1882.03.08
1,280 rows · 9,972 words · 104 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 8 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
Γενομένης ἀπαρτίας, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ προσθήκης προσωρινῆς διατάξεως εἰς τὸν στρατολογικὸν νόμον. Ὁ Γεώργιος Σαββᾶς ζητεῖ ἀποζημίωσιν πρὸς ἐπανόρθωσιν ἐπισυμβάντος ἀδικήματος ἐκ πολιτικῆς καταδιώξεως. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν — Ὁ Ἰωάννης Κ. Κοτζιᾶς ζητεῖ νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ μηνιαία σύνταξις παρὰ τοῦ δημοσίου, λόγῳ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν τοῦ πατρός του καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πολυχρονίου δημοσίας ὑπηρεσίας. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν — Ὁ κ. Τιμολ. Φιλήμων ἀποστέλλει ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐπὶ τῇ ἐπιεικεῖ ἐκτιμήσει τῶν πρὸς αὐτὴν μικρῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ ἐπὶ τῇ εὐμενεῖ ἐκτιμήσει αὐτῆς, ἀλλὰ συγχρόνως ἱκετεύει τὴν Βουλὴν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὰς ὑπηρεσίας του, μὴ ὑποχρεοῦσα αὐτὸν νὰ λαμβάνῃ τὸν διὰ τοῦ τροποποιηθέντος Κανονισμοῦ ὁρισθέντα μισθόν — Ὁ πρώην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Αὐγερινὸς ὑποβάλλει τὸν ἀπολογισμὸν τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς, ὅπως σᾶς ἀφηγηθῶ ἓν τραγικὸν συμβὰν, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς. Σήμερον ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τοὺς προκρίτους τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, διὰ τοῦ ὁποίου μοι ἀναγγέλλουσιν, ὅτι εἰς τὰς 2 Μαρτίου 1882 τοῦ τρέχοντος μηνὸς ἄγνωστοι ἄνθρωποι, καὶ ἴσως εἶναι ὑπόνοιαι κατ’ ἐκείνων τῶν πρώην λῃστῶν, οἵτινες περιφέρονται ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ μὲ δέρμα προβάτου, εἰσέβαλον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἐκεῖσε πλησίον τῆς πρωτευούσης Ἀγυιᾶς, ἡμισείας ὥρας περίπου, χωρίου τοῦ Δερβὶς ἐφέντη ἐν καιρῷ νυκτὸς, καὶ ἀφοῦ ἔσφαξαν σχεδὸν ἅπαντας τοὺς ἐν τῇ οἰκίᾳ εὑρισκομένους τῆς οἰκογενείας, μηδὲ αὐτοῦ τοῦ οἰκογενειάρχου ἐξαιρουμένου, ἐλήστευσαν ἅπασαν τὴν περιουσίαν, καὶ ἐπυρπόλησαν τὴν οἰκίαν. Ὁ εἰρημένος Ὀθωμανὸς Δερβὶς ἐφέντης ἐχρημάτισε Καδῆς ἐπὶ 30 ἔτη εἰς Ἀγυιὰν, καὶ ἐτιμᾶτο παρ’ ὅλης τῆς ἐπαρχίας ὡς ἀγαθὸς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος, καὶ αὐτὸς μάλιστα κατὰ τὸ 1878 συνετέλεσε νὰ μὴν ἐνεργηθῇ ἡ ἀποφασισθεῖσα σφαγὴ κατὰ τῶν Ἀγυιατῶν, ὡς δῆθεν ἐπαναστατῶν κατὰ τῆς δυναστείας τοῦ Σουλτάνου, καὶ ἐγένετο μάλιστα καὶ ἐγγυητὴς διὰ τὸ φιλήσυχον τῶν κατοίκων ἦθος καὶ τὴν ὑποταγὴν πρὸς τὸν Σουλτάνον, ὥστε ἅπαντες οἱ ἐπαρχιῶται ἠγάπων τὸν περὶ οὗ λόγος Ὀθωμανὸν, ὅν περ ἀπεκάλουν εὐεργέτην τῆς χώρας των καὶ τῆς κεφαλῆς των.— Οἱ κάτοικοι λοιπὸν, μαθόντες τὸ τραγικὸν τοῦτο συμβὰν, κατελήφθησαν ὑπὸ πανικοῦ φόβου, καθότι πρώτην ἤδη φορὰν συμβαίνει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ τοιοῦτον φρικαλέον κακούργημα· μεγάλαι δὲ ὑποψίαι ἠγέρθησαν κατὰ τῶν πρώην λῃστῶν, οἵτινες μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλίας ἀφέθησαν ἐλεύθεροι, περιφερόμενοι ἔνθεν κἀκεῖθεν μὲ σχῆμα προβάτου· «ἀλλὰ φύσιν πονηρὰν μεταβαλλεῖν οὐ ῥᾴδιον,» καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, καθόσον, ὡς ἡ χοιροειδὴς κατάστασις δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς τὴν φυσικὴν κατάστασιν τῶν προβάτων, οὕτω καὶ οἱ ζήσαντες καὶ γηράσαντες εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον δὲν δύνανται νὰ ἀπομάθωσι τὰς παλαιάς των ἕξεις, καὶ νὰ γίνωσι χρηστοὶ πολῖται καὶ ζήσωσιν εἰρηνικὸν βίον, καὶ σεβασθῶσι τὰ δίκαια τοῦ ἀγαθοῦ πολίτου. Γενομένης τῆς τοιαύτης μεγίστης δολοφονίας ἐπὶ ἑπτὰ προσώπων τῆς οἰκογενείας Δερβὶς ἐφέντη, ἐπελήφθη ἡ ἀνάκρισις νωθρῶς πως, καὶ οὐχὶ δραστηρίως καὶ νωλεμέως, ὡς ἐμπρέπει εἰς τοιαῦτα μεγάλα ἐγκλήματα, καὶ οὕτω δικαίως ὅλος ὁ ἐκεῖ κόσμος παραπονεῖται, καὶ ἐνετάλην νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς Λαρίσσης ὅπως δραστηρίως καὶ διηνεκῶς ἐνεργήσωσι τὰς δεούσας ἀνακρίσεις πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν ἐνόχων τοῦ κακουργήματος τούτου, καὶ, ἂν ἦναι δυνατὸν, τρεῖς ἀνακριταὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἀνακρίσεως.—Τὸ ἔγκλημα τοῦτο, γενόμενον εἰς τὸν ἀγαθὸν τοῦτον Ὀθωμανὸν, μείναντα εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, προστρίβει μέγαν μῶμον ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἀγυιᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλον τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς τοὺς μισέλληνας νὰ μᾶς κατηγορῶσιν ὡς ἀναξίους πάσης ἐλευθερίας καὶ ἀνικάνους τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ νὰ μᾶς ὁμοιάζουν μὲ τοὺς Σλάβους φερθέντας πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς μὲ τὴν μεγαλειτέραν ὠμότητα καὶ ἀπανθρωπίαν, καὶ νὰ μᾶς νομίζουν, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τὸν ἔχοντα δίκαιον. Ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως νὰ προβῇ ἡ δικαιοσύνη τελεσφόρως μὲ ταχύτητα καὶ μὲ ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν, διὰ νὰ φιμώσωμεν τὰ κακὰ στόματα τῶν μισελλήνων, οἵτινες ἐκ τῆς φρικαλέας ταύτης πράξεως εὐχερῶς θὰ λάβωσι τὸ ἐνδόσιμον τοῦ νὰ ὀνειδίζεται ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀναξία πάσης ἐλευθερίας καὶ συνταγματικῆς διοικήσεως, ἐνῷ ἐλπίζομεν καὶ καυχώμεθα, ὅτι ὄχι μόνον νὰ διοικήσωμεν ἐλευθέρως τὴν μικρὰν ταύτην λωρίδα Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου δυνάμεθα, ἀλλὰ καὶ πέραν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ μεγάλως τὴν προσοχήν του εἰς τοὺς ἀνακριτικοὺς ὑπαλλήλους τῆς Λαρίσσης, ὅπως ἐπισπεύσωσι νομίμως καὶ ἀνεύρωσι τοὺς δράστας τοῦ φρικαλέου τούτου ἐγκλήματος τῆς δολοφονίας καὶ λῃστεύσεως τῆς περιουσίας ὁλοκλήρου φιλησύχου οἰκογενείας ὀθωμανικῆς· διότι διὰ τῆς ἀνακαλύψεως τῶν κακούργων καὶ τῆς ταχείας τιμωρίας αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ τόπος τῆς Ἑλλάδος εὐνομεῖται, ὡς λέγει ὁ σοφὸς Βίας, εἷς τῶν ἑπτὰ σοφῶν τῆς Ἑλλάδος: «Εὐνομίης ἴδμονα θῆκε πόλιν» τουτέστι διὰ τῆς εὐνομίας ἡ πόλις καθίσταται εὐδαίμων. Ἄν θέλετε, πράξατε τὸ καθ’ ἑαυτοὺς, κύριοι ὑπουργοὶ, πρὸς δόξαν τῆς πατρίδος ἡμῶν, καὶ πέπεισμαι, ὅτι θέλετε ἐνεργήσει τὰ δέοντα. Ἤδη δὲ ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα, λίαν σπουδαῖον. Γνωρίζετε βεβαίως τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς, καὶ τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἅπασα ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν κρεάτων. Ποῦ ἠκούσθη ἅπασα ἡ πόλις νὰ παραδοθῇ εἰς τὰς χεῖρας τινῶν σφαγέων, οἵτινες μὲ ἄκραν ἀσυνειδησίαν καὶ ἀπληστίαν ἀπεφάσισαν νὰ ἀπογυμνώσουν ὅλους τοὺς πολίτας πάσης τάξεως; Καὶ τοιουτοτρόπως πωλοῦσι τὴν ὀκὰν τοῦ κρέατος πρὸς 4–5 δραχμὰς, ὥστε εἷς οἰκογενειάρχης, διὰ νὰ ἀγοράσῃ δύο ὀκάδας κρέατος, πρέπει νὰ πωλήσῃ τὸ ἔνδυμά του (τὸ σουρτοῦκόν του) ὥστε ὁ κόσμος βλέπει τὸ κρέας καὶ χλημετρᾷ, ὡς ὁ ἵππος, στερούμενος πολλῶν ἡμερῶν τροφῆς. Καὶ τί κρέας ἆρά γε πωλεῖται; κακίστης ποιότητος! καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τις ὀδόντας σιδηροῦς, ἤ τινος λέοντος. Οἱ σφαγεῖς ἔμειναν ἄνευ ἐπιτηρήσεως ἀστυνομικῆς καὶ ἄνευ διατιμήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως ἐκ συμπαιγνίας ὕψωσαν τὰς τιμὰς τοῦ κρέατος ὑπερβολικὰ, προφασιζόμενοι, ὅτι στεροῦνται κτηνῶν πρὸς σφαγήν. Τώρα ἐνόησα τὴν πολιορκίαν τῆς Γαλλίας· ἀλλ’ ἐκεῖ οἱ Γάλλοι κατ’ ἔθιμον ἐσθίουν ποντικοὺς καὶ σκύλους, ἀλλ’ ἡμεῖς στερούμεθα καὶ αὐτῶν τῶν ἀκαθάρτων ζώων ἐν τῇ πρωτευούσῃ, εἰς ἣν ζῶμεν. Ἐνόμισα λοιπὸν καθῆκόν μου νὰ κάμω λόγον ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου, διότι πολλαὶ οἰκογένειαι, καί τοι ἔχουσαι περιουσίαν, ἀπεφάσισαν νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὸν τόπον τοῦτον, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὀδυνηρότερος καὶ τοῦ τόπου αὐτῶν τῶν Παρισίων τῆς Γαλλίας καὶ τῆς λοιπῆς ἑσπερίας Εὐρώπης, καὶ προτιμοῦν τὴν ἀποδημίαν των ἑκουσίως ἐκ τῆς πρωτευούσης, ἀφίνοντες τὸν ὡραῖον ὁρίζοντα καὶ τὸ εὔκρατον κλίμα τῶν Ἀθηνῶν, ἕνεκα τῆς μὴ δεούσης τροφῆς· καὶ τὸ περιστατικὸν τοῦτο εἶναι σπουδαῖον καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὰς Ἀθήνας, τοῦ νὰ ἀραιοῦται ὁ πληθυσμὸς ἕνεκα ἀβελτηρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀνοχῆς τῆς Ἀστυνομίας, καὶ νὰ ἐκλείπῃ τὸ ὑψηλὸν τοῦτο ἐνδιαίτημα τῆς ζωῆς ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς Ἑλλάδος, ὅπερ ἀποδεικνύει ὀπισθοδρόμησιν τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅθεν, ἐπειδὴ οἱ σφαγεῖς διϊσχυρίζονται, ὅτι ἔχουσιν ἔλλειψιν βοῶν, ὑποβάλλω ὑμῖν, κύριοι βουλευταὶ, τὸ ἑξῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ τὸ ψηφίσητε, πρὸς θεραπείαν τοῦ κακοῦ, καὶ σώσωμεν τὴν πόλιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν αἰσχρῶν καὶ ἀπλήστων κερδοσκόπων σφαγέων, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Καταργεῖται πᾶς ἐνυπάρχων δασμὸς τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσακτέων πρὸς σφαγὴν κτηνῶν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἰδίως ἐκτὸς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς». Προχθὲς ἐπῆγα εἰς τὴν ἀγορὰν, ὅπως ἀγοράσω βοδινὸν κρέας, καὶ μοὶ ἐζήτησαν δραχ. 3½ τὴν ὀκὰν, καὶ δύο ὄρνιθας δρ. 13, καὶ διὰ νὰ μασσήσῃ τις τὸ βόειον κρέας, πρέπει, ὡς εἶπον, νὰ ἔχῃ σιδηροῦς ὀδόντας. (Ἱλαρότης.) Μὴ γελᾶτε, κύριε Κουμουνδοῦρε, πρέπει νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα, καθόσον ταῦτα πάντα προέρχονται ἐκ τῆς ὑμετέρας Κυβερνήσεως· καὶ εἶναι τῆς πρωτίστης ἀνάγκης νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, ἄλλως ὁ κόσμος ἀπόλλυται.
§3ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὑποβάλλει δι’ ἐμοῦ ὡς εἰσηγητοῦ τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας μετὰ διαφωνίας τινὸς τῆς μειονοψηφίας.
§4ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως εὐαρεστηθῆτε νὰ μοὶ ἐξηγήσητε μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐννοῶ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοι ἐξηγήσῃ τὴν λέξιν Προεδρεῖον· ἡ λέξις αὕτη μόνον τὸν πρόεδρον ἀφορᾷ, ἢ τὰ μέλη ὅλα, καὶ τοὺς ἀντιπροέδρους δηλ. καὶ τοὺς γραμματεῖς;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλα τὰ μέλη, πρόεδρον, ἀντιπροέδρους καὶ γραμματεῖς.
§6ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Βέβαια.
§7ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει: «τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς διορίζει καὶ παύει.» Ὁ κ. Πρόεδρος, χωρὶς κἂν νὰ σκεφθῇ, ὅτι πρέπει νὰ προσκαλέσῃ τὸ Προεδρεῖον νὰ συσκεφθῇ, προέβη εἰς παύσεις· καὶ δὲν ἀρκεῖ, ὅτι διώρισεν ὑπαλλήλους, ἀλλὰ διέταξε καὶ συναγωνισμὸν διὰ τὴν θέσιν τῶν ἀντιγραφέων. Κατόπιν σᾶς λέγω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον κατηρτίσθη τὴν 1 Μαρτίου, σήμερον δὲ ἔχομεν 8, καὶ ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ὀφείλει ὁ κ. Πρόεδρος νὰ προβῇ εἰς παύσεις, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ προσκαλέσῃ τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον καὶ μετ’ αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσῃ. Τί με εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος; «Ἕνεκα ἁβροφροσύνης σᾶς ἐπροσκάλεσα, ἄλλως δὲν ἤθελα σᾶς προσκαλέσει.» Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου προσβεβλημένον, καὶ κατὰ συνέπειαν παραιτοῦμαι τῆς θέσεως τοῦ γραμματέως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἅμα ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου εἶπον, ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, οἱ ἀντιγραφεῖς πρέπει νὰ ἦναι 6, καὶ εὗρον 16· εἰς τοὺς κλητῆρας ἐπίσης, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι 14, εὗρον 28. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ κάμω συναγωνισμὸν διὰ τοὺς ἀντιγραφεῖς, διὰ νὰ μὴν ἔχω τὴν δυσκολίαν νὰ παύσω τὸν ἕνα καὶ νὰ διορίσω τὸν ἄλλον· καὶ ἐκ τοῦ γραφείου δὲ μοι ἔλεγον, ὅτι οἱ πλεῖστοι αὐτῶν ἦσαν ἀνίκανοι.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλὰ ἐκάματε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισα λοιπὸν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἤθελα δικαιώσει καὶ τὸ καθῆκόν μου ἤθελον ἐκπληρώσει καλλίτερον παρὰ αὐθαιρέτως ν’ ἀφήσω τὸν ἕνα καὶ νὰ παύσω τὸν ἄλλον. Κανεὶς ἐκ τοῦ Προεδρείου δὲν ἔκαμε καμμίαν παρατήρησιν· μόνον ὁ κ. Μάνδαλος προσεβλήθη, νομίσας, ὅτι ἦτο σπουδαῖος λόγος, ὅτι τῷ ἀφῄρεσα τὰ δικαιώματά του. Προσεκάλεσα τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ συσκεφθῶμεν. Προσῆλθον σήμερον πάντες, καὶ τὸν κ. Μάνδαλον τὸν παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ. Τί ἠδύνατο ὁ Πρόεδρος νὰ κάμῃ; Ἀφοῦ συνεσκέφθην μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων, προέβημεν εἰς τοὺς διορισμοὺς τοὺς ἀπαιτουμένους, διὰ νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ ποῖον Προεδρεῖον εἶχον διορισθῆ αὐτοὶ οἱ 16 καὶ 28;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τὸ προσωρινὸν Προεδρεῖον βέβαια.
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Μεταξὺ τίνων ἔγεινεν ὁ διαγωνισμός; ἐρωτῶ, καὶ ἂν διετηρήθη· ποῖοι ἦσαν οἱ διαγωνισθέντες, καὶ ποῖα προσόντα εἶχον;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθογραφίαν, ταχυγραφίαν καὶ καλλιγραφίαν. Παρουσιάσθησαν 50, καὶ ἐξ αὐτῶν ἐξελέχθησαν 6.
§16ΜΑΝΔΑΛΟΣ. Δὲν ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον ἂν ἔκαμε καλὰ ἢ ὄχι διὰ τὸν συναγωνισμὸν, ἀλλ’ ἐὰν ἔκαμε καλὰ νὰ διατάξῃ τὸν συναγωνισμὸν αὐτὸς μόνος του.
§17ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρό τινων ἐτῶν, κύριοι, ἐπεψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία ἀνετέθη εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἅπαντες γνωρίζετε, καὶ ὅταν ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ἐκεῖνος πάντες ἐπίστευσαν, ὅτι ἤθελε παραγάγει εὐάρεστα ἀποτελέσματα ὑπέρ τε τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του ὁ μνησθεὶς νόμος ἐντελῶς ἀπέτυχε, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν. Ἐκ τῶν πληροφοριῶν δὲ, τὰς ὁποίας ἔχω συλλέξει ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἣν ἀντιπροσωπεύω, ὡς καὶ ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν, πρὸ πολλοῦ καὶ ἐσχάτως ἠγέρθησαν πλεῖστα παράπονα κατὰ τῶν χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἐντεταλμένοι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ὁποίας, ὡς προεῖπον, ἠγέρθησαν πλεῖστα παράπονα καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος καὶ πρὸ πάντων ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς δὲ νομίζω, ἡ τότε Κυβέρνησις ἀφῄρεσεν ἀπ’ αὐτῶν πᾶσαν ὑπηρεσίαν, ἀναθεῖσα ταύτην εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν. Εἶπον δὲ προηγουμένως, ὅτι ὁ νόμος ἐναυάγησε κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του, διότι οἱ χωροφύλακες, οἱ οὕτως ἐντεταλμένοι, ἀντὶ νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, νομίζοντες, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι δημιουργημέναι πρὸς ἴδιον ὄφελος καὶ χρηματισμὸν, περιεφέροντο καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ περιφέρωνται καθ’ ἅπαντα τὰ χωρία τοῦ Κράτους καὶ ζητοῦσι παρὰ τῶν γεωργῶν, παρὰ τῶν κτηνοτρόφων καὶ παρὰ τῶν ἐπιτηδευματιῶν χρήματα, ἀπειλοῦντες αὐτοὺς, ὅτι ἐν ἀρνήσει θέλουσι τοὺς καταγγείλει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι δῆθεν παραβαίνοντες τὸν περὶ δασονομίας νόμον τοῦ 1836, κόπτουσι καυσόξυλα ἐκ δένδρων χρησίμων, καὶ οὕτω καταστρέφουσι τὰ δάση· ἐπὶ τῇ προφάσει δὲ ταύτῃ καθ’ ἑκάστην φέρουσιν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ τὰς φυλακὰς τοὺς δυστυχεῖς τούτους φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοί εἰσιν ἡ κυριωτέρα δύναμις τοῦ ἔθνους, τοὺς καταγγέλλουσι δὲ στηριζόμενοι, ὡς προεῖπον, εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ὁ θέλων πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν νὰ κόψῃ καυσόξυλα δὲν δύναται εἰμὴ νὰ κόψῃ ξηρὰ καὶ περιττά. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωσι δένδρα ξηρὰ καὶ περιττὰ, καὶ ἑπομένως ὑποκύπτουσιν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ κόπτωσι καυσόξυλα ἐκ δένδρων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκουσι προχείρως· τοῦτο δὲ βλέποντες οἱ χωροφύλακες, ἀμέσως καταγγέλλουσιν αὐτούς. Ἡ ἐπαρχία μου, κύριοι βουλευταὶ, εἶναι ἀνάστατος ἕνεκα τῆς διαγωγῆς ταύτης τῶν χωροφυλάκων.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι. Δὲν ὑπάρχει ἐπαρχία, ἡ ὁποία νὰ μὴν ὑποφέρῃ.
§19ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Οἱ χωροφύλακες οὗτοι ἀπέκτησαν περιουσίας, ἐνῷ ἦσαν πτωχότατοι, καὶ τὰς ἀπέκτησαν διὰ τῆς βίας καὶ τῆς ἁρπαγῆς. Τὸ δὲ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ἀρθῇ τὸ κακὸν τοῦτο, νομίζω, ὅτι εἶναι νὰ ψηφισθῇ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῆς χωροφυλακῆς πᾶσα τοιαύτη ἐξουσία, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ λαὸς στενάζει, ἡ δὲ κατάστασίς του εἶναι ἀφόρητος καὶ δέον νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν ὑμῶν τε καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Διὸ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος.
§21ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ἰδοὺ τὸ μέσον· νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐπιτραπῇ εἰς πάντα Ἕλληνα, ἔχοντα ἀνάγκην, νὰ κόπτῃ ἐλευθέρως τὰ πρὸς ἰδίαν του χρῆσιν καυσόξυλα.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Τότε ἐτελείωσαν τὰ δάση.
§23ΒΑΛΒΗΣ. Ὅλοι γνωρίζομεν τίνι τρόπῳ καὶ διὰ τίνα λόγον οἱ χωροφύλακες πολλάκις φέρουσιν εἰς τὸ ποινικὸν δικαστήριον τόσους συνωδευμένους· διότι δὲν ὑπάρχει διάκρισις τῶν εἰδῶν, τῶν ὁποίων ἐπιτρέπεται ἡ ξύλευσις.
§24ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀνθρακοποιοὺς νὰ κόπτουν δάση; Ἐπιτρέπεται βεβαίως.
§25ΤΙΝΕΣ. Εἶναι κατάχρησις.
§26ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οὗτοι λαμβάνουσιν ἄδειαν καὶ καταστρέφουσι δάση ὁλόκληρα· ἑπομένως καὶ εἰς τοὺς γεωργοὺς, καὶ εἰς τοὺς ποιμένας καὶ εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπολύτως, εἴτε μετὰ προηγουμένην ἄδειαν, εἴτε καὶ ἐπὶ πληρωμῇ μετρίου τινὸς φόρου, διότι εἶναι ἄδικον νὰ τρέχωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ σύρωνται εἰς τὰς φυλακὰς· τὰ δὲ δάση δὲν καταστρέφονται ἐκ τούτων, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τῶν ἀνθρακέων καὶ ἐμπρηστῶν.
§27ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ......
§28ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συστηθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐξ εἰδημόνων καὶ ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰδικῶς τὴν δασονομίαν, ὅπως συντάξῃ κατάλληλον νομοσχέδιον.
§29ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά· ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ.
§30ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ πρόκειται νὰ ὑποδείξω τὴν γνώμην μου περὶ διατάξεως ἐνδιαφερούσης ἐν γένει τὸν λαόν. Ἀφοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀνθρακοποιοὺς, πρὸς κατασκευὴν ἀνθράκων, νὰ καταστρέφωσι δάση ὁλόκληρα, δίκαιον εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν λαὸν νὰ κόπτῃ τὰ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἀναγκαῖα καυσόξυλα.
§31ΤΙΝΕΣ. Κακά.
§32ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει νόμος, κύριοι, ἐπιτρέπων εἰς τοὺς ἀνθρακοποιοὺς νὰ κόπτωσι δάση, ἀφοῦ λάβωσιν ἄδειαν καὶ πληρώσωσι φόρον τινὰ, πρὸς κατασκευὴν ἀνθράκων, μὴ ἐπιτρέπων ὅμως εἰς τοὺς φορολογουμένους γεωργοὺς κλπ. νὰ κόπτωσι καυσόξυλα διὰ τὴν ἰδίαν των χρῆσιν ἐξ ἄλλων δένδρων εἰμὴ ἐξ ἀχρήστων καὶ ξηρῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, περιέχον διάταξιν, τροποποιοῦσαν τὸν νόμον κατὰ τοῦτο, καὶ ἐπιτρέπουσαν εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας νὰ κόπτωσιν ἐλευθέρως τὰ πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν καυσόξυλα, ἄλλως τε καὶ ἐπὶ πληρωμῇ μετρίου τινὸς φόρου.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§34ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐδόθη ἀφορμὴ περὶ δασῶν, θὰ εἴπω λέξεις τινάς. Ἡ φύλαξις τῶν δασῶν εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Ὅταν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν....
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν εἶναι συζήτησις σήμερον περὶ δασῶν.
§36ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ· θὰ καταντήσω εἰς ἐπερώτησιν· ἀπορῶ διατί δὲν μὲ ἀφίνετε νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§37ΤΙΝΕΣ. Διότι ἀρχίζετε συζήτησιν.
§38ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ὄχι· δύω λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Σᾶς εἶπα, ὅτι ἡ φύλαξις τῶν δασῶν ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν καὶ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας κατέγεινα νὰ κάμω νομοσχέδιον περὶ τοῦ τρόπου τῆς φυλάξεως τῶν δασῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἕτοιμον καὶ τυπωμένον· θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον κ. ὑπουργὸν νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν συμφωνῇ καὶ δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ τροποποιήσεις, νὰ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητηθῇ, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὸ πρᾶγμα.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως.
§41ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐπιφυλασσόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνακινηθῇ καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνακινηθῇ, διότι περὶ αὐτὸ πρωτίστως περιστρέφεται ἡ ἐντολὴ ἡμῶν, καθόσον ἡ μὲν πρώην Κυβέρνησις διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ ἐποιήσατο ἔκκλησιν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν, ἡμεῖς δὲ ἤλθομεν ἐνταῦθα μὲ ἰδέας σαφεῖς καὶ ὡρισμένας, ἐπιφυλασσόμενος, λέγω, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην νὰ ἐκθέσω καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα θεωρῶ τὴν ὑπὸ συζήτησιν σύμβασιν ὡς μὴ συνάδουσαν πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὡς ἀντεθνικὴν, ὡς παραβιάζουσαν οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, ἰδίως τὰς διατάξεις 32 καὶ 33 τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς ἐξευτελίσασαν τὸν Ἑλληνισμόν, θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης καὶ πρὶν ἢ ψηφισθῇ νὰ ὑψώσω φωνὴν διαμαρτυρήσεως, καὶ νὰ παρακαλέσω νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Βουλή, καταπνίγουσα τὰ αἰσθήματα τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τοὺς εὐγενεῖς παλμοὺς τῆς καρδίας αὐτῆς, ὑφ’ ὧν κατέχεται, ὑποκύπτει εἰς τὰ τετελεσμένα γεγονότα, ἐπιφυλασσομένη νὰ ἐρωτήσῃ ταχέως τοὺς ἐργάτας τῆς συνθήκης ταύτης πῶς οὑτωσὶ διεχειρίσθησαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκροατηρίων)
§42ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως ἔχει μόνην πρόθεσιν τὴν διατήρησιν τῆς τουρκικῆς δυναστείας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, ἰδίως ἐν τῇ βʹ παραγράφῳ αὐτοῦ, ἐχούσῃ ὡς ἑξῆς: «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ, ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν· οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον.» Αἱ σχέσεις οὗται τῶν ἰδιοκτητῶν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς εἶναι τὸ τιμαριωτικὸν σύστημα. Οἱ ἄθλιοι χωρικοὶ εἶναι εἵλωτες, πενέστατοι, ἀροτριῶντα κτήνη. Παρακαλῶ τοὺς ἐκ Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου βουλευτὰς νὰ μᾶς πληροφορήσωσιν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται αἱ ἐπαρχίαι των ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι ἐντόνως κατὰ τῆς διατηρήσεως τοῦ τιμαριωτικοῦ συστήματος τῶν τσιφλικίων, καὶ θέλω διαμαρτύρεσθαι πάντοτε κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἐφ’ ὅσον δὲν προνοεῖ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία περὶ καταργήσεως αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ διατελῶ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ λοιπὸν Βασίλειον δὲν ἔχει ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ἐνόσῳ δὲν δυνηθῇ νὰ πλάσῃ τοιοῦτον, ἢ νὰ κατασκευάσῃ νόμον, ἡ Ἑλλὰς εἶναι δεσμευμένη καὶ δὲν δύναται ν’ ἀπολαύσῃ.
§44ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀπεναντίας, κ. Δραγούμη, πλανᾶσθε. Τὸ λοιπὸν Βασίλειον ἔσχε καὶ ἔχει ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ἐν τῇ ἐμῇ ἐπαρχίᾳ, τῇ Ἀττικῇ, καὶ ἐν Φθιώτιδι καὶ ἐν Εὐβοίᾳ. Ἡ κατάστασις τῶν ἐν τοῖς τσιφλικίοις χωρικῶν εἶναι ἀφόρητος, πρέπει νὰ βελτιωθῇ· ἄλλως, ἀλλοίμονον. Τὸ μέλλον εἶναι πλῆρες κινδύνων. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς ἐκθέσῃ ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§45ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς, κύριοι, νὰ σᾶς καταδείξω τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῶν χωρικῶν τῆς Θεσσαλίας. Ἓν μόνον σᾶς λέγω, ὅτι, ἐνῷ ἡ συνθήκη διενεργεῖ τὴν πολιτικὴν χειραφέτησιν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, τὸ ἄρθρον αὐτὸ διαιωνίζει τὴν κοινωνικὴν αὐτοῦ ὑποδούλωσιν. Ὅταν μετὰ ταῦτα ἐν καιρῷ εὐθέτῳ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, θέλει ἀναγκασθῆ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον ἀντιστρατευόμενον πρὸς τὸ ἄρθρον. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἁρπαγῆς ξένης περιουσίας, πρόκειται μόνον νὰ ἐξευρεθῇ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐνῷ δὲν θὰ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν κυρίων, νὰ κατορθωθῇ, ὅπως οἱ χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας ἀποκτήσουν τεμάχιον γῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ πήξουν τὴν καλύβην των, καὶ τάφον, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ταφοῦν, ὅταν ἀποθάνουν.
§46ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλω μόνον νὰ διορθώσω φράσιν, ἥτις ἐλέχθη, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ καθιερώνει τι ἐξαιρετικὸν καὶ καταπιεστικὸν διὰ τοὺς χωρικοὺς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Ὅπως ὑπάρχουν ἐδῶ χωρία ὁλόκληρα ἰδιόκτητα, οὕτω καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν τοιαῦται ἰδιοκτησίαι. Τὸ νὰ λέγουν, ὅτι πρόκειται περὶ εἱλώτων καὶ καταπιέσεως, εἶναι φράσεις ἁπλαῖ, ἄνευ σημασίας. Ἐὰν τὸ ἔθνος νομίζῃ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ ἰδιοκτησία εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς κατοικοῦντας ἐν τοῖς κτήμασι τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου, ὅπως καὶ ἐν Ἑλλάδι, βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδεὶς ἰδιοκτήτης τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου θέλει ἀρνηθῆ τὴν ὑποστήριξίν του. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως μιᾶς μερίδος τοῦ ἔθνους μέχρι τοῦ ἀπερισκέπτου ζητήματος τῆς ἁρπαγῆς καὶ τῆς ἀδικίας, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζουσί τινες, ὑπάρχει μεγάλη διάστασις.
§47ΠΑΧΥΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἰδιοκτησίας, διότι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι φόρος ἐπιβεβλημένος ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ὁ ὁποῖος θὰ συζητηθῇ ἐδῶ.
§48ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι, οὔτε ῥήτωρ εἶμαι, οὔτε εὐφράδειαν λόγου ἔχω, ἀλλὰ ζητῶ συγγνώμην νὰ παραστήσω τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος μου. Τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως καταδικάζει τοὺς κατοίκους εἰς αἰωνίαν δουλείαν, καὶ οἱ κάτοικοι ἤδη ἀπελπίζονται, διότι ἐν τῇ συνθήκῃ περιέχεται ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δεσμεύει τὰ πάντα καὶ ἀποκτηνώνει τοὺς κατοίκους. Ἐκτὸς τῶν πόλεων καί τινων χωρίων, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι τιμάρια, ἢ τσιφλίκια, κατακτηθέντα κατὰ καιρούς. Ταῦτα δὲ ἀνάγονται εἰς τὰς ἑξῆς κατηγορίας· αʹ) εἰς χωρία κατακτηθέντα ὑπὸ τοῦ πρώτου κατακτητοῦ τῆς χώρας μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ· βʹ) κτήματα κατακτηθέντα ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ καὶ τῶν ὀπαδῶν του· γʹ) κτήματα ἁρπαγέντα ἀπὸ τοὺς κατὰ καιροὺς καὶ τόπους ἰσχυροὺς βέηδας· δʹ) κτήματα, ἅτινα κατεκτήθησαν ὑπὸ τῶν Σπαχίδων. Καὶ περὶ μὲν τῶν πρώτων ἡ ἐκ παραδόσεως ἱστορία δὲν δεικνύει τὴν ἀρχὴν καὶ αἰτίαν· περὶ δὲ τῶν δευτέρων εὑρίσκονται καὶ σήμερον γέροντες, οἵτινες, ζῶντες ἐπὶ Ἀλῆ πασσᾶ, εἶδον καὶ ὡς αὐτόπται διηγοῦνται τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα, ἅτινα μετεχειρίζετο ὁ ἀπεινὴς Ἀλῆ πασσᾶς, πρὸς ἄγραν τῶν ἀθώων κατοίκων. Ὁ ἐν ἀνθρωπίνῃ μορφῇ καταχθόνιος οὗτος δαίμων, ὁτὲ μὲν θωπεύων, ὁτὲ δὲ ἀπειλῶν τοὺς ἀθώους κατοίκους, τὸ πλεῖστον δὲ ἀπαγχονίζων καὶ διὰ δηλητηρίου προπέμπων εἰς τὸν ᾅδην τοὺς προκρίτους, ἠνάγκαζε τοὺς λοιποὺς νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν διάκρισιν αὐτοῦ καὶ αὐθαιρεσίαν. Οὕτω τὰ πλεῖστα τῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας ἐγένοντο τιμάρια τοῦ ἀγρίου τυράννου. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα οἱ κάτοικοι ἔχαιρον τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, ἀμπέλων καὶ κήπων των, καὶ διέθετον τοὐλάχιστον αὐτὰ κατὰ βούλησιν, λ. χ. ἔδιδον προῖκα εἰς ἀδελφὰς καὶ θυγατέρας κλπ. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου τὰ κτήματα ταῦτα, καταληφθέντα μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Τουρκίας, ἐδωρήθησαν ἢ ἐπωλήθησαν εἰς τρίτους, οὗτοι ἐμέτρησαν τὴν χώραν ἅπασαν καὶ ἰδιοποιήθησαν αὐτὴν, καὶ οὐ μόνον οἰκίας, κήπους καὶ ἀμπέλους, ἀλλ’ οὔτε σπιθαμὴν γῆς ἄφησαν εἰς τοὺς κατοίκους, πρὸς ταφὴν τῶν νεκρῶν των. Κύριοι βουλευταί, τὴν δουλείαν ταύτην ἔφερον ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον ἀγογγύστως, ἀλλ’ ἤλπιζον μίαν ἡμέραν, ἔστω διὰ θυσιῶν καὶ δι’ αἵματος, τὴν σωτηρίαν των, ἤλπιζον σὺν τῇ ἀτομικῇ ἐλευθερίᾳ ν’ ἀνακτήσωσι τὴν βίᾳ καὶ δυναστείᾳ ἀφαιρεθεῖσαν ἰδιοκτησίαν των, καὶ ὅμως τὸ 4 ἄρθρον ἀφαιρεῖ αὐτοῖς πᾶσαν γλυκεῖαν ἐλπίδα, καὶ φέρει αὐτοὺς εἰς ἀπόγνωσιν. Τὸ 4 ἄρθρον, κύριοι, ἀφαιρεῖ πᾶσαν διαμφισβήτησιν καὶ ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων καὶ ἀπαιτήσεων αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου. Ἐν τῷ μέλλοντι τὸ 4 ἄρθρον τῆς συνθήκης δεσμεύει καὶ Κυβέρνησιν καὶ δικαιοσύνην, μὴ δυναμένας νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἀδικουμένων, καὶ ἐπικυροῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε κατόχους, δικαίως ἢ ἀδίκως ἀναδειχθέντας τοιούτους, καὶ καταδικάζει τοὺς κατοίκους εἰς ἀκτημοσύνην καὶ αἰωνίαν δουλείαν. Τὰ δὲ κτήματα, τὰ ἁρπαγέντα ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους ἰσχυρῶν βέϊδων, κατεκτήθησαν ἐπίσης βίᾳ καὶ δυναστείᾳ· ἀρκεῖ νὰ ἤρεσκεν εἰς τὸν ἰσχυρὸν βέην κτῆμά τι, ἢ πρόσωπον, ἢ κτῆνος ῥαγιᾶ τινος (χριστιανοῦ σκλάβου) καὶ ἀμέσως τῷ ἐμήνυε νὰ τῷ παραδώσῃ αὐτοθελήτως, ἄλλως τῷ ἐτύλισσε μολύβδινον βολὴν, δεικνύων τίνι τρόπῳ θὰ τὸν πειθαναγκάσῃ νὰ τῷ παραδώσῃ. Τὰ δὲ ὑπὸ τῶν Σπαχίδων κατακτηθέντα ἐγένοντο οὕτω: Ὑπῆρχε σῶμα ὁπλιτῶν ἱππέων, καλούμενον Σπαχίδες. Τὸ σῶμα τοῦτο ὑπηρέτει ἐν καιρῷ πολέμου τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ μισθοῦ ἢ δημοσίων ἐξόδων, ἐλάμβανε δὲ εἰς ἀντιμισθίαν τὴν δεκάτην ἑνὸς ἢ δύω χωρίων. Μετὰ δὲ τὴν κατάργησιν τοῦ σώματος τούτου καὶ τὴν ἀφαίρεσιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ λαμβάνειν τὴν δεκάτην, τὸ χωρίον ἢ χωρία, ἀφ’ ὧν πρότερον ἐλάμβανον τὴν δεκάτην, ἰδιοποιήθησαν ὡς ἰδιοκτησίαν των καὶ ἐλάμβανον πᾶν ὅ,τι ὁ ἰδιοκτήτης συνήθως λαμβάνει, ἐναντίον ἁπασῶν τῶν διαμαρτυρήσεων τῶν κατοίκων κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων, κύριοι, ὑπάρχουσι καὶ κτήματα ἱερὰ, καλούμενα βακούφικα. Ταῦτα ἀφῃρέθησαν αὐθαιρέτως ἀπὸ τῶν ἱερῶν μονῶν καὶ ἐκκλησιῶν τῶν χριστιανῶν κατοίκων Καὶ τὰ πρῶτα καὶ τὰ τελευταῖα, κύριοι, πηγάζουσιν ἐξ ἁρπαγῆς καὶ αὐθαιρεσίας τῶν σκληρῶν τυράννων. Ἐρωτώμενος, κύριοι, ὁποῖα καὶ πόσα εἰσὶ τὰ κτήματα ταῦτα, ἀπαντῶ καὶ πάλιν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν πόλεων καὶ εὐαρίθμων χωρίων, ἀντιστάντων καρτερικῶς εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ἁρπαγῶν, ἅπαντα τὰ λοιπά εἰσι τιμάρια τῶν ἰσχυρῶν τούρκων ἢ χριστιανῶν, οἱ δὲ κάτοικοι αὐτῶν εἵλωτες καὶ δουλοπάροικοι. Τὰ κτήματα ταῦτα, ἢ ἐπωλήθησαν μετὰ ταῦτα ἢ ἐχαρίσθησαν, κακῶς ἐπωλήθησαν ἢ ἐχαρίσθησαν, διότι ὁ ἐπὶ κακῇ τῇ πίστει κάτοχος θεωρεῖται καὶ εἶναι δωρητὴς ἢ πωλητὴς ἐπὶ κακῇ τῇ πίστει. Πᾶσα λοιπὸν ἀγοραπωλησία τῶν τοιούτων κτημάτων εἶναι παράνομος καὶ δὴ ἄκυρος. Καὶ ταῦτα λέγων, κύριοι, δὲν θέλω ν’ ἀνατρέψω τὴν συνθήκην, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης των. Λοιπὸν, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ τοιοῦτον ἄρθρον, τότε χάνεται πᾶσα ἐλπὶς, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ τροπολογία τις.
§49ΤΙΝΕΣ. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.
§50ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ μάθωμεν τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει κατόπιν νὰ φέρῃ νόμον εἰδικόν.
§51ΡΑΔΙΝΟΣ. Οἱ κάτοικοι ἠδύναντο διὰ τῶν δικαστηρίων νὰ ζητήσουν τὰ δικαιώματά των, ἀλλ’ ὅταν ἡ δικαιοσύνη ἦναι δεσμευμένη...
§52ΠΑΧΥΣ. Τὸ δημόσιον δεσμεύεται, ὄχι οἱ ἰδιοκτῆται.
§53ΡΑΔΙΝΟΣ. Ἡ ἰδιοκτησία τῶν Ὀθωμανῶν καὶ ἄλλων ἰδιοκτητῶν θεωρεῖται ἀναπαλλοτρίωτος, ἐπειδὴ τὰ δικαστήρια ἐπηρεάζονται. Σήμερον εἶχον τηλεγράφημα ἀπὸ ἓν χωρίον τῆς ἐπαρχίας μου, ὅπου ὁ Σεΐκ ἐφέντης ζητεῖ ἐπιμόνως τὴν παῦσιν τοῦ εἰρηνοδίκου. Λοιπὸν ἀπέναντι τοιούτων ἰδιοκτητῶν, ἐχόντων μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, τί ἠμποροῦν νὰ κάμουν οἱ ἰδιοκτῆται;
§54ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ συζήτησις σήμερον οὐδένα ἔχει λόγον, διότι πρόκειται περὶ συνθήκης, ἣν ἢ θέλομεν ἀποδεχθῆ, ἢ θέλομεν ἀποῤῥίψει ἐν συνόλῳ. Ἀφοῦ δὲ, καθ’ ἃ φαίνεται, εἶναι διατεθειμένη ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῆται ἡ λεπτομέρεια· τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ πιστοποιήσωμεν ἐνταῦθα, ἐναντίον τῶν λεχθέντων ὑπό τινων, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως εἶναι διάταξις κοινὴ καὶ μὴ ἔχουσα ἐξαιρετικὴν σημασίαν. Ἡ διάταξις αὕτη προνοεῖ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δεθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς Ἑλλάδος, διότι λέγει «οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης κλπ.» Μέχρι τούτου ἔχομεν ἁπλῶς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον ἐξακολουθεῖ: «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ, ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν· οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον.» Καὶ ἐπειδὴ τὸ λοιπὸν Βασίλειον δὲν ἔχει ἀγροτικὸν ζήτημα, ἐνόσῳ δὲν δυνηθῇ νὰ πλάσῃ τοιοῦτον, διὰ νὰ κατασκευάσῃ νόμον, ἡ Ἑλλὰς εἶναι δεσμευμένη καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ λοιπὸν Βασίλειον ἔχει ἀγροτικὸν ζήτημα, διότι καὶ ἡ Ἀττικὴ καὶ ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Εὔβοια ἔχουν.
§56ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἦσθε ὀλίγον ὑπομονητικώτερος, ἠθέλετε ἀκούσει, ὅτι περὶ τοιούτου τινὸς θέλει γίνει λόγος. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει προηγούμενα, ἔχει τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου, ἐν ᾗ ὑπῆρχεν ἀγροτικὸν ζήτημα, ὁμοιότατον πρὸς τὸ ἐν Θεσσαλίᾳ, καίτοι ἴσως ὀλιγώτερον σπουδαῖον, ἡ δὲ συνθήκη μετὰ τῆς Ἀγγλίας οὐδένα ἔθεσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα περιορισμὸν περὶ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Σήμερον ὅμως ἐπροσπάθησαν νὰ δέσωσιν ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι εὐτυχῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ διασπάσωμεν τὸν δεσμὸν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἐν Ἑλλάδι κείμενα θέλουσι βοηθήσει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἵνα καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διαῤῥυθμίζον τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις ἐν Θεσσαλίᾳ.
§57ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρέπει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας τί ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§58ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον, κύριοι, φέρεται εἰς τὴν κύρωσίν μας γεγονὸς διεθνὲς, κατὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀντίῤῥησιν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ διὰ τῆς Κυβερνήσεώς μας, συναλλαχθείσης περὶ τούτου, ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις πρὸς τὰς μεσολαβησάσας ἓξ μεγάλας Δυνάμεις, καὶ ἡ ἀπόῤῥιψις ἄρθρων συνομολογηθέντων θέλει ἰσοδυναμεῖ πρὸς κήρυξιν πολέμου καθ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης. Τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν, ἤτοι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, οὐδαμῶς δύνανται νὰ συζητηθῶσι σήμερον πρὸς τροποποίησιν, διότι εἰς τοῦτο ἀντίκεινται διεθνεῖς λόγοι. Ἐὰν κακῶς ἐγένετο ἡ σύμβασις, ἐὰν δὲν ἐξεπληρώθησαν οἱ ἐθνικοὶ πόθοι, καθίσταται τοῦτο πλέον ζήτημα ἐσωτερικόν, ἀναγόμενον εἰς τὰς πρὸς τὸ ἔθνος σχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὑπεύθυνον ταύτης. Ὅταν ἐξετασθῇ τὸ ἐσωτερικὸν τοῦτο ζήτημα, τότε δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, καὶ τότε θέλουσι τεθῆ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουν ταύτην (τὴν πρώην, ἐννοεῖται) ὡς καὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ αὐτῆς. Σήμερον προκειμένης τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, προβαίνομεν ἀκαίρως εἰς τὴν συζήτησιν ζητημάτων ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπὶ ματαίῳ καταναλίσκομεν τὸν χρόνον. Δύνασθε νὰ κάμητε νῦν μίαν διαμαρτυρίαν ἐπιφυλακτικὴν κατὰ τοῦ διεθνοῦς τούτου γεγονότος, ὡς ἔπραξε πρὸ ὀλίγου ἀξιεπαίνως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Κοντογούρης, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε μὲ τὴν καρδίαν ἀλλ’ ἄλλο τι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ σήμερον. Ἠθέλησάν τινες νὰ παρενείρωσιν ἀκαίρως τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκθέσῃ τί διανοεῖται νὰ πράξῃ ἐπὶ τούτου. Ἐν ἄλλαις λέξεσι ζητοῦσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκφράσῃ γνώμην περὶ ἀντικειμένου σπουδαιοτάτου, τὸ ὁποῖον οὔτε ἠδύνατο ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ὁποῖον χρήζει μελέτης βαθείας. Ὁ βουλευτὴς Μεγάρων κ. Δραγούμης, εἰς ὑποστήριξιν γνώμης του, περιστρεφομένης περὶ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῶν νέων προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν, εἶπεν, ὅτι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου ἦτο τὸ αὐτό. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ἦτο πολὺ διάφορον, πρὸ τῆς λύσεώς του δὲ προηγήθησαν πολλὰ μεταξὺ ἐκμισθωτῶν καὶ ἰδιοκτητῶν. Ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου ἐγένετο τὸ 1863, ἐλύθη δὲ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα κατὰ τὸ 1868, ὅτε, ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διατελῶ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον μετὰ πολλὰς ἰδιαιτέρας πληροφορίας, συζητήσεις καὶ ἐνδελεχεῖς μελέτας, ἡ δὲ Βουλὴ τὸ ἀπεδέχθη. Εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ζητῇ τις ἀπό τινα πληροφορίας περὶ τῶν διανοημάτων του, ἀλλ’ εἶναι πολὺ δύσκολον, ἢ μᾶλλον ἀδύνατον, νὰ ἱκανοποιήσῃ τις τὴν ἐπιθυμίαν του ταύτην ἐξ ἀπροόπτου, ἀποφαινόμενος αὐθεντικῶς ἐπὶ δικαιωμάτων κεκτημένων, χωρὶς νὰ προμελετήσῃ ἐμβριθέστατα τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος. Ποτὲ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ὅθεν μάτην κατατρίβομεν τὸν καιρὸν διὰ τῆς συζητήσεως ἀκαίρων ζητημάτων, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν ἐκ προθέσεως ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὰ ἐπείγοντα οὐσιώδη ζητήματα, πρὸς βλάβην καιρίαν μεγάλων κοινῶν συμφερόντων. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνεκινήθη, ἐὰν δὲν καταναλισκώμεθα ἐπὶ ματαίῳ εἰς ἀκαίρους συζητήσεις, ἀλλὰ σπεύδωμεν εἰς τὴν περάτωσιν τῶν ὑπὸ συζήτησιν σπουδαιοτάτων ζητημάτων, συνδεομένων μὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§59ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν ἀνυπομονησίαν, ἡ ὁποία κατέχει τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ ἔργα αὑτῆς, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων τῆς παρούσης Συνόδου, καὶ ἴσως τὸ σπουδαιότερον πάντων, εἶναι ἡ ἐπικύρωσις τῆς συμβάσεως καὶ ἡ νομοθετικὴ ἀφομοίωσις τῶν νέων ἐπαρχιῶν· ἐὰν δὲ μετὰ τόσου ἐνδιαφέροντος καὶ μετὰ τόσης ὑπομονῆς ἠκολουθήσαμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων, καὶ ἰδίᾳ ἐπί τινων ἐκλογῶν, φρονῶ, ὅτι ἐπίσης πρέπει νὰ ἔχωμεν ὀλίγην ὑπομονὴν εἰς τὴν συζήτησιν συμβάσεως οὕτω σπουδαίας· δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγομεν πρὶν ἀνοίξωσιν αἱ πύλαι τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἤδη εἶναι ὁ καιρὸς νὰ λεχθῶσιν ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας· καὶ ἐὰν εἰς τὸ ἔργον τῶν ἐξελέγξεων ἐδαπανήθη χρόνος πολλῶν ἡμερῶν, ἂς δαπανηθῶσιν ἔτι ὀλίγαι ὧραι, ἵνα πᾶς ὁ βουλόμενος εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παρακαλῶ νὰ μοὶ δανείσητε ὀλίγην προσοχὴν, διὰ νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγας λέξεις, σήμερον μὲν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ἐν καιρῷ δὲ τῷ δέοντι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς νομοθετικῆς ἀφομοιώσεως. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι καὶ σύντομος, ὅσον τὸ ζήτημα τὸ ἐπιτρέπει, καὶ νὰ μὴ ἐξέλθω τοῦ ἐπασχολοῦντος ἡμᾶς θέματος. Συμφωνῶ, ὅτι ἡ ἔκρυθμος τῶν ἐπαρχιῶν κατάστασις δὲν ἐπιτρέπει εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ παρακωλύσωμεν τὴν πρόοδον τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως, ἐπιλαμβανόμενοι μακρᾶς συζητήσεως περὶ αὐτῆς ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, ἥτις πρέπει ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ Λόγου, ἐν καιρῷ δὲ τῷ δέοντι δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα ποινικὴ εὐθύνη τῶν κατὰ τὴν γνώμην μου παραβιασάντων τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται ὑπὸ τὴν νομοθετικὴν ἔποψιν εἰς τὴν σύμβασιν, φρονῶ, ὅτι πρέπει τώρα νὰ ἐξετασθῇ, διότι τώρα πρόκειται νὰ περιβληθῇ ἡ σύμβασις αὕτη νομοθετικὸν κῦρος. Ἡ συνθήκη, κύριοι, ἡ μεταξὺ δύο ἐθνῶν συναπτομένη, εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν μεταξὺ δύο ἰδιωτῶν συναπτομένην σύμβασιν· τὰ αὐτὰ στοιχεῖα, ὁ αὐτὸς σκοπός· ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐκεῖ μὲν ἰδιῶται συμβάλλονται, ἐνταῦθα δὲ ἔθνη· καὶ βεβαίως ἄλλο μὲν τὸ ἀντικείμενον τῶν ἰδιωτικῶν συμβάσεων, ἄλλο δὲ τὸ τῶν συνθηκῶν, διέπονται ὅμως ἀμφότεραι ὑπὸ κοινῶν κανόνων, εἷς τῶν ὁποίων εἶναι, ὅτι πρέπει πάντοτε νὰ ἐξετάζωνται τὰ προσόντα τῶν συμβαλλομένων μερῶν, εἴτε περὶ συνθηκῶν, εἴτε περὶ ἰδιωτικῶν συμβάσεων πρόκειται. Μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων προσόντων, sine qua non, εἶναι ἡ ἱκανότης τῶν διαπραγματευομένων τὴν συνθήκην· περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, καὶ ὅλοι οἱ συγγραφεῖς εἶναι συμφωνότατοι· πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ὁ συμβαλλόμενος ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐξουσίαν καὶ ἐὰν ἐντὸς τῆς σφαίρας αὐτῆς ἐνεργῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτων, ἡ μεταξὺ δύο ἐθνῶν σύμβασις πρέπει νὰ περιβληθῇ καὶ ἐξωτερικόν τινα τύπον. Οὕτω κανονίζεται ὑπὸ τῶν πολιτευμάτων τῶν ἐθνῶν. Καὶ βεβαίως εἰς μὲν τὰ μοναρχικὰ ἔθνη ἀρκεῖ ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου, ἢ ἡ ὑπογραφὴ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ· ἀλλ’ εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη, τὰ ὑπὸ φιλελευθέρων πολιτευμάτων κυβερνώμενα, ἐζητήθησαν πλείονες ἐγγυήσεις, καὶ ὑπάρχουσι Κράτη, εἰς ἃ οὐδεμία συνθήκη εἶναι κατηρτισμένη ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τοῦτο δὲ ὡς ἐκ τῆς δυσπιστίας πρὸς τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὴν Βασιλείαν· ἀλλ’ εἰς ἄλλα ἀρκεῖ μὲν ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου, ὅστις ἀνακοινοῖ τὰς συμβάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ συμβάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἀπαραιτήτως ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, αἱ συνθῆκαι παρ’ ἡμῖν διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας· καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν ὑπάγονται αἱ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, συνομολογοῦσα μετὰ τῶν ξένων ἐθνῶν, ἀνακοινοῖ ἁπλῶς εἰς τὴν Βουλὴν· εἰς δὲ τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὑπάγονται αἱ συνθῆκαι, αἵτινες δὲν ἔχουσι κῦρος, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Μέχρι λοιπὸν τῆς στιγμῆς τῆς κυρώσεως οὐδεμία καὶ πρὸς οὐδένα ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Ἤδη λοιπὸν ἐναπολείπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ ὑπὸ συζήτησιν σύμβασις φέρῃ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης κατηγορίας τῶν συνθηκῶν. Ἤθελον ἀδικήσει πράγματι τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐπεχείρουν σπουδαίαν ἀνάλυσιν τῆς συμβάσεως, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι αὕτη ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν· ἀρκοῦμαι δὲ εἰς ἓν καὶ μόνον ἄρθρον, ἀφοῦ πρόκειται ὅλην τὴν σύμβασιν νὰ ἐπικυρώσωμεν ἢ νὰ ἀκυρώσωμεν ἀδιαιρέτως. Τὸ ἄρθρον 10 λέγει, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ μέρος τοῦ δημοσίου ὀθωμανικοῦ χρέους, ἀνάλογον πρὸς τὰς προσόδους τῶν παραχωρουμένων χωρῶν. Τὸ μέρος τοῦτο θέλει ὁρισθῆ βραδύτερον μεταξὺ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης καὶ τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπων τῶν μεσολαβουσῶν Δυνάμεων,» Διὰ τοῦ ἄρθρου λοιπὸν τούτου ἡ Ἑλλὰς ὑποχρεοῦται κατ’ ἀρχὴν νὰ πληρώσῃ ἓν μέρος τοῦ δημοσίου ὀθωμανικοῦ χρέους· μετὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται πλέον νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Τουρκίαν «δὲν πληρόνω. Βραδύτερον θ’ ἀρχίσῃ συζήτησις περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ χρέους, καὶ βεβαίως ὡς πρὸς τὸ ποσὸ θὰ ἐπικρατήσῃ ἡ θέλησις τοῦ ἰσχυροτέρου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἴσως θὰ ἦναι μικρὸν, ἐὰν ἡμεῖς ὑποστηριχθῶμεν ὑπὸ φίλων τινῶν· Ἴσως θὰ ἦναι μέγα, ἐὰν συμπέσῃ νὰ μὴ ἔχωμεν φίλους κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἰδίαν αὐτενέργειαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ τὰ πάντα ἀτυχῶς περιμένομεν παρὰ τῶν ἄλλων. Τὸ φιλελεύθερον ἡμῶν Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει, κύριοι, νὰ φορολογηθῇ εἷς σάκκος ὀρυζίου ἄνευ νόμου· ἤθελον δὲ θεωρήσει πράγματι παράλογον τὴν Συνέλευσιν, ἐάν τις μοὶ ἀπεδείκνυεν, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος, σύμβασις, τοιαύτας ἐπιβάλλουσα ὑποχρεώσεις, δὲν εἶχεν ἀνάγκην κυρώσεως. Ἀλλ’ ἀποκρούω πάσῃ δυνάμει τοιαύτην ἑρμηνείαν, παραδέχομαι δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐκ τῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας τοῦ ἄρθρ. 32, καὶ ἑπομένως μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀναγνωσθῇ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, δὲν ἔχει ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσωμεν καλλίτερον τὴν ἑρμηνείαν ταύτην, ἂς λάβωμεν καὶ ἓν ἄλλο παράδειγμα, τὸ ἁπλούστερον ἀπὸ ὅλα: ὄχι μόνον ὅταν ὑποχρεοῦται τὸ ἔθνος διὰ βάρους, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ καὶ ὅταν γίνηται προσάρτησις ἄνευ βάρους τινὸς φρονῶ ὅτι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάλιν ἀπαιτεῖται ἡ νομοθετικὴ κύρωσις. Ὑποθέσωμεν, κύριοι, ὅτι ἐξ ἰδιοτροπίας, εἴτε τῆς Βασιλείας, εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ ἀμφοτέρων, προσαρτᾶται εἰς τὴν Ἑλλάδα ξηρὰ καὶ ἄγονος τῆς Αὐστραλίας νῆσος, ἥτις διὰ νὰ συντηρηθῇ ἀπαιτεῖ τὸν προϋπολογισμὸν ὁλόκληρον τοῦ Κράτους· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν δὲν ἐρωτηθῶμεν ἡμεῖς, τί γίνεται; Θὰ ἤμεθα δεσμευμένοι ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων, μεθ’ ὧν συνεβλήθημεν, νὰ ἔχωμεν εἰς βάρος ἡμῶν τοὺς ἀποίκους τῆς Αὐστραλίας; Δὲν πρέπει δὲ, κύριοι, ὅταν πρόκηται ἡ ἐξέτασις νομικῶν ζητημάτων, νὰ προκαταλαμβανώμεθα, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι ἑλληνικὴ ἐπαρχία καὶ δὲν ἔχει ὁμοιότητά τινα μὲ τὴν νῆσον τῆς Αὐστραλίας; Τοιοῦτον ἔχομεν, κύριοι, καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Ἑπτανήσου, ἡ ὁποία δὲν προσηρτήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὶν ψήφισμα τῆς 27 Μαρτίου 1864 τῆς Συνελεύσεως δεχθῇ αὐτήν. Πάντα ταῦτα, κύριοι, ἀνέπτυξα δι’ ἕνα σκοπὸν καὶ ἵνα καταλήξω εἰς ὡρισμένον συμπέρασμα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὸν λόγον αὐτοῦ, ἐν ᾧ ἐξέθηκε τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, ἐξετάζων τὴν σύμβασιν, εἶπεν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει μία Κυβέρνησις δὲν συμμορφωθῇ μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς ἰσχύοντας νόμους, δὲν μένει εἰς τὸ ἔθνος ἄλλο τι ἢ νὰ δεχθῇ τὰ τετελεσμένα γεγονότα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων, ἢ ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι, κατὰ τὰ διεθνῆ νόμιμα, αἱ παράνομοι καὶ ἀντισυνταγματικαὶ τῆς Κυβερνήσεως πράξεις ὑποχρεοῦσι τὸ ἔθνος. Καὶ συμπληρῶν τὴν ἰδέαν ταύτην, εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ἑκάστοτε ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ Κυβέρνησιν τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, ἀντιπροσωπεύουσαν τὸ ἔθνος ἀπέναντι τῶν ξένων, ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις παραβιάσῃ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τὰς μετὰ τῶν ξένων συνθήκας, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν ξένων ἐθνῶν εἶναι δεσμευμένη. Κύριοι, ἡ Ἑλλὰς πρῶτον ἤδη ὑποχρεοῦται διὰ συμβάσεως τοιούτου εἴδους. Ἂν τοιαύτη θεωρία μείνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως, φρονῶ ὅτι θὰ ᾖναι ἓν κακὸν προηγούμενον. Ἐγὼ διαφωνῶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἴσως πλανῶμαι, ἀλλὰ διαφωνῶ. Ὡς ἐν τῷ ποινικῷ καὶ ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ δὲν ἐπιτρέπεται ἄγνοια νόμου καὶ πάντες ὀφείλουσι νὰ γινώσκωσι τὸν νόμον, οὕτω καὶ μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων ἐθνῶν εἶναι γνωστὰ τὰ πολιτεύματα αὐτῶν καὶ ἡ ἔκτασις τῆς ἐξουσίας τῶν ἀντιπροσώπων, ἢ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι γνωστά. Ἐνόσῳ δὲν ἐκπληροῦνται ἑπομένως οἱ ὅροι τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ αἱ συνθῆκαι διὰ τὸ ἔθνος, καίτοι παραδεδεγμέναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιμένω δὲ λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ ἐσφαλμένη κατ’ ἐμὲ θεωρία τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι, κύριοι, ἂν μετά τινα ἔτη ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προβῇ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τοιαύτης θεωρίας εἰς μίαν ἴσως πώλησιν τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, παραδείγματος χάριν, ὅταν τὰ τετελεσμένα γεγονότα ἔχωσι τοιαύτην ἰσχὺν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει μόνον νὰ ζητήσῃ τὴν τιμωρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης. Ἀλλὰ τί ποιητέον; Νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν; Ἀτυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο, οὔτε κἂν τροποποιήσεις αὐτῆς νὰ ζητήσωμεν ἀλλ’ ἢ θὰ ἐπικυρώσωμεν αὐτὴν ἀπαράλλακτον, ἢ θὰ ἀρνηθῶμεν νομοθετικὴν κύρωσιν. Ἂν ὅμως εἴχομεν 100,000 στρατιωτῶν καὶ 15 θωρηκτὰ μετὰ τῶν ἀπαιτουμένων ἐφοδίων, θὰ ἠδυνάμεθα, δυνάμει αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, καὶ χωρὶς νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι παρανομοῦμεν, θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα, λέγω, νὰ πράξωμεν ἓν ἐκ τῶν δύο: ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀποκαθιστῶμεν εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκοντο τὰ πράγματα πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, ἐπανερχόμενοι εἰς τὰ σύνορα ἡμῶν, ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι κατέχομεν διότι κατέχομεν, ἀφοῦ δὲ τὸ παρελθὸν ἀπηλευθέρωσεν ὁπωσδήποτε 60,000 Ἑλλήνων, δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος ἡμεῖς νὰ τοὺς ὑποδουλώσωμεν καὶ δικαιούμεθα νὰ τοὺς ὑπερασπίσωμεν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν συμβληθέντες ὤφειλον νὰ γνωρίζωσι, καὶ ἐγνώριζον, τὸ ἄρθρον 32 τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου. Ἀλλὰ μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωμεν οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἕτερον, χάρις εἰς τὴν γυμνότητα τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν δυνάμεων, ὑποκύπτομεν εἰς τὴν ἀνάγκην. Ταῦτα μὲν νομοθετικῶς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σύμβασιν ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν. Εἰδικώτερον δὲ ἐπὶ δύο ἄρθρων ἔχω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν, (γρασιδοτόπων Kechlak) δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν, καὶ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ Κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων ἐπίσης θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας τῶν κτημάτων, ἅτινα καλοῦνται βακούφια καὶ χρησιμεύουσιν εἰς συντήρησιν τζαμίων, ἐκπαιδευτηρίων, σχολείων καὶ ἄλλων εὐαγῶν ἢ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων.» Τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ προξενήσῃ ζημίας εἰς τὰς ἀπελευθερωθείσας ἐπαρχίας, καὶ ζημίας σπουδαιοτάτας εἴς τε τοὺς ἰδιώτας καὶ εἰς τὸ δημόσιον. Τὸ ἄρθρον 4 ὑπηγορεύθη ἐκ σκοποῦ προστασίας ἀποκλειστικῶς πρὸς τάξιν τινὰ, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει σπουδαίως καὶ ἀπειλεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἀπελευθερωθέντων Ἑλλήνων, διότι πολλοί, καίτοι οὐδὲν ἔχοντες ἰδιοκτησίας δικαίωμα, ἐφωδιάσθησαν διὰ διαφόρων τρόπων, συνήθων καὶ γνωστῶν, χοτζέτια καὶ ταπία· ἀπεστάλησαν, ὡς θετικῶς ἐπληροφορήθην, χοτζέτια ἀνοικτὰ, ὅπως λαμβάνετε εἰσιτήρια ἀνοικτὰ, καὶ προσθέτετε ὕστερον ὁποῖον ὄνομα θέλετε. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον τοῦτο, καὶ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, ἤδη ὁ κόσμος εἶναι ἄνω κάτω ὡς ἐκ τῆς ἐπελθούσης ἀνωμαλίας εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐννοῶ, κύριοι, νὰ σεβασθῶμεν τὰ ἀναμφισβητήτως κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ δὲν προσβάλλομεν ἄλλων δικαιώματα, οὐχὶ δὲ καὶ ἐκεῖνα, ἅτινα διὰ δόλου παρεσκευάσθησαν· διότι ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν δὲν θὰ ἦναι πλήρης, τὸ δὲ ἄρθρον 4 εἶναι ὑπόνομος, ὑποσκάπτουσα τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα. Ἐκτὸς δὲ τούτων, κατὰ τὸ ἄρθρον 6, «οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν· οὐδεμία δὲ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον.» Τίς ἡ ἔννοια τοῦ ἕκτου ἄρθρου; Ἡ ἔννοια αὐτοῦ προδήλως εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς καλλιεργητὰς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρὶν τῆς συμβάσεως κατάστασις, ὡς πρὸς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις. Τί συμβαίνει ὅμως; Ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως, τὸ ἄρθρον τοῦτο παρηρμηνεύθη ὑπὸ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δικαστηρίων καὶ ἄλλων ἀρχῶν, ἐκρατήθη δ’ ἐξ αὐτοῦ μόνον ὅ,τι εἶναι ἀναγεγραμμένον ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν, οὐχὶ δὲ καὶ ὅ,τι προστατεύει τὰ δικαιώματα τῶν καλλιεργητῶν· ἐνῷ δὲ πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξώσῃ τὸν καλλιεργητὴν, εἰμὴ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ συνθήκας εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, σήμερον, δυνάμει τῆς παρερμηνείας τοῦ ἄρθρου τούτου, ἐφαρμόζονται οἱ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντες νόμοι κατὰ τῶν καλλιεργητῶν, καὶ δὴ ἤρχισαν ἐξώσεις ἀδικαιολόγητοι. Ἐν τούτοις, ἕνεκεν ἰδιαιτέρων ἱστορικῶν λόγων, οἱ καλλιεργηταὶ ἔχουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ μείζονα δικαιώματα ἢ οἱ λεγόμενοι παρ’ ἡμῖν κολλήγοι, οἵτινες εἶναι ἁπλοῖ μισθωτοί. Ταῦτα θεωρῶ, κύριοι, πολὺ σπουδαῖα, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν θεραπείαν πλήρη, τροποποιοῦντες τὴν σύμβασιν, θὰ ὑποκύψωμεν πρὸ τοῦ ἀδυνάτου εἰς τὸ ἄνευ τῆς συναινέσεως ἡμῶν θέλημα τῶν ἰσχυροτέρων· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης καὶ πέραν, πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸς προστασίαν τῶν πραγματικῶς κεκτημένων δικαιωμάτων, πρέπει νὰ μὴ παραλειφθῇ. Καὶ τί ἆρά γε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸς τοῦτο; Ἔχομεν, κύριοι, τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «ἐπιτροπὴ τουρκοελληνικὴ θέλει ἐπιφορτισθῆ νὰ κανονίσῃ ἐντὸς δύο ἐτῶν πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἀναγομένην εἰς κτῆσιν τοῦ Κράτους, καὶ πᾶν ζήτημα, ἀφορῶν συμφέροντα ἰδιωτῶν, σχετιζόμενα πρὸς αὐτάς.» Θὰ σχηματισθῇ λοιπὸν ἐπιτροπὴ τουρκοελληνικὴ, ἡ ὁποία θὰ ἐφαρμώσῃ τὴν σύμβασιν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 4. Ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ γίνῃ σκέψις, ὅπως ἡ Κυβέρνησις κανονίσῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν προσκρούει εἰς τὴν σύμβασιν, τίνι τρόπῳ δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι μόνον τὰ κεκτημένα καὶ ἀληθῆ δικαιώματα, οὐχὶ ὅμως καὶ τὰ διὰ δόλου, διὰ βίας, ἢ δι’ εἰκονικῶν τίτλων παρασκευασθέντα διότι ὑπάρχουσι χοτζέτια καὶ ταπία εἰκονικὰ ἢ διὰ δωροδοκίας ἀποκτηθέντα, ὡς σᾶς προεῖπον. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ διαζευκτικοῦ «ἢ» ἐν τῇ φράσει τοῦ ἄρθρου 4 «... χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων, ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων» διότι, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἐννοῶ, καὶ τίτλοι μὴ συνταχθέντες συμφώνως πρὸς τοὺς ὀθωμανικοὺς νόμους, προϊόντα δὲ δόλου ἢ βίας, ἐνδέχεται νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς τουρκοελληνικῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ τίνα ἀξίαν δύνανται νὰ ἔχωσι τοιοῦτοι τίτλοι;
§60ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Τί σημαίνει ἐὰν ἔχωσι τοιαῦτα ταπία, ἐὰν δὲν ἔχωσι τὴν κατοχήν;
§61ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον, ὁ ἔχων τὸ ταπὶ ἢ τὸ χοτζέτι εἶναι ὁ ἰδιοκτήτης....
§62Ι. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν τουρκικὸν νόμον, καὶ ἐὰν ἔχητε ταπὶ, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ταπὶ εἶναι συντεταγμένον κατὰ τοὺς τουρκικοὺς νόμους, δὲν ἔχει κῦρος.
§63ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐν Τουρκίᾳ τὸ μόνον τέλειον μέρος τῆς διοικήσεως εἶναι τὸ κτηματολόγιον. Ἐν Τουρκίᾳ ὑπάρχει κτηματολόγιον ἀπὸ τῆς κατακτήσεως. Λοιπὸν ταπὶ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κατακεχωρισμένον ἐν τῷ κτηματολογίῳ, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν· ὅταν ἦναι κατακεχωρισμένον, δὲν ἠμπορεῖτε πλέον νὰ κάμητε τίποτε.
§64ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἰσέρχομαι σήμερον εἰς λεπτομερείας, καὶ διὰ τοῦτο περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀπαντήσω ἐκτενέστερον εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα σᾶς εἶπον, καὶ περιορίζομαι ἁπλῶς νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι πράξωσιν αὗται ὅ,τι θεωρήσωσι καλὸν πρὸς πρόληψιν ζημιῶν, αἵτινες ἀπειλοῦνται ὑπὸ τίτλων εἰκονικῶν, ἐκ τίτλων διὰ δόλου ἢ διὰ τῆς βίας ἀποκτηθέντων.
§65ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ προλεχθέντα παρὰ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Τρικκάλλων περὶ τῆς ἀποκτήσεως ἰδιοκτησίας τινὸς παρ’ ἑκάστου χωρικοῦ, καὶ νὰ μὴ ζῶσιν ὡς δουλοπάροικοι, πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν ἐγκαρδίως καὶ νὰ παρακαλέσωμεν τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ καὶ εὕρῃ κατάλληλον τρόπον νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν Θεσσαλῶν καὶ Ἠπειρωτῶν χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται καὶ σπιθαμῆς γαιῶν, καὶ εἰσὶ βεβιασμένοι νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τὸ ἓν χωρίον καὶ νὰ πηγαίνωσιν εἰς τὸ ἄλλο· αὐτοὶ δὲν εἶναι πολῖται γνήσιοι, ὡς λέγει ὁ Εὐριπίδης: «ὅστις δ’ ἀπ’ ἄλλης πόλεως οἰκίζει πόλιν, ἁρμὸς πονηρὸς ὥς περ ἐν ξύλῳ παγείς, λόγῳ πολίτης ἐστί, τοῖς δ’ ἔργοισιν οὔ.» Τοῦτ’ ἐστὶν, ὅστις ἀπὸ μίαν πόλιν φεύγει καὶ μετοικεῖ εἰς ἄλλην, εἶναι ὡς ὁ ρόζος εἰς τὸ ξύλον, καὶ μόνον ἐν λόγῳ εἶναι πολίτης, ἔργῳ ὅμως ὄχι. Πῶς, κύριοι, μετ’ ὀλίγον χρόνον δύνασθε νὰ ζητήσητε φόρον αἵματος ἀπὸ τοιούτους πολίτας, μὴ ἔχοντας ἰδιοκτησίας; πῶς δύνασθε νὰ παρακελεύσητε καὶ παροτρύνητε αὐτοὺς, τοὺς ἐν λόγῳ πολίτας, εἰς δυστυχεῖς περιστάσεις τῆς πατρίδος καὶ νὰ τοῖς εἰπῆτε «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης,» ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν ἔχουν πατρίδα, οὐδὲ γῆν νὰ ταφῶσι; πῶς δύνασθε νὰ εἰπῆτε αὐτοῖς; «Τεθνάμεναι γὰρ καλὸν ἐπὶ προμάχοισι πεσόντα Ἄνδρ’ ἀγαθὸν, περὶ ᾗ πατρίδι μαρνάμενον;» Τουτέστιν, ὅτι ἔντιμον πρᾶγμα εἶναι ὁ ἀγαθὸς ἄνδρας νὰ πίπτῃ νεκρὸς ἐν τῷ μέσῳ τῶν συμπολεμιστῶν του μαχόμενος καὶ ὑπερασπιζόμενος τὴν πατρίδα του; Ἀλλ’ ὁποίαν πατρίδα ἔχουν οἱ δυστυχεῖς Ἠπειρῶται καὶ Θεσσαλοί;!! τί θὰ ὑπερασπισθῶσι; Τὰ χωράφια τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου!! Λοιπὸν, διὰ νὰ ἦναί τις πράγματι πολίτης, πρέπει νὰ ἔχῃ τινὰ ἰδιοκτησίαν, καὶ οὕτω ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον νὰ προσφέρῃ καὶ τὸν φόρον τοῦ αἵματος εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Πρέπει λοιπὸν, ὡς εἶπον, νὰ εὐχηθῶμεν φώτισιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τοῦ νὰ προσάξῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπονομῆς γαιῶν τινων εἰς τοὺς χωρικοὺς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἐπὶ ἀποζημιώσει τῶν νομίμων ἰδιοκτητῶν· καὶ δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμά μας, διότι εἶναι τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου ἐν τοιαύτῃ δημοσίᾳ ἀνάγκῃ δύναται ἀναγκαστικῶς ν’ ἀπαλλοτριωθῇ ἐπὶ προηγουμένῃ ἀποζημιώσει καὶ ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ ἰδιοκτήτου. Τὰ ἄλλα δὲ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις καθιεροῖ τὴν αἰωνίαν δουλείαν εἰς τοὺς χωρικοὺς, καὶ νὰ μὴ ἐπικυρώσωμεν αὐτὴν, δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις αὕτη, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν ἐπικυρώσωμεν καὶ νὰ εὐχαριστηθῶμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ταύτην τὴν μικρὰν λωρίδα, τὴν ὁποίαν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις μᾶς ἀπέδωσαν, ἀφιέμενοι εἰς τὸ πεπρωμένον, καθόσον δὲν ἐκαρφώθη ἡ σφαῖρα, καὶ κατόπιν βλέπομεν διὰ μεγαλείτερα. Ἂν δὲ ἡ Ἑλλὰς εἶχε στόλους καὶ τὰ λοιπὰ ἐφόδια, καὶ στρατοὺς ἀξιομάχους, δὲν ἠθέλαμεν, κύριε Φιλάρετε, συμβαλλόμεθα μὲ τὴν Τουρκίαν διὰ συνθηκῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν ὅπλων μας ἐλαμβάναμεν πᾶν ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς προπάτορας ἡμῶν· ἂν δὲ πάλιν θέλετε ν’ ἀκυρωθῇ ἡ τοιαύτη σύμβασις, τότε δὲν θὰ ἦσαι οὔτε σὺ βουλευτὴς, οὔτε ἐγώ. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι οἱ συνεπαρχιῶται ἡμῶν δὲν θέλουσι ποτὲ συμμερισθῆ τὴν περὶ ἀκυρώσεως τῆς συνθήκης γνωμοδότησίν σας, οὐδὲ θὰ θελήσωσι νὰ ἐπανακάμψωσιν εἰς τὴν ἀφόρητον τουρκικὴν δυναστείαν. Ὥστε γνωμοδοτῶ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασις, ἀναμένοντες εἰς τὸ μέλλον εὐχερεστέραν καὶ αἰσιωτέραν περίστασιν πρὸς ἀπόκτησιν παντὸς ἄλλου, εὑρισκομένου εἰς ἀλλοτρίας χεῖρας δυνάστου.
§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἓν καὶ μόνον, νομίζω, κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή: Ἐπειδὴ πολὺς παρῆλθε χρόνος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τῆς συμβάσεως, ἐξετελέσθη αὕτη καθ’ ὅλα αὐτῆς τὰ μέρη; καὶ κατὰ τί δὲν ἐξετελέσθη; Ὡς πρὸς τὸ μέρος, δὲ τὸ ὁποῖον δὲν ἐξετελέσθη, ἐλπίζεται ἡ ἐκτέλεσις καὶ ἡ εἰρηνικὴ ἐκτέλεσις; Ἂν ἦναι δυνατὸν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἂς εἴπῃ ὀλίγας λέξεις εἰς τὴν Βουλὴν, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς προκειμένης συμβάσεως.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ λίγα λέγεις παρατηρῶ, ὅτι περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συνθήκης ὑπάρχουν ἔτι ἐκκρεμῆ τινα· ταῦτα διατελοῦσιν ὑπὸ διαπραγματεύσεις, ἐλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ λύσις θὰ ἦναι καλὴ, δηλ. σύμφωνος μὲ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς συζητήσεως, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀντίῤῥησις νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις καθὼς εἶναι. Τὴν δέχεται ἡ Βουλή;
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν....
§71ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον το το δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν δύω πρώτων μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, διότι ταῦτα ἐπληρώθησαν ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει βασιλικοῦ διατάγματος, ὅλων δὲ τῶν τοιούτων ἐξόδων ἡ πληρωμὴ ἐνετάλη ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος ἐκείνου· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, μεταβαλλόμενον εἰς νόμον, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τῶν δύω μηνῶν, περὶ ὧν πρόκειται; Δὲν ἐννοῶ διατί ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἐκποδὼν τὸ διάταγμα τῆς 30 Ἰανουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη εἰς αὐτὴν ἡ ἄδεια νὰ ἐνεργήσῃ τὰς πληρωμὰς τῶν δύω εἰρημένων μηνῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος, ἐνῷ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι πρωτοφανές. Δὲν ἀνατρέχω εἰς λίαν μεμακρυσμένας ἐποχὰς, διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅμοια προηγούμενα· ἀνατρέχω εἰς πλησιεστέρας ἐποχὰς, εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1873, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τότε διελύθη ἀπὸ τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην ἡ Βουλὴ καὶ διὰ βασιλικοῦ διατάγματος τῆς 5 Φεβρουαρίου 1873 ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου προσέτι, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἦτο συγκεκλημένη διὰ τὴν 14 Φεβρουαρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1875. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1875, ἥτις διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀοιδίμου Βούλγαρη, καὶ τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ καὶ νῦν ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, ὑφισταμένης ἔτι τῆς Βουλῆς, ἥτις διελύθη τὴν 19 Μαΐου 1875, καὶ ἐνῷ εἶχε ψηφισθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1875 ἀπὸ τὴν τότε Βουλὴν, δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, ἀλλ’ ἐπροκάλεσε βασιλικὸν διάταγμα τῆς 30 Ἀπριλίου 1875, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς πληρωμὰς τῶν ἐξόδων τοῦ 1875 καὶ 1871 μέχρι τῆς συγκροτήσεως τῆς νέας Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873, διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1871 ἐθεωρήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ὡς παρατύπως ψηφισθείς. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον εἰς τὸ διάταγμα ἐκεῖνο τῆς 30 Ἀπριλίου 1875, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη, ὡς εἶπον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς πληρωμὰς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1873 ἐλήφθη ἡ πρόνοια νὰ σημειωθῇ ἐν ἄρθρῳ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ τοῦ διατάγματος, ὅτι ἡ πληρωμὴ θὰ ἐνεργῆται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διατάγματος ἐφ’ ὅσον δὲν ἐνετάλη ἤδη, διότι πολλαὶ πληρωμαὶ εἶχον ἐνταλθῆ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί ἄλλο ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἢ νὰ προκαλέσῃ βασιλικὸν διάταγμα, ἐπιτρέπον εἰς αὐτὴν τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ ἐγκρινομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς; καὶ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἐνήργησεν ἤδη. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῶν δύω μηνῶν, ὧν ἡ πληρωμὴ ἐνετάλη ἤδη, ἀλλ’ οὔτε λαμβάνεται κἂν πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι αἱ πληρωμαὶ θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, ὅπερ καὶ ἐν τῷ διατάγματι, τῷ παρ’ παρ’ ἡμῶν προκληθέντι, περιλαμβάνεται, ἐφ’ ὅσον αὗται δὲν ἐνετάλησαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο καὶ νὰ χορηγηθῇ πίστωσις διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν τοῦ μηνὸς Μαρτίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, διότι αἱ πληρωμαὶ τῶν δύω ἄλλων μηνῶν ἐνηργήθησαν ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν προεκλήθη ἤδη πρώτην φορὰν, ἀλλὰ καὶ εἰς προηγουμένας περιστάσεις, τὰς ὁποίας προεξέθεσα καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ προκαλέσωσι σχόλια καὶ παρατηρήσεις ὡς ἐκ τῶν κατὰ τὰς ἐποχὰς ταύτας Κυβερνήσεων. Καὶ ἐπειδὴ οἱ νόμοι πρέπει νὰ περιέχωσιν ἀκριβείας καὶ νὰ ἐκτελῶνται κατὰ γράμμα, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτέλεσις, εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὸν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος. Προτείνω λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιηθῇ τὸ δεύτερον ἄρθρον αὐτοῦ καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς πληρωμὰς τῶν δαπανῶν τοῦ Μαρτίου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑπάρχουν ἀντιῤῥήσεις, τῶν ὁποίων ὅλη ἡ δύναμις συνίσταται εἰς τὴν ἐπιτηδειότητα, ὑπὸ τὴν ὁποίαν προτείνονται. Τοιαύτη εἶναι ἡ γενομένη κατὰ τοῦ παρόντος νόμου. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε καλῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου παρὰ περὶ ἐπιτηδειότητος, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς ἤθελον εἶσθαι τὰ πράγματα, ἂν δὲν ὑπεβάλλετο αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Τί εὕρομεν πρὸ ἡμῶν; Εὕρομεν διάταγμα περὶ πιστώσεως τῶν δύο μηνῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου, κανονίζον τὰς δαπάνας κατ’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας κατ’ ἀναλογίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ὑποβληθησόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς ἐφέρομεν αὐτὸ τὸ διάταγμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς· τί ἤθελεν εἰπεῖ ὁ ἀντιλέγων περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πράξεως; Ἤθελεν εἰπεῖ, ὅτι «τὰς δαπάνας αὐτὰς τί τὰς ψηφίζετε; αὐτὰς τὰς ἐδαπανήσαμεν.» Τάχα δὲν ψηφίζονται καὶ ὅσα ἐδαπανήθησαν; Ὅλα τὰ διατάγματα, δι’ ὧν ἐζητήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις, ἢ ἀναπληρωματικαὶ ἢ συμπληρωματικαί, ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν δαπάνην· δὲν εἶναι νέον πρᾶγμα.
§73ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως τὸ φέρετε, εἶναι νέον.
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ τὸ παρουσιάζω ὅπως τὸ φέρετε σεῖς· καὶ ἰδοὺ, ὅτι τὸ ἀποκρούετε. Ὅταν ἐξεδώκατε τὸ διάταγμα εἴπατε, ὅτι θὰ τὸ φέρετε εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν· ἐκτὸς ἐὰν ἐῤῥίψατε τὴν λέξιν χάριν τοῦ κοινοῦ, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι κάμνετε χρῆσιν ἔκτακτον. Ἦσθε σπουδαῖοι ἐκείνην τὴν στιγμήν; Ἂν ἦσθε σπουδαῖοι, ἠθέλατε τὸ φέρει πρὸς ἐπιψήφισιν· ἐγὼ δὲ πρὸς σπουδαίους ὁμιλῶ. Οὐδεμία λοιπὸν διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς προτάσεως κατὰ τύπους, τῆς γενομένης ὑπὸ τοῦ πρὸ ἡμῶν Ὑπουργείου, καὶ τῆς προτάσεως ἡμῶν. Ὑπάρχει διαφορὰ κατ’ οὐσίαν, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιτηδειότητος, διότι διὰ ταύτης θέλετε νὰ καταστήσητε πρᾶγμα διάφορον καὶ καινοφανὲς ὅ,τι σᾶς δυσαρεστεῖ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν θέλετε δὲ νὰ εἴπητε διατί σᾶς δυσηρεστεῖ· ἵνα κρύψητε δὲ τὴν δυσαρέσκειάν σας, ὡμιλήσατε καθ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ ἰδικόν σας. Θέλετε νὰ ὁμιλήσητε εἰλικρινῶς; δείξατε τὴν ὑπάρχουσαν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ τοῦ ἄλλου. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπητε. Αἱ δαπάναι ψηφίζονται πάντοτε, εἴτε πρὶν γείνωσιν, εἴτε μετά τὸ τακτικὸν εἶναι πρὶν γείνωσι. Πῶς ἐκάματε τὴν δαπάνην, καὶ ἤδη λέγετε «διατί νὰ ψηφισθῇ πρωθυστέρως;» καὶ δυσχεραίνετε κατὰ τοῦ νέου νόμου, καὶ κατακρίνοντες τοῦτον, αὐτοὶ ἑαυτοὺς κατακρίνετε! Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συνετάχθη παρ’ ἡμῶν, εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ ἰδικόν σας, εἶναι κατὰ λέξιν· ὅταν δ’ ἔρχεται πρὸ τῆς Βουλῆς, τὸ πολεμεῖτε. Παριστάνετε ἀδυναμίαν. Ποῦ εἶναι ἡ ἀδυναμία; εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον; εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς; εἰς τὸ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίζωνται γενόμεναι δαπάναι; Ἡ ἀδυναμία εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 3· ἐκεῖνο σᾶς πονεῖ. Φέρετε τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει· εἰπέτε, ὅτι πολεμεῖτε τὸ ἄρθρον 3.
§75ΜΙΛΗΣΗΣ. Θὰ τὸ εἴπωμεν.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ τὸ εἴπητε σεῖς, ὅστις ἔχετε θάῤῥος περισσότερον τοῦ προλαλήσαντος· ἀλλ’ ὅταν θὰ τὸ εἴπητε, θὰ ἔχετε καὶ ἐπιχειρήματα· δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς νὰ τὸ εἰπῆτε μετὰ θάῤῥους, ἐὰν δὲν ἔχετε τὴν βοήθειαν τῆς λογικῆς.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἰδοῦμε.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ πολεμήσητε δὲ, ἵνα ἀναπληρώσητε τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον λείπει ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, διὰ τοῦ ἰδικοῦ σας θάῤῥους. Ἡ διαφορὰ λοιπὸν ἔγκειται εἰς τὸ ἄρθρον 3, εἰς τὸ ὅτι ζητοῦμεν πίστωσιν διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1· ὅταν ἔλθῃ καὶ τὸ 3, θὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν τὸ νομίσω ἀναγκαῖον. Ὡμίλησα δὲ ἄνευ ἐπιτηδειότητος καὶ ἄνευ τῆς προθέσεως νὰ προκαλέσω τὸν ἐρεθισμὸν καὶ τὴν ἀγανάκτησίν σας. Εἶπον, ὅτι, ὅ,τι σήμερον γίνεται, εἶναι πρωθύστερον. Ἐχορηγήθη πίστωσις διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, ἡ πληρωμὴ ἐπραγματοποιήθη ἤδη, καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ὡς πρὸς τοὺς δύω τούτους μῆνας· ἔπρεπε δὲ καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς τὸ διάταγμα τῆς 30 Ἰανουαρίου περὶ χορηγήσεως τῆς πιστώσεως τῶν δύω μηνῶν. Ἐγὼ, ἐπαναλαμβάνω, συνεζήτησα τὸ 1 ἄρθρον· ὥστε ὅσα εἴπετε περὶ ἐπιτηδειότητος καὶ ἐλλείψεως θάῤῥους δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον. Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸν τύπον, ἐνῷ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι· ὁ τύπος ὅμως ἐνίοτε καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς οὐσίας.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ συμπέρασμά σας εἶναι, ὅτι ὡμιλήσατε ἀνεπιτηδείως. (Ἰλαρότης). Τώρα βλέπων τὴν ἀνεπιτηδειότητά σας, τὸ ὁμολογῶ, διότι περὶ τοῦ ἄρθρου 1ου ὡμιλήσατε, ὡς συνταχθέντος εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ, διότι ἡ δαπάνη ἐγένετο, ἐνῷ, ἂν ἐφέρομεν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἴχατε σεῖς τότε, ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ. Πῶς θέλετε νὰ τὸ ὀνομάσω τοῦτο; ἐπιτηδειότητα; ἀνεπιτηδειότητα; ἐκλέξατε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ σᾶς θέτω τὸν Παπαμιχαλόπουλον ἀπέναντι τοῦ Παπαμιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ διάταγμα, καὶ ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι «αὐτὰ ἐδαπανήθησαν, τί ἔρχεσθε ἤδη νὰ τὰ ψηφίσητε;» Λοιπὸν τί νὰ ἐκλέξωμεν ἐξ ὅλων τούτων; Ἂς τὰ καλύψωμεν μὲ ἓν πέπλον· αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Λέγω λοιπὸν, ὅτι κατ’ οὐδὲν διαφέρει τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἴχετε συντάξει, εἰμὴ εἰς τὸ ὅτι ἔχομεν προσθέσει τὸν μῆνα Μάρτιον. Κατόπιν ἔρχεται ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3 εἰς τὰς δαπάνας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Αὐτὸ σᾶς ἀνησυχεῖ.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτοῦ.
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁμιλῶ ἐγώ. Συζητῶ τὸ σύνολον· δὲν δύνασθε νὰ μὲ περιορίσητε.
§83ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλα τροποποίησιν...
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ δέχεσθε τὰ ἄλλα;
§85ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ περὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὡμίλησα.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πολὺ καλά. Δὲν δύνασθε νὰ μ’ ἐμποδίσητε ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἀπαλλαχθῶ ἀπὸ ἄλλην συζήτησιν καὶ ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ὅλου καὶ λέγω, ὅτι τὸ ὅλον εἶναι βάσιμον καὶ ὀρθὸν, σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς, ἃς ἔχομεν, νὰ νομιμοποιήσωμεν καὶ τὰς γενομένας δαπάνας ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος ἐννοεῖ βεβαίως νὰ πληρώσῃ. Προχωροῦμεν οὕτω πρὸς τακτοποίησιν τῶν λογιστικῶν τοῦ Κράτους, διὸ καὶ ἐπεκτείνομεν τὰς αὐτὰς ἀρχάς, τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος καὶ εἰς τὰς δαπάνας τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἂν ἐδόθησαν μισθοὶ, ἂν ἐδόθησαν ἀμοιβαὶ καὶ ἀποζημιώσεις δι’ ἐκτάκτους περιστάσεις, τὸ τοιοῦτον πάντοτε γίνεται· δὲν ἔρχομαι νὰ ἐπικρίνω καὶ ταράττεσθε χωρὶς ἀνάγκην. Καὶ διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα τὴν πρώτην ἡμέραν, ἐπιφυλάσσεται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ προτάσεις δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, ἀφοῦ συλλέξῃ τὰ πάντα. Ἀλλὰ τί θέλει ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, τοῦτο μένει εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως· δὲν προτείνομέν τι, τὸ ὁποῖον νὰ προδικάζῃ, δὲν λέγομεν, ὅτι εἶναι ἄνομοι ἢ ἄκυροι αἱ δαπάναι, αἱ γενόμεναι πέραν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους· οὐδεὶς ἐξεφράσθη περὶ τούτου, ἐνδέχεται νὰ τὸ εἴπωμεν, ἐνδέχεται νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Βουλή· τοῦτο μένει ἀκέραιον καὶ μετέωρον. Ζητοῦμεν ἤδη τὴν τακτοποίησιν τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐνταλμάτων καὶ ὡς πρὸς τὸν ταχύτερον ἔλεγχον τῆς ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ καιρὸς καὶ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις καὶ συγκέντρωσις ὅλων τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν γενομένων δαπανῶν, ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ τακτοποιήσῃ ταῦτα. Πιστεύω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει παραδεχθῆ τὸ νομοσχέδιον.
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπελήφθην τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου κανονικῶς· ἀφοῦ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ ἀνεγνώσθη τὸ πρῶτον ἄρθρον αὐτοῦ, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὡμίλησα ἐπ’ αὐτοῦ· δὲν ἐπίστευον δὲ, ὅτι αἱ ἀθῶαι καὶ εἰλικρινεῖς παρατηρήσεις, ἃς ἀπηύθυνεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελον προκαλέσει τὸν ἐρεθισμὸν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ...
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι τὴν ἀγανάκτησιν.
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἐξάντλησιν τῆς γνωστῆς εὐφυολογίας του.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐξαντλεῖται. (Ἱλαρότης.)
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε δίκαιον· τὴν χρῆσιν. Εἶπον, ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχει ὀρθῶς, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ πληρωμὰς δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐνεργήθησαν δυνάμει Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἔστω καὶ μετὰ τροποποιήσεών τινων, ἐὰν ἡ διάδοχος Κυβέρνησις ἐγκρίνῃ ἀναγκαίας τοιαύτας. Ἀλλ’ ὅπως φέρεται τὸ ζήτημα καὶ ὅπως πρόκειται νὰ ἐπιψηφισθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἤδη αἱ δαπάναι ἐπληρώθησαν δυνάμει τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς 30 Ἰανουαρίου διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον, καὶ μόνον θὰ ἐκτελεσθῇ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Μαρτίου. Ἔφερα λοιπὸν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρώσῃ μόνον τὰς δαπάνας διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
§94ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ὀργανικοὶ νόμοι, διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει τὸ ἄρθρον;
§95ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τοῦ Κράτους.
§96ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐκεῖ ἔχετε ἐπιτρόπους.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ξύσατε τὸν ἐπίτροπον, διὰ νὰ εὕρητε τὸν νομάρχην.
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Σεῖς νὰ τοὺς ξύσητε.
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοὺς ἔχομεν ξυσμένους. (Ἱλαρότης.)
§100ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφίνει μίαν ἀμφιβολίαν, ἐὰν π. χ. οἱ ὑπάλληλοι, οἱ διορισθέντες εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, θὰ πληρωθῶσι δυνάμει τοῦ 3 ἄρθρου.
§101ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἀποφασισθῇ, ὅτι εἶναι ἄκυρος, ὄχι.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθὼς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας θεσσαλικὰς καὶ ἠπειρωτικὰς ἐπαρχίας.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐργασίαν, παρακαλοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6½.