαφορῇ δὲ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἀντικειμένου τοσοῦτον σπουδαίου, εἶναι αὐτόχρημα ἄρνησις ἐκπληρώσεως μεγίστου καθήκοντος, ὃ ἔχει τοῦ νὰ λάβῃ μέτρον, ἵνα αἱ ἐπερωτήσεις μὴ καταναλίσκωσιν ὅλον τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς.
§86Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐπεδόθη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφορά, φέρουσα ἑκατοντάδας ὑπογραφῶν πολιτῶν ἐκ διαφόρων δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἀφορῶσα εἰς ἀντικείμενον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι τὸ καθῆκον τῷ ἐπιβάλλει. Τὸν πληροφορῶ μόνον, ὅτι διὰ τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα χθὲς καὶ σήμερον ἔλαβον, οἱ φυγόδικοι, περὶ ὧν διαλαμβάνει ἡ ἀναφορὰ, ἀπετέλεσαν συμμορίαν, ἀπειλοῦντες ἔτι καὶ τὴν ζωήν τινων.
§87ΠΗΛΛΙΚΑΣ. Εἶναι πολλοί;
§88Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἶναί τινες, ὧν ἡγεῖται ὁ γνωστὸς Πανοῦτσος.
§89ΠΗΛΛΙΚΑΣ. Δὲν γνωρίζω παρὰ αὐτὸν καὶ μόνον, ὅστις κατεδιώχθη πολλάκις ὡς λιποτάκτης, καὶ ὁσάκις συνελήφθη πάντοτε ἐδραπέτευσεν· ἄλλους φυγοδίκους δὲν γνωρίζω, καὶ οὐδεὶς μοὶ ἔγραψεν ἐκ τῆς ἐπαρχίας περὶ τῆς ὑπάρξεως τοιούτων. Ἂν ὑπῆρχε πράγματι συμμορία φυγοδίκων, βεβαίως ἤθελον εἰδοποιηθῆ καὶ ἐγώ. Μ’ ὅλον τοῦτο, ἐπειδὴ ὁ συνάδελφός μου τὸ βεβαιοῖ, καὶ λέγει μάλιστα, ὅτι ἔλαβε καὶ ἀναφοράν, ὑπογεγραμμένην παρὰ πολλῶν, πιστοποιούντων τὴν ὕπαρξιν φυγοδίκων, σπεύδω καὶ ἐγὼ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ τάχιστα περὶ τῆς δημοσίας τάξεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἰθάκης, ἂν πράγματι ἡ τάξις διεταράχθη ἐκεῖσε.
§90Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. συνάδελφός μου δὲν γνωρίζει περὶ τούτου, τὸν πληροφορῶ, ὅτι φυγόδικος εἶναι καὶ ὁ Γεώργιος Καλλίνικος ἢ Ζέζας ἐξ Ἁγ. Ἰωάννου, ὁ Χρῆστος Μωροΐτης, ὁ Παναγ. Δρακόπουλος, καὶ μετ’ αὐτῶν ἑνώνονται καὶ ἄλλοι, ἀποτελοῦντες συμμορίαν καὶ διαπράττοντες ἐγκλήματα ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Πανούτσου. Ἐννοῶ δὲ νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ἐντόνως καὶ τηλεγραφικῶς τὰς διοικητικὰς καὶ στρατιωτικὰς Ἀρχὰς νὰ ἐνεργήσωσι δραστηρίως, καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι, ἂν ἐνεργήσωσιν ὅπως πρέπει, ἐπιτυγχάνουσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν τὴν σύλληψιν αὐτῶν. Ἀπαιτεῖται δὲ τοιαύτη ἐνέργεια, διότι μένοντες ἀκαταδίωκτοι, ἐθρασύνθησαν καὶ ἤρχισαν νὰ κλέπτωσι καὶ τοὺς βόας ἔτι τῶν συμπολιτῶν μας, κ. συνάδελφε, ὡρισμένως δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ἔκλεψαν τὸν βοῦν τοῦ ἐντίμου συμπολίτου μας Εὐθυμίου Κολυβᾶ. Δὲν πρόκειται δὲ σήμερον, κ. Πήλλικα, οὔτε περὶ φίλων, οὔτε περὶ ἐχθρῶν, ἀλλὰ περὶ ζητήματος τάξεως καὶ ἡσυχίας τοῦ τόπου μας, διὰ τὸ ὁποῖον μετὰ τῆς ἐπαρχίας ὅλης ὀφείλομεν πρὸ πάντων νὰ ἐνδιαφερώμεθα καὶ μεριμνῶμεν ἡμεῖς οἱ Ἀντιπρόσωποι.
§91ΠΗΛΛΙΚΑΣ. Μόνον περὶ ἑνὸς πρόκειται.
§92Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πλανᾶσθε. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ὑπεγράφη ὑπὸ 240 οἰκοκυραίων.
§93ΠΗΛΛΙΚΑΣ. Ἐὰν αὐτὸ ἦναι ἀληθὲς, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ.
§94ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ πότε φυγοδικεῖ ὁ Πανοῦτσος αὐτός;
§95Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Αὐτὸς συνελήφθη πεντάκις κατὰ διαφόρους ἐποχὰς καὶ πεντάκις ἐδραπέτευσε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ δώσῃ ἐντόνους τηλεγραφικὰς διαταγὰς, ὥστε αἱ Ἀρχαὶ νὰ ἐνεργήσουν τὴν ἄμεσον σύλληψίν του.
§96ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ ποῖα ἐγκλήματα καταδιώκεται;
§97Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Διὰ κλοπὰς, παραβιάσεις προσώπων, ῥήξεις οἰκιῶν, ζωοκλοπὰς καὶ τὰ τοιαῦτα.
§98ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει ἔνταλμα συλλήψεως; ὑπάρχει βούλευμα;
§99Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὑπάρχει.
§100ΠΗΛΛΙΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ.
§101Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καταγγέλλω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι βουλευταὶ, τὴν Κυβέρνησιν, παρεμβαίνουσαν εἰς τὴν ἐκλογὴν Θήρας, καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι ὁ ἔπαρχος Ὕδρας εἶναι εἰς Ἀμοργόν· καὶ ἐπιμένω, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν εἶπον περὶ τοῦ ἐπάρχου τούτου, μᾶς ἀπήντησε διὰ κινήσεως τῆς κεφαλῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπήντησα.
§103Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς θέσεώς σας.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὄχι. Ἴσως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ἐγὼ ὄχι.
§105ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Δραγούμην.
§106Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ ἔπαρχος Ὕδρας, ὅστις μετετέθη ἐξ Ὕδρας, ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἔλαβε διαταγὰς ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ὅστις καὶ μετέθη, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὸν ὑποψήφιον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ εἶπεν, ὅτι ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν νομάρχην Σύρου, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν ἔλαβεν ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον, κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔπαρχος, ἀλλὰ καὶ ὁ σχολάρχης Ἰωαννίδης μετέβη ἄνευ ἀδείας ἐκεῖ, καὶ ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπολύσῃ τούτους τῆς ὑπηρεσίας, παραβιάζοντας τοὺς νόμους, ἂν θέλῃ νὰ τηρήσῃ τὸ πρόγραμμά της. Μοὶ ἐτηλεγράφησαν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Πυλίας, ὅτι ἐκεῖ ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἐνεργεῖ ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου Τριγγέτα. Τὸ μὲν ἓν ἀπόσπασμα καταδιώκει τοὺς πολίτας τοὺς ἀντιφρονοῦντας εἰς τὸν ὑποψήφιον τοῦτον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ ἄλλο παρακολουθεῖ τὸν κ. Τριγγέτα. Καὶ οὐ μόνον τηλεγράφημα ἔχω, ἀλλὰ καὶ ἐπιστολὴν φίλου μου τινὸς ἔχω, ὅστις μοὶ λέγει, ὄχι μόνον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐπαρχείων γραμματεὺς (ὅστις ἐλήφθη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δικαστηρίου, ἐννοεῖτε τὸν σκοπὸν, ἐξελέχθη ἄνθρωπος διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ ὄχι διὰ τὸν ἀληθῆ σκοπὸ), ἐκτελεῖ μετὰ θρησκευτικῆς ἀκριβείας τὸν σκοπὸν τῆς ἀποστολῆς του, πιέζων τοὺς πολίτας, ὅπως ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ ὑποψηφίου τῆς Κυβερνήσεως, προσκαλῶν τοὺς δημάρχους καὶ δημαστυνόμους, ἀπειλῶν αὐτοὺς, ὅτι θὰ τοὺς ἐναγάγῃ ἐπὶ ἐγκλήμασι, καὶ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν διαθέτων καταλλήλως πρὸς τοῦτο. Ταῦτα ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
§107Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Προβλέπω, κύριοι, ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσῃ κατὰ τὰς συζητήσεις ἡμῶν ἡ τακτικὴ αὕτη, θὰ ἐξαντληθῇ ὁλόκληρος ἡ τακτικὴ Σύνοδος καὶ θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐκτάκτου Συνόδου διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀπεφασίσθη τὸ Σάββατον νὰ γίνωνται αἱ ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Βεβαίως τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ γίνωνται καὶ ἐπερωτήσεις· ἀλλ’ ὅταν, εἴτε ἀπαντήσεις, εἴτε αἱ ἐπερωτήσεις προκαλῶσι συζητήσεις μακρὰς, πρέπει νὰ προσδιορίζηται ῥητὴ ἡμέρα. Ἀτυχῶς τοῦτο δὲν τηρεῖται πάντοτε, καὶ θὰ μᾶς φέρῃ εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν ὡς ἐκ τῆς ἀπωλείας πολυτίμου χρόνου. Παρατηρῶ ταὐτοχρόνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιεροῖ ἐν τῇ Βουλῇ προνόμια καὶ εἰς τὰς ἀπαντήσεις τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλὰ πρέπει νὰ κρατῇ ἀκριβεῖς σημειώσεις αὐτῶν καὶ νὰ ἀπαντᾷ εἰς ὅλους ἀδιακρίτως. Ὑπάρχουσι καὶ βουλευταί, μὴ θέλοντες ἢ μὴ δυνάμενοι ν’ ἀναβοκαταβαίνωσι τὰ Ὑπουργεῖα, βουλευταί, οἵτινες ἐννοοῦσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπερωτῶσι. Παραπονοῦμαι κατὰ τῶν κκ. ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπήντησαν εἰς τρεῖς ἐπερωτήσεις μου, καὶ δικαιοῦμαι ὡς ἐκ τῆς σιωπῆς των νὰ φρονῶ, ὅτι ἐξελέξαντο ἀπαντήσεις ἐπερωτήσεων, σιωπήσαντες σκοπίμως εἰς τὰς ἰδικάς μου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῶν ἐθελοντῶν Θεσσαλῶν τοῦ 1878· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, ἤτοι τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου περὶ τῶν δικαστικῶν διοικητικῶν διαιρέσεων τῶν νέων Ἐπαρχιῶν· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν μοὶ ἀπήντησε....
§108ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τῶν συμβολαιογράφων;
§109ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι· περὶ τετάρτου συμβολαιογράφου Χαλκίδος, διότι περὶ αὐτοῦ μοὶ ἀπηντήσατε.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν θὰ τὸ κάμω μετὰ δύω ἡμέρας, τότε νὰ γείνῃ συζήτησις.
§111ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Βεβαίως, ἐὰν τὸ κάνητε, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐν καιρῷ. Ἀλλὰ σᾶς ἐπηρώτησα διὰ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακισμένων, καὶ ἐὰν ἐλήφθη μέτρον τι, ἵνα φυλακίζωνται χωριστὰ οἱ ὑπόδικοι, χωριστὰ οἱ κατάδικοι καὶ χωριστὰ οἱ διὰ τὰ χρέη κρατούμενοι. Ὅταν ὁμιλῶμεν ἐκ τοῦ βήματος τούτου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, περὶ δικαιωμάτων, περὶ ἀνορθώσεως νόμων καὶ τῶν τοιούτων, πρέπει νὰ φροντίζωμεν νὰ μανθάνωμεν καὶ πῶς ἐφαρμόζονται ταῦτα. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι κρατοῦνται, ἐναντίον τῶν νόμων καὶ τῆς φιλανθρωπίας, εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, συσσωρευμένοι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ, καὶ σᾶς παρεκάλεσα...
§112ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως αὐτό.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζῆ σας, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις ὑπάρχει ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου...
§114ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠρώτησα σᾶς, κύριε βουλευτά· ἐδῶ δὲν ἔχομεν ὑφυπουργούς. Δὲν γνωρίζω νὰ ἦσθε ἀντιπρόσωπος ὑπουργοῦ τινος ἢ τῆς Κυβερνήσεως.
§115ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.). Ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην (Θόρυβος).
§116ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς ἐνασκεῖ τὸ ὕψιστον δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ παρεμβῇ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Πάντες ἔχουν τὸ ἴδιον δικαίωμα, ὅπερ ἔχετε καὶ σεῖς.
§118ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Οὐχὶ ὅμως καὶ ἐξαιρετικὸν δικαίωμα διακοπῶν. Ἐγὼ σέβομαι ὅλων τὰ δικαιώματα, καὶ ἀξιῶ ἀκριβῶς παρὰ τῶν ἄλλων τὸν αὐτὸν σεβασμὸν, ἰδίως δὲ νὰ μὴ μὲ διακόπτωσι ὁμιλοῦντα.
§119ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυποῦμαι, διότι, ἐνῷ ἤμην σύμφωνος μαζῆ σας, ἐθυμώσατε. (Θόρυβος).
§120ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Καὶ σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ ἐὰν ἦσθε, δὲν ἐμποδίζομαι νὰ εἴπω, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπερωτῶ ὑπουργόν τινα, δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ μὲ διακόπτῃ ἄλλος βουλευτής· δὲν θέλω συνηγόρους· μολονότι δὲν βλέπω νὰ ἦσθε καὶ σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ. Μὴ μὲ διακόπτετε λοιπόν.
§121ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προχωρήσατε.
§122ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Πῶς νὰ προχωρήσω, ἀφοῦ μὲ διακόπτετε!
§123ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς μὴ μᾶς τυραννεῖτε (Θόρυβος).
§124ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὑπάρχει δικτατορία ἐνασκουμένη παρ’ ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου, καὶ ὑπάρχει δικτατορία ἐνασκουμένη ὑπὸ πολλῶν, ἕνεκα ὑπεροχῆς τοῦ ἀριθμοῦ βουλευτικῶν ψήφων. Τὴν τελευταίαν βλέπω ἐν ἐνεργείᾳ ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὴν ἐποχὴν ταύτην. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ὑφίσταμαι τὴν πίεσιν οὐδεμιᾶς δικτατορίας καὶ ἰδίως τῆς τελευταίας.
§125ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, διατί δὲν προστατεύεται τὸν ῥήτορα...;
§126ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μὴ νομίσητε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι διότι δίδω ψῆφον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὀφείλω καὶ νὰ ὑπακούω εἰς αὐτὴν τυφλῶς. Δὲν ἐννοῶ νὰ πωλήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνεξαρτησίαν μου· τῇ ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ θὰ τῇ δίδω ἐνόσῳ δὲν μορφώσω πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ ἑτέρα μερὶς καλλιτέρα. Ἕως τότε, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν δὲν θελήσῃ τὴν ψῆφόν μου, ἐγὼ θὰ τὴν δίδω. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ αὐτὰ τὰ προνόμια, ἅτινα ἀσκοῦνται ἐνταῦθα. Ἔχω καὶ ἐγὼ ὑποχρεώσεις πρὸ παντὸς εἰς τὴν συνείδησίν μου.
§127ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει ὁμιλοῦντες νὰ σέβησθε καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους σας. (Θόρυβος).
§128ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὸ μάθημα· ἀλλὰ τί εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ἐσεβάσθην, κύριε Βουλευτὰ Ἄρτης; Σᾶς λέγω πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν σᾶς εὐχαριστοῦσι, καὶ διὰ τοῦτο ἐξανίστασθε σεῖς καὶ ἄλλοι ὀλίγοι. Ὁσάκις ὡμίλησα κατὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν πτέρυγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως) εὐχαριστήθητε καὶ μ’ ἐπροστατεύσατε νὰ ὁμιλῶ. Ἀλλ’ ὡς ἄλλοτε αἱ ἀντιῤῥήσεις, οὕτω καὶ σήμερον δὲν μ’ ἐπηρεάζουσιν αὗται· τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς προστατεύουσι τὸ βῆμα τοῦτο ἀρκούντως, ὥστε νὰ μὴ πτοῶμαι ἐκ τῶν διακοπῶν οἱουδήποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι τὴν καλωσύνην ν’ ἀπαντήσωσιν, ὁ μὲν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν λιποτακτῶν, ὁ δὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται, συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου τὸν ὁριστικὸν νόμον τῶν διοικητικῶν διαιρέσεων. Τὸν δὲ κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπερωτῶ, ἐὰν προτίθεται νὰ λάβῃ μέτρον προσωρινὸν καὶ ἀνάλογον μὲ τὴν θέσιν τοῦ Κράτους, ὅπως οἱ ὑπόδικοι, οἱ κατάδικοι καὶ οἱ διὰ χρέη κρατούμενοι φυλάττωνται ἐντὸς χωριστῶν οἰκιῶν.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βώλου εἶχεν ἄδικον, ὑποθέσας, ὅτι πρὸς τὴν ἐπερώτησίν του ἐδείχθη ὀλιγωρία τις. Εἰς ἄλλα Κοινοβούλια ὁ ἐπερωτῶν διατυποῖ τὴν ἐπερώτησιν ἐγγράφως, ἥτις διαβιβάζεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν καὶ δημοσιεύεται, ἵνα ἔχῃ πλήρη γνῶσιν ἡ Βουλή, κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν τῆς ἀπαντήσεως. Θὰ ἦτο δὲ καλὸν νὰ εἰσήγετο τὸ σύστημα τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως προλαμβάνωμεν μεθοδικῶς καὶ μὴ γίνωνται παρεξηγήσεις, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀδίκως. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπέστειλεν ἀπόσπασμα τῶν πρακτικῶν, περιέχον τὰς εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κλάδον ἀναγομένας ἐπερωτήσεις· τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα δὲν ἔλαβον τοιαύτας ἀνακοινώσεις, οὐδὲ τὸ ἀπόσπασμα περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπήντησα. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Βώλου πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐθελοντὰς τοῦ 1878, οἵτινες καταδιώκονται ἐπὶ λιποταξίᾳ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βώλου εὑρίσκει, ὅτι, ἀφοῦ ἄλλοι ἐν παρομοίᾳ περιπτώσει ἀπελύθησαν, θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἀπολυθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες σήμερον διατελοῦσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· ἀλλ’ οὗτοι θὰ ἀπολυθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ἀπελύθησαν καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν, τουτέστιν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς Ἀρχῆς. Πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης καὶ παρὰ ταύτης θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπόλυσις ὅπως καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήκει νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν παραπομπὴν, καὶ τοῦτο ἔπραξε διὰ πάσης σπουδῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι κατ’ αὐτὰς ἐκδίδονται αἱ ἀποφάσεις. Ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τουτέστιν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὁριστικῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παρατηρῶ, ὅτι βάσις τῆς ἐνεργείας ταύτης ἔσεται ἡ δημοτικὴ διαίρεσις, καὶ μόνον ὅταν αὕτη συντελεσθῇ θὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς διοικήσεως. Εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως προέβημεν διὰ προκαταρκτικῆς ἐργασίας, καὶ ἐλπίζω προσεχῶς νὰ προέλθωμεν εἰς ὁριστικὸν μέτρον. Καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βώλου τὴν ἐπερώτησίν του παρεπονέθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μὴ συμβουλευομένη τοὺς Ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας. Νομίζω, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως πρέπει νὰ ἄρξηται ἡ ἐνέργεια ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν δήμων, ἐξ αὐτῶν τῶν κοινοτήτων, αἵτινες πρόκειται νὰ ἀποτελέσωσιν ὁριστικῶς τοὺς δήμους· ὅταν δὲ κατόπιν θὰ διαῤῥυθμισθῶσι τελικῶς τὰ τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως καὶ θὰ ἀποφασισθῶσι τὰ τῆς διοικητικῆς, νομίζω, ὅτι ἁρμοδιώτατοι εἶναι νὰ δώσωσι γνώμην καὶ οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ δὲν ἐφθάσαμεν ἔτι εἰς τὸ στάδιον τοῦτο τῆς ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρεκαλέσαμεν ἔτι τοὺς ἀξιοτίμους Ἀντιπροσώπους νὰ συμπράξωσι μεθ’ ἡμῶν.
§130ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἦτο γενική· διὰ τὰς γενικὰς ἐπαρχιακὰς ἀνάγκας οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι οἱ καταλληλότεροι νὰ γνωματεύσωσι περὶ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἐννοῶ, ὅτι ἡ γνώμη των εἶναι ὑποχρεωτική. Δὲν παρεπονέθην διότι δὲν ἐζητήθη ἡ γνώμη των διὰ τὴν δημοτικὴν διαίρεσιν τοῦτο θὰ ἦτο πρόωρον. Τοὐναντίον, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ συλλέξῃ περὶ τῶν δημοτικῶν διαιρέσεων ἰδίας πληροφορίας καὶ ὅλως ἁγνὰς, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς ἀπ’ εὐθείας μελέτης τοῦ τόπου καὶ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων, διότι ἐνδέχεται καί τινες βουλευταὶ, ἐκ συμφέροντος ἢ ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, νὰ παραστήσωσιν ἀνακριβῶς τὰ πράγματα· ἀλλ’ ἀφοῦ συλλέξῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, πρέπει ν’ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτω φρονοῦμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ά στάδιον τῆς ἐργασίας, δὲν ἀπετάθημεν εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους. Ἄλλη ἐπερώτησις μοὶ ἐγένετο παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης. Ἠρώτησεν οὗτος περὶ τοῦ Ἐπάρχου Ὕδρας, ἂν μετέθη ἢ οὔ εἰς Ἀμοργὸν, καὶ ἂν παρενέθη εἰς τὴν ἐκλογὴν Θήρας. Ὅτε κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ἐποιήσατο λόγον περὶ τούτου, ἠγνόουν ἐντελῶς ἂν ὄντως εἶχεν ἀναχωρήσει ὁ Ἔπαρχος ἢ οὔ· ἐγίνωσκον, ὅτι εἶχε μετατεθῇ παρ’ ἡμῶν, καὶ ὅτι μετέβαινεν ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν. Ἔπεμψα ἄρα τηλεγράφημα εἰς τὸν ἁρμόδιον Νομάρχην. Ζητῶν πληροφορίας, ἃς ὅμως εἰσέτι δὲν ἔλαβον. Ἡμεῖς βεβαίως δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ μεταβαίνωσιν ὑπάλληλοι εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου ἐνεργοῦνται ἐκλογαὶ, καὶ θὰ λάβωμεν πᾶν μέτρον πρὸς τοῦτο. Περὶ Πυλίας ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἐποιήσατο ἐπερώτησιν, καὶ εἶπεν, ὅτι, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας τηλεγραφικῶς, ἐν Πύλῳ περιεφέρετο ὑποψήφιος μετὰ χωροφυλάκων. Τοιαῦτα τηλεγραφήματα ἔλαβον καὶ ἐγὼ παρὰ τῶν ἀντιθέτων τοῦ ὑποψηφίου, ὅπως ἐλάβομεν καὶ παρὰ τοῦ ὑποψηφίου, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησις, καὶ ὅστις καταγγέλλει ἐκθέσμους ἐνεργείας τῶν ἀντιθέτων. Εὐθὺς ὡς ἔλαβον τὰ τηλεγραφήματα, ἔσπευσα νὰ δώσω διαταγὰς, ὅπως, ἂν ἀληθεύωσι τὰ λεγόμενα, ἐπέλθῃ θεραπεία, δὲν ἔχω ὅμως ἔτι πληροφορίας περὶ τῆς ἀληθείας τῶν καταγγελιῶν. Ἐπαρχεύει ἐκεῖ ὁ γραμματεὺς τοῦ ἐπαρχείου ὅστις εἶναι ἱκανός; οὐχ ἧττον εὐθὺς, ὡς ἤκουσα τὰ παράπονα, διέταξα τὸν μήπω μεταβάντα εἰς τὴν θέσιν του Ἔπαρχον Πύλου, ὃν οἱ πλεῖστοι γνωρίζετε, διακριθέντα ὡς Ἔπαρχον καὶ γραμματέα νομαρχίας, τὸν κ. Νάνον, νὰ μεταβῇ εὐθὺς εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα διευθύνῃ τὰ τῆς ἐκλογῆς. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ἐγένετο ἄλλη τις ἐπερώτησις.
§132ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς τὰς φυλακὰς παραπέμπω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Βώλου εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς ὃν περιελήφθη ποσὸν 200 χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἵδρυσιν φυλακῶν (Θόρυβος).
§133ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τοῦτο δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ποσῶς, διότι, διὰ τῆς ἐνοικιάσεως χωριστῶν οἰκιῶν, δύναται νὰ θεραπευθῇ τὸ κακὸν ἀμέσως, ἀντὶ νὰ περιμένωμεν εἰς τὸ μέλλον.
§134Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ τιμωρήσῃ καὶ τὸν Ἔπαρχον καὶ τὸν Εἰρηνοδίκην, οἵτινες ἐγκατέλιπον τὰς θέσεις των.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν ἦναι ἀληθεῖς αἱ καταγγελίαι.
§136Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς τὸ διαβεβαιῶ ἐγώ.
§137ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν, φέρουσαν ὑπογραφὰς τῶν μοναχῶν τῆς Μονῆς τῶν Ταξιαρχῶν, παραπονουμένων διὰ φοβερὰς καταχρήσεις τοῦ Ἡγουμενοσυμβουλίου τῆς Μονῆς ταύτης. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 μ. μ.