Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Θ · Session Α› Sitting 29

1882.03.04

1,417 rows · 11,636 words · 29 turns

Date
1882.03.04
Presidency
ΣΠ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Period
Θ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1882)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29

τῆς 4 Μαρτίου 1882.

Ὥρα 2 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ Μεσσηνέζης καὶ Ἀλαλάνος.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Μαρτίου 1882. Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκε τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους εἰς νέον ὑπουργεῖον συγκροτούμενον ὡς ἑξῆς: Χ. Τρικούπης πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, προσωρινῶς δὲ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, Δημήτριος Γ. Ῥάλλης ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Κωνσταντῖνος Λομβάρδος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, Π. Καλλιγᾶς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Σπυρ. Καραϊσκάκης ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Γ. Ῥοῦφος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.» Τὸ Προεδρεῖον παρουσιάσθη, κύριοι, σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ. Ἰδοὺ ἡ προσφώνησις τοῦ Προεδρείου πρὸς τὴν Α. Μ. «Μεγαλειότατε! Ἐφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καταρτισθὲν ἤδη, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλῃ Αὐτῇ τὴν συγκρότησιν τοῦ Βουλευτικοῦ Σώματος. Δράττεται δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχηθῇ ὅπως ὁ Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν σκέπην αὑτοῦ τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα μεθ’ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας.» Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀντιφώνησις τοῦ Βασιλέως... «Εὐχαριστῶ τὸ Προεδρεῖον διὰ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ ὑπὲρ ἐμοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας μου. Σᾶς συγχαίρομαι, κύριοι, διότι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ψήφου της ἐτίμησεν ὑμᾶς μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της, εὐελπιστῶ δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θέλει διευκολύνει πᾶν ἔργον ὠφέλιμον εἰς τὴν φίλην μας πατρίδα.» Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ κ. Ἀνδρέα Στράτου.

§2Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτή, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀφορᾷ εἰς ἐκλογικά.

§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἔγγραφόν μου ἀνακοίνωσιν, κύριοι, περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου ὑπουργείου ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἧς τὴν γνώμην τὸ στέμμα ἐνόμισεν, ὅτι ἱκανοποιεῖ καλοῦν ὑμᾶς εἰς τὰ πράγματα. Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι γνωστὴ, καί τοι εἰσέτι δὲν ἤρξατο αὕτη τῶν ἐπισήμων αὐτῆς ἐργασιῶν, εἶναι γνωστὴ ἐκ τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας παρέστημεν πάντες καὶ ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς κοινωνίας πανδήμους, εἶναι γνωστὴ καὶ ἐκ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐφάνη ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας εἶχεν οὐχὶ ἡ ἐπίσημος Βουλή, ἀλλὰ τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπαρτίζουσιν αὐτήν. Ποία δὲ εἶνε ἡ γνώμη αὕτη; Ἡ γνώμη αὕτη συνοψίζεται εἰς ὀλίγας λέξεις: ἡ ἀνόρθωσις τοῦ νόμου. Τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ νόμου ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἡ κοινωνία σήμερον. Ἡ κοινωνία ζητεῖ φραγμοὺς κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, κατὰ πάσης ὑπερβασίας, κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν παντὸς ἰσχύοντος καὶ κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Βουλῆς, ζητεῖ τουτέστιν ἡ κοινωνία, ὅπως διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως νέων νόμων, ἂν οἱ ὑπάρχοντες ἦναι ἀτελεῖς, περιορισθῇ ἑκάστη ἐξουσία ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ὅπου ἐν τῷ παρελθόντι ἐξουσία τις ὑπερέβη τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἡ ἐγγύησις, ἣν οἱ νόμοι παρέχουσι τῇ κοινωνίᾳ ἡ τιμωρία πρέπει νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ τὴν πραγματοποίησιν ταύτην ἀπαιτεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ κοινωνία. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα ἔχει ἴδια καθήκοντα, καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα θέλει ἐπιτελέσει πλήρη καὶ ἀνεπιφυλάκτως. Αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ τὸ Κράτος, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖαι, ὥστε εἴπέρ ποτε σήμερον τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ βαδίζομεν, νὰ ἦναι ἀσφαλὲς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀσφαλὲς, ἐὰν φανῇ οἱοσδήποτε, ἀλλὰ πρὸ πάντων, ἐὰν φανῇ ἡ Βουλὴ μὴ ἔχουσα τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιτελέσῃ ἁπάσας αὐτῆς τὰς ὑποχρεώσεις, ὅπως περιβάλῃ τὰς ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένας ἐγγυήσεις διὰ πλήρους τοῦ κύρους. Αἱ Κυβερνήσεις, ἐν κοινοβουλευτικῇ πολιτείᾳ ἐξασκοῦσιν ἐξουσίαν μεγίστην, διότι, ἂν ἡ κυβέρνησις μὴ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ κύκλου, ὃν ὁ νόμος ὁρίζει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, τὰ ἐπακόλουθα εἶνε σπουδαιότατα, ἀφοῦ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν, δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Ἐκ τῶν ὑπερβασιῶν γεννῶνται δικαιώματα τρίτων, καὶ ἂν ταῦτα μὴ ἀναγνωρισθῶσιν, ἐπέρχεται ἀδικία, διότι οἱ ἰδιῶται δὲν ἔχουσι τὰ μέσα, ἵνα ἀντιταχθῶσιν εἰς τὰ γενόμενα καὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς αὐτά, θὰ ἐζημιοῦντο ἄρα ἀδίκως, ἐὰν ἔβλεπον ἀκυρουμένας τὰς πράξεις, ἃς δὲν ἐνήργησαν, ἀλλ’ εἰς ὧν ἐνέχονται τὰς συνεπείας. Ἀλλὰ πόσω σπουδαιότερον δὲν ἀποβαίνει τοῦτο, ὅταν δὲν περιορίζηται ἡ ὑπερβασία εἰς τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις αὐτοῦ; Ἐὰν τὸν ἰδιώτην πολίτην Ἕλληνα σεβομένη ἡ Βουλή, ἀναγκάζηται ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰς συνεπείας ἑκάστης, καθ’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας κυβερνητικῆς πράξεως, πόσῳ μᾶλλον δὲν εἶναι δεσμευμένη, ὅταν ἡ ὑπερβασία ἐπήνεγκε τὰς συνεπείας αὑτῆς ἀπέναντι ξένων; Ἀδύνατος εἶναι τότε καὶ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὸ ἔθνος πᾶσα ἐνέργεια ἐπανορθωτική· ὀφείλει τὸ ἔθνος ν’ ἀποδεχθῇ τὰ γενόμενα, ὀφείλει νὰ τὰ δεχθῇ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν εὐπρεπείᾳ, διότι ἀπέναντι τῶν ξένων ἔταξεν ὡς ἀντιπρόσωπον καὶ πληρεξούσιον αὐτοῦ τὴν κυβέρνησιν, ἀνάρμοστον δ’ εἶναι ν’ ἀποκηρύττῃ τὴν ὑπογραφήν, ἧς ἐπηγγέλθη ἐκ προοιμίων, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος. Ἀπέναντι τῆς τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσίας τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δύω ἰδίως ἔθηκεν ἐγγυήσεις, πρώτην, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ χορηγῇ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐγγυῶνται ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτῶν, ὅτι δὲν θέλουσι τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης καταχρασθῆ. Ἔχουσιν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος οἱ βουλευταὶ καὶ ἄλλην ἐξουσίαν, ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν, κατόπιν τῶν γενομένων, νὰ τιμωρῶσιν εἰς παραδειγματισμὸν καὶ εἰς σωτηρίαν τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι. Εἴχομεν μέχρι τοῦδε Κυβέρνησιν, ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς προελθοῦσαν· πῶς ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, ἔργον τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἀλλ’ ἐξετάζουσα αὐτὸ, θὰ ἔχῃ βεβαίως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μόνη ἡ αὐστηρότης δύναται νὰ διασώσῃ, κατὰ τὰς παρούσας δυσχερεῖς περιστάσεις, τὸ Κράτος ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὅπως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀποδειχθῶσι φροῦδαι αἱ ἐλπίδες τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις. Τὰ ἔργα, ἅτινα θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θὰ περιβάλῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖα, ὥστε οὐδεμίαν δύναται αὕτη εὐσυνειδήτως νὰ παραλείψῃ ἐγγύησιν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα θέλουσιν ἐπιτελεσθῆ μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας. Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἣν σήμερον Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σήμερον εὑρίσκεται ἀπέναντι καταστάσεως ἐσωτερικῆς, οὐχὶ εὐαρέστου· παράλυσις εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι ἐκ τούτου δὲν εἶναι αἱ μεγαλείτεραι, διότι ταῦτα δὲν προσβάλλουσι τὰς ῥίζας τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καὶ ἐνέργεια σύντονος καὶ συστηματικὴ δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα. Οἱ κίνδυνοι οἱ μεγάλοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πέριξ ἡμῶν, ἐκτὸς ἡμῶν. Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς μεγίστας τῶν ὑποχρεώσεων. Ἐὰν ἠδύνατο σήμερον ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀφιερώσῃ ἀποκλειστικῶς ἅπασαν αὑτῆς τὴν προσοχὴν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς αὑτῆς πληγὰς, ἡ θεραπεία τῶν κακῶν, τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο σχετικῶς εὐχερής· ἀλλ’ ὅ,τι καθιστᾷ τὰ πράγματα δεινότατα, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῆς τοιαύτης ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν ἰδίως, οὐχὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πέριξ ἡμῶν χωρῶν, ἐξ ὧν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπεκδέχεται τὸ μέλλον αὑτοῦ. Ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἐπισφαλής, οἱαδήποτε δ’ ἂν ᾖ τῶν νῦν ἀνωμαλιῶν ἡ ἔκβασις, εἶναι βέβαιον, εἶναί τι, ὅπερ δὲν ἐπιδέχεται ἐν τοῖς πολιτικοῖς ὑπολογισμοῖς ἀμφιβολίαν, ὅτι ταχεῖα θέλει εἶσθαι ἡ κρίσις τῶν πέριξ ἡμῶν πραγμάτων, καὶ ἐὰν ἐν τῇ κρίσει ταύτῃ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς ἀπαράσκευοι, θέλομεν ἀπολέσει ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἡμᾶς· καὶ ἀπολλύντες ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἡμᾶς ἐκτὸς ἡμῶν, θὰ ἀπολέσωμεν ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἡμᾶς καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ βασιλείου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῶν ὅλων, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως τὸ ἐσωτερικὸν ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν θὰ εἶχεν, ἐὰν τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα θὰ ἦσαν ὁμαλά· διότι ἡ ἐσωτερικὴ ἀποκατάστασις εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς θὰ στηριχθῶμεν, ἵνα ἐνεργήσωμεν καὶ ἐξωτερικῶς. Εἰς θυσίας θὰ ὑποβληθῇ τὸ ἔθνος μεγίστας, εἰς θυσίας, χάριν τῆς παρασκευῆς τῶν δυνάμεων αὐτοῦ κατά τε ξηρὰν καὶ θάλασσαν· ὀφείλει δὲ τὰς θυσίας ταύτας ψηφίζουσα ἡ Βουλή, νὰ φροντίσῃ ὅπως ἀνταποκριθῶσι πρὸς τοὺς σκοπούς, πρὸς οὓς γίνονται, καὶ ὅπως αἱ ἐπαγγελίαι τῶν Κυβερνήσεων περὶ ἐκπληρώσεως τῶν σκοπῶν τούτων μὴ ἦναι ἐπαγγελίαι ματαιωθησόμεναι. Ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἄρα καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν τῆς χώρας καθῆκον ἔχει ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ ἀσχοληθῇ ἀνενδότως· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον εἰρήνης· ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος τῆς εἰρήνης, οὐχὶ χάριν τῶν ἀπολαύσεων, ἃς αὕτη ἐπιτρέπει, οὐδὲ καὶ χάριν ὅσων ὑπόσχεται ἡ εἰρήνη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἔχει ἀνάγκην μᾶλλον ἀπαραίτητον τῆς εἰρήνης, ἵνα δυνηθῇ ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτῆς νὰ παρασκευασθῇ πρὸς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, πρὸς τὴν ἄμυναν τοῦ ἑλληνισμοῦ, διότι δὲν εἶναι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος οὔτε ἐπὶ τῆς Ὄρθρυος, οὔτε κατὰ τὴν Ἐλασσῶνα· ὅρια τοῦ βασιλείου ἐν τῷ ζητήματι τῆς ἀμύνης εἶναι αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τὴν εἰρηνικὴν ἄρα πολιτικὴν ὀφείλει ν’ ἀσπασθῇ ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ ἡ Κυβέρνησις· ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς πάσας τὰς ξένας Δυνάμεις, ἰδίως δὲ ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν. Αἱ ἀγαθαὶ σχέσεις πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν εἶναι ἓν τῶν μέσων, δι’ ὧν δύναται ἄριστα νὰ ἐνισχυθῇ ὁ ἑλληνισμὸς διὰ τοὺς ἀγῶνας, οὓς παρασκευάζουσιν εἰς αὐτὸν ἄλλοι, καὶ αἱ φιλικαὶ αὗται σχέσεις σήμερον ἐλπίζομεν, ὅτι εἶναι μᾶλλον κατορθωταὶ ἢ ἄλλοτε, διότι σήμερον ἔχομεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν συμπολίτας ἐκ τοῦ ἔθνους ἐκείνου τοῦ γείτονος καὶ ἔχομεν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ συναδέλφους ἐξ αὐτοῦ παρακαθημένους ἐνταῦθα ἐπ’ αἰσίοις. Διὰ τῆς εἰρηνικῆς ἐν γένει πολιτικῆς, διὰ τῆς φιλικῆς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις συμπεριφορᾶς καὶ ἰδίως πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν, θὰ ἀποκτήσωμεν τὴν θέσιν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἑτοιμάσωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι ἐν τῇ ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἤθελε παύσει ἡ εἰρήνη ὑφισταμένη, οὐχὶ ἐξ ἐνεργείας ἡμῶν, οἵτινες ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς ἐπὶ πολὺν χρόνον, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐνεργείας ἄλλων, μόνος δὲ κίνδυνος εἶναι μὴ παύσῃ, πρὶν δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν παρασκευήν. Ἐν τῇ εἰρηνικῇ ταύτῃ πολιτικῇ θὰ εὕρωμεν τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως συντάξωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐπαυξήσωμεν δὲ κατὰ τὸ ἐφικτὸν καὶ τὰς ἐσωτερικὰς τῆς χώρας δυνάμεις, φέροντες αὐτὴν ὅσον ἔνεστι εἰς τὸ ὕψος τοῦ σημερινοῦ τῆς Εὐρώπης πολιτισμοῦ, δίδοντες ὤθησιν εἰς τὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς πάντα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον, ἥτις ἀποτελεῖ τὰ νεῦρα τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας. Ὀφείλομεν ἰδίως νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν προτοχὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἶναι αὕτη οὐχὶ εὐάρεστος, εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐχὶ οὐδόλως δυνάμεθα ἐν τῷ παρόντι νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν βάσιν τῆς καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προυπολογισμοῦ. Ἀλλ’ οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπελπιστικόν. Ἐὰν ἡ γενικὴ τοῦ Κράτους πολιτικὴ ἦναι τοιαύτη ὁποίαν διέγραψα, δυνάμεθα διὰ καταλλήλου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διευθετήσεως νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ οὐχὶ πόῤῥω ἀπέχοντι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον, εἶναι οὐχὶ ἐπίδειξις πλαστοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ κράτους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν ἐμμείνωμεν ἀκραδάντως ἐν αὐτῇ· ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τῆς ὅσον ἔνεστι ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἐπιτρεπούσης ὅμως πλήρη τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, τῶν πόρων τοῦ ἔθνους, ἐπαύξησιν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ἔργον, εἰς ὃ ὀφείλει ν’ ἀφιερωθῇ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ζήτημα λογιστικὸν τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ζήτημα ἀριθμῶν, οὐδὲ ζήτημα πιστώσεων, δὲν εἶναι ζήτημα αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ· Τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν καὶ πολιτικόν. Ἐὰν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ἔχωμεν ἠθικὴν, ἔχωμεν εὐσταθῆ πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζομεν ὡς ὀρθὰς, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ Κράτος νὰ προαγάγῃ ἑαυτὸ, καὶ τοῦτο ἐν μέτρῳ μεγαλειτέρῳ ἢ τὰ ἄλλα κράτη τῆς Εὐρώπης τὰ συγχρόνως μεθ’ ἡμῶν βιοῦντα· ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἔτι ἐν τοῖς σπαργάνοις καὶ πᾶσα ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς εἰσέτι δὲν ἐπραγματώθη. Δὲν διατελοῦμεν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσι τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ καὶ τῷ πολιτισμῷ πρὸ αἰώνων· ἡμεῖς σήμερον ἀρχόμεθα ποιοῦντες χρῆσιν τῶν οἰκονομικῶν στοιχείων τοῦ ἔθνους· διὰ τῆς ἐνισχύσεως ἄρα, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ εἰς τὰς δυνάμεις τὰς παραγωγικὰς τοῦ Κράτους, ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν πολὺ μεγαλείτερα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη ἐνίσχυσις ἀποφέρει εἰς ξένα κράτη. Διὰ τοῦτο πᾶσα θυσία, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ζητήσει παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῶν βιομηχανικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, τῆς συγκοινωνίας καὶ πάντων τῶν μέσων, δι’ ὧν προάγεται ἡ ὑλικὴ δύναμις, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει ἐπιψηφισθῆ προθύμως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει μᾶς χορηγήσει καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἀπεκδεχόμεθα παρ’ αὐτῆς καὶ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων. Καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας, οἵτινες δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖοι τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ ναυτικοῦ κλάδου, ὅπως καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐλπίζομεν, ὅτι καὶ τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας θέλουσι διαῤῥυθμισθῆ δεόντως. Ἰδίως περὶ ἓν ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν ἤδη ἀμέσως ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων, εἰς τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν· αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι διατελοῦσιν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει, ἐν καταστάσει ἀρχετύπῳ, τουτέστι διοικοῦνται ἄνευ νόμων. Ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διατάγματα, κανονίζοντα τὰ τῆς νομοθεσίας ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, διατάγματα ἄκυρα, οὐδεμίαν ἔχοντα ἢ δυνάμενα νὰ ἀποκτήσωσιν ἰσχὺν, ἑπομένως εὑρισκόμεθα ὡς πρὸς αὐτὰς διοικητικῶς ἀπέναντι τοῦ χάους. Καὶ πρῶτον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως σήμερον εἶναι νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς ἐννόμου καταστάσεως τῶν χωρῶν ἐκείνων. Πρὶν ἢ δοθῇ ἔννομον ἔδαφος εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως αὐτόθι, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ οὐδεμιᾶς ἄλλης ἐργασίας. Ὀφείλομεν εἰς τοὺς νέους ἡμῶν συμπολίτας νὰ παράσχωμεν τὸ μέγιστον τῶν εὐεργετημάτων τῆς πολιτείας, τὴν εὐνομίαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι βιοῦντες ἐν εὐνομίᾳ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὡς κανόνα ἐν τῇ διοικήσει αὐτῶν θεσμούς, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐπιβληθέντας εἰς αὐτούς. Παρεσκευάσαμεν ἄρα νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν, ἀφορῶν εἰς τὴν κανονικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῶν νέων ἐπαρχιῶν· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνομεν τὴν ἐπέκτασιν ἐπὶ τὰς νέας χώρας πάσης τῆς ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ ἰσχυούσης νομοθεσίας, συνάμα δὲ προτείνομεν καὶ πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι προσωρινῶς ἀναγκαῖα, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῶσιν ἐκεῖ τὰ ἐνταῦθα κείμενα. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ἐγκύρως, ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι ἰσχύουσιν ἀπὸ ἡμέρας ὡρισμένης ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἵνα καὶ οἱ νόμοι οὗτοι ἀμέσως πραγματοποιηθῶσιν· ὡς πρὸς πολλὰ ὑπάρχει ἀνάγκη μέτρων παρασκευαστικῶν τῆς ἐκτελέσεως. Αὐτὴ ἡ δημοτικὴ διοίκησις τῆς χώρας ἀπαιτεῖ δημοτικὴν διαίρεσιν, δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐγκατάστασιν τῶν νέων ἀρχῶν· μέχρι τοῦ χρόνου ἄρα, καθ’ ὃν θὰ δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, ἔδει προσωρινῶς νὰ κανονισθῶσι διὰ νόμου τὰ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας ἐκείνης, πᾶσαι δὲ αὗται αἱ προσωριναὶ διατάξεις περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν σήμερον εἰς ὑμᾶς. Πλὴν τούτου, ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν σχέσεων ἡμῶν ὡς πρὸς τὰς νέας χώρας ἀπέναντι τῶν ξένων δυνάμεων, τουτέστιν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν περὶ τῶν νέων συνόρων. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὸν τρέχοντα μῆνα καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν δαπανῶν διὰ πιστώσεως διὰ τοὺς δύω τελευταίους μῆνας, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐπίσης, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, ἐπεῖγον, διότι εὑρισκόμεθα ἐν μηνὶ Μαρτίῳ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν νομίμως εἰς οὐδεμίαν δαπάνην. Ταῦτα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σήμερον θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐντὸς λίαν βραχέως χρόνου θέλομεν ὑποβάλει καὶ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύονται ἐκ τοῦ συστήματος τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ εἰς ταῦτα καὶ εἰς ἐκεῖνα θέλει παράσχει εἰς ἡμᾶς πλήρη τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀπέδειξεν ἡ Βουλή, ὅτι εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς ἐνόσῳ διετελοῦμεν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἐν ταῖς τάξεσιν ἤδη τῆς συμπολιτεύσεως, θέλομεν ἀποδείξει πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν ἦσαν ἀληθεῖς, καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπαγγελιῶν ἡμῶν ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευθῶμεν, ἐπιδιώκοντες τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῶν βουλευτῶν καὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§4ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, μετὰ τὰς εὐρείας καὶ σαφεῖς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὀλίγα ἀπολείπονται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω ἀναγόμενα εἰς τὰ οἰκονομικά· ἐν συνόψει δύναμαι νὰ προτάξω τὰ ἀξιώματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐννοῶ νὰ πολιτευθῶ. Ἐν ὀλίγαις λέξεσι πρεσβεύω πλήρη ἔλεγχον, αὐστηρὰν οἰκονομίαν, προπαρασκευὴν εἰς ἰσοῤῥοπίαν, καθ’ ὅσον δὲν παραβλάπτονται τὰ μεγάλα τοῦ Κράτους συμφέροντα. Τὰ ἀξιώματα ταῦτα νομίζω καὶ αὐτόδηλα καὶ μὴ χρήζοντα ἀναπτύξεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν πορείαν, ἡ ὁποία θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ παρίσταμαι ἐνώπιόν σας, θέλω ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ ὑπενθυμίζω. Ἀρκεῖ σήμερον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὸν πίνακα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ὁποίαν εὕρομεν αὐτὴν κατὰ τὴν πρόοδον τῆς διαχειρίσεως. Τὰ στοιχεῖα ἔλαβον ἐκ τοῦ γραφείου καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ εἰμὴ ἐφ’ ὅσον τὸ βραχὺ τοῦ χρόνου ἐπέτρεπε νὰ συλλέξω ἀναγκαίας πληροφορίας. Τῆς καταστάσεως ταύτης τὰ ἐξαγόμενα εἶναι τὰ ἑξῆς. Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος ἔτους κατὰ τὸν τότε ψηφισθέντα προϋπολογισμόν· κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον τὰ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 49, 051.560· ἐξ αὐτῶν ἐβεβαιώθησαν 47,692,667, ὑποθέτω δὲ ὅτι δύνανται εἰσέτι νὰ βεβαιωθῶσι περίπου 3,000,000, καθόσον, ὡς γνωρίζετε, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν ἀμπέλων καὶ ἄλλα τινὰ βραδύνουν καὶ πάντοτε καθυστεροῦν πέραν τοῦ ἔτους· ἔχομεν λοιπὸν ὡς ἔγγιστα βεβαιωθέντα καὶ βεβαιωθησόμενα 50,692,157, ἄρα πέραν τῶν προϋπολογισθέντων περίπου 1,640,597. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐσόδων εἰσεπράχθησαν ἤδη 42,001,304, καὶ ἐλπίζεται προσεχῶς ἡ εἴσπραξις 5,000,000, ἑπομένως μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν εἰσπράξεων θὰ ἔχωμεν 47,000,000, ὡς ἔσοδα τοῦ λήξαντος ἔτους, ἤτοι τῆς χρήσεως, ἡ ὁποία, καθὼς γνωρίζετε, λήγει τὸν Ὀκτώβριον. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα. Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 121,155,139, προσετέθησαν δὲ διὰ διαταγμάτων ἔκτακτοι πιστώσεις δραχμῶν 9.551,027, ἐν συνόλῳ ἑπομένως τὰ ἔξοδα ἀνῆλθον εἰς 133,706,216. Ἐξ αὐτῶν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἐπληρώθησαν 80,586,725· ὑπολείπονται ἄρα ἐξ ὅλων αὐτῶν 53,119,385· δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν θέλουν ἀκόμη δαπανηθῆ ἐκ τούτων, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν πόσον ποσὸν εἰσέτι μέλλει νὰ καταβληθῇ· αἱ σημειώσεις τοῦ γραφείου δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ἐπαρκεῖς ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι πλήρεις· συμβαίνει δὲ τὸ ἄδηλον τοῦτο ἰδίως εἰς τὰ δύω ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ταῦτα, ὡς γνωρίζετε, λαμβάνουν προκαταβολὰς καὶ ἐπὶ τούτων προβαίνουν εἰς τὰς δαπάνας, δικαιολογοῦντα τὰς προκαταβολὰς, μετὰ δὲ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν δικαιοῦνται εἰς νέας προκαταβολὰς, ὅπως προχωρήσωσιν εἰς τὴν διαχείρισιν. Τοῦτο ἀκολουθεῖται ἑωσότου τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ καταστῇ ἔγκαιρος. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι μακρὰν τοῦ σημείου τούτου καὶ ὅσαι ἀπόπειραι ἐγένοντο, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ἔγκαιρον, ὅλαι ἐματαιώθησαν. Ἐν τοσούτῳ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην οὐδὲ αὐτὴ ἡ εὐκολία, ἡ ὁποία ἐγίνετο δυνάμει νόμου περιορίζοντος τὴν προκαταβολὴν, ὅπως μὴ προχωρῇ ἡ δαπάνη πέραν τοῦ μέτρου καὶ καθίσταται κατόπιν ἡ δικαιολόγησις καὶ βραδεῖα καὶ δύσκολος, οὐ μόνον, λέγω, τὸ μέτρον τοῦτο ἐτηρήθη τὸ παράπαν, ἀλλὰ προέβησαν εἰς ὑπερβολὰς, διότι βλέπετε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐν ἔτει 1880 ἔλαβεν ἄνευ χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἄνευ πιστώσεως νομίμως χορηγουμένης ὑπὸ τὴν μερίδα «προμήθεια ὑλικοῦ» δραχ. 6,728,068, ἐπὶ δὲ τοῦ 1881 ἔλαβε 2,800,000· κατὰ τὸ 1880 πάλιν δι’ ἐνταλμάτων στηριζομένων ἐπὶ πιστώσεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων 5,873,545, ὥστε τὸ ὅλον συμποσοῦται εἰς 15,101,613. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς παριστάνει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀπέναντι τούτων ἀπέδωκεν εἰς χρηματικὰ ἐντάλματα προσηκόντως δικαιολογημένα διὰ τὸ 1880 56,253, διὰ δὲ τὸ 1881 3,675,394, ὥστε μένουν ἀδικαιολόγητα ἢ δικαιολογηθησόμενα, ἐλπίζομεν, 11,669,964. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐνταῦθα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἄνευ χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ὑπὸ τὴν μερίδα «προμήθεια ὑλικοῦ τοῦ πολέμου» ἔλαβε τὸ ἔτος 1880 10,955,807, τὸ 1881 διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὡς προκαταβολὴν τοῦ δωδεκατημορίου τῶν ἐτησίων δαπανῶν, ἑπομένως ἀκόμη ἀδικαιολόγητον, 1,516,317, τὸ ὅλον 12,472,124· ὡς παρατηρεῖ δὲ ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου τ’ ἀνωτέρω ποσὰ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰς παγίας προκαταβολὰς τὰς κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἢ τοὺς εἰδικοὺς νόμους χορηγουμένας. Ἐξῆλθε προφανῶς τῶν κεκανονισμένων καὶ πόῤῥω ἀπέχει τῆς λογιστικῆς τάξεως. Ἰδοὺ εἰς ποίαν περίστασιν συντελεῖ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ πρώτου ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσα, δηλαδὴ ὁ πλήρης ἔλεγχος. Ἡ κατάστασις τῶν ταμείων ἔχει ὡς ἑξῆς. Κυκλοφοροῦντα ἐντάλματα καὶ λοιπαὶ ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ 6,675,725, μετρητὰ εἰς τὰ ταμεῖα καὶ καθ’ ὁδὸν ἐκ τῶν διαφόρων ταμείων τοῦ Κράτους 2,497,909. Παρὰ τῇ ἐθνικῇ τραπέζῃ πλεόνασμα ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν γενομένων διὰ τοὺς τόκους τῶν δανείων 264,021, τὸ ὅλον λοιπὸν ἡ ταμιακὴ κατάστασις εἶναι 9,237,655. Ἐξ αὐτῶν τὰ 6,675,725 παριστάνονται δι’ ἐνταλμάτων, ὥστε ὑπολείπονται περίπου 3,000,000. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ἐπληρώθησαν οἱ τόκοι ὅλων τῶν δανείων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τελωνιακῶν καὶ ἄλλων προσόδων, τὰς ὁποίας ἔλαβον ὡς ἐνέχυρα τὰ δάνεια· ὅλοι λοιπὸν οἱ τόκοι τῶν δανείων, ἀνερχόμενοι εἰς 8,000,000 ἐπληρώθησαν· ἐκ τούτου συνάγομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι, ἐνδέχεται ὅμως νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν, αἵτινες δὲν ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς. Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, μένει ὑπόλοιπον 11,286,604, ἐν Παρισίοις παρὰ τῇ τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προσέτι παρὰ τῇ Πιστωτικῇ τραπέζῃ 2,017,000, τὸ ὅλον 13,303,608. Εἰς ταῦτα προσθέτομεν εἰσέτι ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ δανείου 4,957, αἱ ὁποῖαι συναποτελοῦν καὶ αὗται ποσὰ 1,838,966, ἔχομεν λοιπὸν ὁμοῦ ποσὸν 15,142,565 ὑπόλοιπον ἐκ τοῦ δανείου. Δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπωμεν ποῖαι εἶναι αἱ καθυστεροῦσαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἄλλως ἤθελον ἀναγγελθῆ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ποσὸν διαθέσιμον ἐν περιπτώσει ἀνάγκης πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείψεως χρηματικῆς· δὲν ἐξηντλήθησαν τὰ δάνεια τῶν δύω τραπεζῶν τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν μέρει εἰς μεταλλικὸν καὶ ἐν μέρει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐκ τούτων μένει διαθέσιμον μεταλλικὸν 5,191,113 καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 4,012,694, τὸ ὅλον 9,803,878. Περὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐπίσης πρέπει νὰ γείνῃ λόγος, ἵνα συμπληρώσω τὴν ἔκθεσιν ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει ἀνάγκης ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 4,000,000, ὑπάρχουν ἤδη διαθέσιμα 3,855,540, διότι ἐν κυκλοφορίᾳ εἶναι μόνον 144,460. Εἶναι συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον νὰ προστρέχῃ εἰς τὰς τραπέζας, αἵτινες παρέχουν δάνεια πρὸς 1% παρὰ εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διὰ τὰ ὁποῖα δίδει 8%. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν συνόψει τοῦ Κράτους, ἣν ἐκ τοῦ προχείρου ἠδυνήθην ν’ ἀντλήσω ἐκ τοῦ γραφείου καὶ ἥτις παριστάνεται διὰ τῶν ἀνὰ χεῖρας πινάκων. Ἐκ τούτων δῆλον, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ὅπως ἐπικαλεσθῶ καὶ τὰ δύο ἀξιώματα, περὶ ὧν ἔκαμον λόγον, τοῦ πλήρους ἐλέγχου καὶ τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ὧν ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην, πρὸς διόρθωσιν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα παριστάνονται. Ἀλλὰ κατεπεῖγον εἶναι νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιψήφισις τῶν τριῶν δωδεκατημορίων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου, καθόσον ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ κινῆται ἄνευ τῶν χρηματικῶν βοηθημάτων, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς ἀπαιτεῖ μελέτην διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τὸ τρίτον ἀξίωμα τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἰσοῤῥοπίας. Τὸ πρὸ ἡμῶν Ὑπουργεῖον εἶχε προπαρασκευάσει καὶ ἐκδώσει διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν πίστωσιν δύο μηνῶν, τοῦ Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου. Ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι περιελαμβάνετο διάταξις περὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας, ὅπως αὗται αἱ δαπάναι ἐκανονίσθησαν διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἐκδοθέντων διαταγμάτων. Ἠκούσατε, ὅτι ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις σήμερον νομοσχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ τῇ βάσει, ὅτι ἐκεῖνα τὰ διατάγματα στεροῦνται κύρους, ὡς ἐκδοθέντα κατ’ ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ φέρωμεν ὑπὸ τὴν ἐπικύρωσιν ὑμῶν ἐκεῖνο τὸ διάταγμα, χωρὶς νὰ φανῶμεν ἀσυνεπεῖς καὶ ἐπιλήσμονες τῶν ἀρχῶν ἡμῶν, ἁπλῶς, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων. Ἐνομίσαμεν τοιουτοτρόπως, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν ἐξ ὑπαρχῆς περὶ τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ θέσωμεν αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐν ἀργίᾳ. Ἀρκούμεθα εἰς τὴν πίστωσιν τριῶν μηνῶν, καθόσον ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαρκέσωμεν πρὸ τοῦ τετάρτου μηνὸς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴμεθα ἐν καιρῷ νὰ ὑποβάλωμεν καὶ πάλιν ἑτέραν πίστωσιν, ἣν ἡ Βουλὴ, φρονοῦμεν, ὅτι θέλει φανῆ πρόθυμος νὰ ἐπιψηφίσῃ. Συμπεριελάβομεν λοιπὸν καὶ τὰς ἐπαρχίας ταύτας, ἀλλὰ τὰς συμπεριελάβομεν λαμβάνοντες ἐξ ἀναλογίας τὸ αὐτὸ μέτρον, μέτρον τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐνδεχόμενον, ὅτι ἐκανονίσθησαν παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δαπάναι ὑπερβαίνουσαι αὐτὸ τὸ μέτρον. Δὲν δυνάμεθα ἀμέσως τώρα νὰ προσδιορίσωμεν τὸ ποσόν· οὐχ ἧττον, ἂν δὲν ἤμεθα εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ δώσωμεν λόγον, δὲν εἶναι ὅμως καὶ δίκαιον νὰ βραδύνῃ ἡ ὑπηρεσία, διότι δὲν ἔχομεν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν ἐπιφυλαττόμεθα κατόπιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐγκριθῇ ὡς ὀρθότερον, καὶ τοῦτο ἐξήρτηται ἐπίσης ἐκ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θέλετε δώσει ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἐλπίζω, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὴν ἡμετέραν πρότασιν καὶ θέλετε θεωρήσει αὐτὴν λίαν κατεπείγουσαν, ἐπιτρέποντες ὅσον τάχιον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.

§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§6ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων φόνων εἰς τὴν Ἁγυιὰν τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ μάθωμεν ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις.

§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβον χθὲς τηλεγραφήματα περὶ τῶν συμβάντων ἐν Ἁγυιᾷ. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει δύο τηλεγραφήματα, πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν σταλέντα, τὰ ὁποῖα συμπίπτει νὰ ἔχω παρ’ ἐμοί. Ἰδοὺ τὸ ἕν. «Ἁγυιὰ, 3/15 Μαρτίου, ὥρᾳ 8. 40 π. μ. «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. «Παρελθοῦσαν νύκτα ἀποτρόπαιον κακούργημα ἔλαβε χώραν ἐν Τουρκοχωρίῳ. Δι’ ἐξωτερικῆς διαῤῥήξεως ἄγνωστοι εἰσελθόντες οἰκίᾳ Δερβίση ἐφέντη ἔθεσαν πῦρ, ἐξ οὗ ἀπωλέσθησαν 7 ἄτομα, ἡ δὲ οἰκία ἐγένετο παρανάλωμα πυρός. Ἔπαρχος μετὰ διοικητοῦ τάγματος καὶ ὑπομοιράρχου μετέβησαν ἐπὶ τόπου νύκτα πρὸς ἐνέργειαν.»

§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τηλεγραφεῖ;

§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρει ὑπογραφήν. «Ὁ ἔπαρχος Ἁγυιᾶς καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ὁ γραμματεὺς Α. Λάσκαρης.» Ἰδοὺ καὶ τὸ ἕτερον τηλεγράφημα. «Λάρισσα, 3/15 Μαρτίου, ὥρᾳ 5. 20 μ. μ. «Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. «Εἰς Τουρκοχῶρι Ἁγυιᾶς, ἔνθα ἐγένετο ἐμπρησμός, κατὰ σημερινὸν τηλεγράφημα ἐπάρχου Ἁγυιᾶς, ἀπεστάλη ἀνακριτὴς Δραγάτσης. Παρελθοῦσαν νύκτα ἄγνωστοι ἐφόνευσαν μυλωθρὸν Γκελὴλ Σαραγκιουλοὺλ, κάτοικον Μικροῦ Κισαρλῆ, εὑρισκόμενον εἰς μύλον του, κείμενον ἔξωθεν χωρίου του· τραυματίσαντες δὲ καὶ υἱόν του Χουσεΐν, μετέφερον αὐτὸν εἰς τὴν ἐν τῷ χωρίῳ οἰκίαν του, ἣν ἐλῄστευσαν, ἀφαιρέσαντες ὅσα χρήματα καὶ ὅπλα εὗρον. Ἀπεστάλη ἀμέσως ἐκεῖ προσωρινὸς ἀνακριτὴς Καραστεργίου μετὰ ἀναλόγου δυνάμεως. Ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ ἐνταῦθα δημοσία δύναμις καὶ μάλιστα χωροφυλακὴ, ἧς δύναμις ὅλως ἀνεπαρκής· ἄλλως δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια σαλευθήσεται. Β. Ἐπίτροπος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ γραμματεύς.» Ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, περὶ ἧς ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βόλου, εἶναι βεβαίως οὐχὶ εὐάρεστος. Ἐφροντίσαμεν, εὐθὺς ὡς ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, νὰ συγκεντρώσωμεν στρατὸν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐλπίζομεν ἐντὸς ταχέως χρόνου νὰ ἔχωμεν ἐκεῖ τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν πρὸς καταστολὴν τῶν ἀτοπημάτων.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν.

§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα παρ’ ἡμῶν, παρακαλῶ, ταῦτα ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς τύπωσιν καὶ κατόπιν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὡς πρὸς δὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ σταλῇ μὲν καὶ τοῦτο πρὸς τύπωσιν, νὰ σταλῇ ὅμως καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της.

§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, κατὰ πάντα σύμφωνος καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ τέως πρωθυπουργοῦ καὶ σεβαστοῦ φίλου μου κ. Κουμουνδούρου περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταμείου Θηβῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ δημόσιον, καὶ ἕνεκα τῆς θέσεως τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα οἱ κατηγορούμενοι ἀνέμιξαν εἰς αὐτὴν, εἶναι ἀξία ὅλης τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα καὶ καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς λεπτομερείας, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ διότι ἐῤῥέθη καὶ πιστεύεται δυστυχῶς παρὰ πολλῶν, ὅτι ἐπιέσθη ἡ δικαιοσύνη καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνασύρῃ εἰμὴ μίαν μόνην ἄκραν τοῦ καλύπτοντος τὴν ῥυπαρὰν ταύτην ὑπόθεσιν πέπλου. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γείνῃ εὐρεῖα καὶ πλήρης ἐξέτασις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὅπως δὲ ἐννοηθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ χρησιμότης τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ὀλίγην ὥραν, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι συγχρόνως θέλουσιν εὐκολύνει καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἐρεύνας καὶ κρίσεις τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ παραξενευθῇ κανεὶς, βλέπων με σήμερον σπεύδοντα εἰς τοῦτο· διότι πασίγνωστον εἶναι, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ δοθῶσιν αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου, καὶ διὰ τοῦτο, ὑπουργὸς ὤν, ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλή, μὴ εἰσακουσθεὶς δὲ, παρῃτήθην. Ἄλλως τε φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος εἶναι καταλληλότερος νὰ δώσῃ πληροφορίας παρὰ τὸν ὑπουργὸν, ὅστις ἀνεκάλυψε καὶ κατεδίωξε τὸ ἔγκλημα, ὅστις ἔλαβεν ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ λεπτομερῶς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅστις διὰ τοῦτο ὑπέστη τὴν ἀγριωτέραν καταφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐνόχων. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι σύντομος, διότι, καθὼς γνωρίζετε ὅσοι ὑπήρξατε καὶ ἄλλοτε βουλευταὶ, ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ περιορίζωμαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ θέματος· σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας. Ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη ἐλῃστεύετο ἀσυνειδήτως εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τὸ ταμεῖον Θηβῶν ἀπὸ τὸν διευθύνοντα αὐτὸ ταμίαν, καὶ οὐδεὶς τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν, μηδ’ ἐμοῦ ἐξαιρουμένου, ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὸ τελούμενον ἔγκλημα. Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ταμίας Θηβῶν ἦτον ὁ γνωστὸς Θ. Βελέντζας, ὅστις κατηγορήθη καὶ κατηγορεῖται καὶ δι’ ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις. Ὁ ἀνὴρ οὗτος, ἀνήκων εἰς στρατιωτικὴν οἰκογένειαν τῆς Θεσσαλίας, εἶχε σχέσεις καὶ φίλους εἰς ὅλα τὰ κόμματα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1872 ἦλθον ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου Ὑπουργεῖα ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων, αὐτὸς κατώρθωνε νὰ διατηρῆται διαρκῶς ἐν Θήβαις, ἔνθα εἶχε μέγα συμφέρον νὰ μένῃ, ὅπως μὴ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ καταχρήσεις του. Ἕνεκα τῆς ἐκ Θεσσαλίας καταγωγῆς του καὶ τῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας διετήρει μετὰ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, ἐθεωρεῖτο ὡς χρήσιμον πρόσωπον καὶ ὡς ἀναγκαῖος παράγων διὰ πᾶσαν πατριωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἀφορῶσαν τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο δὲ, καὶ διότι κατεγίνετο εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις, ἐλάμβανε συχνὰ ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ ἄφινε τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου εἰς τοποτηρητὰς τῆς ἐκλογῆς του, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τὴν ὑπηρεσίαν ὑπ’ εὐθύνην καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ. Ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν, ὅτε ἐκινήθη τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων, ἦτο σχεδὸν ἀεικίνητος καὶ ἀπῆλθεν ἐπὶ κεφαλῆς σώματος ἐθελοντῶν εἰς Θεσσαλίαν, ἔνθα, ὡς ἤκουσα παρὰ πολλῶν, διεκρίθη διὰ τὴν ἀνδρείαν του καὶ τὰ κατορθώματά του. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης τὸ ἔλλειμμα ἔλαβε μεγαλειτέρας διαστάσεις καὶ ἐπὶ τέλους ὑπερέβη τὰς 800,000 δραχμῶν. Εἶναι δὲ περίεργος καὶ ἴσως πρωτοφανὴς ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκάλυπτε τὸ κολοσσιαῖον τοῦτο ἔλλειμμα καὶ δὲν ἄφινε νὰ γίνῃ ἐκ πρώτης ὄψεως καταφανές. Ὅλα τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ἔχουσιν ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν μεταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν διαφορὰν καὶ τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τοῦ καθημερινοῦ λεγομένου βιβλίου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀπὸ τὸ παθητικόν· τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο δὲν συνίσταται εἰς μετρητὰ, διότι οἱ ταμίαι ἐνεργοῦσι καὶ πληρωμὰς, τὰς ὁποίας, εἴτε διότι συνδέονται μὲ ἄλλας, εἴτε διότι δὲν φέρουσιν ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δὲν δύνανται νὰ ἐγγράψωσιν ἀμέσως εἰς τὰ βιβλία των, καὶ διὰ τοῦτο, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν διάκρισιν πόσα ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς ταμείοις εἰς χρήματα καὶ πόσα εἰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς Αἱ ἀποδείξεις τῶν τοιούτων πληρωμῶν εἶναι τὰ καλούμενα ἀντίτιμα, φυλάττονται δὲ εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον ἀντὶ μετρητῶν, καὶ χρησιμεύουσι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου. Διὰ νὰ γνωρίζῃ δὲ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὸ ποσὸν τῶν ὑπαρχόντων εἰς τὸ ταμεῖον χρημάτων, ὀφείλουσιν οἱ ταμίαι εἰς τὰς δεκαημέρους καταστάσεις νὰ σημειώνωσι πόσον μέρος τοῦ ὑπολοίπου συνίσταται εἰς μετρητὰ καὶ πόσον εἰς ἀντίτιμα. Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι ταμίαι, ὅσοι ἐφάνησαν σφετερισθέντες δημόσια χρήματα, ἀφήρουν συνήθως μέρος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα αἱ καταστάσεις των παρουσίαζον· διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὰ συνήθη ἐλλείμματα εἶναι ἀνάλογα μὲ τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ κρατῶνται διαθέσιμα εἰς ἕκαστον ταμεῖον. Ἑπομένως καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου Θηβῶν, ἐὰν ἦτο ἐκ τῶν συνήθων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰς 20 ἢ 30 χιλιάδας δραχμῶν, διότι μόλις τοσοῦτον ποσὸν ἠδύνατο νὰ κρατῇ πρὸς ἐνέργειαν τῆς δοσοληψίας του. Ἀλλ’ ὁ Βελέντζας, μὴ ἀρκούμενος εἰς τόσον μικρὸν ποσὸν καὶ ἀναγκαζόμενος νὰ ἔχῃ μέγα ὑπόλοιπον, ἐσημείονεν εἰς τὰς καταστάσεις του ὀλίγα χρήματα, καὶ διὰ τὸ ἐλλεῖπον ἔγραφεν, ὅτι ἀντεπροσωπεύετο ἀπὸ ἀντίτιμα, ἐνῷ ἀντίτιμα εἶχεν ὀλίγιστα. Τὴν δολιότητα ταύτην ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ἀνακαλύψωσιν οἱ κατὰ πᾶσαν λῆξιν τοῦ ἔτους ἐνεργοῦντες τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ ταμείου διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη οὐδένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, εἰμὴ τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ πλῆρες τὸ ὑπόλοιπον, εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ἀντίτιμα. Εἶναι μάλιστα κεκανονισμένον νὰ καταγράφωνται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τόσον τὰ εἴδη τῶν νομισμάτων, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται τὸ χρηματικὸν, ὅσον καὶ μία πρὸς μίαν αἱ ἀποδείξεις, αἱ ἀποτελοῦσαι τὰ ἀντίτιμα. Ἀλλ’ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, εἴτε ἐξ ἀπειρίας, εἴτε ἐκ προθέσεως, περιωρίζοντο εἰς μόνην τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν χρημάτων καὶ ἐνέγραφον εἰς τὸ πρωτόκολλον μὲ γενικὰς λέξεις, ὅτι ὑπῆρχον ἀντίτιμα ἱκανὰ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ὤφειλε ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον, δεχόμενον καὶ ἐξελέγχον τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπιθεωρήσεως, ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαιτῇ τὴν λεπτομερῆ σημείωσιν τῶν ἀντιτίμων, διὰ νὰ βλέπῃ ἐκ τίνων πληρωμῶν συνίστανται καὶ φροντίζῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως αὐτῶν, καθόσον δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ ὑπάρχῃ μέγας ὄγκος ἐκκρεμῶν πληρωμῶν εἰς τὰ ταμεῖα. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον παρέλιπε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀνακαλυφθῇ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους ἡ κατάχρησις. Δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐὰν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔπραττεν ἐκ προθέσεως τὴν παράλειψιν ταύτην, διότι γνωρίζω ἐξ ἄλλων περιστάσεων, ὅτι οἱ ἐν τῷ Λογιστηρίῳ, θεωροῦντες ὅλως τυπικὰς τὰς κατ’ ἔτος γινομένας ἐπιθεωρήσεις, δὲν ἐξελέγχουν κανονικῶς τὰ πρωτόκολλα, ἀλλὰ τὰ θέτουσι κατὰ μέρος, ὅπως ἀποσταλῶσιν ἐν καιρῷ εἰς τὸ Συνέδριον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Βελέντζας ἔμενεν ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀφῄρει κατ’ ἔτος μυριάδας δραχμῶν, ἐσχάτως δὲ καὶ ἀνὰ ὁλόκληρον ἑκατοντάδα χιλιάδων· οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργῆται τοσοῦτον μεγάλη ὑπεξαίρεσις χρημάτων εἰς ταμεῖον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐφαίνετο ἔχον πλέον τῶν τριάκοντα χιλιάδων δραχμῶν! Ἐν τούτοις κατὰ τὰ τέλη Φεβρουαρίου 1880 ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος προὐκάλεσε διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπελύετο τῆς ὑπηρεσίας ὁ Βελέντζας· ἀλλὰ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐξετελέσθη οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἀπομακρυνθέντα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ ὑπουργείου, οὔτε ἀπὸ τὸν διάδοχον αὐτοῦ κ. Τρικούπην. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς του ὁ κ. Τρικούπης ἔλαβεν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν, πληροφοροῦσαν αὐτὸν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν τῷ ταμείῳ Θηβῶν ἔλλειμμα 50 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ μετεκαλέσατο ἐνταῦθα τὸν ταμίαν Κορινθίας κ. Τσικνόπουλον, ὅπως τὸν ἀποστείλῃ εἰς Θήβας πρὸς ἐπιθεώρησιν. Ἀλλὰ παραστάσεις τοῦ νομάρχου Ἀργολίδος ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ τὸν στείλῃ κατὰ προτίμησιν εἰς Ναύπλιον πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ἐκεῖ ταμείου. Ἦτον ἀκόμη ἐνταῦθα ὁ κ. Τσικνόπουλος, ὅτε κατὰ τὴν 13 Ὀκτωβρίου, διαδεχόμενος τὸν κ. Τρικούπην, ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, καὶ παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν μου μετὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ Γεν. Λογιστήριον Σαμοθράκη μὲ ἠρώτησεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ προκατόχου μου, ἢ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του. Εἰς ἀπάντησιν τῷ εἶπον, ὅτι, ὅπως ἐκδώσῃ τοιαύτην διαταγὴν ὁ κ. Τρικούπης, πρέπει νὰ εἶχε σπουδαῖον λόγον, καὶ δέον ἡ διαταγή του νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀπῆλθε λοιπὸν εἰς Ναύπλιον, καὶ ἐνεργήσας τὴν ἐξέλεγξιν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν θέσιν του. Περὶ δὲ τῶν ὑπονοιῶν, ὅσαι εἶχον ἐγερθῆ διὰ τὸ ταμεῖον Θηβῶν, οὐδένα μοὶ ἔκαμε λόγον οὔτε ὁ Σαμοθράκης, οὔτε ὁ Τσικνόπουλος. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐζήτησεν ὁ Βελέντζας ἄδειαν ἀπουσίας καὶ ἐχορήγησα μὲν αὐτὴν, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ δυσκολίας, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, οἱ ταμίαι ἀναχωροῦντες ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφίνουν τὰ ταμεῖα εἰς τοποτηρητὰς τῆς ἐκλογῆς των· ἐγὼ δὲ, μὴ εὑρίσκων εὔλογον νὰ μένῃ ἡ διεύθυνσις τοσοῦτον σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς ἰδιώτας, ὑπῆρξα πάντοτε φειδωλὸς εἰς τὴν χορήγησιν τοιούτων ἀδειῶν. Ἐλθὼν ἐνταῦθα ὁ Βελέντζας, παρέστησεν, ὅτι, ἕνεκα τῶν ἐπικειμένων περιστάσεων, εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ μακρὰν ἄδειαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰ τελούμενα καὶ τελεσθησόμενα ἐν Θεσσαλίᾳ πατριωτικὰ ἔργα. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὑπεστήριζον καὶ πολλὰ οὐχὶ τυχαῖα πρόσωπα. Λέγω δὲ τοῦτο, ἁπλῶς διὰ νὰ καταδείξω τὴν ἐπικρατοῦσαν περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ ἀνθρώπου γενικὴν ἰδέαν, καὶ οὐχὶ διὰ νὰ ῥίψω εἰς ἄλλον τὴν εὐθύνην· διότι ὅ,τι πράττω ὡς ὑπουργὸς, τὸ πράττω ἐξ οἰκείας θελήσεως, καὶ φέρω ὅλην τὴν εὐθύνην. Ἐπειδὴ δὲ ἔδωκα εἰς ὅλους νὰ ἐννοήσουν, ὅτι ἀδύνατον ἦτον εἰς ἐμὲ νὰ χορηγήσω ἄδειαν εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἐπρόκειτο ν’ ἀπέλθῃ καὶ νὰ ἐκτεθῇ εἰς κινδύνους, παρεκλήθην νὰ διορίσω καὶ διώρισα διάδοχον τοῦ Βελέντζα τὸν Α. Γκορτζῆν, περὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι ἔχει ἀρκοῦσαν ἱκανότητα καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρόσωπον ἄγνωστον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἶχε χρηματίσει οἰκονομικὸς ἔφορος, γραμματεὺς οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ἔπαρχος. Ὅτε ὁ Γκορτζῆς διωρίσθη ταμίας Θηβῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ παραλάβῃ τὸ ταμεῖον, τὸ ὑπόλοιπον συνίστατο εἰς 680,000 δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλίγιστα ἦσαν μετρητὰ, τὰ δὲ ἄλλα ἀνεπληροῦντο ἀπὸ ἀντίτιμα. Εἶναι δὲ κανονισμένον τὴν παράδοσιν τοῦ ταμείου νὰ ἐνεργοῦν οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ ἀντίτιμα εἶναι διατεταγμένον ὄχι μόνον νὰ καταγράφωνται ἓν πρὸς ἓν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προσυπογράφωνται ἀπό τε τὸν παραδίδοντα καὶ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ταυτότητος αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἀκολούθως ἡ γνησιότης τινὸς ἐξ αὐτῶν. Καὶ τὰ μὲν ὀλίγα χρήματα παρεδόθησαν καὶ κατεγράφησαν, ἀλλ’ ἀντίτιμα δὲν ὑπῆρχον εἰμὴ ὀλίγιστα· ἐδέησε λοιπὸν νὰ συνταχθῇ καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ὅπως συνετάσσοντο τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τουτέστιν ἐγράφη ἐν αὐτῷ μὲ γενικὰς καὶ ἀορίστους λέξεις, ὅτι παρεδόθησαν ἀντίτιμα, ὅσα ἤρκουν νὰ καλύψουν τὸ ὑπόλοιπον. Ἀλλ’ ὡς ἐβεβαιώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁ Γκορτζῆς, ὁ ὁποῖος, ὅτε ἀνεδέχθη νὰ παραλάβῃ τὸ ταμεῖον ἄνευ παρατηρήσεως, ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ μικρὸν καὶ σύνηθες ἔλλειμμα, ἰδὼν τὸν ὄγκον αὐτὸν, ἐδυσκολεύθη νὰ ὑπογράψῃ, ἠναγκάσθη δὲ ὁ Βελέντζας νὰ λάβῃ πολύκροτον καὶ ν’ ἀπειλήσῃ, ὅτι ἤθελεν αὐτοκτονήσει· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐφοβήθη μᾶλλον ὁ Γκορτζῆς, μήπως τὸ ἐκκενώσῃ πρῶτον κατὰ τῆς κεφαλῆς του, καὶ ὑπέγραψε τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως. Περιπλέον ἠναγκάσθη ὁ Βελέντζας νὰ δώσῃ ἀντίγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίου, ὅτι δὲν παρέδωκε τὰ ἀντίτιμα, ἀλλ’ ἔμενεν ὑπεύθυνος νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ. Διὰ τοῦ διορισμοῦ λοιπὸν τοῦ Γκορτζῆ ὁ Βελέντζας δὲν ἀπηλλάγη, οὐδὲ ἠλάττωσε τὸ παράπαν τὴν εὐθύνην του· ἔλαβε μόνον τὴν εὐκολίαν ν’ ἀπέλθῃ, ἀλλ’ ἡ εὐκολία αὕτη ἠδύνατο ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ματαιωθῇ· διότι, ἐὰν ἐγίνετο μία ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἤρχετο πληροφορία τις ἐκ Θηβῶν, ἢ ἐὰν ἐγίνοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τινὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Λογιστηρίου, ἤθελε βεβαίως διαταχθῆ ἐπιθεώρησις τοῦ ταμείου. Ἐν τούτοις διὰ τὴν προσωρινὴν ταύτην εὐκολίαν ἐδέησε νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀθλία κατάστασις τοῦ ταμείου εἴς τε τὸν διάδοχον καὶ εἰς τὸν ἔπαρχον, ἠναγκάσθησαν δὲ ἀμφότεροι οὗτοι νὰ ἐγκληματίσωσι, συντάξαντες καὶ ὑπογράψαντες εἰκονικὸν πρωτόκολλον· περιπλέον ἠναγκάσθη νὰ παραβῇ τὸ καθῆκόν του καὶ ὁ διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον· διότι, λαβὼν τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως καὶ ἐξελέγξας αὐτὸ, περιωρίσθη νὰ γράψῃ μίαν διαταγὴν πρὸς τὸν ἔπαρχον περὶ ἀποστολῆς τοῦ καταλόγου τῶν ἀντιτίμων· ἀλλὰ καὶ ἡ διαταγὴ αὕτη δὲν φαίνεται φθάσασα εἰς Θήβας, οὗτος δὲ οὔτε ὑπόμνησιν ἔκαμεν, οὔτε πρὸς τὸν ὑπουργὸν ἀνέφερε. Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι καὶ ὁ Γκορτζῆς, συναισθανθεὶς τὸ βάραθρον, εἰς ὃ ἐῤῥίφθη, ἤρχισεν, ὡς λέγει, νὰ γράφῃ ἐπιστολὰς πρὸς τὸν Σαμοθράκην, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ φροντίσῃ περὶ ἀναπληρώσεως τῶν ἀντιτίμων, τὰ ὁποῖα δὲν παρεδόθησαν. Ἀλλ’ ὁ Σαμοθράκης ἰσχυρίζεται, ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ αὗται δὲν περιῆλθον εἰς χεῖράς του, ἐγράφη δὲ καὶ ἐπίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι παρεδόθη εἰς τὸ ταχυδρομεῖον Θηβῶν, ὅτι ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας καὶ ὅτι παρελήφθη ἀπὸ τὸν κλητῆρα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν φαίνεται κατακεχωρισμένον εἰς τὸ πρωτόκολλον, καὶ ἑπομένως μένει ζήτημα, ἐὰν ὁ ληφθεὶς φάκελλος περιεῖχε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἢ ἐὰν ὁ Σαμοθράκης δὲν τὸ κατεχώρισεν. Ἀπελπισθεὶς ἐπὶ τέλους, λέγει εἰς μίαν ἐπιστολὴν, ὁ Γκορτζῆς, ἀπὸ τὸν Σαμοθράκην, ἡτοιμάζετο νὰ γράψῃ ἀπ’ εὐθείας καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅτε ἐγὼ τὸν προέλαβον, ἀποστείλας οἴκοθεν ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου. Εἶσθε βεβαίως περίεργοι νὰ μάθητε πόθεν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποπτευθῶ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου Θηβῶν καὶ νὰ διατάξω ἐπιθεώρησιν, διότι οὔτε ἀνώνυμον ἐπιστολὴν ἔλαβον, οὔτε καμμία τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν μοὶ ἀνέφερεν, οὔτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἔκαμε παραστάσεις. Χρηματίσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ἔχω τὴν συνήθειαν, ὅταν ἦμαι ὑπουργός, νὰ ἐξετάζω ἐνίοτε λεπτομερείας τινὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀρύωμαι πληροφορίας χρησίμους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τῆς συνηθείας ταύτης ἀγόμενος ἐζήτησα ἡμέραν τινὰ τοῦ Ἀπριλίου τὰ πρωτόκολλα τῆς κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1830 γενομένης ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν ταμείων τοῦ Κράτους, καὶ ἤρχισα νὰ ἐξετάζω τὰ ὑπόλοιπα καὶ ἰδίως τὰ ἀντίτιμα. Φθάσας εἰς τὸ ταμεῖον Θηβῶν παρετήρησα, ὅτι ὑπῆρχεν ὑπόλοιπον ἀνώτερον τῶν 600 χιλιάδων δραχμῶν, συνιστάμενον, πλὴν ὀλιγίστων μετρητῶν, ἀπὸ ἀντίτιμα, μὴ σημειούμενα λεπτομερῶς καὶ κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ κατὰ γενικὰς καὶ ἀορίστους κατηγορίας, οἷον ἡμιεξωφλημένα ἐντάλματα, κεφάλαια ὁδοποιΐας, στρατιωτικαὶ προκαταβολαὶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐνθυμηθεὶς, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ Δεκεμβρίου εἶχε γίνει ἡ παράδοσις τοῦ ταμείου, καὶ φρονῶν, ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως νὰ μὴ ὑπῆρχεν ἡ λεπτομέρεια τῶν ἀντιτίμων, ἐζήτησα αὐτό· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ παρετήρησα τὴν αὐτὴν ἱστορίαν. Τότε ἐκάλεσα τὸν διευθύνοντα τὸ Γεν. Λογιστήριον Σαμοθράκην, καὶ ἐπιδείξας εἰς αὐτὸν ἀμφότερα τὰ πρωτόκολλα, ἐζήτησα ἐξηγήσεις. Ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τὰ μὲν πρωτόκολλα τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ πρωτόκολλα ταῦτα δὲν ἐξελέγχονται συνήθως ἀπὸ τὸ Λογιστήριον, ἐζήτασεν ὅμως τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως καὶ ἰδὼν, ὅτι λείπει ἡ ὀνομαστικὴ σημείωσις τῶν ἀντιτίμων, ἔγραψε διαταγὴν πρὸς τὸν ἔπαρχον, διὰ τῆς ὁποίας τὸν προσεκάλει νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην· δραμὼν δὲ εἰς τὸ γραφεῖόν του, μοὶ ἔφερε καὶ μοὶ ἐπέδειξε τὸ σχέδιον τῆς διαταγῆς, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, φέρει χρονολογίαν 8 Ἰανουαρίου. Ἐρωτηθεὶς διατί δὲν ἔκαμεν ὑπομνήσεις, ἀφοῦ δὲν ἔλαβεν ἀπάντησιν, καὶ διατί δὲν ἀνέφερε καὶ πρὸς ἐμὲ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν ἐθεώρησε τὸ πρᾶγμα πολὺ σπουδαῖον, διὰ νὰ μὲ ἐνοχλήσῃ. Ἡ ἀπάντησις αὕτη μοὶ ἐφάνη ὀλίγον ὕποπτος, καὶ τὸν ἀπέπεμψα, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν ἀφήσω νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἔμεινα ἐπαναπαυμένος ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του. Μετὰ 2–3 ἡμέρας, ἀφοῦ ἔκαμα γνωστὴν τὴν ἀπόφασίν μου εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐκάλεσα ἕνα τῶν παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ὑπηρετούντων ὑπουργικῶν γραμματέων, καὶ τῷ παρήγγειλα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἰδιαίτερόν μου δωμάτιον, νὰ γράψῃ καὶ ἀντιγράψῃ ἰδιοχείρως τὰς ἀνηκούσας διαταγὰς καὶ νὰ ἀπέλθῃ αὐθημερὸν εἰς Θήβας πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου. Ἡ παραγγελία μου ἐξετελέσθη κατὰ γράμμα, καὶ ὁ ὑπάλληλός μου, ἀφιχθεὶς τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης εἰς Θήβας, ἐνήργησε μετὰ τοῦ ἐπάρχου τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου, ἐβεβαίωσεν, ὅτι ὄχι μόνον ἀντίτιμα δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου προέκυπτε μέγα ἔλλειμμα, διότι καὶ τούτου ἡ παράδοσις ἐγένετο εἰκονικῶς, κατέσχε τὸ παρουσιασθὲν ἀπὸ τὸν Γκορτζῆν ἀντίγραφον τοῦ Βελέντζα καὶ συνέταξε τὸ ἀπαιτούμενον πρωτόκολλον. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ πρωτοκόλλου ὁ τότε ἔπαρχος Θηβῶν καὶ νῦν ἀξιότιμος συνάδελφός μας κ. Κατσικαπῆς μοὶ ἀνήγγειλε τηλεγραφικῶς τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ τὸν διέταξα νὰ παύσῃ ἀμέσως τὸν Γκορτζῆν καὶ νὰ ἀναθέσῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ταμείου εἰς τὸν ὑπουργικὸν ὑπάλληλον, τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ἐπιθεώρησιν. Τὴν ἐπιοῦσαν μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Κατσικαπῆς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον καὶ μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον ὑπάρχουσιν ἐπιστολαὶ καὶ ἔγγραφα, ἐνοχοποιοῦντα τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ταύτῃ προσεκάλεσα εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸν παρήγγειλα νὰ κατάσχῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ ὅσα ἔγγραφα ἤθελε τῷ ὑποδείξῃ ὁ ἔπαρχος. Ὅτε δὲ ἔφθασε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιθεωρήσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον, κατελόγισα εἰς βάρος τοῦ τε Βελέντζα καὶ Γκορτζῆ τὸ ἔλλειμμα, καὶ παρέπεμψα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, μεθ’ οὗ συνεννοηθεὶς ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφρόντισα νὰ ἀποσταλῇ εἰς Θήβας δόκιμος καὶ πεπειραμένος ἀνακριτής. Κατὰ σύμπτωσιν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔφθασε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιθεωρήσεως εἰς Ἀθήνας, καλέσας με ὁ ἐν Χαλκίδι εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ τηλεγραφεῖον, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι βαρεῖαι ὑπόνοιαι ἠγείροντο κατὰ τε τοῦ Θρασυβούλου Βελέντζα καὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ περὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν παραποίησιν τῶν γραμματοσήμων, καὶ ὅτι διετάχθη ἡ σύλληψις ἀμφοτέρων. Ἐνθυμήθησαν τότε, ὅτι ὑπῆρχεν ἐκκρεμὴς δικογραφία κατὰ τοῦ Βελέντζα διὰ τοὺς καϊμέδες, ὅτι ἐζήτησεν ἄλλοτε νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ λάβῃ 300–400 χιλιάδες δραχμῶν, ὅτι ἐξηπάτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ μετέφερε τὴν ὑποθήκην ἀπὸ τῆς οἰκίας του εἰς ἰδανικὸν γήπεδον, καὶ πολλὰ ἄλλα. Τὸ μέγεθος τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν καὶ ἡ πληθὺς τῶν ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων διήγειραν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, πολὺν θόρυβον, καὶ ἡ κακοβουλία εὗρε στάδιον νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν πολλῶν καὶ οὐχὶ τυχαίων προσώπων τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Περὶ ἐμοῦ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας οὐδὲν ἐλέγετο· ἀπεναντίας πολλαὶ τῶν ἐφημερίδων δὲν εὕρισκον λέξεις ἱκανάς, ὅπως ἐπαινέσωσι τὴν νοημοσύνην, τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, μεθ’ ὧν ἐνήργουν, καὶ ἐθεώρουν ὡς εὐτύχημα, ὅτι συνέπεσε νὰ διευθύνω τό τε ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεκάλυψε τὸ ἔλλειμμα, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπέβλεπε τὴν καταδίωξιν. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν 15 καὶ ἐπέκεινα ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς οἱ ἀδελφοὶ Βελέντζα ἐκλείσθησαν εἰς τὸ δεσμωτήριον, κατέθεσαν, ὅτι ἐδωροδόκησαν καὶ ἐμὲ μὲ 30–40 χιλ. δραχ. ὅπως ἐπιτύχωσι τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ· διότι, διευκρινισθέντων τῶν πραγμάτων, ἐβεβαιώθησαν, ὅτι ἡ ἀνακάλυψις καὶ ἡ καταδίωξις τοῦ ἐλλείμματος ἐγένετο αὐθορμήτως παρ’ ἐμοῦ, ἐνῷ ἐν ἀρχῇ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι μὲ ὤθησαν εἰς τοῦτο ἄλλα πρόσωπα, καὶ ἰδίως, ὡς ἔγραφεν εἰς μίαν ἐπιστολὴν ὁ Βελέντζας, οἱ νέοι ἐκ Θηβῶν συμπέθεροι τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Τότε ἐνθυμήθην τὴν παροιμίαν, τὴν λέγουσαν, ὅτι μόνος ὁ τρελλὸς βάλλει τὴν χεῖρα εἰς τὴν τρύπαν τοῦ ὄφεως. Ἦτο τῷ ὄντι τρέλλα τὸ νὰ θελήσω νὰ ταράξω τοὺς κύκλους ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη ἐσφετερίζετο τὰ δημόσια χρήματα· ἀλλὰ τὴν τρέλλαν ταύτην μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου, καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ πᾶς ἄλλος, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττε. Κατὰ δυστυχίαν, εἰς τὴν φωλεὰν τοῦ ὄφεως δὲν ἦτο μόνος αὐτός· περιεστοιχίζετο ἀπὸ πολλὰ ἑρπετὰ, τὰ ὁποῖα ἐξεκοκκάλιζον μετ’ αὐτοῦ τὴν πλουσίαν λείαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν ὅλα κατ’ ἐμοῦ, ἄλλα μὲν ἀμέσως καὶ ἐκ τοῦ συστάδην, ἄλλα δὲ ἐμμέσως καὶ ἀπὸ τοῦ ἀφανοῦς. Ἐν τούτοις βλέπων, ὅτι ὁ θόρυβος ηὔξανε, καὶ μὴ ἐπιθυμῶν νὰ μένωσιν ἀνεξέταστα τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔθιγον τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς ἐμὲ κατηγορία, παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους μου, νὰ συγκαλέσωσι τὴν Βουλὴν, συνέδεσα δὲ τὴν παράκλησίν μου ταύτην μὲ τὴν διαμονήν μου ἐν τῇ Κυβερνήσει· καὶ ἐπειδὴ δὲν εἰσηκούσθην, παρῃτήθην, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰ ἴδια δυσανασχετῶν, διότι ἡ μὴ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἄφινεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν τυχόντα νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ ὅ,τι ἤθελεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ ἦτον ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατ’ ἐμοῦ ἀπευθυνομένην κατηγορίαν, αἴφνης ἔμαθον, ὅτι εὑρέθησαν δικαστικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἐπελάβοντο τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπεράτωσαν, καὶ προέβησαν εἰς προτάσεις καὶ βουλεύματα, χωρὶς οὔτε κἂν νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπολογίαν μου. Οἱ κύριοι οὗτοι ἐσκέφθησαν, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν ἤμην μόνος ἐγὼ κατηγορούμενος, ἀλλ’ ὅτι ἦτο καὶ ὁ Βελέντζας· ἐπειδὴ δὲ οὗτος δὲν ἦτο ὑπουργός, ἐνόμισαν ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ τὸν καταδιώξωσι, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι ἐκ τῶν πράξεων ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἀναγκαία συνδρομὴ δύω τοὐλάχιστον προσώπων, καὶ ὅτε ὁ μὴ δυνάμενος νὰ καταδιώξῃ τὸν ἕνα τῶν συναυτουργῶν δὲν δύναται νὰ καταδιώξῃ οὔτε τὸν ἕτερον, διότι πᾶσα κατὰ τοῦ ἑνὸς προσώπου ἐνέργεια θίγει ἀναγκαίως καὶ τὸν ἄλλον. Μετεμορφώθη λοιπὸν, ἢ μᾶλλον ἐβαπτίσθη ὁ κατήγορος Βελέντζας εἰς κατηγορούμενον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδομένων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς μονομερῶς παρεσκεύαζε, συμφέρον ἔχων ὄχι νὰ ἀντικρούσῃ τὴν ἀποδιδομένην δῆθεν εἰς αὐτὸν κατηγορίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, διεξήχθη καὶ ἐπερατώθη ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ μου ἀνάκρισις διὰ κατηγορίαν, ἡ ὁποία καὶ τυφλῷ δῆλον, ὅτι ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ καὶ ὄχι κατὰ τοῦ Βελέντζα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἰδιάζουσα δικαιοδοσία καὶ ἡ ἐξαιρετικὴ διαδικασία, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ ἐγγυήσεις, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ περιφρουρήσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ τοὺς προφυλάξωσιν ἀπὸ ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἄγνοια, ἡ κακὴ ἐκτίμησις τῶν πραγμάτων, ἢ ἄλλα αἴτια ἐνδέχεται νὰ παρασύρωσι κατώτερα ὄργανα, δὲν ἐχρησίμευσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰμὴ εἰς τὸ νὰ στερηθῇ ὁ ὑπουργὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας καὶ ὑπερασπίσεως, δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθεσία χορηγεῖ καὶ εἰς τὸν ἔσχατον κατηγορούμενον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἦναί τις νομικὸς ὅπως ἐννοήσῃ τὸ μὴ ὀρθὸν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις περὶ τούτου, ἤρκει νὰ τὴν διασκεδάσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἐπικρατοῦσα παρ’ ἡμῖν ἀνέκαθεν πρακτική. Πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὅτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀπῃτεῖτο ἄδεια τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς διὰ τὴν εἰς δίκην εἰσαγωγὴν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οὐκ ὀλίγοι ὑπάλληλοι κατηγγέλθησαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, ὅτι εὑρέθη δικαστικὴ ἀρχὴ, ἐπιληφθεῖσα μονομερῶς τῆς καταδιώξεως δωροδότου, πρὶν ἢ δώσῃ ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ τὴν ἀνήκουσαν ἄδειαν. Καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Συντάγματος συνέβη δυστυχῶς νὰ κατηγορηθῶσιν ὑπουργοὶ, ἀλλὰ μόνον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νόμου ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν συνέλεξε μαρτυρίας τινὰς, χωρὶς ὅμως νὰ προβῇ περαιτέρω. Μετὰ δὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ περὶ εὐθύνης νόμου, ὅστις ῥητῶς ἀπαγορεύει καὶ αὐτὴν τὴν προανάκρισιν, συνέβη πάλιν νὰ κατηγορηθῇ πολίτης ἐπὶ δωροδοκίᾳ πρὸς ὑπουργὸν, ἀλλ’ οὐδεμία δικαστικὴ ἀρχὴ διενοήθη νὰ τὸν καταζητήσῃ, οὔτε πρὶν, οὔτε ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν ἀθῶον τὸν ὑπουργόν. Ὁ πολίτης οὗτος κάθηται ἐδῶ πλησίον, καὶ θαυμάζω πῶς δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ τὸν καταδιώξῃ, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὴν νέαν αὐτὴν νομολογίαν καὶ εὗρεν, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς περιορίζεται στενῶς ἐπὶ μόνων τῶν ὑπουργῶν. Τὸ γενόμενον λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἶναι πρωτοφανὲς καὶ ἐξαιρετικὸν, καὶ ὅμοιον τούτου παράδειγμα δὲν πιστεύω νὰ ἀπαντᾶται εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά· διὰ τοῦτο καὶ πολλὰ σχόλια ἐγένοντο περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μὴ θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τὴν καλὴν πίστιν οὐδενὸς, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον νὰ ἐκφράσω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ παράπονον, ὅτι, ἀφοῦ εὑρέθησαν δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουσιν ἁρμοδιότητα καὶ δικαίωμα νὰ ἀνακρίνωσι μίαν κατηγορίαν ἀπευθυνομένην κατ’ ἐμοῦ, δὲν ἐσυλλογίσθησαν τοὐλάχιστον, ὅτι εἶχον ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ζητήσωσι καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν, ἐστὲ βέβαιοι, προθύμως ἤθελον σπεύσει νὰ δώσω, καίτοι μὴ ὑποχρεούμενος εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου. Ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ὀλιγώτερον ἄτοπον τὸ νὰ ζητήσουν κοινοὶ δικασταὶ καὶ νὰ λάβουν τὴν ἀπολογίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ, παρὰ νὰ κλείσουν μίαν κατ’ αὐτοῦ ἀνάκρισιν χωρὶς διόλου νὰ τὸν ἀκούσωσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι καὶ ἐκ τῆς οὕτω ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, καθ’ ἣν ἔμεινε τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὸν Βελέντζαν, ὅστις κατ’ ἐπίφασιν μόνον ἦτο κατηγορούμενος, ἐνῷ ἦτο κατήγορος, τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν οὐδεμίαν εὗρεν ἔνδειξιν, ὅπως παραπέμψῃ τὸν Βελέντζαν εἰς δίκην. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τὸ συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἠκύρωσεν ὁλόκληρον τὴν διαδικασίαν ταύτην, θεωρῆσαν, ὅτι ἀναρμοδίως ἐγένετο ἡ ἀνάκρισις. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου μέρους εἶναι βέβαιον, ὅτι εὑρέθησάν τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντιποιοῦνται τὸ μονοπώλιον τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς τιμιότητος, καὶ προέβησαν εἰς συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον προβῆ, ἐὰν παρετίθετο ἡ ἀπολογία μου. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς μὲ ἀναγκάζει, πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος, νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε ἐννοήσει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιληφθεῖσα τῆς ὑποθέσεως ταύτης δικαστικὴ ἐξουσία εἶχε τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ἤθελον ἐννοήσει τὴν σκευωρίαν ἐκ μόνης τῆς καταθέσεως τοῦ Βελέντζα. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Βελέντζας, ἀποφασίσας νὰ καταθέσῃ, ὅτι μὲ ἐδωροδόκησεν, ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ καὶ διατὶ ἔπραξε τοῦτο· διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ δωροδοκία πρὸς δημόσιον λειτουργὸν, ἐὰν δὲν ἀναφέρεται συγχρόνως καὶ ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ὡς ἀντάλλαγμα ἐγένετο πρὸς βλάβην τῆς ἐπικρατείας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ δωροδότου· δὲν εἶπε δὲ, ὅτι μὲ ἐδωροδόκησε, διὰ νὰ ἀποσιωπήσω τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον, ὡς διατείνεται, πρὸ πολλοῦ ἐγνώριζον· διότι, ἐὰν ἔλεγε τοῦτο, ἤθελε τῷ γίνει ἡ παρατήρησις, διατί δὲν ἐζήτησα καὶ ἄλλοτε χρήματα, ἀλλὰ διενοήθην νὰ ζητήσω ἤδη, καὶ μάλιστα τόσον πολλά. Ἔπειτα εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι δύνανται νὰ κάμωσι μεγάλας θυσίας, ὅταν πρόκηται νὰ ἐξαφανισθῶσι τὰ ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος· ἀλλ’ ὅταν τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος μένῃ ἀνέπαφον, ὅταν τὸ γνωρίζουν πολλοὶ, δύνανται δὲ νὰ τὸ ἀντιληφθῶσι καὶ ἄλλοι, τότε δὲν ἔχει συμφέρον ὁ ἐγκληματίας νὰ δώσῃ πολλὰ χρήματα, ὡς ἀντάλλαγμα τῆς σιωπῆς ἑνός, διότι τὴν σιωπὴν αὐτοῦ δύναται νὰ ματαιώσῃ ἡ ἀδιακρισία ἄλλων. Ἐσκέφθη λοιπὸν νὰ εὕρῃ πρᾶξιν, ἅπαξ καὶ παρ’ ἐμοῦ μόνον γενομένην, καὶ εἰς αὐτὴν νὰ ἀποδώσῃ τὴν δωροδοκίαν· εὗρε δὲ ὡς τοιαύτην τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ, καὶ κατέθεσεν ὅτι ἔπραξα τὴν δωροδοκίαν, ὅπως ἐπιτύχῃ παρ’ ἐμοῦ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγε τοῦτο, δὲν ἐσυλλογίζετο ὁ ἄθλιος ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ εἶναι ἡ ἐναργεστέρα ἀπόδειξις, ὅτι οὔτε ἐγνώριζον, οὔτε εἶχον πρόθεσιν νὰ καλύψω τὸ ἔλλειμμα. Τὸν ἐσκότισε τὸ ἔγκλημα, τὸν ἐτύφλωσεν ἡ ἁμαρτία, καὶ δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι προβάλλων ὡς λόγον τῆς δωροδοκίας τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ, ἔδιδεν αὐτὸς οὗτος πλήρη τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐψεύδετο, ὅτι ἐσυκοφάντει. Ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι ὅλην ἡμῶν τὴν προσοχήν· διότι θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ ἦτο πρᾶξις βλάπτουσα μᾶλλον ἢ ὠφελοῦσα τὸν Βελέντζαν, καὶ ὅτι ὁ ταλαίπωρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι ἔδωκε χρήματα διὰ νὰ τὴν ἐπιτύχῃ, ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ὅπως τὴν παρεμποδίσῃ. Ὁ διορισμὸς ταμία τινὸς δὲν εἶναι πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ δὲ θέσις τοῦ ταμείου Θηβῶν εἶναι τόσον μικρὰ, ὥστε δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταστῇ ἀντικείμενον δωροδοκίας, καὶ μάλιστα τόσον μεγάλης. Διατί λοιπὸν ἀπεδόθη κατ’ ἐξαίρεσιν μεγάλη σημασία εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ, ἐτόλμησε δὲ ὁ Βελέντζας νὰ καταθέσῃ, ὅτι ἔδωκε δι’ αὐτὸν τόσα χρήματα; Διότι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρχε καταπληκτικὸν ἔλλειμμα, καὶ ὁ δράστης τοῦ ἐλλείμματος εἶχε τὴν πονηρίαν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ ἠδύνατο εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὴν ὑπηρεσίαν νὰ γεννήσῃ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὸν προκάτοχον, καὶ νὰ ῥίψῃ τὸ βάρος τοῦ ἐλλείμματος εἰς τὸν διάδοχον. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος οὔτε ἔφερεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, τότε ποῦ μένει πλέον ὁ λόγος καὶ ἡ βάσις τῆς δωροδοκίας; πρὸς τίνα σκοπὸν ἐδόθησαν τὰ χρήματα; Καὶ ὅμως ὄχι μόνον τοῦτο εἶναι αὐταπόδεικτον, ἀλλ’ ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ δώσητε μικρὰν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου, θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ὑπουργός, γινώσκων τὸ ἔλλειμμα καὶ ἔχων τὴν προαίρεσιν νὰ προφυλάξῃ καὶ νὰ διευκολύνῃ τὸν ἐλλειμματίαν, εἶχεν ἄλλο πρόχειρον καὶ ἀσφαλὲς μέσον, ἤθελεν ἀποφύγει τὸν διορισμὸν παντὸς διαδόχου, διότι ὁ διορισμὸς οἱουδήποτε τοιούτου ἦτο κίνδυνος νὰ φέρῃ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπὶ τούτου θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινὰς, λίαν ἀναγκαίας διὰ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ προκάτοχος ταμίας τῆς εὐθύνης διὰ τὸ ὑπάρχον εἰς τὸ ταμεῖον ἔλλειμμα, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ μεταβιβάσῃ τὸ ταμεῖον εἰς ἄλλον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ παραδώσῃ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, τὰ διατάγματα, τὰς ὁδηγίας καὶ τοὺς κανονισμοὺς τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Σᾶς ἐξήγησα δὲ, ὅτι εἶναι διατεταγμένον τὴν παράδοσιν νὰ ἐνεργῇ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἀντίτιμα εἶναι κανονισμένον, ὄχι μόνον νὰ καταγράφωνται ἓν πρὸς ἓν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προσυπογράφωνται ἀπό τε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ τὸν παραδίδοντα. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διὰ ταμίαν, τοῦ ὁποίου τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἐκ τῶν συνήθων, ὁ ὁποῖος δηλαδὴ δὲν ἔχει εἰς τὸ κιβώτιόν του ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν αἱ καταστάσεις του, εἶναι ἀληθῶς μεγάλη χάρις νὰ διορισθῇ διάδοχος, ἔχων τὴν διάθεσιν νὰ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του τὸ ἔλλειμμα, καὶ νὰ ὑπογράψῃ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως μετὰ τοῦ ἐπάρχου τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως· διότι τούτου γενομένου εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἀνακαλυφθῇ ἐξ ἄλλων περιστάσεων ἡ συμπαιγνία καὶ νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ προκάτοχος πάσης εὐθύνης. Ἀλλὰ διὰ τὸν Βελέντζαν, τοῦ ὁποίου τὸ ἔλλειμμα δὲν ἦτον ἐκ τῶν συνήθων, ὅστις εἶχεν ὑπόλοιπον 680,000 δραχ. καλυπτόμενον δι’ ἀντιτίμων μὴ ὑπαρχόντων,—εἰς τοῦτο προσέξατε, παρακαλῶ, πολὺ —οἷος δήποτε καὶ ἂν διωρίζετο διάδοχος, ἦτο ἀδύνατον νὰ κάμῃ παράδοσιν κανονικὴν, δυναμένην νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης· διότι οὔτε εἶχεν ἀντίτιμα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ κατασκευάσῃ, διὰ νὰ τὰ παραδώσῃ. Ἑπομένως ἡ παράδοσις ἐγένετο εἰκονικῶς. Ἡ εἰκονικότης προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς παραδόσεως, εἰς τὸ ὁποῖον οὔτε κατεγράφησαν ὀνομαστὶ τὰ ἀντίτιμα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ καταγραφῶσι, διότι δὲν ὑπῆρχον. Δὲν ἐδυσκολεύθη δὲ νὰ τὴν βεβαιώσῃ καὶ αὐτὸς ὁ Βελέντζας διὰ τοῦ ἀντιγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπαφῆκεν εἰς χεῖρας τοῦ Γκορτζῆ, διότι ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι καὶ ἄνευ τούτου τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ πρόδηλον, καὶ ὅτι αὐτὸς πάντοτε ἔφερε τὴν εὐθύνην. Ὥστε ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ καὶ ἡ συναίνεσις αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ παραλάβῃ ἀνεξετάστως τὸ ταμεῖον, ἔφερε μὲν καὶ τοῦτον μετὰ τοῦ ἐπάρχου εἰς τὸ δεσμωτήριον, ἀλλ’ οὐδόλως ἐβελτίωσε τὴν θέσιν τοῦ Βελέντζα, οὔτε ἠλάττωσε τὸ παράπαν ἣν εἶχεν οὗτος εὐθύνην διὰ τὸν σφετερισμὸν τῶν δημοσίων χρημάτων. Τὰ πράγματα ἔμειναν καὶ μετὰ τὴν παράδοσιν εἰς ἣν ἦταν καὶ πρότερον κατάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ τὸ ἔγκλημα ἀνεκαλύφθη πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν παράδοσιν, τὸ μὲν ὑπουργεῖον κατελόγησε καὶ εἰς βάρος τοῦ Βελέντζα τὸ ἔλλειμμα, δὲ δικαστικὴ ἐξουσία τὸν καταδιώκει ποινικῶς ἐπὶ τούτῳ. Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ νὰ ἐξαλείψουν πᾶσαν ὑπόνοιαν περὶ τοῦ ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ σκοπὸν εἶχε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν Βελέντζαν ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐλλείμματος· διότι σκοπὸς τοιοῦτος οὔτε ἐπετεύχθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἡ μόνη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Βελέντζας ἐκ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γκορτζῆ καὶ τῆς ἀκατονομάστου μωρίας αὐτοῦ τοῦ νὰ παραλάβῃ ἀνεξετάστως τὸ ταμεῖον, ἦτο, ὅτι ἔμεινε πρὸς καιρὸν συγκεκαλυμμένον τὸ ἔλλειμμα, καὶ ἔλαβεν ὁ Βελέντζας τὴν εὐκολίαν νὰ ἀπέλθῃ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιαύτης προσωρινῆς εὐκολίας, τί ἐχρειάζετο νὰ διορισθῇ ὁ Γκορτζῆς, ἢ ἄλλος τις διάδοχος τοῦ Βελέντζα; δὲν ἦτο εὐκολώτερον νὰ λάβῃ οὗτος ἄδειαν ἀπουσίας, ὡς ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ νὰ ἀφήσῃ τοποτηρητὴν τὸν Γκορτζῆν, ἢ ἄλλο οἱονδήποτε πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς του; ἐγὼ δὲ, ὅστις εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξω τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, θὰ ἤμην αὐτόχρημα μωρὸς, ἐὰν, γνωρίζων τὸ ἔλλειμμα καὶ θέλων νὰ διευκολύνω τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἐλλειμματίου, δὲν ἔδιδον ἄδειαν ἀπουσίας, ἀλλὰ διώριζον διάδοχον. Διὰ τῆς ἀδείας ἀπουσίας ἤθελεν ἀπέλθει τῶν Θηβῶν, ὡς ἀπήρχετο καὶ ἄλλοτε, χωρὶς ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου εἰς κανένα καὶ χωρὶς νὰ κάμῃ παράδοσιν· διότι οἱ τοποτηρηταί, διαχειριζόμενοι τὸ ταμεῖον προσωρινῶς καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῶν ταμιῶν, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ παραλάβωσιν ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδὲ νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα αὐτῆς· περιορίζονται δὲ εἰς ὅ,τι κρίνουν εὔλογον οἱ ταμίαι νὰ τοῖς παραδώσωσιν. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ διορισμὸς διαδόχου τὸν ὑπεχρέωσε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτοῦ ὅλας ἐν γένει τὰς ἀσχημίας τοῦ ταμείου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν δὲν ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ πολυκρότου, ἀδύνατον ἦτο, ἄνθρωπος γνωρίζων γράμματα καὶ διακρινόμενος ἐπὶ νοημοσύνῃ, ὡς παριστάνουν τὸν Γκορτζῆ, νὰ ἐξαπατηθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ καταστήσῃ ἑαυτὸν πολιτικῶς καὶ ποινικῶς συνυπεύθυνον διὰ τόσον βαρέα ἐγκλήματα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τουλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι, θέτων ἑαυτὸν εἰς τόσῳ δεινὴν θέσιν, ἔσωζε τὸν φίλον του. Ἐκτὸς τοῦ διαδόχου ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταχρήσεως καὶ ὁ ἔπαρχος, ὅστις ὤφειλε νὰ παραστῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν παράδοσιν· ἠναγκάσθη δὲ καὶ οὗτος νὰ ἐγκληματίσῃ συντάξας πλαστὸν πρωτόκολλον. Περιπλέον τὸ συνταχθὲν πρωτόκολλον ἐμαρτύρει ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ ἔλλειμμα, ἔπρεπε δὲ νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τοῦ Σαμοθράκη, διὰ νὰ μείνῃ κεκρυμμένον καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ πάντα ἄλλον· διότι, ἄν τις ἄλλος τὸ ἔβλεπεν, ἤθελεν ἐννοήσει καὶ καταγγείλει τὸ ἔλλειμμα. Δὲν ἔμειναν δὲ τὰ πράγματα ἕως ἐδῶ. Διότι καὶ μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ταμείου ὁ Γκορτζῆς μεταμεληθεὶς ἤρχισε νὰ γράφῃ πρὸς τοὺς ἐν τῷ Λογιστηρίῳ, ἡτοιμάζετο δὲ νὰ γράψῃ καὶ πρὸς ἐμὲ, ἀποκαλύπτων πάντα τὰ γενόμενα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ἐκ τοῦ διορισμοῦ τοῦ διαδόχου δὲν ὠφελήθη τίποτε περισσότερον ἢ ὅσον ἐὰν τῷ ἐδίδετο ἄδεια ἀπουσίας, ἐξετέθη εἰς προφανεῖς κινδύνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις τὴν τόλμην καὶ τὴν ἐπιτηδειότητα αὐτοῦ, διὰ νὰ σωθῇ προσωρινῶς. Ἐν τούτοις καὶ αὐτός, ὡς ἀρχαῖος ὑπάλληλος, ἐγνώριζε τοὺς κινδύνους τούτους, καὶ διὰ τοῦτο ἄδειαν ἐζήτει καὶ οὐχὶ ἀντικατάστασιν, καὶ ἐγὼ εἶχον ἀρκετὴν πεῖραν, ὥστε νὰ μὴ μὲ λανθάνῃ τί ἔπρεπε νὰ πράξω, ἐὰν ἐγίνωσκον τὸ ἔλλειμμα καὶ, εἴτε χαριζόμενος, εἴτε πιεζόμενος, εἴτε δωροδοκούμενος, ἀπεφάσιζον νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ οἰκονομήσω προσωρινῶς τὸ πρᾶγμα, διότι οὐδὲν πλειότερον ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Ἡ μακρὰ ἱστορία τοῦ ταμείου Θηβῶν μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ Βελέντζας εἶχε συμφέρον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κρατῇ τὸ ταμεῖον εἰς χεῖράς του, ὅπως μὴ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ καταχρήσεις του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀπέρχεται ἐλευθέρως ὅπου ἤθελε πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν τυχοδιωκτικῶν ἐπιχειρήσεών του· ἑπομένως ἄλλοτε μὲν διὰ παρακλήσεων πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, ἄλλοτε διὰ μεσολαβήσεως τῶν πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν αὑτοῦ φίλων, καὶ ἄλλοτε διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν τῷ Λογιστηρίῳ ἐλάμβανεν ἄδειαν ἀπουσίας, κατώρθωσε δὲ νὰ ἀπέλθῃ καὶ εἰς ἐκστρατείαν, ἀπουσιάσας ὁλόκληρον ἑξάμηνον καὶ μεταβὰς εἰς Θεσσαλίαν κατὰ τὸ 1878. Τὴν αὐτὴν εὐκολίαν ἐζήτει καὶ τώρα διότι οὐδένα εἶχε λόγον, ὅπως ἐπιθυμήσῃ νὰ μεταβιβασθῇ τὸ ταμεῖον εἰς χεῖρας ἄλλου. Ἀλλ’ ἐγὼ, ἔχων ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς ἀπουσίας τῶν ταμιῶν, ἀδύνατον ἦτο νὰ συγκατατεθῶ εἰς τοιαύτην παραχώρησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη ὁ διορισμὸς διαδόχου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ἐφάνην ἄκαμπτος καὶ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦτον καὶ ὅτι δὲν ἴσχυσαν, ὡς λέγει ὁ Βελέντζας, νὰ μὲ μεταπείσουν οὔτε τὰ συνήθη μέσα, οὔτε αἱ συστάσεις τῶν πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν φίλων του, ἠναγκάσθη δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον μετ’ ἐμοῦ συνεννόησιν καὶ νὰ μὲ κάμψῃ διὰ χρημάτων, εἶναι ποτὲ πιστευτὸν, ὅτι μετὰ τοιαύτην φιλικὴν συνεννόησιν ἠθέλομεν καταλήξει εἰς τὸν διορισμὸν διαδόχου, καὶ δὲν ἠθέλομεν ἐννοήσει, ὅτι ἦτο συμφερώτερον νὰ δοθῇ ἄδεια ἀπουσίας; Γνωρίζοντες ἀμφότεροι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὄντες εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωμεν τοὺς κινδύνους καὶ τὰς δυσκολίας μιᾶς παραδόσεως ταμείου ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει διακειμένου, διατί τάχα ἠθέλομεν καταφύγει εἰς τὸ ἐπικίνδυνον καὶ ἐπισφαλὲς τοῦτο μέτρον, ἀφοῦ εἴχομεν ἄλλο πρόχειρον καὶ ἀσφαλές; Ἀφοῦ ἠδυνάμεθα μόνοι καὶ ἄνευ μαρτύρων νὰ οἰκονομήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, πρὸς τί νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν καὶ ἄλλων προσώπων, καὶ νὰ τὰ ἐξαναγκάσωμεν μάλιστα νὰ ἐγκληματήσωσι; Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ εἶναι ἡ ἐναργεστέρα καὶ καθαρωτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐγίνωσκε τὸ ἔλλειμμα, οὔτε εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ τὸ καλύψῃ. Ἠδυνάμην εἰς ταῦτα, κύριοι, νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπουργὸς γνωρίζων τὸ ἔλλειμμα καὶ σώας ἔχων τὰς φρένας, ἀδύνατον ἦτο νὰ συνεταιρισθῇ μὲ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη ἀφαιρέσῃ ἓν περίπου ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸν ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περιέμενε τὸ δεσμωτήριον. Ἠδυνάμην προσέτι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελε τυχὸν ὑποπέσει εἰς τὸ ἀνουσιούργημα τοῦτο, ἔπρεπε νὰ χάσῃ κατόπιν ἐντελῶς τὴν χρῆσιν τοῦ λογικοῦ του, διὰ νὰ καταδιώξῃ αὐθορμήτως τὸ ἔγκλημα· διότι, ἐὰν τῷ ἔμενεν ὀλίγος νοῦς, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι εἶχε συμφέρον νὰ ἀφήσῃ νὰ τὸ ἀνακαλύψῃ ἄλλος, διὰ νὰ ἦναι τουλάχιστον εὐχαριστημένος ὁ Βελέντζας καὶ νὰ μὴν εἰπῇ περὶ αὐτοῦ τίποτε, ὅπως δὲν λέγει διὰ τόσους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι, ὡς γράφει εἰς τὰς ἐπιστολάς του, τὸν ἐγύμνωσαν, καὶ τοὺς ὁποίους ἀποφεύγει νὰ κατονομάσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, θεωρῶ ὅλα αὐτὰ περιττά· δι’ ἐμὲ ἀρκεῖ νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ δὲν εἶχε τὴν σημασίαν, ἡ ὁποία τῷ ἀπεδόθη, οὔτε ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τινὲς ὑπέθεσαν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἦτο χάρις, ἦτο χάρις ἄχαρις καὶ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικροτέρα ἀπὸ τὴν χάριν καὶ τὴν εὐκολίαν, ἡ ὁποία τόσον συχνὰ τῷ ἐγίνετο. Διότι δὲ ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν αὐτὴν εὐκολίαν καὶ νὰ χορηγήσω πολύμηνον ἄδειαν, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἐμνησικάκουν ἔκτοτε ἐναντίον μου. Μετὰ τὰ λεχθέντα πιστεύω, ὅτι καὶ ὅσοι ἐθεώρησαν τὸν διορισμὸν τοῦτον ὡς νέφος ἐπισκιάζον τὴν διαγωγήν μου, θέλουσιν ἤδη κατανοήσει, ὅτι τὸ νέφος τοῦτο παρενέπεσεν ἐπίτηδες, ὅπως βοηθήσῃ τοὺς ἔχοντας ἀσθενῆ τὴν ὅρασιν καὶ φιλύποπτον τὴν διάνοιαν, καὶ τοὺς διευκολύνῃ εἰς τὸ νὰ ἴδωσι καθαρώτερον τὰ πράγματα καὶ ἀποβάλωσι πᾶσαν ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία τυχὸν ἐγεννήθη εἰς τὴν κεφαλήν των. Ἐὰν ἔδιδον ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸν Βελέντζαν, συνέπιπτε δὲ νὰ ἀνακαλυφθῇ τὸ ἔγκλημα ἀπὸ ἐμὲ καὶ παροργιζόμενος ἐκεῖνος μὲ ἐσυκοφάντει, ἠδύνατό τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποπτεύουν τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας, νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν συκοφαντίαν; Ἐγὼ δὲ τότε μὴ ἔχων νὰ προσαγάγω ἐναντίας ἀποδείξεις, ἤθελον περιορισθῆ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ποιότητα τοῦ κατηγόρου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ προηγούμενά μου, τὰ ὁποῖα ὅλοι σχεδὸν γνωρίζετε. Ἔπειτα ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν εὐθυκρισίαν σας καὶ ἤθελον σᾶς ἀφήσει νὰ κρίνητε ἐὰν ἄνθρωπος, ἔχων τοιαῦτα προηγούμενα, εὑρισκόμενος εἰς τοιαύτην ἡλικίαν, μὴ πιεζόμενος, οὐχὶ ἕνεκα πλούτου, ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν ἰδιαιτέρων αὑτοῦ περιστάσεων καὶ τῶν περὶ τὸν βίον ἕξεων, ἀπὸ καμμίαν ἀνάγκην καὶ διαχειριζόμενος τόσῳ μεγάλην ἐξουσίαν, ἐάν, λέγω, τοιοῦτος ἄνθρωπος ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ τὸ παρελθόν του καὶ νὰ μολύνῃ τὰς χεῖράς του, δεχόμενος μάλιστα χρήματα ἀπὸ τόσον ἐλεεινὸν ἄνθρωπον. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε τὴν μνήμην σας νὰ στενοχωρήσω, οὔτε τὴν κρίσιν σας νὰ ἐπιβαρύνω. Κατέστησε τὴν θέσιν μου λίαν εὐχερῆ ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ, καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Βελέντζα, ἀποδίδοντος εἰς τὸν διορισμὸν τοῦτον τὴν δωροδοκίαν. Ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ δὲν ἐζημίωσε τὸ δημόσιον, διότι τὰ δικαιώματα, ἅτινα εἶχε κατὰ τοῦ σφετερισθέντος τὰ δημόσια χρήματα, ἔμειναν καὶ μετὰ τὸν διορισμὸν τοῦτον ἀκέραια, ἀπ’ ἐναντίας ὠφέλησε τὸ δημόσιον, διότι χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Γκορτζῆς ἔκαμε μὲν τὴν μωρίαν ν’ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του τὰς ἐλλείψεις τοῦ Βελέντζα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον χρόνον διεχειρίσθη τὸ ταμεῖον οὐδὲ λεπτὸν ἐσφετερίσθη. Ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν ὠφέλησεν, ἀλλὰ μᾶλλον ἔβλαψε τὸν Βελέντζαν· διότι, ἐνῷ δὲν ἠλάττωσε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρότερον, τίς οἶδεν εἰς ποίους μόχθους καὶ δαπάνας τὸν ὑπέβαλεν, ὅπως πείσῃ τρεῖς ὑπαλλήλους νὰ ἐγκληματίσωσι καὶ νὰ δώσωσιν ἔγγραφον τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ἐγκλήματός των. Δὲν σᾶς μένει λοιπὸν παρὰ μία καταγγελία ἐπὶ δωροδοκίᾳ, προερχομένη ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐσφετερίσθη ἓν περίπου ἑκατομμύριον, ἀπευθυνομένη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνεκάλυψε καὶ κατεδίωξε τὸ ἔγκλημα, καὶ ἀναφερομένη εἰς ἐνέργειαν, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ μὲν δημόσιον δὲν ὑπέστη οὐδεμίαν βλάβην, ὁ δὲ καταγγέλλων ἑαυτὸν ὡς δωροδότην βλάβην μᾶλλον ἐπορίσθη, ἐνέργειαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ, οὐχὶ ὅπως γίνῃ, ἀλλ’ ὅπως μὴ γίνῃ. Καταλήγων, κύριοι, συνιστῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἐξετάσει καὶ βεβαιώσει, ὡς ἐλπίζω, πάντα ὅσα σᾶς εἶπον, συγχρόνως δὲ θέλει ἐξακριβώσει καὶ πολλὰ ἄλλα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένα.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔλαβον ἤδη τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῶν Βελεντζικῶν. Θέλετε νὰ τὸ ἀκούσετε;

§14ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος τὸ ἔστειλε;

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.

§16ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. (Ἀναγινώσκεται)

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ διαβιβάσω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.

§18ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.

§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προτείνω νὰ τυπωθῇ τὸ βούλευμα αὐτὸ τῶν Ἐφετῶν, ὡς καὶ τὸ βούλευμα τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ νὰ ῥιφθῇ φῶς εἰς τὴν βρωμερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Προτείνω νὰ τυπωθῶσι καὶ ὅλαι αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν καὶ ὧν πόρισμά εἰσι τὰ βουλεύματα ταῦτα καί τινα προβουλεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει ἀκόμη ὁ κόσμος καὶ ἰδίως ἡ Βουλὴ, ἥτις πρόκειται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς σκοτεινῆς καὶ βρωμερᾶς ταύτης ὑποθέσεως. Πρὸ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς πεφωτισμένην συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν, οὔτε πρέπον εἶναι τὸ τοιοῦτον.

§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ σχηματισμοῦ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· πρέπει πρῶτον τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ ἀκολούθως ἡ συζήτησις περὶ τυπώσεως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ἐγγράφου.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· πρῶτον εἶναι ἡ πρότασις περὶ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, δεύτερον ἔχομεν τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου, τὸ ὁποῖον τακτικῶς πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.

§22ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.

§23Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περιπλανώμεθα εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε ἀρχήν, οὔτε τέλος. Ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος κάμνουν πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Θηβῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἀνακρίσεων, θὰ ὑποβληθῇ καὶ τὸ βούλευμα τοῦτο. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἀνακριτήρια, εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας καὶ νὰ τοὺς ἐξετάσῃ ἐκ νέου καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δύναται. Λοιπὸν εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ τώρα ὅ,τι θὰ γίνῃ μεθαύριον, μετὰ τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία, ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον νὰ τυπωθοῦν ὅλα αὐτὰ, θὰ τυπωθοῦν.

§24Ν. ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδὴ συζητοῦμεν τὴν πρότασιν ἂν πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ συστήσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, νομίζω, ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ λαλήσω, διότι διετέλεσα ἔπαρχος Θηβῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὄχι ἀνεκαλύπτετο, ἀλλὰ κατεδεικνύετο καὶ κατηγγέλλετο τὸ ἔγκλημα. Χαίρω, κύριοι, διότι ἐπέζησα πολιτικῶς μετὰ τὴν καταδίωξιν τοῦ κυρίου πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, διὰ νὰ εὑρεθῶ ἀπέναντι ὑμῶν καὶ εἴπω στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ, πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ὅτι οὐδέποτε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς ἑλληνικῆς Βουλῆς ζήτημα τόσῳ σοβαρὸν καὶ τόσῳ σκανδαλῶδες, ὅσον τὸ προκείμενον, καὶ νὰ προείπω εἰς ἅπαντας ὑμᾶς, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται ἡ εὐδαιμονία τοῦ τόπου· διότι, ἂν καλῶς τὸ ἀντελήφθην, εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ πολλὰ καὶ συμφέροντα καὶ ζητήματα τοπικά. Αἱ Θῆβαι ἦσαν τὸ ταμεῖον, αἱ Θῆβαι ὑπῆρξαν εἷς ἀνεμόμυλος, στρεφόμενος ἑκάστοτε κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀνέμους. Κατεστράφη ὁ ἀνεμόμυλος, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὁ ἄνεμος. Ἀνάγκη λοιπὸν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ἀνατρέχουσα εἰς τὰς αἰτίας τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν καὶ κατεδείχθησαν, καὶ ἀνευρίσκουσα αὐτὰς καὶ καταπολεμοῦσα, νὰ διορθώσῃ τά τε κακῶς ἔχοντα καὶ νὰ προλάβῃ τὰ χείρονα. Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πάθους, δὲν ἔρχομαι νὰ ῥίψω ἔλαιον εἰς τὸ πῦρ· ἠξεύρω ὁποίας διαστάσεις καὶ παραγνωρίσεις ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἀληθῆ θέσιν. Τὸ ζήτημα ἔγκειται εἰς τοῦτο: ἢ ἀνεπάρκεια νόμων ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ, ἢ ἔλλειψις προσώπων ἱκανῶν νὰ διοικήσωσιν αὐτόν. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔκαμε μίαν διήγησιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω· πολὺ κακῶς ὅμως μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ἀνακάλυψις, καὶ πολὺ χειρότερα οἰκειοποιήθη αὐτήν. Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι, ἀνακάλυψις ἐν Θήβαις, ἀλλὰ κατάδειξις. Τὰ ἐγκλήματα τῶν Θηβῶν ἦσαν ὡς μαθηματικὰ προβλήματα, δεικνυόμενα ἁπλῶς· καὶ ἐνταῦθα κεῖται ἡ σπουδαιότης των· δὲν ἦσαν κεκρυμμένα, δὲν ἦσαν ἄγνωστα, οὔτε εἰς τὸν κόσμον, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ δεκαετίαν οὔτε αὐτὸς ὁ Βελέντζας, οὔτε αὐτοὶ οἱ ἐν τῷ Λογιστηρίῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰ τὰ δυστυχῆ ὄντα, τὰ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενα, κατώρθωσαν νὰ δημιουργήσωσι τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα ἐγκλήματα· ὄχι· διότι τὸ ἔγκλημα εἶναι ἐξωγκωμένον, καὶ μάλιστα δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 832 χιλιάδων· τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀληθὲς ὑπερβαίνει τὸ 1½ ἑκατομμύριον, ἐὰν γείνῃ ἀκριβὴς ἐξέλεγξις. Δὲν ἐπίστευα, ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις, ἵνα ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφά τινα· ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μνήμην μου. Ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ὑπερβαίνει τὰ 3½ ἑκατομμύρια, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι τὰ βιβλία τοῦ ταμείου, καθημερινὸν καὶ καθολικὸν, δὲν ἐκρατοῦντο, ἐγγραφαὶ δὲν ἐγίνοντο, ἀθροίσεις δὲν ὑπάρχουν, τὸ δὲ ἔλλειμμα τῶν 832 χιλιάδων ἦτο 826 χιλιάδες, ἐν αἷς προσετέθησαν καὶ 6 χιλιάδες δραχμαί, ἡ ἐγγύησις τοῦ Γκορτζῆ, τὴν ὁποίαν ὁ Βελέντζας, φαίνεται, ἀνεδέχθη νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ ἐχρεώθη δι’ αὐτήν. Αὐτὰ εἶναι κατὰ τὸ δοκοῦν σημειωμένα ἐκεῖ· ἀλλ’ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, παρετήρησα, ὅτι ἐν τῷ καθολικῷ ὑπάρχουν ἄλλαι ἀθροίσεις, ὑπερβαίνουσαι τὸ ἑκατομμύριον. Ἐσβέσθη ἐκεῖνο καὶ ἐγράφη ἄλλο ποσὸν, ἔλαττον τῶν 800 χιλιάδων. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο μόνον; μήπως τὰ βιβλία τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου μέχρι τοῦδε ἦσαν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν; μήπως τὰ τριπλότυπα τῶν διαφόρων βεβαιώσεων ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Βλέπετε μὲ πόσα ἄλλα ἐγκλήματα, μὲ πόσας ἄλλας πράξεις συνδέεται τὸ ἔλλειμμα τῶν 832 χιλιάδων. Δὲν ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω κανένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, τὸν ὁποῖον καὶ σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας θεωρῶ σαθρὰς, διότι δὲν πείθομαι, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐδωροδοκήθη· δύναται νὰ παρεσύρθη, πάντοτε ὅμως ἔπραξεν ἓν κακόν. Τώρα εἶμαι ὑποχρεωμένος, διότι αὐτὸ τὸ τῆς ἀνακαλύψεως ζήτημα ἔφερε τὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως φιλικήν μου διάστασιν, καὶ νομίζω, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μία ἔκθεσις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν βασιλέα ἐστάλη διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνακαλύψεως καὶ ἐπροκάλεσε τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσίν μου,—νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἱστορίαν οὐχὶ τῆς ἀνακαλύψεως, ἀλλὰ τῆς καταδείξεως.

§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι οὐσία.

§26Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν, οὔτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, οὔτε αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κ. Κατσικαπῆς εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. (Θόρυβος.)

§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μικρά τις διακοπή... (Θόρυβος.) Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει τις βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ ἀκούσῃ τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν Θηβῶν. (Θόρυβος.)

§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς διακόψωμεν διὰ 5 λεπτὰ· οἱ κύριοι βουλευταὶ εἶναι κουρασμένοι.

§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ ¾ μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
2τῆς 4 Μαρτίου 1882.
3Ὥρα 2 μ. μ.
4Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ
5πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
6(Ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ Μεσσηνέζης καὶ Ἀλαλάνος.)
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον.
8Ἐν Ἀθήναις, τῇ 3 Μαρτίου 1882.
9Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων.
10Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγγείλω δι’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε,
11εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Αὐτοῦ Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀνέθηκε τὴν Διοί-
12κησιν τοῦ Κράτους εἰς νέον ὑπουργεῖον συγκροτούμενον ὡς ἑξῆς:
13Χ. Τρικούπης πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπουργὸς
14ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, προσωρινῶς δὲ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, Δη-
15μήτριος Γ. Ῥάλλης ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Κωνσταντῖ-
16νος Λομβάρδος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς
17δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, Π. Καλλιγᾶς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
18κονομικῶν, Σπυρ. Καραϊσκάκης ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτι-
19κῶν, Γ. Ῥοῦφος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν.»
20Τὸ Προεδρεῖον παρουσιάσθη, κύριοι, σήμερον ἐνώπιον τῆς Α. Μ.
21Ἰδοὺ ἡ προσφώνησις τοῦ Προεδρείου πρὸς τὴν Α. Μ.
22«Μεγαλειότατε!
23Ἐφανιζόμενον ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος τὸ
24Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καταρτισθὲν ἤδη, λαμβάνει τὴν τιμὴν
25νὰ ἀναγγείλῃ Αὐτῇ τὴν συγκρότησιν τοῦ Βουλευτικοῦ Σώμα-
26τος. Δράττεται δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ἵνα εὐχηθῇ ὅπως ὁ
27Ὕψιστος διαφυλάττῃ ὑπὸ τὴν σκέπην αὑτοῦ τὴν Ὑμετέραν
28Μεγαλειότητα μεθ’ ἁπάσης τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας.»
29Ἰδοὺ καὶ ἡ ἀντιφώνησις τοῦ Βασιλέως...
30«Εὐχαριστῶ τὸ Προεδρεῖον διὰ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ ὑπὲρ ἐμοῦ
31καὶ τῆς οἰκογενείας μου. Σᾶς συγχαίρομαι, κύριοι, διότι ἡ Βου-
32λὴ διὰ τῆς ψήφου της ἐτίμησεν ὑμᾶς μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην
33της, εὐελπιστῶ δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θέλει διευκολύνει
34πᾶν ἔργον ὠφέλιμον εἰς τὴν φίλην μας πατρίδα.»
35Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχει μία ἀναφορὰ τοῦ κ.
36Ἀνδρέα Στράτου.
37§2Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτή, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ σταλῇ εἰς
38τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀφορᾷ εἰς ἐκλογικά.
39§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἔγγραφόν μου ἀνα-
40κοίνωσιν, κύριοι, περὶ τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ νέου ὑπουργείου
41ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν, ἧς τὴν
42γνώμην τὸ στέμμα ἐνόμισεν, ὅτι ἱκανοποιεῖ καλοῦν ὑμᾶς εἰς
43τὰ πράγματα. Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι γνωστὴ, καί τοι
44εἰσέτι δὲν ἤρξατο αὕτη τῶν ἐπισήμων αὐτῆς ἐργασιῶν, εἶναι
45γνωστὴ ἐκ τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας παρέστημεν πάν-
46τες καὶ ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς κοινωνίας παν-
47δήμους, εἶναι γνωστὴ καὶ ἐκ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν,
48κατὰ τὰς ὁποίας ἐφάνη ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν περὶ τῶν πραγ-
49μάτων τῆς πολιτείας εἶχεν οὐχὶ ἡ ἐπίσημος Βουλή, ἀλλὰ τὰ
50μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπαρτίζουσιν αὐτήν.
51Ποία δὲ εἶνε ἡ γνώμη αὕτη; Ἡ γνώμη αὕτη συνοψίζε-
52ται εἰς ὀλίγας λέξεις: ἡ ἀνόρθωσις τοῦ νόμου. Τὴν ἀνόρ-
53θωσιν τοῦ νόμου ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἡ κοινωνία σήμερον. Ἡ κοι-
54νωνία ζητεῖ φραγμοὺς κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, κατὰ πάσης
55ὑπερβασίας, κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ
56τῶν ὑπερβασιῶν παντὸς ἰσχύοντος καὶ κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν
57τῆς Βουλῆς, ζητεῖ τουτέστιν ἡ κοινωνία, ὅπως διὰ τῆς ἐκτε-
58λέσεως τῶν ὑπαρχόντων νόμων καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως νέων
59νόμων, ἂν οἱ ὑπάρχοντες ἦναι ἀτελεῖς, περιορισθῇ ἑκάστη ἐξου-
60σία ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ὅπου ἐν τῷ
61παρελθόντι ἐξουσία τις ὑπερέβη τὰ δικαιώματα αὐτῆς, ἡ ἐγ-
62γύησις, ἣν οἱ νόμοι παρέχουσι τῇ κοινωνίᾳ ἡ τιμωρία πρέπει
63νὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ τὴν πραγματοποίησιν ταύτην ἀπαι-
64τεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ κοινωνία. Εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τῆς Βου-
65λῆς ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα ἔχει ἴδια
66καθήκοντα, καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα θέλει ἐπιτελέσει πλήρη
67καὶ ἀνεπιφυλάκτως. Αἱ περιστάσεις, ἐν αἷς διατελεῖ τὸ Κρά-
68τος, εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖαι, ὥστε εἴπέρ ποτε σήμερον τὸ
69ἔδαφος, ἐφ’ οὗ βαδίζομεν, νὰ ἦναι ἀσφαλὲς, καὶ δὲν δύναται
70νὰ ἦναι ἀσφαλὲς, ἐὰν φανῇ οἱοσδήποτε, ἀλλὰ πρὸ πάντων, ἐὰν
71φανῇ ἡ Βουλὴ μὴ ἔχουσα τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιτελέσῃ ἁπά-
72σας αὐτῆς τὰς ὑποχρεώσεις, ὅπως περιβάλῃ τὰς ἐν τῷ νόμῳ
73ἀναγεγραμμένας ἐγγυήσεις διὰ πλήρους τοῦ κύρους. Αἱ Κυβερ-
74νήσεις, ἐν κοινοβουλευτικῇ πολιτείᾳ ἐξασκοῦσιν ἐξουσίαν με-
75γίστην, διότι, ἂν ἡ κυβέρνησις μὴ περιορισθῇ ἐντὸς τοῦ κύ-
76κλου, ὃν ὁ νόμος ὁρίζει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, τὰ ἐπα-
77κόλουθα εἶνε σπουδαιότατα, ἀφοῦ ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξῃ
78ἡ Βουλὴ κατόπιν, δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τῆς
79τοιαύτης ἐνεργείας. Ἐκ τῶν ὑπερβασιῶν γεννῶνται δικαιώ-
80ματα τρίτων, καὶ ἂν ταῦτα μὴ ἀναγνωρισθῶσιν, ἐπέρχεται ἀ-
81δικία, διότι οἱ ἰδιῶται δὲν ἔχουσι τὰ μέσα, ἵνα ἀντιταχθῶ-
82σιν εἰς τὰ γενόμενα καὶ ἀναγκάζονται νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς αὐ-
83τά, θὰ ἐζημιοῦντο ἄρα ἀδίκως, ἐὰν ἔβλεπον ἀκυρουμένας τὰς
84πράξεις, ἃς δὲν ἐνήργησαν, ἀλλ’ εἰς ὧν ἐνέχονται τὰς συνε-
85πείας. Ἀλλὰ πόσω σπουδαιότερον δὲν ἀποβαίνει τοῦτο, ὅταν
86δὲν περιορίζηται ἡ ὑπερβασία εἰς τὰς ἐσωτερικὰς σχέσεις τοῦ
87Κράτους, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις
88αὐτοῦ; Ἐὰν τὸν ἰδιώτην πολίτην Ἕλληνα σεβομένη ἡ Βουλή,
89ἀναγκάζηται ν’ ἀναγνωρίζῃ τὰς συνεπείας ἑκάστης, καθ’ ὑ-
90πέρβασιν ἐξουσίας κυβερνητικῆς πράξεως, πόσῳ μᾶλλον δὲν
91εἶναι δεσμευμένη, ὅταν ἡ ὑπερβασία ἐπήνεγκε τὰς συνεπείας
92αὑτῆς ἀπέναντι ξένων; Ἀδύνατος εἶναι τότε καὶ διὰ τὴν
93Βουλὴν καὶ διὰ τὸ ἔθνος πᾶσα ἐνέργεια ἐπανορθωτική· ὀφεί-
94λει τὸ ἔθνος ν’ ἀποδεχθῇ τὰ γενόμενα, ὀφείλει νὰ τὰ δεχθῇ
95ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν εὐπρεπείᾳ, διότι ἀπέναντι τῶν ξένων ἔ-
96ταξεν ὡς ἀντιπρόσωπον καὶ πληρεξούσιον αὐτοῦ τὴν κυβέρ-
97νησιν, ἀνάρμοστον δ’ εἶναι ν’ ἀποκηρύττῃ τὴν ὑπογραφήν,
98ἧς ἐπηγγέλθη ἐκ προοιμίων, ὅτι θ’ ἀναγνωρίσῃ τὸ κῦρος. Ἀ-
99πέναντι τῆς τοιαύτης τῆς Κυβερνήσεως ἐξουσίας τὸ κοινοβου-
100λευτικὸν πολίτευμα δύω ἰδίως ἔθηκεν ἐγγυήσεις, πρώτην, ὅτι
101αἱ Κυβερνήσεις προέρχονται ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς·
102εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ χορηγῇ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐ-
103τῆς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐγγυῶνται ἐκ τῶν προηγουμένων αὐ-
104τῶν, ὅτι δὲν θέλουσι τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης καταχρασθῆ.
105Ἔχουσιν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος οἱ βουλευταὶ
106καὶ ἄλλην ἐξουσίαν, ἔχουσι τὴν ἐξουσίαν, κατόπιν τῶν γενο-
107μένων, νὰ τιμωρῶσιν εἰς παραδειγματισμὸν καὶ εἰς σωτηρίαν
108τοῦ πολιτεύματος ἐν τῷ μέλλοντι. Εἴχομεν μέχρι τοῦδε Κυ-
109βέρνησιν, ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς προελθοῦσαν· πῶς
110ἡ Κυβέρνησις διεχειρίσθη τὰ τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης, ἔργον
111τῆς Βουλῆς θὰ ἦναι νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἀλλ’ ἐξετάζουσα αὐτὸ,
112θὰ ἔχῃ βεβαίως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μόνη ἡ αὐστηρότης δύναται νὰ
113διασώσῃ, κατὰ τὰς παρούσας δυσχερεῖς περιστάσεις, τὸ Κρά-
114τος ἀπὸ τοῦ κινδύνου, ὅπως καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀποδειχθῶσι
115φροῦδαι αἱ ἐλπίδες τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὰς Κυβερνήσεις. Τὰ ἔργα,
116ἅτινα θέλουσιν ἐπιβληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θὰ
117περιβάλῃ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, εἶναι τοσοῦ-
118τον σπουδαῖα, ὥστε οὐδεμίαν δύναται αὕτη εὐσυνειδήτως νὰ
119παραλείψῃ ἐγγύησιν, ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα θέλουσιν ἐπιτελεσθῆ
120μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας. Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ, ἣν σήμε-
121ρον Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ, ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἡ Ἑλλη-
122νικὴ Κυβέρνησις σήμερον εὑρίσκεται ἀπέναντι καταστάσεως
123ἐσωτερικῆς, οὐχὶ εὐαρέστου· παράλυσις εἰς πάντας τοὺς κλά-
124δους τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ αἱ δυσχέρειαι ἐκ τούτου δὲν εἶναι
125αἱ μεγαλείτεραι, διότι ταῦτα δὲν προσβάλλουσι τὰς ῥίζας
126τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν καὶ ἐνέργεια σύντονος καὶ συστηματικὴ
127δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα. Οἱ κίνδυνοι οἱ με-
128γάλοι τῆς Ἑλλάδος εἶναι πέριξ ἡμῶν, ἐκτὸς ἡμῶν. Ἡ κατά-
129στασις τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐπιβάλλει εἰς τὴν
130Κυβέρνησιν τὰς μεγίστας τῶν ὑποχρεώσεων. Ἐὰν ἠδύνατο σή-
131μερον ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀφιερώσῃ ἀποκλειστικῶς ἅπασαν αὑτῆς τὴν
132προσοχὴν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς αὑτῆς πληγὰς, ἡ θεραπεία τῶν
133κακῶν, τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο σχετικῶς εὐχερής·
134ἀλλ’ ὅ,τι καθιστᾷ τὰ πράγματα δεινότατα, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ
135μέσῳ τῆς τοιαύτης ἐσωτερικῆς ἡμῶν καταστάσεως ὀφείλομεν
136ν’ ἀσχοληθῶμεν ἰδίως, οὐχὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγμα-
137τα, ἀλλ’ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πέριξ ἡμῶν χωρῶν, ἐξ ὧν
138ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπεκδέχεται τὸ μέλλον αὑτοῦ. Ἡ κατάστασις
139τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ἐπισφαλής, οἱαδήποτε δ’ ἂν ᾖ τῶν νῦν
140ἀνωμαλιῶν ἡ ἔκβασις, εἶναι βέβαιον, εἶναί τι, ὅπερ δὲν ἐπιδέ-
141χεται ἐν τοῖς πολιτικοῖς ὑπολογισμοῖς ἀμφιβολίαν, ὅτι τα-
142χεῖα θέλει εἶσθαι ἡ κρίσις τῶν πέριξ ἡμῶν πραγμάτων, καὶ
143ἐὰν ἐν τῇ κρίσει ταύτῃ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς ἀπαράσκευοι, θέλο-
144μεν ἀπολέσει ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἡμᾶς· καὶ ἀπολλύντες ὅ,τι ἀνή-
145κει εἰς ἡμᾶς ἐκτὸς ἡμῶν, θὰ ἀπολέσωμεν ὅ,τι ἀνήκει εἰς ἡμᾶς
146καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ βασιλείου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τῶν
147ὅλων, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως τὸ ἐσωτερικὸν
148ζήτημα ἔχει σπουδαιότητα μεγαλειτέραν ἐκείνης, ἣν θὰ εἶχεν,
149ἐὰν τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα θὰ ἦσαν ὁμαλά· διότι ἡ ἐσωτε-
150ρικὴ ἀποκατάστασις εἶναι ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς θὰ στηριχθῶμεν,
151ἵνα ἐνεργήσωμεν καὶ ἐξωτερικῶς. Εἰς θυσίας θὰ ὑποβληθῇ τὸ
152ἔθνος μεγίστας, εἰς θυσίας, χάριν τῆς παρασκευῆς τῶν δυνάμεων
153αὐτοῦ κατά τε ξηρὰν καὶ θάλασσαν· ὀφείλει δὲ τὰς θυσίας ταύ-
154τας ψηφίζουσα ἡ Βουλή, νὰ φροντίσῃ ὅπως ἀνταποκριθῶσι πρὸς
155τοὺς σκοπούς, πρὸς οὓς γίνονται, καὶ ὅπως αἱ ἐπαγγελίαι τῶν Κυ-
156βερνήσεων περὶ ἐκπληρώσεως τῶν σκοπῶν τούτων μὴ ἦναι ἐπαγ-
157γελίαι ματαιωθησόμεναι. Ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἄρα καὶ
158ναυτικῶν παρασκευῶν τῆς χώρας καθῆκον ἔχει ἡ νέα Κυβέρ-
159νησις νὰ ἀσχοληθῇ ἀνενδότως· ἀλλ’ ἵνα δυνηθῇ νὰ πράξῃ τοῦτο,
160ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον εἰρήνης· ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος τῆς
161εἰρήνης, οὐχὶ χάριν τῶν ἀπολαύσεων, ἃς αὕτη ἐπιτρέπει, οὐδὲ
162καὶ χάριν ὅσων ὑπόσχεται ἡ εἰρήνη εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνά-
163πτυξιν τῆς χώρας, ἔχει ἀνάγκην μᾶλλον ἀπαραίτητον τῆς
164εἰρήνης, ἵνα δυνηθῇ ὑπὸ τὴν αἰγίδα αὐτῆς νὰ παρασκευασθῇ
165πρὸς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, πρὸς τὴν ἄμυναν τοῦ ἑλληνι-
166σμοῦ, διότι δὲν εἶναι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος οὔτε ἐπὶ τῆς
167Ὄρθρυος, οὔτε κατὰ τὴν Ἐλασσῶνα· ὅρια τοῦ βασιλείου ἐν τῷ
168ζητήματι τῆς ἀμύνης εἶναι αὐτὰ τὰ ὅρια τοῦ ἑλληνισμοῦ.
169Τὴν εἰρηνικὴν ἄρα πολιτικὴν ὀφείλει ν’ ἀσπασθῇ ἐν τοιαύτῃ
170ἐννοίᾳ ἡ Κυβέρνησις· ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ τὰς ἀγαθὰς σχέσεις
171πρὸς πάσας τὰς ξένας Δυνάμεις, ἰδίως δὲ ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ
172τὰς ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν. Αἱ ἀγαθαὶ
173σχέσεις πρὸς τὴν γείτονα Δύναμιν εἶναι ἓν τῶν μέσων, δι’ ὧν
174δύναται ἄριστα νὰ ἐνισχυθῇ ὁ ἑλληνισμὸς διὰ τοὺς ἀγῶνας,
175οὓς παρασκευάζουσιν εἰς αὐτὸν ἄλλοι, καὶ αἱ φιλικαὶ αὗται
176σχέσεις σήμερον ἐλπίζομεν, ὅτι εἶναι μᾶλλον κατορθωταὶ ἢ
177ἄλλοτε, διότι σήμερον ἔχομεν ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν συμπολίτας
178ἐκ τοῦ ἔθνους ἐκείνου τοῦ γείτονος καὶ ἔχομεν καὶ ἐν αὐτῇ
179τῇ Βουλῇ συναδέλφους ἐξ αὐτοῦ παρακαθημένους ἐνταῦθα ἐπ’
180αἰσίοις. Διὰ τῆς εἰρηνικῆς ἐν γένει πολιτικῆς, διὰ τῆς φιλι-
181κῆς πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις συμπεριφορᾶς καὶ ἰδίως πρὸς
182τὴν γείτονα Δύναμιν, θὰ ἀποκτήσωμεν τὴν θέσιν, ἥτις εἶναι
183ἀναγκαία, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἑτοιμάσωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν
184ὅσον ἔνεστι τάχιον, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν ἀπαράσκευοι ἐν τῇ ὥ-
185ρᾳ, καθ’ ἣν ἤθελε παύσει ἡ εἰρήνη ὑφισταμένη, οὐχὶ ἐξ
186ἐνεργείας ἡμῶν, οἵτινες ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς ἐπὶ πο-
187λὺν χρόνον, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐνεργείας ἄλλων, μόνος δὲ κίνδυνος
188εἶναι μὴ παύσῃ, πρὶν δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὴν
189παρασκευήν. Ἐν τῇ εἰρηνικῇ ταύτῃ πολιτικῇ θὰ εὕρωμεν τὴν
190εὐκαιρίαν, ὅπως συντάξωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν κατὰ ξηρὰν
191καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐπαυξήσωμεν δὲ κατὰ τὸ ἐφικτὸν καὶ τὰς
192ἐσωτερικὰς τῆς χώρας δυνάμεις, φέροντες αὐτὴν ὅσον ἔνεστι
193εἰς τὸ ὕψος τοῦ σημερινοῦ τῆς Εὐρώπης πολιτισμοῦ, δίδοντες
194ὤθησιν εἰς τὰ τῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς πάντα τὰ ἀφο-
195ρῶντα εἰς τὴν ὑλικὴν πρόοδον, ἥτις ἀποτελεῖ τὰ νεῦρα τῆς
196ἐθνικῆς ἐνεργείας. Ὀφείλομεν ἰδίως νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἡμῶν
197τὴν προτοχὴν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἶναι αὕτη
198οὐχὶ εὐάρεστος, εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐχὶ οὐδόλως δυνάμεθα
199ἐν τῷ παρόντι νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν βάσιν τῆς καλῆς οἰκο-
200νομικῆς καταστάσεως, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προυπολογισμοῦ.
201Ἀλλ’ οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπελπιστικόν. Ἐὰν ἡ γενικὴ τοῦ Κρά-
202τους πολιτικὴ ἦναι τοιαύτη ὁποίαν διέγραψα, δυνάμεθα διὰ
203καταλλήλου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διευθετή-
204σεως νὰ ἐπιτύχωμεν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ οὐχὶ πόῤῥω
205ἀπέχοντι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπο-
206λογισμῷ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον, εἶναι οὐχὶ ἐπί-
207δειξις πλαστοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον
208ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ κράτους τὴν ὁδὸν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύ-
209κτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν ἐμμείνωμεν ἀκραδάντως ἐν
210αὐτῇ· ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπι-
211ζητήσωμεν αὐτὴν διὰ τῆς ὅσον ἔνεστι ἐλαττώσεως τῶν δα-
212πανῶν, ἐπιτρεπούσης ὅμως πλήρη τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παρα-
213γωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως
214ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν παραγωγι-
215κῶν δυνάμεων, τῶν πόρων τοῦ ἔθνους, ἐπαύξησιν καὶ
216τῶν πόρων τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ἔργον, εἰς
217ὃ ὀφείλει ν’ ἀφιερωθῇ ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ζή-
218τημα λογιστικὸν τὸ ζήτημα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι
219ζήτημα ἀριθμῶν, οὐδὲ ζήτημα πιστώσεων, δὲν εἶναι ζήτημα
220αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπο-
221λογισμοῦ· Τὸ ζήτημα τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολο-
222γισμῷ, εἶναι ζήτημα κοινωνικὸν καὶ πολιτικόν. Ἐὰν τὴν πο-
223λιτικὴν ἡμῶν ἔχωμεν ἠθικὴν, ἔχωμεν εὐσταθῆ πρὸς τὰς ἰδέας,
224τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζομεν ὡς ὀρθὰς, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐπι-
225τρέψωμεν εἰς τὸ Κράτος νὰ προαγάγῃ ἑαυτὸ, καὶ τοῦτο ἐν
226μέτρῳ μεγαλειτέρῳ ἢ τὰ ἄλλα κράτη τῆς Εὐρώπης τὰ συγ-
227χρόνως μεθ’ ἡμῶν βιοῦντα· ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ἔτι ἐν τοῖς
228σπαργάνοις καὶ πᾶσα ἡ ἀνάπτυξις αὐτῆς εἰσέτι δὲν ἐπραγμα-
229τώθη. Δὲν διατελοῦμεν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν διατε-
230λοῦσι τὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ καὶ τῷ πο-
231λιτισμῷ πρὸ αἰώνων· ἡμεῖς σήμερον ἀρχόμεθα ποιοῦντες χρῆ-
232σιν τῶν οἰκονομικῶν στοιχείων τοῦ ἔθνους· διὰ τῆς ἐνισχύ-
233σεως ἄρα, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν καὶ Κυβέρνησις
234καὶ Βουλὴ εἰς τὰς δυνάμεις τὰς παραγωγικὰς τοῦ Κράτους,
235ἔχομεν νὰ ἐλπίζωμεν πολὺ μεγαλείτερα ἀποτελέσματα ἐκεί-
236νων, τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη ἐνίσχυσις ἀποφέρει εἰς ξένα κράτη.
237Διὰ τοῦτο πᾶσα θυσία, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ζητήσει παρὰ
238τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῶν βιομηχανι-
239κῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, τῆς συγκοινωνίας καὶ πάντων τῶν
240μέσων, δι’ ὧν προάγεται ἡ ὑλικὴ δύναμις, ἔχω τὴν πεποίθη-
241σιν, ὅτι θέλει ἐπιψηφισθῆ προθύμως παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι
242ἡ Βουλὴ θέλει μᾶς χορηγήσει καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἐμπι-
243στοσύνην, τὴν ὁποίαν ἀπεκδεχόμεθα παρ’ αὐτῆς καὶ ἐπὶ πάν-
244των τῶν ἄλλων. Καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις τῆς ὑπηρεσίας,
245οἵτινες δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖοι τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ
246ναυτικοῦ κλάδου, ὅπως καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, θέλομεν ὑποβά-
247λει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, δι’ ὧν ἐλπίζομεν, ὅτι καὶ τὰ τῆς
248ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῆς ἐκκλησίας θέλουσι διαῤῥυθμισθῆ δε-
249όντως. Ἰδίως περὶ ἓν ὀφείλομεν ν’ ἀσχοληθῶμεν ἤδη ἀμέσως
250ἀπὸ τῶν πρώτων βημάτων, εἰς τὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν
251νέων ἐπαρχιῶν· αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι διατελοῦσιν ἐν ἐκρύθμῳ
252καταστάσει, ἐν καταστάσει ἀρχετύπῳ, τουτέστι διοικοῦνται
253ἄνευ νόμων. Ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διατάγματα,
254κανονίζοντα τὰ τῆς νομοθεσίας ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, δια-
255τάγματα ἄκυρα, οὐδεμίαν ἔχοντα ἢ δυνάμενα νὰ ἀποκτήσω-
256σιν ἰσχὺν, ἑπομένως εὑρισκόμεθα ὡς πρὸς αὐτὰς διοικητικῶς
257ἀπέναντι τοῦ χάους. Καὶ πρῶτον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως
258σήμερον εἶναι νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως κανονίσῃ τὰ
259τῆς ἐννόμου καταστάσεως τῶν χωρῶν ἐκείνων. Πρὶν ἢ δοθῇ
260ἔννομον ἔδαφος εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως αὐτόθι, νο-
261μίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ οὐδε-
262μιᾶς ἄλλης ἐργασίας. Ὀφείλομεν εἰς τοὺς νέους ἡμῶν συμπο-
263λίτας νὰ παράσχωμεν τὸ μέγιστον τῶν εὐεργετημάτων τῆς
264πολιτείας, τὴν εὐνομίαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι βιοῦν-
265τες ἐν εὐνομίᾳ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ὡς κανόνα ἐν τῇ διοι-
266κήσει αὐτῶν θεσμούς, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος
267ἐπιβληθέντας εἰς αὐτούς. Παρεσκευάσαμεν ἄρα νομοθετικὸν
268μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν εἰς τὴν ἔγκρισιν ὑμῶν, ἀφο-
269ρῶν εἰς τὴν κανονικὴν διαῤῥύθμισιν τῶν πραγμάτων τῶν
270νέων ἐπαρχιῶν· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνομεν τὴν
271ἐπέκτασιν ἐπὶ τὰς νέας χώρας πάσης τῆς ἐν τῷ λοιπῷ Βασι-
272λείῳ ἰσχυούσης νομοθεσίας, συνάμα δὲ προτείνομεν καὶ πάντα
273τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι προσωρινῶς ἀναγκαῖα, μέ-
274χρις οὗ ἐφαρμοσθῶσιν ἐκεῖ τὰ ἐνταῦθα κείμενα. Διότι
275δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ἐγκύρως, ὅτι οἱ ἑλληνικοὶ νόμοι
276ἰσχύουσιν ἀπὸ ἡμέρας ὡρισμένης ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις,
277ἵνα καὶ οἱ νόμοι οὗτοι ἀμέσως πραγματοποιηθῶσιν· ὡς
278πρὸς πολλὰ ὑπάρχει ἀνάγκη μέτρων παρασκευαστικῶν
279τῆς ἐκτελέσεως. Αὐτὴ ἡ δημοτικὴ διοίκησις τῆς χώρας ἀπαι-
280τεῖ δημοτικὴν διαίρεσιν, δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐγκατά-
281στασιν τῶν νέων ἀρχῶν· μέχρι τοῦ χρόνου ἄρα, καθ’ ὃν θὰ
282δυνηθῇ νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος, ἔδει προσωρινῶς νὰ κανονι-
283σθῶσι διὰ νόμου τὰ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας ἐκείνης, πᾶσαι
284δὲ αὗται αἱ προσωριναὶ διατάξεις περιλαμβάνονται ἐν τῷ νο-
285μοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν σήμερον εἰς ὑμᾶς.
286Πλὴν τούτου, ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν σήμερον καὶ ἕ-
287τερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς διαῤῥύθμισιν τῶν σχέσεων ἡμῶν
288ὡς πρὸς τὰς νέας χώρας ἀπέναντι τῶν ξένων δυνάμεων, του-
289τέστιν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν περὶ τῶν
290νέων συνόρων.
291Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν
292Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὸν τρέχοντα μῆνα
293καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν δαπανῶν διὰ πιστώσεως διὰ τοὺς
294δύω τελευταίους μῆνας, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐπί-
295σης, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, ἐπεῖγον, διότι εὑρισκόμεθα ἐν μηνὶ
296Μαρτίῳ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν νομίμως εἰς οὐδεμίαν
297δαπάνην.
298Ταῦτα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σήμερον θέλομεν ὑποβάλει
299εἰς τὴν Βουλήν. Ἐντὸς λίαν βραχέως χρόνου θέλομεν ὑποβάλει
300καὶ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύονται ἐκ τοῦ συστή-
301ματος τῶν ἰδεῶν ἡμῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ
302καὶ εἰς ταῦτα καὶ εἰς ἐκεῖνα θέλει παράσχει εἰς ἡμᾶς πλήρη
303τὴν συνδρομὴν αὐτῆς. Ἀπέδειξεν ἡ Βουλή, ὅτι εἶχεν ἐμπι-
304στοσύνην εἰς ἡμᾶς ἐνόσῳ διετελοῦμεν ἐν ταῖς τάξεσι τῆς ἀν-
305τιπολιτεύσεως· ἐλπίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἐν ταῖς τάξεσιν ἤδη
306τῆς συμπολιτεύσεως, θέλομεν ἀποδείξει πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ
307πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν ἦσαν ἀληθεῖς, καὶ ὅτι
308ἐπὶ τῶν ἐπαγγελιῶν ἡμῶν ἐννοοῦμεν νὰ πολιτευθῶμεν, ἐπιδιώ-
309κοντες τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῶν
310βουλευτῶν καὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
311§4ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, μετὰ τὰς
312εὐρείας καὶ σαφεῖς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυ-
313πουργός, ὀλίγα ἀπολείπονται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω ἀναγόμε-
314να εἰς τὰ οἰκονομικά· ἐν συνόψει δύναμαι νὰ προτάξω τὰ ἀ-
315ξιώματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐννοῶ νὰ πολιτευθῶ. Ἐν ὀλίγαις
316λέξεσι πρεσβεύω πλήρη ἔλεγχον, αὐστηρὰν οἰκονομίαν, προ-
317παρασκευὴν εἰς ἰσοῤῥοπίαν, καθ’ ὅσον δὲν παραβλάπτονται τὰ
318μεγάλα τοῦ Κράτους συμφέροντα. Τὰ ἀξιώματα ταῦτα νο-
319μίζω καὶ αὐτόδηλα καὶ μὴ χρήζοντα ἀναπτύξεως, ἀλλὰ
320κατὰ τὴν πορείαν, ἡ ὁποία θέλει μοὶ ἐπιτρέψει νὰ παρίσταμαι
321ἐνώπιόν σας, θέλω ἔχει ἀφορμὴν νὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ ὑπεν-
322θυμίζω. Ἀρκεῖ σήμερον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τὸν πίνακα τῆς
323οἰκονομικῆς καταστάσεως ὁποίαν εὕρομεν αὐτὴν κατὰ τὴν
324πρόοδον τῆς διαχειρίσεως. Τὰ στοιχεῖα ἔλαβον ἐκ τοῦ γραφείου
325καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ εἰμὴ ἐφ’ ὅσον τὸ βρα-
326χὺ τοῦ χρόνου ἐπέτρεπε νὰ συλλέξω ἀναγκαίας πληροφορίας.
327Τῆς καταστάσεως ταύτης τὰ ἐξαγόμενα εἶναι τὰ ἑξῆς.
328Εὑρισκόμεθα ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς χρήσεως τοῦ παρελθόντος
329ἔτους κατὰ τὸν τότε ψηφισθέντα προϋπολογισμόν· κατὰ τὸν
330προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον τὰ ἔσοδα εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 49,
331051.560· ἐξ αὐτῶν ἐβεβαιώθησαν 47,692,667, ὑποθέτω δὲ
332ὅτι δύνανται εἰσέτι νὰ βεβαιωθῶσι περίπου 3,000,000, καθόσον,
333ὡς γνωρίζετε, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ἐπι-
334τηδευμάτων, τῶν ἀμπέλων καὶ ἄλλα τινὰ βραδύνουν καὶ
335πάντοτε καθυστεροῦν πέραν τοῦ ἔτους· ἔχομεν λοιπὸν ὡς ἔγ-
336γιστα βεβαιωθέντα καὶ βεβαιωθησόμενα 50,692,157, ἄρα
337πέραν τῶν προϋπολογισθέντων περίπου 1,640,597. Ἐξ αὐ-
338τῶν τῶν ἐσόδων εἰσεπράχθησαν ἤδη 42,001,304, καὶ ἐλπί-
339ζεται προσεχῶς ἡ εἴσπραξις 5,000,000, ἑπομένως μετὰ τὴν
340ἀποπεράτωσιν τῶν εἰσπράξεων θὰ ἔχωμεν 47,000,000, ὡς
341ἔσοδα τοῦ λήξαντος ἔτους, ἤτοι τῆς χρήσεως, ἡ ὁποία, καθὼς
342γνωρίζετε, λήγει τὸν Ὀκτώβριον.
343Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα. Τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ.
344121,155,139, προσετέθησαν δὲ διὰ διαταγμάτων ἔκτακτοι πι-
345στώσεις δραχμῶν 9.551,027, ἐν συνόλῳ ἑπομένως τὰ ἔξοδα
346ἀνῆλθον εἰς 133,706,216. Ἐξ αὐτῶν μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς
347Ἰανουαρίου ἐπληρώθησαν 80,586,725· ὑπολείπονται ἄρα ἐξ
348ὅλων αὐτῶν 53,119,385· δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν θέλουν ἀκόμη
349δαπανηθῆ ἐκ τούτων, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν
350πόσον ποσὸν εἰσέτι μέλλει νὰ καταβληθῇ· αἱ σημειώσεις τοῦ
351γραφείου δὲν εἶναι πρὸς τοῦτο ἐπαρκεῖς ἢ τοὐλάχιστον δὲν εἶ-
352ναι πλήρεις· συμβαίνει δὲ τὸ ἄδηλον τοῦτο ἰδίως εἰς τὰ δύω
353ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ταῦτα, ὡς
354γνωρίζετε, λαμβάνουν προκαταβολὰς καὶ ἐπὶ τούτων προβαί-
355νουν εἰς τὰς δαπάνας, δικαιολογοῦντα τὰς προκαταβολὰς,
356μετὰ δὲ τὴν ἐξάντλησιν αὐτῶν δικαιοῦνται εἰς νέας προκα-
357ταβολὰς, ὅπως προχωρήσωσιν εἰς τὴν διαχείρισιν. Τοῦτο ἀκο-
358λουθεῖται ἑωσότου τακτοποιηθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ καταστῇ ἔγ-
359καιρος. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι μακρὰν τοῦ σημείου τούτου καὶ
360ὅσαι ἀπόπειραι ἐγένοντο, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ἔγκαιρον, ὅλαι
361ἐματαιώθησαν. Ἐν τοσούτῳ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην οὐδὲ
362αὐτὴ ἡ εὐκολία, ἡ ὁποία ἐγίνετο δυνάμει νόμου περιορίζοντος
363τὴν προκαταβολὴν, ὅπως μὴ προχωρῇ ἡ δαπάνη πέραν τοῦ
364μέτρου καὶ καθίσταται κατόπιν ἡ δικαιολόγησις καὶ βραδεῖα
365καὶ δύσκολος, οὐ μόνον, λέγω, τὸ μέτρον τοῦτο ἐτηρήθη τὸ
366παράπαν, ἀλλὰ προέβησαν εἰς ὑπερβολὰς, διότι βλέπετε, ὅτι
367τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐν ἔτει 1880 ἔλαβεν ἄνευ χρη-
368ματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ἄνευ πιστώσεως νομίμως χορηγου-
369μένης ὑπὸ τὴν μερίδα «προμήθεια ὑλικοῦ» δραχ. 6,728,068,
370ἐπὶ δὲ τοῦ 1881 ἔλαβε 2,800,000· κατὰ τὸ 1880 πάλιν δι’
371ἐνταλμάτων στηριζομένων ἐπὶ πιστώσεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ,
372ἀλλ’ ἄνευ δικαιολογητικῶν ἐγγράφων 5,873,545, ὥστε τὸ ὅλον
373συμποσοῦται εἰς 15,101,613. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς παριστάνει τὸ
374ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀπέναντι τούτων ἀπέδωκεν εἰς
375χρηματικὰ ἐντάλματα προσηκόντως δικαιολογημένα διὰ τὸ
3761880 56,253, διὰ δὲ τὸ 1881 3,675,394, ὥστε μένουν ἀ-
377δικαιολόγητα ἢ δικαιολογηθησόμενα, ἐλπίζομεν, 11,669,964.
378Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ
379ἐνταῦθα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ἄνευ
380χρηματικῶν ἐνταλμάτων καὶ ὑπὸ τὴν μερίδα «προμήθεια
381ὑλικοῦ τοῦ πολέμου» ἔλαβε τὸ ἔτος 1880 10,955,807, τὸ
3821881 διὰ χρηματικῶν ἐνταλμάτων ὡς προκαταβολὴν τοῦ
383δωδεκατημορίου τῶν ἐτησίων δαπανῶν, ἑπομένως ἀκόμη ἀδι-
384καιολόγητον, 1,516,317, τὸ ὅλον 12,472,124· ὡς παρατηρεῖ
385δὲ ὁ διευθυντὴς τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου τ’ ἀνωτέρω ποσὰ
386οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰς παγίας προκαταβολὰς τὰς
387κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον ἢ τοὺς εἰδικοὺς νόμους χορηγουμέ-
388νας. Ἐξῆλθε προφανῶς τῶν κεκανονισμένων καὶ πόῤῥω ἀπέχει
389τῆς λογιστικῆς τάξεως. Ἰδοὺ εἰς ποίαν περίστασιν συντελεῖ ἡ
390ἐφαρμογὴ τοῦ πρώτου ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσα, δηλαδὴ
391ὁ πλήρης ἔλεγχος.
392Ἡ κατάστασις τῶν ταμείων ἔχει ὡς ἑξῆς. Κυκλοφοροῦντα
393ἐντάλματα καὶ λοιπαὶ ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ 6,675,725,
394μετρητὰ εἰς τὰ ταμεῖα καὶ καθ’ ὁδὸν ἐκ τῶν διαφό-
395ρων ταμείων τοῦ Κράτους 2,497,909. Παρὰ τῇ ἐθνι-
396κῇ τραπέζῃ πλεόνασμα ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν γενομέ-
397νων διὰ τοὺς τόκους τῶν δανείων 264,021, τὸ ὅλον λοι-
398πὸν ἡ ταμιακὴ κατάστασις εἶναι 9,237,655. Ἐξ αὐτῶν
399τὰ 6,675,725 παριστάνονται δι’ ἐνταλμάτων, ὥστε ὑπολεί-
400πονται περίπου 3,000,000. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ἐπληρώ-
401θησαν οἱ τόκοι ὅλων τῶν δανείων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν εἰσπρά-
402ξεων τῶν τελωνιακῶν καὶ ἄλλων προσόδων, τὰς ὁποίας ἔλα-
403βον ὡς ἐνέχυρα τὰ δάνεια· ὅλοι λοιπὸν οἱ τόκοι τῶν δανείων,
404ἀνερχόμενοι εἰς 8,000,000 ἐπληρώθησαν· ἐκ τούτου συνά-
405γομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις σπουδαῖαι,
406ἐνδέχεται ὅμως νὰ ὑπάρχουν ἐκ συμβάσεων ἢ ἄλλων αἰτιῶν,
407αἵτινες δὲν ἐγένοντο εἰσέτι γνωσταὶ εἰς ἡμᾶς. Ἐκ τοῦ δα-
408νείου τῶν 120,000,000, μένει ὑπόλοιπον 11,286,604, ἐν
409Παρισίοις παρὰ τῇ τραπέζῃ Κωνσταντινουπόλεως, καὶ προσέτι
410παρὰ τῇ Πιστωτικῇ τραπέζῃ 2,017,000, τὸ ὅλον 13,303,
411608. Εἰς ταῦτα προσθέτομεν εἰσέτι ἀδιαθέτους ὁμολογίας τοῦ
412δανείου 4,957, αἱ ὁποῖαι συναποτελοῦν καὶ αὗται ποσὰ 1,
413838,966, ἔχομεν λοιπὸν ὁμοῦ ποσὸν 15,142,565 ὑπόλοιπον
414ἐκ τοῦ δανείου. Δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ εἴπωμεν ποῖαι
415εἶναι αἱ καθυστεροῦσαι ὑποχρεώσεις, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι δὲν
416εἶναι πολὺ σπουδαῖαι, ἄλλως ἤθελον ἀναγγελθῆ. Ἀλλὰ πρέ-
417πει νὰ προσθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ποσὸν διαθέσιμον ἐν περι-
418πτώσει ἀνάγκης πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείψεως χρηματικῆς·
419δὲν ἐξηντλήθησαν τὰ δάνεια τῶν δύω τραπεζῶν τῆς Ἐθνικῆς
420καὶ τῆς Ἰονικῆς, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν μέρει εἰς μεταλλικὸν καὶ
421ἐν μέρει εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἐκ τούτων μένει διαθέσιμον
422μεταλλικὸν 5,191,113 καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 4,012,
423694, τὸ ὅλον 9,803,878.
424Περὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐπίσης πρέπει νὰ γείνῃ λό-
425γος, ἵνα συμπληρώσω τὴν ἔκθεσιν ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα
426εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει ἀνάγ-
427κης ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα δύ-
428νανται νὰ φθάσουν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 4,000,000, ὑπάρ-
429χουν ἤδη διαθέσιμα 3,855,540, διότι ἐν κυκλοφορίᾳ εἶναι
430μόνον 144,460. Εἶναι συμφερώτερον εἰς τὸ δημόσιον νὰ
431προστρέχῃ εἰς τὰς τραπέζας, αἵτινες παρέχουν δάνεια πρὸς
4321% παρὰ εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διὰ τὰ ὁποῖα δίδει
4338%.
434Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἐν συνόψει
435τοῦ Κράτους, ἣν ἐκ τοῦ προχείρου ἠδυνήθην ν’ ἀντλήσω ἐκ
436τοῦ γραφείου καὶ ἥτις παριστάνεται διὰ τῶν ἀνὰ χεῖρας πι-
437νάκων. Ἐκ τούτων δῆλον, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις, ὅπως ἐπι-
438καλεσθῶ καὶ τὰ δύο ἀξιώματα, περὶ ὧν ἔκαμον λόγον, τοῦ
439πλήρους ἐλέγχου καὶ τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας, ὧν ἔχομεν ἀπό-
440λυτον ἀνάγκην, πρὸς διόρθωσιν ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνταῦθα
441παριστάνονται. Ἀλλὰ κατεπεῖγον εἶναι νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς
442Βουλῆς ἡ ἐπιψήφισις τῶν τριῶν δωδεκατημορίων τοῦ προϋπο-
443λογισμοῦ διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, φεβρουα-
444ρίου καὶ Μαρτίου, καθόσον ἡ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ κι-
445νῆται ἄνευ τῶν χρηματικῶν βοηθημάτων, ὁ δὲ προϋπολογι-
446σμὸς ἀπαιτεῖ μελέτην διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τὸ τρίτον ἀξί-
447ωμα τῆς κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἰσοῤῥοπίας.
448Τὸ πρὸ ἡμῶν Ὑπουργεῖον εἶχε προπαρασκευάσει καὶ ἐκδώσει
449διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν πίστωσιν δύο μηνῶν, τοῦ
450Ἰανουαρίου καὶ τοῦ Φεβρουαρίου. Ἐν αὐτῷ τῷ διατάγματι
451περιελαμβάνετο διάταξις περὶ τῶν δαπανῶν διὰ τὰς νέας ἐπαρ-
452χίας, ὅπως αὗται αἱ δαπάναι ἐκανονίσθησαν διὰ τῶν μέχρι
453τοῦδε ἐκδοθέντων διαταγμάτων. Ἠκούσατε, ὅτι ὑπέβαλεν ἡ
454Κυβέρνησις σήμερον νομοσχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ τῇ βάσει,
455ὅτι ἐκεῖνα τὰ διατάγματα στεροῦνται κύρους, ὡς ἐκδοθέντα
456κατ’ ἀντιποίησιν νομοθετικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς
457νὰ φέρωμεν ὑπὸ τὴν ἐπικύρωσιν ὑμῶν ἐκεῖνο τὸ διάταγ-
458μα, χωρὶς νὰ φανῶμεν ἀσυνεπεῖς καὶ ἐπιλήσμονες τῶν
459ἀρχῶν ἡμῶν, ἁπλῶς, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων.
460Ἐνομίσαμεν τοιουτοτρόπως, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλωμεν
461πρότασιν ἐξ ὑπαρχῆς περὶ τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ νὰ θέσωμεν
462αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐν ἀργίᾳ. Ἀρκούμεθα εἰς τὴν πίστωσιν
463τριῶν μηνῶν, καθόσον ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, καὶ ἐὰν δὲν
464ἐπαρκέσωμεν πρὸ τοῦ τετάρτου μηνὸς διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως
465τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴμεθα ἐν καιρῷ νὰ ὑποβάλωμεν καὶ πά-
466λιν ἑτέραν πίστωσιν, ἣν ἡ Βουλὴ, φρονοῦμεν, ὅτι θέλει φανῆ
467πρόθυμος νὰ ἐπιψηφίσῃ.
468Συμπεριελάβομεν λοιπὸν καὶ τὰς ἐπαρχίας ταύτας, ἀλλὰ
469τὰς συμπεριελάβομεν λαμβάνοντες ἐξ ἀναλογίας τὸ αὐτὸ μέ-
470τρον, μέτρον τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐνδε-
471χόμενον, ὅτι ἐκανονίσθησαν παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
472δαπάναι ὑπερβαίνουσαι αὐτὸ τὸ μέτρον. Δὲν δυνάμεθα ἀμέ-
473σως τώρα νὰ προσδιορίσωμεν τὸ ποσόν· οὐχ ἧττον, ἂν δὲν ἤ-
474μεθα εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ δώσωμεν λόγον, δὲν εἶναι ὅ-
475μως καὶ δίκαιον νὰ βραδύνῃ ἡ ὑπηρεσία, διότι δὲν ἔχομεν τὰς
476ἀναγκαίας πληροφορίας. Περὶ αὐτοῦ λοιπὸν ἐπιφυλαττόμεθα
477κατόπιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐγκριθῇ ὡς ὀρθότερον, καὶ τοῦτο ἐ-
478ξήρτηται ἐπίσης ἐκ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θέλετε δώσει ἐπὶ
479τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν.
480Ἐλπίζω, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὴν ἡμετέραν πρότασιν καὶ θέ-
481λετε θεωρήσει αὐτὴν λίαν κατεπείγουσαν, ἐπιτρέποντες ὅσον
482τάχιον τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς.
483§5ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
484§6ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
485κῶν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων φόνων εἰς
486τὴν Ἁγυιὰν τῆς Θεσσαλίας, διὰ νὰ μάθωμεν ὁποία εἶναι ἡ
487κατάστασις ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις.
488§7ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐ-
489σωτερικῶν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ ὑ-
490πουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβον χθὲς τηλεγραφήματα περὶ
491τῶν συμβάντων ἐν Ἁγυιᾷ. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει δύο τηλε-
492γραφήματα, πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν σταλέντα, τὰ
493ὁποῖα συμπίπτει νὰ ἔχω παρ’ ἐμοί. Ἰδοὺ τὸ ἕν.
494«Ἁγυιὰ, 3/15 Μαρτίου, ὥρᾳ 8. 40 π. μ.
495«Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
496«Παρελθοῦσαν νύκτα ἀποτρόπαιον κακούργημα ἔλαβε χώ-
497ραν ἐν Τουρκοχωρίῳ. Δι’ ἐξωτερικῆς διαῤῥήξεως ἄγνωστοι εἰ-
498σελθόντες οἰκίᾳ Δερβίση ἐφέντη ἔθεσαν πῦρ, ἐξ οὗ ἀπωλέσθησαν
4997 ἄτομα, ἡ δὲ οἰκία ἐγένετο παρανάλωμα πυρός. Ἔπαρχος
500μετὰ διοικητοῦ τάγματος καὶ ὑπομοιράρχου μετέβησαν ἐπὶ
501τόπου νύκτα πρὸς ἐνέργειαν.»
502§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τηλεγραφεῖ;
503§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρει ὑπογραφήν. «Ὁ ἔπαρχος Ἁγυιᾶς καὶ
504ἀντ’ αὐτοῦ ὁ γραμματεὺς Α. Λάσκαρης.»
505Ἰδοὺ καὶ τὸ ἕτερον τηλεγράφημα.
506«Λάρισσα, 3/15 Μαρτίου, ὥρᾳ 5. 20 μ. μ.
507«Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
508«Εἰς Τουρκοχῶρι Ἁγυιᾶς, ἔνθα ἐγένετο ἐμπρησμός, κατὰ
509σημερινὸν τηλεγράφημα ἐπάρχου Ἁγυιᾶς, ἀπεστάλη ἀνακρι-
510τὴς Δραγάτσης. Παρελθοῦσαν νύκτα ἄγνωστοι ἐφόνευσαν μυ-
511λωθρὸν Γκελὴλ Σαραγκιουλοὺλ, κάτοικον Μικροῦ Κισαρλῆ, εὑ-
512ρισκόμενον εἰς μύλον του, κείμενον ἔξωθεν χωρίου του· τραυμα-
513τίσαντες δὲ καὶ υἱόν του Χουσεΐν, μετέφερον αὐτὸν εἰς τὴν ἐν
514τῷ χωρίῳ οἰκίαν του, ἣν ἐλῄστευσαν, ἀφαιρέσαντες ὅσα χρή-
515ματα καὶ ὅπλα εὗρον. Ἀπεστάλη ἀμέσως ἐκεῖ προσωρινὸς ἀ-
516νακριτὴς Καραστεργίου μετὰ ἀναλόγου δυνάμεως. Ἀνάγκη νὰ
517ἐνισχυθῇ ἐνταῦθα δημοσία δύναμις καὶ μάλιστα χωροφυλακὴ,
518ἧς δύναμις ὅλως ἀνεπαρκής· ἄλλως δημοσία τάξις καὶ ἀσφά-
519λεια σαλευθήσεται.
520Β. Ἐπίτροπος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ
521Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ γραμματεύς.»
522Ἡ κατάστασις τῆς Θεσσαλίας, περὶ ἧς ἠρώτησεν ὁ ἀξιότι-
523μος βουλευτὴς Βόλου, εἶναι βεβαίως οὐχὶ εὐάρεστος. Ἐφροντί-
524σαμεν, εὐθὺς ὡς ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, νὰ συγκεντρώσωμεν
525στρατὸν εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἐλπίζομεν ἐντὸς ταχέως χρό-
526νου νὰ ἔχωμεν ἐκεῖ τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν πρὸς καταστολὴν
527τῶν ἀτοπημάτων.
528§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν τὴν πρό-
529τασιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτρο-
530πῆς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν.
531§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα
532παρ’ ἡμῶν, παρακαλῶ, ταῦτα ν’ ἀποσταλῶσι πρὸς τύπωσιν καὶ
533κατόπιν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ὡς πρὸς δὲ
534τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
535μικῶν, νὰ σταλῇ μὲν καὶ τοῦτο πρὸς τύπωσιν, νὰ σταλῇ ὅμως
536καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ
537τὸ ταχύτερον τὴν ἔκθεσίν της.
538§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι, κύριοι, κατὰ πάντα σύμφωνος
539καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ τέως πρωθυπουργοῦ καὶ
540σεβαστοῦ φίλου μου κ. Κουμουνδούρου περὶ συστάσεως εἰ-
541δικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως τοῦ ταμείου
542Θηβῶν. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης ζημίας,
543τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ δημόσιον, καὶ ἕνεκα τῆς θέσεως τῶν
544προσώπων τὰ ὁποῖα οἱ κατηγορούμενοι ἀνέμιξαν εἰς αὐτὴν,
545εἶναι ἀξία ὅλης τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς, καὶ πρέπει νὰ
546ἐξετασθῇ μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν, μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα
547καὶ καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς λεπτομερείας, τοσούτῳ μᾶλλον,
548ὅσῳ διότι ἐῤῥέθη καὶ πιστεύεται δυστυχῶς παρὰ πολλῶν,
549ὅτι ἐπιέσθη ἡ δικαιοσύνη καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀνασύρῃ εἰμὴ
550μίαν μόνην ἄκραν τοῦ καλύπτοντος τὴν ῥυπαρὰν ταύτην
551ὑπόθεσιν πέπλου. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γείνῃ εὐρεῖα καὶ
552πλήρης ἐξέτασις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὅπως δὲ ἐννοηθῇ ἔτι
553μᾶλλον ἡ χρησιμότης τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν
554νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀπασχολήσω ὀλίγην ὥραν, ὅπως
555δώσω ἐξηγήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι συγχρόνως θέλουσιν εὐκο-
556λύνει καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἐρεύνας καὶ κρί-
557σεις τῆς Βουλῆς. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ παραξενευθῇ κανεὶς,
558βλέπων με σήμερον σπεύδοντα εἰς τοῦτο· διότι πασίγνω-
559στον εἶναι, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ δοθῶσιν
560αἱ ἐξηγήσεις αὗται ἀπὸ τοῦ μηνὸς Μαΐου, καὶ διὰ τοῦτο,
561ὑπουργὸς ὤν, ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους μου νὰ συγκα-
562λεσθῇ ἡ Βουλή, μὴ εἰσακουσθεὶς δὲ, παρῃτήθην. Ἄλλως τε
563φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος εἶναι καταλληλότερος νὰ δώσῃ
564πληροφορίας παρὰ τὸν ὑπουργὸν, ὅστις ἀνεκάλυψε καὶ κα-
565τεδίωξε τὸ ἔγκλημα, ὅστις ἔλαβεν ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ
566ἐξετάσῃ λεπτομερῶς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ὅστις διὰ τοῦτο
567ὑπέστη τὴν ἀγριωτέραν καταφορὰν ἐκ μέρους τῶν ἐνόχων.
568Θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι σύντομος, διότι, καθὼς γνωρί-
569ζετε ὅσοι ὑπήρξατε καὶ ἄλλοτε βουλευταὶ, ἔχω τὴν συνή-
570θειαν νὰ περιορίζωμαι ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ θέματος· σᾶς
571παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας.
572Ἐπὶ ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη ἐλῃστεύετο ἀσυνειδήτως εἰς τὰ
573πρόθυρα τῆς πρωτευούσης τὸ ταμεῖον Θηβῶν ἀπὸ τὸν διευ-
574θύνοντα αὐτὸ ταμίαν, καὶ οὐδεὶς τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουρ-
575γῶν, μηδ’ ἐμοῦ ἐξαιρουμένου, ἠδυνήθη νὰ ἐννοήσῃ τὸ τελού-
576μενον ἔγκλημα.
577Καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ταμίας Θηβῶν ἦτον ὁ
578γνωστὸς Θ. Βελέντζας, ὅστις κατηγορήθη καὶ κατηγορεῖ-
579ται καὶ δι’ ἄλλας ἐγκληματικὰς πράξεις. Ὁ ἀνὴρ οὗτος, ἀνή-
580κων εἰς στρατιωτικὴν οἰκογένειαν τῆς Θεσσαλίας, εἶχε σχέ-
581σεις καὶ φίλους εἰς ὅλα τὰ κόμματα, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἀπὸ
582τοῦ 1872 ἦλθον ἐκ περιτροπῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου
583Ὑπουργεῖα ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων, αὐτὸς κατώρ-
584θωνε νὰ διατηρῆται διαρκῶς ἐν Θήβαις, ἔνθα εἶχε μέγα συμ-
585φέρον νὰ μένῃ, ὅπως μὴ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ καταχρήσεις του.
586Ἕνεκα τῆς ἐκ Θεσσαλίας καταγωγῆς του καὶ τῶν σχέ-
587σεων, τὰς ὁποίας διετήρει μετὰ τῶν κατοίκων τῶν μερῶν
588ἐκείνων, ἐθεωρεῖτο ὡς χρήσιμον πρόσωπον καὶ ὡς ἀναγκαῖος
589παράγων διὰ πᾶσαν πατριωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἀφορῶσαν
590τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο δὲ, καὶ διότι κατεγίνετο εἰς
591διαφόρους ἐπιχειρήσεις, ἐλάμβανε συχνὰ ἄδειαν ἀπουσίας, καὶ
592ἄφινε τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου εἰς τοποτηρητὰς τῆς ἐκ-
593λογῆς του, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τὴν ὑπηρεσίαν ὑπ’ εὐθύνην
594καὶ διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ. Ἰδίως ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐν-
595τεῦθεν, ὅτε ἐκινήθη τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων, ἦτο σχεδὸν ἀει-
596κίνητος καὶ ἀπῆλθεν ἐπὶ κεφαλῆς σώματος ἐθελοντῶν εἰς
597Θεσσαλίαν, ἔνθα, ὡς ἤκουσα παρὰ πολλῶν, διεκρίθη διὰ τὴν
598ἀνδρείαν του καὶ τὰ κατορθώματά του. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς
599ταύτης τὸ ἔλλειμμα ἔλαβε μεγαλειτέρας διαστάσεις καὶ ἐπὶ
600τέλους ὑπερέβη τὰς 800,000 δραχμῶν.
601Εἶναι δὲ περίεργος καὶ ἴσως πρωτοφανὴς ὁ τρόπος, μὲ τὸν
602ὁποῖον ἐκάλυπτε τὸ κολοσσιαῖον τοῦτο ἔλλειμμα καὶ δὲν ἄφι-
603νε νὰ γίνῃ ἐκ πρώτης ὄψεως καταφανές. Ὅλα τὰ ταμεῖα
604τοῦ Κράτους ἔχουσιν ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ τὴν με-
605ταξὺ εἰσπράξεων καὶ πληρωμῶν διαφορὰν καὶ τὸ ὁποῖον
606προκύπτει ἐκ τοῦ καθημερινοῦ λεγομένου βιβλίου, μετὰ τὴν
607ἀφαίρεσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἀπὸ τὸ παθητικόν· τὸ ὑπόλοιπον
608τοῦτο δὲν συνίσταται εἰς μετρητὰ, διότι οἱ ταμίαι ἐνεργοῦ-
609σι καὶ πληρωμὰς, τὰς ὁποίας, εἴτε διότι συνδέονται μὲ ἄλ-
610λας, εἴτε διότι δὲν φέρουσιν ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα,
611δὲν δύνανται νὰ ἐγγράψωσιν ἀμέσως εἰς τὰ βιβλία των, καὶ
612διὰ τοῦτο, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς
613τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν διάκρισιν πόσα ὑπάρχουσιν ἐν
614τοῖς ταμείοις εἰς χρήματα καὶ πόσα εἰς ἐκκρεμεῖς πληρωμὰς
615Αἱ ἀποδείξεις τῶν τοιούτων πληρωμῶν εἶναι τὰ καλούμενα
616ἀντίτιμα, φυλάττονται δὲ εἰς τὸ χρηματοκιβώτιον ἀντὶ με-
617τρητῶν, καὶ χρησιμεύουσι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου.
618Διὰ νὰ γνωρίζῃ δὲ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τὸ ποσὸν τῶν ὑ-
619παρχόντων εἰς τὸ ταμεῖον χρημάτων, ὀφείλουσιν οἱ ταμίαι
620εἰς τὰς δεκαημέρους καταστάσεις νὰ σημειώνωσι πόσον
621μέρος τοῦ ὑπολοίπου συνίσταται εἰς μετρητὰ καὶ πόσον εἰς
622ἀντίτιμα.
623Καὶ οἱ μὲν ἄλλοι ταμίαι, ὅσοι ἐφάνησαν σφετερισθέντες δη-
624μόσια χρήματα, ἀφήρουν συνήθως μέρος τῶν χρημάτων, τὰ
625ὁποῖα αἱ καταστάσεις των παρουσίαζον· διὰ τοῦτο δὲ καὶ
626τὰ συνήθη ἐλλείμματα εἶναι ἀνάλογα μὲ τὰ χρηματικὰ
627ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ κρατῶνται διαθέσιμα εἰς ἕ-
628καστον ταμεῖον. Ἑπομένως καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ ταμείου
629Θηβῶν, ἐὰν ἦτο ἐκ τῶν συνήθων, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
630ὑπερβῇ τὰς 20 ἢ 30 χιλιάδας δραχμῶν, διότι μόλις τοσοῦ-
631τον ποσὸν ἠδύνατο νὰ κρατῇ πρὸς ἐνέργειαν τῆς δοσολη-
632ψίας του. Ἀλλ’ ὁ Βελέντζας, μὴ ἀρκούμενος εἰς τόσον μι-
633κρὸν ποσὸν καὶ ἀναγκαζόμενος νὰ ἔχῃ μέγα ὑπόλοιπον, ἐ-
634σημείονεν εἰς τὰς καταστάσεις του ὀλίγα χρήματα, καὶ
635διὰ τὸ ἐλλεῖπον ἔγραφεν, ὅτι ἀντεπροσωπεύετο ἀπὸ ἀντί-
636τιμα, ἐνῷ ἀντίτιμα εἶχεν ὀλίγιστα. Τὴν δολιότητα ταύ-
637την ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ἀνακαλύψωσιν οἱ κατὰ πᾶ-
638σαν λῆξιν τοῦ ἔτους ἐνεργοῦντες τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ τα-
639μείου διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἡ ἐπιθεώρησις αὕτη οὐ-
640δένα ἄλλον ἔχει σκοπὸν, εἰμὴ τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίω-
641σιν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ ταμείῳ πλῆρες τὸ ὑπόλοιπον, εἴτε
642εἰς χρήματα, εἴτε εἰς ἀντίτιμα. Εἶναι μάλιστα κεκανονι-
643σμένον νὰ καταγράφωνται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τόσον τὰ
644εἴδη τῶν νομισμάτων, ἐξ ὧν ἀπαρτίζεται τὸ χρηματικὸν,
645ὅσον καὶ μία πρὸς μίαν αἱ ἀποδείξεις, αἱ ἀποτελοῦσαι τὰ
646ἀντίτιμα.
647Ἀλλ’ οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, εἴτε ἐξ ἀπειρίας, εἴτε ἐκ
648προθέσεως, περιωρίζοντο εἰς μόνην τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν
649χρημάτων καὶ ἐνέγραφον εἰς τὸ πρωτόκολλον μὲ γενικὰς
650λέξεις, ὅτι ὑπῆρχον ἀντίτιμα ἱκανὰ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ
651ὑπολοίπου. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην τῶν διοικητικῶν ὑπαλ-
652λήλων ὤφειλε ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, τὸ
653ὁποῖον, δεχόμενον καὶ ἐξελέγχον τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπι-
654θεωρήσεως, ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαιτῇ τὴν λεπτομερῆ σημείω-
655σιν τῶν ἀντιτίμων, διὰ νὰ βλέπῃ ἐκ τίνων πληρωμῶν συνί-
656στανται καὶ φροντίζῃ περὶ τῆς τακτοποιήσεως αὐτῶν, καθό-
657σον δὲν εἶναι συγκεχωρημένον νὰ ὑπάρχῃ μέγας ὄγκος ἐκ-
658κρεμῶν πληρωμῶν εἰς τὰ ταμεῖα. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ
659Γενικὸν Λογιστήριον παρέλιπε τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθή-
660κοντος τούτου, ἐκ τῆς ὁποίας ἤθελεν ἀνακαλυφθῇ ἀπὸ τοῦ
661πρώτου ἔτους ἡ κατάχρησις. Δὲν εἶμαι δὲ εἰς θέσιν νὰ σᾶς
662βεβαιώσω ἐὰν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον ἔπραττεν ἐκ προθέ-
663σεως τὴν παράλειψιν ταύτην, διότι γνωρίζω ἐξ ἄλλων πε-
664ριστάσεων, ὅτι οἱ ἐν τῷ Λογιστηρίῳ, θεωροῦντες ὅλως τυπι-
665κὰς τὰς κατ’ ἔτος γινομένας ἐπιθεωρήσεις, δὲν ἐξελέγχουν
666κανονικῶς τὰ πρωτόκολλα, ἀλλὰ τὰ θέτουσι κατὰ μέρος,
667ὅπως ἀποσταλῶσιν ἐν καιρῷ εἰς τὸ Συνέδριον. Κατ’ αὐτὸν
668τὸν τρόπον ὁ Βελέντζας ἔμενεν ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀφῄρει
669κατ’ ἔτος μυριάδας δραχμῶν, ἐσχάτως δὲ καὶ ἀνὰ ὁλόκλη-
670ρον ἑκατοντάδα χιλιάδων· οὐδεὶς δὲ ἠδύνατο νὰ φαντα-
671σθῇ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργῆται τοσοῦτον μεγάλη ὑπεξαί-
672ρεσις χρημάτων εἰς ταμεῖον, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐφαίνετο
673ἔχον πλέον τῶν τριάκοντα χιλιάδων δραχμῶν! Ἐν τούτοις
674κατὰ τὰ τέλη Φεβρουαρίου 1880 ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
675κονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος προὐκάλεσε διάταγμα,
676διὰ τοῦ ὁποίου ἀπελύετο τῆς ὑπηρεσίας ὁ Βελέντζας· ἀλλὰ
677τὸ διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐξετελέσθη οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Παπα-
678μιχαλόπουλον, ἀπομακρυνθέντα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τοῦ ὑ-
679πουργείου, οὔτε ἀπὸ τὸν διάδοχον αὐτοῦ κ. Τρικούπην.
680Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς του ὁ κ. Τρικούπης
681ἔλαβεν ἀνώνυμον ἐπιστολὴν, πληροφοροῦσαν αὐτὸν, ὅτι ὑπῆρ-
682χεν ἐν τῷ ταμείῳ Θηβῶν ἔλλειμμα 50 χιλιάδων δραχμῶν,
683καὶ μετεκαλέσατο ἐνταῦθα τὸν ταμίαν Κορινθίας κ. Τσικνό-
684πουλον, ὅπως τὸν ἀποστείλῃ εἰς Θήβας πρὸς ἐπιθεώρησιν.
685Ἀλλὰ παραστάσεις τοῦ νομάρχου Ἀργολίδος ἠνάγκασαν
686αὐτὸν νὰ τὸν στείλῃ κατὰ προτίμησιν εἰς Ναύπλιον πρὸς
687ἐξέλεγξιν τοῦ ἐκεῖ ταμείου.
688Ἦτον ἀκόμη ἐνταῦθα ὁ κ. Τσικνόπουλος, ὅτε κατὰ τὴν
68913 Ὀκτωβρίου, διαδεχόμενος τὸν κ. Τρικούπην, ἀνέλαβον
690τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργείου, καὶ
691παρουσιασθεὶς ἐνώπιόν μου μετὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ Γεν.
692Λογιστήριον Σαμοθράκη μὲ ἠρώτησεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκτε-
693λέσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ προκατόχου μου, ἢ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς
694τὴν θέσιν του. Εἰς ἀπάντησιν τῷ εἶπον, ὅτι, ὅπως ἐκδώσῃ
695τοιαύτην διαταγὴν ὁ κ. Τρικούπης, πρέπει νὰ εἶχε σπου-
696δαῖον λόγον, καὶ δέον ἡ διαταγή του νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀπῆλθε
697λοιπὸν εἰς Ναύπλιον, καὶ ἐνεργήσας τὴν ἐξέλεγξιν ἐπανῆλ-
698θεν εἰς τὴν θέσιν του.
699Περὶ δὲ τῶν ὑπονοιῶν, ὅσαι εἶχον ἐγερθῆ διὰ τὸ ταμεῖον
700Θηβῶν, οὐδένα μοὶ ἔκαμε λόγον οὔτε ὁ Σαμοθράκης, οὔτε ὁ
701Τσικνόπουλος. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐζήτησεν ὁ Βελέντζας
702ἄδειαν ἀπουσίας καὶ ἐχορήγησα μὲν αὐτὴν, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ
703δυσκολίας, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, οἱ ταμίαι ἀναχωροῦντες
704ἔχουν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφίνουν τὰ ταμεῖα εἰς τοποτηρητὰς
705τῆς ἐκλογῆς των· ἐγὼ δὲ, μὴ εὑρίσκων εὔλογον νὰ μένῃ ἡ
706διεύθυνσις τοσοῦτον σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς ἰδιώτας, ὑπῆρ-
707ξα πάντοτε φειδωλὸς εἰς τὴν χορήγησιν τοιούτων ἀδειῶν.
708Ἐλθὼν ἐνταῦθα ὁ Βελέντζας, παρέστησεν, ὅτι, ἕνεκα τῶν
709ἐπικειμένων περιστάσεων, εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ μακρὰν
710ἄδειαν, ὅπως δυνηθῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰ τελούμενα καὶ
711τελεσθησόμενα ἐν Θεσσαλίᾳ πατριωτικὰ ἔργα. Τὴν αἴτησιν
712ταύτην ὑπεστήριζον καὶ πολλὰ οὐχὶ τυχαῖα πρόσωπα. Λέγω
713δὲ τοῦτο, ἁπλῶς διὰ νὰ καταδείξω τὴν ἐπικρατοῦσαν περὶ
714τῆς χρησιμότητος τοῦ ἀνθρώπου γενικὴν ἰδέαν, καὶ οὐχὶ διὰ
715νὰ ῥίψω εἰς ἄλλον τὴν εὐθύνην· διότι ὅ,τι πράττω ὡς ὑπουρ-
716γὸς, τὸ πράττω ἐξ οἰκείας θελήσεως, καὶ φέρω ὅλην τὴν εὐ-
717θύνην. Ἐπειδὴ δὲ ἔδωκα εἰς ὅλους νὰ ἐννοήσουν, ὅτι ἀδύνατον
718ἦτον εἰς ἐμὲ νὰ χορηγήσω ἄδειαν εἰς ἄνθρωπον, ὅστις ἐπρό-
719κειτο ν’ ἀπέλθῃ καὶ νὰ ἐκτεθῇ εἰς κινδύνους, παρεκλήθην νὰ
720διορίσω καὶ διώρισα διάδοχον τοῦ Βελέντζα τὸν Α. Γκορτζῆν,
721περὶ τοῦ ὁποίου οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι μὲ ἐβεβαίωσαν, ὅτι
722ἔχει ἀρκοῦσαν ἱκανότητα καὶ ὅτι δὲν εἶναι πρόσωπον ἄγνω-
723στον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι εἶχε χρηματίσει οἰκονομικὸς
724ἔφορος, γραμματεὺς οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ἔπαρχος. Ὅτε
725ὁ Γκορτζῆς διωρίσθη ταμίας Θηβῶν καὶ ἐπρόκειτο νὰ παρα-
726λάβῃ τὸ ταμεῖον, τὸ ὑπόλοιπον συνίστατο εἰς 680,000
727δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὀλίγιστα ἦσαν μετρητὰ, τὰ δὲ ἄλλα
728ἀνεπληροῦντο ἀπὸ ἀντίτιμα. Εἶναι δὲ κανονισμένον τὴν πα-
729ράδοσιν τοῦ ταμείου νὰ ἐνεργοῦν οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι,
730ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ ἀντίτιμα εἶναι διατεταγμένον ὄχι μό-
731νον νὰ καταγράφωνται ἓν πρὸς ἓν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς
732παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προσυπογράφωνται ἀπό τε τὸν
733παραδίδοντα καὶ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, πρὸς ἐξασφάλισιν
734τῆς ταυτότητος αὐτῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν ἀμφισβη-
735τηθῆ ἀκολούθως ἡ γνησιότης τινὸς ἐξ αὐτῶν.
736Καὶ τὰ μὲν ὀλίγα χρήματα παρεδόθησαν καὶ κατεγρά-
737φησαν, ἀλλ’ ἀντίτιμα δὲν ὑπῆρχον εἰμὴ ὀλίγιστα· ἐδέησε λοι-
738πὸν νὰ συνταχθῇ καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ὅπως
739συνετάσσοντο τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐπιθεωρήσεως, τουτέστιν
740ἐγράφη ἐν αὐτῷ μὲ γενικὰς καὶ ἀορίστους λέξεις, ὅτι πα-
741ρεδόθησαν ἀντίτιμα, ὅσα ἤρκουν νὰ καλύψουν τὸ ὑπόλοι-
742πον. Ἀλλ’ ὡς ἐβεβαιώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὁ Γκορτζῆς, ὁ ὁ-
743ποῖος, ὅτε ἀνεδέχθη νὰ παραλάβῃ τὸ ταμεῖον ἄνευ παρατη-
744ρήσεως, ἐνόμιζεν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῷ μικρὸν καὶ σύνηθες
745ἔλλειμμα, ἰδὼν τὸν ὄγκον αὐτὸν, ἐδυσκολεύθη νὰ ὑπογράψῃ,
746ἠναγκάσθη δὲ ὁ Βελέντζας νὰ λάβῃ πολύκροτον καὶ ν’ ἀ-
747πειλήσῃ, ὅτι ἤθελεν αὐτοκτονήσει· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐ-
748φοβήθη μᾶλλον ὁ Γκορτζῆς, μήπως τὸ ἐκκενώσῃ πρῶτον
749κατὰ τῆς κεφαλῆς του, καὶ ὑπέγραψε τὸ πρωτόκολλον τῆς
750παραδόσεως. Περιπλέον ἠναγκάσθη ὁ Βελέντζας νὰ δώσῃ
751ἀντίγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐβεβαίου, ὅτι δὲν παρέδωκε τὰ
752ἀντίτιμα, ἀλλ’ ἔμενεν ὑπεύθυνος νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ. Διὰ
753τοῦ διορισμοῦ λοιπὸν τοῦ Γκορτζῆ ὁ Βελέντζας δὲν ἀπηλ-
754λάγη, οὐδὲ ἠλάττωσε τὸ παράπαν τὴν εὐθύνην του· ἔλαβε
755μόνον τὴν εὐκολίαν ν’ ἀπέλθῃ, ἀλλ’ ἡ εὐκολία αὕτη ἠδύ-
756νατο ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ματαιωθῇ· διότι, ἐὰν ἐ-
757γίνετο μία ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἤρχετο πληρο-
758φορία τις ἐκ Θηβῶν, ἢ ἐὰν ἐγίνοντο παραστάσεις ἐκ μέρους
759τινὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Λογιστηρίου, ἤθελε βεβαίως δια-
760ταχθῆ ἐπιθεώρησις τοῦ ταμείου.
761Ἐν τούτοις διὰ τὴν προσωρινὴν ταύτην εὐκολίαν ἐδέησε
762νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀθλία κατάστασις τοῦ ταμείου εἴς τε
763τὸν διάδοχον καὶ εἰς τὸν ἔπαρχον, ἠναγκάσθησαν δὲ ἀμφό-
764τεροι οὗτοι νὰ ἐγκληματίσωσι, συντάξαντες καὶ ὑπογράψαν-
765τες εἰκονικὸν πρωτόκολλον· περιπλέον ἠναγκάσθη νὰ παραβῇ
766τὸ καθῆκόν του καὶ ὁ διευθύνων τὸ Γενικὸν Λογιστήριον·
767διότι, λαβὼν τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως καὶ ἐξελέγ-
768ξας αὐτὸ, περιωρίσθη νὰ γράψῃ μίαν διαταγὴν πρὸς τὸν
769ἔπαρχον περὶ ἀποστολῆς τοῦ καταλόγου τῶν ἀντιτίμων·
770ἀλλὰ καὶ ἡ διαταγὴ αὕτη δὲν φαίνεται φθάσασα εἰς Θήβας,
771οὗτος δὲ οὔτε ὑπόμνησιν ἔκαμεν, οὔτε πρὸς τὸν ὑπουργὸν
772ἀνέφερε.
773Δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι καὶ ὁ Γκορτζῆς, συναισθαν-
774θεὶς τὸ βάραθρον, εἰς ὃ ἐῤῥίφθη, ἤρχισεν, ὡς λέγει, νὰ γρά-
775φῃ ἐπιστολὰς πρὸς τὸν Σαμοθράκην, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ
776φροντίσῃ περὶ ἀναπληρώσεως τῶν ἀντιτίμων, τὰ ὁποῖα δὲν
777παρεδόθησαν. Ἀλλ’ ὁ Σαμοθράκης ἰσχυρίζεται, ὅτι αἱ ἐπιστο-
778λαὶ αὗται δὲν περιῆλθον εἰς χεῖράς του, ἐγράφη δὲ καὶ ἐ-
779πίσημον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι παρεδόθη εἰς τὸ
780ταχυδρομεῖον Θηβῶν, ὅτι ἔφθασεν εἰς Ἀθήνας καὶ ὅτι παρε-
781λήφθη ἀπὸ τὸν κλητῆρα τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου· ἀλλὰ
782καὶ τοῦτο δὲν φαίνεται κατακεχωρισμένον εἰς τὸ πρωτό-
783κολλον, καὶ ἑπομένως μένει ζήτημα, ἐὰν ὁ ληφθεὶς φάκελ-
784λος περιεῖχε τοιοῦτον ἔγγραφον, ἢ ἐὰν ὁ Σαμοθράκης δὲν
785τὸ κατεχώρισεν. Ἀπελπισθεὶς ἐπὶ τέλους, λέγει εἰς μίαν
786ἐπιστολὴν, ὁ Γκορτζῆς, ἀπὸ τὸν Σαμοθράκην, ἡτοιμάζετο
787νὰ γράψῃ ἀπ’ εὐθείας καὶ πρὸς ἐμὲ, ὅτε ἐγὼ τὸν προέλαβον,
788ἀποστείλας οἴκοθεν ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου.
789Εἶσθε βεβαίως περίεργοι νὰ μάθητε πόθεν ἔλαβον ἀφορ-
790μὴν νὰ ὑποπτευθῶ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου
791Θηβῶν καὶ νὰ διατάξω ἐπιθεώρησιν, διότι οὔτε ἀνώνυμον
792ἐπιστολὴν ἔλαβον, οὔτε καμμία τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν μοὶ
793ἀνέφερεν, οὔτε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον μοὶ ἔκαμε παρα-
794στάσεις.
795Χρηματίσας ἐπὶ πολλὰ ἔτη οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, ἔχω
796τὴν συνήθειαν, ὅταν ἦμαι ὑπουργός, νὰ ἐξετάζω ἐνίοτε
797λεπτομερείας τινὰς, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀρύω-
798μαι πληροφορίας χρησίμους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τῆς
799συνηθείας ταύτης ἀγόμενος ἐζήτησα ἡμέραν τινὰ τοῦ Ἀπρι-
800λίου τὰ πρωτόκολλα τῆς κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1830
801γενομένης ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν ταμείων τοῦ Κράτους,
802καὶ ἤρχισα νὰ ἐξετάζω τὰ ὑπόλοιπα καὶ ἰδίως τὰ ἀντί-
803τιμα. Φθάσας εἰς τὸ ταμεῖον Θηβῶν παρετήρησα, ὅτι ὑπῆρ-
804χεν ὑπόλοιπον ἀνώτερον τῶν 600 χιλιάδων δραχμῶν, συνι-
805στάμενον, πλὴν ὀλιγίστων μετρητῶν, ἀπὸ ἀντίτιμα, μὴ
806σημειούμενα λεπτομερῶς καὶ κατ’ ὄνομα, ἀλλὰ κατὰ γενι-
807κὰς καὶ ἀορίστους κατηγορίας, οἷον ἡμιεξωφλημένα ἐντάλ-
808ματα, κεφάλαια ὁδοποιΐας, στρατιωτικαὶ προκαταβολαὶ
809καὶ τὰ τοιαῦτα.
810Ἐνθυμηθεὶς, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τοῦ Δε-
811κεμβρίου εἶχε γίνει ἡ παράδοσις τοῦ ταμείου, καὶ φρονῶν,
812ὅτι ἦτο ἀδύνατον εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως νὰ
813μὴ ὑπῆρχεν ἡ λεπτομέρεια τῶν ἀντιτίμων, ἐζήτησα αὐτό·
814ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ παρετήρησα τὴν αὐτὴν ἱστορίαν. Τότε ἐκάλε-
815σα τὸν διευθύνοντα τὸ Γεν. Λογιστήριον Σαμοθράκην, καὶ
816ἐπιδείξας εἰς αὐτὸν ἀμφότερα τὰ πρωτόκολλα, ἐζήτησα ἐξη-
817γήσεις. Ἐκεῖνος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι τὰ μὲν πρωτόκολλα
818τῆς ἐπιθεωρήσεως δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ πρωτόκολ-
819λα ταῦτα δὲν ἐξελέγχονται συνήθως ἀπὸ τὸ Λογιστήριον,
820ἐζήτασεν ὅμως τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως καὶ ἰδὼν,
821ὅτι λείπει ἡ ὀνομαστικὴ σημείωσις τῶν ἀντιτίμων, ἔγραψε
822διαταγὴν πρὸς τὸν ἔπαρχον, διὰ τῆς ὁποίας τὸν προσεκά-
823λει νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην· δραμὼν δὲ εἰς
824τὸ γραφεῖόν του, μοὶ ἔφερε καὶ μοὶ ἐπέδειξε τὸ σχέδιον τῆς
825διαταγῆς, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, φέρει χρονολογίαν
8268 Ἰανουαρίου. Ἐρωτηθεὶς διατί δὲν ἔκαμεν ὑπομνήσεις,
827ἀφοῦ δὲν ἔλαβεν ἀπάντησιν, καὶ διατί δὲν ἀνέφερε καὶ
828πρὸς ἐμὲ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, μοὶ ἀπεκρίθη, ὅτι δὲν ἐθεώ-
829ρησε τὸ πρᾶγμα πολὺ σπουδαῖον, διὰ νὰ μὲ ἐνοχλήσῃ.
830Ἡ ἀπάντησις αὕτη μοὶ ἐφάνη ὀλίγον ὕποπτος, καὶ τὸν
831ἀπέπεμψα, χωρὶς ὅμως νὰ τὸν ἀφήσω νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν
832ἔμεινα ἐπαναπαυμένος ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του. Μετὰ
8332–3 ἡμέρας, ἀφοῦ ἔκαμα γνωστὴν τὴν ἀπόφασίν μου εἰς
834τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐκάλεσα ἕνα τῶν παρὰ τῷ Γε-
835νικῷ Λογιστηρίῳ ὑπηρετούντων ὑπουργικῶν γραμματέων, καὶ
836τῷ παρήγγειλα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἰδιαίτερόν μου δωμάτιον,
837νὰ γράψῃ καὶ ἀντιγράψῃ ἰδιοχείρως τὰς ἀνηκούσας διαταγὰς
838καὶ νὰ ἀπέλθῃ αὐθημερὸν εἰς Θήβας πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ τα-
839μείου. Ἡ παραγγελία μου ἐξετελέσθη κατὰ γράμμα, καὶ ὁ
840ὑπάλληλός μου, ἀφιχθεὶς τὴν πρωΐαν τῆς ἐπιούσης εἰς Θήβας,
841ἐνήργησε μετὰ τοῦ ἐπάρχου τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ταμείου, ἐβε-
842βαίωσεν, ὅτι ὄχι μόνον ἀντίτιμα δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ ὅτι καὶ
843ἐκ τοῦ χαρτοσήμου προέκυπτε μέγα ἔλλειμμα, διότι καὶ τού-
844του ἡ παράδοσις ἐγένετο εἰκονικῶς, κατέσχε τὸ παρουσιασθὲν
845ἀπὸ τὸν Γκορτζῆν ἀντίγραφον τοῦ Βελέντζα καὶ συνέταξε τὸ
846ἀπαιτούμενον πρωτόκολλον. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ
847πρωτοκόλλου ὁ τότε ἔπαρχος Θηβῶν καὶ νῦν ἀξιότιμος συν-
848άδελφός μας κ. Κατσικαπῆς μοὶ ἀνήγγειλε τηλεγραφικῶς τὸ
849ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ ταύτῃ τὸν διέταξα νὰ παύσῃ
850ἀμέσως τὸν Γκορτζῆν καὶ νὰ ἀναθέσῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυν-
851σιν τοῦ ταμείου εἰς τὸν ὑπουργικὸν ὑπάλληλον, τὸν ἐνεργήσαν-
852τα τὴν ἐπιθεώρησιν.
853Τὴν ἐπιοῦσαν μὲ ἐκάλεσεν ὁ κ. Κατσικαπῆς εἰς τὸ τηλε-
854γραφεῖον καὶ μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον ὑπάρχου-
855σιν ἐπιστολαὶ καὶ ἔγγραφα, ἐνοχοποιοῦντα τοὺς ὑπαλλήλους
856τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ ταύτῃ προσεκά-
857λεσα εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τὸν εἰρηνοδίκην, καὶ ὡς ὑπουργὸς
858τῆς Δικαιοσύνης, τὸν παρήγγειλα νὰ κατάσχῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ
859ὅσα ἔγγραφα ἤθελε τῷ ὑποδείξῃ ὁ ἔπαρχος. Ὅτε δὲ ἔφθασε
860τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιθεωρήσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον, κατελό-
861γισα εἰς βάρος τοῦ τε Βελέντζα καὶ Γκορτζῆ τὸ ἔλλειμμα, καὶ
862παρέπεμψα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα, μεθ’ οὗ συνεννοη-
863θεὶς ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφρόντισα νὰ ἀποσταλῇ εἰς
864Θήβας δόκιμος καὶ πεπειραμένος ἀνακριτής. Κατὰ σύμπτω-
865σιν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔφθασε τὸ πρωτόκολλον τῆς ἐπιθεωρήσεως
866εἰς Ἀθήνας, καλέσας με ὁ ἐν Χαλκίδι εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ τη-
867λεγραφεῖον, μοὶ ἀνήγγειλεν, ὅτι βαρεῖαι ὑπόνοιαι ἠγείροντο κατὰ
868τε τοῦ Θρασυβούλου Βελέντζα καὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ περὶ
869συμμετοχῆς εἰς τὴν παραποίησιν τῶν γραμματοσήμων, καὶ ὅτι
870διετάχθη ἡ σύλληψις ἀμφοτέρων. Ἐνθυμήθησαν τότε, ὅτι ὑ-
871πῆρχεν ἐκκρεμὴς δικογραφία κατὰ τοῦ Βελέντζα διὰ τοὺς
872καϊμέδες, ὅτι ἐζήτησεν ἄλλοτε νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Ἐθνικὴν
873Τράπεζαν, καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ λάβῃ 300–400 χιλιάδες
874δραχμῶν, ὅτι ἐξηπάτησε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
875καὶ μετέφερε τὴν ὑποθήκην ἀπὸ τῆς οἰκίας του εἰς ἰδανικὸν
876γήπεδον, καὶ πολλὰ ἄλλα.
877Τὸ μέγεθος τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν καὶ ἡ
878πληθὺς τῶν ἄλλων ἐγκληματικῶν πράξεων διήγειραν, ὡς ἦ-
879τον ἑπόμενον, πολὺν θόρυβον, καὶ ἡ κακοβουλία εὗρε στάδιον
880νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν πολλῶν καὶ οὐχὶ τυχαίων προσώ-
881πων τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Περὶ ἐμοῦ κατὰ τὰς πρώτας ἡ-
882μέρας οὐδὲν ἐλέγετο· ἀπεναντίας πολλαὶ τῶν ἐφημερίδων δὲν
883εὕρισκον λέξεις ἱκανάς, ὅπως ἐπαινέσωσι τὴν νοημοσύνην, τὴν
884δραστηριότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, μεθ’ ὧν ἐνήργουν, καὶ
885ἐθεώρουν ὡς εὐτύχημα, ὅτι συνέπεσε νὰ διευθύνω τό τε ὑπουρ-
886γεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀνεκάλυψε τὸ ἔλλειμμα,
887καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπέβλεπε τὴν
888καταδίωξιν. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν 15 καὶ ἐπέκεινα ἡμερῶν,
889ἀφ’ ἧς οἱ ἀδελφοὶ Βελέντζα ἐκλείσθησαν εἰς τὸ δεσμωτήριον,
890κατέθεσαν, ὅτι ἐδωροδόκησαν καὶ ἐμὲ μὲ 30–40 χιλ. δραχ.
891ὅπως ἐπιτύχωσι τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ· διότι, διευκρινι-
892σθέντων τῶν πραγμάτων, ἐβεβαιώθησαν, ὅτι ἡ ἀνακάλυψις καὶ
893ἡ καταδίωξις τοῦ ἐλλείμματος ἐγένετο αὐθορμήτως παρ’ ἐμοῦ,
894ἐνῷ ἐν ἀρχῇ εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι μὲ ὤθησαν εἰς τοῦτο ἄλλα
895πρόσωπα, καὶ ἰδίως, ὡς ἔγραφεν εἰς μίαν ἐπιστολὴν ὁ Βελέν-
896τζας, οἱ νέοι ἐκ Θηβῶν συμπέθεροι τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου.
897Τότε ἐνθυμήθην τὴν παροιμίαν, τὴν λέγουσαν, ὅτι μόνος ὁ
898τρελλὸς βάλλει τὴν χεῖρα εἰς τὴν τρύπαν τοῦ ὄφεως. Ἦτο τῷ
899ὄντι τρέλλα τὸ νὰ θελήσω νὰ ταράξω τοὺς κύκλους ἀνθρώ-
900που, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τόσα ἔτη ἐσφετερίζετο τὰ δημόσια χρήμα-
901τα· ἀλλὰ τὴν τρέλλαν ταύτην μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκόν μου,
902καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ πᾶς ἄλλος, εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου,
903τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττε. Κατὰ δυστυχίαν, εἰς τὴν φωλεὰν τοῦ ὄ-
904φεως δὲν ἦτο μόνος αὐτός· περιεστοιχίζετο ἀπὸ πολλὰ ἑρπετὰ,
905τὰ ὁποῖα ἐξεκοκκάλιζον μετ’ αὐτοῦ τὴν πλουσίαν λείαν, καὶ
906τὰ ὁποῖα ἐπετέθησαν ὅλα κατ’ ἐμοῦ, ἄλλα μὲν ἀμέσως καὶ
907ἐκ τοῦ συστάδην, ἄλλα δὲ ἐμμέσως καὶ ἀπὸ τοῦ ἀ-
908φανοῦς.
909Ἐν τούτοις βλέπων, ὅτι ὁ θόρυβος ηὔξανε, καὶ μὴ ἐπιθυ-
910μῶν νὰ μένωσιν ἀνεξέταστα τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔθι-
911γον τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως ἡ ἀποδοθεῖσα εἰς
912ἐμὲ κατηγορία, παρεκάλεσα τοὺς συναδέλφους μου, νὰ συγκα-
913λέσωσι τὴν Βουλὴν, συνέδεσα δὲ τὴν παράκλησίν μου ταύτην
914μὲ τὴν διαμονήν μου ἐν τῇ Κυβερνήσει· καὶ ἐπειδὴ δὲν εἰση-
915κούσθην, παρῃτήθην, καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰ ἴδια δυσανασχετῶν,
916διότι ἡ μὴ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἄφινεν ἐλεύθερον τὸ στά-
917διον εἰς τὸν τυχόντα νὰ λέγῃ καὶ νὰ γράφῃ ὅ,τι ἤθελεν. Ἀλλ’
918ἐνῷ ἐγὼ ἐφρόνουν, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ ἦτον ἁρμοδία νὰ ἐξε-
919τάσῃ τὴν κατ’ ἐμοῦ ἀπευθυνομένην κατηγορίαν, αἴφνης ἔμα-
920θον, ὅτι εὑρέθησαν δικαστικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἐπε-
921λάβοντο τῆς ἀνακρίσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπεράτωσαν, καὶ προέ-
922βησαν εἰς προτάσεις καὶ βουλεύματα, χωρὶς οὔτε κἂν νὰ ζη-
923τήσωσι τὴν ἀπολογίαν μου. Οἱ κύριοι οὗτοι ἐσκέφθησαν, ὅτι
924εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν δὲν ἤμην μόνος ἐγὼ κατηγορούμενος,
925ἀλλ’ ὅτι ἦτο καὶ ὁ Βελέντζας· ἐπειδὴ δὲ οὗτος δὲν ἦτο
926ὑπουργός, ἐνόμισαν ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ τὸν καταδιώξωσι,
927χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ δωροδοκία εἶναι ἐκ τῶν
928πράξεων ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἡ ἀναγκαία συν-
929δρομὴ δύω τοὐλάχιστον προσώπων, καὶ ὅτε ὁ μὴ δυνάμενος
930νὰ καταδιώξῃ τὸν ἕνα τῶν συναυτουργῶν δὲν δύναται νὰ κατα-
931διώξῃ οὔτε τὸν ἕτερον, διότι πᾶσα κατὰ τοῦ ἑνὸς προσώπου
932ἐνέργεια θίγει ἀναγκαίως καὶ τὸν ἄλλον. Μετεμορφώθη λοιπὸν,
933ἢ μᾶλλον ἐβαπτίσθη ὁ κατήγορος Βελέντζας εἰς κατηγορούμε-
934νον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδομένων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς μονο-
935μερῶς παρεσκεύαζε, συμφέρον ἔχων ὄχι νὰ ἀντικρούσῃ τὴν
936ἀποδιδομένην δῆθεν εἰς αὐτὸν κατηγορίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν ὑπο-
937στηρίξῃ, διεξήχθη καὶ ἐπερατώθη ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ μου ἀνά-
938κρισις διὰ κατηγορίαν, ἡ ὁποία καὶ τυφλῷ δῆλον, ὅτι ἀπηυ-
939θύνετο κατ’ ἐμοῦ καὶ ὄχι κατὰ τοῦ Βελέντζα.
940Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἰδιάζουσα δικαιοδοσία καὶ ἡ
941ἐξαιρετικὴ διαδικασία, ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ ἐγγυήσεις, διὰ τῶν
942ὁποίων τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ πε-
943ριφρουρήσωσι τὴν τιμὴν τῶν ὑπουργῶν καὶ νὰ τοὺς προφυλά-
944ξωσιν ἀπὸ ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἄγνοια, ἡ κακὴ ἐκτί-
945μησις τῶν πραγμάτων, ἢ ἄλλα αἴτια ἐνδέχεται νὰ παρασύ-
946ρωσι κατώτερα ὄργανα, δὲν ἐχρησίμευσαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου
947εἰμὴ εἰς τὸ νὰ στερηθῇ ὁ ὑπουργὸς τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπο-
948λογίας καὶ ὑπερασπίσεως, δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ νομοθεσία
949χορηγεῖ καὶ εἰς τὸν ἔσχατον κατηγορούμενον. Νομίζω, κύριοι,
950ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἦναί τις νομικὸς ὅπως ἐννοήσῃ τὸ μὴ
951ὀρθὸν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἀμφιβο-
952λία τις περὶ τούτου, ἤρκει νὰ τὴν διασκεδάσῃ καθ’ ὁλοκλη-
953ρίαν ἡ ἐπικρατοῦσα παρ’ ἡμῖν ἀνέκαθεν πρακτική.
954Πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὅτε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἀπῃ-
955τεῖτο ἄδεια τῆς προϊσταμένης ἀρχῆς διὰ τὴν εἰς δίκην εἰσα-
956γωγὴν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οὐκ ὀλίγοι ὑπάλληλοι
957κατηγγέλθησαν ἐπὶ δωροδοκίᾳ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδειγ-
958μα, ὅτι εὑρέθη δικαστικὴ ἀρχὴ, ἐπιληφθεῖσα μονομερῶς τῆς
959καταδιώξεως δωροδότου, πρὶν ἢ δώσῃ ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ
960τὴν ἀνήκουσαν ἄδειαν. Καὶ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Συντάγ-
961ματος συνέβη δυστυχῶς νὰ κατηγορηθῶσιν ὑπουργοὶ, ἀλλὰ
962μόνον πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νό-
963μου ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν συνέλεξε μαρτυρίας τινὰς,
964χωρὶς ὅμως νὰ προβῇ περαιτέρω. Μετὰ δὲ τὴν ἔκδοσιν τοῦ
965περὶ εὐθύνης νόμου, ὅστις ῥητῶς ἀπαγορεύει καὶ αὐτὴν τὴν
966προανάκρισιν, συνέβη πάλιν νὰ κατηγορηθῇ πολίτης ἐπὶ δω-
967ροδοκίᾳ πρὸς ὑπουργὸν, ἀλλ’ οὐδεμία δικαστικὴ ἀρχὴ διενοή-
968θη νὰ τὸν καταζητήσῃ, οὔτε πρὶν, οὔτε ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐθεώ-
969ρησεν ἀθῶον τὸν ὑπουργόν. Ὁ πολίτης οὗτος κάθηται ἐδῶ
970πλησίον, καὶ θαυμάζω πῶς δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἡ δικαστι-
971κὴ ἐξουσία νὰ τὸν καταδιώξῃ, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὴν νέαν αὐ-
972τὴν νομολογίαν καὶ εὗρεν, ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς
973περιορίζεται στενῶς ἐπὶ μόνων τῶν ὑπουργῶν.
974Τὸ γενόμενον λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην εἶναι πρω-
975τοφανὲς καὶ ἐξαιρετικὸν, καὶ ὅμοιον τούτου παράδειγμα δὲν
976πιστεύω νὰ ἀπαντᾶται εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά· διὰ τοῦ-
977το καὶ πολλὰ σχόλια ἐγένοντο περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω
978τὴν συνήθειαν νὰ μὴ θέτω εἰς ἀμφιβολίαν τὴν καλὴν πίστιν
979οὐδενὸς, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι μόνον νὰ ἐκφράσω καὶ
980ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ παράπονον, ὅτι, ἀφοῦ εὑρέθησαν
981δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔχουσιν ἁρ-
982μοδιότητα καὶ δικαίωμα νὰ ἀνακρίνωσι μίαν κατηγορίαν
983ἀπευθυνομένην κατ’ ἐμοῦ, δὲν ἐσυλλογίσθησαν τοὐλάχιστον,
984ὅτι εἶχον ἀπαραίτητον καθῆκον νὰ ζητήσωσι καὶ τὴν
985ἰδικήν μου ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν, ἐστὲ βέβαιοι, προ-
986θύμως ἤθελον σπεύσει νὰ δώσω, καίτοι μὴ ὑποχρεούμενος
987εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ νόμου. Ἤθελεν εἶσθαι πολὺ ὀλιγώτερον
988ἄτοπον τὸ νὰ ζητήσουν κοινοὶ δικασταὶ καὶ νὰ λάβουν
989τὴν ἀπολογίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ, παρὰ νὰ κλείσουν μίαν κατ’ αὐ-
990τοῦ ἀνάκρισιν χωρὶς διόλου νὰ τὸν ἀκούσωσιν. Εἶναι ἀληθὲς,
991ὅτι καὶ ἐκ τῆς οὕτω ἐνεργηθείσης ἀνακρίσεως, καθ’ ἣν ἔμεινε
992τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὸν Βελέντζαν, ὅστις κατ’ ἐπίφασιν
993μόνον ἦτο κατηγορούμενος, ἐνῷ ἦτο κατήγορος, τὸ συμβούλιον
994τῶν Πλημμελειοδικῶν οὐδεμίαν εὗρεν ἔνδειξιν, ὅπως παρα-
995πέμψῃ τὸν Βελέντζαν εἰς δίκην. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι τὸ
996συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἠκύρωσεν ὁλόκληρον τὴν διαδικασίαν
997ταύτην, θεωρῆσαν, ὅτι ἀναρμοδίως ἐγένετο ἡ ἀνάκρισις. Ἀλλ’
998ἐξ ἄλλου μέρους εἶναι βέβαιον, ὅτι εὑρέθησάν τινες ἐξ ἐκείνων,
999οἱ ὁποῖοι ἀντιποιοῦνται τὸ μονοπώλιον τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς
1000τιμιότητος, καὶ προέβησαν εἰς συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα
1001δὲν ἤθελον προβῆ, ἐὰν παρετίθετο ἡ ἀπολογία μου.
1002Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς μὲ ἀναγκάζει,
1003πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος, νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, ἐκ τῶν
1004ὁποίων θέλετε ἐννοήσει, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐπιληφθεῖσα τῆς ὑποθέσεως
1005ταύτης δικαστικὴ ἐξουσία εἶχε τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ἤ-
1006θελον ἐννοήσει τὴν σκευωρίαν ἐκ μόνης τῆς καταθέσεως τοῦ
1007Βελέντζα. Καὶ ἰδοὺ πῶς. Ὁ Βελέντζας, ἀποφασίσας νὰ κατα-
1008θέσῃ, ὅτι μὲ ἐδωροδόκησεν, ἦτον ὑποχρεωμένος νὰ εἴπῃ καὶ
1009διατὶ ἔπραξε τοῦτο· διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ δωροδοκία
1010πρὸς δημόσιον λειτουργὸν, ἐὰν δὲν ἀναφέρεται συγχρόνως καὶ
1011ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ὡς ἀντάλλαγμα ἐγένετο πρὸς βλά-
1012βην τῆς ἐπικρατείας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ δωροδότου· δὲν
1013εἶπε δὲ, ὅτι μὲ ἐδωροδόκησε, διὰ νὰ ἀποσιωπήσω τὸ ἔλλειμμα,
1014τὸ ὁποῖον, ὡς διατείνεται, πρὸ πολλοῦ ἐγνώριζον· διότι, ἐὰν ἔ-
1015λεγε τοῦτο, ἤθελε τῷ γίνει ἡ παρατήρησις, διατί δὲν ἐζήτησα
1016καὶ ἄλλοτε χρήματα, ἀλλὰ διενοήθην νὰ ζητήσω ἤδη, καὶ
1017μάλιστα τόσον πολλά. Ἔπειτα εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ἐγκλημα-
1018τίαι δύνανται νὰ κάμωσι μεγάλας θυσίας, ὅταν πρόκηται νὰ
1019ἐξαφανισθῶσι τὰ ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος· ἀλλ’ ὅταν τὸ σῶμα
1020τοῦ ἐγκλήματος μένῃ ἀνέπαφον, ὅταν τὸ γνωρίζουν πολλοὶ,
1021δύνανται δὲ νὰ τὸ ἀντιληφθῶσι καὶ ἄλλοι, τότε δὲν ἔχει
1022συμφέρον ὁ ἐγκληματίας νὰ δώσῃ πολλὰ χρήματα, ὡς ἀντάλ-
1023λαγμα τῆς σιωπῆς ἑνός, διότι τὴν σιωπὴν αὐτοῦ δύναται
1024νὰ ματαιώσῃ ἡ ἀδιακρισία ἄλλων. Ἐσκέφθη λοιπὸν νὰ εὕρῃ
1025πρᾶξιν, ἅπαξ καὶ παρ’ ἐμοῦ μόνον γενομένην, καὶ εἰς αὐτὴν νὰ
1026ἀποδώσῃ τὴν δωροδοκίαν· εὗρε δὲ ὡς τοιαύτην τὸν διορισμὸν
1027τοῦ Γκορτζῆ, καὶ κατέθεσεν ὅτι ἔπραξα τὴν δωροδοκίαν, ὅπως
1028ἐπιτύχῃ παρ’ ἐμοῦ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔλεγε
1029τοῦτο, δὲν ἐσυλλογίζετο ὁ ἄθλιος ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ
1030εἶναι ἡ ἐναργεστέρα ἀπόδειξις, ὅτι οὔτε ἐγνώριζον, οὔτε εἶχον
1031πρόθεσιν νὰ καλύψω τὸ ἔλλειμμα. Τὸν ἐσκότισε τὸ ἔγκλημα,
1032τὸν ἐτύφλωσεν ἡ ἁμαρτία, καὶ δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ
1033ἐννοήσῃ, ὅτι προβάλλων ὡς λόγον τῆς δωροδοκίας τὸν διορι-
1034σμὸν τοῦ Γκορτζῆ, ἔδιδεν αὐτὸς οὗτος πλήρη τὴν ἀπόδειξιν,
1035ὅτι ἐψεύδετο, ὅτι ἐσυκοφάντει.
1036Ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι ὅλην ἡμῶν τὴν προσοχήν· διότι
1037θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ ἦτο πρᾶξις βλά-
1038πτουσα μᾶλλον ἢ ὠφελοῦσα τὸν Βελέντζαν, καὶ ὅτι ὁ ταλαί-
1039πωρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι ἔδωκε χρήματα διὰ
1040νὰ τὴν ἐπιτύχῃ, ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ ὅπως τὴν παρεμποδίσῃ.
1041Ὁ διορισμὸς ταμία τινὸς δὲν εἶναι πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς
1042τὸ καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ δὲ θέσις τοῦ ταμείου Θηβῶν εἶναι
1043τόσον μικρὰ, ὥστε δὲν δύναται νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἠδύνα-
1044το νὰ καταστῇ ἀντικείμενον δωροδοκίας, καὶ μάλιστα τόσον
1045μεγάλης. Διατί λοιπὸν ἀπεδόθη κατ’ ἐξαίρεσιν μεγάλη σημα-
1046σία εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Γκορτζῆ, ἐτόλμησε δὲ ὁ Βελέντζας
1047νὰ καταθέσῃ, ὅτι ἔδωκε δι’ αὐτὸν τόσα χρήματα; Διότι ἐκ
1048τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον ἐκεῖνο ὑπῆρχε
1049καταπληκτικὸν ἔλλειμμα, καὶ ὁ δράστης τοῦ ἐλλείμματος
1050εἶχε τὴν πονηρίαν νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ
1051ἠδύνατο εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὴν ὑπηρεσίαν νὰ γεννήσῃ
1052τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι εἶχε σκοπὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὸν
1053προκάτοχον, καὶ νὰ ῥίψῃ τὸ βάρος τοῦ ἐλλείμματος εἰς τὸν
1054διάδοχον.
1055Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς οὗτος οὔτε ἔ-
1056φερεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ φέρῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, τότε
1057ποῦ μένει πλέον ὁ λόγος καὶ ἡ βάσις τῆς δωροδοκίας; πρὸς
1058τίνα σκοπὸν ἐδόθησαν τὰ χρήματα; Καὶ ὅμως ὄχι μόνον τοῦ-
1059το εἶναι αὐταπόδεικτον, ἀλλ’ ἐὰν εὐαρεστηθῆτε νὰ δώσητε
1060μικρὰν προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους μου, θέλετε ἐννοήσει, ὅτι ὑ-
1061πουργός, γινώσκων τὸ ἔλλειμμα καὶ ἔχων τὴν προαίρεσιν νὰ
1062προφυλάξῃ καὶ νὰ διευκολύνῃ τὸν ἐλλειμματίαν, εἶχεν ἄλλο
1063πρόχειρον καὶ ἀσφαλὲς μέσον, ἤθελεν ἀποφύγει τὸν διορισμὸν
1064παντὸς διαδόχου, διότι ὁ διορισμὸς οἱουδήποτε τοιούτου ἦτο
1065κίνδυνος νὰ φέρῃ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπὶ τού-
1066του θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις τινὰς,
1067λίαν ἀναγκαίας διὰ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὴν οἰκονομικὴν ὑ-
1068πηρεσίαν.
1069Διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ προκάτοχος ταμίας τῆς εὐθύνης διὰ
1070τὸ ὑπάρχον εἰς τὸ ταμεῖον ἔλλειμμα, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς καὶ ὡς
1071ἔτυχε νὰ μεταβιβάσῃ τὸ ταμεῖον εἰς ἄλλον, ἀλλὰ πρέπει νὰ
1072τὸ παραδώσῃ συμφώνως μὲ τοὺς νόμους, τὰ διατάγματα, τὰς
1073ὁδηγίας καὶ τοὺς κανονισμοὺς τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ Ἐλεγκτι-
1074κοῦ Συνεδρίου. Σᾶς ἐξήγησα δὲ, ὅτι εἶναι διατεταγμένον τὴν
1075παράδοσιν νὰ ἐνεργῇ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, καὶ ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἀν-
1076τίτιμα εἶναι κανονισμένον, ὄχι μόνον νὰ καταγράφωνται ἓν πρὸς
1077ἓν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προσυ-
1078πογράφωνται ἀπό τε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ τὸν παραδί-
1079δοντα. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, διὰ ταμίαν, τοῦ ὁ-
1080ποίου τὸ ἔλλειμμα εἶναι ἐκ τῶν συνήθων, ὁ ὁποῖος δηλαδὴ δὲν
1081ἔχει εἰς τὸ κιβώτιόν του ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων,
1082τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν αἱ καταστάσεις του, εἶναι ἀληθῶς με-
1083γάλη χάρις νὰ διορισθῇ διάδοχος, ἔχων τὴν διάθεσιν νὰ ἀναλά-
1084βῃ εἰς βάρος του τὸ ἔλλειμμα, καὶ νὰ ὑπογράψῃ ἄνευ ἀντιῤ-
1085ῥήσεως μετὰ τοῦ ἐπάρχου τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως·
1086διότι τούτου γενομένου εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἀνα-
1087καλυφθῇ ἐξ ἄλλων περιστάσεων ἡ συμπαιγνία καὶ νὰ ἀπαλ-
1088λαχθῇ ὁ προκάτοχος πάσης εὐθύνης. Ἀλλὰ διὰ τὸν Βελέντζαν,
1089τοῦ ὁποίου τὸ ἔλλειμμα δὲν ἦτον ἐκ τῶν συνήθων, ὅστις εἶχεν
1090ὑπόλοιπον 680,000 δραχ. καλυπτόμενον δι’ ἀντιτίμων μὴ
1091ὑπαρχόντων,—εἰς τοῦτο προσέξατε, παρακαλῶ, πολὺ —οἷος δή-
1092ποτε καὶ ἂν διωρίζετο διάδοχος, ἦτο ἀδύνατον νὰ κάμῃ παράδο-
1093σιν κανονικὴν, δυναμένην νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης· διότι
1094οὔτε εἶχεν ἀντίτιμα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ κατασκευάσῃ, διὰ
1095νὰ τὰ παραδώσῃ.
1096Ἑπομένως ἡ παράδοσις ἐγένετο εἰκονικῶς. Ἡ εἰκονικότης
1097προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς παραδόσεως, εἰς
1098τὸ ὁποῖον οὔτε κατεγράφησαν ὀνομαστὶ τὰ ἀντίτιμα, οὔτε
1099ἦτο δυνατὸν νὰ καταγραφῶσι, διότι δὲν ὑπῆρχον. Δὲν ἐδυσκο-
1100λεύθη δὲ νὰ τὴν βεβαιώσῃ καὶ αὐτὸς ὁ Βελέντζας διὰ τοῦ
1101ἀντιγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπαφῆκεν εἰς χεῖρας τοῦ Γκορτζῆ, διότι
1102ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι καὶ ἄνευ τούτου τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀφ’
1103ἑαυτοῦ πρόδηλον, καὶ ὅτι αὐτὸς πάντοτε ἔφερε τὴν εὐθύνην.
1104Ὥστε ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ καὶ ἡ συναίνεσις αὐτοῦ εἰς τὸ
1105νὰ παραλάβῃ ἀνεξετάστως τὸ ταμεῖον, ἔφερε μὲν καὶ τοῦτον
1106μετὰ τοῦ ἐπάρχου εἰς τὸ δεσμωτήριον, ἀλλ’ οὐδόλως ἐβελ-
1107τίωσε τὴν θέσιν τοῦ Βελέντζα, οὔτε ἠλάττωσε τὸ παράπαν
1108ἣν εἶχεν οὗτος εὐθύνην διὰ τὸν σφετερισμὸν τῶν δημοσίων
1109χρημάτων. Τὰ πράγματα ἔμειναν καὶ μετὰ τὴν παράδοσιν εἰς
1110ἣν ἦταν καὶ πρότερον κατάστασιν, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ τὸ ἔγ-
1111κλημα ἀνεκαλύφθη πολλοὺς μῆνας μετὰ τὴν παράδοσιν, τὸ μὲν
1112ὑπουργεῖον κατελόγησε καὶ εἰς βάρος τοῦ Βελέντζα τὸ ἔλλειμμα,
1113δὲ δικαστικὴ ἐξουσία τὸν καταδιώκει ποινικῶς ἐπὶ τούτῳ.
1114Τὰ ὀλίγα ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ νὰ ἐξαλείψουν πᾶσαν ὑπό-
1115νοιαν περὶ τοῦ ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ σκοπὸν εἶχε νὰ
1116ἀπαλλάξῃ τὸν Βελέντζαν ἀπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐλλείμματος·
1117διότι σκοπὸς τοιοῦτος οὔτε ἐπετεύχθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν ποτὲ
1118νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἡ μόνη ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Βελέν-
1119τζας ἐκ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Γκορτζῆ καὶ τῆς ἀκατονομάστου
1120μωρίας αὐτοῦ τοῦ νὰ παραλάβῃ ἀνεξετάστως τὸ ταμεῖον, ἦτο,
1121ὅτι ἔμεινε πρὸς καιρὸν συγκεκαλυμμένον τὸ ἔλλειμμα, καὶ
1122ἔλαβεν ὁ Βελέντζας τὴν εὐκολίαν νὰ ἀπέλθῃ.
1123Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοιαύτης προσωρινῆς εὐκολίας, τί
1124ἐχρειάζετο νὰ διορισθῇ ὁ Γκορτζῆς, ἢ ἄλλος τις διάδοχος τοῦ
1125Βελέντζα; δὲν ἦτο εὐκολώτερον νὰ λάβῃ οὗτος ἄδειαν ἀπου-
1126σίας, ὡς ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, καὶ νὰ ἀφήσῃ τοποτηρητὴν τὸν
1127Γκορτζῆν, ἢ ἄλλο οἱονδήποτε πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς του; ἐγὼ
1128δὲ, ὅστις εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ πράξω τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, θὰ
1129ἤμην αὐτόχρημα μωρὸς, ἐὰν, γνωρίζων τὸ ἔλλειμμα καὶ θέ-
1130λων νὰ διευκολύνω τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἐλλειμματίου, δὲν ἔ-
1131διδον ἄδειαν ἀπουσίας, ἀλλὰ διώριζον διάδοχον. Διὰ τῆς ἀ-
1132δείας ἀπουσίας ἤθελεν ἀπέλθει τῶν Θηβῶν, ὡς ἀπήρχετο καὶ
1133ἄλλοτε, χωρὶς ν’ ἀποκαλύψῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου εἰς
1134κανένα καὶ χωρὶς νὰ κάμῃ παράδοσιν· διότι οἱ τοποτηρηταί,
1135διαχειριζόμενοι τὸ ταμεῖον προσωρινῶς καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῶν
1136ταμιῶν, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ παραλάβωσιν ὁλόκληρον τὴν
1137ὑπηρεσίαν, οὐδὲ νὰ εἰσδύσωσιν εἰς τὰ ἐνδότερα αὐτῆς· περιο-
1138ρίζονται δὲ εἰς ὅ,τι κρίνουν εὔλογον οἱ ταμίαι νὰ τοῖς παρα-
1139δώσωσιν. Ἀπ’ ἐναντίας ὁ διορισμὸς διαδόχου τὸν ὑπεχρέωσε νὰ
1140θέσῃ ὑπὸ τὰς ὄψεις αὐτοῦ ὅλας ἐν γένει τὰς ἀσχημίας τοῦ
1141ταμείου, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν δὲν ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ
1142πολυκρότου, ἀδύνατον ἦτο, ἄνθρωπος γνωρίζων γράμματα καὶ
1143διακρινόμενος ἐπὶ νοημοσύνῃ, ὡς παριστάνουν τὸν Γκορτζῆ, νὰ
1144ἐξαπατηθῇ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ καταστήσῃ ἑαυτὸν πολιτικῶς
1145καὶ ποινικῶς συνυπεύθυνον διὰ τόσον βαρέα ἐγκλήματα, χωρὶς
1146νὰ ἔχῃ τουλάχιστον τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι, θέτων ἑαυτὸν εἰς
1147τόσῳ δεινὴν θέσιν, ἔσωζε τὸν φίλον του. Ἐκτὸς τοῦ διαδόχου
1148ἔλαβε γνῶσιν τῆς καταχρήσεως καὶ ὁ ἔπαρχος, ὅστις ὤφειλε
1149νὰ παραστῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν παράδοσιν· ἠναγκάσθη δὲ καὶ
1150οὗτος νὰ ἐγκληματίσῃ συντάξας πλαστὸν πρωτόκολλον. Περι-
1151πλέον τὸ συνταχθὲν πρωτόκολλον ἐμαρτύρει ἐκ πρώτης ὄψεως
1152τὸ ἔλλειμμα, ἔπρεπε δὲ νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τοῦ Σαμοθράκη,
1153διὰ νὰ μείνῃ κεκρυμμένον καὶ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ ἀπὸ
1154πάντα ἄλλον· διότι, ἄν τις ἄλλος τὸ ἔβλεπεν, ἤθελεν ἐννοήσει
1155καὶ καταγγείλει τὸ ἔλλειμμα. Δὲν ἔμειναν δὲ τὰ πράγματα
1156ἕως ἐδῶ. Διότι καὶ μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ ταμείου ὁ Γκορ-
1157τζῆς μεταμεληθεὶς ἤρχισε νὰ γράφῃ πρὸς τοὺς ἐν τῷ Λογιστη-
1158ρίῳ, ἡτοιμάζετο δὲ νὰ γράψῃ καὶ πρὸς ἐμὲ, ἀποκαλύπτων
1159πάντα τὰ γενόμενα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐνῷ ἐκ τοῦ διορι-
1160σμοῦ τοῦ διαδόχου δὲν ὠφελήθη τίποτε περισσότερον ἢ ὅσον
1161ἐὰν τῷ ἐδίδετο ἄδεια ἀπουσίας, ἐξετέθη εἰς προφανεῖς κινδύ-
1162νους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τις τὴν τόλμην καὶ τὴν
1163ἐπιτηδειότητα αὐτοῦ, διὰ νὰ σωθῇ προσωρινῶς. Ἐν τούτοις καὶ
1164αὐτός, ὡς ἀρχαῖος ὑπάλληλος, ἐγνώριζε τοὺς κινδύνους τού-
1165τους, καὶ διὰ τοῦτο ἄδειαν ἐζήτει καὶ οὐχὶ ἀντικατάστασιν,
1166καὶ ἐγὼ εἶχον ἀρκετὴν πεῖραν, ὥστε νὰ μὴ μὲ λανθάνῃ τί ἔ-
1167πρεπε νὰ πράξω, ἐὰν ἐγίνωσκον τὸ ἔλλειμμα καὶ, εἴτε χαρι-
1168ζόμενος, εἴτε πιεζόμενος, εἴτε δωροδοκούμενος, ἀπεφάσιζον νὰ
1169κλείσω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ οἰκονομήσω προσωρινῶς τὸ
1170πρᾶγμα, διότι οὐδὲν πλειότερον ἠδύνατο νὰ γείνῃ.
1171Ἡ μακρὰ ἱστορία τοῦ ταμείου Θηβῶν μαρτυρεῖ, ὅτι
1172ὁ Βελέντζας εἶχε συμφέρον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ κρατῇ τὸ
1173ταμεῖον εἰς χεῖράς του, ὅπως μὴ ἀνακαλυφθῶσιν αἱ κα-
1174ταχρήσεις του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀπέρχεται ἐλευθέρως
1175ὅπου ἤθελε πρὸς ἐπιδίωξιν τῶν τυχοδιωκτικῶν ἐπιχειρήσεών
1176του· ἑπομένως ἄλλοτε μὲν διὰ παρακλήσεων πρὸς τοὺς ὑπουρ-
1177γοὺς, ἄλλοτε διὰ μεσολαβήσεως τῶν πολλῶν καὶ ἰσχυρῶν
1178αὑτοῦ φίλων, καὶ ἄλλοτε διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἐν τῷ Λο-
1179γιστηρίῳ ἐλάμβανεν ἄδειαν ἀπουσίας, κατώρθωσε δὲ νὰ ἀπέλ-
1180θῃ καὶ εἰς ἐκστρατείαν, ἀπουσιάσας ὁλόκληρον ἑξάμηνον καὶ
1181μεταβὰς εἰς Θεσσαλίαν κατὰ τὸ 1878. Τὴν αὐτὴν εὐκολίαν
1182ἐζήτει καὶ τώρα διότι οὐδένα εἶχε λόγον, ὅπως ἐπιθυμήσῃ
1183νὰ μεταβιβασθῇ τὸ ταμεῖον εἰς χεῖρας ἄλλου. Ἀλλ’ ἐγὼ,
1184ἔχων ἄλλας ἰδέας περὶ τῆς ἀπουσίας τῶν ταμιῶν, ἀδύνατον
1185ἦτο νὰ συγκατατεθῶ εἰς τοιαύτην παραχώρησιν, καὶ διὰ
1186τοῦτο ἐζητήθη ὁ διορισμὸς διαδόχου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ πρὸς
1187στιγμὴν, ὅτι ἐφάνην ἄκαμπτος καὶ ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦτον
1188καὶ ὅτι δὲν ἴσχυσαν, ὡς λέγει ὁ Βελέντζας, νὰ μὲ μεταπεί-
1189σουν οὔτε τὰ συνήθη μέσα, οὔτε αἱ συστάσεις τῶν πολλῶν
1190καὶ ἰσχυρῶν φίλων του, ἠναγκάσθη δὲ νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον
1191μετ’ ἐμοῦ συνεννόησιν καὶ νὰ μὲ κάμψῃ διὰ χρημάτων, εἶναι
1192ποτὲ πιστευτὸν, ὅτι μετὰ τοιαύτην φιλικὴν συνεννόησιν ἠθέ-
1193λομεν καταλήξει εἰς τὸν διορισμὸν διαδόχου, καὶ δὲν ἠθέλο-
1194μεν ἐννοήσει, ὅτι ἦτο συμφερώτερον νὰ δοθῇ ἄδεια ἀπουσίας;
1195Γνωρίζοντες ἀμφότεροι τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὄντες εἰς θέσιν νὰ
1196ἐκτιμήσωμεν τοὺς κινδύνους καὶ τὰς δυσκολίας μιᾶς παρα-
1197δόσεως ταμείου ἐν ἀνωμάλῳ καταστάσει διακειμένου, διατί
1198τάχα ἠθέλομεν καταφύγει εἰς τὸ ἐπικίνδυνον καὶ ἐπισφαλὲς
1199τοῦτο μέτρον, ἀφοῦ εἴχομεν ἄλλο πρόχειρον καὶ ἀσφαλές;
1200Ἀφοῦ ἠδυνάμεθα μόνοι καὶ ἄνευ μαρτύρων νὰ οἰκο-
1201νομήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, πρὸς τί νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρο-
1202μὴν καὶ ἄλλων προσώπων, καὶ νὰ τὰ ἐξαναγκάσωμεν μάλι-
1203στα νὰ ἐγκληματήσωσι; Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ ἐπαναλέγω,
1204ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ εἶναι ἡ ἐναργεστέρα καὶ καθα-
1205ρωτέρα ἀπόδειξις, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐγίνωσκε τὸ ἔλλειμμα,
1206οὔτε εἶχε τὴν προαίρεσιν νὰ τὸ καλύψῃ.
1207Ἠδυνάμην εἰς ταῦτα, κύριοι, νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπουργὸς
1208γνωρίζων τὸ ἔλλειμμα καὶ σώας ἔχων τὰς φρένας, ἀδύνατον
1209ἦτο νὰ συνεταιρισθῇ μὲ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἤδη ἀ-
1210φαιρέσῃ ἓν περίπου ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ
1211τὸν ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν περιέμενε τὸ δεσμωτήριον.
1212Ἠδυνάμην προσέτι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἤθελε
1213τυχὸν ὑποπέσει εἰς τὸ ἀνουσιούργημα τοῦτο, ἔπρεπε νὰ χάσῃ
1214κατόπιν ἐντελῶς τὴν χρῆσιν τοῦ λογικοῦ του, διὰ νὰ κατα-
1215διώξῃ αὐθορμήτως τὸ ἔγκλημα· διότι, ἐὰν τῷ ἔμενεν ὀλίγος
1216νοῦς, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι εἶχε συμφέρον νὰ ἀφήσῃ νὰ τὸ ἀνα-
1217καλύψῃ ἄλλος, διὰ νὰ ἦναι τουλάχιστον εὐχαριστημένος ὁ
1218Βελέντζας καὶ νὰ μὴν εἰπῇ περὶ αὐτοῦ τίποτε, ὅπως δὲν λέ-
1219γει διὰ τόσους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι, ὡς γράφει εἰς τὰς ἐπιστο-
1220λάς του, τὸν ἐγύμνωσαν, καὶ τοὺς ὁποίους ἀποφεύγει νὰ κα-
1221τονομάσῃ.
1222Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, θεωρῶ ὅλα αὐτὰ περιττά· δι’ ἐμὲ ἀρκεῖ
1223νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ δὲν εἶχε τὴν σημα-
1224σίαν, ἡ ὁποία τῷ ἀπεδόθη, οὔτε ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ
1225ὁποῖα τινὲς ὑπέθεσαν. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἦτο χάρις, ἦτο χά-
1226ρις ἄχαρις καὶ ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μικροτέρα ἀπὸ τὴν χάριν καὶ
1227τὴν εὐκολίαν, ἡ ὁποία τόσον συχνὰ τῷ ἐγίνετο. Διότι δὲ ἐγὼ
1228δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω τὴν αὐτὴν εὐκολίαν καὶ νὰ χορηγήσω
1229πολύμηνον ἄδειαν, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτὸν ἐμνη-
1230σικάκουν ἔκτοτε ἐναντίον μου.
1231Μετὰ τὰ λεχθέντα πιστεύω, ὅτι καὶ ὅσοι ἐθεώρησαν τὸν διο-
1232ρισμὸν τοῦτον ὡς νέφος ἐπισκιάζον τὴν διαγωγήν μου, θέλου-
1233σιν ἤδη κατανοήσει, ὅτι τὸ νέφος τοῦτο παρενέπεσεν ἐπίτη-
1234δες, ὅπως βοηθήσῃ τοὺς ἔχοντας ἀσθενῆ τὴν ὅρασιν καὶ φιλύ-
1235ποπτον τὴν διάνοιαν, καὶ τοὺς διευκολύνῃ εἰς τὸ νὰ ἴδωσι
1236καθαρώτερον τὰ πράγματα καὶ ἀποβάλωσι πᾶσαν ὑπόνοιαν, ἡ
1237ὁποία τυχὸν ἐγεννήθη εἰς τὴν κεφαλήν των.
1238Ἐὰν ἔδιδον ἄδειαν ἀπουσίας εἰς τὸν Βελέντζαν, συνέπιπτε
1239δὲ νὰ ἀνακαλυφθῇ τὸ ἔγκλημα ἀπὸ ἐμὲ καὶ παροργιζόμενος
1240ἐκεῖνος μὲ ἐσυκοφάντει, ἠδύνατό τις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
1241ὑποπτεύουν τὰ πάντα καὶ τοὺς πάντας, νὰ δώσῃ προσοχὴν
1242εἰς τὴν συκοφαντίαν; Ἐγὼ δὲ τότε μὴ ἔχων νὰ προσαγάγω
1243ἐναντίας ἀποδείξεις, ἤθελον περιορισθῆ νὰ σᾶς παρακαλέσω
1244νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ποιότητα τοῦ κατηγόρου,
1245καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ προηγούμενά μου, τὰ ὁποῖα ὅλοι σχεδὸν
1246γνωρίζετε. Ἔπειτα ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν εὐθυκρισίαν σας
1247καὶ ἤθελον σᾶς ἀφήσει νὰ κρίνητε ἐὰν ἄνθρωπος, ἔχων τοιαῦτα
1248προηγούμενα, εὑρισκόμενος εἰς τοιαύτην ἡλικίαν, μὴ πιεζόμε-
1249νος, οὐχὶ ἕνεκα πλούτου, ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν ἰδιαιτέρων αὑτοῦ
1250περιστάσεων καὶ τῶν περὶ τὸν βίον ἕξεων, ἀπὸ καμμίαν ἀνάγ-
1251κην καὶ διαχειριζόμενος τόσῳ μεγάλην ἐξουσίαν, ἐάν, λέγω,
1252τοιοῦτος ἄνθρωπος ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ τὸ πα-
1253ρελθόν του καὶ νὰ μολύνῃ τὰς χεῖράς του, δεχόμενος μάλιστα
1254χρήματα ἀπὸ τόσον ἐλεεινὸν ἄνθρωπον.
1255Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε τὴν μνήμην
1256σας νὰ στενοχωρήσω, οὔτε τὴν κρίσιν σας νὰ ἐπιβαρύνω. Κα-
1257τέστησε τὴν θέσιν μου λίαν εὐχερῆ ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ,
1258καὶ ἡ ὁμολογία τοῦ Βελέντζα, ἀποδίδοντος εἰς τὸν διορισμὸν
1259τοῦτον τὴν δωροδοκίαν. Ὁ διορισμὸς τοῦ Γκορτζῆ δὲν ἐζη-
1260μίωσε τὸ δημόσιον, διότι τὰ δικαιώματα, ἅτινα εἶχε κατὰ
1261τοῦ σφετερισθέντος τὰ δημόσια χρήματα, ἔμειναν καὶ μετὰ
1262τὸν διορισμὸν τοῦτον ἀκέραια, ἀπ’ ἐναντίας ὠφέλησε τὸ δη-
1263μόσιον, διότι χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ Γκορτζῆς ἔκαμε
1264μὲν τὴν μωρίαν ν’ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του τὰς ἐλλείψεις τοῦ
1265Βελέντζα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον χρόνον διεχειρίσθη τὸ ταμεῖον οὐδὲ
1266λεπτὸν ἐσφετερίσθη. Ὁ διορισμὸς οὗτος δὲν ὠφέλησεν, ἀλλὰ
1267μᾶλλον ἔβλαψε τὸν Βελέντζαν· διότι, ἐνῷ δὲν ἠλάττωσε τὴν
1268εὐθύνην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ πρότερον, τίς οἶδεν εἰς ποίους
1269μόχθους καὶ δαπάνας τὸν ὑπέβαλεν, ὅπως πείσῃ τρεῖς ὑπαλ-
1270λήλους νὰ ἐγκληματίσωσι καὶ νὰ δώσωσιν ἔγγραφον τὴν ἀπό-
1271δειξιν τοῦ ἐγκλήματός των.
1272Δὲν σᾶς μένει λοιπὸν παρὰ μία καταγγελία ἐπὶ δωροδοκίᾳ,
1273προερχομένη ἀπὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐσφετερίσθη ἓν περίπου
1274ἑκατομμύριον, ἀπευθυνομένη κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνε-
1275κάλυψε καὶ κατεδίωξε τὸ ἔγκλημα, καὶ ἀναφερομένη εἰς ἐνέρ-
1276γειαν, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ μὲν δημόσιον δὲν ὑπέστη οὐδεμίαν
1277βλάβην, ὁ δὲ καταγγέλλων ἑαυτὸν ὡς δωροδότην βλάβην μᾶλ-
1278λον ἐπορίσθη, ἐνέργειαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ,
1279οὐχὶ ὅπως γίνῃ, ἀλλ’ ὅπως μὴ γίνῃ.
1280Καταλήγων, κύριοι, συνιστῶ καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν
1281περὶ συστάσεως εἰδικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέ-
1282σεως ταύτης. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει ἐξετάσει καὶ βεβαιώσει,
1283ὡς ἐλπίζω, πάντα ὅσα σᾶς εἶπον, συγχρόνως δὲ θέλει ἐξακρι-
1284βώσει καὶ πολλὰ ἄλλα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἕως τώρα δὲν
1285εἶναι ἐξηκριβωμένα.
1286§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔλαβον ἤδη
1287τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου ἐπὶ τῶν Βελεντζικῶν. Θέλετε νὰ
1288τὸ ἀκούσετε;
1289§14ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος τὸ ἔστειλε;
1290§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
1291§16ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ ὑπουρ-
1292γοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
1293(Ἀναγινώσκεται)
1294§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ διαβιβάσω εἰς
1295τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
1296§18ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
1297§19ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Προτείνω νὰ τυπωθῇ τὸ βούλευμα αὐτὸ
1298τῶν Ἐφετῶν, ὡς καὶ τὸ βούλευμα τῶν Πρωτοδικῶν, καὶ νὰ
1299ῥιφθῇ φῶς εἰς τὴν βρωμερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν. Προτείνω
1300νὰ τυπωθῶσι καὶ ὅλαι αἱ ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον
1301χώραν καὶ ὧν πόρισμά εἰσι τὰ βουλεύματα ταῦτα καί τινα
1302προβουλεύματα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει ἀκόμη ὁ κόσμος
1303καὶ ἰδίως ἡ Βουλὴ, ἥτις πρόκειται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφα-
1304σίσῃ ἐπὶ τῆς σκοτεινῆς καὶ βρωμερᾶς ταύτης ὑποθέσεως.
1305Πρὸ τούτου δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς πεφωτισμένην
1306συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν, οὔτε πρέπον εἶναι τὸ τοιοῦτον.
1307§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ σχηματισμοῦ
1308εἰδικῆς ἐπιτροπῆς· πρέπει πρῶτον τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ ἀκο-
1309λούθως ἡ συζήτησις περὶ τυπώσεως τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου
1310ἐγγράφου.
1311§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· πρῶτον εἶναι ἡ πρότασις περὶ εἰ-
1312δικῆς ἐπιτροπῆς, δεύτερον ἔχομεν τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφε-
1313τείου, τὸ ὁποῖον τακτικῶς πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπι-
1314τροπὴν τῆς δικαιοσύνης.
1315§22ΤΙΝΕΣ. Βεβαίως.
1316§23Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περιπλανώμεθα εἰς μίαν συζήτησιν, ἡ
1317ὁποία δὲν ἔχει οὔτε ἀρχήν, οὔτε τέλος. Ὁ κ. πρώην πρω-
1318θυπουργὸς καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος κάμνουν πρότασιν, ὅτι
1319πρέπει νὰ συστηθῇ ἐπιτροπὴ, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν
1320τὴν ἀναφερομένην εἰς τὸ ταμεῖον τῶν Θηβῶν. Εἰς τὴν ἐπι-
1321τροπὴν αὐτὴν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἀνακρίσεων, θὰ
1322ὑποβληθῇ καὶ τὸ βούλευμα τοῦτο. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ
1323ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἀνακριτήρια, εἰς τὴν Εἰσαγ-
1324γελίαν, νὰ φέρῃ τοὺς μάρτυρας καὶ νὰ τοὺς ἐξετάσῃ ἐκ
1325νέου καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δύναται. Λοιπὸν εἶναι περιττὸν
1326νὰ γίνῃ τώρα ὅ,τι θὰ γίνῃ μεθαύριον, μετὰ τὴν ἐξέτασιν,
1327τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία, ἂν κρίνῃ ἀναγ-
1328καῖον νὰ τυπωθοῦν ὅλα αὐτὰ, θὰ τυπωθοῦν.
1329§24Ν. ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἐπειδὴ συζητοῦμεν τὴν πρότασιν ἂν
1330πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ συστήσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, νομί-
1331ζω, ὅτι ὑποχρεοῦμαι νὰ λαλήσω, διότι διετέλεσα ἔπαρχος
1332Θηβῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὄχι ἀνεκαλύπτετο, ἀλλὰ κατεδει-
1333κνύετο καὶ κατηγγέλλετο τὸ ἔγκλημα.
1334Χαίρω, κύριοι, διότι ἐπέζησα πολιτικῶς μετὰ τὴν
1335καταδίωξιν τοῦ κυρίου πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουρ-
1336γοῦ, διὰ νὰ εὑρεθῶ ἀπέναντι ὑμῶν καὶ εἴπω στεντω-
1337ρείᾳ τῇ φωνῇ, πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων καὶ
1338τοῦ ἑλληνικοῦ κόσμου, ὅτι οὐδέποτε ἦλθεν ἐνώπιον τῆς
1339ἑλληνικῆς Βουλῆς ζήτημα τόσῳ σοβαρὸν καὶ τόσῳ σκαν-
1340δαλῶδες, ὅσον τὸ προκείμενον, καὶ νὰ προείπω εἰς ἅπαν-
1341τας ὑμᾶς, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως τοῦ
1342ζητήματος τούτου ἐξαρτᾶται ἡ εὐδαιμονία τοῦ τόπου·
1343διότι, ἂν καλῶς τὸ ἀντελήφθην, εἶναι ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον
1344συνδέεται μὲ πολλὰ καὶ συμφέροντα καὶ ζητήματα τοπικά.
1345Αἱ Θῆβαι ἦσαν τὸ ταμεῖον, αἱ Θῆβαι ὑπῆρξαν εἷς ἀνεμόμυλος,
1346στρεφόμενος ἑκάστοτε κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀνέμους. Κατε-
1347στράφη ὁ ἀνεμόμυλος, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὁ ἄνεμος. Ἀνάγκη λοι-
1348πὸν ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ἀνατρέχουσα εἰς τὰς αἰτίας τῶν
1349ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεφάνησαν καὶ κατε-
1350δείχθησαν, καὶ ἀνευρίσκουσα αὐτὰς καὶ καταπολεμοῦσα, νὰ
1351διορθώσῃ τά τε κακῶς ἔχοντα καὶ νὰ προλάβῃ τὰ χείρονα.
1352Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πά-
1353θους, δὲν ἔρχομαι νὰ ῥίψω ἔλαιον εἰς τὸ πῦρ· ἠξεύρω ὁποίας
1354διαστάσεις καὶ παραγνωρίσεις ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ
1355ὁποῖον πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἀληθῆ θέσιν. Τὸ ζήτημα
1356ἔγκειται εἰς τοῦτο: ἢ ἀνεπάρκεια νόμων ὑπάρχει ἐν τῷ τόπῳ,
1357ἢ ἔλλειψις προσώπων ἱκανῶν νὰ διοικήσωσιν αὐτόν.
1358Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔκαμε μίαν διήγησιν, εἰς τὴν ὁποίαν
1359δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω· πολὺ κακῶς ὅμως με-
1360τεχειρίσθη τὴν λέξιν ἀνακάλυψις, καὶ πολὺ χειρότερα οἰκειο-
1361ποιήθη αὐτήν. Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι, ἀνακάλυψις ἐν Θήβαις,
1362ἀλλὰ κατάδειξις. Τὰ ἐγκλήματα τῶν Θηβῶν ἦσαν ὡς μαθη-
1363ματικὰ προβλήματα, δεικνυόμενα ἁπλῶς· καὶ ἐνταῦθα κεῖται
1364ἡ σπουδαιότης των· δὲν ἦσαν κεκρυμμένα, δὲν ἦσαν ἄγνωστα,
1365οὔτε εἰς τὸν κόσμον, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ δεκαε-
1366τίαν οὔτε αὐτὸς ὁ Βελέντζας, οὔτε αὐτοὶ οἱ ἐν τῷ Λογιστη-
1367ρίῳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὰ τὰ δυστυχῆ
1368ὄντα, τὰ ἐν ταῖς φυλακαῖς κρατούμενα, κατώρθωσαν νὰ δη-
1369μιουργήσωσι τοιαῦτα καὶ τηλικαῦτα ἐγκλήματα· ὄχι· διότι
1370τὸ ἔγκλημα εἶναι ἐξωγκωμένον, καὶ μάλιστα δὲν εἶναι ἀκρι-
1371βὲς αὐτὸ τὸ ποσὸν τῶν 832 χιλιάδων· τὸ ἔλλειμμα τὸ ἀλη-
1372θὲς ὑπερβαίνει τὸ 1½ ἑκατομμύριον, ἐὰν γείνῃ ἀκριβὴς
1373ἐξέλεγξις. Δὲν ἐπίστευα, ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συ-
1374ζήτησις, ἵνα ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφά τινα· ἀλλὰ θὰ ἐπικα-
1375λεσθῶ τὴν μνήμην μου. Ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ὑπερβαίνει τὰ
13763½ ἑκατομμύρια, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ ἀντίληψιν,
1377τὴν ὁποίαν ἐγκαίρως ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι
1378τὰ βιβλία τοῦ ταμείου, καθημερινὸν καὶ καθολικὸν, δὲν
1379ἐκρατοῦντο, ἐγγραφαὶ δὲν ἐγίνοντο, ἀθροίσεις δὲν ὑπάρχουν,
1380τὸ δὲ ἔλλειμμα τῶν 832 χιλιάδων ἦτο 826 χιλιάδες, ἐν αἷς
1381προσετέθησαν καὶ 6 χιλιάδες δραχμαί, ἡ ἐγγύησις τοῦ
1382Γκορτζῆ, τὴν ὁποίαν ὁ Βελέντζας, φαίνεται, ἀνεδέχθη νὰ πλη-
1383ρώσῃ πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ ἐχρεώθη δι’ αὐτήν. Αὐτὰ εἶναι
1384κατὰ τὸ δοκοῦν σημειωμένα ἐκεῖ· ἀλλ’ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς,
1385παρετήρησα, ὅτι ἐν τῷ καθολικῷ ὑπάρχουν ἄλλαι ἀθροίσεις,
1386ὑπερβαίνουσαι τὸ ἑκατομμύριον. Ἐσβέσθη ἐκεῖνο καὶ ἐγράφη
1387ἄλλο ποσὸν, ἔλαττον τῶν 800 χιλιάδων. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο
1388μόνον; μήπως τὰ βιβλία τῆς συστάσεως τοῦ ταμείου μέχρι
1389τοῦδε ἦσαν εἰς καλλιτέραν κατάστασιν; μήπως τὰ τριπλό-
1390τυπα τῶν διαφόρων βεβαιώσεων ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτι-
1391κὸν Συνέδριον; Βλέπετε μὲ πόσα ἄλλα ἐγκλήματα, μὲ πόσας
1392ἄλλας πράξεις συνδέεται τὸ ἔλλειμμα τῶν 832 χιλιάδων.
1393Δὲν ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω κανένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον
1394τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, τὸν ὁποῖον καὶ σέβομαι καὶ ὑπο-
1395λήπτομαι καὶ τὰς κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας θεωρῶ σαθρὰς,
1396διότι δὲν πείθομαι, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐδωροδοκήθη· δύ-
1397ναται νὰ παρεσύρθη, πάντοτε ὅμως ἔπραξεν ἓν κακόν. Τώρα
1398εἶμαι ὑποχρεωμένος, διότι αὐτὸ τὸ τῆς ἀνακαλύψεως ζήτημα
1399ἔφερε τὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῆς πρώην Κυβερνήσεως φιλικήν μου
1400διάστασιν, καὶ νομίζω, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, μία ἔκθεσις τοῦ
1401κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν βασι-
1402λέα ἐστάλη διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀνακαλύψεως καὶ ἐπροκά-
1403λεσε τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόλυσίν μου,—νὰ σᾶς εἴπω τὴν
1404ἱστορίαν οὐχὶ τῆς ἀνακαλύψεως, ἀλλὰ τῆς καταδείξεως.
1405§25ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι οὐσία.
1406§26Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν, οὔτε ἐκεῖνα,
1407τὰ ὁποῖα ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶπεν, οὔτε αὐτὰ τὰ ὁποῖα
1408θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κ. Κατσικαπῆς εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
1409(Θόρυβος.)
1410§27ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Ἄν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ
1411μικρά τις διακοπή... (Θόρυβος.) Δὲν θέλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι
1412ὑπάρχει τις βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἔχει διάθεσιν νὰ ἀκούσῃ
1413τὰ τῆς ὑποθέσεως τῶν Θηβῶν. (Θόρυβος.)
1414§28ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς διακόψωμεν διὰ 5 λεπτὰ· οἱ κύριοι βου-
1415λευταὶ εἶναι κουρασμένοι.
1416§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
1417Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ ¾ μ. μ.