1882.03.12
2.167 στίχοι · 17.525 λέξεις · 104 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
τῇ 12 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐκπροθέσμων περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεων τῶν κληρωτῶν τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἐτῶν 1881 καὶ 1882. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας Θεσσαλικὰς καὶ Ἠπειρωτικὰς ἐπαρχίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§2Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατεπροδόθη ὁ Ἑλληνισμός, ἐσφαγιάσθη τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος, ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλάς· ἰδοὺ ὁ ἀφορισμός, τὸν ὁποῖον ἐξέφερε καθ’ ἡμῶν ὁ κ. Κοντόσταυλος. Ἐπίστευον ὅτι ἄνθρωπος σπουδαῖος, ὑπηρετήσας ὡς πρέσβυς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὑπηρετήσας τὴν πολιτικὴν, περὶ ἧς πρόκειται, ἐπίστευον, ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει νὰ εἴπῃ τοιαῦτα, ἐὰν δὲν ἔφερε πράγματα καὶ γεγονότα ἀνὰ χεῖρας ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, σᾶς ἡτοίμασα συμμαχίας, σᾶς ἐπρομήθευσα βοηθείας, καὶ κατώρθωσα ν’ ἀποφύγητε τὸν δεῖνα κίνδυνον, κατώρθωσα νὰ ἑτοιμάσω τὴν δεῖνα εὐτυχῆ περίστασιν ὑπὲρ ὑμῶν. Ἐὰν, λέγω, δὲν εἶχεν ἀποδείξεις καὶ πράγματα, ἤλπιζον ὅτι δὲν ἤθελε τολμήσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους, νὰ κατηγορήσῃ πολιτικὴν καὶ ἄνδρας, πρὸς τοὺς ὁποίους ἕως τῆς χθὲς ἔτι ἐπηγγέλλετο φιλίαν εἰλικρινῆ καὶ ἀπαραμείωτον ὑπόληψιν. Ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ ὑπόληψιν εἰς τὴν κρίσιν του ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν διάνοιάν του, δὲν ἔπρεπε, στηριζόμενος ἐπὶ ἁπλῶν ὑποθέσεων, νὰ ἐξαγάγῃ αὐθαίρετα συμπεράσματα, καὶ νὰ εἴπῃ καθ’ ἡμῶν ὅσα εἶπεν, ἀφοῦ προοιμιαζόμενος ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν θέλει κάμει χρῆσιν τῶν μυστηρίων τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ πάλη δι’ ἀποσιωπήσεων δὲν εἶναι οὔτε γενναία, οὔτε εὐγενής· εἶναι πάλη ἐξ ἐνέδρας, εἶναι πάλη ἰδίᾳ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀποσιωπήσεων συνειθίζουσι νὰ συκοφαντῶσι τοὺς ἀντιπάλους αὑτῶν. Ἔπρεπεν ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἂν τῳόντι εἶχε πράγματα, ἂν τῳόντι εἶχε γεγονότα, νὰ φέρῃ ταῦτα καθ’ ἡμῶν· ἄλλως, ὤφειλε νὰ σιωπήσῃ, δὲν ἐπετρέπετο εἰς αὐτὸν δι’ ἀποσιωπήσεων νὰ καταφερθῇ ἐναντίον ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὑπηρέτησε.
§3ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα τοιαῦτα.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζετε, κύριε, ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν ὅ,τι εἴπετε; νομίζετε, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας ἢ ἡ τυχὸν καλλιέπεια τοῦ λόγου σας ἐπροξένησεν αἴσθησιν; Ὄχι· ἐντύπωσιν δύναται νὰ προξενήσῃ μόνον ὁ ὄγκος, τὸν ὁποῖον ἐκ τῆς θέσεώς σας φέρετε, καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦμαι ὑπηρέτησας καὶ διεχειρίσθης τὰ πράγματα, γνωρίζεις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτά· μετὰ τοσαύτης δὲ πικρίας κατηγορῶν ἡμᾶς, ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι μυστήριόν τι γνωρίζεις, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε νὰ σὲ πείσῃ, ὥστε νὰ καταφερθῇς ὅπως χθές. Ἐὰν ἔλειπε τοῦτο, ἐὰν ἔλειπεν ἡ ὑπόνοια, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις σου γεννᾷ, οὐδεμίαν ἤθελον δώσει προσοχὴν εἰς ὅσα εἶπες· αὐτὸ μὲ ἠνόχλησε μᾶλλον.
§5ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. .. (Θόρυβος)
§6ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, παρακαλῶ, μὴ διακόπτητε.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι κατὰ παραδρομὴν δὲν ἐδημοσιεύθησαν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κοντόσταυλος ἔστειλεν ἐκ Λονδίνου, μολονότι ἐδόθησαν πρὸς δημοσίευσιν· ἅμα παρατηρήσας τοῦτο χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἔσπευσα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν δημοσίευσιν αὐτῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν ἠδύνατο νὰ μοὶ τὰ δώσῃ, διότι δὲν εἶναι δημοσιευμένα· διαφωνῶ, ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει τοῦτο, ἵνα φανερωθῇ ἡ ἀλήθεια. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον καὶ τὸν ἐρωτῶ: ἡ ἀμετάβλητος πολιτικὴ, ἡ διαρκὴς πρό τινος τοῦ ἀγγλικοῦ ὑπουργείου δὲν ὑπῆρξεν ἡ σύμπραξις μετὰ τῶν ἄλλων δυνάμεων καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ἄλλως, ἴδετε τὶ γίνεται εἰς Αἴγυπτον χάριν τῆς συμπράξεως.
§9ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων τῆς Ἰρλανδίας δὲν περιώριζε τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο; καὶ ὑμεῖς δὲν ἀνεφέρατε τοῦτο πολλάκις εἰς τὴν Κυβέρνησιν; ὡσαύτως δὲν ἀνεφέρατε ὑμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν 16 Ἀπριλίου, ὅτι ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ τὸ ὑπουργεῖον ἀπεφάσισε νὰ μὴ χωρισθῇ τῆς ἄλλης Εὐρώπης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; καὶ τὴν 12 τοῦ ἰδίου μηνὸς δὲν ἀνηγγείλατε ἐπίσης, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις μᾶς ἠρνήθη τὴν συνδρομήν της, καὶ ὅτι, σᾶς εἶπον, οὐδεμίαν βοήθειαν θέλει δώσει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔλθῃ εἰς πόλεμον; καὶ ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς δὲν ἐγράψατε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις καὶ ὁ πρίγκιψ τῆς Οὐαλίας σᾶς συνεβούλευσε καὶ σᾶς προέτρεψε νὰ γράψητε εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης;
§11ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα· δὲν ἠρνήθην τίποτε ἀπὸ αὐτὰ εἰς τὸν λόγον μου.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πιστεύω ὅτι λέγουσα ταῦτα ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις, δὲν ἐκαραδόκει τὸν πόλεμον διὰ νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειαν ἡμῶν· ἐὰν ἐγνώριζε τοῦτο ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὤφειλε νὰ μᾶς τὸ ἀναγγείλῃ· ἄλλως, κακῶς ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα του, ἢ κακῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε χθές, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦτο προδιατεθειμένη καὶ ἠναγκασμένη, περιστάσεως δοθείσης, νὰ μᾶς χορηγήσῃ συνδρομὴν καὶ βοήθειαν.
§13ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτό.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν, κύριοι, δεδομένον ἀπὸ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ὅτι ἐπιμόνως ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις συνεβούλευσε τὴν Ἑλλάδα νὰ ὑπογράψῃ τὴν Σύμβασιν καὶ νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης καὶ ποτὲ δὲν μᾶς εἰδοποίησεν οὗτος περὶ τοῦ ἐναντίου. Κακῶς ἔπραξε λοιπὸν εἰπὼν ὅσα εἶπε χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα τοιαῦτα.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐξ ἄλλων πολλῶν, κύριοι, ἐγνώριζον καὶ ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Κοντοσταύλου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸν Φεβρουάριον ἔλαβον, ἔγνων, ὅτι δύω ἀποκλειστικῶς ἰδέας εἶχεν ὡς βάσεις ὁ κ. Κοντόσταυλος καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐστήριξεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ὅλας τὰς σκέψεις του. Πρῶτον, ὅτι ἠδυνάμεθα τὸν πανικὸν φόβον εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ στρατιωτικῶν παρασκευῶν νὰ ἐνσπείρωμεν· μ’ ἔγραφε τὸν Φεβρουάριον: τὸ ζήτημά μας ἐξήρτηται ἐκ τοῦ φόβου, ὃν ἐμπνέομεν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ φόβος παύσῃ, τὸ ζήτημά μας κατεστράφη· ἐντείνατε λοιπὸν τὰς παρασκευάς· καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἦτο πάντοτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὤφειλε νὰ πολεμήσῃ. Ἀληθῶς ἡ περίστασις αὕτη, ἐπρόσθετε, θέλει ὠφελήσει τὸ Σλαυικὸν στοιχεῖον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἄλλως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πράξωμεν· ἄλλως, ἡ Εὐρώπη εἶναι ὑπόχρεως νὰ μᾶς βοηθήσῃ, διότι ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν της εἰς συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψε, καὶ θέλει τὴν σεβασθῆ. Δύω λοιπὸν εἶναι αἱ κεντρικαὶ ἰδέαι τοῦ κ. Κοντοσταύλου καὶ ἐπὶ τῶν δύω αὐτῶν ἐστήριξε χθὲς τὰ ἐπιχειρήματά του· πρῶτον, ὅτι ἐκ φόβου τοῦ πολέμου ἡ Εὐρώπη δὲν ἤθελεν ἐπιτρέψει τὸν πόλεμον, καὶ δεύτερον ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἤθελε μᾶς βοηθήσει, διότι ὑπέγραψε τὸ Πρωτόκολλον. Καὶ εἶχε δίκαιον ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὁ κ. Κοντόσταυλος, ἐφ’ ὅσον τὸ Πρωτόκολλον ὑφίστατο ἀκέραιον, καὶ ἀπορῶ διατὶ ἐναντίον ἐμοῦ προτείνει τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐπανέλαβε, καὶ δὲν τὸ προέτεινε πρότερον, ἐνῷ, ὑφισταμένου τοῦ Πρωτοκόλλου, ἠδυνάμεθα ἐπιτυχέστερον νὰ ἐνεργήσωμεν; Ἠκούσατε χθὲς, κύριοι, ἐπαναληφθεῖσαν τὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πρωτότυπος, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου ἀποτελεῖ συνάλλαγμα ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς ὑπογράψαντας, καὶ ὅτι εἶναι ἐν ἰσχύϊ ὁλόκληρον ἔτι. Τὴν θεωρίαν ταύτην τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἄλλοτε, στηριζομένην μάλιστα καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Καὶ ἐκοπίασεν ὁ κ. Κοντόσταυλος νὰ σᾶς πείσῃ χθὲς, ὅτι τὰ δικαιώματά μας εἰσὶν ἀναμφισβήτητα καὶ ἐσκιαμάχει καὶ ἐνόμιζεν, ὅτι πράττει τι εὔλογον. Ἀλλὰ τί ὠφελεῖ ἡμᾶς ἂν πεισθῶμεν, ὅτι ἔχομεν ἀναμφισβήτητα δίκαια, ὅτι τὸ πρωτόκολλον μένει ἀμετάβλητον καὶ ὑποχρεωτικόν; Τὴν εὐγλωττίαν του, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην, ὤφειλε νὰ ἐξαντλήσῃ ὁ κ. Κοντόσταυλος ἐκεῖ ὅπου τωόντι ἠδύνατο νὰ φέρῃ καὶ ἀποτελέσματα. Ἐποιήσατο χρῆσιν αὐτῆς καὶ δὲν ἠκούσθη; ἢ ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο τόπος ἐκεῖ νὰ λαλήσῃ; Καὶ τί σημαίνει, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ὅλη ἡ Ἑλλὰς πεισθῇ, ὅτι ἔχομεν δίκαιον; Πρόκειται περὶ τούτου; Θὰ λύσωμεν θεωρητικῶς τὰ ζητήματα τοῦ δικαίου, τὰ ὁποῖα τὸ συμβόλαιον μᾶς ἀποδίδει; Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν, τὸ ὁποῖον ἀνῄρεσε τὴν ὑπογραφήν του, ἐὰν καὶ μετὰ τὴν ἀναίρεσιν αὐτῆς ἀναδέχηται καὶ θέλῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καὶ νὰ μᾶς βοηθήσῃ, πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν Εὐρώπην, ἀναιρέσασαν ἢ τροποποιήσασαν τὰ ἀποφασισθέντα διὰ τῆς ὑπογραφῆς της, νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ, ἵνα διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας. Ἐνόσῳ, κύριοι, δὲν κατορθώσωμεν τοῦτο, δηλαδὴ νὰ πείσωμεν τὴν Εὐρώπην, εἰς περίστασιν διαφωνίας μετὰ τῆς Τουρκίας, νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ὅτι ἡ τιμὴ αὐτῆς δὲν ἀπαιτεῖ μᾶλλον νὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδέχθη τὴν ἀπόφασιν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Τουρκία, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς Δυνάμεως ἐκείνης, ὑπὲρ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεκρούσαμεν καὶ δὲν ἐδέχθημεν τὴν ἀπόφασίν της, καὶ πῶς ἡ Εὐρώπη εἰς περίστασιν ῥήξεως ἤθελεν εἰπεῖ εἰς τὴν Τουρκίαν: ὑπήκουσες; σὲ τιμωρῶ· εἰς ἡμᾶς δὲ, παρηκούσατε; βραβεύεσθε. Ὁ λόγος λοιπὸν, ἐφ’ οὗ ἐστήριζε τὰ ἐπιχειρήματά του ὁ κύριος Κοντόσταυλος ἐξέλιπε. Καὶ αὕτη, κύριοι, ἦτο ἡ κυρία ἰδέα ἡμῶν καὶ ἐπὶ τῇ ἠθικῇ ταύτῃ ὑποχρεώσει τῆς Εὐρώπης στηρίζομεν ὅλας τὰς ἐνεργείας καὶ ὅλας τὰς θυσίας μας. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; «Ὁ ἐχθρός μας εἶναι ἰσχυρότατος, καὶ μὲ 60 ἢ 80 χιλιάδας στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καταβάλωμεν, ἡ δύναμις αὕτη δὲν ἀρκεῖ, διατί παρασκευαζόμεθα λοιπόν; διότι ἠλπίζαμεν νὰ ἔχωμεν ὄπισθεν ἡμῶν μίαν Δύναμιν, ἂν ὄχι τὴν Εὐρώπην ἅπασαν, ἡ ὁποία ἐσυνείθισε καὶ συνηθίζει νὰ τιμᾷ τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς. Ἔχομεν τὴν ὑπογραφὴν αὐτῆς τῆς Δυνάμεως, καὶ ὅταν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβωμεν τὰ ὅπλα, ἡ Δύναμις αὕτη δὲν θέλει μᾶς ἐγκαταλείψῃ· ἰδοὺ διατὶ παρεσκευαζόμεθα καὶ ὑπεβαλλόμεθα εἰς τοσαύτας θυσίας, διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν ὄχι μόνοι μας. Αὐτὸ σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ τοῦτο παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, διότι εἶναι ὀρθόν. Καὶ ὅταν αἱ Δυνάμεις αὗται μᾶς λέγωσι: τροποποιοῦμεν τὴν ἀπόφασίν μας, σᾶς συνιστῶμεν τὴν νέαν, καὶ δι’ αὐτὴν ἀναδεχόμεθα νὰ σᾶς συνδράμωμεν, ἄλλως πράξετε ὅ,τι θέλετε ὑπ’ εὐθύνην σας. Ὅμως δὲν ἐμήνισαν οὕτω τὸν λόγον τὸν ἀρχικὸν καὶ τὴν κυρίαν αἰτίαν, ἡ ὁποία οὐσιωδῶς ἐνεψύχωνε τὰς ἐνεργείας μας; Καὶ δυνάμεθα πλέον νὰ ἐλπίσωμεν ἢ νὰ θεωρήσωμεν ἡμεῖς ὑπόχρεων τὴν Εὐρώπην καὶ νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ τὴν συνδρομὴν αὐτῆς, ἐνεργοῦντες παρὰ τὴν θέλησίν της; Καὶ κυρίως αὐτὸ μόνον ἦτο πρὸ πάντων, ἐφ’ οὗ στηριζόμενος ὁ κ. Κοντόσταυλος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ σμικρότητι τῆς διανοίας ἡμῶν δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὑψωθῶμεν εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ὑψωθῶσι νόες ἔξοχοι καὶ πολυπράγμονες, ἵνα κατανοήσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν τὴν ἀληθῆ, τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ ὁδηγήσωμεν τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τούτου, δηλαδὴ τῆς ἐκλειψάσης ὑποχρεώσεως, ἠλπίζομεν τῳόντι εἰς ταχεῖαν καὶ πραγματικὴν συνδρομήν; Ἡ ἱστορία, τὰ προηγούμενα ἡμῶν τί μᾶς διδάσκουσιν; ἐτύχαμεν τῆς προστασίας τῆς Εὐρώπης, ἀφοῦ ἐπὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη ἀγωνιζόμενοι ἐχύσαμεν ἄφθονον αἷμα· ἠλπίσαμεν ἐπὶ τὴν προστασίαν τῆς Εὐρώπης, ὅταν ἀφθόνως τὸ αἷμα ἐχύνετο ἐν τῇ ἡρωϊκῇ Κρήτῃ, καὶ ὅμως ἡ Εὐρώπη ἀργὰ εἶπεν αὐτῇ: μεῖνε εἰς τὴν δουλείαν, καὶ ἡ Κρήτη ἔμεινεν. Ἤλπισαν ἐπὶ τὴν προστασίαν τῆς Εὐρώπης ἄλλοι λαοὶ ἐπαναστατήσαντες εἰς τὴν Ἀνατολήν· ἡ προστασία τῆς Εὐρώπης οὐδὲν ἔπραξεν ὑπὲρ αὐτῶν· ἐὰν πολιτικοὶ λόγοι καὶ τὰ συμφέροντα ἑτέρας Δυνάμεως δὲν ἐξεβίαζον τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, καὶ ἡ Σερβία καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ ἤθελον εἶσθαι σήμερον συντετριμμένοι. Ἐπὶ τὴν προστασίαν τῶν συμβάσεων ἤλπισεν ἡ Δανία. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι συνθήκη, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἠγγυᾶτο τὰ Δουκάτα εἰς τὴν Δανίαν, καὶ ἡ συνθήκη ἐχρονολογεῖτο ἀπὸ τὰ 1852· ὅταν δὲ ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα εἰς τὴν Γερμανίαν νὰ καταλάβῃ τὰ Δουκάτα ταῦτα, αἱ πλεῖσται τῶν Δυνάμεων, ἡ Ἀγγλία, ἡ Ῥωσσία καὶ ἡ Σουηδία ἐπέμενον ὑπὲρ τῆς Δανίας, σεβόμεναι τὰς ὑπογραφάς των, καὶ ἤθελον νὰ ἀπομακρύνωσι τὸν κίνδυνον καὶ τὴν ἐπιδρομὴν ἡ Γαλλία, τὴν νέαν ἀρχὴν τῶν ἐθνικοτήτων προτάξασα, ἀπεσύρθη, καὶ τοῦτο ἤρκεσεν, ὥστε νὰ λησμονηθῶσι καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν συνθηκῶν καὶ αἱ ὑπογραφαὶ τῶν συμφωνιῶν καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀτυχὴς Δανία εἰς τὴν καταστροφήν. Ἡ ἱστορία λοιπὸν δὲν μᾶς ἐνισχύει, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ταχεῖαν τοὐλάχιστον συνδρομήν. Καὶ δὲν λέγω ἐγὼ ὅτι ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν καταστροφήν· βεβαίως ὄχι· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ ὑπὸ τὸ βάρος ὅλων τῶν συνεπειῶν ἀτυχοῦς ἴσως πολέμου καὶ ἤθελον ἀπολεσθῆ αἱ νέαι ἐπαρχίαι αἱ ἐλευθερωθεῖσαι, διότι δὲν πιστεύομεν ὅτι εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἠθέλομεν ἀτυχῶς νικηθῆ, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰς ἐπαρχίας. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ πρῶτος λόγος, τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Κοντοσταύλου, ἐφ’ οὗ ἐστήριξε τὴν καθ’ ἡμῶν κατηγορίαν, ὅτι δὲν ἐνηργήσαμεν μὴ κατανοήσαντες, ὅτι ἡ Εὐρώπη, δεσμευμένη ὡς ἐκ τῆς ὑπογραφῆς της καὶ ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων, ἤθελε μᾶς συνδράμει, ὁ πρῶτος αὐτὸς λόγος, λέγω, τὸ πρῶτον αὐτὸ ἐπιχείρημα πίπτει ἀφ’ ἑαυτοῦ.... Ἀλλ’ ἐφοβεῖτο ἡμᾶς ἡ Εὐρώπη; Ἐφοβεῖτο, ὅτι ἡμεῖς τῳόντι ἠδυνάμεθα ν’ ἀνάψωμεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν τὴν πυρκαϊὰν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀναφλέξει καὶ αὐτὴν, καὶ ἤθελε σπεύσει διὰ τοῦτο νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ ἢ νὰ ἐπέμβῃ ὑπὲρ ἡμῶν; Κύριοι, εἶναι μωρία, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ λέξις, νὰ νομίζωμεν, ὅτι γνωρίζομεν μόνοι ἡμεῖς καὶ τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ τὴν στρατιωτικὴν κατάστασιν καὶ τὴν θέσιν καὶ τὴν στρατιωτικὴν κατάστασιν τῶν πέριξ ἡμῶν κάλλιον ἢ ὅσον ἡ Εὐρώπη γνωρίζει, καὶ νὰ πιστεύωμεν ἡμεῖς, ὅτι δὲν εἶναι γνωστὴ ἡ ἀξία τῶν ἔργων ἡμῶν, καὶ ποῖον δύνανται νὰ φέρωσιν ἀποτέλεσμα καὶ ποῖοι ἕπονται κίνδυνοι· νὰ νομίζωμεν ἡμεῖς, ὅτι, ἐὰν σπουδαίως τῳόντι δὲν ἀπειλοῦμεν, ὅτι ἤθελε τὸ ἀγνοεῖ ἡ Εὐρώπη, ὅτι αἱ παρασκευαὶ ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐμπνεύσωσιν ἀληθῶς φόβον, ὅτι ἡ Εὐρώπη θὰ ἠπατᾶτο· νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν γνωρίζει κάλλιον ἡμῶν ὁποία ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς ἐν γένει καὶ αἱ σχέσεις τῶν λαῶν ἐκείνων καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς αὑτήν. Καὶ ὅταν ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καλῶς, ὅτι οὐδεμίαν ἐλπίδα ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐκεῖθεν συνδρομῆς ἢ συμπράξεως, πιστεύετε, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἠγνόει ταῦτα; Πιστεύετε, ὅτι ἔτρεμεν ἀληθῶς μήπως τὸ πρῶτον πυροβόλον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν ῥίψει, ἤθελεν ἀναστατώσει τὴν Ἀνατολὴν καὶ αὐτὴν κατόπιν; Καὶ πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἐγνώριζεν, ἢ δὲν γνωρίζει τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπανάστασις ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, τί σημαίνει καὶ τί δύναται αὕτη; Διηύθυνα, κύριοι, κατὰ δυστυχίαν ἐπαναστάσεις καὶ γνωρίζω, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις δύνανται σπουδαῖαι νὰ ὦσι καὶ νὰ τελεσφορήσωσι συμπορευόμεναι μετὰ τροπαιοφόρου στρατοῦ ἑπομένως, ἵνα ἐλπίσωμεν ἀπὸ τὰς ἐπαναστάσεις ἐκείνας, ἔπρεπεν ὁ στρατός μας τροπαιοφόρο νὰ ὁδεύσῃ πρὸς αὐτάς. Ἐπὶ μακρὸν διετέλει ἀσπαίρουσα καὶ κεκμηκυῖα ἡ Τουρκία· εἴδετε τότε προσπάθειάν τινα σπουδαίαν, οὐσιώδη πρὸς ἀποτελεσματικὰς ἐπαναστάσεις; εἴδετε ἀγωνιζομένους λαοὺς ὅλους ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν; Καὶ νομίζομεν ἡμεῖς, ὅτι τῷ ὄντι ἐπίστευε καὶ ἐφοβήθη ἡ Εὐρώπη ταῦτα; Δὲν ἐγνώριζεν ἡ Εὐρώπη τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων; Ἐπερίμενε νὰ τὴν μάθῃ ἀπὸ τὸν κ. Κοντόσταυλον; Ἀλλὰ ἀπὸ ἡμᾶς ἔλαβε τὰς πληροφορίας ἡ Εὐρώπη, ὡς ἠκούσατε, τὰς ἔλαβε πρὸ πολλοῦ, καὶ ὅταν ἐλέγομεν δὲν ἀπειλοῦμεν ὡς ἀνίσχυροι, ἐσπεύδομεν μόνον νὰ συμπράξωμεν μετ’ αὐτῆς. Καὶ ἀνεπτύχθη τοῦτο δημοσίως ὑπὸ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν φιλοπολέμου κ. Τρικούπη, ὡς πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Κοντοσταύλου. Καὶ τί νομίζετε; ἐπίστευεν ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, παρουσιαζόμενος καὶ ζητῶν νὰ μάθῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἠπείλει καὶ ἔλεγε συγχρόνως πρὸς αὐτὴν, «τέλος πάντων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι ὁ ἀγγλικὸς στόλος θέλει ἐμποδίσει τὴν Τουρκίαν νὰ μᾶς προσβάλῃ; Ὅταν οἱ Ἄγγλοι ὑπουργοὶ ἤκουον ἡμᾶς καυχωμένους, ἀπειλοῦντας, καὶ συγχρόνως προστασίαν αἰτοῦντας κατὰ τοῦ τουρκικοῦ στόλου, νομίζετε, ὅτι δὲν μᾶς ἐλεεινολόγησαν; Δὲν ἐκάγχαζον οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, ἀκούοντες ἀπειλὰς καὶ αἰτήσεις προστασίας ταὐτοχρόνως, πράγματα ἀντίθετα, ἀνταλληλαναιρούμενα; Τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Εὐρώπης τὸν γέλωτα προὐκάλει μόνον. Ἰδοὺ, κ. Κοντόσταυλε, ποῖαι κακαὶ πληροφορίαι μᾶς ἔβλαψαν πιθανόν. Δὲν ἠδύνατο λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἔχῃ οὐδένα φόβον ἡ Εὐρώπη, διότι, καὶ ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, τὸν ἐξεμηδένισαν αἱ πληροφορίαι, ἃς εἴδατε· οὔτε ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος ἔτρεμεν ἐνώπιον τοῦ κινδύνου, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν τυχὸν προκαλέσει. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ, ἵνα χρησιμεύσωσιν αἱ σκέψεις του καὶ οἱ συλλογισμοί του ὡς χρησμοὶ ἀσφαλεῖς, δὲν ἔπρεπε, σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τὴν θέσιν του, νὰ μεταχειρισθῇ ἐναντίον ἡμῶν γλῶσσαν, ἧς ἐποιήσατο χρῆσιν καὶ ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐκ τῶν ὁποίων ἀντίθετα ὅλως διόλου συμπεράσματα ἐξάγομεν ἡμεῖς, ὡς βλέπετε. Δὲν ἐπίστευον ἄνθρωπος ὡς ὁ κ. Κοντόσταυλος, δημόσιος ἀνὴρ καὶ πρέσβυς, κατὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν ὑπηρέτησε μέχρις ἐσχάτων, ἄνευ ἀποδείξεως οὐδεμιᾶς καὶ ἄνευ πραγμάτων, νὰ ἐκφέρῃ ἐναντίον μας κατηγορίαν τοιαύτην· ὤφειλε μᾶλλον νὰ ὑπογράψῃ κατηγορητήριον· τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον δι’ ἡμᾶς, διότι ἡ ἀξία τῶν λόγων του καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν του ἤθελεν οὕτω κριθῆ ἀπὸ ἀνθρώπους ἀμερολήπτους, ἀπαθεῖς καὶ τιμίους, καὶ ἤθελε μάθει τότε ὁ πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος νὰ περιορίζηται ἐντὸς τοῦ ὀρθοῦ, τῆς τιμῆς καὶ τοῦ εὐπρεποῦς· φερόμενος οὕτως, ὡς ἐφέρθη, κατὰ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, θὰ δώσῃ ἴσως ἐχέγγυα, ἀλλὰ μὲ ζημίαν του. Βλέπετε ὁποία ἡ ἀξία καὶ τῆς δευτέρας αὐτοῦ ὑποθέσεως. Κύριοι, διατί ἠτιμάσθη ἡ Ἑλλάς; Ἰδοὺ ἡ τρίτη κατηγορία. Τὸ πρωτόκολλον δὲν μεταβάλλει τὴν σχέσιν ἡμῶν πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν· ἀλλοίμονον, ἂν μετεβάλλοντο τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου, ἢ ἐὰν ἀπεκτῶντο ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου μόνον, διότι τότε οἱ ἐκτὸς τοῦ πρωτοκόλλου ἀδελφοὶ τί γίνονται; ποία εἶναι ἡ θέσις των; Τὰ δικαιώματα ἡμῶν καὶ αὐτῶν ἔχουν ἄλλην βάσιν, ἄλλον λόγον, ἄλλην πηγήν. Τί προσέθηκε τὸ πρωτόκολλον; Τὸ πρωτόκολλον, ἀναγράψαν ἠθικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Εὐρώπης πρὸς μερικοὺς ἐκ τῶν δούλων ἀδελφῶν καὶ πρὸς ἡμᾶς, δὲν μετέβαλε τὰ πράγματα· ἡ Εὐρώπη τὰς ὑποχρεώσεις της αὐτὰς περιορίσασα καὶ ἀναιρέσασα ἐν Κωνσταντινουπόλει, μετέβαλεν ἁπλῶς τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς ἡμᾶς καὶ τοὺς δούλους λαοὺς, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας· ἠλαττώθη ἡ ἐγγύησις τῆς Εὐρώπης καὶ περιωρίσθη ἐντὸς τῆς Θεσσαλίας, ἐντὸς τῆς Ἄρτης. Ἀλλ’ ἡ Ἤπειρος, ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπην, διατελεῖ εἰς τὴν ἰδίαν ἀρχικὴν σχέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Εὐρώπη πρὸς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας τοὺς ἐν τῇ δουλείᾳ. Τὸ πρωτόκολλον δὲν καθιερώνει δικαιώματα· τὸ πρωτόκολλον ὑπόσχεται συνδρομήν· ἄλλο πρωτόκολλον, ἄλλη πρᾶξις, ἀρνουμένη ἢ περιορίζουσα τὴν συνδρομὴν αὐτὴν, δὲν μεταβάλλει διόλου τὰς σχέσεις ἡμῶν, τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν, τὴν θέσιν ἡμῶν πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας, καὶ ἑπομένως ὁποία ἦτον ἡ σχέσις καὶ τὰ δικαιώματά μας τὴν ἐπιοῦσαν τῆς Συμβάσεως, αὕτη ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι μέχρι σήμερον. Καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπόφασιν ἢ σύμβασιν εἴχομεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ παράπονα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀδελφῶν ὑπ’ εὐθύνην μας ὅμως. Καὶ ἤδη τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχομεν, οὐδὲν ἀπωλέσαμεν· τοῦτο μᾶς εἶπεν ἡ Εὐρώπη. Τοῦτο ἐδέχθημεν καὶ ἡμεῖς· καὶ σήμερον λοιπὸν οὐδεὶς μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν ὑπ’ εὐθύνην μας καὶ νὰ πολεμήσωμεν ὑπὲρ αὐτῶν. Μήπως ἡμεῖς, δεχόμενοι τὴν Σύμβασιν, ἠρνήθημεν κανὲν δικαίωμα; Μήπως παρητήθημεν κανενὸς τοιούτου; Μήπως ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν νὰ μὴ προστατεύσωμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν; Μήπως ἡμεῖς εὕρομεν ἀγωνιζομένους ἀδελφοὺς καὶ ἠδιαφορήσαμεν; Μήπως ἡμεῖς ὠθήσαμεν ἀδελφοὺς εἰς ἀγῶνας καὶ τοὺς ἐγκατελείψαμεν; Λοιπὸν κατὰ τί ἡ Ἑλλὰς παρεβίασε τὸν λόγον της. Ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν της καὶ ἐπρόδωκε τὰ δικαιώματά της καὶ ἠτιμάσθη; Ἂν νομίζωμεν, ὅτι τωόντι πρέπει νὰ ἐξασκήσωμεν αὐτὰ σήμερον, ἂς τὸ πράξωμεν. Διατί καὶ σήμερον δὲν τὸ πράττομεν; Ποῖος λόγος μᾶς ἐμποδίζει νὰ πολεμήσωμεν ὑπὲρ τῶν Ἠπειρωτῶν; Διατί καὶ χθὲς, ὅταν παρουσιάσθη ἡ Σύμβασις, δὲν ἐλέγετε ὄχι, δὲν ἀναγνωρίζομεν τὰ πραχθέντα, θέλομεν νὰ μείνωμεν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἔθεσε τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, ἡ Σύμβασις περιέχει ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων μερῶν, δὲν τὴν δεχόμεθα; Μήπως μετὰ τὴν Σύμβασιν ἡ θέσις μας δὲν ἐβελτιώθη; Μήπως ἕως σήμερον δὲν ηὔξησαν καὶ δὲν συνεπληρώθησαν αἱ προμήθειαί μας; Μήπως τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἡτοιμάζοντο δὲν ἔφθασαν; Μήπως ἀντὶ τῆς Οἴτης δὲν ἔχομεν ὅρια τὸν Ὄλυμπον καὶ πλησιέστεροι δὲν δυνάμεθα καλλίτερον νὰ ἐνεργήσωμεν; Μήπως εἰς τὰς δυνάμεις μας δὲν προσετέθησαν 30,000 στρατοῦ καὶ 200,000 συμπολῖται; Μήπως ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, σῶος καὶ ἀκέραιος δὲν μένει εἰς τὰς ἑστίας του περιμένων; Κατὰ τί λοιπὸν καθυστεροῦμεν σήμερον; εἰς καλλιτέραν μάλιστα εὑρισκόμεθα κατάσπασιν. Ὄχι λοιπὸν λόγια καὶ παλληκαριὲς μακρὰν τῶν κινδύνων. Τὰ λόγια, κύριοι, δὲν ἀξίζουν πέντε ὁλόκληρα ἔτη ἡ Ἀνατολὴ ἐφλέγετο, τὸ πυροβόλον ἐκρότει ἐκεῖ, τὸ αἷμα ἔῤῥεε καὶ αἱ περιστάσεις ἦταν κατάλληλοι· διατί οὐδεὶς εἶπε τότε: εἰς τὸν πόλεμον; Οὐχὶ οὐδείς, τὸ εἶπεν ὁ λαὸς τότε, ὅταν ἔπρεπε νὰ τῷ εἴπῃ· τὸ εἶπεν ὁ λαὸς, ὅταν ἀφήσαμεν νὰ παρέλθῃ μάτην ἡ περίστασις τῆς Πλεύνας· ἐνθυμεῖσθε τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ τότε. Παρετηρήσατε ὅμως ὁποίαν διαγωγὴν ἔδειξε καὶ εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν περίστασιν; Ἀπηντήσαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπίτηδες μὲ τρόπον διφορούμενον· ἠξεύρετε διατί; ἐζητοῦμεν πρῶτον καιρὸν διαπραγματεύσεων νέων, καὶ δεύτερον διότι ἠθέλαμεν νὰ μάθωμεν τὰς ἐντυπώσεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ. Παρῆλθον ἡμέραι πολλαὶ καὶ οὐδεμία φωνὴ ἀντίθετος ἠκούσθη. Προέτρεψαν συμβούλια νὰ διαμαρτυρηθῶσι, καὶ ἐκτὸς δύω συμβουλίων τὰ λοιπὰ ἐσιώπησαν. Ἐπεχείρησαν ἐπιδείξεις, καὶ αἱ ἐπιδείξεις γελοιωδῶς ἀπέτυχον. Δὲν ἠσθάνετο τότε ὁ λαὸς τὸ ἱερὸν πῦρ, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐθέρμαινεν αὐτόν· δὲν τὸ ἠσθάνετο καὶ διὰ τοῦτο ἐσίγα, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰς παροτρύνσεις ἠδιαφόρει, ἐξετίμα ὀρθῶς τὰς περιστάσεις. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι σπουδαίως μᾶς ἐπηρέασεν ἡ διαγωγὴ αὕτη τοῦ λαοῦ· ἐνομίσαμεν, ὅτι εἰς τὴν διαγωγὴν αὐτὴν τοῦ λαοῦ ἀνεκαλύπτομεν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης, ὑπὲρ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Συμβάσεως· ἐνομίσαμεν ὅτι ἀνακαλύπτομεν τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ ἐκπεφρασμένην καὶ ἤθελε νὰ παραδεχθῶμεν τὰ προταθέντα καὶ ἀποφασισθέντα. Κύριοι, ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις τί εἶχον ν’ ἀπαντήσω. Ἐξετάσατε τὰς ὑποθέσεις του τὰς δύω ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὰ ἐπιχειρήματά του· εἶναι σαθραί. Ὁ κύριος Κοντόσταυλος μᾶς ἠδίκησε παρ’ ἐλπίδα, ἠδίκησε μᾶλλον ἑαυτόν· οἱ λόγοι δὲν μεταβάλλουν τὰ πράγματα, καὶ ἂν τὰ πράγματα ὁμιλοῦν ὑπὲρ ἡμῶν, μάτην κοπιῶσι, καὶ ὁμιλοῦν ὑπὲρ ἡμῶν τὰ πράγματα. Καυχώμεθα ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ ἀπωθήσωμεν τὸν πόλεμον, ὑπὸ ἀρκεῖ πόλεμον πλήρη βεβαίων κακῶν, πόλεμον ἀμφιβόλου ἀποτελέσματος· καὶ πιστεύομεν ἡμεῖς, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα πέριξ ἡμῶν, ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἐνδυναμοῦται· ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ἐξαντλῆται ἰδίως εἰς ἀψιμαχίας· πλησιάζει ἴσως ὁ μέγας ἀγὼν ὁ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀγών· ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εὑρεθῇ τότε ἑτοίμη καὶ ἐν πανοπλίᾳ· ἐπλήρωσε τὸν κόσμον μὲ τὴν φήμην δόξης, ἔχει ἀνάγκην ἰσχύος καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἑλκύσῃ τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν προστασίαν τῶν ξένων πρέπει αὐτὴ νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν, ὥστε ἀντὶ νὰ ζητῇ προστασίαν, ἀντὶ νὰ ἐπικαλῆται τὴν συμπάθειαν καὶ συνδρομὴν, νὰ χορηγῇ αὐτὴ προστασίαν καὶ συνδρομήν· οὕτω θέλομεν ἡμεῖς τὴν Ἑλλάδα. Τὸν σκοπὸν τοῦτον, κύριοι, ἡμεῖς καυχώμεθα ὅτι ὑπηρετήσαμεν, πιστεύομεν ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ἐπράξαμεν ὅ,τι ὠφείλαμεν ἐπροφυλάξαμεν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ καταστροφὰς διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἐντὸς ὀλίγου ὡς δύναμις ἐπιδρῶσα ἐπὶ τὰς τύχας τῆς Ἀνατολῆς, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις συνεδέθη πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, περὶ ἀφομοιώσεως τῆς νομοθεσίας τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἐνταῦθα. Τὴν ἠθέλομεν κεχωρισμένην, διότι τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ ὁ λόγος, ἡ ἐπιψήφισις ἐπείγει, καὶ βλέπομεν μετὰ λύπης τὴν ἀναβολήν. Ἀλλὰ προεχώρησεν ἐπὶ τοσοῦτον ἡ προκληθεῖσα αὕτη περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος συζήτησις, παρ’ ἄλλων προκληθεῖσα καὶ οὐχὶ παρ’ ἡμῶν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπόσχωμεν καὶ ἡμεῖς ταύτης. Καὶ εἶχεν εὔλογον τὴν ἀφορμὴν ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ἵνα μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνδέσῃ καὶ τὴν περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἔρευναν, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δίδεται λύσις ὡς πρός τινας τῶν συνεπειῶν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, καὶ τῳόντι, ἐν ταῖς συνεπείαις τῆς πολιτικῆς ἐκείνης ἁπάσαις εὕρηται τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀρχῆς. Τί κατηγοροῦμεν ἐν τῇ πολιτικῇ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως; Κατηγοροῦμεν ἐν τῇ πολιτικῇ ἐκείνῃ, ὅτι αὐθαιρέτως ὑποκατέστησεν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους τὴν θέλησιν τῶν κατεχόντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ κράτους ἀτόμων. Καὶ δὲν ἀπορῶ, ὅτι ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων ἡμῶν, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν μομφὴν τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὸν, ὅτι παρεγνώρισε τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ὡς κυβερνήτης τῆς χώρας εἶχε πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι ἐκ τῆς παραγνωρίσεως ταύτης ἐπῆλθον εἰς τὸ ἔθνος ζημίαι ἀνεπανόρθωτοι. Τὰ γενόμενα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δὲν ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσιν ὑπὸ ἀνωτέρας τινὸς ἀνάγκης, ἥτις ἐπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς. Οὐδὲν ὑπῆρχε τὸ δυνάμενον, ἐν τῷ συμφέροντι τῆς χώρας, νὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ ἐκπληρώσῃ ἣν εἶχεν ὑποχρέωσιν πρὸς τὸ ἔθνος, τοῦ νὰ συγκαλέσῃ τοὺς Ἀντιπροσώπους αὐτοῦ ὡς συμπράκτορας ἐν ἀποφάσεσιν, ἐξ ὧν ἐξήρτητο καὶ ἡ τιμὴ καὶ τὸ ὕπατον τοῦ Κράτους συμφέρον. Ἂν ἀνωτέρα τις τοιαύτη ἀνάγκη ὑπῆρχε, τὰ τυπικὰ ζητήματα, τὰ δυνάμενα νὰ ἀναφυῶσι, θὰ ἦσαν τοσοῦτο μικροτέρου λόγου, ὥστε συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ δὲν θὰ ἐχώρει. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἐν περιστάσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐνώπιόν της τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἔχῃ ὡς ἐκ λόγων ἀνωτέρων τῶν δυνάμεων αὑτῆς, ὀφείλει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναπληροῖ, προκειμένου περὶ ἐθνικῆς σωτηρίας, ὅ,τι, κατὰ τὴν γνώμην τῇ Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ παροῦσα ἤθελε πράξει ἀλλ’ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις σήμερον, ἵνα δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις αὐτῆς, ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ν’ ἀποδείξῃ προσέτι, καὶ πρὸ πάντων, ὅτι ὅ,τι ἀπεφάσισεν, εἰλικρινῶς ἐφρόνει, ὅτι θὰ ἦτον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς συγκαλουμένης, θὰ ἦτον ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους, ἀποστέλλοντος ἴσως καὶ νέους Ἀντιπροσώπους. Ἡ Κυβέρνησις δὲν διετέλει ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἀδέσμευτος· εἶχεν ἀναλάβει ἀπέναντι τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ὑποχρεώσεις ῥητὰς, καὶ ὡς ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τούτων τῇ ἐπετράπη παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀπερχομένης, ἵνα ἐξακολουθῇ κατέχουσα τὴν ἐξουσίαν· εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν, ἣν ἠσπάσθη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνεδέχθη τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἐπαγγελθεῖσα, ὅτι τὴν πολιτικὴν ταύτην δὲν ἤθελέ ποτε ἐγκαταλείψει, ἄνευ τῆς γνώμης ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀνελάμβανε τοιαύτας ὑποχρεώσεις. Τί ἄρα ἠδύνατο νὰ παρακωλύσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτε αὕτη ὁπωσδήποτε, ὀρθῶς ἢ κακῶς σκεπτομένη, ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν πολιτικὴν, ἣν πρότερον ἐπηγγείλατο, καὶ περὶ τῆς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει τοιαύτας ὑποχρεώσεις; Εἶπεν ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, διότι ἐφοβεῖτο, ὅτι αὕτη ἤθελε φέρει προσκόμματα εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἀντιταχθῆ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ. Καὶ τῳόντι, οἱ πάντες ἐγίνωσκον, ὅτι, καίτοι ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ ἠρίθμει πολιτικοὺς φίλους πλείονας τῶν ἄλλων κομμάτων, ὅτι διετέλει ἐν πλειονοψηφίᾳ τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἤθελεν εὑρεθῆ ἐν μειονοψηφίᾳ. Τοῦτο ἐγίνωσκον πάντες καὶ διότι ἐγίνωσκε τοῦτο ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, διὰ τοῦτο δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι ζήτημα μικροῦ λόγου τὸ τῆς μετοχῆς τῆς Βουλῆς εἰς τὰ τῆς διευθύνσεως τῆς χώρας. Ἂν ἡ Βουλὴ δειχθῇ ἀδιάφορος πρὸς τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ὅπως μετέχῃ τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν, οὐδεμίαν ἔχομεν ἐγγύησιν ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτι δὲν θέλουσιν ἐπαναληφθῆ τὰ αὐτὰ καὶ ὅτι, ἂν σήμερον εἰσερχόμεθα πάλιν εἰς νέον στάδιον ἐθνικῆς παρασκευῆς, ὅπερ ἤθελεν ἀποβῆ καταστρεπτικὸν εἰς τὸ ἔθνος, ἂν δὲν φέρῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, χάριν τῶν ὁποίων ἡ παρασκευὴ γίνεται, οὐδεμίαν ἔχει ἐγγύησιν ἡ Βουλὴ, χαλαρῶς φερομένη ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, ὅτι δὲν θέλει καὶ πάλιν ἐν τῷ μέλλοντι ἀποδειχθῆ πᾶσα ἡ παρασκευὴ αὕτη, ὅτι δὲν θέλουσιν ἀποδειχθῆ πᾶσαι αἱ θυσίαι, αἱ γενησόμεναι, ὅλως ἀτελεσφόρητοι, καὶ ἀντὶ ὠφελείας εἰς τὸ ἔθνος δὲν θέλουσι φέρει τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ. Ἂν τωόντι θεωρῶμεν, ὅτι διατελοῦμεν ἀπέναντι κινδύνων ἐθνικῶν μεγίστων, καὶ ὅτι ὀφείλομεν πρὸς τοὺς κινδύνους τούτους νὰ ἑτοιμασθῶμεν, ἡ πρώτη ἑτοιμασία, ἣν ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν, εἶναι τὸ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ δικαιώματα ἡμῶν· διότι, ἂν τὰ δικαιώματα ἡμῶν δὲν ἦναι ἐξησφαλισμένα, τρέχομεν πάντα κίνδυνον ἵνα ἴδωμεν τὴν λύσιν διεξαγομένην παρὰ Κυβερνήσεώς τινος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὑπεικούσης εἰς ἐπιδράσεις ἄλλας παρὰ τὰς ἐπιδράσεις τοῦ ἔθνους. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῶν βουλευτῶν). Οὐδὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναφέρῃ ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς εἰς δικαιολογίαν τῆς μὴ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, οὐδεμίαν ἐθνικὴν ἀνάγκην, οὐδὲ κἂν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν διετέλει ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, καὶ ἑπομένως τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ διαλύσῃ αὐτὴν, διότι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἀφῆκε τὴν Βουλὴν ὑφισταμένην, καὶ ἐν τούτοις δὲν συνεκάλεσεν αὐτήν· καὶ τὴν Βουλὴν δὲν ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ μόνον τὴν ἐπαύριον τῆς 31 Μαρτίου, ὅτε εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ξένων· ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ αὐτὴν πρότερον, ἵνα ἔχῃ αὐτὴν σύμβουλον καὶ συμπράκτορα ἐν ταῖς ἀποφάσεσιν. Ἂν ὅμως συνεκάλει αὐτὴν πρότερον, ἐγίνωσκεν, ὅτι αἱ συμβουλαὶ καὶ ἡ σύμπραξις θὰ ἦγεν εἰς ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ εἰς τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐγγράφου τῆς 31 Μαρτίου, καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο εἶχεν ἀπόφασιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ὑπογράψῃ· εἶχεν ἀπόφασιν νὰ τὸ ὑπογράψῃ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους· καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ τὸ ὑπογράψῃ, εἶναι πᾶσα ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ ἐν τῇ τότε Κυβερνήσει. (Εὖγε! εὖγε! ἐκ τῶν βουλευτῶν.) Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς κατέκρινε πάντα τὰ πρὸς παρασκευὴν τῆς χώρας εἰς ἀγῶνα γενόμενα παρὰ τῶν προκατόχων αὐτοῦ; Τίς δὲ ἀγνοεῖ, ὅτι εὐθὺς ὡς εἶδεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθήσῃ εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἂν δὲν ἀπεδέχετο τὴν πολιτικὴν τῶν προκατόχων, οὐ μόνον ἐδήλωσεν, ὅτι ἀσπάζεται τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ὑπερεθεμάτισε; Ἐν τῷ ὑπερθεματισμῷ ἐκείνῳ δὲν εἶχεν ἡμᾶς ἀκολούθους· ἡμεῖς ἐνεμείναμεν ἐν τῷ σημείῳ, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἐθεωρήσαμεν ὡς ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἐπετρέπετο τῇ Ἑλλάδι νὰ φθάσῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἀναλαβὼν τότε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους, ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ δυνάμεις πλείονα ἤθελε παρατάξει, καὶ ἀγῶνα ἤθελεν ἀναλάβει ἐν περιστάσεσι δεινοτέραις ἔτι ἐκείνων, ἃς ἡμεῖς εἴχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν διότι, ἐνῷ ἡμεῖς ἐκηρύττομεν, ὅτι τὸν ἀγῶνα ἠθέλομεν ἀναλάβει ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Εὐρώπης, ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐδήλου, ὅτι ἤθελεν ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα τοῦτον καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης. Τί συνέβη ἔκτοτε, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους καὶ ἕως τῆς 31 Μαρτίου, ὅπερ νὰ ἐδικαιολόγει μεταβολὴν γνώμης τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσήνης; Τὰ πράγματα κατὰ τὴν 31 Μαρτίου ἦσαν διάφορα ἢ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὅτε τοιαύτας ἀνελάμβανεν ὑποχρεώσεις; Ὁ κ. πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως σᾶς λέγει ἐν τῇ δευτέρᾳ αὑτοῦ ἀγορεύσει, ὅτι τὰ πράγματα δὲν μετεβλήθησαν, διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς Ἑλλάδος ἐπῆλθεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Δουλκινίου· τὰ δὲ πράγματα τοῦ Δουλκινίου ἦσαν ἤδη ὡς πρὸς τοῦτο τετελεσμένα, ὅτε ὁ πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀνελάμβανε τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε. Δικαίως λοιπὸν εἶπον, ὅτι ἔκτοτε ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης εἶχε τοιαύτην γνώμην, διότι ἔκτοτε, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ὁμολογίαν, ἐγίνωσκεν, ὅτι τὰ πράγματα ἦσαν τοιαῦτα, ὁποῖα ἦσαν ὅτε τὴν μεταβεβλημένην ταύτην γνώμην ἐξεδήλωσεν. Ἔδωκεν ὅμως τότε εἰς τὸ ἔθνος ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι διετήρησαν αὑτὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐξηκολούθησεν ἐπιτελῶν τὰς ὑποσχέσεις ταύτας ἐν ταῖς παρασκευαῖς τῆς χώρας, καὶ ὅτε ἐπῆλθεν ἡ κρίσις, ποῖον ὑπῆρξε τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε φθάσει; Ὁ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε προχθές, ὅτι ὁ στρατὸς εἶχε παρασκευασθῆ πλήρης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶχε πάσας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας προέθετο νὰ ἔχῃ καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, καὶ εἶχε ταύτας ἑτοίμους πρὸς πόλεμον. Ἀληθεύει τοῦτο; Δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς παρούσης ὥρας νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀληθεύῃ, ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἀποδέχεται τὴν γνώμην τοῦ πρώην συναδέλφου του περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, πῶς δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν; Ὁ στρατὸς παρεσκευάσθη ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸν παρασκευάσῃ, ἡ κρίσις ἐπῆλθεν οὐχὶ ταχύτερον τῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἦτο καθωρισμένη εἰς τὰ πνεύματα πάντων ἡμῶν ὡς ἡ ὥρα τῆς ἐνεργείας. Διατί λοιπὸν, ἐν ᾧ τὰ πάντα ἦσαν ἕτοιμα, δὲν ἀνελάμβανε τὸν ἀγῶνα; Μεταβολὴ οὐδεμία εἶχεν ἐπέλθει, διότι καὶ πρὶν ἀναλάβει τὴν ἐξουσίαν, καὶ τότε ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἐγκαταλείψει, ὡς εἶπεν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, τὴν Ἑλλάδα. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἀπεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ἄνευ τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐνῶ δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀποκρούομεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης ἐπανειλημμένως ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι διὰ τοῦτο ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ὑπακούῃ δουλικῶς εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτῆς ζητήματι οὐδεμία ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν πρωτοβουλία. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον φρονοῦμεν, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ζητήματι ἡ Ἑλλὰς καὶ δικαίωμα εἶχε καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐξασκῇ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ κατορθώσῃ ὥστε ἡ Εὐρώπη, καὶ μὴ θέλουσα, νὰ συμπράξῃ μετ’ αὐτῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἀπαντῶν σήμερον εἰς τὸν πρώην πρεσβευτὴν ἐν Λονδίνῳ, ὁμιλήσαντα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνέτρεξεν εἰς τὴν ἀλληλογραφίαν τοῦ πρεσβευτοῦ, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐδήλου πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ὅτι δὲν θὰ παρεῖχεν εἰς αὐτὴν συνδρομὴν, ἐὰν αὕτη ἀνελάμβανε τὸν ἀγῶνα, καὶ ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Καρυστίας ὡς μὴ ἐκτεθέντα τὰ πράγματα ἐν τῇ ἀληθείᾳ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἠκούσαμεν χθὲς καὶ ἐθαυμάσαμεν τὸν κ. βουλευτὴν Καρυστίας, λέγοντα ἀκριβῶς τὰ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης· ἠκούσαμεν αὐτὸν ὀρθότατα λέγοντα, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τῇ παρούσῃ ἤθελεν ἀπόσχει ἀπὸ πάσης ἀνακοινώσεως ἀφορώσης εἰς πληροφορίας ἐκ δεδομένων μὴ δεδημοσιευμένων, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡμίλει ἐθεώρει ἑαυτὸν μὴ γινώσκοντα πᾶν ὅ,τι ἦτο ἀδημοσίευτον. Ἀδίκως ἄρα ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ τὸν κ. Κοντόσταυλον ὡς στηριζόμενον ἐνταῦθα ἐπὶ αὐθεντικῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ὁ δὲ κ. Κοντόσταυλος πρῶτος ταύτην τὴν αὐθεντίαν ἀπέβαλε καὶ συνεζήτησε περὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅπως ἐδύνατο νὰ συζητήσῃ πᾶς τις, ὅστις οὐδεμίαν εἶχε γνῶσιν τῶν ἀποῤῥήτων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου. Τοῦτο δὲν ἔπραξε σήμερον ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης· διότι ἐποιήσατο μνείαν ἰδιαιτέρας, ἀποῤῥήτου ἀλληλογραφίας. Ἀλλὰ τί ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῆς; Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπε χθὲς ὁ κ. βουλευτὴς Καρυστίας, ὅτι αἱ Δυνάμεις τοιαύτας ἔδιδον συμβουλάς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Καρυστίας, παρέστησε συνάμα ὁποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν συμβουλῶν ἐκείνων, παρέστησεν ὁποία ἦτον ἡ ἔννοια τῶν συμβουλῶν ἐκείνων Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις ποτὲ, ὅτι μεγάλη Δύναμις ἤθελεν ἐξωθήσει μικρὰν Δύναμιν, οἵα ἡ Ἑλλάς, νὰ ῥιφθῇ εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας; Ἂν ἡ Ἑλλὰς ᾐσθάνετο ἐν ἑαυτῇ τὸ θεῖον πῦρ, τὸ ὁποῖον ἤθελε τὴν φέρει εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀξιοῖ, ὅπως ἄλλοι ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῶν κινδύνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἤθελεν εἰσέλθει· ἀλλ’ ἔπρεπεν, ἀναλαμβάνουσα τὸν ἀγῶνα, νὰ ἐξαναγκάσῃ ὡς συμπράκτορας ἐκείνους, οἵτινες συνεπάθουν πρὸς αὐτήν. Ἀνέλαβεν ἡ Ἀγγλία, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, μεγάλας πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὑποχρεώσεις, αἵτινες καθίστων αὐτὰς ἔτι μᾶλλον ἐπιφυλακτικὰς πρὸς ἡμᾶς, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἡ ἐλαχίστη παρ’ αὐτῶν ἐνθάῤῥυνσις ἤθελε μᾶς ῥίψει εἰς πόλεμον ὁ ὁποῖος ἦτο πλήρης κινδύνων δι’ ἡμᾶς, ὁ ὁποῖος ὅμως θὰ ἦτο καὶ πλήρης ζημιῶν δι’ αὐτὰς, διὰ τὴν Ἀγγλίαν. Τὸ πνεῦμα τῆς εἰρήνης εἶναι σήμερον τὸ ἐπικρατοῦν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἵνα καταστῇ ἐφικτὸς πόλεμος, δὲν ἀρκεῖ, ἰδίως μάλιστα εἰς φιλελεύθερα Κράτη, νὰ ἀποφασίσῃ τὸν πόλεμον ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ ὁ πρωθυπουργὸς ἢ ἡ Κυβέρνησις· ὁ πόλεμος εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης, ἀναγνωριζομένης ὑπὸ τοῦ ἔθνους διότι, ἐὰν τὸ ἔθνος δὲν ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ πολέμου, εἰς οὐδένα πρωθυπουργὸν, εἰς οὐδεμίαν Κυβέρνησιν εἶναι ἐφικτὸν νὰ πολεμήσῃ. Τὴν ἀνάγκην ἄρα τοῦ πολέμου εἶχε καθῆκον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ πλάσῃ, εἶχε δὲ εὔθετον τὸ ἔδαφος πρὸς τοῦτο, διότι εἶχε τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν εἰς αὐτὴν ἡ Εὐρώπη, τὸ νόμιμον ἔδαφος τοῦ πρωτοκόλλου, καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἐκείνου προεκάλει τὸν πόλεμον, θὰ εἶχεν ὑπὲρ ἑαυτῆς πᾶσαν εὐγενῆ καρδίαν ἐν τῇ Εὐρώπῃ, καὶ τότε, ἀλλὰ τότε μόνον, θὰ ἠδύνατο εἷς πρωθυπουργὸς, συμπαθῶν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, νὰ παρασύρῃ τὸ ἔθνος του εἰς ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Εὖγε! εὖγε!) Ἀντὶ τούτου ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἀναλύει ἔγγραφα, φέρει ὑπογραφὰς, ἐπικαλεῖται πρωτόκολλα, λέγει, ὅτι αἱ Δυνάμεις παρῄτησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπογράψει, ὅτι διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ ἐν Λονδίνῳ ἔστειλαν τηλεγραφήματα. Καὶ τί ἄλλο ἤθελον πράξει αἱ Δυνάμεις; Αἱ Δυνάμεις ἤθελόν ποτε εἶπει εἰς τὴν Ἑλλάδα, «εἴσελθε εἰς ἀγῶνα, ὅστις θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ δεινότερον τῶν διλημμάτων, ἢ νὰ ἀτιμασθῶμεν, ἢ νὰ πολεμήσωμεν;» Ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς θέσιν, ἵνα σύρῃ τὴν Εὐρώπην ἐνώπιον τοιούτου διλήμματος, καὶ τοῦτο ἦτο τὸ μέγιστον τῶν εὐτυχημάτων διὰ τὸν Ἑλληνισμόν. Αἱ Δυνάμεις δὲν ἠδύναντο ν’ ἀφήσωσι τὴν Ἑλλάδα νὰ διεξαγάγῃ μόνη ἀγῶνα, ὃν αὗται τῇ ἐπέβαλλον, ἀλλ’ ἵνα αἰσθανθῶσι τὴν ἀνάγκην, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ἐνώπιον ἀγῶνος ὑφισταμένου. Εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ὑποβάλωμεν τοὺς ἰσχυροὺς εἰς ἠθικὸν ἐξαναγκασμόν, καὶ ὠφείλομεν νὰ ἐκτεθῶμεν καὶ εἰς τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, ἵνα καταστήσωμεν ἐνεργὸν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν κατάστασιν, ἥτις ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν Δυνάμεων παρήγετο. Τὸ ζήτημα ἄρα ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα εἶναι τοῦτο· ἐὰν ἡ τότε Κυβέρνησις συνεκάλει τὴν Βουλήν, τί θὰ ἔπραττεν ἡ Βουλή; Θὰ ἦτο, ὡς ἀξιοῖ ὁ πρώην πρωθυπουργός, ὑπόχρεως, ἵνα παραδεχθῇ τὰ πάντα; Θὰ ἦτο ἠναγκασμένη, ὡς ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀνέγραψεν ὁ πρώην πρωθυπουργός, νὰ θεωρήσῃ, ὅτι ἡ παραίτησις τῆς ὑποθέσεως ἡμῶν παρὰ τῆς Εὐρώπης ἐπέβαλε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν παραίτησιν ἀπὸ τοῦ ἀγῶνος, ἢ θὰ ἦτο ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ὅ,τι ἤθελε θεωρήσει συμφέρον εἰς τὸν τόπον; καὶ βεβαίως τότε θὰ παρίστατο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα. Εἶναι ἀληθεῖς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ τότε ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, ὅτι εἴχομεν πάσας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν, ἢ εἶναι ἀκριβεῖς αἱ ἄλλαι πληροφορίαι, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλάς, καί τοι παρέταττε μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν, ἦτο πράγματι ἀφωπλισμένη; Ἠδύνατο τότε ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναλάβῃ ἀγῶνα; Ἄν ἠδύνατο τότε ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, καὶ δὲν τὸν ἀνέλαβεν, ἀπεμπόλησε τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἂν δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα, ἐξεταστέον, διατί δὲν ἠδύνατο; Διατί, ἐνῷ εἶχεν ἡ τότε Κυβέρνησις τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα εἰς παρασκευήν, δὲν ἠδυνήθη νὰ παρατάξῃ τὸν στρατὸν ἐν τῇ συντάξει τῇ ἀπαιτουμένῃ; Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ εἰσέλθω· δὲν ἠξεύρω πότερον συνέβαινεν, ἂν εἶχε τὸν στρατὸν συντεταγμένον, ἢ ἂν δὲν τὸν εἶχεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠξεύρω κατὰ ποίαν τῶν δύω περιστάσεων ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μεγαλειτέρα. Αἱ συζητήσεις, ὧν ἐπελήφθη ἡ Βουλή, ἀφορῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ἡμῶν ζήτημα. Ἡμεῖς δὲν καλούμεθα νὰ δικάσωμεν τὴν Εὐρώπην· αὖ ἡ ἔπραξεν ὅ,τι καθῆκον εἶχε πρὸς ἑαυτὴν νὰ πράξῃ, εὐτυχῶς ὅμως, ὡς πρός τινας τῶν Δυνάμεων, τὸ πρὸς ἑαυτὰς καθῆκον συνέπιπτε πρὸς τὸ καθῆκον τὸ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτελεσθῇ, ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀνελάμβανε τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἔλαβε ταύτην τὴν πρωτοβουλίαν, ἂν προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην, ὅτι θὰ ἐργασθῇ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὴν πᾶσαν τὴν ἀρωγήν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκείνῃ ἤθελον ἐπιμείνει ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Τὸ Θέμα, ὅπως τίθεται παρὰ πολλῶν, δὲν ἔχει καλῶς. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀπολύτως, ἂν θὰ εἴχομεν πόλεμον ἢ εἰρήνην, ἀλλ’ ἂν ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν ὅπως ἐπηγγέλθη, ὅτι ἤθελε τὴ διαχειρισθῆ, ἂν ὅσα ἐπηγγέλλετο καὶ πράγματι τὰ ἐπίστευεν, ἂν παρεσκεύαζεν ἀληθῶς τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἂν ἀπόφασιν εἶχε ν’ ἀποδυθῇ εἰς αὐτόν. Ἄν ἡ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἀπάντησις ἠδύνατο νὰ ᾖ καταφατική, πιθανώτατα ὁ μὲν πόλεμος θ’ ἀπεσοβεῖτο, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ ἡμῶν θὰ ἦτο πλῆρες. Δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ἐλπίζῃ Κράτος τι ἀπόκτησιν ἐδάφους παρ’ ἄλλου Κράτους, ἂν τὸ Κράτος τοῦτο δὲν πεισθῇ, ὅτι θέλει σπουδαίως ζημιωθῆ ἐκ πολέμου ἀντιτασσόμενον. Τί ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἵνα μεταδώσῃ τὴν τοιαύτην πεποίθησιν; Ἡ πολιτικὴ θέσις τῆς τότε Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοσοῦτον ἀσταθής, ὥστε αἱ Δυνάμεις εὐκόλως διέγνωσαν, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχεν ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία πράγματι ἤθελε νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πολέμου, ὑπῆρχε συμπολίτευσις, διευθύνουσα τὰ κοινά, ἡ ὁποία τὸν πόλεμον μόνον μετεχειρίζετο ὡς φόβητρον, καὶ ὡς φόβητρον οὐ μόνον κατὰ τῶν ἔξω, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἔσω. Τοῦτο διαγνοῦσαι αἱ Δυνάμεις, φυσικὸν ἦτο ν’ ἀποφασίσωσιν ὅ,τι ἀπεφάσισαν. Αἱ ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, φερόμεναι πρὸς τὴν Βουλὴν ὡς δικαιολογία τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πολιτείαν, ἣν ἠκολούθησεν ἐν τῷ ἐθνικῷ ζητήματι, εἶναί τι τοσοῦτο παράδοξον, ὥστε μόνον δι’ ἀναιρέσεως τῆς ἱστορίας δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν σπουδαιότης· διότι ἡ ἱστορία πᾶσα, καὶ ἰδίως ἡ ἱστορία τῶν Ἀνατολικῶν τῆς Εὐρώπης χωρῶν, τί ἄλλο ἀποδεικνύει, εἰμὴ ὅτι πᾶν ὅ,τι κατωρθώθη ὑπὸ τῶν ἐθνῶν ἐπετεύχθη διὰ τῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ ἐναντίον τῶν ἀρχικῶν ἀποφάσεων αὐτῆς; Τί εἴδομεν κατ’ αὐτὰς τὰς παραμονὰς τῆς ὑποχωρήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἔθνος ἀσυγκρίτως μικρότερον τῆς Ἑλλάδος, εὑρισκόμενον ἀπέναντι ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης, ἐπιβάλλον ὅμως τὴν θέλησιν αὐτοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην. Εἴδομεν τὸ Μαυροβούνιον ἐπιτυγχάνον ὅσα ἡ Εὐρώπη εἶχε θεωρήσει ὡς ἀκατόρθωτα. Ἐνώπιον δὲ τοιούτου παραδείγματος ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἀφώρα εἰς τὰς συμβουλὰς τῶν Δυνάμεων οὐχὶ ἵνα προσπαθήσῃ νὰ μετατρέψῃ αὐτάς, ἀλλ’ ἵνα τὰς ἐπικαλεσθῇ πρὸς δικαιολογίαν πολιτικῆς ἀσυγγνώστου. Ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶχε πρωτοβουλίαν καὶ εὐστάθειαν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς ζητήματι, θ’ ἀνέτρεπε τὰς συμβουλὰς ἐν τῇ βάσει αὐτῶν, διασπῶσα τὴν ἑνότητα τῶν Δυνάμεων. Ἡ ἑνότης τῶν Δυνάμεων ἐπεδιώκετο τότε ἰδίως παρὰ τοῦ φίλα τῇ Ἑλλάδι φρονοῦντος πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἀπεκδεχομένου ἐξ αὐτῆς τὴν εἰρηνικὴν ἐπίλυσιν τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Κατεχομένη ἡ Ἑλλὰς εἰς πόλεμον, θ’ ἀφῄρει ἀπὸ τῆς ἑνότητος τὸ ἔδαφος· προετίμησεν ὅμως ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἑνότητα, ἀντὶ νὰ διασπάσῃ αὐτήν, προκαλοῦσα δι’ ἐνεργείας αὐτοτελοῦς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διχογνωμιῶν, αἵτινες μόνον πρὸς καιρὸν καταστέλλονται ἐν ταῖς σχέσεσι τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Διατί δὲν ἐμελέτα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ παράδειγμα, ὅπερ τῷ ἔδιδε τὸ γεῖτον Κράτος; Μᾶς εἶπε σήμερον, ὅτι οὐδὲν ἠδύνατο, οὐδὲ αὐτὸς, οὐδὲ ἡ Βουλή, νὰ πράξῃ ἀπέναντι τῆς παραιτήσεως τοῦ πρωτοκόλλου παρὰ τῶν Δυνάμεων. Ἐπαύσαμεν ἔχοντες ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ὑπογραφὴν αὐτῶν καὶ ἑπομένως οὐδὲν εἴχομεν. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία δὲν ἐσκέφθη οὕτως ἡ Τουρκία εἶχεν ἐναντίον αὐτῆς τὰς ὑπογραφὰς τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ εἰργάσθη μετ’ ἀξιοπρεπείας ὡς Κράτος, ὅπερ ἠξεύρει, ὅτι εἰς αὐτὸ ἀνήκει ἡ φροντὶς περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ συμφερόντων, καὶ διὰ τῆς εὐσταθείας ἀπέκτησε συμπράκτορας μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ ἐξηνάγκασεν ἁπάσας ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν ὑπογραφὴν αὐτῶν ἀπὸ τοῦ πρωτοκόλλου. Ἐὰν ἡ Τουρκία ἠδυνήθη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν διαγραφὴν τῶν ὑπογραφῶν, ἡμεῖς, στερηθέντες τῶν ὑπογραφῶν, δὲν ἠδυνάμεθα, ἀναμιμνήσκοντες εἰς τὰς Δυνάμεις τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς εἶχον ἀναλάβει, νὰ ἐξαναγκάσωμεν αὐτὰς εἰς ἐνέργειαν ὑπὲρ ἡμῶν, πρὸς ἀποσόβησιν τῶν κινδύνων, εἰς οὓς ἠδυνάμεθα νὰ τὰς παρασύρωμεν; Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ ἦτο τοιαύτη, ὥστε καὶ αὐταὶ αἱ ἧττον εὐμενῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα διακείμεναι Δυνάμεις δὲν θὰ ἔβλεπον ἀπαθῶς τὸν κίνδυνον ἐκ ῥήξεως ἀγῶνος, παρὰ τῆς Ἑλλάδος προκαλουμένου, διότι ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος θὰ ἦτο ἀγών, οὗτινος πᾶσαι αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ συμμετάσχωσιν, οὐδεμία δὲ ἦτο παρεσκευασμένη πρὸς αὐτόν. Οὐχὶ ἄρα μόνον τοὺς φίλους, ἀλλὰ καὶ τοὺς μὴ φίλα φρονοῦντας ἠθέλαμεν ἔχει βοηθοὺς εἰς ἀποσόβησιν τοῦ πολέμου, ἂν δεξιῶς ἐπολιτευόμεθα, ἀπόφασιν ἔχοντες τελικῶς νὰ πολεμήσωμεν. Ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς πόλεμον, ἀφοῦ εἴχομεν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄνδρας, οἵτινες ἐκφράζονται, ὅπως ἠκούσαμεν τοῦ κ. προέδρου τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐκφραζομένου: ἄνδρας φρονοῦντας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρίστατο μετὰ τὴν παραίτησιν τῶν δικαιωμάτων αὑτῆς ἰσχυροτέρα ἢ πρότερον, διότι ἀπέκτησε προσαύξησιν πληθυσμοῦ καὶ ἐδάφους καὶ νέα σύνορα; Τὰ ἐκ τοῦ πολέμου καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ ἐπολεμῶμεν, ἀποτελέσματα δὲν ἐπιτυγχάνονται, ὅταν οἱ διέποντες τὰ κοινὰ θεωροῦσιν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ἐθνικῆς τιμῆς τὰς ὑλικὰς προσκτήσεις καὶ ἄγουσι τὸ ἔθνος, χάριν ἀτελοῦς ἐπεκτάσεως συνόρων, εἰς τὴν θυσίαν τῶν ἁγιωτέρων, εἰς τὴν θυσίαν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, οἵτινες, κοινὸν μεθ’ ἡμῶν ἀγωνισθέντες ἀγῶνα δὲν ἐκαρπώθησαν ὡς ἡμεῖς τῶν ὠφελειῶν αὐτοῦ. Τοιαύτη ἐνέργεια ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ ἔθνους πᾶσαν πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸ καὶ ἀποστερεῖ τὸ ἔθνος τῆς εἰς αὐτὸ πεποιθήσεως τῶν ἄλλων. Ἡ λύσις τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος, ἥτις εἶναι ἡ βάσις πάσης περὶ εὐθύνης τῆς πρώην Κυβερνήσεως συζητήσεως καὶ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο, καὶ διὰ τὴν ἐπίδρασιν αὐτῆς ἐπὶ τὸ ἔθνος, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ ἐκτιμήσεως ἀμφιβόλου. Ἡ κατ’ αὐτὴν παραγνώρισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἀντιποίησιν ἐξουσίας. Οὐσιαστικῶς δ’ ἡ λύσις ἐνίσχυσε τὴν Ἑλλάδα, ἐξύψωσε τὸ φρόνημα αὐτῆς καὶ τὴν πεποίθησιν τῶν ἄλλων ἐπ’ αὐτὴν, ἢ ἠλάττωσε τὴν πραγματικὴν ἰσχὺν τοῦ ἔθνους, ἐπεκτείνασα ὀλίγον τὴν χώραν; Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα, δὲν ἀγόμεθα ἀναποδράστως εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβε καὶ ἀπέναντι τῆς παρούσης καὶ ἀπέναντι τῶν μελλουσῶν γενεῶν τὴν μεγίστην τῶν εὐθυνῶν, διότι, αὐθαιρέτως ἐνεργήσασα, ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, παρέστησε τὴν Ἑλλάδα ἀνίκανον νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ὀφείλει δὲ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποκηρύξῃ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἵνα διεκδικήσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς δικαιώματα ἐν τῷ μέλλοντι, ἵνα μὴ πιστευθῇ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἵνα πεισθῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους, ἐκφραζομένη διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπιζητεῖ τὸ ἀναίμακτον, ἀλλ’ ἐννοεῖ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς, ἵνα ζήσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ πολεμήσῃ, καὶ ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι ἀγῶνι, ὅστις παρασκευάζεται ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἑτοίμη μεταξὺ τῶν πρώτων νὰ χύσῃ τὸ αἷμα της, οὐχὶ μόνον πρὸς σωτηρίαν τοῦ Κράτους, ὁποῖον εἶναι, ἀλλ’ ὑπὲρ παντὸς τοῦ ἔθνους ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ἐγγεγραμμένου ν’ ἀγορεύσῃ, μεταβαίνομεν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§19ΤΙΝΕΣ. Νὰ γίνῃ διακοπή. (Γίνεται ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας διακοπή, καὶ κατόπιν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις)
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος παρουσίασε τροπολογίαν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον, ἥτις θέλει ἀναγνωσθῆ.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθησαν χθὲς τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐτυπώθησαν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτυπώθησαν ἀκόμη, ἀλλὰ θὰ ἀναγνωσθῶσι.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ τὰς ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τώρα ἦλθεν ἄλλη τροπολογία· πρέπει νὰ περιμένωμεν, καὶ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις;
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τροπολογία γενικῶς καθ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως κακὴ τῇ πίστει ἐφέρθησαν κατὰ τῶν ἀντιπάλων των, ὅσον ἀφορᾷ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, οὕτω καὶ τώρα κατὰ τὴν τύπωσιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον, ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσι.
§28ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ θέλει ὁ Κανονισμός.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν οὔτε βῆμα, ὅταν καθ’ ἑκάστην ἔρχωνται τροπολογίαι καὶ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν.
§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ, παρακληθεῖσα παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀπεφάσισε νὰ συζητηθῇ τὸ ταχύτερον. Τὸ νὰ προτείνωμεν σήμερον ἀναβολὴν καὶ αὔριον ἀναβολὴν δὲν εἶναι ὀρθόν.
§31Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. 21 ὧραι παρῆλθον καὶ ἠμποροῦσαν νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι· ἀλλ’ ὅπως κακὴ πίστις ὑπῆρχεν εἰς τὰ ἔγγραφα, οὕτω καὶ εἰς τὴν τύπωσιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ λέγητε, ὅτι εἶναι κακὴ πίστις· δὲν σοῦ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλῃς. Δὲν ἔχεις τὸν λόγον.
§33Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα, κ. Πρόεδρε, τὸ ἔχω, διότι μοὶ τὸ δίδει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν σοὶ τὸ ἐπιτρέπω τοῦτο, διότι μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσω.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω δύω λέξεις εἰς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταξὺ τῶν διαφόρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐσυζήτησε πρὸ ὀλίγου, εἶπεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει ποία εἶναι βαρυτέρα τῶν εὐθυνῶν, ἡ εὐθύνη τῆς μὴ παρασκευῆς τῆς χώρας, ἢ ἡ εὐθύνη τῆς παραδοχῆς τῆς συμβάσεως. Ἐπειδή, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρασκευὴν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὑπέχω πλήρη τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν πώποτε διενοήθην νὰ ὑπεκφύγω, ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀναιρέσεως τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ παραγάγῃ ἡ ἀποστροφὴ αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὅταν παρέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς θέσιν καὶ σήμερον νὰ γνωρίζῃ τί ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρήγγειλε, καὶ τί παρασκευὰς ἔκαμεν. Ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς γνωρίζει ἤδη τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας μετὰ 24 ὥρας ἀπὸ τῆς ἀνόδου μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἐζήτησα διὰ τὰς στρατιωτικὰς προμηθείας. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ πεποίθησιν, τὸν Ἀπρίλιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, πᾶν ἄλλο ἢ ἡ ἔλλειψις τῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν Σύμβασιν. Αἱ παρασκευαὶ αἱ στρατιωτ καὶ τῆς χώρας ἦσαν ὅσο τὸ δυνατὸν συντελεσμέναι καὶ δὲν πρέπει ὁ νῦν πρωθυπουργὸ νὰ αἰτιᾶται ἄλλους, ἀλλὰ πρέπει μᾶλλον νὰ αἰτιᾶται ἑαυτόν· διότι μέχρις ὅτου παρέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων γνωρίζει τὰς παραγγελίας καὶ τὰς παρασκευάς, ἃς ἔκαμα, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς κατὰ τὸ διάστημα τὸ ἑξάμηνον, καθ’ ὃ διηύθυνα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀποκρούω λοιπὸν, ἔστω καὶ καθ’ ὑπόθεσιν τὸ λεχθὲν, ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἴσως δι’ ἔλλειψιν στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν Σύμβασιν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι οὐδέποτε εἶπον ὅ,τι ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰπὼν ὅτι ἐθεώρησα συντελεσθείσας τὰς παρασκευὰς τῆς χώρας, ὅπως ἀνῄρεσεν ἐπισήμως καὶ ὅ,τι εἶπε προχθὲς ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεκήρυττον, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτον ἀνέτοιμος πρὸς πόλεμον. Ἄλλως, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς γνωρίζει, (διότι ἐνήργησε κατὰ τὸ παρελθὸν), ὅτι δυστυχῶς εἰς τὸν τόπον μας αἱ στρατιωτικαὶ παρασκευαὶ δὲν συντελοῦνται ἐντὸς ὀλίγου, καὶ γνωρίζει τοῦτο ἐξ ἰδίας πείρας, ὅτι αἱ παραγγελίαι μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντελεσθῶσιν οὔτε ἐντὸς ἑβδομάδος, οὔτε ἐντὸς μηνῶν. Τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς ἐθεώρησα ἀναγκαίας διὰ νὰ ἀποκρούσω πᾶσαν ὑπόστασιν, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν παρασκευῶν ἦτο ἡ αἰτία, ἥτις ἠνάγκασε τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν.
§35ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε βουλευτὰ, ἦτον ἑτοιμοπόλεμον τὸ ἔθνος ἢ ὄχι;
§36Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπὸ ποίαν αἵρεσιν ζητεῖτε τὴν γνώμην μου;
§37ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὡς πρώην ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶσθε εἰς θέσιν ἐπισήμως νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν τὸ ἔθνος ἦτο ἑτοιμοπόλεμο ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν ἦτο ἑτοιμοπόλεμον, διατί δὲν ἐδέχθη τὸν πόλεμον;
§38Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς ἀπαντῶ, ὅτι ἦτο μὲν ἑτοιμοπόλεμον, δὲν εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι, ἐὰν ἀπεφάσιζεν ἡ Κυβέρνησις τὸν πόλεμον, ἠθέλομεν νικήσει. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀπάντησίν μου αὐτὴν πᾶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλῃ καὶ δὲν δύναμαι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων ν’ ἀποφαίνωμαι αὐθεντικῶς, ἀφοῦ ἔχομεν παραδείγματα ἀνδρῶν μᾶλλον πεπειραμένων καὶ ἀνηκόντων εἰς μεγάλα κράτη, οἵτινες ἐπὶ τοιαύτης φύσεως ζητημάτων ἐπλανήθησαν. Ἡ προσωπική μου ἐκτίμησις, καὶ ὡς δημοσίου ἀνδρὸς καὶ ὡς ἰδιώτου, ὑπῆρξε πάντοτε ἡ αὐτή. Ἐφρόνουν ἄλλοτε καὶ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ, ὡς τὸ ἠξεύρουν πολλοὶ ἐκ τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἐνταῦθα παρακάθηνται, ὅτι κατὰ τὸ 1878, ὅτε διῆλθεν ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς τὰ ἡμέτερα ὅρια, ἤμην ὁ πρῶτος ὅστις κατεδίκασα τὴν τότε Κυβέρνησιν διατὶ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπάνοδόν του.
§39ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἰδοὺ, καὶ τὰ ἐπίσημα χείλη τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῆς πεπτωκυίας κυβερνήσεως κ. Ἀντ. Μαυρομιχάλη ὁμολογοῦσιν ἐνώπιόν σας, ὅτι, ὅτε ὑπεβλήθη πρὸς ὑπογραφὴν ἡ Σύμβασις εἰς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, ὁ στρατὸς ἦτο καὶ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθῃ πρὸς πόλεμον ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Αὕτη δὲ ἡ ὁμολογία ἀρκεῖ νὰ καταδικάσῃ τὴν πρώην πεπτωκυῖαν κυβέρνησιν, ἐπὶ νωθρότητι, ἀκηδείᾳ, καὶ ἀβελτηρίᾳ καὶ βαθείᾳ ἀνικανότητι περὶ τὸ κυβερνᾷν, καθότι ἡ τότε κυβέρνησις ἔλαβε τὴν μεγάλην ἐκείνην ἐντολὴν παρὰ τοῦ Ἔθνους διὰ τοῦ στόματος καὶ τῆς ψήφου ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς νὰ προετοιμάσῃ κατεπειγόντως ἀξιόμαχον στρατὸν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ζητήσῃ καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως μέχρι κεραίας, τῇ βοηθείᾳ καὶ συμπράξει τῶν μεγάλων Δυνάμεων, καὶ χρείας τυχούσης, καὶ διὰ τῆς Ἑλλάδος αὐτῆς καὶ μόνης νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς μνησθείσης ἀποφάσεως, καὶ κατάληψιν τῶν ἀποφασισμένων χωρῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, κατὰ τὰ κεχαραγμένα ὁρόσημα ὑπὸ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων, πρὸς ὁριστικὸν ὁροθέτησιν Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Ἠκούσατε, κύριοι βουλευταὶ, ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, ὅτι συλλογισθεῖσα ἡ Κυβέρνησίς του τὰς δηώσεις τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, καὶ τῆς πρωτευούσης Ἀθηνῶν, καὶ τὴν χύσιν αἱμάτων ἐν ἐπιχειρουμένῳ καταστρεπτικῷ πολέμῳ, καὶ ἐν ᾧ ἄδηλον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ὁ ἐθνικὸς ἑλληνικὸς στρατὸς ἤθελε δρέψει δάφνας νίκης κατὰ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ τῆς Τουρκίας, ἀντὶ ὅλων αὐτῶν τῶν καταστροφῶν, ἐπροτίμησε τὴν παραδοχὴν τῆς μειώσεως τῶν ὁροσήμων, δεχθεῖσα τουτέστι μέρος τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου καὶ ἀφήσασα τὴν Ἐλασσῶνα, τὰ Ἰωάννινα, τὸ Μέτσοβον καὶ Πρέβεζαν. Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν, εἶχε τοιοῦτο δικαίωμα ἡ πρώην Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τοῦτο, δεχθεῖσα μέρος ἐλάχιστον τῶν ἀποφασισθεισῶν ὁριστικῶς χωρῶν, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους; Βεβαίως λέγω ὄχι, καὶ μυριάκις ὄχι· διότι ὤφειλεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ἅμα ὡς εἶδεν, ὅτι τῇ ἐγένετο ἀπὸ τὰς Δυνάμεις μία τοιαύτη ἀτιμωτικὴ πρότασις, μὴ ἐκπληροῦσα τοὺς πόθους τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀφορῶσα τὴν μείωσιν τῶν ὁροσήμων, τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποφασισθεισῶν ἐπαρχιῶν, καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν ἀδελφῶν μας ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀφορήτου ἐκείνης δυναστείας τοῦ Σουλτάνου, ἀμοίρου παντὸς πολιτισμοῦ, ὤφειλε κατὰ καθῆκον ἱερὸν πρὸς τὴν πατρίδα νὰ συγκαλέσῃ παραχρῆμα τὴν Βουλήν—καὶ τοῦτο ἤθελε πράξει, ἂν δὲν εἶχεν ἐγωϊστικὴν ματαίαν φιλοδοξίαν τοῦ κυβερνᾷν παρανόμως, ὡς λέγει ὁ Σοφοκλῆς «εἴπερ γὰρ ἀδικεῖν χρὴ τυραννίδος περὶ κάλλιστον ἀδικεῖν;»—καὶ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν εἰλικρινῶς τὴν τρέχουσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τὴν διαφωνίαν τῶν Δυνάμεων, τὴν παλινῳδίαν αὐτῶν, καὶ τὴν ἀνάκλησιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως· καὶ εἰ μὲν τὸ ἔθνος εὕρισκεν εὐλογοφανεῖς τοὺς λόγους καὶ στοχασμοὺς τῆς πρώην Κυβερνήσεως τοῦ νὰ δεχθῇ ἀναιμωτεὶ τὴν ἀπεχθεστάτην προσφερομένην ὑπὸ τῆς Τουρκίας λωρίδα τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, εἶχε καλῶς· ἂν δὲ κατὰ περίστασιν ἐναντίαν καὶ τὸ Ἔθνος ἐφρόνει τὸ ἐναντίον τῶν στοχασμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ καὶ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος πρωθυπουργὸς τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θαρσαλέος, ῥέκτης πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς μεγάλης ἐντολῆς τῶν στεναγμῶν καὶ πόθων τοῦ ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Κύριοι βουλευταί, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δυστυχῶς ἐλησμόνησεν ἐντελῶς τοὺς ἀγῶνας τῶν πατέρων ἡμῶν, οἵτινες κατὰ τὸ 1821 ἠγωνίσθησαν κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Σουλτάνου, μὲ πόδας πηλίνους, καὶ ἔθραυσαν τὰ δεσμὰ τῆς Τουρκίας, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια τοῦ πολέμου, παρὰ μόνον τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος καὶ τῆς ἱερᾶς ἡμῶν θρησκείας, καὶ χωρὶς νὰ κατασταθῶσιν εἰς τὴν τότε ὑπάρχουσαν τοῦ Μετερνίχου ἱερὰν σιδηρᾶν συμμαχίαν μεταξὺ τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ Τουρκίας, καὶ χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν χύσιν τῶν αἱμάτων, καταστροφῶν τῶν πόλεων, κωμοπόλεων καὶ χωρίων, ἀλλ’ ὥρμησαν ὡς λέοντες, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὡς γίγαντες κατὰ τοῦ τυράννου Σουλτάνου, καὶ ἐπὶ τέλους διὰ τῶν γενναίων καὶ καρτερικῶν καὶ μαρτυρικῶν ἀγώνων των παρώτρυνον τοὺς λαοὺς τῆς Δύσεως καὶ ὕψωσαν τὴν ἐν Χριστῷ ἀδελφικήν των φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἀγωνιζομένης Ἑλλάδος, ὥστε ἠναγκάσθησαν καὶ αἱ μεγάλαι Δυνάμεις νὰ υἱοθετήσωσι τοὺς ἀγῶνας τῶν πατέρων μας, ἀφοῦ ἐπείσθησαν, ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των, καὶ ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς μικρᾶς ταύτης Ἑλλάδος, οὔσης τότε ἐνδόξου, ἥν περ παρελάβομεν ἐκ τῶν αἱμοσταγῶν χειρῶν τῶν λειψάνων τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ τὴν ὁποίαν χεῖρες ἀδέξιαι τὴν κατέστησαν σήμερον μοιραίως ταπεινήν, ἄδοξον, καὶ ὑπὸ τὴν καταισχύνην καὶ τὴν χλεύην διακειμένην. Κύριοι βουλευταί, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ὤφειλε κατὰ τὴν ἐπαγγελίαν της καὶ τὴν ὑπόσχεσίν της, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν μεγάλην ἐντολὴν ἔλαβε παρὰ τοῦ Κράτους διὰ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, νὰ παρασκευάσῃ τὸ Ἔθνος ἀξιόμαχον, καὶ παρατάξῃ ἐν καιρῷ τοὺς στρατοὺς τῆς πατρίδος κατὰ τῆς Τουρκίας· ἀφοῦ εἶδεν ὅμως, ὅτι ἡ Τουρκία ἦτο ἀνένδοτος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως, καὶ ἀφοῦ εἶδεν ἀπροσδοκήτως τὴν παλινῳδίαν τῶν Δυνάμεων, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὸ ἀξίωμα τοῦ Φωκυλίδου ὅστις λέγει: «ὅστις δὲν ἀποφασίσῃ νὰ ἀποθάνῃ, δὲν ζῇ, δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις χύσιν αἱμάτων, καταστροφὰς πόλεων. Αἱ σκέψεις καὶ αἱ αἰτιάσεις αὐταί εἰσι διὰ μόνους τοὺς ἀνάνδρους καὶ δειλοὺς καὶ οὐχὶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐπικαλοῦνται τὰς ἐλευθερίας καὶ ὑπόσχονται μάλιστα νὰ ἐλευθερώσωσι καὶ ἄλλους δεδουλωμένους λαούς· καὶ οἱ τοιοῦτοι βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι ἡ ἐλευθερία φιλοξενεῖται καὶ τρέφεται μὲ χύσιν αἱμάτων καὶ καταστροφὰς, καὶ οἱ γονεῖς ἐν πολέμῳ θάπτουσι τὰ τέκνα των. Ὅθεν δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φοβηθῇ τὰς τυχὸν καταστροφὰς καὶ παντοίας ἄλλας θυσίας καὶ οὐδὲ νὰ φεισθῇ τὰς πολυδαπάνους καὶ μεγάλας οἰκοδομὰς Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ λοιπῶν ἄλλων πόλεων, καθότι αἱ οἰκοδομαὶ πάλιν ἀνανεοῦνται, ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων, ὅταν οἱ πολῖται ἀπελευθερωθῶσι τῆς δουλείας. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἦτο πατρικὴ, ὤφειλε νὰ μεταδώσῃ καὶ ἐμβολιάσῃ εἰς τὰς ψυχὰς τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν τὸ γενναῖον καὶ ἀρειμάνιον φρόνημα καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ πολέμου, καθ’ ὅσον ἔβλεπεν, ὅτι αἱ μητέρες τῶν Ἑλληνοπαίδων ἀγαλλομένῳ ποδὶ παρέδιδον τὰ τέκνα των ὡς ἐπιστράτους εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀναφωνοῦσαι γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ, «χρῆσθε, Κυβέρνησις ἑλληνικὴ, τοὺς ἐμοῖς λογεύμασι, ζώσεσθε, νικᾶτε.» Ἐλησμόνησε, λέγω, παντάπασι τὸ δόγμα τοῦ σοφοῦ Ἐπικτήτου λέγοντος: «εἰ μὲν θέλῃς νὰ ὠφελήσῃς τὴν πόλιν, μὴ τὰς ὀρόφους ὑψώσῃς, ἀλλὰ τὰς ψυχὰς βελτιώσῃς· ἄμεινον γὰρ ἐν μικραῖς οἰκίαις μεγάλας ψυχὰς κατοικεῖν ἢ ἐν μεγάλαις οἰκίαις ταπεινὰ ἐμφωλεύειν ἀνδράποδα.» Ὅθεν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἑλληνοπρεπῶς πολιτευθεῖσα, ὡς μὴ ὤφειλε κατὰ δυστυχίαν, καὶ ἐφείσθη τὰ μεγάλα κτίρια καὶ τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τῶν πόλεων, καὶ ἐπροτίμησε νὰ δεχθῇ καὶ ὑπογράψῃ ἀτιμωτικὴν σύμβασιν καὶ νὰ παραστήσῃ τὸ ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰς τὰς ὄψεις τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου ἀπόλεμον καὶ ἀνάλκιδον, καὶ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς μισέλληνας τῆς Εὐρώπης νὰ ἀποκαλῶσι χαιρεκάκως καὶ ἀδίκως τοὺς ἐν τῇ Ἑλλάδι οἰκοῦντας Γραικύλους, καὶ οὐχὶ γενναίους ἀπογόνους Ἑλλήνων, ἐκείνων τῶν ἐνδόξων προπατόρων ἡμῶν, καὶ τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1821, οἵτινες δι’ ἐπιφανῶν μεγάλων πράξεών των ἀπέκτησαν τὴν αἰώνιον δόξαν εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀνθρώπων, καὶ μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου ἡ ἔνδοξος ἱστορία αὐτῶν θέλει ἀναγινώσκεσθαι μετὰ σεβασμοῦ καὶ συγκινήσεως μέχρι δακρύων. Κύριοι βουλευταὶ, οἱ Ὑδραῖοι, Σπετσιῶται, Ψαριανοὶ, βαθύπλουτοι ὄντες κατὰ τὸ 1821, οὐδόλως ἐστοχάσθησαν τὴν ἀπώλειαν πάσης κτηματικῆς περιουσίας καὶ τὴν ἀπώλειαν αὐτῆς των τῆς ζωῆς, καὶ αὐτῶν τῶν τέκνων των, ἀλλὰ ἀπὸ αἴσθημα πατριωτισμοῦ κατέβησαν εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἀνὰ χεῖρας ἔχοντες δαυλὸν πεπυρακτωμένον καὶ θαλασσοποροῦντες κατέκαιον τοὺς ἐχθρικοὺς στόλους τοῦ τυράννου εἰς τὸ ἀχανὲς πέλαγος τῆς θαλάσσης, καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ τοῦ ἀγῶνος Ἕλληνες κατὰ ξηρὰν ἀγωνισθέντες ἀπέκτησαν ἐπὶ τέλους τὰς ἐλευθερίας, καὶ τὰς ἀπέδωκαν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ οἱ πατέρες ἡμῶν, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἀγῶνος, δὲν εἶχον ἄλλην δοξασίαν, ἢ πλαγίαν σκέψιν, εἰμὴ τὸ δόγμα τοῦ ποιητοῦ Αἰσχύλου, «χάλαζαν αἵματος πρὸ φίλας πάτρας ἀμύνεται» καὶ αὐτὸ τὸ δόγμα εἶναι τὸ πρόγραμμα εἰς ἕκαστον ἄνθρωπον ἐπιθυμοῦντα τὴν ἐλευθερίαν. Ἀλλ’ ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις οὐδόλως ἐνόησε πρεπόντως, καὶ τοῦτο βέβαια ἀπὸ μικροψυχίαν της, ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ πολέμου τέρπεται πάντοτε ἀπὸ τὴν ποικιλίαν τῆς τύχης τοῦ πολέμου, ὅπως μαρτυρεῖ ὁ θεῖος Ὅμηρος, πατὴρ τῆς ποιήσεως «Ξυνὸς Ἐνυάλιος, καί τε κτανέοντα κατέκτα.» Ὅθεν κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκ προοιμίων ὑπελόγισεν, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς ἤθελεν ἡττηθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἡττᾶτο, πάλιν τὸ ἔθνος ἤθελε μείνει εἰς τὴν τιμήν του, εἰς τὴν δόξαν του, καὶ ἤθελεν ἔχει ὅλον ἐκεῖνο τὸ ἀρειμάνιον θάῤῥος εἰς τὸ μέλλον. Οἱ Σπαρτιᾶται ἄλλοτε κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ὡς διηγεῖται ὁ Πλούταρχος, ἂν καὶ εἶχον ἐπὶ ποδὸς πολέμου 320,000 στρατιώτας, ἔστειλον μόνον εἰς τὸν πόλεμον 300 ἀλκίμους στρατιώτας, ἐπὶ κεφαλῆς ἔχοντας τὸν Λεωνίδαν. Ἐπολέμησαν γενναίως καὶ ἔπεσαν ἅπαξ ἅπαντες μέχρις ἑνὸς, μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος κατὰ πολλῶν μυριάδων βαρβάρων Περσῶν. Ἀλλ’ ἡ τιμὴ καὶ ἡ αἴγλη τῆς Σπάρτης δὲν ἀπωλέσθη, ἀλλ’ ἐξεναντίας ἀπὸ τὸ κοινοτάφιον τῶν πεσόντων ἐν Θερμοπύλαις τῆς Ἑλλάδος Σπαρτιατῶν ἐξέρχεται καὶ ἀναθρώσκει μέχρι τοῦ δίσκου τοῦ ἡλίου καὶ ἀντανακλᾶται εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαῖραν, διότι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ἐν τῷ κόσμῳ νὰ ἀγνοῇ τὸ θάῤῥος καὶ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν γενναιότητα καὶ εὐπείθειαν πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος τῶν 300 Σπαρτιατῶν. Τοιουτοτρόπως ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις πολιτευομένη νὰ ἀποστείλῃ 2,000 ἄνδρας εἰς παράταξιν ἀντιμέτωπον τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ, μὲ ἀπόφασιν νὰ ἀποθάνωσι μαχόμενοι ὑπὲρ τῆς δόξης τῆς πατρίδος, καὶ οὕτω καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους ἐσώζετο καὶ ἡ δόξα του ἀλώβητος. Ἀλλὰ ποῦ φρόνησις γενναία ἀπὸ μίαν ἐγωϊστικὴν καὶ ὑπερφίαλον Κυβέρνησιν; Ποῦ θάῤῥος ἐκ μέρους τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἥτις ἐλησμόνησε τὸ ἀξίωμα τοῦ ποιητοῦ Σοφοκλέους: «Θαρσαλέος γὰρ ἀνὴρ ἐν πᾶσιν ἀμείνων ἔργοισι τελέθει.» Ἑπομένως λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ ἀνικανότητα, ἀπερισκεψίαν ἀδικαιολόγητον, καὶ νωθρότητα ἐξιδιασμένην ὡρμήθη εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν διαφόρων περιστάσεων καὶ ἄφησε τὸ ἔθνος εἰς τὴν ἀτιμίαν, ἀδοξίαν, καί τοι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της ὅτι καὶ μικρὰ ἐθνάρια ἀπέκτησαν ἐλευθερίας δι’ ἡρωϊκῶν ἀγώνων ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, καὶ ὑπεχρέωσαν καὶ ἅπασαν τὴν Εὐρώπην νὰ ἔλθῃ πρὸς βοήθειαν αὐτῶν. Ὅθεν εἶναι ἀξία πάσης κατακρίσεως καὶ μεγίστης μομφῆς, ὡς ἀνίκανος διὰ παντὸς νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ κυβερνᾶν τὸ Κράτος τοῦτο, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν ἐπερχομένων Κυβερνήσεων, ὅπως ὦσι τοῦ λοιποῦ ἄγρυπνοι φύλακες τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις παρεβίασε πολυτρόπως, ὡς ἀπέδειξαν οἱ προλαλήσαντες κύριοι Καλλιγᾶς, Κοντόσταυλος καὶ Τρικούπης, καὶ ἂς μάθῃ καὶ ὁ ἔξω κόσμος, Μακεδόνες καὶ Ἠπειρῶται, καὶ ἅπας ὁ Ἑλληνισμὸς, ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι ἀμέτοχον εἰς τὴν ὕβριν ταύτην, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν κοιμᾶται νήδυμον ὕπνον, οὐδὲ ἐλησμόνησε τοὺς ὅρκους τοῦ 1821, οὐδὲ ἔπαυσεν οὐδὲ θὰ παύσῃ ποτὲ μεριμνῶν μέχρις ὅτου πραγματοποιήσῃ τοὺς στεναγμοὺς καὶ διακαεῖς πόθους πρὸς τὴν μεγάλην ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐκ παντοίου τρόπου τῶν δεδουλωμένων ἀδελφῶν καὶ ὁμοφύλων ἡμῶν ἐκ τῆς ἀφορήτου καὶ θηριώδους δυναστείας τοῦ Σουλτάνου, καὶ οὐδόλως λησμονεῖ νὰ ἑτοιμάζηται τὸ κατὰ δύναμιν καὶ ἐσπευσμένως κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, διὰ πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι ἁρμοδίαν εὐκαιρίαν νὰ πραγματοποιήσῃ τοὺς πόθους πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοὺς ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἀφορήτου δυναστείας εὑρισκομένους χριστιανοὺς, καὶ ὅτι οὐδέποτε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος θέλει ἀποχωρισθῆ πνευματικῶς, ἀγωνιζόμενον εἰς ἔργον τοῦ νὰ δίδῃ πᾶσαν συνδρομὴν τελεσφόρον εἰς τοὺς πάσχοντας ἀδελφοὺς ἡμῶν, πρὸς οὓς μετὰ βαθείας θλίψεως τῆς καρδίας ἡμῶν συσταίνομεν θάῤῥος καὶ γενναιοψυχίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος, καὶ δὲν θέλει ἀργήσει νὰ ἀνατείλῃ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ λάμψις τῆς ἐλευθερίας.
§40ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἀπορῶ καὶ θαυμάζω πῶς ἀπὸ τὸν κ. Μαυρομιχάλην ζητεῖτε νὰ σᾶς δώσῃ πληροφορίας; ἐὰν δηλαδὴ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ στρατός μας ἦτον ἑτοιμοπόλεμος, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ πρόθυμοι, καὶ ἐν γένει ἐὰν τὸ ἔθνος καταλλήλως παρεσκευασμένον ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅστις, ὡς ἄξιος ἀπόγονος τοῦ Πετρόμπεη, ἅμα εἶδε τὴν ὀλεθρίαν ἐκείνην σύμβασιν, ἥτις ἀτίμαζε τὸ ἔθνος, ἐπέταξε τὸ ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον ἀπὸ τὰς χεῖράς του, καὶ μετὰ πόνου ψυχῆς καὶ ἀγωνίας ἐπένθει τὴν παραδοχὴν τοῦ πρωτοκόλλου ὡς καὶ ἡ ψυχὴ παντὸς Ἕλληνος κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ὁ πόλεμος, εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ὁ πόλεμος θὰ ἐπέφερε καταστροφάς· δὲν ἠθέλησα, εἶπε, νὰ ῥίψω 80,000 μαχητὰς Ἕλληνας ἐναντίον ἄλλων 80,000 μαχητῶν καλῶς ὡπλισμένων καὶ καλῶς γεγυμνασμένων. Ἐλησμόνησεν ὅμως, ὅτι εἰς τὸ ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μετέβαινον οἱ μαχηταὶ ἡμῶν, θὰ εἶχον σύμμαχον καὶ ἐπίκουρον τὸν τόπον αὐτὸν, ὅστις τοὺς ἀνέμενε μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας, ἐνῷ ὁ ἐχθρὸς ἦτο ξένος, ἦτο ἐπείσακτος. Δὲν ἠθέλησα, λέγει, νὰ χύσω Ἑλληνικὸν αἷμα, δὲν ἠθέλησα τὸν πόλεμον, ἐφείσθην τοῦ πολυτίμου αἵματος. Ἐσκέφθη, ὅπως σκέπτονται ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μένον περὶ τοῦ πλούτου των καὶ τοῦ ἀτόμου των σκέπτονται, καὶ οἵτινες πάντοτε ὄχι πόλεμον λέγουν· ἐσκέφθη, ὅπως αἱ γυναῖκες ἐκεῖναι, αἵτινες ἐσυνείθησαν εἰς τὰ οἰκιακὰ ἔργα. Τὴν γνώμην ταύτην συνεμερίσθη ἡ ὑπογράψασα τὴν σύμβασιν Κυβέρνησις. Ὁ πόλεμος ἔχει καταστροφὰς, ἔχει σφαγὰς, δῃώσεις, εἶναι ἓν κακόν· τὰ ἔχει ταῦτα, πλὴν δὲν εἶδεν, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ πολέμου καλὸν ἐπέρχεται, δὲν εἶδε καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν του διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι δίδει πατρίδας ἐλευθέρας. Ἐὰν ὁ ὑπὲρ πατρίδος ἀγωνισθεὶς πατήρ σου ἐσκέπτετο ὅπως σὺ τὰς σφαγὰς καὶ καταστροφὰς μόνον, σήμερον δὲν θὰ ἦσο ἐλεύθερος, δὲν θὰ ἤμεθα ἐντὸς τῆς ἀκόμψου μὲν ταύτης ὑπὸ καλλιτεχνικὴν ἔποψιν αἰθούσης, πλὴν σεμνῆς, δὲν θὰ εἴχομεν τὸ εὐτύχημα νὰ νομοθετῶμεν αὐτοὶ δι’ ἑαυτούς. Δὲν ἠθελήσαμεν, λέγουν, νὰ ῥίψωμεν τὸν στρατόν μας εἰς κινδυνώδη ἀγῶνα, τὸν ἀνδρεῖον καὶ γενναῖον στρατόν μας, ὅστις θὰ ἐμάχετο κατὰ ἐμπειροπολέμων ἐχθρῶν. Χείλη Ἕλληνος ἔπρεπε νὰ προφέρῃ φράσεις τοιαύτας! Πλὴν ἐλησμόνησαν, ὅτι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην 25,000 βραχίονας εἶχεν ἀπολέσει ἡ Τουρκία κατόπιν τοῦ τρομεροῦ ἐκείνου πολέμου, καὶ ὅτι εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἀπορφανωθείσας δὲν ἦλθεν ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις· αἱ ἀρκεταὶ μυριάδες ἐκ τῶν πολεμησάντων ὑπὲρ πατρίδος, καὶ καταστάντες ἀνίκανοι εἰς τὸ νὰ προσπορίζωνται τὰ πρὸς ζωὴν, ὡς ἐκ τῶν τραυμάτων, ἅτινα εἶχον λάβει, μήπως δὲν ἐσύροντο εἰς τὸ τουρκικὸν κράτος, ἐπαιτοῦντες διὰ νὰ ζήσωσιν! Ὁποία λοιπὸν ἦτο ἡ πεποίθησις τοῦ ὑπὲρ πατρίδος μαχομένου Ὀθωμανοῦ καὶ ὁποῖαι αἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρις Ἰωαννίνων; μόνον 50,000 στρατοῦ ὑπῆρχον, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη. Οὐδεὶς ὑπῆρχε πρὸς ἀποδειλίασιν λόγος. Ἡ τύχη ἀνύψωσε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον εἰς τὸ μεταίχμιον ἀφ’ ὅπου τοῦ ἔδειξε τὴν δόξαν καὶ τὴν ἀθλιότητα· ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον, καὶ ἀντὶ σήμερον νὰ ἦναι ὁ ἔνδοξος τῆς Ἀνατολῆς ἀνὴρ, ὡς τίτλον του ἔχει τὴν ἀθλίαν Συνθήκην. Ὅθεν πρέπει σήμερον νὰ δοθῇ ἓν μάθημα, ὥστε νὰ διδαχθῶσιν οἱ μέλλοντες νὰ διευθύνωσι τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ διδαχθῶσιν, ὅτι ἀτιμώρητοι δὲν μένουν οἱ ἐξευτελίσαντες τὸ ἔθνος.
§41ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον θεωρῶ λίαν σπουδαῖον, καὶ νομίζω ὅτι χρῄζει ἐμβριθοῦς καὶ μεγάλης μελέτης. Τὸ θεωρῶ δὲ σπουδαῖον, καθόσον ἐν αὐτῷ εὑρίσκω διατάξεις, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν στοιχειώδεις ἀρχὰς τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, δίδωσι δὲ καὶ δικαιώματα εἰς τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ οὐδὲ προστατεύει τὰ δικαιώματα τῶν νέων χωρῶν, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ προστατεύσωσι. Δὲν θέλω μακρηγορήσει διὰ θεωριῶν, ἀλλὰ θέλω ἐξετάσει μίαν ἑκάστην τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου παραβιάσεων τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Σᾶς παρακαλῶ δὲ μόνον νὰ προσέξητε, διότι πέποιθα, ὅτι θέλετε πεισθῆ. Ἄρχομαι ἐξετάζων μίαν ἑκάστην τῶν κατὰ τῆς ἐπιστήμης παραβιάσεων τούτων.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἦναι καμμία νέα ἐπιστήμη.
§43ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιστήμη, τὴν ὁποίαν ἐμάθετε καὶ τὴν ὁποίαν ἐδιδάξετε.—Διὰ τοῦ αʹ ἄρθρου διατάσσεται, ὅτι μετὰ 10 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τούτου λαμβάνει ἰσχὺν εἰς τὰς νέας χώρας ἅπασα ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία. Τὴν διάταξιν αὐτὴν εὑρίσκω ἀντιβαίνουσαν πρῶτον εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον, δεύτερον δὲ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔχομεν ἀστικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ῥητῶς λέγει, ὅτι, διὰ νὰ ἰσχύσῃ νόμος τις, πρέπει νὰ δημοσιεύηται, καὶ ὁρίζει τὸν τρόπον τῆς δημοσιεύσεως. Διὰ τοῦ προκειμένου ὅμως ἄρθρου δὲν δημοσιεύονται οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, ἀλλὰ δημοσιεύεται αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἁπλῶς διατάσσει νὰ ἰσχύωσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει καθαρῶς, ὅτι ὁ βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους· ὅθεν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις τοῦ ἐφαρμοστέου νόμου, ἔστω καὶ δι’ ἄλλου τρόπου κανονιζομένου ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου, οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ἔχῃ κῦρος νόμος πρὶν δημοσιευθῇ καὶ καταστῇ γνωστὸς εἰς τοὺς πολίτας. Ἤκουσα ὅμως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης λέγοντα, ὅτι καθιεροῦσι νέον τρόπον δημοσιεύσεως, τουτέστι παραδέχονται τὴν ἰσχὺν τῶν ἑλληνικῶν νόμων εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, χωρὶς νὰ δημοσιεύσωσιν αὐτούς. Ἀλλὰ δικαίωμα τοιοῦτο δὲν ἔχουσι, διότι τοῖς τὸ ἀπαγορεύει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διατάσσον ἐπιτακτικῶς, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, δέον νὰ δημοσιεύωνται· ὁ δὲ ἀστικὸς νόμος διαγράφει τὸν τρόπον τῆς δημοσιεύσεως. Τοῦτο ἐγένετο καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ· διετάχθη ἡ δημοσίευσις ἁπάντων τῶν ἐφαρμοσθησομένων νόμων, καὶ ἐλειτούργησαν οὗτοι ἐγκύρως μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Εἶναι λοιπὸν συνταγματικὴ παράβασις τὸ νὰ μὴ δημοσιευθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ δὲ πολῖται τῆς Θεσσαλίας εἶναι ὑπόχρεοι νὰ ὑπακούσωσιν εἰς νόμους ἀγνώστους αὐτοῖς.
§44ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Ἀθανασιάδη, παρακαλῶ, πῶς προέβητε εἰς τὴν δημοσίευσιν δυνάμει τῶν Διαταγμάτων;
§45ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐδημοσιεύθησαν ὅλοι οἱ νόμοι ἐκεῖ. Λέγετε λοιπὸν, ὅτι μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ εἰσάγονται καὶ ἰσχύουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι. Ἄρα ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ὅτι πρὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς νόμοι ἑλληνικοὶ οὔτε εἰσήχθησαν, οὔτε ἐφηρμόσθησαν. Συνάγεται δὲ τοῦτο ἐκ συνδυασμοῦ πρὸς τὸ ἄρθρον 14, τὸ ὁποῖον ἀκυροῖ ἐξ ὑπαρχῆς ὅλα τὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων εἰσήχθησαν οἱ διάφοροι νόμοι. Ἀλλ’ ἀφοῦ λοιπὸν τὰ Διατάγματα, δι’ ὧν εἰσήχθησαν οἱ νόμοι, ἀκυροῦνται, οἱ νόμοι ἄρα δὲν ἦσαν εἰσηγμένοι. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ποῖοι νόμοι ἴσχυον καθ’ ὅλον τὸ ἐννεάμηνον διάστημα; μὲ ποίους νόμους οἱ Θεσσαλοὶ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἐκανόνισαν εἴτε δικαστικὰς εἴτε ἀστικὰς σχέσεις; Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ εἶναι ἀμφίβολον, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ οἱ εἰσαχθέντες ἐκεῖ νόμοι δὲν ἴσχυον. Ὅμως ἐξάγεται αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ νόμοι ἑλληνικοὶ δὲν ἴσχυον ἐκεῖ. Ἀφοῦ δὲ δὲν ἴσχυον, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων νόμων ἐδίκασαν οἱ δικασταὶ καὶ ἐξέδωκαν ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας τὸ 14 ἄρθρον θεωρεῖ ὡς ἰσχυράς; Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῇ τις, ὅτι ἐξεδόθησαν ὅλαι αἱ ἀποφάσεις ὑπὸ τὸ κράτος τῶν δημοσιευθέντων ἑλληνικῶν νόμων, συνήφθησαν ὅλαι αἱ ἐνοχικαὶ σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸς τὸ Δημόσιον δυνάμει τῶν ἑλληνικῶν τούτων νόμων, τότε εὑρίσκεται εἰς ἀντινομίαν πρὸς τὸ 14 ἄρθρον τὸ 1 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι αὐτοὶ οἱ νόμοι ἰσχύουν ἀφοῦ δημοσιευθῇ ὁ συζητούμενος νόμος μετὰ 10 ἡμέρας. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῇ τις, ὅτι πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, τοῦ συζητουμένου, οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι δὲν ἴσχυον ἐκεῖ, τότε ἀναντιῤῥήτως ἴσχυον οἱ τουρκικοί. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὕτω κυροῦμεν δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἐκδοθείσας ἰσχύοντος τοῦ τουρκικοῦ νόμου, δηλαδὴ ἀποφαινόμεθα ὅτι ἔχουσι πλῆρες κῦρος ἀποφάσεις, ἐκδοθεῖσαι κατ’ ἐφαρμογὴν ἑλληνικῶν νόμων μὴ ἰσχυόντων, ἀλλὰ μὴ στηριχθεῖσαι οὔτε εἰς τοὺς ἰσχύοντας τουρκικοὺς νόμους. Εἶναι φανερὰ λοιπὸν, κύριοι, καὶ αὐτοφανὴς ἡ ἀντίφασις τοῦ 1 ἄρθρου πρὸς τὸ 14. Τὸ 14 ἄρθρον τὰς κηρύσσει ἐν ἰσχύϊ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀλλ’ ἀκυροῖ τὰ Διατάγματα, ἑπομένως καὶ τοὺς διορισθέντας δικαστὰς θεωρεῖ ὡς μὴ ἔχοντας νόμιμον ἐξουσίαν. Ποῖον συμπέρασμα ἐπέρχεται ἐντεῦθεν; Κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἱ δικασταὶ τότε λαμβάνουν τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικάζειν, ὅταν διορισθῶσιν ἀπὸ τὸν βασιλέα· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκυροῦνται τὰ Διατάγματα, οἱ δικασταὶ αὐτοὶ τίνα χαρακτῆρα ἔχουν; δηλαδὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέδωκαν τὰς ἀποφάσεις; Ἔχουν τὸν χαρακτῆρα ἁπλοῦ ἰδιώτου. Ὥστε αὐτοὶ οἱ ἁπλοῖ ἰδιῶται ἐξέδωκαν τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς, αἵτινες ἑπομένως δὲν εἶναι εἰμὴ πράξεις ἰδιωτῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον δίδει δικαστικὸν κῦρος. Γεννᾶται λοιπὸν συνταγματικὸν ζήτημα: ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν ἁρμοδιότητα νὰ περιβάλῃ μὲ δικαστικὸν χαρακτῆρα καὶ δώσῃ κῦρος δικαστικῶν ἀποφάσεων εἰς πράξεις ἁπλῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ, κατὰ παράβασιν τῶν δικαιωμάτων της, ἐκδώσῃ τοιοῦτον νόμον, νομίζετε, ὅτι τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοιοῦτον νόμον; Οὐδέποτε.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ νόμος εἶναι νόμος, καὶ ὀφείλουν νὰ τὸν σεβασθοῦν.
§47ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ τὸ μάθετε. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐκδίδῃ πρᾶξιν ἐναντίαν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἔδωκεν εἰς αὐτὴν, ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι σεβαστή.
§48ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ Διατάγματα τὰ ἰδικά σας ἦσαν ἰσχυρά;
§49ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐὰν σᾶς ἐνοχλοῦν αἱ παρατηρήσεις αὗται, ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα νὰ μὲ ἀντικρούσητε.—Λοιπὸν, κύριοι, ἔχω τὸ φρόνημα, ὅτι ἡ Βουλὴ ὅταν ἀκυροῖ τὰ Διατάγματα ἅτινα ἀφαιροῦν ἀπὸ τοὺς δικαστὰς τὴν ἰδιότητα τοῦ δικάζειν, δὲν δύναται νὰ περιβάλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν μὲ κῦρος δικαστικόν· καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν δύνανται νὰ τὰς θεωρήσωσι τοιαύτας. Προβαίνω, κύριοι, εἰς ἄλλην ἰδέαν. Ἐγνώριζον ἕως τώρα, ὅτι, ὅταν ἔγγραφόν τι ἦναι ἄκυρον, καὶ ἡ πρᾶξις ἡ δι’ αὐτοῦ συνομολογουμένη εἶναι ἐπίσης ἄκυρος, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη πρᾶξις, ἐξ αὐτοῦ παραγομένη. «Ἐξ ἐγγράφου ἀκύρου ἔγκυρος πρᾶξις δὲν δύναται νὰ παραχθῇ», κατὰ γενικόν κανόνα καὶ ἀναμφισβήτητον ἀξίωμα νομικόν. Ἤδη πρῶτον μανθάνω, ὅτι ἄκυρα ἔγγραφα δύνανται νὰ παραγάγωσιν ἐγκύρους πράξεις, τουτέστι τὰ διατάγματα, τὰ ἀρχικῶς κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἄκυρα, δύνανται νὰ παραγάγωσιν ἐγκύρους πράξεις. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐξ ἀκύρων ἐγγράφων νὰ παραχθῶσιν ἔγκυροι πράξεις, ἢ ἐξ ἀκύρου ἰδιότητος ὑπαλλήλου τινὸς δύναται νὰ παραχθῇ δικαστικὴ πρᾶξις, μᾶς ἀνέφερεν ἕνα δοῦλον, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἀποφάσεις, κηρυχθείσας ἐγκύρους. Τίς ἦτο αὐτὸς ὁ δοῦλος λοιπόν; — διότι πιστεύω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ συμφωνῇ μὲ τὸν κ. Καλλιγᾶν, τὸν καθηγητήν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. — Ὑπῆρξέ ποτε εἷς δοῦλος φυγάς, ὀνομαζόμενος Barbarius Philippus· αὐτὸς κατέφυγεν εἰς τὴν Ῥώμην· φαίνεται δέ, ὅτι ἦτο ἐπιτηδειότατος καὶ δημοτικώτατος· συνέδεσε σχέσεις μετὰ τῶν πολιτῶν, καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐκλογῆς Πραίτορος, ὁ λαὸς ἐξέλεξε τοιοῦτον τὸν δοῦλον αὐτόν. Γνωρίζετε ὅτι ἐν Ῥώμῃ τότε οἱ δοῦλοι δὲν εἶχον δικαιώματα οὔτε ἀστικά, οὔτε πολιτικά, καὶ ἑπομένως δοῦλος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλεχθῇ Πραίτωρ. Ἐν τούτοις αὐτὸς ἐγένετο Πραίτωρ, ἐξέδωκεν ἀποφάσεις, ἐδίκασε ὑποθέσεις, ἐνήργησε πολλὰ ὡς Πραίτωρ· ἀνακαλύπτεται ὅμως κατόπιν, ὅτι αὐτὸς ἦτο δοῦλος, καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἂν τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν, αἱ ἀποφάσεις, αἱ ἐπίσημοι πράξεις, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν, ἔχωσι κῦρος. Τότε εἷς νομοδιδάσκαλος, καλούμενος Πομπόνιος, ἀντίθετος μάλιστα τῶν ἀρχῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐγνωμάτευσεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ δοῦλος αὐτὸς ἀπὸ τὸν κυρίαρχον λαόν, τὸν ἔχοντα τοιοῦτον δικαίωμα, ἐξελέχθη Πραίτωρ, κατέστη ἐλεύθερος, καὶ ἑπομένως ὡς ἀποβαλόντος διὰ τῆς ἐκλογῆς τὴν ἰδιότητα τοῦ δούλου, αἱ πράξεις του ἐκηρύχθησαν ἔγκυροι, ὅπως καὶ σήμερον τοιαῦται θέλουσι θεωρηθῆ αἱ πράξεις τοῦ μὴ ἔχοντος τὰ προσόντα καὶ διοριζομένου δικαστοῦ. Ποία σχέσις λοιπὸν ὑπάρχει τοῦ μνησθέντος παραδείγματος πρὸς τὸ προκείμενον θέμα; τοῦ νόμου δηλαδὴ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾶ ἁπλῶς εἰς τὸ προσὸν τοῦ ὑπαλλήλου, μὲ τὰ διατάγματα, ἢ ἐν γένει μὲ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἄκυρα, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο αἱ δι’ αὐτῶν συνομολογούμεναι πράξεις θεωροῦνται ἔγκυροι; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀνέφερεν ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἄρθρου 14, οὐδεμίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐφαρμογήν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καθηγητής, ἐννοεῖ τὸ ἀνεφάρμοστον τούτου, ἀλλ’ ὡς ὑπουργός, ὡς πολιτικός, εἰ ἄλλα ἀφορῶν ἴσως, ἐπικαλεῖται αὐτό. Πρὸς ὑποστήριξιν συνάμα τῆς ὀρθότητος τῆς ἰδέας, ὅτι «τὸ ἄκυρον παράγει ἔγκυρον» μᾶς ἀνέφερε προσέτι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὁ κ. Καλλιγᾶς τὰ ἀποτελέσματα τῶν νομιζομένων γάμων (matrimonia putativa) καὶ εἶπεν, ὅτι μολονότι οἱ γάμοι δὲν εἶναι ἔγκυροι, μ’ ὅλον τοῦτο οἱ νόμοι παραδέχονται καὶ ἀναγνωρίζουσι τὴν γνησιότητα τῶν τέκνων. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι; Εἷς τούτων, ὁ τὴν πρώτην ἀφορμὴν δοὺς, ἀναγνωρίζει ὡς γνήσια τέκνα τὰ νόθα τὰ γεννηθέντα ἐκ τοῦ γάμου θείου καὶ ἀνεψιᾶς, τοῦ 10 ἔτη διαρκέσαντος· ἄλλοι δὲ νόμοι ἀναφέρουσιν, ὅτι, ἐὰν ἐν καλῇ πίστει, δηλαδὴ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν κωλυμάτων, συναφθῇ γάμος, φιλάνθρωπον εἶναι νὰ ἀναγνωρίζηται ὁ γάμος· ἄλλοι δὲ νόμοι καθιεροῦσιν ἀπαλλαγὰς, καὶ ἀναγνωρίζουσι τὸ ἔγκυρον τοῦ γάμου, καὶ τοῦτο πολλάκις πράττει καὶ ἡ Ἐκκλησία. Ἀλλὰ τίνα σχέσιν ἔχουσι τὰ ἀναγνωριζόμενα αὐτὰ τέκνα μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα; ἄλλως τε καὶ ἡ ἐξ ἀναλογίας ἐφαρμογὴ τῶν νόμων τούτων ἀναιρεῖ τὸ ἄρθρον 11, διότι ἐκεῖνοι μὲν δέχονται καὶ τὸ ἔγκυρον τοῦ γάμου, καὶ τὸ ἔγκυρον τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ, ἐνῷ τοῦτο μόνον τὰς συνεπείας δέχεται, ἀναιροῦν τὰ ἐφ’ οὗ αὗται στηρίζονται Διατάγματα. Διὰ τοῦ ἄρθρου 11 καταργοῦνται ἅπαντα τὰ Διατάγματα. Μεταξὺ τούτων εἶναι καὶ τὸ ἐκλογικὸν ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, καὶ τὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιῶν τούτων. Ἀφοῦ λοιπὸν ταῦτα ἀκυροῦνται, πῶς μένουσιν οἱ βουλευταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων ἐν τῇ Βουλῇ; Ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου ἤκουσα μίαν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου: «Ἀδιαφορῶ, εἶπε, περὶ τῶν τύπων, ἀδιαφορῶ περὶ τῆς ἰσχύος ἢ μὴ τῶν διαταγμάτων· δέχομαι μόνον τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ· καὶ ἐπειδὴ ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας διὰ τῆς γνησίας θελήσεως αὐτοῦ ἀπέστειλε βουλευτὰς, τοὺς δέχομαι.» Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δόγματος τούτου ἀντέκρουσε τὴν πρότασιν ἑνὸς τῶν κκ. βουλευτῶν Βώλου, δηλώσαντος, ὅτι δὲν πρέπει οἱ βουλευταὶ τῶν νέων χωρῶν νὰ μετάσχωσι τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, τότε εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἡ γνησία θέλησις τοῦ λαοῦ εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστή. Εἶναι ὅμως ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι οἱ νόμοι παντὸς Κράτους τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐνάσκησιν παντὸς δικαιώματος περιέβαλον διὰ διαφόρων διατυπώσεων διαγεγραμμένων, ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποκτήσῃ τὰ χορηγούμενα νόμιμα δικαιώματα. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ὑπάρχουσιν οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσιν ὅλας τὰς διατυπώσεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύναταί τις ἐγκαίρως νὰ ἐκλέξῃ καὶ νὰ ἐκλεχθῇ. Οἱ νόμοι χορηγοῦσι δικαιώματα εἰς ἕκαστον, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, ἐὰν δὲν συμμορφωθῇ μὲ τοὺς τύπους, οἵτινες κανονίζουσι τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Λοιπὸν Διάταγμα περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν δὲν ὑπάρχει, διατύπωσις οὐδεμία ὑπάρχει, ἀλλὰ μόνον ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Ἂν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τότε διατί νὰ μὴ δεχθῶμεν ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης καὶ πάντα ἄλλον πολίτην, τὸν ὁποῖον σήμερον ἢ αὔριον θὰ στείλῃ ἐπαρχία τις δι’ ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ λαοῦ; Τότε λοιπὸν δύνανται ὅλοι νὰ ἔλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ νὰ εἴπωσιν: «Εἴμεθα ἀπαύγασμα τοῦ λαοῦ· καθήμεθα λοιπὸν καὶ ἡμεῖς ἐντὸς τῆς αἰθούσης» Τὸ δόγμα τοῦτο τοῦ ἐντίμου πρωθυπουργοῦ πάντῃ ἀνεφάρμοστον εἶναι ἔνθα τὸ Κράτος τῶν νόμων ἰσχύει, καὶ αἱ νόμιμοι καθεστηκυῖαι Ἀρχαὶ ἐνεργοῦσι, καὶ μόνην δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐν ἀνατροπῇ τῶν καθεστώτων, ὅτε ὁ λαὸς, ἐλεύθερος παντὸς νομικοῦ δεσμοῦ, ἐνεργεῖ ὡς κυρίαρχος. Ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν προτίθεμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὴν νομιμότητα τῶν ἐντίμων συναδέλφων μας, ἀλλὰ νὰ καταδείξω μόνον εἰς ποῖα ἄτοπα φέρουσι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια ἐμβριθοῦς μελέτης καὶ βουλήσεως ἐλευθέρας παντὸς πολιτικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἐμπρεπούσης ἀληθεῖ νομοθέτῃ, σεβομένῳ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ μόνον τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους σκοποῦντι· ἀλλ’ εἶναι ἀπόῤῥοια ἄλλων λόγων, καὶ ἴσως πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐπαγγελιῶν. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ ἄλλως πως περὶ τῶν Διαταγμάτων. Πολλοὶ εἶπον, ὅτι τὰ Διατάγματα εἶναι ἀντισυνταγματικὰ, ἡ Κυβέρνησις περιεβλήθη νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἣν δὲν εἶχε, καὶ ἑπομένως παρέβη τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ φρονῶ τὸ ἐναντίον. Τότε μόνον εἶναι βέβαιον, ὅτι παραβαίνει τὸν νόμον, οἷον δήποτε, ἢ καὶ τὸ Σύνταγμα, ὅταν οἱ νόμοι αὐτοὶ, ἢ τὸ Σύνταγμα ἰσχύουσιν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ πρᾶξις οἱαδήποτε· διότι, ὅταν ἐν τῷ τόπῳ, ἔνθα ἐνεργεῖται ἡ πρᾶξις, δὲν ἰσχύει νόμος καὶ Σύνταγμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι παρεβιάσθησαν;
§50ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐρωτῶμεν, ἂν ἀφ’ ὅτου προσηρτήθησαν αἱ χῶραι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἴσχυεν ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα ἢ ὄχι; Νὰ μᾶς ἀπαντήσητε καθαρῶς.
§51ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς νέας χώρας δὲν εἰσήχθη ἀκόμη τὸ Σύνταγμα. Ἡ Σύμβασις, ἡ ὁποία παραχωρεῖ τὰ μέρη αὐτὰ, ἐπέβαλε καὶ ὑποχρεώσεις. Ἐνθυμοῦμαι ὅταν ὑπεγράφη ἡ Σύμβασις, ὅτι ἡ τότε ἀντιπολίτευσις διὰ μακρῶν καὶ ἐπανειλημμένων ἄρθρων ἰσχυρίζετο, ὅτι δὲν ἰσχύει ἡ Σύμβασις πρὶν ἢ ἐπικυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς· καὶ ὅ,τι τότε ἔλεγεν, ἐβεβαιώθη ὑπ’ αὐτῆς, Κυβερνήσεως γενομένης, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νόμου περὶ ἐπικυρώσεως τῆς Συμβάσεως ἐκείνης, ἥτις καὶ ἐκυρώθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι πρὸ τῆς κυρώσεως τῆς Συμβάσεως ἡ Σύμβασις αὕτη δὲν ἴσχυε, τότε πῶς πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν τὰ μέρη ἐκεῖνα πρὸ τῆς ἐπικυρώσεως; Δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν, ὅτι νομοθετικῶς εἶναι ἀναποσπάστως ἡνωμένα μὲ τὸ λοιπὸν Κράτος; Ἐγὼ λέγω ὄχι· ἀναποσπάστως ἡνώθησαν ὅταν ἐπεκυρώθη ἡ Σύμβασις. Λοιπὸν τούτου ὑπάρχοντος, δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἴσχυεν ἐκεῖ τὸ Σύνταγμα; — Ἀλλ’ ἤκουσα μίαν διακοπήν: «Καὶ πῶς, διὰ Διαταγμάτων ἐφηρμόσατε τὸν νόμον;» Ἰδού. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν βάσιν, ὅτι νομοθετικῶς ἀκόμη δὲν ἦσαν ἡνωμέναι αἱ χῶραι αὗται, τότε ἠδύνατο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ, κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὡς μὴ οὖσαν ἀκόμη κεχωρισμένην διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἐκεῖ εἰσέτι Συντάγματος, νὰ ἐνασκήσῃ καὶ νομοθετικὰ ἔργα. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ νόμον, εἶχεν ἐν ἑαυτῇ καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ διοικήσῃ προσωρινῶς τὰς νέας ἐπαρχίας. Καὶ σεῖς σήμερον τί ζητεῖτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας; Ἔρχεσθε νὰ ὀργανώσητε τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁριστικῶς; Οὐδὲν ἄλλο ζητεῖτε, εἰμὴ νὰ λάβητε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐκδώσητε Διατάγματα προσωρινὰ καὶ νὰ διοικήσητε καὶ ὑμεῖς προσωρινῶς τὰ μέρη αὐτὰ, μέχρις ὅτου γίνωσι καὶ νομοθετηθῶσιν ὁριστικοὶ νόμοι. Διατί τὸ κάμετε τοῦτο; διότι ἀνευρίσκετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁριστικῶς νὰ ὀργανωθοῦν τὰ μέρη αὐτὰ, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖτε τὴν ἄδειαν νὰ ὀργανώσητε αὐτὰ διὰ Διαταγμάτων προσωρινῶς. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν σήμερον δὲν δύναται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ ὀργανώσῃ ὁριστικῶς καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ Διαταγμάτων νὰ διοικῇ, εἰς τὴν αὐτὴν ἀνάγκην καὶ μείζονα δὲν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης εἶναι αὐτὴ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, μὴ ἔχουσα Βουλήν....
§52ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Εἶχε.
§53ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἄλλος εἶναι ὁ λόγος, διατί δὲν προσεκαλέσαμεν τὴν Βουλήν. Ἄλλη εἶναι ἡ μία εὐθύνη, καὶ ἄλλη ἡ ἄλλη.
§54ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ παρανομία, ἥτις προεκάλεσεν ὅλα τὰ λοιπὰ σφάλματα.
§55ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Εὑρέθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς μείζονα ἀνάγκην νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον διὰ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θέλει νὰ διοικῇ, ἀντιγράφουσα μάλιστα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκεῖνα τὰ Διατάγματα. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον ἡ Βουλή, ἕνεκα ἀνάγκης, δώσῃ τῇ Κυβερνήσει τὴν ἄδειαν νὰ διοικήσῃ διὰ Διαταγμάτων, ὁποῖος νόμιμος καὶ εὔλογος λόγος ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἔγκρισιν τῆς διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου διοικήσεως τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις εἰς μείζονα καὶ ὁμολογουμένην εὑρέθη ἀνάγκην; Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον, φρονῶ, ὅτι, ἂν αἱ βραχεῖαι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ὑμῖν, ὀρθῶς καὶ ἀπαθῶς ἐκτιμηθῶσιν, ἀποχρώντως ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὁ νόμος, ὡς εἶναι συντεταγμένος, οὐ μόνον ἀντιβαίνει πρὸς τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ἀλλὰ δὲν ὑπηρετεῖ καὶ τὰ συμφέροντα αὐτὰ τῶν πολιτῶν· διότι θὰ κατασταθῇ ἀβέβαιον καὶ ἄδηλον, ἂν αἱ διάφοροι σχέσεις, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ μεταξὺ τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, καὶ μεταξὺ τῶν πολιτῶν πρὸς τὰς Δημοσίας ἀρχὰς, δύνανται νὰ μένωσιν ἰσχυραί. Ἐνῷ τὸ ὁμαλώτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα βέβαια ἄνευ κλονισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν, ἄνευ παραβιάσεως τῶν ἀρχῶν αὐτοῦ τοῦ δικαίου, εἶναι νὰ ἰσχύσωσιν αἱ σχέσεις αἱ συναφθεῖσαι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων· καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδεμία ἀνωμαλία ἐπέρχεται, ἀλλ’ ἐξακολουθοῦν οἱ νόμοι, οἱ ἰσχύοντες, κανονίζοντες τοιουτοτρόπως τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐπροτάθη τροπολογία τοῦ ἄρθρου... τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, καὶ ἂν αὕτη γίνῃ δεκτὴ, τότε τὸ 11 ἄρθρον ἐκλείπει.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἐξέλιπεν ἐκ τοῦ μέσου ἡμῶν δυστυχῶς ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις ἀντεποιεῖτο, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐπιστήμην, κατ’ ἐξοχήν· δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐννοεῖ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν, ζητήσας ν’ ἀντιτάξῃ αὐτὴν τὴν ἐπιστήμην πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἀνυποστάτου τοῦ προηγουμένου νομοσχεδίου, καὶ ἰσχυριζόμενος, ὅτι αἱ διατάξεις, αἱ προτεινόμεναι, διαῤῥήδην καὶ ἄντικρυς ἀντιμάχονται εἰς τὴν ἐπιστήμην. Τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδέποτε ἠξίωσα, ὅτι εἶμαι κατ’ ἐξοχὴν ἐπιστήμων, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ θεωρήσητε, ὅτι οὔτε νεαρὸς διδάκτωρ εἶμαι, ἀλλ’ ἔρχομαι νὰ ὑποβληθῶ ἐνώπιόν σας εἰς ἐξετάσεις, ὡς νὰ ἦσθαι ἡ νομικὴ σχολὴ, καὶ τοιαύτη ἐγίνατε διὰ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀκούονται ἐν καιρῷ ἐξετάσεων, οὐδὲ εἶδα χαρακτῆρα σοβαρότητος. Ὅταν συζητῆται νομικὴ διάταξις, πρόκειται κυρίως νὰ προΐδῃ τις ἂν συναρμολογῆται πρὸς τὸ ὅλον σύστημα τῆς νομοθεσίας, καὶ ἂν προβλέπωνται προσηκόντως τὰ συμφέροντα ἐκείνων, οἵτινες μέλλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας. Ἠκούσατε πῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα, ὅτι ἀντιπράττομεν κατὰ τῆς ἐπιστήμης, παραμερίζομεν τὰς πρώτας ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης, διότι εἰσάγομεν νόμους μὴ προσηκόντως δημοσιευμένους, ἀλλὰ πλημμελῶς. Ἡ προτεινομένη διάταξις ἔχει, ὅτι ἅπασα ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία, δέκα ἡμέρας ἀπὸ ἐκείνης καθ’ ἣν χρονολογεῖται ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ περιέχουσα αὐτὸν τὸν νόμον, ἀπὸ τῆς δεκάτης ταύτης ἡμέρας ἰσχύει ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ. Διατί δὲν δημοσιεύομεν εἰδικῶς ἕκαστον μέρος τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας; Διατί λέγομεν εἰς τοὺς κατοίκους Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας: Σᾶς ὑποβάλλομεν ὑπὸ τὸ κῦρος τῶν νόμων αὐτῶν, πρὶν σᾶς δώσωμεν τὰ μέσα νὰ τοὺς γνωρίσητε. Τοῦτο, φωνάζουν, ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἂν καλῶς ἐνόησα. Ἔρχομαι τώρα νὰ συμβουλευθῶ κἀκείνους, οἵτινες ὁμιλοῦν περὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων, οἵτινες ὅμως ἀπέμαθον πολλὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν σκωρίαν τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἔφθασαν εἰς τὸ νὰ ἐξετάσωσι κυρίως ποῖον εἶναι τὸ μέλημα τοῦ νομοθέτου, ὅστις ἀπαιτεῖ καὶ καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν, ὅπως Ὑπάρχει καὶ παρ’ ἡμῖν καθιερωμένη τῆς προηγουμένης δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ἄλλοτε διὰ μακρῶν ἐλογομάχουν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι γνωστὴ ἅπασα ἡ νομοθεσία, ὅλαι αἱ διατάξεις αὐτῆς ἐν λεπτομερείᾳ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ ἁπλούστατα, αὐτὴ ἡ δημοσίευσις εἶναι παραγωγικὴ τῆς γνώσεως; Ἠκούσατέ ποτε, ὅτι πᾶς ποιμήν, πᾶς γεωργός, πᾶς βιομήχανος, πᾶς τεχνίτης, ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος τῆς κοινωνίας, τοῦ ὁποίου ἡ κληρονομία μέλλει ἐν τοσούτῳ νὰ διέπηται ἀπὸ τὸν πολιτικὸν νόμον, αὐτὸς ἀναγινώσκει τὸν νόμον δημοσιευόμενον, καὶ ἰσχύει ὡς πρὸς αὐτὸν ὁ νόμος μόνον, ἀφ’ ἧς ἀνέγνωσε καὶ ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ; Ὅλα ταῦτα εἶναι πρόληψις. Τί προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νομοθέτου διὰ τοιαύτης διατάξεως; Ἕν καὶ μόνον προβλέπεται, ὥστε νὰ δοθῇ ἐλάχιστος χρόνος καὶ ὁμοιόμορφος δι’ ὅλους τοὺς πολίτας, καθ’ ὃν ὁ δυνάμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν, ἐὰν θέλῃ. Ἠκούσατε ποτε, ὅταν δημοσιεύηται νόμος ἔχων πολλὰς διατάξεις, 1,000 ἄρθρα, νὰ ἀναγνωσθῶσιν ὅλα τὰ ἄρθρα, πρὶν ὑποχρεωθῶσιν οἱ πολῖται εἰς τήρησιν αὐτῶν; Σεῖς ὁ ἴδιος, ὅστις εἶσθε ἐξ ἐπαγγέλματος νομικός, τὸν ἀναγινώσκετε δημοσιευόμενον ἀπὸ τῆς πρώτης ῥήτρας μέχρι τῆς τελευταίας, πρὶν ὑποχρεωθῆτε εἰς αὐτόν; Οὐδὲν τούτων πράττετε. Εἶναι λοιπὸν ἁπλῆ πρόληψις καὶ πρόληψις τοιαύτη, ἥτις σήμερον διὰ τὴν ἐπιστήμην, ὁποία ἔφθασεν οὖσα, δὲν ἔχει πολλὴν σημασίαν. Πρὸ πολλοῦ, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν εἶχε πολλὴν σκωρίαν ἡ ἐπιστήμη, ἀλλέως ἐξετιμᾶτο, ἀλλὰ σήμερον ἐξετάζεται γενναιότερον, καὶ εἴδατε, ὅτι ἐν τῷ Ἰταλικῷ κώδικι, ὅλα ὅσα πλήθουν ἐν ταῖς λοιπαῖς νομοθεσίαις, ἀφῃρέθησαν καὶ ἁπλοποιήθησαν ὅσον ἔνεστι, διὸ εἶπον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδος ἰσχύει ὁ νόμος ἢ μετὰ μίαν ἢ δύω ἡμέρας καὶ ὁ πλέον ἐκτεταμένος νόμος, ἐνῷ ἡμεῖς, ὅτε συνετάξαμεν τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἰδικοῦ μας πολιτικοῦ κώδικος ἀκόμη εὑρισκόμεθα εἰς ἐκείνας τὰς ἀπηρχαιωμένας ἰδέας, καὶ εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος εἰς ἕκαστον δῆμον καὶ τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστης ἐπαρχίας, εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου νομοῦ καὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἀκόμη τοῦ Κράτους, διατάσσομεν ὅλας αὐτὰς τὰς τοιχοκολλήσεις, καὶ πάλιν μετ’ αὐτὰς ὑπολείπεται ὑπόνοια μὴ δημοσιεύσεως ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔγεινεν ἁπανταχοῦ δημοσίευσις. Θὰ ἔλθουν οἱ κάτοικοι τοῦ δεῖνος δήμου λέγοντες, ὅτι ὁ δήμαρχός μας δὲν ἐτοιχοκόλλησε τὸν νόμον· διὸ εὑρέθη ὁ νομοθέτης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ συμπληρωματικὴν διάταξιν, ὅτι 40 ἡμέρας ἀπὸ τῆς τοιχοκολλήσεως ἐν τῇ νομαρχίᾳ τῆς πρωτευούσης τεκμαίρεται ἡ ἁπανταχοῦ δημοσίευσις καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπόδειξις τοῦ ἐναντίου. Ἰδού, ὅτι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος, ὡς δικαστής, ἐδέχθητε τὸ τεκμήριον καὶ ὑπεβάλετε τοὺς πολίτας εἰς τὸν νόμον, ὅστις εἰς ὡρισμένους δήμους ἔτι δὲν ἐδημοσιεύθη. Νομίζετε ὑπῆγον ὅλοι οἱ πολῖται εἰς τὴν νομαρχίαν καὶ ἀνέγνωσαν τὸν νόμον; Καὶ ἀφοῦ δὲν ἀνέγνωσαν, πῶς εἶναι ἐν γνώσει; Ὅλα αὐτὰ εἶναι σκωρίαι τοῦ παρελθόντος καὶ ἀφήσατέ τας. Ὁ Ἰταλικὸς νόμος, ὁ ἀστικός, ἐθεώρησεν, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, εἶναι μικρολογίαι καὶ φιλονικίαι, δυνάμεναι νὰ ἔχωσι χώραν μόνον ἐκεῖ ὅπου καταγίνονται εἰς ματαιόσχολα ζητήματα. Τίθεται ζήτημα· πότε ἰσχύει, πότε ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου; Ἔχει ἰσχὺν ἂν δὲν δημοσιευθῇ; ταῦτα εἶναι προβλήματα πρὸς γύμνασιν· δὲν ἔχουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ νομοθέτης εἶναι τὸ ἑξῆς: Νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου κοινὴ δι’ ὅλους, καὶ ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν δικαστήν, ὅστις δὲν δύνται νὰ ὁρίσῃ οἱανδήποτε ἡμέραν θέλει. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ζητήσωμεν, ὁ ὁρισμὸς τῆς ἡμέρας· δεύτερον εἶναι, ὅπως ὁμοιομόρφως καθ’ ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τῆς χώρας νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου· ἐνῷ, ὅπως ἔχει ὁ πολιτικὸς κῶδιξ, κατὰ τὸ διάστημα τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν συμβαίνει εἰς τὴν μίαν ἐπαρχίαν νὰ ἰσχύῃ ὁ παλαιὸς νόμος, διότι δὲν ἔφθασε νὰ δημοσιευθῇ καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὁ νέος. Ἐκδίδεται ὁ νόμος καὶ πέμπεται εἰς τοὺς δημάρχους· ἀλλὰ εἰς τὴν Θήραν θὰ φθάσῃ μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας· ἐκεῖ λοιπὸν θὰ ἰσχύῃ ὁ παλαιός· ἀλλαχοῦ, ὅπου ἔφθασε πρότερον, θὰ ἰσχύῃ ὁ νέος. Ἰδοὺ ἀπηλλάξαμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἐδώκαμεν εἰς αὐτὰς εὐεργετήματα, καὶ ἐφέραμεν αὐτὰς εἰς θέσιν εὐνοϊκωτέραν παρ’ ὅ,τι εἴμεθα ἡμεῖς τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Μᾶς ἀνεφέρατε τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅτι ἐκεῖ ἐδέχθημεν τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἰδίαν δημοσιεύσεως μάλιστα, ἐφυλάξαμεν τότε τὸν τύπον· ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, αὐτὸς ὁ τύπος εἶναι ὑπερβολὴ, πλεονασμὸς, διότι οὐδέποτε θὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ καὶ Ἠπειρῶται θὰ περιστοιχίσουν τὰ νομαρχεῖα, καὶ ἀπὸ πρωΐας μέχρι ἑσπέρας θὰ ἀναγινώσκουν τοὺς νόμους. Ἐκεῖ θὰ εἰσαχθῇ ὅλη ἡ νομοθεσία, ἥτις εἶναι ἀπέραντος· πόσον χρόνον θέλετε νὰ τοὺς δώσωμεν διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσουν; πρέπει νὰ τοὺς δώσωμεν καὶ ἀναγνώστας καὶ μεταφραστὰς διὰ τὸν τουρκικὸν, διὰ τὸν βλαχικὸν πληθυσμὸν, διὰ τὸν ἀλβανικὸν, καὶ δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας ἄλλους, διὰ τοὺς Γκαραγκούνιδες. (Γέλως) Ἰδοὺ τί ὀφείλετε νὰ πράξητε, διὰ νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐπιστήμης. Λέγω λοιπὸν, ὅτι κατὰ πλεονασμὸν παρεδέχθημεν τὴν δημοσίευσιν διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ σεῖς λέγετε, ὅτι κατ’ οὐσίαν προσβάλλεται τὸ δικαίωμα τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀφίνω κατὰ μέρος αὐτὸ καὶ εὑρίσκω ὅτι τὸ πρὸ ἡμῶν ὑπουργεῖον ἐδημοσίευσε τοὺς νόμους.
§57ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Σεῖς δὲν τὸ δέχεσθε.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν δεχόμεθα τὸ νόμιμον κῦρος τῆς δημοσιεύσεως καὶ διὰ τὸ κυριολεκτικὸν λέγω, ὅτι παρέδωκεν εἰς τὴν δημοσιότητα· ἔκαμα κακὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν δημοσίευσις, διότι θέλετε νὰ μὲ συλλάβητε ἀπὸ τὴν λέξιν· παρεδώκατε εἰς τὴν δημοσιότητα· τώρα εἴμεθα σύμφωνοι.
§59ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Οὔτε τώρα.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οὔτε ποτέ.—Τί ἄλλο ἀκόμη τούτου σπουδαιότερον, ὅτι σήμερον ἡ περιέργεια ὅλων ἐξηγέρθη καὶ ὅλοι ἐρωτοῦν, ποία νομοθεσία μᾶς εἰσάγεται; καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σκοπούμενον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπίσης θὰ ἴδητε, ὅτι ἀποβλέπουν οἱ ἐργασθέντες εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ ἰταλικοῦ κώδικος. Ὅπου ὑπάρχουν συνταγματικὰ κράτη καὶ Βουλὴ καὶ ἐλευθερία τύπου, οἱ νόμοι γίνονται γνωστοὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως. Τὸ κοινὸν γνωρίζει τὰς συζητήσεις τοῦ νόμου, καὶ ἰδοὺ αὔριον θὰ λέγουν, ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης ὑπεστήριξε τὸν νόμον μὲ τὴν ἐπιστήμην. Ὅλα γίνονται γνωστά διὰ τοῦ τύπου, διὰ τῶν συζητήσεων, διὰ τῆς ἀλληλογραφίας ἑνὸς ἑκάστου, καὶ διὰ τῆς περιεργείας. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ δεύτερον. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας λέγει, ὅτι εἶναι εἰς ἀντίφασιν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 πρὸς τὸ ἄρθρον 14, διότι πρέπει νὰ μᾶς εἰπῆτε ποία νομοθεσία ἰσχύει μέχρι τῆς δεκάτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς μέλλει νὰ λάβῃ ἰσχὺν ἡ παροῦσα διάταξις. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ, ποῖος κατήργησε τὴν ὑφισταμένην ἐκεῖ νομοθεσίαν; Ποῖος εἶχε τὴν ἐξουσίαν νὰ καταργήσῃ νόμον ὑπάρχοντα; Ὑπῆρχε νόμος ἐκεῖ περὶ κληρονομίας· ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ τὸν καταργήσητε; Εἴχατε τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλητε τὴν νομοθεσίαν διὰ Διαταγμάτων; Ἡ σύμβασις καὶ ἡ συνθήκη, ἡ παραχωροῦσα τὴν χώραν, δὲν σᾶς ἔδιδεν ἰδιαιτέραν ἐξουσίαν νὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Σᾶς ἐρωτῶ, δύνασθε νὰ βγάλετε τὴν χεῖρά σας ἔξω τοῦ Συντάγματος; ὄχι! Θὰ σᾶς τὴν κόψουν· μόνον ὑπὸ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀσφαλὴ ἡ χείρ σας, καθὼς καὶ ἡ κεφαλή σας.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι νόμοι θὰ ἰσχύουν;
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἴσχυον.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ τουρκικοί;
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναὶ, οἱ τουρκικοί· οὐδὲ στιγμὴν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, διότι ἐρωτῶ ποῖος τοὺς κατήργησε.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Λοιπὸν τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχύον καλύπτει ἐκεῖ τὴν νομοθεσίαν τὴν τουρκικήν;
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἴσως ἄλλος τις ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τοῦτο, ἀλλὰ σεῖς δημοσιογράφος, ῥήτωρ πολιτικός, πῶς δὲν διακρίνετε τὸ δημόσιον δίκαιον τοῦ ἰδιωτικοῦ; Τὸ δημόσιον δίκαιον παρακολουθεῖ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅπου καὶ ἂν θέσῃ τὸν πόδα της.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ποινικὸν δίκαιον εἰς ποίαν χώραν τοῦ δικαίου ἀνήκει;
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδῶ ἤθελα νὰ σᾶς φέρω, καὶ προσέχετε τὸ κεφάλι σας. Τὸ δημόσιον δίκαιον παρακολουθεῖ πανταχοῦ τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Μόνον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ δημοσίου δικαίου ὑπάρχει ἐξουσία. Τί εἶναι τὸ πλάσμα, ὅτι δῆθεν ἔξω ὑπάρχει τὸ κενὸν, καὶ ὅτι εἰς αὐτὸ δύναται νὰ κενώσῃ πᾶν ὅ,τι θέλει ἡ Κυβέρνησις; (ἱλαρότης). Τὸ κενὸν δὲν γίνεται παρὰ διὰ τῆς πνευματικῆς ἀντλίας· ἀλλὰ τοιαύτην δὲν εἴχατε εἰς χεῖράς σας· ὥστε κενὸν οὐδαμοῦ ὑπῆρχεν. Ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία παρεδόθησαν διὰ πρωτοκόλλου, καὶ ἀπὸ ἐκείνης τῆς ὥρας τὸ ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἴσχυσε καὶ ἐπροστάτευσεν αὐτὰς τὰς χώρας. Ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία ἀπέκτησαν ἀμέσως ὅλα τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, δὲν τὰ ἐδώκατε σεῖς διὰ Διαταγμάτων. Τὸ Σύνταγμα ἐκεῖ ἴσχυσεν ἀφ’ ἧς αἱ ἐπαρχίαι ἀπετέλεσαν μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους· λοιπὸν τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα, τὰ ἀποῤῥέοντα ἀπὸ τὸ δημόσιον δίκαιον, ἐξηπλώθησαν ἐκεῖ, καὶ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέκτησεν ἐξουσίαν καὶ ἴσχυσε. Μὲ ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος: ἀλλὰ τὸ ποινικὸν δίκαιον; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ: πῶς εἰσήχθη ὁ ποινικὸς νόμος, διὰ Διαταγμάτων; Δύνασθε διὰ Διαταγμάτων νὰ κόψητε ἑνὸς τὴν κεφαλήν; καὶ διὰ τοῦτο εἶπον προσέχετε τὸ κεφάλι σας. Δι’ ἐμὲ τὸ κεφάλι σας εἶναι πολυτιμότερον παρὰ διὰ σᾶς, ὄχι διότι εἶναι τὸ ἰδικόν σας, ἀλλὰ διότι εἶναι κεφαλὴ πολίτου Ἕλληνος, καὶ παντὸς Ἕλληνος κεφαλὴ δι’ ἐμὲ ὑπερβαίνει πᾶσαν τιμήν. Διωρίσατε δικαστὰς καὶ εἴπατε: «εἰσάγω τοὺς ἑλληνικοὺς νόμους.» Ἀλλ’ ἂν αὐτὰ τὰ δικαστήρια κρίνουν κατὰ τὰς ὀρθοτέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ εἴπωσι: τί εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ Διατάγματος, πῶς εἰσάγονται διὰ Διαταγμάτων ποινικαὶ διατάξεις; Εἶπόν τινες, ὅτι δικαστὴς δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ θὰ ἐφαρμόσῃ τὸν τουρκικὸν, καὶ ὁ τουρκικὸς νόμος, ὁ ποινικός, εἶναι πολὺ αὐστηρότερος. Ἀπορεῖτε διὰ τοῦτο; ἀλλ’ ὁσάκις δύω ποινικοὶ νόμοι εὑρίσκονται εἰς ἀντίφασιν, ἐφαρμόζεται πάντοτε ὁ ἐπιεικέστερος.
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸν τουρκικὸν ὅμως νόμον εἰσήγαγεν ὁ Σουλτάνος δι’ ἑνὸς Ἰραδέ.
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ὡς νὰ λέγητε, ὅτι ἡ ποιότης ἡ ἰδική μου, τοῦ διατάγματός μου, εἶναι καλλιτέρα ἐκείνου. Ἐννοεῖται, ὅτι δίδετε εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ διοικήσῃ δι’ ἑνὸς Ἰραδέ! Σᾶς ἀκούω νὰ κελαδῆτε πότε τοῦτο, πότ’ ἐκεῖνο, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐννοεῖτε τὰ κοινότερα πράγματα.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ κοινότερα βεβαίως δὲν τὰ ἐννοῶ.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ἐξακολουθεῖτε νὰ λέγητε ὅσα λέγετε, φρονεῖτε, ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι δὲν ἰσχύουν;
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἰσχύουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ναί.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ τουρκικοὶ νόμοι εἰσήχθησαν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Σουλτάνου. Καὶ σεῖς ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι εἰσήχθησαν ἐκεῖ οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι διὰ Διαταγμάτων, καὶ προτιμᾶτε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ τουρκικοί.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, οἱ εἰσαχθέντες δι’ Ἰραδέ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπήρξατε ποτὲ δικαστὴς, σᾶς γνωρίζω ὅμως ὡς ἕνα τῶν ἐξοχωτέρων δικηγόρων.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς μὲ διωρίσατε.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἔχω καύχημα. Μοὶ δίδετε ἀφορμὴν νὰ καυχηθῶ καὶ διὰ κἄτι τι.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λαμβάνετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς λύσητε μίαν ἀπορίαν;
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρῶτον τὸν κ. Μίλησην, διότι δυνατὸν νὰ γείνῃ μεταξύ σας σύγχυσις. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος δὲν ἠξεύρω ἂν ἦτο ποτε δικαστὴς εἰς τὰ προξενεῖα, ἀλλ’ εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐξοχωτέρων δικηγόρων· πολλάκις ἦλθεν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἐζήτησε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τουρκικοῦ νόμου, διότι ὁ φυσικὸς, ὁ οἰκεῖος νόμος, ὅστις ἐφαρμόζεται εἴς τινα περίστασιν, εἶναι ἐκεῖνος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ἔλαβεν ὕπαρξιν. Αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τὸ ἀποκρούετε;
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί σᾶς φαίνεται λοιπὸν παράδοξον, ἂν ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἔρχεται νὰ προτιμήσῃ τὸν Ἰραδὲ, ἂν οὗτος εἶναι ὁ οἰκεῖος νόμος; Ὥστε μὴ λέγητε, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὰ κοινότερα, δὲν ἠξεύρω πῶς τὸ γράφετε τὸ κοι μὲ υ ἢ μὲ οι. Περὶ τούτου ἔχομεν σταθερὰν νομολογίαν, καὶ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα: ἰσχύουν οἱ νόμοι οἱ εἰσαχθέντες διὰ Διαταγμάτων; Πῶς δύναται ὁ δικαστὴς νὰ σᾶς εἴπῃ ἰσχύουν; Ἂν δὲν ἰσχύουν, τότε θὰ συμβῇ τὸ κάκιστον ὅλων, ὅτι εἶναι ἄκυρα ὅσα ἐγένοντο, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον λύει τὴν ἀπορίαν, αὐτὸ δὲ θεωρεῖτε ἀντίφασιν. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος διὰ τῆς τροπολογίας του δίδει ἄλλην λύσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς λίαν ὀρθῶς παραδέχεται, ὅτι αὐτὰ τὰ Διατάγματα δὲν ἔχουν ἰσχὺν νόμου εἰς τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγον, ἑπομένως, λέγει, δώσατε τώρα σεῖς ἰσχὺν νόμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία του.
§85ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν μάλιστα προσθέτει, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν, τὴν μὴ ἰσχύουσαν, δέχομαι τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βλέπετε, ὅτι συναντώμεθα. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἔχει περισσοτέραν πεῖραν ἀπὸ τὴν ἰδικήν μου καὶ δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ τί ἤθελε πράξει ὡς δικαστής.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συνείθισα νὰ λαμβάνω μαθήματα ἀπὸ ὑμᾶς.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠκούσατε, ὅτι εὑρίσκομαι ἐδῶ ὑπὸ τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, ἵνα λάβω τὸ δίπλωμα. Βλέπε ἐδῶ βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος χθὲς ἦτο δικαστὴς καὶ γνωρίζει τὴν νομολογίαν τῶν δικαστηρίων, ὅπως τὴν γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας, καὶ μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ διατάγματά σας ἔχουν ἰσχὺν νόμου. Κενὸν δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐνθυμοῦμαι τοὺς στίχους τοῦ Χριστοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι ἡ φύσις δὲν τὸ θέλει τὸ κενόν· ἀλλ’ οὔτε οἱ νόμοι δὲν τὸ θέλουν. Λοιπὸν ἰδοὺ, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν σήμερον. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη ἂν αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγετε, ἔχουν κῦρος. Κάλλιστα δύναται νὰ εἴπῃ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὅτι ὅλα εἶναι μηδέν· δὲν εἶναι νομοθετικαὶ πράξεις· βλέπω ἕνα ὑπουργὸν, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν νομοθέτην· ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι νομοθέτης βλέπω βασιλικὰ διατάγματα, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, ἐκτὸς τῆς σφαίρας τῆς νομοθετικῆς. Λοιπὸν ὅλα ταῦτα πῶς θεραπεύονται; ὅπως προτείνομεν, διότι προσδιωρίσαμεν μίαν ὡρισμένην ἐποχὴν, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς νομοθεσίας. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε: μέχρις ἐκείνης τῆς ἡμέρας ποῖοι νόμοι ἰσχύουν; ἰσχύουν οἱ προγενέστεροι· τὸ λέγω ἐν πλήρει πεποιθήσει, καὶ τὸ συμμερίζεται καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, δίδων ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἀθανασιάδης, ὅστις εἶναι τόσον αὐστηρὸς καὶ προσέχει ὥστε νὰ μὴ παρεκκλίνῃ οὔτε κατὰ μίαν γραμμὴν (Θόρυβος) προχωρεῖ περαιτέρω· εὑρίσκει ἀντίφασιν μεταξὺ τοῦ πρώτου ἄρθρου καὶ τοῦ ἄρθρου 14, διότι δίδεται κῦρος εἰς τὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς πράξεις, καὶ ἐντούτοις ἀναγνωρίζονται ἄκυροι αἱ ἀρχαὶ παρ’ ὧν ἐξεδόθησαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν, λέγει, νὰ μὴ ἔχῃ κῦρος τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε, καὶ ἐν τοσούτῳ νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ ἀπόφασις, ἥτις ἐξεδόθη; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω ὅσα περὶ τούτου εἶπον, ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσαν, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ὁ δικαστὴς ἔχει τὸ imperium καὶ αὐτὸς ἔλαβε παρὰ τοῦ νόμου, ὅστις δύναται νὰ δικάζῃ· ἄρα ὁ μὴ λαβὼν τὸ imperium δὲν ἔχει ποτὲ αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, ἄρα ποτὲ ἡ ἀπόφασίς του δὲν ἦτον ἔγκυρος. Αὐτὰ δὲν εἴπατε;
§91ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Μάλιστα.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπορῶ πῶς ἀνεμίξατε ἐδῶ τὸ imperium καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀτελὴς κἄπως ἡ μνήμη σας. Μοὶ ἐφάνη παράδοξον, πῶς αἱ ἀναμνήσεις σας δὲν εἶναι ἀκριβέστεραι, ὥστε νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὁ Ῥωμαῖος δικαστὴς δὲν ἔχει πάντοτε τὸ imperium. Ἄλλο τὸ imperium, καὶ ἄλλο ἡ δικαιοδοσία jurisdictio. Δύναται νὰ ἔχῃ τις δικαιοδοσίαν χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ imperium. Τὸ imperium εἶναι ἡ ἐξουσία ἡ ἐπιβάλλουσα ὑποταγὴν, εἶναι ἡ ἐξουσία ἡ παρέχουσα χεῖρα πρὸς ἐκτέλεσιν. Καὶ αὐτὸ ὑπάρχει, ὄχι μόνον παρὰ τοῖς Ῥωμαίοις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ ἀρχαῖον δίκαιον, ὅπως καὶ ἐν Ἀθήναις ἐλέγετο ἡγεμονία. Οὕτως ἐλέγετο αὐτὴ ἡ ἐξουσία, ἥτις ἐξησφάλιζε τὴν ἐκτέλεσιν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐκδοθῇ τις ἀπόφασις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ κῦρος πρὸς ἐκτέλεσιν. Ἀπόφασις θὰ εἰπῇ μόνον λύσις ζητήματος εἴτε νομικοῦ, εἴτε ἄλλου. Τώρα ἔρχεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκτελέσεως, αὐτὸ εἶναι τὸ imperium, ἐνῷ ἡ ἐκδίκασις εἶναι jurisdictio· ὁ Πραίτωρ εἶχε τὸ merum imperium, εἶχεν ἔκτακτον δικαιοδοσίαν, διέταττεν ὅλα τὰ προσωρινὰ μέτρα, εἶχε τὴν gladii potestas τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, ἤτοι τὸν ἐκβιβασμὸν, ὡς οἱ Βυζαντινοὶ ὠνόμαζον, ἢ ὡς λέγομεν σήμερον τὸ exequatur. Ἐδῶ ἔχομεν ἀποφάσεις περὶ ὧν πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐξουσίας τῶν ἀκύρως διορισθέντων δικαστῶν, ὅπως αὐτοὶ διατάξωσιν ἐκτέλεσιν. Σήμερον διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, θὰ προσέλθητε εἰς τὸν ἐγκύρως διορισθέντα δικαστήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν μεγάλη σύγχυσις ἰδεῶν καὶ ἀναμνήσεων; Εἴπατε, ὅτι ἀφοῦ ὁ δικαστὴς δὲν ἔχει τὸ imperium, πῶς ἡ ἀπόφασίς του εἶναι ἔγκυρος; Ἐὰν ὁ δικαστής αὐτὸς δὲν εἶχε τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστοῦ, καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἰδιότητα ταύτην, οὐχ ἧττον ἡ ἀπόφασις περιέχει λύσιν, κατὰ τοὺς νόμους καὶ σύμφωνα πρὸς τοὺς νόμους. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἐπὶ διαιτητῶν, δικαζόντων ἀμοιβαίᾳ συναινέσει. Ἐπὶ ἐρήμην ἀποφάσεων δὲν ἔγεινεν ἡ δίκη ἐξ ἀμοιβαίας συνεννοήσεως. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἐρήμην ἀπόφασις; Δὲν ἔχει σημασίαν, ἀναιρουμένη διὰ τῆς ἀνακοπῆς. Δὲν βλέπω τί κακὸν προῆλθε, διότι δίδετε κῦρος εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἢ ποίαν παραβαίνετε ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ imperium. Ἀλλὰ ποῖος ἔδωκε τὸ imperium; ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Λοιπὸν τὸ imperium ἔχουν οἱ παρανόμως διορισθέντες δικασταί. Imperium ἔχουν, jurisdictio δὲν ἔχουν, καὶ τὸ ἔχουν ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ κατάστασις αὕτη, καὶ ὡς βλέπομεν γίνονται ἐκτελέσεις. Τοὺς περιεβάλατε μὲ τὸ imperium. Σεῖς δὲν εἴχατε τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους φαίνονται περιβεβλημένοι μὲ τὸ imperium. Εἶναι ὡς ὅταν φέρῃ τοιοῦτον ἀξίωμα, ὅστις δὲν ἔχει τὰ προσόντα. Δὲν εἶναι παράνομος ἡ πρᾶξις; Διορίσατε δικαστὴν εἴκοσιν ἐτῶν· δὲν ἔχει τὰ προσόντα, ἀλλὰ τὸ imperium ἔχει, ἕως ὅτου καταδειχθῇ καὶ ἀνακληθῇ ὁ διορισμός του. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἔννοια σύμφωνος, ὅπως τὴν ἐξέθηκα, καὶ ἀτόπως ἐφέρατε τὴν σύγχυσιν, Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο, διατί δίδομεν κῦρος εἰς τὰς πράξεις. Λέγετε, ὅταν λείπουν τὰ προσόντα, ὅτι τότε δύναταί τις νὰ θεωρήσῃ τὰς πράξεις ἐγκύρους, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ μὲν ὁ τελέσας τὰ προσόντα, ἀλλὰ δὲν ἔχῃ τὴν νομικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ δοθῇ κῦρος. Αὐτὴν τὴν διαστολὴν κατὰ πρῶτον ἀκούω ὡς ἐπινοηθεῖσαν κατὰ τὸ Γαλλικὸν λόγιον pour l'intérêt de la cause, διὰ νὰ φέρητε τὸ συμπέρασμα, νὰ φέρετε αὐτὴν τὴν λύσιν. Δὲν ἐννοῶ εἰς τί ἡ διαφορά, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν τὰ προσόντα, ἢ ἂν ὁ διορισμὸς δὲν εἶναι ἔγκυρος. Βλέπω, ὅτι ὅσοι πραγματεύονται περὶ τῆς κοινῆς πλάνης, ὅλοι παραδέχονται εἴτε τὸ ἀπολύτως ἄκυρον, εἴτε τὸ ἔγκυρον, ἐὰν ὑπάρχῃ πλάνη. Τώρα καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ὑπάρχουν τινὲς μὴ συμφωνοῦντες περὶ τῆς πλάνης, ἀλλ’ ἐπικρατεστέρα γνώμη εἶναι ὑπὲρ τῆς πλάνης. Καὶ σᾶς παραπέμπω νὰ ἐξετάσητε τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ. Θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν εἰσήχθη ὁ Κῶδιξ, ἐπλανήθησαν πολλοὶ καὶ μάλιστα οἱ συμβολαιογράφοι. Ἀρκεῖ εἷς μάρτυς, ὡς ἐνόμισαν, διότι δὲν ἦτο εὔκολον νὰ εὕρουν δύω μάρτυρας· ἔκαμον τὰ πλεῖστα τῶν συμβολαίων μὲ ἕνα μάρτυρα· εἰς πολλοὺς παρουσιάσθη αὐτὸ τὸ λάθος. Τί συνέβη ἐν Γαλλίᾳ; Ἐδέχθησαν τὸ κῦρος, μόνον διὰ τὸν λόγον τῆς πλάνης· ἡμεῖς δὲν εἴμεθα τόσον ἐπιεικεῖς. Παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια περὶ τῆς χρονολογίας τῶν διαθηκῶν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐὰν ἔχουν τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν χρονολογίαν, τὴν παλαιὰν ἢ τὴν νέαν, διότι δὲν ἐγνώριζον οἱ ἰδιῶται τὴν ἀκυρωτικὴν διάταξιν, καὶ ἄλλοι ἠκολούθησαν τὸ Γρηγοριανὸν ἡμερολόγιον, ἄλλοι δὲ τὸ Ἰουλιανὸν, ἐνῷ παρέλειπον νὰ δηλώσουν ποῖον ἠκολούθησαν. Διατριβαὶ ἐδημοσιεύθησαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, διότι τὰ ἡμέτερα δικαστήρια δὲν ἀκολουθοῦν τὰ Γαλλικά. Ἡμεῖς μᾶλλον δεχόμεθα, ὅτι τὰ κατὰ πλάνην εἶναι ἄκυρα· τὴν σήμερον αὐτὴ ἡ νομολογία ἐπικρατεῖ.
§93ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπεκράτησε.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνδέχεται, ὅτι ἴσχυσε καὶ τὸ ἐναντίον.
§95ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος διατάσσεται.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος, ὅτι εἶναι ἄκυρα· ἀλλὰ ὑπάρχει γενικὴ πλάνη, καὶ τὰ δικαστήρια δὲν ἐφάνησαν ἐπιεικῆ πρὸς τὴν κοινὴν πλάνην, ἀλλ’ αὐστηρά. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας τοῦ δικαίου, ἀλλὰ περὶ ἐπουσιωδῶν, καὶ οἱ ἄνθρωποι ὑπόκεινται εἰς πλάνην. Σᾶς ἀνέφερα αὐτὸ τὸ παράδειγμα μεταξὺ πολλῶν εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἰδῆτε πλεῖστα παραδείγματα, ὁσάκις ἐπλανήθησαν δημόσιοι ἀρχαὶ καὶ δημόσιοι λειτουργοί. Αἱ πράξεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πλάνης, ἐνῷ ἡ πλάνη εἶναι κοινή, δὲν βλέπω τὸ ἄτοπον νὰ τηρηθῶσιν ὑφιστάμεναι, ἀρκεῖ νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο ἀποκρούομεν τὸ κῦρος τῶν Διαταγμάτων, ὅπως μὴ τυχὸν ἀναγνωρίσωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὴν τὸ θάῤῥος νὰ ἐκδίδῃ τοιαῦτα Διατάγματα καὶ νὰ κανονίζῃ τοιαῦτα δικαιώματα. Διὰ τοὺς Ἠπειρώτας καὶ Θεσσαλοὺς, ἐὰν ἐκτιμήσωσι δεόντως τὴν ἔποψιν ταύτην, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ πρώτιστον τῶν συμφερόντων, τὸ ὕπατον τῶν συμφερόντων εἶναι νὰ στερεώσωσι τὰ θεμέλια τοῦ Συντάγματος, νὰ καταστήσωσιν αὐτὰ ἀκράδαντα· ἅμα ἔχουν αὐτὸ τὸ θεμέλιον, δύνανται νὰ κοιμῶνται ἥσυχοι. Μὴ φοβεῖσθε, ἐνόσῳ τὸ Σύνταγμα ἰσχύει, διότι οὐδὲν δύναται νὰ φέρῃ κίνδυνον εἰς τὰ ἐξασφαλισθέντα δικαιώματά σας. Μοὶ ἐφάνη ἐπίσης παράδοξον, πῶς δὲν ἔφθασεν ἡ μνήμη τῶν προλαλησάντων νὰ ἐνθυμηθοῦν τὸ ὅλον σύστημα, καθ’ ὃ ἀνετράπη ἡ νομοθεσία, οἵαν καὶ ἡμεῖς παρελάβομεν, καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐν Ῥώμῃ, ἅμα νόμος τις παρέλειπέ τι, ὅπερ ἀνεφαίνετο χρήσιμον κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, ἐπετράπη εἰς τὸν δικαστὴν νὰ καταφύγῃ εἰς πλάσμα, fictio, καὶ ὅλον τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ἀνεπτύχθη οὕτως. Οἱ ξένοι δὲν εἶχον δικαίωμα εἰς τὴν πολιτείαν, τὰ συμβόλαιά των δὲν εἶχον κῦρος. Ὑπὸ τὸ πλάσμα λοιπὸν, ὅτι ἦσαν πολῖται, ἐδίδετο κῦρος «ficta civitatae.» Οὕτως ἀνεπτύχθη τὸ κληρονομικὸν δίκαιον «ficto herede». Καὶ τώρα μοὶ λέγετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν χρῆσιν πλάσματος, ἐνῷ τὰ πάντα ἦταν πλάσμα ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ. Δὲν ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον συνετέλεσε τοσοῦτον εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνεπτύχθη, εἶχεν ὡς μέσον ἀναπτύξεως τὸ πλάσμα. Μὴ φανῶμεν ἐπιλήσμονες, ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς νομοθεσίας μας, καὶ μὴ ἀπορῶμεν, ἐὰν δεχώμεθα ἔγκυρα τὰ γενόμενα κατὰ πλάσμα, ὅτι προῆλθον ἐκ νομίμου Δημοσίας ἀρχῆς. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ λίαν σπουδαῖον. Ἀπαντῶ εἰς προλαλήσαντα πρὸ ἡμερῶν, διότι ἐδήλωσε τὰς συνταγματικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἔθεσεν ἐδῶ πρὸ ἡμερῶν, καὶ παρέστησέ τι ἐντελῶς ἀκατάληπτον. Παρέστησεν, ὅτι ναὶ μὲν ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας της, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ πρᾶξις εἶναι νόμιμος, καὶ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐπιληφθῇ νομοθετικῶν καθηκόντων. Τοῦτο εἶναι ἄντικρυς ἐναντίον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρεσβεύω καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ, ὅτι εἶναι τὸ μόνον ἐξασφαλίζον τὰς ἐλευθερίας καὶ πᾶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν. Συντόμως, κύριοι, θέλω τὸ ἐξετάσει. Ὡς παρετήρησα, ἰδοὺ ὡς ἔγγιστα πῶς διετυπώθη αὐτὴ ἡ θεωρία, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν λόγων. Ἐῤῥέθη λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς διστάζει περὶ τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν. Ὑπάρχει τις; Οὐδείς. Καὶ ἐκεῖ, εἰς τοῦτο φαίνεται, περιορίζονται τὰ πάντα. Ἑκάστη Ἐξουσία πρέπει νὰ μένῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων της. Τοῦτο δηλοῖ ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν, ὅταν περιορίζεται ἑκάστη ἐντὸς τῶν ὁρίων της· τί ἄλλο θέλομεν περισσότερον; Ἅμα πιστεύομεν, ὅτι αἱ Ἐξουσίαι αἱ συνταγματικαὶ ἔχουν ὅρια, καὶ ὅταν τὸ Σύνταγμα ἔχῃ καθιερωμένην τὴν διάκρισιν τῶν Ἐξουσιῶν, ἔχομεν τὸ πᾶν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί συμβαίνει; Αὐτὸ τὸ δόγμα ἔθεσαν ἀμέσως ὑπὸ τὸν μόδιον καὶ ἐκεῖ ἀφῆκαν νὰ μένῃ, ἔκαμαν δὲ μίαν ἐκδρομὴν καὶ εἶπον, ναί, μάλιστα, αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἔκτακτοι περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος κινδυνεύει, ἡ Ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τί πρέπει νὰ πράξῃ; Νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ Κράτος νὰ καταποντισθῇ; πρέπει νὰ τὸ σώσῃ, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὰ ὅριά της καὶ νὰ εἰσβάλῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔδαφος. Καὶ τότε πρὸς τί ἡ διάκρισις τῶν Ἐξουσιῶν;
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Συνέβη πέρυσι.
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἐκάματε ὑμεῖς. — Ἐξέρχεται λοιπὸν ἡ Νομοτελεστικὴ εἰς ἐπιδρομήν. Εἰς τί πλέον μ’ ἐξασφαλίζει ἡ θεωρία καὶ τὸ δόγμα; Ποῖος εἶναι ὁ φρουρὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων; Τὴν μεταξὺ τῶν Ἐξουσιῶν τάφρον ποῖος φρουρεῖ; Μένει εἰς τὴν διάκρισιν παντὸς, ὅστις κυβερνᾷ καὶ διέπει, νὰ εἴπῃ, νομίζω, ὅτι εἶναι κίνδυνος, καὶ διὰ τοῦτο νομοθετῶ. Κατ’ ἐμὲ, οὐδέποτε ὑπάρχει κίνδυνος, ὅστις ἔχει ἀνάγκην νομοθετικῶν πράξεων· δὲν ὑπάρχει, κατ’ ἐμὲ, ἀπολύτως. Αὐτὴν τὴν θεωρίαν τῶν ἐπιδρομῶν ἠμπορεῖ νὰ τὴν ὀνομάσῃ τις τὴν τῆς κοινῆς σωτηρίας, ὁποίαν εἴδομεν εἰς τὴν πρώτην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἥτις δὲν σᾶς ἐξασφαλίζῃ νὰ μὴ χάσητε τὴν κεφαλήν σας. Ἰδοὺ καταγγέλλεσθε, ὅτι εἶσθε ἐπικίνδυνος εἰς τὸ Κράτος· τί θὰ κάμωμεν; Νὰ σᾶς τουφεκίσωμεν εἰς τὴν πλατείαν τῆς Ὁμονοίας. Ἓν Διάταγμα ἐκδίδεται, συνιστᾶται δικαστήριον στρατιωτικὸν καὶ σᾶς τουφεκίζουν. Σᾶς κλαίομεν ἔπειτα, ἀλλὰ εἰς μάτην. Ἐγὼ δὲν καταλαμβάνω, ποῦ πλέον ἵσταται τὸ ὅριον, ὅταν δώσητε τοιαύτην εὐρεῖαν ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν τώρα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἀκριβέστερον. Ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία προβαίνει διὰ τὴν ἀνάγκην, καὶ ἀντιποιεῖται νομοθετικὰ καθήκοντα, καὶ τότε, λέγω, ὅτι ὑπάρχει ὑπερβασία, διότι ἐὰν λάβῃ μέτρα διοικητικὰ ἔκτακτα, ἐὰν στείλῃ στόλον, στρατὸν, αὐτὰ δὲν εἶναι νομοθετικαὶ πράξεις, διότι πλεῖστα ὅσα δύναται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις μὴ νομοθετικά. Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ νομοθετικῶν πράξεων· περὶ τούτου μόνον πρόκειται, ἐὰν ἔχωσι κῦρος τοιαῦται πράξεις. Τί μὲ λέγετε λοιπόν; Ὅτι ἡ ἀνάγκη μεταβάλλει τὴν Νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς Νομοθετικήν. Καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας μέχρι τίνος ἰσχύει; Λέγει ὁ προλαλήσας, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἔχετε τοιαύτας πράξεις καὶ ἔρχεται τὸ ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια· τί θὰ πράξουν τὰ δικαστήρια; Τί θὰ εἴπουν περὶ τούτων; ὅτι εἶναι παράνομος ὁ δικαστὴς, ὁ μὴ διορισθεὶς ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ ἐν τούτοις μετελθὼν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι δὲν εἶναι νόμος ἡ πρᾶξις τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἀρκεῖ λοιπὸν νὰ κάμωμεν ἐκδρομὴν εἰς τὸ ἔδαφος τὸ νομοθετικὸν, ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἀπαιτεῖται καὶ ἄλλη ἐκδρομὴ εἰς τὸ ἔδαφος τὸ δικαστικόν. Ὑποθέσατε, ὅτι τὰ δικαστήρια, καὶ πρέπει νὰ τὸ ὑποθέσητε, κηρύττουσιν ἄκυρα τὰ Διατάγματα· τότε ποῖον σώζετε δι’ αὐτῶν; Δὲν σώζετε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῆς παρανομίας, δὲν σώζετε τὸ Κράτος διὰ Διαταγμάτων, κηρυττομένων ἀκύρων. Διὰ νὰ ὑποστηρίξητε αὐτὴν τὴν θεωρίαν, εἴπατε ὅτι δὲν εἶναι ὑμετέρα μόνον, καὶ ὅτι ὑποστηρίζεται καὶ παρ’ ἄλλου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα γνωρίζω πάτρωνα ἢ πατέρα. Προκαλῶ τὸν προλαλήσαντα νὰ μοὶ ὀνομάσῃ ἕνα συγγραφέα, ὄχι ἕνα, ἥμισυν, ὄχι ἥμισυν, ἓν τέταρτον συγγραφέως.
§99ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅλοι, σᾶς λέγω ἐγώ, ἄνευ ἐξαιρέσεως.
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν νὰ μοὶ δανείσητε τὴν βιβλιοθήκην σας, διὰ νὰ μάθω τὸ κῦρος τῶν τοιούτων νομοθετημάτων τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παραδείγματα σᾶς ἔδωκε σήμερον ἱκανὰ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ μετὰ τὸν Ἰούλιον 1880, ἀφ’ ὅτου μετεβλήθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 εἰς τὴν τοῦ 13 τοῦ Ἰουλιανοῦ Συντάγματος. Τί συμβαίνει ἐλάχιστον; Κατὰ τὸν Λογιστικὸν Νόμον, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπονται πιστώσεις εἰς ἔκτακτοι. Πίστωσις δὲν ὑπάρχει ἄνευ νομοθετικῆς πράξεως, ἐν τούτοις ἐπιτρέπεται προσκαίρως διὰ νομοτελεστικῆς. Ἀλλ’ αὐτὸ ἀρκεῖ; Εἶναι ὡς ὅταν δίδετε τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου σας καὶ σᾶς σύρουν ὅλην τὴν χεῖρα. Ἀνοίγεται ὡς τρυμαλιὰ ῥαφίδος, καὶ ἰδοὺ ἕτοιμοι νὰ περαιώσουν δι’ αὐτῆς καμήλους, στρουθοκαμήλους, ἐλέφαντας καὶ ὅλα τὰ θηρία. Πολλάκις ἔγινε συζήτησις, τί μᾶλλον ἰσχύει, τὸ Σύταγμα ἢ ὁ Λογιστικὸς Νόμος; Ὁ Λογιστικὸς Νόμος, καίτοι μεταγενέστερος, δὲν ἰσχύει νὰ καταστρέψῃ τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι δὲν ἀντιπράττει ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα διὰ Διατάγματος νὰ κανονισθῇ πίστωσις. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ προλάβῃ κινδύνους διὰ χρηματικῶν μέσων, ἢ ν’ ἀποτρέψῃ βλάβην ἐπικειμένην· ἀλλ’ ὑποβάλλεται κατόπιν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς· μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ θέλει δώσει κῦρος. Νομίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ Διάταγμα ἔχει κῦρος, πρὶν κυρώσῃ αὐτὸ ἡ Βουλή; Αἱ δαπάναι ἐγένοντο, ἀλλὰ τὸ κῦρος αὐτῶν καὶ ἡ νομιμότης ἀποφασίζονται κατόπιν. Δὲν εἶναι νομοθετικὴ πρᾶξις, εἶναι ὑποτιθεμένη νομοθετικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπικυρώσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα.
§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγειναν ὅμως.
§104ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔγειναν, μάλιστα· ἀλλ’ ἤδη ἐρωτῶμεν ἐὰν ἔχουν κῦρος μὴ κυρούμεναι. Ὁποῖα εἶναι ὅμως τὰ προκείμενα Διατάγματα; Δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Ἔφερον ἀνέκαθεν αὐθάδη ἀντιποίησιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Δύναμαι ἐγὼ νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα παρ’ ἡμῖν, Διατάγματος ἐκδοθέντος ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τὸ περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐπὶ τοῦ λεγομένου Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ δάνειον, καὶ φυσικῶς ἦτο κίνδυνος, ἅμα ἠκούετο ὅτι ἔμελλε νὰ ἐκρεύσῃ τὸ μέταλλον τῆς Τραπέζης. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ λάβῃ μέτρον ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ κλείσῃ τὸ μεταλλικὸν ἐν τῷ ταμείῳ τῆς Τραπέζης. Ἐὰν ὑπεβάλλετο πρότασις, ἥτις ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ ἀναγνωσθῇ τρίς, τότε ὅλοι ἔμελλον νὰ βαδίσουν πρὸς τὴν Τράπεζαν πρὸς ἐξαργύρωσιν, καὶ τὸ μέταλλον δὲν ἐσώζετο. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην καὶ διὰ Διατάγματος ἀνέστειλε τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ συγχρόνως παρέπεμψε τὸ Διάταγμα εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸς ἔγκρισιν παρὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἀμφιβάλλετε, ὅτι οἱοιδήποτε ἰδιῶται, προσερχόμενοι νὰ ἐξαργυρώσωσι τὸ γραμμάτιόν των, ἠδύναντο νὰ πνίξωσι τὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ δικαστήριον δὲν ἠδύνατο νὰ δεσμευθῇ ἐκ τοῦ ἐκτάκτου μέτρου, ἀλλ’ ὤφειλε ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι τὸ Διάταγμα αὐτὸ δὲν εἶχε κῦρος νόμου καὶ ἠδύνατο καὶ νὰ κηρύξῃ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως τὴν Τράπεζαν, ἀρνουμένην τὴν ἐξαργύρωσιν; Φυσικῶς οἱ πολῖται ἐνόησαν τὸν σκοπὸν, ὅτι αὐτὸ ἐγίνετο διὰ νὰ ἐφοδιάσουν τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰ μέσα. Ὅλοι κατείχοντο ὑπὸ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἂν θέλετε μάλιστα ὁ πολὺς κόσμος μᾶλλον εὐχαριστεῖτο διὰ τὴν ἀναστολήν, διότι ἔλεγεν, ὅτι τὸ μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης ἤθελον ἁρπάζει οἱ ἔχοντες πολλὰ γραμμάτια, ὄχι οἱ ἔχοντες μόνον ἓν δεκάδραχμον, ἀλλ’ οἱ διαθέτοντες 400 καὶ 500 χιλιάδων δραχμῶν γραμμάτια· ὁ δὲ ἔχων ἓν μόνον δεκάδραχμον οὐδὲν εἶχε νὰ χάσῃ. Αὐτὸ ἔχομεν τὸ μόνον παράδειγμα ἐξ ὧν γινώσκω. Τινὲς ἴσως νομίζουν, ὅτι ἔχομεν καὶ τὸ παράδειγμα τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλὰ δὲν ἐπεμβαίνω εἰς αὐτὸ, διότι αὐτὸ ἐσυζητήθη ἄλλοτε διὰ μακρῶν, ὡς κατὰ νόμον. Κύριοι, σᾶς ζητῶ συγγνώμην, διότι παρέτεινα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν τῶν προτεινομένων καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς μόνας ὑγιεῖς ἀρχάς. Μένει ν’ ἀποφανθῆτε ἂν καλῶς ὑπέστην τὰς ἐξετάσεις μου. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 καὶ ¾ μ. μ.