1882.03.06
990 rows · 7,719 words · 88 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 6 Μαρτίου 1882.
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Καλαμῶν Τζάνες προτείνει νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἕτερον νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐφέσεως εἰς τὰς προδικαστικὰς ἀποφάσεις. Θὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης. Διάφοροι δικηγόροι παρὰ τοῖς ἐν Τρικκάλοις δικαστηρίοις πέμπουσι πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναιροῦσιν ὅσα ἐλέχθησαν ἐδῶ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Φιλαρέτου κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Τρικκάλων.
§2ΤΙΝΕΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος εἶπε κατὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Τρικέρων.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις τοῦ Ἀναστασίου Πλατανοπούλου κατοίκου Καλαμῶν περὶ χορηγίας συντάξεως διὰ τὰς πολιτικάς του ὑπηρεσίας. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§4ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τῶν κκ. δικηγόρων Τρικκάλων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε παρ’ ὅτι εἶναι ἓν τυπογραφικὸν λάθος, διότι τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἔχουν εἰρηνοδίκην Τρικέρων, καὶ οὐχὶ Τρικκάλων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ τούτου. Τὸν εἰρηνοδίκην Τρικκάλων οὔτε γνωρίζω, οὔτε ἔχω κανὲν παράπονον κατ’ αὐτοῦ.
§5Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσα, κύριε Πρόεδρε, ὁμιλοῦν ἀπὸ τὸ βήματος ἐνταῦθα οἱ κ. κ. βουλευταὶ, δὲν δύνανται νὰ τὰ ἀναιρῶσι διὰ τηλεγραφημάτων, ἢ διὰ τοῦ τύπου. Ἐὰν τῳόντι βουλευτής τις κακῶς ἐξετίμησε εἴτε τὴν διαγωγὴν, εἴτε τὴν συμπεριφορὰν ὑπαλλήλου τινὸς καὶ τὸν κατέκρινεν, οὗτος δύναται πρὸς ἄλλον βουλευτὴν νὰ ἀπευθυνθῇ, εἴτε δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν, εἴτε διὰ παρακλήσεως, ν’ ἀναιρέσῃ ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτής. Ἐὰν δικηγόροι, ἢ δὲν ἠξεύρω οἱοσδήποτε ἄλλοι, τηλεγραφοῦν, ἢ ἀναφέρονται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διὰ νὰ ἀναιρέσουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ βουλευτὴς, τότε τί θὰ γείνῃ; Τὸ βῆμα αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ τόπος διὰ νὰ ἀρχίσωμεν ἀντεκδικήσεις καὶ λογοτριβάς ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται διόλου ὑπ’ ὄψιν.
§6ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἂν σκοπεύῃ νὰ παρουσιάσῃ νομοσχέδιον περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου ἀστικοῦ κώδικος, διότι εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα νόμον οὐσιαστικὸν, ἐνῷ ἄλλα ἔθνη, ἡ Σερβία καὶ τόσα ἄλλα μιξοβάρβαρα, ἔχουν νόμους ἀστικούς. Παρακαλεῖται λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ, εἰδεμὴ θὰ καθυποβάλωμεν ἡμεῖς νομοσχέδιον τοιοῦτον περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἀστικοῦ Κώδικος εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας.
§7ΛΑΠΠΑΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὰς νέας, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀποτείνω τὸν λόγον, κύριοι, πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριε πρωθυπουργέ, ὅλαι αἱ πρωτεύουσαι τῶν νομῶν συγκοινωνοῦσι διὰ τῶν ὁδῶν μετὰ τοῦ πλησίον νομοῦ· μόνον ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ τῆς Λακωνίας, ἡ Σπάρτη, δὲν συγκοινωνεῖ. Ἂν καὶ ἡ ὁδὸς μεταξὺ τῆς Σπάρτης καὶ Τριπόλεως ἐσχεδιάσθη πρὸ τῆς μεταβολῆς τοῦ 1862, μόλις πέρυσι, μετὰ ἐπανειλημμένας ἀπαιτήσεις ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου καὶ τότε συναδέλφου μου Βαρβιτσιώτου, κατωρθώθη νὰ διαταχθῇ καὶ σχεδιασθῇ ἡ ὁδὸς μεταξὺ Τριπόλεως καὶ Σπάρτης. Ἐσχεδιάσθη ἓν τμῆμα αὐτῆς, καὶ ἐπὶ δημοπρασίας παρουσιάσθη ἐργολάβος ἀξιόχρεως καὶ φιλότιμος, ὅστις ἤρχισε τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ προχωρήσας μέχρι τινὸς, εὗρεν ἐμπόδια ἀνυπέρβλητα, διότι τὸ σχέδιον ἔῤῥιπτε τὴν ὁδὸν ἐπὶ βράχων. (Θόρυβος.) Τὸ ὑπουργεῖον διέταξε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις· δὲν ἠξεύρω τί ἔκαμεν. Ἔμαθα, ὅτι ὁ ἐργολάβος μένει πρὸ δύω μηνῶν εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ λάβῃ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Δυστυχῶς ὁ νομὸς αὐτὸς τῆς Λακωνίας ἔχει ἔλλειψιν μηχανικοῦ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διότι ἀπασχολεῖται ἀλλαχοῦ καὶ πότε εἰς τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρᾶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἐντόνως τὸ Τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὄχι μόνον νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ περιπλέξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἀποζημιώσεις πρὸς τὸν ἐργολάβον, ἀλλὰ νὰ διατάξῃ συνάμα νὰ σχεδιασθῇ ὁλόκληρος ἡ ὁδὸς μεταξὺ Σπάρτης καὶ Τριπόλεως, καὶ νὰ δοθῇ εἰς δημοπρασίαν καὶ τὸ ἕτερον τμῆμα ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, καὶ νὰ διαταχθῇ καὶ ἡ ἀνέγερσις τῶν σχετικῶν τεχνικῶν ἔργων, δηλαδὴ τῶν γεφυρῶν, ὅπως ἐντὸς δύο ἐτῶν περατωθῇ ὁλόκληρος ἡ ὁδός. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παράκλησις βουλευτοῦ, ἐνδιαφερομένου διὰ τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ πιστεύω, εἰς τοῦτο συμφωνοῦσιν ὅλοι οἱ ἐνταῦθα συνάδελφοί μου. Ἀποτείνω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπειδὴ, κ. ὑπουργὲ πρόκειται νὰ ὑποβάλητε τὸν προϋπολογισμὸν, γνωρίζετε καὶ ὡς δικηγόρος, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἡ ὑπηρεσία τῶν δικαστηρίων αὐξάνει, καὶ πρὸ πάντων, κατὰ δυστυχίαν, τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἑπομένως καὶ αἱ χεῖρες αἱ ἀπαιτούμεναι εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων αὐξάνουν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ χορηγηθῇ ἐπιχορήγησις ἀνωτέρα εἰς τὸ μέρος αὐτὸ τῶν ἐξόδων τῆς Δικαιοσύνης, διότι εἶναι δυστύχημα νὰ ἐργάζωνται νέοι ἱκανοὶ, καὶ ἱκανώτεροι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὰ ὑπουργεῖα ὀλίγας ὥρας τὴν ἡμέραν καὶ λαμβάνουν 80, 100 καὶ 120 δραχμὰς κατὰ μῆνα, καὶ νὰ λαμβάνουν μόνον 35–40–60 τὸ πολὺ δραχμὰς, καὶ νὰ ἐργάζωνται 10 ὥρας τὴν ἡμέραν. Λοιπὸν θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. ὑπουργὲ, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωστοποιήσεις καὶ ἐπανειλημμένας ἀπαιτήσεις τῶν συμβουλίων τῶν δικαστηρίων, καὶ νὰ διατάξητε νὰ προστεθῇ μία ἀνάλογος δαπάνη διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦτο τῶν δικαστηρίων. Ἡ δαπάνη αὕτη δὲν θὰ ἦναι μεγαλειτέρα τῶν 50–60 χιλιάδων δραχμῶν, θὰ ἦναι μόνον διὰ 6 ἢ 7 δικαστήρια. Καὶ γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ὡς δικηγόρος, πόσον καλὸν εἶναι οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι νὰ μὴν πεινοῦν, διότι εἶναι εἰς κατάστασιν αὐτοὶ νὰ βλάψουν πολὺ τὴν ὑπηρεσίαν.
§9ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, καὶ τοὺς ἀνωτέρους ἀκόμη.
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καλὸν εἶναι αὐτὸ, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν δι’ ὅσους δὲν ἔχουν τὰ πρὸς εὐζωΐαν, ὀφείλομεν ὅμως νὰ φροντίσωμεν ἀπαραιτήτως διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας καὶ τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§11ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ ἔλθῃ.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄς τὰ ἀκούσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός. Ὅτε εἴχομεν μόνον 10 τάγματα, εἰς τρεῖς νομοὺς τῆς Πελοποννήσου ἐστάθμευε τάγμα. Τώρα, ὅτε ἔχομεν 26 τάγματα, καὶ εἰς ὅλους τοὺς νομοὺς σταθμεύουν, μόνον εἰς τὴν Σπάρτην δὲν σταθμεύει τάγμα. Μόνον πέρυσι συνεστήθη σταθμὸς τάγματος, διὰ νὰ ἑλκύσουν τὴν προσέλευσιν τῶν ἐπιστράτων, καὶ ἀφοῦ ἐπέτυχον τοῦτο, τὸ ἐσφενδόνισαν εἰς τὴν Λαμίαν ἄνευ ἀνάγκης, διότι δὲν ἐλήφθη ἀνάγκη νὰ στείλωσιν αὐτὸ τὸ τάγμα εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διετάχθη ἡ μετάθεσις ἑνὸς τῶν ταγμάτων· ἔμαθα, ὅτι ὁ νέος κ. ὑπουργὸς τὴν ἀνεκάλεσε, δὲν ἠξεύρω διατί, ἐνῷ ὁ σταθμὸς τάγματος εἰς τὴν Σπάρτην εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖος, διότι χρησιμεύει ὁλόκληρον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομοῦ. Ἑπομένως δὲν ἠξεύρω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθη προσοχὴ εἰς αὐτὸ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὴν πόλιν καὶ τὸν νομόν αὐτὸν, καὶ ἐπιμένω νὰ διαταχθῇ ἡ μετάθεσις ἑνὸς τῶν ταγμάτων εἰς Σπάρτην.
§13ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε πρόεδρε, θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξες. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἠξεύρετε, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἰτέαν ἕως εἰς τὴν πόλιν τῆς Ἀραχώβης ἔγεινεν ἁμαξητὴ ὁδὸς, ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν ἕως εἰς τὴν Κάπρεναν ἐπίσης. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Κάπρεναν νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν ὁδὸν τῆς Ἰτέας, διότι ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν, ὡς γνωρίζετε, βγαίνουν βαμβάκια, γεννήματα καὶ τόσα ἄλλα ἐμπορεύματα, καὶ εἶναι αναγκαῖος αὐτὸς ὁ δρόμος· δὲν ἀπαιτεῖται δὲ καὶ μεγάλη δαπάνη. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν, ὅπως καὶ δι’ ἄλλας ἐπαρχίας ἐλήφθη πρόνοια, νὰ ληφθῇ ἐπίσης καὶ διὰ τὸν δρόμον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι πολὺ χρήσιμος καὶ ἀναγκαῖος.
§14ΚΟΡΠΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τεσσαράκοντα περίπου ἡμέρας κατηναλώσαμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν προεξελέγξεων καὶ ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο πολλὰ ἑκατέρωθεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐῤῥέθησαν καὶ πολλαὶ θεωρίαι ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνεπτύχθησαν. Παρακολουθήσας μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος τὰς μακρὰς ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν συζητήσεις καὶ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἀκούσας τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, συνήγαγον τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύο μᾶς παρουσιάσθησαν ἐπὶ τῆς σκηνῆς τῶν ἐκλογικῶν ἀτοπημάτων κύρια πρόσωπα, ὁ στρατὸς καὶ ὁ κλάδος τῶν δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων· ὁ στρατὸς, τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι ὅλως διάφορος καὶ ἡ ἀποστολὴ παρ’ ἅπασι τοῖς πεπολιτισμένοις ἔθνεσι μεγάλη καὶ ὑψηλὴ καὶ ὁ κλάδος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, πρὸς ὃν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ φρούρησις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων. Δὲν θέλω ἐξετάσει κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τῶν δύο τούτων κλάδων ἐπὶ τῶν ἄρτι ἐνεργηθεισῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ὑπῆρξεν ἔκνομος, οὔτε κατὰ πόσον αἱ κατ’ αὐτῶν αἰτιάσεις ὑπῆρξαν βάσιμοι, διότι τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὸ δεδικασμένον, καὶ ἀποτελεῖ τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Θέλω μόνον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα, ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτῆς περὶ βελτιώσεως τῶν δημοσίων λειτουργιῶν τοῦ Κράτους, ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἡμῶν δύο νομοσχέδια, τῶν ὁποίων τὴν ἐπιψήφησιν θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαίαν, διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ψήφου τοῦ πολίτου, καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν πάσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς λεγομένης πολιτικῆς πίστεως, ἤτοι πρῶτον, νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ δεύτερον νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων νόμου. Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου ἐπιδιώκεται ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες θὰ παύσωσι πλέον νὰ τρέμωσιν ἐνώπιον τῶν κυβερνητικῶν ὑποψηφίων· διὰ δὲ τοῦ δευτέρου ἐπιζητεῖται ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ πάσης στρατιωτικῆς ἐπεμβάσεως, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὁ νόμος περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων τοῦ 1875 καὶ ἀτελὴς εἶναι καὶ ἀνεπαρκὴς πρὸς ὃν προέθετο σκοπὸν, καθόσον, ἐνῷ διὰ μιᾶς τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἀπαγορεύεται ὁ διορισμὸς ἀξιωματικῶν παντὸς ὅπλου ἢ σώματος ὡς διοικητῶν ἐκλογικῶν ἀποσπασμάτων, οὐδεμία ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται διάταξις, ἀπαγορεύουσα τὴν ἐν ὑπηρεσίᾳ παρουσίαν στρατιωτῶν καὶ χωροφυλάκων, ἐντεῦθεν δὲ ὁ στρατιώτης, ὁ ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ λαμβανόμενος, ὁ μέχρι πρὸ μικροῦ εἰς ἓν τῶν τοπικῶν του κομμάτων ἀνήκων, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ φρουροῦ τῆς τάξεως, εἶναι φυσικόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ μείνῃ ἀπαθὴς θεατὴς τῆς ἐκλογικῆς πάλης, εἰς ἣν μετέχουσιν οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι αὐτοῦ. Ἀνάγκη λοιπὸν ν’ ἀπομακρύνωμεν αὐτὸν ἐν ὥρᾳ ἐκλογῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας του διὰ τῆς προσθήκης εἰδικοῦ ἐδαφίου εἰς τὸν περὶ οὗ πρόκειται νόμον. Διὰ τῶν δύο τούτων νομοθετημάτων φρονῶ, ὅτι οὐ μόνον θέλομεν συντομεύσει τὸν χρόνον, ὃν καταναλίσκει ἡ Βουλὴ εἰς ματαίας ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων συζητήσεις, ἀλλὰ καὶ θέλομεν ἐπαναφέρει τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν, ἤτοι εἰς ἀγῶνα ἀρχῶν καὶ γενικῶν συμφερόντων καὶ ἐλεύθερον δεσμῶν καὶ ὑποχρεώσεων, θέλομεν δὲ κατορθώσει πρὸ πάντων, ἵνα ὁ στρατὸς, ἱστάμενος μακρὰν τοῦ πεδίου τῆς ἐκλογικῆς πάλης, τηρῇ πάντοτε ἀκμαῖον τὸ στρατιωτικὸν φρόνημα, ἀδιάσειστον τὴν πειθαρχίαν καὶ ἀπεριόριστον τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας αὐτοῦ.
§15ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, τὸν καὶ πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, μίαν σύστασιν, ἀναφερομένην εἰς τὰς ἐσχάτως ἐπελθούσας παύσεις τοῦ γενικοῦ προξένου ἐν Λονδίνῳ κ. Σπάρταλη καὶ τοῦ ἐν τῷ αὐτῷ Προξενείῳ ὑποπροξένου γραμματέως κ. Λασκαρίδου, οἵτινες ἀμφότεροι ὑπηρετοῦσιν ἀμισθὶ, ὁ μὲν πρὸ 17, ὁ δὲ πρὸ 15 ὅλων ἐτῶν. Γνωρίσας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀμφότερα τὰ πρόσωπα ταῦτα, κατὰ τὴν ἐν Λονδίνῳ διαμονήν μου, καὶ ἐκτιμήσας ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ προσόντα αὐτῶν, ἄγομαι εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τῆς ἀπολύσεως τῶν προσώπων τούτων καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐξίσου ἠδικήθησαν· καὶ παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα μετὰ πάσης ἐπιστασίας ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ φέρῃ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν δέουσαν θεραπείαν, ἐὰν πεισθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη. Ταῦτα λέγων δὲν ἐννοῶ ν’ ἀποδώσω πρόθεσιν ἀδικίας εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἀλλὰ μόνον πεπλανημένην γνώμην περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, προελθοῦσαν ἐξ ἀνακριβῶν καὶ μεροληπτικῶν ἴσως πληροφοριῶν. Τὴν σπανίαν ἀληθῶς νοημοσύνην καὶ δραστηριότητα ὡς καὶ τὸν ζῆλον περὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων συμφερόντων τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Σπάρταλη θέλουσι βεβαίως συμμαρτυρήσει μετ’ ἐμοῦ καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑποναύαρχος κ. Τομπάζης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συνεργασθέντες ἐν Λονδίνῳ διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ἀξιότιμοι κύριοι Λάζαρος Κριεζῆς καὶ Γιαλούσης· ὁ κ. ὑποναύαρχος Τομπάζης μάλιστα οὐδέποτε ἐπαύσατο ζωηρῶς ἐκφράζων τὴν μεγάλην ὑπόληψιν, διὰ τὴν ἱκανότητα, καὶ τὴν ἄκραν εὐγνωμοσύνην αὐτοῦ, διὰ τὴν βοήθειαν, τὴν ὁποίαν μετὰ πάσης προθυμίας καὶ λίαν ἀποτελεσματικῶς ἐχορήγει πάντοτε πρὸς αὐτὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Σπάρταλης καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ἐν Λονδίνῳ βαρείας ἀληθῶς ἀποστολῆς του. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν κ. Λασκαρίδην, γνωρίζετε αὐτὸν πάντες ὑμεῖς, κύριοι βουλευταὶ, ὅσοι διετελέσατε μέλη τῆς τελευταίας Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς παρεκάθισεν ὡς πληρεξούσιος τῆς προξενικῆς περιφερείας Λονδίνου. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλως γνωστὸς ὁ ἀξιότιμος κ. Λασκαρίδης, διὰ τὴν φιλογένειαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐμπορικὸς αὐτοῦ οἶκος, ὅτε ἄλλοτε ηὐτύχει, διὰ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ ἂν πεισθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἱκανοποίησις, νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ ἐπιφέρῃ αὐτήν.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὀλίγα θέλω εἰπεῖ περὶ τούτου. Τὴν παῦσιν τοῦ προξένου Σπάρταλη δὲν ἐπροκάλεσαν τὰ ἐσχάτως μόνον συμβάντα ἐν Λονδίνῳ καὶ ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Σπάρταλης, ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνήργησεν, ἀλλὰ μία ἔκθεσις πρὸ πάντων, τὴν ὁποίαν συνιστῶ εἰς τὴν μελέτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πρωθυπουργοῦ, μία ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σχέσιν ἔχουσα πρὸς τὰ δάνεια. Παρακαλῶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν, πρὶν ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, νὰ μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Εἶναι κύριος νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει· ἀλλὰ, πρὶν ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὸν παρακαλῶ καὶ πάλιν, νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν.
§17ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν σεβαστὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο μνείαν, ἀναφέρεται εἰς τὸ δάνειον, ὅπερ συνωμολογήθη ὅτε ἐγὼ ἤμην εἰς Ἀγγλίαν, ἢ εἰς ἄλλο, ἢ καὶ εἰς ἄλλα.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι εἰς ἐκεῖνο, εἰς ἄλλο.
§19ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν διαμονήν μου ἐν Λονδίνῳ;
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ πραγματευθῶμεν περὶ ὅλων τῶν γενομένων ἐπερωτήσεων· δύναμαι ὅμως περὶ μιᾶς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς τελευταίας παρατηρῶ, ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, ἐπίσης δὲ, ὅτι ἐσχημάτισα γνώμην, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα οὐδόλως ἐδικαιολόγουν τὴν παῦσιν τοῦ κ. Σπάρταλη καὶ τοῦ κ. Λασκαρίδου. Παρατηρῶ προσέτι, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὡς ἐβεβαιώθη ἐκ τοῦ φακέλλου τῆς ὑποθέσεως, ὅτι ἐστηρίχθη ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς μόνον ἐπὶ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐν τῇ ἀποφάσει του· διότι ἐν τῇ ἐκθέσει, ἣν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπέβαλεν εἰς τὸν βασιλέα, ἀναφέρει τὸν λόγον τὸν ἐκ τῶν ἐγγράφων ὡς δευτερεύοντα, τὰ δὲ ἐσχάτως συμβάντα ἐν Λονδίνῳ ὡς τὸν κυριώτερον λόγον τῆς παύσεως. Ὅτι δὲ συμφωνῶ ἐντελῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καρυστίας, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι προεκάλεσα ἤδη τὸν ἐκ νέου διορισμὸν τῶν κκ. Σπάρταλη καὶ Λασκαρίδου καὶ ὅτι ἐκοινοποιήθησαν ἤδη πρὸς αὐτοὺς οἱ διορισμοὶ οὗτοι. Ἐθεώρησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνωσι ταῦτα τόσον ταχέως, πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων, ἅτινα εἶχον κεκτημένα δικαιώματα ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐπὶ τοῦ ἔθνους, καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς ἐν Λονδίνῳ λίαν ἀξιοτίμου καὶ φιλοπάτριδος ἑλληνικῆς κοινότητος. Ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κέας παρατηρῶ, ὅτι, ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐρχόμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν νόμων συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας αὐτοῦ. Περὶ δὲ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ὁδοὺς Σπάρτης καὶ Λεβαδείας παρατηρῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὰς γενομένας ἐπερωτήσεις εἰδικῶς θέλει λάβει τὸ ὑπουργεῖον τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν, γενικώτερον δὲ, ὅτι τὰ τῶν δημοσίων ἔργων χωλαίνουσι διὰ τὴν ἔλλειψιν προσωπικοῦ καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν χρημάτων. Περὶ ἀμφοτέρων τούτων ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει ἀπὸ τοῦδε πρόνοιαν. Περὶ μὲν προσωπικοῦ ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ καλέσωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μηχανικούς, καὶ ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους· περὶ δὲ χρημάτων, ὅτι διὰ τῶν φόρων, οὓς ἐτησίως εἰσπράττει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ ταχέως τὸ σύστημα τῶν ἀρτηριακῶν ἁμαξητῶν ὁδῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς νόμος, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετακαλέσῃ τὸ προσωπικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπερ θεωρεῖται ἀναγκαῖον, καὶ ὅπως συνάψῃ δάνειον, ὅπου ἤθελεν εὕρει αὐτὸ καταλληλότερον, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς εὐθὺς καὶ συνάμα κατασκευῆς ἁπασῶν τῶν ἀρτηριακῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους. Περὶ τούτων ἤδη διατελῶ εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τραπέζης, καὶ νομίζω μάλιστα, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις αὗται δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς περατωμέναι, περὶ δανείου 20,000,000 δραχμῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο θὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς πόρους εἰδικούς, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν θὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ἀπηύθυνα ἔγγραφα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν περὶ τῆς ἀνευρέσεως τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θέλουσι μετακληθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συμβάσεως. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι πράττομεν σήμερον παρὰ τὰ εἰθισμένα. Τὰ Κοινοβούλια συνήθως, πρὶν ἐπιληφθῶσιν ἐργασιῶν ἄλλων, ἀπαντοῦν πρὸς τὸν Βασιλέα· ὀφείλεται τοῦτο πρὸ πάντων καὶ λόγῳ ἁβρότητος καὶ λόγῳ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Βασιλείαν. Τοῦτο ἐπράξαμεν ἡμεῖς πάντοτε, τοῦτο πράττεται παντοῦ. Καὶ ἂν, κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ ἐργασίας ἁπλῆς, περὶ ἐργασίας συντόμου, δὲν ἤθελον βεβαίως ποιήσει λόγον· ἀλλὰ προτείνεται ἡ συζήτησις νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἀμφισβητοῦμεν τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων· ἐκ τούτου ἑπομένως θὰ λάβουν χώραν συζητήσεις ἐκτεταμέναι· ἐκτὸς δὲ τούτου, εἰς τὸ ἄρθρον 14 φέρεται ὅλον τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠναγκασμένοι εἴμεθα νὰ μὴ τὸ διέλθωμεν ἐν σιωπῇ· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, εἶναι ἡ θέσις μας τοιαύτη. Θέλομεν λοιπὸν ἐπιληφθῆ τῆς συζητήσεως πληρέστατα, ὅπως θέλομεν τὴν ἐπιληφθῆ καὶ ἂν ψηφισθῇ ἡ ἀπάντησις, καὶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ θέλει βεβαίως ἔλθει καὶ τὸ πολιτικὸν ζήτημα. Ἐρωτῶ τώρα, νομίζει ἡ Κυβέρνησις, πῶς ἠμποροῦμεν τῳόντι νὰ ἐξοδεύσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἡμέρας; νομίζει ἡ Κυβέρνησις, πῶς τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰ νομοσχέδια; Ἂν ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ νομίζῃ καὶ ἐπιμένῃ, ἡμεῖς τὴν εἰδοποιοῦμεν ἁπλῶς, διὰ νὰ ἤμεθα ἐν καλῇ πίστει. Ἡμεῖς αὔριον ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως, ὅπως ἐννοοῦμεν καὶ ὅπως ὀφείλομεν νὰ τὴν διεξαγάγωμεν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπράξαμεν τοῦτο ἄνευ προηγουμένης εἰδοποιήσεως, ἢ ὅτι ἐκ προθέσεως ἢ ἀπὸ σκοποῦ παρεμβάλλομεν δυσκολίαν πρὸς ἐκτέλεσιν πράξεως, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς πρὸ πάντων ἐκτελεστέα ἀπὸ τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ, ὡς σᾶς εἶπον, λόγῳ ἁβρότητος καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον πρὸ τῆς ἀπαντήσεως, ἡμεῖς εἰς τὴν γʹ συζήτησιν εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν· ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ καὶ νὰ συζητήσωμεν μετὰ τὴν ἀπάντησιν, εἴμεθα ἕτοιμοι, καὶ τοῦτο τὸ δεχόμεθα, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ προτείνῃ.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἐν ἅπασι τοῖς Κοινοβουλίοις εἴθισται ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων νὰ τάσσηται ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπίσης ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι, ὁσάκις παρουσιάζεται περίστασις ἔκτακτος, ἥτις τὴν κοινωνίαν ἅπασαν κρατεῖ μετέωρον, ἥτις τμῆμα τοῦ Κράτους κρατεῖ ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ κυρίως ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ ἐνδιαφέρον, ἵνα ἀποκατασταθῇ ἐκεῖ ἡ ἔννομος τάξις, καὶ κατόπιν νὰ γίνεται σκέψις περὶ τῶν ζητημάτων τῶν τυπικῶν. Ἐν τῇ περιστάσει ὅμως ταύτῃ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ παρουσιασθῇ κἂν τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης βουλευτής· διότι, ὡς ἐνθυμοῦνται πάντες, ὅσοι ἦσαν παρόντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν Σύνοδον, ἡ γνώμη τῶν ἀποτελούντων σήμερον τὴν Κυβέρνησιν ἦτο, ὅτι, ὁσάκις ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον γίνεται ἐπὶ Κυβερνήσεως ἄλλης παρ’ ἐκείνην, ἥτις εἰσηγήσατο πρὸς τὸν Βασιλέα τὸν λόγον, ὃν ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ἀπάντησις αὕτη λαμβάνει τυπικὸν μόνον χαρακτῆρα, καὶ συζητήσεις μακραὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν χωροῦσιν· ἑπομένως εὐθὺς ὡς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διακόψῃ τὴν κατεπείγουσαν ταύτην ἐργασίαν, ἧς ἀπὸ τῆς χθὲς ἐπελήφθη, ὅπως ψηφίσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ δὲ πολιτικὸν ζήτημα μένει ἀκέραιον. Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς θεωρεῖ, ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἐμπεριλαμβάνεται ἐν τῷ 14 ἄρθρῳ τοῦ ὑπὸ τὰς σκέψεις ἡμῶν νομοσχεδίου, δύναται νὰ ἔλθῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ πλῆρες, ἢ δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτοτελὲς ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιστάσει. Τὰ ἄτοπα λοιπόν, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία, οὐδόλως παρουσιάζονται. Νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, συνιστῶντες συνάμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, ὅπως ὑποβάλῃ ταχέως τὸ σχέδιον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει ψηφισθῆ ἀμέσως, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§26ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε καὶ προέβη εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας αὑτῆς· ἐλπίζω δὲ τὴν προσεχῆ Δευτέραν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιόν της.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας ἐπαρχίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 λέγει, ὅτι «ἅπασα ἡ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ κειμένη νομοθεσία κτλ.» Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν δυσκολίαν ν’ ἀναπληρωθῇ ἡ λέξις «κειμένη» διὰ τῆς λέξεως «ἰσχύουσης,» διότι μεταξὺ τῆς κειμένης νομοθεσίας ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρετικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν εἰς ὡρισμένους μόνον τόπους, ὡς διὰ τὴν Κέρκυραν, τὸ Γύθειον. κλπ. Λοιπὸν νὰ μὴ παρεξηγηθῇ.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐξήγησις ἡ δοθεῖσα εἶναι ἀρκοῦσα, διότι ἡ μεταβολὴ τῆς λέξεως «κειμένης» διὰ τῆς «ἰσχυούσης» δὲν πιστεύω νὰ μεταβάλλῃ τι.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. «Ἰσχυούσης καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος.» Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει σῦκα ἐν Ἠπειροθεσσαλίᾳ, θὰ δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐξαιρετικὴν διάταξιν, τὴν δι’ εἰδικὰς ἐπαρχίας ἰσχύουσαν; Νὰ τεθῇ «καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἰσχυούσης γενικῆς νομοθεσίας.»
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις, ἡ δοθεῖσα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀρκεῖ, διότι ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία ἐπεκτείνεται οἷα ὑπάρχει· ἂν ἦναι γενικὴ, ἐπεκτείνεται ὡς γενικὴ, ἂν ἦναι τοπικὴ, ἐπεκτείνεται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῇ τυπικῇ, ἐπεκτείνεται ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἔχων τοπικὴν περιφέρειαν. Ὥστε νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐξήγησις αὕτη.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς, μάλιστα.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ὑποδείξω ἔλλειψιν, ἣν ἡ Κυβέρνησις δύναται εἰς τὴν γʹ νὰ ἀναπληρώσῃ. Δὲν βλέπω, κύριοι, ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ καὶ τὴν στρατολογικὴν ἀφομοίωσιν.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι ἅπασα ἡ νομοθεσία γίνεται ὑποχρεωτικὴ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Φαίνεται, ὅτι δὲν τὸ παρετηρήσατε. (Γέλως.)
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μὴ γελᾶτε, κύριοι. Κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας γίνεται ἡ κλήρωσις τῶν στρατευσίμων τοῦ 1882 καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας πότε θὰ γείνῃ; Φαίνεται, ὅτι αὗται θὰ μείνωσιν ἐλεύθεραι τοῦ φόρου τῆς στρατολογίας κατὰ τὸ 1882. (Θόρυβος.) Μὴ ταράττεσθε, κύριοι. Ἡ ἕνωσις ἐγένετο ἀπὸ τὸ παρελθὸν ἔτος· ὤφειλε καὶ ἡ πρὶν Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα νὰ λάβῃ μέτρα σύντονα, ἵνα καὶ αἱ νέαι ἐπαρχίαι συνεισφέρωσι, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὸν φόρον τοῦ αἵματος, φόρον, τὸν ὁποῖον χάριν τούτων ὑφίσταται βαρύτατον ἡ πρώην Ἑλλὰς ἀπὸ τοῦ 1877, φόρον φοβερόν. Ὅταν, κύριοι, οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι ἡνώθησαν μὲ ἡμᾶς, χωρὶς νὰ ἐξοδεύσωμεν δι’ αὐτοὺς λεπτὸν, ὠργανισμένοι, φέροντες καὶ τοὺς φόρους των, καὶ φόρους βαρεῖς, δὲν τοῖς ἐδώκαμεν καμμίαν ἄλλην συνδρομὴν εἰμὴ διεθέσαμεν 600 ἄνδρας, τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ καταλάβωμεν τὰς ἐπαρχίας των· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἶχον τὴν φιλοτιμίαν νὰ μᾶς πληρώσωσι διπλασίως καὶ τοῦτο; διότι ἐσχημάτισαν ἀμέσως δύω τάγματα ἐξ ἐθελοντῶν. Ἐρωτῶ σήμερον τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, βλέπω, δὲν εἶναι παρών, πόσοι εἶναι οἱ ἐθελονταὶ ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν;
§36ΜΙΑ ΦΩΝΗ. 272.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. 272 μάλιστα. Λοιπὸν ἀφοῦ δὲν εἶχον τὴν φιλοτιμίαν τῶν Ἑπτανησίων, πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος διὰ τῆς Βουλῆς νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ.
§38ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ὅπου λές; (Γέλως.)
§39ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πῶς ὁμιλεῖτε περὶ ἐπαρχιῶν καὶ λαῶν, τῶν ὁποίων ἐθελονταὶ ὑπάρχουν ἀκόμη εἰς τὰ τάγματα τῆς Ἑλλάδος;
§40ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πόσοι εἶναι οὗτοι;
§41ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι τόσοι, ὅσους δὲν γνωρίζετε. (Θόρυβος.)
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω καλῶς, σὺ δὲν γνωρίζεις καθόλου.
§43ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἐξυβρίζετε οὕτω......
§44ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Αἱ νέαι ἐπαρχίαι ποτὲ δὲν ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι καὶ αἷμα καὶ χρῆμα καὶ τὰ πάντα· ἐσεῖς δὲν ἐκάμετε ποτὲ τίποτε, καὶ ἔχετε ἀκόμη καὶ πρόσωπον καὶ παρουσιάζεσθε· ἐκάματε ψευτοπολέμους μὲ τὰ παιδιά σας.
§45ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν ἐγίνοντο ἐκεῖνοι οἱ ψευτοπόλεμοι καὶ ἐπληγόνοντο τῆς πρώην Ἑλλάδος τὰ παιδιὰ, δραμόντα εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, σεῖς ἐδὼ ἀπηγγέλλετε ἐγκώμια εἰς τὰς θεατρίνας. Λοιπὸν μὴ τολμᾶτε νὰ εἰπῆτε τίποτε. (Θόρυβος.)
§46ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί κάμνετε αὐτὰς τὰς διακρίσεις, κ. Δημητρακάκη;
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἴσα ἴσα τὰς διακρίσεις θέλω νὰ πατάξω. Διατί νὰ δίδῃ φόρον τοῦ αἵματος ἓν μέρος τοῦ Κράτους, καὶ τὸ ἄλλο νὰ μὴ δίδῃ; Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, διότι, ὅταν πρόκηται περὶ ἐπιβολῆς φόρου, δὲν δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ φέρῃ νόμον, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φέρῃ τὸ οὗτον καὶ νὰ κανονίσῃ πῶς αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι ἐντὸς τοῦ 1882 θὰ δώσωσι τὴν ἀναλογίαν των εἰς τὸν στρατόν· διότι, κύριοι, αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἔχουν ἀνάγκην, καὶ ἀνάγκην μεγαλειτέραν τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, φρουρήσεως. Ἕπεται λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν στρατολογίαν πολὺ περισσοτέρους ἄνδρας παρ’ ὅσους ἀναλογοῦμεν κατ’ ἔτος καὶ δὲν εἶναι καθόλου, ὄχι δίκαιον, ἀλλ’ οὔτε ὀρθὸν, νὰ ἐπιφορτίζωνται μόνον αἱ παλαιαὶ ἐπαρχίαι καὶ τὴν φρούρησιν τῶν νέων καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν των· διότι ἕκαστος ἐννοεῖ, ὅτι ἀρκετὰ εἶναι τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἀπὸ τὸ 1877, καὶ διόλου δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ διατηρήσωμεν ἀκόμη τὰ παιδιά μας εἰς κατάστασιν ἐπιστρατείας διὰ νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέρας τὰς νέας ἐπαρχίας τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως.
§48ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδελφοί μας, κ. Δημητρακάκη, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῆτε οὕτω περὶ αὐτῶν.
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κ. Στεφανόπουλε, διότι στεροῦμαι τῆς μεγαλοφροσύνης καὶ τῶν εὐρέων πατριωτικῶν αἰσθημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶσθε προικισμένος. (Γέλως.)
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει, «μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ φύλλου τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ καταχωρισθήσεται ὁ παρὼν νόμος κτλ.» Ἡ νομοθεσία ἔχει εἰσαχθῆ ὅλη διὰ τῶν διαταγμάτων τῆς πρώην Κυβερνήσεως πρὸ πολλοῦ χρόνου. Τώρα θέλω νὰ ἠξεύρω, τί θὰ ἰσχύῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ἐντὸς τῶν 10 ἡμερῶν αὐτῶν;
§51ΜΙΛΗΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§52ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν γʹ συζήτησιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 1 ἄρθρον, ὁμοίως τὸ 2, 3, 4 καὶ 5.) Ἄρθρον 6.
§53ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πεῖρα δυστυχῶς ἀπέδειξεν, ὅτι, ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἐνεπιστεύθη εἰς Ὑπουργεῖον εἰσαγωγὴν νόμου, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐξασφαλισθῇ περὶ τῆς ταχείας ἐκτελέσεως, ἀλλ’ ἐξήρτησε ταύτην ἀπὸ τὴν ἐκπλήρωσιν ὅρων, ἐναποκειμένων εἰς τὴν διάθεσιν καὶ τὴν καλὴν θέλησιν καὶ ἱκανότητα τοῦ Ὑπουργείου, εὑρέθη μεταμελημένη· διότι ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, μὴ σκεφθεῖσα, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα δύνανται νὰ μεταβληθῶσι καὶ οἱ διάδοχοι νὰ μὴν ἐμπνέωνται ἀπὸ τὰς αὐτὰς διαθέσεις. Τοῦτο λέγω, διότι πολλοὶ νόμοι, οἵτινες ἐκανόνιζον σπουδαῖα ζητήματα, ἀναγόμενα εἴτε εἰς τὸ πολιτικὸν, εἴτε εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, δὲν ἐξετελέσθησαν ἐγκαίρως, καὶ ἐβλάβησαν σπουδαῖα τῆς πολιτείας συμφέροντα. Τοῦτο δύναται νὰ γεννηθῇ καὶ νῦν διὰ τῆς ἄνευ τροποποιήσεώς τινος παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγῆς τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς ἄρτι προσαρτηθείσας ἐπαρχίας τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁρίζει, ὅτι «ἅμα καταρτισθείσης καὶ δημοσιευθείσης τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως, ἐνεργοῦνται αἱ πρῶται δημαιρεσίαι κλπ.» Ἀλλὰ πότε θέλει καταρτισθῆ καὶ δημοσιευθῆ ἡ δημοτικὴ διαίρεσις; πότε θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ δημαιρεσίαι; ἐντὸς δύω, τριῶν μηνῶν; Πιθανὸν ὅμως νὰ ἔλθωσιν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ἄλλα πρόσωπα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ διαιωνίσωσιν ὑπὸ διαφόρους προτάσεις τήν τε διαίρεσιν καὶ τὰς δημαιρεσίας, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν ἐπιβάλῃ διὰ τοῦ ὁρισμοῦ προθεσμίας ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο. Τοσούτῳ μᾶλλον ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ προέλθωμεν εἰς συμπλήρωσιν τῆς διατάξεως, ὅσῳ περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις συγκεντρωτικώταται, διότι συγκεντροῦσι τὴν δημοτικὴν διοίκησιν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς σαφεστάτας τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις καὶ ἡ δημοτικὴ καὶ ἡ ἀστυνομικὴ τῶν πόλεων διοίκησις ὑπεβλήθησαν ἐξ ἀνάγκης καὶ προσωπικῶς εἰς αὐτὴν τὴν ἄμεσον δικαιοδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι μέχρι τῆς ἐκλογῆς τῶν νέων δημάρχων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως· ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ τάξωμεν προθεσμίαν πρὸς ἐκλογὴν κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι, ὅταν πρωτοῆλθεν ὁ μακαρίτης βασιλεὺς Ὄθων εἰς Ἑλλάδα καὶ ἔμελλε νὰ ὀργανώσῃ τὸ Κράτος, ἀπῃτήθη μόνον ἓν ἔτος διὰ νὰ ὀργανωθῇ ὁλόκληρον τὸ Κράτος, καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἐνηργήθησαν αἱ πρῶται ἐκλογαί. Σήμερον τί ἔχομεν νὰ ὀργανώσωμεν; Τρεῖς νομοὺς καὶ ἐπαρχίας μικράς· ἑπομένως δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν ἐπαρκῶς ἀνώτατον ὅρον εἰς ὀργάνωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν καὶ εἰς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν ἓξ μῆνας. Ἐὰν σήμερον παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἤτοι ἄνευ προθεσμίας πρὸς περάτωσιν τῶν ἐργασιῶν, θέλετε ἀφήσει εἰς τὸν νόμον κενὸν ἐπιβλαβές. Τὸ νομοσχέδιον ἐν ἄρθρῳ 6 ὁρίζει, ὅτι «ἅμα καταρτισθείσης καὶ δημοσιευθείσης τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως, ἐνεργοῦνται αἱ πρῶται δημαιρεσίαι ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, κτλ.» Ἀλλ’ οὕτως ἀφίνεται ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρατείνῃ τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ὑπὸ διαφόρους προφάσεις ἐφ’ ὅσον τῇ εἶναι ἀρεστόν· ἡ δημοτικὴ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ διέπηται ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν προσωρινῶν διατάξεων, ὑπαγορευθεισῶν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, καὶ θέλει διατελεῖ ἡ δημοτικὴ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ὑπὸ σύστημα δεσποτικὸν διὰ τῆς εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως συγκεντρωθησομένης δημοτικῆς διοικήσεως.— Ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ἀποτελοῦντα τὴν νῦν Κυβέρνησιν πρόσωπα, καὶ πέποιθα, ὅτι πᾶσαν προσπάθειαν θέλει καταβάλει, καὶ ἱκανότητα ἔχει, καὶ ἐμπνέεται εἰλικρινῶς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ῥυθμίσῃ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τὴν ἔκρυθμον τῶν προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν κατάστασιν. Ἀλλὰ νομοθετοῦντες ὀφείλομεν νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα καὶ νὰ νομοθετῶμεν τὰς δεούσας προφυλάξεις, διότι τὰ πρόσωπα εὐκόλως ἀλλάσσουσιν. Ἐνῷ, κύριοι, ἐπισπεύδομεν νὰ φέρωμεν τὴν ἀποκέντρωσιν, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, ὡς βλάψαντος καὶ βλάπτοντος καιρίως τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, ἀπαιτεῖται, ἵνα ὅλαι αἱ πράξεις μας τείνωσι πῶς νὰ ἔλθωμεν μίαν ὥραν ταχύτερον εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν· ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ὁδηγῶμεν τὸν τόπον εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ὄχι εἰς τὸ ἐναντίον. Ἀφοῦ ἡ Ἀντιβασιλεία, ἥτις εἶχε νὰ ὀργανώσῃ περὶ τὰς 50 ἐπαρχίας καὶ περὶ τοὺς 300 δήμους, ὅσοι κατηρτίσθησαν τὸ πρῶτον, κατώρθωσε τοῦτο ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους, πιστεύω, ὅτι ἀρκοῦν κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἕξ μῆνες, διὰ νὰ ὀργανωθῶσιν αἱ νέαι ἐπαρχίαι, νὰ καταρτισθῶσιν οἱ δημοτικοὶ κατάλογοι εἰς ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν κτλ.
§54ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι πολὺ ἕξ μῆνες.
§55ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν.
§56ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον κατ’ ἀνώτατον ὅρον νὰ ὁρισθῶσιν ἕξ μῆνες, διότι ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐργασία, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν εἶναι τυχαῖόν τι γεγονὸς, δὲν εἶναι νομικὸν πλάσμα, δὲν εἶναι πρᾶξις διοικητική· ἡ κατάρτισις δήμων εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῶν συνερχομένων εἰς δημοτικὴν κοινωνίαν. Εἰς καταρτισμὸν δήμων τινῶν πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι πολλὰ ἀναγκαῖα προσόντα Εἶναι ὅμως δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ τοῦτο ταχύτερον· ἀλλ’ ἐγὼ ὁρίζω τὸν ἀνώτατον ὅρον. Συγχρόνως δὲ ἔχω ν’ ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁρίζεται, ὅτι αἱ πρῶται δημαιρεσίαι θέλουσι γίνει ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων περιεχόντων πάντας τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ καταρτιζομένων κατὰ τὰς διατάξεις Β. Διατάγματος κτλ. Διάταγμα, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ ἢ παραχωρήσῃ δικαιώματα, ἀλλὰ δύναται νὰ διαγράψῃ τοὺς τύπους, ὑφ’ οὓς καταρτίζονται οἱ κατάλογοι, ἀναγράφοντες κεκτημένα καὶ διὰ νόμου ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα. Ἑπομένως ἀπαιτεῖται, κατ’ ἐμὲ, νὰ ὁρισθῇ σαφέστερον, προστιθεμένου «δημότας» μετὰ τὰς λέξεις «αἱ πρῶται δημαιρεσίαι θέλουσι γίνει ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, περιεχόντων πάντας τοὺς δημότας κτλ.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ τοὺς κατὰ τὰ κείμενα ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν κατὰ τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, ἥτις ἐπεκτείνεται εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ Β. Διάταγμα θὰ διαγράψῃ τὴν διαδικασίαν.
§59ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ λοιπὸν τὸ «κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.»
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, λυποῦμαι διότι δὲν ἔχω ἐλεύθερα τὰ φωνητικὰ ὄργανα, ἵνα ἀκουσθῶ εὐκρινῶς εἰς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὅστις πάσχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τοὺς διώκοντας μετὰ πάθους μίαν θεωρίαν, διότι θέλουν νὰ τὴν ἐφαρμόσουν καὶ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἐφαρμόζεται, καὶ ἰδίως τὴν θεωρίαν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀρίστη ἡ θεωρία, καὶ ἡμεῖς ἐλπίζομεν νὰ ἔχωμεν ἀφορμὴν νὰ τὴν ὑπηρετήσωμεν καὶ νὰ φέρωμεν μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὴν νομοθεσίαν χάριν αὐτῆς· ἀλλ’ ὅσοι διώκουν τὴν θεωρίαν ἐμμανῶς, ζητοῦν νὰ εὕρουν οἱανδήποτε ἐφαρμογὴν, ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει πρὸς τοῦτο τόπος. Τοῦτο συνέβη εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἀφίνομεν εἰς τὴν κρίσιν καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν δημοτικὴν διαίρεσιν ὁπόταν θέλῃ, καὶ ἑπομένως τὴν ἀφίνομεν ἐλευθέραν νὰ κατακτήσῃ τὸν καιρὸν καὶ μεταχειρισθῇ δι’ ἰδίους σκοποὺς καὶ ἴδια συμφέροντα, ἐπιτρέπομεν νὰ μείνῃ ἀδρανὴς καὶ ἀπαθής. Πολὺ μακρὰν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως· ἡ ἔννοια αὐτῆς εἶναι, ὅτι θέλομεν ζητήσει πολὺ ταχύτερον τὴν ἐφαρμογήν. Ὁ Δημοτικὸς Νόμος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἄρθρον 8. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὁποία εἶναι ἡ ἀπορία τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος: τί θὰ συμβῇ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφαρμόσῃ τὸν Δημοτικὸν Νόμον; Θέλει συμβῆ νὰ ἀθετήσῃ ὑποχρεώσεις καὶ ὅταν μία Κυβέρνησις ἀθετῇ τὰς ὑποχρεώσεις της, ὑπέχει εὐθύνας. Ἡ Κυβέρνησις χρεωστεῖ ἀνυπερθέτως ἀπὸ τῆς ἐπιούσης, ἀφ’ ἧς ἰσχύσῃ ὁ νόμος, νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν δημοτικὴν νομοθεσίαν. Εἶναι παραγνώρισις τῆς ὑποχρεώσεως νὰ θέσητε προθεσμίαν εἴτε ἓξ μηνῶν, εἴτε πλέον ἢ ἔλαττον διὰ τοῦτο ἠπόρησα, διότι θέλετε νὰ πράξητε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνησυχεῖτε. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀμέσως τὸν Νόμον τὸν Δημοτικὸν ἅμα προβῶμεν εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν δήμων. (Θόρυβος.)
§61Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ παρεξηγεῖτε· κάμνετε ὑποθέσεις ἰδικάς σας καὶ διαστρέφετε τὰ πράγματα.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐσεῖς ἐνταῦθα ἐκάματε συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς ὑποθέσεις. Ἐγὼ οὕτω γνωρίζω τὴν λογικήν, ὅτι, ὅπου βλέπω συμπεράσματα, πρέπει ν’ ἀνατρέξω εἰς τὰς ὑποθέσεις, ἐξ ὧν ὁρμῶνται. Διὰ νὰ πολεμήσω τὸ συμπέρασμά σας, ἀνέρχομαι εἰς τὰς ὑποθέσεις. Ἅμα μία αὐτῶν δὲν σᾶς ἀρέσῃ, τὴν ἀφίνω, ζητῶν νὰ εὕρω ἄλλην· μία δὲ εἶναι, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ταχέως ὁ νόμος, διὰ τοῦτο θέλετε νὰ δεσμεύσητε τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τὸ αὐθαίρετον, ὥστε νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου. Ἂν δὲν δέχησθε αὐτὴν τὴν ἀνάλυσιν, τότε εἶσθε ἐχθρὸς τῆς ἀναλύσεως, καὶ δὲν εἶχον ἄδικον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, μὴ ἀνεχόμενος ὑποθέσεις, ἀρνεῖσθε τὴν λογικὴν συνάφειαν ὑποθέσεως καὶ συμπεράσματος. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἄνευ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως δὲν ὑπάρχει περίστασις νὰ τεθῇ οἱαδήποτε προθεσμία, οὐδὲ βλέπω ἄλλην ὑπόθεσιν πιθανήν. Ἐγὼ προσεῖχον πολύ, καὶ τόσον πολύ, ὥστε ἀνέτρεξα μέχρι καὶ αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ σεῖς, ἐνῷ βλέπετε, ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι ἀσθενής, δὲν ἔχετε τὴν ἀνοχὴν νὰ ἐλτεθῆτε ὑπὸ μίαν ἐπίκρισιν. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀκούσω νὰ ὁμιλήσητε ἐκ νέου, ν’ ἀναλύσητε τοὺς λόγους μου, νὰ τοὺς κόψητε εἰς τεμάχια· θὰ μείνω ἐν πλήρει ἀπαθείᾳ. Ἂν ἴδω δὲ, ὅτι ἡ φωνή σας πάσχει, δὲν θὰ ἔχω τὴν φιλανθρωπίαν νὰ σᾶς ἐνοχλήσω. Ἔρχεται τὸ ἕτερον, ὅτι δῆθεν μένει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ εἴπῃ τίνες εἶναι δημόται. Οὔτε εἰς τὴν διάνοιαν ὑπάρχει, οὔτε εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου ποῖος εἶναι ὁ δημότης· ὁ δημότης ἐξάγεται ἀπὸ τὸν δημοτικὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος κατέστη ὁριστικός· ὁ δημότης εἶναι ὁ κάτοικος τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν φθάνουσι τὰ ὅρια τοῦ δήμου· περὶ τούτου δὲν δίδεται καμμία ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἡ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν καταλόγων.
§63ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, εἶναι πολὺ καλά. Ἀλλ’ ὑποθέσατε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θέλει νὰ μὴν ἔχῃ οὔτε δημάρχους, οὔτε τίποτε ποῦ θὰ παραπονεθῶσιν οἱ δημόται, ὁ λαός; Ἡμεῖς ἔχομεν ὅλα τὰ πιστὰ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ἔρχεται μία σατανικὴ Κυβέρνησις· ποῦ θὰ καταντήσωμεν; Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τεθῇ μία προθεσμία τριῶν μηνῶν τοὐλάχιστον· ἡμεῖς δὲ θὰ εὐγνωμονῶμεν τὰ μέγιστα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπισπεύσῃ ἀπὸ αὔριον.
§64Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ κακοφαίνεται, ὅτι παρεξηγήθην ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ὤφειλε νὰ τηρῇ πλείονα ἁβρότητα πρὸς ἄνθρωπον ὑποστηρίζοντα αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῶν ἀσθενῶν δυνάμεών του.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἦτο ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως.
§66ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν προῆλθον εἰς συμπλήρωσιν διατάξεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὤφειλε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὡρμήθην εἰς τοῦτο ἐκ πεποιθήσεως καὶ οὐχὶ ἐκ πλαγίων σκέψεων. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ποῦ εὑρίσκεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα; Ἀπορῶ πῶς ὁ σοφὸς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέρχεται εἰς τοιαύτην ἐρώτησιν, ἀπέναντι σαφῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, καθιστωσῶν πασιφανῆ τὴν συγκέντρωσιν. Μ’ ὅλον τοῦτο ὡς ἐκ περισσοῦ θέλω διαλύσει τὴν ἀπορίαν του. Τὴν συγκέντρωσιν, κύριε ὑπουργὲ, εὑρίσκω εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις, νὰ παύῃ καὶ νὰ διορίζῃ τοὺς δημάρχους, ὁσάκις ἐγκρίνει, μέχρι τῶν πρώτων δημαιρεσιῶν, ὅτε ἄρξεται ἡ δι’ ἐκλογῆς ἀντικατάστασις τῶν ἀπολυομένων κλπ. Τὴν συγκέντρωσιν εὑρίσκω, κύριε ὑπουργὲ, εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀστυνόμων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν σύστασιν διοικητικῶν ἀστυνόμων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Ἠπείρῳ. Τὴν συγκέντρωσιν εὑρίσκω ἐν γένει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς διὰ Β. Διαταγμάτων συμπληρώσεως ἐλλειπουσῶν διατάξεων· ἤτοι εὑρίσκω ταύτην εἰς τὸ ὅλως αὐθαίρετον, καὶ ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργείου ἐξαρτωμένην τύχην τῶν δημάρχων καὶ ἀστυνόμων, καὶ ἐν γένει τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, μέχρι τῶν πρώτων δημαιρεσιῶν, ὅτε ὁλοσχερῶς θέλει κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐφαρμοσθῆ καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας ὁ ἐν τῷ πρῴην Βασιλείῳ ἰσχύων Δημοτικὸς Νόμος.
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἔχομεν δημάρχους.
§68ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ τοὺς νῦν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις ὑπάρχοντας. Παύετε αὐτοὺς καὶ διορίζετε ἄλλους, οὓς θέλετε· τὸ παραδοξότερον δὲ εἶναι ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ θέλει διορίζει ἀστυνόμους, τοὺς ὁποίους θέλουσι πληρόνει οἱ δῆμοι, κατὰ τὸν ἐφαρμοζόμενον δημοτικόν μας νόμον· διότι δὲν γίνεται διάκρισις περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου πληρωμῆς τῶν δαπανῶν τούτων. Αὐτὸ εἶναι τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς προῆλθεν εἰς ἄρνησιν τούτου. Δὲν ὡμίλησα, κύριοι, ἐκ δυσπιστίας πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν· πέποιθα δὲ εἰς τὴν καλὴν θέλησιν καὶ εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Κυβέρνησιν προσώπων, ἔτι δὲ εἰς τὴν ἱκανότητά των ὅτι θέλουσι κατορθώσει ἐντὸς τοῦ δυνατοῦ βραχέος διαστήματος νὰ ὀργανώσωσι τὰς προσαρτηθείσας ἄρτι ἐπαρχίας, νὰ καταρτίσωσι τοὺς δήμους καὶ νὰ ἐνεργήσωσι τὰς δημαιρεσίας. Θέλει δὲ εἶσθαι ἐπαινετὴ ἡ Κυβέρνησις ἂν κατορθώσῃ τοῦτο ἐντὸς τριῶν, ὡς λέγει ὁ κύριος ὑπουργὸς, μηνῶν, ἢ καὶ πρότερον· ἀλλὰ τὰ προηγούμενα μὲ ἔκαμον νὰ δειλιῶ πρὸς τὸ μέλλον· διότι σήμερον εἶσθε ὑμεῖς ὑπουργοὶ, ἀλλὰ τίς οἶδε ποῖος δύναται νὰ ἦναι αὔριον. Ἐγὼ προέτεινον συμπλήρωσιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6, ἀφορῶν εἰς τὸ μέλλον καὶ ἐπιδιώκων τὴν κατάρτισιν νόμου ὅσον ἐνδέχεται τελείου καὶ σαφοῦς· διότι ἔχω, ἐκτὸς ἄλλων, ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι πολλάκις Κυβερνήσεις συνέλαβον μίαν ἰδέαν ἐν τῷ νῷ, ὑπεμνημάτισαν ταύτην, τὴν μετέβαλον εἰς νομοσχέδιον, εἰσήγαγον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, συνέστησαν τὴν ἄμεσον συζήτησίν του ὡς λίαν κατεπείγουσαν, ἄνευ προηγουμένης προσυζητήσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρασύρασαι δὲ τὴν πλειονοψηφίαν, κατώρθωσαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκυρώθη τοῦτο εἰς νόμον· ἀλλ’ οὗτος ἔμεινεν εἰς ἀχρηστίαν, ἢ ὑπεβλήθη διὰ νέας προτάσεως εἰς μεταῤῥυθμίσεις, ἀπαντηθέντων προσκομμάτων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἤθελον ὄργανα πειθήνια. Δὲν θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τὰς καλὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω πληρεστάτην ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τί τὴν βλάπτει νὰ δεχθῇ τὴν προθεσμίαν τῶν τριῶν μηνῶν. Ἐγὼ προέτεινον ἓξ μῆνας· φρονεῖ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ πάντα ἐντὸς τριῶν μηνῶν; τόσῳ τὸ καλλίτερον· πρέπει ὅμως νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ προθεσμία ἀνωτάτου ὅρου, διότι πάντοτε εἰς τὴν ἐξουσίαν οἱ ἄνθρωποι φύσει θέλουσι νὰ ἐκτείνωσι τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας των, καὶ διὰ τοῦτο τίθενται ἐν τοῖς νόμοις ὅροι περισταλτικοί. Ἐὰν ἀρνῆσθε νὰ θέσητε προθεσμίαν, παρεμβάλλετε ὑπονοίας, ἐνῷ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν διανοεῖσθε παράτασιν τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως τῶν προσαρτηθεισῶν ἐπαρχιῶν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ κατάλογος θὰ κάμνῃ τοὺς δημότας. Ὄχι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Οἱ δημόται εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς γνωστοὶ, καὶ οὗτοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, ὁ δὲ ἐκλογικὸς κατάλογος κάμνει ἐνεργὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἠξεύρετε, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Εὐρώπης κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἦναι ἐκλογεὺς, ἂν δὲν κατῴκησεν ἓξ μῆνας εἰς τὸν τόπον. Ἐδῶ εἶναι ἔκτακτος ἡ περίστασις, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνδιαφέρονται, δὲν πονοῦν τὸν τόπον, καὶ νὰ κάμητε αὐτοὺς δημότας καὶ δημάρχους. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐννοοῦν πάντας τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, καὶ παύει ἡ διαφωνία μου· ἀλλ’ ἐπιθυμῶ μόνον νὰ προσδιορισθῇ προθεσμία τριῶν, ἢ ἓξ μηνῶν, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἵνα μὴ διαιωνισθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἔκρυθμος κατάστασις, νὰ προστεθῇ δὲ καὶ ἡ φράσις, ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν ἐκλογέων θέλουσι καταρτισθῆ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχῃ λόγος νὰ τεθῇ ὡρισμένη προθεσμία, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ περιορισμὸς ἐξάγεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν περίπτωσιν τῶν ἑπομένων δημοτικῶν ἐκλογῶν. «Αἱ ἐκλεχθησόμεναι, λέγει, πρῶται δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσι καὶ ἐφ’ ὅλην τὴν ἑπομένην τετραετίαν, μεθ’ ἣν ἐνεργηθήσονται ἐν ταὐτῷ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δημοτικαὶ ἐκλογαί.» Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν τὸ ἄρθρον αὐτὸ θέτει φραγμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ διεξαγάγῃ τὰς πρώτας δημοτικὰς ἐκλογὰς πρὶν ἢ ἔλθῃ τετραετία. Ὥστε ὅριον ἐνταῦθα εἶναι δέκα τρεῖς μῆνες. (Θόρυβος.) Πρόκειται, κύριοι, νὰ γείνῃ ὁ σχηματισμὸς τῶν δήμων ὡς προβλέπει τὸ ἄρθρον 3. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν θὰ ἐπιτρέψητε εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, θὰ δώσητε δύω ἢ τρεῖς μῆνας προθεσμίαν πρὸς τὸν καταρτισμὸν αὐτῶν τῶν δήμων, πρὸς τὸν καταρτισμὸν τῶν καταλόγων, μεθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὰς δημαιρεσίας.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αὐταὶ αἱ παρατηρήσεις.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκεται.)
§72ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἀποδέχεται πρότασίν τινα, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ὡς κατηρτίσθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας· περιέχει καὶ ἕτερά τινα, τὰ ὁποῖα θέλει ἰδεῖ ἡ Βουλὴ ὅταν τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 καὶ τὰ ἑπόμενα 10, 11 καὶ 13 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§74ΙΩ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέχων, κύριοι, νὰ ἐξετάσω σήμερον, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται βασιλικῶν διαταγμάτων, προτιμήσασα τὸ μέτρον τοῦτο ἀπὸ τὸ ἕτερον, τοῦ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, θέλω προβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης διατασσομένων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν πρεσβεύω, ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀναπληροῖ τὴν νομοθετικὴν ἀπουσιάζουσαν, ὁσάκις τὸ καλέσῃ ἡ ἀνάγκη καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἔχω γνώμην ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι δὲν γινώσκω τὰ πράγματα, δὲν δύναμαι ἤδη νὰ ἐκτιμήσω τὰς περιστάσεις ἐκείνας, αἵτινες ἠνάγκασαν αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἑπομένως θέλω περιορισθῆ σήμερον ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς διατάξεως ταύτης. Ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρατηρῶ, ὅτι ὑφίσταται καὶ ἀντίφασις καὶ ἀνακολουθία Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, κύριοι, πρόκειται νὰ κηρύξωμεν ἅπαντα τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου ἄκυρα· πρόκειται πρὸς τούτοις νὰ κηρύξωμεν τοιαῦτα καὶ τὰ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κατόπιν ἐκδοθέντα, καὶ ὄχι μόνον πρόκειται νὰ τὰ κηρύξωμεν ἁπλῶς ἄκυρα, ἀλλὰ πρόκειται καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν νόμον δύναμιν ἀναδρομική· πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς γεννήσεως αὐτῶν καὶ νὰ θεωρήσωμεν αὐτὰ ὡς μὴ ὑπάρξαντα, ὡς μὴ λαβόντα ποσῶς χώραν. Καὶ ἐνῷ, κύριοι, πρόκειται νὰ τὰ θεωρήσωμεν ὡς τοιαῦτα, ὡς μὴ λαβόντα ποσῶς χώραν, πρόκειται ἐν τούτοις κατ’ ἀντίθεσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι αἱ πράξεις, αἱ ἐξ αὐτῶν τῶν διαταγμάτων προκύψασαι, δύνανται νὰ λάβωσι κῦρος· πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἀπαύγασμα εἶναι νόμιμον, εἶναι δίκαιον, εἶναι χρήσιμον· πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἅπασαι αἱ πράξεις, αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῶν διαταγμάτων ἐκείνων καὶ δυνάμει αὐτῶν, ἔχουσι πλῆρες κῦρος· πρόκειται νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλαι αἱ δικαστικαὶ πράξεις, ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ φέρουσαι τύπον δημοσίας ὑπηρεσίας, ἔχουσι κῦρος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ἐνῷ πρόκειται νὰ δώσωμεν κῦρος εἰς τὰ πράξεις, ἐρχόμεθα εἰς ἑτέραν ἀντίφασιν, πρόκειται τουτέστι νὰ θεωρήσωμεν τοὺς λειτουργοὺς, ἐξ ὧν ἀποῤῥέουσιν αἱ πράξεις, ὡς μὴ ὑπάρξαντας, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐνήργουν αὐτὰς δὲν εἶχον καμμίαν ἐξουσίαν, δὲν εἶχον οὐδένα τίτλον δημόσιον, ἦσαν ἁπλοῖ ἰδιῶται, παντοπῶλαι, ὀπωροπῶλαι, ἦσαν ἄνθρωποι τυχαῖοι, οἵτινες ἀντεποιήθησαν ἀρχὴν καὶ ἐν τούτοις τὰς πράξεις αὐτῶν καλούμεθα διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ τὰς θεωρήσωμεν ἐγκύρους. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ ἀντίθεσις τῆς διατάξεως ταύτης· πρόκειται νὰ συναρμολογήσωμεν τὰ φύσει καὶ θέσει ἀσυνάρτητα, ὅπως ἀποτελέσωμεν διάταξιν νόμου. Πάντες ἡμεῖς, κύριοι, καὶ οἱ ἡμέτεροι συμπολῖται Θεσσαλοὶ καὶ Ἠπειρῶται εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀκούσωμεν καὶ ἴδωμεν ἐφαρμοζομένους εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, διότι ἡ ὕπαρξις τῶν νόμων εἶναι ἡ ὑπερτέρα ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Οἱ πολῖται, πιστεύοντες ἐν ψυχῇ, ὅτι διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ νόμου, πιστεύουσιν ἐπίσης, ὅτι τοῦ νόμου οὐδεὶς δύναται νὰ ᾖ ὑπέρτερος. Ἡ πεποίθησις δὲ αὕτη, λέγω, ἐν ψυχῇ εἶναι ἀπόδειξις ἐλευθέρας χώρας, εἶναι ἀπόδειξις εὐνομουμένης πολιτείας. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο· ὅταν μετ’ οὐ πολὺ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων, βεβαίως, λέγω, τότε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θέλει φέρει, ἐκ τῶν πραγμάτων ὁδηγούμενος, τὴν γνώμην του ἐκ πεποιθήσεως. Ἀλλὰ πῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ διατί ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον, σᾶς εἶπον, δὲν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τώρα, ἀλλὰ θὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὅταν ἔλθωσιν ἐνώπιον ἡμῶν τὰ πράγματα; Ἤδη πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν αἱ πράξεις ἐκεῖναι πρέπῃ νὰ ψηφισθῶσιν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπλημμέλησεν ἢ παρηνόμησεν, ἡ παρανομία ἢ ἡ πλημμέλεια δὲν ἔγκειται ἐνταῦθα, ἔγκειται ἀλλαχοῦ. Ἡ παρανομία, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι οἱ διορισμοὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ διορισμοὶ δημοσίων λειτουργῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ τὸν τόπον ἔκθετον. Ἐὰν ἐπλημμέλησεν ἡ Κυβέρνησις, τοῦτο ἔγκειται ἀλλαχοῦ καὶ οὐχὶ ἐνταῦθα. Δὲν πρεσβεύω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκ καθήκοντος ὤφειλον νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν διαταγὴν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των. Οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ὄχι μόνον ἐξεπλήρωσαν καθῆκον, ἀλλὰ καὶ ἀπέδειξαν αἰσθήματα φιλοπατρίας. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ τοῦτο πρέπει τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα ποῦ ἔγκειται· ἔγκειται βεβαίως μόνον εἰς τὰ πρόσωπα, εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ ἐὰν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διορᾷ συμφέρον τι εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν προσώπων, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ φέροντες τὴν εὐθύνην, ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως μὴ ἀδικήσωμεν αὐτούς. Ὀφείλομεν πρὸς τούτοις, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἰσὶ καὶ ὑπάλληλοι, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ἰσόβιοι, ἀντλοῦσι δὲ τοῦτο οὐχὶ ἐκ νόμων ἢ διαταγμάτων, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ πιστεύσῃ τὴν γνώμην μου ὡς ἀλάνθαστον· ἀλλ’ ἂν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἀπολυόμενοι τῆς ὑπηρεσίας, θέλωσι κρούσει τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης, πέποιθα ἀδιστάκτως, ὅτι θέλουσιν εὕρει ταύτην ἀνοικτὴν, καὶ θέλουσιν ἔχει ἑπομένως πλήρη ἀποζημίωσιν. Ἐὰν λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις διορᾷ συμφέρον ἐν τῇ μεταβολῇ τῶν προσώπων, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μὴ γίνωμεν πρόξενοι ζημιῶν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί διατυπόνετε; Φέρετε τροποποίησιν.
§76Ι. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ ἄτοπον τὴν διάταξιν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν προτείνει τίποτε. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 14;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἐπίλοιπα ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς δευτέραν συζήτησιν.)
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς πιστώσεως;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα τὴν ὑπέβαλε.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν ἡ πίστωσις.
§83ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ λέγω δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως εἰς ά ἀνάγνωσιν. Ἡ συνταγματικὴ διάταξις ἀφορᾷ εἰς τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν· ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν πολλάκις, ὁσάκις ὑπάρχει κατεπεῖγόν τι νομοσχέδιον, δὲν τηροῦμεν, δὲν μᾶς κωλύει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν αʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἅπαξ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς, θὰ ἦτον ἀξία λόγου ἡ παρατήρησις νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχωμεν καὶ δύω ἄλλας συζητήσεις, δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ προβῶμεν;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας πιστώσεως διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.)
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταμείου Θηβῶν. (Γίνεται μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Διαμάντη καὶ Νομικοῦ, καὶ κατόπιν ἡ διαλογή.)
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 167· ἔλαβον δὲ ψήφους, Στ. Δραγούμης 106 Κ. Κωνσταντόπουλος 106, Δ. Βουλπιώτης 106, Α. Φωτήλας 106, Γ. Φιλάρετος 104, Ν. Λεβίδης 106, Α. Μεταξᾶς 106, Η. Ποταμιάνος 106, Α. Βαλέττας 106, Α. Κέφαλος 106, Γ. Μίλησης 61, Ν. Βαλσαμάκης 61, Δ. Καπετανάκης 61, Γ. Φλωριᾶς 59, Π. Μανέτας 59. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6.