1882.03.11
1,617 rows · 13,119 words · 61 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35
τῆς 11 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ τῆς ἑταιρίας τοῦ λαοῦ «ἡ ἀδελφότης τῶν ἁμαξηλατῶν» ἐπικαλεῖται τὴν πρόνοιαν τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν σιδηρῶν ῥάβδων τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, γενομένης ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ προξενούσης μεγάλας βλάβας εἰς τοὺς ἁμαξηλάτας· δηλ. ὅλοι οἱ ἁμαξηλάται φαίνεται, ὅτι παραπονοῦνται, ὅτι κατασυντρίβονται αἱ ἅμαξαί των, διερχόμεναι τὴν ὁδὸν Σταδίου, καὶ ὅτι τὰ ἐλάσματα ἐξέρχονται τῆς κεκανονισμένης γραμμῆς, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοια.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων δὲν εἶναι ἐστερημένα ὑποστάσεως. Ὅτε ὑπεγράφη ἡ σύμβασις πρὸς τὴν ἑταιρίαν τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, εἶχον ἐξαιρεθῆ τρεῖς ὁδοί, αἱ τοῦ Αἰόλου, τοῦ Ἑρμοῦ καὶ τοῦ Σταδίου, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἐν ταῖς ὁδοῖς ταύταις, ὡς ἐκ τοῦ πλάτους αὐτῶν τοῦ ἀνεπαρκοῦς καὶ τῆς πολλῆς συνωθήσεως, ἤθελον ἀπαντήσει δυσκολίας περὶ τὴν κίνησιν τῶν ἁμαξῶν· ἀλλὰ κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις παρέσχε τὴν ἄδειαν, ἵνα στρωθῶσι σιδηραῖ ῥάβδοι καὶ ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεταί τις ἤδη στενοχωρία· εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀναφέρουσιν οἱ ἁμαξηλάται, δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ πόσον θὰ ἐπαυξήσῃ, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ κίνησις τῶν ἁμαξῶν τῆς ἑταιρίας. Τὸ σημερινὸν παράπονον, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ, ἂν ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διορθώνῃ πᾶσαν γενομένην βλάβην, ἵνα, ὁσάκις ἐπέρχεται βλάβη τῆς ἰσοπεδώσεως παρὰ τὰς ῥάβδους, πληρώνῃ τὸ κενόν. Σήμερον τὴν πρωΐαν ὡμίλησα περὶ τούτου μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἑταιρίας τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, ἐὰν δηλαδὴ ἡ κίνησις τῶν ἁμαξῶν τῆς ἑταιρίας δὲν θὰ ἐμποδίσῃ τὴν κίνησιν τῶν ἄλλων ἁμαξῶν, ἂν θὰ ἐπιφέρῃ συγκρούσεις, ἐλπίζω, ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι παρουσιάζωνται τοιαῦται ἐν τῇ κινήσει τῶν ἁμαξῶν κατὰ τὴν ὁδὸν ταύτην, θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἐν αὐτῇ κίνησιν αὐτῶν, καὶ θὰ ἀναγκάσωμεν τὴν ἑταιρίαν νὰ μετατοπίσῃ τὰς σιδηρᾶς ῥάβδους εἰς τὴν ἐξωτέραν ὁδόν, τὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
§3Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν νόμον; ἐὰν δὲν τὸ ἔχῃ, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν νέαν διάταξιν.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι τὸ ἔχει· τὸ ἔχει δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον τὸ δικαίωμα τῆς στρώσεως τῆς ὁδοῦ Σταδίου δὲν τὸ εἶχεν ἐξ ἀρχῆς ἐκ τῆς συμβάσεως καὶ τοῦ νόμου ἡ ἑταιρία, ἀλλὰ τὸ ἔλαβε κατόπιν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§5ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀντὶ νὰ ἐπιβάλλητε, κ. πρωθυπουργέ, εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου νὰ συμπληρώνῃ τὰ γιγνόμενα κενὰ, ὡς εἴπατε, τοῦθ’ ὅπερ ἀπαιτεῖ καθ’ ἑκάστην ἐργασίαν ἀδύνατον σχεδόν, παρακαλῶ, ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε τὰ δικαιότατα παράπονα τῶν ἁμαξηλατῶν τῆς πρωτευούσης, νὰ ἐπιβάλητε τῇ ἑταιρίᾳ νὰ περιβάλῃ διὰ πλακοστρώσεως 20]00 ἑκάστην σιδηρὰν ῥάβδον ἑκατέρωθεν. Τὸ σύστημα τοῦτο παρεδέχθησαν ἐν Εὐρώπῃ διὰ τὰς κυριωτέρας πόλεώς τινος ἀρτηρίας, οἷα ἐνταῦθα καὶ ἡ ὁδὸς Σταδίου. Τὸ σύστημα τοῦτο σώζει τοὺς ἁμαξηλάτας ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τῶν ἁμαξῶν των καὶ τὴν ἑταιρίαν καθημερινῆς δαπάνης.
§6ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Πολὺ καλά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρετοῦντες τελειόφοιτοι καὶ φοιτηταὶ τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου καθικετεύουσι τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἁρμοδίως, ὅπως συγκατατεθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ χορηγήσῃ αὐτοῖς τὴν ἄδειαν μέχρι τοῦ προσεχοῦς Μαΐου, ὅπως περατώσωσί τινες τὰς ἐξετάσεις των, ἄλλοι δὲ ἀκροασθῶσι τὰ μαθήματά των.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἐπίκειται τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, θὰ ἦτο πρέπον νὰ ληφθῇ ἐπιεικὲς μέτρον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτρέπον εἰς τοὺς ἐπιστράτους φοιτητὰς νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των’ ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ περὶ ἀνδρῶν ὑποχρέων ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς ὑπηρεσίαν ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ. Δὲν ἠξεύρω διατί ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἦτον ὀρθὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ὑποχρέους τούτους, ὅταν ἐτύγχανον οὗτοι πρὸ τῆς κατατάξεως αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ νὰ ἦναι φοιτηταὶ, νὰ καλῶνται εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ προσκολλῶνται εἰς τὰ ἐδῶ Σώματα καὶ ν’ ἀκολουθῶσι τὰ μαθήματα αὐτῶν, ὑποχρεούμενοι μόνον εἰς γυμνάσια τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἐπὶ δύω ὥρας. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἐναντίον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἐὰν ὁ νόμος ἐσκόπει, ὅπως οἱ φοιτηταὶ ἀπαλλάσσωνται τῆ ὑπηρεσίας ταύτης, ἠδύνατο νὰ τὸ διατάξῃ ῥητῶς’ ἐπίσης ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὴν ἑτέραν διάταξιν περὶ ἀναβολῆς κατατάξεως’ ἀλλ’ ἀφοῦ οὗτοι δὲν ἀνήκουσιν εἰς οὐδετέραν τῶν κατηγοριῶν τούτων, ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεώς των πρὸς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀποτελεῖ ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν πρῶτοι αὐτοὶ βεβαίως δὲν θέλουσιν ἀποδεχθῆ. Ὥστε τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον τώρα γίνεται, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι οὐχὶ δίκαιον’ ἡ Κυβέρνησις, μαθοῦσα, ὅτι οἱ ὑπόχρεοι οὗτοι διατελοῦσιν ἐν Ἀθήναις, οὕτως εἰπεῖν, ἐκτὸς τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διέταξεν, ὅπως ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοὺς ἐτοποθέτησεν εἰς τὰ τάγματά των καὶ ὅπου ἡ ὑπηρεσία τοὺς καλεῖ νὰ ὑπηρετήσωσι.
§11ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἅμα ἤκουσαν τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος, προσῆλθον ἀμέσως εἰς τὰ ὅπλα, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν Πατρίδα, ἐγκαταλείψαντες τὰς οἰκίας των καὶ τοὺς συγγενεῖς των. Πολλοὶ φοιτηταὶ κατετάχθησαν εἰς τὰ σώματα τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ οὗτοι εἶχον τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰ μαθήματά των εἰς τὸ Πανεπιστήμιον πρὸς τελειοποίησιν τῆς τετραετίας. Τώρα ἐξεδόθη αὐστηρὰ διαταγὴ νὰ μὴν ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των. Τοῦτο εἶναι ὅλως ἄδικον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς αὐτοὺς, ὅσοι μένουν εἰς Ἀθήνας, νὰ ἐξακολουθήσωσι τὰς σπουδάς των, καὶ νὰ ἐξασκῶνται συγχρόνως εἰς τὰ ὅπλα. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι δικαιότατον. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ἔχει ἀνάγκην εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας νὰ ἔχῃ ἀνθρώπους πεπαιδευμένους. (Θόρυβος.)
§12ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι,.......
§13ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχομεν τώρα συζήτησιν περὶ τούτου, καὶ ἐμποδίζεται ἀπὸ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§14ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ μᾶς ἐμποδίσητε, κ. Καλλιγᾶ; Δύω λέξεις θὰ εἴπω.
§15ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν Κανονισμόν· ἐὰν τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Κανονισμὸς, μάλιστα.
§16ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἤρχισεν ἀπ’ ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ. Οἱ φοιτηταὶ ὑπερασπίσθησαν ἀείποτε καὶ τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας μας καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ γένους μας. Ἡ ἱστορία θὰ γράψῃ ποτὲ τὸ 1862 ἐπὶ τοῦ μετώπου τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τὴν Κρήτην καὶ εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπῆγαν ὅλοι καὶ ἄφησαν καὶ συγγενεῖς καὶ οἰκογενείας καὶ ὅλας τὰς ἀναπαύσεις. Σήμερον λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ κανενὸς ἄλλου, παρὰ μόνον νὰ τελειώσωσι τὰς σπουδάς των οἱ φοιτηταὶ οὗτοι ἐντὸς δύω μηνῶν ἀκόμη, καὶ ἄλλοι διὰ νὰ δώσουν ἐξετάσεις. Λοιπὸν ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι, ὅταν κτυπήσωσι τὰς θύρας τὰς χαλαρωμένας τῆς Ἑλλάδος οἱ ἐχθροὶ, θὰ τοὺς ἴδετε ὅλους αὐτοὺς νὰ προσέλθωσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι καλὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναστείλῃ ἐπὶ δύω εἰσέτι μῆνας τὴν διαταγὴν, τὴν ὁποίαν οὐχὶ φρονίμως ἔκαμε.
§17ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ συγκεντρώσῃ εἰς Ἀθήνας τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν σπουδῶν των, καὶ ἐπειδὴ εἶχον μέρος εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν...
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν ὑμετέραν περίοδον αὐτὸ δὲν ἐφάνη διόλου.
§19Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἤμην Ὑπουργὸς, τοιοῦτον μέτρον δὲν ἐλήφθη. Ἐπειδὴ δὲ κατόπιν τοιαύτη πρᾶξις ἔλαβε χώραν ὑπὸ τῶν πρώην συναδέλφων μου, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Κύριοι, ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι τὴν ἰσότητα καὶ πάντοτε ἐκκαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ἔθνος περὶ τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ· καὶ σήμερον τί πράττετε; διὰ τῶν προτάσεών σας θέλετε νὰ δημιουργήσετε προνόμια· ζητεῖτε ὅπως οἱ φοιτηταὶ καὶ ὑπόχρεοι κληρωτοὶ νὰ ἀπολαμβάνωσιν ἐξαιρετικῶν δικαιωμάτων· ζητεῖτε οἱ μὲν εὔποροι νὰ μένουν εἰς τὰς Ἀθήνας, οἱ δὲ ἄποροι νὰ φρουρῶσι εἰς ὅλας τὰς πόλεις τοῦ Κράτους ἀδιακρίτως· καὶ μολαταῦτα πάντες φωνάζομεν περὶ ἰσότητος καὶ περὶ τοῦ δικαιώματος, ὅτι ὅλοι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Καὶ δὲν ἀρκεῖ, ὅτι κοινωνικαὶ περιπέτειαι ἔκαμαν τοὺς μὲν πλουσίους, τοὺς δὲ πένητας, ἀλλὰ θέλετε ὥστε ἐπὶ τῶν ἀπόρων μόνον νὰ ἐπιβάλητε ὅλας τὰς κακουχίας τοῦ φόρου τοῦ αἵματος, ἐνῷ πρὸς τὰς εὐπόρους τάξεις καὶ τὰς ἐκπαιδευομένας ζητεῖτε προνόμοια. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ ὡς δημόσιος ἄλλοτε ἄνθρωπος καὶ ὡς Ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, πάντοτε ἀπέκρουσα τὰς τοιαύτας ἰδέας, ἐθεώρησα δὲ ὅτι καθῆκον τῶν ἀνεπτυγμένων ἰδίως τάξεων εἶναι, νὰ δίδωσι πάντοτε τὸ καλὸν παράδειγμα πρὸς τὰς κατωτέρας. Ὑποστηρίζω ὅθεν τὴν ἰδέαν τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λέγω, ὅτι οἱ φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου πρῶτοι μεταξὺ τῶν ἄλλων ὀφείλουσι νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, κύριοι, περὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρελθούσης, ὀφείλω νὰ δώσω, ὡς ἀποτελέσας μέρος αὐτῆς, μίαν ἐξήγησιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος δὲν κάμνει διάκρισίν τινα περὶ τῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου· ἀλλ’ ὅταν ἐπῆλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν μαθημάτων τοῦ Πανεπιστημίου, ὑπεβλήθησαν ἐκ μέρους διαφόρων φοιτητῶν, εὑρισκομένων εἰς στρατιωτικὰ Σώματα ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης, παράπονα, ὅτι ἕνεκα τῆς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἀπουσίας των εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ διακόψωσι τὰς σπουδάς των μὲ μεγίστην βλάβην αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἂν ἠδύνατο νὰ φέρῃ θεραπείαν τινά, καὶ ἐπείσθη, ὅτι οὐδεμία βλάβη προσγίνεται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅτι οὐδεμία ἀνισότης ἐπέρχεται, ἂν οἱ ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν ὑπηρετοῦντες ὡς στρατιῶται φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου προσκολληθῶσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ πρωτευούσῃ διὰ νὰ ἐκπληρώσωσιν οὕτω καὶ τὴν ὑπρεσίαν των, ἐξακολουθήσωσι δὲ καὶ τὰς σπουδάς των. Τοῦτο δὲ δὲν ἀντιβαίνει παντάπασιν εἰς τὸν Νόμον, οὔτε εἰς τὴν ἰσότητα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις ἄνευ δυσκολίας προέβη εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μέτρου ἐκείνου, παρασχοῦσα τοῖς φοιτηταῖς τὴν εὐκολίαν νὰ ἐξακολουθῶσι τὰς σπουδάς των, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ παραβλάπτηται ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία.
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§22ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἀπευθύνω, κύριοι, ἐπερώτησιν πρὸς τοὺς κκ. ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσι σύντονα μέτρα, ὅπως λείψῃ ἡ θλιβερὰ κατάστασις τῆς Ποιν. Δικαιοσύνης, ἥτις ὑπάρχει ἐν Γορτυνίᾳ. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον π. ε. ὁ Μηνᾶς Παππαηλιοῦ ἐφόνευσε μετ’ ἄλλων τὸν Ἰωάννην Φιλιππόπουλον· ἐνῷ δὲ κατηγγέλθη ἡ πρᾶξις, ὁ ἐν λόγῳ Μηνᾶς Παππαηλιοῦ, ὄχι μόνον δὲν κατεδιώχθη παντάπασι παρὰ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ διωρίσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑφίσταται ἴσως εἰσέτι δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου Βιδιάκι τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας, ἀφοῦ προηγουμένως προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του ὡς σφαιριδιοδότης κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογήν.
§23ΤΙΝΕΣ. Τίνος σφαιριδιοδότης;
§24ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τοῦ κ. Θεοδώρου Δηληγιάννη.—Ἐκ Γορτυνίας μοὶ γράφουν, ὅτι, ἐνῷ μετέβησαν οἱ μάρτυρες παρὰ τῷ ἀνακριτῇ κ. Κατσάμπᾳ διὰ νὰ ἐξετασθῶσιν, ὁ κ. Κατσάμπας τοῖς ἔλεγε, «δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε ὅ,τι γνωρίζετε, νὰ ἀπαντήσητε μόνον εἰς ὅ,τι ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ», καὶ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς κανένα μάρτυρα νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐνταῦθα καὶ ὁ ἐγκληματίας εὑρίσκεται ὡς ὑπάλληλος, καὶ οἱ ἄλλοι ἐπίσης δὲν κατεδιώχθησαν παντάπασι· τοῦτο εἶναι ἕτερον μαρτύριον τῆς θλιβερᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐκεῖ, καὶ τῆς διαγωγῆς τινων δικαστῶν. Λοιπὸν ἠναγκάσθην, κύριοι, νὰ ὑποβάλω μοναδικὸν ἄρθρον διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται τὰ ἄρθρα τῆς Ποιν. Δικονομίας, τὰ μὴ ἐπιτρέποντα νὰ καταδιώκηται ἀμέσως ὁ δικαστὴς διὰ τὴν παράβασιν τοῦ καθήκοντός του, ἀλλὰ νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια κακοδικείου, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καθόσον ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην.
§25ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνη.). Ἐὰν αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ἦναι ἀληθεῖς, τὰ ἐκτεθέντα παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ὁ κατηγορηθεὶς διδάσκαλος παρεπέμφθη ἐνώπιον τῶν πλημμελειοδικῶν διὰ φόνον ἐξ ἀμελείας. Οὐχ ἧττον θέλω ἐξετάσει, ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀκριβές. Ἐπειδὴ δὲ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, προσθέτω δύω λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας ἔκαμε πρό τινων ἡμερῶν. Αἱ πληροφορίαι του δὲν ἦσαν, φαίνεται, ἀκριβεῖς. Παρὰ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς εἶχον ἐκδοθῇ τρία ἐντάλματα συλλήψεως, τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν μετετράπη εἰς ἔνταλμα φυλακίσεως· ἕτεροι δύω συλληφθέντες, δι’ ἔλλειψιν πάσης ἐνδείξεως ἐνοχῆς, ἀπελύθησαν.
§26Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Πρὸ πέντε ἢ ἓξ μηνῶν, συνεπείᾳ μηνύσεως Μαρίνου τινὸς, συνελήφθησαν τῇ διαταγῇ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ καθείρχθησαν πολλοὶ ὑπήκοοι Ἕλληνες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ἰατρὸς Παπαναστασόπουλος, συμπολίτης μου, κατηγορούμενοι, ὅτι λάθρα εἰσήγαγον ὅπλα καὶ πυρίτιδα πρὸς ἐξέγερσιν ἐπαναστάσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τόσον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅσον καὶ ἡ παροῦσα, ἐν τῷ μικρῷ διαστήματι τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ διαμονῆς της, ἔπραξε πᾶν τὸ δυνατὸν πρὸς λύτρωσιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἵτινες ἐκ τῶν γενομένων ἀνακρίσεων ἀπεδείχθησαν ἀθῶοι· οὐχ ἧττον ἐπειδὴ ἀγνοεῖται σήμερον ἡ τύχη αὐτῶν καὶ ἰδίως τοῦ ἰατροῦ Παπαναστασοπούλου, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ, εἰ δυνατὸν, πληροφορίας περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ διαπραγμάτευσις περὶ τῆς λυτρώσεως αὐτῶν.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ πλεῖστοι τῶν καθειρχθέντων ἀπελύθησαν ἤδη, αἱ δὲ διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀρχίσει ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ἐξακολουθῶσι δραστηρίως. Ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι τάχιστα θέλουσι πάντες ἀπολυθῆ, διότι κατ’ ἀρχὴν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς ἀπολυτρώσεως αὐτῶν, καὶ τόσον ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὅσον καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ, φαίνεται διάθεσις, ὅπως τεθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τέρμα.
§28ΚΟΡΠΑΣ. Εἰ καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρό τινων ἡμερῶν μᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι προτίθεται ὅσον οὔπω νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διότι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀπεδείχθησαν ἐλλειπεῖς· εἰ καὶ ἐνδεχόμενον ἐν ταῖς τροποποιήσεσι ταύταις νὰ ἐμπεριλαμβάνωνται διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τοὺς διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένους, οὐχ ἧττον νομίζω ἀναγκαίαν καὶ ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προσδιωρισμένων στρατιωτῶν. Ἰδοὺ ἡ πρότασις· (ἀναγινώσκει). «Ἄρθρον 1. Οἱ ἐκ τῶν κληρωτῶν διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας προωρισμένοι ἀπαλλάσσονται ἐν εἰρήνῃ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ὑπηρετεῖν εἰς τὸν στρατὸν, καλούμενοι ἐν ὥρᾳ πολέμου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου διὰ τὰς ὁποίας προωρίσθησαν ὑπηρεσίας. Ἄρθρον 2. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τοὺς ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ὑπαγομένους εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην κληρωτούς» Τὸ ἄρθρον 32 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου λέγει, ὅτι ἐξαιροῦνται τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ὅσοι ἕνεκα σωματικῆς βλάβης δὲν κριθῶσιν ἱκανοὶ διὰ τὴν ἐνεργὸν ἢ βοηθητικὴν ὑπηρεσίαν· ἐντεῦθεν λοιπὸν διετηρήθησαν καὶ διατηροῦνται εἰς τὰς τάξεις οἱ κριθέντες ἱκανοὶ διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας· βοηθητικὴ δὲ ὑπηρεσία εἶναι ὑπηρεσία τις καθεστηκυῖα ἐν τοῖς Σώμασι, ταῖς φρουραῖς ἢ τοῖς στρατιωτικοῖς καταστήμασι· δηλαδὴ ὑπάρχει ἀριθμός τις στρατιωτῶν, οἵτινες χρησιμεύουσιν ὡς ὑπηρέται ἀποθηκῶν, ἀγγελιαφόροι κλπ. Τοὺς στρατιώτας τούτους τὸ Δημόσιον πληρόνει ἁδρῶς, χωρὶς οὗτοι νὰ προσφέρωσιν οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν· πολλοὶ δὲ τούτων μάλιστα δικαιούμενοι μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 62 νὰ μεταβῶσιν εἰς ἀόριστον ἄδειαν, ἀφοῦ πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὰς 100 δραχμὰς, ἀπέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν τί ἐστὶν ὅπλον καὶ ἀποκομίζοντες τὴν ἀνάμνησιν, ὅτι ἀπέμαθον τὴν τέχνην τοῦ ὑπηρέτου, καὶ ἀντὶ νὰ πληρωθῶσιν ἐπλήρωσαν καὶ τὸν ἄδικον φόρον τῶν 100 δραχμῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀδικώτερον πρᾶγμα δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χάριν τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τε στρατοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου.
§29ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κύριος Κόρπας, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον περὶ τῆς διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ ἐν γένει, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Βεβαίως ὅλοι παραδεχόμεθα ὅτι ἡ ἰσότης εἶναι τὸ πρῶτον στοιχεῖον εὐνομουμένης πολιτείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ στοιχεῖον συντελοῦν εἰς τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλη ἀρχὴ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς, ὅτι ὅλα τὰ Κράτη, ἀποβλέποντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοργάνωσιν αὐτῶν, προσέχουν πῶς νὰ καταστήσουν τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα ἀσπαστὸν εἰς τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν Γερμανίαν ὅτι καὶ εἰς τοὺς φοιτητὰς χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀναβολῆς τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι τὰ τάγματα καὶ συντάγματα τοῦ μονίμου στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας εἶναι ἐν στρατιωτικοῖς διαμερίσμασι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι καὶ παρ’ ὑμῖν, ἐπειδὴ ἀποκλίνω εἰς τὰς Γερμανικὰς ἰδέας, πρέπει νὰ χορηγῆται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς φοιτητὰς καὶ πρέπει τὰ τάγματα νὰ ἔχωσιν ἕδραν τὰς ἐπαρχίας των ἢ τὸ πολὺ τοὺς Νομούς των.
§30ΣΕΧΙΩΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν Φάλαγγα ἅπαντας τοὺς ἐπιζῶντας ἀξιωματικοὺς ἀγωνιστὰς, ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο· μάλιστα δὲ ὁσάκις συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν Φάλαγγα αὐτὴν ἀξιωματικοὶ, δὲν ἐδίδετο προσοχὴ νὰ ἔλθουν οἱ μᾶλλον δικαιούμενοι. Ἐπειδὴ δὲ τὸ ζήτημα εἶναι ἐλαχίστης χρηματικῆς ἀξίας, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἓν γενικὸν μέτρον, νὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐνεργὸν Φάλαγγα ἅπαντας τοὺς ἐπιζῶντας.
§31ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ στρατολογικὸς νόμος πρέπει καθ’ ὁλοκληρίαν ν’ ἀντικατασταθῇ, καθόσον ἀνέκαθεν οἱ στρατολογικοὶ ἡμῶν νόμοι πηγάζουν ἐκ συγκεντρωτικῶν ἰδεῶν. Εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ μακαρίτου Βότσαρη ἐπῆλθεν ἡ πρώτη τροποποίησις τῶν στρατολογικῶν· τότε κατὰ πρῶτον διετάχθη νὰ ὑπάγωνται οἱ στρατιῶται εἰς τὴν τακτικὴν ἐφεδρείαν· τοῦτο ὅμως οὐδὲν ἀποτέλεσμα πρακτικὸν ἔχει. Ἐνῷ δὲ ἅπαντα τὰ ἔθνη παρεδέχθησαν ἀλληλοδιαδόχως τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶς πολίτης πρέπει νὰ ᾖναι στρατιώτης, ἡμεῖς ὑπνώτταμεν· ὅταν δὲ ἐνέσκηψεν ἡ καταιγὶς εἰς τὴν Ἀνατολὴν, τότε κατεσπευσμένως ἐζητήσαμεν νὰ συντάξωμεν στρατολογικοὺς νόμους, καὶ κατήντησε νὰ ἔχωμεν σήμερον ἓν κρᾶμα ἐκ διαφόρων τοιούτων νόμων ὑπὸ διαφόρων Κυβερνήσεων συντεταγμένων. Διὰ τοῦτο νομίζω ἐπάναγκες, ὅλα αὐτὰ νὰ καταπέσωσι, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ἕνα στρατολογικὸν νόμον.
§32ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας. Θὰ λάβω δὲ τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω αὐτὴν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά. Παρακαλῶ μόνον τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτύπωσιν. (Ὄρα παράρτημα).
§33ΡΑΛΛΗΣ. Ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ ἐκ τούτου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίῤῥησιν, νὰ ψηφίσῃ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκπροθέσμων, ὡς πρὸς τὰς ἐνστάσεις των, κληρωτῶν.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΤΖΑΝΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπῃ ἐὰν ἐννοῇ, ὅτι εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1 συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ στρατοῦ ὑπηρετοῦντες ὑπόχρεοι, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 33.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους λεγομένους καὶ εἰς τοὺς ὑπηρετοῦντας. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν).
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, σκέπτεται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἄλλων κατηγοριῶν τῶν στρατευσίμων;
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑτοιμάζεται ἐν ταῖς γραφείοις νομοσχέδιον ἀναθεωροῦν πάντα τὸν στρατολογικὸν νόμον.
§41ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλ’ ἕως οὗ περαιωθῇ ἡ μελέτη αὕτη, συλλαμβάνονται ὑπὸ τῆς Χωροφυλακῆς.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ περαιωθῇ ἐντὸς δύω ἡμερῶν.
§43ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Διετάχθη νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὥστε λοιπὸν δύνανται ἅπαντες οἱ ἄχρι τοῦδε καταδιωκόμενοι νὰ ἔχουν ἐλευθερίαν προσωπικότητος;
§45ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὄχι ὅλοι· οἱ ἐπίστρατοι λιποτάκται.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Κύριοι, ἠκούσαμεν ἐπὶ ἡμέρας ἀναπτυσσόμενα διάφορα ἐπιχειρήματα, εἴτε ὑπὸ ἀθωωτικὴν ἔποψιν ὑπὲρ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, εἴτε ὑπὸ ἐπιβαρυντικὴν κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει φωτίσει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τῆς εὐθύνης τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι εἰμὴ δύω ἀξιώματα καὶ μόνα: ἢ θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀξίωμα, ὅτι προτιμότερον νὰ καταστραφῇ ὁ σύμπας κόσμος μᾶλλον ἢ νὰ παραβιασθῇ μία καὶ μόνη ἀρχὴ, ἢ τὸ ἄλλο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα. Τὸ πρῶτον ἀξίωμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμεγάλυνε τὸ Ἔθνος, τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν Ῥωμαῖον Ὕπατον νὰ θανατώσῃ τὸν υἱόν του, διότι, παρὰ τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπάτου πατρός του, ἐνίκησε καὶ ἐθριάμβευσε κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, εἶναι τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν τοὺς ἀρχαίους Ἀθηναίους νὰ καταδικάσωσι τοὺς Στρατηγοὺς, οἵτινες νικηφόροι δὲν ἔλαβαν τοὺς νεκροὺς ἐκ τῶν κυμάτων, διὰ νὰ τοὺς θάψουν. Τὸ δεύτερον ἀξίωμα εἶναι ἀξίωμα τῶν ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν δολοφονιῶν. Τὰ δύω αὐτὰ ἀξιώματα εὑρίσκονται σήμερον ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἰς θέσιν ἀντιμαχομένην. Τὸ Ἔθνος ὅμως ποῖον ἀξίωμα ἐννοεῖ νὰ ἀκολουθήσῃ; Τὸ Ἔθνος τὴν προαίρεσιν αὑτοῦ τὴν ἀπέδειξε διὰ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ὅτε μία Κυβέρνησις πανίσχυρος, θέσασα εἰς ἐνέργειαν ἅπαντα τὰ μέσα πρὸς καταρτισμὸν πλειοψηφίας μετὰ διάλυσιν Βουλῆς, δὲν ἔφθασε ν’ ἀποτελέσῃ πλειοψηφίαν οὔτε κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, καίτοι ἔχουσα γόητρον ὑποτιθέμενον, τὸ τῆς προσαρτήσεως ἄλλης χώρας, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνόμιζεν, ὅτι ἤθελε προσελκύσῃ τὰ πλήθη καὶ σχηματίσῃ πλειοψηφίαν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ἐφ’ ᾧ διέλυσε τὴν τότε ὑφισταμένην Βουλήν, εὑρέθη καταπληκτικῶς μειοψηφοῦσα καὶ καταδεδικασμένη ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Τὸ Ἔθνος λοιπὸν δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα· τὸ Ἔθνος θέλει ἐκδίκησιν, θέλει τιμωρίαν, θέλει ἱκανοποίησιν τοῦ νόμου· καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δὲν συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἔκθεσιν ταύτην, τὴν τόσῳ τρανὴν, τῆς θελήσεως τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἐξωμότης καὶ ὀφείλει νὰ διαλυθῇ ἀπὸ τὸν λαόν· διότι, ἂν διελύθη ἡ προηγουμένη Βουλὴ ἐκεῖθεν, ὅθεν δὲν ἔπρεπε, ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ, ἐὰν δὲν πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Ἔθνος ἐννοεῖ, νὰ ψάλλωμεν τὸ ᾆσμα τῶν ᾀσμάτων τῆς λαιμητόμου, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἀπὸ τὸν λαόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῇ ἀμέσως τὸ θεωρεῖον ἐκεῖνο.
§48ΑΝΔΡΕΑΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλαβον κατὰ πρῶτον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν, εἶπον ὅτι φέρω καὶ ἐγὼ τὴν σημαίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἕνεκεν τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος· διετήρησα ὅμως καὶ διατηρῶ τὴν ἀκεραιότητα τῶν πεποιθήσεών μου καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ χαρακτῆρός μου. Πνεῦμα δικαιοσύνης καὶ ἀγάπης πρὸς τὴν εὐγενῆ πρόοδον μὲ ἐνέπνευσε πάντοτε καὶ θέλει μὲ ἐμπνέει εἰς ὅλας τὰς μελλούσας ἐνεργείας μου. Εἰς τὸ παρὸν ζήτημα, ὡς ἐτέθη, δὲν δύναται παρὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὁ κύριος πρώην πρωθυπουργός. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω ἐρευνήσει ποία θὰ ἦναι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἡ ἱστορία θὰ φέρῃ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε καλῶς, ὅτι δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ κλείσῃ τὴν Σύμβασιν· μόνον εἰς δύω ἐφάνη ἀδικαιολόγητος κατ’ ἐμὲ, εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων καὶ εἰς τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, προκειμένου νὰ φέρῃ μίαν σύμβασιν, διότι ὡς πρὸς τοῦτο παρέβη ῥητῶς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ δὲν λατρεύω τὸ γράμμα τῶν νόμων, μένω πιστὸς εἰς τὴν οὐσίαν· ἀλλ’ ὁσάκις τὸ γράμμα εἶναι ῥητὸν ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα τὸν νόμον, καὶ τὸ ἔδειξα τοῦτο προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων· ἐπεθύμουν νὰ ἔλθῃ ὁ ἐκλεχθεὶς ἐκεῖνος νέος, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἀνταπόδειξις ἤθελον ψηφίσει κατά. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐξ ὑπαρχῆς ἀκύρωσις τῶν Διαταγμάτων ἔχει συνεπείας, προσβάλλει δικαιώματα κεκτημένα τρίτων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ κατακριθῶσιν οἱ αἴτιοι τῶν Διαταγμάτων. Ὀφείλει ὅμως ἡ Βουλὴ ἐν τῇ δικαιοσύνῃ της νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τὰ ἀποκτηθέντα. Κατὰ συνέπειαν θέλω παραδεχθῆ οἵαν δήποτε τροπολογίαν λογικὴν ὡς πρὸς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχουν τὰ Διατάγματα. Ἐπίσης, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀξία μομφῆς ἡ Κυβέρνησις τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, διότι ὤφειλε, προκειμένου περὶ τοσοῦτον σπουδαίου πράγματος, νὰ συγκαλέσῃ τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, νὰ καθυποβάλῃ τὴν Συνθήκην ἐκείνην, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παρεδέχετο, ἤθελεν ἐντίμως ἀποσυρθῆ. Ἡ Βουλὴ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδέποτε ἤθελε φέρει κανὲν πρόσκομμα, προκειμένου περὶ τοῦ καλοῦ τοῦ ἔθνους· ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διαλύσῃ, ἀλλὰ τότε. Ὡς πρὸς τὰ Διατάγματα, προχθὲς ἤκουσα ἀπὸ ἕνα συνάδελφον ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἠγνόουν, ὅτι ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, προκειμένου περὶ ἄλλων ζητημάτων οὐσιαστικῶν ἐπίσης, ἔπραξεν ὅ,τι σήμερον κατακρίνει. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν, διότι μία εἶναι ἡ δικαιοσύνη, εἶναι εἷς ὁ γνώμων, ὅστις πρέπει νὰ διέπῃ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὸ ἐπιστεύετε αὐτό;
§50ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε διὰ τί δὲν τὸ ἐξητάσατε;
§52ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαντήσατε ὑμεῖς σήμερον.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν.
§54ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠπόρησα ἐν τούτοις, διότι εἶναι μία ἀντίφασις; flagrante. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐγὼ ἀφίνω κατὰ μέρος καὶ τὰς ἀντιφάσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσυνήθεις εἰς τὸν ἑλληνικὸν κόσμον σήμερον, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ταύτην δὲ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκφράσω σήμερον, τὴν εἶχον πρὸ καιροῦ καὶ τὴν διετύπωσα πρὸ ἑνὸς ἤδη ἔτους, κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1881. Ἐπιφορτισθεὶς ἀπὸ ἓν Σωματεῖον πολιτῶν ἔλαβον τὸν λόγον εἰς τὴν Σχολὴν τοῦ Καραμάνου, προκειμένου περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ἤγουν περὶ τοῦ τί ὀφείλει ἡ Ἑλλὰς νὰ πράξῃ, ὑπῆρχε δὲ τότε ἡ ἐποχὴ τῶν λεγομένων προπαρασκευῶν. Ἡ ὁμιλία μου ἐκείνη ἐτυπώθη καὶ ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν σχηματίζω πεποίθησιν· πρὸ καιροῦ, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, εἶχον ταύτην· ὀφείλω δὲ καὶ σήμερον ἐνώπιον τῶν Ἀντιπροσώπων νὰ τὴν ἐκφράσω, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως, ἀλλὰ οὐσιαστικῶς. Κατ’ ἐμέ, ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ὤφειλε ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει νὰ διεκδικήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισεν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, ὤφειλε νὰ τὰ διεκδικήσῃ διὰ τῶν ἰδίων ἐθνικῶν δυνάμεων καὶ διὰ πάσης θυσίας, διότι τὰ ὅρια ἐκεῖνα ἦσαν ὡς τὰ στρατηγικὰ ἐκεῖνα ὅρια περὶ τῶν ὁποίων ἄλλοτε ὁ Βήκονσφιλδ ἀνέφερε, προκειμένου περὶ Ἰνδίας καὶ Ἀφγανιστάν. Ἰδοὺ τί εἶχον εἰπεῖ τότε: «Ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα εἰς χεῖρας ἕνα τίτλον διεθνῆ, μίαν ἐπίσημον καὶ ὁριστικὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης, ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει μὲν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν δι’ αὐτῆς χαραχθεῖσαν τῶν ὁρίων γραμμήν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ὅρια εἶναι τὰ ἐπιστημονικὰ ἡμῶν ὅρια, ὡς ἀπεκάλει ὁ Βήκονσφιλδ τὰ ἐν τῇ Ἰνδικῇ ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκόμενα, χάριν τῶν ὁποίων μάλιστα ἐπροκάλεσε πόλεμον κατὰ τοῦ Ἀφγανιστὰν ἀφ’ ἑτέρου δέ, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ὅλου Ἑλληνισμοῦ καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἀνεξαρτήτου ταύτης Ἑλλάδος. Ἂν ἡ Ἑλλὰς παρεδέχετο οἱανδήποτε τροποποίησιν τῆς γραμμῆς ἐκείνης, θὰ κατέστρεφε, διὰ τῶν ἰδίων αὑτῆς χειρῶν, τὸν διεθνῆ ἐκεῖνον τίτλον μας καὶ θὰ ἐξεμηδένιζε τὸ κῦρος τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἐν Βερολίνῳ ἀποφάσεως, θὰ ἐπρόδιδε τοὺς ἀδελφούς μας ἀπελευθερωθέντας διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης· θὰ ἔχανε διὰ παντὸς πᾶν γόητρον ἀπέναντι τῶν ὁμοφύλων μας, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἱστορίας θὰ ἐκηρύττετο ὄχλος διεφθαρμένος, σωματέμπορος τῆς ἐλευθερίας, ἐγωϊστὴς καὶ ἄνανδρος· τότε οἱ μὲν ἄλλοι λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς θὰ μᾶς ἐνέπαιζον, ἡ Τουρκία θὰ μᾶς ἐχλεύαζεν, οἱ δὲ ἀδελφοί μας θὰ μᾶς ἐφώναζον Κάϊν.» Ὤφειλε λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς τότε διὰ πάσης θυσίας, χάριν τῶν ἐπιστημονικῶν ὁρίων της, τῶν χαραχθέντων ἀπὸ τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ Βερολίνου, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς πόλεμον. Θὰ μοὶ εἴπητε, κύριοι, ἤθελον γείνει μεγάλαι καταστροφαί. Τὸ παραδέχομαι πρὸς στιγμήν, ἀλλὰ αἱ ὑλικαὶ ζημίαι δὲν καταστρέφουσι τὰ ἔθνη, μόνον αἱ ἠθικαί! αὗται καταβιβάζουσι διὰ παντὸς καὶ ἐξαλείφουσιν ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς ἱστορίας τὰ ἔθνη. Αἱ ὑλικαὶ ζημίαι ἐπανορθώνονται εὐκόλως, αἱ ἠθικαὶ ὅμως διὰ μεγίστων θυσιῶν δυσκόλως ἐπανορθώνονται. Τότε ἀναπτύξας αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἔκαμα μίαν σύγκρισιν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1821 καὶ τῆς Ἑλλάδος τοῦ 1881 ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Δὲν θέλω νὰ σᾶς βαρύνω ἀναγινώσκων τὸ μέρος ἐκεῖνο, οὐχ ἧττον ὅμως ἀπέδειξα ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1881 ἦτο εἰς πολὺ καλλιτέραν θέσιν καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τοῦ 1821· διότι τότε ἡ Ἑλλὰς πρώτην φορὰν ἐπανήρχετο εἰς τὸν κόσμον, δὲν εἶχε τίποτε σχεδόν, καὶ ἐν τούτοις ἐπολέμησε κατὰ τῆς Τουρκίας, ἥτις ἦτο τότε ἡ ἐπιφοβωτέρα Δύναμις τῆς Εὐρώπης. Τότε ἡ Εὐρώπη, κύριοι, εὑρίσκετο εἰς φόβον ἕνεκα τῶν μέχρι τότε γενομένων ἐπαναστάσεων καὶ ἐπόθει ἀληθῶς εἰρήνην, καὶ ὅμως ἡ Ἑλλὰς τότε, μὴ ἔχουσα τίποτε, ἔκαμε τὸν πόλεμον καὶ ἐπὶ τέλους εἵλκυσε τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης καὶ ἠνάγκασε καὶ αὐτὰς τὰς Δυνάμεις, τὰς αὐθαιρέτους τότε, καὶ τὰς ὑπεχρέωσε νὰ ἔλθουν καὶ νὰ στεφανώσουν τὸν ἀγῶνα αὐτῆς διὰ τῆς ἐν Ναβαρίνῳ ναυμαχίας καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ εἰς Πελοπόννησον. Σήμερον δὲ πρώτην φορὰν ἡ Ἑλλὰς ἔβλεπε, δὲν λέγω 80, ἀλλὰ ἔστω 60 χιλιάδας στρατοῦ· σήμερον ὅλοι αἱ Δυνάμεις εἶναι φιλελεύθεροι· σήμερον εἴχομεν τὰς συμπαθείας τῶν λαῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς χάριν τῆς ἀποκτήσεως τοῦ σταθμοῦ ἐκείνου τοῦ στρατιωτικοῦ, ἔπρεπε διὰ πάσης θυσίας νὰ πολεμήσῃ καὶ θυσιαζομένη ἀκόμη, οὐδέποτε δὲ θὰ κατεστρέφετο ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ τὸ ἐπέτρεπε ποτέ Εἶδον ἐσχάτως εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, ὅτι ὁ Πρέσβυς ἡμῶν ἐν Βερολίνῳ ὁμιλῶν, νομίζω, μὲ τὸν πρωθυπουργὸν τῆς Αὐστρίας, πρὸ ἑνὸς ἔτους, περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἑλληνικοῦ, τῷ εἶπεν ὁ Πρέσβυς μας: «Θὰ καταστραφῇ ἡ Ἑλλάς!»— «Ὄχι, δὲν θὰ καταστραφῇ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἥττης, δὲν θὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ καταστραφῇ». Ἔπειτα, κύριοι, τίς ἀμφιβάλλει ὅτι εἰς τοιοῦτον πόλεμον ὅλαι αἱ φυλαὶ τῆς Ἀνατολῆς καὶ ὅλοι οἱ ὁμογενεῖς μας δὲν ἤθελον λάβει τὰ ὅπλα; Δὲν ἤθελεν ἀνάψει μία πυρκαϊὰ γενική; Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τούτου ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν πολλάκις τινὲς θεωροῦν ὡς ἐπουσιῶδες πρᾶγμα, καὶ πολλοὶ μάλιστα τὴν ἐμπαίζουν, ἡ τιμὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία σώζει καὶ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὰ ἔθνη ἐν τῇ ἱστορίᾳ· ἡ τιμὴ εἶναι, ὡς εἶπον, καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς ὁ ἀρχάγγελος ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ᾅδου. Ὅταν ἓν ἔθνος δὲν συναισθάνεται τὴν τιμήν του, διότι φείδεται τῶν ὑάλων τῆς Σύρου ἢ τῶν Πατρῶν, καὶ ὀλίγων τινῶν κτιρίων, τὰ ὁποῖα ἀνηγείρομεν, τρέχει κίνδυνον νὰ μὴ ὑπάρξῃ πλέον εἰς τὴν σφαῖραν τὴν ἱστορικήν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κύριοι, πρέπει νὰ τεθῇ ἄλλως πως διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ ἱστορικὴ λύσις. Διατὶ ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν Σύμβασιν; ἐδέχθη τὴν Σύμβασιν, διότι, δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ. Μάλιστα· συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ διὰ τί δὲν ἠδύνατο νὰ πολεμήσῃ; αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν προηγούμενα τινα διὰ νὰ ἐννοήσωμεν διὰ τί ἡ Ἑλλὰς ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δὲν ἠδύνατο νὰ καταρτίσῃ στρατόν. Κύριοι, πότε ἤρχισεν ἡ ἐπιστράτευσις; ἐνθυμεῖσθε, ὅτε εἶχε γείνει τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἔζη ὁ μακαρίτης Βήκονσφιλδ, ὁ ὁποῖος μᾶς συνεβούλευεν ὑπομονὴν, ἀλλ’ αἱ ἐπαναστάσεις ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶχον ἤδη προβῆ καὶ προέβαινεν ὁλοὲν ἡ πυρκαϊά. Δὲν ὤφειλε λοιπὸν ἡ τότε εὑρισκομένη εἰς τὰ πράγματα Κυβέρνησις ἀμέσως πρὶν ἀκόμη ἐπέλθῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, δὲν ὤφειλεν ἀμέσως νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν; Πότε δὲ συνεκλήθη ἡ ἐπιστρατεία; Ἐδέησε νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα ὁ ὅσον ἔνδοξος τόσον καὶ τίμιος ἀνὴρ, ὁ Γλάδστων καὶ οἱ φιλελεύθεροι, καὶ τότε ἐνόησεν ὅτι πρέπει νὰ προσκληθῇ ἡ ἐπιστρατεία. Ἂν, κύριοι, πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ Γλάδστων καὶ οἱ φιλελεύθεροι, συνεκαλεῖτο ἡ ἐπιστρατεία, ἤτοι πρὸ δύω ἐτῶν, εἰς δύω ἔτη, κύριοι, ἠδύνατο νὰ γείνῃ στρατὸς, ἂν οὐχὶ βεβαίως ὡς ὁ στρατὸς τῆς Ἀγγλίας ἢ τῆς Γαλλίας, ἀλλὰ στρατὸς ἀρκετὰ ἀξιόμαχος, καθόσον μάλιστα ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τῆς ζωῆς, ὁ ἐνθουσιασμὸς, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀναζωπυρωθῇ· δύω ἔτη ἤρκουν. Καὶ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς χειροτέρας στιγμὰς, ὡπλίσθησαν καὶ ἐπὶ τέλους ἐνίκησαν. Ἀλλὰ τί ἐπερίμενον λοιπὸν οἱ ἐνταῦθα; Ἐπερίμενον λοιπὸν νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου; Ὅταν δὲ ὁ Γλάδστων, ἐν τῷ συμφέροντι τῷ Εὐρωπαϊκῷ, ἐπροκάλεσε τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ Βερολίνου καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς ὑπὲρ ἡμῶν, τότε, κύριοι, ἦτον οὐχὶ ἀργά, ἀλλὰ πολὺ ἀργά. Τότε ὁ κ. νῦν πρωθυπουργὸς, ὅστις πρὸ ὀλίγου, ἂν ἐνθυμοῦμαι, ἐξήτει τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ διὰ νὰ τὸν σχηματίσῃ ἠρέμα μετὰ 50 ἔτη, τότε μόνον, ἅμα ἐγένετο ἡ ἀνάῤῥησις τοῦ Γλάδστωνος, ἔφερε τὴν ἐπιστρατείαν· ὤφειλε λοιπὸν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἂν ἐνόει τοὺς καιροὺς καὶ ἐκήδετο τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὤφειλεν ἀμέσως, πρὶν ἔλθῃ ὁ Γλάδστων, νὰ φέρῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, νὰ προνοήσῃ δηλαδή, διότι πολιτικὴ θὰ εἰπῇ πρόφασις, πρόβλεψις. Ὅστις πολιτικὸς δὲν προβλέπει, δὲν εἶναι πολιτικός. Ταῦτα τὰ εἶπον καὶ πρότερον ἤδη ἐνώπιον τοῦ ἐντίμου λαοῦ τῶν Πατρῶν. Ἰδοὺ τί εἶπον: «Ὅταν ἦτον ἀκόμη καιρός τις, νὰ γείνῃ ἡ ἐπιστράτευσις, τινὲς ἔλεγον νὰ διαλυθῇ καὶ ὁ ὑπάρχων στρατὸς καὶ νὰ διοργανωθῇ ἠρέμα καὶ μετὰ πολλὰ ἔτη. Πότε κύριοι; Ὅταν ἡ πυρκαϊὰ εἶχεν ἤδη καταβροχθίσει τὸν Ἑλληνισμὸν μέχρι σχεδὸν τῶν προθύρων τοῦ Κράτους μας, ὅταν τὰ μεγάλα καθ’ ἡμῶν γεγονότα εἶχον ἤδη τελεσθῆ, καὶ εἴχομεν ἤδη εἰς χεῖρας καὶ ἕνα τίτλον νομικὸν τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου. Πότε δὲ ἤρχισεν ἡ ἐπιστράτευσις; μετὰ τὴν ἀνάῤῥησιν τοῦ Γλάδστωνος καὶ τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, δηλαδὴ πολὺ ἀργὰ πλέον. Καὶ διότι ἔγεινεν αὕτη πολὺ ἀργὰ καὶ συνάμα ἐλλιπεστάτη, διὰ τοῦτο ὁ ἔνδοξος φιλέλλην πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἐπροκάλεσε μὲν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ἀπόφασιν τῆς Βερολινείου Συνδιασκέψεως, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ μέχρι τέλους ἀπέναντι τῶν ἄλλων συνησπισμένων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, διότι ἐθεώρει, ὅτι ὁ προετοιμασθεὶς στρατός μας, ὁ τοσοῦτον ἀργὰ καὶ ἐλλειπῶς σχηματισθεὶς, δὲν ἤθελε τελεσφόρως ἀνταγωνισθῆ κατὰ τοῦ ἐχθρικοῦ στρατοῦ. Βλέπετε, λοιπόν, συμπολῖται, εἰς ποῖα βάραθρα φέρουν αἱ πολιτικαὶ ἀνικανότητες; Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἔνδοξος Γλάδστων δὲν ἐπέμεινεν εἰς τὴν νέαν τροποποίησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου. Τὸ γνωρίζετε, κύριοι, ὅλοι ἡ Ἀγγλία εἶναι ἡ μόνη Δύναμις, ἡ ὁποία τελευταία ἐνέδωκεν εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς Κωνσταντινουπόλεως· καὶ διατί, κύριοι; διότι ὁ Γλάδστων ἔβλεπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο δυστυχῶς εἰς κατάστασιν νὰ πολεμήσῃ. Ἂν ὅμως ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἐγκαίρως προητοιμασμένη, πρὸ δύω ἐτῶν, πρῶτος ὁ Γλάδστων ἤθελεν μᾶς εἰπεῖ: ἐμπρός. Ἐνέδωκε λοιπὸν οὕτω καὶ ὁ Γλάδστων Μεταξὺ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων, κύριοι, εἶδον καὶ ἓν εἰς τὸ ὁποῖον ἦτον ὑπογεγραμμένος ὁ κ. Κοντόσταυλος. Ὅταν οὗτος ὡμίλει μετὰ τοῦ λόρδου Γράμβιλ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρετήρησα ὅτι ὁ Γράμβιλ τοῦ ἔλεγε: «Δύνασθε σεῖς νὰ πολεμήσητε μὲ τοὺς στρατοὺς τοὺς Τουρκικοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλῶς γυμνασμένοι;» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἦτο διατεθειμένη νὰ μᾶς βοηθήσῃ ἀλλὰ τί νὰ ἰδῇ ἐν ἡμῖν; ἀσυναρτησίαν, ἀπροετοιμασίαν, τίποτε ἔγκαιρον καὶ σπουδαῖον. Ἑπομένως προέβλεπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ πάθῃ μεγάλας ζημίας, καὶ βεβαίως ἤθελε πάθει. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Γλάδστωνος ἦτον, ὅτι ἐπεθύμει νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ, ἐὰν ἔβλεπε κἄπως, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀντιπαραταχθῶμεν εἰς τὸν στρατὸν τῆς Τουρκίας. Δὲν ἀναφέρω, κύριοι, προηγουμένας ἐποχὰς, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἐδιδάσκετο τῷ ὄντι ἀπὸ τὰ μεγάλα δεινοπαθήματα, ὤφειλε νὰ λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἐξάσκησιν τοῦ ἔθνους κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασαν. Δὲν ἀναφέρω τὸν πόλεμον τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης, δὲν ἀναφέρω τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεῤῥάγη ἐν Ἑρζεγοβίνῃ ἐπανάστασις. Τότε ἀναχωρῶν ἐκ Πατρῶν καὶ παρακληθεὶς ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ τοὺς ὁμιλήσω, τοὺς εἶπον, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς σπουδαίων γεγονότων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ διατί; διότι εἶδον τὸν συνασπισμὸν τῶν τριῶν αὐτοκρατόρων μετὰ τὴν ἧτταν τῆς Γαλλίας, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελήθησαν ἀπὸ τὴν ἀδυναμίαν ταύτης, ὅπως φέρουν αὐτοὶ κατὰ βούλησιν τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιεφέρετο ἰδίως ὁ Πανσλαυϊσμός· λοιπὸν τοὺς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ προετοιμασθῶμεν ταχέως, διότι ἴσως ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδύνατο νὰ γείνῃ ἡ Ἑλλὰς δορυφόρος τοῦ σλαβικοῦ στοιχείου. Δὲν ἀναφέρω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἄφησε νὰ παρέλθωσιν ὅλαι αἱ εὐκαιρίαι ὡς ἀστραπαὶ ἐνώπιόν της. Αἱ εὐκαιρίαι, κύριοι, εἶναι, ὡς εἶπον ἄλλοτε, ἄγκυραι, αἱ ὁποῖαι ῥίπτονται ἀπὸ τὸν Θεὸν πρὸς σωτηρίαν τῶν ἐθνῶν ἐν ὥρᾳ ναυαγίου. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἀπὸ καμμίαν εὐκαιρίαν δὲν ἐπωφελήθημεν. Ἡ Ἰταλία, κύριοι, ἐν διαστήματι 20 ἐτῶν ἐπετέλεσεν ἓν θαῦμα, διότι θαῦμα ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τοὺς φιλοσοφοῦντας ἐπὶ τῶν τυχῶν τοῦ κόσμου ἡ ἑνοποίησις τῆς Ἰταλίας. Ἐνόμιζον οἱ πλεῖστοι, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ ἑνότης οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ σχηματισθῇ. Ἀλλ’ ὁ πατριωτισμὸς ἐκτελεῖ θαύματα. Πρῶτον, ἐσχηματίσθη τὸ κόμμα τὸ προδρομικὸν τοῦ Ματσίνη, ὕστερον τὸ κόμμα τοῦ Γαριβάλδη, τὸ τῆς ἐνεργείας· ἔπειτα τὸ κόμμα τὸ διπλωματικὸν, τὸ ὁποῖον ἀντεπροσώπευεν ὁ Καβοὺρ καὶ ὁ ὁποῖος ἐπίσης εἰργάσθη πῶς νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῶν δύω ἐκείνων κομμάτων. Σᾶς φέρω δὲ περὶ εὐκαιρίας ἓν μόνον παράδειγμα. Ὅταν οἱ Ἰταλοὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν Ῥώμην, καὶ ἐστεφάνωσαν τὸν ἀγῶνά των διὰ τῆς προσλήψεως τῆς ἀρχαίας καὶ φυσικῆς πρωτευούσης των, τῆς Ῥώμης, πότε, κύριοι, τὸ ἐπεχείρησαν; ὅταν ἦτον ὁ Γαλλογερμανικὸς πόλεμος. Ἡ Ἰταλία, ἐναντίον κόσμου ὁλοκλήρου, διότι ἐν Εὐρώπῃ εἶναι 250 ἑκατομμύρια καθολικῶν, ἐτόλμησε, στηριζομένη ἐπὶ τοῦ δικαίου της, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ῥώμην· ἡμεῖς δὲ οὐδεμιᾶς εὐκαιρίας ἐπωφελήθημεν. Ἀναφέρω μόνον τὸ εἰς ὅλους μας ἤδη γνωστὸν περὶ Πλεύνας· τότε δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν πόλεμον, οὔτε πρὸς τὴν Τουρκίαν, οὔτε πρὸς τὴν Ῥωσσίαν, ἀλλὰ μὲ τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ἠδυνάμεθα εἰς δύω ἡμέρας νὰ καταλάβωμεν τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Ὅλαι αἱ εὐκαιρίαι παρῆλθον ἐνώπιόν μας ὡς σκιαὶ, διότι εἴμεθα κατειλημμένοι ὑπὸ πνεύματος ἰδιοτελείας. Ἂν, κύριοι, οἱ ὁδηγοὶ τῶν τυχῶν τῆς Ἑλλάδος εἶχον σπουδαιότητα διανοίας καὶ πράγματι ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον ζῆλον πρὸς εὐόδωσιν καὶ ἀποτελείωσιν τῆς ἐθνικότητός μας ἤθελον ἐγκαίρως, πρὸ καιροῦ, προετοιμάσει πολεμικῶς τὸ ἔθνος. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν ἐφρόντισαν περὶ τῆς πολεμικῆς ἀσκήσεως τοῦ ἔθνους, δὲν ὤφειλον τοὐλάχιστον νὰ οὐδετερώσωσι τοὺς καθ’ ἡμῶν προσηλυτισμοὺς τῶν ἄλλων φυλῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Καὶ ἠδύναντο τοῦτο νὰ πράξωσι διὰ μιᾶς στρατιᾶς προξένων, ἱκανῶν καὶ τιμίων, οἵτινες νὰ ὑπάγουν ὡς ἀπόστολοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὑπερασπισταὶ τῶν ὁμοφύλων μας. Πόσοι ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, καὶ μάλιστα οἱ ἐλθόντες ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὅτι πολλάκις οἱ ὁμογενεῖς μας κατέφευγον εἰς ξένα Προξενεῖα, ὅπως εὕρωσι δικαιοσύνην καὶ ὑποστήριξιν ἐν ταῖς συμφοραῖς των! Ἂν τοιαῦτα λοιπὸν μέτρα ἐλάμβανον πρὸ καιροῦ, θὰ ἠδύναντο τελεσφόρως ν’ ἀντιπαλαίσωσι κατὰ τῶν ξένων προσηλυτισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν ὁλονὲν μέχρι τῶν θυρῶν μας αὐτῶν, μέχρι τῆς Μακεδονίας· διὰ τοῦτο βλέπετε ἀκόμη ἐργαζομένους καθ’ ἡμῶν καὶ τὸν Βουλγαρικὸν καὶ τὸν Ῥωμουνικὸν προσηλυτισμόν. Πῶς θὰ σωθῇ λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ ἐθνικότης ἐν μέσῳ τοσούτων κινδύνων; Εἰς τὴν Ἀνατολὴν, κύριοι, δύω εἶναι οἱ κολοσσοί, οἱ ὁποῖοι θὰ πολεμήσωσιν· ὁ Πανσλαυϊσμὸς καὶ ὁ Παγγερμανισμός. Τὸ σχέδιον τοῦ Παγγερμανισμοῦ εἶναι νὰ συμπληρωθοῦν πανταχόθεν τὰ ὅρια τῆς Γερμανίας καὶ ἑπομένως ἡ Αὐστρία νὰ γείνῃ ἀνατολικὴ Δύναμις καὶ διαδεχθῇ τὴν δυναστείαν τῶν Ὀσμανλιδῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Πανσλαυϊσμὸς ἐνεργεῖ ὅπως συμπληρώσῃ τὸ ἀνθελληνικὸν ἔργον του διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας εἰς τὴν ἡγεμονίαν τῆς Βουλγαρίας, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐδημιούργησεν. Ἂν αὐτοὶ οἱ δύω κολοσσοὶ παλαίσουν πρὸς ἀλλήλους, ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν θὰ κυριεύσῃ τῆς Ἀνατολῆς ὅλης. Ἂν δὲ συμβιβασθῶσι, τότε ὁ Παγγερμανισμὸς θὰ καταβῇ πρὸς νότον καὶ τότε ἡ Μακεδονία καὶ Ἀλβανία θὰ περιέλθουν ὑπὸ τὰς χεῖράς του. Ἡμεῖς δὲ μὲ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν σήμερον, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀντιπαλαίσωμεν κατὰ τῶν σχεδίων τοῦ Παγγερμανισμοῦ ἐν Μακεδονίᾳ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, διὰ πάσης θυσίας, ὤφειλε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ὅρια τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, διότι τὰ ὅρια ἐκεῖνα ἦσαν τὰ μόνα, τὰ ὁποῖα ἔχοντες ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιπαλαίσωμεν τελεσφόρως κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Παγγερμανισμοῦ. Βεβαίως ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ἰταλία θὰ ἀντιστῶσι κατὰ τῶν νέων χειμάῤῥων· ἀλλὰ, κύριοι, ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη σήμερον, ὅσα δι’ ἑαυτῶν δὲν ἐργάζονται. Ἡ Θεία Πρόνοια καὶ ὁ Γλάδστων τί θέλετε νὰ κάμωσιν ἐπὶ τέλους, ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον χάριν Εὐρωπαϊκοῦ συμφέροντος ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν Δύσιν, δὲν δεικνύει τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα, ὅπως γείνῃ πράγματι ἄξιον τῆς ἀποστολῆς του ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Ἡμεῖς καταχρώμεθα πολλάκις τῶν λέξεων Ἑλληνισμοῦ καὶ Θείας Προνοίας, ἀλλὰ τὰ ἔργα ἡμῶν εἶναι κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Θείας Προνοίας. Πῶς κατηντήσατε σήμερον τὸν Ἑλληνισμόν; Ἢ ἐνομίσατε, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς προώρισται ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἱστορίᾳ νὰ διαδραματίσῃ τὸ πρόσωπον τοῦ σημερινοῦ Ἰουδαϊσμοῦ; Παντοῦ ζῶσιν Ἰουδαῖοι, καὶ οἱ πλεῖστοι πλουσιώτατοι, ἀλλ’ ὕπαρξιν ἐθνικὴν δὲν ἔχουν. Ὑπὸ τοιαύτην λοιπὸν ἔποψιν Ἑλληνισμός, καλλίτερον νὰ μὴ ὑπάρξῃ. Ἡ Θεία Πρόνοια ἔχει τοὺς σκοπούς της βεβαίως· οἱ δὲ σκοποὶ οὗτοι εἶναι ἡ πρόοδος τῆς ἀνθρωπότητος· ἀλλ’ ὅταν ἓν ἔθνος, καί τοι πολλὰ παθόν, δὲν ἐννοήσῃ ἐπὶ τέλους τοὺς σκοποὺς τῆς Θείας Προνοίας, καταστρέφεται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ, καὶ ἔρχονται αἰῶνες βασάνων καὶ ὀδυρμῶν. Οὕτω δὲ μία γενεὰ ἐπιπόλαιος καὶ ἰδιοτελὴς καταῤῥίπτει εἰς τὴν ἄβυσσον μεθ’ ἑαυτῆς καὶ γενεὰς ὁλοκλήρους. Τοῦτο ἔπαθαν οἱ παλαιοὶ ἡμῶν πρόγονοι, οἱ τοσοῦτον λαμπρὸν πολιτισμὸν δημιουργήσαντες, ὅταν μία γενεὰ αὐτῶν ἐξέκλινε καὶ διεφθάρη καὶ συνεπῆρε μεθ’ ἑαυτῆς, ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας, τὸ ἔθνος ὁλόκληρον ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῶν κατακτητῶν. Ἦτον ἡ γενεὰ τῶν Γραικύλων. Τὸ αὐτὸ ἔπαθαν ὕστερον οἱ Βυζαντινοί, μετὰ τόσους θριάμβους, ὅταν κατελήφθησαν ἀπὸ τὴν ἐσχάτην ἰδιοτέλειαν. Οὕτω δὲ ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς ἔμεινεν ἐπὶ πέντε αἰῶνας ὑπὸ τὸν Ὀθωμανικὸν ζυγόν. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ ὡς ἐκ τῶν μελετῶν μου καὶ ὡς ἐκ τῶν καλῶν μου διαθέσεων, εἶμαι αἰσιόδοξος· δὲν ἀπελπίζομαι διὰ τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἀλλὰ μὴ ὀνειροπολῶμεν, ἐναμβρυνόμενοι μόνον διὰ τὰς πατραγαθίας μας. Τὰ γεγονότα, τὰ φοβερὰ γεγονότα, ὁλονὲν συντελούμενα, μᾶς φωνάζουν· προσέχετε τουλάχιστον! ἡμεῖς ὅμως δὲν προσέχομεν, καὶ τὸ ἀπεδείξαμεν μέχρι τοῦδε. Τώρα, κύριοι, ὄχι ὡς ἀπαισιόδοξος, ἀλλ’ ὡς πατριώτης αἰσθανόμενος πολὺν πόνον, ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω ἁπλῶς μίαν προειδοποίησιν. Ἠξεύρετε τί δύναται νὰ συμβῇ; Δύω θύματα δύνανται νὰ μείνουν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὁ Ἑλληνισμὸς, καὶ οἱ πληθυσμοὶ οἱ Μουσουλμανικοί. Ναὶ, κύριοι, ἂν ὑπερισχύσωσιν οἱ δύω ἐκεῖνοι κολοσσοί, ἢ ἂν συμβιβασθῶσι νὰ διαμελίσωσι τὴν Ἀνατολὴν, θύματα θὰ ἦναι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία. Ἀλλ’ ἡ μὲν Τουρκία ἔχει πάλιν στάδιον ἐν τῇ Ἀσίᾳ, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἢ ἐν τῷ ἀκρωτηρίῳ Μαλέᾳ καὶ τὸ πολὺ ἐν τοῖς κόλποις τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Τότε δὲ ἠξεύρετε τί θὰ συνέβαινε; τότε ὁ ἰσχυρὸς νέος κύριος τῆς Μακεδονίας καὶ Ἀλβανίας θὰ ἐπέβαλλεν εἰς ἡμᾶς οἵαν δήποτε πολιτικὴν τῷ ἐσύμφερε, θὰ ἐπέβαλλε φόρους βαρεῖς καὶ δασμοὺς εἰς τὰ προϊόντα τῆς γεωργίας μας, θὰ μᾶς ἠνάγκαζε νὰ ἀγοράζωμεν ἀκριβὰ καὶ τὰ ποταπώτερα εἴδη τῆς βιομηχανίας του· καθ’ ὅλα θὰ ἤμεθα ὑπὸ πλήρη κηδεμονίαν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι. Τότε δὲ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξαλειφθῇ κατ’ ὀλίγον ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821, ἡ ὁποία πρώτη ὕψωσε τὴν σημαίαν τῶν Ἐθνικοτήτων ἐν Ἀνατολῇ. Ἐλησμονήσατε τί ἔπαθεν ἡ Πολωνία; Κατὰ τὸν ΙΗʹ αἰῶνα αὕτη ἦτο μία τῶν μεγάλων Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικὴν, καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν. Ἀλλ’ ὅταν ἐξηλείφθη τὸ ἰδανικὸν ἀπὸ τοὺς πλείστους τοῦ ἔθνους ἐκείνου καὶ τοὺς ἐκυρίευσεν ἡ ἰδιοτέλεια, τότε ἡ Πολωνία κατήντησε νὰ διαμελισθῇ τρὶς, καὶ σήμερον Πολωνία δὲν ὑπάρχει, εἰμὴ μόνον τὰ μέλη της, τὰ ὁποῖα σφαδάζουν κατὰ καιροὺς, ζητοῦντα τὴν ἑνότητά των, ἀλλ’ εἶναι πολὺ ἀργά. Διὰ τοῦτο, κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ἀπετάθην πρὸς τοὺς ἐδῶ ἀδελφοὺς Μουσουλμάνους, δὲν τὸ ἔκαμα χάριν μόνον φιλοφροσύνης, ἀλλὰ πρὸς σκοπὸν προσηλυτισμοῦ, ὅπως αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς ἀδελφοποιήσεως εἰσέλθῃ εἰς τὰ πνεύματα ὅλων τῶν Μουσουλμάνων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι καὶ ἐκείνων τὸ συμφέρον καὶ τὸ ἰδικόν μας εἶναι, νὰ παλαίσωμεν κατὰ τῶν νέων κατακτητῶν, οἵτινες ἔρχονται νὰ μᾶς ἀποῤῥοφήσωσιν ἀμφοτέρους. Βλέπετε ἤδη, κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ αἰτίαι καὶ οἱ αἴτιοι τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος; Εὑρισκόμεθα εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον. Ὅταν εἰς μίαν κοινωνίαν ὑπερισχύσουν τὰ προσωπικὰ πάθη, ἡ ἄκρα ἰδιοτέλεια, ὅταν ἐξαλειφθῇ τὸ ἰδανικὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, τὸ ὁποῖον σώζει τὰ ἔθνη, δὲν μένει παρὰ ἡ καταστροφή. Κατὰ τὸ 1867 εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι βουλευτὴς, εἰς δὲ τὴν τελευταίαν τότε ὁμιλίαν μου εἶπον, ὅτι προσεδόκων μίαν ἡμέραν νὰ ἴδω συγκρατούμενον τὸ κόμμα τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν χαρακτήρων. Ἐνόμισα ἐπ’ ἐσχάτων, ὅτι τὰ μεγάλα ἐθνικὰ δεινοπαθήματα ἐδίδαξαν πολλοὺς, ὅτι τινὲς ἀπεξεδύθησαν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, ὅτι αἱ προσωπικαὶ καὶ ἰδιοτελεῖς συμμορίαι ἐξέλιπον, καὶ ὅτι σκοπὸς ἦτο ὁ σχηματισμὸς κόμματος ἀρχῶν καὶ χαρακτήρων. Ἐξῆλθον ὅμως ἀπὸ τὴν πλάνην. Τοιοῦτο κόμμα ἀκόμη δὲν ὑπάρχει. Ἂς συνεργασθῶμεν λοιπὸν, ὅσοι ἀκούετε θείους παλμοὺς εἰς τὰ στήθη σας, ὅπως δημιουργήσωμεν τὸ κόμμα τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν χαρακτήρων, τὸ κόμμα τῆς ἱκανότητος καὶ τῶν ὑπερτέρων αἰσθημάτων. Μόνον δι’ αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸν λαβύρινθον τὸν ἀδιέξοδον. Εἴμεθα ἀκόμη, δυστυχῶς, εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, καὶ δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ τώρα ὅ,τι πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἶπον: «διὰ νὰ λύσωμεν τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, πρέπει πρῶτον νὰ λύσωμεν τὸ ἐσωτερικόν.» Πρέπει λοιπὸν νὰ καθαρισθῶμεν καὶ μεταῤῥυθμισθῶμεν. Μόνον δὲ τὸ κόμμα τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν χαρακτήρων δύναται νὰ τελέσῃ τὸ μέγα τοῦτο ἔργον. Μόνον τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὸν Ἑλληνισμόν· ἄλλως, τρέχομεν τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων. (Εὖγε! Εὖγε! πανταχόθεν).
§55Α. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐκτιμήσας, κύριοι βουλευταί, τὴν κατὰ τὴν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξενεχθεῖσαν παρατήρησιν ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῆς συζητήσεως εἰς μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, παρῃτήθην τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον εἶχον ζητήσει ἵνα πραγματευθῶ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ κατόπιν ἐπὶ τὸ βῆμα παρελθόντες ἐξηκολούθησαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τουτέστι τοῦ πολιτικοῦ, ὡς καὶ οἱ πρὸ αὐτῶν ἔπραξαν, ἑπόμενοι εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ σεβαστοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅθεν ἕπεται ὅτι θέλει ἐκτιμηθῆ, κατὰ τὴν προκειμένην ἐπὶ τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου ψηφοφορίαν καὶ ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω καὶ αὖθις τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον τοιουτοτρόπως λαμβάνω σήμερον. Προκειμένου δὲ νὰ ὁμιλήσω περὶ ὑποθέσεως, εἰς ἣν ὁποίαν ἔλαβον μέρος ἐπισήμως ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ προτάξω τὴν παρατήρησιν, ἥτις καὶ οἴκοθεν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι οὐδὲν θέλω ἀρυσθῆ ἐκ τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν, τυχόν, ἡ ὑπηρεσία μου αὕτη μοὶ παρέσχεν, ἀλλ’ ὅτι θέλω περιορισθῆ εἰς τὴν μνήμην καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν γνωστῶν γεγονότων, ἤτοι ἐκείνων ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θεωρῶ συντελεστικὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου. Παρακαλῶ δὲ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους νὰ μὲ ἀκούσωσι μεθ’ ὑπομονῆς καὶ νὰ ἀπόσχωσι τῶν συνήθων διακοπῶν, καθόσον δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω αὐτούς, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις καὶ αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον θεωρήσει ἑαυτοὺς δικαιουμένους νὰ μοὶ ἀπευθύνωσι, θὰ εὕρωσι τὰς ἀπαντήσεις καὶ τὰς διασαφήσεις αὐτῶν ἐν αὐτῇ τῇ συνεχείᾳ τοῦ λόγου μου. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, τῆς 31 Μαρτίου 1881, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπέστειλε πρὸς τὰς Πρεσβείας, ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, ἤτοι τῇ 3|15 Ἀπριλίου, δύω ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα, διὰ τῶν ὁποίων διέτασσεν αὐτὰς νὰ δηλώσωσι πρὸς τὰς οἰκείας Κυβερνήσεις, ὅτι ἡ εἰρημένη ἀπάντησις τῆς 31 Μαρτίου ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ μόνον ὡς μὴ περιέχουσα ἄρνησιν, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένην τροποποίησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου, ἄνευ τῆς προηγουμένης συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αἱ μὲν μεγάλαι Δυνάμεις, δυσνοήτως πως, οὔτε ἔλαβον τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν τὰς προδήλως δεδικαιολογημένας δηλώσεις ταύτας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, θεωρήσασαι αὐτὰς ὡς εἰ μὴ ἐγένοντο. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δυσνοήτως ἐπίσης, ἀλλὰ πληρέστατα δικαιοῦσα τὰς Δυνάμεις ἐπὶ τῇ σιωπηρᾷ ταύτῃ ἀρνήσει αὐτῶν, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰρημένας δηλώσεις, ἐκύρου καὶ αὐτὴ ἐν τέλει, διὰ τοῦ αὐτοῦ μέσου τῆς σιωπῆς, τὴν ἄρνησιν ἐκείνην τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ τοιουτοτρόπως συνετελεῖτο ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου. Ἄρχομαι δ’ εὐθὺς ἀμέσως, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς καταδείξεως τῆς ἀντιφάσεως ταύτης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς, κατ’ αὐτὴν τὴν κρίσιμον στιγμήν, διότι διὰ τῆς ἀντιφάσεως ταύτης παρίσταται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις αὐτὴ ἡ ἰδία θέτουσα καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία λύουσα τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ οἴκοθεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐγείρεται, ἂν δηλαδὴ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο, ναὶ ἢ ὄχι, νὰ προβῇ εἰς ὁριστικὴν περὶ τοῦ πρακτέου ἀπάντησιν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Λύει δὲ καθ’ ἑαυτῆς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ τὴν ὑποχρέωσιν αὑτῆς νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, ἐξ ἑτέρου καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καταπατεῖ καὶ παραβιάζει ἡ ἰδία τὴν ὑποχρέωσιν αὑτῆς ταύτην. Ὅτι δὲ πράγματι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ὁριστικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν νέαν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων περὶ τῆς λύσεως τοῦ ἡμετέρου ζητήματος, ἄνευ τῆς προηγουμένης συναινέσεως τῆς Βουλῆς, μοὶ φαίνεται ἀναντίῤῥητον, διότι φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίσημον ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη, διὰ τοῦ ἐγγράφου αὑτοῦ τῆς 4|16 Ἰουλίου 1880, εἰς τὴν πρώτην διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων, διὰ τῆς ὁποίας ἐκοινοποιήθη πρὸς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, διότι, λέγω, φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν ἐπίσημον ἐκείνην ἀπάντησιν, τὸ διεθνὲς συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον τοιουτοτρόπως εἶχε καταρτισθῆ μεταξὺ τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ἑλλάδος ἐξ ἑτέρου, ὑπῆρχεν πλῆρες καὶ ἰσχυρόν, καὶ τὸ δικαίωμα ἑπομένως, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν προέκυπτεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὑπῆρχεν ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως κεκτημένον. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος, γίνεται δῆλον, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ αὐτοδυνάμως τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι δὲν ἦτον ἁρμοδία νὰ διαῤῥήξῃ διεθνὲς συνάλλαγμα, μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος καταρτισθὲν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους, ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους, ἄνευ δηλονότι τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς. Τὸ μόνον δὲ τὸ ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρὸς δικαιολόγησιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο, ὅτι δὲν εἶχε καταρτισθῆ καὶ δὲν ὑπῆρχε πλῆρες καὶ ἰσχυρὸν συνάλλαγμα μεταξὺ τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ καὶ δὲν προέκυψεν ἐξ αὐτοῦ πλῆρες καὶ ἰσχυρὸν δικαίωμα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸς ὑποστήριξιν τοιαύτης δικαιολογίας, δύω μόνον περιπτώσεις θὰ ἦσαν ἱκαναὶ, τουτέστιν ἢ ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἀπεφάσισεν, ἢ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῆς συνίστατο εἰς ἁπλῆν πρότασιν πρὸς συνδιαλλαγὴν τῶν ἐριζουσῶν Δυνάμεων, καὶ οὐχὶ εἰς ἔκδοσιν ἀποφάσεως ὁριστικῆς καὶ ἀμετακλήτου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἔριδος αὐτῶν· ὅτι ὅμως οὐδεμία τῶν περιπτώσεων τούτων ὑφίσταται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οὐδεμία ἄλλη δυσκολία ὑπάρχει ἵνα κατασταθῇ κατάδηλον, εἰμὴ μόνον ἡ δυσκολία τῆς ἐκλογῆς μεταξὺ τῶν ἀθρόως παρουσιαζομένων ἀποδείξεων. Καὶ τὴν μὲν πρώτην τῶν εἰρημένων περιπτώσεων ἔσπευσε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Τουρκία, καί τοι λίαν κεκαλυμμένως, διὰ τῆς ἀπὸ 15 Ἰουνίου 1880 διακοινώσεως αὑτῆς πρὸς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, ἤτοι πρὸ τῆς κοινοποιήσεως καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως ἀκόμη τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως, ἀλλ’ ἐν προβλέψει βεβαίως αὐτῆς. Ἰσχυρίσθη δηλονότι ἔκτοτε ἡ Τουρκία, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ νόμιμον ὑπόστασιν, διότι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν διάθεσιν ξένης χώρας, ἤτοι χώρας, ἥτις ἀνῆκεν εἰς ἀνεξάρτητον καὶ κυρίαρχον Κράτος, τοῦθ’ ὅπερ διαῤῥήδην ἀντέκειτο εἰς τὰς ἐν ἰσχύϊ ἀρχὰς τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Καὶ ὅτι μὲν αἱ ἀρχαὶ αὗται ἔχουσιν οὕτως, εἶναι ἀναντίῤῥητον· ἐκεῖνοι ὅμως, οἵτινες ἐπεκαλοῦντο αὐτάς, ἐλησμόνουν τὴν θέσιν τῆς ὑπὸ τῶν πραγμάτων μεμαρτυρημένης κηδεμονίας, εἰς ἣν ἡ Εὐρώπη ὑπήγαγε τὴν Τουρκίαν κατὰ τοὺς χρόνους ἡμῶν καὶ ὡς ἐκ τῆς ὁποίας αἱ γενικαὶ ἐκεῖναι ἀρχαὶ εἶχον, ὡς πρὸς αὐτὴν, οὐσιωδῶς ἀλλοιωθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς γενικῆς ταύτης παρατηρήσεως, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε ἀκέραιον καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξε, σχετικῶς πρὸς τὴν παραχωρηθεῖσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα χώραν, διότι διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τῆς ὁποίας παρακολούθημα καὶ συμπλήρωμα ἦτον ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως, ἡ Εὐρώπη εἶχε καταργήσει τὴν Συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου καὶ εἶχε τοιουτοτρόπως διασώσει ὑπὲρ τῆς Τουρκίας πολλῷ μείζονα ἔκτασιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν, λόγῳ μικροῦ ἀνταλλάγματος, παρεχώρει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐντεῦθεν δὲ γίνεται δῆλον, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἐστηρίζετο εἰς θετικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον δικαίωμα τῆς Εὐρώπης, νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὴν χώραν, τὴν ὁποίαν διέθεσεν ὑπὲρ αὐτῆς. Οὕτω δὲ ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πρώτη τῶν δύω εἰρημένων περιπτώσεων, τουτέστιν ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ Τουρκικὴν χώραν, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Μένει ἤδη νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἡ δευτέρα, ἂν δηλονότι ἡ Εὐρώπη ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα αὐτῆς τοῦτο, διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως, καὶ ἂν ἐνόησε ν’ ἀποδώσῃ δι’ αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαίωμα ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον. Ἵνα ἀποφύγω δὲ περιττὴν μακρηγορίαν, ἐν μέσῳ τῆς ἀφθόνου περὶ τούτου ὕλης, προβαίνω ἀμέσως εἰς τὴν ἐπίκλησιν αὐτῆς τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπισήμου ὁμολογίας τῶν Μ. Δυνάμεων, ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὴν ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1880 κοινὴν διακοίνωσιν αὐτῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν καὶ δι’ ἧς αἴρεται ὁριστικῶς πᾶσα περὶ τούτου ἀμφιβολία, διότι δι’ αὐτῆς ῥητῶς καὶ μὲ τὸν θετικώτερον τρόπον χαρακτηρίζουσιν αἱ Δυνάμεις ὡς ἀπαραδέκτους καὶ ἀποκρούουσιν ὁριστικῶς ὅλας τὰς προτάσεις τῆς Τουρκίας περὶ νέας ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ περὶ τῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τροποποιήσεως τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Εἶναι δὲ οἴκοθεν δῆλον, ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης δοθεῖσα ἀπάντησις αὕτη πρὸς τὴν Τουρκίαν ὑπάρχει εἰς πλήρη ἁρμονίαν πρὸς τὰς οἰκείας τοῦ δικαίου ἀρχάς, διότι διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως, ἥτις ἐπῆλθε πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου περὶ μεσολαβήσεως, ἐξηντλήθη προφανῶς ἡ δικαιοδοσία τῶν Δυνάμεων καὶ κατέστη νομικῶς ἀδύνατος ἡ ἐκ νέου ἐξέτασις τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνυψοῖ ἔτι μᾶλλον τὸ κῦρος καὶ τὴν σημασίαν τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς Ἑλλάδος, ὡς δικαιώματος ὁριστικοῦ καὶ ἀμετακλήτου, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνεγνωρίσθη, ἐνοήθη καὶ ἐμελετήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὡς καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐκτελεστέα. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι πολλοὶ ἠρνήθησαν, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχεν ἢ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν περιορίσαντες τὴν ἄρνησιν τῆς εἰρημένης ὑποχρεώσεως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μόνον ζήτημα, ἄλλοι δὲ ἐπεκτείναντες αὐτὴν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Μαυροβουνίου. Μεταξὺ τῶν τελευταίων τούτων ἀρκοῦμαι νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα τὸν κύριον Gontaut Biron, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας εἶχεν ὑποστηρίξει τὴν ἔλλειψιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης ὡς πρὸς ἀμφότερα τὰ ζητήματα. Ἀλλ’ οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν δύναταί τις νὰ ἔχῃ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ τῆς μὴ ὑπάρξεως τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὑπὸ θεωρητικὴν ἔποψιν, ἄπορον ἀληθῶς ἀποβαίνει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ καὶ τὸν ἐλάχιστον περὶ αὐτῆς δισταγμόν, ὅταν ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ὑπὸ θετικὴν ἔποψιν, δηλαδὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πραγμάτων, ἥτις καὶ μόνη εἰς τὰ τοιαῦτα ζητήματα δύναται νὰ ἦναι διαφέρουσα, διότι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔχομεν οὐ μόνον τὰς ἐπισήμους ὁμολογίας, ἀλλὰ καὶ αὐτὰς τὰς πράξεις τῶν Μ. Δυνάμεων, διὰ τῶν ὁποίων ἀνενδοιάστως ἀποδεικνύεται ἡ γνώμη καὶ ἡ βουλὴ αὐτῶν περὶ τῆς ἀμέσου καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἐκτελέσεως τῶν ἀποφασισθέντων. Πρὸς τοῦτο δὲ ἀρκοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ γεγονὸς τῆς ναυτικῆς ἐπιδείξεως, ἡ ὁποία ἐξετελέσθη ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Μαυροβουνίου, καὶ ἐν ταὐτῷ ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τὴν ὁμολογίαν τοῦ τότε ὡς καὶ σήμερον πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κυρίου de Freycinet, ὅστις κατ’ αὐτὴν ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν τῆς Γαλλικῆς Γερουσίας ῥητῶς καὶ θετικῶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι αἱ Μ. Δυνάμεις εἶχον θέσει καὶ τὰ δύω ζητήματα, δηλ. τό τε Ἑλληνικὸν καὶ τὸ τοῦ Μαυροβουνίου, εἰς τὴν αὐτὴν ἀπαράλλακτως τάξιν, καὶ ὅτι εἶχον ἀποφασίσει νὰ μετέλθωσι καὶ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὰ αὐτὰ τῆς ἐκβιάσεως μέτρα, τῶν ὁποίων ἤθελε γείνει χρῆσις εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Μαυροβουνίου. Ταῦτα δὲ πάντα ἐβεβαιώθησαν καὶ μετὰ πολλῶν ἄλλων μάλιστα σπουδαιοτάτων λεπτομερειῶν ὑπό τε τοῦ Lord Granville, ἐν τῷ λόγῳ ὃν ἐξεφώνησεν οὗτος ἐν Henley τὴν 15|27 Νοεμβρίου, καὶ σαφέστερον καὶ θετικώτερον ἔτι ὑπὸ τοῦ Sir Charles Dilke ἐν τῷ λόγῳ, ὃν καὶ οὗτος ἐξεφώνησεν ἐν New Tow Hall τὴν 1|13 Δεκεμβρίου 1880. Τούτων οὕτως ἐχόντων, γίνεται δῆλον, ὡς καὶ ἀρχόμενος εἶπον, ὅτι τὸ μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλλάδος καταρτισθὲν συνάλλαγμα ὑπῆρξεν, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, πλῆρες καὶ ἰσχυρὸν καὶ τὸ ἐξ αὐτοῦ ἑπομένως ἀποκτηθὲν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος δικαίωμα ὑπῆρξεν, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὁριστικὸν καὶ ἀμετάκλητον. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, γενομένη παρ’ ἡμῶν δεκτή, ὡς ἐγένετο, ἦτον ἐπίσημος διεθνὴς τίτλος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζετο ἡ Ἑλληνική, οὕτως εἰπεῖν, ἰθαγένεια συμπάσης τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχωρηθείσης χώρας καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγεῖτο εἰς αὐτὴν, ἐνώπιον τοῦ κόσμου καὶ ἐνώπιον τῆς ἱστορίας, δικαίωμα, ἀναφαίρετον ἐθνικῆς κυριαρχίας ἐπὶ ὁλοκλήρου τῆς χώρας ταύτης. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπίσημον ἀπόφασιν, αὐτὸν τὸν ἐπίσημον διεθνῆ τίτλον, ὃν ἡ Εὐρώπη αὐτὴ ἐνεχείρισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε, ἄνευ τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἔθνους, οἴκοθεν καὶ ἰδίαις χερσὶν νὰ καταστρέψῃ. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ἔτι μᾶλλον τὴν θέσιν, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιτείνει ἔτι μᾶλλον τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, εἶναι ὅτι, διὰ τῆς ἐν λόγῳ αὐθαιρεσίας αὐτῆς, δὲν κατέστρεψε μόνον δικαιώματα, ἀποῤῥίψασα καὶ θυσιάσασα σπουδαῖον καὶ τὸ σπουδαιότερον μάλιστα μέρος, ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν, τῆς παραχωρηθείσης εἰς τὴν Ἑλλάδα χώρας, ἀλλὰ καὶ παρεβίασεν ἐν ταὐτῷ καὶ κατεπάτησε καὶ τὰς ἱερωτέρας τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῆς, τουτέστι τῆς Ἑλλάδος, πρός τε ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ τοιουτοτρόπως διεπόμπευσε τὴν τιμὴν καὶ διεκύβευσε τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Καὶ βεβαίως, τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τίς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὅλων δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἐγεννήθη ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος τῆς Ἑλλάδος ὑποχρέωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλο τέρμα, ἡ ὁποία ὑποχρέωσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλον ἀπαλλαγῆς ὅρον, πλὴν ἐκείνου τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος, πλὴν ἐκείνου τῆς τελευταίας, ἵνα οὕτως εἴπω, ἀναπνοῆς αὐτῆς; Ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς ἐγνώριζε, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν αὑτῆς ἐλάμβανε ἄλλοτε ὡς μερικὴν ἀμοιβὴν τῆς γενικῆς τῶν Ἑλλήνων ὅλων θυσίας· ὅτε δὲ προσεκαλεῖτο νὰ διεκδικήσῃ τὴν ἐλευθερίαν ταύτην καὶ ὑπὲρ ἄλλης τινὸς μερίδος, τῆς ἀνηλεῶς θυσιασθείσης ὑπὲρ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ἐλησμόνει τὴν ὀφειλήν της, ἐπονειδίστως καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἀνάπαυσιν αὐτῆς ἀποβλέπουσα καὶ ἀνάνδρως τοὺς κινδύνους πτοουμένη. Ἡ Εὐρώπη, ὡσεὶ ἐντρεπομένη, διὰ τὸ πρῶτον αὐτῆς κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν ἀδίκημα καὶ διὰ τὸ πρῶτον αὐτῆς κατὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἡμῶν λάθος, μέγιστον λάθος, προσφέρεται εἰς τὴν παρουσιαζομένην εὔθετον ταύτην περίστασιν νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἀδίκημα καὶ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ λάθος ἐκεῖνο, τοὐλάχιστον κατὰ μέρος, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν ἐντρέπεται ἐκ τοῦ μέρους τούτου νὰ δεχθῇ μόνον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται ἀπόνως νὰ ἀποκτήσῃ, νὰ ἀποῤῥίψῃ δὲ τὸ ἕτερον, τὸ ὁποῖον δύναται ὅπως δήποτε νὰ ἐπαγάγῃ κινδύνους! Σημειώσατε δὲ, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ταύτης ἐπελθοῦσα ἀπώλεια τοῦ διαμερίσματος καὶ τῆς ἐνδόξου πόλεως τῶν Ἰωαννίνων, ἡ ὁποία, ὡς πάντες γνωρίζετε, ὑπῆρξεν ἡ πνευματικὴ ἑστία τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν παλιγγενεσίας, σημειώσατε, λέγω, ὅτι ἡ οὕτως ἐπελθοῦσα ἀπώλεια τοῦ διαμερίσματος καὶ τῆς ἐνδόξου πόλεως τῶν Ἰωαννίνων εἶναι μέγας κίνδυνος, ἂν δὲν ἦναι ἐπώδυνος βεβαιότης, ὅτι πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁριστικὴ καὶ ἀνεπανόρθωτος, ἕνεκα τῶν κατὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα γνωστῶν φυλετικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας καταχθονίως ἐκμεταλλεύεται καὶ ἔτι μᾶλλον θὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ ἀσυνείδητος πολιτικὴ ῥαδιουργία. Εἶναι δὲ τοῖς πᾶσι δῆλον, ὅτι ὅσῳ μεγάλη παρίσταται νῦν, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, ἡ ζημία, τόσῳ μεγάλη θὰ ἦτον ἕνεκα τῶν αὐτῶν λόγων καὶ ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θὰ παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπὸ τοῦδε κατοχὴ τῶν Ἰωαννίνων, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀνοιχθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα στάδιον ὅσῳ εὐρείας τόσῳ καὶ ἀσφαλοῦς ἐθνικῆς ἐπιτυχίας. Τοιουτοτρόπως λοιπόν, τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι βουλευταί, καὶ τίς ἐκ τῶν Ἑλλήνων ὅλων δὲν ἐννοεῖ, ὅτι πράξαντες ὅ,τι ἐπράξαμεν, κατεπροδώσαμεν καὶ κατεστρέψαμεν μετὰ τῆς τιμῆς καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀμφότερα ἐνεπιστεύθη εἰς ἡμᾶς τὸ παρελθόν, ὡς ἱερὸν κληροδότημα τῆς πατρίου ἱστορίας; Διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπεβάλαμεν, διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν ταύτης, τὴν πρὸς ἡμᾶς ἀγάπην, καὶ τὴν ἐφ’ ἡμᾶς ἐμπιστοσύνην τῶν ἔξω ὁμοφύλων καὶ ὁμοθρήσκων ἡμῶν, καὶ ἀσεβῶς τοιουτοτρόπως τοὺς μετ’ αὐτῶν προαιωνίους δεσμοὺς διαῤῥήξαντες, ὠθήσαμεν αὐτοὺς ἀνεπιστρεπτεὶ πρὸς ἄλλα κέντρα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλα ἀδυσωπήτως ἐχθρικὰ πρὸς ἡμᾶς, πανταχόθεν τὸν ἐθνικὸν ὄλεθρον ἀπειλοῦντα· ἀφ’ ἑτέρου δὲ, προσενεχθέντες, ὡς προσηνέχθημεν, ἀπεδείξαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι εἴμεθα ἄχρηστοι, ὡς πολιτικὸς παράγων, καὶ ἀνάξιοι ἑπομένως τῆς ὑπολήψεως αὐτῆς, διότι, ὡς οἱ μισοῦντες ἡμᾶς ἀνέκαθεν ἰσχυρίζοντο, εἴμεθα μόνον ἐν λόγοις φοβεροὶ, μικροὶ καὶ οὐτιδανοὶ παριστάμενοι, ὅταν ἐπιστῇ τῶν ἔργων ἡ ὥρα. Τίνα δὲ σημασίαν ἔχει καὶ τίνας ἀποφέρει καρποὺς ἡ ὑπόληψις τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν ζωτικότητα καὶ τὸ ἐπιχειρηματικὸν τῶν μικρῶν ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἀρωγῆς αὐτῆς, ἀπέδειξε καὶ ἐσχάτως ἀκόμη ἡ ἐπελθοῦσα λύσις εἰς τὸ Μαυροβουνιωτικὸν ζήτημα, διότι, ὅτε ἀπεφασίσθη νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν προτεραιότητα καὶ νὰ χωρισθῇ τοῦ ἐδικοῦ μας, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑφυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ἐρωτηθεὶς ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων, ἔδωκεν, ὡς λόγον τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τὸν ἐγγύτερον καὶ βεβαιότερον κίνδυνον τῆς διαταράξεως τῆς εἰρήνης, ὅστις ἤθελε προκύψει ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς λύσεως τοῦ Μαυροβουνιωτικοῦ ζητήματος. Ἡ πεποίθησις, ἐν ἄλλοις λόγοις, τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὸ θαῤῥαλέον καὶ τὸ ἀνένδοτον τοῦ Μαυροβουνιωτικοῦ λαοῦ, ἠνάγκασεν αὐτὴν καὶ ταχύτερον νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ ὁριστικῶς νὰ τὸ λύσῃ· ἡ δὲ κατόπιν ἐπελθοῦσα οἰκτρὰ ὄντως διαγωγὴ ἡμῶν ἀπέδειξεν, ὅτι ἀληθῶς δὲν εἶχεν ἄδικον ἡ Εὐρώπη νὰ τείνῃ ἐξ ὑπαρχῆς λίαν δυσήκοον οὖς εἰς τὰς ἀρειμανίους ἡμῶν φωνασκίας. Ἀλλ’ εὑρισκόμενος τοιουτοτρόπως, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγερθῶ κατήγορος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, αἰσθάνομαι λύπην ἐνδόμυχον καὶ βαθεῖαν καὶ ταύτην διὰ διπλοῦν λόγον· καὶ πρῶτον μέν, διότι εἰς τὸ Ἐθνικὸν τοῦτο Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑποδεχόμεθα κατὰ πρώτην φορὰν, ὡς συμπαρέδρους, τοὺς Ἀντιπροσώπους νέου τεμαχίου τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς Ἑλληνικῆς γῆς, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀντηχῶσι παρὰ ἐκδηλώσεις μόνον χαρᾶς, ἐπὶ τῷ μεγάλῳ καὶ ὑπερποθήτῳ τούτῳ γεγονότι, οὐχὶ δὲ νὰ ἐγείρωνται, τὸ λαμπρὸν τῆς περιστάσεως ἀμαυροῦσαι, καὶ φωναὶ μεμψιμοιρίας καὶ καταλαλιᾶς ἐπὶ τῇ διαγωγῇ οἱουδήποτε. Δευτέρα δ’ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι τὴν εἰρημένην λύπην, εἶναι ἡ ἀτομικὴ φιλία καὶ ἡ ἀτομικὴ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἔτρεφα καὶ τρέφω πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς ἄλλα τινὰ τῶν μελῶν αὐτῆς, μετὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ μακρὸν χρόνον συνειργάσθην καὶ εἰς δυσκόλους περιστάσεις συνυπηρέτησα, καὶ ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ γνωρίσω καὶ νὰ ἐκτιμήσω ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ συναίσθησις καθήκοντος ὑπερτέρου καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπερτάτου εἰς ἣν διατελῶ, μοὶ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταστείλω τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα, καὶ νὰ προβῶ εἰς τὴν διάκρισιν τῆς εὐθύνης καὶ τὸν καταλογισμὸν αὐτῆς εἰς ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει, δηλαδὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπαλλαττομένου τοῦ ἔθνους τῆς εἰς αὐτὴν συμμετοχῆς. Μὴ θέλων δὲ οὔτ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ παρεξηγηθῶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι, ἀποδίδων εἰς αὐτὴν τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν τῇ ἀποδίδω, δὲν ἐννοῶ νὰ θέσω τὸ παράπαν εἰς ἀμφιβολίαν, οὔτε τὸ ἄδολον καὶ τὸ θερμὸν τῆς φιλοπατρίας, οὔτε τὸ εὐθὺ καὶ τὸ εἰλικρινὲς περὶ τὴν στάθμισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων δὲν ἐδίστασεν ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ὡς ὀρθῶς προχθὲς παρετήρησεν ὁ σεβαστὸς κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ τὴν δημοτικότητα καὶ τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς γεναιοφρόνως νὰ θυσιάσῃ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην καὶ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον κατακρίνω αὐτήν, εἶναι τὸ περιωρισμένον καὶ τὸ μικρόψυχον περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων. Εἶναι τὸ ἔμφοβον καὶ τὸ ἄνανδρον, ἵνα οὕτως εἴπω, τῆς μερίμνης περὶ τὴν ἀποσόβησιν ἀναποφεύκτως ἀναγκαίων κινδύνων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τῇ ἀποδίδω καὶ ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον κατακρίνω αὐτήν, εἶναι, ἐν ἑνὶ λόγῳ, ἡ ἄρνησις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεστερνίσθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν μεγάλην, εἰς τὴν ἔκτακτον, εἰς τὴν μοναδικὴν ταύτην περίστασιν τοῦ Ἔθνους, καὶ τὸ ὁποῖον ἐμπνέει βεβαίως καὶ πάντας ἡμᾶς, κύριοι βουλευταί, καθ’ ὃν τρόπον ἐνέπνεεν καὶ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, ὅτε αὕτη ἑλληνοπρεπῶς, πράγματι, ἐθέσπιζε τὴν ἀντὶ πάσης θυσίας ἐπιμονὴν εἰς τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὡς αὐτὸς ὁ σεβαστὸς κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριξεν, ὅτι πολιτευθεῖσα, ὡς ἐπολιτεύθη, ἤτοι ἄντικρυς ἀντιθέτως πρὸς τὸ οὕτως ἐκδηλωθὲν ἐθνικὸν φρόνημα, ὑπέκυψεν εἰς τὸν ἀνώτερον τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως νόμον, ἤτοι τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ἐπελθοῦσα τῶν πραγμάτων μεταβολή, εἰς ἣν ἑπομένως φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ δικαιολογίαν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἀκριβῶς, τὸ ἐπ’ ἐμοί, διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ κατακρίνω αὐτὴν ἐπὶ περιωρισμένῃ καὶ ταπεινῇ καὶ ἑπομένως ἀναληθεῖ ἀντιλήψει τῆς θέσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους· διότι καὶ ἡμεῖς πάντες παραδεχόμεθα ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς παραδεχόμεθα, εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον, οἷον πρὸ μικροῦ ἐξήγησα αὐτό, καὶ τὴν ὁποίαν μόνην πρέπει νὰ ἀναγνωρίζῃ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μόνην πρέπει νὰ ὑποχωρῇ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις ἐν τῇ ἱστορίᾳ, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διεκδικήσῃ θέσιν ἐν αὐτῇ. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, οἵαν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐννοῇ αὐτὴν, οὐδαμοῦ, τὸ κατ’ ἐμὲ, διακρίνω ἐπιστᾶσαν, διότι οὐδαμοῦ βλέπω βίαν ἐπελθοῦσαν ἢ ἐπερχομένην· ἀκούω δὲ μόνον συμβουλὰς καὶ παρακελεύσεις, καὶ προῤῥήσεις καὶ ἀπειλὰς κακῶν. Ἀλλὰ σκοπιμώτερον εἶναι, ὡς εἰς πάσας τὰς πρακτικὰς ἐρεύνας, ν’ ἀναμνησθῶμεν τῶν περιστάσεων καὶ ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς αὐτάς. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, μετὰ τὴν περιφανῶς γενναίαν καὶ ὁμολογουμένως σπανίαν ἐν τοῖς χρονικοῖς σύμπνοιαν καὶ ὁμοφροσύνην αὐτῶν περὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ δικαίου, μετὰ τῆς ὁποίας ἤρξαντο καὶ μετὰ τῆς ὁποίας ταὐτοχρόνως σχεδὸν ἐπεράτουν τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ Βερολίνου, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ μὲν ἱστορία ὀφείλει εἰς αὐτὰς θαυμασμόν, ἡμεῖς δὲ οἱ Ἕλληνες εὐγνωμοσύνην, αἱ μεγάλαι, λέγω, Δυνάμεις ἤρχισαν δυστυχῶς νὰ διχογνωμῶσι βαθμηδὸν πρὸς ἀλλήλας, νὰ διστάζωσι κατὰ μικρὸν καὶ ἐπὶ τέλους νὰ μεταβάλλωσι γνώμην ὡς πρὸς τὴν, κατὰ τὰ προηγουμένως ἐξηγηθέντα, μελετηθεῖσαν ὑπ’ αὐτῶν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου. Τὸ ἄξιον δὲ παρατηρήσεως εἶναι, ὅτι ἡ πρώτη καὶ κυρία ἀφορμὴ πρὸς τὸ λυπηρὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα ἐδόθη ὑπ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς Δυνάμεως, ἥτις μετὰ τῆς ἐγνωσμένης αὐτῆς γενναιοφροσύνης καὶ τοῦ πατροπαραδότου φιλελληνισμοῦ εἶχεν ἀναλάβει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸ ἡμέτερον ζήτημα. Ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδὲν ἴσως εἰς ἡμᾶς ἐπιτρέπεται παράπονον, διότι αὐτὴ ἤδη ἡ προτέρα γενναία καὶ εὐεργητικὴ τῇ Ἑλλάδι διαγωγὴ τῆς Δυνάμεως ταύτης παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ ἐνδόσιμον ἵνα πιστεύσωμεν, ἄνευ ἄλλης τῶν πραγμάτων ἐρεύνης, ὅτι λόγοι μεγάλων ἰδίων συμφερόντων, ἀδιάφορον ἂν ὀρθῶς ἢ σφαλερῶς κριθέντων, ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν τὴν ἀλγηνὴν ταύτην τῆς γνώμης μετατροπήν. Οὔτε ἀνῆλθον δ’ ἀκόμη δυστυχῶς τὰ ἔθνη, ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τοὐλάχιστον τῶν διεθνῶν ὑποθέσεων, εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο τῆς συνειδήσεως τοῦ δικαίου, ὥστε, ἐνώπιον τῶν ὑπαγορεύσεων αὐτοῦ, ὅλαι αἱ ἄλλαι ἀπαιτήσεις νὰ θεωρῶνται δευτερεύουσαι. Ἂν ὅμως, τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔχωμεν ἢ νὰ ἐκφέρωμεν παράπονα κατὰ τῆς μιᾶς ἢ κατὰ τῆς ἄλλης Δυνάμεως, διότι πρώτη ἢ δευτέρα, διότι κατὰ πλέον ἢ κατὰ ἔλαττον ἐγκατέλειπε τὸ ζήτημα ἡμῶν, καθῆκον ἐξ ἑτέρου ἔχομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὰς ὑπηρεσίας, καὶ νὰ ὁμολογήσωμεν χάριτας ἀντ’ αὐτῶν εἰς τὴν Δύναμιν ἐκείνην, ἥτις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ὑπεστήριξε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, καὶ ἥτις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐπέμεινε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀρχικῆς βουλῆς, ἤτοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπισήμων καὶ πανδήμων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη σύμπασα ἀνέλαβεν ἐν Βερολίνῳ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Τὴν Δύναμιν δὲ ταύτην δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ὀνομάσω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ Ἀγγλία. Περὶ Ἀγγλίας δὲ ὁμιλοῦντες ἔχομεν φυσικῷ τῷ λόγῳ ἐν τῷ νῷ, κυρίως καὶ κατὰ πρῶτον, τὸν ἔξοχον ἄνδρα, ὅστις σήμερον, ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διέπει τὰς τύχας αὐτῆς καὶ ὅστις εἰς τὴν ὑψίνοιαν, τὸ γενναῖον τῆς καρδίας προσθέτων καὶ εἰς ἓν ἀμφότερα συνενῶν, διερμηνεύει, ὡς ἄριστα, τὴν μεγαλοφροσύνην τοῦ εὐγενοῦς Ἀγγλικοῦ ἔθνους. Μετὰ τὸν κύριον Gladstone ὀφείλομεν νὰ μνησθῶμεν εὐγνωμόνως τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν Lord Granville, ὅστις μετὰ τοῦ χαρακτηρίζοντος αὐτὸν ἀληθῶς ἱπποτικοῦ φρονήματος καὶ τῶν ὑπαγορεύσεων τῆς δεκαιοσύνης, μετὰ θερμότητος ἀπ’ ἀρχῆς ἀντελήφθη, καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἔπειτα, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Ἀγγλία μετὰ τῆς λοιπῆς Εὐρώπης ἀνέλαβε, δὲν ἔπαυσε μέχρι τέλους νὰ συναισθάνηται ὅλον τὸ βάρος. Καὶ τὰ μὲν ἄλλα μέλη τοῦ Ἀγγλικοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καίτοι πάντα ἐπίσης διακεκριμένα καὶ ἐπίσης ἐμπνεόμενα ὑπὸ τῶν αὐτῶν φιλελληνικῶν αἰσθημάτων, ὡς μὴ ἀπ’ εὐθείας ἁρμόδια εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἡμῶν, παραλείπω ν’ ἀναφέρω ὀνομαστί. Εἰς τὰ μνημονευθέντα ὅμως ἁρμόδια ὀφείλω νὰ προσθέσω ἓν ὄνομα ἀκόμη ἀνδρὸς δευτερεύουσαν μὲν κατέχοντος θέσιν ἕνεκα τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ἀλλὰ ἐν τοῖς πρώτοις κατὰ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐν γένει ἀξίαν, τὸ ὄνομα τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑφυπουργοῦ Sir Charles Dilke, ὅστις καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον αὐτοῦ θέσιν τοσοῦτον εἰργάσθη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ὡς εἶχεν ἐργασθῆ ὑπὲρ αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ προέδρου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ κομητάτου, δηλαδὴ μετὰ πόθου καὶ μετὰ στοργῆς ἴσης πρὸς ἐκείνην τοῦ μᾶλλον φιλοπάτριδος Ἕλληνος. Ἡ οὕτω λοιπὸν συγκεκροτημένη Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἀναλαβοῦσα ἐξ ἀρχῆς μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἰσχυρᾶς καὶ γενναίας διανοίας τοῦ Λέοντος Γαμβέτα, τὴν πρωτοβουλίαν περὶ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἡμετέρου ζητήματος, ἐνέμεινεν, ὡς εἶπον ἤδη, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην Δύναμιν, εἰς τὰς πρώτας αὐτῆς προθέσεις, ὡς ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων πασιφανῶς ἀποδεικνύεται. Ἀλλ’ ἵνα ἀποφύγω δυσανάλογον ἔκτασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον περιπέσει, ἐὰν εἰσηρχόμην εἰς λεπτομερῆ ἀφήγησιν τῶν διαπραγματεύσεων τούτων, περιορίζομαι μόνον νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αὕτη ὑπῆρξεν ἡ Δύναμις, ἥτις καὶ τὴν ματαίωσιν τῆς Γαλλικῆς προτάσεως περὶ διαιτησίας ἐξ ἀρχῆς προὐκάλεσε καὶ τὴν κατόπιν ἐπελθοῦσαν δευτέραν πρότασιν περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνδιασκέψεως προσεπάθησε τοὐλάχιστον νὰ καταστήσῃ ὅσῳ ἦτο δυνατὸν ἀκίνδυνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τὴν μὲν ματαίωσιν τῆς περὶ διαιτησίας προτάσεως προὐκάλεσε, θέσασα ὡς ὅρον τῆς παραδοχῆς αὐτῆς τὴν προηγουμένην ἀμφοτέρων τῶν διαφερομένων Δυνάμεων συναίνεσιν, τὴν δὲ δευτέραν περὶ ἀναθεωρήσεως προσεπάθησε νὰ καταστήσῃ ὅσῳ ἦτο δυνατὸν ἀκίνδυνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπαιτήσασα ἵνα μὴ δοθῇ ἐκ τῶν προτέρων ἐπίσημος χαρακτὴρ εἰς τὰς οἰκείας διασκέψεις τῶν ἐν Κων|πόλει Πρέσβεων, ὥστε νὰ διατηρηθῇ οὕτως ἀμείωτος ἡ ἰσχὺς τῆς ἐν Βερολίνῳ ἀποφάσεως, ἐὰν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἤθελε κατορθωθῇ ν’ ἀποτύχωσι, τοῦθ’ ὅπερ, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον τολμῶ νὰ πιστεύω, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐνδομύχως δὲν ἀπηύχετο. Συλλήβδην δ’ εἰπεῖν δὲν νομίζω, ὅτι παρεξηγῶ ἐντελῶς τὰ γενόμενα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἐγένοντο γνωστά, ἐὰν ἐκφέρω τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἄλλως πως ἐνόησε τὰ πράγματα ἐν Βερολίνῳ ὁ ἐξίσου ἐπὶ φιλελληνισμῷ καὶ ἐπὶ πολιτικῇ ἐμπειρίᾳ διακρινόμενος Κύριος Goschen, καὶ ἄλλως πως ἀνεπτύχθησαν κατόπιν ταῦτα ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ τέλος πάντων οὕτως ἢ ἄλλως, διὰ φανεροὺς ἢ ἀποκρύφους λόγους, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν. Αἱ μεγάλαι Δυνάμεις, μεταβαλοῦσαι ὁπωσδήποτε γνώμην, ἀπέστησαν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐν Βερολίνῳ ἀποφάσεως αὐτῶν καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο περιελθοῦσαι, ἠθέλησαν νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς περὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἰδίας αὐτῶν πολιτείας καὶ νὰ μᾶς παρασύρωσιν εἰς τὴν αὐτὴν ὑποχώρησιν. Τὰ πράγματα ἔχουσιν ἀληθῶς οὕτως, καὶ πρῶτος ἐγὼ ἀνομολογῶ αὐτὰ μετὰ τοῦ σεβαστοῦ κ. Κουμουνδούρου, προσθέτων ὅτι ἐπὶ τέλους ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τῶν μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὅλοι οἱ ὑπὸ διαφόρους ἰδιότητας ἐκπροσωποῦντες τὰς Δυνάμεις ταύτας μετῆλθον ὅλα τὰ παρ’ αὐτοῖς μέσα, ὅπως πείσωσιν ἡμᾶς πρὸς τὴν ζητουμένην ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι νῦν, ἂν νομίζητε ὅτι ταῦτα ἀρκοῦσι, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν περὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους προειρημένων, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα ὤφειλον νὰ χαράξωσιν ἀπαρεγκλίτως τὴν πορείαν ἡμῶν, τὸ ζήτημα, λέγω, εἶναι ἂν νομίζητε, ὅτι ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα ἐπιφέρωσι τὴν δικαιολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν αὕτη φρονεῖ, ὅτι δύναται ἐξ αὐτῶν ν’ ἀντλήσῃ. Ὁ θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν δικαιολογίαν ταύτην, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν εἰς τὴν γνώμην τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ζητήματος, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἀναποφεύκτως νὰ παραιτηθῇ τῆς Βερολινείου γραμμῆς, διότι τὸ βάρος τῆς διεκδικήσεως αὐτῆς θὰ ἐπεβάλλετο τοὐντεῦθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ εἰς μόνην αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις οὐδεμία ἦταν ἐπιτετραμμένη ἐπιτυχίας ἐλπίς, ἕνεκα τῆς δεδομένης καὶ ἀναμφισβητήτου ὑπεροχῆς τῶν Τουρκικῶν δυνάμεων. Τούτου δὲ τεθέντος, θὰ εἵπετο τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ πόλεμος, περὶ οὗ πρόκειται, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρηθῇ, διότι, ἐπιχειρούμενος, θ’ ἀπέβαινε καταστρεπτικὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦτο ὑπὸ διπλῆν ἔποψιν, ἤτοι πρῶτον μὲν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀπωλείας συμπάσης τῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχωρηθείσης νέας χώρας, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ζημιῶν καὶ τῶν συμφορῶν, τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑποστῆ ἡ παλαιὰ Ἑλλάς. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἐντελῶς λογικὸν καὶ ἐντελῶς ἀναντίῤῥητον, ἐγγύτερον ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, ἀποδεικνύεται ἀποδεὲς τῆς τοιαύτης σημασίας. Λέγω δὲ τοῦτο, ὄχι διότι εἶμαι διατεθειμένος νὰ διαμφισβητήσω τὴν Τουρκικὴν ὑπεροχήν, ἀλλὰ διότι φρονῶ, ὅτι, ὡς ἀπ’ ἀρχῆς διεξήχθη τὸ ζήτημα καὶ ὡς εἶχον τὰ πράγματα, ἦτο ἀδύνατον εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ μείνῃ θεατὴς ἀνάλγητος τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας διεξαγομένης μονομαχίας. Καὶ τὸ μὲν ζήτημα τῆς ὑπεροχῆς τῶν Τουρκικῶν δυνάμεων δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ διαμφισβητήσω, διότι οὐδόλως εἶμαι ἁρμόδιος πρὸς τοιαύτην ἔρευναν. Ὅπως δήποτε ὅμως ἤθελε μοὶ φανῆ ἄτοπον νὰ ὑπερυψῶμεν, ἐν γένει καὶ ἀβασανίστως τὰς δυνάμεις τῆς Τουρκίας, τὰς μὲν ἐλλείψεις ἡμῶν διορῶντες πάσας, ἀμβλυωποῦντες δὲ πρὸς τὴν πολυειδῆ καὶ ἀναμφισβήτητον παραλυσίαν ἐκείνης, καὶ παραβλέποντες ἐπὶ τούτοις τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ παρεῖχεν εἰς ἡμᾶς ἡ διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου ἐπὶ γῆς φιλίας. Εἰς πᾶσαν δὲ περίπτωσιν καὶ κυρίως δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὸ ἐπαναστατικὸν πνεῦμα, τὸ ἀκμαῖον ἐπαναστατικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφώλευε τότε, ὡς ἐν ἐνέδρᾳ, εἰς τοὺς κόλπους ὁλοκλήρου τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς Ἀραβίας ἐκτεινόμενον καὶ τὸ ὁποῖον περιῆλθεν εἰς φανερὰν καὶ σπουδαίαν ἔκρηξιν ἐν τῇ φιλοπολέμῳ Ἀλβανίᾳ καθ’ ἣν ὥραν ἀκριβῶς ὑπελογίζετο ἡ ἔναρξις τοῦ ἡμετέρου ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον προσεφέρετο τοιουτοτρόπως εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐπικουρία πολύτιμος. Ἀλλὰ ταῦτα ἀνέφερα ἁπλῶς ἐν παρόδῳ, καὶ ὡς ἐκ περισσοῦ, διότι, ὡς εἶπον, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσω ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα τῆς πιθανῆς ἐκβάσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας μονομαχίας. Ἐκεῖνο λοιπὸν τὸ ὁποῖον φρονῶ, ὅτι δύναμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ὑποστηρίξω, εἶναι, ὡς εἶπον ἤδη, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἀβοήθητος ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐν τῇ, κατὰ τὰ εἰρημένα, ἐπικειμένῃ καταστροφῇ αὐτῆς. Τούτου δὲ τεθέντος, θὰ ἐγίνετο δῆλον, ὅτι ὁ πόλεμος, παρ’ ἡμῶν προκαλούμενος, ἤθελε προλάβει καὶ ἀναιρέσει ἐπομένως αὐτὸν τὸν πόλεμον, ὅστις τόσον μᾶς ἐφόβιζεν ὥστε νὰ γινώμεθα ἐπιλήσμονες τῶν δικαίων ἡμῶν, τῶν πλέον ἀναμφισβητήτων, καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν τῶν πλέον ἀπαραβάτων, καὶ θ’ ἀπεδεικνύετο τοιουτοτρόπως, ὅτι ἡ σύνεσις, ἡ ἀληθὴς σύνεσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔκειτο εἰς τὴν τόλμην καὶ εἰς μόνην αὐτήν. Λέγω δὲ, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἀβοήθητος ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐν τῇ ἐπικειμένῃ καταστροφῇ αὐτῆς, διότι θεωρῶ, καὶ ὀφείλετε πάντες νὰ θεωρήσητε, ὡς αὐτόχρημα ὕβριν καὶ ὡς αὐτόχρημα συκοφαντίαν κατὰ τῆς Εὐρώπης, τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ αὕτη τὴν, κατὰ τὰ εἰρημένα, καταστροφὴν τῆς Ἑλλάδος, ἥτις ἀπεδύετο εἰς τὸν ἀγῶνα, οὐχὶ οἴκοθεν, οὐχὶ αὐθόρμητος καὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ κατ’ ἐπίσημον πρόσκλησιν αὐτῆς τῆς Εὐρώπης καὶ ὡς ἁπλοῦν ὄργανον ἐκτελέσεως τῆς ἰδίας αὐτῆς ὁριστικῆς καὶ ἀμετακλήτου, ὡς ἀπέδειξα, ἀποφάσεως. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ δὲ, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, ἐν τῷ ψυχρῷ ἐγωϊσμῷ αὐτῶν, ἦσαν διατεθειμέναι νὰ προβῶσι μέχρι τοῦ σημείου τούτου τῆς προδοσίας τῶν κοινοτέρων ἀρχῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, οὐδεὶς δύναται νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ πεφωτισμένου, τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ἤθελε παρακολουθήσει ἐπὶ τέλους αὐτάς, τὴν τοιαύτην ἠθικὴν ἀκολασίαν ἐπιτρέπουσα. Ἀδίκως, κύριοι βουλευταί, ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸν βαθὺν ὁ πολιτικός, ὅστις περιορίζεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν κακῶν μόνον ἰδιοτήτων τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ τὴν ὑποταγὴν αὐτῆς εἰς τὴν ὕλην, καὶ τὸ συμφέρον παραδεχόμενος, ἀρνεῖται ἢ παρορᾷ τὸ ἐπ’ αὐτῆς ἀνώτερον κράτος τοῦ ἠθικοῦ νόμου. Τοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοιαύτης μονομεροῦς θεωρίας ὑπολογισμούς, καὶ τῆς ἰδίας συνειδήσεως αἱ ὑπαγορεύσεις καὶ τῆς ἱστορίας τὰ διδάγματα ἀποδεικνύουσιν ἐπίσης ἀνυποστάτους. Εἰς ὅλα ὑπάρχουσιν ὅρια, καὶ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ὁρίων τούτων κεῖται τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἡ ἀληθὴς ὀξυδέρκεια. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἐπίστευσα ἐξ ἀρχῆς καὶ οὐδέποτε ἔπαυσα πιστεύων, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀντηχήσεως τοῦ πρώτου πυροβόλου κατὰ τὰ Ἑλληνικὰ πεδία, ἤθελεν ἀρχίσει ἐγειρομένη καὶ ἤθελεν ἐπὶ τέλους ἐγερθῆ σύσσωμος καὶ πανίσχυρος ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ τοῦ ἀναξίως προδιδομένου λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ φιλοτιμία, ἡ διὰ τῆς χύσεως τοῦ ἰδίου αἵματος ἀποδεικνυομένη, θὰ καθίστα ἔτι μᾶλλον κατάδηλον, ἔτι μᾶλλον μισαρὰν τὴν ἀτιμίαν τοῦ προδίδοντος. Ὁ προδίδων δὲ οὗτος θὰ ἦτον ἡ Εὐρώπη, διότι αὐτὴ καὶ μόνη θὰ ἦτον ὑπεύθυνος ἐπὶ τῇ θυσίᾳ τῆς Ἑλλάδος. Σαφῆ δὲ προοίμια καὶ τεκμήρια τῆς ἐπικειμένης τοιαύτης τῶν πραγμάτων τροπῆς ὑπῆρχον ἔκτοτε δεδομένα ἐν αὐταῖς ταῖς φήμαις, αἵτινες ἐξ ὑπαμοιβῆς ἐκυκλοφόρουν περὶ τῶν σκέψεων καὶ συνεννοήσεων τῶν Δυνάμεων, ὁτὲ μὲν ἵνα περιορίσωσι τοπικῶς τὸν πόλεμον, ὁτὲ δὲ ἵνα στείλωσι στόλον πρὸς προστασίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀνακαλῶ δὲ εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν καὶ τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δημοσιεύσεις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ τύπου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, περιοριζόμενος ν’ ἀναφέρω τὸ πολλὴν αἴσθησιν τότε ἐμποιῆσαν ἄρθρον τῆς ἀντιπολιτευομένης ἀγγλικῆς ἐφημερίδος «The Standard» τῆς 7]19 Μαρτίου 1881, τὸ ὁποῖον μάλιστα ἀπεδόθη εἰς ἀνωτέραν πηγὴν καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζεν περίπου ὅσα καὶ ἐγὼ τώρα ὑποστηρίζω. Ἐννοεῖται δ’ οἴκοθεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὰ εἰς ταῦτα ἐναντία γραφόμενα, καὶ ἐγράφοντο ἀληθῶς καὶ τοιαῦτα πολλά, ἐγράφοντο ἐπίτηδες ἵνα καταπλήξωσιν ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀφαιρέσωσι τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ ἴδιοι γράφοντες κάλλιστα ἐνόουν, ὅτι αὐτὴ ἡ τῶν πραγμάτων λογικὴ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐμπνέῃ. Ἀλλ’ ἡ ἐντεῦθεν προκύπτουσα φυσικὴ ἀνησυχία καὶ στενοχωρία τῆς Εὐρώπης, κατανοούσης τὸ λίαν δύσκολον τῆς θέσεως αὐτῆς ἂν ἡ Ἑλλὰς προέβαινεν εἰς πόλεμον, δὲν ἦτον ὁ μόνος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο αὕτη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ καὶ νὰ προλάβῃ ἑπομένως τὸν πόλεμον· ὑπῆρχε καὶ ἕτερος πρὸς τοῦτο λόγος, μᾶλλον ἄμεσος καὶ μᾶλλον πρακτικός, ὁ ὁποῖος, ὡς πάντες γνωρίζετε, ἔκειτο εἰς τὸν φόβον ἐκρήξεως πολέμου ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον ἀπεδίδετο κίνδυνος ἐπεκτάσεως αὐτοῦ τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐμπρησθῇ ἐντεῦθεν καὶ ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος. Ἀντὶ πάσης ἄλλης δὲ περὶ τούτου ἀποδείξεως, ἀρκοῦμαι νὰ παραπέμψω ὑμᾶς εἰς τὰς πολυκρότους ἐγκυκλίους τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κυρίου Barthelemy Saint Hilaire, διὰ τῶν ὁποίων, ζωηροῖς χρώμασιν, ἀπεικονίζετο ὁ εἰρημένος κίνδυνος τῆς γενικῆς τῆς Εὐρώπης πυρπολήσεως, καὶ ἐξωρκίζετο ἡ Ἑλλὰς μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου, ν’ ἀφαιρέσῃ, τὸ καθ’ ἑαυτήν, τῆς γενικῆς ταύτης καταστροφῆς τὴν αἰτίαν, διὰ τῆς οἰκειοθελοῦς αὑτῆς ὑποχωρήσεως. Ἀπαξάπασα λοιπὸν ἡ Εὐρώπη, διὰ τοὺς ἐξηγηθέντας τούτους λόγους, δὲν ἤθελε τὸν πόλεμον, καὶ ὡς τὰ πράγματα τότε εἶχον καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς ἐν ἑκάστῳ Κράτει, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέλῃ αὐτόν. Τούτων δὲ οὕτως ἐχόντων, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἄφινεν αὐτὸν νὰ γείνῃ. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον τῆς προλήψεως καὶ τῆς ἀποφυγῆς τοῦ πολέμου, δύω ὑπῆρχον τῇ Εὐρώπῃ αἱ πρὸ αὐτῆς ὁδοί· ἡ μία ἦτο ἡ τῆς πειθοῦς, ἢ τῆς ἠθικῆς λεγομένης πιέσεως, καὶ ἡ τῶν ἔργων, ἢ τῆς ὑλικῆς βίας, ἡ ἄλλη. Ἀλλ’ ἡ ὁριστικὴ προτίμησις καὶ τήρησις τῆς ἑτέρας τῶν ὁδῶν τούτων ἐξήρτητο ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς τοῦτο, κ.κ. βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι εἰς τοῦτο κεῖται τοῦ ζητήματος ὁλοκλήρου ἡ λύσις. Ἐὰν ἡ εὐστάθεια τῆς Ἑλλάδος ἠνάγκαζε τὴν Εὐρώπην, καθ’ ὃν τρόπον ἡ εὐστάθεια τοῦ Μαυροβουνίου εἶχεν ἀναγκάσει αὐτήν, νὰ τραπῇ τὴν τελευταίαν ταύτην ὁδόν, ἤτοι τὴν τῆς ὑλικῆς βίας, θὰ εὑρίσκετο αὕτη, τουτέστιν ἡ Εὐρώπη, ἐνώπιον τοῦ ἀναποδράστου διλήμματος: ἢ μετὰ τῆς τιμῆς καὶ μετὰ τοῦ δικαίου νὰ μετέλθῃ βίαν κατὰ τῆς Τουρκίας, ἢ ἐναντίον τῆς τιμῆς καὶ ἐναντίον τοῦ δικαίου νὰ μετέλθῃ βίαν καθ’ ἡμῶν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην τῶν εἰρημένων περιπτώσεων ἠθέλομεν καταγάγει τὴν ἐπιζητουμένην πλήρη νίκην, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἤθελεν ὑπάρξει τοὐλάχιστον ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον ἀνύπαρκτον σήμερον πλάττομεν, καὶ ἤθελε σωθῆ τοιουτοτρόπως ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ τῆς τιμῆς ἡ πρὸς αὐτὴν ὑπόληψις τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ὅτι ἡ πορεία τῆς Εὐρώπης, ἐνώπιον τοῦ εἰρημένου διλήμματος, εἰς οὐδεμίαν ὑπέκειτο ἀμφιβολίαν καὶ ὅτι ἤθελε καταλήξει εἰς τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως, διὰ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῆς Τουρκίας, μαρτυρεῖ ἀποχρώντως ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Μαυροβουνιωτικὸν ζήτημα, σαφῶς ὑποδηλοῦσα τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει καὶ τὸ ἰδικόν μας. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι τὸ καθῆκον ἡμῶν εἰς τὴν μεγάλην, τὴν ἔκτακτον, τὴν μοναδικὴν ταύτην περίστασιν τοῦ ἔθνους ἦτον οὐχὶ νὰ σώσωμεν τὰ συμφέροντα καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἐξέλθῃ τῆς περιπλοκῆς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο, ἐλαφρῶς εἰς τὰς ἰδιοτελεῖς αὐτῆς συμβουλὰς ἐνδόντες καὶ ἐλαφρότερον ἔτι εἰς τὰς κενὰς αὐτῆς ἀπειλὰς πιστεύσαντες. Ἐνώπιον δὲ τῆς τοιαύτης διαγωγῆς λίαν φυσικὸν καὶ λίαν δεδικαιολογημένον πρέπει νὰ φανῇ νῦν, ὅτι ἐπαινεῖ μὲν καὶ χειροκροτεῖ ἡμᾶς ὁ ξένος, διὰ τὴν μετριοπάθειαν δῆθεν καὶ τὴν σύνεσιν, καταμέμφεται δὲ καὶ καταρᾶται ὁ ἡμεδαπὸς διὰ τὸ ταπεινὸν φρόνημα καὶ τὴν ἀτολμίαν. Ἀποβαίνει δὲ ἡ διαγωγὴ αὕτη τόσῳ μᾶλλον ἀλγεινὴ εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ὅσῳ ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅτι διὰ τῆς ἐσπευσμένης ὑποχωρήσεως ἡμῶν προελάβομεν ἀναντιῤῥήτως ἐκείνην τῆς Τουρκίας, ἥτις σαφῶς ὑπεμφαίνεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐπελθόντος ἀποτελέσματος τῆς εἰρηνικῆς παραχωρήσεως τοῦ πλείονος μέρους τοῦ πολλῷ πλείονος μέρους τῆς εἰς ἡμᾶς ἐν Βερολίνῳ ἐπιδικασθείσης χώρας· διότι ἂν ἡ Τουρκία εἶχε σταθερὰν καὶ πραγματικὴν ἀπόφασιν πρὸς ἀνυπέρβλητον ἀντίστασιν, ἤθελε προβῆ εἰς αὐτὴν διὰ τὸ ὅλον καὶ ὄχι διὰ τὸ μέρος μόνον· ὥστε αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα, διὰ τὸ ὁποῖον καυχᾶται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, αὐτὸ τοῦτο καταδικάζει αὐτή, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι, ἐὰν ἐπέμενεν ὁριστικῶς καὶ μέχρι τέλους, ἠθέλομεν λάβει τὸ ὅλον. Ἐὰν δέ τις ἐξ ὑμῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ἡ διὰ τὸ μέρος ἀντίστασις αὕτη τῆς Τουρκίας ἦτον ἡ μόνη πράγματι ἀνυπέρβλητος, διότι ἀποδίδει αὐτὴν εἰς ἀλλοτρίαν εἰσήγησιν καὶ ὑποκίνησιν χάριν ἀλλοτρίων συμφερόντων, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τοιαύτη ἀλλοτρία εἰσήγησις καὶ ὑποκίνησις, χάριν ἀλλοτρίων συμφερόντων, ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ Μαυροβουνιωτικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ὅτι αὕτη ἠναγκάσθη νὰ σιγήσῃ καὶ νὰ παύσῃ ὁλοτελῶς, ἐνώπιον τοῦ ἀνωτέρου, τοῦ δεσπόζοντος κοινοῦ συμφέροντος τῆς διατηρήσεως τῆς Εὐρωπαϊκῆς ὁμοφωνίας καὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἐπελθὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἀπροσδοκήτου ὑποχωρήσεως ἡμῶν ἀποδεικνύει καὶ ἄλλο τι, πολλῷ δεινότερον ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε εἰρημένων· εἶναι δὲ τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ προεκαλέσαμεν τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν εἰς τὴν γνώμην τῶν μεγάλων Δυνάμεων ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου ζητήματος καὶ ἐγενόμεθα τοιουτοτρόπως ἡμεῖς αὐτοὶ ὑπαίτιοι τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπελθόντος συμβιβασμοῦ, ὅστις, ἄνευ τούτου δὲν ἤθελεν ἐπέλθει. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐκ τοῦ εἰρημένου ἀποτελέσματος τῆς ὑποχωρήσεως ἡμῶν ἀποδεικνύεται ἀνενδοιάστως, ὅτι οὐδέποτε εἴχομεν σπουδαίαν καὶ πραγματικὴν ἀπόφασιν πρὸς πόλεμον καὶ πρὸς τὴν διὰ τῶν ὅπλων ἑπομένως ὑποστήριξιν τῶν ἡμετέρων δικαίων. Τούτου δὲ τεθέντος, γίνεται δῆλον, ὅτι, ἀφοῦ δὲν εἴχομεν ἡμεῖς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν περὶ αὐτῆς πεποίθησιν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, τοὐτέστιν εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, αἵτινες ἑπομένως, ἐν γνώσει τῶν ἀληθῶν προθέσεων ἡμῶν διατελοῦσαι, προέβησαν εἰς ὅσα προέβησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει, διότι εἶναι πολὺ εὐκολώτερον ν’ ἀπατᾷ τις ἑαυτὸν παρὰ ν’ ἀπατᾷ τοὺς ἄλλους. Ἀλλὰ ταῦτα διατεινόμενος ἐπιθυμῶ, νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι ἐξάγω αὐτὰ ἐκ τῆς λογικῆς τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ μόνης αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλης τινὸς εἰδήσεως ἢ πληροφορίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω. Ὅπως δήποτε, κ. βουλευταί, ἐκ τῶν ἐξηγηθέντων τούτων ἀπομένει πάντοτε βέβαιον, ὅτι ἡ μικρὰ καὶ ἀσθενὴς Ἑλλάς, ὡς ἐκ τῆς φορᾶς τῶν περιστάσεων, ἦτο ἡ κυρία τῆς διαγωγῆς τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν Δυνάμεων καὶ ὅτι τῆς ἐκτάκτου ταύτης θέσεως αὐτῆς δὲν ἐνόησε νὰ ὠφεληθῇ. Ὅπως δήποτε, κύριοι βουλευταί, ἀπομένει πάντοτε βέβαιον, ὅτι ἡ μικρὰ καὶ ἀσθενὴς Ἑλλάς, ὡς ἐκ τῆς φορᾶς τῶν περιστάσεων, ἔλαβε καὶ ἐκράτει εἰς χεῖρας αὐτῆς τὴν κλεῖδα τῆς θέσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, καὶ ὅτι τὴν κλεῖδα ταύτην ἀφῆκεν ἀναξίως νὰ ἐκπέσῃ τῶν χειρῶν της. Εἰς τοῦτο, κύριοι βουλευταί, κεῖται ἡ ἀλήθεια, μέχρι τῆς ὁποίας δυστυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μεθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς ἀγαθὰς προθέσεις, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνυψωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἠπατήθη, καὶ διὰ τοῦτο, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, ἐμικρούργησε· διότι ὁ πολιτικὸς ἀνήρ, ὅστις κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων δὲν δύναται ν’ ἀνυψωθῇ μέχρι τῆς ἀληθείας, ἀλλά, καταπληττόμενος ὑπὸ τοῦ πατάγου τῶν ἰδιαιτέρων συμφερόνων καὶ τῶν ψευδῶν ἐπιδείξεων, κρατεῖται δέσμιος εἰς τὸ ταπεινὸν αὐτοῦ στρῶμα, θὰ εὑρίσκεται πάντοτε ἐν τέλει ἠπατημένος καὶ πάντοτε θὰ στερῆται τοῦ μόνου πρὸς μεγαλουργίαν ἀσφαλοῦς ὁδηγοῦ. (Εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§56ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἡ περὶ πολιτικῆς ὁμιλία τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος κατέλιπεν εἰς ἡμᾶς, δὲν εἶμαι βεβαίως ὁ ἁρμόδιος νὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου ἐν γένει, ἀλλὰ θὰ περιορίσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ μόνον τὸ ζήτημα τοῦ Νομοσχεδίου, διότι, ὡς φαίνεται, καὶ ἡ πολιτικὴ ἀφ’ ἑνός, καὶ ἡ συζήτησις ἀφ’ ἑτέρου τοῦ νομοσχεδίου ἀνεμίχθησαν καὶ συμβαδίζουν.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξ αἰτίας σας.
§58ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν. Νὰ γίνῃ διακοπή.
§59Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις. Ἔχω ἀνάγκην βεβαίως ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον· δὲν πράττω δὲ τοῦτο σήμερον, διότι μοὶ λείπουν ἔγγραφά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Κοντόσταυλος καὶ εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω ἠπατήθη. Καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω δι’ ἀποδείξεων ἀναμφισβητήτων πρὸς τὸν κ. Κοντόσταυλον, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶμαι βέβαιος, μὴ ἔχων τὰ ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν, ἐπιφυλάσσομαι κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω αὔριον. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἡ συζήτησις ἔλαβε σπουδαιότητα, καὶ θὰ ἦτο καλὸν νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 6½.