1882.03.10
2,162 rows · 17,375 words · 59 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
τῆς 10 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως) (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Τηλέμαχος Ῥούκης.)
§1ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος περὶ τῶν κληρωτῶν, οἵτινες δὲν ὑπέβαλον ἐγκαίρως τὰς αἰτήσεις αὑτῶν περὶ ἀπαλλαγῆς, καὶ τότε παρετήρησα, ὅτι ὡς πρὸς αὐτοὺς εἶχε ληφθῆ μέτρον κατὰ τὸ 1880, διότι ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὁ περὶ στρατολογίας νόμος εἶναι ἐλλιπὴς, ὡς μὴ δίδων προσφυγὴν εἰς τοὺς μὴ ἐμπροθέσμως ὑποβαλόντας τὰς περὶ ἀπαλλαγῆς αἰτήσεις αὑτῶν. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ζήτημα ἀνεφύη πάλιν κατὰ τὸ 1881, ἤρχισε δὲ ἀναφαινόμενον καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καί τοι τὰ στρατολογικὰ συμβούλια εἰσέτι δὲν ἐξεπλήρωσαν ὁλόκληρον τὴν ἐντολὴν αὑτῶν. Ἐκ τῶν τοῦ 1881 κληρωτῶν, ὡς λέγεται, εἰς χιλιάδας ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκπροθέσμων καταστάντων, καί τοι εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαλλαγῆς· καὶ εἶναι τοῦτο φυσικὸν, ἀφοῦ ἔτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅτε ὁ λαὸς δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀφοῦ μάθῃ τὰς διατάξεις ταύτας, ἡ ἀνάγκη τῆς προσφυγῆς ὑφίσταται πάντοτε, διότι πανταχοῦ, ὅπου τοιοῦτος νόμος ὑπάρχει, δίδοται προσφυγή, ἐνῷ ἐνταῦθα, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, δὲν ὑπάρχει δικαίωμα προσφυγῆς. Καὶ περὶ μὲν τοῦ διαρκοῦς μέτρου τῆς προσφυγῆς, θέλει διαλάβει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θέλαμεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· ἤδη δὲ ὑποβάλλω εἰδικὸν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τοὺς κληρωτοὺς τοῦ ἔτους 1881 καὶ τοῦ ἔτους 1882. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου χορηγεῖται αὐτοῖς προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, ἑδρευόντων διαρκῶς ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν νομῶν πρὸς τοῦτο.
§2Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ ἐπιθυμίᾳ τῆς Βουλῆς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκε διάταξιν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς ἐτιμώρησε μὲ κράτησιν δίμηνον τοὺς λιποτάκτας. Εἰς τὴν ἐγκύκλιον ταύτην νομίζω, ὅτι ἔκαμεν ἓν ἀδίκημα, μὴ συμπαραλαβὼν καὶ τοὺς κληρωτοὺς· καὶ ἔπρεπε κατὰ μείζονα λόγον νὰ συμπεριλάβῃ τούτους, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τὴν λιποταξίαν, ἦτο, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας ἔφερε μετ’ αὐτῶν καὶ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς εἰς τὰς τάξεις, καὶ συνεπῶς ἡ περιουσία τῶν ἔμενεν ἐγκαταλελειμμένη, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ παρασυρθῶσιν εἰς τὸ ῥεῦμα· καὶ τοῦτο τὸ προκαλέσαν τὴν λιποταξίαν. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇ· καὶ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ συμπεριλάβῃ καὶ αὐτοὺς εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦτο, καθὼς καὶ τοὺς ἀντικαταστάτας, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἐπιστράτους, οἵτινες μόνον 6 μῆνας εἶχον νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ δὲν ἦτο τόσος μέγας ὁ κίνδυνος, ὅσον θὰ ἐφαίνετο εἰς ἐκείνους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§3ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκάμαμεν λόγον προφορικῶς εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα καὶ διὰ τοὺς κληρωτοὺς, ὁποῖα ἔλαβε καὶ διὰ τοὺς ἐπιστράτους.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§5ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ εἶπε, μάλιστα, καὶ ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ καὶ τὸν συνάδελφον κ. Πρεζάνην νὰ παραγγείλωμεν τῷ τμηματάρχῃ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος νὰ μεταβῇ καὶ νὰ ἐργασθῇ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ περὶ τῶν ἑξαμήνων τοὐλάχιστον κληρωτῶν, οἵτινες ὑπηρέτησαν ἀντὶ ἕξ μῆνας πλέον τοῦ ἔτους καὶ πληρώνουσι καὶ 100 δραχμάς· ἑπομένως ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ ἐκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ εἰς τοὺς ἐπιστράτους ἀπονεμηθεῖσα ἐπιείκεια.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐ μόνον οἱ κληρωτοὶ ἐξῃρέθησαν τοῦ μέτρου τοῦ εὐεργετικοῦ τοῦ ληφθέντος παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἐξῃρέθησαν καὶ οἱ ἀντικαταστάται καὶ οἱ ἐθελονταί, τουτέστιν ἐξῃρέθησαν πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸν μόνιμον στρατόν. Ἐθεωρήθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ παρ’ ἁπάσης τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιεικείας, ὅπερ προέκειτο νὰ ληφθῇ, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μόνον πρὸς τὴν ἔκτακτον περίστασιν, τὴν παρουσιασθεῖσαν κατὰ τὴν τελευταίαν κρίσιν τῶν πραγμάτων τοῦ Ἔθνους Κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην ὥραν τοῦ Ἔθνους, ἐγένετο ἔκτακτος ἐθνικὴ θυσία· προσεκλήθη τὸ Ἔθνος ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸν στρατὸν ἄνδρας, οἵτινες ὑπετίθετο, ὅτι δὲν θὰ ἐκαλοῦντο πλέον εἰς στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν ἐν ὥρᾳ εἰρήνης. Καίτοι πόλεμος δὲν ἐγένετο, οὐχ’ ἧττον ἅπασαι αἱ κλάσεις, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ στρατοῦ, ἐκλήθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Οἱ ἄνδρες, οἵτινες ἐκλήθησαν, δὲν ἀνήκουν εἰς τὸν μόνιμον στρατόν· δὲν ἐκλήθησαν ἄνδρες μὴ ἀποκατεστημένοι, ἀλλ’ ἄνδρες ἔχοντες πρὸ καιροῦ ἀποκατασταθῆ ἀρχηγοὶ οἰκογενειῶν καὶ οἵτινες, μὴ ὑποθέτοντες ὅτι ἤθελον κληθῆ εἰς τὰς τάξεις, αἰσθάνονται τὸ βάρος τοῦτο πολὺ περισσότερον ἐκείνων, οἵτινες ἀνέκαθεν ἐγίγνωσκον, ὅτι ἦσαν προωρισμένοι, ἵνα, ὅτε συνελήρουν τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ὑπαχθῶσιν εἰς ταύτην τὴν ὑποχρέωσιν. Τὸ νὰ ληφθῇ μέτρον ἐπιεικὲς περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν θίγει τοὺς δεσμοὺς τῆς αὐστηρᾶς πειθαρχίας, οἵτινες συνέχουσι τὸν μόνιμον στρατόν, ἀλλὰ χαλαρόνει πολὺ τὴν πειθαρχίαν τὸ νὰ φανῇ, ὅτι γενικὸν μέτρον ἐν τῷ μονίμῳ στρατῷ καθιεροῖ ἀποφάσεις ἐπιεικείας. Ἀποφάσεις ἐπιεικείας δύναται νὰ λάβῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν μόνιμον στρατόν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τούτους, τὰς ἀποφάσεις θέλει λαμβάνει ἑκάστοτε κατὰ τὰ συνήθως γινόμενα καὶ κατ’ ἄτομον. Ἐὰν συμβαίνῃ ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ εἰς τοὺς κληρωτοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐθελοντὰς, εἰς ἑκάστην εἰδικὴν περίστασιν, θέλει λαμβάνεσθαι τοῦτο ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλουν ἐφαρμόζεσθαι, ἐὰν εὑρεθῶσιν ἢ ἀντικαταστάται ἢ ἐθελονταὶ, ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀτομικῶς αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐφηρμόσθησαν κατὰ γενικὸν κανόνα εἰς τοὺς ἐπιστράτους, καὶ εἰς τοῦτο ἀφορᾷ ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακωνίας, ὅτι δηλαδὴ τὸ μέτρον τοῦτο θέλει ἐφαρμόζεσθαι καὶ ὡς πρὸς τοὺς εἰς τὸν μόνιμον στρατὸν ἀνήκοντας, ἀλλὰ θέλει ἐφαρμόζεσθαι ὡς πρὸς ἐκείνους ἀτομικῶς, καὶ οὐχὶ ὡς μέτρον γενικόν. Φρονῶ ἄρα, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιδοκιμάσει τὸ γενόμενον, θέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν διάκρισιν, τὴν γενομένην μεταξὺ ἐπιστράτων καὶ ὑποχρέων εἰς κανονικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν εἶναι τὸ συμφέρον οὐδενὸς ἐν τῷ κράτει νὰ χαλαρωθῶσιν οἱ δεσμοὶ τῆς πειθαρχίας, οἱ συγκρατοῦντες τὸν στρατόν. Οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν μόνιμον στρατὸν ὀφείλουσι νὰ διαμείνωσιν ὑπὸ τὸν κοινὸν περὶ λιποταξίας κανόνα, ἐπίσης καὶ οἱ ἐπίστρατοι, ἐφ’ ὅσον διατελοῦσιν ἐν τῷ στρατῷ, λιποτακτοῦντες ἢ ἀπειθοῦντες, ὑπόκεινται εἰς πάντας τοὺς κανόνας τοὺς κρατοῦντας πρὸς τοὺς εἰς τὸν μόνιμον στρατὸν ἀνήκοντας· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἡ ἐπιστρατεία πράγματι ἔπαυσε, καὶ καί του νόμῳ ὑφίσταται ἔτι, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς πρὸς αὐτὴν μέτρον ἐπιεικείας, χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν ἐν τοῖς θεμελίοις αὐτοῦ τὰ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ.
§7Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα παράρτημα)
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὴν κατηρτίσθη, προέβη εἰς συνεδρίασιν καὶ ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της· ἀλλὰ πρὸς ταχυτέραν καὶ σκοπιμωτέραν διεξαγωγὴν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ τῇ ἀνέθεσε, θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἔρχηται εἰς ἀμέσους συνεννοήσεις πρὸς τὰς διαφόρους Ἀρχὰς τοῦ Κράτους. Κατὰ συνέπειαν θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ διαταγὰς, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀναγγείλῃ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς τοῦ Κράτους καὶ νὰ συστήσῃ εἰς ἅπαντας τοὺς ὑπαλλήλους νὰ χορηγῶσι πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐκτελῶσι ταχέως πᾶσαν αἴτησιν καὶ παραγγελίαν αὐτῆς.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις προθύμως ἀποδέχεται καὶ ταύτην τὴν αἴτησιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πᾶσαν ἄλλην αἴτησιν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποβάλει εἰς αὐτήν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πᾶσαν τὸν συνδρομὴν ἡμῶν. Ὅ,τι ἡ Ἐπιτροπὴ θελήσει νὰ ζητήσῃ διὰ τῶν προϊσταμένων τῆς ὑπηρεσίας, θέλει τὸ λάβει δι’ αὐτῶν, ὅ,τι θέλει ζητήσει ἀπὸ τῶν γραφείων, θέλει τὸ λάβει ἀπ’ εὐθείας παρ’ αὐτῶν· προσθέτω δὲ, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ ἀρχεῖα θέλουσι τεθῆ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως δύναται νὰ συμβουλεύηται αὐτὰ αὐτοπροσώπως.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῶν λιποτακτῶν· δὲν εἶναι τυχαῖον, ὅπως σᾶς εἶπε καὶ ὁ προλαλήσας κ. Πετιμεζᾶς. Ἀλλὰ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ ἡ παρατήρησις μᾶλλον βαρύνει τοὺς φυγοστράτους, διότι ὁμολογουμένως, ἐὰν οἱ φυγόστρατοι δὲν ὑποχρεωθῶσι νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ δὲν τιμωρηθῶσιν, εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ἐπιστρατείας θὰ ἀπαντήσωμεν μεγάλας δυσκολίας. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν λιποτακτῶν. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἐπιείκιαν καὶ εἰς τοὺς συγκροτοῦντας τὸν μόνιμον στρατόν. Ἀλλ’ ὁ μόνιμος στρατὸς διαιρεῖται εἰς πολλὰς κατηγορίας, εἰς μονίμους κληρωτοὺς διὰ τὰ τρία ἢ τὰ δύω ἔτη, εἰς κληρωτοὺς διὰ τοὺς ἓξ μῆνας· εἴχομεν τοὺς τακτικοὺς ἐφέδρους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὰ τρία τῆς θητείας των ἔτη, καὶ ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ πάλιν, εἴχομεν καὶ τοὺς ἐπιστράτους. Ἡ ἐπιείκεια ἀπενεμήθη εἰς μόνην τὴν τελευταίαν τάξιν· δὲν ἐννοῶ διατί νὰ μὴ ἐκταθῇ ἡ ἐπιείκια αὕτη καὶ εἰς τοὺς κληρωτοὺς διὰ τοὺς ἓξ μῆνας, οἵτινες, ἀφοῦ ὑπηρέτησαν δεκατρεῖς καὶ πλέον μῆνας, ἐπλήρωσαν καὶ τὰς 100 δραχμάς, ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς τακτικοὺς ἐφέδρους.
§12ΤΙΝΕΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οὗτοι.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ συνεννοήθην μὲ τὸν ὑπουργὸν τὸν ἴδιον, ὅστις δὲν ἐννοεῖ συμπεριλαμβανομένους καὶ τούτους (Θόρυβος) Φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἐπιείκειαν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν μόνιμον στρατὸν, διότι καὶ διὰ τὴν κατάταξιν τῶν στρατιωτῶν τοῦ μονίμου στρατοῦ συνέβησαν πλεῖστα ἀδικήματα, καθόσον καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκαν τοιαύτας ἀντιφατικὰς ἐγκυκλίους, ὥστε, καθὼς σᾶς εἶπα καὶ προχθὲς, πολλαὶ οἰκογένειαι ἔδωκαν καὶ τοὺς τρεῖς ἄῤῥενας, τοὺς ὁποίους εἶχον, καὶ ἄλλαι δὲ ἔδωκαν οὔτε ἕνα. Τὸ ἓν ἄρθρον ἐξηγήθη οὕτω, τὸ ἕτερον ἄλλως· ἡ μία ἐγκύκλιος ἀντιφάσκει πρὸς τὴν ἄλλην, καὶ ἐξεδόθησαν τόσαι πολλαὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὅσαι δὲν ἐχρειάζοντο διὰ τὴν ἑρμηνείαν ἁπάσης τῆς ἀπὸ τοῦ 1833 νομοθεσίας μας. Δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι ἐκ τῶν ἀντιφάσεων αὐτῶν ἐγένοντο καὶ πρὸς τοὺς κληρωτοὺς πολλὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα τοὺς ὤθησαν εἰς λιποταξίαν, ἑπομένως εἶναι ἄξιοι τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἐπιεικείας.
§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπέπεσαν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ δι’ ἄλλον, δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Βουλὴ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς τοὺς ἐφέδρους. Ἡ Βουλὴ ἀπήλλαξε τῆς τιμωρίας τοὺς ἐφέδρους παμψηφεὶ ἐδῶ· ἐγὼ διεμαρτυρήθην ἀπ’ ἐκεῖ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἤκουσε κανείς· διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ λιποταξία τῆς ἐπιστρατείας.
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀπεφασίσαμεν τίποτε περὶ ἐφέδρων.
§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ τοὺς ἐκτάκτους ἐφέδρους τοὺς ἀπέλυσε πέρυσι, δι’ ἀναστάσεως μάλιστα· δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς ἐνάξῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἐπιστράτων, πρὸς οὓς ἀπενεμήθη ἡ ἐπιείκεια γενικῶς, διὰ τοὺς ἄλλους ὁ ὑπουργὸς θὰ ἀποφασίζῃ δι’ ἕκαστον εἰδικῶς, ὁδηγούμενος ἀπὸ τὰς παρουσιαζομένας δικαιολογήσεις. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· ὅ,τι εἶναι, ἀνάγκη ν’ ἀποφασισθῇ διὰ πάντας ἀνεξαιρέτως, ἀφοῦ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας παρετηρήσαμεν, ὅτι αἱ εἰδικαὶ ἐνέργειαι ἐπήνεγκον ἀδικήματα πολλά, ἕνεκα τῆς μὴ ἐξίσου τακτικῆς ἐνεργείας τῶν στρατιωτικῶν γραφείων δι’ ὅλους. Ἐνεθυμήθην, ὅτι ἐξηρέθη τις ἀπὸ τὰς 4 Αὐγούστου ὡς πατὴρ τεσσάρων τέκνων, ἐκρατήθη ὡς ὑπερβὰς τὴν ἄδειάν του λιποτάκτης τέσσαρας μῆνας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐμηνύθη κατόπιν, τὸ ὑπουργεῖον τὸν ἀπήλλαξε πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς, καὶ ἐν τούτοις ἡ διαταγὴ δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ τάγμα διὰ ν’ ἀπολυθῇ, κρατουμένη κατὰ μῆνας εἰς ὅλα τὰ στρατιωτικὰ γραφεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διέρχεται. Λοιπὸν πρέπει διὰ γενικῶν μέτρων νὰ λύσωμεν αὐτὰ τὰ δεσμά.
§18Α. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1881, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ὑποθέτω, ὅτι ἔκαμε μελέτην ἐμβριθῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ μὴν ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἀλλὰ νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον παρὰ τῶν βουλευτῶν Χαλκίδος, περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ πεδίου τοῦ δήμου Ληλαντίων.
§20ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατεπεῖγον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ κρεάτων· ὁ κόσμος ἠφανίσθη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§22Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρῶτον ἀντικείμενον συζητήσεως εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καθῆκόν μου ἐθεώρησα νὰ διαψεύσω ἐπισήμως καὶ κατηγορηματικῶς τὸν χθὲς λαλήσαντα ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰπόντα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος διεκήρυττεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀνίκανος πρὸς ἐκστρατείαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἤθελον ἐπιληφθῆ καὶ τῶν καθ’ ἕκαστα· ἐπειδὴ ὅμως ἡ βλασφημία αὕτη, ἐκφερομένη ἀπὸ ὑπουργὸν, εἶναι ἀσυγχώρητος, ἐν ὅσῳ δὲν ἔχει πραγματικὰς ἀποδείξεις, ἐθεώρησα καθῆκόν μου, καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ πρὸς ἰδίαν μου ὑπεράσπισιν, ν’ ἀναιρέσω ἐπισήμως καὶ νὰ κατηγορήσω μεθ’ ὅλου τοῦ θάῤῥους, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰπὼν χθές, ὅτι ὁ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διεκήρυττεν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀνέτοιμος ἢ ἀκατάλληλος πρὸς ἐκστρατείαν, ἐψεύσθη.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου.
§24Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τάξις ἀπαιτεῖ, ἵνα παρακληθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν τὴν πλειονοψηφίαν εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον συντάξασα προέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Μετὰ τοῦτο νὰ παρακληθῇ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν τὴν μειονοψηφίαν εἰς τὸ ὑπ’ αὐτῆς συνταχθὲν σχέδιον.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ χθὲς καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον δέον νὰ ἀναβληθῇ, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ περὶ αὐτῆς συζήτησις, διότι ἡ δημοσία τάξις ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐνδιαφέρεται, ὅπως ταχύτερον ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀφομοίωσιν. Ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἔκτακτος αὐτὴ ἀνάγκη, βεβαίως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἔπρεπε νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης συζητήσεως· ἀλλά, προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τῶν νομίμων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, αἵτινες διατελοῦσιν ἐν καταστάσει ἐκρύθμῳ, ἡ γνώμη ἁπάντων βεβαίως, καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν, χάριν τυπικῆς ἁβρότητος, τὸ οὐσιαστικὸν μέτρον. Ἂν λοιπὸν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, καὶ βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ προαγορεύσαντος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προτάξῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἀφομοιώσεως.
§26Σ. ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῶν ἑλληνικῶν χρονικῶν δροσεραί τινες ὀάσεις, ὑπάρχουσιν ἐν τῷ βίῳ τῶν Ἑλλήνων πανηγυρικαί τινες ἡμέραι, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ποίησιν τῆς ἱστορίας αὐτῶν, ἡμέραι, καθ’ ἃς ἡ ψυχή, ἀφορῶσα εἰς τὸ παρὸν, λησμονεῖ τοῦ παρελθόντος ἁπάσας τὰς ὀδύνας καὶ τοῦ μέλλοντος τὰς προκαταλήψεις. Διήλθομεν, κύριοι, τοιαύτην τινὰ ὄασιν, ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην τινὰ ἡμέραν, καθ’ ἣν μετὰ χαρᾶς ἠκούσαμεν ἀντηχήσασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἁρμονικὴν φωνὴν τῶν ἡγετῶν τῶν μεγάλων κομμάτων τῆς Βουλῆς, ἁπάντων ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ὑποστηριξάντων ἐκθύμως τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου καὶ νὰ δεχθῶμεν ἀνοικταῖς ἀγκάλαις τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἡ ἁρμονία αὕτη κατέθελξεν ἡμᾶς καὶ πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ κατὰ πρῶτον ἤδη μετὰ τεσσάρων αἰώνων σιδηρᾶν δουλείαν εἴδομεν παρακαθημένους ἐν τῷ Ἐθνικῷ τούτῳ Συνεδρίῳ τοὺς ἐκλεκτοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄρτι χειραφετηθέντων δούλων ἡμῶν ἀδελφῶν. Ἀλλ’ ὅσῳ περιχαρῶς ἐπανηγυρίσαμεν τὴν λαμπρὰν καὶ εὐτυχῆ ἐκείνην ἡμέραν, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὁ προάγγελος νέου εὐέλπιδος ἐθνικοῦ βίου, τόσῳ ἀπεναντίας κατεθλίβημεν κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἀκούσαντες ἅπαντας τοὺς ἀγορεύοντας ῥήτορας, πλὴν τοῦ τέως προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, χαρακτηρίσαντας ὡς παράνομα τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, δι’ ὧν ἐκανονίσθησαν προσωρινῶς αἱ σχέσεις τῶν νέων ἐπαρχιῶν πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ διετάχθησαν αἱ ἐν αὐταῖς ἐκλογαί· ἔτι δὲ μᾶλλον ἐλυπήθημεν ἰδόντες, ὅτι ἐπεκράτησεν ἐν τῷ πνεύματι πολλῶν, καί τινων ἐκ τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡ ἰδέα, ὅτι οὗτοι ἐξελέχθησαν δυνάμει παρανόμων Βασιλικῶν Διαταγμάτων, καὶ ὅτι, ὡς προϊόντα τοιούτων Διαταγμάτων, ἦσαν καὶ αὐτοὶ οὐχὶ γνήσιοι, οὐχὶ νόμιμοι βουλευταί, διότι ποίαν ἄλλην σημασίαν εἶχεν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βώλου βουλευτοῦ κ. Φιλαρέτου, ζητήσαντος ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ μὴ νομίμου τῆς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ παρουσίας τῆς ὁμάδος τῶν ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν; Τί ἄλλο ἐνέφαινε καὶ ἡ ἔνθερμος ὑποστήριξις τῆς ἰδέας ταύτης παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μαντινείας βουλευτοῦ κ. Κωνσταντοπούλου; Καὶ αὐτὸς δὲ ὁ τέως ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξε τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀλλ’ ἀπεδέξατο ὡς νομίμους τοὺς διὰ παρανόμων Διαταγμάτων ἐκλεχθέντας ἀντιπροσώπους τῶν νέων ἐπαρχιῶν, προσφυγὼν εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι «καὶ ἄνευ κανονισμοῦ τῶν ἐκλογῶν ὁ λαὸς δύναται νὰ ἐκλέξῃ βουλευτάς.» Ἐπίστευον, κύριοι, ὅτι τὸ σπουδαιότατον ζήτημα περὶ τῆς μὴ νομιμότητος τῶν εἰρημένων Διαταγμάτων ἔμελλε νὰ συζητηθῇ ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ἐκτάσει καὶ ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις κατὰ τὴν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπάντησιν, ἥτις συνήθως, κατὰ τὸν ἄχρι τοῦδε ἐπικρατοῦντα κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ λόγῳ ἁβροφροσύνης καὶ λόγῳ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βασιλείαν, προτάσσεται τῆς συζητήσεως παντὸς ἄλλου ζητήματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἀπάντησις ἐθεωρήθη μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῆς Κυβερνήσεως μᾶλλον ὡς τυπικὴ παρ’ ἀμφοτέρων τῶν πετρύγων τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἐθεωρήθη ὡς κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας καὶ ἐν αὐτῷ ἐνεγράφη δρακόντειον τῷ ὄντι ἄρθρον κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀπορῶ πῶς χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν αὐτοῦ. Διότι ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου προέκυψεν ἀκέραιον τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μεγάλη προσγίγνεται ἀδικία τῇ προκατόχῳ Κυβερνήσει, μεγίστη δὲ ἀδικία καὶ ζημία πρὸς τοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰρημένων διαταγμάτων διορισθέντας ὑπαλλήλους καὶ πρὸ πάντων τοὺς δικαστικούς, τοὺς προκτησαμένους διὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰσοβιότητος. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ εἰρημένου ἄρθρου ἔσται ἄδικος πρὸς Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχουσα ὡς πρόγραμμα νὰ ἀναστήσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁτὲ μὲν διὰ τῆς ἰσχύος τῶν ὅπλων, ὁτὲ δὲ διὰ διαπραγματεύσεων, καὶ βοηθουμένη ὑπὸ τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς προστασίας τῆς Εὐρώπης, ἐξετέλεσεν ἐν μέρει τὴν ἑνότητα τῆς κοινῆς πατρίδος διὰ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ ἐπραγματοποίησεν ὅ,τι πρὸ τριῶν μόλις ἐτῶν ἐθεωρεῖτο ὡς χίμαιρα, καὶ κατώρθωσεν ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Γεωργίου Αʹ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπὶ τέσσαρας αἰῶνας μάτην ἠγωνίζετο ἡ Ἑλλὰς νὰ κατορθώσῃ. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι διεσπάσθησαν ἀφ’ ἡμῶν ἡ Πρέβεζα, τὰ Ἰωάννινα καὶ τὸ Μέτσοβον, ἀλλὰ διεσπάσθησαν διὰ τῆς διασπάσεως τῆς ὁμονοίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, καὶ κατὰ τοῦτο οὐδαμῶς πταίει ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ παντὶ σθένει προσπαθήσασα νὰ διασώσῃ τὰς σπουδαίας ταύτας Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας, ὡς ὁ τέως πρωθυπουργὸς χθὲς ἀπέδειξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὡς μαρτυροῦσι τὰ δημοσιευθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα. Ἀλλά, κύριοι, ὁ τίτλος, ὃν ἐχορήγησεν ἡμῖν ἡ Εὐρώπη διὰ τῆς Βερολινείου Συνθήκης, δὲν ἀπώλετο διὰ παντός. Ὁ τίτλος οὗτος ἐνεγράφη ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Εὐρώπης, ὁ τίτλος οὗτος ἐχαράχθη βαθέως ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅστις ἰσχυρότερος ἤδη καταστὰς διὰ τῆς προσαρτήσεως νέων χωρῶν, θέλει διεκδικήσει αὐτὸν ἐν εὐθέτῳ καιρῷ. Καὶ ὀφείλεται μὲν ἡ προσάρτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν εἰς τὴν φιλοπατρίαν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν καὶ εἰς τὴν ἀρωγὴν τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἅμα εἶδον τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ὡρίμους πρὸς ἐλευθερίαν, καὶ ἰδίως εἰς τὰς δυτικὰς Δυνάμεις, τὴν Γαλλίαν καὶ Ἀγγλίαν, τὴν ἀρχαίαν ταύτην ἑστίαν τῆς ἐλευθερίας, ἥτις ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν τοῦ νὰ ῥυθμίσωσι κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ ἴδια αὑτῶν πράγματα, θέλομεν δὲ διαφυλάττει αἰώνιον τὴν μνήμην τῆς ἀρωγῆς, ἣν παρέσχεν ἡμῖν ἡ Δύσις· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων πολὺ ὀφείλεται ἡ πρόκτησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ εἰς τὴν σύνεσιν καὶ τὴν ἐπιδεξιότητα τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις κατώρθωσε νὰ προσκτήσηται τὰς ἐπαρχίας ταύτας ἀναιμάκτως, δι’ ἁπλῶν διαπραγματεύσεων, διαφυλάξασα ἀκεραίας τὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ὅμως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἐμέμψατο αὐτὴν ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Βουλῆς καὶ τῇ ἐκδόσει Β. Διαταγμάτων πρὸς κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν νέων ἐπαρχιῶν μετὰ τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Τὸ δικαίωμα, κύριοι, τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀνήκει κατὰ τὸ ἄρθρ. 37 τοῦ Συντάγματος εἰς τὸν Βασιλέα. Τὰ Συντάγματα ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ἐναποθέσωσιν εἰς χεῖρας τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τὴν ἐξουσίαν δὲ ταύτην, τὴν συναρμονιστικὴν ὀνομαζομένην, ἐνεργῶν ὁ Βασιλεύς, δὲν στερεῖται τοῦ ἀνευθύνου. Ἐὰν ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρὸς τὴν ἐκτελεστικήν, μένει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βασιλείας νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ἢ ἀπ’ ἐναντίας νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ ὑπουργεῖον. Τοιαύτη εἶναι ἡ συνηθεστέρα περίπτωσις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τῆς ἐξασκήσεως δηλονότι τῆς συναρμονιστικῆς ἐξουσίας τῆς Βασιλείας· δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἡ μόνη, διότι ἐνδέχεται καὶ ἄλλαι περιστάσεις, ἀφορῶσαι εἰς ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, νὰ ὑπαγορεύωσι τὸ μέτρον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τοιαύτας δ’ ἐπεκαλεῖτο τὸ ὑπουργεῖον πρὸς δικαιολόγησιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἰσχυριζόμενον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνανεωθῇ ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ μετὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ σπουδαιοτάτου γεγονότος, τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ μέρους τῆς Ἠπείρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ν’ ἀποφανθῶσιν αἵ τε παλαιαὶ καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος περί τε τῆς τύχης τούτων καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἰσέρχομαι, κύριοι, εἰς μείζονα ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ἀρκοῦμαι μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ βασιλικὴ ἐξουσία ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἰδία ἐξουσία. Ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν εἶναι οὔτε τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὔτε τῆς ἐκτελεστικῆς, ἀλλ’ εἶναι ἰδία τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας· ὡς τοιαύτη δὲ κατ’ ἀναγκαῖον συμπέρασμα δὲν συνεπάγει τὸ ὑπεύθυνον τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ μέτρον δὲ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν φονεύει τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, διότι εὐθὺς αὕτη ἀναφαίνεται ὑπὸ ἄλλην μορφὴν, ἡ δὲ ἀπόφασις τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς πρὸς αὐτὸν γενομένης ἐφέσεως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς νέας κοινωνικὰς ἀνάγκας, πρὸς τὰς νέας πολιτικὰς περιστάσεις. Ἀπεδείχθη δ’ ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι, ὁσάκις ἡ βασιλικὴ ἐξουσία εὑρέθη ἀπέναντι συνελεύσεώς τινος ἀνεπιδέκτου διαλύσεως, ἢ ἡ Συνέλευσις αὕτη συνέτριψε τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν, ἢ ὁ ἀνώτατος ἐκτελεστὴς κατέστρεψε τὴν Συνέλευσιν· οὕτω συνέβη κατὰ τὸν μέγαν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα μεταξὺ Καρόλου τοῦ Αʹ καὶ τοῦ μακροῦ καλουμένου κοινοβουλίου ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ κατὰ τὴν γαλλικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1848. Δεδομένου δὲ ἤδη ὄντος, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὑπέχουσιν εὐθύνην διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ὑπολείπεται ἤδη νὰ ἴδωμεν τί ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Ἡ Κυβέρνησις ἢ ὤφειλε νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἀφίνῃ παρατεινομένην τὴν ὑπάρχουσαν ἐν ταῖς νέαις χώραις κατάστασιν, χωρὶς νὰ λάβῃ τὸ ἐλάχιστον μέτρον διοικήσεως, ἢ ἀπονομῆς δικαιοσύνης ἐν αὐταῖς, ἢ νὰ προνοήσῃ διὰ Διαταγμάτων, προσωρινὴν ἐχόντων ἰσχὺν περὶ τῆς τύχης τῶν νέων χωρῶν, μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς τύχης αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα πλήρης ἀναρχία ἤθελεν ἐπικρατήσει ἐν ταῖς νέαις χώραις. Αἱ σχέσεις μεταξὺ κυβερνώντων καὶ κυβερνωμένων ἤθελον μείνει ἐντελῶς ἀκανόνιστοι, οἱ νέοι συμπολῖται ἡμῶν, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν, δὲν θὰ συνεδέοντο μετὰ τοῦ γενικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἤθελον ἀποτελεῖ κράτος ἐν κράτει, στερούμενον καὶ ἰδίας νομοθεσίας καὶ τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς ὀργάνων τῆς κυβερνήσεως, διότι μετὰ τὴν ἕνωσιν δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ γείνῃ λόγος περὶ ὑπαλλήλων τῆς τουρκικῆς κυβερνήσεως, οὐδὲ περὶ νομοθεσίας, ἀποῤῥεούσης ἐκ κυριαρχικῆς ἐξουσίας ἤδη ἐκλιπούσης. Οὕτω λοιπὸν οὐδεμία ἀσφάλεια ἤθελεν ὑπάρχει ἐν ταῖς νέαις χώραις, ἡ δὲ ἕνωσις αὐτῶν μεθ’ ἡμῶν θὰ ἦτο ἐν τῇ συνθήκῃ μόνον, τουτέστιν ἰδανικὴ μέχρι τῆς ἐκδόσεως νόμων περὶ τῶν χωρῶν τούτων. Ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅμως ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἰσχὺν τῶν πραγμάτων, ὥστε, χάριν τυπικοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα σεβασμοῦ, νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς νέας χώρας εἰς τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἀτόμων· διότι ὅπου νόμοι δὲν κρατοῦσιν, ἡ αὐτοδικία ἀντικαθίστησιν αὐτούς. Ἀναγνωρίσατε ἑπομένως τὴν ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως διαταγμάτων, ὑπέκυψεν εἰς αὐτήν. Διὰ τῶν διαταγμάτων δὲ τούτων οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ ἐπεκτείνῃ τοὺς παρ’ ἡμῖν ἰσχύοντας καὶ διέποντας ἡμᾶς νόμους καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ ἐννοήσω συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐξέλεγξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὡς πρὸς τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβε κατὰ τὴν προσωρινὴν, κατὰ τὴν μεταβατικὴν ταύτην κατάστασιν· ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω κατάκρισιν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα δὲν ἀνταπεκρίνοντο ἀποχρώντως πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἢ ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ἀποσταλέντων ἐπὶ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας δημοσίων λειτουργῶν, δὲν ἐσεβάσθησαν ὅσον ἔπρεπε τὰ δικαιώματα τῶν διοικουμένων· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ θεωρήσω ὡς εὔλογον ἢ λογικὸν νὰ κηρυχθῶσιν ὡς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἄκυρα τὰ διατάγματα, δι’ ὧν ἐκανονίσθησαν τὰ τῶν νέων ἐπαρχιῶν πράγματα, τὰ διατάγματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε παρὰ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν αὐστηράν, εἰς τὴν ἀνένδοτον καὶ λογικὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων. Καὶ δὲν εἶναι μόνη ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, καὶ ἄλλου ἔθνους, πλειότερον ἡμῶν προηγμένου ἐν τῷ συνταγματικῷ βίῳ. Ἡ Κυβέρνησις εἰς παραπλησίας εὑρεθεῖσα περιστάσεις, προέβη διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων εἰς τὴν διὰ διαταγμάτων νομοθέτησιν. Πρὸ 20 περίπου ἐτῶν ὁ μεγάθυμος Βασιλεὺς τῆς Σαρδηνίας καὶ κατόπιν τῆς Ἰταλίας, καὶ ὁ μεγαλεπήβολος αὐτοῦ πρωθυπουργός, πρὶν ἔτι καταλάβωσι τὰς νεαπολιτανικὰς ἐπαρχίας καὶ ἐνῷ ἔτι ἐκρότει τὸ τηλεβόλον τοῦ ἑτοιμοῤῥόπου θρόνου τοῦ βασιλέως Φραγκίσκου Βʹ ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ φρουρίου τῆς Γαέτης, ἀπεφάσισαν νὰ διορίσωσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουὴλ ἀπὸ 7 Ἰανουαρίου 1861 γενικὸν τοποτηρητὴν τοῦ Βασιλέως ἐν ταῖς νεαπολιτανικαῖς ἐπαρχίαις τὸν ἐξάδελφον αὐτοῦ, τὸν πρίγκιπα τῆς Σαβοΐας Εὐγένιον Καρινιάνον, ὅπως διοικῇ καὶ κυβερνᾷ ἐν ὀνόματι καὶ δυνάμει τῆς ἐξουσίας τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουὴλ τὰς εἰρημένας ἐπαρχίας, ἐξασκῶν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν τοῦ συγχωρεῖν καὶ μετριάζειν τὰς ποινάς, τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους, διοικητικοὺς καὶ δικαστικοὺς λειτουργούς, ἔχων συνάμα καὶ τὴν διοίκησιν τῶν κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν δυνάμεων καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα καὶ κανονισμοὺς περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Ἅπασαι δὲ αἱ ἀρχαὶ τῶν νεαπολιτανικῶν ἐπαρχιῶν ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ γενικοῦ τοποτηρητοῦ, ὅστις ἀνταπεκρίνετο μεθ’ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ὑπουργῶν περὶ τῶν εἰς τὸν κλάδον αὐτῶν ἀνηκόντων πρὸς ἐντελῆ ἑνότητα τῆς διοικήσεως. Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ τότε Βασιλεὺς τῆς Σαρδηνίας, ἐνδίδων εἰς τὰς συμβουλὰς τοῦ μεγαλοφυοῦς αὐτοῦ πρωθυπουργοῦ, διέλυσε τὴν Βουλὴν, ὅπως αἵ τε παλαιαὶ καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι ἀποφανθῶσι περὶ τῆς τύχης τῶν τελευταίων καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν μὲν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις τῆς Σαρδηνίας αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ὡς καὶ πρότερον κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐκλογικὸν νόμον, ἐν δὲ ταῖς νέαις ταῖς νεαπολιτανικαῖς, τοῦ Σαρδηνιακοῦ Συντάγματος μὴ προβλέποντος, ὡς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τὴν ἔκτακτον, τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ νόμον πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀλλὰ διέταξε νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων καὶ ὑπὸ ἀρχῶν διορισθεισῶν οὐχὶ κατ’ εὐθεῖαν ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ γενικοῦ τοποτηρητοῦ αὐτοῦ. Καὶ διεξήχθησαν, κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖ πανηγυρικώτατα, ὡς καὶ ἐν ταῖς νέαις ἡμῶν ἐπαρχίαις, καὶ οἱ νέοι βουλευταὶ λαβόντες τὸ κοινοβουλευτικὸν αὐτῶν εἰσιτήριον παρὰ τῶν προσωρινῶν ἀρχῶν τοῦ γενικοῦ τοποτηρητοῦ τοῦ Βασιλέως Βίκτωρος Ἐμμανουήλ, εἰσῆλθον εἰς τὸ Ἰταλικὸν κοινοβούλιον καὶ ἐγένοντο δεκτοὶ μετ’ ἀνευφημιῶν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, ἐπικυρωθέντων ἁπάντων τῶν προσωρινῶν διαταγμάτων, τῶν κανονισάντων τὰς σχέσεις τῶν νέων ἐπαρχιῶν πρὸς τὴν Σαρδηνίαν. Οὕτω λοιπὸν τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, αἱ ἀνάγκαι τῆς Πατρίδος ἐπέβαλον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην τὸ καθῆκον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ δημιουργήσῃ προσωρινὴν κατάστασιν πραγμάτων, μὴ συμβιβαζομένην ποσῶς πρὸς τὸν αὐστηρὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα σεβασμόν. Ἐχρειάζετο ὁπωσδήποτε ἓν δίκαιον, ἵνα κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῶν νέων χωρῶν, τὸ δὲ δίκαιον τοῦτο εἰσήγαγεν εἰς τὰς νέας χώρας οὐχὶ νομοθετικῶς, ὡς ἐπεθύμει ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ γείνῃ τοῦτο ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διὰ τῆς χειρὸς ἑνὸς ἀνθρώπου, δικτατορικὴν περιβληθέντος παρὰ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ ἐξουσίαν. Καὶ ἐν τούτοις τὰ πεπραγμένα ἐπεκυρώθησαν παμψηφεὶ, καὶ οὐδεμία φωνὴ διαμαρτυρίας ὑψώθη ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κήρυξιν τῆς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἀκυρότητος τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν ἔκδοσιν Νόμου διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον δὲν φέρει ἐν ἑαυτῷ τὸν τύπον τῆς αὐστηρᾶς καὶ ἀνενδότου λογικῆς, ὅστις πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν γένει ἐν ταῖς νομοθεσίαις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα περὶ τῶν νέων χωρῶν νομοθετικὰ Βασιλικὰ Διατάγματα καὶ τὰ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκδοθέντα εἰσὶν ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἄκυρα. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀκυρότης κηρύττηται ὡς ἀρχικὴ, κατὰ τὴν ἔκδοσιν δηλονότι τῶν διαταγμάτων ὑπάρχουσα, καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν νομοθετικῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἀναγνωρίζεται ὡς παραβιάζουσα συνταγματικήν τινα διάταξιν, ἕπεται ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐν γένει ὡς ἀνύπαρκτος καὶ ὡς οὐδὲν δυναμένη νὰ παραγάγῃ νομικὸν ἀποτέλεσμα. Τὸ μὴ ὂν λοιπὸν, τὸ ἀνύπαρκτον κατὰ τὸν Νόμον, οὐδεμίαν πρέπει νὰ ἔχῃ συνέπειαν ἀναγνωριζομένην ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἠδυνάμην δὲ κάλλιστα νὰ ἐννοήσω τοιοῦτο σύστημα καθ’ ὃ πάντα τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Διαταγμάτων πεπραγμένα κηρύττονται ἄκυρα, διότι ἡ ἀκυρότης αὕτη θὰ ἦτο συνέπεια τῆς ἀνακηρυχθείσης ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἀκυρότητος τῶν Διαταγμάτων· τὸ τοιοῦτο θὰ ἦτο συνεπὲς, σύμφωνον πρὸς τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς συμπέρασμα. Ἀλλὰ τότε θὰ ἐπανηρχόμεθα εἰς τὴν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς γεννηθεῖσαν συζήτησιν περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν· διότι ἡ πρωτίστη τῶν συνεπειῶν τῆς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἀκυρώσεως τῶν Διαταγμάτων θὰ ἦτο τὸ μὴ ἔγκυρον τῶν γενομένων ἐκλογῶν ὡς πρὸς αὐτούς. Κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν, εἴπομεν ἀνωτέρω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα διαφύγῃ τὴν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ. κ. Φιλαρέτου καὶ Κωνσταντοπούλου ὑποστηριχθεῖσαν ἀκυρότητα τῶν ἐκλογῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, προσέφυγεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ λαὸς δύναται νὰ ἐκλέξῃ τοὺς βουλευτὰς καὶ ἄνευ κανονισμοῦ τῶν ἐκλογῶν, τουτέστιν ὅτι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ περὶ τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἶναι σεβαστὴ ὁπωσδήποτε ἐκφραζομένη αὕτη, ἀρκεῖ μόνον νὰ συνάγηται εὐκρινῶς καὶ καθαρὰ ἐκ τῶν πραγμάτων. Βραδύτερον ὅμως κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔδωκε πλήρη ἰσχὺν εἰς τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, μὴ ἀρκεσθεῖσα μόνον εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ἀνεξαρτήτως παντὸς τύπου, ἀλλ’ ἀκυρώσασα ἐκλογὰς βουλευτῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν δι’ ἔλλειψιν τῶν προσόντων τῆς ἡλικίας ἢ τῆς καταγωγῆς ἢ ἐγκαταστάσεως, προσόντων μὴ συμβιβαζομένων ποσῶς πρὸς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτηθέντων ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν Διαταγμάτων, ὧν τὴν ἀκύρωσιν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις; τοῦτο δ’ εἶναι σπουδαιότατον, κύριοι, διότι συνδέεται στενῶς μετ’ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς; διότι τίς δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι πολλοὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις δὲν ἀπεδειλίασαν νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα φοβούμενοι τὴν ἀκυρότητα τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν; Ἀφοῦ λοιπὸν κατὰ τὰς ἐργασίας ἡμῶν οὐ μόνον δὲν ἐκρίναμεν ὡς ἄκυρα τὰ ἐκδοθέντα Διατάγματα διότι φέρουσι νομοθετικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ καὶ ἐλάβομεν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ὡς ἰσχύοντα καὶ κατ’ αὐτὰ ἐκανονίσαμεν τὴν κατάρτισιν τοῦ Βουλευτικοῦ ἡμῶν Σώματος, πῶς δικαιολογούμεθα μετὰ τὸν πλήρη καταρτισμὸν τῆς Βουλῆς, κηρύττοντες τὸ ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἄκυρον, τὸ ἀνύπαρκτον δηλονότι Διαταγμάτων συντελεσάντων εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς; Καὶ δὲν εἴμεθα ἠναγκασμένοι χάριν τῆς τιμῆς καὶ ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατάκρισιν, ὅτι ἀφοῦ πρῶτον ἐσεβάσθημεν τὰ Διατάγματα ἐπικυρώσαντες βουλευτικὰς ἐκλογάς, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς ἢ παρὰ τὰς διατάξεις αὐτῶν ἐνεργηθείσας, ἐσπεύσαμεν κατόπιν, ἅμα συγκροτηθέντες εἰς Σῶμα βουλευτικόν, εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐξελέγξεων, νὰ στιγματίσωμεν τὰς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν πράξεις ἡμῶν, νὰ ἀποκηρύξωμεν τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις καὶ νὰ λιθοβολήσωμεν Διατάγματα, ἅτινα ὡς κανόνα καὶ ὑπογραμμὸν τῶν πράξεων ἡμῶν ἐλάβομεν; Ἑτέρα συνέπεια τῆς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ἀκυρώσεως τῶν Διαταγμάτων εἶναι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσι κῦρος οὐδ’ αὐταὶ αἱ ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις ἢ ἄλλαι πράξεις, δικαστικὸν φέρουσαι τύπον, καὶ ἐν τούτοις ὡς πρὸς αὐτὰς γίνεται ἐξαίρεσις. Τί δὲ ὑπολείπεται νῦν, κύριοι, μεθ’ ἁπάσας τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας κατὰ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου, Οὐχὶ πλέον ἡ προσβολὴ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ τῶν κοινῶν Διαταγμάτων, τῶν ἀφορώντων δηλαδὴ εἰς πρόσωπα, εἰς διορισμούς. Καὶ ἀξίζει, κύριοι, τὸν κόπον νὰ γίνεται τοιοῦτος θόρυβος καὶ νὰ ἐξαντλώμεθα εἰς τοσοῦτον μακρὰν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου μόνον καὶ μόνον διὰ προσωπικὰ ζητήματα; διότι ἀληθῶς ἐκ τοῦ ὅλου ἄρθρου 14 συνάγεται, ὅτι τὰ πάντα κρίνονται ὡς ἰσχυρὰ, ὡς ἔγκυρα, ἐκτὸς μόνον ὅτι οἱ διορισθέντες εἰς δημοσίας θέσεις κακῶς διωρίσθησαν καὶ στεροῦνται ἑπομένως παντὸς ἐκ τοῦ διορισμοῦ δικαιώματος. Ἀλλ’ ὅταν ἀναγνωρίζητε ὡς κῦρος ἐχούσας τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἀποδίδητε τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστῶν, κατ’ ἀνάγκην παραδέχεσθε, ὅτι ὀρθῶς ἐπράχθησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνωσιν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς χωρίζετε τὴν πρᾶξιν ἀπὸ τοῦ πράττοντος; Ἐὰν οἱ διορισθέντες εἰς δικαστικὴν θέσιν παρανόμως κατεῖχον τὰς θέσεις αὐτῶν, ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου κηρύττεται, κατ’ ἀναγκαῖον συμπέρασμα καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν πρέπει νὰ κηρυχθῶσιν ἄκυροι, διότι οἱ ἐκδόντες τὰς ἀποφάσεις ἐστεροῦντο τῆς ἱκανότητος νὰ συνεδριάσωσιν ὡς δικασταί. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ ἀνώτερα δικαστήρια ἤθελον κηρύξει τὴν ἀκυρότητα, διότι τὰ Διατάγματα ἀντέκειντο εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι δὲ ὅλως ἀντισυνταγματικὸν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ὅλως διακεκριμένη καὶ χωριστὴ Ἐξουσία. Καὶ τί ἄλλο πράττομεν, κύριοι, παρὰ μετασχηματιζόμεθα εἰς δικαστήριον, ἐρευνῶντες τὰς ἐπὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν ἐκδοθείσας ἀποφάσεις καὶ κηρύττοντες ταύτας ἐγκύρους; Μήπως μετεσχηματίσθημεν εἰς Ἐφετεῖον ἢ εἰς Ἄρειον Πάγον; Δυοῖν θάτερον, κύριοι, ἢ τὰ δικαστήρια συνεκροτήθησαν νομίμως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ τότε αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν εἰσιν ἔγκυροι, ἢ παρανόμως, καὶ τότε αὐταί εἰσι κατ’ ἀνάγκην ἄκυροι. Ἐπικυροῦντες δὲ ἡμεῖς σήμερον δικαστικάς τινας ἀποφάσεις ὑπὸ μὴ νομίμως συγκεκροτημένου δικαστηρίου ἀπαγγελθείσας, τί ἄλλο πράττομεν παρὰ ἐκδίδομεν ἡμεῖς ὡς δικασταὶ αὐτὰς ταύτας τὰς ἀποφάσεις; Καὶ τότε ποῦ μένει ἡ διαίρεσις τῶν Ἐξουσιῶν, ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπερ τοσοῦτον ἐνθέρμως προασπίζει ὁ κ. Καλλιγᾶς; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέδραμε καὶ εἰς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἱστορίαν καὶ παρέβαλε τὰς σημερινὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν τυχαίαν περίστασιν, ἐν ᾗ εὑρέθησαν ἄλλοτε ἐν Ῥώμῃ, ὅτε ἠναγκάσθησαν νὰ ἀναγνωρίσωσι τὰς ἐντελῶς ἀκύρους ἀποφάσεις δικαστοῦ τινος, ὅστις κατόπιν ἀνεκαλύφθη ὅτι ἦτο δοῦλος, καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι δικαστής. Ἀλλ’ οὐδεμία, νομίζομεν, ἀναλογία ὑπάρχει, κύριοι, μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας περιστάσεως· διότι πρῶτον, ἐν Ῥώμῃ δὲν ὑπῆρχεν ἡ διαίρεσις τῶν Ἐξουσιῶν, ὡς αὕτη εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τοῖς μετὰ ταῦτα Συνταγματικοῖς πολιτεύμασι, καὶ δεύτερον δέ, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, οἱ Ῥωμαῖοι, κυροῦντες τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου, ὅστις κατόπιν ἀνεκαλύφθη ὅτι ἦτο δοῦλος, ἐφήρμοσαν τὴν ἀρχὴν «error communis facit jus» (ἡ κοινὴ πλάνη ἀποτελεῖ δίκαιον), ἔκριναν δηλονότι, ὅτι δὲν ἦτο δίκαιον νὰ πάθωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ὡς ἐκ τοῦ παρανόμου διορισμοῦ δικαστοῦ, ὃν πάντες, κατὰ κοινὴν πλάνην, ὑπελάμβανον ὡς νόμιμον. Ἀλλὰ δύνανται, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν κοινὴν ταύτην πλάνην ὡς δικαιολόγησιν τοῦ ἤδη προτεινομένου νομοσχεδίου ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔσπευσαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διὰ πάντων τῶν ὀργάνων τῆς δημοσιότητος νὰ διαφωτίσωσι τοὺς πάντας περὶ τῆς ἀκυρότητος τῶν Διαταγμάτων, καὶ τούτου ἕνεκα πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἠρνήθησαν νὰ δεχθῶσι δημοσίας θέσεις ἐν ταῖς νέαις χώραις; Δύναται, κύριοι, νὰ ὑπάρξῃ κοινὴ πλάνη, ὅταν ἡ πλειονότης τοῦ ἔθνους, ἡ πλειονοψηφία τῶν Ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἶχε τὴν πεποίθησιν περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἔρχεται σήμερον νὰ διατρανώσῃ ἐνώπιον ἡμῶν; Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄδικον, κύριοι, νὰ δειχθῶμεν τοσοῦτον σκληροὶ πρὸς ἀνθρώπους παρασχόντας προθύμως καὶ μετὰ ζήλου τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πρὸς τὴν Πατρίδα· διότι, ἐὰν οὗτοι, διορισθέντες, δὲν μετέβαινον εἰς τὰς θέσεις αὐτῶν, εἴτε ὑποπτεύοντες τὰ σήμερον συμβαίνοντα εἴτε καὶ δεικνύοντες, κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, μείζονα πρὸς τὸ Σύνταγμα σεβασμὸν, οὔτε διοίκησις ἤθελεν ὑπάρχει ἐν ταῖς νέαις χώραις, οὔτε δικαιοσύνη ἤθελεν ἀπονέμεσθαι· ἀλλ’ ἐν ἐλλείψει τῶν ἀναγκαίων ὀργάνων τῆς διοικήσεως, δυοῖν θάτερον ἤθελεν συμβῆ, ἢ ἡ Τουρκικὴ κυριαρχία ἤθελε παραταθῆ ἢ ἡ αὐθαιρεσία τῶν ἀτόμων καὶ ἡ ἀναρχία ἤθελεν ἐπικρατήσει. Δὲν προτίθεμαι ἐνταῦθα νὰ πλέξω ἐγκώμια τῆς μέχρι τοῦδε διοικήσεως ἐν Θεσσαλίᾳ, ἰσχυρίζομαι ὅμως μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ διοίκησις αὕτη ἐγένετο κατὰ νόμους ἑλληνικούς, οἵτινες εἶναι προτιμότεροι καὶ τῶν Ὀθωμανικῶν νόμων καὶ τῆς ἀναρχίας. Καταστρέφων δ’ ἐνταῦθα τὸν λόγον μου, κύριοι, καὶ προτείνων τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου, ὅπως παύσωσιν ἰσχύοντα τὰ ἐκδοθέντα διατάγματα ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω ὑμᾶς, πρὶν ἢ καταβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅ,τι κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς εἶπε πρὸς ὑμᾶς ὁ τέως ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Σύνοδος, εἶπεν, αὕτη τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν ὅσαι συνῆλθον ἐν Ἑλλάδι ἀφ’ ὅτου ἐκηρύχθη Βασίλειον. Καὶ τῷ ὄντι, τίς ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν ὁ μὴ κατανοῶν τὴν σπουδαιότητα τῆς καταρτίσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, ἥτις μέλλει νὰ κρίνῃ τὰς ἐπιτελεσθείσας πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, νὰ διοργανίσῃ ὁριστικῶς καὶ σταθερῶς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον μετὰ τῶν ἄρτι προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς πρὸς ἄμυναν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπαιτουμένας στρατιωτικὰς δυνάμεις καὶ παρασκευάσῃ πᾶν ὅ,τι θέλει συντελέσει εἰς τὸ μέλλον αὐτοῦ μεγαλεῖον; Δύναταί τις μάλιστα νὰ εἴπῃ χωρὶς ποσῶς νὰ σφάλῃ, ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τῆς παρούσης Βουλῆς ἔγκειται ἡ τύχη καὶ ἡ σωτηρία οὐ μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τοιούτου δὲ ὄντος τοῦ προορισμοῦ τῆς παρούσης Βουλῆς, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἐξαντλώμεθα εἰς ἀκαίρους καὶ ματαίας συζητήσεις, καὶ νὰ ἀποφεύγωμεν ζητήματα ἀκανθώδη καὶ ἀκροσφαλῆ, δυνάμεθα νὰ διερεθίσωσι τὰ πολιτικὰ πάθη, νὰ ἐπαυξήσωσι τὰ ἐνόντα δεινὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μετατρέψωσι τὸ Ἑλληνικὸν Βουλευτήριον εἰς πεδίον πολιτικῶν διαπληκτισμῶν καὶ διενέξεων· ἐνῷ, ἐὰν προβῶμεν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἡμῶν ἔργα μετὰ τῆς ἐμπρεπούσης εἰς τὰ Κοινοβούλια ψυχραιμίας καὶ ἀπαθείας καὶ μετὰ τοῦ γενναίου ὑπὲρ τῆς κοινῆς εὐδαιμονίας τῆς Πατρίδος ζήλου, ἡ Πατρὶς θέλει εὐγνωμονεῖ πρὸς ἡμᾶς διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν καὶ φιλοπατρίαν.
§27ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι, συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι οὐδέποτε σπουδαιότερον ζήτημα παρουσιάσθη εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν. Οὐδέποτε ἀπόφασις κοινοβουλευτικὴ θὰ ἔχῃ σπουδαιοτέρας συνεπείας διὰ τὴν τύχην καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωμεν σήμερον. Πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν ἡ ὑποχώρησις τῆς 31 Μαρτίου 1881, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, συμφωνῇ πρὸς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν ἔλαβε τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους.
§28ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§29ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, μονομερῶς· — ἐὰν συμφωνῇ μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν ἢ ὄχι. Πρὶν ἢ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπιτρέψατε νὰ κάμω ἀναδρομήν τινα εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ σκιαγραφήσω ὑμῖν τὴν ἱστορίαν τῆς πολιτικῆς ἀναβιώσεως τῆς Ἑλλάδος, ἐκ τῆς ὁποίας θέλει καταδειχθῆ, ὅτι τὰ ἐλεύθερα μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἠλευθερώθησαν ἀπὸ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα πολιτικὸν ἢ διπλωμάτην, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς θυσίας καὶ τὰ αἵματα, ἀπὸ τὰ μαρτύρια τοῦ μεγάλου ἐκείνου μάρτυρος, ὅστις ὀνομάζεται Ἑλληνικὸς Λαός. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, κύριοι, καί τοι διατελοῦν ὑπὸ βαρύτατο ζυγὸν τυραννίας, οὔτε τὸ παρελθὸν ἐλησμόνησε, οὔτε τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ ἀπώλεσε. Διατρέξατε, κύριοι, τὰς ζοφερὰς σελίδας τῆς μακραίωνος ἡμῶν ἱστορίας, καὶ δὲν θέλετε εὕρει ἐποχὴν καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐξήρχετο ἀπὸ τὰ πεπιεσμένα στήθη τοῦ Ἕλληνος κραυγὴ ὀδύνης. Δὲν θέλετε εὕρει ἐποχὴν καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐμάχετο ἔν τινι γωνίᾳ τῆς ἑλληνικῆς γῆς, ὅπως θραύσῃ τὰ δεσμὰ αὑτοῦ· ἐκεῖ μόνον, ὅπου οἱ ὀδόντες, ὅπου οἱ ὄνυχες τοῦ θηρίου τῆς τυραννίας ἔψαυον τὰς σάρκας τῶν θυμάτων, ἐκεῖ μόνον ἐκοιμῶντο καὶ ἔμενον ἥσυχοι. Ἀλλ’ ἡ Πελοπόννησος, ἀλλ’ αἱ Νῆσοι, ἀλλ’ αἱ ἐκτὸς τοῦ Ἰσθμοῦ ἑλληνικαὶ ἐπαρχίαι δὲν ἔπαυσαν διαμαρτυρόμεναι ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὑπὲρ τῶν ἀπαραγράπτων αὑτῶν δικαιωμάτων· δὲν ἔπαυσαν διαμαρτυρόμενοι, εἴτε ὡς μάρτυρες ὑπὸ τὸν πέλεκυν τοῦ δημίου, εἴτε ὡς γενναῖοι ὁπλῖται ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἀνταρσίας, δὲν ἔπαυσαν ἀναμιμνησκόμενοι τὴν ὡραίαν αὑτῶν ἱστορίαν, δὲν ἔπαυσαν νὰ πιστεύουν εἰς τὴν ἀκράδαντον ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπὲρ τῆς μελλούσης αὑτῶν ἀπελευθερώσεως. Ἐνοήσατε ὅτι ἐν ὀλίγοις σᾶς περιγράφω τὴν ἀρματωλικὴν ἐποχήν. Ἦτο μεγάλη ἐκείνη ἡ ἐποχὴ, ἦτον, οὕτως εἰπεῖν, ὁ πρόλογος τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἀναβιώσεως. Τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀναβίωσιν ἐγένετο διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821· ἡ Εὐρώπη ἕως τότε μᾶς ἐθεώρει νεκροὺς, ἀλλ’ ὁ θάνατος ἡμῶν ἦτο φαινομενικὸς, ἦτο νεκροφάνεια, ἦτο χειμερία νάρκη· τὰ κατορθώματα τῶν ἡρώων τοῦ 1821 ἠλέκτρισαν τὴν Εὐρώπην, ἐξεθαμβώθη ὁ πολιτικὸς κόσμος, καὶ ἔστρεψε τὸ βλέμμα εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ μετ’ ἐπιφυλάξεως ἅμα καὶ χαρᾶς εἶδεν ἀναστάντα ἐκ τοῦ τάφου τὸν νεκρὸν Λάζαρον πλήρη ζωῆς καὶ ἐλπίδων, πλήρη μέλλοντος καὶ πλήρη ἰσχύος. Ὑπῆρξαν, κύριοι, καὶ τότε οἱ δυσπιστήσαντες πρὸς τὸ θαῦμα, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ σήμερον, ἀλλ’ ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἔτεινε χεῖρας συμπαθείας πρὸς τὸ νεκρανάστατον ἔθνος καὶ εἶπε: «πιστεύω εἰς τὴν ἀναγέννησίν σου· σὲ συγχαίρω διὰ τοῦτο· λάβε πρὸς τὸ παρὸν μικράν τινα γωνίαν τῆς πατρικῆς σου γῆς· καὶ ἂν οἱ δυσπιστοῦντες εἰσέτι εἰς σὲ καὶ τὴν δύναμίν σου πλανῶνται, ὅπως εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ἡ γῆ αὐτὴ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία, ὅπως ἀποκτήσῃς καὶ τὴν λοιπὴν κληρονομίαν σου· ἂν ὅμως, ὃ μὴ γένοιτο, οἱ δυσπιστοῦντες εἰς σὲ καὶ τὰς δυνάμεις σου δὲν πλανῶνται, τότε πάλιν ἡ γωνία αὕτη ἀρκεῖ ὡς τάφος σου·» καὶ οὕτω συνεστήθη Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Ἡ οὕτως ἀπελευθερωθεῖσα μικρὰ γωνία τῆς Ἑλλάδος ἀνταπεκρίθη, κύριοι, εἰς τὰς προσδοκίας, τὰς ὁποίας ἐξήρτησεν ἀπὸ αὐτὴν ὅλος ὁ κόσμος, ἀνταπεκρίθη εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ παρελθὸν, ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἱστορίαν; ἀντ’ ἐμοῦ ἂς ὁμιλήσωσι τὰ πράγματα. Κατόπιν μακρῶν ἀγώνων ἐνδόξων, εἴχομεν ἀνάγκην μακρᾶς εἰρήνης, ὅπως ἐπανορθώσωμεν τὰ κατεστραμμένα χωρία καὶ πόλεις, καὶ ὅπως καλλιεργήσωμεν τοὺς ἀγρούς. Ἀλλὰ καὶ ἐν εἰρήνῃ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἔπραξεν ἔργα οὐχὶ ἀνάξια τῶν πολεμικῶν αὑτοῦ κατορθωμάτων· προέβη γενναίοις βήμασιν εἰς τὸν πολιτισμὸν, καὶ συμπροήγαγε καὶ τὰ ὁμόφυλα ἔθνη εἰς τὴν Ἀνατολήν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸν μακρὸν χρόνον τῆς εἰρήνης δὲν ἐπελάθετο τοῦ προορισμοῦ του· ἤρκει νὰ ἴδῃ ἕνα σπινθῆρα ἀναθρώσκοντα ἐξ οἱασδήποτε γωνίας, ἤρκει νὰ ἐνωτισθῇ τοῦ κρότου ἑνὸς μόνου πυροβόλου, καὶ τὸ ἔθνος ἠλεκτρίζετο καὶ ἤρχετο εἰς βοήθειαν τῶν μαχομένων ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας των. Μάρτυς τοῦ λόγου μου εἶναι ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης τοῦ 1840, ἡ Θεσσαλικὴ καὶ Ἠπειρωτικὴ τοῦ 1854, ἡ μεγάλη Κρητικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1866 καὶ ἡ τελευταία ἐπανάστασις τῆς Θεσσαλίας τοῦ 1878.
§30Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτε σεῖς ἦσθε εἰς τὸ Χρηματιστήριον.
§31ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐρωτήσατε τὸν πατέρα σας, διὰ νὰ μάθητε ποῦ ἤμην. Ἤμην ἐδῶ καὶ διηύθυνον ἐντεῦθεν τὴν ἐπανάστασιν. Εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, κύριοι, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔπραξεν, ὅ,τι οὐδὲν ἄλλο ἐδυνήθη νὰ πράξῃ·—καὶ τὸ λέγω μετ’ ἐθνικῆς ἐγκαυχήσεως καὶ ὑπερηφανείας,—ἔπραξε τόσα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν δούλων ἀδελφῶν, ὅσα οὐδεὶς ἄλλος λαὸς ἔπραξεν· ἂν δὲ αἱ ἀπόπειραι δὲν ἀπέληξαν ἀμέσως εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, καὶ διότι οἱ ἑκάστοτε προϊστάμενοι τῶν πραγμάτων δὲν ἦσαν ἀντάξιοι τῆς ὑψηλῆς αὐτῶν ἀποστολῆς, δὲν ἔμειναν ὅμως καὶ ὅλως ἀσυντελεῖς εἰς τὴν συνένωσιν τῶν διεσπαρμένων μελῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ· χάρις εἰς τὰ φιλάνθρωπα καὶ φιλελληνικὰ αἰσθήματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς κραταιᾶς καὶ μεγάλης Ἀγγλίας, χάρις εἰς τὰ σταθερὰ καὶ αἰωνίως ἐπαναλαμβανόμενα αἰσθήματα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, προσηρτήθη εἰς τὸ Ἑλλην. Βασίλειον ἡ Ἑπτάνησος· καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ δεύτερον βῆμα, τὸ ὁποῖον ἐποιήσαμεν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν. Ἂν δὲ τὰ αἵματα καὶ οἱ ἀγῶνες ἑνὸς ἐνδόξου λαοῦ, ἂν ἡ ἀτρόμητος νῆσος, ἥτις ἀντέταξε τὰ στήθη αὑτῆς ἐπὶ τριετίαν κατὰ τῶν στρατιῶν τοῦ Σουλτάνου, ἂν ἡ νῆσος Κρήτη στενάζῃ ὑπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας ἀκόμη, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὰ αἵματα αὐτῆς εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὰς δέλτους τῆς θείας δικαιοσύνης, καὶ θὰ ἔλθῃ πολιτικός τις, ὅταν σημάνῃ ἡ εἱμαρμένη ὥρα, νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἠλευθέρωσεν ἀναιμάκτως τὴν Κρήτην. Ἦλθε τελευταῖον ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1878, καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν ταύτην τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἔλαβε μέρος, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐπαναστατήσασαι ἐπαρχίαι καὶ αἷμα ἔχυσαν καὶ καταστροφὰς ὑπέστησαν, τοιαύτας, οἷας δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποστῶσι. Τοιαῦτα ἦσαν τὰ προηγούμενα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὅταν συνεκαλέσθη τὸ Συνέδριον ἐν Βερολίνῳ. Τὸ πλησιέστερον γεγονὸς εἰς τὸ Συνέδριον ἦτο ἡ Θεσσαλικὴ ἐπανάστασις τοῦ 1878, ἀλλ’ εἰς τὸ Συνέδριον ἐκεῖνο ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ περγαμηναί, ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνωτέρω ἐσκιαγράφησα ὑμῖν, καὶ συνεπείᾳ τούτων ἀνεγράφη τὸ γνωστὸν ἄρθρον τῆς Βερολινείου Συνθήκης, δι’ ἧς ὑπεχρεοῦτο ἡ Πύλη πρὸς διαῤῥύθμισιν τῶν ἑλληνικῶν συνόρων. Αἱ διαπραγματεύσεις τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν δὲν ἀπέληξαν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα· ἐγένετο καὶ δεύτερον Συνέδριον ἐν Βερολίνῳ, καὶ ὡρίσθησαν τὰ ὅρια τῶν μελλουσῶν νὰ προσαρτηθῶσιν ἐπαρχιῶν· ἀλλ’ ἡ Πύλη, καὶ μετὰ τὴν δευτέραν πρόσκλησιν, ἔμεινε σκληροτράχηλος καὶ ἀνένδοτος· διὰ τοῦτο ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ὁ κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1880 πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ὅπως συντελέσῃ εἰς τὴν ταχυτέραν καὶ αἰσιωτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη διεδέχθη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις, ἅμα ἀνέλαβε τὰς ἡνίας τῆς Ἐξουσίας, ἐνόμισε καλὸν νὰ ὑπομνήσῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς τινὰ ἐκ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς ἱστορίας· ὡμίλησε περὶ τῶν χρόνων τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ περὶ τῶν χρόνων Δημητρίου τοῦ Φαληρέως· καὶ εἶπεν, ἂν τὸ ἔθνος μεγαλοφρονήσῃ, ὅπως οἱ προπάτορες ἡμῶν εἰς τοὺς ἀγῶνας τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῆς Σαλαμῖνος, μόνον τότε δυνατὸν νὰ ἐλπίσητε αἰσίαν λύσιν τοῦ ζητήματος· ἐὰν δὲ σκεφθῇ, ὡς ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, τότε οὐδεμίαν ἐλπίδα δύνασθε νὰ ἔχητε. (Θόρυβος.) Πρὸς τοὺς λόγους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ τὸ ἔθνος ἀπήντησε διὰ τῆς ἀποστολῆς παντὸς τοῦ μαχίμου πληθυσμοῦ ὑπὸ τὰς σημαίας· τὸ ἔθνος ἀπήντησεν, ἀναδεχθὲν βαρύτατον δάνειον ὑπὸ ἐπαχθεῖς ὅρους Πρὸς τὴν στάσιν ταύτην τοῦ ἔθνους ὁ πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι θέλει λύσει τὸ ζήτημα μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης. Οἱ λόγοι του ἠλέκτρισαν πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν καὶ τὸ εἴδωλον τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἦτο τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἀλλὰ ποῦ ἀπέληξαν οἱ ὡραῖοι ἐκεῖνοι λόγοι; Ἀφοῦ παρέταξεν ἑπτὰ μυριάδας ἀνδρῶν εἰς τὰ σύνορα, ἀφοῦ ἐδαπάνησε κολοσσιαῖα ποσὰ εἰς παρασκευὴν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἀφοῦ ἀπωλέσαμεν τόσας εὐγενεῖς ὑπάρξεις εἰς τὰς κακουχίας τῆς ἐπιστρατείας καὶ εἰς τὰς ἐπιδημίας, ὑπεχώρησε καὶ ἐγκατέλειψε τὴν Πρέβεζαν, τὰ Ἰωάννινα, τὴν Ἐλασσῶνα, τὸ Μέτσοβον, καὶ ἐδέχθη ῥάκος τῆς Ἠπείρου καὶ κολοβωμένην καὶ ἀφρούρητον τὴν Θεσσαλίαν, διότι ἐγκατέλειψε τὰς κλεῖς εἰς τὰς χεῖρας τῶν Τούρκων· εἰς τὴν τοιαύτην δὲ ὑποχώρησιν, ἰδοὺ τί ἐσκέφθησαν οἱ ἐχθροί, ἰδοὺ τί εἶπον οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος· οἱ μὲν φίλοι εἶπον, ὅτι ἐπλανήθημεν, πιστεύσαντες εἰς τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ νομίσαντες, ὅτι τὸ ἔθνος ἠδύνατο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ὑποχωροῦσαν Τουρκικὴν δυναστείαν· τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον Ἰλιγγιᾷ ἀπέναντι τῶν κινδύνων καὶ θυσιῶν, δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ εὐγενεῖς σκοποὺς εἰς τὸν κόσμον. Οἱ δὲ ἐχθροὶ σαρδώνιον ἐκάγχασαν, ὅταν μᾶς εἶδον κατόπιν παταγωδῶν καὶ θορυβωδῶν προπαρασκευῶν, ὑποχωροῦντας. Καὶ τὴν ὑποχώρησιν ταύτην ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. πρωθυπουργός, διὰ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Εὐρώπη, ὤ, λέγει. Ἀνέγνωσα ὅλα τὰ δημοσιευθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οὐδεμίαν παρόρμησιν εὗρον πρὸς ἐνέργειαν, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν ἀποτροπήν, οὐδεμίαν ἀπαγόρευσιν. Ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαύτη ὑπῆρχε, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἡ συμπεριφορὰ αὐτοῦ ἐδεσμεύετο ἀπὸ ἄλλας αἰτίας, ἀπὸ ἄλλας ἀρχάς, ἀπὸ ἄλλας ἀφορμάς· ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ συμπεριφορά του προδιεγράφετο ἀπὸ τὴν πάνδημον ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὑπάρχουσιν εἰς τὸν βίον τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ἐθνῶν στιγμαί τινες, καθ’ ἃς αἱ ὑλικαὶ θυσίαι οὐδόλως πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, αἱ δὲ στιγμαὶ εἶναι ἐκεῖναι, καθ’ ἃς προσβάλλεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ ἔθνους. Τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν θέλον νὰ σώσῃ τὸ Πεδεμόντιον, ὑπέστη τὴν ἧτταν τῆς Νοβάρας, καὶ ἡ Αὐστρία εἰσῆλθεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Πεδεμοντίου· ἀλλ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὑπεγράφετο εἰς τὰς δέλτους τοῦ μέλλοντος ἡ εἴσοδος τῶν Ἰταλῶν εἰς τήν Ῥώμην. Αἱ ἧτται δὲν ἀτιμάζουν, προπαρασκευάζουν τὸ μέλλον τῶν ἐθνῶν. Τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Σερβία, ὑπέστη τὸν φοβερὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς ἀκμαζούσης Τουρκίας καὶ ἡττήθη, ἀλλὰ καὶ ἡττημένη προπαρεσκεύασε τὸ μέλλον· τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειάν της ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Τουρκία ἀνέλαβε χθὲς καὶ πρώην τὸν φοβερὸν κατὰ τῆς Ῥωσσικῆς αὐτοκρατορίας ἀγῶνα, παρὰ τὰς συμβουλὰς τῆς Εὐρώπης, καὶ ἔπεσεν, ἀλλ’ ἔπεσεν ἀνδρείως. Τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλε νὰ μὴν ὑποχωρήσῃ, νὰ μὴ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀποκοπὴν τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ἀλλ’ ὤφειλε ν’ ἀπαιτήσῃ τὸ ὅλον, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Εὐρώπη, ἥτις ἤθελεν ἐκ παντὸς νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελε πιέσει τὴν Πύλην μᾶλλον παρὰ ἡμᾶς.
§32ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ἰδέα σας.
§33ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἰδέα μου.— Πόσας, σήμερον, κύριοι, ὑπάρξεις ἠλευθερώσαμεν, καὶ τί ἐλάβαμεν; ἐλάβαμεν σιτοφόρους τινὰς πεδιάδας τῆς Θεσσαλίας, ἐλάβαμεν ἓξ ἕως ἑπτὰ ἑκατομμύρια προϋπολογισμὸν, ἐλάβαμεν καὶ διακοσίας ὀγδοήκοντα χιλιάδας πληθυσμὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλοὶ εἶναι καταδικασμένοι διὰ τῆς Συνθήκης νὰ μένωσιν αἰωνίως δουλοπάροικοι. Ἡ ἀμυντικὴ ἡμῶν γραμμὴ μένει οἵα ἦτο καὶ πρότερον· ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν παρατεταγμένον εἰς τὰ σύνορα ἡμῶν δέκα πέντε χιλιάδας στρατὸν, ὅπως ἐμποδίσωμεν τὴν εἰσβολὴν τῶν ἐχθρῶν. Οὕτως εὑρίσκονται τὰ σύνορά μας, κύριοι. Ἔπρεπε λοιπὸν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες προέτειναν εἰς ἡμᾶς τὴν παραδοχὴν μόνον τῶν μερῶν ἐκείνων, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι λαμβάνω τὴν γῆν τὴν ὁποίαν μοὶ δίδεις, ἀλλὰ δός μοι καὶ τὴν κλεῖδα καὶ τὴν ἀσφάλειαν· ἡ Εὐρώπη δὲ τότε βλέπουσα τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐὰν ὅλα δὲν παρεδέχετο νὰ παραχωρήσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Συνόδου ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντα, βεβαίως θὰ παρεχώρει τὴν Ἐλασσῶνα. Καὶ δὲν πρέπει, κύριοι, ν’ ἀγνοῆτε ὅτι ἡ Ἐλασσὼν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀμυντικῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, ὡς ἐκ τῆς τοποθεσίας της, εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη· ἄνευ τῆς Ἐλασσῶνος, δὲν ὑπάρχει ἀμυντικὴ γραμμὴ ἐξασφαλίζουσα τὸ Κράτος.
§34Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐὰν δὲν μᾶς ἔδιδον τὴν Ἐλασσῶνα, τί ἐνοούσατε νὰ κάμωμεν;
§35ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.—Ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι ἡ Εὐρώπη δὲν ἤθελε στέρξει νὰ παραχωρήσῃ οὐδὲν πλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπεφάσισεν ἐν Κωνσταντινουπόλει· τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν τότε; Ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβῶμεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Ὁ ἀγὼν δὲ εἰ τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν κατέλθει, δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν τὴν ἀπόκτησιν τῆς Ἐλασσῶνος, τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῆς Πρεβέζης· δὲν θὰ εἶχε ὡς γέρας τοῦτο μόνον, ἀλλὰ θὰ εἶχεν ὡς γέρας τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, ὅτε θὰ ἐλαμβάνομεν ὅ,τι μᾶς ἀνήκει. Ὁποία δὲ θὰ ἦτον ἡ ἔκβασις τοῦ ἀγῶνος ἐκείνου, δὲν ἀπόκειται, κύριοι, εἰς ἐμὲ, οὔτε νὰ προϋπολογίσω, οὔτε νὰ προφητεύσω, διότι ἡ ἱστορία διαγράφει πλεῖστα γεγονότα, τὰ ὁποῖα διέψευσαν πᾶσαν προφητείαν, καὶ πᾶσαν πρόῤῥησιν. Ἕν μόνον γνωρίζω καὶ βεβαιῶ, ὅτι, ἐὰν ἐπήρχετο ἡ ὑψίστη αὕτη στιγμὴ, ν’ ἀναπτυχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐῤῥίπτομεν τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, ἐὰν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ἤθελεν ἀντηχήσει τὸ ἐμβατήριον, «ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε, νῦν ὑπὲρ πάντων ἀγὼν,» ἔχω, κύριοι, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἁγνὸς καὶ ἱερὸς ἐνθουσιασμὸς, ὅστις ἤθελεν ἐξεγερθῆ, ἤθελεν συντρέξει εἰς τὴν αἰσίαν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀγῶνος, ἤθελε δὲ ἀποδειχθῆ ὅτι ἡ γῆ, ἥτις ἐγέννησε τοὺς Κολοκοτρώνης, Καραΐσκους καὶ λοιποὺς ὁπλαρχηγοὺς, κατὰ τὸν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία γῆ δὲν ἔπαυσε τοῦ ν’ ἀναδίδῃ καὶ πάλιν τοιούτους, καὶ ὅτι βεβαίως θὰ ἐγράφομεν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἱστορίαν, τέως ἄσημα γεωγραφικὰ σημεῖα, σύστοιχα μὲ τὴν Γραβιὰν καὶ τὴν Κλείσοβαν, μὲ τὸ Βαλτέτσι καὶ τὰ Δολιανὰ, μὲ τὸ Σαρακηνὸν καὶ τὴν Ματαράγκαν· αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου.
§36ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀποφασίσῃ τις ν’ ἀποθάνῃ, δὲν ζῇ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§37ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ φαίνεται, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν περὶ τῆς ζωτικότητος τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχώρησεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς, παραδεχόμενοι καὶ μὴ διαμαρτυρόμενοι κατὰ τῆς ὑποχωρήσεως ταύτης, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ διαγράφομεν διὰ τῆς ἰδίας ἡμῶν ψήφου τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Σιωπῶντες, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν, εἰμὴ ἐκθέτομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς οὐδεμίαν ἔχει ἀποστολὴν νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν τῷ κόσμῳ. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ παρασκευασθῶμεν ταχέως, ὀφείλομεν νὰ διακηρύξωμεν εἰς τοὺς κραταιοὺς τῆς γῆς, ὅτι ἡ κληρονομία μας δὲν εἶναι λεία Μυσῶν, ἀλλ’ ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ θυσιάσωμεν τὰ πάντα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν· ὀφείλομεν νὰ κηρύξωμεν πρὸς τοὺς δούλους ἡμῶν ἀδελφούς, οὓς ῥαδιουργοῦσι παντοδαποὶ καὶ πολυώνυμοι ἐχθροὶ «ἀδελφοὶ ἐγκαρτερεῖτε, ἀδελφοὶ μὴν ἀποθαῤῥύνεσθε, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα θέλομεν προθύμως τρέξει πρὸς ἀπελευθέρωσιν ὑμῶν·» ὀφείλομεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι δὲν εἴμεθα λαὸς ἐμπόρων καὶ τραπεζιτῶν, ἀλλ’ εἴμεθα λαὸς, δυνάμενος καὶ ἐμπορικὰς πράξεις καὶ τραπεζικὰς νὰ ἐνεργῇ, ἀλλὰ δύναται ἀκόμη νὰ φέρῃ καὶ τὸν σίδηρον εἰς τὴν ἰσχυρὰν αὐτοῦ παλάμην. Ἐκ τῶν εἰρημένων, κύριοι, προδιαγράφεται τὸ πρόγραμμα τῆς ἀναλαβούσης τὰς ἡνίας τοῦ Κράτους Κυβερνήσεως. Ὀφείλει αὕτη νὰ διατάξῃ τὴν σύντονον, ταχεῖαν καὶ πραγματικὴν παρασκευὴν τοῦ Ἔθνους, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ δυνηθῶμεν ἀπροσκόπτως νὰ προβῶμεν εἰς τὸν προορισμὸν ἡμῶν, τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἀνατολῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§38Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ χορηγήσω τὴν συνδρομήν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συντελῶν νὰ ἐπαναχθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ἔθηκεν αὐτό. Ὅταν χθὲς ὁ Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ πρώην πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγῃ πολιτικὴν συζήτησιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς νέας χώρας, ἐκίνησε καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τότε καὶ ἐμοῦ τὴν ἀπορίαν· ἀλλὰ εὗρον κατόπιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δικαιολογίαν τινὰ ἀπὸ αὐτὸν τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ἀπήγγειλεν. Ἐὰν ἀληθῶς τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν συνέταττε τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, εἶχε τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὸν σκοπὸν τῆς μομφῆς ὑπερβασίας τοῦ ὑπουργείου, βεβαίως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλέον τὴν ἀπορίαν διατὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἦναι, ἢ δὲν ἦναι ἄκυρα τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐξέδωκε, καὶ νὰ ἐπιλάβηται τῆς ἐρεύνης τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ ἀναχθῇ μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συνεκροτεῖτο ἐν Κωνσταντινουπόλει ἡ Σύνοδος, κατὰ τὸ 1876, ἵνα κανονίσῃ τὰ ἀνατολικὰ πράγματα. Ἀλλὰ μετὰ τὴν σημερινὴν ἐξήγησιν τοῦ νῦν προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, νομίζω, ὅτι ἐκλείπει ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος, ἐδικαιολόγησε τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅπως ἐπιλάβηται τῆς πολιτικῆς συζητήσεως· διότι, ἀφοῦ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, καὶ ἡμεῖς πάντες ἀπεδέχθημεν τὴν γνώμην αὐτοῦ, σᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀνάγκη ἐπείγει νὰ ψηφισθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποκαταστήσῃ ἐν ταῖς νέαις χώραις τὴν διοίκησιν, τὴν ὁποίαν κρίνει αὐταῖς προσήκουσαν, καὶ ἐζήτησε διὰ τοῦτο ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικήν, ἵνα ἐπιλαβώμεθα αὖθις αὐτῆς κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, θέλομεν τότε δυνηθῆ νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι κεχωρισμένα ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου ἢ τοῦ ἀκύρου τῶν διαταγμάτων, περὶ ὧν διατάσσει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς τὸ παραιτηθὲν ὑπουργεῖον ἀπεδέχθη τὴν γραμμὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐὰν κακῶς ἢ καλῶς ὑπέγραψε τὴν Σύμβασιν, ποία εἶναι ἡ πορεία τοῦ ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος, πῶς ἤρχισε καὶ ποῦ κατέληξε, νομίζω, ὅτι ὅσοι ἔχουσι περισσότεραν ἐμοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην ὀφείλουσι νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτά, ἐγὼ δὲ δίδω αὐτοῖς πρῶτος τὸ παράδειγμα, ἀναβάλλων πᾶσαν περὶ τούτων πολιτικὴν συζήτησιν, καὶ περιοριζόμενος εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρ. 14 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἤτοι τὸ περὶ τοῦ κύρους τῶν Διαταγμάτων. Ἀναγκάζομαι μάλιστα χάριν τοῦ λόγου τούτου, τοῦ κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ὁποῖον ἀναγνωρίζω, νὰ παραιτήσω καὶ πάντας τοὺς ἄλλους δευτερεύοντας καὶ τριτεύοντας λόγους καὶ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ προβάλω εἰς τὰς σκέψεις ὑμῶν, ἐξετάζων καὶ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Περιορίζω δὲ τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ μόνου τοῦ ἄρθρ. 14, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε καί τινας ἄλλους τῶν κκ. βουλευτῶν. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου ἢ ἀκύρου Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νομοθετικὴν σημασίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἐξουσία ἄλλη, καὶ οὐχὶ ἡ νομοθετική, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν· διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὁ θεμελιώδης νόμος διαιρεῖ τὰς πολιτειακὰς ἐξουσίας εἰς τὴν νομοθετικήν, τὴν νομοτελεστικὴν καὶ τὴν δικαστικήν, ἀπαγορεύει δὲ τὴν ἀνάμιξιν τῆς μιᾶς ἐξουσίας εἰς τὴν ἑτέραν. Εἶναι προσέτι ζήτημα κοινοβουλευτικόν, διότι δύναται ν’ ἀναχθῇ εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ εἰς τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Ἐὰν ἡ ἔρευνα τῆς εὐρύτητος τῆς ἐξουσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς ἤθελε μᾶς ἀναγκάσει νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὰς αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἐπήνεγκον τὴν ἀπουσίαν τῆς νομοθετικῆς, κατὰ τοῦτο μόνον θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐγγίσωμεν τὴν πολιτικὴν συζήτησιν. Μοὶ ἐφάνη μάλιστα χθές, ὅταν ἤκουον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀνατρέχοντα εἰς τὴν Γαλλικὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ σᾶς παραστήσῃ τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας οἱ λαοὶ προσέφερον, διὰ νὰ κατορθώσωσι τὴν διάκρισιν τῶν Ἐξουσιῶν, μοὶ ἐφάνη ὅτι κατηνάλωσε τὸν χρόνον εἰς μάτην, διότι εὐτυχῶς οὐδὲν ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὡς μὴ εὑρισκόμενοι εἰς παραπλησίαν θέσιν, ἀφοῦ οἱ θεσμοὶ τοῦ Κράτους μας ἀνέγραψαν καὶ κατὰ τὸ 1844 καὶ κατὰ τὸ 1864 τὴν διάκρισιν τῶν Ἐξουσιῶν, οὐδὲ νεοφανές τι πρόκειται νὰ ζητήσωμεν οὔτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὔτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς ἐνεδείξαμεν καὶ ὡδηγήσαμεν εἰς τὸ Στέμμα, ἐὰν αὐτοὶ κατεχράσθησαν τῆς ἐμπιστοσύνης, μεθ’ ἧς περιεβάλαμεν ἡμεῖς αὐτούς, ἢ οὔ. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν ζήτημα, ἐὰν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐνασκῇ καὶ ἔργα νομοθετικά, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔλυσε διαρκῶς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὑπείκουσα εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, δύναται νὰ προβῇ εἰς νομοθετικὰ ἔργα ὑπὸ ἰδίαν αὐτῆς εὐθύνην. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ὅταν μέγα δημόσιον συμφέρον διατελῇ ἐν προφανεῖ κινδύνῳ, καὶ ὅτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναι παροῦσα, διὰ νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν της πρὸς διάσωσιν τοῦ μεγάλου τούτου ἐθνικοῦ συμφέροντος, τότε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει καθῆκον νὰ διασώσῃ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συμφέρον, ὑποβαλλομένη κατόπιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο, ἐάν ποτε ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς παραπλησίαν ἀνάγκην, ὀφείλει εὐθὺς ὡς συγκληθῇ τὸ Κοινοβούλιον, νὰ προσέλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν συγγνώμην, ν’ ἀναφέρῃ τὸ γεγονὸς καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τῆς ἀφέσεως παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἡ γνώμη μου αὕτη δὲν εἶναι γνώμη ἐμοῦ μόνον· πολλοὶ ἄλλοι ἔχουσι τὴν γνώμην ταύτην. Δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ πρὸς κύρωσιν αὐτῆς τὴν γνώμην ἄλλων πολιτευτῶν, οἵτινες ἐθεωρήθησαν ἄξιοι διακρίσεως διὰ τὴν ἐμβριθῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν πεφωτισμένην γνῶσιν τῶν περιστάσεων τοῦ τόπου των, καὶ διὰ τοῦτο ἀνήχθησαν ὑπὸ τὰ Κοινοβούλια τῆς πατρίδος των εἰς θέσιν, ἥτις περιέβαλε διὰ κύρους τὴν γνώμην των. Ἔν τινι Κοινοβουλίῳ εἷς βουλευτὴς ἠρώτησε τοιοῦτον πολιτευτήν, καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν: Κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· διατάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξεδόθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν νόμων, δὲν νομίζετε, ὅτι εἶναι πράξεις ἄκυροι, ὅτι εἶναι ἓν οὐδέν; Καὶ τί ἀπήντησεν ὁ πολιτευτὴς ἐκεῖνος; «Ὁ τύπος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ βουλευτής, εἶναι τύπος, ὅστις ἀπαύστως παραβιάζεται, καὶ ὅστις πρέπει νὰ παραβιάζηται, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐκτελῇ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοιούτου παραβιασμοῦ, τουτέστι νὰ ἀποφαίνηται περὶ αὐτοῦ, καὶ νὰ χορηγῇ ἢ νὰ ἀρνῆται τὴν ἄφεσιν. Χορηγοῦσα ὅμως τὴν ἄφεσιν, ἀφορᾷ ἡ Βουλὴ οὐχὶ εἰς τὸν τύπον, ἀλλ’ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταδικάσῃ Κυβέρνησιν οὐ μόνον διότι παρεβίασε τὸν τύπον βλάψασα συνάμα καὶ τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν παρεβίασε τὸν τύπον, ἂν μὴ παραβιάσασα τὸν τύπον ἔβλαψε διὰ τοῦτο τὴν οὐσίαν. Βλέπετε, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ πολιτευτοῦ τούτου εἶναι γνώμη εὐρυτέρα, εἶναι γνώμη χωροῦσα περαιτέρω τῆς γνώμης τῆς ἰδικῆς μου· διότι ἐγὼ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τύπος ἡ εἰς τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τοιούτων ἐνδεχομένων ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει ν’ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι, καὶ ἑπομένως ὅταν βλέπῃ κινδυνεύοντα συμφέροντα ἐθνικὰ, τῶν ὁποίων τὸ μέγεθος ἀφίνεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν αὐτῆς, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ συνέλθῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὀφείλει νὰ διασώσῃ αὐτὰ τὰ συμφέροντα ὑπερβαίνουσα τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διεγράφησαν εἰς αὐτήν. Καὶ ὁ πολιτευτὴς, ὁ ἐξηγήσας τὴν εἰρημένην γνώμην, εἶναι ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀδιάφορος εἰς ὑμᾶς. Ἐξ ἐναντίας ἡ γνώμη αὐτοῦ αὕτη, νομίζω, ὅτι θέλει ἐνασκήσει μεγάλην πειθὼ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ὁ ἡγέτης τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς ὁ πολιτευτὴς, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην σᾶς ἀνέγνωσα. Τοὺς λόγους καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Τρικούπης πέρυσιν, ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω παρόντα, ὁ ὁποῖος ὅμως τότε διεφώνει πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ἐφέτος δ’ εὐτυχῶς περιῆλθεν ἐν πλήρει μετ’ αὐτοῦ συμφωνίᾳ, ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἐνεστῶτα κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ ἑλληνικῇ, ἐὰν ἀνατρέξῃ τις, δὲν θέλει εὕρει νομοθετήματα ἀκυροῦντα πρᾶξιν, εἴτε τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, εἴτε τῆς νομοθετικῆς, εἰμὴ μόνον τὸν νόμον τοῦ 1875, διὰ τοῦ ὁποίου ἠκυρώθησαν νόμοι τοῦ Κράτους. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐκηρύχθησαν ἄκυροι ἐξ ὑπαρχῆς καὶ ἐκηρύχθησαν εὐλόγως. Καὶ ἐγὼ τότε ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔδωκα προθύμως τὴν ψῆφόν μου, διὰ νὰ ἀκυρωθῶσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι. Ἀλλὰ διατὶ ἐκηρύχθησαν εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυροι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι; Ἐκηρύχθησαν ἄκυροι ἐξ ὑπαρχῆς, διότι περιεῖχον τὸ ψεῦδος, ἐβεβαίουν γεγονότα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ. Οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἔλεγον, ὅτι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐνῷ δὲν εἶχον ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὑπὸ βουλευτῶν· διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, οἵτινες εἶχον ψηφίσει αὐτούς, δὲν ἀπετέλει τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, ἑπομένως δὲν παρίστα τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὰ Διατάγματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν περιέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς ψεῦδος κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους. Ἀναφέρουν, ὅτι ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν ὑπουργῶν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἀρνοῦνται ὅτι ἐπρότειναν αὐτά· φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ αὐτήν. Διατὶ λοιπὸν κηρύσσετε ἐξ ὑπαρχῆς αὐτὰ ἄκυρα; Διότι ἡ ἀρχή, ἥτις ἐξέδωκεν αὐτά, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτα διατάγματα. Ἀλλ’ ἀρνεῖσθε ὅτι αὐτὴ ἡ ἀρχή, ἥτις ἐξέδωκε αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, ὄχι μόνον εἶχε τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ εἶχε τὸ καθῆκον νὰ ἐκδώσῃ τὰ διατάγματα ταῦτα, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ συμφέροντα μεγάλα τοῦ Κράτους; Ἐγώ, ὡς εἶπον, δὲν συμμερίζομαι τὴν εὐρύτητα τῆς γνώμης αὐτοῦ, καὶ παραδέχομαι μόνον τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν τῶν ὑπουργείων, ὅταν ἦναι ἀδύνατος ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς. Καὶ συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην, ὅταν ὡς ὑπουργὸς εὑρέθην εἰς παραπλησίαν ἀνάγκην, δὲν ἐδίστασα νὰ προκαλέσω τὴν ἔκδοσιν διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζοντο σχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχρῃζον νομοθετικοῦ κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως κατεστάθη καταφανὲς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι παροῦσα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Καὶ εὐθὺς ὡς συνεκλήθη τὸ Κοινοβούλιον, παρέστην ἐνώπιον αὐτοῦ, καὶ μετὰ τῆς ὀφειλομένης εὐλαβείας, εἰσήγαγον τὸ διάταγμα ἐκεῖνο καὶ ἐζήτησα τὴν ἄφεσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἐξεδόθη ὁ νόμος ΨΠΔʹ τῆς 30 Ἰανουαρίου 1880, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυρώθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα τῆς 18 Ἰουλίου 1879, τὸ ἐκδοθὲν πρὸς μεταῤῥύθμισιν τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ τὴν 4 Σεπτεμβρίου 1878 συμβάσεως, ἥτις εἶχε κυρωθῆ διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1878 ΨΛΔʹ νόμου. Λοιπὸν δὲν πρέπει ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς μόνην τὴν ἔρευναν ἂν πρᾶξίς τις, ἡ ὁποία ἔχῃ τοὺς ἐξωτερικοὺς τύπους διατάγματος, ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη ἔχῃ σημασίαν νομοθετικὴν ἢ ὄχι, καὶ εὐθὺς ὡς διαγνώσητε, ὅτι ἔχει σημασίαν νομοθετικήν, ν’ ἀκυρώσητε αὐτὴν ἀμέσως καὶ νὰ κηρύξετε, ὅτι τὴν θεωρεῖτε ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσητε, ἂν καθ’ ὃν χρόνον ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἐξεδίδετο, ἂν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον νὰ ἦτο παροῦσα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· διότι, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο παροῦσα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τότε πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἄλλο τι, τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τῆς πράξεως, νὰ ἐξετάσητε ἂν πράγματι ἐκινδύνευε δημόσιον συμφέρον, καὶ ἂν ἡ γενομένη πρᾶξις σκοπὸν εἶχε τὴν διάσωσιν αὐτοῦ. Ἂν ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι οὐδὲν δημόσιον συμφέρον ἐκινδύνευε, τότε βεβαίως πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἐπέδραμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν, ἐπέδραμεν ἄνευ ἀνάγκης, ἐποιήσατο κατάχρησιν τῆς ἐμπιστοσύνης, δι’ ἧς τὴν περιεβάλετε, καὶ δύνασθε νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς οὐ μόνον πολιτικὰς, ἀλλὰ καὶ ποινικὰς εὐθύνας· ἂν ἠθέλετε πεισθῆ, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι παροῦσα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ νὰ λειτουργῇ, καὶ ἑπομένως δυνατὸν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα νομοθετήσῃ διὰ Διαταγμάτων, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην πρέπει νὰ ζητήσετε εὐθύνας παρὰ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες κατεχράσθησαν τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ τῆς ὁποίας περιεβάλετε αὐτούς. Τὰ διατάγματα δὲν εἶναι ὑπεύθυνα, εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται κακὴν χρῆσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῆς Βουλῆς. Αἱ γενικαὶ αὗται γνῶμαι, τὰς ὁποίας ἐξήγησα εἰς ὑμᾶς, ποίαν ἔχουσιν ἆρα γε ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Τὰς γνώμας ταύτας ἀκολουθῶν, ὀφείλω ἐγὼ πρῶτος νὰ ἐρευνήσω ἂν τὸ ὑπουργεῖον τὸ παραιτηθὲν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον ἐκήρυξεν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα, ἂν ἐνομοθέτησε κατ’ ἀνάγκην, ἢ ἂν ἐποιήσατο κατάχρησιν τῆς ἀνατεθειμένης ἐξουσίας, νὰ ἐρευνήσω, ἂν διὰ τῶν διαταγμάτων τούτων διεσώθησαν ἀληθῶς δημόσια συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔκθετα, ἢ ἠδύναντο τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα νὰ διασωθῶσι καὶ ἄνευ διαταγμάτων, οὐδ’ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ ὑπουργεῖον νὰ ποιήσῃ τὴν ἐπιδρομὴν ταύτην εἰς τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἀρχῆς. Ἡ ἔρευνα αὕτη μὲ ἀναγκάζει νὰ προσεγγίσω τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις προσδιωρίσθη νὰ γένηται κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Καὶ ἀληθῶς πρέπει νὰ ἐρωτήσω, διατὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἦτο παροῦσα καθ’ ὃν χρόνον τὸ ὑπουργεῖον διωργάνωσε τὰς προσαρτηθείσας χώρας, διὰ νὰ διοργανώσῃ αὐτὰς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία διὰ νόμου καὶ ἀπαλλάξῃ οὕτω τὸ ὑπουργεῖον τῆς ἀνάγκης, ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον τοῦτο διὰ διαταγμάτων νομοθετικῶν; Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠδύνατο καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι παροῦσα. Ὅταν ἀπῆλθεν ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐκυβέρνα τὸν τόπον αὐτῆς ἀπούσης, τὸ ὑπουργεῖον εὑρέθη ἐνώπιον μεγάλου συμβεβηκότος, τῆς ὁμοφώνου συστάσεως, τὴν ὁποίαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἀπηύθυναν εἰς αὐτὸ, ἵνα παραδεχθῇ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἶχον αὗται ἀποδεχθῆ καὶ προσδιορίσει. Ἦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ ν’ ἀποδεχθῇ γραμμὴν ἄλλην ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἡ ὁμόφωνος ἀπόφασις τῶν μεγάλων Δυνάμεων πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶχε προσδιορίσει; Ἀποφαίνομαι πεποιθότως, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν αὑτοῦ. Ἀποδεξάμενον λοιπὸν τὴν γραμμὴν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, ἠθέτει τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἶχε μείνει κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ Κοινοβουλίου ἐν τῇ ἐμπιστοσύνῃ αὐτοῦ· ἑπομένως τὸ ὑπουργεῖον περιήγαγεν αὐτὸ ἑαυτὸ ἐν τῇ μειοψηφίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἠθέτει τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀποδεχθῆ, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῆς ὁποίας μέλλει νὰ κυβερνᾷ τὸν τόπον ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς πράξεως τῆς ἀποδοχῆς τῆς γραμμῆς τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὑρίσκετο ἐν μειοψηφίᾳ, ἐστερήθη πλέον τῆς πλειοψηφίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἐστερήθη τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Εἰς τοιαύτην περιερχόμενον θέσιν τὸ ὑπουργεῖον, εἶχεν ἓν καθῆκον, εἴτε νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν γραμμὴν καὶ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν προηγουμένως καὶ νὰ ἐκθέσῃ εἰς αὐτὴν τὰ συμβεβηκότα καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, ἢ ἂν δὲν ἔπραττε τοῦτο καὶ ἀπεδέχετο αὐτὸ μόνον τὴν γραμμὴν, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου νὰ ἀποφήνωνται γνώμην ἐπὶ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν οὐχὶ ὡς πλειοψηφία, ἀλλ’ ὡς μειοψηφία τοῦ Ἔθνους.
§39ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ τὸ ζήτημα;
§40ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἦτο ἐνδεχόμενον ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου μέχρι τῆς 2 Ἰουνίου, ὅτε ὑπέγραψε τὴν Σύμβασιν περὶ προσαρτήσεως τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν, καὶ ἂν ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἦτο ἀπηλλαγμένον τῆς ἀνάγκης νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἡμέραν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτέθη τὴν ἑαυτοῦ ὑπογραφὴν ἐπὶ τῆς Συμβάσεως, τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔπρεπε συγχρόνως νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἤκουσα μίαν φωνὴν νὰ μ’ ἐρωτήσῃ, καὶ τὸ ζήτημα; Τί ἔστι τὸ ζήτημα; εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς γραμμῆς; Ἀπεδέξατο ἤδη αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον. Εἶναι ἡ ὑπογραφὴ τῆς Συμβάσεως; ὑπέγραψεν ἤδη τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ οἱ ἐρωτῶντες ἀντὶ νὰ μοι ἀπευθύνωσι τοιαύτην ἐρώτησιν ὤφειλον νὰ ἐνθυμηθῶσι ποῖον ἄλλο ζήτημα ἔμενεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι, ἀφ’ οὗ τὸ ὑπουργεῖον ἀπεδέξατο τὴν γραμμὴν, ἀφ’ οὗ ὑπέγραψε τὴν Σύμβασιν, ὤφειλε νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις του μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ δὲν εἶχεν ἀπόλυτον καὶ τυφλὴν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τηρήσῃ τὴν μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου συμπεφωνημένην πολιτικήν. Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι, ἀφ’ οὗ τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, δὲν ἤθελεν ἔχει πλέον τὴν ἰδιότητα, ἥτις ἔδιδεν αὐτῷ τὴν ἐξουσίαν νὰ ὑπογράψῃ τὴν Σύμβασιν. Διὰ νὰ κανονίσῃ δὲ τὸ ὑπουργεῖον τὰς σχέσεις του μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπῃτεῖτο νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, ἢ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπὶ τῆς πολιτείας του ταύτης γνώμην τῶν ἐκλογέων τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔπραξεν οὕτω. Τὸ ὑπουργεῖον ἀφῆκε καὶ παρῆλθεν ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ἀπὸ τῆς παραδοχῆς τῆς γραμμῆς τῆς Κων/πόλεως μέχρι τῆς παραδοχῆς τῆς Συμβάσεως περὶ τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν· ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συμβάσεως περὶ προσαρτήσεως τῶν ἑλληνικῶν χωρῶν μέχρι τῶν παραμονῶν τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ καὶ ἄνευ προσκλήσεως εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συνέλθῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ τότε ἀπετάθη πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου καὶ ἐζήτησε νὰ ἀποφήνωνται γνώμην περὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ. Οὕτω δὲ τὸ ὑπουργεῖον, ἀφ’ ἧς ἀπεδέχθη τὴν γραμμὴν τῆς Κων/πόλεως μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὑμεῖς συνελθόντες ἐδῶ ἀπεφήνασθε πολιτικὴν γνώμην ἐπὶ τῆς τύχης αὐτοῦ, ἐκυβέρνα ἐν μειοψηφίᾳ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ ἡ λειτουργία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος δὲν ἦτο πλέον γνησία καὶ ἀληθής.
§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι γνωστόν;
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· κατὰ τὴν ἰδέαν μου, κατὰ τὸ σύστημα τῶν ἰδεῶν μου. Ἤκουσα χθὲς τὸν διακόψαντα τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναμνήσαντα εἰς αὐτὸν τὴν κατὰ τὸ 1869 πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας. Καὶ εἶπεν ὁ διακόπτων τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης διέλυσε τὴν Βουλὴν. Καὶ αὐτὸ τὸ εἶπεν ἴσως μὲ τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀποστομώσῃ τὸν βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς. Ὅταν ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐκλήθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἐγένετο αὐτῷ ἡ πρότασις ν’ ἀποδεχθῇ τὸν σχηματισμὸν ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς ἐν Παρισίοις Συνόδου, ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐγνώριζε καὶ τὸ Στέμμα ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ Ζαΐμης δὲν ὑπεδεικνύετο ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου τότε δὲν ἔστεργε ν’ ἀσπασθῇ τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἔμελλε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν τόπον, καὶ ὑπεστήριζε Κυβέρνησιν, ἥτις ἠρνεῖτο νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς ἐν Παρισίοις Συνόδου. Διὰ τοῦτο τὸ Στέμμα προσέφυγεν εἰς τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ δὲ ἀείμνηστος Ζαΐμης ἐγνώριζε ποῖον καθῆκον ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καλεῖται ὑπὸ τοῦ Στέμματος νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὅταν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν πλειοψηφίαν· ἐγνώριζεν ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ προσφεύγῃ καὶ εἰς τὴν μειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου· ἀλλ’ ἡ μειοψηφία ἔχει τότε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητῇ ἀμέσως τὴν ἀπόφασιν τῶν ἐκλογέων, τὴν περὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐτυμηγορίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ μετὰ πόσον καιρὸν διελύθη τότε ἡ Βουλή;
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ δύω μῆνας περίπου. Τὴν 25 Ἰανουαρίου ὡρκίσθη τὸ ὑπουργεῖον καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου διελύθη ἡ Βουλή. Ἀποτείνεται τότε τὸ ἐκ τῆς μειοψηφίας σχηματισθὲν ὑπουργεῖον πρὸς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐκφράζει τὴν γνώμην του ἐὰν εἶχε δίκαιον ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἠκολούθει τὴν μίαν πολιτικὴν, ἢ ἐὰν ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου ἡ μειοψηφία, ἡ ὁποία ἠσπάσθη τὴν ἐναντίαν πολιτικήν. Δὲν γνωρίζω διατί πολλάκις συγχύζονται αἱ συζητήσεις διὰ παραβολῆς συμβεβηκότων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὰ στοιχεῖα τῆς παραβολῆς. Ἀληθῶς, ἂν ἤθελε παραβάλει τις τὴν πρᾶξιν τῆς 31 Μαρτίου 1881 πρὸς τὴν πρᾶξιν τῆς 25 Ἰανουαρίου 1869, ἤθελε, νομίζω, περιπέσει εἰς τὴ αὐτὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διέκοπτε χθὲς τὸν ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν, διότι δὲν ὑπάρχουν ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἑτέρα περιπτώσει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τοὺς ὅρους τῆς παραβολῆς. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ Κρητικὴ ἐπανάστασις εἶχεν ἐκπνεύσει. Δὲν ἐζητεῖτο δὲ παρ’ ἡμῶν ν’ ἀναγνωρίσωμε τὴν ὑποταγὴν τῆς Κρήτης εἰς τὴν κυρίαρχον αὐτῆς Δύναμιν, εἰς τὴν Τουρκίαν· ἐζητεῖτο μόνον ν’ ἀναγράψωμεν ἐν τοῖς τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τὰς ὁποίας ὅλαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις εἶχον ἀναγράψει. Ἐὰν τὸ δυστυχὲς ἐκεῖνο συμβεβηκὸς ἤθελεν ἐξετάσει ὁ ἱστορικὸς τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, ἤθελεν ἴσως ἀνεύρει, ὅτι ὑπῆρξε σπατάλη πολυτίμου αἵματος ἀγῶνος, ἐμπνευσθέντος ὑπὸ εὐγενεστάτου αἰσθήματος, πατριωτισμὸς ἀνώτερος πάσης ἀντιῤῥήσεως, καὶ ὅτι ὅλα ταῦτα κατηναλώθησαν εἰς πλημμελῆ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, Διὰ νὰ μὴ εἴπω εἰς ἀμάθειαν πολιτικήν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ βασιλείῳ Ἴσως θὰ ἀνεύρῃ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐτέθη ὁ πρῶτος ἀδάμας εἰς τὸ στέμμα ἑνὸς Κράτους, ἐνῷ ἡ ἡρωϊκὴ νῆσος, μετὰ 15 ἔκτοτε ἔτη μόλις ἠδυνήθη νὰ βελτιώσῃ κατά τι τὴν ἐσωτερικὴν αὑτῆς ζωὴν διὰ τινων διοικητικῶν μεταῤῥυθμίσεων. Ἐὰν λοιπὸν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχῃ καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰς περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας γνώμας, τὰς ὁποίας ἐδήλωσε πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει ὁ ἡγέτης αὐτῆς, ἐὰν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχῃ τὴν αὐτὴν, ἣν καὶ ἐγὼ ἔχω γνώμην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ ὅτι δὲν ἦτο ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ εὑρεθῇ τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ τοῦ διλήματος, ἢ νὰ νομοθετήσῃ ἢ ν’ ἀφήσῃ ἐν παραλύσει τὰς νέας χώρας, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει ἐξουσίαν νὰ ζητήσῃ τοὺς ὑπευθύνους καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν εὐθύνας, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὰ Διατάγματα ἐν ἡσυχίᾳ, διότι ταῦτα δὲν εἶναι τὰ ὑπεύθυνα, οὔτε δι’ ἑαυτὰ οὔτε διὰ τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἐκανόνισαν. Νομίζω μάλιστα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀντίφασις, ἐὰν τὸ Κοινοβούλιον ἐτιμώρει οὐχὶ τοὺς ὑπευθύνους τῶν πράξεων, ἀλλὰ τὰς πράξεις. Καὶ ἀληθῶς ἢ ἔχετε τὴν γνώμην, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ὡμολογημένην ἐνομοθέτησε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ζητεῖτε παρ’ αὐτοῦ εὐθύνας, ἀλλὰ τότε πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν Διαταγμάτων ἦτον ἀναποφεύκτως ἀναγκαία, διότι ἄλλως ἤθελον ἐκτεθῆ εἰς ἀναντίῤῥητον κίνδυνον μεγάλα συμφέροντα οὐχὶ μόνον τῶν νέων χωρῶν, ἀλλὰ καὶ τοῦ λοιποῦ βασιλείου· ἢ νομίζετε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐποιήσατο κατάχρησιν τῆς ἀνατιθεμένης αὐτῷ ἐξουσίας, ἤτοι ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ νομοθετήσῃ, καὶ ὅμως ἐνομοθέτησε, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ παροῦσαν τὴν Βουλὴν καὶ ὅμως δὲν συνεκάλεσεν αὐτήν, ἀλλὰ τότε ἀποτάθητε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ζητήσατε εὐθύνας παρ’ αὐτοῦ, καὶ ἢ ἀρκεσθῆτε, ὡς φαίνεται ὅτι ἀρκεῖσθε, εἰς μόνην τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὴν ἀφαίρεσιν μόνης τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν εἴχετε μαρτυρήσει πρὸς αὐτὸ, εἰς μόνον, ὅτι ἐῤῥίψατε αὐτὸ καὶ ἄλλο ἐθέσατε εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἢ ἂν δὲν ἀρκῆσθε εἰς τοῦτο, ζητήσατε παρ’ αὐτοῦ ποινικὰς εὐθύνας, ἀλλ’ ἀφήσατε ἥσυχα τὰ Διατάγματα. Νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσητε καὶ ἄλλην εὐθύνην ποινικήν; Ἀποταθῆτε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ καταδιώξατε αὐτό. Δὲν θέλετε νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ εὐθύνην, διότι νομίζετε, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον κατ’ ἀνάγκην ἐνομοθέτησε; Τότε μὴ ἀμφισβητῆτε τὸ κῦρος τῶν Διαταγμάτων, διότι, ἐὰν δὲν ἤθελον ἐκδοθῆ τὰ Διατάγματα αὐτὰ, αἱ προσαρτηθεῖσαι εἰς τὸ Βασίλειον χῶραι ἤθελον μείνει ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων αὐτῶν ἤθελον καταστραφῆ, ὄνειδος δὲ ἤθελε προστριβῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ ὁποῖον οὕτω πως ἐνέκρινε νὰ ἐγκαινιάσῃ τὴν εὐνομίαν ἐν ταῖς νέαις χώραις. Νομίζω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ἄλλας ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀκολουθήσει τὴν ψῆφόν σας, ἐὰν δώσητε αὐτὴν ὑπὲρ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Θέλετε εὑρεθῆ εἰς δυσκολίαν νὰ προσδιορίσητε ἀπὸ πότε ἤρχισεν ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων, οἵτινες εἰσήχθησαν εἰς τὰς νέας χώρας· διότι τὰ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων εἰσήχθησαν οἱ νόμοι, ἦσαν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα. Ἑπομένως οὐδὲ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν ἦτο ἔγκυρος· καὶ θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ ἀποδεχθῆτε, ὅτι καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ χρονικὸν διάστημα διῆλθεν ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ λωρὶς τῆς Ἠπείρου ἄνευ νόμων. Ἐὰν ἐγένοντο ἰδιωτικαὶ διαθῆκαι ἐν Θεσσαλίᾳ, πῶς θέλετε κανονίσει ταύτας, ἀφοῦ τὸ Διάταγμα, δι’ οὗ εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ διαθηκῶν, δὲν εἶχε καμμίαν ἰσχὺν καὶ ἦτο ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρον, καὶ ἀφοῦ ἀκόμη αἱ τοιαῦται πράξεις δὲν εἶναι οὐδὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις οὐδὲ πράξεις ἔχουσαι δικαστικὸν τύπον, ἵνα ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς ἐξαιρέσεις; Ἠθέλετε εὑρεθῆ εἰς μυρίας ἀμφιβολίας πρὸ διαφόρων συναλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένετο, πρὸ τοῦ συναλλάγματος τοῦ ἐνεχύρου π. χ. οὐδὲ θέλετε δυνηθῆ νὰ κανονίσητε τὰς τοιαύτας συναλλαγάς. Θέλετε τέλος πάντων εὑρεθῆ εἰς ἀμηχανίαν πρὸ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλετε ψηφίσει, καὶ τὸ ὁποῖον, λησμονῆσαν ὅτι ἐκήρυξεν ἄκυρα τὰ Διατάγματα ἐξ ὑπαρχῆς, μνημονεύει οὐχ ἧττον τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν καὶ στηρίζει τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, τὰς ὁποίας αὐτὰ ταῦτα τὰ ἄκυρα ἐξ ὑπαρχῆς Διατάγματα προσδιώρισαν. Εἶπέ τις τῶν προαγορευσάντων, ὅτι συντελεῖται καὶ ἄλλη ἀδικία, ἀδικία πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν δημοσίαν ἐντολὴν ἐν ταῖς νέαις χώραις, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐντολὴ θεωρεῖται ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρος. Καὶ εἶπεν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου τιμωροῦνται τὰ ἄτομα ταῦτα. Τὰ ἀδικήματα πρὸς τὰ ἄτομα δὲν εἶναι ἄξια μελέτης πρὸ ζητημάτων, οἷα ἦσαν τὰ ἐκτεθέντα. Προετίμων ὅμως ἀντὶ τιμωρίας πρὸς τὰ ἄτομα, τὰ δεχθέντα δημοσίαν ὑπηρεσίαν, νὰ ὑπάρξῃ ἔλλογος τιμωρία πρὸς τοὺς ὑπαιτίους. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ εὐλόγου τιμωρίας τῶν ἀτόμων, δὲν ἤθελον κάμει οὐδένα λόγον περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρευσε πρὸ μικροῦ ἐντεῦθεν, ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐγὼ εἰλικρινῶς δὲν εὑρίσκω τὰ ἄτομα, τὰ δεχθέντα ἐν ταῖς νέαις χώραις ὑπηρεσίαν, ἄξια τιμωρίας. Ἐὰν καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἀνελάμβανον τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, δὲν εὑρίσκετο πολίτης Ἕλλην στέργων νὰ δεχθῇ δημοσίαν ἐντολὴν καὶ νὰ ἀναλάβῃ ἐν αὐταῖς ταῖς ἐπαρχίαις δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τότε αἱ νέαι χῶραι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διοικηθῶσιν. Εἶδον τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἀξιοῦντες, ὅτι ἦσαν οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολίτευσις, ἐζήτουν νὰ ἐκβιάσωσι τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς συγκλήσεως τοῦ Κοινοβουλίου· δὲν ἠννόησα ὅμως τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον μετῆλθον, ἵνα καταπτοήσουν τοὺς ἰδιώτας διὰ νὰ μὴ δεχθῶσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὴν γνώμην μου μάλιστα οἱ ἰδιῶται ἐκεῖνοι οὐ μόνον δὲν ἦσαν ἄξιοι τῶν ὕβρεων, ἃς ἐξετόξευσαν κατ’ αὐτῶν, καὶ τῶν ἀπειλῶν, ἀλλ’ ἦσαν ἄξιοι ἐπαίνου, διότι καὶ ὑβριζόμενοι καὶ ἀπειλούμενοι δὲν ἐδίστασαν νὰ προσενέγκωσι τὴν ὑπηρεσίαν των εἰς τὸ Κράτος, μὴ πτοηθέντες οὐδὲ ἀπὸ τὰς ἀπειλὰς, αἵτινες ἐξετοξεύθησαν κατ’ αὐτῶν. Ἐὰν δὲ τὸ ἄρθρον 14 εἶχε προσεχῆ ἢ πόῤῥω, ὡς νῦν λέγουσι, σκοπὸν νὰ τιμωρήσῃ τὴν εἰς τὰς ἀπειλὰς ταύτας παρακοὴν ἐκείνων, οἵτινες ἐδέχθησαν δημοσίαν ἐντολὴν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν ὁρισμὸν, τὸν ὁποῖον δίδουσιν εἰς τὴν τιμωρίαν, καὶ ἐκ τοῦ ὁρισμοῦ τούτου νὰ χαρακτηρίσω τὸν τοιοῦτον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Λέγουσιν ὅτι ἡ τιμωρία εἶναι ἀφαίρεσις ἀγαθοῦ, γινομένη πρὸς καταναγκασμὸν τοῦ ἀτόμου, ἵνα ἀσχοληθῇ πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἀποδειχθείσης μειώσεως τῆς ἠθικότητός του. Ἐὰν λοιπὸν ἡ τιμωρία τῶν ἀτόμων τούτων ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐπαναγάγῃ τὴν μειωθεῖσαν ἠθικότητα αὐτῶν, διὰ τὰ ἄτομα, τὰ ἀποδεχθέντα τὴν δημοσίαν ἐντολὴν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν ἀπέδειξαν μείωσιν ἠθικότητος, οὐδ’ εἶναι ἄξια τιμωρίας. Ἀλλὰ τότε αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζουσιν ὡς τιμωρίαν, ἀφοῦ δὲν εἶναι τιμωρία, εἶναι ἐκδίκησις. Ἀλλ’ ἡ ἐκδίκησις ἠμπορεῖ νὰ ἀρέσκῃ εἰς τὰ ἄτομα, καὶ ἰδίως εἰς τινας φύσεις, αἵτινες αἰσθάνονται ὑπὲρ τὸ δέον τὴν ἡδύτητα τοῦ αἰσθήματος τῆς ἐκδικήσεως, δὲν προσήκει ὅμως εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Διὰ τοῦτο, κύριοι, προβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, τὴν ἑξῆς: «Τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 καὶ μετέπειτα ἐκδοθέντα πρὸς ὀργάνωσιν τῶν εἰς τὸ Κράτος προσαρτηθεισῶν νέων χωρῶν Β. Διατάγματα ἀκυροῦνται, ἅμα τῇ κατὰ τὸ 1 ἄρθρον τοῦ παρόντος νόμου δημοσιεύσει αὐτοῦ. Τὰ δὲ περὶ κυρώσεως συμβάσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύοντα, εἰσαχθήσονται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐκ τούτων χρήζοντα νομοθετικῆς κυρώσεως.»
§45ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀκολουθῶν τὸν σεβαστὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις ἤρξατο τοῦ λόγου του ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω, ὅτι περιορίζεται σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρεστάθη μάλιστα ὡς κατεπείγουσα ἡ ταχυτέρα ἐπιψήφισις αὐτοῦ, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπιφυλαττόμενος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡμεῖς θὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ θὰ ἐξαντλήσωμεν τὸ ζήτημα, διότι εἰς τὴν ἀπάντησιν δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ κάμωμεν κανένα λόγον.
§47Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω κυρίως ζητήματα παράγονται ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου: ἓν ζήτημα καθαρῶς πολιτικὸν καὶ ἓν ἕτερον καθαρῶς νομοθετικόν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ πολιτικὸν, συνίσταται εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τὴν διοργάνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν· τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ νομοθετικὸν, συνίσταται εἰς τὴν λῆψιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν ἀναγκαίων μέτρων, πρὸς ὁμαλωτέραν διοργάνωσιν τῶν ἐπαρχιῶν τούτων καὶ πρὸς πλήρη ἀφομοίωσιν αὐτῶν εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι διακεκριμένως, διότι ἐπὶ μὲν τῆς λύσεως τοῦ πρώτου ζητήματος ἐπιδρῶσιν ἀναγκαίως πολιτικαὶ πεποιθήσεις καὶ δοξασίαι, καὶ δύναται νὰ ἐπιδράσωσι καὶ πολιτικαὶ συμπάθειαι ἢ ἀντιθέσεις. Ἐπὶ τῆς λύσεως ὅμως τοῦ δευτέρου ζητήματος δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν εἰμὴ μόνον τὸ συμφέρον τῆς εὐρύθμου διοργανώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου παραγόμενον, ἀνεμίχθη καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐνεργειῶν τῆς πρώην Κυβερνήσεως περὶ τὴν διεξαγωγὴν καὶ λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Τὸ νέον τοῦτο ζήτημα δὲν παράγεται βεβαίως ἐκ τῶν συζητήσεων τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶναι προφανῶς συναφὲς πρὸς τοῦτο καὶ ἀποτελεῖ ἓν σύνολον μετ’ αὐτοῦ· καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἐδικαιοῦτο ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς πρώην Κυβερνήσεως νὰ συνενώσῃ ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα, διὰ νὰ δώσῃ οὕτω ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου πλήρη λογοδοσίαν περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἔσπευσα, κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον μόνον ἐπὶ τοῦ νομοθετικοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ἀνελθὼν ἅπαξ εἰς τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ πραγματευθῶ ἐν συντόμῳ καὶ τὰ ἕτερα δύω πολιτικὰ ζητήματα, τὸ τῆς διεξαγωγῆς καὶ λύσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, καὶ τὸ τῆς διοργανώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον ἦτο νὰ περικλεισθῇ τὸ πρῶτον ζήτημα ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη, καὶ ὅτι ἡ ἐκτίμησις αὐτοῦ, ἤθελεν εἶσθαι ὀρθότερον, ἐὰν ἐπεκτείνετο ἐπὶ ὅλων τῶν κατὰ τὴν Ἀνατολὴν διαδραματισθέντων ἐσχάτως μεγάλων γεγονότων. Ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ τοιούτου ζητήματος, ἣν καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα, εἶναι, ὅτι ἡ Θεία Πρόνοια παρεσκεύασε κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους πολύτιμον καὶ μοναδικὴν εὐκαιρίαν πλήρους καὶ τελείας ἐκπληρώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλπίδων, ἀλλ’ ὅτι ἡ εὐκαιρία αὕτη ἀπώλετο ἀνωφελῶς σχεδὸν, ἕνεκεν ἐλλείψεως τῆς κοινοτέρας προνοίας καὶ τῆς κοινοτέρας φρονήσεως Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη, κύριοι, ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῆς πολυτίμου ταύτης εὐκαιρίας δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ βαρύνῃ μόνον τὴν ἐσχάτως πεσοῦσαν Κυβέρνησιν. Ἡ εὐθύνη αὕτη ἐπεκτείνεται ἐφ’ ὅλων τῶν Κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1862, διότι οὐδεμία τῶν Κυβερνήσεων τούτων ἐσκέφθη ὀρθῶς καὶ ἐμβριθῶς περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ, οὐδ’ ἔλαβε τὰ πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἀποστολῆς ταύτης προσήκοντα μέτρα. Ἀλλ’ ἡ βαρυτέρα εὐθύνη ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν ἐθνικῶν ἐλπίδων ἐπιβαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τὴν κληθεῖσαν οἰκουμενικὴν, διότι ἐπ’ αὐτῆς ὁ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς ἀγὼν ἔλαβε πλήρη ἀνάπτυξιν, διότι ἐπ’ αὐτῆς φοβερὰ καταιγὶς κατέπεσεν ἐπὶ τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ τοῦ γένους ἡμῶν καὶ τὸν ἔῤῥιψε χαμαὶ τετραυματισμένον καὶ ἑτοιμοθάνατον. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κύριοι, ἐδίδετο μέρος μόνον τῆς ἀναπτύξεως, ἡ ὁποία ἐδόθη κατόπιν, εἰς τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ἐὰν τότε στρατὸς ἐκ τριάκοντα μόνον χιλιάδων εἰσήρχετο εἰς Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν, ἠδύνατο νὰ βαδίσῃ θριαμβευτικῶς καὶ μέχρι Μακεδονίας καὶ μέχρις Ἀδριανουπόλεως, νὰ κατανέγκῃ τὸ τελευταῖον θανάσιμον κτύπημα εἰς τὸν χαμαὶ ἀσπαίροντα ἐχθρὸν, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς πατρικῆς κληρονομίας. Ἀλλ’ οἱ τότε διευθύνοντες πολιτικοὶ ἄνδρες ἔτρεμον καὶ ἀπέναντι τῶν σπασμῶν τῆς ἐσχάτης ἀγωνίας τοῦ ἐχθροῦ, ἀπεδειλίων ἀπέναντι κινδύνων ὑλικῶν καταστροφῶν, καὶ τούτων ὅλων ἐνδεχομένων διεβουκολοῦντο ἀπὸ ἰδιοτελεῖς συμβουλὰς, ἢ ἀπὸ δολίας ὑποσχέσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, καὶ ἐνησχολοῦντο εἰς μόνην τὴν διαβουκόλησιν τοῦ ὁρμεμφύτου ἐξεγερθέντος ἐθνικοῦ φρονήματος. Καὶ ἡ πολύτιμος ἐκείνη εὐκαιρία παρῆλθεν ἀνωφελῶς, καὶ αἱ ἐθνικαὶ ἐλπίδες ἐματαιώθησαν καὶ ἀπώλοντο, τὸ λέγω μετὰ βαθείας μου λύπης, ἀπώλοντο κατὰ μέγα μέρος ἀνεπιστρεπτεί. Καὶ ἐνῷ ἅπαντες οἱ χριστιανικοὶ λαοὶ τῆς Ἀνατολῆς ἠγείροντο, καὶ ηὐξάνοντο, καὶ ἐκλείζοντο, μόνος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἔμενεν ἄδοξος, ὑπὸ τὰ δεσμὰ τῆς δουλείας, καὶ μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὰ ὅρια διετηρήθησαν ἀμετάβλητα. Ἀνεφάνη, κύριοι, ἀληθῶς μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν ὁρίζοντα παρήγορος ἀκτὶς, ἀλλὰ τὴν ἀκτῖνα ταύτην δὲν προεκάλεσαν βεβαίως αἱ ἐνέργειαι τῶν ἡμετέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν· τὴν ἀκτῖνα ἐκείνην προεκάλεσε μόνος ὁ δάκτυλος τῆς Θείας Προνοίας, ὅστις ἀνεζωπύρωσεν αἴφνης τὸν εἰς τὰς καρδίας τῶν εὐγενῶν τέκνων τῆς Γαλλίας ἐμφωλεύοντα ἐνθουσιασμόν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν δούλων λαῶν. Ἄνευ τῆς πρωτοβουλίας αὐτῶν οὐδὲ λέξις ἤθελε λεχθῆ περὶ ἡμῶν ἐν τῷ Βερολίνῳ, οὐδὲν πρωτόκολλον ἤθελεν ὑπογραφῆ, οὐδὲν ἤθελεν ἐγερθῆ μέχρι σήμερον Ἑλληνικὸν ζήτημα. Δὲν ἐπιχειρῶ, κύριοι, νὰ ἐξετάσω πῶς οἱ ἡμέτεροι πολιτικοὶ ἄνδρες διεξήγαγον τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τῷ ὄντι τῇ ἐπινεύσει μόνον τῆς Θείας Προνοίας ἀναφυὲν, διότι ἡ ἐνδόμυχος πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἐπιτηδειότης αὐτῶν περὶ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου ὅλως ἐπουσιώδη ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ ἐπὶ τῆς ὁριστικῆς αὐτοῦ λύσεως ἐπιῤῥοήν. Ἡ λύσις αὐτοῦ ἐξήρτητο ἐκ μόνων τῶν χειρῶν τῆς εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας· ἐπὶ ταύτης δὲ ἠδύναντο νὰ ἐπιδράσωσιν ἴσως αἱ ὑψηλαὶ σχέσεις τοῦ ἡμετέρου βασιλέως, ἀλλ’ οὐδόλως ἠδύναντο νὰ ἐπενεργήσωσιν αἱ πράξεις τῶν ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον θεωρῶ δίκαιον νὰ προσθέσω, εἶναι, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἡμετέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν ἤθελεν ἀποδυθῆ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος διὰ τῶν ὅπλων· οἱ ἀποδειλιάσαντες ἐνώπιον τοῦ ἀσπαίροντος πτώματος τῆς Τουρκίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι θάῤῥος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἀνακτησάσης πλήρεις τὰς δυνάμεις αὐτῆς καὶ ἀντλούσης νέον θάῤῥος ἐκ τῶν προσφάτων οὐχὶ ἀδόξων ἀγώνων αὐτῆς. Καὶ ἐγκρίνω, κύριοι, κατ’ οὐσίαν τὰς γνώμας ταύτας τῶν ἡμετέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὄχι διότι οὐδεμίαν εἶχον ἐγὼ ἐλπίδα περὶ τῆς αἰσίας ἐκβάσεως τῆς ἀνίσου ταύτης πάλης. Τουναντίον, κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἂν γενναῖος καὶ μεγαλόφρων στρατηγὸς διωργάνιζε συντόνως τοὺς νεαροὺς ἡμῶν ἐπιστράτους, ἐὰν ἐθερμαίνοντο τὰ στήθη αὐτῶν διὰ τοῦ ἱεροῦ πυρὸς τοῦ πατριωτισμοῦ, ἐὰν κατώρθωνε νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν τὸν ἅγιον ὑπὲρ τῆς Πατρίδος ἐνθουσιασμὸν, ἠδύνατο καὶ πάλιν νὰ καταπλήξῃ τὸν κόσμον διὰ νέων κατορθωμάτων, οὐχὶ κατωτέρων ἐκείνων τῶν προγόνων καὶ τῶν πατέρων ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ ὑπέρτατος, κύριοι, οὗτος ἀγὼν δέον νὰ διεξαχθῇ ὑπὸ περιστάσεις μᾶλλον εὐθέτους, δύναται νὰ ἀναβληθῇ, μέχρις οὗ μείζονες πιθανότητες ἐπιτυχίας παρουσιασθῶσι, καὶ ταύτας, κύριοι, ἐνισχύει βεβαίως αὐτὴ αὕτη ἡ προσάρτησις τῶν νέων χωρῶν. Διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐθεώρησα μεμπτὴν τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε ἐπὶ τῇ ἀποδοχῇ τῶν προτάσεων τῶν Δυνάμεων, οὔτε ἐπὶ τῇ ὑπογραφῇ τῆς ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας συνθήκης. Οὐδὲ δύναται, φρονῶ, νὰ δικαιολογήσῃ τοιαύτην μομφὴν ἡ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀποσιώπησις, ἢ ἡ βραδυτέρα μεταβολὴ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως. Προκειμένου, κύριοι, περὶ τοιούτων μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων, φρονῶ, ὅτι οὔτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκθέσῃ πλήρεις τὰς προθέσεις αὐτῆς· ἄπειρα δὲ μεταγενέστερα γεγονότα ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τροποποίησιν ἢ μεταβολὴν τῶν προθέσεων ἐκείνων, καὶ τοιοῦτον γεγονὸς ἀναντιῤῥήτως εἶναι ἡ ἐπελθοῦσα μεταβολὴ καὶ τροποποίησις τῶν ἀποφάσεων τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ δικαιολογεῖται ἆρά γε ἐντεῦθεν καὶ ἡ κατόπιν διαγωγὴ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως; ὑπῆρχεν ἆρά γε περίστασις νὰ ἀποφύγῃ αὕτη τὴν συγκάλισιν τῆς Βουλῆς; Οὐδόλως ἐπείσθην, κύριοι, ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐξέφρασεν ὑπὲρ τῆς ἰδέας ταύτης. Τουναντίον φρονῶ, ὅτι πρώτιστον καὶ ὑπέρτατον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἅμα ἀποδεχθείσης τὰς προτάσεις τῶν Δυνάμεων, ἦτο νὰ συγκαλέσῃ, εἴτε ἀμέσως, εἴτε διὰ διαλύσεως, τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ἔθνους τὴν κύρωσιν τῶν συμπεφωνημένων. Ἐπίμεμπτος λοιπὸν εἶναι, κύριοι, ἡ ἀντίθετος διαγωγὴ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβάλῃ εἰς κατάστασιν ἀπαγορεύσεως τὸ ἔθνος, καὶ νὰ ἀναλάβῃ αὐτοβούλως τὴν κηδεμονίαν αὐτοῦ. Συνερχόμενοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἂν μὲν εἶχον ἀντίθετον τῆς Κυβερνήσεως γνώμην, ἤθελον ἔχει καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἰδεῶν των· ἂν τουναντίον ἐνέκρινον τὰ συμφωνηθέντα, ἤθελον χορηγήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ νόμιμα μέσα πρὸς περαιτέρω διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου της. Ἕνεκα τῆς οὐχὶ ὀρθῆς ταύτης πορείας περιῆλθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν περὶ οὗ πρόκειται διαταγμάτων. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, εἰσέρχομαι οὕτω εἰς τὸ δεύτερον πολιτικὸν ζήτημα. Τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλοτε συνεζήτησα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ συνεδρίασιν, καὶ ὑπεστήριξα ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν εἰμὴ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὅτι μόνον οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι κανονίζουσιν εἰς πᾶσαν περίστασιν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως καὶ εἰς τὴν περίστασιν τῆς προσαρτήσεως νέων χωρῶν. Ἀντίθετον ὅμως, κύριοι, θεωρίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος πρώην πρωθυπουργός. Ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκη, σᾶς εἶπεν, ἔχρῃζεν ἐπικυρώσεως νομοθετικῆς, πρὸ δὲ τῆς ἐπικυρώσεως ταύτης ἡ δι’ αὐτῆς παραχωρουμένη χώρα δὲν ἦτο χώρα ἑλληνική, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ ἐνεργήσῃ αὐτοβούλως ἐπὶ τῆς χώρας ἐκείνης, πρὸς ἑδραίωσιν τῆς τάξεως καὶ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Σαθρὰ καὶ πεπλανημένη εἶναι ἡ δοξασία αὕτη τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ Συνομολογεῖ βεβαίως, ὅτι, ἂν ἡ ἐπικύρωσις τῆς συνθήκης προηγεῖτο τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ συμμορφωθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ταύτην πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐν τίνι δικαιώματι προέβη, ἐρωτῶ, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης ἄνευ τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως; καὶ ἐν τίνι δικαιώματι κατέλαβε χώραν μὴ ἑλληνικήν; καὶ ἐν τίνι δικαιώματι ὑπὲρ τῆς χώρας ταύτης διέθεσε τοὺς πόρους τοῦ ἔθνους; Ἔπραξε βεβαίως πάντα ταῦτα ἐπὶ τῇ προϋποθέσει, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἐπικύρωσις, ἐθεώρησε τὴν ἐπικύρωσιν ἐπελθοῦσαν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ καὶ πρὸς τὰς λοιπὰς συνεπείας τῶν προϋποθέσεων τούτων, ὅθεν καὶ πρὸς τὴν συνέπειαν τῆς νομοθετικῆς διοργανώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Διαφωνῶ, κύριοι, πρὸς τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ὅτι δὲν εἶναι πάντοτε ἀπηγορευμένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ χρῆσις νομοθετικῶν Διαταγμάτων, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ αὕτη προβαίνουσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτων Διαταγμάτων, πρὸς πρόληψιν ἐπικειμένου τῶν δημοσίων συμφερόντων κινδύνου, ὃν ἡ λειτουργία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ ἐγκαίρως. Τὴν γνώμη, κύριοι, ταύτην σπουδαῖοι συγγραφεῖς ὑποστηρίζουν, πολλάκις δὲ ἐφαρμόζουσι καὶ τὰ ἀλλοδαπὰ καὶ τὸ ἡμέτερον Κοινοβούλιον. Ποσάκις, κύριοι, δὲν εἴδομεν Διατάγματα φορολογικά, Διατάγματα ἀναστολῆς τοῦ νόμου περὶ προξένων, ἐκδοθέντα ἅπαντα ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς νομοθετικῆς αὐτῶν κυρώσεως; Ἠδύνατο λοιπὸν, κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ δικαιολογηθῇ ἡ πρὸς ἔκδοσιν Διαταγμάτων ἐνέργεια τῆς πρώην Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἡ ἔποψις αὕτη, ἐκ τῶν ἐκτεθέντων περὶ τῆς μὴ ἐγκαίρου προσκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἀποδεικνύεται κατ’ οὐσίαν μὴ βάσιμος. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἐπίμεμπτος εἶναι ἡ πορεία τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων. Τίς ὅμως ἡ συνέπεια τῆς θεωρίας ταύτης; τίνες αἱ πρακτικαὶ συνέπειαι τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ χθὲς διεξάγεται ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου; Ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ σώματος πρὸς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν ἐξεδηλώθη ἤδη, καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ὑφίσταται πλέον. Ζητεῖται ἆρά γε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἄλλη τις εὐθύνη, ἕνεκα τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων; Οὐδεμία, κύριοι, διετυπώθη τοιαύτη πρότασις, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὀρθῶς ὑπεστήριξε χθὲς, ὅτι πρόκειται περὶ ἱστορικῆς τῶν πραγμάτων ἐξετάσεως. Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι οὔτε βραδύτερον θέλει ὑποβληθῆ τοιαύτη πρότασις, καὶ τὸ ὑποθέτω μετὰ πλείστης χαρᾶς. Τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εὑρίσκετο, τὸ καινοφανὲς τῶν ἀναφυέντων ζητημάτων, ἡ μέριμνα καὶ σπουδὴ πρὸς εὐόδωσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ἡ ἐσφαλμένη ἐκτίμησις ἀλλοτρίων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν, ἠδύναντο νὰ ἐμβάλωσιν εἰς πλάνην τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως καθιστῶσι συγγνωστὰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς. Εἶπον «ἡ ἐσφαλμένη ἐκτίμησις ἀλλοτρίων παραδειγμάτων,» διότι τὰ ὑπὸ τοῦ πρώην προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ Βενετίας χθὲς ἐκτεθέντα, φρονῶ, ὅτι στηρίζονται ἐπὶ ἐσφαλμένης ἐκτιμήσεως τῶν ἐκεῖσε περιστάσεων. Ἡ Βενετία, κύριοι, ἀνῆκεν εἰς ἀπόλυτον κυριάρχην καὶ νόμιμος αὐτῆς κύριος, ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Αὐστρίας, παρεχώρησεν αὐτὴν οὐχὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀλλὰ προσωπικῶς εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ναπολέοντα, καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Ναπολέων παρεχώρησε τὴν Βενετίαν οὐχὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἀλλὰ προσωπικῶς εἰς τὸν Βίκτωρα Ἐμμανουήλ. Ἠδύνατο λοιπὸν οὗτος, πρὶν ἢ ἑνώσῃ τὴν Βενετίαν μετὰ τῶν λοιπῶν χωρῶν τῆς Ἰταλίας, νὰ κυβερνήσῃ αὐτὴν κατ’ ἀρέσκειαν καὶ διὰ βασιλικῶν ἐπιτρόπων. Τίς οἶδε τίνες εἰσὶ καὶ αἱ ἄλλαι περιστάσεις τῶν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἡ σπουδαιότης τῶν περιστάσεων, οἱ περιιπτάμενοι κίνδυνοι τῆς Πατρίδος, τοὺς ὁποίους ὅ τε νῦν καὶ ὁ πρώην πρωθυπουργὸς διὰ χρωμάτων σκοτεινῶν παρέστησαν εἰς ἡμᾶς, δὲν ἐπιτρέπουσι, φρονῶ, ἀνωφελεῖς καὶ ματαίας συζητήσεις καὶ ἐξελέγξεις καὶ ἀντεγκλήσεις· ἀλλ’ ἐπιβάλλουσιν εἰς πάντας ἡμᾶς τὸ ἱερὸν χρέος νὰ ἐργασθῶμεν ἐν ὁμονοίᾳ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ προόδου τοῦ Κράτους καὶ ὑπὲρ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἐλπίδων τοῦ ἔθνους. Ἕνεκα τούτου, κύριοι, εὐχαρίστως ἀποχαιρετῶ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ καθαρῶς νομοθετικόν. Εἶπον, ὅτι, πρὸς ὀρθὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν αἱ πολιτικαὶ συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ συμφέρον τῆς εὐρύθμου διαῤῥυθμίσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὑπῆρχε, κύριοι, ἔννομος τάξις εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας πρὶν ἢ προσαρτηθῶσιν εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος. Καὶ δὲν γνωρίζω μὲν ἀκριβῶς τὸν διοργανισμὸν τῆς τάξεως ταύτης, ἀλλά, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ὑπῆρχε καὶ σύστημα διοικητικόν, καὶ σύστημα δημοτικόν, καὶ σύστημα οἰκονομικόν. Ἐπελθούσης τῆς καταλήψεως τῶν ἐπαρχιῶν ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, μετεβλήθη ἆρά γε ἡ πρότερον ὑφισταμένη ἔννομος τάξις; Ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι διὰ τῆς προσαρτήσεως ἐπεξετάθη ἡ ἰσχὺς τῶν ἡμετέρων νόμων καὶ ἐπὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ἀλλὰ δὲν δύναται, φρονῶ, νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη τις γνώμη, διότι θεμελιώδης ἀρχὴ πάσης νομοθεσίας εἶναι, ὅτι οἱ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἦναι ὑποχρεωτικοὶ ἄνευ προηγουμένης αὐτῶν δημοσιεύσεως. Αἱ νέαι ἐκεῖναι ἐπαρχίαι δὲν δύνανται νὰ διατελῶσιν ἐκτὸς πάσης ἐννόμου τάξεως, κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἐξακολουθεῖ ἰσχύουσα ἡ προϋφισταμένη ἔννομος τάξις, μέχρις οὗ καταργηθῇ ὑπὸ τῆς νέας ἐξουσίας καὶ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλης. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς καταργήσεως τῆς προϋφισταμένης τάξεως καὶ τῆς εἰσαγωγῆς νέας ἐθεώρησεν ὀρθὸν ἢ ἀναγκαῖον νὰ προβῇ ἡ πρώην Κυβέρνησις διὰ τῶν περὶ ὧν πρόκειται Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐδημιούργησε νέαν τάξιν πρὸ μηνῶν λειτουργοῦσαν. Ἡ ἔννομος αὕτη τάξις εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει ἐπικρατοῦσα. Εἰσήχθη ἀμετάβλητος ἡ οἰκονομικὴ νομοθεσία· ἐπίσης ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν· ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διωργανώθη ὡς ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει εὑρίσκεται διωργανισμένη, εἰσήχθη δὲ ἅπασα ἡ ἀστικὴ ἡμῶν νομοθεσία, πλὴν μικρῶν τροποποιήσεων, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ὑπαγορευθεισῶν. Μόνον ὁ δημοτικὸς καὶ διοικητικὸς ὀργανισμὸς ἀπομακρίνεται τοῦ ἡμετέρου, διότι εἰσήχθησαν μὲν πολλοὶ τῶν ἡμετέρων διοικητικῶν νόμων, ἀλλ’ ἡ διοίκησις ἀνετέθη εἰς βασιλικοὺς ἐπιτρόπους καὶ ἐπάρχους, καὶ διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ οἱ προηγούμενοι διοικητικοὶ νόμοι καὶ ὀργανισμοί, οἱ μὴ ἀντιβαίνοντες εἰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ἡ ἀστυνομία ἀνετέθη εἰς τὴν χωροφυλακήν, καὶ ὅπου αὕτη δὲν ἐπαρκεῖ, εἰς ἰδίους ἀστυνόμους. Τοιαύτη εἶναι ἐν συνόψει ἡ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις εἰσαχθεῖσα ἔννομος τάξις. Καὶ ἔχει μὲν αὕτη ἀναντιῤῥήτως τὴν ῥιζικὴν ἔλλειψιν, ὅτι εἰσήχθη ὑπὸ Ἀρχῶν, οὐδὲν ἐχουσῶν νομοθετικὸν διάστημα, ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὅμως αὐτῆς διοργανισμῷ οὐδὲν ἔχει τὸ ἐπίψογον. Ἐντούτοις ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς συνήφθησαν ἢ παρήχθησαν νομικαὶ σχέσεις, ἐγεννήθησαν ἢ ἐκανονίσθησαν δικαιώματα, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, διεῤῥυθμίσθη ὁλόκληρος δημόσιος καὶ ἰδιωτικὸς βίος τῶν νέων ἡμῶν συμπολιτῶν. Εἰς τοιαύτην εὑρισκόμενοι θέσιν, τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν; ποία ἡ ὁδὸς πρὸς ὁμαλωτέραν ἐπιτυχίαν τῆς πλήρους ἀφομοιώσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους; Δύο συστήματα δύνανται νὰ προταθῶσι· πρῶτον, τὸ σύστημα τῆς ἀκυρώσεως ὅλων τῶν γεγενημένων, ἕνεκα τῆς ῥιζικῆς αὐτῶν ἀκυρότητος, τῆς προερχομένης ἕνεκεν ἐλλείψεως νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ δεύτερον, τὸ σύστημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν γεγενημένων, τῆς νομοθετικῆς αὐτῶν κυρώσεως καὶ τῆς συμπληρώσεως αὐτῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἡμετέρου δημοτικοῦ καὶ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς καὶ παντὸς ἄλλου νόμου μὴ εἰσαχθέντος εἰσέτι. Ποῖον τῶν δύο συστημάτων ἐφαρμόζει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ἐφαρμόζει τὸ πρῶτον. Ἀλλὰ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου πολλοὶ λόγοι δύνανται ν’ ἀντιταχθῶσι, καὶ πρῶτον λόγοι πολιτικοί. Πρὸς τὴν ἔννομον διαῤῥύθμισιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἀποβλέπουσι μετὰ προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέροντος οὐ μόνον οἱ κάτοικοι αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ σύμπαντες οἱ ἐν τῇ Ἀνατολῇ πληθυσμοί, ὁμογενεῖς καὶ ἀλλογενεῖς, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι λαοὶ ἢ Κυβερνήσεις Εἰς τὴν συνείδησιν ἁπάντων τούτων δὲν θὰ προξενήσῃ εὐάρεστον ἐντύπωσιν, οὐδὲ θέλει συντελέσει εἰς ἐμπέδωσιν τῶν πεποιθήσεων αὐτῶν περὶ τῆς διοργανιστικῆς δεξιότητος τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ γεγονὸς τῆς ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἀνατροπῆς καὶ ἀναμορφώσεως τῶν ἐννόμων τάξεων. Τί θέλουσιν εἰπεῖ οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, βλέποντες σήμερον μὲν ἐν πομπαῖς καὶ δοξολογίαις ἐγκαθιδρυμένας ἀρχὰς καὶ δικαστήρια, αὔριον δὲ ἀνατρεπόμενα πάντα ταῦτα, διὰ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσι πάλιν διὰ τῶν αὐτῶν ἴσως δοξολογιῶν καὶ προσφωνήσεων; Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, ἡ ἄρδην ἀνατροπὴ τῆς ὑφισταμένης ἐννόμου τάξεως δύναται νὰ ἐμβάλλῃ εἰς σύγχυσιν καὶ εἰς ἀμφιβολίαν πλείστας δικαιολογικὰς σχέσεις τοῦ τε δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου, ὡς ἐκ τῆς ἀγνοίας τοῦ διέποντος αὐτὰς νόμου. Ἐὰν, κύριοι, ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν εἰσήχθη ἔτι εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, πρόκειται δὲ νὰ εἰσαχθῇ τὸ πρῶτον ἤδη διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ αὐτόθι ἡ πρὸ πάντων ὑφισταμένη νόμιμος τάξις καὶ ὅτι κατ’ αὐτὴν πρέπει νὰ κριθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῶν ἐπαρχιῶν μέχρι σήμερον προκύψασαι νομικαὶ σχέσεις.
§48ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσαι ἐξεδόθησαν θὰ ἔχουν κῦρος.
§49ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ὅμως ἐφρόνουν, ὅτι ζῶσιν ὑπὸ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, καὶ ἐλάμβανον πᾶσαν πρόνοιαν, πρὸς ταύτην νὰ ῥυθμίζωσι τὰς σχέσεις, τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των· ἕνεκα δὲ τούτου πολλαὶ δυνατὸν νὰ ἀναφυῶσιν ἀμφισβητήσεις καὶ διενέξεις περὶ τῆς ἰσχύος, τῆς ἐκτάσεως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν νομικῶν σχέσεων. Ὁ κίνδυνος οὗτος δὲν διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τῶν συντακτῶν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ὑπέθεσαν δὲ, ὅτι προλαμβάνουσιν αὐτὸν, δίδοντες διὰ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νομοσχεδίου κῦρος εἰς τὰς φερούσας δικαστικὸν τύπον ἀποφάσεις καὶ πράξεις, ὡς καὶ εἰς τὰς ὑπὸ δημόσιον τύπον πράξεις τὰς ἀφορώσας εἰς ἰδιώτας. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δύναται μὲν νὰ γεννήσῃ πλείστας νέας ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀληθοῦς αὐτῆς ἐννοίας, δὲν ἀρκεῖ ὅμως πρὸς πρόληψιν τῶν ἀνωτέρω κινδύνων. Τὸ κῦρος καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοσίων πράξεων δὲν ἐξαρτῶνται μόνον ἐκ τοῦ περιβάλλοντος αὐτὰς ἐξωτερικοῦ τύπου, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ κατ’ οὐσίαν διέποντος αὐτὰς οὐσιαστικοῦ νόμου, καὶ ἑπομένως, ὅταν ὁ νόμος οὗτος καταργῆται, ἐπισφαλῆ καὶ ἀμφίβολα καθίστανται ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῶν πράξεων ἐκείνων. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ κύρωσις πράξεως μεταγραφῆς, ὅταν ὁ ἀστικὸς τουρκικὸς νόμος ἐπιτρέπῃ τὴν μεταβίβασιν τῆς κυριότητος διὰ μόνης τῆς καταλήψεως, εἰς ἣν ἕτερος προέβη πρὸ τοῦ μεταγράψαντος εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὴν μεταγραφήν; Τί σημαίνει ἡ κύρωσις ἐγγραφῆς ὑποθήκης, ὅταν ὁ τουρκικὸς νόμος ἀναγνωρίζῃ ὡς νομίμους ὑποθήκας ἄνευ ἐγγραφῆς;
§50ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ κάμνω ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ἀποδείξω τὸ ἄτοπον.—Ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ δημόσιαι πράξεις φέρουσι πλῆρες κῦρος, ἆρά γε πᾶσαι αἱ συμβάσεις συνάπτονται διὰ πράξεων δημοσίων; Συμβάσεις συνάπτονται πολλαὶ δι’ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων, ἢ καὶ ὅλως ἀγράφως. Ὑπὸ τίνος νόμου θὰ διέπωνται αἱ συμβάσεις αὐταί; ὑπὸ τίνος δὲν νόμου θέλουσι κανονισθῆ αἱ σχέσεις τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου, τοῦ πραγματικοῦ δικαίου, τοῦ οἰκογενειακοῦ δικαίου, ἡ ἐπιτροπεία, ἡ ἐνηλικιότης; Ἂν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ τουρκικὸς νόμος ἀπαιτεῖ εἰκοσιπενταετῆ ἡλικίαν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐνηλικιότητος, ὁ συμβαλλόμενος ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις μετὰ νέου 24 ἐτῶν μετὰ τίνος συνεβλήθη, μετὰ ἀνηλίκου ἢ μετὰ ἐνηλίκου;
§52ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 14 ἀκυροῖ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα. (Θόρυβος.)
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅπαντα τὰ Διατάγματα ἀκυροῦνται καὶ ἅπαντα εἶναι νομοθετικὰ, ἢ στηρίζονται ἐπὶ τοιούτων. Ἐκεῖνο, κύριοι, ὅπερ μὲ ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ ψηφισθῇ νόμος σαφὴς καὶ προλαμβάνων πᾶσαν ἀμφιβολίαν καὶ πᾶσαν διένεξιν. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ὄχι μόνον αἱ σχέσεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ αἱ τοῦ δημοσίου περιπίπτουσιν εἰς ἀβεβαιότητα. Ἰσχύουσιν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις τελωνειακοὶ νόμοι καὶ εἰσεπράχθησαν δυνάμει αὐτῶν δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι ταῦτα, ὡς ἄνευ νόμου εἰσπραχθέντα;
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Προβλέπεται καὶ περὶ τούτου.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὡς πράξεις ὑπὸ δημόσιον τύπον θεωρῶνται καὶ αἱ δι’ ὧν εἰσπράττονται τελωνειακὰ δικαιώματα, ἐπιθυμῶ νὰ καταχωρισθῇ ἡ ἑρμηνεία αὕτη, πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας. Ὑπάρχουσιν ὅμως, κύριοι, καὶ φόροι εἰσπραττόμενοι ἄνευ δημοσίων πράξεων, οἷος ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου. Πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι καὶ οὗτοι;
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ πρᾶξις θεωρεῖται ἔγκυρος, τὸ Διάταγμα μόνον ἀκυροῦται.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ ὁ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ χορηγήσωσιν ἁπάσας τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου, διότι ἡ πρόθεσίς μου δὲν εἶναι ἄλλη εἰμὴ νὰ προλάβω πάσας τὰς τυχὸν δυναμένας νὰ προκύψωσιν ἀμφισβητήσεις καὶ διενέξεις. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἐξάγεται, νομίζω, ὅτι ἡ μὲν ἄρδην ἀνατροπὴ τῆς πρώην νομοθεσίας, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, διαταράσσει τὰς ἀπὸ τῆς ἑνώσεως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις παραχθείσας νομικὰς σχέσεις καὶ ἐπιφέρει ἀβεβαιότητα, σύγχυσιν, ἀμφιβολίαν καὶ διενέξεις. Τοὐναντίον ἡ ἔγκρισις καὶ κύρωσις τῶν γεγενημένων καὶ ἡ βαθμηδὸν εἰσαγωγὴ τῶν ἐλλειπόντων πρὸς πλήρη ἀφομοίωσιν νόμων οὐδεμίαν τῶν ἐλλείψεων τούτων ἔχει. Διατηρεῖ καὶ ἑδραιώνει τὴν μέχρι τοῦδε ὑφισταμένην ἔννομον τάξιν καὶ ἐνισχύει τὴν πεποίθησιν ἁπάντων περὶ τῆς ὀργανιστικῆς ἱκανότητος τῆς Ἑλληνικῆς ἐν γένει Κυβερνήσεως. Εἶχον καὶ ἑτέρας παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ πράξω τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Συμπεραίνων φρονῶ, ὅτι, ἀντὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀνατροπῆς τῆς λειτουργούσης νομοθεσίας, ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτυχέστερον καὶ συμφερώτερον νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ ἕτερον σύστημα, ὡς ὁμαλώτερον καὶ προλαμβάνον πᾶσαν ἀσάφειαν καὶ πᾶσαν ἀμφισβήτησιν.
§58ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προτίθεται ἐνώπιόν μας, εἶναι καθαρώτατον: εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκε ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις; Ἂν ἦναι ἐναντία, εἶναι ἄκυρα, καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ τὰ ἀκυρώσωμεν, ἐπικυροῦντες τὸ 14 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἔχει. Μετ’ αὐτὸ ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα: εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως; εἶναι συγχωρημένη ἡ Κυβέρνησις· δὲν εὑρέθη εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, ἀλλ’ ἐνήργησεν αὐθαιρέτως; εἶναι ἀξία καταδιώξεως. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα. Λοιπὸν ἡμεῖς περιεμέναμεν ἀπὸ τοὺς προαγορεύσαντας εἰς τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ζήτημα καθαρὰν ἀπάντησιν, νὰ γνωρίζωμεν πῶς θὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας. Ἀλλ’ οὔτε ἐπὶ τοῦ πρώτου, οὔτε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος ἠδυνήθημεν νὰ ἐννοήσωμεν τίποτε, ἂν καὶ ἐξέδραμον εἰς μακρὰς καὶ ἀτελευτήτους θεωρίας. Κύριοι, ὅτι τὰ Διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα πρὸς διοίκησιν τῶν προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν ἀπούσης τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος καὶ πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ῥητῶς διαγράφει τὰ καθήκοντα τῆς Νομοθετικῆς καὶ Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας· ὁσάκις ἐπέρχεται παραβίασις, εἶναι ἄκυρος ἡ πρᾶξις, ἡ ἀντικειμένη εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Σήμερον δὲν πρόκειται, κύριοι, μόνον περὶ τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, πρόκειται νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς: ἔχει Σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ δὲν ἔχει; Ἂν λοιπὸν σήμερον ἡμεῖς ἐπικυρώσωμεν τὰ Διατάγματα αὐτὰ, τὰ ἐκδοθέντα ἀπούσης τῆς Βουλῆς, λέγομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν: ματαίως νομίζεσαι ἐλεύθερος, ματαίως φρονεῖς, ὅτι κάμνεις ἐκλογὰς καὶ στέλλεις Ἀντιπροσώπους, διότι ἡ γνώμη σου οὐδέποτε ἰσχύει· ἰσχύει ἡ αὐθαίρετος θέλησις ἀτόμων. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ νὰ μάθῃ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι πράγματι ἔχει Σύνταγμα, πρέπει νὰ ἀκυρώσωμεν τὰ Διατάγματα αὐτὰ, ἐπικυροῦντες τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν ἔρχεται τὸ πρόβλημα: ὁποῖαι αἱ συνέπειαι; Ἀφοῦ εἶναι ἄκυρα τὰ Διατάγματα, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐπικυρώσωμεν τὰς συνεπείας; Δύω εἶναι αἱ συνέπειαι· πρῶτον, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις παρὰ τῶν δικαστηρίων, καὶ αὗται πρέπει νὰ ἐπικυρωθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν· καὶ ὁ λόγος εἶναι καθαρώτατος· αἱ δίκαι δὲν εἶναι παρὰ συμβάσεις· ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι, κατὰ τὸν νόμον, παρὰ διαιτητὴς, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται τὰ διάδικα μέρη· ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἢ ἓν τούτων δὲν ἀρνηθῇ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἔγκυρος· ἐὰν ἐπιφυλλάσσονται τὰ διάδικα μέρη ἢ τὸ ἕτερον αὐτῶν, καὶ ἔλεγον, ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν ἦτο νόμιμον, τότε ὑπῆρχε κίνδυνος· ἀφοῦ ὅμως οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἔλαβε χώραν, αἱ ἀποφάσεις εἶναι νόμιμοι καὶ ἑπομένως ὀρθῶς ἐπικυροῦνται. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποφάσεις λοιπὸν, πολὺ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ ταύτας ἐγκύρους καὶ συμφώνους πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλὰ γεννᾶται ἕτερον ζήτημα: ποία ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἐνηργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, καὶ πῶς ἀναγνωρίζονται οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν μερῶν ἐκείνων; Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν συνέπεσε νὰ ἦμαι παρὼν εἰς τὴν Βουλὴν· ἄλλως, ἤθελον σᾶς ὑποβάλει τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τώρα: ὅτι ὁσάκις οἱ Ἀντιπρόσωποι πρόκειται νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, εἷς κρατεῖ τὴν κλεῖδα, ἡ Κυβέρνησις. Οἱ βουλευταὶ ἔρχονται δυνάμει τῶν ἀποφάσεων δ’ ὧν ἀνεκηρύχθησαν· δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κανένα νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς εἰσόδου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Κυβέρνησις ἦν ἡ ἀντιπολίτευσις· ἡ πεσοῦσα λοιπὸν Κυβέρνησις, ἂν ἐνόμιζεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει Διαταγμάτων ἀκύρων, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν νέων ἐπαρχιῶν: σταθῆτε, περιμένετε τὴν κύρωσιν ἢ τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεών μου, καὶ ἂν μὲν κυρωθῶσιν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθητε, ἂν δὲ ἀκυρωθῶσι δὲν ἐπιτρέπεται καὶ θὰ ἐξέλθητε. Εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ πλέον εἰσῆλθον ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν ἔμενε κανὲν ἄλλο μέρος παρὰ νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν κατὰ τὰς ἐκλογὰς συνέβησαν ἀποκλεισμοὶ ἢ παρανομίαι. Τοιαύτας ἡ Βουλὴ δὲν ἀνεὗρε, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἐγκύρως ἐξήνεγκε τὴν ἀπόφασίν της, ὅτι αἱ συνέπειαι τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν, ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπόψεις, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἐπικυρωθῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Καὶ οὔτε ἦτο δίκαιον, κύριοι, διὰ τὴν παρανομίαν μιᾶς Κυβερνήσεως νὰ ὑποστῶσιν ἀλλοίωσιν, καὶ νὰ διακινδυνεύσωσι τὰ δικαιώματα τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων. Ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἕτερον ζήτημα: πῶς ἐφέρθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν; Ἦτο ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων διὰ παρανόμων Διαταγμάτων; Ἡμεῖς λέγομεν ὄχι. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ, ἀλλὰ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, ὅπως μετεβλήθη ἐν τῷ ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνεδρίῳ. Ἀφοῦ, κύριοι, τὸ ἔθνος ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡρισμένην ἐντολὴν, ἀφοῦ τὴν περιέβαλε διὰ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης του,— καὶ διὰ νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν ἐντολὴν καὶ περιβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἔθνος ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὰς συνεπείας καὶ τὰ μέσα καὶ τὰ ἐνδεχόμενα,—δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδῇ αὐτὴν τὴν ἐντολὴν τὴν ῥητὴν, τὴν ὁποίαν τῆς ἐχορήγησε τὸ ἔθνος, οὔτε ἦτο ἐπιτετραμμένον, κύριοι, εἰς τὰ ἄτομα, ἤτοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λέγουν, ὅτι «ἡμεῖς γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.» Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα καὶ νὰ προκαλέσῃ πίστωσιν ἔκτακτον, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ, οἷον ἐὰν π. χ. δὲν εἶχεν ἔξοδα νὰ συντηρήσῃ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ νὰ παραβῇ τὴν ἐντολὴν τοῦ ἔθνους, δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἐὰν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ καταστραφῇ, δὲν σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παραβῆτε τὴν ἐντολήν του. Οὔτε ὁ Κολοκοτρώνης, οὔτε ὁ Πετρόμπεης, οὔτε οἱ μεγάλοι ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, οἵτινες ἔσωσαν ὁμολογουμένως αὐτὸν τὸν τόπον, δὲν ἐτόλμησαν ἐνώπιον ἐκείνου τοῦ ἀσυντάκτου λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἔδωσαν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν, δὲν ἐτόλμησαν νὰ πράξουν τι ἄνευ τῆς θελήσεώς του. Ὅταν ἐτελείωσεν ὁ ἀγὼν καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν Κολοκοτρώνην αἱ Δυνάμεις ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς ὅρια ἐλεύθερα τὰ περιλαμβάνοντα μόνον τὴν Πελοπόννησον, ὁ Κολοκοτρώνης συνεκάλεσε τὸν λαὸν ν’ ἀποφανθῇ, καὶ ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων. Καὶ πότε συνέβη τοῦτο; Εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἦτο μηδὲν καὶ δὲν εἶχε κανένα τίτλον. Εἰς τὴν ἐποχὴν ὅμως αὐτὴν, καθ’ ἣν εἴχομεν τὸ πανίσχυρον ἐκεῖνο συμβόλαιον ὅλων τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἦτο, κύριοι, φρόνιμον, ἦτο ἀξιοπρεπὲς, ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον, νὰ εἴπητε εἰς τὸν λαὸν τί ἐπιθυμεῖ, καὶ ὄχι νὰ εἴπητε, ἡμεῖς σχίζομεν αὐτὸ τὸ συμβόλαιον διὰ νὰ σᾶς σώσωμεν. Δὲν ἔχετε, κύριοι, τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ σώσητε τὸν λαόν. Ἀλλά, κύριοι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι πρὸς χάριν τοῦ ἔθνους ὑπέστητε αὐτὴν τὴν θυσίαν, αὐτὴν τὴν αὐταπάρνησιν, καὶ ἀπεφασίσατε μὲ θυσίαν αὐτῆς τῆς ὑπολήψεώς σας καὶ μὲ κίνδυνον νὰ δεχθῆτε τοὺς μεταβεβλημένους αὐτοὺς ὅρους, νομίζετε, ὅτι εἴχατε δικαίωμα νὰ παρατείνητε, εἴτε τὴν σύγκλησιν, εἴτε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον; Καὶ ποίας θυσίας ὑπέστητε, κύριοι, σεῖς, οἵτινες πάντοτε ὠφελήθητε ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν; Ὑπέστησαν θυσίας οἱ ἄνδρες τοῦ ἀγῶνος, διότι ἐθυσίασαν τὰ περιουσίας των· σεῖς ὅμως οὐδὲ ἓν λεπτὸν ἐδώκατε ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου σας ταμείου. Πρέπει πρὸς τούτοις νὰ ἐξετασθῇ καί τι ἕτερον, τὸ ὁποῖον παρέλειψα. Ἤσθε ὑποχρεωμένοι, κύριοι, νὰ δεχθῆτε τοὺς ὅρους; Ἀναγνώσατε, κύριοι, τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι σεῖς πταίετε, διότι δὲν παρεσκευάσθητε. Πάντοτε, ὅταν αἱ Δυνάμεις λέγουν, ὅτι θὰ ἀναγκασθῆτε, δὲν λέγουν, ὅτι θὰ σᾶς τὸ ἐπιβάλουν δι’ ὑλικῶν δυνάμεων, ἀλλὰ διότι εἶσθε εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν οἰκονομικῶς, διότι εἶσθε ἐξηντλημένοι, διότι δὲν ἔχετε παρασκευασθῆ δεόντως πρὸς πόλεμον, πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν σύμβασιν. Αὐτά, κύριοι, λέγουν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τὸ ἄλλου τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα. Τίνες λοιπὸν εἰσὶν οἱ παραίτιοι αὐτῆς τῆς καταστάσεως; Εἶσθε αἴτιοι οἱ ἴδιοι, οἵτινες, ἐνῷ ἠδύνασθε νὰ ἔχητε συντεταγμένην δύναμιν, ἀφ’ ὅτου ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἑρζεγοβίνης, ἐξηντλεῖσθε εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ὠφέλησαν τὴν Πατρίδα. Λοιπόν, κύριοι, ἐὰν αἱ Δυνάμεις μᾶς ἐπέβαλον αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, μᾶς τὴν ἐπέβαλον, διότι ἀφήσατε τὸ Ἔθνος νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν οἰκτρὰν αὐτὴν κατάστασιν. Ἀφοῦ ὅμως, κύριοι, ἠναγκάσθητε νὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν Συνθήκην, διότι ὡμολογουμένως εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς καὶ τὰ οἰκονομικά μας, ἦτον ὅλως ἀδύνατον νὰ προχωρήσητε, διότι ἀφῃρέθη εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀπὸ τὸν λαὸν ἡ πεποίθησις, ὅτι σκοπὸς ὑμῶν εἶναι ἡ ἐνέργεια, διότι ὅλοι ὅσοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν ἔβλεπον, ὅτι τὸ αἷμα αὐτῶν δὲν ἤθελε χρησιμεύσει παρὰ μόνον πρὸς ἁπλῆν βάσανον, παρὰ μόνον πρὸς ἐπίδειξιν καὶ διατήρησιν τῆς ἐργασίας, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς πιστεύσωσι; Τὸ κατενόησαν, κύριοι, ὅτι δὲν ἐδίδατε οὔτε ἓν λεπτόν, διότι ἔβλεπον, ὅτι ἐξηρεῖτε τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸν στρατόν, καὶ ἀφίνατε τὸν πτωχὸν νὰ ὑπηρετῇ. Ἰδού, κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραδοχῆς τῆς τροποποιήσεως ἐσφάλετε καὶ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, νὰ μὴ συγκαλέσητε ἀμέσως τὴν Βουλήν, ἥτις, ἐὰν δὲν παρεδέχετο τὴν πρᾶξίν σας, ἠδύνασθε τότε νὰ τὴν διαλύσητε. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ γνώμη μου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς θεωρίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ περιβάλλεται μὲ τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ὅταν ἦναι ἀποῦσα, καὶ νὰ πράττῃ, ὅ,τι θέλει, καὶ τὰ ἐὰν καὶ ἐὰν καὶ ἐὰν.... αὗται εἶναι, κύριοι, θεωρίαι, τὰς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον ἀποκρούει πάσῃ δυνάμει, διότι ὁ λαὸς ἔδωκεν ἐντολὴν αἱ Κυβερνήσεις νὰ σέβωνται τὰς ἐν τῷ Συντάγματι διατυπώσεις. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις πρέπει νὰ κατακριθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ κακόν· ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ἐπαναληφθῇ τοῦτο καὶ πάλιν, ὡς συνειθίζεται, τότε εἶναι καλλίτερον νὰ τῆς ἀφεθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἁμάρτημα.
§59ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον, κ. πρόεδρε. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)