1882.03.15
2,422 rows · 19,428 words · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 38
τῆς 15 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχοβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ ἀτομικῆς μου ὑποθέσεως, δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην τόλμην νὰ ὁμιλήσω ἐλευθέρως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ ὑπόθεσις ἀφορᾷ τὴν στρατιωτικήν μου ἀξιοπρέπειαν, θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον ἐπὶ ζητήματος ὅλως ἀνεξαρτήτου τῆς πολιτικῆς μου ἀποστολῆς, διότι ἔχω μεγίστην εὐθύνην ἐπὶ ὑποθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐποίησε ἐναντίον μου. Παραδόξως, κύριοι, ἐπληροφορήθην κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐσχάτως, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ προκάτοχος, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μοὶ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν ἐπὶ τῇ κακῇ δῆθεν διεξαγωγῇ τῆς διαχειρίσεώς μου ἐν τῇ Μοιραρχίᾳ Εὐβοίας. Τῳόντι, κύριοι, μοὶ ἐφάνη παράδοξον, διότι ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα διετέλεσα διαχειριστὴς τῆς Μοιραρχίας ἐκείνης καὶ ἀλλαχοῦ, οὐδέποτε κατηγορήθην, ἐνόσῳ μάλιστα ἐξεπλήρουν αὐτοπροσώπως τὸ καθῆκόν μου. Ἴσως νὰ ἐπῆλθε περιπλοκή τις εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἐξάπαντος ἡ περιπλοκὴ αὕτη ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου, διότι, ὅταν ἀπεφάσισα νὰ ἀποδυθῶ εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα, κατὰ πρόσκλησιν μάλιστα τῶν συνεπαρχιωτῶν μου, δὲν μοὶ ἔμενε καιρὸς ἐνεργείας ἢ μόνον μὴν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεδόθην ἀποκλειστικῶς νὰ προετοιμάσω τὰ τῆς ἐκλογῆς μου καὶ νὰ ἀναχωρήσω διὰ τὴν ἐπαρχίαν μου.
§3ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ποῖος σᾶς ἀνεπλήρου;
§4ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὸν διοικητὴν τῆς Μοίρας ν’ ἀναλάβῃ προσωρινῶς τὴν διαχείρισιν. Ὁ διοικητὴς ὅμως, μὴ γνωρίζων τὴν λογιστικὴν, ἠρνήθη νὰ παραλάβῃ ὁριστικῶς τὴν διαχείρισιν ὁλόκληρον, καὶ ἐκ δευτέρου ὁ ὑπουργὸς τὸν διέταξε ὡρισμένως νὰ παραλάβῃ τὸ χρῆμα προσωρινῶς, μέχρι τῆς ὁριστικῆς παραδόσεως τῆς διαχειρίσεως εἰς ἕνα ἀξιωματικόν. Ὁ μοίραρχος λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης παρέλαβε μόνον τὸ χρῆμα, τὰ δὲ δικαιολογητικὰ τοῦ χρηματικοῦ καὶ τὸ ὑλικὸν ὁλοκλήρου τῆς Μοίρας, διότι ἐπειγόμην ν’ ἀναχωρήσω διὰ τὴν ἐπαρχίαν, παρέδωκα ὑπὸ ἀτομικήν μου εὐθύνην εἰς τοὺς βοηθούς μου ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν εὐθύνην καὶ ἑπομένως δὲν ἐνδιεφέροντο διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ὑπηρεσίας μου. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι πραγματικῶς λίαν σκανδαλώδης, ἐνδιαφέρομαι νὰ ἐξετασθῶσι τὰ ἑξῆς δύω ζητήματα· αʹ) ἐὰν ὑπάρχῃ ἔλλειψις κατὰ τὴν διαχείρισίν μου, ἀπὸ ἐμὲ προερχομένη, καὶ βʹ) ἐὰν τὰ δικαιολογητικά, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχωσιν ἐλλειπῆ, ἦναι ἢ δὲν ἦναι ἐφικτὸν νὰ συμπληρωθῶσιν. Ὥστε, ἐὰν δὲν ἀποδεικνύεται τοιοῦτόν τι, τότε οὔτε τὸ Δημόσιον ὑφίσταται ζημίαν, οὔτε ὁ διαχειριστὴς εὐθύνεται. Ὁ διαχειριστὴς ἤμην ἐγώ, καὶ ἐνόσῳ διετέλουν ἐκεῖ, ἐπὶ μῆνας 8 ἢ 9, οὐδεμία ἔλλειψις παρετηρήθη. Ἐν τούτοις, κύριοι, λυποῦμαι ἐνδομύχως, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἀντὶ πάσης ἄλλης ὑποθέσεως σπουδαίας καὶ ἀναγομένης εἰς τὴν πολιτικήν μου θέσιν, νὰ ὑπερασπισθῶ ἐμαυτὸν ἀπέναντι κατηγορίας, ἀπειλούσης προφανῶς τὴν στρατιωτικήν μου ἀξιοπρέπειαν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ σήμερον καθίσταμαι ἀντικείμενον γενικῆς συζητήσεως.
§5ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ θὰ ὑποβάλῃ γνωμοδότησιν, καὶ νομίζω, ὅτι τότε ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις.
§6ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, μόνον ὀλίγας λέξεις ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, διὰ νὰ ὑποβοηθήσω τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπιφυλασσόμενος, ὅταν ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ φέρῃ τὴν γνωμοδότησίν της, τότε πάλιν νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§7ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ὁ κ. μοίραρχος διετάχθη νὰ παραλάβῃ. Εἰς τὸ πρωτόκολλον δὲν ἐκάματε μνείαν, ὅτι ἐφυλάξατε τὰ χρήματα;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι τώρα, κύριοι, συζήτησις. Μὴ ἀπαντᾶτε, κύριε βουλευτὰ (πρὸς τὸν κ. Μοσχοβάκην).
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἤθελα παρακαλέσει, κύριοι, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἂν ἦτον ἐδῶ, ἵνα μεταῤῥυθμίσῃ ἐπὶ τὸ σεμνοπρεπέστερον καὶ σοβαρώτερον τὴν στολὴν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Σήμερον εἶδον εἰς τὴν πλατίαν ἓν προσωπικὸν ἀπὸ ἀξιωματικοὺς τοιούτους, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐφάνη, ὅτι εἶχεν ἐξέλθει ἀπὸ κανὲν μεσαιωνικὸν μουσεῖον, μὲ διαφόρους ἐνδυμασίας καὶ πίλους ἐπὶ τῆς κεφαλῆς, μὲ σχήματα διάφορα· τὸ δὲ χειρότερον ὅλων, διὰ τὸ ὁποῖον παραπονοῦνται καὶ οἱ ἴδιοι ἀξιωματικοί, εἶναι ὅτι ἡ τοιαύτη ἐνδυμασία εἶναι λίαν δαπανηρά, διότι ὑποχρεοῦνται νὰ φέρωσι κατὰ τὸ πλευρὸν τοῦ μηροῦ γαλόνιον χρυσοῦν· ἔχουσι δὲ τόσην πολυτέλειαν, ὥστε δὲν ἐδίσταζόν τινες νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν εἶναι παρὰ προσωπιδοφόρων. Ἠθέλησα λοιπὸν νὰ δώσω περὶ τούτου μίαν μικρὰν σημείωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως διαῤῥυθμίσῃ σοβαρώτερον τὴν ἐνδυμασίαν ταύτην τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἀκόμη καὶ ἄλλο τι περὶ ἐνδυμασίας καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων θὰ εἴπω. Εἶναι μεσαιωνικαὶ ἕξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξουδενοῦσι τὸν ἄνθρωπον, καὶ ὁ ἄνθρωπος ὑποβάλλεται εἰς αὐτάς, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν. Ὅλοι σας γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ παρουσιασθῇ ὁ ἄνθρωπος κἄπου, πρέπει νὰ βάλῃ βελάδα. Ἐγὼ δυσκόλως βλέπω, ὅτι δύναται νὰ παρουσιάζηται ἀξιοπρεπῶς ὁ ἄνθρωπος, οὕτω πως ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν, ἢ μᾶλλον ὄψιν, μὴ φυσικήν. Πρέπει εἰς τὴν φυσικήν των κατάστασιν νὰ παρουσιάζωνται, ὡς ἐμφανίζονται καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ· διότι ἐνθυμεῖσθε τὸ ἀρχαῖον Σπαρτιατικὸν ἀνέκδοτον, ὅτε τις φέρων φενάκην ἐπὶ κεφαλῆς καὶ βαφὰς, ἔλαβε τὸν λόγον νὰ εἴπῃ κἄτι τι, τῷ εἶπον οἱ ἄλλοι, οἱ πρεσβύτεροι, οἱ σοβαρώτεροι Σπαρτιάται, «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃς σὺ τίποτε ἀληθὲς, ὅταν ἔχῃς ὄψιν μεταβεβλημένην.» Ἐκεῖνος λοιπόν, ὅστις φέρει ἐνδυμασίαν μὴ συνήθη καὶ παρουσιάζεται ἔξω, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ψευσθῇ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι διὰ μὲν τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἀλλαχθῇ ἡ ἐνδυμασία τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὥστε αὕτη νὰ ἦναι λιτὴ καὶ ἐπαρκὴς εἰς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτουν· διὰ δὲ τοὺς κκ. βουλευτὰς, ὅτι πρέπει νὰ καθιερώσουν καὶ αὐτοὶ μίαν ἁρμόζουσαν κατάστασιν παραστάσεως, ἤτοι τὴν φυσικὴν περιβολήν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν διὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί νὰ κάμω; Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐμποδίσω κανένα τοῦ νὰ ὁμιλήσῃ.......
§13ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι, παρακαλῶ δύω λέξεις. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν ἀπεδείχθησαν ἐλλείψεις......
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου δύνασθε νὰ κάμητε λόγον περὶ αὐτοῦ.
§15ΤΡΑΚΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ φόρος δὲν ἔχει τὴν ἀναλογίαν τοῦ δέοντος, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα παράρτημα).
§16ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναγκαζόμενος ἵνα φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ οὔτε ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπροσωπευομένη πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, οὔτε ἡ τὴν πλειοψηφίαν ταύτην ἀντιπροσωπεύουσα Κυβέρνησις, διότι τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας καὶ οὐχὶ ἡμεῖς ἐξέτρεψαν πρὸ μικροῦ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἀντικείμενα ὅλως ἀλλότρια, κεχωρισμένα δὲ τοῦ ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν· ὅταν δὲ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προέβαλε τὸ κατεπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, τότε ἡμεῖς, καίτοι δυνάμενοι ν’ ἀμφισβητήσωμεν τὸ κατεπεῖγον τοῦτο, διότι ἐγνωρίζομεν ποῖοι λόγοι μετεποίησαν εἰς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον, οὐδεμίαν προεβάλομεν ἀντίῤῥησιν, ἀλλὰ παραδεχθέντες τὸ κατεπεῖγον προσεπαθήσαμεν νὰ συντελέσωμεν, ἵνα εὐκολύνωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ πορισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐξουσίαν, τῆς ὁποίας εἶχεν ἀνάγκην, διὰ νὰ ὀργανώσῃ τὰς νέας χώρας· καὶ διὰ τοῦτο τότε ἐζητήσαμεν τὸν χωρισμὸν τῶν ζητημάτων καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ μόνων τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου εἰδικώτερον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐνόμιζα, ὅτι ὤφειλον νὰ προτάξω τοῦ λόγου μου, μεθ’ ὅσα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, τῆς ὁποίας ἡ λύσις ἀπηγγέλθη, καθ’ ἣν ὥραν ἀνέβην τὸ βῆμα, διὰ νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται. Ἐνόμιζα δὲ, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως, διότι ἤκουσα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναπτυσσομένας ἐντεῦθεν δύω θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐξ ἴσου θεωρῶ μὴ ὀρθὰς, καὶ τὰς ὁποίας ἔχω καθῆκον ν’ ἀντικέσω, ἀποδεικνύων εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα φέρει ἑκατέρα τῶν θεωριῶν τούτων, οὐχὶ μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐδυνάμην νὰ πείσω, εἴτε τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν, εἴτε τὴν μεγάλην μειοψηφίαν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ αἰσθανθῶ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου. Δέν μοι ἐφάνη ἀληθὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ πρώην ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἀνέπτυξε, καὶ τὴν ὁποίαν δι’ εὐγλώττου φωνῆς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος διὰ μακρῶν ἀνέλυσε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ἡ θεωρία τοῦ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ὅλη ἡ ἐργασία τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργείου, ὑποθέτει, ὅτι, ὅταν γίνεται προσάρτησις χωρῶν, αἱ ἀποκοπτόμεναι ἀπό τι Κράτος χῶραι καὶ προστιθέμεναι εἰς ἄλλο, προστίθενται γυμναί, μὴ φέρουσαι μεθ’ ἑαυτῶν οὐδένα ὀργανισμὸν, ἀφίενται δὲ ὁλοτελῶς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Κράτους ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον προσαρτῶνται. Ἐάν μοι ἦτο δυνατὸν νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν φράσεώς τινος, τὴν ὁποίαν ἀνέγνων ποτὲ εἰς ἐφημερίδα τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ἔδαφος τῶν προσαρτωμένων χωρῶν εἶναι, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, παρθενικὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλοῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι τὸ Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον προσαρτῶνται, νὰ τὸ ὀργανώσωσιν, ὅπως ἂν βούλωνται. Τὴν θεωρίαν ταύτην, τὴν ὁποίαν θεωρῶ μὴ ὀρθὴν, καταδεικνύει ὡς ἄτοπον καὶ πλημμελῆ ἁπλῆ τις ὑπόθεσις. Ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι εἰς Κράτος τι δὲν προσαρτᾶται τεμάχιον χώρας, μέρος, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ἄλλοτε εἰς Κράτος ἄρτιον, ἀλλὰ προσαρτᾶται Κράτος ἄρτιον, σῶμα κεχωρισμένον καὶ αὐθύπαρκτον, ἡ χώρα αὕτη, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, εἶναι καὶ αὕτη γυμνὴ παντὸς ὀργανισμοῦ, καὶ προσαρτωμένη εἰς τὸ Κράτος τὸ νέον ἀφίεται εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ Κράτους αὐτοῦ. Ὑποθέσατε, ὅταν ἐτελέσθη τὸ εὐτυχὲς συμβεβηκὸς τῆς μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἑνώσεως τοῦ πρώην Ἰονίου Κράτους, κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἀνυψώθη ἡ Ἑλληνικὴ σημαία ἐκεῖ, ἔπαυσαν οἱ ἐκεῖ ἰσχύοντες νόμοι, ἡ πρώην Ἑπτάνησος προσηρτᾶτο ἀπογυμνουμένη καὶ ἀπὸ ὀργανισμὸν διοικητικὸν, τὸν ὁποῖον εἶχε, καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τοῦ δημοσίου δικαίου καὶ τὴν ἀστικὴν ἡ δὲ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος ἔμελλε νὰ συνέλθῃ νὰ ὀργανώσῃ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ ἕως ὅτου ἔμελλε νὰ συνέλθῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τῆς Ἑλλάδος, ἡ παριστῶσα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος Ἀρχὴ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὀργανώσῃ αὐτὴν προσωρινῶς ὡς ἐβούλετο. Ἡ θεωρία αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν κατακτητικὴν λεγομένην ἐποχήν. Τότε, ὁ καταλαμβάνων χώραν τινά, εἴτε τεμάχιον χώρας, εἴτε χώραν ἀρτίαν, αὐτόνομον καὶ αὐθύπαρκτον, εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ ὀργανώσῃ τὴν χώραν ταύτην ὡς ἤθελε, νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ στάδιον τῶν κατακτήσεων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν σχεδίῳ, καὶ ὅταν ἐπανήρχετο εἰς τὴν μητέρα πατρίδα, τότε ἐπεφυλάσσετο νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διὰ νὰ δώσῃ ὃν ἤθελεν ὀργανισμὸν εἰς τὴν προσαρτηθεῖσαν χώραν. Ἀπέναντι τῆς θεωρίας ταύτης, ὁ νῦν ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ διάδοχος τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἀνέπτυξεν ἑτέραν θεωρίαν. Κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, αἱ προσαρτηθεῖσαι εἰς τὸ Κράτος χῶραι ὑπήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οἱ νόμοι τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ δημοσίου δικαίου, δὲν ἐφαρμόζονται κατὰ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, ἐν αἷς μέχρι τοῦ νομοθετικοῦ ὀργανισμοῦ των ἐξακολουθοῦσιν οἱ τουρκικοὶ νόμοι, κανονίζοντες τὰς ἀστικὰς σχέσεις τῶν κατοίκων. Κατὰ τὴν γνώμην αὐτὴν, αἱ σχέσεις αἱ συναφθεῖσαι ἐν ταῖς νέαις χώραις, κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς καταλήψεως αὐτῶν μέχρι τοῦδε διάστημα, κανονίζονται ὑπὸ τῶν τουρκικῶν νόμων καὶ θέλουσιν ἐξακολουθεῖ νὰ κανονίζωνται ἕως ὅτου ἡ Ἑλληνικὴ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἰσαγάγῃ οὓς ἐγκρίνῃ νόμους εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Σᾶς εἶπα, κύριοι, ὅτι ἑκατέραν τῶν θεωριῶν τούτων θεωρῶ μὴ ὀρθήν. Νομίζω, ὅτι ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ κατάληψις ἢ ἡ παράδοσις, κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν εἰσήχθησαν αὐτοδικαίως αὐθωρεὶ πάντες οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον προσηρτήθησαν αἱ χῶραι. Νομίζω δὲ, ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι, οἵ τε ἀποτελοῦντες τὸ δημόσιον δίκαιον, οἵ τε κανονίζοντες τὰς ἀστικὰς σχέσεις, εἰσήχθησαν αὐθωρεὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τουρκία παρέδωκε τὰς χώρας ταύτας. Ἑπομένως τὸ παραλαβὸν τὰς χώρας Ἑλληνικὸν Κράτος οὐδὲν εἶχε νὰ πράξῃ, ἀπέκειτο δὲ μόνον εἰς αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς δύω πράξεις: εἴτε νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἑλληνικῶν νόμων, οἵτινες εἰσήγοντο εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἂν ἀπεδέχετο τὸ σύστημα τοῦ ἀστικοῦ νόμου τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὰς περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων θεωρίας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ὅστις παρέστησεν ὡς σκωρίαν τῆς ἐπιστήμης τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου· εἴτε, ἂν παρεδέχετο τὰς θεωρίας περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, νὰ μὴ μεριμνήσῃ μὲν περὶ δημοσιεύσεως τῶν ἑλληνικῶν νόμων, νὰ προβῇ δὲ εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν χωρῶν τούτων εἰς περιφερείας, διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσιν οἱ νόμοι τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις. Εὐθὺς ὡς συνετελέσθη ἡ προσάρτησις, οἱ νόμοι αὐτοδικαίως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰσήχθησαν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Αἱ προσαρτήσεις, κατὰ τὸν νεώτερον χρόνον, ὑποθέτουσι πάντοτε τὴν θέλησιν τῶν κατοίκων τῶν χωρῶν αἵτινες προσαρτῶνται· ἡ δὲ θέλησις τῶν κατοίκων τῶν χωρῶν, αἵτινες προσαρτῶνται, περιλαμβάνει τὸν πόθον οὐχὶ μόνον ν’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ Κράτους, εἰς τὸ ὁποῖον προσαρτῶνται, ἀλλὰ καὶ νὰ κυβερνηθῶσι καὶ νὰ διοικηθῶσιν ἀπὸ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἐκείνου. Ἐὰν δὲ ἤθελε κατασταθῆ ἀμφίβολον τοῦτο, ἤθελεν ἀφαιρεθῆ ἓν τῶν σπουδαιοτέρων γνωρισμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναζητοῦνται ἐν ταῖς προσαρτήσεσιν. Ὅταν οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας καὶ οἱ τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου, τὸ ὁποῖον ἡνώθη μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν, ἐξεδήλουν τὴν ἐπιθυμίαν των νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἦτο ἀδύνατον νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἔμελλον νὰ ἑνωθῶσι μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἤθελον μείνει ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τουρκικοῦ νόμου. Ἡμεῖς δὲ ἀκολουθοῦντες σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε μᾶς φέρει εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, ἀναιροῦμεν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι τῶν προσαρτηθεισῶν χωρῶν εἶχον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶναι αὐτόδηλον, ὅτι τὴν αὐτὴν ἔννοιαν κατὰ τὴν προσάρτησιν τῶν χωρῶν τούτων εἶχον καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὅταν συνῆλθον καὶ ἐπέβαλον εἰς τὴν Τουρκίαν τὴν παραχώρησιν τῶν χωρῶν τούτων εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία ὅταν παρέδιδεν αὐτάς. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον τὸ ἐνεστὼς Ὑπουργεῖον ἠκολούθησε, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεδήλωσε διὰ τοῦ προσαχθέντος νομοσχεδίου, ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ σύστημα τῆς πολιτικῆς καὶ ἀστικῆς ἀφομοιώσεως, τὸ ὁποῖον μετῆλθε καὶ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις· ἡ διαφορὰ μόνον εἶναι, ὅτι ἐκείνη μὲν ἐθεώρει γυμνὸν τὸ ἔδαφος τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου παντὸς ὀργανισμοῦ καὶ νόμου, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ περιβάλῃ αὐτὸ δι’ οἱουδήποτε ἐνέκρινε προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ἕως ἂν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐκδώσῃ τοὺς ὁριστικοὺς ὀργανισμοὺς τῶν ἐπαρχιῶν· αὕτη δὲ, ὅτι, παραλαμβάνουσα τὰς χώρας, ὤφειλε νὰ τηρήσῃ τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὑπὸ τὴν τουρκικὴν κυριαρχίαν αὗται εἶχον, ἕως ἂν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ὀργανώσῃ αὐτὰς διὰ νόμου. Ἀλλ’ οὕτω, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ προσαρτήσεως εἰς τὸ Κράτος μικροτάτης τινὸς ἐκτάσεως, ἑνὸς μικροῦ χωρίου, καὶ ἐν τούτῳ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν ἰσχύοντες οἱ τουρκικοὶ νόμοι, ἕως ἂν ἀποφασίσῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία. Κατὰ τὸ 1858 ἡ Ἑλλὰς εἶχε διένεξίν τινα μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἡ Τουρκία εἶχε καταλάβει μικράν τινα ἔκτασιν χώρας κειμένης ἐν τῇ Εὐρυτανίᾳ· ἂν δὲ δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὠνομάζετο Μπολοκομίτη ἡ ἔκτασις τῆς χώρας ἢ τὸ χωρίον, περὶ οὗ ἡ ἀμφισβήτησις.
§18ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ Τουρκία δὲν εἶχε καταλάβει, ἤθελε νὰ καταλάβῃ τρία χωρία παρὰ τὴν Εὐρυτανίαν.
§19ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις καὶ νομίζω εἶχε διορισθῆ μία ἐπιτροπή. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ οὐσιῶδες τοῦ παραδείγματος, ἐὰν ἡ Τουρκία κατεῖχε πράγματι τὸ Μπολοκομίτη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠξιοῦμεν ὅτι ἀνῆκεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, κατὰ τὰ ὁροθετικὰ πρωτόκολλα τοῦ 1832. Καὶ ἂν τότε ἡ διένεξις ἡμῶν μετὰ τῆς Τουρκίας ἐλύετο ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ ἡ Τουρκία ὑπεχρεοῦτο νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ Μπολοκομίτη, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε κατέχει αὐτὸ, ἠθέλομεν εἴπει εἰς τοὺς κατοίκους τοῦ εἰρημένου χωρίου: «Κύριοι, μὴ σπεύδετε οἱ νόμοι οἱ ἑλληνικοὶ δὲν ἐφαρμόζονται ἀκόμη ἐφ’ ἡμῶν· «Θέλουσιν ἔτι ἐφαρμόζεσθαι ἐφ’ ὑμῶν οἱ τουρκικοὶ νόμοι, ἕως ἂν ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ νόμον καὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐφαρμο«σθῶσιν οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι καὶ ἐφ’ ὑμῶν.» Σᾶς ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς καταδείξω τὸ ἄτοπον τῆς θεωρίας, καθ’ ἣν οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὰς νέας χώρας, καὶ ὅτι διὰ νὰ εἰσαχθῶσιν ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ψηφισθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλ’ ὅσῳ ἐρευνᾷ τις τὴν θεωρίαν ταύτην, τόσῳ ἀνακαλύπτει ἄτοπα πολλῷ μείζονα. Ὅταν ἐγένετο ἡ κατάληψις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, οἱ κάτοικοι αὐτῶν ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρχετο τῶν ἑλληνικῶν νόμων ἡ ἰσχὺς, καὶ ὅτι ἐπὶ τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤθελον συνδέσει, ἐφρόνουν ἀδιστάκτως, ὅτι ἤθελον ἐφαρμοσθῆ οἱ ἀπὸ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους διαγραφόμενοι κανονισμοί. Ἀλλὰ, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν, ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῆς χώρας μέχρι τοῦδε, θέλουσι κανονισθῆ ἀπὸ τοὺς τουρκικοὺς νόμους. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὸ ἄτοπον τοῦτο, ὅτι ὑποβάλλομεν τὰς σχέσεις ταύτας εἰς τὸ κράτος τοῦ τουρκικοῦ νόμου, ἀλλὰ διαιροῦμεν τὰς σχέσεις αὐτὰς, καὶ ἐκείνας μὲν τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὰ ἑλληνικὰ δικαστήρια καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπρόφθασαν νὰ ἐκδώσωσιν ἀποφάσεις, αὐτὰς ἀποδεχόμεθα νὰ κανονίσωσι κατὰ τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθ. 14 τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων δίδεται κῦρος, ὅπως εἶχον ἀπαγγελθῆ· ἀλλὰ αἱ σχέσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ κανονισθῶσιν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, εἴτε διότι δὲν εἶχε περατωθῆ ἡ ἀποδεικτικὴ διαδικασία, εἴτε διότι δὲν εἶχεν ὡριμάσει ὅλη ἡ πρὸς συζήτησιν τῆς οὐσίας ὕλη, αἱ σχέσεις αὗται θέλουσιν ἀποτελέσει ἄλλην ἐξαίρεσιν, καὶ θέλουσι κανονισθῆ ἀπὸ τοὺς τουρκικοὺς νόμους. Ὁ διπλοῦς αὐτὸς πῆχυς, μὲ τὸν ὁποῖον θέλομεν μετρήσει τὰς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο συναφθείσας σχέσεις, σᾶς πείθει περὶ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα θέλει παραγάγει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ ἄτοπον τοῦτο θέλει εἶσθαι ἀκόμη καταφανὲς, ἐὰν ζητήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τοὺς τουρκικοὺς νόμους ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν πταισμάτων, πλημμελημάτων ἢ κακουργημάτων ἐν ταῖς νέαις χώραις κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς καταλήψεως μέχρι τοῦδε διάστημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀξιόποινοι πράξεις θέλουσι δικασθῆ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τῆς Τουρκίας, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ποινικὴ νομοθεσία τῆς Τουρκίας εἶναι αὐστηροτέρα ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν ποινικὴν νομοθεσίαν, θέλει ληφθῆ φροντὶς διὰ νὰ μειωθῇ ἡ αὐστηρότης τῆς ποινικῆς τουρκικῆς νομοθεσίας. Ἀλλ’ ἂν οἱ ποινικοὶ νόμοι τῆς Τουρκίας ἐπιβάλλωσι διὰ πρᾶξίν τινα ἀξιόποινον ποινήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία μάλιστα ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸν θεμελιώδη νόμον τῆς Ἑλλάδος....
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί τὸ κάμετε ζήτημα αὐτό; Τὸ γνωρίζετε ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ ποινικὸς νόμος τῆς Τουρκίας, ὅταν ὁ ἰδικός μας νόμος δὲν ἔχῃ τοιαύτην ποινήν.
§21ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂν ἡ ἀξιόποινος πρᾶξις, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου τῆς Ἑλλάδος, τιμωρεῖται ὅμως ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τῆς Τουρκίας διὰ ποινῆς, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, τότε τί θέλετε πράξει; ποῖον νόμον θὰ ἐφαρμόσητε; τὸν τουρκικόν; Σᾶς ἀπαγορεύεται.
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξηγήσατε ποίαν ποινήν, ἡ ὁποία δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸν ἰδικόν μας νόμον, τὸ γδάρσιμον, τὸ παλούκωμα; Ἐὰν ἦναι τοιαῦται ποιναὶ, ἔχετε δίκαιον.
§23ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν δυσφορῶ παντάπασι διὰ τὰς διακοπὰς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε λησμονεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ μὴ διακόπτῃ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω, χρεωστῶ ὅμως νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι βουλευταὶ, ἔχουσι καθῆκον νὰ μὴ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἀλλὰ νὰ ζητῶσι, νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον· οἱ κύριοι ὑπουργοὶ μάλιστα νὰ λαμβάνωσιν αὐτὸν ὅταν θέλωσι. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς συζητήσεως συντελεῖ εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ χρόνου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐπηρεάζονται τοσοῦτον ἀπὸ τὸν ἐπαγγελματικὸν αὑτῶν βίον, ὥστε διατηροῦσι καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖ ἀπέκτησαν. Ἀλλ’ ἐν ταῖς συζητήσεσιν ἐκείναις ζητεῖται ἡ προστασία καὶ ἡ διάσωσις τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ἐν δὲ ταῖς συζητήσεσι ταύταις ζητεῖται ἡ προστασία καὶ ἡ διάσωσις τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Οἱ ἀναλαμβάνοντες ἐκεῖ τὴν προστασίαν τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, ἀναλαμβάνουσιν αὐτὴν ἐπὶ μισθῷ, νομίζουσι δὲ, ὅτι ἐκπληροῦσι καθῆκον μετερχόμενοι πᾶν μέσον πρὸς διάσωσιν αὐτοῦ τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, τοῦ ὁποίου τὴν προστασίαν ἀνέλαβον· νομίζουσιν, ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀρνῶνται πάντα ἰσχυρισμόν· δείκνυνται ἕτοιμοι νὰ ἀρνηθῶσιν τοὺς προβαλλομένους τοιούτους· καὶ προχθὲς ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἠρνήθη τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ὅτι πέρυσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον, περὶ τοῦ ἂν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ νομοθετῇ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν, «ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὰ τὰ πράγματα». Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διακόψωσι τοὺς ἀντιλέγοντας, διὰ νὰ θέσωσιν αὐτοὺς εἰς ἀμηχανίαν; Δὲν διστάζουσιν νὰ διακόψωσιν αὐτούς. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐμποιήσωσι τὴν θυμηδίαν εἰς τοὺς ἀκούοντας; Βασανίζουσι τὸ πνεῦμά των διὰ νὰ ἐξεύρωσιν ἐννοίας ἢ φράσεις, τὰς ὁποίας νὰ ἀπαγγείλωσι, διὰ νὰ προκαλέσωσι τὴν θυμηδίαν αὐτῶν. Εἰς τὰς ἡμετέρας ὅμως συζητήσεις ἀντικείμενον εἶναι τὸ δημόσιον συμφέρον καὶ οὐχὶ τὸ ἰδιωτικόν. Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν διαφόρους πελάτας, ἀλλὰ πάντες ἔχομεν τὸν αὐτὸν πελάτην, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὅταν συζητῶμεν πρέπει νὰ συζητῶμεν πάντες μετὰ τῆς αὐτῆς προαιρέσεως, διότι ἔχομεν τὸ αὐτὸ καθῆκον, μετὰ τῆς προαιρέσεως νὰ ἀναζητήσωμεν τὸ πραγματικῶς ἀληθές, τὸ ἐπιστημονικῶς ὀρθόν, τὸ πολιτικῶς χρηστόν, διότι ἐν τούτῳ κεῖται ἡ προστασία καὶ ἡ διάσωσις τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Μὲ ἠρώτησεν ὁ διακόψας με κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός: ποίαν ποινὴν ἐπιβάλλουν οἱ τουρκικοὶ νόμοι; τὸ παλούκωμα, τὸ γδάρσιμον; Εἶναι ἀνάξια σπουδαίας συζητήσεως ἐρωτήματα τοιαῦτα. Οἱ τουρκικοὶ νόμοι ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν τῆς δημεύσεως· καὶ ἡ δήμευσις δὲν ἀπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα; Ἐπιβάλλουσι τὴν ποινὴν τῆς ἐξορίας· καὶ ἐπιτρέπουσι ταύτην οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι; Τὸ πρώην Ὑπουργεῖον ἔκρινεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ὀργανώσῃ τὰς νέας ἐπαρχίας ἰδίῳ ὀνόματι καὶ ἰδίᾳ δυνάμει καὶ ἐξουσίᾳ, καὶ ὠργάνωσε προσωρινῶς τὰς χώρας ἐκείνας, ἕως οὗ συνέλθῃ καὶ παραστῇ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία καὶ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον ἐκεῖνο ὁριστικῶς. Ἐπεκαλέσθησαν μάλιστα παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐκ τῆς Ἰταλίας, καὶ σᾶς ἐβεβαίωσαν ὅτι ἐκεῖ ὁ ἡγεμὼν διὰ διαταγμάτων ὠργάνωσε τὴν Λομβαρδίαν καὶ τὸ Βενετικόν, καί τοι μηδεμίαν ἔχων ἐντολὴν ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Οἱ ἀντιλέγοντες πρὸς τὸν πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν θεωρίαν τοῦ νομοσχεδίου ἠμφισβήτησαν τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, καὶ ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἡγεμὼν ἐξέδωκεν ἐν Ἰταλίᾳ πρὸς ὀργάνωσιν τῆς Λομβαρδίας καὶ τοῦ Βενετικοῦ, ἐξέδωκε διότι ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία εἶχε μεταβιβάσει εἰς αὐτὸν τὴν ἐξουσίαν ταύτην, καὶ ἰσχυρίσθησαν μάλιστα ὅτι ὑπῆρξε πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἡγεμὼν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ δικτάτωρ, περιβεβλημένος πᾶσαν ἐξουσίαν, καὶ νομοθετικὴν καὶ νομοτελεστικήν. Ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, μάτην μᾶς ἀπησχόλησεν. Ἂν οἱ ἀρνούμενοι τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ πρώην ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διατεινόμενοι, ὅτι τὸ παράδειγμα δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τοιοῦτον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εὑρίσκωσιν, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Ἰταλικοῦ, διὰ τῆς ὁποίας μετεδίδετο τοιαύτη ἐξουσία εἰς τὸν ἡγεμόνα, ἐκάλυπτε τὴν πρᾶξιν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, ἐλησμόνησαν ὅμως ὅτι τὸ Κοινοβούλιον τὸ Ἰταλικὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφασίσῃ τοιαύτην μεταβίβασιν εἰς τὸν ἡγεμόνα, διότι τὸ Σύνταγμα εἰς μόνην τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν ἐνεπιστεύθη τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο. Ἐὰν ἐξήταζον συνταγματικῶς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθησαν, διὰ νὰ ἀναιρέσωσι τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῶν ἀντιλεγόντων παράδειγμα, ἤθελον εὑρεῖ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας περιεβλήθη ὁ ἡγεμὼν διδακτορικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀνετέθη αὐτῷ τὸ δικαίωμα, νὰ ὀργανώσῃ τὴν Λομβαρδίαν καὶ τὸ Βενετικόν, ὅτι ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο συνταγματικῶς ἄκυρος. Ἀλλὰ καὶ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερεν ὁ κ. πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, καὶ ἂν αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ διάδοχος αὐτοῦ, δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, οὐδὲν ἧττον δὲν ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ ἐπιῤῥοήν τινα ἐφ’ ἡμᾶς. Ὅ,τι ἐγένετο ἐν Ἰταλίᾳ, εἶχε λόγους ἐξαιρετικούς· οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἄλλο Κράτος νὰ ἐφαρμώσῃ τὰ ἐν Ἰταλίᾳ γενόμενα. Οὔτε ἂν ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἐν Ἰταλίᾳ ὠργάνωσε μόνη τὰς χώρας, καὶ ἰδίῳ αὑτῆς ὀνόματι, οὔτε ἂν δὲν τὰς ὠργάνωσεν, εἰμὴ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς παράδειγμα διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ Σύνταγμα ἔθηκεν ἀνυπέρβλητα ὅρια εἰς ἑκάστην τῶν Ἐξουσιῶν, ἡ δὲ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ, ἂν ἤσκησε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε, διότι το δικαίωμα τοῦτο ἤσκησεν ἐν Ἰταλίᾳ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἐκείνης. Ἂν δέ τις ἐνθυμηθῇ ποία εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ οἴκου τῆς Σαβοΐας, ὁ ὁποῖος πρὸ δεκάδων ἐνιαυτῶν ἀνέλαβε τὸ ἔργον νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἰταλικῶν Ἡγεμονειῶν εἰς ἓν Βασίλειον, θέλει βεβαίως δικαιολογήσει τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν οἱ λαοὶ τοῦ Βασιλείου ἐκείνου μετέδιδον πάντοτε εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἀλλὰ τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον εὑρέθη εἰς ἄλλην δυσκολίαν. Ἴσως ἐπίστευσε σπουδαίως τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἐντεῦθεν μᾶς ἀπήγγειλεν ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός. Ἴσως προσέφυγεν εἰς ταύτας διὰ νὰ δικαιολογήσῃ πράξεις, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ πράξῃ, διότι δὲν ἠθέλησεν ἐγκαίρως νὰ συγκαλέσῃ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, καὶ ζητήσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν χωρῶν. Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ προσωρινῶς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ προσάρτησις τῶν χωρῶν παρίστα, καὶ ἐπλήρωσεν αὐτὰς διὰ τῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν. Ἀλλ’ ἡ ἀμφισβήτησις τοῦ κύρους τῶν Διαταγμάτων τούτων, ἡ γενομένη ὑπὸ τῶν διαδόχων τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, θέλει φέρει βεβαίως εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι προσηρτήθησαν, μεγίστην σύγχυσιν καὶ θόρυβον, διότι, ἂν θεωρηθῇ, ὅτι, διὰ νὰ τεθῶσιν ἐν ἰσχύϊ οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἀπῃτεῖτο πρᾶξις τῆς Νοθετικῆς Ἐξουσίας, ἂν ἑπομένως γείνῃ ἀποδεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ ἐνεστῶτος Ὑπουργείου, ὅτι τὰ Διατάγματα τὰ πρὸς τοῦτο ἐκδοθέντα εἶναι ἄκυρα, βεβαίως σύγχυσις καὶ θόρυβος θέλει ἐπέλθει εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, διότι θέλουσι διαταραχθῆ αἱ σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐν αὐταῖς κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο συνήφθησαν. Ἀλλ’ ἂν τὸ πρώην Ὑπουργεῖον, μὴ ἔχον τὴν Βουλήν, καὶ ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, ἔφερε διὰ τῶν Διαταγμάτων τῆς πολιτικῆς καὶ ἀστικῆς ἀφομοιώσεως τὴν σύγχυσιν καὶ τὸν θόρυβον, ὑμεῖς, ἐνῷ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ταύτης, θέλετε φέρει ἐν αὐταῖς τὸν τάραχον καὶ τὸν σάλον. Καὶ ἂν νομίζητε, ὅτι ἡ ἐπέμβασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον ἐπὶ τὰ ἔργα τῆς Νομοθετικῆς, ἡ ἀντιποίησις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, δὲν εἶναι ἀξία οὐδεμιᾶς ἄλλης καταστολῆς, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ψηφίσητε πράξεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν τιμωρίαν οὐχὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντεποιήθησαν τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔσφαλον, ἀλλὰ συνέπεσε νὰ κατοικῶσι τὰς χώρας, αἵτινες προσηρτήθησαν εἰς τὸ Βασίλειον; Διὰ τοῦτο ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς. Ἐπειδὴ πᾶσα ἡ νομοθεσία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἰσήχθη αὐτοδικαίως ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ κατάληψις τῆς χώρας, δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ νομοθετήσητε τώρα, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία εἰσάγεται εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, οὔτε ἔχετε ἀνάγκην νὰ τάξητε προθεσμίαν πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον τὸ ἄρθρον 1 τάσσει αὐτήν. Ἂν δὲ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία τυγχάνει νῦν εἰσηγμένη καὶ ἰσχύουσα εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβητε τοῦτο διὰ νέας νομοθετικῆς πράξεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον. Ἂν δὲ ἀπαλειφθῇ, αἱ ἑπόμεναι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου πληροῦσι τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις προέθετο. Ποίους δ’ εἶχε σκοπούς; Νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον διὰ Διαταγμάτων ἐκανόνιζεν. Ἑπομένως διὰ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου δίδοται αὐτῇ ἡ ἐξουσία νὰ διατάξῃ νέαν διοικητικὴν διαίρεσιν προσωρινῶς, ἕως ἂν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον καὶ ἡ Βουλὴ νομοθετήσῃ ὁριστικῶς τὴν διαίρεσιν τῆς χώρας. Ἂν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον παραδεχθῇ τὴν θεωρίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαιτεῖται οὐδεμία διάταξις πρὸς δημοσίευσιν τῶν νόμων, διότι αἱ τοῦ ἀστικοῦ νόμου διατάξεις ἀποτελοῦσι πλάσματα, τὰ δὲ πλάσματα εἶναι μάταια καὶ περιττὰ ἀπέναντι τῆς πραγματικότητος καὶ τῆς ἀληθείας, τότε δὲν ἔχετε νὰ προνοήσητε οὐδὲ περὶ τοῦ χρόνου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας, οὐδὲ περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλετε καταστήσει προσιτὴν εἰς τοὺς κατοίκους τὴν νομοθεσίαν ταύτην. Καὶ χρόνον μὲν ἔχετε τὴν ἡμέραν τῆς καταλήψεως, μέσα δὲ γνώσεως τῶν νόμων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος πολίτης ἔχει, νὰ μανθάνῃ τοὺς νόμους. Γνωμοδοτῶ λοιπὸν νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἡμέραν, κύριοι, καθ’ ἣν ἀκριβῶς ὁ ἔντιμος τῆς Καρυστίας βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατέκρινε μετὰ σφοδρότητος τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ὡς διαπομπεύσασαν τὴν ἑλληνικὴν τιμὴν καὶ ὡς καταπροδώσασαν τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸν πόλεμον οὔτε μὲ 60 οὔτε μὲ 80 χιλιάδας στρατοῦ, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη παρ’ αὐτοῦ τὸ 1880 νὰ παρασκευασθῇ πρὸς τοῦτο, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχε τότε, ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἰδίως δὲ Δύναμίς τις μεγάλη, ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸν ἑλληνικὸν ἀγῶνα, καὶ δὲν ἀφῆκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς νὰ ὑπονοηθῇ ἐκείνη, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ὀνομάσῃ αὐτὴν, ἦτο ἡ Μεγάλη Βρεττανία. Ἀλλὰ μόλις φθάνουσιν οἱ λόγοι τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καὶ σπεύδει ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεων τῆς 11]23 Μαρτίου, προσκαλέσασα δι’ ἐπανειλημμένων τηλεγραφημάτων αὑτῆς τὸν ἐνταῦθα πρεσβευτήν της νὰ ἀνακοινώσῃ οὐ μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἀγγλία, καί τοι ἐμφορουμένη πάντοτε ὑπὸ φιλικωτάτων αἰσθημάτων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἔδωκε τοιοῦτον ἐνδόσιμον εἰς αὐτὴν, νὰ ὑπονοήσῃ, ὅτι θέλει χωρισθῆ τῆς εὐρωπαϊκῆς ὁμοφωνίας καὶ ὅτι θέλει ὑποστηρίξει ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον τυχὸν ὑπ’ εὐθύνην της ἤθελεν ἀποδυθῆ ἡ Ἑλλάς. Ἡμεῖς, κύριοι, οἱ εὑρεθέντες τότε εἰς τὰ πράγματα καὶ ἔχοντες τὴν μεγάλην εὐθύνην νὰ ἀποφασίσωμεν ποίαν ὁδὸν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὡς Κυβέρνησις τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ἀντεπροσωπεύομεν, εἴχομεν τὸ καθῆκον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων καὶ τῶν κρίσεων οἵου δήποτε ἄλλου, ἔστω καὶ ἐν ὑπηρεσίᾳ ἀνωτάτῃ διατελοῦντος, ἀλλ’ εἴχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ὅ,τι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει, κατὰ τὰς ἰδίας ἡμῶν κρίσεις καὶ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας μάλιστα ἐμορφώσαμεν, στηριζόμενοι εἰς πράγματα καὶ γεγονότα ἐπίσημα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας εἴχομεν ἀνὰ χεῖρας. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἀφοῦ ἀπέβησαν ἄγονοι ὅλαι αἱ προσπάθειαι ἡμῶν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς τελευταίας εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, χάριν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, νὰ προσχωρήσωμεν, καίτοι δυσφοροῦντες, εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην· θεωροῦμεν δὲ ἡμᾶς αὐτοὺς εὐτυχεῖς καὶ ὑπερηφάνους, διότι ἐθέσαμεν τὴν ὑπογραφὴν ἡμῶν εἰς πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεδόθη ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εὐτυχία εἰς 300 χιλιάδων ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ εἰς μεγάλην ἔκτασιν νέας χώρας. Καὶ ἂν διὰ τὴν πρᾶξίν μας ταύτην κατακρινόμεθα ἤδη, δὲν δυσανασχετοῦμεν· ἡ ἱστορία θὰ μᾶς κρίνῃ καὶ θὰ ἀποδώσῃ ἡμῖν δικαιοσύνην· Θὰ ἀναγνωρίσῃ ἀναντιῤῥήτως, ὅτι ἐπράξαμεν ἔργον πατριωτισμοῦ, ἔργον φρονήσεως, τὸ ὁποῖον ἀναποδράστως ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτῆς, χάριν τῶν μεγάλων συμφερόντων τοῦ τόπου.
§25ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ τιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει.
§26ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἤκουσα πολλοὺς ἢ τοὐλάχιστόν τινας ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἀνομολογοῦντας καὶ ἀναγνωρίζοντας τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὡς πρᾶξιν ἐθνικοῦ συμφέροντος.
§27ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Τὰ ὀνόματα, παρακαλοῦμεν.
§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει: ἡ τιμὴ τιμὴ δὲν ἔχει.
§29ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἦσαν μάλιστα προδιατεθειμένοι νὰ προτείνωσι τὴν ἀνέγερσιν ἀνδριάντος διὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐπὶ τῇ ἐθνικῇ ταύτῃ πράξει.
§30ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Ὤ! Ὤ!
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ, κύριοι, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἐπίπλαστον καὶ προσπεποιημένην κοινὴν γνώμην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εὔκολον ἦτον εἰς ἡμᾶς, δημοκοποῦντες μάλιστα καὶ διατηροῦντες τὸ γόητρον, τὸ ὁποῖον τοιαύτη τις πρᾶξις ἤθελε προσπορίσει ἡμῖν, εὔκολον, λέγω, ἦτο, παραβλέποντες τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ νὰ ἐξωθήσωμεν τὸ Ἔθνος διὰ τοῦ πολέμου εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, τὴν βεβαίαν, τὴν ἀναντίῤῥητον· καὶ ἀντὶ νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ παραλάβωμεν τὰς νέας ἐπαρχίας ἀβλαβεῖς καὶ ἀνθούσας, νὰ τὰς παραλάβωμεν, ἂν ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο διὰ τοῦ πολέμου, αἱματοφύρτους καὶ κατεστραμμένας. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, ἐθέσαμεν κατὰ μέρος πᾶσαν σκέψιν ἀφορῶσαν προσωπικῶς ἡμᾶς αὐτοὺς, τὴν προσωπικὴν ἡμῶν φιλοτιμίαν, καὶ τὸ προσωπικὸν συμφέρον, ἐσκέφθημεν ὡς Κυβέρνησις τῆς χώρας τί συμφέρει εἰς τὸν τόπον νὰ πράξωμεν, καὶ μὲ θυσίαν ἡμῶν, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ θάῤῥους προέβημεν εἰς ὅ,τι ἐπράξαμεν, μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Πατρίδος μας, καὶ ἐσμὲν ἐπὶ τούτῳ ὑπερήφανοι, ἔχοντες τὴν συνείδησίν μας ἐπαναπαυμένην. Μετὰ τὸ γεγονὸς τῆς παραδοχῆς τῆς τελευταίας ταύτης εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας μετεβλήθη καὶ ἐτροποποιήθη πᾶσα ἄλλη προηγουμένη ἀπόφασις τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, μετὰ τὴν παραδοχὴν, λέγω, τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὠφείλομεν νὰ ἀποδεχθῶμεν, διότι δὲν εἴχομεν ἀπόφασιν ἄλλην ἀνὰ χεῖρας νὰ ἐκτελέσωμεν, ἀφοῦ ἡ προηγουμένη τοιαύτη, ὡς εἶπον, ἀνετράπη, εἴχομεν καθῆκον νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ διοικήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ μᾶς κατηγοροῦσι διατὶ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἐδέχθημεν αὐτὴν τὴν ἐπονείδιστον ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, καὶ προσεχωρήσαμεν εἰς αὐτὴν, καταστρέφοντες οὕτω τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα, διατὶ δὲν ἐφέραμεν τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πρᾶξίν μας ταύτην καὶ νομοθετήσῃ τὰ περὶ διοικήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς ἐξέθηκε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν τῶν ὁποίων δὲν ἐκρίναμεν ὡς λυσιτελῆ τὴν συγκάλεσιν τῆς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι περιττὸν διὰ τοῦτο νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ αὐτούς· προσθέτω δὲ μόνον, ὅτι ἡμεῖς ἓν καθῆκον εἴχομεν, ἀφοῦ προσεχωρήσαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως, ἡσύχως καὶ ἄνευ δυσαρέστων ἐπεισοδίων. Ἐνομίζομεν δὲ, ὅτι ἡ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς ἤθελε δώσει χώραν εἰς συζητήσεις μακρὰς καὶ παρατεταμένας καὶ εἰς ἐπικρίσεις τῆς Συμβάσεως, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐγνωρίζομεν θετικῶς καὶ βασίμως, ἤθελον δώσει ἀφορμὴν καὶ εὐκολίαν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως, ἐφ’ ἧς ἐστηρίζετο ἡ μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῆς Σύμβασις· διότι ἡ Τουρκία, ἀφοῦ εἶδεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέξατο τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Εὐρώπης, μετεμελήθη καὶ προσεπάθει νὰ εὕρῃ εὔλογόν τινα αἰτίαν, ἵνα ἀθετήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἤδη ἀναλάβει· ἐνομίζομεν δὲ ἡμεῖς ἐν πεποιθήσει, ὅτι τοιαύτη αἰτία ἤθελε δοθῆ εἰς αὐτὴν διὰ τῶν παρατεταμένων καὶ μακρῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ τῆς κατακρίσεως τῆς γενομένης λύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλὴ, δὲν ἠδύνατο νὰ νομοθετήσῃ περὶ ἐπαρχιῶν, τὰς ὁποίας εἰσέτι δὲν κατελάβομεν πράγματι, καὶ αἱ ὁποῖαι διετέλουν εἰσέτι ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου, ἡ δὲ δικαιοδοσία τοῦ ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ ἐκείνας ἤθελεν ἀρχίσει ἅμα τῇ καταλήψει αὐτῶν παρ’ ἡμῶν, καὶ ἡ ὁλοσχερὴς κατάληψις αὐτῶν, ὡς γνωρίζετε, ἔμελλε νὰ συντελεσθῇ τὴν 2 Νοεμβρίου 1881· ἀλλὰ ἀπὸ τῆς 24 Ἰουνίου 1881, ὅτε κατελήφθη τὸ πρῶτον τμῆμα, τὸ τῆς Ἄρτης δηλαδὴ, μέχρι τῆς 2 Νοεμβρίου, ὅτε ἔμελλε νὰ καταληφθῇ τὸ τελευταῖον, τὸ τοῦ Βώλου, δὲν ἠδύναντο νὰ μένωσιν ἄνευ διοικήσεως τὰ καταλαμβανόμενα μέρη, καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωμεν ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν τάξιν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν εὐημερίαν καὶ ἐν ταῖς καταλαμβανομέναις ἐπαρχίαις, ἀφοῦ ἀπεδώσαμεν εἰς αὐτὰς καὶ τὴν ἐλευθερίαν. Δὲν ἐπράξαμεν δὲ τίποτε νεώτερον παρ’ ὅ,τι ἐπράχθη καὶ εἰς ἄλλο γεῖτον καὶ ἀδελφὸν Κράτος πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, εἰσαγαγόντες τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων· καὶ κατηγορούμεθα κύριοι, διὰ τοῦτο ἀπηνῶς καὶ σκληρῶς, ὡς νὰ εἰσηγάγομεν νομοθεσίαν ξένην, νομοθεσίαν κινεζικὴν, ἰαπωνικὴν ἢ ἄλλου ἀσιατικοῦ τινος Κράτους βαρβάρου καὶ ἀπολιτεύτου. Καὶ διατί ἐξετάζουσιν οἱ κατακρίνοντες τὰ Διατάγματα κατὰ τύπους καὶ οὐχὶ κατ’ οὐσίαν; Εἶναι ἔγκλημα, ὅτι εἰσηγάγομεν τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἔστω καὶ διὰ Βασ. Διαταγμάτων; Ἄλλο ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐνομοθετοῦμεν ἢ εἰσηγάγομεν νομοθεσίαν μὴ ἰσχύουσαν ἐν Ἑλλάδι· ἀλλ’ ἡμεῖς εἰσηγάγομεν τὴν ἐν Ἑλλάδι ἰσχύουσαν νομοθεσίαν πρὸ τεσσαράκοντα καὶ πεντήκοντα ἐτῶν. Καὶ τί ζητεῖτε νὰ πράξητε σήμερον; αὐτὸ τοῦτο· διότι διὰ τοῦ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖτε τὰ Διατάγματα, καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου τὰ ἐπαναφέρετε, δηλαδὴ εἰσάγεται τὴν νομοθεσίαν, ἣν ἡμεῖς ἤδη εἰσηγάγομεν διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ πείσματος θέλετε ν’ ἀκυρώσητε. Ἀλλ’ ἐπράξαμεν νέον τι, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἄλλοτε τέλος πάντων ἐπράχθη, εἴτε ἐν Ἰταλίᾳ, εἴτε ἐν Ἑλλάδι; Ἐβεβαιώθη ἐνταῦθα ἐπισήμως, ὅτι κατὰ τὸ 1866 ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις διῴκησε διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπὶ ἓξ μῆνας τὴν Λομβαρδίαν καὶ Βενετίαν, καὶ μάτην ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηριζόμενος καὶ ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὰ ἰταλικὰ Διατάγματα ἐξεδόθησαν δυνάμει νόμου, ἐπιτρέποντος εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὴν ἔκδοσιν τοιούτων νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Δυστυχῶς δι’ αὐτοὺς, καὶ εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποδείξωσι τὸν ἰσχυρισμόν των τοῦτον, καὶ ἐπείσθητε, ὅτι, ὅ,τι ἔπραξε τότε ἡ ἰταλικὴ Κυβέρνησις ὡς Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, τὸ ἔπραξεν οἴκοθεν καὶ ἄνευ ἐντολῆς τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ θὰ μνημονεύσω ἁπλῶς τὰ παραδείγματα, ἅπερ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος κ. Μίλησης ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὅτι καὶ ἄλλαι προηγούμεναι Κυβερνήσεις, ἑλληνικαὶ πλέον αὐταὶ, καὶ οὐχὶ ἰταλικαὶ, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἵνα διὰ Βασ. Διαταγμάτων νομοθετήσωσιν· ἄνδρες σεβαστοὶ, ἄνδρες, οἵτινες εἶχον προσφέρει εἰς τὴν Πατρίδα μεγάλας ὑπηρεσίας, τὸ ἔπραξαν, ἀλλὰ πράττοντες τοῦτο δὲν ἐνόησαν, οὔτε αὐτοὶ, οὔτε οἱ διάδοχοι αὐτῶν, φοβεροὶ καὶ ἀμείλικτοι ἀντίπαλοί των, ὅτι ἀντεποιοῦντο νομοθετικὴν ἐξουσίαν, περιφρονοῦντες τὸ Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ὃ μάλιστα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν μόλις εἶχε ψηφισθῆ, ἀλλ’ ὅτι ὑπεῖκον εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην χάριν τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἠσκεῖτο ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τὴν Γερουσίαν καὶ τὸν Βασιλέα· εἵπετο ἑπομένως, ὅτι ἀπὸ τῆς 18 Μαρτίου 1844, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύθη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ νομοθετική τις πρᾶξις ἄλλως ἢ ὡς ὥριζε τὸ Σύνταγμα· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπὸ τῆς 19 Μαρτίου, τῆς ἐπιούσης δηλαδὴ, μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1844, δύω Ὑπουργεῖα ἀντίθετα, συγκροτούμενα ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους ἄνδρας τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὸ μὲν ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Μαυροκορδάτον καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, Λόντον καὶ λοιποὺς, τὸ δὲ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Κωλέτην καὶ τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ, τοὺς ἀειμνήστους Μεταξᾶν, Τζαβέλαν καὶ Βάλβην, ἤσκησαν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διότι εὑρέθησαν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Ἀλλ’ οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κόμματος κατὰ τοῦ ἄλλου, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἐνεργείᾳ, ἀλλ’ οὔτε ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασεν αὐτήν. Οὐ μόνον δὲ τότε ἡ Κυβέρνησις ἤσκησε τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων κατ’ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν, εἰς διαφόρους περιστάσεις, καθ’ ἃς διελύθη ἡ Βουλὴ, αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις, μὴ δυνάμεναι νὰ ἀφήσωσι τὸν τόπον ἄνευ διοικήσεως, ἐξέδωκαν νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀξιοσημείωτος πρὸ πάσης ἄλλης εἶναι ἡ ἐποχὴ τοῦ 1875, καθ’ ἣν ἀνεδέχθη τὸ πρῶτον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ὁ νῦν ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὑφισταμένης εἰσέτι τῆς Βουλῆς, διότι τὴν 27 Ἀπριλίου 1875 ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὴν 19 Μαΐου διέλυσε τὴν Βουλὴν, ἐξέδωκε Β. Διατάγματα νομοθετικὰ καὶ περὶ ἐπιβολῆς καὶ εἰσπράξεως φόρου παρὰ τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἃς οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται ἢ εἰσπράττεται ἄνευ προηγουμένου νόμου. Καὶ ἂν ἄλλαι Κυβερνήσεις εὑρέθησαν εἰς παρομοίαν ἀνάγκην, δὲν ἀπεφάσισαν νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξε τότε ὁ κ. Τρικούπης· ἀλλ’ ἐκδώσας Διατάγματα περὶ βεβαιώσεως φόρων, ἐπεφύλαξεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὴν εἴσπραξιν αὐτῶν· ῥητῶς δὲ ἐπικαλοῦμαι Διάταγμα τῆς 16 Ἀπριλίου 1873, ἐκδοθὲν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, δι’ οὗ ἐπετράπη μὲν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ βεβαιώσῃ τοὺς ἐγγείους φόρους, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐνεργηθῇ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν μετὰ τὴν ἔκδοσιν νόμου ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ὅ,τι ἡμεῖς ἐπράξαμεν, εὑρεθέντες εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην, δὲν εἶναί τι, ὅπερ πρώτην φορὰν διεπράχθη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ συνείδησις τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κατὰ τοῦ μέτρου μας τούτου. Εἶναι μέτρον, ὅπερ πολλάκις ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἔλαβον καὶ ἐξετέλεσαν, διότι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ μὴν ἀφήσουν τὸν τόπον ἀδιοίκητον. Εἰς ἡμᾶς δὲ, ἐν ὅλως ἐξαιρετικῇ περιστάσει εὑρεθέντας, ἐπεβάλετο τὸ καθῆκον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀγαθὴν διοίκησιν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ὅπερ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἄνευ τοιούτων μέτρων. Διὰ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι οὐ μόνον δὲν πρέπει νὰ κατακριθῶμεν, ἀλλὰ καὶ συγγνώμης νὰ τύχωμεν παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, διότι ἐξετελέσαμεν καθῆκον ὑπέρτατον, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενον· τοὐναντίον δὲ θὰ ἤμεθα ἀξιοκατάκριτοι καὶ ἀξιοτιμώρητοι, ἐὰν παρελίπωμεν, ἐκ δειλίας καὶ ἐξ ἐλλείψεως θάῤῥους καὶ πεποιθήσεως, τοῦτο. Περίεργον δ’ εἶναι, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθιεροῦνται ἀρχαὶ παράδοξοι καὶ πρωτότυποι· διότι, ἐνῷ θεωροῦνται τὰ Διατάγματα, τὰ παρ’ ἡμῶν διὰ τῆς Βασιλικῆς ὑπογραφῆς ἐκδοθέντα, ὡς ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα, ἐν τούτοις πολλαὶ πράξεις, ἐξ αὐτῶν ἀποῤῥέουσαι, θεωροῦνται ἰσχυραί. Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἔχῃ κῦρος πρᾶξίς τις, ὅταν αὕτη στηρίζηται εἰς νόμον ἢ εἰς Διάταγμα ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον καὶ ἀνίσχυρον; Εἶναι περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τὸ ὁποῖον ἄλλοι, κρείττονες ἐμοῦ, ἀνέπτυξαν δεόντως καὶ ἀπέδειξαν τὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες θέλουσι προκύψει ἀναντιῤῥήτως ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου. Ὀφείλω ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις αὕτη, τίθεται εἰς προβληματικὴν θέσιν ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τούτου σχετικῶς πρὸς τὸ κῦρος τῶν παρ’ αὐτῆς ψηφισθησομένων νόμων. Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀκυροῦνται τὰ Διατάγματα, καὶ θεωροῦνται αἱ Ἀρχαί, αἱ δυνάμει αὐτῶν ἐγκαθιδρυθεῖσαι, ὡς μὴ ὑπάρχουσαι, ἀφ’ ἑτέρου δι’ ἑτέρου νόμου, ὃν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν, ἀνεγνωρίσαμεν τὰς ἀρχὰς αὐτὰς ὡς νομίμους, ὡς καλῶς ἐγκατεσταμένας διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ πιστώσεως τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου ἐνομοθετήσαμεν, ὅτι οἱ μισθοὶ τῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐγκατεσταμένων Ἀρχῶν πληρόνονται κατὰ τοὺς ἰσχύοντας σχετικοὺς ὀργανικοὺς νόμους κλπ.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐξηγήσαμεν αὐτό.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρέπει νὰ ἦναι ἐγκατεσταμέναι.
§34ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί λοιπὸν θὰ πληρώσητε;
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τίποτε· διὰ τὸ μέλλον.
§36ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ παρ’ ὑμῶν εἰσαχθεὶς καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθεὶς νόμος προνοεῖ περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων καὶ τῶν τριῶν μηνῶν (Θόρυβος). Εἰς τοιοῦτον κυκεῶνα καταντῶμεν, καὶ εἰς τοιαύτας ἀνωμαλίας περιπίπτομεν, ὅταν σπεύδωμεν νὰ ψηφίσωμεν νόμους, καθ’ ὃν τρόπον ψηφίζεται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐνῷ ἦτο ὀρθὸν, ἦτο πρέπον, ἦτο καὶ λίαν εὐχερὲς νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἰσχυρὰ τὰ ὑπὸ προσωρινὸν τύπον ἐκδοθέντα νομοθετικὰ Διατάγματα, μέχρι τῆς ἐποχῆς ταύτης, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς διοργανώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς πλήρους τῆς παρ’ ἡμῖν ἰσχυούσης νομοθεσίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ κκ. Μίλησης καὶ Μανέτας, καὶ ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συμβιβάζεται μὲ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Τριπόλεως ἔντιμος βουλευτὴς κ. Κωνσταντόπουλος, στηρίζεται καὶ εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον καὶ εἰς τὸ πρέπον, πρὸς δὲ καὶ εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ὑποστηρίζων δὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἵνα μὴ ῥίψῃ τὰς νέας ἐπαρχίας εἰς ἀνωμαλίαν καὶ κυκεῶνα ἀδιέξοδον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν διὰ μυρίων ἄλλων νομοθετημάτων, βραδέως λαμβανομένων. Ἂν δὲ ἡ Βουλὴ νομίζῃ συμφέρον καὶ ἀναγκαῖον ν’ ἀποκηρύξῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν προκαλέσασαν τὰ Διατάγματα ταῦτα, ὡς εἴς τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων ἰσχυρίσθη ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, τὴν πολιτικὴν τὴν ὑπαγορεύσασαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπογραφὴν τῆς Συμβάσεως, βεβαίως ὀφείλει ν’ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἑτέρας, ἣν ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποδείξῃ. Ἀλλὰ ποίαν πολιτικὴν ὑποδεικνύει σήμερον ἡ Κυβέρνησις; Τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης. Καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτική, ἥτις ὑπηγόρευσεν εἰς ἡμᾶς τὴν παραδοχὴν τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως; Ἡ πολιτικὴ τῆς εἰρήνης, χάριν τῆς ὁποίας πᾶσαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ὁμοφώνως ἐνήργησαν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡμεῖς διετηρήσαμεν ἄθικτα τὰ δικαιώματά μας. Ἡ Ἑλλὰς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβε διὰ τῆς συνομολογηθείσης Συμβάσεως οὔτε πρὸς τὴν Εὐρώπην, οὔτε πρὸς τὴν γείτονα ἐπικράτειαν, περὶ τῆς μὴ διεκδικήσεως εἰς τὸ μέλλον τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἀπ’ ἐναντίας, διὰ τῆς πράξεώς μας ταύτης ἠγάγομεν τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας πλησιέστατα πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματά των· ἐφωδιάσαμεν τὸν τόπον μὲ ὑλικὸν πολέμου ἄφθονον· διετηρήσαμεν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου ἀκεραίας καὶ ἀθίκτους, καὶ προσεθέσαμεν εἰς αὐτὰς καὶ 30,000 ὁπλιτῶν νέων, σὺν τῇ προσθήκῃ τριακοσίων χιλιάδων ψυχῶν. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐπράξαμεν καὶ καυχώμεθα ἐπὶ τούτοις, ἡ νέα Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ὑποδεικνύῃ ἄλλην διαφορετικωτέραν πολιτικὴν, ἀπαιτεῖ ν’ ἀποκηρύξωμεν τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἥτις ἐδημιούργησε τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Ταῦτα τὰ ὀλίγα ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον, ὡς μέλος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δικαιολογήσω κατὰ τὸ μέτρον τῶν δυνάμεών μου τὴν ἐνέργειάν μας ὡς πρός τε τὴν λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, καὶ ὡς πρὸς τὰ ληφθέντα μέτρα διὰ τὴν διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Προσθέτω δύω λέξεις καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐπανελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ βουλευτὰς καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ νέαι ἐπαρχίαι εὑρίσκονται εἰς παραλυσίαν καὶ ἀποσύνθεσιν, ὅτι ἀσφάλεια καὶ τάξις δὲν ὑπάρχει ἐν αὐταῖς, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπόσχεται τὸν χρυσοῦν αἰῶνα. Δὲν εἶναι, ἐπαναλέγω, κύριοι, ἀληθὲς τοῦτο· καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων γνωρίζουσι κάλλιον ἡμῶν τὴν τάξιν, τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἡσυχίαν τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀκόμη ἀνέγνωσα εἰς τὸν «Αἰῶνα» μακρὰν ἀλληλογραφίαν ἀνταποκριτοῦ τῆς ἐφημερίδος ταύτης ἐκ Τρικκάλων, μὴ φίλα φρονοῦντος πρὸς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ὡς ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας ἀλληλογραφίας βεβαιοῦται, ἐν τῇ ὁποίᾳ παρίσταται ἡ κατάστασις τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀρίστη· πιστοποιεῖ ὁ ἀνταποκριτὴς τῆς εἰρημένης ἐφημερίδος, καὶ ταύτης δυσμενῶς διακειμένης πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ τάξις βασιλεύει εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, συνεπείᾳ ἀνακριβῶν τηλεγραφημάτων, ἦσαν ὅλα ἀνυπόστατα, ὅτι καθ’ ἣν ἡμέραν μετέβαινεν εἰς Τρίκκαλα ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος τῆς Κυβερνήσεως, συνταγματάρχης κ. Δημητρακόπουλος, νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ καταγγελθέντα δῆθεν ἐγκλήματα τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ χριστιανοὶ καὶ οἱ ὀθωμανοὶ καὶ οἱ ἰσραηλῖται ἀνέφεραν τὸν πανηγυρικὸν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς· προσθέτει δὲ ὁ ἀνταποκριτής, ὅτι ἐν Καλαμπάκᾳ, περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς ὁποίας, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς τάξεως, ἀνεγνώσθη ἐντεῦθεν τηλεγράφημα παρά τινος τῶν κκ. βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, βασιλεύει τάξις, ἡσυχία καὶ ἀσφάλεια μοναδική, ὁποίαν οὐδέποτε ᾐσθάνθησαν οἱ κάτοικοι, καὶ ὅτι μεταξὺ εἴκοσι χιλιάδων κατοίκων εἷς μόνος παρεπονεῖτο καθ’ ἑνὸς μόνου χωροφύλακος, ὡς ἀρνουμένου τὴν ἀπόδοσιν ἑνὸς χοίρου, τὸν ὁποῖον συνέλαβε περιπλανώμενον, διότι ἐζήτει παρὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, καὶ δικαίως, τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς του. Ἡ τοιαύτη δὲ κατάστασις παρεστάθη ἐντεῦθεν ὡς κατάστασις ἀναρχίας, ὡς κατάστασις παραλυσίας, ἥτις ἐπισπεύδει καὶ προκαλεῖ τὴν λῆψιν ἐκτάκτων νομοθετικῶν μέτρων, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμὸν, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐστήριξεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν· ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι κατ’ εὐτυχίαν, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἀνακριβής.
§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι σήμερον δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ λόγου τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, διότι δὲν ἔχω μετ’ ἐμοῦ σήμερον καὶ ὅλας τὰς ἐπιστολὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ τὸν πείσω, ὅτι ἀνακριβῆ εἶπε, παραστήσας ὡς ἀνθηροτάτην τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ θὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτε δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν, διότι ἡ ὥρα ἦτο προκεχωρημένη. Πρὶν ὅμως προχωρήσω εἰς τοῦτο, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω τινὰ γενικῶς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καὶ ἐν γένει περὶ τῆς ἀφομοιώσεως, ἰδιαιτέρως δὲ περὶ τῆς δημοτικῆς ἀφομοιώσεως. Διὰ νὰ προβῶ ἐν τούτοις εἰς τὴν λύσιν τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφυομένων ζητημάτων, πρέπει ἐξ ὅλων τῶν ἐν τῷ πολιτικῷ ζητήματι συζητήσεων νὰ λάβω τὰ συμπεράσματα· ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐκ τῶν πολλῶν ἐν τῷ παρελθόντι παθημάτων πρέπει τὸ ἔθνος νὰ ὠφεληθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε λύσεως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, πρόκειται νὰ μάθωμεν ἐὰν θὰ ὑπάρχῃ τοῦ λοιποῦ Σύνταγμα ἐν τοῖς πράγμασιν, ἢ συνταγματικὸς χάρτης εἰς τὸν χάρτην μόνον. Ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος δὲν περιέμενα νὰ μάθω ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδοκίμασε τὸ ἔγγραφον τῆς 31 Μαρτίου 1881 καὶ τὰς μετ’ αὐτὸ ἀντισυνταγματικὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο ἐμάθομεν πάντες ἐκ τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὅστις δι’ εὐγλώττων ἀριθμῶν ὁμιλήσας τὴν 20 Δεκεμβρίου 1881, ζωηρῶς ἀπεδοκίμασε τὴν ἀντεθνικὴν πολιτικὴν καὶ τὰ μετ’ αὐτήν. Τίς λησμονεῖ, ὅτι οὐδεὶς τῶν φίλων τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐτόλμησε νὰ ζητήσῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν του, ὑποσχόμενος φανερῶς διὰ προγράμματος, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν θὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς λύσεως τῆς 31 Μαρτίου; Καὶ διατί λησμονοῦμεν τὴν ἐπαναληπτικὴν δι’ ἀριθμῶν ἀποδοκιμασίαν τῆς συνελθούσης τὴν 18 Ἰανουαρίου, κατόπιν διαλύσεως, Βουλῆς; Δὲν εἶμαι, κύριοι, μέλος ἀποκλειστικὸν τῆς σημερινῆς συμπολιτεύσεως, οὐδὲ ἐννοῶ ἀνεξετάστως νὰ ὑπακούω εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Κυβερνήσεως. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.). Ὄχι κελεύσματα...
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἴσως εἰς τὰς στρατιωτικὰς διαταγὰς, διότι δὲν ἔχετε σύστημα ἀρχῶν, ἀλλὰ προσωπικὸν κόμμα, καὶ ἑπομένως ὀρθῶς μετεχειρίσθην τὴν λέξιν κελεύσματα.—Ἐννοῶ νὰ ἐξυπηρετῶ, κατὰ τὸ δυνατὸν, τὰς διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ μου προγράμματος διατυπωθείσας ἀρχάς. Οὐχ ἧττον θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποστηρίξω τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καὶ διότι εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἡ σχετικῶς καλλιτέρα ἐν τῇ Βουλῇ μερὶς, καὶ διότι πρέπει, ὅπως δήποτε, νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἰσχυρὰ, ἥτις νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ αὐτὸν τὸν λαβύρινθον, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς ἔῤῥιψεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, ἡ ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Περιέμενα ὅμως νὰ μάθω ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος τὰς λεπτομερείας τῆς λυπηρᾶς ταύτης ἱστορίας, καὶ ἰδίως ν’ ἀκούσω τοὺς λόγους, ἕνεκεν τῶν ὁποίων οἱ πηδαλιοῦχοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατέληξαν εἰς τοσούτῳ οἰκτρὰν λύσιν καὶ ὠλίσθησαν εἰς τοσαύτην ἀσέβειαν πρὸ τὸ Σύνταγμα. Καθόσον δὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ὅλον τὸ βάρος τῆς ἀποδοχῆς ῥίπτει εἰς τὴν πίεσιν τῶν ξένων Δυνάμεων. Ἡ ἀπολογία δὲ αὕτη, ἐξεταζομένη ἀναλυτικώτερον καὶ μεθερμηνευομένη μάλιστα τῇ βοηθείᾳ τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καρυστίας καὶ πρώην πρέσβεως ἐν Λονδίνῳ, σημαίνει, ὅτι ἐπέσαμεν, κύριοι, θύματα τῶν ξένων συμφερόντων, ὡς ὠπισθοδρομήσαμεν ἄλλοτε ἐπαισχύντως πρὸ τοῦ Δομοκοῦ. Φρονῶ, ὅτι δὲν εἶμαι ὁ μόνος, ὅστις γνωρίζω, ὅτι πάντοτε μὲν, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις πράκτορες, ἐνεργοῦντες ὑπὲρ συμφερόντων ξένων, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατέστη ἀπό τινος Νομαρχία, ὁτὲ μὲν τῆς μιᾶς Δυνάμεως, ὁτὲ δὲ τῆς ἄλλης· ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ μάθωμεν καὶ νὰ τὸ μάθωμεν σαφῶς, ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶναι Νομαρχία ξένου Κράτους, καὶ ἂν οἱ ἐν Ἀθήναις νομάρχαι αὐτῆς πρέπει νὰ ὑπακούωσιν, ὡς νευρόσπαστα, εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ξένων, ἢ ἀνεξάρτητον Βασίλειον, ἔχον κυριαρχικὴν θέλησιν, Σύνταγμα, συνταγματικὸν Βασιλέα καὶ Βουλήν. Ἀλλ’ ὅ,τι, κύριοι, μὲ κάμνει νὰ θίξω καὶ ἐγὼ ὀλίγον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, δὲν εἶναι κυρίως ὅσα σᾶς εἶπον, διότι πάντα ταῦτα ἄλλοι πολλοὶ καὶ εὔγλωττοι ῥήτορες σᾶς ἀνέπτυξαν. Ἐθεώρησα ὅμως ἀπαραίτητον καθῆκόν μου νὰ μὴν ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως μίαν περικοπὴν τοῦ τελευταίου λόγου τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Πρωθυπουργοῦ, διότι ταύτην θεωρῶ ὡς τὴν μεγίστην τῶν ἀσεβειῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ναὶ, κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησε χρήματα πολλὰ καὶ τὰ ἔλαβεν ἀσυζητητὶ, ἐζήτησεν ἐφέδρους καὶ τοὺς ἔλαβεν, ἐζήτησεν ἐπιστράτους, καὶ οὗτοι προθύμως προσῆλθον, πιστεύοντες ὅτι δὲν ἐνεπαίζοντο· ἐζήτησεν ἐνθουσιασμόν, διὰ τοῦ «μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης», καὶ οἱ παλμοὶ πάσης ἑλληνικῆς καρδίας ἐγένοντο ἐξ ἐνθουσιασμοῦ σφοδρότεροι. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐν τῇ στενοχωρίᾳ του, ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα, ἐλησμόνησε τὴν πρώτην δικαιολογίαν του, ὅτι ὡς ἐκ τῆς πιέσεως τῶν Δυνάμεων ὑπέκυψε, καὶ ἐτόλμησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν μομφὴν καὶ τὸ στίγμα, εἰς τίνα; Εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν ἑλληνικὸν λαόν! Ἀκούσατε, κύριοι, τὴν περικοπὴν ταύτην ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν: «Τὰ λόγια, κύριοι, δὲν ἀξίζουν· πέντε ὁλόκληρα ἔτη ἡ Ἀνατολὴ ἐφλέγετο, τὸ «πυροβόλον ἐκρότει ἐκεῖ, τὸ αἷμα ἔῤῥεε καὶ αἱ περιστάσεις ἦσαν κατάλληλοι· διατί οὐδεὶς εἶπε ποτὲ εἰς τὸν πόλεμον; οὐχὶ οὐδείς· τὸ εἶπεν ὁ λαὸς τότε, ὅταν ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπῃ τὸ εἶπεν ὁ λαὸς, ὅταν ἀφήσαμεν νὰ παρέλθῃ εἰς μάτην ἡ περίστασις τῆς Πλεύνας· ἐνθυμεῖσθε τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ τότε. (Ὑπαινίσσεται ἐνταῦθα εἰς ἡμᾶς τὴν ἐποχὴν τῶν ὑελοθραυστῶν τῆς 14 καὶ 15 Ἰανουαρίου 1878, καθ’ ὧν, καίπερ ἐκτελούντων καθῆκον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ καὶ τότε Πρωθυπουργοῦ, ἀντετάχθησαν καὶ ἐδοκιμάσθησαν τὰ Κροὺπ καὶ τὰ Γκρά). «Παρετηρήσατε ὅμως ὁποίαν διαγωγὴν ἔδειξε καὶ εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν περίστασιν; Ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπίτηδες μὲ τρόπον διφορούμενον, ἠξεύρετε διατί; Ἐζητοῦμεν πρῶτον καιρὸν διαπραγματεύσεων νέων, καὶ δεύτερον, διότι ἠθέλαμεν νὰ μάθωμεν τὰς ἐντυπώσεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ. Παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ καὶ οὐδεμία φωνὴ ἀντίθετος ἠκούσθη. Προέτρεψαν συμβούλια νὰ διαμαρτυρηθῶσι, καὶ ἐκτὸς δύω συμβουλίων, τὰ λοιπὰ ἐσιώπησαν (ἐδῶ δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὸ τελευταῖον)· ἐπεχειρίσθησαν ἐπιδείξεις, καὶ αἱ ἐπιδείξεις γελοιωδῶς ἀπέτυχον. Δὲν ᾐσθάνετο τότε ὁ λαὸς τὸ ἱερὸν πῦρ, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐθέρμανεν αὐτόν.» Ἤλπισα, κύριοι, ὅτι τὴν κατὰ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ βλασφημίαν, τὴν ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἐκτοξευθεῖσαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἄλλοι κρείττονες ἐμοῦ ἤθελον ἀναιρέσει· ἀλλ’ ὅταν ἐπείσθην, ὅτι παρῆλθεν αὕτη ἀπαρατήρητος, δὲν ἐδίστασα νὰ λάβω ἐγὼ τὴν τόλμην νὰ διαμαρτυρηθῶ κατ’ αὐτῆς, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ πάσῃ δυνάμει. Καὶ τί ἠθέλατε, κύριε πρώην Πρωθυπουργέ, νὰ πράξῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς περιπλέον κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀφοῦ, ὅπου καὶ ἂν ἵστασθε, ἠκούετε, ὅτι ὁ κόσμος ὅλος διεμαρτύρετο ἐντόνως καὶ δικαίως κατὰ τῆς πολιτικῆς σας; Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν, ὁ τύπος σχεδὸν σύσσωμος διεμαρτύρετο· χιλιάδες λαοῦ, λέγει, συνῆλθον, ἀλλὰ γελοιωδῶς ἀπέτυχον. Ἐννοεῖτε ἴσως τὴν διαδήλωσιν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως. Καὶ μήπως τὸ πλῆθος ἐκεῖνο εἶχε σκοπὸν ἐπαναστάσεως τὴν ἡμέραν ἐκείνην; Καὶ διατί, ἐὰν δὲν ἐφοβεῖσθε, ἀνεπτύξατε τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ἐν τῇ πρωτευούσῃ, καὶ ὠχυρώθητε ἐν ταῖς οἰκίαις σας; Ἀλλ’ ὄχι, δὲν εἶχεν ἔλθει ἡ στιγμὴ πρὸς ἐπανάστασιν, καὶ ὅταν ὁ λαὸς ἀποφασίσῃ νὰ ἐπαναστατήσῃ, δὲν θ’ ἀρχίσῃ λόγους παρὰ τὸν στρατῶνα τοῦ ἱππικοῦ, δὲν θ’ ἀποτύχῃ γελοιωδῶς, καὶ μὴ πλανᾶσθε, ἢ μὴ προσποιεῖσθε τὸν πλανώμενον· θ’ ἀφήσῃ ἴχνη τῆς διαβάσεώς του, καὶ μάλιστα διὰ τοὺς μὴ ἀναγνωρίζοντας τὰ δικαιώματά του. Ἐννοεῖτε, καὶ ὀφείλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι αἱ συνελθοῦσαι, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ «Ἐθνικοῦ Δεσμοῦ», χιλιάδες λαοῦ τῆς πρωτευούσης, αἵτινες τόσῳ σᾶς συνετάραξαν τότε, καὶ τὸ λησμονεῖτε τώρα, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἐπαναστατήσωσιν, ἀλλὰ συνταγματικῶς νὰ διαδηλώσωσι τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πρωτευούσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατὰ τοῦ ἀντεθνικοῦ ἐγγράφου τῆς 31 Μαρτίου 1881. Καὶ τί ἀπῄτει λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργός; ἤθελε νὰ θραύσῃ ὁ λαὸς πάλιν τὰς ὑέλους τῶν ὑπουργικῶν παραθύρων, διὰ νὰ ἐννοηθῇ τί ἐπεδίωκεν; Ἢ μὴ φρονῇ, ὅτι τὸ πλῆθος δὲν προέβη εἰς τοῦτο, διότι ἐφοβήθη τὴν οἰκίαν τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ, περιεστοιχισμένην οὖσαν τότε ὑπὸ στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ ἄλλων σωματοφυλάκων; Ὄχι· οὐδὲν τούτων τὸν ἠμπόδισεν· ἀλλ’ οἱ διευθύνοντες τὴν διαδήλωσιν ἐκείνην ἐσκέπτοντο, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ῥίψωσι σπινθῆρα ἐσωτερικῆς ἐπαναστάσεως, ἀφοῦ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εὑρίσκετο, εἰς ὃ σημεῖον πάντες γινώσκομεν καὶ ἀφοῦ ἡ κατοχὴ τῶν νέων ἐπαρχιῶν δὲν εἶχε γείνει ἔτι. Ὁ ἱστορικὸς ἐν τῷ μέλλοντι, προκειμένου ν’ ἀπεικονίσῃ τὰ συμβάντα κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1881, θέλει γράψει, ὅτι τὴν Ἑλλάδα ἐκυβέρνα τότε Κυβέρνησις, μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐννοήσῃ τὴν ἐπικρατοῦσαν κοινὴν γνώμην, καὶ ὅτι αὕτη ἐδέχθη τὰς ἐπιζημίους διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν προτάσεις τῶν ξένων Δυνάμεων, διότι ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης, περιορισθεὶς ἡμέραν τινὰ εἰς συνταγματικὰς διαδηλώσεις, δὲν ἔθραυσεν ὑπουργικὰς κεφαλὰς Λοιπὸν μόνον τοιουτοτρόπως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τὸ φρόνημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα κανονίσῃ τὰς πράξεις της; Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἂς κρατήσῃ σημείωσιν τῶν λέξεων τοῦ κ. πρώην Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι γείνῃ πρακτικώτερος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἔπρεπε σήμερον νὰ ὑποδείξωσιν οἱ τὸ Κράτος κυβερνήσαντες εἰς τὸν λαὸν, ὅτι μόνον διὰ τοιούτου τρόπου δύναται ἐν ὁμοίαις περιστάσεσι νὰ ἐκφράζῃ καὶ τί ἐννοεῖ; Φρονῶ, ὅτι ἠδίκησε καὶ ἑαυτὸν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως καὶ τὸν λαὸν, λησμονήσας ὅτι ἐν χοροῖς καὶ τυμπάνοις προσῆλθον οἱ πολῖται εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ τοῦτο τὴν 31 Μαρτίου, καὶ δὲν τὸ ἐλησμόνησεν, ἀλλ’ ὑπήκουσεν εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ἐν Ἀθήναις πρακτόρων τῶν ξένων, καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔπραξε κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ. Ἔχω, κύριοι, τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω μίαν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἥτις, καί τοι διὰ τῆς Συμβάσεως ἐλευθερωθεῖσα, ἐν τούτοις στενάζει, διὰ τὴν κακὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς Ἐλασσῶνος καὶ τὴν ἐκ νέου ὑποδούλωσιν τῶν Ἰωαννίνων καὶ τοῦ Μετσόβου, ἰδίως δὲ διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς....
§40ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ τί σὲ ἐμποδίζει, κύριε, νὰ κάμῃς τώρα τὸν πόλεμον;
§41ΜΠΟΥΛΕΛΑΣ. Κατεστρέψατε τὸ ἔθνος, καὶ τώρα μᾶς λέγετε διὰ πόλεμον, ἀφοῦ κατεστρέψατε ὅλα.
§42ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, τὸ λυπηρὸν ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἀπωλέσαμεν τὰς ἐπαρχίας ταύτας. Καὶ δὲν λυποῦμαι ἐγὼ, κύριοι, τόσον διὰ τὸ σπαταληθὲν χρῆμα, οὔτε διὰ τὸ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1878 χυθὲν αἷμα ἀπὸ τὸ φάσγανον τῶν βασιβοζούκων. Λυποῦμαι ὅμως, κύριοι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διὰ τὴν ἀπώλειαν τῶν εὐκαιριῶν καὶ διὰ τὴν σπατάλην τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὃν δὲν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον, διότι ἐσχηματίσθη ἐν τῷ λαῷ ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν ἐγένετό ποτε Κυβέρνησις, δυναμένη νὰ ἐξέλθῃ τῶν προσωπικῶν συμφερόντων, δυναμένη νὰ ἐνεργήσῃ, χωρὶς νὰ ὑπακούσῃ τυφλῶς εἰς τὰς διαταγὰς καὶ τὰ κελεύσματα ξένων. Αὕτη εἶναι, κύριοι, ἡ μεγαλειτέρα ζημία· ἀλλ’ ὁ λαὸς ἂς λάβῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰ μέτρα του, ἂς διδαχθῇ ἐκ τῶν παθημάτων, ἅτινα τόσον ἀκριβὰ ἐπλήρωσε. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορῶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο εἰσέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν, κύριοι, ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ ἄκρου πόθου τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ὅπως μείνῃ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, τὰς ἀναποδράστους συνεπείας· διότι ἡ τότε Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ἐρωτήσῃ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος, τὴν Βουλὴν ἂν ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὴν Σύμβασιν. Δὲν τὸ ἔπραξε, δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλήν. Ἠδύνατο καὶ ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφίσῃ τουλάχιστον αὐτὴ τοὺς νόμους τῆς ἀφομοιώσεως· δὲν τὸ ἔπραξε. Καὶ ποῦ ἐστηρίχθη; εἰς τὸ παράδειγμα τῆς Λομβαρδοβενετίας, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας συνεχῶς ἀκούομεν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχομεν ἆρά γε ἀνάγκην ἐκδρομῆς μέχρι Λομβαρδοβενετίας, διὰ νὰ εὕρωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος; Ἐκτὸς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐῤῥέθησαν ὑπὸ ἐπιστημόνων, ἀξίων πάσης ὑπολήψεως καὶ πίστεως, ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἀπαντᾷ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταγινώμεθα εἰς ἱστορικὰς συζητήσεις, διότι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 44 τοῦ Συντάγματος καθιστᾷ πλέον περιττὸν, ἄστοχον καὶ ἄσκοπον τὸ ἐκ Λομβαρδοβενετίας παράδειγμα, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἦτον ὡς παρεστάθη. «Ὁ Βασιλεὺς, — λέγει τὸ ἄρθρον 44, — δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμουσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνᾴδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι Νόμοι». Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν πρώην Κυβέρνησιν, ἐγνώριζεν ἢ δὲν ἐγνώριζε τὸ ἄρθρον 44, ὅτε ἔδιδεν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ὑπογραφὴν τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα; Βεβαίως τὸ ἐγνώριζε. Καὶ ποῦ λοιπὸν εὗρε τοὺς βασιλικοὺς ἐπιτρόπους; εἰς ποίαν γωνίαν τῆς νομοθεσίας εὗρεν αὐτούς; Ἐγὼ δὲν ἀξιῶ, ὅτι γνωρίζω ὅλην τὴν νομοθεσίαν ἀλανθάστως· προσεπάθησα ὅμως ν’ ἀνεύρω καὶ ἐγὼ αὐτοὺς τοὺς κυρίους βασιλικοὺς ἐπιτρόπους ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν τοὺς εὗρον· κατέφυγα εἰς τὰς γνώσεις κρειττόνων ἐπιστημόνων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἐγνώριζον πλείονα περὶ αὐτῶν. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τοὺς ἀναδόχους τῶν βασιλικῶν ἐπιτρόπων, πῶς συμβιβάζονται οὗτοι μὲ τὰ ἄρθρα 32, 34, 35 καὶ 44 τοῦ Συντάγματος; Ἠκούσαμεν ὅλοι, κύριοι, μετὰ πόσης εὐλαβείας ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμίλησαν περὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, καὶ εἴδομεν μετὰ πόσης συγκινήσεως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς καὶ λίαν εὔγλωττος ῥήτωρ κ. Μίλησης προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ τὴν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους εὐσέβειαν τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδὲν ἐπιχείρημα ἀφῆκεν ὅπως ἀποδείξῃ τὸ μέλαν λευκὸν· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐπεχείρησεν ἔργον ἀδύνατον. Ἠθέλησαν, κύριοι, τινὲς τῶν προλαλησάντων νὰ μᾶς παραστήσωσιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος Αʹ, ὑπεισῆλθεν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Σουλτάνου, καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, ὡς Σουλτάνος, διὰ Ἰραδέδων ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον τοῦ παρὰ τὸν Βόσπορον δικτάτορος.
§43ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπα.
§44ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ εἶπον ἄλλοι. Εἶσθε ἐναντίος τῶν διακοπῶν, ὅταν ὁμιλῆτε· ἐστὲ λοιπὸν συνεπής. — Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἀκούω εὐχαρίστως τὴν μεγάλην ταύτην εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε τοιαύτη, ἀλλὰ πραγματικὴ καὶ εἰλικρινής, οὐχὶ δὲ προσποιητή. Διατί οἱ προαγορεύσαντες, διαμαρτυρόμενοι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ, ἐλησμόνησαν παντελῶς τόσας ἄλλας θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος διατάξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 66, καθ’ ὃ «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς Νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ;» Οὐδὲν ἀνέφερον ὑμῖν καὶ περὶ τοῦ ἄρθρου 3, καθ’ ὃ «ὁ Βασιλεὺς.... δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν.» Μόνον κατέγιναν εἰς τὴν παρερμηνεία τοῦ 35 ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ὅμως τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομιῶν κ. Καλλιγᾶς, ὀρθότατα δὲ ὑπεστήριξε τὸ ἄλλως τε σαφῶς διατετυπωμένον, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς μόνον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων ἐκδίδει Διατάγματα.» Ἀλλὰ δικαιολογοῦνται λέγοντες, ὅτι ὑπῆρχε κατάστασις ἀνάγκης, ἐπιβάλλουσα τὴν ἔκδοσιν νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Γνωρίζω, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ κατάστασις ἀνάγκης, τρώγονται καὶ ἄνθρωποι ἀτιμωρητεί, π. χ. οἱ ἐν σχεδίαις λιμώττοντες ναυπηγοὶ δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ Σύνταγμα, καίτοι σιωπῶν, ἐπιτρέπει τοῦτο, ὑπῆρχεν ἆρά γε κατάστασις ἀνάγκης; Ὑπῆρχε, λέγουσι, καὶ ἐπιμένουσιν εἰς τοῦτο, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ὑπουργοὶ συνέλαβον τὴν λίαν τολμηρὰν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐν Ἑλλάδι, ἐκτὸς αὐτῶν, ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ κάλλιον ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ζητήματος· ἐκήρυξαν λοιπὸν εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως τὸ ἔθνος, διότι, ὡς εἶπον, ἡ παρουσία τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἠδύνατο νὰ φέρῃ προσκόμματα. Ἐὰν, κύριοι, ἡ παρουσία τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἠδύνατο νὰ φέρῃ προσκόμματα ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τότε ἂς ἀνακηρύξωμεν ἐπισήμως τὴν ἀπόλυτον μοναρχίαν. Ἀλλ’ εἶναι εὐνόητον, ὅτι ἡ ἐπικαλουμένη κατάστασις ἀνάγκης πρέπει νὰ ἐξετάζηται μετὰ μεγίστης στενότητος καὶ πολλῆς αὐστηρότητος, διότι τὸ ἄρθρον 35 ἔχει διὰ τοιαύτας ἑρμηνείας νομοθετικῶν Διαταγμάτων ὀπήν, ἥτις δύναται νὰ μεγεθυνθῇ, ὅπως ἐκεῖθεν καταῤῥεύσῃ ὁλόκληρον τὸ σκάφος τοῦ Συντάγματος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ συμβάντα ψυχρῶς, καὶ δὲν πρέπει ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν νὰ γείνῃ διὰ προκαταλήψεων, ὡς ἐκ τῆς προσαρτήσεως γαιῶν Θεσσαλικῶν καὶ Ἠπειρωτικῶν, διότι ἐκεῖ κατεβίβασε τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα καὶ τὴν Μεγάλην ἰδέαν ἡ πρώην Κυβέρνησις. (Θόρυβος). Διατί οἱ τοιαύτην πρὸς τὸ Σύνταγμα δεικνύοντες εὐλάβειαν δὲν ἀνέγνωσαν τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος; Διατί διὰ Διαταγμάτων ἐτροποποίησαν τερατωδῶς τὸν ἐκλογικὸν νόμον; Ὅτε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὴν πρότασιν περὶ νομοποιήσεως τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, οὐχὶ ὡς μάντις, ἀλλὰ εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα στηριχθεὶς, προεῖπον, ὅτι ἑνὸς ἀτόπου δοθέντος μυρία ἕπονται «Εἶναι ἀληθὲς, εἶπον, (ἀναγινώσκει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν) ὅτι αἱ αὐταρχικαὶ τῆς Κυβερνήσεως πράξεις ἐδημιούργησαν κύκλον πλημμελῆ, καὶ ὅτι δύσκολος εἶναι ἡ εὕρεσις λύσεως, καθ’ ὅλα συναδούσης μὲ τὰ κείμενα καὶ μὲ τὴν λογικήν’ ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τοῦ ἀναφυομένου ζητήματος, ἀποδεικνύουσα ἀπὸ τῶν πρώτων αὑτῆς βημάτων, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ν’ ἀσεβῶσι κατὰ τὴν ἀπουσίαν της πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους». Καὶ σήμερον δὲ, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου, ὑποστηρίζω τα αὐτὰ, διότι, κατ’ ἐμὲ, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν ἐκλογῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν, ἡ ἀπόφασίς μας δὲν θὰ συνᾴδῃ πρὸς τὰ κείμενα καὶ πρὸς τὴν λογικήν· πρόκειται νὰ ἐξεύρωμεν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν, διότι ἡ οὐλὴ θέλει μείνει ἀνεξάλειπτος πλέον εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Ἀλλὰ τί ποιητέον; Ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἡ οἰκονομία τις. Διὰ δὲ τὰς τυχὸν ἀναφυησομένας ἀντινομίας πταίομεν ἡμεῖς; Ἐννοῶ, κύριοι, ἐκείνους, οἵτινες δὲν συνετέλεσαν εἰς τὴν ἔκνομον κατάστασιν τῶν πραγμάτων, νὰ φέρωσι παράπονα· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ παντελῶς τὰ παράπονα ἐκείνων, οἵτινες ἐδημιούργησαν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νὰ λέγωσιν ἡμῖν εἶτα, ἐκ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης ἐπωφελούμενοι, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πράττετε, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, εἶναι παράνομον! νὰ τολμῶσι μάλιστα νὰ ἐκσφενδονίζωσι μύδρους καθ’ ἡμῶν ὡς ἀσεβῶν πρὸς τὸ Σύνταγμα! Βεβαίως αὐτοὶ ἔῤῥιψαν τὸν λίθον εἰς τὸ φρέαρ, ἡμεῖς δὲ βασανιζόμεθα νὰ ἐκβάλωμεν αὐτὸν, καὶ δὲν μᾶς βοηθοῦσιν εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλὰ δυσχεραίνουσι τὰ πάντα, δημιουργοῦντες νέας περιπλοκάς· (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε ἀκούοντες ἀληθείας. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν κ. πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ πιστώσεως, καὶ νὰ λέγῃ, πῶς θὰ συμβιβάσωμεν τοῦτο μὲ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου; ἀφοῦ ὡμολογήσατε τὴν ἀνάγκην τῶν Διαταγμάτων διὰ τῆς πιστώσεως, πῶς θ’ ἀκυρώσητε τὰ Διατάγματα; Λησμονοῦσιν ὅλα τὰ ἄλλα οἱ κύριοι οὗτοι καὶ περιορίζονται στενοχωρημένοι εἰς γωνίαν τινὰ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη τακτικὴ δὲν εἶναι εἰλικρινὴς, δὲν εἶναι σπουδαία. Ὅλη ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ τὸ 14 ἄρθρον, διότι αὐτὸ εἶναι ὁ ἄξων τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τρεῖς δὲ τρόπους δύναται νὰ λυθῇ τὸ ἀναφυόμενον ζήτημα· δυνάμεθα νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν των· δυνάμεθα ν’ ἀκυρώσωμεν αὐτὰ μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν· καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τῶν δύω ἄλλων. Πρέπει νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰ Διατάγματα μετὰ τῶν συνεπειῶν; Φρονῶ, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο ἴσον μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε κατάστασις ἀνάγκης, ὡς παρεδέχθημεν. Εἶναι δὲ τοῦτο δεδικασμένον, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐκρημνίσθη ἐκ τῆς ἐξουσίας. Τοιαύτη λύσις θὰ ἦτο μία μεγάλη ἀσυνέπεια, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τοιοῦτον ἀτόπημα. Νὰ τ’ ἀκυρώσωμεν λοιπὸν μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ ὑπόδουλοι λαοὶ παρακολουθοῦσι τὰς πράξεις ἡμῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξασθενίσωμεν τὴν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εὐπιστίαν. Ἴσα, ἴσα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μὴ μείνωσιν αἱ ἀντισυνταγματικαὶ πράξεις ὡς κακὸν προηγούμενον. Φρονῶ ὅμως, ὅτι πνεῦμα ἐπιεικείας, πνεῦμα ἀληθῶς καταστάσεως ἀνάγκης, μᾶς ἐπιβάλλει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 14, ὡς ἔχει. Ν’ ἀκυρώσωμεν τὰ Διατάγματα δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν, ἵνα διδάξωμεν πρὸς πάντας τὸ πρὸς τὸ Σύνταγμα σέβας· ἀλλὰ νὰ τιμωρήσωμεν καὶ τοὺς τρίτους, τοὺς καλῇ τῇ πίστει ὑπακούσαντας εἰς αὐτὰ, δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐὰν ὅμως ἐτίθετο καὶ τοῦτο ὡς ὅρος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον τὸ ὑποστηρίξει, ἔστω καὶ μὲ πολλήν μου λύπην, διότι διὰ πάσης θυσίας πρέπει ν’ ἀποσκορακισθῇ πᾶσα τῶν Κυβερνήσεων αὐταρχικὴ ἐνέργεια. Ἐὰν δὲν τεθῶσι θεμέλια καλὰ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, μὴ πλανώμεθα ἀναμένοντες βελτίωσιν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον παρεδέχθη τὴν ἐπιεικεστέραν λύσιν, δὲν πρέπει νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς τρίτους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπ’ ὄψει των ὑπαλλήλους ἀποσταλέντας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· ἴσως, ἴσως δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος, τὸ δίδον τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν εἰς τὴν Βουλὴν, δικαιολογεῖ τὴν ἐπιείκειαν ταύτην. Τὸ ζήτημα τῶν θέσεων τῶν ὑπαλλήλων, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον, διότι ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν μία μεγάλη μερὶς τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην, θὰ φροντίσῃ νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς καλοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς δὲ κακοὺς νὰ τοὺς ἀποπέμψῃ. Σπουδαιότερον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ λάβῃ καὶ περὶ αὐτῶν πρόνοιαν; Δὲν θὰ φροντίσῃ περὶ τῶν καλῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἵτινες ἠκολούθησαν τὸν στρατὸν, ἵνα φέρωσι τὴν τάξιν καὶ τὴν δικαιοσύνην; Τί πταίουσιν ἐκεῖνοι; Βεβαίως ὤφειλον νὰ γινώσκωσι τὸν νόμον ὑπὲρ πάντα ἄλλον· ἀλλὰ δυσχερὴς ἡ θέσις των ν’ ἀρνηθῶσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀπελευθερωθέντας, διαταχθέντας ὁπωσδήποτε καὶ ὑπὸ τῶν καθεστηκυιῶν Ἀρχῶν, μάλιστα δὲ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης πρὸς ἔκδοσιν Διαταγμάτων νομοθετικῶν. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως· δὲν φέρει τὴν λύσιν, εἶναι λεπτομέρεια. Ἡ βάσις εἶναι ν’ ἀκυρωθῶσι τὰ Διατάγματα, καὶ νὰ μὴ τιμωρήσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τοὺς τρίτους, τοὺς καλῇ τῇ πίστει ἐνεργήσαντας, εἴτε ὡς ἰδιῶται, εἴτε ὡς ὑπάλληλοι. Τοῦτο εἶναι ἐμβάλωμα, ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνάγκης, ἣν ἐδημιούργησαν οἱ παραπονούμενοι κατὰ τοιαύτης λύσεως, ὡς παρανόμου καὶ ἀσυνεποῦς. Καὶ δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι σύμφωνος καθ’ ὅλα μὲ τὰ κείμενα καὶ μὲ τὴν λογικὴν, ἀλλὰ καλλιτέραν δὲν βλέπω. Ταῦτα περὶ τοῦ ἄρθρου 14. Ὀλίγας ἀκόμη λέξεις θὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς ἀφομοιώσεως. Κύριοι, προκειμένου λόγου περὶ νομοθετικῆς ἀφομοιώσεως, φρονῶ, ὅτι βεβαίως εἶναι ποθητὸν νὰ ἐπέλθῃ ταὐτοχρόνως, εἰ δυνατὸν, ἡ ἀφομοίωσις ὡς πρὸς ὅλα τὰ μέρη τῆς νομοθεσίας μας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τῆς ἀφομοιώσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε φέρει συντάραξιν εἰς τὰς σχέσεις καὶ συναλλαγὰς τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ γίνεται μετὰ περισκέψεως. Ἡ προϋπάρξασα ὅμως ἀνωμαλία τῶν Διαταγμάτων μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ὁμαλότητά τινα εἰς τὰ πράγματα, διὰ τῆς ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας ἀφομοιώσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ, ἕνεκα τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης περιπτώσεως, δὲν θέλω νὰ φέρω ἀντιῤῥήσεις εἰς τὰς λοιπὰς τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις, ἀφοῦ μάλιστα μεταγενεστέρως διὰ νόμων δύνανται πολλὰ νὰ διορθωθῶσι. Τὰ τῆς ἀφομοιώσεως ἐν γένει διέπουσι δύω κανόνες. Καὶ πρῶτον μὲν, χωρὶς νὰ ζητῶ προνόμια, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δὲν εἶμαι βεβαίως, φρονῶ ὅτι ἕνεκα μόνον ἐξαιρετικῶν λόγων συμφέρει νὰ παραβλέπωμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν, ὑποβάλλοντες εἰδικὰς τροποποιήσεις, ὡς εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν συναδέλφων μου ὑπέβαλε περὶ τῆς φορολογίας τῶν εἰς τὴν Ἄρταν εἰσκομιζομένων. Δεύτερον δὲ, ἐὰν εἰς τὰς ἐπαρχίας, περὶ ὧν πρόκειται, ὑπάρχωσι καλλίτεροι θεσμοὶ, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τοὺς διατηρήσωμεν. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις γίνεται πρὸς βελτίωσιν καὶ οὐχὶ πρὸς χειροτέρευσιν, μάλιστα δὲ ὅταν ἐπέρχηται μετὰ προσάρτησιν, συνεπείᾳ Συνθήκης. Ἡ ἀρχὴ αὕτη δύναται νὰ παραγνωρισθῇ, ἐν περιπτώσει προσαρτήσεως δικαιώματι πολέμου· ἀλλὰ καὶ τότε οἱ λόγοι τῆς φιλανθρωπίας ὑπαγορεύουσι νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ θεσμοὶ τοῦ κατακτωμένου τόπου, ἐὰν ἔχωσί τι καλλίτερον τῶν νόμων τοῦ κατακτητοῦ. Ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων, οὓς θεωρῶ περιττὸ ν’ ἀναπτύξω σήμερον, ὑπάρχουσι καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας διατάξεις τινὲς καλλίτεραι, οὐχὶ ὅσαι ὑπῆρχον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, κατὰ τὴν ἀφομοίωσιν, εἶναι ἀληθὲς, διότι ἐκεῖ προϋπῆρχεν ἡ ἀγγλικὴ νομοθεσία, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ὑπάρχουσιν· αἱ διατάξεις δὲ αὗται ἀφορῶσιν εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν καὶ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, τὴν στενῶς συνδεομένην καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν περὶ πολλοῦ ποιοῦνται οἱ φιλομαθεῖς συνεπαρχιῶταί μου, καὶ μάλιστα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐν Μηλεαῖς Σχολῆς, ἣν ἵδρυσαν οἱ ἀείμνηστοι Γαζῆς, Κωνσταντᾶς καὶ Φιλιππίδης. Ὁμιλῶ, κύριοι, ἐν γένει περὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ εἰδικώτερον περὶ τῆς ἐπαρχίας Βώλου, τὴν ὁποίαν κάλλιον γνωρίζω. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν λοιπὸν Βώλου, κύριοι, ὑπάρχουσι μεγάλαι κοινοτικαὶ περιουσίαι, καὶ ὁ λαὸς ἐκλέγει πενταμελῆ Ἐφορείαν, μεριμνῶσαν περὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν κοινοτικῶν εἰσοδημάτων καὶ περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν σχολείων, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν αἱ πλεῖσται τῶν κοινοτήτων κατεστράφησαν ὡς ἐκ τοῦ ἐλαττωματικοῦ περὶ αὐτῶν νόμου. Μὴ δυνηθέντες δὲ εἰσέτι ν’ ἀποκτήσωμεν νεώτερόν τινα κατάλληλον νόμον, ἔχομεν ἐν ἰσχύει, διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς βουλήσεως τῶν κοινοτήτων, τὴν κατ’ ἀναλογίαν διάταξιν τῶν παρὰ Ῥωμαίοις Συμβουλίων τῶν πόλεων (curiae), ἥτις προσκόπτει σπουδαίως εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Φοβοῦμαι δὲ πολὺ, μὴ διὰ τῆς ἀποτόμου ἀφομοιώσεως αἱ μὲν κοινοτικαὶ περιουσίαι τῶν νέων ἐπαρχιῶν καταστραφῶσιν, ἡ δὲ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ζημιωθῇ. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι χωλαίνει ἀτυχῶς παρ’ ἡμῖν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, περὶ ἧς δὲν ἐλήφθη ἀνάλογος πρὸς τὴν πρόοδον τοῦ αἰῶνος πρόνοια καὶ εἰς τὴν ὀπισθοδρόμησιν τῆς ὁποίας συντελεῖ οὐκ ὀλίγον καὶ ἡ διοίκησις, ἥτις καὶ αὐτὸν τὸν περὶ ἀμεταθέτου τῶν δημοδιδασκάλων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ σχολικοῦ ἔτους νόμον κατεδολιεύθη σκανδαλωδῶς, διὰ τῆς ἀνακαλύψεως τοῦ τρόπου τοῦ παύειν καὶ διορίζειν ταὐτοχρόνως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, τὸ σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως εἶναι καλλίτερον τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος, διότι στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν φρονεῖτε, ὅτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην ἐνηλικότητα τα, ὥστε νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν τελείαν τῶν δήμων αὐτοδιοίκησιν· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι πάντες μετ’ ἐμοῦ συμφωνεῖτε, ὅτι ὁ σάραξ τῆς συγκεντρώσεως παρ’ ἡμῖν, ἔχων τὸ κέντρον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐκτεινόμενος μέχρι τῶν ἀκροτάτων σημείων τοῦ ἔθνους, ἀφήρεσεν ἀπὸ τοὺς δήμους καὶ ἀπὸ τὸν λαὸν πᾶσαν ἰκμάδα, ἀντὶ δὲ προόδου οἱ δῆμοι ὀπισθοδρομοῦσι. Καιρὸς, πιστεύω, εἶναι νὰ βελτιώσωμεν τὸ σύστημα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως καὶ νὰ χειραφετήσωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τοὺς δήμους, οὐχὶ προληπτικῶς δεσμεύοντες τὰς κινήσεις των, ἀλλ’ ὑποτάσσοντες αὐτοὺς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐποπτείαν, ἥτις κατόπιν τοῦ παραπτώματος νὰ ἔρχηται τιμωρός. Ἰδοὺ παρουσιάζεται εὐκαιρία κατάλληλος τοιαύτης δοκιμῆς· ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, ὅπερ εἶναι ἀποκεντρωτικὸν καὶ ἀσυγκρίτῳ λόγῳ προτιμότερον τοῦ παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντος. Ἐκεῖ, ἐκτὸς τῶν κυριωτέρων πόλεων, εἰς τὰς λοιπὰς κωμοπόλεις ἐκλέγονται 2 μουκτάρηδες (πάρεδροι) καὶ 3 ἰχτιὰρ ἀζάδες (δημογέροντες), οἵτινες, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἐκείνους τοὺς ξένους δεσμοὺς μετὰ τῆς διοικήσεως, ἀντιπροσωπεύουσι τὴν δημοτικὴν περιοχήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἀντὶ νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε δημοτικὴν ἀφομοίωσιν, καλὸν εἶναι ν’ ἀναβληθῇ αὕτη, ἵνα ἡ Κυβέρνησις, μελετῶσα τὸ ἐκεῖ ὑπάρχον σύστημα, ὑποβάλῃ βραδύτερον εἰδικὸν περὶ τούτου νομοσχέδιον· Ὅσον ἀφορᾶ δὲ εἰς τὰς δημαιρεσίας, αἵτινες ἐπείγουσι, δύναται νὰ γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα προοδεύσῃ πᾶσα πρὸς τοῦτο ἐργασία. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθεῖσαν ἐν τῇ τελευταίᾳ συνεδριάσει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, δι’ ἧς ζητῶ νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου αἱ ἑξῆς λέξεις: «Ἐκτὸς τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, κανονισθησόμενα διὰ νόμου ἐντὸς δύω μηνῶν.» Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν προθεσμίαν, ἥτις δύναται νὰ συντομευθῇ ἢ νὰ παραταθῇ, κατ’ ἀρέσκειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀρκεῖ νὰ γείνῃ κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ἢ ἐν ᾗ περιπτώσει δι’ οἱονδήποτε λόγον τοῦτο ἀποδειχθῇ ἀδύνατον, παρακαλῶ τοὐλάχιστον τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας, ἵνα βραδύτερον ὑποβάλῃ κατάλληλον νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ προστατευθῶσιν οἱ δῆμοι, αἱ κοινότητες καὶ ἡ ἐκπαίδευσις, ἵνα μὴ χειροτερεύσωσιν αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, ἀλλ’ ἵνα βελτιωθῶσι μετὰ τὴν ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ ἀπελευθέρωσίν των.
§45ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω διέλθει τὰ διάφορα ζητήματα, ἅτινα ἐνώπιόν σας διεξήχθησαν δι’ ὑψηλῆς θεωρίας τῶν προλαλησάντων βουλευτῶν. Ἐγὼ ἐν ὀλίγοις θέλω παραστήσει ἐνώπιόν σας τὸ ἐπιλήψιμον τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως Κουμουνδούρου ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παραδοχῆς τῆς μειώσεως τῶν ὁροσήμων τῶν ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις, κατανοοῦσα κατὰ βάθος τὸ μέγεθος τῶν κινδύνων, τῶν διώξεων τῶν χωρῶν ἁπάσης τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ παραλάβῃ ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς δημότας, ἤθελε λάβει ἀντὶ δημοτῶν κόρακας καὶ σκύλους, τρώγοντας τὰ πτώματα τῶν ἀγωνιστῶν καθ’ ἅπασαν τὴν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον, τούτου ἕνεκα διὰ νὰ λείψῃ τῆς τοιαύτης γενικῆς καὶ ὀλεθρίας ἀναστατώσεως καὶ αὐτῆς σχεδὸν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ διὰ τὸ ἀβέβαιον, οὕτως εἰπεῖν, τῆς τύχης τῶν πολέμων, ἐπροτίμησε τὴν ἀναιμωτὶ παραδοχὴν τῆς μικρᾶς λωρίδος Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου διατηρήσασα οὕτως ἀνέπαφα τὰ πολεμεφόδια, ἀναιμάκτους τοὺς στρατοὺς, δι’ ἄλλην εὐχερεστέραν περίστασιν, τοῦ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἔθνος τὰ ἀπαράγραπτα δίκαιά του. Ἀλλ’ οἱ στοχασμοὶ οὗτοι καὶ αἱ αἰτιάσεις μόνον ἁρμόζουσιν εἰς δειλοὺς ἀνθρώπους καὶ εἰς ἀνδρογύνους, οἵτινες προτιμοῦν, δι’ εὐτελῆ συμφέροντα ὑλικὰ, νὰ ἀπαλλοτριώνωνται τῆς τιμῆς των. Ἀλλὰ διὰ τὰ ἔθνη μόνον ἡ τιμὴ προτιμᾶται, τὰ δὲ ὑλικὰ συμφέροντα οὐδόλως λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, οὐδὲ αἱ χύσεις αἱμάτων, αἵτινες θεωροῦνται ὡς ἀναπόφευκτοι συνέπειαι πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους καὶ τῶν ἐλευθεριῶν, καθότι ὡς ὅτε ἐν τῷ κόσμῳ ἐνοήθη ἡ γεννεὰ τῶν Θεῶν κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους κατὰ τὰς ποιητικὰς ἐμπνεύσεις καὶ παραστάσεις, καὶ ὁ μὲν Ζεὺς ἐγέννησε τὴν Ἀθηνᾶν ἐκ τῆς κεφαλῆς του, ἡ δὲ Ἥρα, σύζυγος Διὸς καὶ ἀδελφὴ αὐτοῦ, ἔτεκεν ἐκ τῆς κεφαλῆς της τὸν Ἄρην, τὸν Θεὸν τοῦ πολέμου, κατὰ ζηλοτυπίαν, ὁ δὲ Ἄρης κατὰ ζηλοτυπίαν πάλιν ἐγέννησεν ἐκ τῆς κεφαλῆς του τὴν θεὰν Ἐλευθερίαν, καὶ ὡς μὴ ἔχων μαστοὺς γαλακτοφόρους τὴν ἀνέθρεψε καὶ τὴν ἀνέστησε δι’ αἱμάτων, ἀντὶ τῆς ἀμβροσίας καὶ τοῦ νέκταρος, ἥν περ τροφὴν καὶ πόσιν ἐχρῶντο πρὸς δαῖταν οἱ λοιποὶ θεοὶ καὶ θεαί, οὕτω καὶ πᾶς ὅστις ἐπικαλεῖται τὴν Ἐλευθερίαν πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς κακουχίας, τὰς δηώσεις, τὴν χύσιν τῶν αἱμάτων, καὶ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι οἱ πατέρες θάπτουσι τὰ νεαρὰ τέκνα των, κατὰ τὴν φιλοξενίαν τῆς θεᾶς Ἐλευθερίας. Καὶ ἂν, κύριε Κουμουνδοῦρε, γόνε εὐκλεᾶ τῆς Σπάρτης, οἱ πρόγονοί σου ἐστοχάζοντο τόσον ἀνάνδρως καὶ ἀπελπιστικῶς τὰς ἐκ τοῦ πολέμου ἐνδεχομένας δυστυχίας, καθ’ ὅσον ὁ Θεὸς τοῦ πολέμου βοηθεῖ πότε τὸν ἕνα καὶ πότε τὸν ἄλλον ἀντίπαλον, δὲν ἤθελον ἀποδυθῆ εἰς ἐκεῖνον τὸν ἄνισον ἱερὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, ἐναντίον τῆς σουλτανικῆς δυναστείας καὶ ἀφορήτου τυραννίας, καὶ τότε βεβαίως ἠθέλαμεν εὑρίσκεσθαι εἰς ὀκτακοσίων μέτρων βάθος δουλείας· ἀλλὰ τὸ ἐναντίον ἐσκέφθησαν, τῇ θείᾳ ἐμπνεύσει, οἱ γενναῖοι πρόγονοί σας Σπαρτιᾶται, ἐνθυμούμενοι τὸ «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης,» τουτέστιν, ὅστις μάχεται ὑπὲρ πατρίδος, εἶναι βέβαιος ἐκ προοιμίων, ὅτι θέλει νικήσει τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος του, καὶ διὰ τοῦτο οἱ πρόγονοί σου κατεφρόνησαν τὸν θάνατον καὶ πάντα τὰ ὑλικὰ συμφέροντα, καὶ κατέθεσαν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ πᾶς ξένος περιηγητὴς καὶ διαβάτης ἐγχώριος ὅπου καὶ ἂν στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμούς του, ἀναγνωρίζει ὀστᾶ λευκὰ, ἄταφα, Σπαρτιατικὰ, καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, σηπώμενα ὑπὸ τοῦ ὄμβρου τοῦ Οὐρανοῦ, καὶ χωρὶς μάλιστα νὰ δειλιάσουν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ὑπαρχούσης τότε σιδηρᾶς συμμαχίας τοῦ Μετερνίχου καὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, καὶ ἐπὶ τέλους οἱ ἀγῶνες αὐτῶν, ὕστερον ἀπὸ μυρίας κακουχίας, ἐστέφθησαν, καὶ μᾶς παρέδωσαν τὴν Ἑλλάδα ἔνδοξον. Ἂν καὶ ἐστεροῦντο τότε παντὸς τίτλου Εὐρωπαϊκοῦ, καὶ παντὸς ἐφοδίου τοῦ πολέμου, καὶ ἐμπορίου καὶ τέχνης πολεμικῆς, ἀλλὰ μόνον ὡς ὅπλον εἶχον τὴν ἱερὰν ἡμῶν θρησκείαν καὶ τὸν ἁγνὸν πατριωτισμὸν, ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς ἀτρόμητοι Κύκλωπες, καὶ ἐνδόξως διεξεπεραίωσαν αὐτὸν, ἐνῷ σήμερον μοιραίως ἡ Πατρὶς πίπτει ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀτιμωτικῆς Συνθήκης, τὴν ὁποίαν γόνος Σπαρτιατικὸς ἐδέχθη ἀντὶ πάσης ὑλικῆς θυσίας κηδόμενος, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ ἀγλαὸν γένος του καὶ χωρὶς νὰ κατανοήσῃ, ὅτι εἰς τὰ ἔθνη οὐδόλως λογίζονται αἱ ἀπώλειαι ὑπάρξεων κοσμογονίας καὶ ὑλικὰ συμφέροντα, καὶ τὰ ἔθνη μόνον ἔχουν ὡς ὁδηγὸν τῆς ἐν πολέμῳ πορείας των τὸν πολικὸν ἀστέρα τῆς δόξης, τὸν ὁποῖον ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ ἀβελτηρίαν ἐπεσκίασε, διὰ τῆς παραδοχῆς ἀτιμωτικῆς Συμβάσεως, συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἀδελφῶν μας εἰς τὴν ἀφόρητον δουλείαν, ἐναντίων τῶν ὅρκων τοῦ 1821. Ποίους λοιπὸν ἀνδριάντας ζητεῖτε, φίλτατε Παπαμιχαλόπουλε, νὰ στήσῃ ἡ Ἑλλὰς πρὸς τιμὴν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀφοῦ δὲν ἐδείξατε οὐδὲ κἂν μικρὰν φιλοτιμίαν ἑνὸς ἀγαθοῦ ὄνου μὴ δεχομένου ἐν τῇ ἀγαθότητι καὶ ὑπομονῇ του σάγμα ἐλατωματτικὸν εἰς τὴν ῥάχιν του, ἀλλὰ διαμαρτύρεται, καίτοι φύσει νωθρὸς, ἀλλὰ δὲν δέχεται θανασίμους πληγὰς καὶ διὰ λακτισμῶν φανερόνει εἰς τὸν κύριόν του καὶ τὸν σαγματοποιὸν τὰ ἐλαττώματα τοῦ σαμαρίου, οἵτινες κατανοοῦντες τὸ ἐλάττωμα, ἐπιδιορθόνουσι καταλλήλως τὸ σάγμα ἀνάλογον τοῦ σώματος τοῦ ζώου. Ἀλλὰ σεῖς, κύριοι πρῴην ὑπουργοὶ, ὁποίαν νοημοσύνην καὶ σύνεσιν ἐδείξατε, ἀφοῦ σᾶς ἐκάθισαν ἐλαττωματικὸν σαμάρι, καὶ οὐδόλως ἐλακτίσατε, οὐδόλως διαμαρτηρήθητε ὡς λογικὰ ὄντα; Καὶ τώρα θέλετε τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦτο σαμάρι νὰ τὸ θέσητε εἰς τὴν ῥάχην τοῦ ἔθνους, (καὶ διὰ τῆς τοιαύτης παρομοιώσεως ἐννοῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ δηλώσω τὴν ἐλαττωματικὴν λωρίδα τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου), ἀφοῦ ἀφήσατε τὴν Ἐλασσῶνα, τὰ Ἰωάννινα, Μέτσοβον καὶ Πρέβεζαν εἰς τὴν δουλείαν, καὶ οὕτω εἶναι τώρα ἡ Ἑλλὰς ἠναγκασμένη νὰ ἔχῃ ἐπὶ ποδὸς πολέμου 30,000 στρατὸν ἀξιόμαχον, πρὸς φρούρησιν διὰ πᾶσαν ἐχθρικὴν εἰσβολὴν καὶ λῃστρικῶν συμμοριῶν. Εἶναι δὲ πρόδηλον ὅτι, ἂν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐκλωτσοῦσεν ὀλίγον, ἐζητοῦσε τὴν διόρθωσιν τοῦ σαμαρίου, ἢ τὴν ὁροθεσίαν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐζητοῦσε παράτασίν τινα προθεσμίας πρὸς σύσκεψιν ἐπὶ τῶν προταθέντων ζητημάτων καὶ συνεκάλει τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν διόρθωσιν καὶ οὕτω νὰ τηρηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους πληρέστατα, καθ’ ὅσον μάλιστα ἡ Εὐρώπη ζητοῦσα ἐκ παντοίου τρόπου νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν εἰρήνην παγκοσμίως, ἠδύνατο νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς ὁροθεσίας, ὅταν ἡ Εὐρώπη ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνθίσταται, τὸν πεπυρακτωμένον δαυλὸν ἔχουσα ἀνὰ χεῖράς της. Ἀλλὰ ποῦ φρόνησις εἰς τὴν προλαβοῦσαν Κυβέρνησιν, παθοῦσαν κατὰ τὰς ὑπερφιάλους φρένας της, ὡς λέγει ὁ Εὐριπίδης. «Ὅταν γὰρ ὀργὴ δαιμόνων βλάπτῃ τινὰ, τοῦτ’ αὐτὸ πρῶτον ἐξαφαιρεῖται φρενῶν τὸν νοῦν τὸν ἐσθλὸν, εἰς δὲ τὴν χείρω τρέπει γνώμην, ἵν’ ἰδῇ μηδὲν ὧν ἁμαρτάνει». Ταῦτα πάντα ἔπαθεν ἡ πεπτωκυῖα Κυβέρνησις ἐξ ἀβελτηρίας, ἄκρας ἀπερισκεψίας κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιστάσεων, καὶ ἀνεπιδεξιότητος πολιτικῆς, διπλωματικῆς, καὶ οὕτως ἀποκατέστη ἀναξία τοῦ κυβερνᾷν εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις τοῦ Κράτους, λησμονήσασα καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ δὴ λεγόμενον τοῦ ποιητοῦ Σοφοκλέους τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. «Θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων ἔργοισι τελέθει». Ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον τοῦ νὰ στηθῇ ἀνδριὰς πρὸς τιμὴν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ὅστις θέλει εἶσθαι πρὸς τοὺς παρόντας καὶ μέλλοντας ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ πρὸς αἶσχος αὐτῆς, καὶ οὐχὶ τιμῆς, ὑπολήψεως καὶ εὐγνωμοσύνης, καθότι ἐδέχθη ἀτιμωτικὴν Σύμβασιν, ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ ἔθνους, καὶ παρέστησεν εἰς τὸν ἔξω κόσμον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπόλεμον καὶ ἄναλκι, καὶ ὅτι μόνον πάταγον πολεμικῶν ἔργων πράττει, καὶ οὐδόλως ἔργα, ὡς ἄλλοτε ἐπέπληξεν ὁ Γερήνιος ἱππότης Νέστωρ τοὺς ἐν συνελεύσει ἔξωθεν τῆς πολιορκημένης τότε Τρωάδος Ἀχαιοὺς, ὁμιλοῦντας περὶ πολεμικῶν ἔργων. Ὦ πόποι, ἦ δὴ παισὶ ἐοικότες ἀγοράασθε Νηπιάχοις, οἷς οὔτι μέλει πολεμήϊα ἔργα. Τουτέστι «φεῦ! τῷ ὄντι ὡς παῖδες μωροὶ, οἵτινες δὲν φροντίζουσι ποσῶς περὶ τῶν πολεμικῶν ἔργων, ὁμιλεῖτε ἐνταῦθα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ». Αὐτὰ ταῦτα πάντα ἀπὸ τὸ 1878 μέχρι τῆς παραδοχῆς τῆς Συμβάσεως ἡ πεπτωκυῖα Κυβέρνησις ἐλάλει καὶ ἔπραττε κατὰ τὸ φαινόμενον χάριν ἐπιδείξεως, ὡς πράττουν τὰ παιδία εἰς τὸν χαρτοπόλεμον, χωρὶς ποσῶς νὰ φροντίσῃ σπουδαίως πρὸς ἑτοιμασίαν ἀξιομάχου στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος, πρὸς διατήρησιν τῆς τιμῆς τῶν Ἑλλήνων, καὶ σήμερον δὲν συστέλλεται νὰ ζητῇ παρὰ τῶν ἐπαρχιῶν εὐγνωμοσύνην, καὶ ἀνδριάντας ἀπὸ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐβύθισεν εἰς τὸ ὄνειδος, καὶ παρέστησεν αὐτὸ ἀνάξιον παντὸς γενναίου ἔργου. Κύριοι βουλευταί, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶναι παραίτιος τῆς μὴ παρασκευῆς τοῦ στρατοῦ μας, διότι αὕτη ἔπραττεν ὡς πράττουσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουν νὰ φανοῦν νεώτεροι κατὰ τὴν ἡλικίαν· βάφουν τὰ μαλλιά των καὶ τοὺς μύστακάς των. Τοιαύτην φενάκην ἔπαιζεν ἡ Κυβέρνησίς μας εἰς τὰς προετοιμασίας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τὸ 1878 μέχρι τοῦ 1881, χωρὶς νὰ στοχασθῇ, ὅτι ἐν Ἀθήναις οἱ Πρέσβεις τῶν Δυνάμεων ἐπεσκόπουν τὰ βήματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπὸ τὴν μίαν θύραν τοῦ στρατῶνος εἰσήρχοντο οἱ ἐπίστρατοι, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην θύραν ἐξήρχοντο, ἀπολυόμενοι, εἴτε ὡς ἀνίκανοι, εἴτε ὡς ἐξαιρούμενοι λόγῳ ὑπερτροφίας. Αὐτὰ πάντα καλῶς γνωρίζουσα ἡ Εὐρώπη, κατενόησε κάλλιστα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐνοστιμεύετο νὰ ὀσφρανθῇ τὴν πυρίτιδα τοῦ πολέμου, καὶ τοιουτοτρόπως εὗρε λίαν τυχηρὰν τὴν περίστασιν νὰ λυτρωθῇ πάσης ὑποχρεώσεως τῆς Βερολινείου Συνθήκης, καὶ νὰ στέρξῃ εἰς μόνην τὴν μεγαλοδωρίαν τοῦ Σουλτάνου, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ τῆς ἐπιπλάστου διαγωγῆς της, ἐδεικνύετο στέργουσα εἰς πᾶν τὸ προσφερόμενον, ἔστω καὶ ἀτιμωτικόν. Λοιπὸν δι’ ὅλα αὐτὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις κατακριτέα, λόγῳ ἀνικανότητος καὶ ἀβελτηρίας, ὡς εἴρηται ἀνωτέρω.
§46Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σὲ εὐγνωμονεῖ ὁ Μακρυγιάννης.
§47ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μάλιστα. Ἤθελε νὰ μὲ συμπεριλάβῃ εἰς μίαν συνωμοσίαν νὰ σκοτώσωμεν τὸν Ὄθωνα.
§48ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸν λόγον.
§49ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη πλέον περὶ τοῦ τίς ὁ αἴτιος τῆς παρούσης ἐλεεινῆς καταστάσεως. Τώρα ἔρχομαι ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δήμου Ἀδάμαντος μὲ μίαν ἀναφορὰν.... (Θόρυβος).
§50ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται.
§51ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ τὰ ἔκαμεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ νωθρότητα, ἀπὸ δειλίαν.
§52ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ παρεμπίπτοντος ζητήματος, προσωπικοῦ μάλιστα. Ἐφέρθη εἰς τὸ μέσον τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου Μακρυγιάννη, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἱδρυτὴς καὶ μάρτυς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐπηκολούθησε τὴν δευτέραν, οὕτως εἰπεῖν, ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῶν Βαυαρικῶν ὀρδῶν, γνωρίζετε τίνι τρόπῳ ἐπῆλθε, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου μνησικακῶν ὁ Ὄθων, εἶχεν εἰς μεγάλην δυσμένειαν, καὶ σχεδὸν ἐζήτει νὰ πίῃ τὸ αἷμα τοῦ Μακρυγιάννη. Καὶ τὸν μὲν Καλλέργην δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκδικηθῇ, διότι οὗτος ἀνεχώρησε, τὸν δὲ Μακρυγιάννην ἐζήτει παντὶ τρόπῳ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς Στρατοδικεῖον· παρουσιάσθη δὲ περίστασις, καὶ μάρτυς, ὅστις εἶπεν, ὅτι ὁ Μακρυγιάννης ἐτέκταινε συνωμοσίαν κατὰ τοῦ Ὄθωνος, οἱ δὲ τότε ὁπλαρχηγοὶ, ἀπὸ ζηλοτυπίαν πρὸς τὸν Μακρυγιάννην καὶ πλανώμενοι ὑπὸ τῆς Δυναστείας, ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ μικροῦ κολαφισμοῦ, πρὸς περιστολὴν τῆς ἰσχύος του, εὑρέθησαν πρόθυμοι νὰ τὸν καταδικάσουν εἰς θάνατον· οἱ δὲ νεώτεροι τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν διαδικασίαν ταύτην στρατιωτικοὶ, διὰ νὰ κολακεύσουν τὸν Ὄθωνα, προθύμως ὑπήκουσαν καὶ τὸν κατεδίκασαν εἰς θάνατον, καὶ ἐσάπησεν ὁ Μακρυγιάννης εἰς τὰς φυλακὰς μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν ὑπενθύμισεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸν κ. Στεφανίδην.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσηνέζης.
§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος τῶν πεποιθήσεών μου· ἀλλὰ θὰ ἦμαι σύντομος, διότι καλὸς ὁ ἔλεγχος, καλοὶ οἱ θερμοὶ καὶ πατριωτικοὶ καὶ διδακτικοὶ λόγοι, ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τῶν νέων ἐπαρχιῶν, τὸ προκεχωρημένον τοῦ ἔτους καὶ αἱ ἀναρίθμητοι ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς διοικήσεως ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τὸ «φειδὸυ χρόνου.» Ἄρχομαι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Δὲν λανθάνει ὑμᾶς, ὅτι ἤμην εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὑπὲρ τῆς ἀνδρικῆς, ὑπὲρ τῆς ἑλληνοπρεποῦς, ὑπὲρ τῆς διὰ τοῦ ξίφους λύσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἐν τῇ λύσει ταύτῃ καὶ μόνῃ διέβλεπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, δι’ ἑνὸς ἡρωϊκοῦ ἅλματος, ἠδύνατο νὰ καταλάβῃ καὶ πάλιν τὴν ἡγεμονίαν τῆς Ἀνατολῆς, ἡγεμονίαν ἀναγκαίαν οὐχὶ μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς Ἀνατολῆς ὁλοκλήρου. Ἀλλ’ ἡ λύσις ἐκείνη, ἕνεκα τῆς πολιτείας πάντων ἡμῶν, ἕνεκα σειρᾶς γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω ἐντεῦθεν, διότι εἰσὶ γνωστὰ τοῖς πᾶσιν, ὑπελήφθη ἀδύνατος. Εὐθύνεται ἴσως ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐπὶ τῇ καταστάσει, ἥτις ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν ἐκείνην, ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται αὐτὸς μόνος. Τὰ δὲ πράγματα ἀναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ ὁμολογήσωμεν, ἐὰν σεβώμεθα τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο τοιαύτη, ὥστε μόνον ἐὰν ὑπῆρχον ἄνδρες, δυνάμενοι νὰ ἐνθουσιάσωσι τὸ Ἔθνος καὶ ἐπαναγάγωσιν αὐτὸ εἰς τοὺς ἡρωϊκοὺς χρόνου τῆς νέας Ἑλλάδος, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἐπιχειρισθῇ ἡ διὰ τοῦ ξίφους λύσις. Καὶ τοιοῦτοι ἄνδρες δὲν ὑπῆρχον δυστυχῶς. Κακίζω δὲ τὴν γενομένην λύσιν ἐξ ὑποκειμένου. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἄνδρα, ὅστις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὴν σημαίαν, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης ἤθελεν ἐπιδιώξει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως, ὅστις ἐπανειλημμένως ἐπηγγέλλετο καὶ δὲν ἔπαυσε λέγων καὶ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς διακηρύττων πρὸς πάντας, πρὸς τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, ὅτι αὐτὸς τοὐλάχιστον δὲν ἤθελεν ὑποχωρήσει, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἄνδρα, ὅστις, κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀκόμη, ἔλεγε πρὸς τοὺς Πρέσβεις τῶν ξένων Δυνάμεων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, αὐτοῦ τοὐλάχιστον διευθύνοντος τὰς τύχας της, δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ δικαιωμάτων, κεκτημένων δυνάμει συμβάσεως εὐρωπαϊκῆς, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον αὐτῷ, ἐὰν ἐσέβετο ἑαυτὸν καὶ ἂν ἐσέβετο τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως τὸν ἀνήγαγεν, αὐτὸς νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἠδύνατο, ἐὰν ἤθελε, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἠδύνατο ἐὰν ἐπείθετο, ὅτι τὸ Ἔθνος δὲν ἠδύνατο νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν τὴν ἀνδρικὴν, νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ εἴπῃ, «δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην νὰ πράξω μόνος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην καὶ ἐπεθύμουν, δὲν τολμῶ νὰ ἐκθέσω τὸ Ἔθνος μου εἰς πόλεμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκβασις δὲν μοὶ φαίνεται κατὰ τὰς περισσοτέρας πιθανότητας ἐξησφαλισμένη ὑπὲρ αὐτοῦ· διὰ τοῦτο σᾶς ἐκάλεσα, ἵνα σᾶς γνωστοποιήσω, ὅτι, ἂν μὲ ἀφήσητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ πράξω συμφώνως πρὸς τὸ πρόγραμμά μου, ἐὰν δ’ ἀποδειλιάσητε, ἀποσύρομαι καὶ καλέσατε ἄλλον ἄνδρα, ὅπως ὑποχωρήσῃ, διότι ἐγὼ δὲν ὑποχωρῶ». Τοῦτο ἥρμοζεν εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν νὰ πράξῃ, καὶ αὐτὸ ἠδύνατο νὰ προφυλάξῃ καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ καὶ τὴν τιμὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπεστήριξαν, ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι ἤθελε τραπῆ τὴν ὁδὸν τῆς ἐνεργείας. Κακίζω, κύριοι, κατακρίνω, ἐκφράζω τὴν λύπην μου, ἐπὶ τῇ ὑποχωρήσει, γενομένῃ αὐτογνωμόνως. Δὲν ἔτρεχε κινδύνους ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή· δὲν ὑπῆρχε φόβος τις, ὅτι ἡ διαλυθεῖσα Βουλή, ἥτις ἔδειξεν εἴπερ τις καὶ ἄλλη πατριωτισμὸν ἑκατέρωθεν, ἤθελεν ἀντείπει, ἐὰν καλουμένη ἐπείθετο ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ ὑποχώρησις ἐπιβάλλεται. Δὲν ἠδύνατο δὲ ὁ πρώην Πρωθυπουργός, παραβιάζων τὸ καθῆκόν του, παραβιάζων ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, νὰ προβῇ αὐτογνωμόνως εἰς τὴν ὑποχώρησιν καὶ τὴν διάῤῥηξιν συμβολαίου Εὐρωπαϊκοῦ. Κακίζω, κύριοι, κατακρίνω τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τὴν πρᾶξιν ταύτην τῆς ἀπολακτίσεως τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ποίαν ἀφορμὴν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ὅπως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δι’ ἀπολακτίσεως διαλυθῇ; Τοιαῦτα τολμήματα εἶναι τολμήματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι περιφρόνησιν πρὸς ἀγωνιζομένους περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρὸς τὴν Πατρίδα καθήκοντος, περιφρόνησιν πρὸς τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, περιφρόνησιν πρὸς τὴν παγίωσιν τῆς τάξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παγιωθῇ τάξις εἰς ἕνα τόπον, ὅπου κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ῥιπτόμεθα εἰς σάλους ἐκλογικούς; Ἐρωτῶ πάντα εὐσυνείδητον ἄνθρωπον νὰ εἴπῃ ποία ἡ τύχη τοῦ τόπου, ὅταν κατὰ πᾶσαν στιγμὴν κλονῆται τὸ ἔδαφος; Τί ζητεῖτε διαλύοντες τὰς Βουλάς; Θέλετε νὰ καταστήσητε ἐπαίτας τοὺς πολιτευομένους, θέλετε νὰ φέρητε τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες ὑπηρετοῦσι τὴν Πατρίδα, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν θέλησιν τὴν αὐθαίρετον τοῦ Μ..., θέλετε νὰ ἐξαναγκάσητε τὸν τόπον εἰς ἐπανάστασιν; Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ἀφορμὴ ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ πορεία αὐτῆς ἠδύνατο νὰ φέρῃ τοὺς πρώην ὑπουργοὺς νὰ ὑποθέσωσιν, ὅτι ἤθελεν ὠθήσει τὴν πολιτείαν εἰς παρακεκινδυνευμένην ἐνέργειαν, θὰ ἦσαν δικαιολογημένοι, διαλύοντες αὐτήν· ἀλλὰ τοιοῦτος φόβος δὲν ὑπῆρχεν. Ἆρα ποῖος ὁ τῆς διαλύσεως λόγος; Ἰδοὺ τὸ μέγα μυστήριον, τὸ ὁποῖον πλανᾶται περὶ τὸ τόλμημα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ οὗτινος ἡ ἐξήγησις, ἐὰν ὁ χρόνος παρουσιάσῃ αὐτήν, θὰ ἀποδείξῃ, ἢ ὅτι οἱ πρώην ὑπουργοὶ προέβησαν εἰς τὴν διάλυσιν ἐκ πεπλανημένης σκέψεως καὶ πιεζόμενοι ἔνθεν καὶ ἔνθεν, ἢ ὅτι προέβησαν διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι ἀνδρῶν, πολλάκις κυβερνησάντων τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὧν τὴν ὕπαρξιν ἀπεύχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, κακίζω τὰ τρία ταῦτα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ κακίσω καὶ ἐξ ἀντικειμένου τὴν γενομένην λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Δὲν παραδέχομαι, καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀντιπολιτικὸν τὸ νὰ κηρύττῃ τις, ὅτι ἡ λύσις αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Τὴν λύσιν ταύτην θεωρῶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἔντιμον, διότι εἶναι ἔργον τῆς ἀπειλητικῆς στάσεως τῆς ἐξοπλισθείσης Ἑλληνικῆς νεολαίας, διότι εἶναι ἔργον τῶν 80,000 ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἵσταντο εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν καὶ ἔλεγον πρὸς τὴν Τουρκίαν: ὑποχώρησον· ἄλλως, τὸ ξῖφος σύρεται· ἄλλως, τὸ τηλεβόλον τὸ ἑλληνικὸν κροτεῖ, καὶ ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Θεία Πρόνοια περὶ τῆς ἐκβάσεως. Δὲν εἶναι ἡ λύσις αὕτη ἔργον τῆς ἐλευθέρας καὶ αὐτοβούλου θελήσεως τῆς Τουρκίας, δὲν εἶναι ἔργον τῆς πιέσεως τῆς Εὐρώπης· εἶναι ἔργον, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ μέγα μέρος τῆς στάσεως τῆς ἀπειλητικῆς, τῆς ἀνδρικῆς πολιτείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἶναι ἔργον τῶν μεγάλων θυσιῶν, εἰς ἃς ὑπεβλήθη ὁ τόπος, εἶναι ἔργον τοῦ ἀκηρύκτου πολέμου, ὃν διεξήγαγε τὸ ἔθνος, πολέμου συνεπαγομένου καταστροφάς, ἀπώλειαν ἀνδρῶν καὶ μυρία ὅσα δυστυχήματα, ἤτοι ἔργον τῆς πολιτείας, τῆς πάνυ ἔμφρονος καὶ πάνυ πατριωτικῆς, τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἥτις ὅταν ἐπείσθη, ὅτι τὰ πράγματα ἔκειντο ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, ἔπαυσεν, ἐνθυμεῖσθε, πᾶσαν πολιτικὴν συζήτησιν καὶ εἶπεν ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὴν συμπολίτευσιν: τί ζητεῖτε; στρατόν; χρήματα; καὶ τὰ πάντα ἐδόθησαν. Διὰ ταῦτα δὲν θεωρῶ τὴν λύσιν προσβλητικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Νομίζω τοὐναντίον, ὅτι περιποιεῖ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἶναι γεγονὸς, ὅπερ μεγάλην προώρισται νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς, ἀποδεικνύον τί δύναται ὁ Ἑλληνισμὸς, συνετῶς καὶ ἀνδρικῶς πολιτευόμενος καὶ ἐπὶ τὸν προορισμὸν αὑτοῦ βαδίζων. Ἐὰν δὲ ὁποιοιδήποτε λόγοι δὲν ἐπέτρεψαν νὰ σύρῃ τὸ ξίφος κατὰ τὴν τελευταίαν περίστασιν, ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέβαλε τὸ ἀνδρικὸν παράστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον παρέστη κατὰ τὸ 1821, καὶ ὅτι πᾶν ἔργον γενναῖον κατέστη αὐτῇ ἀδύνατον. Ἔχω τοὐναντίον, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν πολιτευθῶμεν συνετῶς, ὅτι ἐὰν τραπῶμεν τὴν ὁδὸν τῆς βελτιώσεως τῶν κακῶς κειμένων, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ ἱδρύσωμεν ἀγαθὴν διοίκησιν καὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς πόρους τοῦ Τόπου, μετὰ παρέλευσιν οὐχὶ πολλοῦ χρόνου, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ ἀποδείξωμεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ὅτι ἐσμὲν πάντοτε γνήσια τέκνα τῶν πατέρων ἡμῶν. Φρονῶ δὲ, ὅτι ἡ ὑποχώρησις εἶναι ὠφέλιμος τῷ Τόπῳ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἡ Εὐρώπη ἐπεζήτησε, ἐπέβαλε τῇ Ἑλλάδι τὴν ὑποχώρησιν· ἐπίεσε τὴν Τουρκίαν πρὸς ὑποχώρησιν· ἀφοῦ δὲ ἐπείσθη ὅτι ἔφθασεν αὕτη εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ὑποχωρήσεως, τότε ἐστράφη πρὸς ἡμᾶς καὶ ἀπήτησε παρ’ ἡμῶν θυσίας, ὅπως μὴ συνταραχθῇ ἡ εἰρήνη τῆς Ἀνατολῆς, διότι τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ τὴν συντάραξιν τῆς εἰρήνης τῆς Εὐρώπης. Ἡ ὑποχώρησις, γενομένη οὕτω κατ’ ἀπαίτησιν τῆς Εὐρώπης, ἐξασφαλίζει ἡμῖν τὴν εὔνοιαν αὐτῆς καὶ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἐν γένει, ὅπερ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡμῖν μεγάλως ἐν τῷ μέλλοντι καὶ συντελέσῃ οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι στοιχεῖον κατ’ ἐξοχὴν ἐκπολιτιστικὸν, εἶναι δὲ καὶ ὀλιγάριθμον. Τοιοῦτος δὲ ὢν, δὲν δύναται νὰ μετέρχηται εὐκόλως τὰ μέσα τῆς βίας, δὲν δύναται νὰ καταφεύγῃ εὐκόλως εἰς τὸ ξίφος, τὸν προορισμόν του ἐπιδιώκων. Ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς ὃν προώρισται προορισμὸν, δέον νὰ βαδίζῃ τὴν τοῦ ἐκπολιτισμοῦ ὁδὸν, τὴν συνετὴν καὶ μεμετρημένην, ἐπιζητῶν κατ’ ἐξοχὴν τὴν ἠθικὴν καὶ διανοητικὴν αὑτοῦ ἀνάπτυξιν, εἰς δὲ τὴν χρῆσιν τῶν μέσων τῆς βίας νὰ καταφεύγῃ μόνον ἐξαναγκαζόμενος. Ἐξασφαλίζει λοιπὸν ἡμῖν ἡ ὑποχώρησις τὴν εὔνοιαν τῆς Εὐρώπης, ἐπήνεγκε δὲ καὶ τὸ καλὸν, ὅτι δὲν ἐξήφθησαν τὰ πάθη μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς φυλῆς ἐκείνης, ἥτις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ μεγάλως εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἀνατολῆς, ἐὰν ἀποφασίσῃ νὰ συμβιώσῃ μεθ’ ἡμῶν ὑπὸ σύστημα ἰσονομίας καὶ ἰσοπολιτείας. Τοιαύτη, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἐπαναλαμβάνω, κακίζω ἐξ ὑποκειμένου τὴν ὑποχώρησιν, κακίζω τὴν αὐτογνώμονα ὑπογραφὴν τῆς Συμβάσεως, κακίζω τὰ μάλιστα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὴν ὑποχώρησιν δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς προσβάλλουσαν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς ἐπιβλαβῆ. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν Διαταγμάτων, εἰς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, οὕτως εἰπεῖν, τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἐτόλμησαν, ἡττήθησαν. Εὐτυχῶς ὑπέχουσι δικαίας εὐθύνας καὶ κρίνονται ἐφ’ οἷς κακῶς ἐτόλμησαν. Καὶ δέον νὰ κριθῶσιν, ἀλλὰ κατὰ ποῖον μέτρον; Τὰ πολιτικὰ τολμήματα, ὡς ἡ ἱστορία ὁλόκληρος ἀποδεικνύει, ἐκρίθησαν ἀείποτε καὶ κρίνονται κατὰ τὸ πολιτικὸν μέτρον, καὶ οὐχὶ κατὰ τὸ δίκαιον, ὡς φαίνεται διατεινόμενος ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς· τὸ δὲ μέτρον τὸ πολιτικὸν, καθ’ ὃ κρίνονται τὰ πολιτικὰ τολμήματα, εἶναι τὸ κοινῇ συμφέρον, οὗ τινος ἡ ἐκτίμησις ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῶν νικητῶν. Καὶ ἐὰν οὗτοι ἀπαθῶς κρίνοντες φέρωσι δικαίαν κρίσιν καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ κοινῇ συμφέρον, αἱ πολιτεῖαι ὀρθοστατοῦσιν· ἄλλως, κλυδωνίζονται ἐν τῷ ἀχανεῖ τῆς πολιτικῆς πελάγει, διατρέχουσαι τὸν κίνδυνον τοῦ παντελοῦς ναυαγίου. Ἄρα καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐὰν οἱ νικηταὶ ἐπιδιώκωσι τὴν ὀρθοστάτωσιν τῆς πολιτείας, ὡς ὑπολαμβάνω καὶ πιστεύω, ὀφείλουσι νὰ μελετήσωσι καλῶς, μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ἐπιστασίας, τὰ ἐν ἡμῖν καὶ τὰ πέριξ ἡμῶν, ὅπως ἀνεύρωσιν ὁποῖαί εἰσιν αἱ κατὰ τοὺς σήμερον καιροὺς ἀπαιτήσεις τοῦ κοινῇ συμφέροντος, ἵνα κατ’ αὐτὰς κρίνωσι περὶ τῶν τολμημάτων ἢ τῶν ὑπερβάσεων τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, ἀρίστην οὕτω ποιούμενοι χρῆσιν τῆς νίκης αὐτῶν. Εἰς τὴν περὶ τούτου ἔρευναν, κύριοι, τὴν περὶ ἐξευρέσεως τοῦ κοινῇ συμφέροντος, ἔρχομαι νὰ συντρέξω τοὺς νικητὰς, ἐὰν ἐπιτρέπωσι τοῦτο. Ἡ πρώτη, κύριοι, ἡ σπουδαιοτέρα ὑπέρβασις τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ὑποχώρησις, ἐπαγαγοῦσα τὴν ἀπώλειαν μεγίστων καὶ σπουδαίων ἐθνικῶν δικαιωμάτων· ἀλλὰ τὴν ὑπέρβασιν ταύτην ἠμνηστεύσαμεν ἤδη, κυρώσαντες τὴν Σύμβασιν, ὑπείκοντες εἰς τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ Θεοὶ πείθονται. Εἰς αὐτὸ τὸ δίκαιον ὑπέκυψε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κυρώσας τὴν Σύμβασιν· καὶ ὅμως ἀμφισβητεῖ, δὲν παραδέχεται τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ! Δευτέρα, κύριοι, ὑπέρβασις κατὰ σπουδαιότητα εἶναι ἡ ἐκτέλεσις τῆς Συμβάσεως, ἡ αὐτογνωμόνως γενομένη, Συμβάσεως, ἥτις περιέχει διατάξεις, αἵτινες δὲν ἠδύναντο, κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ ἰσχύωσιν ἄνευ τῆς συγκαταβάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπέρβασις αὕτη ἔπαυσεν οὖσα τοιαύτη, κυρωθείσης τῆς Συμβάσεως μετὰ τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. Τὰ Διατάγματα, ὅσα ἐξεδόθησαν πρὸς διοργάνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, εἶναι, κύριοι, ἀναγκαῖα συνεπεία τῆς Συμβάσεως καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως. Διὰ τῆς Συμβάσεως ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα θέσῃ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν Ἑλληνικῶν νόμων τοὺς κατοικοῦντας ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ ἢ ἅμα τῇ καταλήψει τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ πράξῃ ἄλλως· ὤφειλε κατ’ ἀνάγκην, συνεπείᾳ τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε, νὰ ἐκτελέσῃ αὐτογνωμόνως τὴν Σύμβασιν, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων. Ὁ θέλων τὸν σκοπὸν θέλει καὶ τὰ μέσα· ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην νὰ ἐκτελέσῃ τὴν Σύμβασιν, δὲν ἠδύνατο νὰ ὀπισθοδρομήσῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνεπείας· ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων, ὡς ἀναγκαίων μέσων πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ σκοποῦ τῆς Συμβάσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ δημόσιον δίκαιον ἴσχυσεν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἅμα τῇ καταλήψει αὐτῶν, δὲν παραδέχεται ὅμως, ὅτι συνάμα ἔδει νὰ ἰσχύσῃ καὶ τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον. Ἀλλὰ τὴν διάκρισιν ταύτην δὲν ἐννοῶ ποῦ τὴν στηρίζει. Ἂν τὸ δημόσιον δίκαιον ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ ἄνευ τινὸς πράξεως ἐξωτερικῆς, καὶ βεβαίως, κύριοι, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ἐκτάκτων περιστάσεων, δὲν κρίνονται τὰ πράγματα κατὰ τὸν κοινὸν δικανικὸν πῆχυν, ἀλλὰ κατὰ τὸν πῆχυν τὸν πολιτικὸν, τὸν ἀνώτερον, ἂν λοιπὸν ἠδύναντο ὅλοι οἱ νόμοι, οἱ ἀφορῶντες εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἰσχύσωσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις αὐταῖς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξωτερικῆς πράξεως, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἰσχύσωσι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ οἱ ἰδιωτικοὶ νόμοι. Τὸ ἓν, νομίζω, συνεπάγεται τὸ ἕτερον. Ἡ ἀνάγκη, ὅπως ὑποβληθῶσιν αἱ νέαι ἐπαρχίαι εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον, συνεπάγεται καὶ τὴν ἀνάγκην, ὅπως ὑποβληθῶσιν καὶ εἰς τὸ ἰδιωτικὸν δίκαιον. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι πᾶσα πρᾶξις τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, γενομένη καθ’ ὑπέρβασιν, θεωρεῖται ἀείποτε ἐν παντὶ καιρῷ καὶ χρόνῳ ὡς ἄκυρος. Ἡ ἱστορία τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία διατελεῖ ἀείποτε ἐπὶ ἐδάφους πολιτικοῦ σαλευομένου, ἀποδεικνύει, ὅτι, ὅταν πολιτικαὶ μερίδες προβαίνουσιν εἰς τολμήματα πολιτικά, οἱ δὲ λαοὶ ὑποκύπτωσιν καὶ ἀποδέχωνται τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν, ὅταν ἐκδοθῶσι Διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσιν ἐπεμβάσεις, ἐπιδρομὰς εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν, καὶ τὰ Διατάγματα ταῦτα γίνωσιν ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους ἀποβλέπουσι, καὶ ἐὰν αἱ ἄλλαι Ἐξουσίαι ἐκτελῶσιν αὐτὰ, τότε, κύριοι, τὸ δημόσιον δίκαιον, τὸ ἰσχύον ἐν Εὐρώπῃ, παραδέχεται, ὅτι τὰ τοιαῦτα Διατάγματα δὲν εἶναι ἄκυρα. Τὰ πολιτικὰ τολμήματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἐπανέλθωσιν ἐν τακτικῇ λειτουργίᾳ τὰ τοῦ πολιτεύματος, κρίνονται κατ’ οὐσίαν, καὶ ἢ καταργοῦνται, ἂν μὴ ὦσι σύμφωνα πρὸς τὸ δίκαιον, ἢ μεταῤῥυθμίζονται, ἀλλ’ οὐδέποτε κηρύσσονται ἄκυρα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ἐγένοντο δεκτὰ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ὑπεβλήθησαν προθύμως εἰς αὐτὰ οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, ἐκανόνισαν κατ’ αὐτὰ ὅλας τὰς σχέσεις των, καὶ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῶν ἐγεννήθησαν δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις· δικασταὶ δὲ ἰσόβιοι ἀνεδέχθησαν θέσεις εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ ἔκριναν τὰς διαφορὰς μεταξὺ τῶν κατοίκων κατὰ τὰ Διατάγματα ταῦτα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου τοῦ κοινοῦ δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ κηρύξωμεν ἄκυρα τὰ Διατάγματα αὐτά, καὶ νὰ φέρωμεν οὕτω εἰς ἀνωμαλίαν, νὰ ῥίψωμεν εἰς ἕνα κυκεῶνα ἀδιέξοδον τὰς σχέσεις τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων. Εἶναι εὐφυὴς ἡ ἰδέα τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ν’ ἀκυρώσωμεν τὰ Διατάγματα καὶ νὰ κυρώσωμεν τὰς συνεπείας· ἀλλὰ τοιαῦται ἀντιφάσεις εἶναι ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι, ὅταν φθάσωσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, τότε παρουσιάζουσι μεγάλας δυσχερείας· τότε φαίνεται τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐξ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, καθόσον ἀποβλέπει τὰ Διατάγματα, δὲν λύεται διὰ τῆς εὐφυοῦς αὐτῆς ἰδέας. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε πολλά, ὅπως πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι αἱ ὑπερβάσεις τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἶναι κατακριτέαι, εἶναι ἄξιοι πάσης καταδίκης, διότι καταστρέφουσι τὴν διάκρισιν τῶν Ἐξουσιῶν τὴν βάσιν ταύτην πάσης εὐνομουμένης πολιτείας. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τούτων τοῦ κ. ὑπουργοῦ, καὶ πρέπει, κύριοι, νὰ καυχώμεθα, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέδειξε βουλευτάς, οἵτινες ἀπεδοκίμασαν τὰς ὑπερβάσεις, ἃς ἐτόλμησαν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, καὶ ἐπανέφερον τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν περαιτέρω, κηδόμενοι τῆς ἡσυχίας καὶ τῶν συμφερόντων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχομεν νὰ λύσωμεν ἓν σπουδαῖον ζήτημα, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν μίαν τάξιν πραγμάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα νὰ λειτουργῇ ἀπροσκόπτως, τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι λυπηρὸν, ὅτι δὲν ὠφελήθημεν τῆς περιστάσεως τῆς ἑνώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὅπως λύσωμεν τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα· οὐχ ἧττον ἡ λύσις αὐτοῦ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ὡς μέτρον ἀναγκαῖον, εἰς ἀποτροπὴν ὀλεθρίων συνεπειῶν διὰ τὸν Τόπον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐπίκειται εἰς ἡμᾶς τὸ βάρος ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων, καὶ ὅτι, ὅπως λύσωμεν αὐτά, ἀπαιτεῖται πολιτεία μετριοπαθὴς καὶ συμβιβαστική.
§55Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν αἱ γνῶμαι τῆς ἐπισήμου συμπολιτεύσεως, ἤτοι τῆς Κυβερνήσεως, καί περ ὅλως ἀντιπολιτευτικαὶ βεβαίως κατὰ τῆς πολιτείας τοῦ πρώην Ὑπουργείου, ἐνεπνέοντο ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης καὶ ὡδηγοῦντο ὑπὸ τῆς εὐσυνειδησίας, μεθ’ ὧν ἐλάλησεν ὁ πρὸ ὀλίγου καταβὰς τοῦ βήματος, ἠθέλαμεν προσπαθήσει νὰ δικαιολογηθῶμεν ἐφ’ οἷς κατακρινόμεθα, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν, ὅτι ἐκ προθέσεως ἀδικούμεθα. Ὁ κ. Μεσηνέζης φρονεῖ, ὅτι καλῶς ἐγένετο ἡ λύσις, ὅτι ἐγένετο αὕτη ἐντίμως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὠφελίμως διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς· τὸ φρονεῖ δὲ σπουδαίως, καὶ τὸ φρονεῖ ὀρθῶς. Ὁ κ. Μεσηνέζης φρονεῖ ἐπίσης, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ λύσις, καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς καὶ ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως συνετελέσθη ἡ προσάρτησις τῆς νέας χώρας, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μετέλθῃ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε, διὰ νὰ διοικήσῃ αὐτήν. Δυστυχῶς τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπισήμου συμπολιτεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο παρατείνεται, ἴσως ἐπὶ μακρὸν, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι, διὰ τοῦτο παρατείνεται, πρὸς βλάβην βεβαίως τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, τῆς διοικήσεως αὐτῶν, τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν, ἡ παροῦσα συζήτησις. Ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὁ πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὡμίλησεν ἐπ’ αὐτῆς, ὡμίλησε δὲ διὰ νὰ δώσῃ μόνον νύξεις περὶ τοῦ ἐγειρομένου πολιτικοῦ ζητήματος, καὶ ὑπέδειξε ποῦ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγείρεται ἀγριωπόν· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε ῥητῶς, ὅτι τὸ ἄρθρον 14 περικλείει ὁλόκληρον τὸ ζήτημα. Δὲν ἠδυνάμεθα ἄρα νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πολιτικὸν ζήτημα, διότι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ δὲν διαφωνοῦμεν. Συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ διὰ νόμου εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, συμφωνοῦμεν δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ ὅτι διὰ νόμου πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ἐκεῖ ὅπου ὁριστικὸς ὀργανισμὸς δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀμέσως. Ὥστε, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ψηφοφορία πολιτικὴ ἐπὶ ταύτης ἦτο ἀδύνατος, διότι ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία εἰσήχθη σύσσωμος εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἅμα τῇ προσαρτήσει αὐτῶν, ὅπως καταψηφίσωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐπεφυλάχθην νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ 1. Εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐγείρεται ἐπὶ τοῦ 14 ἄρθρου, δι’ οὗ ἀκυροῦνται τὰ Διατάγματα· ἀλλὰ διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν οἱ κ.κ. Μίλησης καὶ Μανέτας ἔφερον, τὸ ζήτημα ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 14 μεταφέρεται εἰς τὸ 1. Καὶ εἶπε μὲν, νομίζω προχθὲς, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἐγείρει ἡ Κυβέρνησις τὸ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα τὸ ἤθελεν ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Τρικούπης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἕτερον εἶναι ἀκριβές. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἤγειρεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο εἶναι τόσον βέβαιον, ὅσον ὁ κ. Τρικούπης ἐν τῷ αὐτῷ τούτῳ λόγῳ, δι’ οὗ ἀρνεῖται ὅτι τὸ ἤγειρεν αὐτὸς, ἐδικαίωσε πληρέστατα τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὅτι ἤγειρεν αὐτὸ, διότι, εἶπεν: ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου συνέπειαν ἔχει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς παραβιάσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἔθνους, τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἤγειρε λοιπὸν ἢ δὲν ἤγειρεν ἡ Κυβέρνησις τὸ πολιτικὸν ζήτημα; Τὸ ἤγειρε δὲ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα καὶ δὲν ἤθελεν ἀλλαχοῦ, ὡς ἀνακριβῶς ἐπίσης εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, διότι σύνηθες ἔδαφος, σχεδὸν δὲ πάντοτε ἐν τῇ ἐνάρξει τῶν Κοινοβουλίων, τῶν πολιτικῶν ζητημάτων μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον ἀπαντήσεως τυπικῆς, ἑπομένως ἀφήρεσεν ἡμᾶς τὸ ἔδαφος τοῦτο τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἀπέκρουσε μάλιστα δὶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸν κ. Δηλιγιάννη, ζητήσαντα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Διατί προτείνεται ἡ ἀκύρωσις τῶν Διαταγμάτων; ἆρά γε διότι εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους; Ὄχι· ἀλλὰ διότι ἐξεδόθησαν, ὡς εἶπε πολιτικώτερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶπε δὲ βιαιότερον ὁ κ. Καλλιγᾶς, δι’ ἐπιβουλῆς τοῦ Συντάγματος. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡμίλει τότε οὐχὶ ὡς ὑπουργός, ἀλλὰ ὡς ἐπαναστάτης. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων ἡ Κυβέρνησις ἐσκόπει τῳόντι παραβίασιν καὶ ἐπιβουλὴν τοῦ Συντάγματος. Διὰ νὰ λύσωμεν δὲ τὸ ζήτημα αὐτό, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν ἀρχικὸν λόγον τῆς πολιτικῆς ταύτης διαμάχης, δηλ. εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς νέας ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης. Ὁ πρώην Πρεσβευτὴς ἐν Λονδίνῳ καὶ ἐκ Καρυστίας βουλευτὴς κ. Κοντόσταυλος ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ τούτου θέματος διὰ μακρῶν, ἀλλ’ ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν τέλει τῆς ὁμιλίας του, ὅτι ἀπογυμνοῦται καὶ τῆς ἰδιότητος καὶ τῆς μνήμης τοῦ Πρέσβεως, καὶ ὅτι ὁμιλεῖ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ μόνον ὅ,τι ὡς Κοντόσταυλος οὐχὶ γινώσκει, ἀλλὰ φρονεῖ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη μαρτυρῇ φανατικὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰ μυστήρια τῆς διπλωματίας, προσιδιάζουσαν τοῖς νεοφύτοις, ἢ ἐὰν ἦτον ἀνάγκη νὰ λησμονήσῃ ὁ κ. Κοντόσταυλος ὅ,τι ὡς Πρέσβυς ἐγίνωσκεν, ὅπως ὑποστηρίξῃ ἐν τῷ λόγῳ του ἐκείνῳ τὰ ἐναντία ὅσων πράγματι ἐγνώριζε, καὶ νὰ ἐκσφενδονίσῃ κατάκρισιν κατὰ τῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἣν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς ὑπηρέτει, οὐχὶ στηριζόμενος εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ πλάττων ἰδανικόν τινα κόσμον καὶ ἐκ τοῦ φανταστικοῦ ὕψους αὐτοῦ ῥίπτων εἰς ἡμᾶς σαθρὰ συμπεράσματα. Ὁ κ. Κοντόσταυλος—καὶ πρέπει νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο, διότι, ὡς παρετήρησα ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ γίνεται κατάχρησις τῆς πρώην θέσεως τοῦ κ. Κοντοσταύλου, καὶ πειρῶνται νὰ δώσωσιν εἰς τὴν ὁμιλίαν αὐτοῦ σημασίαν οὐχὶ ὡς ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν ἔφερεν—δὲν ὡμίλησεν ὡς πρώην Πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὡς ἄτομον δὲ ὁμιλῶν, εἶπεν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Εὐρώπης ὑπεγράφη καὶ ἐγένετο διὰ τὸ ἔθνος ὑποχρεωτικόν· πότε; ὅτε κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1880 ὁ κ. Τρικούπης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπήντησεν εἰς τὴν διακοίνωσιν τῆς Εὐρώπης, ὅτι δέχεται τὴν νέαν γραμμήν, καὶ εἰς τοῦτο στηριζόμενος ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ διαῤῥήξῃ τὸ συνάλαγμα τοῦτο, ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπόφασις ἄρα τοῦ κ. Τρικούπη ὑπεχρέου τὸ ἔθνος, ὑποχρέου πᾶσαν διάδοχον Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ μετατραπῇ εἰμὴ μόνον δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἔθνους! Ἀγνοῶ ποῦ ὁ κ. Κοντόσταυλος εὗρεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἑνὸς ὑπουργοῦ ἀποτελεῖ συνάλλαγμα μεταξὺ τοῦ ἔθνους; καὶ τῆς Εὐρώπης. Ἐπειδὴ δὲ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις ἀφορᾷ, ὡς μᾶς λέγουσιν, εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ σαλευομένου Συντάγματος, ἂν ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἦναι μία τῶν γνωμῶν, δι’ ὧν θὰ ὑποστηριχθῇ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸ Σύνταγμα, συγχαίρω τὸ Σύνταγμα, εὑρὸν τοιοῦτον ὑπερασπιστήν. Ἀλλ’ ὁ κ. Κοντόσταυλος εἶπε προσέτι, ὅτι τὸ συνάλλαγμα αὐτὸ τὸ ἐθεώρει ὑποχρεωτικὸν καὶ διὰ τὴν Εὐρώπην, ὅτι τὸ ἐθεώρει ἀμφοτεροβαρὲς, καὶ προσέθηκεν, ὅτι αἱ Δυνάμεις εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωσι τὸ συνάλλαγμα τὸ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἑαυτῶν. Καὶ ἠγέρθη μὲν πρὸς στιγμὴν εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἡ στοιχειώδης ἀντίῤῥησις πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ συνάλλαγμα ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὴν νομικὴν ἱκανότητα νὰ πράξῃ τὴν πρᾶξιν περὶ ἧς συναλλάσσεται, καὶ ἐνεθυμήθη μάλιστα τότε τὴν διαμαρτύρησιν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τούτῳ προέβαλεν ἡ Τουρκία εἰς τὰς Δυνάμεις, ἀλλὰ δὲν ἐδίστασε νὰ ἐξηγήσῃ τὴν τότε ἐμμονὴν τῶν Δυνάμεων ἐν τῇ ἀποφάσει των εἰς τὸν ἑξῆς νομικώτατον λόγον· «εἶναι γνωστὸν, εἶπεν, ὅτι ἡ Τουρκία ἀπό τινος χρόνου διατελεῖ ἐν καταστάσει κηδεμονίας ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ἑπομένως ἠδύνατο αὕτη ὡς κηδεμὼν νὰ ἀπαλλοτριώσῃ τὴν περιουσίαν αὐτῆς!» Ἐστήριξε δὲ προσέτι τὸ δικαίωμα τῶν Δυνάμεων καὶ ἡμῶν εἰς τὸ ὅτι αἱ Δυνάμεις προσήνεγκον μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Τουρκίαν διὰ τῆς διαῤῥήξεως τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, περισώσασαι πολὺ μέρος τοῦ Κράτους αὐτῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσωσι μέρος τῆς σωθείσης χώρας ὑπὲρ εὐνοουμένων αὐτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Κρίνατε ἂν ἦναι νομικῶς ὀρθὴ, ἂν ἦναι κἂν λογική. Καὶ ὅμως ὁ κ. Κοντόσταυλος προέβη, ἐπὶ τοιούτων ἐρειδόμενος, εἰς ἀρὰν κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν, τὴν ὁποίαν ἔῤῥιξα, ὅταν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐκφερομένην μάλιστα ἐκ στόματος ἀνδρὸς χρηστοῦ καὶ λίαν σεμνολόγου. Ὁ κ. Κοντόσταυλος μετεχειρίσθη τὴν λέξιν διαπόμπευσιν· εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ διεπέμπευσαν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀποδεξάμενοι τὴν Συνθήκην. Ἡ κατηγορία ἦτο φρικτὴ, καὶ ὁ κ. Κοντόσταυλος ἀνελάμβανεν, εὐθὺς ὡς τὴν ἐξεστόμιζε, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀποδείξῃ· ἀλλὰ γινώσκων καὶ ἐνθυμούμενος ὅ,τι ἐγίνωσκεν ὡς Πρεσβευτὴς, δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀποδείξῃ· ἀπεναντίας ἤθελε πιστοποιηθῆ, ἂν ὡμίλει ἐξ ὧν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως καὶ ὅτι εἰς τὸ νὰ μὴ πράξῃ ἄλλως ὡδηγεῖτο μάλιστα καὶ ἐκ τῶν ἰδίων αὐτοῦ πληροφοριῶν. Διὰ τοῦτο ἀπεξεδύθη τῆς ἰδιότητος τοῦ Πρεσβευτοῦ καὶ ἀνέτρεξε εἰς τὴν περίγνωστον ἱστορίαν τοῦ ζητήματος καὶ εἶπε περὶ τούτου πολλὰ, τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν· ἀλλ’ εἶπε καὶ τὸ λίαν ἐνδιαφέρον ἡμῖν, τοῦτο, ὅτι αἱ Δυνάμεις περιωρίσθησαν, ἐν τῇ ἐπελθούσῃ μεταβολῇ, εἰς τὸ νὰ ἀποστῶσιν ἁπλῶς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Βερολινείου Συνδιασκέψεως, ὑποδηλῶν οὕτως, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀφῆκαν ἄθικτον τὴν γραμμὴν τῆς Συνδιασκέψεως ἐκείνης. Ἀλλ’ ὅτι αἱ Δυνάμεις ἠκύρωσαν μάλιστα ῥητῶς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου, ὅτι ἀντ’ αὐτῆς κατήρτισαν καὶ συνυπέγραψαν ἄλλην ἀπόφασιν, ὅτι τὴν ἀπόφασιν ταύτην τὴν νέαν ἐπέβαλον εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν δυσχερῆ ταύτην ὁριστικὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως, ἐπέβαλον τὴν ἀποδοχὴν τῆς νέας γραμμῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, περὶ τούτων δὲν εἶπεν τίποτε. Θὰ ἦτο τῳόντι ἀξία ἀγχόνης ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἂν ἡ Εὐρώπη ἐνέμενεν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου, αὕτη δὲ παρῃτεῖτο αὐτῆς. Λοιπὸν ἐστηρίχθη ὁ κ. Κοντόσταυλος εἰς τὸ μὴ ἀληθὲς, ἵνα μὴ εἴπω τὴν προσήκουσαν λέξιν. Διὰ νὰ συγκαλύψῃ δὲ τὸ πρᾶγμα καὶ διὰ νὰ καταστήσῃ ὁπωσοῦν πιθανὴν τὴν ἀρὰν, τὴν ὁποίαν ἐν γνώσει τοῦ ἀδίκου αὐτῆς ἐξέφερε κατὰ τῶν πρώην ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ὠνόμαζε φίλους σεβαστοὺς καὶ προσφιλεῖς; — τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἂς μοὶ ἔλειπε τοιαύτη φιλία — προέβη εἰς εἰκασίας καὶ εἰς ψυχολογικοὺς ἑτασμοὺς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἠγωνίσθη νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἀπέκρουε τὴν νέαν γραμμὴν, ἐπιμένουσα εἰς τὴν τοῦ Βερολίνου, ἤθελεν ἀναγκάσει τὴν Εὐρώπην νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Τουρκίαν, καὶ διὰ πολέμου, νὰ παραχωρήσῃ πρὸς ἡμᾶς τὰ διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης ἀποφασισθέντα. Ἀνέτρεξα εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, διότι δὲν εἶχον ἄλλα στοιχεῖα, ἵνα ἴδω ἂν τῷ ὄντι ἐξ αὐτῶν προκύπτῃ τοιαύτη τις πιθανότης· ἀλλ’ οὐδὲν τοιοῦτον εὗρον· εὗρον μόνον εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἀνὰ μίαν ἐπῳδὴν, δι’ ἧς συνεβούλευε πάντοτε τὰς προπαρασκευὰς καὶ τὰς ἑτοιμασίας, διότι ἄνευ αὐτῶν οὐδὲν, ἔλεγεν, ἔπρεπε νὰ ἐλπίζωμεν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐπῳδῆς ταύτης, ὅλη ἡ σειρὰ τῶν ἐγγράφων του μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὅστις ἐνήργει τότε μετὰ κρίσεως καὶ φιλοπατρίας, ἔδιδεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν κλιμακηδὸν πληροφορίας ἀναλόγους πρὸς τὴν κατάπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἐν Εὐρώπῃ ὑφίστατο δυστυχῶς ὁσημέραι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Κοντοσταύλου εἶδον ἓν, ὅπερ ἄρδην διαψεύδει τὸν ἰσχυρισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξελέξατο, ἵνα κατακρίνῃ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἤτοι, ὅτι ἂν ἡμεῖς ἐπεμένομεν, ἡ Εὐρώπη, φοβουμένη τὸν πόλεμον, θὰ μετέβαλε τὰς τελευταίας ἀποφάσεις της. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι τὸ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1881, τὸ καὶ τελευταῖον ἔγγραφον τοῦ πρώην Πρεσβευτοῦ, ἐν ᾧ λέγεται πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι γίνεται σκέψις μεταξὺ τῶν Δυνάμεων νὰ μετέλθωσι καθ’ ἡμῶν τὴν βίαν, ὅπως μᾶς ἀναγκάσωσι νὰ δεχθῶμεν τὸν συμβιβασμόν Ἐν περιπτώσει λοιπὸν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐπέμενεν, αἱ Δυνάμεις, αἱ φοβούμεναι τὸν πόλεμον, δὲν εἶχον ἆρά γε, κατὰ τὸν Πρεσβευτὴν κύριον Κοντόσταυλον, προχειρότερον, εὐλογώτερον καὶ συμφερώτερον πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὑτῶν μέσον ἀποφυγῆς τοῦ πολέμου; Δὲν ἠδύναντο εὐκολώτερον καὶ δικαιότερον, μετὰ τὸν ἐπελθόντα συμβιβασμὸν καὶ τὴν εἰς αὐτὸν ὑποταγὴν τῆς Τουρκίας, νὰ ἐξαναγκάσωσιν ἡμᾶς ὅπως ὑποταχθῶμεν ἐπίσης; Περὶ τῆς ὁμιλίας ταύτης τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἔκαμα λόγον, διότι διελαλήθη πολὺ καὶ διότι ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὰ λεχθέντα. Δὲν εἶχον ἴσως ἀνάγκην νὰ κάμω μνείαν αὐτῆς, καθόσον μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὅτι ὁ λόγος αὐτοῦ δὲν ἐστηρίζετο παντάπασιν εἰς τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὡς Πρέσβυς, καὶ μετὰ τὴν ζωηρωτέραν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐλησμόνησεν ἑαυτὸν ὡς Πρέσβυν, ὅτε ὡμίλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Κοντοσταύλου δὲν ἔχει πλέον παρὰ τὴν ἀξίαν μιᾶς διατριβῆς ἠθικοπολιτικῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ δυστυχίαν δὲν στηρίζεται εἰς τὰ πράγματα, διαστρέφουσα μάλιστα αὐτὰ, ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα. Ζητεῖτε ν’ ἀκυρώσητε τὰ Διατάγματα, διότι παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔθηκεν οὕτω τὸ ζήτημα ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀγορεύσει του, ὡμολόγησε συγχρόνως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα πρὸς περίσωσιν συμφερόντων τῆς χώρας, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη ἄνευ ἀνάγκης εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων· προσδιώρισε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ πρὸς συζήτησιν θέματα, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη· πρέπει, εἶπε, ν’ ἀποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος πρῶτον μὲν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ δεύτερον, ὅτι εἰλικρινῶς ἐφρόνει, ὅτι, πράττουσα ὅ,τι ἔπραττεν, ἐξεπροσώπει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπὶ τῶν δύω τούτων θεμάτων φέρω τὸν λόγον. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν; Ὤφειλε; οὔτε ἠδύνατο, οὔτε ὤφειλε. Ὤφειλε μάλιστα νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ἦτο Κυβέρνησις φιλόπατρις καὶ τοῦ ὀνόματος ἀξία. Ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων τῆς παρελθούσης Περιόδου εἶναι γνωστή. Γνωστὴ δὲ καθαρῶς εἶναι καὶ ἡ γνώμη ἑκατέρων τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύω μεγαλειτέρων μερίδων. Ὁ μὲν κ. Κουμουνδοῦρος ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Ἑλλὰς, διεκδικοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βερολινείου Συνδιασκέψεως μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης· ὁ δὲ κ. Τρικούπης ἐκ τοῦ ἐναντίου ἐφρόνει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε μὲν νὰ ἐμμείνῃ, διεκδικοῦσα τὸν τίτλον αὐτόν, ἀλλὰ στηριζομένη εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς Εὐρώπης, ἢ μιᾶς τοὐλάχιστον ἐκ τῶν Δυνάμεων, τὴν ὁποίαν καὶ ὠνόμασε, τῆς Ἀγγλίας. Αὐτὴ ἦτον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, καὶ ἦτον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς συμπάσης καὶ ὄχι τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς, διότι ὁ μὲν κ. Κουμουνδοῦρος ἐξεπροσώπει ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως τὴν πλειονοψηφίαν, ὁ δὲ κ. Τρικούπης ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν μειονοψηφίαν. Καὶ κατὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον καὶ κατὰ τὸν κ. Τρικούπην, ἡ Ἑλλὰς τὸ δικαίωμά της ἐστήριζεν εἰς τὸν τίτλον τοῦ Βερολίνου· ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ διεκδικήσῃ διὰ τῶν ὅπλων τὰ παραχωρηθέντα αὐτῇ μέρη, ἀλλὰ νὰ τὰ διεκδικήσῃ, πεποιθυῖα, ὅτι θὰ ἔχῃ, κατὰ μὲν τὸν κ. Τρικούπην, τὴν ἐνεργὸν ὑποστήριξιν μιᾶς ἐκ τῶν Δυνάμεων, κατὰ δὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τὴν ἠθικὴν τῆς Εὐρώπης ὑποστήριξιν ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἀνοχὴν αὐτῆς, τουτέστιν ἄνευ αὐτῆς.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετὰ καὶ ἄνευ.
§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, βλέπετε, ὅτι εἶπον μάλιστα μόνον τὸ ἄνευ· ἔσο δὲ ἥσυχος, διότι τὸ ἄνευ αὐτὸ σημαίνει ὅλως τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε νὰ σημαίνῃ. Μετὰ τῆς Εὐρώπης, σημαίνει μὲ τὴν συμμαχίαν τοὐλάχιστον μιᾶς ἐκ τῶν Δυνάμεων· ἄνευ τῆς Εὐρώπης, σημαίνει ἀπρακτουσῶν τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ διατηρουσῶν τὸν τίτλον ἀκέραιον, ὅτε καὶ μόνον ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσωμεν, ὅπως διεκδικήσωμεν αὐτόν. Ὅταν ὅμως ὁ τίτλος μετεβλήθη ὑπ’ αὐτῆς τῆς Εὐρώπης, ὅταν μάλιστα ὁ τίτλος ἐκεῖνος ῥητῶς ἠκυρώθη ὑπ’ αὐτῆς, ὅταν ἄλλος τίτλος ἐδημιουργήθη, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπεβλήθη μάλιστα, ἐνῷ ὁ ἄλλος δὲν ἦτο κἂν ἐπιβεβλημένος εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ τοιοῦτος προετάθη εἰς ἡμᾶς πρὸς ἀποδοχήν, εὑρισκόμεθα ἆρά γε εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή; Ἐπρόκειτο δηλαδὴ νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, τὴν ἐν Βερολίνῳ; βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό· ἠθέλομεν ἀντιστῆ κατὰ τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Κοντόσταυλος τὸ ἐλησμόνησε, τῷ ὑπομιμνήσκω τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς τε συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ αὐτὸς ἦτο ἔτι πρέσβυς ἐν Λονδίνῳ, δι’ ὧν σαφῶς ἐδηλώθη τῇ Ἑλλάδι, ὅτι ἂν δὲν δεχθῇ ὅ,τι τῇ προσφέρεται, ἀνθίσταται κατὰ τῆς Εὐρώπης. Εἶναι εἰς τὴν σελίδα 229 τῆς λευκῆς βίβλου ὑπ’ ἀριθμὸν 156 τὸ ἓν, καὶ 157 τὸ ἄλλο. «Δήλωσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀνακοινωθεῖσα τῷ Κυρίῳ Κουμουνδούρῳ παρὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρέσβεως αὐτῆς.» «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Βρ. Μεγαλειότητος ἔμαθε μετὰ πολλῆς ἀνησυχίας τὰς ἐν τῇ Βουλῇ γενομένας δηλώσεις κατὰ τὴν 23 Μαρτίου». «Ἐνεφορήθη πάντοτε τῶν φιλικωτέρων πρὸς τὴν Ἑλλάδα αἰσθημάτων, ἀλλ’ οὐδέποτε τῇ παρέσχε τὸ ἐνδόσιμον ν’ ἀπεκδέχηται παρὰ τῆς Ἀγγλίας ἐνέργειαν χωριστὴν καὶ ἐκτὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς ὁμοφωνίας». «Ἄμεσος ἐνέργεια ἐν τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν αἱ Δυνάμεις ἀσχολοῦνται εἰς τὸν συμβιβασμὸν, ἤθελε καταστρέψει τὰς συμπαθείας τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ δὲ τὴν γνώμην της, καὶ τὰς ἁπάσης τῆς Εὐρώπης. Καὶ πρόκειται περὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Τρικούπη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι γνωρίζει ποία Δύναμις δὲν θὰ ἐγκατέλειπεν, ἀλλὰ θὰ ὑπεστήριζεν ἡμᾶς, κατονομάσας μάλιστα ῥητῶς τὴν Ἀγγλίαν. Κρίνατε ὑμεῖς κατὰ πόσον ὠφέλησε τὸ ζήτημά μας ἡ τοιαύτην προκαλέσασα διακήρυξιν δήλωσις ἐκείνη τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ.
§58ΤΙΝΕΣ. Πότε ἐλέχθησαν ταῦτα;
§59ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ταῦτα ἐλέχθησαν ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἤτοι κατὰ τὰ μέσα Μαρτίου τοῦ 1881. Ἀλλ’ ἡ δήλωσις ἡ ἑπομένη, ἡ ὁποία εἶναι καὶ συντομωτέρα, ἐκείνη μαρτυρεῖ εἰς ποίαν οἰκτρὰν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Ἑλλὰς καὶ ποίαν προδοσίαν ἤθελε πράξει ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ, ἂν ἔθετε τὴν Πατρίδα εἰς τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης ὁλοκλήρου καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας. Ἰδοὺ αὕτη: «Τηλεγράφημα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀνακοινωθὲν τῷ κ. Κουμουνδούρῳ». «Εἴπατε εἰς τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν θέλει ἀποχωρισθῆ τῶν λοιπῶν Δυνάμεων καὶ δὲν θέλει παράσχει τὴν ἀρωγήν της ἐν τῇ λυπηρᾷ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἀντιστῆ εἰς τὴν Εὐρώπην». Δὲν ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνδιασκέψεως, διότι δὲν εἴχομεν πλέον τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην ἀκυρωθεῖσαν, εἴχομεν ἀπόφασιν ἄλλην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπρόκειτο νὰ ἀντιταχθῶμεν καθ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἔρχονται καὶ μᾶς λέγουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεπρόδωκε τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀποδεχθεῖσα τοιαύτην τῆς Εὐρώπης ἀπόφασιν ὁριστικὴν καὶ ἀνέκκλητον, καὶ οὕτω ἐπιβαλλομένην! Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἀποδοχῆς, ὡς δὲ πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι οὔτε ἠδύνατο, οὔτε ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, προσθέτω μάλιστα, ὅτι ἂν τὴν συνεκάλει, ἤθελε πράξει ἀναξίαν μηχανοῤῥαφίαν, καὶ ἤθελε συγχρόνως διακυβεύσει ὁλόκληρον τὸ ζήτημα, ὅπερ θὰ ἦτο πράγματι προδοσία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων.
§60ΨΥΛΛΑΣ. Ἀνήγγειλεν ἡ Κυβέρνησις μόνον εἰς τοὺς Πρέσβεις καὶ τοὺς ξένους;
§61ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε τι ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤμην μέλος αὐτῆς, ἀνήκω εἰς τὴν μερίδα ἐκείνην, εἶμαι φίλος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, συμμερίζομαι τὴν γνώμην της καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὑπέχω δὲ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ὡς Ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ τὴν εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο δικαιοῦμαι νὰ ἐξηγῶ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ κατακρίνω τὸ ψεῦδος. (Θόρυβος). Καλλίτερά μου γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι αἱ Συμβάσεις καὶ αἱ Συνθῆκαι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν καὶ κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον, εἶναι πάντοτε ἔργα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα τῆς συνομολογήσεως αὐτῶν ἀπονέμεται εἰς τὸν Βασιλέα. Ὑπάρχει μόνον ὁ περιορισμὸς, ὅτι αἱ Συνθῆκαι, καίτοι πάντοτε ὑπὸ τοῦ Βασιλέως συναπτόμεναι, δὲν λαμβάνουσιν ὅμως ἰσχὺν εἰμὴ ὅταν κυρωθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὦσιν ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς ὑποχρεώσεις ἢ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἐγκύρως ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, εὑρεθεῖσα τὴν 31 Μαρτίου ἀπέναντι τῆς ὁμοφωνίας τῆς Εὐρώπης εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἐκθέσῃ τὴν Ἑλλάδα οὐχὶ πλέον εἰς τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, ἀλλὰ εἰς ἀντίστασιν κατὰ τῆς Εὐρώπης, μὴ παραδεχομένη τὴν σύμβασιν, ἢ νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν, ὅπως μὴ χωρίσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ γενικὸν Εὐρωπαϊκὸν συμφέρον, ἀπεφάσισε νὰ μὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν προσφερομένην γραμμὴν, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ τὴν παραδεχθῇ ῥητῶς, ἐλπίζουσα, ὅτι ἠδύνατο περίστασίς τις ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μεταβάλῃ τὴν θέσιν καὶ τὰς σκέψεις τῶν Δυνάμεων, ἢ κἂν Δυνάμεώς τινος. Δὲν ἀπέῤῥιψε μὲν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπεδέχθη. Τὸ μεσολαβῆσαν διάστημα οὐδεμίαν ἐπήνεγκε δυστυχῶς μεταβολὴν, αἱ δὲ Δυνάμεις συνωμολόγησαν τὴν Σύμβασιν καὶ συνέταξαν συγχρόνως τοὺς ὅρους τῆς Συνθήκης μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, καὶ ἐκλήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπογράψῃ τὴν Συνθήκην ταύτην. Εἶπον ὅσοι δὲν γνωρίζουν τί ἐστὶ Σύμβασις, διατί νὰ ὑπογράψῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις; διατί πρὸ τούτου νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν; Αὐτὸ διὰ τοὺς μὴ μελετήσαντας τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς ἀγνοοῦντας τὴν φύσιν τῶν τοιούτων διαπραγματεύσεων εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὀρθόν. (Θόρυβος).
§62ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος καὶ χάριν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, πρέπει νὰ παύσουν οἱ διάλογοι καὶ οἱ θόρυβοι.
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ῥηγόπουλε, σᾶς εὐχαριστῶ.—Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν, ἢ νὰ ἀποκρούσῃ τὴν γραμμὴν καὶ τὴν Σύμβασιν, ἢ νὰ παραδεχθῇ ἐκείνην καὶ νὰ ὑπογράψῃ τὴν Σύμβασιν. Ὑπέγραψε τὴν Σύμβασιν· ἀλλὰ ὑπογράψασα τὴν Σύμβασιν τὴν ὑπέγραψεν ἆρά γε ἀπολύτως καὶ ἄνευ ὅρου; Τὴν Σύμβασιν ὑπέγραψεν ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλλὰς ἐξ αὐτῆς εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἡ κατάληψις τῆς δι’ αὐτῆς παραχωρουμένης χώρας ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ τάξει, ἤτοι ἄνευ ἀντιστάσεως καὶ δυσχερειῶν. Ὑπαρχούσης αὐτῆς τῆς ἐπιφυλάξεως—καὶ ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισάν τινες παράδοξον—ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν; Ὄχι μόνον δὲν ἠδύνατο, ἀλλὰ, ἐὰν συνεκάλει τὴν Βουλὴν, ἤθελεν ἐκθέσει εἰς κίνδυνον τὸ ἀποτέλεσμα, τουτέστι τὴν ἐν ἡσυχίᾳ καὶ τάξει κατάληψιν, διότι πρόδηλον εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐρχομένη θὰ ἐπεκύρου τὴν Σύμβασιν, αὕτη δὲ ἤθελε κατασταθῆ ὁριστικῶς νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ ὅρου. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα προενόησεν, ὅτι τότε μόνον αἱ τοιαῦται Συμβάσεις ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ἡ ὑποβολὴ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Διεκινδύνευε δὲ ἡ ἐκτέλεσις τῆς Συμβάσεως, ἑπομένως διεκινδύνευον ὕψιστα συμφέροντα τῆς χώρας, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν παρῃτούμεθα τοῦ ὅρου ἐκείνου. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δύναταί τις, εἰλικρινῶς τὰ πράγματα ἐξετάζων, νὰ ἀνεύρῃ λόγον τῆς μὴ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς πολὺ οὐσιωδέστερον. Ὅπως εἶχον τὰ πράγματα κατὰ τὰς στιγμὰς ἐκείνας, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἡ Βουλή, συγκαλουμένη τότε, ἀδύνατον ἦτο ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης, μεταβάλλουσα μάλιστα τὴν προτέραν γνώμην αὐτῆς. Πρόκλησις τοιαύτη πρὸς τὴν Βουλήν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, μηχανοῤῥαφία, διότι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς πρόθεσις πρὸς τὴν ἐκ συναρπαγῆς ἀποδοχὴν τῆς Συμβάσεως. Αὐτὴν τὴν πεποίθησιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις—καὶ συνεζήτησα ὡς φίλος μετ’ αὐτῆς—ὅτε ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην. Δι’ αὐτοὺς τοὺς δύω λόγους, πρῶτον διὰ νὰ μὴ προσκόψῃ ἡ ἐν ἡσυχίᾳ ἐκτέλεσις τῆς Συμβάσεως, ἥτις μόνον οὕτω καθίστατο ὑποχρεωτικὴ δι’ ἡμᾶς, καὶ δεύτερον διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑλλάδος ἀφηρπάγη ἡ περὶ αὐτῆς ἀπόφασις, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην, πράττουσα αὐτὴ ἀσφαλῶς ὅ,τι, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ἀπροσδοκήτως μεταβολῆς καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ἂν ἡ Κυβέρνησις συνεκάλει τὴν Βουλήν, θὰ ἔπραττεν ἡ Βουλὴ ἄνευ τοῦ ἐξασφαλίζοντος τὴν ἐκτέλεσιν ὅρου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος θέλει συνεχίσει τὴν ἀγόρευσίν του αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7½ μ. μ.