1882.03.09
1.826 στίχοι · 14.802 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 9 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ Κρῆτες πρόσφυγες ἐνταῦθα, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν πατρίδα των, ἐξαιτοῦνται τὴν παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περίθαλψίν των, καθόσον μισθοδοτοῦνται καὶ περιθάλπονται πολλοὶ ἀγωνισταὶ, μὴ δικαιούμενοι εἰς οὐδεμίαν περίθαλψιν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. — Ἡ Ἀϊσὲ χήρα Μουρὰτ ἐφέντη, κατοίκου Ἁλμυροῦ, παραπονεῖται κατὰ τῶν καταπιέσεων καὶ παρανομιῶν, τὰς ὁποίας διαπράττουσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως κτλ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. — Ὁ Πέτρος Λεοντόπουλος, πρώην διερμηνεὺς παρὰ τῷ ἐν Ἀδριανουπόλει ἑλληνικῷ Προξενείῳ, καταγγέλλει τὸν ὑποπρόξενον Ν. Γεννάδην ἐπὶ διαφόροις καταχρήσεσι. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. — Ὑπήκοοί τινες Ἕλληνες ἐν Ἀταλείᾳ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ πρώην ὑποπροξένου Πόγγη καὶ τοῦ νῦν Δ. Μαυρομιχάλη ἐπὶ καταπιέσεσι. — Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, πρὶν ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ὥστε ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελεν ὑπάρξει ἐπιδοκιμασία ἢ ἀποδοκιμασία ἐκ μέρους τῶν θεωρείων τοῦ ἀκροατηρίου, νὰ ἐκκενώνω αὐτά.
§2ΠΟΛΛΟΙ (ἑκατέρωθεν.). Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι οἱ παρευρισκόμενοι ἐν τοῖς θεωρείοις δὲν θὰ προκαλέσωσι ποτὲ τοιοῦτον μέτρον, ἀλλὰ θὰ σεβασθῶσι τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ἐκκενώσω τὰ ἀκροατήρια. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ ποίαν ὥραν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐργαζώμεθα, διότι ἐρχόμεθα εἰς τὰς δύω καὶ καταντᾷ νὰ ἀρχίζῃ ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 3½.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀρχίζωμεν τακτικὰ εἰς τὰς δύω.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὰς δύω τακτικώτατα καὶ πολλοὶ ἄλλοι, πολλοὶ ὅμως δὲν ἔρχονται.
§6ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ν’ ἀρχίζωμεν τακτικῶς εἰς τὰς δύω.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὰς δύω ἀκριβῶς. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσι, διὰ νὰ κάμωσι τὰς ἀρχαιρεσίας των, τὴν δὲ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν νὰ ἑτοιμάσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ γνωρίζωμεν ποῖα θὰ ἦναι τὰ ἔξοδα· τώρα βαδίζομεν ἄνευ προϋπολογισμοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1882.
§9ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εὑρέθημεν εἰς ἀπορίαν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρετηρήσαμεν πρωτοφανὲς φαινόμενον, ὅτι προσδιορίζει τὴν πληρωμὴν ἐξόδων μηνῶν ἤδη παρελθόντων, ἤτοι τοῦ Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, ἐνῷ ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εὑρεθεῖσα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἐξέδοτο Διάταγμα Β. πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν τούτων, καὶ ἠπορήσαμεν διατί δὲν ὑπεβλήθη, κατὰ τὰ εἰθισμένα καὶ συμφώνως τῷ λογ. νόμῳ, ἀναλόγως πάντοτε, διότι ἐδῶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ῥητῆς ἀδείας τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἀλλὰ περὶ ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, πῶς λέγω δὲν ὑπεβλήθη τὸ διάταγμα αὐτὸ, κατὰ τὰ εἰθισμένα πρὸς κύρωσιν. Περὶ τούτου ἐζητήσαμεν πληροφορίας, συνεζητήσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμά τι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὸ παραμεριζόμενον διάταγμα καὶ εἴδομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία προὐκάλεσε τὴν δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως ἀπειλουμένην πανωλεθρίαν εἰς ὅλα τὰ ἐκδοθέντα διατάγματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, ἐνοήσαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελεν οὔτε μνείαν κἂν νὰ ποιήσῃ τοῦ ἐναγοῦς αὐτοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει νὰ τηρήσῃ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐπενόησε τὸν πρωτοφανῆ τύπον, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ πρῶτον ἄρθρον. Σκεφθέντες ὅμως, ὅτι τὸ πρᾶγμα καταλήγει εἰς τὸ αὐτὸ, καὶ μὴ θέλοντες οὔτε αὐτὴν τὴν ὑπερευαισθησίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐνοχλήσωμεν, προετείναμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου. Καταλήγει δὲ εἰς τὸ αὐτὸ, διότι, κατὰ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπροκάλεσε, καὶ τὸ ὁποῖον φέρει ἡμερομηνίαν 30 Ἰανουαρίου, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 εἰσάγεται ὅπως ἐκυρώθη διὰ τοῦ ἐν τῷ Αʹ ἄρθρῳ τοῦ σημειουμένου νόμου κυρωθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1881· ἑπομένως διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, ὡς εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἐπιψηφίζεται καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ διατάγματος, τὸ ἀφορῶν τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας καὶ μὴ ἔχον σχέσιν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπροτείναμεν καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἄρθρων 2 καὶ 4, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπανάληψις τοῦ διατάγματος. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 3, οὔτε ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τὴν πρώτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας ἠδυνήθημεν νὰ ἐννοήσωμέν τι, οὔτε μετὰ τὴν χθεσινὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ κατωρθώσαμεν νὰ γνωρίσωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, καθὼς σᾶς εἶπον, κανονίζει καὶ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἀπῃτοῦντο, δυνάμει τῶν προεκδοθέντων διαταγμάτων, πρὸς διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῶν σήμερον, οὔτε νὰ προτείνῃ εἴτε τὴν ἀκύρωσιν, εἴτε τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῶν.
§10ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Τὰ ἐγκρίνομεν καθ’ ὅσον ἀφορῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881, καθ’ ὅσον ὅμως ὑπερβαίνουσι τοῦτον, κατὰ τοῦτο τὸ μέρος οὔτε τὰ ἐγκρίνομεν, οὔτε τὰ ἀποδοκιμάζομεν, ἀλλὰ κατόπιν θέλει γείνει λόγος περὶ αὐτῶν.
§11ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄρα τὰ ἀκυρόνετε.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βέβαια.
§13ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τουτέστι τὰ ἀκυρόνετε. — Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε καθαρὰ καὶ ἀνεπιφυλάκτως νὰ εἴπῃ «δὲν ἐγκρίνω τὰ διατάγματα ἐκεῖνα, καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀκύρωσιν αὐτῶν·» ἔπρεπεν ὅμως νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ, ἂν ἦτο προπαρεσκευασμένη αὐτὴ, ὡς ὁδηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, νὰ εἰσαγάγῃ τοὺς ἐνεργήσαντας τὰς δαπάνας ἐκείνας εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Μόνον ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν κοινοβουλευτικὴ πλειονοψηφία καὶ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀποῤῥίψῃ γενομένας ἤδη δαπάνας. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τοιοῦτόν τι δὲν πρόκειται, ὅταν δὲν πρόκηται δηλαδὴ περὶ καταδιώξεως ἕνεκα τοιούτων δαπανῶν, ἡ κοινοβουλευτικὴ πλειονοψηφία καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ὀφείλουσι νὰ δώσωσιν ἄφεσιν πρὸς τακτοποίησιν τῆς δαπάνης. Τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὸ εἶπεν ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι μόνον ὅταν ἡ Βουλὴ ἦναι προπαρεσκευασμένη νὰ παραπέμψῃ μίαν Κυβέρνησιν εἰς δίκην, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐνήργησε δαπάνας μὴ νομίμως, τότε καὶ μόνον δύναται ν’ ἀποῤῥίψῃ τὰς δαπάνας ταύτας, καὶ ὅτι, ἂν περὶ δίκης δὲν πρόκηται δι’ οἱουσδήποτε λόγους, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἄφεσιν, ὅπως τὰ τῶν δαπανῶν ἐκείνων τακτοποιηθῶσιν. Αὐτὸ δὲ νομίζω, ὅτι ὤφειλε νὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ν’ ἀποφασίσῃ δὲ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε τὸ εἶπα αὐτό;
§15ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἴπατε αὐτὸ ὅταν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τοῦ εἰσαχθέντος παρ’ ὑμῶν τὸ 1880, ἀπελογήθητε.
§16ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ δαπανῶν, ἢ περὶ πολιτικῆς;
§17ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπρόκειτο καὶ περὶ δαπανῶν· ἐγὼ ἐδῶ τὸν λόγον σας.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ πολιτικῆς ἐπρόκειτο τότε, ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§19ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Τρικούπη, ὅταν ὁμιλῶ, ὁμιλῶ πάντοτε πεπεισμένος περὶ ὧν λέγω.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἦτο πολιτικὴ συζήτησις τότε.
§21ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ, ὅτι ἐπρόκειτο καὶ περὶ δαπανῶν. Καὶ σᾶς ἀναγινώσκω τοὺς λόγους τοῦ κ. Τρικούπη, ὅπως παύσωσιν αἱ ἀντιῤῥήσεις καὶ αἱ διακοπαί «Τοιαῦται εἶναι, — ἔλεγε τότε ὁ κ. Τρικούπης, — αἱ δαπάναι αἱ ναυτικαὶ διὰ τὸν Ἀτμοδρόμονα καὶ ἄλλαι. Ἐκ τῶν πινάκων τῶν παρουσιασθέντων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἄνευ νόμου καὶ ὑποχρεώσεις ἀνέλαβεν (ἡ Κυβέρνησις Κουμουνδούρου) καὶ χρηματικὰς δαπάνας ἐπραγματοποίησεν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε καὶ οὐδὲν ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ θὰ μοι εἴπητε, «διατί καὶ σὺ ἔδωκες τότε ψῆφον ἀφέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν;» Ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον ἀφέσεως, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τοιαύτας δαπάνας, ἂν δὲν ἦναι παρεσκευασμένη ἡ Βουλὴ, ἵνα παραπέμψῃ ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὐτῆς πρὸς ἄφεσιν αὐτῶν καὶ τακτοποίησιν τῆς δαπάνης.» Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, εἶναι δὲ ταῦτα τοσοῦτον στοιχειώδη, ὥστε δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ τὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ πράττω δὲ, διὰ νὰ ἴδητε τί εἶπε καὶ τί φρονεῖ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος σήμερον εἰσάγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον!
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλη εἶναι αὐτὴ ἡ ὁμιλία μου, καὶ ἄλλη ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§23ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶναι ἡ ἀγόρευσίς σας τῆς 29 Ὀκτωβρίου τοῦ 1880. Ἰδοὺ πῶς ἤρξασθε τῆς ὁμιλίας σας ἐκείνης: «Δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἀνῆκεν εἰς ἐμὲ ὁ λόγος· τὸ σχέδιον (τὸ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον), τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἔχει εἰσηγητὴν ὑπογεγραμμένον κλπ.» Βλέπετε λοιπὸν, κ. πρωθυπουργὲ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· σᾶς παρετήρησα τότε, ὅτι ἀντιφάσκετε, καὶ σεῖς, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν ἀντιφάσκετε, εἴπατε διάφορα πράγματα, καὶ ἓν ἀπὸ αὐτὰ ἦτο καὶ τοῦτο. Φανερὸν λοιπὸν, ὅτι εἶσθε εἰς ἀντίφασιν. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀντιφάσεως, ἡ πρότασίς σας ἔχει τὴν ἀναπόδραστον συνέπειαν τοῦ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν κίνησιν τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, καὶ τοῦτο μάλιστα ἐν ὥραις ἐκτάκτου ἀνάγκης. Καὶ τοιοῦτόν τι πρόκειται σήμερον διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ εἰσήχθη. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη, ἀφορᾷ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον καὶ κανονίζει τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν ἐκείνων ἐπὶ τῆς βάσεως τῶν σχετικῶν ὀργανικῶν νόμων· ἀλλὰ τίνες οἱ σχετικοὶ νόμοι; Βεβαίως οἱ τὰς σχετικὰς λειτουργίας ἀφορῶντες, οἷοι ὅμως δὲν ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Ἀλλ’ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε χθές, ὅτι ἐννοεῖ τοὺς ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι ἰσχύοντας ὀργανικοὺς νόμους, καὶ αὐτὸ ἐνόησαμεν καὶ ἡμεῖς, εἰ καὶ τὸ λεκτικὸν τοῦ ἄρθρου δὲν μᾶς τὸ ἐπέτρεπεν. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις διωρίσθησαν καὶ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἵτινες, ὡς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς ἰδιότητος καὶ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων. Ὁ κ. Καλλιγᾶς, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ αὐτὸ τὸ πρωτοφανὲς εἶδος τῆς νομοθεσίας, τὸ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 τοῦ νομοσχεδίου, καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι τῳόντι δὲν ἀποφασίζεται δι’ αὐτοῦ τίποτε ἐπὶ τῶν ἤδη γενομένων δαπανῶν, οὔτε ὑπὲρ αὐτῶν, οὔτε κατ’ αὐτῶν, εἶπεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἀμέσως τὰς δαπάνας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο· ἀλλ’ αὐτὸ ἀπὸ ἕνα ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο πρέπον νὰ λεχθῇ, διότι διὰ τὰς δαπάνας ἐκείνας ἐλήφθησαν μηνιαῖαι χρηματικαὶ αἰτήσεις, αἵτινες κατὰ πᾶσαν στιγμὴν κεῖνται ὑπ’ ὄψιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περὶ ὧν καὶ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ῥητῶς διέτασσεν· ἑπομένως εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἀναγράψῃ ἀμέσως τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 ἔχει, καταργοῦμεν σιωπηρῶς τὸ διάταγμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰς δαπάνας τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναφέρονται εἰς σχετικοὺς νόμους, ἢ μᾶλλον εἰς νόμους ἰσχύοντας ἐν ταῖς πρώην ἐπαρχίαις, ἤτοι ἀκυροῦμεν τὰς δαπάνας, αἵτινες ὡρίσθησαν ὑπὲρ ὑπαλλήλων, ὧν ἡ τάξις καὶ ὁ βαθμὸς δὲν ἔχουσι σχέσιν τινὰ πρὸς τοὺς ὀργανικοὺς νόμους τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, ἢ τῶν ὁποίων οἱ μισθοὶ, ἕνεκα τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων, ὡρίσθησαν ἀνώτεροι. Καὶ ἐνῷ ὑμεῖς ἐπανειλημμένως εἴπατε, ὅτι αὐτὴν τὴν κατάργησιν οὔτε προτείνετε, οὔτε πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, ἂν ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 3, αὐτὸ καὶ μόνον πράττομεν. Ἐνταῦθα παρατηρῶ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἑτέρου, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν, καὶ αὐτὸ τὸ διάταγμα, ὡς περιέχον τὸ ἄγος τοῦ νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ διατάγματα, ἐν οἷς καὶ τὰ διατάγματα, τὰ ἐκδοθέντα ἀπὸ τῆς καταλήψεως καὶ φέροντα λογιστικὸν χαρακτῆρα, ἅπερ ἔπρεπεν ἐπίσης νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐκεῖνα συνακυροῦνται. Ὥστε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐὰν ψηφισθῶσι τό τε ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ ἑτέρου, αἱ δαπάναι τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου— καὶ περιορίζομαι εἰς ταύτας—θὰ θεωρηθῶσιν ἠκυρωμέναι, καθόσον αὗται δὲν ἀναφέρονται εἰς ὀργανικοὺς νόμους, ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ ἰσχύοντας. Εἶχεν ἆρά γε τὸν σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταργήσῃ αὐτὰς τὰς δαπάνας; ἐσκέφθη, ὅτι, τούτου γενομένου, θὰ ἐγερθῶσιν ἀγωγαὶ ἐκ μέρους τῶν ἐχόντων δικαίωμα, ἢ δὲν τὸ ἐσκέφθη; ἢ σκοπεύει νὰ ἐγείρῃ αὕτη, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου, ἀγωγὰς ἐναντίον τῶν ἐκδόντων τὰ διατάγματα; Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπὸν ἔχει νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν εἰς τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκον, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης ἄλλης ἰδέας, νὰ καταστήσω προσεκτικὴν αὐτήν, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ ὑπὲρ διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τηλικαύτην ἀνωμαλίαν, ἐνῷ ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ λογιστικῶν, εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἡ τακτοποίησις τῶν δαπανῶν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ ἔντιμος εἰσηγητὴς τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ἀντελήφθη ἀκριβῶς τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου, περὶ οὗ πρόκειται, οὐδὲ τοῦ χαρακτῆρος τῶν νομοσχεδίων· διότι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐθεώρει ὁποῖον πραγματικῶς εἶναι, τουτέστι νομοσχέδιον ἁπλοῦν, προσωρινῆς ἀδείας, πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν τινων, δὲν ἠδύνατο νὰ φθάσῃ εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασεν. Ἡ κατάργησις τῶν διαταγμάτων, ἐὰν θὰ γείνῃ, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· ἔχομεν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ περιέχονται διατάξεις σχετικαὶ πρὸς τὰ διατάγματα, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδόλως σχετίζεται πρὸς ἐκεῖνο. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἔρχεται πρὸς τὴν Βουλὴν, λέγουσα, ὅτι, ἐπειδὴ ἐβράδυνεν ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχει χρείαν ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἵνα ποιήσηται μερικὰς δαπάνας, τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας· καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Εἶναι αἱ δαπάναι τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος· ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ὅμως πρέπει νὰ ἔχῃ ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ δι’ ἐκείνας μόνον, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζει, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ἐκκρεμεῖς δαπάναι ἐν τῷ παρελθόντι, ἀναγνωριζόμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μήπω κανονισθεῖσαι· ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῷ παρελθόντι καὶ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀναγνωρίσῃ, δὲν καλεῖ ὅμως τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου, καὶ σήμερον ἀρκεῖται λέγουσα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ζητεῖ παρ’ αὐτῆς ἄδειαν, ἵνα δαπανήσῃ μόνον ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὡς πρὸς ἐκεῖνα δὲ, περὶ ὧν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, κατόπιν δὲ πάλιν ὁριστικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἡ πίστωσις ἡ ζητουμένη σήμερον, δὲν εἶναι πίστωσις ἔκτακτος, δὲν εἶναι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι ἔχουσι χαρακτῆρα ὁριστικόν. Ἐνταῦθα δὲν κανονίζονται ὁριστικῶς αἱ δαπάναι τῶν τριῶν μηνῶν, ἐνταῦθα ζητεῖται ἄδεια διὰ δαπάνας τινάς· δύναται ὅμως κατόπιν ὁ προϋπολογισμὸς, ὅστις θὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἔδαφος, ν’ ἀναγνωρίσῃ μεγαλειτέρας δαπάνας. Μένει λοιπὸν καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς πιστώσεως ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῶν διαταγμάτων καὶ τῶν ἐκ τῶν διαταγμάτων ἀποῤῥεουσῶν δαπανῶν. Ὑποτιθεμένου ἄρα, ὅτι ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πίστωσις, ὅπως ἔχει, καὶ τὸ ἄρθρον 3, ὅπως ἔχει, τίς θέλει εἶσθαι ἡ συνέπεια; Ὅτι ὅσαι δαπάναι στηρίζονται ἐπὶ τῶν διαταγμάτων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦδε, θέλουσι μείνει ἐκκρεμεῖς· ὅτι, ἐὰν ζητηθῶσιν ἤδη πληρωμαὶ διὰ δαπάνας στηριζομένας ἐπὶ τῶν βασ. διαταγμάτων, δὲν θέλουσιν ἐνταλθῆ αἱ πληρωμαὶ αὗται, ἀλλὰ κατόπιν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους θέλει κανονίσει ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐνταλθῶσιν, ἢ ὄχι, θέλει δὲ τὸ κανονίσει συμφώνως πρὸς ὅσα ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφασίσει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητηθήσεται σήμερον, καὶ πρὸς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι θέλουσι τὴν ὁδηγήσει εἰς τὰς ἀποφάσεις ταύτας· διότι ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅτι ἐπὶ τῶν δαπανῶν τούτων, τῶν γενομένων ἄνευ νόμου, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν, καὶ ἐὰν μὲν παραδέχηται, ὅτι οὐσιαστικῶς καλῶς ἐγένοντο αἱ δαπάναι, καί περ ὑπάρχοντος περὶ τοὺς τύπους ἐλαττώματος, ὀφείλει νὰ καλύψῃ τὸ ἐλάττωμα· ἐὰν ὅμως θεωρῇ, ὅτι ὄχι μόνον περὶ τοὺς τύπους ὑπάρχει ἔλλειψις, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν, δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸν ὁριστικὸν καταλογισμὸν τῆς δαπάνης εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ ζήτημα εὐρύτερον χαρακτῆρα, καὶ νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ παράβασις οὐσιαστικοῦ νόμου ἐπιβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Προέβη ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας καὶ περαιτέρω· λέγει, ὅτι, ἀφοῦ μετὰ ταύτας τὰς δαπάνας δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην τῶν ὑπουργῶν, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσητε τὴν πίστωσιν. Ποία σχέσις μεταξὺ τῶν δύο τούτων ζητημάτων; Τί θέλει πράξει ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης, τοῦτο θέλει φανῆ κατόπιν· ὅταν συζητηθῇ ἐντὸς τῆς Βουλῆς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τότε θέλει φανῆ ὑπὸ ποίων ἰδεῶν ἐμφορεῖται ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τὰ περὶ καταδιώξεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τυχὸν παρέβησαν οὐσιαστικῶς τοὺς νόμους· σήμερον πρόκειται μόνον περὶ λογιστικοῦ κανονισμοῦ τῶν δαπανῶν. Περὶ τούτων ζητεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ ἐκείνων, περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, δι’ ἐκεῖνα δὲ, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, μένει τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, καὶ θὰ ἦναι ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ, ὅταν ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, εἴτε ἀναγνωρίζουσα τὰς ἐπὶ τῶν διαταγμάτων δαπάνας, εἴτε μὴ, συμφώνως πρὸς ὅσα ἐν τῷ μεταξὺ θέλει ἀποφασίσει ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ διατάγματα. Νομίζω ἄρα, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος διὰ νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ πίστωσις ὅπως προετάθη, καὶ ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις, νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, δὲν δύναται νὰ διατηρῇ αὐτὴν, ἀφοῦ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἀπολύτως προδικάζει.
§25ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ προαίρεσις τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀγαθὴ, ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν συντελεῖ πρὸς πραγματοποίησιν ταύτης. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ πιστώσεως· ἐδῶ ὅμως πρόκειται οὐχὶ περὶ πιστώσεως, ἀλλὰ περὶ δαπανῶν ἤδη τετελεσμένων.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὰς κανονίζομεν αὐτὰς, ἀφίνομεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§27ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς κανονίζετε ῥητῶς. Ἄν ἀφαιρέσητε τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, τότε μόνον εἴμεθα συμφωνώτατοι.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ παρόντος, ἢ τοῦ μέλλοντος.
§29ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 κανονίζει λοιπὸν τὰς δαπάνας καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέλλον;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου.
§31ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἴμεθα συμφωνότατοι. Πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ πρέπει τοῦτο νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι βλέπω, ὅτι εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· διότι καὶ εἰς τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτοὺς θὰ τοὺς ξύσῃ.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἠκολούθησε τὴν συνήθη τακτικήν· ἄλλο ἤθελε νὰ προσβάλῃ, καὶ ἄλλο ἀνέφερε. Ποῦ μὲ προσέβαλεν; εἰς τὸ ἄρθρον 1· ὁ δὲ λόγος του ἀνεφέρετο εἰς τὸ ἄρθρον 3, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ σκοπός του ἦτο τοιοῦτος, καὶ ὅτι εἶναι ψευτοπόλεμος.
§34ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐσυνείθισα νὰ κάμνω ψευτοπολέμους. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἠρώτησε «τί θὰ κάμητε τοὺς βασιλικοὺς ἐπιτρόπους;» καὶ σεῖς εἴπετε, ὅτι θὰ τοὺς ξύσητε. (Ἱλαρότης.) (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγείας πιστώσεως διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον εἰς τρίτην καὶ τελευταίαν συζήτησιν ὡς ἑξῆς.) (Ὅρα παράρτημα.)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ ἅπαντες ἔλαβον ἀντίγραφα ἔντυπα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§36ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὅλοι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς εἶπε προχθὲς, ὅτι θεωρεῖ ἄτοπον νὰ ἐπιδοθῶμεν εἰς συζητήσεις περὶ ἄλλων θεμάτων, ἀναβάλλοντες τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, καὶ ἀπήντησα τότε εἰς τὸν βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ ἐδικαιολογεῖτο καὶ τοιαύτη καινοτομία, ἀλλὰ τὸ καθ’ ἡμᾶς θὰ συντελέσωμεν ὅσον δυνηθῶμεν εἰς τὸ νὰ καταρτισθῇ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ ψηφισθῇ εὐθύς. Θεωρῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἐπιτρέπει τὴν ἄνευ μακρῶν συζητήσεων παραδοχὴν αὐτῆς. Ἐὰν τοιαύτη ἦναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἀπαντήσεως· ἐὰν ὅμως φρονῇ ἡ Βουλὴ ὅτι θὰ γείνῃ συζήτησις παρατεταμένη, τότε δέον νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§39Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως εἶναι γεγραμμένη ἡ ἀπάντησις, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφοῦ διενεμήθη τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας δὲν, ὑπάρχει ἔκνομόν τι ἐὰν ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως, ἐὰν μάλιστα ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη νὰ διέλθῃ ἄνευ συζητήσεως τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, συντεταγμένον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῆς. Ἡ ἐπιθυμία αὕτη τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν συνάδει μὲ τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν τὰ συζητούμενα τότε δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, ὅταν προηγηθῇ 24 ὡρῶν χρονικὸν διάστημα. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπε προχθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν Κανονισμὸν καὶ δι’ αὐτοῦ διέταξεν, ὅτι πρέπει νὰ παρέρχηται 24 ὡρῶν διάστημα ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ ἐντύπου μέχρι τῆς συζητήσεως, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλλῃ τοῦτο καὶ ν’ ἀποφασίζῃ νὰ συζητηθῇ καὶ πρὸ τῆς προθεσμίας ταύτης. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, τὴν γενομένην προχθὲς, δὲν ἔφερα ἀντίῤῥησιν· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλῃ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ἀλλὰ ἔχει καὶ καθῆκον νὰ ἐκτελῇ αὐτόν. Ὅταν ἐψήφισε τὸν Κανονισμὸν καὶ κατέστησε νόμον αὐτῆς, ἐνόει, ὅτι ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ αὐτόν. Ἐὰν θέλῃ νὰ μεταβάλῃ διάταξίν τινα αὐτοῦ, τότε ὑποβάλλει πρότασιν, καὶ οὕτω μεταβάλλεται ἡ διάταξις αὕτη· ἐνόσῳ ὅμως μένει ἡ διάταξις ἀποτελοῦσα μέρος τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραβαίνῃ τὴν διάταξιν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συμμορφώνεται μὲ αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην πρέπει νὰ παρέλθῃ 24 ὡρῶν διάστημα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ διανομὴ ἐγένετο, δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ ἡ διανομὴ ἐγένετο μόλις πρὸ ὀλίγου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου, παρατηρῶ, κύριε πρόεδρε, ὅτι ἡ ἐπιθυμία τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μεγάλης μειονοψηφίας δὲν ἀρκοῦσι νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως· διότι ἐνδέχεται, ἐκτὸς τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μεγάλης μειονοψηφίας, νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι βουλευταὶ, οἵτινες νὰ θέλωσι νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, ἤτοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον καὶ νὰ ἐκθέσωσι διὰ μακρῶν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι. Ἐπειδὴ δὲ οὐδεμία δύναμις δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπό τινα βουλευτὴν, οὔτε ἡ πλειονοψηφία, οὔτε ἡ μεγάλη μειονοψηφία, διὰ τοῦτο ἀνθίσταμαι νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργὸς) Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶναι τοσοῦτον φανερὰ καὶ αὐταπόδεικτα, ὥστε θαυμάζω διατί ἔκαμε τοσοῦτον λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου. Τίς εἶπεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραβῶμεν διάταξίν τινα τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ἡ ἐννέα ἢ εἷς μόνον ἀπαιτῇ, νὰ μὴ παραβῶμεν τὴν διάταξιν; Ὅταν λέγωμεν, ὅτι διάταξίς τις τοῦ Κανονισμοῦ δύναται νὰ παροραθῇ, ἐννοοῦμεν τῇ συναινέσει πάντων, μηδενὸς ἐξαιρουμένου Εὐθὺς λοιπὸν, ὡς ὁ βουλευτὴς Γόρτυνος ἔχει ἀντίῤῥησιν, οὐδεὶς θέλει ἐπιμείνει, ὅπως προβῶμεν εἰς ὅ,τι διὰ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαγορεύεται. Ἐπίσης ὅσα εἶπεν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως περὶ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας καὶ τοῦ μεγάλου τμήματος τῆς μειονοψηφίας, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ νὰ ῥηθῶσι, διότι τίς ἠμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τὸν βουλευτὴν Γόρτυνος νὰ ὁμιλήσῃ; ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ διάθεσις νὰ μὴ συζητήσωμεν, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προτάξωμεν τὴν ψήφισιν τῆς ἀπαντήσεως· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ, ἔστω καὶ εἷς, ὅστις θέλει νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἡ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τῆς ἀπαντήσεως ἐπιβάλλεται, ὅπως προταχθῇ τὸ κατεπεῖγον νομοσχέδιον, καὶ πρέπει νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Ἔχομεν ἤδη τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας θεσσαλικὰς καὶ ἠπειρωτικὰς ἐπαρχίας.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἡ σύμβασις ἐψηφίσθη, καὶ ἤδη ἡ Θεσσαλία καὶ Ἤπειρος καὶ νόμῳ εἶναι Ἑλλάς. Ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις, διότι ὑμεῖς τὴν ὑπεγράψαμεν καθ’ ὑπερβασίαν; Ἐπενοήθη κακόηχος λέξις, ἵνα ἐκφράσῃ δυσοίωνον ἰδέαν. Ἡ ὑπογραφή μας αὕτη ὑποχρεοῖ ὑμᾶς ἆρα νὰ παραδεχθῆτε ταύτην, ὡσεὶ αἱ συμβάσεις μὴ ὑπεγράφοντο ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ μὴ ἐκυροῦντο κατόπιν ἀπὸ ἡμᾶς, διὰ νὰ ὦσιν ὑποχρεωτικαί; Ἐὰν ἡ σύμβασις δὲν ἐψηφίζετο, σήμερον δὲν ἤθελεν ἔχει κῦρος· ἡ Συνέλευσις καὶ τὸ Σύνταγμα διατάσσουσι ῥητῶς ὅτι τοιαῦται συμβάσεις, ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας συναφθεῖσαι, ἔχουσι κῦρος μόνον μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν παρ’ ἡμῶν. Ἐσπούδαζε καὶ δὲν ἔπαιζεν ἡ Συνέλευσις παραγγέλλουσα ταῦτα. Ἡ σύμβασις λοιπὸν δὲν ἦτο διὰ σᾶς ὑποχρεωτική, διότι ὑπεγράψαμεν ἡμεῖς· ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν ἔχει· δὲν εἶναι ἀκριβὲς λοιπὸν ὅ,τι σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι κατὰ τύπον ἀποφαίνεσθε σήμερον, οὔτε καλεῖσθε νὰ καλύψητε τὴν ἀλήθειαν. Ὑπεγράψαμεν τὴν σύμβασιν ἡμεῖς, διότι ἐθεωρήσαμεν αὐτὴν ὑπηρετοῦσαν τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, σώζουσαν τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἄρταν, προετοιμάζουσαν τὸ μέγα μέλλον τῆς Πατρίδος, καὶ ἱκανοποιοῦσαν τοὺς προαιωνίους πόθους ἡμῶν. Ἐκραυγάζετε δὲ ὑμεῖς κατ’ αὐτῆς, ὡς προδιδούσης τὸν Ἑλληνισμόν, ὡσεὶ παρῃτήσαμεν κανὲν δικαίωμά μας, αἱμαζούσης τὴν Πατρίδα, ὡσεὶ ἐγκατελείψαμεν ἀδελφοὺς ἀγωνιζομένους καὶ ὡσεὶ παρεβιάσαμεν τὰς ὑποσχέσεις μας, καὶ καταστρεφούσης τὰς νέας ἐπαρχίας. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εἶχε τὸ θάῤῥος, ὄχι νὰ εἴπῃ «κάτω ἡ σύμβασις,» ἀλλ’ οὔτε νὰ διαμαρτυρηθῇ κἄν. Καὶ σεῖς, οἱ θερμοὶ πατριῶται, ὅσοι λυπεῖσθε, διότι δὲν ἐτύχατε τῆς εὐτυχοῦς περιστάσεως νὰ χύσητε τὸ αἷμα ὑμῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, σεῖς ἐψηφίσατε τὴν σύμβασιν ταύτην ἄνευ παραπόνου, ἄνευ γογγυσμοῦ τινος, καὶ ἀπεφασίσατε σεῖς νὰ παραδεχθῆτε σύμβασιν, ἥτις ἀτιμάζει τὸ ἔθνος, καὶ ἥτις, καθ’ ὑμᾶς, καταστρέφει τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς ἐὰν ἡ σύμβασις σᾶς ἀφῄρει τὰ μέσα καὶ τὸν λόγον νὰ πολεμήσητε, ἂν θέλετε, καὶ σήμερον. Σεῖς, κύριοι, ἐδώκατε κῦρος καὶ ζωὴν εἰς τὴν σύμβασιν αὐτήν, διότι ἄνευ τῆς ψήφου ὑμῶν ἡ σύμβασις ἤθελεν εἶσθαι χάρτης ἄγραφος· καὶ ὁ πατριωτισμός σας οὔτε τὸ θάῤῥος τῆς διαμαρτυρήσεως εἶχεν. Ἐπεφυλάχθητε ὅμως νὰ μεμφθῆτε κατόπιν ἡμᾶς καὶ νὰ ἐπιστεγάσητε οὕτω κωμικὴν τὴν ἐνέργειάν σας.
§44ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μίαν ἐρώτησιν. (Θόρυβος.)
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συγκάθηνται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἄρτης, καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν εἰσῆλθον, θέλει ἀναγράψει ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἡμέραν εὐτυχῆ, καὶ συνεργάζονται μεθ’ ἡμῶν καὶ συναποφασίζομεν εὐχαρίστως, ἀπολαμβάνομεν τοὺς καρποὺς τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ χαίρομεν διὰ τὴν πρόοδον τῆς εὐνομίας καὶ τῆς τάξεως, καὶ εἰσπράττομεν φόρους, καὶ ἀπολαμβάνομεν πλήρη τὰ ἀγαθά· ἀλλὰ τοὺς ἐργασθέντας πρὸς τοῦτο, τοὺς προκαλέσαντας τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, τοὺς παραγωγούς, μεμφόμεθα, καὶ θέλομεν νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῶν λόγον. Κακῶς ἔπραξαν οὗτοι, καλῶς ὅμως ἡμεῖς δρέπομεν τὰ ἀποτελέσματα. Ἰδοὺ ὁ νέος τύπος κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς! Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς καταλήψεως, ἡ τουρκικὴ ἐξουσία, ἡ ἰσχὺς τῶν τουρκικῶν νόμων ἔπαυσαν, ἀλλὰ δὲν ἤρξατο καὶ ἡ ἰσχὺς τῶν ἑλληνικῶν νόμων· ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἄρτα δὲν εἶχον ἀποφανθῆ ἔτι. Ἡ Ἑλλὰς μόνη δὲν ἠδύνατο, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν· δὲν ἦσαν ἔτι Ἑλλάς. Ἐν τῷ διαστήματι δὲ τούτω, σᾶς ἐρωτῶ, ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἐκτεθειμέναι ἄνευ διοικήσεως, ἄνευ προστασίας, ἄνευ δικαιοσύνης; δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα οὐδεμία περὶ αὐτῶν; Καὶ πράττοντες οὕτω ἐξετελοῦμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν; Τίνα παρεβιάζομεν νόμον, καὶ ποῖος ἑλληνικὸς νόμος ἠδύνατο νὰ παραβιασθῇ ἐν ἐπαρχίαις, αἵτινες δὲν ἀπετέλουν μέρος τῆς Ἑλλάδος κατὰ νόμον, ὡς διατελοῦσαι ὑπὸ κατάληψιν, καὶ ἐν ὅσῳ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ κατὰ νόμον ἡ ἕνωσις; Ἐδιοικήσαμεν λοιπὸν αὐτὰς καὶ ἐγκαθιδρύσαμεν τὴν δικαιοσύνην. Καὶ εἶδον, μεταβὰς ἐπιτοπίως, τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἔξαλλον ἀπὸ ἐνθουσιασμοῦ νὰ περικυκλώνῃ τὸν Βασιλέα του καὶ νὰ τὸν εὐλογῇ· καὶ εἶδον αὐτὸν μετὰ πόσης εὐχαριστήσεως προσέβλεπε πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν του καὶ μετὰ πόσης χαρᾶς ἀπελάμβανεν ἐλευθερίαν, τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Ὁ λαὸς ἐξέφραζε τότε ἁγνὰ καὶ καθαρὰ τὰ αἰσθήματά του· ἐξεδήλου ὅ,τι ἀληθῶς ᾐσθάνετο· ἡ πολιτικὴ ἦτο μακρὰν ἔτι. Καὶ εἶδον τὸν λαὸν ἐκεῖνον, τὸν πρὸ μικροῦ δοῦλον, συγκαθήμενον μετὰ τοῦ πρὸ ὀλίγου δεσπότου ἐν ἰσότητι, ὁμονοίᾳ καὶ ἀδελφότητι. Καὶ εἶδον τὸ πνεῦμα τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀνοχῆς, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει, καὶ ὑπερηφανεύθην καὶ ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ὑπουργός· διότι ἀπεδείκνυεν ὁ λαὸς ἐκεῖνος οὕτω, ὅτι εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ ἠδύνατο πᾶς τις νὰ ζήσῃ ἐν ἀσφαλείᾳ καὶ ν’ ἀπολαμβάνῃ τ’ ἀγαθὰ τῆς εὐνομίας, καὶ ἐδίδετο ἀπόδειξις εἰς τὴν Εὐρώπην τῆς ἀξίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἔβλεπον αἱ ἐπαρχίαι αἱ πέριξ τί δύνανται νὰ ἐλπίζωσι παρ’ αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασα τὴν διαγωγὴν τοῦ στρατοῦ, τὴν λίαν ἀξιέπαινον. Μεγίστην δὲ ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα προσεφέραμεν, ἀποδείξαντες τὸν ὕψιστον βαθμὸν τοῦ πολιτισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ὑψώθη ὁ λαὸς ἐκεῖνος, καὶ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κατέχῃ λαός, ἔχων ἀπαίτησιν νὰ ἐκπολιτίσῃ καὶ νὰ διοικήσῃ λαοὺς ἄλλους. Αὕτη εἶναι ἔξοχος πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν ὑπηρεσία, ἀνωτέρα νίκη ἐν πολέμῳ. Καὶ τί ἐπιβλαβὲς ἐπράξαμεν ἡμεῖς, οἱ παραδεχθέντες τὸ σύστημα αὐτό; τί κακόν, ἢ τί διάφορον ἐπράξαμεν ἢ ὅ,τι καὶ ἄλλα ἔθνη ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν ἔπραξαν; Ἡ Ἰταλία, ὅταν ἐσχάτως διὰ συμβάσεως παρέλαβε τὴν Βενετίαν καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ ὑφίστατο, διῴκησεν αὐτὴν διὰ διαταγμάτων, ἐπειδὴ ἐνόμισεν, ὅτι οὕτω συνέφερε νὰ διοικήσῃ προσωρινῶς αὐτὴν διὰ διαταγμάτων καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· μετὰ παρέλευσιν δὲ ἓξ μηνῶν παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ ὑπουργοί, καὶ ἡ Βουλή, ἐκτιμήσασα τὸν σκοπὸν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, δὲν ἀντέταξεν οὐδεμίαν παρατήρησιν, οὐδεμίαν ἀντιλογίαν, οὐδεμίαν ἔνστασιν· ἐπῄνεσαν μάλιστα τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὕτως ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα, ἐνῷ εἰς τὰς ἰδίας μὲ ἡμᾶς δὲν εὑρίσκοντο ἀνάγκας. Ἐδικαιούμεθα λοιπὸν νὰ ἐνεργήσωμεν ὅπως ἐνεργήσαμεν, ὠφείλαμεν νὰ προνοήσωμεν, διότι αἱ ἐπαρχίαι ἔπρεπε νὰ διοικηθῶσι καὶ νὰ κυβερνηθῶσι καλῶς, καὶ ἡ διοίκησίς μας ὠφέλησε. «Διατί ὅμως δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλήν, ἵνα λάβητε παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν; διατί παρετείνατε τὴν σύγκλησιν;» Ἰδού, κύριοι, διατί μᾶς ζητοῦν λόγον. Κύριοι, ἵνα ἐννοήσητε διατὶ ἐπράξαμεν οὕτω, πρέπει πρῶτον νὰ ἐξετάσωμεν διατὶ ἐδέχθημεν τὴν σύμβασιν· καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν αὐτήν, δὲν ἔχομεν δυσκολίαν ν’ ἀποδείξωμεν διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Θέλετε λοιπὸν μὲ συγχωρήσει νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ταύτην, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον, διεξαγαγὼν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐγὼ πρὸ πάντων φέρω τὴν εὐθύνην ἅπασαν. Μοὶ ἀρνοῦνται τὰ καλὰ τὰ ἐκ τοῦ ζητήματος πηγάσαντα· ἀλλ’ ἀδιαφορῶ· ἐγὼ ἀναδέχομαι τὴν εὐθύνην ἅπασαν, καὶ ἐπιχειρῶ νὰ δώσω λόγον. Κύριοι, δὲν θ’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὰ κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰ ἐξ ἀρχῆς ἐν Ἑρζεγοβίνῃ λαβόντα χώραν, διὰ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡμεῖς, κατανοήσαντες ἔκτοτε τὰς σπουδαίας συνεπείας τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἀμέσως παρουσιάσθημεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς δοθῇ ἄδεια καὶ τὰ μέσα νὰ ἑτοιμασθῶμεν· ὅσον δὲ ἐξήρτητο ἀπὸ ἡμᾶς, ἐφροντίσαμεν νὰ προμηθεύσωμεν τὰ δυνατά· ἀλλὰ δὲν ἐξήρτητο ἀπὸ ἡμᾶς μόνον. Ὀλίγος παρῆλθε καιρός, ὅτε εἰς Κωνσταντινούπολιν συνῆλθεν ἡ Εὐρώπη, καὶ ἐπρόκειτο νὰ βελτιωθῇ ἡ τύχη τῶν μερῶν ἐκείνων, καὶ διοικητικαὶ νὰ γίνωσι διορθώσεις καὶ μεταῤῥυθμίσεις· καὶ ἐσκέφθησαν τότε περὶ ὅλων, οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ Ἑλλήνων. Καὶ εἶπον εἰς ἀπάντησιν τῶν παραπόνων ἡμῶν: «οἱ γρηγοροῦντες μόνον ἔχουσι δικαιώματα· ἡ διπλωματία δὲν ἀνασκάπτει ζητήματα, κανονίζει ζητήματα ἐκκρεμῆ· ἂς ἀνασκάψωσιν αὐτὰ ὅσοι ἔχουσι συμφέρον πρὸς τοῦτο» Οὔτε κἂν λόγον, κύριοι, ἐποίησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἡμῶν. Τοῦτο ἐχρησίμευσεν ὡς μάθημα, καὶ ἦτο ἀρκετόν. Διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπελήφθημεν ἅπαντες ἡμεῖς τῶν προπαρασκευῶν τοῦ τόπου μετὰ μείζονος προθυμίας καὶ μετὰ μείζονος ζήλου. Δὲν σᾶς ἐπαναλαμβάνω τὴν ἱστορίαν λεπτομερῶς τῶν λαβόντων χώραν· σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ἐκ τούτου προῆλθον ὅσα κατόπιν εἴδετε καὶ ἐμάθετε. Κατὰ δυστυχίαν ὅμως, κύριοι, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ὠφεληθῶμεν τότε περιστάσεως σπουδαίας καὶ χρησιμωτάτης· ἀφήσαμεν νὰ παρέλθῃ ἡ Πλεύνα. Ἐὰν εἴχομεν ἐνεργήσει τότε, ἐὰν ἠδυνάμεθα, ἢ ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ ἐνεργήσωμεν, ἠθέλομεν παρουσιασθῆ κατόπιν μὲ δικαιώματα μᾶλλον βέβαια καὶ ἀναμφισβήτητα καὶ μᾶλλον εὐρέα. Κατὰ δυστυχίαν, κύριοι, ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε, καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἔμεινεν ἀμετάβλητος. Ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν καὶ προεκλήθησαν τὰ αἵματα καὶ οἱ ἀγῶνες τῶν Σοφάδων, τοῦ Πλατάνου καὶ τοῦ Πηλίου καὶ ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ· ταῦτα δὲ παρήγαγον τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, καὶ τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν. Ἀλλά, κύριοι, ταῦτα πάντα δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετασθῶσι, διότι ἐκρίθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν ἤδη· ἀλλὰ πόσαι ὕβρεις δὲν ἀπηυθύνθησαν καθ’ ἡμῶν καὶ τότε; — δὲν ἐπαναλαμβάνω δὲ ταῦτα διὰ νὰ παραπονεθῶ ἤδη. — Καὶ τότε κατηγόρησαν ἡμᾶς, ὡς προδίδοντας τὴν πατρίδα, διότι παρῃτήθημεν τῆς λαμπρᾶς προσφορᾶς, ν’ ἀντιπροσωπεύσωμεν πρὸς στιγμὴν τὸν Ἑλληνισμόν, ἀντὶ λωρίδος τινὸς χώρας· καὶ ἤδη κατηγορούμεθα διὰ τὴν μὴ πλήρη ἀπόκτησιν τῆς λωρίδος αὐτῆς, ὡσεὶ ἐξήρτητο τοῦτο ἀπὸ μόνον ἡμᾶς. — Αὐτά, κύριοι, ὑπῆρξαν ἐν ὀλίγοις τὰ προηγούμενα τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου. Ὑφίστατο ἀκόμη τὸ πρῶτον πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, ἢ τὸ 23 ἄρθρον ὅταν ὁ κ. Τρικούπης μᾶς διεδέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σημειώσητε ὅ,τι ἤδη θὰ εἴπω, διότι οὕτω θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑφ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις οὔτε ἀπεφάσισεν, οὔτε ἠδυνήθη ποτὲ νὰ ἐνεργήσῃ ἀποτελεσματικῶς ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος κεχωρισμένη τῆς Εὐρώπης καὶ ἄνευ αὐτῆς. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ζήτημά μας, ἐπίστευον τινες, ὅτι ἐλησμονήθη· ὁ κ. Τρικούπης ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ταύτην καὶ ἐκήρυξεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος. «Ζήτημα ἑλληνικὸν δὲν ὑπάρχει,» σᾶς εἶπε, καὶ ἀνεπέτασεν ὡς πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεώς του τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ἐνήργησε κατ’ αὐτό. Ὁ στρατὸς ὅσον ἦτο δυνατὸν ἠλαττώθη, διότι ἡ πολιτικὴ τῶν παρασκευῶν εἶχε παρέλθει. Ὀλίγος ὅμως παρῆλθε χρόνος καὶ τὰ πράγματα ἐν Εὐρώπῃ ἔλαβον τροπὴν ἄλλην. Ὁ κ. Τρικούπης, παραιτήσας ἀμέσως τὴν προτέραν πολιτικὴν, συνεμορφώθη πρὸς τὴν νέαν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης καὶ ἐπανέλαβεν ἐντονώτερον τὰς παρασκευὰς ἀμέσως. Ἀνέφερα ταῦτα, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἀλληλοδιάδοχοι Κυβερνήσεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐνήργουν πάντοτε οὐχὶ αὐτογνωμόνως καὶ κατὰ τῆς θελήσεως τῆς Εὐρώπης, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης καὶ τὴν ἐπιστρατείαν αὐτὴν διέταξεν, ὅταν ἐξωμάλυνε τὰς δυσχερείας ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης, μετὰ δὲ τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς ἔλαβε τὸ μέτρον αὐτό. Τὸν κ. Τρικούπην διεδέχθημεν ἡμεῖς, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ζήτημα τοῦ Δουλσίνου ἐπλησίαζεν εἰς τὸ πέρας. Νομίζω, ὅτι πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος ἡμῶν αἰσίαν καὶ πλήρη ἦτον ἡ στιγμὴ ἐκείνη ἡ καταλληλοτέρα καὶ πρόσφορος. Ἡ Εὐρώπη προσφάτως εἶχεν ἐκδώσει τὴν ἀπόφασίν της καὶ προσφάτως εἶχεν ἐπαναλάβει, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της ἐκείνη ἦτον ὁριστικὴ καὶ ἀμετάκλητος. Ἐὰν ἐπιλαμβανόμεθα τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως ἡμεῖς τότε, ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει τῇ συνδρομῇ τῆς Εὐρώπης, τῆς ὁποίας ἡ ἀπόφασις ἐξετελεῖτο, εἰς αἴσιον πέρας; πιστεύετε, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελεν ἀδιαφόρως βλέπει ῥέον τὸ αἷμα, ἐνῷ αἴτιος ἦτον αὕτη, καὶ ἤθελεν ἐπὶ πολὺ ἀδιαφορήσει; Ἡ ἀπόφασίς της ἦτο ἔτι ἀκεραία καὶ ἐπιβεβλημένη, πλὴν ἄλλαι σκέψεις ἐπεκράτησαν, καὶ ἀπωλέσαμεν κατὰ δυστυχίαν τὴν λαμπρὰν αὐτὴν εὐκαιρίαν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἡ ὁμοφωνία τῆς Εὐρώπης ἐκλονίσθη, ἡ ἰδέα τοῦ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς της ἐγκατελείφθη· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἡ πλειονοψηφία ἐκηρύχθη κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ ἡ μειονοψηφία ὑπεχρεώθη νὰ συμμορφώσῃ τὴν διαγωγήν της πρὸς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας· διὰ τοῦτο, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, δὲν ἐπέτρεψαν πλέον εἰς οὐδὲν πλοῖον αὐτῶν νὰ πλησιάσῃ εἰς τοὺς λιμένας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐζήτησα ἐγὼ τότε τοῦτο, ὄχι διότι ἤλπιζον ἀπεκδεχόμενο συνδρομήν τινα πραγματικὴν, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίσω μᾶλλον μέχρι τίνος βαθμοῦ ἔφθανεν ἡ ὁμοφωνία αὕτη. Αἱ προσπάθειαί μου ἀπέβησαν εἰς μάτην· οὐδεμία Δύναμις ἐπέτρεψεν εἰς τὰ πλοῖά της νὰ ἐπισκεφθῶσι τοὺς ἑλληνικοὺς λιμένας, διὰ νὰ μὴ δώσῃ ὑπονοίας, ὅτι ἀντιθέτως πρὸς τὸ κοινὸν φρόνημα ἐνεργεῖ. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθεν ἀτυχῶς ἐκ τῆς Γαλλίας ὀπισθοχώρησις καὶ ἡ κυρία προσβολή. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὁποίαν εὐγνωμοσύνην ὀφείλομεν εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι πρώτη καὶ κατὰ μέγα μέρος αὕτη καὶ προήγαγε καὶ ὑπεστήριξε τὸ ζήτημα· ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζει τοῦτο νὰ παραπονεθῶμεν, διότι διὰ τῆς κατόπιν διαγωγῆς της ἡ γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς αὐτῆς, ἐξεμηδένισε πᾶσαν θέλησιν ὑπὲρ τῆς ἀκεραίας διατηρήσεως τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως καὶ πᾶσαν ἀπόφασιν, ἵνα δοθῇ πραγματικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ὑποστήριξις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ἅμα ἡ Γαλλία ἀπεχωρίσθη, ἅμα τὸ κοινὸν φρόνημα ἐν Γαλλίᾳ ἐξεφράσθη παμψηφεὶ σχεδὸν, ἐμορφώθη ἡ ἰδέα περὶ τῆς μὴ ἐμμονῆς εἰς τὰ προαποφασισμένα, καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου ὑπεβλήθη εἰς τροποποίησιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τροποποίησιν τοιαύτην, ὥστε ἡ Τουρκία νὰ τὴν δεχθῇ ἄνευ ἀντιστάσεως καὶ ἄνευ ἀνάγκης χρήσεως βιαίων μέτρων. Κύριοι, τὸν κίνδυνον αὐτὸν εἴδομεν, τὸ ἐνοήσαμεν ἐγκαίρως, καὶ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, διεμαρτυρήθημεν, παρεπονέθημεν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ μεγάλη Ἀγγλία δὲν ἠδύνατο νὰ τροποποιήσῃ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης, ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ φέρωμεν μεταβολήν τινα; Ἀφοῦ δὲ καὶ ἡ Ἀγγλία ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐπεζήτει μὲν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἀπέκρουεν ὅμως τὴν βίαν, ὑπεβάλλετο κατ’ ἀνάγκην καὶ αὐτὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἔχει ὡς συνέπειαν ἀναπόφευκτον τὴν τροποποίησιν τοῦ Βερολινείου θεσπίσματος. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, ὅταν συνεκροτήθη ἡ Σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει. Εἰς μάτην, ἐπαναλαμβάνω, διεμαρτυρήθημεν, παρεπονέθημεν· ἡ Σύνοδος ἠκολούθησε τὴν πορείαν της, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐψηφίσατε, καὶ ἥτις, καὶ τοιαύτη, δὲν ἤθελεν ἴσως ἀποκτηθῆ, ἐὰν εἰς τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐνεργείας δὲν προήδρευε πνεῦμα εἰλικρινοῦς ὁμοφωνίας. Ὅταν ἐκοινοποιήθη εἰς ἡμᾶς ἡ σύμβασις, μὲ τὴν ῥητὴν εἰδοποίησιν νὰ ἀπαντήσωμεν ναὶ ἢ ὄχι, καὶ μᾶς εἰδοποίησα, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι διὰ τὰς συνεπείας, καὶ δὲν προήρχετο, οὔτε ἐπισήμως, οὔτε ἰδιαιτέρως, ἐξ οὐδενὸς μέρους νύξις τις ἢ ἀμφιβολία τις εὐνοϊκή, ὅταν μᾶς ἐζήτησαν ν’ ἀποφανθῶμεν συντόμως καὶ πρὶν ἢ δοθῇ καιρὸς νέων περιπλοκῶν καὶ ἀρνήσεων, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρέθημεν εἰς δυσκολίαν μεγίστην· ἡ στιγμὴ ἦτο κρίσιμος καὶ μεγάλη, ἦτο στιγμὴ ἀγωνίας· τὰ πνεύματα ἐν Ἀθήναις εἶχον ἐρεθισθῆ. Εἶναι, κύριοι, βέβαιον, ὅτι, ὅταν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἐπηρεάζῃ, ὄχι ἡ ἀκριβὴς ἐκτίμησις τοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ τὸ πάθος, ἂς ἦναι ὅσον δήποτε εὐγενὲς τὸ πάθος, ἂς ἐκπηγάζῃ ἀπὸ οἱονδήποτε καλὸν αἴσθημα, τὸ πάθος παρασύρει καὶ ὠθεῖ πολλάκις εἰς ἄτοπα· τὸ πάθος εἶχε τότε κατακυριεύσει τὰς Ἀθήνας καὶ ἐπολιορκούμεθα καὶ προετρεπόμεθα ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν σύμβασιν· «τὸ ἀπαιτεῖ ἡ τιμή σας, μᾶς ἔλεγον, καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος· ἀτομικῶς σεῖς εἶσθε κατεστραμμένοι· τὴν δημοτικότητά σας καὶ τὴν ὑπόληψίν σας καὶ τὴν ἀξιοπιστίαν σας θὰ ἀπωλέσητε.» Τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἦτο ἰσχυρὸν καὶ ἱκανὸν νὰ μᾶς πτοήσῃ, καὶ προκειμένου νὰ ἀντιπαραθέσωμεν τὰ ἴδια ἡμῶν συμφέροντα πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, οὐδεμίαν εἴχομεν δυσκολίαν νὰ προτιμήσωμεν τὸ κοινὸν συμφέρον, νὰ θυσιάσωμεν τὰ ἀτομικά μας· νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς περὶ τῆς ἀτομικῆς ἡμῶν φιλοτιμίας ἢ δημοτικότητος δὲν ἐπετρέπετο, ὅταν ἀπεφασίζετο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ κανονίσῃ τὴν τύχην τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος. Ὄχι, κύριοι, βεβαίως αὐτὴ δὲν ὑπῆρχε σπουδαία δυσκολία, ἐνῷ μάλιστα οὔτε ἦτον ἀκριβὲς ὅ,τι ἔλεγον τότε ἐναντίον μου, ὅτι δηλαδὴ ἀντιφάσκω πρὸς ἑαυτόν· διότι ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἐκήρυξά ποτε, ὅτι ζητῶ τὸν πόλεμον μετὰ τῆς Εὐρώπης καὶ ἄνευ αὐτῆς· ἐλησμόνουν, μεταβάλλοντες μίαν οὐσιώδη λέξιν· ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκήρυξα ἐγὼ τὴν ἀπαρέγκλιτον ἐπιδίωξιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης καὶ μετ’ αὐτῆς καὶ ἄνευ αὐτῆς. Καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης, ἔλεγον, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου. Μήπως ἐπίστευέ τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι ἡ Εὐρώπη πραγματικῶς ἤθελε σπεύσει πρὸς βοήθειαν ἡμῶν πράγματι καὶ θὰ μᾶς ὑπεστήριζεν ἐν καιρῷ πολέμου; Προκειμένου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης, εἴχομεν πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατός, ἱκανὸς νὰ ἐκτελέσῃ θαύματα ἀνδρείας καὶ ἡρωϊσμοῦ, ἀλλ’ ἀνέτοιμος πρὸς μακρὰν παράτασιν καὶ ὅπως κατορθώσῃ νὰ φέρῃ ὁριστικὴν λύσιν, ἤθελε προκαλέσει τάχιστα τὴν ἐπέμβασιν τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς συμφωνοῦμεν μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπισήμους πρὸς τὸν κ. Βράϊλαν ὁδηγίας, ὅτι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο μόνη ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Τουρκίαν εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Βερολίνου· ἐκτελοῦντες τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης ἡμεῖς, εἴχομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι δυνατὸν δὲν ἦτο νὰ ἀνεχθῇ αὕτη νὰ χύνηται ἀσκόπως καὶ ἐπὶ μακρὸν αἷμα. Ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς, ἤμην βέβαιος, ἤθελε δοξάσει καὶ πάλιν τὸ ἑλληνικὸν ὄνομα δι’ ἡρωϊκῶν πράξεων καὶ διὰ καταπληκτικῶν θυσιῶν. Πλὴν ὅταν ἡ Εὐρώπη ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασίν της, ὅταν ἀφῄρεσε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσίν της, ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς, ἐνθυμήθητε καλῶς τοῦτο, ἀνέθετεν εἰς ἡμᾶς τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος ὁλοκλήρου· δὲν ἤρκει πλέον μόνον νὰ νικήσωμεν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, δὲν ἤρκει μόνον ν’ ἀνδραγαθήσωμεν· ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν τοὺς ὅρους μας, καὶ ὁ πόλεμος ἤθελε παραταθῆ μέχρι τοῦ ἀποτελέσματος τούτου. Τοιαύτην θέσιν μᾶς ἡτοίμασεν ἡ τελευταία μεταβολὴ τῆς Εὐρώπης. Κύριοι, νὰ ἐπιληφθῶμεν τοιούτου ἔργου μόνοι; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι καὶ ὁ κ. Τρικούπης σᾶς εἶπεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, «μόνοι καὶ ἄνευ συνδρομῆς μιᾶς τοὐλάχιστον τῶν Δυνάμεων εἶναι μωρία νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὸν πόλεμον καὶ μὲ ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ἔχωμεν στρατόν.» Νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Εὐρώπης, ἐναντίον τῶν προτροπῶν καὶ τῶν συμβουλῶν αὐτῆς, ἐναντίον τῆς κηρυχθείσης ἀποφάσεως αὐτῆς; Ἐνθυμήθητε, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἱστορίαν ἡμῶν· εἶναι κατὰ δυστυχίαν ἀληθής. Οὐδὲν ἐφέραμεν μέχρι τοῦδε εἰς αἴσιον πέρας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἄνευ τῆς Εὐρώπης καὶ ἄνευ τῆς εὐνοίας καὶ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς. Ὑπεβλήθημεν εἰς θυσίας πολλάκις καὶ κινδύνους, ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ σύρωμεν τὴν συμμετοχὴν τῆς Εὐρώπης, οὐδὲν κατωρθώσαμεν, καὶ κατὰ δυστυχίαν οἱ ἀγῶνές μας ἐματαιώθησαν, αἱ θυσίαι ἡμῶν ἀνωφελῶς προσεφέρθησαν· ἔχομεν δὲ πρόσφατα τὰ εἰς τὴν μεγαλομάρτυρα Κρήτην λαβόντα χώραν. Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεκύψαμεν τότε; Οἱ ἀδελφοί μας ἐπάλαιον, τὸ αἷμα ἔῤῥεε, καὶ ἐλέγετο, ὅτι ἔπραττον τοῦτο συνεπείᾳ συμβουλῶν καὶ παροτρύνσεων ἡμῶν· καὶ ἡμεῖς ἐῤῥίφθημεν σύσσωμοι εἰς τὸν ἀγῶνα· ἀλλ’ ὅταν ἡ Εὐρώπη μᾶς εἶπε «στῆτε,» ὅταν μᾶς εἶπεν «ἀποσύρω τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν εὐθύνην μου,» ἐστάθημεν, καὶ οὐδεὶς παρεπονέθη τότε, καὶ οὐδεὶς τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι γενναίως ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην τῆς ἱπποτικῆς ἐκείνης πολιτικῆς, οὔτε τοὺς ἐμέμφθη, οὔτε τοὺς κατηγόρησε· τοὺς ἐπῄνεσαν μάλιστα. Καὶ ἐὰν τῳόντι ἐνεργοῦμεν ἡμεῖς ἐναντίον τῆς διαθέσεως τῆς Εὐρώπης, θὰ εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς σήμερον νὰ μᾶς ὑποδεικνύῃ ὡς πρῶτον ὅρον τῆς μελλούσης πολιτικῆς ἡμῶν τὴν καλλιέργειαν φιλικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Εὐρώπης; καὶ ἐὰν ἡμεῖς οὐδεμίαν προσοχὴν ἐδίδομεν εἰς τὰς συμβουλὰς, εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς προτροπὰς τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ δυστροποῦντες ἐπεμένομεν εἰς ὅ,τι ἡμεῖς προτιμῶμεν, ἠθέλομεν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶμεν σήμερον θέσιν εἰς τὴν ὑπόληψιν, τὴν ἀγάπην καὶ τὴν συνδρομήν της; Ἡ Εὐρώπη χάριν τῆς εἰρήνης μᾶς ἠρνήθη, ὡς ἔλεγεν, ὅ,τι χάριν τῆς εἰρήνης μᾶς ὑπεσχέθη, καὶ τὴν εἰρήνην νὰ μὴ ταράξωμεν ἀπῄτει. Ἀνεγνώσατε μετὰ προσοχῆς τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ; Κίνδυνοι περὶ τῶν ὅλων μᾶς ἀπειλοῦν, λέγει· ἔχομεν ἀνάγκην ἑπομένως εἰρήνης, διὰ νὰ ἑτοιμασθῶμεν. Μὲ συγχωρεῖ ὁ κ. πρωθυπουργός· μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς αὐτὸ περιέχεται ἀντίφασίς τις, ἥτις τὰ πάντα καταστρέφει, καὶ τὴν ἐπίκλησιν πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν καὶ τοὺς πέριξ λαοὺς ὑπὲρ εἰρήνης καὶ φιλίας, μέχρις οὗ ἑτοιμασθῶμεν καὶ κατασταθῶμεν ἱκανοὶ νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς ἄμυναν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ματαιοῖ ἡ προσθήκη, ὅτι ὅρια τοῦ Βασιλείου ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἀμύνης εἶναι αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἡ ἐπίκλησις αὕτη, ὡς τοιαύτη, καὶ ὁ ἀπόλυτος οὗτος ὁρισμὸς δίδῃ εἰς τὴν γείτονά μας Δύναμιν, ἀνακούφισιν, καὶ ἐνσπείρῃ πίστιν, ὥστε νὰ μᾶς εὐκολύνῃ εἰς τὰς παρασκευάς μας. Δι’ εὐήχων λέξεων ἀνατρέπομεν τὰ πράγματα. «Οἱ κίνδυνοι λοιπὸν οἱ πέριξ ἡμῶν εἰσὶ μέγιστοι· ἔχομεν ἀνάγκην εἰρήνης καὶ φιλικῶν σχέσεων μὲ τὴν γείτονα Δύναμιν, πρὸς τοῦτο δὲ θέλουσι μᾶς χρησιμεύσει μεγάλως οἱ νέοι συμπολῖται ἡμῶν Ὀθωμανοί, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν,» λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός. Τοῦτο εἶναι ἀλήθεια ἀναμφισβήτητος· ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς, τοὺς αἰτίους τῆς καλῆς ταύτης καταστάσεως; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον, ἀντὶ νὰ θρηνῇ ἑκατόμβας θυμάτων καὶ καταστροφὰς τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀντιτάσσηται εἰς τὴν μανιώδη ἐπιθυμίαν τῶν γειτόνων ἡμῶν πρὸς ἐκδίκησιν καθ’ ἡμῶν, τείνει χεῖρα φιλικὴν καὶ ἐλπίζει φιλικοὺς ἐναγκαλισμούς, καὶ ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἐξηγριωμένους τοὺς παθόντας βεβαίως νέους συμπολίτας ἡμῶν, τοὺς ἔχει φίλους ἤδη, προθύμους καὶ ἑτοίμους νὰ χορηγήσωσι τὴν συνδρομήν των, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός του. Καὶ κατηγοροῦσι τοὺς αὐτουργοὺς τῆς καλῆς ταύτης καταστάσεως, ἡμᾶς! Οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους βλέπει καὶ μᾶς ἀναγγέλλει ἤδη, εἶναι σημερινοὶ ἆρα; Ἤδη δὲν εἶναι καιρός· ἄλλοτε ἴσως θέλομεν συζητήσει τοῦτο, διότι διαφωνῶ ἐν πολλοῖς· ἀλλὰ τέλος πάντων οἱ κίνδυνοι, ἐὰν ὑπάρχωσι, χρονολογοῦνται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· οὐδεμία μεταβολὴ ἐπῆλθεν ἔκτοτε καὶ ἂν σήμερον, ἀφοῦ συνεπληρώσαμεν ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ τὰς κατὰ θάλασσαν καὶ τὰς κατὰ ξηρὰν παρασκευάς, θεωρούμεθα ἀνέτοιμοι ἔτι, καὶ προτρεπώμεθα νὰ ἑτοιμασθῶμεν, διὰ νὰ ἀντιταχθῶμεν πρὸς τοὺς κινδύνους αὐτοὺς, ἐδικαιούμεθα τότε, μὲ ἀτελεῖς, ἢ μὲ τὰς ἡμίσεις τῶν προπαρασκευῶν, νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν τολμῶμεν νὰ προσβλέψωμεν; Ποῦ ἠθέλομεν εὑρεθῆ; Δὲν ἔχετε λοιπὸν δίκαιον νὰ μεμφθῆτε ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπισπεύσαμεν νὰ εἴπωμεν ὄχι· μετὰ τὴν ἄρνησίν μας δύω τινὰ ἔπρεπε νὰ πράξωμεν, ἢ νὰ ἡσυχάσωμεν, περιμένοντες ἔνοπλοι καλλιτέρας ἐποχάς, ἢ νὰ πολεμήσωμεν. Ἀλλά, κύριοι, δύναταί τις σπουδαίως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπεν ἀπρακτοῦσα νὰ περιμένῃ ἔνοπλος καὶ ἐπιβαρυνομένη μὲ τὰ ἔξοδα ἐνόπλου καταστάσεως καὶ ἐν παρασκευῇ; καὶ μέχρι πότε; Καὶ ἂν τῷ ὄντι ἐλέγομεν ὄχι καὶ ἠκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, ἔκτοτε βλέπετε ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τῆς πολιτικῆς ὑπὲρ ἡμῶν, καὶ τὰ πέριξ ἡμῶν τελούμενα σᾶς πείθουσιν, ὅτι ἤθελε καλλιτερεύσει ἡ θέσις καὶ τὸ ζήτημα ἡμῶν ἤθελε τύχει λύσεως κρείττονος; Ἀλλ’ ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ πράξωμεν τοῦτο, δὲν ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν· ὠφείλομεν νὰ πολεμήσωμεν, νὰ ἐπιτεθῶμεν, νὰ καταλάβωμεν τὰς ἐπαρχίας, νὰ πολεμήσωμεν ἄνευ τῆς κυριαρχίας τῆς θαλάσσης· τῆς θαλάσσης ἐδέσποζον οἱ ἐχθροὶ, ἄνευ μέσων συγκοινωνίας,— μόλις χθὲς ἔφθασαν τὰ πυροβόλα εἰς Θαυμακὸν,—νὰ πολεμήσωμεν ἡμεῖς μὲ 60 ἢ 80 χιλιάδας στρατοῦ ἐκλεκτοῦ ἀληθῶς, ἀλλ’ ὑποχρέου νὰ ἐκδιώξῃ 80 ἄλλας χιλιάδας στρατοῦ ὠχυρωμένου τουρκικοῦ, στρατοῦ νέου, κατὰ στρατοῦ βαπτισθέντος πολλάκις εἰς τὸ βάπτισμα τοῦ πυρὸς, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐκδιώξῃ ἀπὸ τὰς θέσεις του, νὰ πολεμήσωμεν ἄνευ ἰσχυρᾶς ἐφεδρείας! Λέγοντες ὄχι, ἐστέλλομεν εἰς τὸ σφαγεῖον χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ μετεβάλλομεν τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν εἰς πεδίον καταστροφῆς καὶ ἐρημώσεως· ἐδικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Θεσσαλούς: ὄχι· σᾶς δίδετε ἡ ἐλευθερία, ἀλλ’ ἡμεῖς, τὴν ἀρνούμεθα, θέλομεν νὰ πολεμήσητε, θέλομεν τὴν πατρίδα σας νὰ μεταβάλωμεν εἰς στάκτην καὶ ἐρείπια! θέλομεν ὄχι ὑμᾶς ἐλευθέρους, ἀλλὰ τὰ πτώματα ἡμῶν, θέλομεν νὰ πολεμήσητε καὶ νὰ καταστραφῆτε βεβαίως· δὲν θέλομεν ἀναίμακτον ἐλευθερίαν, δὲν θέλομεν εὐτυχεῖς καὶ ἀκμαζούσας τὰς ἐπαρχίας· θέλομεν νὰ πενθοφορήσῃ ἡ Ἑλλάς, καὶ δυνατὸν, ἐπειδὴ αἱ τύχαι τοῦ πολέμου εἰσὶν ἀβέβαιοι, νὰ ἀτιμασθῇ ἐπὶ τέλους καὶ ἴσως νὰ ἴδωμεν τοὺς Τούρκους ἐν αὐτῇ!
§47ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἠτιμάζετό ποτε.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, λυποῦμαι ἐκ καρδίας, διότι δὲν ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν ἔντιμον διακόπτοντα νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του ὑπὲρ τῆς Πατρίδος, διότι δὲν τῷ ἐδόθη εὐκαιρία, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ παρακάθητε ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, νὰ θρηνῇ τὴν καταστροφὴν τῶν συγγενῶν αὑτοῦ, τῶν φίλων αὑτοῦ, τῆς πατρίδος αὐτοῦ.
§49ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Παρακάθημαι δυνάμει τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν αἱμάτων, τὰ ὁποῖα ἐχύσαμεν.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ πατρίς σας ἢ ἡ πατρὶς ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι ἰδική σας μόνον, καθὼς ἡ Μεσσηνία δὲν εἶναι ἰδική μου μόνον, ἠλευθερώθη συνεπείᾳ τῶν αἱμάτων καὶ τῶν θυσιῶν· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὰ δικαιώματα αὐτὰ καὶ αἱ θυσίαι εἰσὶ παλαιὰ, προαιώνια, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα χθὲς ἐξετιμήθησαν. Ὅταν, κύριοι, ἀναμιμνήσκετε τὰ δικαιώματά σας, μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὰ δικαιώματά μας ἐκοιμῶντο· ἔπρεπε νὰ ἐξυπνήσῃ τις νὰ τὰ ἐγείρῃ, καὶ ἐὰν δὲν ἐγείροντο, ἤθελον λησμονηθῆ καὶ πάλιν, καὶ σεῖς ἠθέλατε διατελεῖ ἀκόμη εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εὑρίσκεσθε. Μὴ λέγετε λοιπὸν εἰς ἐμὲ τὰ δικαιώματά σας, διότι ἐγὼ δὲν τὰ ἀρνοῦμαι, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὰ δικαιώματά σας χρεωστεῖτε τὴν ἐλευθερίαν σας· ἀλλὰ μὴ ἀρνῆσθε καὶ ὑμεῖς, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀφείλετε τὴν ἀναγέννησιν αὐτῶν· ἡ Ἑλλὰς ἐπραγματοποίησεν αὐτά.
§51ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Εἴμεθα εὐγνώμονες.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν τῷ ὄντι ἐλανθάσθημεν, ὅπως μὴ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς ὑμᾶς νὰ ἴδητε τὴν πατρίδα σας κατεστραμμένην, νὰ χύσητε τὸ αἷμά σας, νὰ καταστρέψητε ἑαυτοὺς, σεῖς, κοσμοπολῖται, ὑψίστης αὐταπαρνήσεως, λυποῦμαι, κύριοι, τὸ ὁμολογῶ, διότι ἐπλανήθην οὕτω· ἐπίστευον, ὅτι, ὑπηρετῶν τὴν Ἑλλάδα καὶ ὑμᾶς, δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ἐπιδείξητε τὰς μεγίστας αὐτὰς ἀρετάς σας, ἐλπίζω ἑπομένως νὰ μὴ ἦσθε αὐστηροί. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, τί μᾶς ἠνάγκασε νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως καὶ σεῖς σήμερον ἠναγκάσθητε νὰ τὴν δεχθῆτε. Διατί σεῖς δὲν ἐλέγετε ὄχι; διατί εἷς ἐξ ὑμῶν δὲν εἶπε κάτω ἡ σύμβασις; διατί οὔτε διεμαρτυρήθη; Πολλὰ παράπονα περὶ ἀγρῶν ἤκουσα, ἀλλ’ οὐδεμίαν κατὰ τῆς οὐσίας διαμαρτύρησιν. Ἐδέχθημεν λοιπὸν τὴν σύμβασιν διὰ τὸν ἴδιον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ σεῖς τὴν ἐδέχθητε. Τὴν ἐδέχθημεν, διότι τὸ συμφέρον καὶ τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος τὸ ἀπῄτει. Ἐδέχθημεν τὴν σύμβασιν, κύριοι, διότι, ἐκτὸς τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πέριξ ἡμῶν νέοι λαοὶ, ἔχοντες τὴν ἰδίαν φιλοδοξίαν καὶ μεγαλειτέραν ἴσως φιλοκτημοσύνην, δὲν συνέπραττον μεθ’ ἡμῶν, οὔτε συνεννοοῦντο. Βλέπετε τί συμβαίνει ἤδη πέριξ ἡμῶν. Προσέξατε εἰς τὴν Μακεδονίαν· γνωρίζομεν τί τεκταίνεται ἐκεῖ· καὶ ἡμεῖς μόνοι, ἄνευ συμμαχίας, ἄνευ δυνάμεων, ἄνευ τῶν συμπαθειῶν τῆς Εὐρώπης νὰ ῥιφθῶμεν εἰς τὸν ἀγῶνα; Ἠξεύρομεν ποῖα ἤθελον εἶσθαι τὰ ἀποτελέσματα, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ τύχη τῆς Ἀνατολῆς; Καὶ μόνοι καὶ ὡς εἴμεθα ἡμεῖς μεμονωμένοι ἠθέλομεν ἴσως ἀναλάβει ἀγῶνα, καθ’ ὅλων βεβαίως διεστῶτες! Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσωπικοῦ κινδύνου, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τὸ θάῤῥος μου δὲν ἤθελε μὲ ἐγκαταλείψει τοσοῦτον. Ἐπρόκειτο ὅμως περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος· καὶ πρὸς τῆς Πατρίδος τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προσβλέπῃ τις ἐλαφρῶς καὶ χωρὶς ἐντελῶς νὰ λησμονῇ ἑαυτὸν καὶ τὴν προσωπικότητα αὑτοῦ. Ἐξετελέσαμεν ἐντίμως καὶ πιστῶς τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἐὰν ἐπλανήθημεν περὶ τὴν ἀληθῆ ἐκτίμησιν τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος, εἴμεθα δυστυχεῖς, διότι ἐπλανήθημεν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως τόσον σοβαρᾶς· ἂν ὅμως δὲν εἰργάσθημεν ἐντίμως, εἴμεθα ἔνοχοι, καὶ ἀπαιτοῦμεν τὸν αὐστηρὸν ἡμῶν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἔχομεν τὴν συναίσθησιν, ὅτι οὔτε ἐπλανήθημεν, καὶ ἐντίμως εἰργάσθημεν. Ν’ ἀναλάβωμεν πόλεμον, ἀφοῦ ἀκόμη αἱ παρασκευαί μας δὲν ἦσαν πλήρεις, ἀφοῦ τὰ ὅπλα μας καὶ τὸ ὑλικόν μας ἔμενεν ἔτι ἐν Εὐρώπῃ, ὅθεν καὶ ἐπρομηθεύοντο, καὶ ἡ Εὐρώπη ἀπὸ τῆς Γαλλίας ἤρχισε νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἀποστολήν! Κύριοι, ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων ἐννοεῖτε διατὶ δὲν συνεκαλέσαμεν καὶ τὴν Βουλήν· πρῶτον ἐφοβούμεθα μὴ προσκόψῃ ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως, καὶ ἐπεθυμοῦμεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας αὐτήν· γνωστῶν οὐσῶν τῶν μὴ εὐνοϊκῶν διαθέσεων, δὲν συνέφερε νὰ ἀνακοινώσωμεν τότε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σήμερον ἀναπτύσσω ἐνώπιόν σας. Ἰδοὺ πόθεν ὁ φόβος ἡμῶν. Δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλήν, διότι ὠφείλαμεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ ὑποβάλωμεν εἰς αὐτὴν τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεως· ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι δὲν εἶχον ἔτι ἐλευθερωθῆ· πρὸς τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ πρῶτον ἡ σύμβασις. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, διότι τὴν σύμβασιν παρεδέχθημεν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ταχείας καὶ ἀναιμάκτου ἐκτελέσεως· ἄνευ τοῦ ὅρου αὐτοῦ ἡ Ἑλλὰς ἀπηλλάσσετο τῆς ὑποχρεώσεως. Ὑποβάλλοντες τὴν σύμβασιν, ὑπόχρεοι ἤμεθα νὰ τὴν ὑποβάλωμεν ἁπλῶς καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεως, χωρὶς ἔτι νὰ ἔχωμεν βεβαιωμένην τὴν ἐκτέλεσιν· ἠθέλομεν οὕτω παραιτηθῆ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἰς περίστασιν μὴ ἐκτελέσεως διατηροῦμεν. Ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλήν· πρὶν ἢ παραδοθῇ ὅλη ἡ Θεσσαλία καὶ πρὶν ἢ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων· ταχύτερον καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν, οὔτε νὰ ἑτοιμάσωμεν τὰς ἐκλογὰς, ἢ ὅπως ἐπράξαμεν. Σᾶς ἐρωτῶ, βλέπετε σκοπόν τινα κακὸν, σκοπὸν πλάγιον εἰς τὴν ἐργασίαν μας αὐτήν; Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Ἀποτελέσματά εἰσι πρῶτον ἡ ἀπελευθέρωσις 300,000 ἀδελφῶν ἡμῶν. Ἐὰν ἐναντία τούτων ἐπράττομεν, δὲν ἠθέλομεν ἴσως ἔχει ἀποτέλεσμα τοιοῦτον. Ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς ἐλάβομεν τοσαύτην, ὅσην πολλοὶ ἄλλοι λαοὶ μὲ περισσοτέρας θυσίας καὶ ἄφθονον χύσαντες αἷμα δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποκτήσωσι. Καὶ ὀφείλομεν καὶ διὰ τοῦτο εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν ὁμόφωνον ἐνέργειαν τῆς Εὐρώπης. Πρωτοφανὲς δὲ εἶναι τοιοῦτον συμβεβηκὸς εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ κόσμου, ἀναίμακτος ἀπελευθέρωσις ὁλοκλήρου λαοῦ καὶ ἀκέραιαι ἀποκτήσεις τοσαύτης χώρας. Διετηρήσαμεν σώας τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἤδη δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ἀνάγκη εἶναι νὰ προσθέσωμεν παρασκευὰς, ἀντὶ νὰ θρηνῶμεν ἀπολωλότας, ἀντὶ νὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ θεραπεύωμεν πληγὰς, ἀντὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ἀνάγκας ὄχι πλέον πρὸς παρασκευὴν, ἀλλὰ πρὸς ἁπλῆν ὕπαρξιν καὶ συντήρησιν. Καὶ ἐπὶ τέλους, κύριοι, λυποῦμαι διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε χρῆσιν τῆς λέξεως «παραλυσία τῆς ὑπηρεσίας,» διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Σᾶς παρεδώκαμεν τὴν Ἑλλάδα ὄχι εἰς παραλυτικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ ἐν ἡσυχίᾳ πλήρει καὶ ἐν ἀσφαλείᾳ πλήρει· ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων οὐδὲν ἀπαντᾷ πρόσκομμα, ἡ δικαιοσύνη, ἡ διοίκησις λειτουργεῖ, οἱ φόροι εἰσπράττονται, ἡ τάξις παντοῦ βασιλεύει, οὐδεμία τάσις ἢ διάθεσις ἀναρχικὴ φαίνεται. Ἰδού, κύριοι, ποῖα εἶναι τ’ ἀποτελέσματα τῆς διαγωγῆς μας καὶ τῶν πράξεών μας· ἂν ἦναι κακὰ ταῦτα, ἂν νομίζητε, ὅτι ἐβλάψαμεν διὰ τούτων τὴν Πατρίδα, ἂν νομίζητε, ὅτι τὸ ἐναντίον ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀποφασίσατε ὅ,τι θέλετε. Μεταβαίνω εἰς τὸν νόμον, διότι περὶ τούτου ἰδίως πρόκειται ἤδη. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 14 ἔχει σκοπὸν ἆρα νὰ συμπληρώσῃ τὰ νομοθετικῶς ἀτελῆ; Ἀλλ’ ἂς μὲ συγχωρήσουν οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι πλέον ἢ τραγέλαφος. Ἀναγνωρίζετε τ’ ἀποτελέσματα καὶ ἀπολαμβάνετε τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν πραχθέντων, κηρύττετε ὅμως ἀνίκανα καὶ μὴ ὑπάρχοντα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐξετέλεσαν τὰς πράξεις ταύτας. Κηρύττετε διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὅτι δικαστήρια δὲν ὑπῆρχον εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, διότι κηρύττετε ἄκυρον ἐξ ἀρχῆς τὴν συγκρότησιν αὐτῶν, διατάσσετε ὅμως νομοθετικῶς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ ἐκτέλεσιν ἀποφάσεων μὴ τοιούτων, ἐνῷ τὰς ἐξέδωκαν ὄχι δικασταί, ἀλλ’ ἄτομα καὶ πολῖται ἁπλοῖ. Κατὰ τὸν νόμον σας δὲν ὑπῆρχον δικασταὶ ἐξ ἀρχῆς· ὅσοι ἦσαν ἐκεῖ ὡς τοιοῦτοι, ἦσαν ἁπλᾶ ἄτομα. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὰ ἔργα τῶν ἀτόμων αὐτῶν διὰ τοῦ νόμου σας μεταβάλλετε εἰς ἔργα δικαστῶν, καὶ τὸν νόμον μεταβάλλετε εἰς ἀπόφασιν. Δὲν παραβιάζετε, κύριοι, ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος οὕτω; Τὸ Σύνταγμα δὲν διακρίνει τὰς ἐξουσίας; ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι κεχωρισμένη καὶ ἀνεξάρτητος, καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκδώσῃ δικαστικὰς ἀποφάσεις; Μόνα τὰ δικαστήρια δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο, ἀποφάσεις ὅμως σεῖς ἐκδίδετε σήμερον. Ἂν, κύριοι, ὅλα εἶναι ἄκυρα ἐξ ἀρχῆς, τότε καὶ αἱ ἐκλογαὶ οὐ μόνον ἐνεργήθησαν παρανόμως, ἀλλὰ καὶ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ἐνεργήθησαν. Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ἐγένοντο ἐκλογαί; Διὰ ν’ ἀποδειχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐπίσημοι ἀποδείξεις· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι, διότι οἱ ἐνεργήσαντες καὶ βεβαιώσαντες τοῦτό εἰσιν ἁπλοῖ πολῖται. Λοιπὸν πῶς εὑρίσκεσθε ἐδῶ σεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ψηφίζοντες, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ὅλα τὰ μέχρι τοῦδε πραχθέντα εἰσὶν ἄκυρα, ὅτι οἱ ἐκτελέσαντες ὅ,τι ἐξετέλεσαν καὶ βεβαιώσαντες ὅ,τι ἐβεβαίωσαν ἦσαν ἀναρμόδιοι, οὐδεμίαν ἐπισημότητα ἔχοντες! Καὶ δὲν ἀρκεῖ ὅτι αἱ ἐκλογαί σᾶς ἐπεκυρώθησαν, διότι ἡ Βουλὴ ἦτο τότε δικαστήριον· σήμερον δὲ νομοθετεῖ καὶ ἀποφασίζει. Λοιπὸν δὲν βλέπετε, ὅτι εἶναι γελοία ἀντίφασις ἡ καθιερουμένη διὰ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, καὶ δὲν τὸ νομίζετε ἀκατανόητον, αἰτία παράνομος καὶ ἀθέμιτος νὰ παράγῃ καρποὺς νομίμους καὶ θεμιτούς! Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, θὰ συζητηθῇ ἐκτενέστερον. Ἐρωτῶ ὅμως κατ’ ἐπανάληψιν, ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη ἐκεῖ διὰ νομοθετικοὺς ἢ διὰ πολιτικοὺς σκοπούς; Μὴ θέλετε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ λάβητε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἓν προηγούμενον κατόπιν ἐνεργείας καθ’ ἡμῶν; μὴ φέρετε ἤδη αὐτὴν ὡς μομφήν; Γνωρίζω τὸ πρόγραμμά σας· περιέχει δύω ἰδέας, δύω σκοπούς. Θέλετε νὰ ἐκτελέσητε κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ δεύτερον μέρος τοῦ προγράμματός σας; Τὸ πρῶτον μέρος τοῦ προγράμματος ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐν εἰρήνη σύμπραξιν πρὸς παρασκευὴν τῆς χώρας, τὸ δεύτερον εἰς τὴν μέριμναν πρὸς κατοχὴν καὶ διατήρησιν τῆς ἐξουσίας, εἰς ἐξόντωσιν τῶν ἀντιθέτων, πρὸς ἀσφάλειαν περισσότεραν τῆς κατοχῆς τοῦ χαρτοφυλακίου. Εἶναι πρόγραμμα ἐχθρότητος τοῦτο, πρόγραμμα διαπληκτισμῶν. Τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέρους τούτου τοῦ προγράμματος ἐπιδιώκετε; δεχόμεθα καὶ αὐτὸ, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀμυνθῶμεν ἐν τῷ δικαίῳ μας καὶ ἐν τῇ καθαρότητι τῆς συνειδήσεώς μας, καὶ μέχρις ἐσχάτων, καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν πλήρη τὰ δικαιώματά μας. Ἀφοῦ θέλετε, κύριοι, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ προετοιμάσητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ προγράμματος, πράξατέ το· σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι, σεῖς ἀρχίζετε, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐξακολουθήσει. Ἔχετε, κύριοι, ἐν ὀλίγοις πλήρη τὴν ἀπολογίαν ἡμῶν· γνωρίζετε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὰ μέχρι τοῦδε πραχθέντα. Πράξατε ὅ,τι νομίσητε καλλίτερον.... Τὸ κατ’ ἐμὲ ἓν καὶ μόνον διακαῶς ἐπιθυμῶ, διὰ αὐτὸ καὶ μόνον εὔχομαι, ν’ ἀξιωθῶ, πρὶν ἢ καταβῶ εἰς τὸν τάφον, νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου καὶ εἰς ἄλλας ὁμοίας τοιαύτας πράξεις, ν’ ἀξιωθῶ νὰ συγχαρῶ τὴν Πατρίδα μίαν ἔτι φορὰν διὰ τοιαῦτα πατριωτικὰ καὶ μεγάλα ἔργα καὶ ἀποτελέσματα.
§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ὅταν ὁ Μάνλιος, καταπατήσας τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος του, ἐδικάζετο, ὡς ἐπιχειρῶν τυραννίδα, ἐδείκνυε τὸ Καπιτώλιον· καὶ ἐνόσῳ ἐδείκνυε τὸ Καπιτώλιον, ὅθεν ἔσωσε τὴν Ῥώμην, οὐδεὶς ἔδιδε κατ’ αὐτοῦ μέλαιναν ψῆφον. Τοῦτο, νομίζω, ἐνθυμούμενος ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἀμέσως ἐστράφη πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ πρὸς αὐτοὺς προσβλέπων εἶπεν: «ἔχετε ἐδῶ ἀντιπροσώπους τῆς Ἄρτης, τῆς Λαρίσσης, τοῦ Πηλίου· πῶς δύνασθε νὰ μεμφθῆτε τὰς πράξεις ἐκείνας, δι’ ὧν ἐν τῇ Βουλῇ οὗτοι παρακάθηνται; πῶς δύνασθε νὰ ἐλέγξητε τὴν πολιτικὴν, τῆς ὁποίας προϊὸν καὶ καρπὸς εἶναι αὐτὴ ἡ εὐτυχὴς συνένωσις καὶ ἡ αὔξησις τῶν ὁρίων τῆς Πατρίδος;» Ἐν ὀνόματι τοιαύτης ἐξόχου ὑπηρεσίας πρὸς τὴν Πατρίδα, ἐπικαλούμενος τὴν αἰσίως τελεσθεῖσαν ἀπελευθέρωσιν δούλων ἀδελφῶν, καὶ ὑπενθυμίζων εἰς αὐτοὺς τὴν προχθὲς δούλειον ἡμέραν, ἀπορεῖ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑψοῦται φωνὴ καὶ πῶς πᾶσα φωνὴ, ἥτις ὑψοῦται, δὲν λογίζεται ἐπίβουλος συκοφαντία, φατριαστικὴ ἐνέργεια ἀνθρώπων, οἵτινες τείνουν εἰς οὐδὲν ἄλλο ἢ εἰς τὸ νὰ καθέξουν τὴν ἐξουσίαν. Ἀδέξιος ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ πορεία τοῦ πρὸ ἡμῶν Ὑπουργείου, ἀδέξιος εἶναι καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἔφερε τὴν συζήτησιν, ὅπως ἀναπτύξῃ ἀπολογίαν ἑαυτοῦ καὶ τῆς ἑαυτοῦ πολιτικῆς, ἀναλαβὼν νὰ καταδείξῃ τὸ ἄτοπον, τὸ ἀνυπόστατον τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Καὶ ἀντὶ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ὅπως ἐξετασθῇ ἅπασα αὐτοῦ ἡ πολιτικὴ, ὅπως ἐξετασθῇ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ ἔδωκεν ἐκείνην τὴν διεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν, ἀντὶ ν’ ἀναλάβῃ τοιοῦτον σπουδαῖον ἀγῶνα, τοὐναντίον ὡπλίσθη ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 14 καὶ ὡς πανοπλίαν περιεβλήθη τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι παρακάθηνται μεθ’ ἡμῶν ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας! Εἶναι τάχα ἀναπόφευκτον, διότι παρακάθηνται ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἠπείρου καὶ ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι πᾶσα πρᾶξις οἱαδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε γινομένη εἶναι ἔγκυρος, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς θεσμοὺς τῆς πολιτείας, καὶ ὅτι ἱκανοποιεῖ ἅπαντα τοῦ ἔθνους τὰ συμφέροντα; Ποῖος δὲν παρασύρεται, ποῖος δὲν καταπνίγεται ἐκ τοῦ αἰσθήματος, ἅμα πρόκειται περὶ ἀπελευθερώσεως δούλων ἀδελφῶν; Καὶ ἐπειδὴ εἰς τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου εἴμεθα εὐαίσθητοι καὶ εἰς τοῦτο εἶναι ἐστραμμέναι ὅλων αἱ καρδίαι καὶ ὅλα τὰ πνεύματα, διὰ τοῦτο ἁρμόζει εἰς ἄνδρα πολιτικὸν, εἰς ἄνδρα σπουδαῖον, διὰ τῆς ἐξεγέρσεως αὐτῶν τῶν αἰσθημάτων νὰ καλύψῃ οἱανδήποτε πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀπέχω ἤδη νὰ χαρακτηρίσω;
§54ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν.) Χαρακτηρίσατέ την τώρα.
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅστις καυχᾶται ἐπὶ τῇ ὀρθῇ διευθύνσει τῶν πραγμάτων, ἐπὶ τῇ πολιτικῇ του συνέσει, ἐπὶ τῷ πατριωτισμῷ του εἰς ὅλας τὰς σκέψεις καὶ πράξεις αὐτοῦ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὰ τὰ μέσα, οὐδὲ ἐκλέγει τοιαύτας στιγμὰς, ἀλλ’ ἔρχεται εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀτενίζει τὸ κύριον ζήτημα καὶ περὶ αὐτοῦ φέρει ἀπευθείας συζήτησιν, οὐχὶ ἐπεισοδιακῶς, οὐχὶ ἐν εἴδει προοιμίου προκαταληπτικοῦ, οὐχὶ δι’ εὐγλώττου ἀποστροφῆς ἐκμεταλλεύων τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πατριωτισμοῦ, διὰ νὰ καταλήξῃ ἁπλῶς εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ἀρ. 14. Εἰς τοιαῦτά τινα συμπεράσματα καταλήγουσι τόσον εὐρεῖαι καὶ μεγάλαι συζητήσεις; — δὲν ἐδείχθη ἀμέσως ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτι ἦτον ἐντελῶς ἀσύνδετος καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ μακρὰ ὁμιλία καὶ ἡ περιαυτολογία καὶ ἡ ὑπεραπολογία πρὸς τὸ κύριον θέμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς οὗτος ἐξελέξατο, διότι εἶπεν, ἐκεῖ ἐκλέγω τὸ πεδίον τῆς μάχης, ἐκεῖ σᾶς προκαλῶ, εἰς Φιλίππους, εἰς τὸ 14 ἄρθρον, καὶ ἐνώπιον τοῦ ἄρθρου 14 ἐκτυλίσσει ὅλην τὴν πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ποῖος εἰς ποίαν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος ἤδη δὲν ἀπεδοκίμασε, εἰμὴ μόνον ἡ μειονοψηφία τῶν περὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον; Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο τάχα ἐπιχείρημα ἀνδρὸς σπουδαίου, ὅστις ἐπιζητεῖ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους οὐ μόνον τὴν κρίσιν περὶ τῆς πολιτικῆς του, ἀλλὰ καὶ τὴν δικαίωσίν του, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπόληψιν πολιτικοῦ ἀνδρός; Εἶναι ἐπιχείρημα τὸ νὰ εἴπῃ: «ἐκυρώσατε τὴν μεταξὺ Τουρκίας σύμβασιν’ πῶς τώρα ἔρχεσθε νὰ ἀμφισβητήσητε τὸ κῦρος τῶν παρ’ ἐμοῦ πεπραγμένων;» Ποῖος ὁ σύνδεσμος μεταξὺ συμβάσεως καὶ ἄρθρου 14, Τὸ ἔγκυρον τῆς συμβάσεως καθιστᾷ ἀνυπόστατον τὸ ἄρθρον 14, περὶ οὗ πρόκειται; Δὲν εἶναι καὶ τοῦτο ἓν ἐκ τῶν μικρολόγων ἀπαραδέκτων, οἷα δὲν ἁρμόζουν εἰς τὸ στόμα σπουδαίου ἀνδρὸς, διευθύναντος τοὺς οἴακας τῆς πολιτείας; Δεσμεύεσθε, διότι ἐκυρώσατε τὴν σύμβασιν, καὶ ἀφοῦ δεσμεύεσθε διὰ τοῦτο ἐδῶ εὑρέθη ὁ κατάλληλος τόπος τῆς περὶ τούτου συζητήσεως. Ἀλλὰ ποῦ προβλέπει περὶ τῶν Διαταγμάτων ἡ σύμβασις; ἢ τί κοινὸν μεταξὺ τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως καὶ τῶν Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐῤῥυθμίσθη ἡ διοίκησις μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν; Τί σημασίαν λοιπὸν ἔχει ἡ σύμβασις, ἢ ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως, ὡς προδικάζουσα δῆθεν τὰ Διατάγματα, περὶ ὧν πρόκειται; Θέλετε πάντοτε νὰ ταράττητε τὸν νοῦν καὶ τὴν κρίσιν, καὶ νὰ μεταβάλλητε τὸ ζήτημα, ὥστε διὰ μιᾶς πλάνης νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν συμπερασμάτων σας; Ἡ σύμβασις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν νομίζετε σεῖς, ὅτι εἶναι ἡ μόνη, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ,—εἴτε εἶναι τοιαύτη, ὁποίαν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπεδοκίμασε καὶ θέλει ἀποδοκιμάζει πάντοτε, ἕως ὅτου βλέπει, ὅτι δὲν παρακάθηνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ, ἂν δὲ ἦτο τοιαύτη ἡ σύμβασις, — οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ σύμβασις, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο τὸ ἠκούσατε ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἀπὸ τοῦ πρώτου προγράμματος τοῦ παρόντος Ὑπουργείου, καὶ ἠκούσατε τὸν λόγον, διατί ἡ σύμβασις δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ κυρωθῇ, διότι ἡ σύμβασις εἶναι γεγονὸς τετελεσμένον, καὶ μετὰ παρέλευσιν τοῦ πολλοῦ χρόνου, ὅτε ἐξέλιπον αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἠδύνατο ν’ ἀποτραπῇ ἡ σύμβασις, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαναφέρῃ τις τὸ ζήτημα ἀκέραιον, ἐκεῖ ὅπου ἵστατο τότε, ὥστε διὰ τῶν ὑπαρξάντων τότε μέσων νὰ παλαίσῃ κατὰ τῆς συμβάσεως. Λοιπὸν εἶναι, ὡς ἂν ἐλέγετε σήμερον, στρατὸς δὲν ὑπάρχει, ἐξήντλησα ὅλα τὰ μέσα, ὅσα παρέσχε τὸ δάνειον’ ἂν μὴ κυρώσητε τὴν σύμβασιν, τί θὰ πράξητε; Θὰ σχηματίσητε πάλιν νέον στρατὸν, θὰ ζητήσητε πάλιν νέα δάνεια 100 ἢ 200 ἑκατομμυρίων; Καὶ ἂν τὰ ζητήσητε καὶ λάβητε αὐτὰ, ἐπανέρχονται τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν θέσιν πολιτικῶς καὶ εὐρωπαϊκῶς; ἐπανέρχονται ἀκέραια, ὡς τότε; εἶναι ἀκέραια τὰ πράγματα, ὥστε νὰ εἴπητε, ἰδοὺ, πάλιν εὑρίσκεσθε εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον καὶ εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ δεχθῆτε καὶ νὰ μὴ δεχθῆτε τὴν σύμβασιν; Καὶ νομίζετε, ὅτι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀντιπρόσωπον του τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τοὺς ἔξω, ἠδύνατο νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἀτιμωρητὶ, καὶ νὰ εἴπῃ ὡς ὁ κοινότερος τῶν ἀνθρώπων, δὲν ἀναγνωρίζω, ἀποδοκιμάζω τὰς πράξεις τοῦ ἀντιπροσώπου μου, διότι παρέβη τὴν ἐντολήν μου; καὶ πότε; ἀφοῦ ἐκινήθη ἡ Εὐρώπη πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως! Τίς δύναται νὰ ἔχῃ πλέον ἐμπιστοσύνην πρὸς ἡμᾶς τίς δύναται νὰ συνάπτῃ μεθ’ ἡμῶν συμβάσεις, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἐνδέχεται ν’ ἀνακαλέσωμεν καὶ ματαιώσωμεν τὰ συντεθειμένα, ὡς μὴ γενόμενα; Εἶναι λοιπὸν καὶ αὐτὸς λόγος σπουδαῖος; Ἂς ἀφήσωμεν τὰ μὴ σπουδαῖα, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων, καὶ ἂς μὴ θεωρήσωμεν, ὅτι κωλύει ἡμᾶς εἰς τὸ νὰ ἐκφράσωμεν πλήρη τὴν ἡμετέραν γνώμην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἡμετέραν ἀπόφασιν, ἐλεύθεροι νὰ δώσωμεν ψῆφον εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἔγκυρον, καὶ ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὴν εἰς ὅ,τι εἶναι ἄκυρον. Ἐγὼ μάλιστα λέγω, ὅτι, οἱανδήποτε δεχθῶμεν ὑπόθεσιν, πάντοτε θέλομεν φθάσει εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Εἴτε δεχθῶμεν τὴν ὑπόθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, καὶ κατ’ αὐτὴν δικαιώσωμεν αὐτὸν, ὡς εὑρεθέντα εἰς ἐκτάκτοις καὶ κρισίμους περιστάσεις, ὡς ἄνδρα περινούστατον, ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς ὄντων τῶν πραγμάτων, ὅτε οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ ὡς συνετὸς πολιτικὸς, καὶ ἂν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν δεχθῶμεν, καὶ πάλιν, λέγω, ὅλον τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου πάσχει τὴν αὐτὴν στέρησιν βάσεως καὶ πόῤῥω ἀπέχει τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ αὐτὸς ὁ λαλήσας μένει ἀδικαιολόγητος· εἴτε πάλιν προσχωρήσωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι κακῶς διεξήχθη ἡ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους, ὅτι κακῶς διηυθύνθη, διὰ λόγους ὡρισμένους καὶ οὐχὶ ἀορίστους, διότι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑφισταμένης αὐτῆς διεκήρυττε διὰ τοῦ προγράμματός του καὶ ὑπέσχετο, ὅτι οὐδὲν θέλει ἀφήσει ἐξ ἐκείνων, ὅσα τὸ ἔθνος ἐθεώρει κεκτημένα δικαιώματα, καὶ ὅτι εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν εἶναι ἕτοιμος, καὶ ὅτι διὰ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ τοῦ ἔθνους ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν κοινῶν πόθων, οὐ μόνον αὐτοῦ τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔτι μᾶλλον κατεδικάσθη τὸ συμπέρασμα. Ἐὰν ὅμως, τὸ ὁποῖον βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι τῆς ὥρας νὰ ἐξετάσω κατ’ ἀκρίβειαν, διότι ὁμιλῶ μόνον περὶ ὑποθέσεως, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς καὶ βέβαιον, ὅτι οὐδὲν προπαρεσκευάσατε, ἵνα πράξητε ὅ,τι ὑπεσχέθητε, καὶ ἂν, ἀντὶ νὰ παρασκευάσητε, ἐξεναντίας ἠτονήσατε τὸ πᾶν, ἐὰν ὑπάρχῃ τις πεπεισμένος, — καὶ δὲν εἶναι εἷς, εἶναι πολλοὶ, — ὅτι, ἀντὶ νὰ ὀργανώσητε τὸν στρατὸν, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε τὸ σύστημα τῆς ἐπιστρατείας, ἀντὶ νὰ μορφώσητε σπουδαῖα σώματα, ἀντὶ νὰ ἐμπνεύσητε εἰς τὸν στρατὸν τὰ θάῤῥος, ἀντὶ νὰ ἐφοδιάσητε ἐγκαίρως αὐτὸν καὶ νὰ τὸν παρατάξητε ὅπου ἔδει, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσητε ὅλον τὸ ἔθνος εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον, νὰ δείξητε εὐστάθειαν οὐ μόνον πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅπως παραστήσητε εἰς τοὺς ἔξω, ἐκεῖ ὅθεν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβητε ἀποτελεσματικὴν ὑποστήριξιν, τοιαύτην παρασκευὴν καὶ ἀπόφασιν, δὲν ἐπράξατε τότε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξητε, ὅπως σήμερον ἔχωμεν ἐνταῦθα καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους ἐξ ὅλης τῆς Ἠπείρου καὶ ἐξ ὅλης τῆς Θεσσαλίας.... (Θόρυβος δεξιά) Ὅταν ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρίστα, ὡς πάντες γινώσκουσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀναδεχθῇ ἀγῶνα....
§56ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι ὑμεῖς.
§58ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ δεξιῶν.) Ποῖος ἄλλος; Αὐτὸς ἦτο.
§59ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποῖος ἄλλος ἦτο;
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂν θέλετε καὶ σεῖς νὰ λάβητε τὸ μέρος σας, μάλιστα.
§61ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον;...
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐμβαίνω ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς αὐτά. (Θόρυβος.)
§63ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ δεξιῶν.) Τὰ ἀποσύρετε;
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἀποσύρω τίποτε. Ἂς τὰ διορθώσῃ μόνος του ὁ κ. Μαυρομιχάλης’ καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὰ διορθώσῃ, διότι καὶ εὔγλωττος εἶναι καὶ πειστικὸς, ἔχει δὲ καὶ ὅλας τὰς ἀποδείξεις εἰς χεῖρας. Δύναται νὰ καταδείξῃ, ὅτι ὠργάνωσε στρατὸν, ὅτι τὸν ἐνέπνευσε φρόνημα καὶ μετέδωκεν εἰς αὐτὸν θάῤῥος, ὡς ἕτοιμον πρὸς τὸ μέγα ἔργον. Αὐτὰ ἔχει νὰ εἴπῃ.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀντιθέτως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴπετε.
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τότε τὸ ἐπιχείρημά μου εἶναι κατὰ τοῦτο μόνον ἀσθενές· μένουν ὅμως τὰ ὑπόλοιπα, τὰ ἀφορῶντα τὰ λοιπὰ ὑπουργεῖα.
§67ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ λόγος ἦτο νὰ καθαρίσωμεν τὰ πρόσωπα.
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Γνωρίζω, ὅτι σεῖς ἐνδιαφέρεσθε πολὺ περὶ προσώπων, ἐγὼ περὶ τῶν πραγμάτων.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ λάβῃς τὴν ἀπάντησιν.
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὑρίσκομαι ἐντὸς αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· δὲν λέγω ὁριστικῶς, τοῦτο ἐγένετο· τοῦτο θέλομεν εἰπεῖ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§71ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ δεξιῶν). Τώρα ἐξετάζονται.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα θέλετε σεῖς νὰ τὸ ἐξετάσητε.
§73ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ἐδέχθη ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδέχθη νὰ γίνῃ πολιτικὴ συζήτησις προκειμένου τοῦ ἄρθρου 14. Μὴ ταράττεσθε. Δὲν συνετάξαμεν περὶ τούτου συμβόλαιον.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Δίδομεν ἀφορμὴν εἰς τὸν σοφὸν, ὅπως γίνῃ σοφώτερος.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μὲ καθιστᾶτε προσεκτικώτερον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἐξέλεξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας αὐτὸ τὸ ἄρθρον 14 πρὸς πολιτικὴν συζήτησιν καὶ δὲν ἔφθασεν εἰς ἕτερον συμπέρασμα, ἢ τῆς παραδοχῆς, ἢ τῆς ἀποῤῥίψεως αὐτοῦ. Τί ἤθελε γίνει ἂν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔθετε τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἑαυτοῦ πολιτικῆς; Ἤθελεν εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἐκφράσωμεν μομφὴν περὶ τῆς πολιτικῆς του. Φαίνεται, ὅτι ζητεῖτε ν’ ἀποφύγητε αὐτὴν τὴν μομφὴν κεκαλυμμένως, ἀφανῶς νὰ διέλθητε, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσωμεν. Θὰ γείνῃ κύριον ζήτημα περὶ τῆς μομφῆς τῆς πολιτικῆς σας, ὅταν ἔλθῃ μόνον καὶ φυσικῶς τὸ ζήτημα· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν ἐνοήσατε ποῦ ἐφέρατε τὴν συζήτησιν· τὴν ἐφέρατε εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀθωωθῇ ἐντελῶς ἡ πολιτική σας, διότι ἤδη δὲν ὑπάρχει ψῆφος περὶ ἐπικυρώσεως τῆς πολιτικῆς σας, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἄρθρου 14.
§77ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ δεξιῶν). Μᾶς ἀπειλῆτε;
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· σᾶς ἐξηγῶ εἰς ποίαν στενωπὸν εὑρίσκεσθε. (Ἰλαρότης). Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὁριστικὴ συζήτησις τῆς πολιτικῆς σας, διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ ὑποθέσεως, διὰ τοῦτο ὡς ὑπόθεσιν θεωρῶ τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἵτινες καταδικάζουν τὰ πραχθέντα ὡς ἀνεπαρκῆ. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐὰν ἐκ προαιρέσεως ἐνεργήσατε· οὐδεὶς Ἕλλην ὑπάρχει, ἔχων προαίρεσιν κατὰ τῆς Πατρίδος του· πολὺ μακρὰν νὰ τὸ φρονῶ· θέλει εἶσθαι πρᾶγμα ἀπαίσιον νὰ τὸ φρονῇ τις· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι ἐπιδοκιμάζω τὴν πολιτικήν σας. Ἄλλας προθέσεις ἐδείξατε καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἐπολιτεύθητε· ἀπεκρύψατε εἰς τὸ ἔθνος ποία εἶναι ἡ πολιτική σας· παρεστήσατε, ὅτι εἶσθε πολεμικώτεροι, ὅτι ἠθέλατε προχωρήσει περαιτέρω καὶ ὅτι δὲν ἠθέλατε εὐχαριστηθῆ μὲ τὴν ἐπιστρατείαν τῶν 60 χιλιάδων, ἀπαιτοῦντες 80 χιλιάδας καὶ ἐπαγγελλόμενοι, ὅτι ἄνευ τῶν Δυνάμεων αὐτῶν ἠθέλατε προβῆ. Αὐτὸ ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἐδείξατε διὰ τῶν πραγμάτων. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ προαίρεσίς σας ὑπῆρξε κακὴ κατὰ τῆς Πατρίδος. Διακρίνω πολὺ σαφῶς, μοὶ φαίνεται, τί ἐννοῶ, ὅταν λέγω, ὅτι ἡ προαίρεσίς σας ὑπῆρξεν ἀγαθὴ, οὔτε δύναταί τίς ποτε νὰ τολμήσῃ νὰ φαντασθῇ, ὅτι εἴχατε κακὴν προαίρεσιν. Σεῖς, ὅστις ὑπήρξατε Πρωθυπουργὸς πολλάκις καὶ ἐπὶ μακρὸν, νὰ τρέφετε κακὴν προαίρεσιν κατὰ τῆς Πατρίδος, εἶναι μωρία τὸ νὰ τὸ εἴπῃ τις! Ἄλλο πρᾶγμα ὅμως εἶναι τὸ ὅτι ἐκρύψατε τὴν πολιτικήν σας, κατεδείξατε ἄλλας προθέσεις, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κάλυμμα πολιτικῆς πολεμικῆς ἠκολουθήσατε πολιτικὴν εἰρήνης. Τοῦτο ἐννοῶ, ὅταν λέγω, ὅτι, κατὰ τὰς ὑποθέσεις ἐκείνων, οἵτινες ἔβλεπον ὅσα ἐγίνοντο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, δὲν παρεσκευάσατε τὸν πόλεμον, δὲν ἐδείξατε εὐστάθειαν, δὲν ἐπράξατε ὅ,τι πράττει ὅστις ἔχει τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν νὰ ἀναδεχθῇ πάντα κίνδυνον, νὰ ὠθήσῃ τὸ ἔθνος, ὃ εἴδατε προθύμως λαμβάνον τὰ ὅπλα. Εἴδατε, ὅτι ἅπασα ἡ στρατεύσιμος νεολαία ὑπεῖχε πᾶσαν κακουχίαν ἀγογγύστως, ἦτον ἕτοιμος εἰς πᾶσαν θυσίαν· δὲν ἐπράξατε σύμφωνα μὲ τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους· ἐσκέφθητε ἄλλως· ἐνομίσατε, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἀπαιτοῦν ἀναίμακτον λύσιν. Ἐὰν λοιπὸν κρίνωμεν ὑμᾶς κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην, οἵτινες οὕτω πως χαρακτηρίζουσι τὴν πολιτικήν σας, πάντα ὅσα εἴπατε δὲν ἀρκοῦν πρὸς ἀθώωσίν σας. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν, τὴν ἰδικήν σας. Καὶ κατὰ ταύτην τὰ συμπεράσματά σας εἶναι ἄχρηστα. Ὑποθέτω πρὸς στιγμὴν, καὶ εἶναί τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ τὸ ἐξετάσῃ ὡς σύγχρονος, μόνη ἡ ἱστορία θὰ ἀποκαλύψῃ, ὅτι ἦτο τὸ συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος ὅ,τι ἐπράξατε· ποῖος δύναται νὰ ἐξιχνιάσῃ τὰς βουλὰς τῆς Θείας Προνοίας; Βεβαίως οὐδείς. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἴχετε πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκτίθεται εἰς προφανεῖς ἐπ’ ὀλέθρῳ κινδύνους ὅτι αὐτὴ ἡ σφριγῶσα νεολαία μετ’ ὀλίγον ἔμελλε νὰ βάψῃ διὰ τοῦ αἵματός της τὰς πεδιάδας τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας· ὅτι ἤθελεν ὀπισθοδρομήσει ἐντεῦθεν τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων, δεκατισθεῖσα· ἐβλέπατε, ὅτι τὸ ἔθνος ἔμελλε νὰ δαπανήσῃ ὅλας τὰς δυνάμεις του καὶ ὅτι ἤθελε καταστῆ ἀνίκανον νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ ἐλάχιστον ἐπὶ μακρὸν, καὶ ταῦτα προβλέποντες, ἐλέγατε, ὡς ἄνθρωπος, ὅστις δὲν ἐνεργεῖ ἀπερισκέπτως, ὅστις δὲν ἀκολουθεῖ ὁρμὰς, δὲν ἀκολουθεῖ τὰς φωνὰς τῶν ἀγυιῶν καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ὄχλου, ἀλλ’ ὅστις ὑπολογίζει τοὺς ἀναποφεύκτους κινδύνους καὶ τὸ δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, ὅστις βλέπει τὰς ἀπαιτήσεις τῶν Δυνάμεων, ἐν αὐτῇ τῇ πεποιθήσει ἀπεστομώσατε ἐκείνους, οἵτινες ἐδίστασαν περὶ τῆς ὀρθότητος τοιούτων σκέψεων, διατρανοῦντες, ὅτι ἐπράξατε σύμφωνα μὲ τὰς πεποιθήσεις σας πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, ὡς ἀνὴρ, ὅστις ἐξετίμησε τὰ πάντα, ὅστις ἐβουλεύθη ὀρθῶς, ὅστις ὑπελόγισε σοβαρῶς καὶ πεφωτισμένως.
§79Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνεγνώσατε τί λέγουν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τῆς Εὐρώπης;
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἐπικαλῆσθε τοιαῦτα πρὸς δικαιολόγησιν, εἶναι ἀσθενὴς δικαιολόγησις, διότι ἡ Εὐρώπη δὲν ἔβλεπεν εἰς ὑμᾶς τὴν εὐστάθειαν νὰ προχωρήσητε ἐκεῖ, ὅπου σᾶς ἐκάλει ἡ φωνὴ τῆς Πατρίδος. Ἀφοῦ ἐγκατελείψατε αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ἐρωτῶ, τίς ἠθέλατε νὰ σᾶς ὑπενθυμίζῃ νὰ μὴ ἐγκαταλείψητε ἑαυτούς; Ἡ λεγομένη πίεσις δὲν εἶχε μόνην καὶ ἀπαραίτητον πηγὴν τὴν βούλησιν ἁπασῶν τῶν Δυνάμεων, οὐδὲ ἦτο καθαρὰ ἀπόῤῥοια τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἐξ ἀνάγκης, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἰδίας ψυχολογικῆς σας καταστάσεως καὶ αὐτῶν ἐκείνων τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, ἀντὶ ν’ αὐξήσῃ τὰς παρασκευὰς καὶ νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις πρὸς μέγα ἐπιχείρημα, ἀφῆκε τὰ πάντα εἰς χαλάρωσιν. Ἀλλὰ, λέγω, δέχομαι πρὸς στιγμὴν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν Βλέπετε, ὅτι δὲν εἶμαι ἐπὶ τοσοῦτον ἐμπαθής· δὲν πιστεύω νὰ ἠκούσατε μέχρι τῆς ὥρας τι ἐμπαθές. Σᾶς ὡμίλησα περὶ ὑποθέσεων, περὶ σκέψεων, αἵτινες εἶναι παρακολούθημα τοῦ φρονήματος ἑνὸς ἑκάστου. Ὅστις εἶναι ζωηρότερος εἰς τὰς σκέψεις του, δέχεται τὴν πρώτην ὑπόθεσιν· ὅστις εἶναι ψυχρότερος, ἴσως δέχεται τὴν δευτέραν. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω περὶ θάῤῥους καὶ δειλίας’ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑποπίπτει εἰς ἐξέτασιν, ἀλλ’ ἕκαστος καθ’ ἑαυτὸν τὸ αἰσθάνεται. Λοιπὸν δέχομαι πρὸς στιγμὴν τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν, ὅτι ἐταράχθητε εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμὸν, ὅταν ἴδατε ἐνώπιόν σας τὸ φάσμα τῆς καταστροφῆς τοῦ ἔθνους, ἐπιχειροῦντος ὑπὲρ τὰς δυνάμεις, καὶ ἐν τῇ στενοχωρίᾳ ἐσκέφθητε ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἐκθέσητε αὐτοὶ ἑαυτοὺς, νὰ φέρητε εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος θυσίαν τὴν ἰδίαν ὑπόληψιν, παρὰ νὰ ὠθήσητε τὸ ἔθνος εἰς καταστροφήν. Τοιοῦτον παρεστήσατε αὐτὸς ἑαυτόν. Ἤκουσα ὅμως καὶ συμπαθείας ἄλλων ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἤκουσα παρὰ σπουδαίων λυπουμένων, ὅτι παραγνωρίζεται ὁ πατριωτισμὸς τοῦ συνετοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἔκρινε προτιμότερον εἰς τοιαύτην περίστασιν νὰ θάψῃ ἑαυτὸν παρὰ νὰ θάψῃ τὴν Πατρίδα. Ἐζητήσατε δὲ καὶ νέον γόητρον, τὰς ὑπὲρ ὑμῶν συμπαθείας, διότι παρέστητε ὡς θῦμα τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως ἐκείνων, οἵτινες, παρασυρόμενοι ἐξ οἱωνδήποτε λόγων, μέμφονται τὴν πολιτικήν σας. Λυποῦμαι ἀκούων ἐκ τοῦ στόματός σας, ἐνῷ γνωρίζετε πόσην βαρύτητα ἔχουσιν οἱ λόγοι σας, ν’ ἀποδίδητε εἴς τινας, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ποίους, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐμπνέει αὐτοὺς εἰς αὐτὴν τὴν κατακραυγὴν καὶ οὐδὲν ἄλλο ὑπαγορεύει εἰς αὐτοὺς τὴν κατηγορίαν, παρὰ ὁ πόθος νὰ σᾶς ἐκβάλουν τῆς ἐξουσίας, εἴτε διὰ νὰ σᾶς διαβάλουν, ἢ νὰ σᾶς συκοφαντήσουν κακοβούλως. Ἀπορῶ, πῶς ἀνὴρ, φθάσας εἰς τοιαύτην περιωπὴν, λέγει τοιαῦτα. Μὰ! φαίνεται, ὅτι τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις θέλει νὰ παρίσταται ὡς ἀληθὲς θῦμα, ἀρετὴ εἶναι νὰ μὴ δεικνύῃ πνεῦμα ἐκδικήσεως καὶ μίσους, καὶ οὐδένα νὰ κατηγορῇ, ἀλλὰ τὰ πράγματα. Χαίρω τοὐλάχιστον, διότι ὁ ἴδιος ἀπορεῖτε ἂν εἴπατε τοιούτους λόγους. Εὐάρεστον εἶναι τοῦτο δεῖγμα, ὅτι τὰ ἀποδοκιμάζετε, ὡς τὰ ἀποδοκιμάζω καὶ ἐγώ. (Θόρυβος.) Τὰ ζητήματα πρέπει νὰ τεθῶσιν ἀληθῶς εἰς ὑψηλοτέραν περιωπήν· πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς ἔριδας καὶ τὰς φιλοτιμίας, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τῶν πραγμάτων τὴν ἀξίαν καὶ τῶν γενομένων. Δὲν εἶναι πνεῦμα συκοφαντίας, οὔτε ἐχθροπάθεια, οὔτε σκοπὸς διαβολῆς, οὔτε ὁρμὴ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἐξουσίας, ὅταν καταδικάζωμεν τὰ πεπραγμένα. Ὅστις ἐσχημάτισε τοιαύτην ἐκτίμησιν, δὲν δύναται βεβαίως νὰ ἦναι ἀνεκτικὸς πρὸς ἡμᾶς. Καὶ ἂν εἰς ἐμὲ ἐῤῥίζωσεν ἡ πρώτη ὑπόθεσις, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ σιωπήσω, νὰ ἐπιδοκιμάσω τὴν πολιτικήν σας καὶ νὰ σᾶς ἀνυψώσω; Ἀλλὰ, λέγω, καὶ ἂν δεχθῶ τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν, θέλω εἶμαι ἐπιεικέστερος πρὸς ὑμᾶς, παρασυρόμενος καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς συμπαθείας. Πολλοὶ λέγουν: ὁ δυστυχής! αὐτὸς, ὅστις ἐξέχει ἐκ τῶν πρώτων ἐν Ἑλλάδι, ὅστις προΐσταται τοῦ ἰσχυροτέρου κόμματος.
§81Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν λέξιν δυστυχὴς δὲν τὴν δέχομαι.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐννοῶ τὸν ζητοῦντα συμπάθειαν.
§83Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐζήτησα συμπαθείας, οὔτε καταδέχομαι.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύνασθε νὰ τὰς ἐμπνέητε, χωρὶς νὰ τὰς ζητῆτε.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐξακολουθήσατε νὰ σκιαμαχῆτε.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸν κ. Μίλησην ἐὰν δὲν ἔχῃ πρὸς ὑμᾶς συμπαθείας.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ Μίλησης σᾶς παρακαλεῖ νὰ ἐξακολουθήσητε διὰ τοῦ ὡραίου συστήματός σας τῶν ὑποθέσεων νὰ σκιαμαχῆτε.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν σᾶς ἐμπνέω συμπάθειαν· σεῖς εὑρίσκεσθε πρὸς ἐμὲ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ εὑρίσκωνται οἱ ἄλλοι πρὸς αὐτόν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ὑπ’ αὐτὸ τὸ γόητρον παριστάμενος, τὴν συμπάθειαν ζητεῖ, καίτοι διὰ τοῦ λόγου ἀπολακτιζομένην. Τί ἄλλο ζητεῖ εἰμὴ λευκὴν ψῆφον, ὅτι τὰ πάντα καλῶς ἐγένοντο καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ Πατρίς; Ὁ κ. Μίλησης ταράττεται, ὅτι ἐγὼ σκιαμαχῶ, ὁμιλῶν περὶ ὑποθέσεων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ποία ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅταν ἔλεγε: «δὲν ἐσώθη τὸ ἔθνος; δὲν παρακάθηνται οἱ ἐξ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας; λοιπὸν τὰ πάντα καλῶς ἐγένοντο.» Δὲν εἶναι τοῦτο ἐπιχείρημα ἐκ τῆς συμπαθείας; Ἐκ τίνος εἶναι;
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, ἦναι ἐναντίον τῶν νόμων τῆς Πατρίδος, καλῶς τὸ ἐπράξατε καὶ κατὰ καθῆκον, διότι ἐσώσατε τὴν Πατρίδα, ὅπως σεῖς νομίζετε; Καὶ ὅταν φέρετε αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, πρὸς ἀθώωσιν τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, τί ἄλλο ζητεῖτε εἰμὴ τὴν συμπάθειαν; Μὴ ταράττεσθε λοιπὸν, ὅταν λέγω τὴν λέξιν δυστυχὴς, διότι παρεστήσατε ἑαυτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος ὡς τὸν δυστυχῆ, ὅστις παραγνωρίζεται.
§91Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἤλθατε ἔπειτα νὰ συνδέσητε τὴν σύμβασιν μετὰ τῶν Διαταγμάτων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀκυρότης, καὶ θέλετε νὰ ἐξηγήσητε, ὅτι ταῦτα ἦσαν ἔργα τῆς ἀνάγκης, διότι ἦτον ἄλλως ἀδύνατον νὰ διοικηθῶσιν αἱ νέαι χῶραι, ἐνῷ ὑπῆρχε κώλυμα συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Λόγῳ τῆς ἀνάγκης ταύτης, λόγῳ ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων, ζητεῖτε ἑπομένως λευκὴν ψῆφον καὶ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Διαταγμάτων. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι λέγετε, ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο ἀπαραίτητος, διότι ἔπρεπε νὰ ἔλθουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, ὅπως ἐπικυρώσωσι τὴν σύμβασιν. Ἐνῷ δὲ ἔρχεται ἡ πρότασις τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἀπεστομώσατε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, οἵτινες διεμαρτύροντο κατὰ τῆς συμβάσεως. Σεῖς λέγετε, ἦτον ἀναγκαῖον ὅ,τι ἐγένετο, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως, τὸ ἀπῄτει ἡ Εὐρώπη, τὸ ἀπῄτουν τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὸ ἀπῄτει ὁ ἔσχατος κίνδυνος τῆς Πατρίδος. Καὶ τί ἠθέλατε νὰ σᾶς εἴπουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας; ὅτι ἔπρεπε νὰ κηρύξητε πόλεμον κατὰ τῆς Εὐρώπης, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνουν τὰ πάντα ἐρείπια, διὰ νὰ μὴ συνωμολογηθῇ ἡ σύμβασις; Ἐρωτῶ, πρὸς τί ἐφέρατε πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς συνθήκης τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας; Διὰ νὰ τοὺς ἔχητε θεατὰς, ἢ διὰ νὰ κοσμήσουν ὡς θέατρον τὴν Βουλήν; Ὄχι! ἀλλὰ διὰ νὰ λύσητε ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἦτον ἄγνωστον, πῶς ἔμελλε νὰ λυθῇ διὰ τῆς ψήφου των. Πρὸς στιγμὴν εὑρισκόμεθα πάντοτε ἐν τῇ ὑποθέσει, ὅτι, διὰ νὰ σώσητε τὴν Πατρίδα ἐκ βεβαίου κινδύνου, ἐπράξατε ὅπως ἐπράξατε, παραδεχθέντες τὴν σύμβασιν, καὶ ἡ σύμβασις ὑπεγράφη. Τί ἕπεται ἐκ τούτου; διατί ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις; Πρῶτοι σεῖς εἴπατε πρὸς ἐκείνους, οἵτινες προέτειναν τὴν σύμβασιν, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην τῆς ψήφου τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος Ποίαν ἔννοιαν εἴχατε, ὅταν τὸ ἐλέγατε; Εἴχατε πραγματικὸν, εἰλικρινῆ σκοπὸν νὰ συγκαλέσητε τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, καὶ ἦτο πράγματι ἡ πεποίθησις ὑμῶν, ὅτι ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Σώματος δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοιαύτη σύμβασις, διακινδυνεύουσα τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἔθνους; Τὸ εἴπατε πρὸς ἔνδειξιν, ὅτι πλέον τοῦ δέοντος ὑπεχωρήσατε, ἢ ἦτο διπλωματικὴ τέχνη τοῦ λόγου; Ἀλλ’ ἔστω, ἦτο διπλωματικὴ τέχνη τοῦ λόγου. Ἡ σύμβασις ὑπεγράφη τὸν Ἀπρίλιον, διότι τῆς 31 Μαρτίου εἶναι τὸ ἔγγραφον τῆς δηλώσεως. Ἔκτοτε τί ἐκώλυε τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς; Εἴπατε, ὅτι δὲν συνεκλήθη τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, διότι ἤθελε παρακωλύσει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ἂν ἤθελε παρακωλυθῆ ἡ ἐκτέλεσις, ἰδοὺ ἐπήρχοντο οἱ κίνδυνοι. Ἡ τελευταία ἐκτέλεσις, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἐγένετο τὴν 1 Νοεμβρίου. Τί εὐκολώτερον ἦτο ἢ νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ μικρὸν πρὸ τοῦ χρόνου τούτου; Ἀλλὰ διατί διελύθη; Δὲν ἠθέλατε νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, διότι ἤθελε φέρει προσκόμματα. Τὴν διελύσατε, διὰ νὰ ἔλθουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας· καὶ ὅταν ἦλθον, ἀπεστομώσατε ἐκεῖνον, ὅστις ἐπεκαλέσθη τὰ ἀπαράγραπτα τοῦ Ἑλληνισμοῦ δικαιώματα, ὡς μὴ χύσαντα τὸ αἷμά του δι’ αὐτόν. Σᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχουσιν ἔξω ἀδελφοὶ, εἰς τὴν αὐτὴν δουλείαν καὶ χείρονα ὑποκείμενοι, καὶ τῷ ἀπαντᾶτε, ὅτι δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ κωλυθῇ ἡ σύμβασις. Δι’ αὐτὸ ἠθέλατε τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, διὰ νὰ τοὺς ἀποστομώσητε; «Καὶ πρῶτον δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, διότι ἐφοβήθημεν μήπως μᾶς παραγνωρίσωσι, μήπως παρεμβάλωσι προσκόμματα, μήπως ταράξωσι τοὺς ἡμετέρους κύκλους.» Εἶναι τοῦτο ἀληθές; τὸ εἴπατε, τὸ φρονεῖτε, τολμᾶτε νὰ τὸ ἐκφράσητε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους;
§93Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἴπομεν αὐτό.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λέγετε, ὅτι δὲν τὸ εἴπατε, ἀλλ’ ἐγὼ τὸ ἤκουσα, καὶ εἶναι ἔναυλον εἰς τὴν ἀκοήν μου, ὅτι εἴπατε, ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Ποῖος ἐξ ἡμῶν ἔχει τοιαύτην ἀξίωσιν, ὅτι ὁ νοῦς αὑτοῦ εἶναί τι πλέον ἢ ὅσον ὁ νοῦς τοῦ ὅλου τοῦ ἔθνους, ὅτι αὐτὸς θέλει ἐξασφαλίσει καλλίτερα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἢ ὅσον δύναται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι αὐτὸς μόνος εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ κάλλιον περὶ τῶν συμφερόντων αὑτοῦ ἢ οἱ νόμιμοι αὐτοῦ ἀντιπρόσωποι; Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι, ἐὰν τὸ ἔθνος ἐξανίστατο εἰς ὅ,τι ἐπράξατε, νομίζετε, ὅτι δὲν ἤθελον εὑρεθῆ ἄνδρες, οἵτινες ἤθελον φροντίσει, ὅπως μὴ διακινδυνεύσῃ ἡ τύχη τοῦ ἔθνους; Μόνον ὑπὸ τῶν σκέψεων ὑμῶν ὤφειλε νὰ διευθύνηται, καὶ διὰ τοῦτο εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ καλλιτέρα σκέψις ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐντὸς τῆς κεφαλῆς σας εἴχατε; Τοῦτο εἴπατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἠδύνατο νὰ φέρῃ προσκόμματα ἡ Βουλή. Καὶ λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἀποδίδετε εἰς τὸ ἔθνος τοσοῦτον μέρος συνέσεως, ὅσον νομίζετε, ὅτι σᾶς ἐδώρησεν ἡ θεία Πρόνοια. «Μήπως ἐν περιστάσεσιν ὁμοίαις ἄλλα ἔθνη δὲν ἔδειξαν τὸ παράδειγμα ὑποχωρήσεως καὶ δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν Κυβέρνησιν, ἥτις δὲν ἔπραξε συμφώνως πρὸς τὸν φλογερὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ ἔθνους; μήπως δὲν ἔχετε τὸ πρόσφατον παράδειγμα τοῦ 1849 ἐν Πρωσσίᾳ, ὅτε ἦτον ὁ Σβαρτζενβὲρ Πρωθυπουργὸς ἐν Αὐστρίᾳ; Μήπως ἡ Πρωσσία δὲν ἦτον ὡπλισμένη, ὅπως καὶ σήμερον, διὰ τῶν βελονωτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῇ ἱκανότητι τῶν στρατηγῶν της; Ἡ Πρωσσία ὑπεχώρησε, καὶ ἐν τούτοις ἡ φιλοτιμία τοῦ ἔθνους δὲν προσεβλήθη, καὶ τὸ ἔθνος δὲν ἐδείχθη κατώτερον κατὰ τὴν φρόνησιν ἢ κατὰ τὴν τόλμην, οὐδὲ ἐδίστασε νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Βασιλέως. «Τάχα δὲν ἔδειξεν ἡ Ἑλλὰς τὴν αὐτὴν πολιτικὴν φρόνησιν, λησμονεῖτε τὴν φρόνησιν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1869, ὅταν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπογράψῃ τὸ πρωτόκολλον ἐν Παρισίοις; Δὲν ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τότε, ἐνῷ πολλοὶ δὲν ἀνεδέχοντο νὰ ὑπογράψωσι τὸ πρωτόκολλον, ὅτι τότε εὑρέθη ὁ ἀείμνηστος Ζαΐμης, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, ὅστις προσέφερε τὴν θυσίαν τῆς ἑαυτοῦ ὑπολήψεως, διὰ νὰ σώσῃ τὸ ἔθνος, καὶ εἶπεν, ἐγὼ τὸ ὑπογράφω, καὶ τὸ ἔθνος ὑπεχώρησε καὶ ἐξετίμησε τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς πατριωτικήν;
§95ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀλλὰ διέλυσε τὴν Βουλήν.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα· ἔπραξε συνεπῶς, δὲν ἔπραξε πρὸς τὸ συμφέρον ἑνὸς βουλευτοῦ τῆς Καρυστίας.
§97ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἴσα ἴσα δὲν ἐσκέφθην οὕτω, διότι ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις μ’ ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Λοιπὸν μὴ μὲ συκοφαντῆτε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Εἶσθε συκοφάντης, διότι τὴν ἀρετὴν θέλετε νὰ παραστήσητε κακίαν.
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶμαι πολὺ μακρὰν νὰ παραβάλω τὸ μικρὸν ποσὸν τῆς ἀρετῆς μου πρὸς τὸ μέγα ποσὸν τῆς ἀρετῆς σας. Συνεπῶς διέλυσε τὴν Βουλήν, διότι δὲν εἶχε δύναμιν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀνέλαβεν αὐτὴν τὴν εὐθύνην. Πῶς ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ δὲν ἤρκει νὰ ἔχῃ τὸ κῦρος μιᾶς πλειονοψηφίας, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὅλου τοῦ ἔθνους, ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸ ἔθνος. Τὸ ἐννοῶ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν, ἐὰν δὲν εἶχεν ὅλης τῆς Βουλῆς τὴν προστασίαν. Ἐὰν ἐφρόνει νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ὅλον ἔθνος, ἔπρεπε νὰ διαλύσῃ ἀμέσως, τὴν ἐπαύριον. Ἤθελον εἴπει, ὑπέγραψα καὶ διέλυσα, ὅπως ὁ Ζαΐμης. Αὐταὶ εἶναι πάντοτε δύο πράξεις διαδοχικαί, ἀμέσως ἡ μία κατόπιν τῆς ἄλλης. Οὕτως ἔπραξεν ὁ μακαρίτης Ζαΐμης· διέλυσε τὴν Βουλήν, ἐκκαλέσας ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐξέφρασε τὴν γνώμην του περὶ τῆς συμβάσεως. Τοῦτο ἠδύνασθε νὰ πράξητε καὶ σεῖς· ἀλλὰ πότε; τὴν ἐπαύριον, μετὰ δέκα ἡμέρας, μετὰ ἕνα μῆνα, μετὰ δύο μῆνας, ἀλλ’ ὄχι τὴν τελευταίαν στιγμὴν, τὴν 22 Ὀκτωβρίου. Τότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως, ἀφοῦ περιεμείνατε νὰ ἐξαντληθῇ ὅλος ὁ δυνατὸς χρόνος. Συνέπεια τούτου δὲν εἶναι μόνον, ὅτι βραδύνει τὸ ἔθνος νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, ἀλλὰ μυρίαι ὅσαι ζημίαι καὶ βλάβαι. Πότε προσκαλεῖται τὸ ἔθνος νὰ ἐκφρασθῇ; Μόλις τώρα τὸν Μάρτιον, μετὰ ἓν ἔτος, ὅτε τὰ πάντα διελύθησαν, ὅτε ἡ σύμβασις ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτε εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρῆται τὸ πῦρ πρὸς ἐπιχείρησιν ἔργων, μεθ’ ὅλας ὅσας ὑπέστησαν πάντες ταλαιπωρίας. Ἐκ ποίων στοιχείων ἐξελάβετε συγκειμένην τὴν Βουλήν; «Σύγκειται ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες πᾶν ἄλλο σκέπτονται παρὰ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, πᾶν ἄλλο ἀπαιτοῦν ἀπὸ ὑμᾶς, καὶ ζητοῦσι νὰ ὑποτάξωσι τὰ κοινὰ συμφέροντα εἰς ἰδιοτελεῖς σκοποὺς ἢ ὅπως ἐξυπηρετήσωσι σκοποὺς φιλοδοξίας.—Πῶς δυνάμεθα, εἴπατε καθ’ ἑαυτὸν, νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τοιοῦτον ὅμιλον τοσοῦτον μεγάλα συμφέροντα;» Δύναταί τις ποτὲ νὰ διστάζῃ, ὅτι ἐν τῷ ἔθνει ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος νοῦς, ὅστις εἶναι ἰσάξιος καὶ τῶν κινδύνων καὶ τῶν περιστάσεων; Καὶ τίς ἠδύνατο νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν; Ἡ ἐκτέλεσις προέβη, ὁ στρατὸς ἐξεπλήρωσε τὰς διαταγάς του, οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ὅλοι ἐφωδιασμένοι διὰ τῶν ὁδηγιῶν των, αἱ χῶραι αὐταὶ ἐδέχοντο μετ’ ἐνθουσιασμοῦ τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ἀπελευθερώσεώς των. Ποῖος ἠδύνατο νὰ παρέμβῃ; πόθεν ἡ ἀντίστασις; Ἐνῷ οὐδεὶς κίνδυνος ὑπῆρχε νὰ διαταραχθῇ ἡ ἐκτέλεσις, οὔτε ἠδύνατό τις νὰ διστάσῃ περὶ τῆς φρονήσεως τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, πῶς ἐνομίσατε, ὅτι ἠδύνασθε ν’ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος; Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἐτηρήσατε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν τούτοις κατεπατήσατε διάταξιν θεμελιώδη, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς σας, καὶ τὸ πολιτικὸν τοῦ ἔθνους Εὐαγγέλιον, τὴν ἱερὰν αὐτοῦ παρακαταθήκην ἐσχίσατε εἰς ῥάκη. Εἴχετε ἀνάγκην νὰ διοικήσητε, καὶ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ διοικήσητε, δὲν προσετρέξατε εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, διὰ νὰ φέρητε τὴν τάξιν καὶ τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν. Ἀντὶ τάξεως καὶ νομιμότητος, τί ἐφέρατε; Ἐφέρατε στρατοκρατίαν, ἐκλονίσατε τὰς πεποιθήσεις περὶ τῆς ἰσχύος τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους σεῖς αὐτοβούλως ἐψηφίσατε διὰ Διαταγμάτων, καὶ ὅσα ἄλλα σήμερον ἀκούονται διατραγῳδούμενα. Ἠσεβήσατε κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἠσελγήσατε διὰ τοῦ σκανδαλωδεστέρου τρόπου. Διὰ νὰ ἐννοήσητε μέχρι τίνος βαθμοῦ φθάνει ἡ ἀσέβεια αὕτη ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ ἱστορικὸν τῆς διατάξεως, ἥτις ἀπαγορεύει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πᾶσαν ἀντιποίησιν νομοθετικῆς καὶ πᾶσαν ὑπερβασίαν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, κατὰ τὸ 1811, ὁ Λουδοβίκος ΙΗʹ ἐπεβράβευσε τὸ πολίτευμα, περιέχον τὸ ἄρθρον 14. Τὸ ἄρθρον 14 ἀπηρίθμει τὰς προνομίας τοῦ Βασιλέως: ὁ Βασιλεὺς συνάπτει συνθήκας, κηρύττει πόλεμον καὶ καθεξῆς, καὶ ἐκδίδει Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Διατάγματα λοιπὸν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ Διατάγματα πρὸς ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἐντεῦθεν ἐξήγαγον, ὅτι ὑπάρχουσι δύο εἰδῶν Διατάγματα, Διατάγματα, δι’ ὧν σκοπεῖται μόνον ἡ ἐκτέλεσις τῶν Νόμων, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν Νόμων, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸ δρύφακτον, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ Διατάγματα, τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας, καὶ αὐτὰ δύνανται νὰ ἦναι παντὸς εἴδους. Ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας τὸ πᾶν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐκδίδοντος τὸ Διάταγμα. Τί ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἑρμηνείας ταύτης; Ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ἰουλίου ἐν ἔτει 1830. Οἱ Ἰησουΐται ἐνέβαλον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Βασιλέως, ὅτι δὲν παραβαίνει τὸ Σύνταγμα, ἐὰν ἐκδώσῃ Διατάγματα, καταργοῦντα ἐλευθερίας, καὶ οὕτως ἐνίσχυσαν αὐτὸν εἰς κατάργησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἀπειλούσης τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἐνθυμεῖσθε πόσον αἷμα ἐχύθη διὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν, καὶ αὐτὸ δὲν ἐχύθη εἰς μάτην, καὶ δὲν πρέπει νὰ χύνηται εἰς μάτην τὸ αἷμα τῶν προσφερόντων τὴν ζωὴν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. Ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ἰουλίου, καὶ πρῶτον ἔργον αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ διόρθωσις τοῦ ἄρθρου 14, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν ἄρθρον 13. Τί ἔπραξε τὸ ἄρθρον 13, διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄρθρον 14; Διέγραψε τὰς λέξεις «καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας.» Ἄρα εἰς οὐδεμίαν ἄλλην περίστασιν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις Διαταγμάτων εἰμὴ μόνον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων. Δὲν περιωρίσθησαν εἰς τοῦτο. Ὑπῆρχον πάντοτε οἱ Ἰησουΐται καὶ τότε, ὡς ὑπάρχουσι καὶ σήμερον ἁπανταχοῦ. Ἰησουΐται δὲν εἶναι μόνοι οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος τοιοῦτοι, οἱ φέροντες στολὴν Ἰησουΐτου, ἀλλὰ τοιοῦτοι εἶναι καὶ οἱ μὴ φέροντες στολήν, ἀλλὰ φρονοῦντες καὶ πράττοντες τὰ τῶν Ἰησουϊτῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξαλείψωμεν τὰς λέξεις ἐκείνας, ἀλλὰ πρέπει νὰ θέσωμεν ἀσφαλέστερον φραγμόν, ὅτι οὐδέποτε δύναται ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν Νόμων διὰ Διατάγματος. Τί ἔπραξαν τὰ λοιπὰ ἔθνη κατόπιν; Βλέπετε τὸ Σύνταγμα τὸ Βελγικὸν ἀντέγραψε τὰ αὐτά, τὸ ἡμέτερον ὡσαύτως, καὶ θέλετε ν’ ἀμφισβητήσητε ἐὰν ἦναι ἄκυρα τὰ Διατάγματα; Θέλετε νὰ ἀκολουθήσωμεν τοὺς Ἰησουΐτας καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν ἦναι ἔγκυρα, ἢ ὄχι; Διὰ νὰ μὴ ἦναι ὁ λόγος μου τοσοῦτον ξηρός, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν ἀνέκδοτον. Ὑπουργὸς τοῦ πολέμου ἦτο τότε ὁ Βουρμὼν, καὶ μόνον αὐτός, ὁ Πολινιὰκ καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐγνώριζον περὶ τῶν Διαταγμάτων, οὐδεὶς δὲ τῶν ἄλλων ὑπουργῶν μετεῖχε τοῦ ἀποῤῥήτου· ἔμειναν δὲ σύμφωνοι, ἐπειδὴ ἀπῃτεῖτο πάντοτε στρατὸς διὰ τὰ ἐνδεχόμενα, νὰ μὴ ἐπιχειρήσωσι τὴν ἔκδοσιν, πρὶν ἐνδυναμώσωσι τὸν στρατόν. Ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐνδυναμώσωσιν αὐτὸν ἀμέσως, διότι ὁ Βουρμὼν ἐξεστράτευσε κατὰ τῆς Ἀλγερίας. Ἀναχωρῶν ὁ Βουρμών, ἀπῄτησε νὰ μὴ ἐκδοθῶσι τὰ Διατάγματα, πρὶν ἐπανέλθῃ. «Ὅταν ἐπανέλθω, ἔχετε τὴν κατάκτησιν τῆς Ἀλγερίας, καὶ τὸ γόητρον τῆς κατακτήσεως θὰ καλύψῃ τὸ πραξικόπημα, ἄλλως ὅμως θέλομεν ἔχει τότε σπουδαῖον καὶ ἀξιόμαχον στρατόν.» Οὕτω συνεφώνησαν. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναχώρησίν του, ὁ Πολινιὰκ βλέπει κατ’ ὄναρ τὴν Θεοτόκον, λέγουσαν πρὸς αὐτὸν, «θάῤῥει, μὴ ἀνάβαλλε, τὰ πάντα εὐοδοῦνται.» Ταῦτα ἀμέσως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν Βασιλέα. Πείθεται ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἦτο λίαν εὐσεβής, οὐδὲ ἦτο πιστευτὸν, ὅτι ὁ Πολινιὰκ δύναται νὰ ψεύδηται. «Ἐὰν οὕτως ἔχῃ, καὶ ἄνευ στρατοῦ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν.» Φέρει τὸ ζήτημα ἐντὸς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ Hausse, νομίζω, ἀναπληρῶν τὸν Βουρμὼν, ἀνθίσταται, προβάλλων τὴν ἀνεπάρκειαν στρατοῦ ἐκ 13,000 μόνον. «Πῶς θὰ παρατάξωμεν 13,000 ἄνδρας ἐναντίον τοιαύτης πόλεως, ἐνῷ τὸ πλεῖστον μέρος εἶναι διεσπαρμένον εἰς φυλακάς;» Τότε λέγει ὁ Βασιλεύς: «ἡσύχασε· μὴ σκέπτου περὶ τοιούτων· ἔχομεν ἄλλην ἐπίκουρον δύναμιν.» Ἐπὶ τῇ ἀγνώστῳ δὲ ταύτῃ ἐπικουρίᾳ ἀπεφασίσθη ἡ ἔκδοσις τῶν Διαταγμάτων. Λοιπὸν ἐρωτῶ καὶ ἐγώ: ὁ νέος παρ’ ἡμῖν Πολινιὰκ, ὁ ἐκ Ζαρνάτας, ποῖον ὄνειρον εἶδε, διὰ νὰ μηχανευθῇ αὐτὸ τὸ coup de Jarnac κατὰ τοῦ πολιτεύματος; πῶς ἐτόλμησεν, ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ἀπέναντι τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον ἐχύθη διὰ νὰ ἐπισφραγισθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, πῶς αὐτὸς, ὅστις πάντοτε ἐδείκνυεν εὐλάβειαν εἰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, προέβη εἰς τὸ νὰ φέρῃ τοιοῦτον καίριον τραῦμα, τοιοῦτον ῥῆγμα, τοιχωρυχῶν τὸ πολίτευμα; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν ἀφαιρέσητε αὐτὴν τὴν στήλην τοῦ οἰκοδομήματος τοῦ πολιτεύματος, τί μένει; Πρὸς τί ἐκαλέσατε αὐτοὺς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας; Διὰ νὰ τοὺς θέσητε ὑπὸ τὰ ἐρείπια τοῦ καταπίπτοντος πολιτεύματος, οὗ κατεῤῥίψατε τοὺς ἰσχυροτέρους ὀρθοστάτας; Δι’ αὐτὸ τοὺς ἐφέρατε; Διὰ νὰ τοὺς εἰπῆτε, καθίσατε ἐδῶ, σιωπᾶτε, ἀφήσατε νὰ πέσῃ τὸ οἰκοδόμημα! Ὅταν πέσῃ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας, τότε θὰ καταλάβετε ποῦ ἤλθατε. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ὄχι, ἀδελφοὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας· συντελέσατε μεθ’ ἡμῶν, νὰ διατηρήσωμεν στερεὰς καὶ ἀκλονήτους τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ μόνον δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ μέλλον μας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθοῦν τὰ ἀκροατήρια αὐτά.
§100ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐκ δεξιῶν.) Ἀφήσατε νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ, διότι τότε τί γίνεται ἡ ἀπόφασίς μας;
§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἐπὶ τοιούτου φλογεροῦ καὶ φοβεροῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον διαφωτίζει ἀκόμη ἡ ἱερὰ λάμψις τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ἰουλίου, τὸ ὁποῖον ἐλύθη διὰ τοῦ αἵματος τοσούτων μαρτύρων, τί θέλετε ν’ ἀντιτάξητε, ὅτι εἴμεθα ἀσυνεπεῖς, ὅτι κηρύττομεν ἄκυρα αὐτὰ τὰ Διατάγματα, ἐνῷ κηρύττομεν ἔγκυρα τὰ συνεπεία αὐτῶν γενόμενα; Ἡ ἀσυνέπεια ἡμῶν σᾶς ταράττει, καὶ δὲν σᾶς ταράττει, ὅτι διεσείσθη τὸ πολίτευμα. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀσυνεπὲς, καὶ τὸ ἀσυνεπέστερον, ὅταν πρόκηται νὰ σώσω τὸ πολίτευμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ποσῶς ἀσυνεπὲς, εἶναι ὅ,τι πράττετε ἑκάστοτε καὶ ὅ,τι αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς διαφεύγει τὴν μνήμην, ὅ,τι ὡς ἀρχαῖοι δικηγόροι, ὡς νομικοὶ καὶ σεῖς, ὡς ἔκτροφοι τοῦ Πανεπιστημίου, ἠκούσατε πολλάκις, ὡς τὸ πλέον τετριμμένον, ὅτι, ὅταν ὑπάρξῃ κοινὴ πλάνη πρὸς παράβασιν νόμου, ἡ πρᾶξις αὕτη δύναται νὰ ἦναι ἰσχυρὰ, μολονότι ἡ Ἀρχὴ, παρ’ ἧς ἐξεδόθη, ἦτο ἀνίσχυρος. Ἠκούσατε αὐτὸ τὸ μεθ’ ἱλαρότητος ἐπαναλαμβανόμενον ἀνέκδοτον, ὅτι ἐν Ῥώμῃ δοῦλος ἔφθασε, κρύψας τὴν καταγωγήν του, νὰ γείνῃ Πραίτωρ, ὁ Barharius Philippus καὶ ἐξέδωκε πολλὰς ἀποφάσεις, ἕως οὗ ἀνεκαλύφθη, ὅτι ἦτο δοῦλος. Αἱ ἀποφάσεις αὗται ἦσαν ὅλαι ἄκυροι, καὶ ἐν τοσούτῳ ἔμειναν ὅλαι ἔγκυροι, τὰ ἀποτελέσματα δηλαδὴ τῶν ἀποφάσεων ἔλαβον κῦρος, error communis facit jus. Λοιπὸν ὅ,τι ἐπράξατε, ἦτο πλάνη. Ὑποθέτω, ὅτι οὐδένα σύμβουλον εἴχετε Ἰησουΐτην πλησίον σας, ὅτι ἁπλῶς ἐπλανήθητε, ὅτι οἱ σύμβουλοι, τοὺς ὁποίους ἠρωτήσατε, ἦταν ἄνθρωποι ὀλίγων γνώσεων καὶ μικροῦ νοὸς, μύωπες, καὶ ὅτι ἐκ πλάνης ἐφέρατε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἥτις σήμερον ἔχει ἀνάγκην διορθώσεως, καὶ ὄχι μιᾶς, ἀλλὰ δύο διορθώσεων ἔχει ἀνάγκην. Ἰδοὺ ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, παρέχει μίαν θεραπείαν, τὴν ἐξάλειψιν, τὴν ἐξαφάνισιν τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων, ὡς μὴ γενομένων, δι’ ὧν ἐβεβηλώθη τὸ Σύνταγμα, διὰ τῆς ὑφαρπαγῆς ἐξουσίας, ἣν τὸ ἔθνος οὐδέποτε σᾶς ἔδωκε, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προβλέπεται ἡ διάσωσις τῶν συμφερόντων ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς πράξεως ὑμῶν περιῆλθον εἰς πλάνην. Πρώτην φορὰν ἀναπνέοντες ἀέρα ἐλεύθερον, ὑπὸ τὴν ἀναπεταθεῖσαν ἑλληνικὴν σημαίαν, ἐνόμιζον, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν σημαίαν οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ σκιασθῇ ἡ παρανομία. Σεῖς εἰσηγάγετε ἐκεῖ τὴν παρανομίαν, καὶ τὴν προσηνέγκατε ὡς δῶρον, δι’ ὃ ἐζητήσατε εἰς ἀντάλλαγμα τὴν εἰς ὑμᾶς ὑποταγὴν τῶν ἐκ τῆς Ἠπείρου καὶ ἐκ τῆς Θεσσαλίας, εἰπόντες εἰς αὐτούς: λάβε αὐτὸ τὸ δῶρον καὶ γνώριζε, ὅτι εἰς ἐμὲ χρεωστεῖς τὴν χάριν καὶ τὴν ὑποταγήν. Ἀλλ’ ἡ νοημοσύνη ἡ ἑλληνικὴ δὲν περιορίζεται μόνον ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον ἕκαστος σχηματίζει περὶ ἑαυτὸν, ὡς τὸ τελευταῖον ὅριον τῆς νοημοσύνης· λανθάνεται πολὺ ὅστις νομίζει, ὅτι ἡ νοημοσύνη εὑρίσκεται μόνον ἐν Ἀθήναις, ἢ μόνον μέχρι τῶν προθύρων τῶν Ἀθηνῶν· ὅπου ὁμιλεῖται ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὑπάρχει ἡ ἑλληνικὴ νοημοσύνη, καὶ σήμερον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα ἡμεῖς ἐδῶ νὰ συλλάβωμεν, νὰ σκεφθῶμεν, νὰ νοήσωμεν, σκέπτεται, ἐννοεῖ εὐτυχῶς πᾶς Ἕλλην εἰς πᾶσαν χώραν ἑλληνικὴν ἢ ξένην. Καὶ τάχα σεῖς ὁ ἴδιος δὲν ὑπήρξατε νομοθέτης τοιοῦτος; δὲν ἐξεδώκατε νόμον κατὰ τὸ 1857 ἢ 1858, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδώσατε κῦρος εἰς ἀκύρους γάμους τελεσθέντας πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; καὶ σᾶς λανθάνει, ἐνῷ σεῖς ἐπεκαλέσθητε τὸ παράδειγμα, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐκ γάμου μὴ νομίμως συγκροτηθέντος τέκνον ἀπολαμβάνον τὰς εὐεργεσίας τοῦ γνησίου τέκνου; Δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν τὰ matrimonia putativa, οἱ νομιζόμενοι γάμοι; Εἶναι τάχα ἔγκυρος ἡ σχέσις κατὰ νόμον; Οὐδαμῶς. Ἰδού, ὅτι συμβαίνει ὁ νόμος νὰ θεωρῇ αὐτοὺς τοὺς γάμους μὴ νομίμους, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰ τέκνα ἀποδίδει ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ νομίμου τέκνου. Λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ ἀνακολουθία; Θέλετε νὰ κερδήσητε τὸ κῦρος τῶν διαταγμάτων, φέροντες ἡμᾶς εἰς τὴν στενοχωρίαν νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὰ διὰ ν’ ἀποτρέψωμεν ἰδιωτικὰς βλάβας; Διὰ τοῦτο λέγετε: προσέχετε· ἂν δὲν δεχθῆτε τὸ κῦρος τῶν διαταγμάτων, κατεστράφησαν τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα· ἐὰν ὅμως τὸ δεχθῆτε, δικαιολογεῖτε ἐμέ, ὅστις τὰ ἐξέδωκα· καὶ ἐὰν δικαιολογῆτε ἐμέ, ἰδοὺ ὅτι ἐξέσχισα τὸ Σύνταγμα ἀτιμωρητί. Τοιοῦτος εἶναι ὁ σωρείτης τῶν σκέψεών σας. Οὕτω ἐφέρατε τὴν συζήτησιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν δύναται νὰ ἵσταται· δὲν δύναται νὰ ἵσταται εἰς τὰ ὄμματα τοῦ νομικοῦ, ἔτι ὀλιγώτερον εἰς τὰ ὄμματα ἐκείνου, ὅστις περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὰς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος. Δὲν δύναται νὰ γείνῃ ποτὲ δεκτὴ τοιαύτη ἀμφισβήτησις παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἔχει εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τὴν ἱερὰν αὐτοῦ παρακαταθήκην, ὅστις θεωρεῖ, ὅτι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἀκωλύτως νὰ διασχίζεται τὸ Σύνταγμα, κατεδικάσθη τὸ Σύνταγμα εἰς θάνατον, καὶ αὐτὸν τὸν θάνατον δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ τὸν ἴδῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.